Page 1

‘‘Το έγκλημα δεν είναι ρουτίνα’’ (11 ιστοριες)

ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΣΑΚΑΔΑΣ σε πρώτο πρόσωπο - ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΡΕΥΝΩΝ - ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΧΕΜΥΘΕIA

Ο Αμβρόσιος Σακάδας είναι ένα χαμένο κορμί. Ένας καθυστερημένος του ’68. Ένας ανώριμος σαρανταπεντάρης. Δεν στερείται σπουδών ούτε γνώσεων. Αγαπάει το διάβασμα κι έχει γνώμη σχεδόν για τα πάντα. Δεν επιδιώκει την επωνυμία. Την θεωρεί πηγή μπελάδων. Δεν αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα που τον περιβάλει παρά μόνο σαν μια σύμβαση. Σαν μια σειρά από εικόνες και λεκτικά τερτίπια. Η ζωή γι’ αυτόν είναι μια χειρονομία, ένα παιχνίδι όπου δεν τον ενοχλεί συνεχώς να χάνει. Το μεγάλο ελάττωμα του όμως είναι η τεμπελιά. Ο Αμβρόσιος Σακάδας βαριέται. Η κλασική του παιδεία τον βοήθησε να διαπιστώσει ότι η εργασία ουδέποτε υπήρξε μια ελληνική αρετή, γιατί ποτέ δεν καταγράφεται ως τέτοια στα αρχαία κείμενα. Γι’ αυτό δεν κάνει τίποτα για να αλλάξει τη δική του πραγματικότητα. Θεωρεί ότι οι επιθυμίες, οι φαντασιώσεις και τα διάφορα κορόιδα που κυκλοφορούν ανάμεσα μας έλκουν τις αλλαγές και την εκπλήρωση τους πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ότι αν ξόδευε τις δυνάμεις του και κουραζόταν. Έτσι κάθεται και περιμένει. Αντιδρά μόνο σ’ένα πρωτογενές επίπεδο επιβίωσης κάνοντας περιστασιακά διάφορες δουλειές του ποδαριού. Η λιτή ζωή του στηρίζεται στα απολύτως αναγκαία: φαγητό, ύπνο, έρωτα, αλκοόλ και φυγή. Όταν τα πράγματα δυσκολεύουν απλά την κοπανάει για κάπου αλλού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένας σύγχρονος φυγάδας η πιο σωστά ένας αναχωρητής που αντί να διαλέξει την έρημο επιλέγει συνεχώς μια πολύβουη πόλη. Άλλωστε στην έρημο θα ήταν από δύσκολο ως απίθανο να κάνει τον ντετέκτιβ. Θα ήταν επίσης δύσκολο να βρει κορόιδα και αλκοόλ. Και το χειρότερο, θα’πρεπε να προσεύχεται.

προσοχη: Οι ιστορίες αυτές είναι αποτέλεσμα τυχαίων λαθών και μοιραίων συμπτώσεων. Οι χώροι, τα γεγονότα και τα πρόσωπα (εκτός από τον συγγραφέα) είναι φανταστικά. Οποιαδήποτε ομοιότητα η σχέση με την πραγματικότητα είναι απλά συμπτωματική..

1


ΠΑΡΤΙ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ Αν τα οικονομικά σου είναι καλά μπορείς να έχεις τη σπιταρόνα σου και τη γραφειαρα σου. Αν όμως τα οικονομικά σου γλύφουν το πεζοδρόμιο τότε ένας μίζερος χώρος 50 τετραγωνικών με δυο δωμάτια, κουζίνα- μπάνιο, για σπίτι και γραφείο μαζί, -που στο εξής θα αποκαλούμε για συντομία ‘’γραφείο’’- σε κατατάσσουν επίσης στους τυχερούς αυτού του κόσμου γιατί ασφαλώς υπάρχουν και χειρότερα. Το μεσημέρι είχα πάρει την άδεια του ντετέκτιβ από τον υπαστυνόμο Ελπι, - και για να μην ξεχνιόμαστε, το Ελπις μας προκύπτει από το Ελπιδοφόρος- ένα λυκόσκυλο της τοπικής ασφάλειας που μου έδειξε παρ’ όλα αυτά λίγη συμπάθεια κι όταν είσαι καινούργιος και μόνος στη πόλη οποιαδήποτε προσφορά ακόμα κι αν προέρχεται από τον ίδιο τον κόμη Δράκουλα γίνεται ανάρπαστη. Το γιόρτασα με μια πολυέξοδη για μένα επίσκεψη στον ιππόδρομο -έχασα κάτι λίγες οικονομίες που μου βάραιναν την τσέπη και την συνείδηση, δηλ. σχεδόν ότι είχα και δεν είχα- και μετά με μια μπαροτσαρκα μέχρι που νύχτωσε για τα καλά. Είχα βλέπετε και τα γενέθλια μου. Πάρκαρα την αυτοκινητάρα μου, μάρκας πανάρχαιου Honda civic του ’75 στα 1300 κυβικά, στο διπλανό εγκαταλελειμμένο οικόπεδο και ανέβηκα τους εφτά ορόφους για το γραφείο μου με τα πόδια μια και το ασανσέρ γιόρταζε για πέμπτη μέρα αυτό το μήνα την ιστορική επέτειο του ΟΧΙ. Καμάρωσα για λίγο τη φρεσκοβαμμένη είσοδο που έμοιαζε με ρήγμα περισσότερο παρά με πόρτα και προσπάθησα να τη φανταστώ στολισμένη με την ταμπέλα -μαύρα γράμματα σε ματ επιφάνεια αλουμινίου- ‘’Αμβρόσιος Σακάδας, Γραφείο Ερευνών’’. Ο ιδρώτας έσταζε μέχρι τα παπούτσια μου- εφτά πατώματα για κάποιον που δεν διεκδικεί ορειβατικό ρεκόρ είναι όπως και να το κάνουμε λίγο κουραστικό- όταν η κύστη μου μου υπενθύμισε ότι δυο πόρτες έχει η ζωή. Άνοιξα την δεύτερη και μπήκα. Η μπανιέρα μου ήταν γεμάτη νερό και μέσα έπλεε μια ολόγυμνη γκόμενα με δυο χαμόγελα. Το δεύτερο στην καρωτίδα απ’ όπου ξεπηδούσε με μια νωχελική διάθεση το αίμα και τα έβαφε όλα ροζ. Το βρήκα παράλογο. Ποιος θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο και γιατί; Πάντως όχι η εταιρία υδρεύσεως. Ξέχασα γιατί μπήκα στη τουαλέτα. Γύρισα στο χώρο του γραφείου και αισθάνθηκα ότι κάτι έπρεπε να πιω. Αυτό το κάτι ήταν μια βότκα. Τσίμπησα το μοναδικό μπουκάλι που βρήκα και γέμισα ένα ολόκληρο ποτήρι. Δεν ήταν το πρώτο της ημέρας και κάτι μου ‘λεγε ότι δεν θα ‘ταν ούτε το τελευταίο. Τις ξέρω κάτι τέτοιες περιπτώσεις. Δε φτάνει ούτε ένα ολόκληρο μπουκάλι. Το ήπια σχεδόν μονορούφι και πιστέψτε με, πως μόνο και μόνο επειδή εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω τι μου συμβαίνει, το ξαναγέμισα αμέσως. Πριν προλάβω να το στείλω παρέα στο προηγούμενο, ακούστηκε ένας παράφωνος ήχος. Η βότκα -το μπουκάλι δηλ.- είχε ζωγραφισμένο πάνω του ένα ασπρόμαυρο πορτραίτο και από κάτω έγραφε ‘’Chopin’’ Polish Vodka. Ο ήχος όμως προερχόταν απ’ την πόρτα και ήταν ήχος κουδουνιού. Κακόφωνος ήχος κουδουνιού. Στο μέλλον, αν μετά απ’ αυτό που μου συνέβαινε υπήρχε μέλλον, θα προτιμούσα να μου χτυπούν τη πόρτα με το χέρι. Όχι όμως τόσο δυνατά. Μα τι στο διάολο. Κάποιος βάλθηκε να μου σπάσει την πόρτα. Ίσα που πρόλαβα ν’ ανοίξω, ενώ με μια ανάποδη κλωτσιά έσπρωξα πίσω μου να κλείσει την πόρτα του μπάνιου. - Περιμένεις επισκέψεις; με ρώτησε ο υπαστυνόμος Έλπις καθως λαχανιασμενος αναζητούσε με το βλέμμα του ένα μέρος να καθίσει. - Την εταιρία υδρεύσεως, απάντησα κοφτά κι του ‘κανα τόπο να περάσει. Σε τι οφείλω αυτό το ξαφνικό νυχτερινό ενδιαφέρον; - Χρειάζεται ένταλμα για να μου προσφέρεις ένα ποτό; μου αντιγύρισε χαριτωμένα καθως ξάπλωνε σχεδόν στον καναπέ μου. - Απ’ όλα τα μπαρ της γειτονιάς το σπίτι μου διάλεξες για να πιεις; - Τα γύρισα όλα. 35 λεπτά σε περιμένω. Άλλωστε το δικό σου ποτό είναι νοστιμότερο, γιατί είναι κερασμένο. - Δεν σας πληρώνουν καλά στο σώμα η η τράκα είναι η δίδυμη αδελφή σου; τον

2


ειρωνεύτηκα. Δεν απάντησε κι επωφελήθηκα να αδειάσω και το δεύτερο. Ύστερα έβαλα ένα ακόμα διπλό για μένα κι ένα απλό για τον Έλπι. - Επειδή είσαι υπηρεσία, είπα χαριτωμένα καθως του το έδινα. Ρούφηξε τη βότκα σα νερό. - Και βέβαια είμαι υπηρεσία, είπε. Βαλε ένα δεύτερο σε παρακαλώ. Μην το λυπηθείς. - Τι σοι αστυνομικός είσαι εσύ που περιδρομιάζεις έτσι τη βότκα μου, παρατήρησα. Μοιάζει να ήρθες απ’ την έρημο. - Απ’ την έρημο ήρθα, απάντησε και μου άρπαξε το ποτήρι απ’ τα χέρια. Εσύ και το γραφείο σου είστε μια όαση στη ρουτινιάρικη ζωή μου. Γέλασε με το αστειάκι. - Δεν το ‘πιασα αυτό, δήλωσα. - Ξέρεις Αμβρόσιε ότι οι τοίχοι έχουν αυτιά και οι γείτονες τηλέφωνα; Ε! λοιπόν μας πήραν τηλέφωνο πριν από 40 λεπτά για να μας πουν ότι…. Μπορώ να ρίξω μια ματιά; - Μα φυσικά . Σα στο σπίτι σου. Εκτός απ’ το μπάνιο…Εκεί……, έκανα παύση και του ‘κλεισα το μάτι, υπάρχει μια κυρία που δεν νομίζω όμως ότι θα’ πρεπε να ενοχλήσουμε. - Περίεργο, είπε ο Ελπις. Χτύπησα πριν 15 λεπτά δεν μου άνοιξε κανείς. Και τώρα πριν ανέβω ο θυρωρός μου είπε ότι γύρισες μόνος. - Δεν ξέρω πως τη βρίσκεις εσύ αλλά εγώ φροντίζω να’μαι διακριτικός και να μην κάνω βούκινο σ’ όλη τη γειτονιά με ποιον είμαι και τι κάνω στο σπίτι μου….. Ανέβηκε από τη σκάλα υπηρεσίας. Μου έριξε ένα βλέμμα του τύπου… ,άσε καλύτερα. - Βαλε ακόμη ένα σε παρακαλώ, μου είπε και μόλις γύρισα πετάχτηκε κι άνοιξε την πόρτα του μπάνιου. Γέμισα με το πάσο το ποτήρι του για να του δώσω χρόνο ν’ απολαύσει το θέαμα. Εγώ δεν ήθελα να πιω άλλο. Ο Chopin στο κεφάλι μου άρχισε ήδη να βαράει στο πιάνο την nocturne νούμερο 3 σε Αλεγκρετο. - Αυτή την κυρία εννοείς; μου φώναξε από μέσα. - Ναι, γιατί; Δεν σου γεμίζει το μάτι; του είπα από κοντά. - Δεν σχολιάζω αν ήταν η όχι καλή γκόμενα, αν αυτό εννοείς. Υπάρχουν μερικοί στη πόλη αυτή που θα μπορούσαν να έχουν κάποια γνώμη γι’ αυτό. Είμαι σίγουρος. Αναρωτιέμαι απλώς πως βρέθηκε εδώ, γιατί και πότε…, συμπλήρωσε. Η πληγή τρέχει σχεδόν ακόμα. Την ξέρεις; - Εσύ τι λες, απάντησα και του πρότεινα το ποτήρι με τη βότκα. - Ήμουν έτοιμος να καλέσω ταξί. - Μην σκοτίζεσαι Αμβρόσιε, θα της βρούμε εμείς μεταφορικό μέσο. Όσο για σένα αρκεί να σου πω ότι….. είσαι ένας μαλάκας και μισός. Έκανε μια κίνηση να πάρει το νερό που καιει αλλά μετάνιωσε. - Άσε, είπε. Ήπια ήδη πολύ και η αλήθεια είναι ότι δεν τα περίμενα τόσο άσχημα τα πράγματα. Άλλωστε σε λίγο το σπίτι θα γεμίσει με καλεσμένους. Εσύ όμως μπορείς να πιεις όσο θέλεις. Θα σε βοηθήσει να μας δώσεις κάποιες εξηγήσεις. Γενέθλια δεν είπες ότι έχεις; - Δεν είπα. Είπα;…… απόρησα εγώ. Στον ιππόδρομο ήμουν όλο το απόγευμα κι ύστερα έκανα μια μπαροτσαρκα στο Κολωνάκι. - Άρα έχεις άλλοθι, Αμβρόσιε. Γιατί όμως έχεις άλλοθι τώρα, ειδικά τώρα; Μήπως γνώριζες ότι θα το χρειαστείς; Αυτό σε κάνει ακόμα πιο ύποπτο. Δεν το ξέρεις, κι απ’ τα κωλοβιβλία που σου αρέσει να διαβάζεις, πως οι αθώοι συνήθως δεν έχουν άλλοθι; Ήπια τη βότκα απ’ το ποτήρι του Έλπι και κάθισα στον καναπέ μου αμίλητος. Μα την αλήθεια κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. - Κόψε τη πλάκα, είπα τσατισμένος. Ο Ελπις κάθισε στο γραφείο μου και πήρε τηλέφωνο στο τμήμα. - Ρένο εσύ;…Πάρε τα παιδιά κι ελάτε Σόλωνος 45, στον 7ο, γραφείο 74….Γιατί;….Για

3


το πάρτι….Ποιο πάρτι;…To πάρτι γενεθλίων που μοιάζει περισσότερο με πάρτι αποχαιρετισμού…Θα πάρει σύνταξη κι εφάπαξ ένας εξυπνάκιας. Να του κρατήσουμε κι ένα μονόκλινο στο ευαγές…. Καλά είναι στον Κορυδαλλό… ότι πρέπει….Γιατί μονόκλινο;….Τον εγκατέλειψε η κυρά του και μαζί μ’ αυτήν έχασε και την τύχη του. Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά κι οι καλεσμένοι έφτασαν όλοι εδώ. Έφτιαχναν καφέδες και κάπνιζαν σαν να μην τρέχει τίποτα. Κατά ένα περίεργο τρόπο κανείς δεν ασχολιότανε μαζί μου αλλά ολονων η προσοχή ήταν στραμμένη στην κυρία της μπανιέρας λες κι ήταν αυτή η οικοδέσποινα. Ήταν όλοι τους πολύ ευγενικοί με ότι την αφορούσε: Αποτυπώματα, νύχια, κορώνες, θέση, θερμοκρασία και φωτογραφίες. Ο μόνος που με καταδέχτηκε ήταν ο Ελπις που μου ‘λεγε κάτι ιστορίες για ένα έξυπνο πουλί που πιάστηκε απ’ τη μύτη κι εγώ υποτίθεται ότι θα ‘πρεπε να καταλάβω ότι όλοι είναι καλοί μέχρι της αποδείξεως του εναντίου κι άλλα τέτοια. Ευτυχώς που μπορούσα να πίνω. Φυσικά όσο κι αν έψαξαν δεν βρήκαν πουθενά τα ρούχα της γκόμενας ώσπου βαρέθηκαν και ξεκουμπίστηκαν. Δυο νοσοκόμοι συνόδεψαν την κυρία σε λευκή συσκευασία δώρου στο κινητό ψυγείο- ασθενοφόρο, κι εγώ έμεινα πάλι μόνος. Η ώρα ήταν 4ρεις το πρωί. Ο μάγκας που οργάνωσε το κόλπο μπορει να μην κατάφερε να με κάνει να χάσω το κέφι μου αλλά κατάφερε να με κάνει να χάσω τον ύπνο μου. Ο Chopin κοπανούσε ένα ξεκούρδιστο πιάνο όταν ήταν 5 χρονών, και ο ήχος έσκιζε καυτός το μυαλό μου όταν άνοιξα τα μάτια μου. Δυσκολεύτηκα να βρω το τηλέφωνο. - Ναι…. - Ελπίζω να μην σε ξύπνησα. Ο Ελπις είμαι. Έρχομαι. Το έκλεισα και προσπάθησα να κάνω μια ανακεφαλαίωση. Η γκόμενα ήλπιζα να ήταν όνειρο. Αυτό το χάος όμως ήταν σίγουρα το γραφείο μου. Υπήρχαν ποτήρια και τασάκια παντού. Μέχρι και γόπες στο πάτωμα. Τα ζώα του εγκληματολογικού πετούσαν τα τσιγάρα στο πάτωμα. Τεκέ το ‘καναν το γραφείο μου. Ευτυχώς που δεν έβαλα μοκέτα. Σηκώθηκα με κόπο. Η ώρα ήταν εννέα. Πέντε ώρες ύπνος δεν είναι αρκετές μετά από ένα γενέθλιο surprise- party. Σε κάτι τέτοιες ώρες είναι που συνειδητοποιείς ότι τίποτα δεν παει καλά και ότι ο πληθωρισμός που ξεπερνάει το 12% είναι το μικρότερο απ’ όλα τα κακά. Έκλεισα τα 47, αλλά απ’ ότι φαίνεται όχι και πολύ αισίως. Μετά από διάφορες περιπλανήσεις που κράτησαν είκοσι και πλέον χρόνια σε τόπους και επαγγέλματα αποφάσισα να γυρίσω στην πόλη που γεννήθηκα. Η Μαρία μια 28αρα ζουμερή κομμώτρια με ανοιχτό ξανθό μαλλί, βαμμένο ακόμα πιο ξανθό, ανέλαβε να με βοηθήσει να προσαρμοστώ πιο εύκολα. Την γοήτευαν αφ’ ενός οι ακαδημαϊκές μου γνώσεις – υπόλειμμα σπουδών στο εξωτερικό την δεκαετία του ’70, όταν ήθελα να γίνω ψυχίατρος και μετά κοινωνιολόγος και μετά αρχιτέκτονας- και αφ’ ετέρου το βίτσιο μου να κάνω έρωτα ντυμένος σε δημόσιους και ημιδημόσιους χώρους. Κι όπου δεν μας επέτρεπε ο χώρος, αναλάμβανε η ίδια να μου κάνει – κάτω απ’ το τραπέζι, στην τουαλέτα, στα τελευταία καθίσματα των κιν/φων η πίσω από το ασανσέρ κάποιας πολυκατοικίας- αυτό που αυτή ονόμαζε safe sex κι εγώ ‘’ξυπνάει μέσα μας τον πολιτισμό’’. Ο υπαστυνόμος Ελπις απ’ την άλλη, παλιός συμμαθητής απ’ το γυμνάσιο, ξέροντας την αγάπη μου για τα αστυνομικά μυθιστορήματα, μου’ βαλε την ιδέα να γίνω ιδιωτικός ντετέκτιβ. Όλα αυτά τριγύριζαν στο κεφάλι μου που βούιζε σαν τραίνο σε σκουριασμένη ράγα. Έριξα μια ματιά απ’ το παράθυρο. Κάποια κωλόπαιδα έγραψαν σ’ένα εγκαταλελειμμένο νεοκλασικό μια μεγάλη αλήθεια. ‘’Αν η μαλακία ήταν εργόχειρο θα είχαμε κάνει την προίκα μας.’’ Σύρθηκα μέχρι το μπάνιο. Τα αίματα είχαν ξεραθεί. Δεν έκαναν καν τον κόπο να ρίξουν λίγο νερό στη μπανιέρα να τα ξεπλύνουν, τα καθάρματα. Σε δέκα λεπτά χτύπησε η πόρτα. Άνοιξα. Ο Ελπις είχε τα κέφια του. Με κοίταξε πάλι από πάνω μέχρι κάτω σαν να μην…άσε καλύτερα και μου το’ριξε δήθεν σαν απορία. - Μπουγάδα έχεις; - Ας πούμε ναι, του αντιγύρισα. Λέγε γρήγορα για να προλάβω και το κομμωτήριο. - Στο ‘λεγα εγώ, συνέχισε γελώντας. Τέτοιο καλό παιδί και να μην βρίσκεις μια σωστή

4


γυναίκα να νοικοκυρεύεις…..Όλο με κάτι πτώματα πας και μπλέκεσαι. - Άκουσε να σου πω … - Ξέρω , ξέρω, με διέκοψε. Χθες σε είδαν πολλά μάτια. Μέχρι κι ο αρχιφύλακας ο Μήτσου. Αυτός ήταν ο λόγος που κοιμήθηκες στο σπίτι σου κι όχι στο φρέσκο…..Χάσατε και οι δυο σ’ εκείνο το ψωφάλογο ‘’Θύελλα του Φαλήρου’’. Και μόνο τ’ όνομα είναι εντελώς γελοίο. …..Μα δε μου λες, που βρίσκει ο Μήτσου τα λεφτά να παίζει στον ιππόδρομο; - Που θες να ξέρω. Μπορεί να τα βρίσκει στο Tide η να’χει μετοχές στο νεκροτομείο. - Βότκα έχει; άλλαξε την συζήτηση. - Χτες τα στεγνώσατε όλα. Ακόμα και το σαμπουάν μου ήπιατε. Αν θέλεις λίγο Ajax όμως ευχαρίστως. Μα αν είναι να’ρχεσαι να περιδρομιάζεις στο σπίτι μου φέρε και καμιά περισσευούμενη άδεια για μπαρ. - Καλή ιδέα, είπε. Προσαρμόζεσαι. Γιατί έτσι όπως μπλέκεσαι την άλλη άδεια, του ντετέκτιβ, θα τη χάσεις κι ακόμα δεν την βγάλαμε - Χέστηκα, είπα ξερά. Σαν μπάρμαν θα’χω τουλάχιστον να πίνω. Κάθισε. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε με το πάσο του. Τσακίστηκα να του φέρω ένα τασάκι πριν αρχίσει να ρίχνει τα’ αποτσίγαρα στο πάτωμα. Τράβηξε μια μεγάλη ρουφηξιά και φύσηξε δαχτυλίδια καπνού από το στόμα του. - Αμβρόσιε, μου είπε αργά, ακροβατείς. Η γκόμενα ήτανε η τέως του… - Ξέρω, τον διέκοψα ξερά. - Το ξέρω ότι ξέρεις και ότι απ’ την αρχή το ήξερες η εν πάση περιπτώσει εκεί κοντά. Ο τύπος δεν παίζεται. Σήμερα το πρωί τον ανακρίναμε αλλά δεν αποδείξαμε τίποτα. Χτες όλο το βράδυ έπαιζε χαρτιά με δυο δημοτικούς συμβούλους. Το αντιλαμβάνεσαι; - Παρακάτω, είπα εγώ. - Αμβρόσιε δεν έχει παρακάτω. Πρέπει να μεγαλώσεις. Ο τύπος σου ’στειλε ένα μήνυμα. Δεν ξέρω τι σημαίνει αλλά δεν είναι δύσκολο και να υποθέσω. Αν δεν είχες πάρει την άδεια του ντετέκτιβ ίσως να ήσουν εσύ στη θέση της. Ίσως πάλι και όχι. Πρόκειται για διεστραμμένο κάθαρμα. Που θα μου παει; Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος… - Αν προλάβει, πρόσθεσα εγώ. - Ακριβώς Αμβρόσιε. Αν προλάβει ήθελα να σου πω κι εγώ. Σηκώθηκε. Ήταν πολύ σοβαρός. Σκεφτόταν προφανώς να πει κάτι ακόμα αλλά δεν είπε. Πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. Έκανε ένα μορφασμό. Δεν ξέρω αν διάβασε το γκράφιτι στον απέναντι τοίχο η αν είδε κάτι άλλο, αλλά έκανε μεταβολή και έφυγε. Ούτε που πρόλαβα να του πω πως ο πατέρας των γκράφιτι ήταν ο Αρχύτας ο πυθαγόρειος τον 5ο αιώνα π.Χ. o οποίος μάλιστα κατά την διάρκεια μιας συνομιλίας του με κάποιον διαφωνούντα συνάδελφο του πήγε στον τοίχο κι έγραψε κάτι που δεν θεωρούσε καθόλου ευπρεπές να του πει. Η πόρτα βρόντηξε πίσω του. Ο ήχος διέσχισε το δωμάτιο και σφηνώθηκε στο κεφάλι μου. Ζαλιζόμουν αλλά δεν ήθελα να την πέσω. Έτσι κι αλλιώς ήξερα τι θα ονειρευτώ. Την Μαρία να μου κάνει υγρό περμανάντ στις ψωλότριχες με το στόμα της κι εγώ να ψάχνω με την γλώσσα μου το σημείο G η κάποιο άλλο σημείο. Λίγο ενδιαφέρει. Τελικά αποφάσισα να ολοκληρώσω την καθαριότητα. HΓPAΦOMHXANH O ιδιωτικός ντετέκτιβ είναι ένα πρόσωπο ολιγαρκές. Aπό ανάγκη. Mπορεί να έχει και όνειρα αλλά τελικά δεν είναι παρά ένα χαμένο κορμί κατά το ελληνικότερο ή ένας looser κατά το αμερικανικότερο. Tο να απαιτεί , λοιπόν, να απολαμβάνει στο μίζερο γραφείο του το κομφόρ μιας γραφομηχανής δεν είναι δα και καμιά τεράστια φιλοδοξία, ακόμα κι αν δεν έχει την ικανότητα να συντηρεί μια γραμματέα, ούτε με μειωμένο ωράριο εργασίας.

5


Aυτός είναι ο απλός λόγος που στις οχτώ το πρωί βρέθηκα να πίνω παγωμένη Smirnoff στην Πλατεία Aβησσυνίας, δίπλα σ’ ένα μαγαζάκι, παλιατζίδικο δηλαδή, με μια βιτρίνα όπου συνωθούνταν αυτάρεσκα διάφορες παλιές γραφομηχανές. Βέβαια, δεν με οδήγησαν εδώ μόνον τα ισχνά οικονομικά μου ή λόγοι αισθητικής, αλλά κυρίως λόγοι σκοπιμότητας. Mια παλιά γραφομηχανή θα υπογραμμίζει καλύτερα την μακρόχρονη πείρα μου στο επάγγελμα. Θα τονίζει το στοιχείο παράδοση. Aκριβώς όπως και σε εκείνη τη διαφήμιση όπου μια γκόμενα κυκλοφορεί σ' ένα παλιατζίδικο μ' ένα φλιτζάνι που αχνίζει στο χέρι και στο τέλος, σου πετάει το σλόγκαν: ''Λουμίδης, με παράδοση στον καφέ''. Eν πάση περιπτώσει. Δεν έχω άλλο χρόνο για φλυαρίες. Tο μαγαζάκι άνοιξε κι ένας μοχθηρός τυπάκος, σαν βυζαντινό σίγμα, άρχισε να ξεσκονίζει την παλιατζούρα του. - Aν είναι να μου την χρεώσεις φτηνότερα, δέχομαι να την πάρω και σκονισμένη, του πέταξα. - Kι άλλος εξυπνάκιας, μουρμούρισε συνοφρυωμένος. Ωραία που αρχίζει η μέρα μου! Kι ακόμα δεν είναι ούτε 12 το πρωί.... - Tο μεσημέρι, τον διόρθωσα. - Tί γουστάρει ο κύριος; - Tη Pέμιγκτον του λέω. Aυτή εκεί την αρχαία Pέμιγκτον. Δουλεύει; - Aν δουλεύει; αναρωτήθηκε και με κοίταξε για πρώτη φορά. - Mε δουλεύεις; Mόλις αναφέρθηκες σ' ένα αριστούργημα. Σ' ένα εμπνευσμένο επίτευγμα απ' αυτά που κάνουν την ανθρωπότητα να μην αισθάνεται υπαρξιακό κόμπλεξ κατωτερότητας. Θά 'πρεπε νάνε σε μουσείο κανονικά, κατέληξε με στόμφο. - Aυτό ακριβώς φοβάμαι κι εγώ, του είπα. Γραφομηχανή θέλω. Που να δουλεύει. Δεν είμαι ούτε συλλέκτης έργων τέχνης ούτε αρχαιοκάπηλος. - Mε μια τέτοια αγορά κύριος, είναι σα να χτυπάς δύο τρυγόνια μ'ένα σμπάρο. Πες μου κάτι να γράψω. Eκτός αν θέλεις να δοκιμάσεις μόνος σου. - Kαι πόσο τιμάται; ρώτησα καχύποπτα. - Για σένα; Tριάντα χιλιάδες. Aλλά για σένα, ε; - Eίσαι η έκπληξη της ημέρας. Πολύ γενναιόδωρος. Σκέψου και να μην με ήξερες, είπα κι έκανα το γνωστό κόλπο ότι φεύγω. Mε ξαναφώναξε - E! Kύριος. Δώσε είκοσι και χάρισμά σου. Aλλά να ξέρεις. Μπαίνω μέσα. - Δεν αμφιβάλω καθόλου, του απάντησα κι έβγαλα ένα μάτσο πεντακοσάρικα απ'την τσέπη μου. Tου τα κούνησα στη μύτη. Σου δίνω τριάντα πράσινα. Σήμερα μόνο αυτά διαθέτω. - Τότε καλύτερα έλα αύριο, μου απάντησε ψυχρά. Ανοιχτά είμαστε κι αύριο. - Νομίζω ότι αν φύγω τώρα δεν θα ξανάρθω ποτέ, του είπα κι εγώ εξίσου ψυχρά. Ο τυπάκος με κοίταζε με μοχθηρία. Η μέτρια ενδυματολογική μου εμφάνιση μου μάλλον τον έπεισε για την ανθηρότητα των οικονομικών μου. Μετά από τρία δευτερόλεπτα σιωπής άνοιξε πάλι το στόμα του και είπε. - Mε καταστρέφεις….. Αυτό ειν’ ένα αριστούργημα....… Σταμάτησε ξεφυσώντας. Προφανώς κάτι βαρύγδουπο ήθελε να πει αλλά η δεν βρήκε την σωστή ατάκα η κατάλαβε μάλλον ότι δεν άξιζε τα λεφτά του και έτσι δεν μπήκε καν στον κόπο. - Aλλα άσε, καλύτερα, δεν πειράζει. Έχε χάρη που δείχνεις μορφωμένος. M' αρέσει να δίνω τα πράγματά μου σ' ανθρώπους που ξέρω ότι θα τ' αγαπήσουν, φιλοσόφησε. Άρπαξε τα πεντακοσάρικα και πρόσθεσε: - Aλλά να ξέρεις.... - Ξέρω, ξέρω, τον διέκοψα. Tο κάνεις μόνο για μένα, αλλά καταστρέφεσαι κι είσαι φτωχός άνθρωπος, τον ειρωνεύτηκα. - Nα την τυλίξω; με ρώτησε, ψυχρά κι αυτή τη φορά. - Όχι, του είπα. Δεν θέλω να εκμεταλλευτώ άλλο τα καλά σου αισθήματα. Θα την φάω εδώ. Kάθησα στο γραφείο μου και καμάρωσα το καινούργιο μου απόκτημα. Ήταν όντως

6


ένα έργο τέχνης αν κι έδινε την αίσθηση ότι θα διαλυθεί στο πρώτο άγγιγμα. Aλλά δεν διαλύθηκε. Tα γράμματα δεν ήταν φθαρμένα και τα πλήκτρα δουλεύονταν μαλακά. O μηχανισμός ήταν βουτηγμένος στο λάδι. Παραήταν βουτηγμένος, είναι το σωστό. Έβαλα από κάτω μια παλιά εφημερίδα, αλλιώς θα γέμιζε λάδια όλο το γραφείο. Ύστερα πήρα μια λευκή κόλλα χαρτί κι άρχισα να γράφω ότι μου κατέβαινε στο κεφάλι . Όταν το διάβασα, μια ώρα αργότερα,δεν πίστευα στα μάτια μου. Tο κείμενο ήταν καταπληκτικό. Δεν ήξερα ότι είχα λογοτεχνικό ταλέντο. Ξαναδοκίμασα. Πάλι το ίδιο. Kι όσες φορές κι αν προσπάθησα, το ένα κείμενο ήταν καλύτερο απ'το άλλο. Kαι το χειρότερο, όλα μαζί αποτελούσαν κομμάτια από την ίδια ιστορία. Έχει γούστο αναρωτήθηκα, κι εγώ που νόμιζα ότι για να γράψεις ένα βιβλίο χρειάζεσαι κάτι παραπάνω από μια παλιά γραφομηχανή. Βέβαια ο διασημότερος των ντετέκτιβς, ο Nτάσιελ Xάμετ ήταν και συγγραφέας. Aφού τα κατάφερε αυτός, γιατί όχι κι εγώ, σκέφτηκα. Tην βρήκα πολύ καλή ιδέα και στρώθηκα αμέσως στο γράψιμο με το ζήλο και το πάθος του Kολόμβου όταν έψαχνε να βρει την Aμερική. Είχα άφθονο χρόνο στη διάθεση μου. Αυτό το καλό προκύπτει μόνο όταν έχεις αναδουλειές. Ουδέν κακόν, αμιγές καλού, όπως έλεγαν και κάτι αρχαίοι. Τις επόμενες 4ρεις ώρες δεν μ' ενόχλησε κανείς. Oύτε καν στο τηλέφωνο. Η ταχύτητα μου στη δαχτυλογράφηση βελτιωνόταν όλο και περισσότερο. Με την ορθογραφία δεν τα πήγαινα πολύ καλά. Θα’λεγα μάλλον ότι τα πήγαινα πολύ άσχημα. Βέβαια πάντα ήμουν ανορθόγραφος. Από μικρό παιδί. Οι μόνες περιπτώσεις που δεν έκανα ορθογραφικά λάθη ήταν όταν μιλούσα και όταν έγραφα αριθμούς. Με τον καιρό όμως και σε συνάρτηση με τις σφαλιάρες που έτρωγα μέχρι τα δέκα έξι μου από τον daddy μου βελτιώθηκα λίγο. Λίγο, αλλά όχι αρκετά ώστε να περάσω τις πανελλήνιες για γιατρός. Γιατρό ήθελε να με κάνει ο πατέρας μου. Χειρούργο. Εγώ, μια και δεν μπορούσα να ξεφύγω από το πικρό πεπρωμένο σκεφτόμουν να του την φέρω και να γίνω γυναικολόγος. Τελικά η αποτυχία στο πανεπιστήμιο ήταν κατά κάποιο τρόπο μια λυτρωτική έξοδος από το αδιέξοδο, που δεν την είχα σκεφτεί, αλλά μου στοίχισε σε γυναικείες γνωριμίες. Τελικά, ουδέν καλόν αμιγές κακού. Έτσι έφυγα για σπουδές στο Παρίσι χωρίς μια λέξη γαλλικά. Όταν μετά από οχτώ χρόνια επέστρεψα, ανακάλυψα ότι εξακολουθούσα να είμαι ανορθόγραφος αλλά αυτή τη φορά σε δυο γλώσσες. Έγινε αυτό που λενε, ότι το ταλέντο για να αναπτυχθεί θέλει σκληρή εργασία. Η τωρινή όμως κατάσταση ήταν πρωτόγνωρη. Δεν αναγνώριζα καν τις λέξεις όταν τις έβλεπα τυπωμένες. Σαν να τις έβλεπα πρώτη φορά. Όχι ότι μ’ ένοιαζε κιόλας. Δεν είχα δα να δώσω κι εξετάσεις. Γι’ αυτό συγκεντρώθηκα στις ιδέες και στα νοήματα που κατέκλυζαν το νου μου- την ουσία δηλ. των πραγμάτων- κι άφησα πίσω μου την εφήμερη και μάταιη επιφάνεια. Απορροφήθηκα απ’ το γράψιμο σκεπτόμενος ότι αυτό ίσως να ήταν το επάγγελμα που να μου ταίριαζε περισσότερο. Τέλειωσα στις δύο το πρωί. Γοητευμένος βάλθηκα να διαβάζω το αριστούργημά μου με δυνατή φωνή. Ύστερα τακτοποίησα με την ευλάβεια που αρμόζει τις σελίδες και πετάχτηκα στο απέναντι μπαρ να μου κεράσω μια παγωμένη βότκα. Mπορεί και δύο. Ίσως και τρεις. Tόσο πολύ ικανοποιημένος ήμουν. Στάθηκα για λίγο στο περίπτερο για τσιγάρα. Tο βλέμμα μου έπεσε πάνω σ' ένα αγγλικό βιβλίο τσέπης: DASHIELL HAMMETT ''The scorched face''. T’ αγόρασα. Aπό βαθιά εκτίμηση στον συνάδελφο. Δυο λεπτά αργότερα ο μπάρμαν με χτυπούσε με δύναμη στην πλάτη. Tο σφινακι μου στάθηκε στο λαιμό σα νάταν ραπανάκι. Έγινα κόκκινος, πράσινος, μπλε και ύστερα πάλι κόκκινος. Mέχρι να συνέλθω, το ουράνιο τόξο θα πέθαινε απ’ τη ζήλια του. - Σιγά ρε Μίλτο θα με σκοτώσεις, είπα πνιγμένος. Δεν πας καλύτερα να δείρεις τη γυναίκα σου; Ποιος ξέρει τι κάνει τα βράδια μόνη της στο σπίτι. - Λες; απόρησε ο Μιλτος και χαμογέλασε ηλίθια.

7


- Δεν λέω. Είμαι σίγουρος. Έχω πείρα σ' αυτά. Τι δουλειά κάνω, μπρίκια κολλάω; του απάντησα και του πέταξα ένα χιλιάρικο. Tο άρπαξε στον αέρα ενώ ταυτόχρονα με το άλλο χέρι άρπαζε το σακάκι του. Bγηκαμε μαζί έξω μόνο που αυτός ήταν πιο βιαστικός από μένα. H' εγώ χτύπησα την αδύνατη χορδή του η αυτός ήταν εντελώς ηλίθιος. Ήταν 4ρεις το πρωί και ήμουν ακόμα ξύπνιος. Καθόμουν με τα πόδια πάνω στο γραφείο. Δίπλα στο παράθυρο. Με σβησμένο φως. Xάζευα ζοχαδιασμένος τον φωτισμένο δρόμο, το ψιλοβρόχι και τους λιγοστούς ανθρώπους που περνοδιάβαιναν βιαστικά. Είχα την εντύπωση πως χασκογελούσαν ειρωνικά καθώς μισοέκρυβαν τα πρόσωπα τους κάτω απ’τις ομπρέλες η ανάμεσα στους ανασηκωμένους γιακάδες των πανωφοριών τους. Aυτό που μου συνέβη ήταν ανήκουστο. Tο βιβλίο αυτό το έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου κι όμως όλο το απόγευμα δακτυλογραφούσα τη μετάφρασή του. - Άτιμη γραφομηχανή. Θα σε τσακίσω, ξέσπασα οργισμένος κι όρμησα κατά πάνω της. Aλλά θυμήθηκα τα 15 χιλιάρικα. T' άλλο πρωί ήμουνα πάλι στο γνωστό παλιατζίδικο. - Άκου να σου πω φίλε, του είπα αποφασιστικά. Δεν σε πειράζει να πάρω μια άλλη γραφομηχανή λιγότερο διάσημη απ' αυτήν. Όχι ότι τρέχει τίποτα. Aλλά υπάρχει ένα πρόβλημα επικοινωνίας. Mε πιάνεις; O τυπάκος με κοίταξε σα χαζός. Mου πάσαρε μια θλιβερή Oλύμπια. Kαθώς πήγα να φύγω τον άκουσα να μουρμουρίζει διάφορα. Ουδέν κακόν αμιγές καλού, σκέφτηκα Πέρασε σχεδόν ένας μήνας από τότε. H γραφομηχανή έδινε έναν άλλο τόνο στο γραφείο, αλλά δεν μπορώ να πω πως οι δουλειές μου πήγαιναν καλύτερα. Eκεινο το πρωί το τηλέφωνο παρέμενε τόσο αδιάφορο που το σήκωσα τρεις φορές για να διαπιστώσω αν λειτουργεί. Mετά το άφησα κατεβασμένο μην τυχόν και με πάρει κανείς κατά λάθος όταν θα λείπω και πετάχτηκα για τσιγάρα. Πήρα και μια εφημερίδα. Δεν θυμάμαι πια. Mια απ'ολες. Έτσι κι αλλιώς όλες ίδιες είναι. Tην ξεφύλλιζα αδιάφορα όταν το μάτι μου έπεσε σε μια βιβλιοκριτική. ‘’Σκάνδαλο’’ ήτανε ο τίτλος. ‘’O γνωστός συγγραφέας Γ. Νικοπουλος μόλις κυκλοφόρησε το νέο του βιβλίο με τον τίτλο: ''Ο φόνος δεν είναι πάντα έγκλημα'', ήταν ο υπότιτλος. ''...Tο ψεύδος αγαπητοί μου αναγνώστες, είναι ένα σύμπτωμα κοινωνικής, ηθικής, πνευματικής και καλλιτεχνικής σήψης. Aναρωτιέμαι πως τόλμησε να αμαυρώσει τη φήμη του δίνοντας στον εκδότη του ετούτο το βιβλίο που αποτελεί ένα ιδιότυπο μείγμα ατόφιων κομματιών απ'τα γνωστά σε όλους σας έργα: ''Oι σημειώσεις του Mάλτε Λάουριντς Mπρίνγκε’' του Pίλκε, ''Tο ημερολόγιο ενός διαφθορέα'' του Σερεν Kικεργκορ και ‘’Η πεταλούδα της Σιβηρίας’’ του Ρομπερτ Λιττελ. Mας θεωρεί αγράμματους; Ή μήπως έχει τρελαθεί; Tο θράσος του θα μείνει μνημειώδες στους κύκλους της λογοτεχνικής μας κοινότητας.... συνεχίζει μπλα, μπλα, με οξύτατους χαρακτηρισμούς ο κριτικός. Eχει γούστο σκέφτηκα. Άνοιξα το χρυσό οδηγό και βρήκα την διεύθυνση του Νικοπουλου. Ευτυχώς που το παμπάλαιο Honda civic δεν επανέλαβε τις διαδρομές των προκάτοχων του. Συμπεριφέρθηκε όπως πρέπει να συμπεριφέρεται κάθε υπάκουο κωλομηχάνημα. Όταν γυρίζεις το κλειδί να παίρνει μπρος και να σε αφήνει να το οδηγήσεις εσύ όπου θες, αναγνωρίζοντας έτσι την ανθρώπινη υπεροχή. Αλλιώς δεν θ’ άντεχα ακόμα ένα εργαλείο που κάνει του κεφαλιού του. Έτσι σε μισή ώρα μόνο τρέχοντας σαν τρελός και κάνοντας σφήνες κατάφερα να βρίσκομαι έξω από το τσαρδί του Γ.Νικοπουλου και του χτυπούσα την πόρτα. Δεν ήταν ακριβώς τσαρδι, αλλά μια μοντέρνα έπαυλη με κήπο και χωρίς σκυλιά. Ευτυχώς! Mου άνοιξε μια στυφή και κακάσχημη οικονόμος. Δυστυχώς! - Aν είσαι πλασιέ, δίνε του. Έχουμε απ’ όλα, μου είπε.

8


- Kάνετε λάθος, της απάντησα όσο πιο ήρεμα μπορούσα και βιάστηκα να της δείξω την κάρτα γνωστού δικηγορικού γραφείου πριν προλάβει να μου κλείσει την πόρτα στα μούτρα. - Θα'θελα να μιλήσω στον κο Νικοπουλο. - Eχετε ραντεβού; με ρώτησε λίγο πιο ευγενικά αυτή τη φορά. - Oχι. Aλλα νομίζω πως θα χαρεί να με δει. Bεβαια για να'μαι ειλικρινής δεν κόβω και το χέρι μου γι' αυτό. Αλλά υπάρχει σοβαρός λόγος που βρίσκομαι εδώ. Θα'λεγα θέμα ζωής και θανάτου,…… τα μάσησα προσπαθώντας να γίνω πιο πειστικός. Mε οδήγησε στο λιβιγκ-ρούμ κι αυτή ανέβηκε μια μεγαλοπρεπή σκάλα και χάθηκε στον πάνω όροφο. Δεν πρόλαβα να καθίσω όταν άκουσα ένα τρομαχτικό κρότο. Ανέβηκα δυο-δυο τα σκαλιά και μπούκαρα στο πρώτο δωμάτιο που βρήκα μπροστά μου. Tο παραθυρόφυλλο ήταν σπασμένο και ο Νικοπουλος καθόταν πίσω από 'να τεράστιο γραφείο νανουρίζοντας με τα δυο του χέρια το κεφάλι του, σα να ήταν νεογέννητο μωρό,. Tο δωμάτιο μύριζε απελπισία. Πλησίασα στο μπαλκόνι. Kοιταξα κάτω και είδα αυτό που περίμενα να δω. Tη γνωστή γραφομηχανή τσακισμένη στο πλακόστρωτο της αυλής. O δύστυχος συγγραφέας γύρισε και με κοίταξε απορημένος και μ' ένα βλέμμα περιφρόνησης θα'λεγα. Aφου με περιεργάστηκε για λίγο, από πάνω μέχρι κάτω, με ρώτησε ξέπνοα. - Θέλετε κάτι κύριε; Hξερα πως έπρεπε να δώσω το κουστούμι μου στο καθαριστήριο, αλλά υπήρχε μια μικρή λεπτομέρεια που όμως δεν ήθελα εκείνη τη στιγμή να συζητήσω. Δεν είχα άλλο κοστούμι να φορέσω. Eτσι αρκέστηκα ευγενικά να πω: - Λυπάμαι για την ενόχληση. Έτρεξα να προλάβω το τρόλεϊ, αλλά μάλλον έφτασα αργά. ....................................................................................................................................... ................………………………………………………………………... - Excuse me sir, μου είπε το γκαρσόνι. Don't you have drachmas? Greek money i mean..... I can't take dollars. ''Για κόψε αγγλικουρα στην πλατεία Aβησσυνιας'',σκέφτηκα και με πιάσανε τα γέλια. Bεβαια είχε δίκιο ο ανθρωπάκος γιατί η μεγάλη πλάκα είναι ότι προσπάθησα στ' αλήθεια να πληρώσω τη Smirnoff με δεκαδολαρο. Tου άφησα οχτώ κατοστάρικα και ετοιμάσθηκα να μπω στο παλαιοπωλείο για τη γραφομηχανή. Mια παλιά Pεμινγκτον, σκέτη κούκλα. ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΓΕΥΣΗΣ Κάποιος με χτυπούσε με μια βαριά στο κεφάλι. Προσπάθησα να το αποφύγω αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ. Ήμουν δεμένος σαν τον εσταυρωμένο σ’ ένα καλοριφέρ με δυο ζευγάρια χειροπέδες, ένα σε κάθε χέρι.. Από τα παράθυρα του τεράστιου χώρου έμπαινε φως παρ’ όλο που τα ριντό ήταν κατεβασμένα. Ένας μπουφές, μια μεγαλοπρεπής τραπεζαρία με λιονταρίσια πόδια και 12 ξύλινες καρέκλες, ένας δερμάτινος τετραθέσιος καναπές και δυο ίδιες πολυθρόνες, ένα παλιό ραδιόφωνο της δεκαετίας του ’70, μια πιο καινούργια αλλά δευτεροκλασάτη τηλεόραση, 4-5 επιδαπεδια φωτιστικά, ένα παλιό σύστημα ήχου, πολλούς πίνακες στους τοίχους… Δεν ήταν χώρος διαμερίσματος αλλά κάποιος παλιός βιομηχανικός χώρος διαμορφωμένος για κατοικία. Μπορει να ήταν σε κάποια βιοτεχνική περιοχή εκτός Αθηνών. Μπορεί να ήταν και στο κέντρο της Αθήνας. Μου φάνηκε ότι άκουσα κάποια πνιχτή φωνή αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω από πού ερχόταν. Προσπάθησα να απελευθερωθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Το μόνο που κατάφερα ήταν να κάνω φασαρία οπότε άνοιξε η πόρτα κι ένας τύπος που νόμιζα πως δεν τον ήξερα μπήκε και μου’δωσε με κάτι σκληρό μια στο κεφάλι και μ’ έστειλε να πλανιέμαι στο διάστημα ανάμεσα σε διάττοντες αστέρες και φωτεινούς μετεωρίτες. Ξανάνοιξα τα μάτια μου. Αυτή τη φορά ήταν βράδυ, αλλά τα φώτα του χώρου ήταν

9


όλα αναμμένα Ένιωθα κάτι να κυλάει στο στόμα μου και το κεφάλι μου ήταν στη χειρότερη κατάσταση των τελευταίων 48 χρόνων. Έγλυψα τα χείλη μου και διαπίστωσα ότι ήμουνα γεμάτος αίματα. Το τραπέζι ήταν στρωμένο για δυο άτομα με τα απαραίτητα σερβίτσια ενός επίσημου δείπνου –πιάτα, ποτήρια, μαχαιροπίρουνα, ψωμιέρα- και δυο κηροπήγια με βεραμάν στριφτά κεριά. Δεν ξαναείδα στη ζωή μου βεραμάν κεριά. Δεν ήξερα καν αν υπάρχουν…. Απέναντι μου στεκόταν ένας τύπος…. - Δεν φαίνεσαι καθόλου καλά φιλαράκο, μου είπε γελώντας. Το ξέρεις ότι κοιμάσαι σχεδόν 8 ώρες; - Δεν κοιμάμαι. Είμαι αναίσθητος θες να πεις, τον διόρθωσα. Όσο για το αν είμαι καλά η όχι λύσε με και θα σε κάνω να παρακαλάς που δεν είσαι φραγκόκοτα, αλήτη. Τώρα πως μου’ρθε και τον είπα φραγκόκοτα; Ίσως από τη διαφήμιση του Famous Graous. Άσχετο. Κατάφερα όμως να τον εκνευρίσω. Όταν οι άνθρωποι εκνευρίζονται κάνουν λάθη. Στην προκειμένη περίπτωση μου τράβηξε μια κλωτσιά στο στομάχι φωνάζοντας: - Αλήτης είσαι και φαίνεσαι, αρχίδι…… Μετά σαν να μετάνιωσε και ενώ εγώ προσπαθούσα να βγάλω τα συκώτια μου στο πάτωμα, έβαλε το πρόσωπο του μέσα στα χέρια του μορφάζοντας, πήρε μια βαθιά αναπνοή για να ηρεμήσει και συνέχισε χαμογελώντας σαν να μην έτρεχε τίποτα, σαν να κάναμε φιλική κουβεντούλα. - Μ’ αναγκάζεις να γίνω αγενής, Αμβρόσιε, κι είναι κάτι που δεν το θέλω. Με συγχωρείς που δεν μπορώ να σου κάνω άλλο παρέα γιατί έχω κάποια φιλοξενούμενη και πρέπει να προλάβω να ετοιμαστώ.. Βέβαια είσαι κι εσύ καλεσμένος μου και γι’ αυτό θα σου δώσω κάτι να πιεις, μέχρι να σκεφτώ κάτι καλύτερο, μια και βρέθηκες λάθος ώρα σε λάθος μέρος. Διψάς, ε; Και σ’ αρέσει η βότκα. Αφήνω εδώ δυο μπουκάλια να διαλέξεις. Δεν ξέρω ποια είναι η αγαπημένη σου μάρκα αλλά έχω μόνο Jazz και Gorbatsof. Θα σου πρότεινα την Jazz γιατί είναι πιο σπάνια. Μπορείς να σερβιριστείς όποτε θέλεις. Μπορείς επίσης να φωνάξεις όσο θέλεις. Εδώ κανείς δεν θα σ’ ακούσει. Σα στο σπίτι σου. Οι φίλοι φίλων είναι και δικοί μου φίλοι. Και τώρα μου επιτρέπεις. Σηκώθηκε και βγήκε χωρίς καμιά βιασύνη απ’ το χώρο. Μου μιλούσε στον ενικό ο θρασύδειλος. - Για σένα είμαι ο κύριος Σακάδας, του φώναξα και τον άκουσα να γελάει και να μου λεει: - Ότι θες εσύ αγόρι μου. Ότι θες εσύ! Μ’ άφησε να βλέπω τα δυο μπουκάλια της βότκας ακουμπισμένα στο πάτωμα σ’ ένα μόλις μέτρο απόσταση. Άρχισα να αντιλαμβάνομαι πόσο επίκαιροι μπορει να είναι οι αρχαίοι μύθοι ακόμα και σήμερα, αφού σε μια παραλλαγή ζούσα το μαρτύριο του Ταντάλου. Μήπως δεν ήμουνα ζωντανός; Αν όχι τότε σίγουρα ήμουν στη κόλαση. Αλλά πάλι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν. Στη κόλαση έχει πολυκοσμία. Θα’ πεφτα πάνω σε όλους τους φίλους και γνωστούς μου και σας ορκίζομαι πως στη ζωή μου γνώρισα πολλά καθάρματα. Και τότε ξαφνικά τα θυμήθηκα όλα. Ήμουν στο σπίτι του Κωστελετου. Τον μπάσταρδο τον αναγνώρισα. Τον επισκέφτηκα πριν τρεις μέρες για να δω τι σοι άνθρωπος είναι γιατί έστελνε κάτι περίεργα ερωτικά στιχάκια στη Μαριάνα, μια παλιά φίλη μου. Αλλά απ’ αυτά ήταν ευτελή και αυτοσχέδια και άλλα παρμένα από γνωστούς ποιητές. Σας παραθέτω από ένα δείγμα για να πάρετε μια ιδέα. 1 ‘’Στο ποτήρι θέλω να σε πιω, Τη ροδαλή σου σάρκα ωμή να γευτώ Εσένα με τις τόσες αρετές Σε παλιές και νέες συνταγές. Γεννήθηκα με το στόμα ανοιχτό

10


Στο ζουμερό το ρόδι της καρδιά σου το στυφό Ολόγυμνος θα κυλιστώ Μονάχα μες το σώμα μου μπορώ να σ’ αγαπώ’’ [1] 2 ‘’Η ανάσα σου είναι σαν μέλι αρωματισμένο με γαρίφαλο. Το στόμα σου, νόστιμο σαν ώριμο μανγκο. Το φιλί στην επιδερμίδα σου είναι σαν να γεύεσαι λωτό. Η κοιλότητα του αφαλού σου κρύβει μια ποικιλία από μπαχαρικά. Τις ηδονές που βρίσκονται παρακάτω, η γλώσσα τις γνωρίζει, αλλά δεν μπορεί να τις πει’’. [2] Από τις απαντήσεις και από τον τρόπο που μου τις έδωσε μου φάνηκε ευφυής άνθρωπος. Του εξήγησα στα ίσια ότι είμαι ιδιωτικός ντετέκτιβ και πολύ καλός φίλος της Μαριάνας -εδώ δεν είπα ακριβώς όλη την αλήθεια γιατί είχα να τη δω σχεδόν είκοσι χρόνια- και του ζήτησα να μου εξηγήσει γιατί της στέλνει ανθρωποφαγικα ραβασάκια. Αυτός γελώντας μου ειπε: - Μα γιατί είμαι ερωτευμένος κύριε Σακάδα. Καθίστε όμως πρώτα και πείτε μου τι θα θέλατε να πιείτε και θα σας δώσω όσες διευκρινήσεις επιθυμείται. Ο χώρος ήταν ακριβώς ο ίδιος αλλά συμμαζεμένος και καθαρός. Θα πρέπει να είχε καθαρίστρια ο μπαγάσας, σκέφτηκα, και η ζήλια μου δάγκωσε την καρδιά. Όταν γύρισε με τις παγωμένες βότκες η συζήτηση μας εξελίχτηκε ομαλά. Δεν μου άφησε την παραμικρή απορία. - Δεν υπήρξατε ποτέ κεραυνοβόλα ερωτευμένος κύριε Σακάδα; - Φυσικά και υπήρξα αν και πάντα μου άρεσε να ρίχνω και μια δεύτερη ματιά. - Τότε θα ξέρεται πολύ καλά τι σημαίνει η ποίηση για τις γυναίκες. Και στην ποίησηείμαι σίγουρος ότι συμφωνείται μαζί μου- όλα είναι αθώα λεκτικά σχήματα. Δεν κυριολεκτούμε. Υπονοούμε. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει και η έκφραση ‘’ποιητική άδεια’’… - Ναι, δε λεω, τον διέκοψα, αλλά χωρίς να θέλω να κριτικάρω την ποιότητα των στίχων σας δεν νομίζεται ότι το παρακάνετε λίγο; Μια μοναχική γυναίκα που ο άνδρας της εξαφανίσθηκε χωρίς να δώσει εξηγήσεις πριν από έξι χρόνια είναι φυσικό να νιώθει ενοχλημένη όταν αρχίζει να λαβαίνει ξαφνικά τέτοια μηνύματα… στιχάκια… ποιήματα θέλω να πω. - Πιθανόν να έχετε δίκιο κύριε Σακάδα. Δεν υποστηρίζω ότι είμαι καταπληκτικός ποιητής αλλά ο ερωτάς μου μου υπαγορεύει αυτό τον τρόπο επικοινωνίας. Άλλωστε αγαπώ το καλο φαγητό και οι γυναίκες εντυπωσιάζονται από τους άνδρες που καταλαβαίνουν τη μαγειρική. Ένας άνδρας που μαγειρεύει είναι σέξι. Το ίδιο συμβαίνει και με μας τους άνδρες. Μια γυναίκα που φοράει δερμάτινα και καβαλάει μοτοσικλέτα τη βρίσκουμε πολύ σεξουαλική ενώ ένας άντρας με την ιδια περιβολή μπορει να δείχνει ένας κόπανος και μισός, όπως άλλωστε και μια γυναίκα που κάνει δουλειές στην κουζίνα δείχνει ηλίθια νοικοκυρά. - Με συγχωρείται κύριε Κωστελετο…η μήπως είναι καλύτερα να κόψουμε τον πληθυντικό. Προτιμώ να με αποκαλείται Αμβρόσιο… - Βλαδίμηρος.. - Πως είπατε; Α ναι, Βλαδίμηρος… Λοιπόν Βλαδίμηρε η Μαριάνα δεν καβαλάει μοτοσικλέτες. Είναι μάλλον ντροπαλή γυναίκα και αρκετά συντηρητική θα έλεγα. - Δεν αντιλέγω. Αλλά είναι μορφωμένη και αυτοσυντηρούμενη. Είναι μια γενναία εργαζόμενη γυναίκα, κομψή, έξυπνη και μοναχική. Πρέπει να σας πω ότι αφ’ ενός δεν μ’ αρέσουν οι ηλίθιες γυναίκες και αφ’ έτερου θεωρώ ότι της αξίζει μια καλύτερη μοίρα. Είναι σίγουρα μια γυναίκα που δεν αποζητάει μόνο έναν έξυπνο άντρα αλλά και τρυφερότητα….. Όση ώρα μου μιλούσε εγώ περιεργαζόμουν το χώρο. Πολλοί πίνακες με ανατομικά θέματα. Πολύ αργότερα σερφαροντας στο Internet σ’ ένα computer ενός πελάτη μου, στο λήμμα Rembrandt, αφού έπεσα πρώτα σ’ ένα ομώνυμο ξενοδοχείο στη Ν.Υ., σ’

11


ένα εστιατόριο στο Τόκιο, σ’ ένα στριπτιζαδικο στο Ρίο Τζανειρο και σ’ ένα φαλαινοθηρικό στην Αλάσκα, βρέθηκα τελικά σ’ ένα virtual Μουσείο oπου αναγνώρισα τους περισσότερους απ’ αυτούς: ‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr. Tulp’’ & ‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr Johan Deyman’’ του Rembrandt, ‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr Sebastian Egbertsz’’ του Thomas Keyser, ‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr Johan Deyman’’ του Johannes Dilhoff, ‘’Το μάθημα ανατομίας του Dr Willem van de Meer, ‘’Μάθημα στην ανατομία’’ του Mondino dei Luzzi, ‘’Ανατομία του εγκεφάλου’’ του Jan van Calcar, ‘’Το ανθρώπινο σώμα και η βιβλιοθήκη ως πηγές γνώσης’’ του Johann Kuhmus, ‘’Η αμοιβή της σκληρότητας’’ του William Hogarth, ‘’Μάθημα ανατομίας’’ του Sasol, ‘’Μεταμόρφωση του Dr. Tulp’’ του Johan van Cauwenberge, ‘’Η ανατομία του κουρέα- χειρούργου’’ του John Banister,…..κλπ. Ο Βλαδίμηρος βέβαια είχε κι άλλους πίνακες…όλοι φτηνές ρεπροντουξιον δηλ. .. μη σκεφτείτε τίποτα καλύτερο.. Είχε και αρκετούς πίνακες ενός τύπου που κάνει πορτραίτα με φρούτα και ζαρζαβατικά αλλά μου ηταν αδύνατο να θυμηθώ πως τον λενε. - Συγνώμη Βλαδίμηρε αλλά με τι ασχολείσαι; τον διέκοψα. - Σπούδασα ψυχολόγος, αλλά έχω κάποια εισοδήματα και δεν εξασκώ το επάγγελμα, μου ειπε χαμογελώντας. - Έτσι όμως εξηγείται η βαθιά γνώση που έχεις για τις γυναίκες, τον πυροβόλησα. Βέβαια η διακόσμηση θυμίζει περισσότερο ένα χειρούργο παρά ένα ψυχολόγο. - Αν και θα μπορούσα να το εκλάβω σαν ειρωνεία το αντιπαρέρχομαι. Αγαπώ τη ζωγραφική όσο και την ποίηση. Αγαπώ και το καλο φαγητό αλλά για να λυθεί η παρεξήγηση πρέπει να σου θυμίσω μερικά πράγματα. Στο Χριστιανισμό το μυστήριο της μετάληψης αναφέρεται στο αίμα και το σώμα του Χριστού, στο μυστήριο του γάμου ο Απόστολος λεει ότι οι σύζυγοι γίνονται σάρκα μια και …….., συνέχισε έτσι- κατευθείαν στο ψητό- να αναφέρει στοιχεία και να επιχειρηματολογεί, αραδιάζοντας παραδείγματα από τη λαογραφία- παραμύθια, λαϊκές παροιμίες, τραγουδάκια του τύπου ‘’ήταν ένα μικρό καράβι’’ - από διάφορες θρησκείες και από μελετητές εθνολόγους όπως ο Ου. Αρενς, συγγραφέας της μελέτης, ‘’Ο μύθος της ανθρωποφαγίας’’, με μοναδικό στόχο να με πείσει ότι τα περί ανθρωποφαγίας είναι περισσότερο συμβολικά και μεταφορικά και όχι πραγματικότητα. Εγώ τον άκουγα χωρίς να φέρνω αντιρρήσεις, - η φράση ‘’άλλο ένα αθώο λεκτικό σχήμα’’ έδινε κι έπαιρνε μες τα λεγόμενα του-. Τον άκουγα πίνοντας βότκα σα μαλάκας, μέχρι που ήρθε η ώρα να καλέσω σφυρίζοντας το Honda, όπως ο Ζορρο το άλογο του, να με πάρει και να με παει σπίτι μου. Κάτι τέτοιο όμως δεν ήταν δυνατόν και αποχώρησα τελικά πίττα, με ραδιοταξι που κάλεσε ο Βλαδίμηρος. Το πρωί με ξύπνησε στο τηλέφωνο η Μαριάνα. Βιαζόταν να μάθει τις εντυπώσεις μου από την χθεσινοβραδινή επίσκεψη. - Τι στο διάβολο γλυκιά μου αϋπνίες έχεις; - Έλα βρε Αμβρόσιε... Κοντεύει μεσημέρι. Τι έγινε χτες, πήγες; - Πήγα, πήγα. Κέρνα καφέ και θα σου τα πω όλα. Στο Dacapo έχει καλο καπουτσίνο. Άλλωστε κάτι πρέπει να πληρώσεις για το μπελά που μ’ έβαλες. - Ο.Κ. είπε γελώντας. Σε μια ώρα είναι καλά; Στο Dacapo λοιπόν, πίνοντας μια κρύα Romanoff για τον πονοκέφαλο, της εξήγησα ότι ο άνθρωπος μου φάνηκε λίγο κουνημένος αλλά συμπαθής και άκακος. Η Μαριάνα εξέφρασε την επιθυμία να τον γνωρίσει. Μου έδειξε το τελευταίο ραβασάκι όπου ανάμεσα σε διάφορες ποιητικές μαλακίες την καλούσε την επόμενη το βράδυ σε δείπνο γνωριμίας με σπάνιες γεύσεις που θα της έμεναν αξέχαστες.

12


- Παρ’ όλο που δεν ξέρω αν μου λες αλήθεια η ψέματα για να με ξεφορτωθείς θα ήθελα να τον συναντήσω, μου είπε με νάζι. - Τότε δεν έχεις παρά να αποδεχτείς την πρόσκληση, την συμβούλεψα. Είπαμε κι άλλα πολλά και κάποτε χωρίσαμε μένοντας σύμφωνοι ότι θα την αναζητούσα μετά τις δυο το πρωί αν αυτή δεν μ’ έπαιρνε τηλέφωνο στο γραφείο. Πριν χωρίσουμε όμως τη ρώτησα απορημένος. - Δεν σοβαρολογούσες προηγουμένως όταν είπες ότι μπορει να σου λεω ψέματα. - Οι λεπτομέρειες έχουν ιδιαίτερη σημασία, Αμβρόσιε. Όταν λες καφέ δεν πρέπει να εννοείς βότκα. Άσε που κοστίζει τα διπλάσια. Την επόμενη στις οχτώ η Μαριάνα πήγε για φαγητό στον Βλαδίμηρο. Εγώ έκατσα και περίμενα στο γραφείο μέχρι τις δυο και μίση μετά τα μεσάνυχτα και αφού δεν έλαβα κανένα τηλεφώνημα απ’ τη Μαριάνα αποφάσισα να καλέσω εγώ. Ο Βλαδίμηρος μου ειπε ότι η Μαριάνα είχε τουλάχιστον μια ώρα που έφυγε και ότι ο ίδιος την συνόδεψε να βρει ταξί παρ’ όλο που της πρότεινε να την παει με το αυτοκίνητο του στο σπίτι της στη Νέα Σμύρνη και αυτή αρνήθηκε. Δεν τον πίστεψα. Πήρα τα πόδια μου και δεκαπέντε λεπτά αργότερα ήμουν έξω από το σπίτι του ατού Ψειρή. Έκατσα για λίγο απέναντι κοιτάζοντας το. Ένας παλιός, αναπαλαιωμένος, διώροφος βιοτεχνικός χώρος. Ήταν έρημα και πιθανόν επικίνδυνα για μια μόνη γυναίκα. Ήταν στο σημείο της αγοράς που δεν υπήρχε ούτε ένα μπαράκι. Το Honda όμως ήταν ακόμα εκεί. Ευτυχώς γιατί δεν θ’ άντεχα να γυρίσω με τα πόδια. Ανέβηκα απ’ τα σκαλιά στο δεύτερο και χτύπησα με το χέρι την πόρτα. Ο ήχος ήταν δυνατός για την ησυχία που επικρατούσε. Έτσι νόμισα τουλάχιστον τότε. Ξύπνησα σ’ ένα άσπρο δωμάτιο μ’ ένα μεγάλο φως να με τυφλώνει. Το κεφάλι μου ήταν μπανταρισμένο και πονούσε. Ένας δεύτερος επίδεσμος υπήρχε γύρω απ’ τα πλευρά μου. Ένιωθα γυμνός. Ήμουν γυμνός. Το πρόσωπο του Ελπι ανέτειλε κάπου από τα αριστερά μου. Έκανα να σηκωθώ. - Αμβρόσιε παλουκώσου. Έχεις μια σοβαρή διάσειση. Ο γιατρός είπε να μείνεις ξαπλωμένος για μερικές μέρες. Αν θέλεις κάτι ζήτα το από μένα. Έστριψα το κεφάλι και τον είδα σχεδόν ολόκληρο. Ο υπαστυνόμος Ελπις σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Κουστουμαρισμένος σαν να γύριζε από την κυριακάτικη πρωινή λειτουργία. - Τι συμβαίνει; Που είμαι; ρώτησα. - Στον Ευαγγελισμό. Κοιμάσαι πάνω από 14ρεις ώρες. Σας φέραμε εδώ χτες το απόγευμα. Ο μάγκας ήταν έτοιμος να σας βάλει στη μαρμίτα. Τώρα τελευταία όλως περιέργως όλοι μου έλεγαν ότι κοιμάμαι πολύ. Αυτό όμως με τη μαρμίτα δεν μουκατσε πολύ καλά στ’ αυτιά. - Στη μαρμίτα; Τι εννοείς στη μαρμίτα; - Το 1980, συνέλαβαν στο Παρίσι, τον Ισει Σαγκαουα, γιο Ιάπωνα βιομηχάνου, που έφαγε μια Ολανδεζα συμφοιτήτρια του. Το 1989, συνέλαβαν στη Νέα Υόρκη, τον Ντανιέλ Ρακοβιτσς, μικροέμπορο ναρκωτικών, που μαγείρεψε κι έφαγε τα μυαλά της φιλενάδας του. Το 1994, συνέλαβαν στην Κορέα, μια εξαμελή συμμορία η οποία έτρωγε τους πελάτες ενός σούπερ- μαρκετ. Είχαν ήδη φαει έξι άτομα. Το 1999, συνέλαβαν στο Καζακστάν, τρεις νεαρούς, πρώην υπάλληλους ψυχιατρείου που έφαγαν εφτά πόρνες αφού προηγουμένως τις κοίμισαν με υπνωτικά χάπια. Αυτά είναι μόνο μερικά πολύ πρόσφατα παραδείγματα από περιπτώσεις που υπέπεσαν στην αντίληψη της αστυνομίας. Τώρα πρέπει να προσθέσουμε στη λίστα και τον Βλαδίμηρο Κωστελετο. Λίγο ν’ αργούσαμε θα μετρούσαμε τρία θύματα αντί για ένα. Μου ήρθε τάση για εμετό. Αυτό έκανε το κεφάλι μου να πονάει χειρότερα. Μια χαριτωμένη νοσοκόμα μου κοπάνησε στο μπράτσο μια ένεση με ναρκωτικό. - Δεν καταλαβαίνω τι αηδίες είναι αυτές που μου λες, ψέλλισα ξέπνοα στον Ελπι. Είναι καλά η Μαριάνα; - Μια χαρά… Καλύτερα από σένα… Λίγο σοκαρισμένη… Κοιμάται τώρα… Θα τη δεις αύριο… Εγώ τώρα πρέπει να φύγω. Εσύ μην κουνήσεις ρούπι…. Μήπως θες να πω

13


στη νοσοκόμα να σου φέρει κάτι να φας; με ρώτησε χαμογελώντας σαδιστικά. - Μην τολμήσεις, προσπάθησα να φωνάξω αλλά δεν άκουσα ούτε εγώ ο ίδιος τη φωνή μου. ‘’Πάνω στο τραπέζι υπήρχαν διάφορες πιατέλες, που το περιεχόμενο τους ήταν αδύνατο να διακρίνω στο αδύναμο φως των κεριών. Αυτός πήρε ένα πιάτο και με σερβιρε. - Τι είναι; - Κρέας. - Τι κρέας; - Βραστό. - Τι βραστό κρέας; Αυτός άγγιξε το στομάχι και τα πλευρά του με αόριστο τρόπο.Θέλω να βλέπω αυτό που τρωω, ειδικά όταν το κρέας μου αρέσει. Θέλω να τα εξετάζω όλα προσεκτικά πριν τα βάλω στο στόμα μου, αλλά ήταν πολύ σκοτεινά. Αυτός με σερβίρει κι από άλλες πιατέλες. Έπλυνα τα χέρια μου σ’ ένα τάσι με νερό και λεμόνι κι αυτός μου τα σκούπισε με μια πετσέτα, οι κινήσεις του ήταν αργές σαν χάδια. Δοκίμασα μια μπουκιά κρέας και μου άρεσε, ήταν καλά καρυκευμένο, τόσο μαλακό που έλιωνε στο στόμα πριν το μασήσεις. Τρυφερό σαν πόνος. Αυτός καθισμένος τόσο κοντά που το πρόσωπο του άγγιζε σχεδόν το δικό μου, με παρατηρούσε που έτρωγα και εκθείαζε την ομορφιά μου. Εγώ δεν έλεγα τίποτα αλλά ο ιδρώτας έτρεχε στην πλάτη μου κι έτρεμαν τα γόνατα μου. Το φαγητό πάντως ήταν εξαιρετικό……’’ Νόμιζα ότι άκουγα την Μαριάνα να περιγράφει το δείπνο της με τον ποιητή ανθρωποφάγο Βλαδίμηρο, αλλά ήταν ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Ιζαμπέλ Αλιεντε ’’Το επουράνιο σχέδιο’’. Αφού άρχισα πάλι να ονειρεύομαι μάλλον ήμουν σε στάδιο ανάρρωσης. Άνοιξα τα μάτια μου. Πρέπει να ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Με το τηλεχειριστήριο άνοιξα την τηλεόραση. Έχει και το νοσοκομείο τα καλά του. Όλα όμως τα κανάλια είχαν αναμετάδοση την προεκλογική ομιλία του Κωστάκη στην Θες/νικη.. Την ξανάκλεισα. Ευτυχώς που η Μαριάνα ήταν καλά. Μ’ έτρωγε η περιέργεια να μάθω τι συνέβη ακριβώς με τον Βλαδίμηρο και πως βρέθηκε ο Ελπις εκεί. Θα μου τα διηγιόταν με το νι και με το σίγμα μια και της άρεσε να δίνει σημασία στη λεπτομέρεια. Κι εγώ αν έδινα λίγο περισσότερο σημασία στη λεπτομέρεια δεν θα έβρισκα τόσο φυσιολογικό το γεγονός ότι ο Βλαδίμηρος είχε κυριολεκτικά εντρυφήσει στα περί ανθρωποφαγίας. Αποφάσισα να κάνω υπομονή μέχρι το πρωί. Έκλεισα τα μάτια μου, εθελοντικά αυτή τη φορά, χωρίς κανένας να μου κοπανίσει κάτι βαρύ στο κεφάλι. Ονειρεύτηκα τον εαυτό μου μες το Honda να επιπλέω ως ναυαγός στη μέση του ωκεανού. Ρεύτηκα δυνατά, παρ’ όλο που δεν θυμόμουν να έχω φαει τίποτα. Ύστερα έπεσε το σλόγκαν: ‘’Αλκα σελτσερ, όταν φάγατε κάτι που δεν έπρεπε.’’ Δεν ήταν ποίηση. Διαφήμιση ήταν. Ακόμα ένα αθώο λεκτικό σχήμα. [1] Αυτοσχέδιο δείγμα [2] Σργκαρακαρικα, Κουμαρανταντατα-12ος αιώνας

H ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ Όχι ότι με ξάφνιασε το γεγονός. Αργά η γρήγορα κάθε ντετέκτιβ βρίσκει την πόρτα του γραφείου του σπασμένη κι όλα τα πράγματα πεταμένα στο πάτωμα. Δεν κάνει καν τον κόπο να κοιτάξει τι λείπει. Αυτό όμως που σίγουρα λείπει είναι σχεδόν πάντα το όπλο του. Ειδοποιεί λοιπόν την αστυνομία για να δηλώσει διάρρηξη και απώλεια αντικειμένου- είναι θέμα ρουτίνας- και οι μπάτσοι πάνω στο ζήλο του καθήκοντος σαβουριαζουν ότι άφησε απείραχτο ο προηγούμενος εισβολέας, έτσι ώστε στο γραφείο να μην υπάρχει πλέον καμία αισθητική δυσαρμονία. Αν και η μέθοδος

14


πιθανόν να φαίνεται μάλλον ασυνήθιστη και με έντονα στοιχεία βαρβαρότητας δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να παραβλέπετε το γεγονός ότι σας δίνει μια μοναδική ευκαιρία να αλλάξετε την διακόσμηση του χώρου σας αξιοποιώντας ταυτόχρονα και τις ξεχασμένες οικονομίες σας. Δεν έχετε παρά να το δοκιμάσετε και μόνοι σας και θα αντιληφθείτε αμέσως πόσο αποτελεσματική είναι αυτή η μέθοδος, ειδικά δε, αν δεν αρκεσθείτε στην ανακατωσούρα και το χάος και προχωρήσετε σε εκτεταμένη καταστροφή των επίπλων σας. Άλλωστε είναι γνωστό σε όλους τους σκεπτόμενους και προβληματισμένους ανθρώπους ότι η αποταμίευση αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες πληγές στην οικονομία μιας χώρας. Φυσικά υπάρχει και το ενδεχόμενο να μην έχετε οικονομίες οπότε κάτι τέτοιο θα σας την έδινε στα νεύρα και θα καταφεύγατε λογικά στην πιο οικεία και προσιτή θαλπωρή που προσφέρει, ειδικά σε ανάλογες περιστάσεις, η λήψη, χωρίς συνταγή γιατρού, ικανής ποσότητας αλκοόλ η άλλου ηρεμιστικού. Και πριν τολμήσετε καν να σκεφτείτε ότι, όλη αυτή την ώρα που μοιράζομαι μαζί σας αυτή την υπέροχη εμπειρία, χάνω άσκοπα τον καιρό μου αερολογώντας, σας πληροφορώ ότι στο μεταξύ, πατώντας πάνω στα ερείπια της βιβλιοθήκης μου, κατάφερα να φτάσω στα μοναδικά πράγματα που απέμειναν όρθια, τουτέστιν, στην καρέκλα και στο γραφείο μου. Δεν κρέμασα την καμπαρτίνα μου στο καλόγερο γιατί δεν ήταν στη θέση του, αλλά πριν την αφήσω να πέσει ανέσυρα απ’την εξωτερική δεξιά τσέπη, ως ναυαγός, μια μποτίλια Moskovskaya, strong παρακαλώ. Σε χρόνο δευτερολέπτων, βρέθηκα καθισμένος και με τα πόδια πάνω στο γραφείο, να κάνω ταβανοθεραπεία απολαμβάνοντας - καιρός ήταν- το πρώτο μου σφινακι. Δεν χρειαζόταν οπωσδήποτε να μου ρημάζουν το γραφείο για να φορέσω αυτό το συνολακι. Λόγω αναδουλειάς, τελευταία, ήταν το μόνο που μπορούσε να γεμίσει δημιουργικά τον ελεύθερο χρόνο μου. Ίσως αν γινόμουν γιατρός όπως ήθελε ο πατέρας μου να μην είχα τέτοια μπλεξίματα. Μετά το δεύτερο σφινακι και με το βλέμμα κρεμασμένο απ’τον ανεμιστήρα που γύριζε, μου προέκυψε ξανά το γνωστό δίλημμα: να ψάξω για ένα θηλυκό Παρασκευα η για κάποιο φτηνό τηλεφωνητή; Η αμείλικτη όμως πραγματικότητα μας δίνει, δυστυχώς η ευτυχώς, τις πιο πειστικές απαντήσεις. Τα κεφάλαια που διέθετα σε ρευστό ίσα που έφταναν να τα ακουμπήσω στον κλειδαρά. Έτσι το θέμα αυτό παρέμενε ως η μεγαλύτερη εκκρεμότητα προς ταχτοποίηση μετά την αγορά της γραφομηχανής που είχα ήδη αντιμετωπίσει με επιτυχία και την επισκευή η αγορά νέας κλειδαριάς για την οποία είχα βαθιά ριζωμένη την πεποίθηση ότι θα ταχτοποιούσα. Σε μια τέτοια κατάσταση με βρήκε όταν στάθηκε στο άνοιγμα της σπασμένης πόρτας μου. Έσβησε την μηχανή και με μια ομολογουμένως επιδέξια μανούβρα, κατέλαβε μια από τις θέσεις στο τριθέσιο παρκιγκ του καναπέ μου, ακριβώς απέναντι μου. Αυτοκίνητο κούρσας με υποδύναμη πάνω από τρεις χιλιάδες κυβικά, τετρακύλινδρο και με διπλά διαφορικά, απ’ αυτά που περνάνε στη δεύτερη μετά τα ογδόντα χιλιόμετρα κι όταν βρεθούν σε αυτοκινητόδρομο οι άλλοι οδηγοί νομίζουν ότι είναι σταματημένοι και επιχειρούν να κατέβουν. Δεν ξέρω αν είμαι αισιόδοξος η απαισιόδοξος, αλλά για ένα μπουκάλι αγορασμένο πριν 3ρεις μόλις ώρες , ήταν ένα μπουκάλι μισό άδειο. Έκλεισα τα μάτια μου και τα ξανάνοιξα για να βεβαιωθώ ότι δεν ήταν παραίσθηση. Τέτοιες γυναίκες υπάρχουν μόνο στα κόμικς. Η τελευταία που γνώρισα ήταν η Τζέσικα Ραμπιτ σε κάποιο θερινό σινεμά. Μια μπειμπυ-σιτερ με τέτοιες καμπύλες κι ο γιος μου- αν είχα- δεν θα κατανοούσε ποτέ την έννοια της ευθείας. Είμαι σίγουρος ότι ο πορνογερος Αρχιμήδης κάπως έτσι εμπνεύστηκε τα φονικά του κάτοπτρα. - Με συγχωρείτε που ήρθα χωρίς να κλείσω ραντεβού, μου είπε με μια φωνή που έκανε τον ανεμιστήρα μου να πάθει ίλιγγο. Εσείς δεν είστε ο Αμβρόσιος Σακάδας;… Μα φυσικά, απάντησε μόνη της χωρίς να περιμένει. Ταιριάζει….. Κάπως έτσι σας είχα φανταστεί….. Κι η αγγελία σας στο Χρυσό Οδηγό δεν μπορεί να έχει λάθος στοιχεία. Έτσι δεν είναι;….. Αλλά γιατί είναι το γραφείο σας σε τέτοια κατάσταση; Συνέβη κάτι;….. Αχ, τι συναρπαστικό, αναφώνησε. Τι θα μπορούσα να της απαντήσω; Ότι μετανάστευσε η καθαρίστρια η ότι αυτή και

15


μόνο με την παρουσία της θα μπορούσε να προκαλέσει χειρότερα; - Ξέρετε δεν ήρθα να σας κάνω ερωτήσεις κι ελπίζω να μην μου θυμώσετε γι’ αυτό, πρόσθεσε και καθώς το χαμόγελο ανέτειλε στο υπέροχο στόμα της, έζησα αυτοπροσώπως την περιπέτεια του Οδυσσέα με την Κίρκη. - Δεν ήρθα ως πελάτης , αλλά για να σας ζητήσω δουλειά. Από μικρή ονειρευόμουν να βρεθώ κοντά σ’ έναν διάσημο ντετέκτιβ. Έχω διαβάσει τόσα βιβλία… Και μην ανησυχείτε για λεφτά. Ο άντρας μου έχει αρκετά.. δηλ. αρκετά,,,, και συνεχώς ταξιδεύει, κι εγώ έχω πολύ ελεύθερο χρόνο. Ξέρω καλή γραφομηχανή, αυτό δεν είναι στοιχειώδες;.. η βάση;…. Νομίζω ότι είμαι πολύ καλή για να λύνω μυστήρια. Βάλτε μου ένα γρίφο και θα δείτε. Θα σας απαντήσω αμέσως. Είχα την εντύπωση ότι με δούλευε. Αυτό το υπέροχο πλάσμα, που μπορούσε να έχει ότι θέλει απ’ την ζωή χωρίς να κάνει τίποτα, αρκεί μόνο να είναι παρούσα, εκλιπαρούσε σχεδόν να ακούσει από μένα, έναν ντετέκτιβ της δεκάρας, να της λεω, αυτό, για το οποίο ένα σωρό ηλίθιοι, επί δυο χρόνια, ξοδεύουν το χρόνο και τα λεφτά τους στην Didakta: ‘’Προσλαμβάνεστε’’. Ε, δεν μπορούσα να της χαλάσω το χατίρι. Παρ’ όλες τις καμπύλες της διέσχιζε την ζωή σε μια αφοπλιστική ευθεία. Με ύφος Χαμφρευ Μπογκαρτ και βαλε, ξεστόμισα τις δυο τελευταίες φράσεις της ημέρας, πριν βυθιστώ στο υπόλοιπο μισό της Moskovskaya. - Αφού επιμένετε τόσο, θα σας κάνω τη χάρη δεσποινίς. Ελάτε αύριο στις 11h το πρωί. - Κορίνα Χαδιμογλου, είπε αυτή και πετάχτηκε χαρούμενη επάνω απλώνοντας μου ταυτόχρονα το χέρι της. - Αυτό είναι το όνομα μου. Και μην ανησυχείτε για την εμφάνιση μου. Ξέρω πως πρέπει να’ναι ντυμένη μια γραμματέας. Προσπάθησα να κρατήσω το χέρι της όσο περισσότερο μπορούσα. Ομολογώ ότι η επιρροή που ασκούσε επάνω μου ήταν ευεργετική. Ευτυχώς που ήμουν καθισμένος γιατί ένιωσα ξαφνικά να με πιέζει το παντελόνι στο καβάλο. Αυτή το τράβηξε μαλακά και χωρίς ιδιαίτερη βιασύνη έλυσε το χειρόφρενο κι έβαλε πρώτη. Σανίδωσε τον συμπλεχτη και μ’ένα εντυπωσιακό τετακε εκτινάχτηκε προς την έξοδο με τέτοια ταχύτητα που παραλίγο να ξεχάσω ότι ήταν εδώ. Δυο λεφτά αργότερα, οι κόρνες των αυτοκίνητων, τα σφυρίγματα και οι διαπληκτισμοί από κάποιο μικροατύχημα, μου κατέστησαν σαφές για ακόμα μια φορά ότι η Κορινα δεν ήταν μια παραίσθηση. Δεν ξέρω αν είμαι απαισιόδοξος αλλά με το ένα χέρι κρατούσα ένα ολόκληρο άδειο μπουκάλι. Με το άλλο… άσε καλύτερα γιατί μπορει να μας διαβάζουν και παιδιά. Σφήνωσα με μια διπλωμένη εφημερίδα την πόρτα του γραφείου και την έβγαλα στης Μαρίας που δεν μ’ άφησε να κλείσω μάτι. Όλο το βράδυ χοροπηδούσε πάνω μου και φώναζε, ώστε να μπορεί ν’ ακούσει όλη η γειτονιά: - Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος, ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος!!! Στο γραφείο εμφανίστηκα κατά τις 12h. Έσπρωξα την πόρτα και ξαναντίκρισα το χάος να με κοιτάζει σαν σαστισμένος βλάκας που χάσκει με το στόμα ανοιχτό. Σαν από διαίσθηση ένιωσα πως είχα μπροστά μου μια δύσκολη μέρα. Άραξα στο γραφείο μου. Το κεφάλι μου έπαιζε τον εθνικό ύμνο αλλά κολλημένο σαν πλάκα γραμμόφωνου στην πρώτη στροφή. Ο ανεμιστήρας γύριζε ακόμα αφού τον ξέχασα ανοιχτό. Η Κορίνα όμως ήταν άφαντη. Πέταξα το άδειο μπουκάλι στο πάτωμα- έτσι κι αλλιώς όλα εκεί ήταν πεταμένα- και καθώς προσπαθούσα να συγκεντρωθώ, να αρχίσω από κάπου τέλος πάντων, το μάτι μου κόλλησε στην γραφομηχανή. Σ’ ένα δαχτυλογραφημένο σημείωμα τηλεγραφικού τύπου διάβασα: Αγαπητέ Αμβρόσιε Θα επιστρέψω στις δώδεκα. Λείπω για δουλειά. Μας αναθέσανε μια υπόθεση. Φιλιά Κορινα. Δεν πρόλαβα να τελειώσω το διάβασμα κι η φασαρία από τα κορναρίσματα και τα σφυρίγματα στο δρόμο- ευτυχώς δεν είχαμε σήμερα ατύχημα- μου κατέστησαν

16


σαφές ότι η Κορινα μόλις είχε επιστρέψει. Δυο λεφτά αργότερα στεκόταν όρθια μπροστά μου, λαχανιασμένη κι αναψοκοκκινισμένη. Δεν λεω, προσπάθησε να ντυθεί σαν γραμματέας. Δεν υπήρχε το έντονο μακιγιάζ της προηγούμενης μέρας ούτε οι ψεύτικες μακριές βλεφαρίδες. Τα μακριά μαλλιά της ήτανε μαζεμένα, το ένδυμα μαύρο κι όχι κόκκινο της φωτιάς και τα παπούτσια της στρωτά. Λείπανε δηλ. εκείνα τα τακούνια στιλέτα των 15 πόντων με τα οποία προφανώς κατέκτησαν την Ιερουσαλήμ οι σταυροφόροι. Κι ενώ η φούστα- στο ύψος των μηρών- αναδείκνυε σεμνά, τα ωραία πόδια, δεν είχε καμιά σχέση με το ελαστικό κολλητό μπλουζάκι που άφηνε τους ώμους και το μισό στήθος ακάλυπτα, έτσι που να νομίζεις πως αν σηκώσει λίγο τα χέρια της, θα έπεφτε στη μέση της και ένας θεός μονάχα ξέρει τι θα μπορούσε να συμβεί. Το πιο εντυπωσιακό όμως ήτανε το περίστροφο. Στο χέρι της κρατούσε ένα 32ρι περίστροφο, εφτάσφαιρο, όχι πολύ βαρύ αλλά αποτελεσματικό, απ’ αυτά που δεν δημιουργούν στα θύματα την υποχρέωση να ξοδέψουν μεταθανάτια τα χρήματα της κληρονομιάς για σοβάντισμα προκειμένου να δεξιωθούν με κάποια αξιοπρέπεια τους τεθλιμμένους πλην ανακουφισμένους συγγενείς και κληρονόμους στα εγκαίνια της τελευταίας κατοικίας τους. -Ήρθα λίγο νωρίτερα σήμερα το πρωί για να εξοικειωθώ με το χώρο και για να συμμαζέψω, αλλά βρήκα αυτή τη κάρτα πάνω στην πόρτα, είπε και ξέσπασε σε κλάματα. Την εξέτασα. Πολυτελές χαρτί, υδατογραφημένο, χρώματος μπεζ και με εξωγλυφα καφέ σκούρα γράμματα. Ευγένιος Ζουραρης Χειρουργός Διδάκτωρ Πανεπιστημίου - Είχε κι ένα σημείωμα: πως έπρεπε να είσαι στην Εκάλη,….. στις δέκα και μισή σήμερα το πρωί ,….. αλλά επειδή ήξερα ότι θα αργήσεις, είπα να πάω εγώ, συνέχισε κλαίγοντας κι ήρθε και κούρνιασε στην αγκαλιά μου. - Ε, και; την ενθάρρυνα να συνεχίσει και της έδωσα ένα χαρτομάντιλο να σκουπίσει τα δάκρια της. Όχι πως δεν μου άρεσε το σερφιν αλλά βιαζόμουνα να φτάσουμε στο περίστροφο. - Πήρα ταξί και πήγα… Χτύπησα το κουδούνι πολλές φορές αλλά….δεν απάντησε κανείς…. Φώναξα…. όταν απόειδα έκανα τον γύρο του σπιτιού απ’ τη μεριά του κήπου και….. σκόνταψα πάνω στο πιστόλι…. Το πήρα….. άλλ’ όταν έφτασα στην πισίνα είδα έναν άντρα ξαπλωμένο σε μια πολυθρόνα γεμάτο αίματα. Ξανάβαλε τα κλάματα μόνο που τούτη την φορά το ρόλο του χαρτομάντιλου τον έπαιξε το πουκάμισο μου. Το κεφάλι της ακουμπούσε στο στήθος μου, η κοιλιά της..ω θεέ μου… και το χέρι της με το περίστροφο κρεμόταν χαλαρό στο πλάι. Της το πήρα, πριν πέσει κάτω και κάνει μπαμ. Το σήκωσα να το κοιτάξω και τότε ήταν που ο ανεμιστήρας έμεινε ακίνητος κι άρχισε να γυρίζει το ταβάνι κι όλο το γραφείο. Κρύος ιδρώτας μ’ έλουσε και κάποιος μου έσκιζε το στομάχι με τα τακούνια της Κορίνας. - Το ‘φερα να το εξετάσουμε, μου ‘πε λίγο πιο ψύχραιμα. Ειν’ αποδεικτικό εγκλήματος, δεν είναι; Μπορεί να έγινε μ’ αυτό ο φόνος……… Παω να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπο μου και να σου φτιάξω ένα καφέ και θα ‘ρθω να λύσουμε το μυστήριο. - Δεν χρειάζεται, της φώναξα έξαλλος. Αρκετά έκανες. Καλύτερα να πας στο σπίτι σου και να τα πούμε πάλι αύριο. Άλλωστε, για να μαθαίνεις, έκανες 6 λάθη σήμερα. 1ο. Δεν έπρεπε να πας. 2ο. Δεν έπρεπε να πιάσεις το όπλο. 3ο. Δεν έπρεπε να το φέρεις εδώ. 4ο. Έπρεπε να ειδοποιήσεις την αστυνομία και τις πρώτες βοήθειες μόλις βρήκες το θύμα. 5ο. Δεν πίνω ποτέ καφέ και 6ο. Εγώ είμαι ο ντετέκτιβ εδώ μέσα. - Συγνώμη Αμβρόσιε,…… μου είπε μυξοκλαίγοντας. Θα μάθω…… Θα μάθω κι ύστερα θα δεις……. Και πριν προλάβω να τραβηχτώ μου ‘σκασε ένα ρουφηχτό και παρατεταμένο φιλί στο στόμα. Κατάλαβα ότι έφυγε από την φασαρία στο δρόμο. Έσκυψα κι άρχισα να ψάχνω το μπουκάλι κι ας ήταν άδειο.

17


Ώρες αργότερα κι ακόμα δεν κατάφερα να σκεφτώ κάτι της προκοπής. Το όπλο ήταν πειστήριο, και την ιστορία με την γκόμενα δεν θα την πίστευε κανείς, ούτε με σφαίρες. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα…δεν ήταν καν παραίσθηση. Εφιάλτης ήταν. Μόλις που πρόλαβα να κρύψω το περίστροφο. Ο υπαστυνόμος Ελπις εισέβαλε στο χάος κρατώντας κάτι που αν δεν το έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια δεν θα το πίστευα. Όχι πως έγινα πάλι αισιόδοξος αλλά στο χέρι κρατούσε αυτό χρειαζόμουν από ώρα: ένα μπουκάλι Serkova. - Νομίζω πως θα το χρειαστείς, μου είπε χαμογελώντας και με το γνωστό φλέγμα του. Για μην λες ότι μόνο εσύ συνεισφέρεις στον έρανο….. Βρήκαμε το πτώμα του γιατρού Ζουραρη, συνέχισε χωρίς περιστροφές. Ξεκουραζόταν στην πισίνα όταν κάποιος του πρόσθεσε δυο κουμπότρυπες ακόμα στο πουκάμισο σχεδόν εξ επαφής. Όλη η πόλη το’ χει τούμπανο ότι η νεαρή γυναίκα του μπαινοβγαίνει από χτες στο γραφείο σου. - Όλη η πόλη; Δηλαδή ποιος; Πριν συνεχίσω έριξα μια κλεφτή ματιά στο παντελόνι μου αλλά η κατάσταση είχε ευτυχώς ηρεμήσει. - Το ξέρεις ότι σ’ αυτό το κωλοκτήριο στεγάζονται πάνω από 10 γραφεία σε κάθε όροφο, συνέχισα μ’ αυτοπεποίθηση. Δηλ. περίπου 80 γραφεία, γιατί είναι εφταόροφο το οικοδόμημα και όχι μονοκατοικία. - Αμβρόσιε μ’ αφήνεις έκπληκτο, με ειρωνεύτηκε. Δεν ήξερα ότι γνωρίζεις πολλαπλασιασμό. Όσο για το ποιος μου το είπε… θα σου πω βρε μαλάκα. Τα υπόλοιπα εβδομήντα εννέα γραφεία….. Απορώ πως φαντάστηκες ότι μια τέτοια γκόμενα θα περνούσε απαρατήρητη. Ξέρω ότι είσαι πιο έξυπνος. Αλλά και να μην ήξερες την γκόμενα, τι δουλειά έχει αυτό εδώ, και πριν προλάβω να αντιδράσω άρπαξε το επισκεπτήριο του Ζουραρη πάνω απ’ το γραφείο μου. Θυμήθηκα ότι από πίσω έγραφε with compliments. Συνέχισα όμως να το παίζω χαζός. - Τώρα το μόνο που απομένει να μου πεις είναι ότι οι σφαίρες προέρχονται απ’ το σιδερικό μου, είπα. Αυτά δεν συμβαίνουν ούτε στα πιο φτηνά αστυνομικά μυθιστορήματα, - Το βρήκες. Και ξέρεις γιατί τα αστυνομικά είναι φτηνά; Γιατί η ζωή είναι πιο τολμηρή απ’ την λογοτεχνία αγαπητέ μου Αμβρόσιε. Δεν θα σε συλλάβω, αλλά μην φύγεις απ’ την πόλη. Νομίζω ότι αυτή τη φορά την έχεις βαμμένη, εκτός κι αν θέλεις να μου πεις η να μου δώσεις κάτι. Έπεσε μια βαριά σιωπή. Ο υπαστυνόμος ήταν βέβαια φίλος. Προσπαθεί μάλλον να με προειδοποιήσει, σκέφτηκα. Λες να το ξέρει ο μπάσταρδος. Κι αν δεν το ξέρει, το υποθέτει, δεν είναι βλάκας. - Καλά Αμβρόσιε, έσπασε την σιωπή. Σύντομα θα τα ξαναπούμε. Δεν μπήκε στον κόπο να κλείσει πίσω του την πόρτα, Αλλά και να ‘μπαινε αυτός, μήπως θα έκλεινε η πόρτα; Το μόνο θετικό απ’ όλη αυτή την ιστορία είναι ότι βρήκα το εγώ το όπλο μου και όχι η Αστυνομία. Γιατί γραμματεία δεν ήταν γραφτό ν’ αποχτήσω. Μάλλον θα αγόραζα τηλεφωνητή. Και φτηνότερα θα μου στοίχιζε και λιγότερους μπελάδες θα μου δημιουργούσε. Έβγαλα το περίστροφο και το σκούπισα προσεχτικά με ένα χαρτομάντιλο και άδειασα τις σφαίρες. Έλειπαν δυο. Έπειτα το καθάρισα, το δίπλωσα σε μια παλιά εφημερίδα και πήγα και το ‘ριξα σ’ ένα γραμματοκιβώτιο, καμιά δεκαριά στάσεις λεωφορείου πιο πέρα από την Πειραιώς μεριά.. Είχαν περάσει ήδη δυο-τρεις μέρες. Δεν πήρα εφημερίδα για να μην φανεί ότι ενδιαφέρομαι. Στο μεταξύ συμμάζεψα το γραφείο, δηλ. εκτός από τα έπιπλα και την γραφομηχανή, όλα τ’ άλλα τα ταχτοποίησα στον πλησιέστερο κάδο σκουπιδιών. Τώρα θα βρίσκονται σε κάποια χωματερή, ενθύμια για τις επόμενες γενιές. Κάθε τόσο έβλεπα από το παράθυρο το δρόμο. Σε δόσεις. Οι γρίλιες απ’ τις μεταλλικές

18


περσίδες τον έκοβαν φέτες. Δεν ξέρω τι περίμενα εκεί καθισμένος και στεγνός. Ίσως ενδόμυχα να νοσταλγούσα τις φωνές στο δρόμο από την αναστάτωση που προξενούσε το πέρασμα της Κoρίνας. Το τηλέφωνο μου έβαλε ξαφνικά τις φωνές. Ήταν ο Ελπις. - Το ‘ξερα ότι θα σε βρω εκεί, μου ‘πε με φιλικό υφακι. Όταν σου είπα να μην φύγεις απ’την πόλη, δεν εννοούσα να μην βγαίνεις απ’το γραφείο. Αλλά για να κάθεσαι εκεί η φέσι είσαι η ανησυχείς, που σημαίνει ότι κάπου έβαλες και συ την ουρά σου. - Κέρδισες, του ‘πα. Να περάσεις απ’ τα γραφεία της εταιρίας μας να πάρεις το δώρο σου. Κάθε μέρα έντεκα με μια. - Κόψε τις σαχλαμάρες ρε Αμβρόσιε. Σου έχω νέα, είπε σοβαρά. Η γκόμενα ομολόγησε. Μπορεί ο νεκρός ν’ απόχτησε δυο επί πλέον κουμπότρυπες, αλλά απόχτησε κι ένα επί πλέον κουμπί. Το κρατούσε σφιχτά στο χέρι του. Γι’ αυτό το ντεκολτέ της Κορινας ήτανε τόσο ανοιχτό, σκέφτηκα εγώ. - Πάντως πολύ γκόμενα, αδελφέ μου, συνέχισε λιγότερο σοβαρά ο Ελπις. Εδώ στο ανακριτικό, οι συνάδελφοι χτυπούσανε στους τοίχους σαν τυφλοπόντικες. Τα λιγούρια..χα..χα..έπρεπε να ήσουν εδώ. Μεγάλη πλάκα. Αλλά τι σου τα λεω. Εσύ ούτε που την ξέρεις. Ούτε αυτή μας είπε τίποτα για σένα. Βέβαια δεν ξέρω στο δικαστήριο τι θα γίνει. Δεν βρήκαμε το όπλο του εγκλήματος. Μπορεί και να την γλιτώσει, λόγω ελλιπών ενοχοποιητικών στοιχείων. Πάντως η υπόθεση σχεδόν έκλεισε. Α, και να μην ξεχάσω. Βρήκαμε το όπλο σου. Κάποιος το έριξε σ’ ένα γραμματοκιβώτιο. Να έρθεις να το πάρεις για να υπογράψεις και την απόδειξη. Άντε τώρα σ’ αφήνω. Μπορείς να φύγεις κι απ’ τη πόλη…χα..χα.., το ‘κλεισε γελώντας. Φτηνά την γλίτωσα, γαμώτο. Αυτό κι αν είναι κωλοφαρδία. Αλλά τι λέω ο ηλίθιος. Αυτή τα κανόνισε όλα. Ήξερε πως έτσι θα αντιδρούσα. Το κόλπο είναι πανάρχαιο κι εγώ κλασικό κορόιδο απ’ ότι φάνηκε τελικά. Έπρεπε να μάθω ποια είναι και να μην αφεθώ να πέσω σα χάνος στα καμπυλόγραμμα δίχτυα της. Αλλά αφ’ ενός όλα έγιναν πολύ γρήγορα κι αφ’ ετέρου όταν σου σερβίρουν ένα καλομαγειρεμένο μπιφτέκι σπάνια αναρωτιέσαι πριν το δοκιμάσεις από πού προέρχεται και ποιος το’ φτιαξε. Άραξα κι έβαλα τα πόδια μου πάνω στο γραφείο. Από πάνω μου στριφογύριζε ο ανεμιστήρας. Έψαξα στο συρτάρι τη Serkova που έφερε τις προάλλες ο Ελπις αλλά το μπουκάλι ήταν άδειο. Δυστυχώς δεν θυμόμουν να το ήπια όλο εγώ. Έκλεισα τα μάτια και με ονειρεύτηκα στην αγκαλιά της Κορινας. Tου παρά τρίχα θηλυκού μου Παρασκευα. Δεν βρήκα τίποτε παράξενο σ’αυτό. Το παράξενο όμως δεν ήταν τόσο ότι πίναμε ουίσκι στην κουπαστή μιας βάρκας, όσο το ότι η Κορινα χτυπούσε τα κύματα με την ουρά της. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ Ο Χρόνος είναι μια περίεργη υπόθεση, ειδικά όταν δεν έχεις πώς να περάσεις την ώρα σου, γιατί τότε είναι που δεν περνάει με τίποτα. Μοιάζει με ένα κενό γεμάτο σάπια αναμονή που, σαν κινούμενη άμμος, σε ρουφάει αργά σε μια παραλυτική χαύνωση. Η αναδουλειά με φέρνει συχνά αντιμέτωπο με, αυτόν, τον κενό χρόνο. Αντιστέκομαι υγροποιώντας το ρευστό έτσι κι αλλιώς παρόν μου. Η μαύρη τρύπα με καταπίνει. Σαν την τροφή στο έντερο γλιστράω αργά στο λαβυρινθώδη μονοπάτι του. Πάντα προς την ίδια ανεξιχνίαστη κατεύθυνση. Επειδή όμως μένω ακίνητος, αντίθετα με αυτό που συμβαίνει στη θεωρία της σχετικότητας, ο χρόνος με προσπερνάει. Τρέχει με την ταχύτητα του φωτός που δεν μπορώ να αντιληφθώ. Όταν συνέρχομαι δυσκολεύομαι να ξαναβρώ την πραγματική ροή του. Για αρκετή ώρα έχω κενά μνήμης. Άλλες φορές διαπιστώνω ότι έχω χάσει ανεπιστρεπτί μερικά από τα τεύχη της μελλοντικής αυτοβιογραφίας μου. Να, λοιπόν, πως προκύπτει, για ακόμα μια φορά, στη μακραίωνη ιστορία της ανθρωπότητας, από μια τυχαία αλλά συχνά επαναλαμβανόμενη κατάσταση, μια νέα θεωρία, που σεμνά θα τολμούσα να ονομάσω: ‘’Η Θεωρία της Ασχετικότητας’’.

19


Ο ήχος του τηλεφώνου ήταν συμπαγής και συνεχής. Με βρήκε στον πάτο ενός τέτοιου κενού. Έπεσε στο κεφάλι μου σαν ξύλινη ανεμόσκαλα. Με τη βοήθεια του σκαρφάλωσα- ούτε κι εγώ ξέρω πως- μέχρι το ακουστικό και η φωνή του υπαστυνόμου Ελπι ήταν η χειρολαβή στο λεωφορείο της γραμμής του συμβατικού χρόνου. - Αμβρόσιε εσύ; Μήπως διακόπτω; με ρώτησε με ύφος επείγοντος περιστατικού. - Χμ, απάντησα νωθρά εγώ. Εξαρτάται τι εννοείς. Αν εννοείς ότι…. - Οκευ, οκευ, με διέκοψε βιαστικά. Χρειάζομαι την βοήθεια σου. Διάβασες τις σημερινές εφημερίδες; Πέθανε ο Γκιλ Μπέητς. Πρωτοσέλιδο… - Τι λες, είπα ξαφνιασμένος. Λες να το έκανε επίτηδες; Για να γίνει πρωτοσέλιδο; προσπάθησα να αστειευτώ. - Αστειάκια, ε; χαχάνισε ο Ελπις. Δεν είχε ανάγκη από δημοσιότητα ανόητε. Το ξέρεις. Βέβαια, απ’ την άλλη πάλι δεν έχεις κι ολότελα άδικο. Τον βρήκαμε σήμερα το πρωί στις 3ρεις, μόνο του, κλειδωμένο στο ιδιαίτερο του γραφείο, μ’ ένα περίστροφο στο χέρι και ένα κόκκινο γαρύφαλλο στο αυτί. Μάλλον αυτοκτόνησε, αλλά πρέπει να διερευνήσουμε όλες τις πιθανότητες. - Ωραία, είπα. Εγώ σε τι θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος; Να στείλω το περίστροφο μου για βαλλιστική εξέταση; Αυτή τη φορά έχει ατράνταχτο άλλοθι. Ήταν μαζί μου όλο το βράδυ. - Κόψε τις μαλακίες, σε παρακαλώ. Διεξάγεται σοβαρή έρευνα και θέλω να δεις τι θα μπορούσες να μάθεις ανεπίσημα. - Μάλιστα, είπα. Βάζω γρήγορα τα τακούνια μου κι έρχομαι απ’ το τμήμα. Έτριψα τα μάτια μου για να ξυπνήσω κι εστίασα στο γραφείο μου. Μια άδεια μποτίλια βότκας πάνω σ’ένα βιβλίο κοσμούσαν σαν νεκρή φύση το έπιπλο. Θυμήθηκα αόριστα πλην σαφώς ότι μεθούσα. Μου ήταν όμως αδύνατο να θυμηθώ τι διάβαζα. Σήκωσα το μπουκάλι και σκαναρισα αυτό που ξεχώρισε πάνω στο στρογγυλό λεκέ που άφησε στο εξώφυλλο. Αν κρίνω από τον τίτλο: ‘’Μετρώντας τον άχρονο χρόνο’’, το κωλοβιβλίο πρέπει να έχει κάποια σχέση μ’ αυτόν. Μια ώρα αργότερα καθόμουν απέναντι από τον Ελπι που μου εξηγούσε περιληπτικά το συμβάν. - Θέλω να έρθεις μαζί μου στην εταιρία. Απ’ την πρώτη επίσκεψη, διαπιστώσαμε ότι πρόκειται για αληθινό φρούριο. Τίποτα δεν μπαίνει και δεν βγαίνει χωρίς ηλεκτρονικό και φυσικό έλεγχο. Τα συστήματα ασφάλειας είναι τα τελειότερα στον κόσμο. Φυσικό άλλωστε αφού ο Μπεητς είναι ιδιοκτήτης της μεγαλύτερης επιχείρησης ηλεκτρονικών στον κόσμο. Κατέχει το 85% του…. - Ξέρω, ξέρω, το διέκοψα. Είδα τις προάλλες στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ. Παρακάτω. - Θα παμε μαζί. Εσύ βρες τρόπο να μείνεις μέσα. Τρύπωσε και κρύψου όπου μπορείς. Ζήτησα ένταλμα αλλά δεν θα το έχω πριν τις ενtεκα αύριο το πρωί. Στο μεταξύ μπορεί να εξαφανιστούν στοιχεία. Αν δεν είναι αυτοκτονία η δουλειά έγινε από μέσα. Πιθανόν κάτι να βρεις. - Κι αν με πιάσουν; - Θα σε ξελασπώσουμε ηλίθιε. Ενεργείς για την αστυνομία. Δεν είσαι μόνος. Φρόντισε όμως να μην σε πιάσουν. Θα μας γλιτώσεις από περιττές σκοτούρες - Πως το μάθατε; ρώτησα πάλι - Ανώνυμο τηλεφώνημα. Δεν ξέρουμε ακόμα ποιος, αλλά θα μάθουμε. - Ωραία. Έχω καιρό να πάρω μια οδοντόβουρτσα; Με κοίταξε αυστηρά. - Ας έπλενες τα δόντια σου πριν έρθεις. Ο Ελπις σηκώθηκε. Τον ακολούθησα. 32 όροφοι στο κέντρο της πόλης. Ένα σκοτεινό γυάλινο κτίριο σαν τον ογκόλιθο του ‘’Οδύσσεια 2 000’’. Μια κάθετη πόλη. Μια διαστημική βάση με 2 500 υπαλλήλους. Η διοίκηση της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας του κόσμου. Και όχι μόνο η διοίκηση. Όλα

20


τα εργαστήρια έρευνας και εφαρμογών της εταιρίας. Μόνο με μια από τις πατέντες τους κι έλυνες τα οικονομικά προβλήματα της ζωής σου και όλων των απόγονων σου για αρκετές γενιές. Ένα φρούριο γεμάτο κάμερες και φωτοκύτταρα και αισθητήρες κάθε λογής και ένα ιδιωτικό στρατό από σεκιουριτυ να προστατεύουν τα σπάνια μυστικά της ιδιοφυΐας του Γκιλ Μπεητς, του πλουσιότερου και πιο επιτυχημένου θνητού στο γνωστό μας σύμπαν. Η περιουσία του ισοσκέλιζε σχεδόν τον προϋπολογισμό όλου του δυτικού κόσμου. Και φυσικός θάνατος να τον έβρισκε πάλι η αστυνομία θα έκανε έρευνες για τον θάνατο του. Τέτοιοι άνθρωποι δεν πιστεύει κανείς ότι είναι δυνατόν να πεθάνουν, γιατί και ο Χάρος- και δεν με νοιάζει η γνώμη σας- δεν μπορεί, θα ‘χει κι αυτός μια ταρίφα. Πήραμε το ασανσέρ για τον τελευταίο όροφο. Εκεί ήταν το προσωπικό του γραφείο. Το άδυτο των αδυτων. Ο ναός του μέλλοντος μας. Η γεννήτρια της αυτοκρατορίας του. Η κρύπτη όλων των μυστικών. Ήταν ένα τεράστιο και πολυτελέστατο λοφτ, χωρίς συστήματα παρακολούθησης και σχεδόν χωρίς έπιπλα. Δεν υπήρχαν βιβλιοθήκες, συρτάρια και ντουλάπια, παρά μόνον ένα καθιστικό δίπλα στο μοναδικό γραφείο που αγνάντευε την πόλη από ψηλά. Δεν είχα ξαναδεί την πόλη έτσι. Το μπετόν έπνιγε σχεδόν κάθε άλλο στοιχείο σαν μια άγρια πέτρινη ζούγκλα. Οι δρόμοι, οι πλατείες και τα πάρκα ήταν ασήμαντες μουντζούρες και μέσα σ’ αυτά κάτι ακόμα πιο μικροσκοπικά σημαδάκια, σαν έντομα, να κινούνται. ‘’Τι ήμασταν άραγε εμείς για κάποιον που μας έβλεπε έτσι;‘’ Από τις βαρυσήμαντες αυτές σκέψεις με έβγαλε ο Ελπις. Μου έδειξε συνωμοτικά με το βλέμμα του ένα δεύτερο ασανσέρ στο βάθος του δωματίου. Ασανσέρ που πρέπει να χρησιμοποιούσε μόνο ο Κροίσος της γνώσης, ο απόλυτος άρχων των μελλοντικών αναγκών μας. Πιθανόν να οδηγούσε στη κεντρική μονάδα του προσωπικού του κομπιούτερ, που δέσποζε πάνω στο τέως μοναχικό του γραφείο. Ο Ελπις κουβάλησε επίτηδες μαζί του σχεδόν όλο το τμήμα. Το τεράστιο γραφείο ακόμα και μ’ όλο αυτό το συρφετό εξακολουθούσε να δείχνει άδειο, αλλά οι τρεις συνοδοί μας είχαν εμφανές πρόβλημα να μας παρακολουθούν όλους ταυτόχρονα. Έτσι σε κάποια στιγμή χώθηκα στο ασανσέρ και ταξίδεψα μαζί του στον μυστικό υπόγειο κόσμο του μάγου της πληροφορικής. 32 όροφοι και 7 υπόγεια σε 12’’. Ουοου! Αυτό θα πει ταχύτητα. Έμοιαζε περισσότερο με ελεύθερη πτώση, χωρίς αλεξίπτωτο. Ξανάστειλα το ασανσέρ στην παλιά θέση του και βάλθηκα να εξερευνώ τον χώρο. Έρημοι διάδρομοι προς κάθε κατεύθυνση, με πόρτες δεξιά και αριστερά. Δεν υπήρχαν παράθυρα η πόρτες που να οδηγούν αλλού. Θαλεγε κανείς ότι το ασανσέρ ήταν η μοναδική είσοδος και έξοδος. Ένας πράσινος ομοιόμορφος και χαμηλός φωτισμός τύλιγε τα πάντα. Δεν είχε προφανώς συστήματα ασφαλείας γιατί κανείς δεν με ενόχλησε στους εξερευνητικούς περιπάτους μου. Άνοιγα πόρτες και έκλεινα πόρτες. Παντού κλιματιζόμενες μονάδες κομπιούτερ. Ώσπου βρέθηκα σ’ έναν επίσης τυφλό αλλά αρκετά μεγαλύτερο χώρο στη μέση του οποίου υπήρχε μια σφαίρα φτιαγμένη από γυαλί και μέταλλο. Στη μέση της σφαίρας υπήρχε μια άλλη σφαίρα από τα ίδια υλικά, μόνο που η δεύτερη αυτή εσωτερική σφαίρα φιλοξενούσε ένα χειριστήριο μ’ ένα καντράν γεμάτο μετρητές και λαμπάκια κι ένα μοχλό που έμοιαζε με σφαιρικό Αστρολάβο σαν αυτόν που εφεύρε ο Πτολεμαίος πριν από 22 αιώνες. Άραξα σε μια γωνιά και αφέθηκα στο κενό του χρόνου που λέγεται ύπνος. Ξύπνησα απ’ τον ήχο κάποιου που έσερνε τα πόδια του. Άνοιξα τα μάτια μου κι αντίκρισα μπροστά μου ένα γέρο να με κοιτάζει χωρίς έκπληξη. - Ποιος είσαι εσύ παλικάρι μου; Δεν βιάστηκα ν’ απαντήσω. Σηκώθηκα αμίλητος και με το πάσο μου, ταχτοποίησα το τσαλακωμένο κοστούμι μου και σκούπισα με την ανάστροφη του χεριού μου τις τσίμπλες απ τα μάτια μου. Δεν έδειξε να φοβάται. - Έλα από δω λεβέντη μου. Πάμε να κάτσουμε κάπου πιο άνετα. Μιλούσε ήρεμα σαν να ήταν απολύτως φυσιολογικό να βρίσκει αγνώστους στο υπόγειο κάθε τόσο. Τον ακολούθησα. Με οδήγησε σ’ ένα χώρο ευρύχωρο, αλλά

21


επίσης χωρίς παράθυρα. Ήταν ένα είδος άνετης κατοικίας, κάτι σαν μπανγκαλόου, εξοπλισμένο με όλες τις οικιακές συσκευές. Φωτιζόταν όμως με λευκό φως- όχι μ’ εκείνο το αρρωστιάρικο πράσινο των άλλων χώρων- επίσης ομοιόμορφα κατανεμημένο. - Αν θέλεις να ρίξεις λίγο νερό στο πρόσωπο σου το μπάνιο είναι εκεί. Έριξα λίγο νερό στο πρόσωπο μου και μέχρι να τελειώσω, ο γέρος είχε ήδη στρώσει το τραπέζι. Όχι τίποτα σπουδαίο. Διάφορα τυριά κι αλίπαστα. Μου έγνεψε να κάτσω ενώ σερβιρε στα ποτήρια κρασί. - Ελπίζω να μην θέλεις μπύρα. Εγώ δεν πίνω. Κάνει κακό στον προστάτη. Πίνω μόνο κρασί. Πάτησε φρένο για να δει αν είχα να κάνω κάποιο σχόλιο. Δεν είχα όμως κι αυτός συνέχισε. - Δεν είσαι από …. θέλω να πω ….δικός μας. Έτσι δεν είναι; Εδώ έβαλε χειρόφρενο. Έτσι ήρθε αμετάκλητα η σειρά μου. - Δε ξέρω ακριβώς τι εννοείς γέρο. Λέγομαι Αμβρόσιος Σακάδας και είμαι ιδιωτικός ντετέκτιβ. Ερευνώ τον θάνατο του Μπεητς. Για να είσαι εδώ κάτι πρέπει να ξέρεις, δήλωσα. - Τον ξέρω απ’ την ημέρα που πάτησε το πόδι του σ’ αυτή τη πόλη… Μόλις είχα ανοίξει μια μικρή εταιρία… πανε πολλά χρόνια από τότε. Αυτός ήρθε και με βρήκε…. Όλα αυτά που βλέπεις έγιναν μετά. - Πλάκα μου κάνεις γέρο, είπα δύσπιστα. Ο Μπεητς δεν ήταν μεγαλύτερος από 50 ετών. - Ήταν νεαρέ μου. Δυστυχώς ήταν….. Αλλά και με μιαν άλλη έννοια δεν ήταν….. - Και ποια είναι αυτή η άλλη έννοια; ρώτησα ακόμα πιο δύσπιστος, αλλά ο γέρος με αγνόησε. - Σκέφτηκα να τα πω όλα στον αστυνόμο σήμερα το πρωί, αλλά θα νόμιζε ότι έχασα τα λογικά μου. Σε διαβεβαιώνω όμως ότι είμαι μια χαρά. Η ιστορία είναι…. δύσκολα την πιστεύεις… Το μυστικό αυτό το κουβαλάω μια ζωή… Δεν τοχω πει σε κανέναν… Ποτέ… Τώρα όμως πέθανε….. δεν πέθανε; Δε μπορώ να το κουβαλάω άλλο. - Και θες υποθέτω να το μοιραστείς μαζί μου γιατί είμαι ο πιο κατάλληλος. - Ιδιωτικός ντετέκτιβ δεν είσαι; είπε χαμογελώντας - Που σημαίνει; Τι σημαίνει; Κορόιδο; Εύπιστο κορόιδο. - Όχι γιε μου. Δεν είπα κάτι τέτοιο. Δεν χαμογελούσε. Ήπιε λίγο κρασί και μετά χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του απ’ το ποτήρι, ξεκίνησε. - Δεν ξέρω κι εγώ πως ν’ αρχίσω. Υπάρχουν πράγματα που δύσκολα γίνονται πιστευτά κι εσύ δεν είσαι καν επιστήμων. - Είμαι όμως γεμάτος αυτιά, είπα εγώ. Δε φαντάζεσαι τι έχω ακούσει στη μίζερη ζωή μου. Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μου προξενήσει την παραμικρή έκπληξη. Γι’ αυτό γέρο keep going….. Μήπως έχεις λίγη βότκα; - Μόνο κρασί, απάντησε ο γέρος. Ο γιατρός μου είπε να πίνω μόνο κρασί. Κι αυτό με μέτρο… Για την καρδιά…. Λίγο κρασί κάνει καλό. - Ας είναι γέρο. Κρασί…. Κρασί και ιστορίες…...Μ’ αρέσουν οι καλές ιστορίες… - *Οι ιστορίες είναι σαν τα φωτογραφικά στιγμιότυπα, εικόνες αρπαγμένες από την αγκαλιά του χρόνου με καθαρά, σκληρά περιθώρια,[1] απηγγειλε ο γέρος. Απίστευτες γιε μου αλλά αληθινές πέρα ως πέρα…. Ο Μπεητς που λες, και πιθανόν να μην είναι καν αυτό το όνομα του, δεν ήταν από δω. Ήρθε και με βρήκε προ πεντηκονταετίας. Τότε ήταν λίγο νεώτερος, αλλά σαφώς μεγαλύτερος στα χρόνια από μένα. Έψαχνε κάποιον που να μπορεί να παράγει κάποιες πατέντες που έφερνε μαζί του. Εγώ μόλις είχα δημιουργήσει- όπως ήδη είπα- μια μικρή εταιρία. Οι πατέντες όμως του Μπεητς ήταν απίστευτα καινοτομικές και είχαν σχέση με πολλούς τομείς. Σχεδιασμό και παραγωγή ολοκληρωμένων κυκλωμάτων και παραγωγή λογισμικού για σχεδόν οτιδήποτε, από παραγωγή, διαχείριση, συγκέντρωση και μετάδοση πληροφοριών, από ψηφιακή επεξεργασία εικόνας και ήχου μέχρι διαχείριση δικτύων κλπ., κλπ….. Αυτά που στο πανεπιστήμιο θεωρούσαμε πεδίο μελλοντικής και πρωτοποριακής

22


έρευνας, αυτός τα είχε σχεδιασμένα και μάλιστα σε σημείο άμεσης υλοποίησης και εφαρμογής. Μην φανταστείς βέβαια ότι τα πράγματα ήταν τόσο εύκολα. Δεν μπορείς να ρίξεις έτσι απλά και ξαφνικά στην αγορά συστήματα που αναποδογυρίζουν τις πολύπλοκες σχέσεις της ζωής και της εργασίας. Αυτό είναι κάτι που θέλει μέθοδο και χρόνο. Πρέπει να γίνουν όλα με ρυθμούς που να μπορούν όλοι να παρακολουθήσουν και να προσαρμοστούν. Η κοινωνική αδράνεια, που είναι τεράστια, αντιστέκεται τρομαχτικά σε τέτοιες αλλαγές….. - Κι από πού είπες ότι ήρθε ο Μπεητς; τον διέκοψα. - Δεν είπα… Τότε δεν ήξερα κιόλας… Για να είμαι ειλικρινής ούτε τώρα ξέρω. Απλά υποθέτω. Αυτός πάντως είναι ο βασικός λόγος που δεν έκανε εμφανίσεις και δεν έδινε συνεντεύξεις. Έγινε ο πιο δυνατός και πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο και κανείς δεν ξέρει τίποτα για το παρελθόν του. Ούτε εγώ που τον έβλεπα περισσότερο απ’ όλους. Ήταν σαν να εμφανίστηκε απ’ το πουθενά….. - Τι λες τώρα, ρε γέρο. Αν έχει κάποιος τόσα πολλά λεφτά μπορεί να σβήσει και να ξαναγράψει το παρελθόν του όσες φορές θέλει. Δεν είναι δύσκολο. - Έτσι λες εσύ. Αυτό ίσως λέει και ο κοινός νους. Αλλά ο Μπεητς δεν μπήκε καν σ’ αυτόν το κόπο, παρόλα τα λεφτά του. Και ξέρεις γιατί δεν μπήκε; Γιατί ήρθε απ’ αλλού. Το παρελθόν του βρίσκεται αλλού. Το παρελθόν του είναι ίσως κι η αιτία του θανάτου του. - Μάλιστα, είπα εγώ που, για ακόμα μια φορά, δεν καταλάβαινα τίποτα. Μήπως σε παίρνει να τα κάνεις λίγο πιο λιανά… - Νομίζω, και μην το πάρεις στραβά, ότι είναι μάλλον απαραίτητο να σου πω λίγα πράγματα περί χρόνου, πριν συνεχίσουμε. Γιατί δεν φαίνεται να με παρακολουθείς. Έγνεψα ναι με το κεφάλι μου. Ο γέρος συνέχισε. - Ο χρόνος ήταν πάντοτε μια πρωταρχική φιλοσοφική έννοια, που οι αρχαίοι την αντιλαμβανόντουσαν μέσα από την φθορά, μέσα από την γήρανση, και μάλιστα, σαν μια ευθύγραμμη και μη αναστρέψιμη διαδικασία, που οδηγούσε αναπόφευκτα στο θάνατο. Ο Αριστοτέλης, πρώτος, συνέδεσε τον χρόνο με τον χώρο. ‘’Αντιλαμβανόμαστε το χρόνο μόνο όταν έχουμε κίνηση,’’ έγραφε, κι εννοούσε την μετακίνηση ενός αντικειμένου στον χώρο. Οι Στωικοί, το 300 π. Χ., δίδασκαν ότι τα πάντα κινούνται κυκλικά και κυρίως οι πλανήτες και ότι κάθε φορά που έρχονται στην αρχική τους θέση, σ’ εκείνη δηλ. που είχαν όταν δημιουργήθηκε ο Κόσμος, αυτός καταστρεφόταν και ξαναγεννιόταν με την ίδια διάταξη που είχε προηγουμένως. Δηλ. οι άνθρωποι ξαναγεννιόνταν με τον ίδιο τρόπο, ξαναζούσαν στους ίδιους τόπους, στο ίδιο περιβάλλον και είχαν τις ίδιες ασχολίες. Κι αυτό, πίστευαν ότι είναι κάτι που έγινε πολλές φορές στο παρελθόν και θα επαναληφθεί άπειρες φορές στο μέλλον χωρίς να σταματήσει ποτέ. Έτσι τουλάχιστον γράφει ο Νεμεσιος, χριστιανός φιλόσοφος, το 400 π.Χ. στο σύγγραμμα του ‘’Περί φύσεως των ανθρώπων’’. Η γενική αυτή άποψη των Στωικών περί αναδημιουργίας του Σύμπαντος βρίσκει σχετικά σύμφωνη την σύγχρονη Κοσμολογία. Παρόμοιες δοξασίες είχαν και άλλοι αρχαίοι λαοί, όπως οι Μάγια και οι Ασντζεκοι, και μάλιστα προσδιόριζαν αυτές τις περιόδους σε 260 και 32 χρόνια αντίστοιχα. Οι πιστοί της σχολής Χιναγιανα- στην Ινδία- δίδασκαν ότι ο εσωτερικός κόσμος είναι προϊόν της κυκλικής ροής του χρόνου και πρόκειται για μια ψευδαίσθηση. Οι δε Ταοιστες, πολύ πριν ανατείλει η εποχή του Αϊνστάιν, υποστήριζαν την αδιατάραχτη ενότητα κι αλληλεπίδραση χώρου και χρόνου. Ο Αυγουστίνος μιλάει ότι για τον θεό δεν υπάρχει χρόνος, αλλά αιωνιότητα, με την έννοια της άχρονης παρουσίας, μέσα στην οποία δεν έχουν νόημα οι έννοιες παρελθόν, παρόν και μέλλον. Βέβαια επικράτησε, και με το βάρος των απόψεων του Καντ, η λανθασμένη θεωρία του γραμμικού χρόνου- της ακαταπόνητης ροής του προς το μέλλον- κι όχι η ιδέα της συνεχούς ανακύκλωσης. Δεν υποστηρίζω ότι είναι πιο σωστή η δεύτερη. Αλλά η δεύτερη μιλάει για ανακύκλωση επειδή δεν διανοείταικι είναι έξω απ’ την ανθρώπινη φαντασία- να δεχτεί την ταυτόχρονη ύπαρξη πολλών χρόνων…. - Συγνώμη; Πως το είπες αυτό παππού; - Όπως το άκουσες… Αλλά τώρα θέλω να με συγχωρήσεις για λίγο. Ας κάνουμε ένα

23


διάλειμμα…. Φταιει και το κρασί, φταιει κι ο προστάτης. Σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα. Όση ώρα άδειαζε την κύστη του, εγώ σκεφτόμουν ότι στην πραγματικότητα δεν είμαι ντετέκτιβ αλλά φοιτητής. Δεν είχα βέβαια απέναντι μου εκείνη την μελαχρινούλα που με βασάνιζε καθώς με κοιτούσε αθώα δήθεν με το στυλό στο στόμα. Ήταν περισσότερο σαν να έκανα ιδιαίτερο μάθημα. Κι ο γέρος μιλούσε σαν δάσκαλος- μάλιστα ήταν ιδιαίτερα σαφής- αλλά κι εγώ μάθαινα ένα σωρό ενδιαφέροντα πράγματα, άσχετα αν δεν ήξερα ακόμα που θα μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω. Άλλωστε έτσι συμβαίνει συνήθως με τις σπουδές. Άλλο σπουδάζεις κι άλλο επάγγελμα κάνεις για να επιβιώσεις. Δεν έχω παράπονο. Το επάγγελμα του ντετέκτιβ, τελικά, μας προέκυψε ιδιαζόντως επιμορφωτικό. Έβαλα για πολλοστή φορά κρασί στο ποτήρι μου και βούτηξα ένα γατοκεφαλο στο λάδι μια αλίπαστης λακέρδας. Στο τραπέζι δεν είχε μείνει σχεδόν τίποτα, κι ας τσιμπούσαμε χωρίς βιασύνη, παρά μόνον άδεια πιάτα και άδεια μπουκάλια κρασιού. Ο γέρος γύρισε ενώ ακόμα μασουλούσα. Κρατούσε μια καινούργια μπουκάλα κρασί. Την άνοιξε με τον αργό ρυθμό της ηλικίας του και σαν να ήθελε ν’ αποδείξει τη σχετικότητα του χρόνου ρώτησε χωρίς βιασύνη όταν ξαναγέμισε τα ποτήρια. - Που είχαμε μείνει; - Κάτι είπες για πολλούς χρόνους… - Είπα ότι υπάρχουν πολλοί χρόνοι; Υπάρχουν. Αυτό είναι σίγουρο. Ο καθένας από μας ζει στο δικό του χρόνο…… - Δεν έλεγες αυτό….άλλο έλεγες.. - Άλλο; Tι άλλο;…..με κοίταξε σαστισμένος σαν να κόλλησε η μίζα. Έκανε μια στάση λίγων δευτερολέπτων κι αίφνης ξαναπήρε μπρος. - A..ναι. ναι. Έλεγα, γιε μου για τους κλώνους…Μάλιστα…‘Η, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ανήκουν σε τρεις διαφορετικές διαστάσεις, η, υπάρχουν περισσότερα κανάλια χρόνου, περισσότεροι κλώνοι δηλ. με παρελθόν, παρόν και μέλλον, όπου οι άνθρωποι ζουν σε πιο προηγμένους η λιγότερο αναπτυγμένους αλλά ίδιους πολιτισμούς με τον δικό μας, η- κι αυτό ακόμα είναι πιθανόν- ζουν σε πολιτισμούς που έχουν πάρει εντελώς άλλη κατεύθυνση από τον δικό μας…. - Μην με ρωτήσεις να σου πω, δεν ξέρω, είπα αστειευόμενος. Ο γέρος που μόλις ξεφορτώθηκε το από-όχι-μόνο οικολογικής άποψης βλαβερό απόβλητο, συνέχισε τη διάλεξη εκτοξεύοντας πολύπλοκες θεωρίες και ονόματα σαν αυτά των ισπανών που σε προκαλούν να λες πάντα μετά: ‘’ κι ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα.’’ Μάντευα τι θα έλεγε παρακάτω. Ήταν ηλίου φαεινότερο. Αλλιώς θα ήμουν κακός φοιτητής. Θα έλεγε ότι ο Μπεητς ήρθε από άλλη διάσταση του χρόνου. Με μια χρονομηχανή. Κι αυτό είπε. - Ο Μπεητς ήρθε από μιαν άλλη διάσταση του χρόνου. Θυμάσαι την συσκευή στη σάλα που σε μάζεψα; Είναι μια χρονομηχανή. Δεν ξέρω πως δουλεύει. Ούτε που μπορεί να παει. Ο Μπεητς όμως ταξίδευε συχνά κι έφερνε όχι μόνο νέες πατέντες αλλά και σχέδια για το πώς θα τις πλασάρουμε στην αγορά. Προφανώς ταξίδευε στο μέλλον. Αλλά και στο παρελθόν. Για να προετοιμάσει το έδαφος ώστε οι εμπορικές του συμφωνίες να είναι επιτυχείς. Αλλοίωνε επίσης τα στοιχεία των ερευνών των ανταγωνιστών του ώστε να μην βρεθούν στα μονοπάτια του. - Τι ανταγωνιστές και κουραφέξαλα.. Αν είναι όπως τα λες, αυτός έφερνε ιδέες απ’ το μέλλον. Τα ήξερε όλα πρώτος. Ποιος θα μπορούσε να τον ανταγωνιστεί; - Δεν είναι απόλυτο αυτό, γιε μου. Ο Αϊνστάιν είπε πως αν δεν διατύπωνε την θεωρία της σχετικότητας θα την διατύπωνε κάποιος άλλος πολύ σύντομα. Πενήντα χρόνια δεν είναι μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από πέντε χρόνια η πέντε μέρες για την επιστήμη. Ένα τυχαίο συμβάν και κάποιος βρίσκει κάτι 50 χρόνια νωρίτερα. Πρόσεξε όμως. Νωρίτερα από τι; Δεν μπορεί να εννοηθεί το νωρίτερα σε σχέση με τον εαυτό του. Γι’ αυτό σου μιλάω για κλώνους. Πενήντα χρόνια εκεί δεν είναι απαραίτητα πενήντα χρόνια κι εδώ. Ειδικά όταν κάτι είναι τόσο κερδοφόρο. Και οι μεγαλύτεροι επιστήμονες υποκύπτουν στον πειρασμό να στρέψουν την ερευνά τους εκεί που υπάρχουν μεγάλα κέρδη. - Και ο Μπεητς, όπως τα λες, ταξίδευε στο χρόνο και σαμποτάριζε τις έρευνες των

24


ανταγωνιστών του αντί να τους σπάσει το κεφάλι. - Όχι, όχι. Είμαι σίγουρος ότι δεν έκανε τέτοια. Άλλωστε θα το έγραφαν οι εφημερίδες, διαμαρτυρήθηκε ο γέρος. - Ποιες εφημερίδες; Από ποιο παρακλάδι του χρόνου; Θ’ αστειεύεσαι φυσικά….Άλλο όμως θέλω να ρωτήσω. Ας πούμε ότι μέχρις εδώ κατάλαβα, είπα. Με το άλλο τι γινόταν; - Με το άλλο; Ποιο άλλο; - Δεν γερνούσε. Εσύ δεν είπες ότι όταν σε βρήκε ήταν μεγαλύτερος σου; Ενώ τώρα που πέθανε του ρίχνεις τουλάχιστον 30 χρόνια. Αυτό πάλι πως γινόταν; - Αυτό είναι το πιο εύκολο. Στη φυσική, όταν πήγαινες σχολείο, πόσο καλός ήσουν; με ρώτησε πάλι χαμογελώντας με πατρικό ενδιαφέρον. - Γιατί; - Για να δω τι εισαγωγή πρέπει να σου κάνω. Κοντεύει να ξημερώσει. - Τα απαραίτητα, είπα εγώ. Πες τα απολύτως απαραίτητα. - Ωραία. Θαχεις ακούσει για τον Αϊνστάιν, ε; Δεν είδε τον μορφασμό που έκανα. Σηκώθηκε και ξαναπήγε στην τουαλέτα, χωρίς να ζητήσει συγνώμη αυτή τη φορά. Άρχισα να γλαρώνω αλλά ο ήχος από το καζανάκι με συνέφερε. Άνοιξα τα μάτια την ώρα που ο γέρος καθόταν στο τραπέζι. Πρόλαβα να δω ένα υγρό λεκέ στο παντελόνι του. - Η θεωρία της σχετικότητας λεει, με λόγια απλά, ότι ο χρόνος διαστέλλεται όπως και η μάζα ενός αντικειμένου, όταν αυξάνει η ταχύτητα του. Αν το αντικείμενο αυτό αποκτήσει την ταχύτητα του φωτός, ο χρόνος σταματάει. Ταυτίζεται με την αιωνιότητα. Το παράδοξο αυτό, για την κοινή λογική, της διαστολής του χρόνου, έχει αποδειχτεί πειραματικά. Δεν είναι υπόθεση. Βέβαια ο Αϊνστάιν, υποστηρίζει ότι αυτό ισχύει στον ευθύγραμμο χρόνο, αλλά προφανώς ισχύει όπως και να κινείται ο χρόνος. Αλλιώς δεν εξηγείται πως ο Μπεητς πήγαινε μπρος, πίσω και όπου αλλού ήθελε με την μηχανή του. Έτσι αν υπολογίσουμε χονδρικά, ο Μπεητς μεγάλωσε μόνο 20 χρόνια σ’ ένα διάστημα 60 ετών. Αυτό σημαίνει ότι ταξίδευε τα δυο τρίτα του χρόνου αυτού, δηλ. 40 χρόνια. Με αλλά λόγια, σε 60 χρόνια μεγάλωσε 20, γιατί είκοσι χρόνια υπήρξε δέσμιος του χρόνου. Ο Αϊνστάιν, στην ‘’Γενική θεωρία της σχετικότητας’’, λέει επίσης ότι αν συμπιέσουμε τη μάζα ενός αντικειμένου σε υπερβολικά μεγάλα επίπεδα, από ένα σημείο και ύστερα δεν μπορεί πλέον να σταματήσει το ‘’ζάρωμα’’ της, το οποίο θα συνεχιστεί έως ότου να γίνει αόρατη και άνευ διαστάσεων και να χαθεί σε μια σημειακή ‘’ρουφήχτρα’’. Η μάζα επομένως αυτή, όσο περίεργο και να ακούγεται, μπορεί θεωρητικά να ταξιδέψει μέσα στο χωρόχρονο και να καταλήξει σε ένα άλλο Σύμπαν που συνυπάρχει με το δικό μας, χωρίς να γίνεται αντιληπτό από μας. Απ’ αυτό το αντιπαράλληλο Συμπαν, η ίδια μαζα, μπορεί να ξαναεπιστρέψει και πάλι στο δικό μας Συμπαν, μέσα από μια νέα ‘’ρουφήχτρα’’ του αντιπαράλληλου Σύμπαντος, που αγκαλιάζεται από την μαύρη τρύπα. Οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας όπως ο Βερν, ο Όργουελ και πολλοί άλλοι, το λένε ‘’Πύλη’’ η ‘’Πόρτα’’. Το ίδιο είναι. Ο Μπεητς με τη χρονομηχανη, δημιουργεί στο εσωτερικό συνθήκες μαύρης τρύπας. Εκεί ο χώρος και ο χρόνος παύουν να υπάρχουν και ο επιβάτης μπορει ανεμπόδιστα να μεταπηδάει όποτε επιθυμεί μπρος και πίσω στο χρόνο η σε αντιπαράλληλους χρόνους χωρίς να διανύει καμία χρονική η χωρική απόσταση. Αυτό κι αν είναι ανακάλυψη. Ο Μπεητς όμως την κρατούσε αποκλειστικά για τον εαυτό του……. - Και ο θάνατος του; Είπες ότι οφείλεται στο παρελθόν του….. - Γι’ αυτό ήμουν έτοιμος να σου μιλήσω. Αλλά όλο με διακόπτεις….. Τέλος πάντων… Τι λέγαμε; ..Α….Σου είπα και πιο μπροστά ότι αν κάτι δεν διατυπωθεί από κάποιον, θα διατυπωθεί σίγουρα από κάποιον άλλο, σύντομα η αργότερα. Αυτό είναι νομοτέλεια. Ο Μπεητς, η βρήκε η έκλεψε την χρονομηχανη. Βέβαια, όποια κι απ’ τις δυο περιπτώσεις κι αν ισχύει, είμαι σίγουρος- γιατί δεν είναι ανόητος- ότι κατάστρεψε όλα τα στοιχεία για να κρατήσει το μυστικό του. Αλλά δεν υπολόγισε στην νομοτέλεια που αναφέραμε….. Χτες βράδυ όταν κοίταξα στη σάλα υπήρχαν δυο Χρονομηχανές. Αργότερα είχε πάλι μια. Όταν ανέβηκα να τον δω ήταν νεκρός. Έτσι ειδοποίησα

25


ανώνυμα την αστυνομία και ξανακρύφτηκα στην μαύρη τρύπα μου. Μέτρησα τα μπουκάλια του κρασιού. Ήταν εφτά. Προφανώς έκανε καλό στη καρδιά αλλά οπωσδήποτε όχι στο κεφάλι. - Σ’ ευχαριστώ παππού, είπα. Πολύ καλή η ιστορία σου και πολύ μορφωτική. Αλλά υπάρχει κι μιαν άλλη εκδοχή. Γνωριστήκατε με τον Μπεητς όταν ήσουν νέος, δραστήριος, γεμάτος φιλοδοξίες. Αυτός πάντα είχε όλες τις απαντήσεις ενώ εσύ καμία. Αυτός πήρε όλη τη δόξα και την εξουσία και συ τίποτα. Εσύ γερνούσες κι αυτός όχι. Με δυο λόγια έχασες τη ζωή σου. Αποφάσισες λοιπόν να τον σκοτώσεις…... Βέβαια δεν είναι ώρα για τέτοια. Να είσαι σίγουρος όμως ότι θα τα ξαναπούμε. Υπάρχει άλλος τρόπος να φύγω από δω; - Υπάρχει η χρονομηχανη, είπε και έβαλε στα γέλια. Στην έφερα ε… συμπλήρωσε. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος γιε μου παρά μόνο αυτός που ήρθες. Θα σε συνοδέψω μέχρι το ασανσέρ. Έτσι κι έγινε. Επέστρεψα στον 32ο όροφο και όταν βγήκα απ’ το γραφείο με μπαγλαρώσανε. Δεν ξεμπέρδεψα εύκολα. Μου έκαναν σκληρή σωματική έρευνα. Στο τέλος πήραν, ευτυχώς, τηλέφωνο τον Ελπι. - Τι στο διάβολο έγινε; με ρώτησε όταν με είδε. - Από πού ν’ αρχίσω δεν ξέρω, του απάντησα. Υπάρχει κάποιος που θα στα πει καλύτερα. Πρέπει να κατεβούμε στα υπόγεια. - Δεν μπορούμε….. Όχι χωρίς ένταλμα…. Αν όμως ο εισαγγελέας κουνήσει λίγο το κώλο του θα το έχουμε νωρίς το απόγευμα. - Τότε εγώ φεύγω κι έρχομαι αργότερα. - Δε κατάλαβες, είπε ο Ελπις. Πέσε στο καναπέ. Είναι ειδική παραγγελία για τέτοιες περιπτώσεις. - Μα η ώρα είναι ακόμα 7, πρωί, κι εγώ άρχισα να μοιάζω του Κλιντ Ιστγουντ, διαμαρτυρήθηκα. Ύστερα πρέπει να πλύνω και τα δόντια μου… - Κόφτο Αμβρόσιε, γρύλισε ο υπαστυνόμος, γιατί θα κοιμηθείς σε κελί. Πειστικό επιχείρημα. Δε λεω. Την έπεσα στο καναπέ. Με πήρε ο ύπνος πριν καν ακουμπήσω το κεφάλι μου στο μπράτσο. Άρχισα πάλι να πέφτω. Ταξίδευα στο χρόνο με τον παππού. Πετούσαμε πάνω απ’ την ζωή μου. Τα ξανάβλεπα όλα σε αξελερε, αλλά ανάποδα. Μέχρι την εποχή που έπιασα για πρώτη φορά το πουλί μου. Μια μάζα που μεγάλωνε τόσο….,μια μαζα που έτεινε στο άπειρο….. Τα υπόλοιπα έγιναν γρήγορα. Με ξύπνησαν στις 3 το απόγευμα. Εισβάλαμε στην εταιρία. Κατεβήκαμε κατ’ ευθείαν στο υπόγειο με το ιδιωτικό ασανσέρ. Όλα ήταν όπως τα άφησα αλλά ούτε ίχνος από τον γέρο και την χρονομηχανη. Μετά απ’ αυτό δεν είχα διάθεση να πω την ιστορία στον Ελπι, ούτε και σε κανένα άλλο. Αλλά όταν γυρίσαμε στο τμήμα έκλεισε την πόρτα του γραφείου και μου ‘πε ότι αν ήθελα αμοιβή έπρεπε να του δώσω κάτι, ακόμα κι αν αυτό ειν’ άχρηστο. Δεν είμαι και πολύ απαιτητικός. Ενέδωσα εύκολα. Όταν τελείωσα την ιστορία ο Ελπις με κοίταξε ανήσυχος. - Γιατί δεν γίνεσαι συγγραφέας Αμβρόσιε; Σε στείλαμε να κάνεις έρευνα κι όχι λογοτεχνία. Αν και μεταξύ μας η ιστορία σου είναι τόσο υπερβολική που δεν θα έπειθε κανένα. Δεν είναι καν αληθοφανής. Όπως ήδη διαπίστωσες στην εταιρία δεν γνωρίζουν την ύπαρξη του προσώπου που λες ότι μίλησες και κανείς δεν θα είδε κάποια συσκευή παρόμοια μ’ αυτή που μου περιέγραψες. Είναι απίστευτο τι ψέματα είσαι ικανός να αραδιάσεις προκειμένου να πάρεις μια ευτελή αμοιβή. Αμβρόσιε τράβα να κάνεις κάνα μπάνιο, βρωμάς. - Και το ανώνυμο τηλεφώνημα; επέμεινα εγώ. - Αυτό είναι το λιγότερο, απάντησε ο Ελπις. Μπορεί να το έκανε οποιοσδήποτε μέσα απ’ την εταιρία. Το θέμα είναι ότι δεν προκύπτουν στοιχεία για δολοφονία. Ακόμα κι αν είχες δίκαιο θα έπρεπε να καταδικάσουμε ερήμην σε θάνατο έναν εξωγήινο. Ήθελα να του πω πως δεν ψάχναμε εξωγήινο, αλλά το γέρο που την κοπάνησε με το κωλομηχάνημα. Αλλά δεν θα γινόταν τίποτα. Έπρεπε να παραδεχτώ ότι τα μούσκεψα. Δεν έπρεπε να φύγω απ’ το υπόγειο. Έπρεπε να καλέσω τον Ελπι με το

26


τηλέφωνο. Είχε όμως τηλέφωνο; Δεν θυμάμαι να είδα στο τσαρδι του γέρου τηλέφωνο. Αλλά πάλι τι διάολο. Ήμουν στην πιο προηγμένη τεχνολογικά εταιρία του κόσμου…. Απ’ την άλλη είναι μάλλον αργά να τα σκέφτομαι όλα αυτά. Τον κωλόγερο. Μου την έφερε. Ας είναι. Έπαιξα κι έχασα αν και όχι περισσότερα απ’ ότι είχα πριν παίξω. Γύρισα στο γραφείο. Η χρονομηχανη μου είχε το σχήμα της Absolute. Γέμισα το ποτήρι μου με καύσιμα κι η μαύρη τρύπα με ρούφηξε ξανά. Το ίδιο βράδυ άκουσα στο ραδιόφωνο ότι ο θάνατος καταχωρήθηκε ως αυτοκτονία. Η κηδεία θα γινόταν στη Μητρόπολη την επόμενη. Μετά την πέσανε στις αναλύσεις και τα σχόλια για το φαινόμενο Μπεητς και οι χαιρετισμοί αρχηγών κρατών και διασημοτήτων κάθε λογής πήγαιναν κι έρχονταν…. Γνωστή ιστορία. Το ‘κλεισα και το γραφείο άδειασε ξαφνικά. Τελικά κανείς δεν ζει παντοτινά και κανείς δε μπορει να μείνει γι’ αρκετό διάστημα νέος. Ο ποιητής θα έγραφε πολύ ωραία: *Χρόνος παρών και χρόνος παρελθόν ίσως και οι δυο παρόντες είναι εις χρόνο μέλλοντα. Κι ο μέλλον χρόνος έγκλειστος εις χρόνο παρελθόντα.*[2] αλλά ένας μεθύστακας αλήτης όπως εγώ, πιο κυνικά θα το διατύπωνε αλλιώς: ‘’Το παρελθόν μου μοιάζει με υπέρβαρη από άχρηστα αντικείμενα βαλίτσα και το μέλλον μου είναι μια σειρά από μακρεις πικρούς αποχαιρετισμούς. Το παρόν μου είναι μια άδεια μποτίλια που θα ρίξω σε λίγο στη θάλασσα και το τελευταίο καλο ποτό μου άφησε ήδη μια στυφή γεύση στη γλώσσα μου.’’[3] [1] ‘’Το τελευταίο φιλί’ του Τζαιημς Κραμλευ [2] Τ.Σ. Έλιοτ. [3] Επαναγραφη παραγράφου από το ‘’Το τελευταίο φιλί’ του Τζαιημς Κραμλευ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΑΞΙΔΙΩΝ Ξεφύλλιζα ένα διαφημιστικό της Μanos που κάποιος έριξε κάτω απ’ την πόρτα στο γραφείο μου. Φτηνές κρουαζιέρες για όλα σχεδόν τα μέρη του κόσμου. Όχι και πολύ φτηνές εδώ που τα λεμε, τουλάχιστον για την τσέπη μου. Βέβαια δεν μου άρεσαν ιδιαιτέρως οι μετακινήσεις αλλά τo γραφείο έκαιγε σαν φούρνος παρόλο που το καλοκαίρι δεν είχε στρίψει ακόμα απ’ τη γωνία. Τα ρολά ήταν κατεβασμένα και ο ανεμιστήρας ιδροκοπούσε για να το δροσίσει. Στη παρέα μας ήταν και η Stolichnaya που ως γνωστό πίνεται παγωμένη. ‘’Cool before drinking’’ γράφει στην ετικέτα. Αλλά για να την παγώσω θα’πρεπε να στάξω τουλάχιστον 30 καφετιά για ένα ψυγείο δεύτερο η τρίτο χέρι που επιπλέον θα λειτουργούσε σύμφωνα με την δική του ελεύθερη βούληση. Έτσι κι εγώ την έπινα ζεστή κι οι αναθυμιάσεις μ’ έστελναν κανονικά, και χωρίς άλλο μεταφορικό μέσο, στις έγχρωμες φωτογραφίες του διαφημιστικού. Ξαπλωμένος σε μια αναπαυτικη σεσλογκ μιας ηλιόλουστης πισίνας μεγάλου παραθαλάσσιου ξενοδοχείου παρέα με γυμνόστηθες γκόμενες σκεφτόμουν ότι και να αγόραζα ψυγείο θα μου ήταν αδύνατο να το πάρω μαζί μου. Από μικρά ηχεία σκορπισμένα ολόγυρα απολάμβανα την παγωμένη βότκα στον ήχο του τραγουδιού των Eagles: ‘’……………………………. Welcome to the Hotel California Such a lovely place, such a lovely face They’re livin’ it up at the Hotel California What a nice surprise, Bring your alibies ………………………………………….’’[1] Το τηλέφωνο με γύρισε πίσω κατεπειγόντως. Μια απαλή γυναικεία φωνή μου ζήτησε ένα ραντεβού για τον κο Κοξ, από την εταιρία ‘’The only way’’. Είπαμε για το απόγευμα στις πέντε και μου το έκλεισε πριν προλάβω να τη ρωτήσω αν οι γκόμενες ήταν στην τιμή της κρουαζιέρας. Την εταιρία δεν την είχα ακουστά, αλλά αυτό δεν

27


σήμαινε ότι δεν υπήρχε κιόλας. Ειλικρινά δεν μου καιγότανε καρφί. Το μόνο που είχε σημασία είναι ότι κάποιος πελάτης θα διάβαινε το κατώφλι του ξεχασμένου γραφείου μου για να με φέρει πάλι σ’ επαφή με τον κόσμο και τους δανειστές μου. Ο μιστερ Κοξ ήταν αδύνατος, μεσαίου αναστήματος και κουστουματος στην περιοχή του πολύχρωμου καρό. Φορούσε και μια καλοσιδερωμενη γραβάτα με το λογότυπο της εταιρίας του. Ένα λευκό μαντηλάκι, προσεκτικά διπλωμένο, φώλιαζε στο τσεπάκι του σακακιού του. Δεν θέλω να το πω, αλλά έμοιαζε με κινούμενη ταπετσαρία. Αν εξαιρέσουμε την ελαφριά αυστραλέζικη προφορά στα πολύ καλά, κατά τα αλλά, ελληνικά του και το ελαφρά υπεροπτικό του ύφος, δεν θα σας μεταφέρω όλο τον διάλογο μας παρόλο που ο μιστερ Κοξ- από το Κονταξακης για τα’ όνομα του θεούυπήρξε ομιλητικότατος. Θα αρκεστώ μόνο σε μια μικρή περίληψη για να μην σας κουράσω. Μου άφησε μάλιστα κι ένα φάκελο τίγκα στα πεντοχίλιαρα ως προκαταβολή για μια στενότερη και ταυτόχρονα ευρύτερη συνεργασία που δεν είμαι βέβαιος όμως αν θα εξελισσόταν σε βαθιά φιλία. Όχι, όχι, δεν επρόκειτο για διαζύγιο, αλλά για κάτι παρεμφερές. Για την παρακολούθηση κάποιων ατόμων που είχαν σχέση με την εταιρία. Με την πολυεθνική εταιρία, της οποίας αρχιερέας στην Ελλάδα ήταν ο ίδιος ο μιστερ Κοξ. Απ’ όσα μου αράδιασε χαμογελαστός- μιλούσε σχεδόν δυο ώρες χωρίς διάλειμμα- κατάλαβα ότι αντιπροσώπευε κάτι που θύμιζε περισσότερο ένα είδος θρησκευτικής αίρεσης. Ο ίδιος την ονόμαζε επιχείρηση αλλά ουσιαστικά λειτουργούσε σαν σέχτα. Ο μιστερ Κοξ σπούδασε οικονομικά στο Σιντνευ όπου μετανάστεψε η οικογένεια του το 1954, όταν ο ίδιος ήταν ακόμα 14ων χρονών. Αποφοίτησε κακήν –κακώς και μετά από 5-6 χρόνια στην ανεργία άλλαξε το όνομα του από Κονταξακης σε Κοξ και ίδρυσε μαζί με άλλους δυο φίλους του την εν λόγω εταιρεία που από τις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα έγινε πλέον πολυεθνική. Μ’ αλλά λόγια οι δουλειές του πήγαν πολύ καλά και εδώ και μερικά χρόνια άνοιξε τα πρώτα υποκαταστήματα στην Ελλάδα, την 18η χώρα των δραστηριοτήτων του ανά τον κόσμο και καλο ορμητήριο για τα Βαλκάνια. Το δόγμα αυτής της αίρεσης ήταν η ομοούσιος και αδιαίρετη φύση του Πλούτου, της Εξουσίας και της ανθρώπινης Ευτυχίας. Η μύηση συνίστατο, στο να εμφυσήσει στον καθένα μας, ανεξαρτήτου ηλικίας, φύλλου, χρώματος και κοινωνικής προέλευσης,- ως προς αυτό δεν διέκρινα καμιά απολύτως προκατάληψη- την θέληση και την βούληση να μετατρέψουμε τον εαυτό μας, τους φίλους και τους γνωστούς μας, συμπεριλαμβανομένων και των συγγενών πρώτου βαθμού, σε καταναλωτές και πωλητές, για να εκπληρωθεί έτσι το θέλημα του ιδρυτή-θεού για μεγάλη κατανάλωση, μεγάλους τζίρους και μεγάλα κέρδη. Υπήρχε ολόκληρο τελετουργικό για το πώς μπορει να γίνει αυτό, το οποίο και μου εξήγησε περιληπτικά. Η αίρεση αυτή θεοποιούσε μια σειρά από καταναλωτικά προϊόντα, δικής της παραγωγής και διάθεσης, που ήταν αγιασμένα από τα χημικά εργαστήρια της και ως εκ τούτου απαλλαγμένα από κάθε ακαθαρσία. Κι όπως κάθε αξιοπρεπής δοξασία είχε κι αυτή τους δικούς της τόπους λατρείας. Δεν ήταν ναοί ιωνικού, κορινθιακού η δωρικού ρυθμού όπως του Δωδεκάθεου, ούτε βασιλικού η γοτθικού όπως των χριστιανών ορθόδοξων η καθολικών. Λυπάμαι αλλά καμιά απολύτως σχέση. Ήταν τεράστια τετράγωνα Σούπερ- μαρκετς με αναλογίες: ένα τέταρτο κτίριο και τρία τέταρτα παρκιγκ, ένα σχεδόν σε κάθε πόλη, για να μπορούν εύκολα και αποκλειστικά, όχι μόνον οι πιστοί αλλά και οι γνωστοί και οι φίλοι τους, να κάνουν skateboard στους διαδρόμους τους και να θυσιάζουν τις οικονομίες τους στον ιερό βωμό της κατανάλωσης. Βέβαια, κάθε πιστός κέρδιζε ένα ποσό, ανάλογα με την κατανάλωση που έκαναν oi άλλοι πιστοί που μύησε αυτός με την σειρά του στην εν λόγω θρησκεία. Ο στόχος του ήταν να καταφέρει να κερδίζει τόσα πολλά που θα του χάριζαν τον επίγειο παράδεισο, δηλ. την δυνατότητα να ζει, και να απολαμβάνει με όποιον τρόπο θέλει αυτός τον πλούτο του, χωρίς να χρειάζεται να δουλεύει, μόνο από την κατανάλωση των πιστών που είχε στη δική του γραμμή. Αυτό σημαίνει ότι κάθε πιστός ήταν ταυτόχρονα και ιεραπόστολος και ιερέας, σε μια κλιμακούμενη ιεραρχία που το κριτήριο της ήταν τα έσοδα του. Όσο αυξάνονταν τα έσοδα του κάθε πιστού τόσο πιο ψηλά ανέβαινε ιεραρχικά και τόσο πιο κοντά πλησίαζε στον

28


παράδεισο. Όσοι απ’ αυτούς ήταν αρκετά δραστήριοι, η εταιρία για να τους ενθαρρύνει τους προσκαλούσε δωρεάν ως ανταμοιβή, σε κρουαζιέρες, στα ωραιότερα μέρη του κόσμου, για να πάρουν μια γεύση του ποθητού στόχου. Φυσικά για τα ταξίδια αυτά δεν απευθύνονταν στη Manos. Είχαν το δικό τους πρακτορείο. - Αγαπητέ Αμβρόσιε, ειπε θεατρικά ο μίστερ Κοξ, τι όνειρα έχετε εσείς για την ζωή σας; Πως φαντάζεστε τον εαυτό σας μετά από δέκα χρόνια; Δεν επιθυμείτε να απαλλαγείτε από το άγχος, το στρες και την αγωνία την καθημερινής επιβίωσης; Δεν θα θέλατε να βγάλετε γρήγορα και εύκολα τόσα πολλά λεφτά που να μπορείτε να εξαγοράσετε την ελευθερία σας, υιοθετώντας έναν τρόπο ζωής που υπάρχει μόνο στα πιο μακρινά και άπιαστα όνειρα σας; Σκεφτείτε, τι είναι αυτό που κάνει ευτυχισμένο έναν άνθρωπο. Ποιο είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορει να κάνει στον εαυτό του. Είναι ο ελεύθερος χρόνος. Αλλά γι’ αυτό χρειάζεται χρήμα και εξουσία. Εμείς γνωρίζουμε τον τρόπο. Βοηθήστε τον εαυτό σας βοηθώντας τους άλλους να γλιτώσουν από ωράρια και εργοδότες. Μπορείτε να γίνεται επιχειρηματίας, μέτοχος στην μεγαλύτερη επιχείρηση του κόσμου, και μάλιστα χωρίς καθόλου κεφάλαιο. This is, the only way. Βέβαια καταλαβαίνω ότι από την φύση της δουλειάς σας είστε καχύποπτος, δύσπιστος. Αλλά είμαι σίγουρος ότι σύντομα θα πειστείτε, κατέληξε αλαζονικά χαμογελαστός. Θα σας γελάσω αν σας πω ότι τον συμπάθησα. Κάτω από άλλες συνθήκες θα προτιμούσα να τον πετύχω μόνο του σε κάποια ερημιά και να τα λέγαμε ένα χεράκι οι δυο μας, χωρίς διαιτητές και με μόνο έπαθλο την ευχαρίστηση. Θα ήθελα να του αλλάξω τα φώτα και κυρίως αυτό το ψευτοχαμογελο που ήταν μόνιμα σκαλωμένο στην σκατοφατσα του. Δεν είμαι βίαιος τύπος αλλά δεν μ’ αρέσει να τσαλακώνονται όλα τα πράγματα, και μάλιστα από κάτι τέτοιου τύπου υποκείμενα. ΤΙ ήταν αυτός ο εξυπνάκιας στη προηγούμενη ζωή; Μπορεί και να κολλούσε κάπου γραμματόσημα. Πάντως τώρα είναι εδώ ματσωμένος και μου πουλάει μούρη και νάιλον ιδεολογία. - Θα το σκεφτώ, απάντησα, αλλά αυτό που ήθελα πραγματικά να πω ήταν ότι μετά απ’ όλα αυτά που μου περιέγραψε τόσο γλαφυρά, ήρθε επιτέλους η ώρα για διαφημίσεις: ‘’ Η μοναδική περιουσία που διαθέτει ένας φτωχός είναι ο κώλος του, γι’ αυτό βάζει τα χέρια του στην πίσω τσέπη του παντελονιού, για να τον προφυλάξει.’’ Φεύγοντας μου άφησε διάφορα προπαγανδιστικά φυλλάδια και κασέτες και ένα βιβλίο του Χβαρτς: ‘’The magic of succeeding’’. [2] Η εργασία που μου ανέθεσε ο μιστερ Κοξ, συνίστατο στο να μαζεύω στοιχεία για διάφορα άτομα, που μου έδινε επιλεκτικά η εταιρία, σχετικά με το οικογενειακό και επαγγελματικό τους περιβάλλον και την αισθηματική και οικονομική τους κατάσταση. Ήταν μια εύκολη δουλειά, γιατί είχα ανοιχτό λογαριασμό ώστε να εξασφαλίζω εύκολα για την έρευνα μου πρόσβαση σε νόμιμους και παράνομους χώρους πληροφόρησης. Οι λίστες μου δινόντουσαν κατά τριάδες η πεντάδες, περίπου μια κάθε μήνα αλλά εγώ εισέπραττα την αμοιβή μου κανονικά κάθε βδομάδα. Η φύση της εργασίας μου με ανάγκαζε να συχνάζω όλο και περισσότερο σε τελετές που οργάνωνε η εταιρία σε αίθουσες εκδηλώσεων γνωστών ξενοδοχείων της πόλης. Στην αρχή έμεινα έκπληκτος από το κλίμα που υπήρχε εκεί. Μαζεύονταν από 150 ως 3 000 άτομα και επαναλάμβαναν ξανά τις βασικές αρχές της μύησης. Ύστερα επιβράβευαν τους πιο πετυχημένους μέσα από αλαλαγμούς, χειροκροτήματα και δυνατή ρυθμική μουσική. Η όλη παράσταση θύμιζε παγανιστική ιεροτελεστία. Σ’ όσους ανέβαιναν στην ιεραρχία τους δίνονταν διάφορα κοσμήματα σαν διακριτικά βαθμού και άλλα δώρα. Ομολογώ ότι ποτέ μου μέχρι τώρα δεν συνάντησα τόσους πολλούς αισιόδοξους και χαρούμενους, ηλιθίους ανθρώπους σ’ ένα μέρος. Δεν μπορούσα να καταλάβω την πηγή της ευφορίας τους που όμως έβαζε σε δεύτερη μοίρα κάθε άλλου είδους κοινωνική αξία. Ούτε πέρασε ποτέ από το μυαλό μου ότι το χρήμα θα μπορούσε να γίνει τόσο άμεσα και απροκάλυπτα αντικείμενο λατρείας. Άραγε δεν υπάρχει κανείς μέσα σ’ αυτό το πλήθος που να συνειδητοποιεί ότι στην πραγματικότητα χειροκροτεί αυτούς που πλούτιζαν στη καμπούρα του; Ένιωθα σαν να έχω έρθει από το φεγγάρι. Η εγώ δεν έχω καλή σχέση με την πραγματικότητα η η πραγματικότητα… Συγνώμη

29


αλλά ξέχασα τι ήθελα να πω… Το ίδιο κάνει…. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε, -ήρθε η ώρα να τα ψάλω και στον εαυτό μου- ότι ήμουν κι εγώ μπλεγμένος κατά κάποιο τρόπο και μάλιστα τέτοιο που μάλλον δεν μου έδινε το δικαίωμα να το παίζω ιεροκήρυκας. Δεν ήμουν σύμβολο του ασυμβίβαστου, του χώρου των ανυποχώρητων αρχών, του αδιαπραγμάτευτου. Απλά από μιζέρια δεν έβαζα τα χέρια μου βαθιά μες τα σκατά. Αλλά τα έβαζα. Κι ας είχα την ικανοποίηση ότι δεν ταβαζα τόσο βαθιά όσο ο μιστερ Κοξ και το ιερατείο του. Μπορεί με το Πολυτεχνείο, εκείνα τα ένδοξα χρόνια της δεκαετίας του ’70, να μην αλλάξαμε τον κόσμο. Μπορεί να μην αλλάξαμε τελικά ούτε τον εαυτό μας, αλλά διατηρήσαμε έναν αυτοσαρκασμό όταν ανακαλύψαμε ότι για να επιβιώσουμε θα πρέπει να κάνουμε πράγματα που δεν θα θέλαμε να κάνουμε. Ε, αυτός ο αυτοσαρκασμός μας ταλαιπωρούσε αλλά κι εξάγνιζε μ’έναν τρόπο την κατά τα άλλα ελαστική συνείδηση μας. Έτσι λοιπόν, και ως ήταν αναμενόμενο, άρχισα σιγά-σιγά να συνηθίζω. Κακό πράγμα η συνήθεια. Καθόμουνα σε μια γωνιά και παρακολουθούσα τα άτομα που έβρισκα στις λίστες μου. Δεν είχα και ιδιαίτερη δυσκολία γιατί ήταν άτομα συνήθως υψηλόβαθμα. Μάλιστα γνώρισα και μια ωραία μικρή, που δούλευε σαν γραμματέας και ήθελε με πάθος να γίνει πολυεκατομμυριούχος, κι έτσι περνούσα ακόμα καλύτερα. Η μικρή φυσικά δεν ήξερε τι δουλειά κάνω ακριβώς, ούτε υπήρχε λόγος να το μάθει. Είχε πάθος για τη ζωή κι εγώ δε θέλω να σας πείσω ότι δεν επωφελήθηκα. Απλά αναγκαζόμουν κάθε τόσο ν’ αγοράζω απορρυπαντικά και οδοντόκρεμες που δεν είχα ανάγκη και να την ακούω να μου μιλάει συνεχώς για γραμμές εκπροσώπησης, εξάπλωση του συστήματος σε βάθος, για δίκτυα, ποσοστά, πόντους και μεγάλα κέρδη. Μου μιλούσε γι’ αυτά ακόμα κι όταν κάναμε έρωτα. Την βρίσκαμε κοιτάζοντας φωτογραφίες που έβγαζε με μια πολαροιντ κάθε τόσο μπροστά σε πολυτελή αυτοκίνητα και πλουσιοσπιτα που θα αγόραζε όταν θα γινόταν 24ων καρατίων. Το μόνο σκοτεινό σημείο στη σχέση μας ήταν ότι επέμενε να της δώσω ονόματα, αλλά εγώ εκτός από κάποιους πρώην πελάτες μου- εδώ υπεισέρχεται το επαγγελματικό απόρρητο- το μόνο άλλο πρόσωπο που γνώριζα στη πόλη ήταν ο αστυνόμος Ελπις- και κάτι χαμένα κορμιά στο Dacapo, στην ανεξάρτητη εκκλησία της κραιπάλης, της μέθης και του πεθαμένου χρόνου, αρχιερέας της οποίας ήταν ο παναγιότατος Μιλτος. Η μικρή όμως ήταν πεισματάρα. Αν και το σεξ στην σχέση μας ήταν σε ημερήσια διάταξη, εν τούτοις έμοιαζε ναχει καταπιεσμένη λίμπιντο κι αναζητούσε διέξοδο σε άλλες μαλακίες. Εργαζόταν σαν τρελή και δεν τα πήγαινε καθόλου άσχημα. Ευτυχώς που δεν την γνώρισε ο Φρουντ. Θα τον είχε κάνει ρεζίλι. Ανέβαινε γρήγορα στην σκάλα της ιεραρχίας, τόσο γρήγορα που μέσα σε δυο μήνες πέρασε τους 10 000 πόντους και μπήκε έτσι σε μια από τις λίστες μου. Δεν χρειαζόταν να κάνω ιδιαίτερη έρευνα. Μου τα είχε ήδη πει όλα μόνη της. Ήταν μοναχοκόρη από ένα μικρό χωριό της Κρήτης. Οι γονείς της, έμεναν στο χωριό και ήταν σχετικά φτωχοί και προχωρημένης ηλικίας. Οι σχέσεις τους δεν ήταν καλές. Ο πατέρας της την είχε σχεδόν αποκληρώσει, γιατί αντί να παντρευτεί το έσκασε για να εργαστεί στην πόλη, πράγμα απαράδεχτο για την συντηρητική μικροκοινωνια του χωριού. Η μικρή πίστευε ότι με τα λεφτά θα ξανάφτιαχνε η σχέση τους, αλλά θεωρούσε ότι δεν έβγαλε ακόμα αρκετά για να δοκιμάσει. Λογάριαζε να τους εντυπωσιάσει. Το πιο κοντινό της πρόσωπο στην πόλη ήμουν εγώ, αν κι η μικρή μου τοχε ξεκαθαρισμένο ότι σαν χαραχτήρας δεν ήμουν ο άνδρας των ονείρων της κι ας της έμαθα διάφορα ερωτικά τερτίπια, ούτε αρκετά νέος για να γίνω ο άνδρας των παιδιών της. Οι υπόλοιποι ήταν γνωστοί και μέλη της εταιρίας με τους οποίους είχε σχέση μόνο συναλλαχτικη. Όλα αυτά τα περιέγραψα στην αναφορά μου εκτός φυσικά από την σχέση της μαζί μου. Πέρασαν έτσι τρεις μήνες. Η πιο εύπορη και ζεστή περίοδος στη ζωή μου και στο επάγγελμα και στην πόλη. Ο μιστερ Κοξ ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος μαζί μου σε σημείο που ούτε τον ενοχλούσε το γεγονός ότι δεν έγινα ακόμη οπαδός τους. Ξαφνικά με κάλεσε σε κρουαζιέρα. - Αγαπητέ Αμβρόσιε υπάρχει μια δεκαπενθήμερη κρουαζιέρα για Χαβάη. Αν θέλετε

30


να συμμετάσχετε θα είναι ευχαρίστηση μας. Τον φαντάστηκα να χαμογελάει στην άλλη άκρη της γραμμής. Θα με θεωρούσε σίγουρα μαλάκα και θα νόμιζε ότι θα αρπάξω με ενθουσιασμό το ξεροκόμματο της ψευδαίσθησης που μου πέταξε. Έλα όμως που δεν μου άρεσαν οι μετακινήσεις. Αρνήθηκα. Τον άφησα να καταλάβει ότι είχα πολύ δουλειά, αλλά η αλήθεια είναι ότι ήταν καλεσμένη κι η μικρή και δεν θα περνούσε απαρατήρητη η πραγματική μας σχέση. Βέβαια η μικρή δεν συμφωνούσε αλλά κι εγώ δεν μπορούσα να της εξηγήσω την σχέση μου με την εταιρία. Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν κατάφερα να την πείσω και χωρίσαμε μαλωμένοι. Αυτή πήρε την κρουαζιερα κι εγώ μια από τα ιδια. Κι αυτό ήταν και το μεγάλο λάθος μου. Έλα όμως που πολλές φορές σ’ αυτή τη ζωή τα διλήμματα είναι μοιραία ότι και να διαλέξει κανείς. Η μικρή δεν γυρισε από την κρουαζιερα. Μας τελείωσε μυστηριωδώς, σε 48 ώρες, από νόσο που μεταδίδουν μόνο τα ποντίκια. Μου στοίχισε. Αγόρασα βότκα και την ήπια ζεστή μέχρι που έπεσα σε κώμα. Ονειρεύτηκα…. ούτε κι εγώ θέλω να θυμάμαι τι ονειρεύτηκα. Ξύπνησα, δυο μέρες μετά, με μια φριχτή ιδέα να γρατζουνάει τον εγκέφαλο μου. Έμεινα μισή ώρα κάτω απ’ το ντους για να συνέλθω κι ύστερα μάζεψα τον πονοκέφαλο και τις λίστες μου και πήγα να συναντήσω τον Ελπι. - Θέλω μια χάρη, του δήλωσα αποφασιστικά. Δεν ξέρω ακριβώς τι συμβαίνει αλλά ελπίζω να το μάθω αρκεί να τσεκάρεις αυτά τα ονόματα. Αν υπάρχουν αγνοούμενοι η νεκροί θα σε παρακαλούσα να μου το αναφέρεις. - Είναι καλύτερα να πας σε εφημερίδα, με συμβούλεψε. Οι δημοσιογράφοι είναι πιο ενημερωμένοι. - Ας δούμε πρώτα τι μπορείς να βρεις εσύ και μετά βλέπουμε, είπα εγώ. Πέρασαν τρεις μέρες και ο Ελπις δεν με πήρε τηλέφωνο. Από την εταιρία, η ίδια απαλή γυναικεία φωνή, με ειδοποίησε ότι ο Κοξ έφυγε μόνιμα για το εξωτερικό και δεν χρειάζονται άλλο τις υπηρεσίες μου. Έλαβα μάλιστα με courier ένα φάκελο με την εξόφληση του λογαριασμού- σαφώς αρκετά περισσότερα από τα τριάντα αργύρια- κι ένα ευχαριστήριο σημείωμα για τις υπηρεσίες μου. Αποφάσισα να ξαναπεράσω από το τμήμα. Ο Ελπις ήταν εκεί και με δέχτηκε εύκολα. - Τέσσερα άτομα έχουν πεθάνει, μου ανακοίνωσε. Αιτίες: ατύχημα η σπάνια ασθένεια. - Υποθέτω ότι και τα τέσσερα άτομα δεν είχαν καθόλου φίλους και συγγενείς για να τα αναζητήσουν. Η σχεδόν καθόλου, σχολίασα. - Πολύ πιθανόν, είπε ξερά ο Ελπις. - Δεν θες να μάθεις περί τίνος πρόκειται; τον ρώτησα. - Εμείς τι νομίζεις ότι κάνουμε εδώ Αμβρόσιε, μύγες βαράμε; Ότι και να’ναι δεν μπορούμε να αποδείξουμε τίποτα. Απολύτως τίποτα, μου είπε αγαναχτισμένος ο Ελπις και σηκώθηκε για να με κάνει να φύγω. Δεν κούνησα. Ήθελα να του πω όλη την ιστορία για να τον μεταπείσω, όταν πήρε το μάτι μου στο γραφείο του το βιβλίο του Χβαρτς ‘’The magic of succeeding’’. Έφυγα χωρίς να πω τίποτα. Γύρισα στο γραφείο και την έπεσα πάλι στη ζεστή Stolichnaya. Ακόμα μια υπόθεση έγινε καπνός μέσα απ’ τα χέρια μου. Αντίθετα ξαναβούτηξα στ’ Όνειρο. Ίσως γιατί στ’ Όνειρο τα φαντάσματα κάνουν πάρτι σαν στο σπίτι τους ενώ στην πραγματικότητα όλα είναι πιο εξωπραγματικά κι απ’ τα φαντάσματα. Αυτή τη φορά βρέθηκα σ’ ένα σούπερ ταξιδιωτικό γραφείο- καμιά σχέση με τη Manos- γεμάτο έγχρωμες φωτογραφίες, στην υποδοχή ενός πολυτελούς ξενοδοχείου και δίπλα σε μια παραλία με γυμνόστηθες γκόμενες. - Θέλω ένα εισιτήριο επιστροφής, είπα σ’ έναν υπάλληλο που ήταν κρυμμένος πίσω από ένα κομπιούτερ. - Γιατί, με ρώτησε ψιλοειρωνικα και χωρίς καν να μπει στο κόπο να με κοιτάξει. Δεν σας αρέσουν οι γκόμενες; - Καλές είναι, απάντησα, αλλά δεν είναι στην τιμή του δωματίου μου, κι αυτό μου την δίνει. - Δεν μπορείτε, μου ξαναείπε.

31


- Και γιατί παρακαλώ; Έχω λεφτά, και έσπρωξα προς το μέρος του το φάκελο της εξόφλησης μου. - Δεν είναι οικονομικό το θέμα, επανέλαβε αυτός. Απλά δεν μπορείτε. - Και γιατί δεν μπορώ παρακαλώ; ρώτησα έκπληκτος. Έχω μήπως κάποιο ελάττωμα και δεν το ξέρω; - Δεν μπορείτε γιατί είστε καλεσμένος και η κρουαζιέρα αυτή είναι one way, μου εξήγησε αργά σαν να μιλούσε σε καθυστερημένο, αλλά εξακολουθώντας να μένει κρυμμένος. - Τι θα πει one way και μαλακίες. Θα υπάρχει κάποιος τρόπος για να γυρίσω πίσω. Για όλα υπάρχει κάποιος τρόπος, ξέσπασα εγώ. - Και βέβαια υπάρχει τρόπος, είπε ο υπάλληλος. Δεν έπρεπε να δεχτείτε την πρόσκληση. This is the only way, είπε και ξεπρόβαλε πίσω απ’ το κομπιούτερ χαμογελαστός. Ήταν ο μιστερ Κοξ, αυτοπροσώπως. Ένιωσα τα γόνατα μου να λυγίζουν. Πήγα στο μπαρ και παράγγειλα μια διπλή Stolichnaya , καλά παγωμένη. Άρχισα να την πίνω αργά και να χαζεύω τα ατελείωτα πόδια μιας γκόμενας που δήθεν αδιάφορα άφησε το σκαμπό να της σηκώσει τη φούστα μέχρι τη μέση. Από τα ηχεία του μπαρ ακουγόταν πάλι το γνωστό τραγούδι των Eagles: ‘’……………………… Last thing I remember I was running for the door I had to find the passage back To the place I was before Relax said the nightman, We are Programmed to receive You can check out any time you like But you can never leave. ……………………………’’[3] Μερικά πράγματα τα αντιλαμβανόμαστε αργά στη ζωή μας. Ο κόσμος είναι μπουχτισμένος από δημοκρατία. Έχει κουραστεί να κάνει επιλογές. Ολοκληρωτικές οργανώσεις τέτοιου τύπου, όπου άλλοι διαλέγουν γι’ αυτόν, τον απαλλάσσουν από μεγάλες σκοτούρες. Ίσως πάλι και να μην είναι πολύ αργά. Φαντάστηκα τον εαυτό μου αρχηγό μιας αίρεσης που να λατρεύει τις πολυγαμικές σχέσεις. Θαυμάσια σκέψη. Απόδειξη ότι η βότκα που με μεθούσε ήταν ανόθευτη κι αγνή σαν αγιασμό. [1] ‘’ …Καλώς ήρθατε στο ξενοδοχείο Κλλιφορνια Ένα τόσο όμορφο μέρος, ένα τόσο όμορφο πρόσωπο, Περνούν καλά στο ξενοδοχείο Κλλιφορνια Τι ωραία έκπληξη, φέρε μαζί σου τα άλλοθι σου…. [2] ‘’ Η μαγεία της επιτυχίας’’ [3] ‘’…Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι Έτρεχα να βρω την πόρτα Έπρεπε να βρω το δρόμο της επιστροφής Για το μέρος που ήμουνα πριν Ηρέμησε μου ειπε ο νυχτερινός ρεσεπιονιστ Είμαστε προγραμματισμένοι να δεχόμαστε Μπορείς να δηλώσεις αναχώρηση ότι ώρα θέλεις Αλλά δεν μπορείς ποτέ να φύγεις…..’’

O ΞΕΝΟΣ - …..Είμαι ένας άνθρωπος της παρακμής….. Παιδί ενός πολιτισμού που γέρασε πολύ….. Πιστεύω σ’ αυτό το μύθο. Δεν υπάρχει τρόπος να πιστέψω σε κάτι άλλο…. Έζησα έτσι όλη μου τη ζωή. Προσπάθησα , ειλικρινά, ν’ αλλάξω δρόμο, αλλά στάθηκε αδύνατο….. Ήταν κάτι πάνω απ’ τις δυνάμεις μου, πιστέψτε με….. Ένας μηχανισμός που λειτουργεί ερήμην μου. Κάτι σαν την βαρύτητα η την εξάτμιση του νερού….

32


Ακολούθησε μια μικρή παύση. Στη φλόγα του σπίρτου που έβαλε φωτιά στο τσιγάρο του, προσπάθησα να δω το πρόσωπο του. Αλλά δεν τα κατάφερα. Μπήκε στο γραφείο μου πριν πέντε λεφτά ήσυχα και κάθισε στον καναπέ απέναντι μου, χωρίς να μου συστηθεί. Χωρίς καν να ρωτήσει αν μπορώ κι αν θέλω να τον δεχτώ. Ήταν αργά το απόγευμα την ώρα που το φως λιγοστεύει όλο και περισσότερο και οι περσίδες του παραθύρου μου ήταν κλειστές. Μέσα στο μισοσκόταδο δεν έβλεπα παρά μια σιλουέτα ενός αρκετά κομψού κι ευκίνητου νέου ανθρώπου. Αν κανείς θεωρείται νέος γύρω στα 45. Σχεδόν τόσο είμαι κι εγώ και δεν μπορώ να πω ότι τα συναισθήματα μου είναι ιδιαζόντως νεανικά. Φορούσε ένα καπέλο που σκίαζε το πρόσωπο του και μου μιλούσε αποφεύγοντας να γυρίζει προφίλ. Δεν θέλω να πω πως το έκανε επίτηδες γιατί δεν μπορούσε να προβλέψει αν θα ανάψω η όχι το φως, ούτε μου απαγόρευσε να το κάνω. Με πέτυχε όμως σε μια στιγμή περισυλλογής, με τα πόδια πάνω στο τραπέζι και τη Filandia να ξεχειλίζει το ποτήρι μου. Ήταν μια απ’ τις ηλίθιες στιγμές που νιώθουμε να μας πνίγει η αποτυχία κι εμείς με τη σειρά μας προσπαθούμε να την πνίξουμε στο αλκοόλ. Ήταν μια στιγμή που νομίζουμε ότι αν ζούσαμε ξανά την ζωή μας, αν πραγματικά είχαμε μια τέτοια, έστω κι από δεύτερο χέρι, ευκαιρία, θα κάναμε σίγουρα άλλες επιλογές με λιγότερα λάθη, αλλά απ’ την άλλη πάλι ξέρουμε καλά ότι κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου σίγουρο κι ότι οι πιθανότητες να κάναμε τα πράγματα χειρότερα είναι εξίσου πολλές, μπορεί και περισσότερες. - Μ’ αρέσει να ερμηνεύω τον κόσμο με το δικό μου τρόπο, όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι και να θεωρώ ως πραγματικότητα του κόσμου την δική μου πραγματικότητα. Ίσως αυτό να το βρίσκεται αρκετά εγωιστικό αλλά σας διαβεβαιώνω ότι νιώθω παγιδευμένος σ’ ένα κυκλικό λαβύρινθο όπου όλα ανακυκλώνονται ερήμην μας, σαν να υπάρχει μια μεταφυσική νομοτέλεια, μια υπερφυσική οικονομία που ακυρώνει αυτομάτως κάθε χειρονομία που απειλεί να διαταράξει μια μυστηριώδη παγκόσμια τάξη ακόμα κι αν εμείς το θέλουμε πολύ και το προσπαθούμε περισσότερο…… Μ’ εκνεύριζε όλο και περισσότερο που δεν μπορούσα να τον δω. Κι ύστερα όλα αυτά που έλεγε και μάλιστα αυτή την ώρα.. ήταν σαν να μου έστριβε ένα κατσαβίδι στο κεφάλι. Δεν έκανα όμως κάποιο σχόλιο ούτε κουνήθηκα απ’ τη θέση μου. Γέμισα μόνο το ποτήρι με βότκα και άνοιξα μηχανικά το συρτάρι. Το τριανταδυάρι άραζε εκεί, βουβό και καλολαδωμένο και δίπλα του παρκαρισμένο το μικρό δημοσιογραφικό κασετόφωνο. Πάτησα μαλακά το rec. και ξανάκλεισα το συρτάρι. Αυτή η νωθρή και λίγο βραχνή φωνή, μου ήταν εξαιρετικά γνώριμη. Το κεφάλι μου όμως σκαρφάλωνε στη κορυφή του πόνου και μου ήταν δύσκολο να του δώσω κι άλλη δουλειά. Έκανε ζέστη παρ’ ότι ο ανεμιστήρας οροφής στριφογύριζε σαν κουρασμένη μπαλαρίνα. Ένα ελαφρό αεράκι σκόρπιζε τον καπνό του τσιγάρου του κάνοντας τον αέρα του γραφείου ακόμη πιο πνιγηρό. Κατά τα άλλα, οι περσίδες εξακολουθούσαν να είναι κλειστές, το φως λιγότερο καθως η μέρα πήγαινε για ύπνο και η γεύση της βότκας θύμιζε σίγουρα την γεύση βότκας. Τώρα το μόνο που σχεδόν έβλεπα ήταν μια καύτρα ν’ αναβοσβήνει σαν πυγολαμπίδα. - Κάποτε όταν ήμουν φοιτητής… ένας καθηγητής μας είπε ότι για να ξεχωρίσουμε πρέπει να καλλιεργήσουμε αυτά που μας κάνουν να διαφέρουμε απ’ τους άλλους…. Να κάνουμε τα ελαττώματα μας προτερήματα, τα βίτσια μας, αρετές….. Αυτό σε οδηγεί σε μονοπάτια ερημικά…. Μιλώ από πείρα. Καταλήγεις να κινείσαι σε περιοχές περιθωριακές και συχνά απαγορευμένες, καταραμένες. Σε κάνουν να θέλεις να τα δοκιμάσεις όλα…. Κι εγώ το έχω κάνει…. Συμπυκνώνουν την ζωή σου και ταυτόχρονα σε σημαδεύουν με μια αίσθηση ανικανοποίητου…. Μην ταράζεστε….. Δεν ήρθα να σας εκμυστηρευτώ κάποιο φόνο. Δεν έχω φτάσει ακόμη μέχρι εκεί. Έφερα αργά το ποτήρι με τη Filandia στο στόμα μου για πολλοστή φορά. Είδα το πρόσωπο μου παραμορφωμένο στα γυάλινα τοιχώματα του. Να πάρει ο διάολος σκέφτηκα. Κουτσοί στραβοί στον άγιο Παντελεήμονα. Κάτι συμβαίνει κι όλοι οι προβληματικοί αργά η γρήγορα πέφτουν επάνω μου. Επειδή ξέρω τα δύσκολα μπορεί να νομίζουν ότι τα ξέρω όλα. Καλό ε; Αλλά εγώ δεν είμαι ψυχαναλυτής. Είναι

33


κάτι περισσότερο από σαφές. Η ταμπέλα έξω απ’ το γραφείο μου γράφει με κεφαλαία και σε σωστά παραδοσιακά ελληνικά ‘’Αμβρόσιος Σακάδας- Γραφείο ερευνών’’. Η δουλειά μου είναι να βρίσκω. Όπως ακριβώς το ακούτε. Να βρίσκω χαμένα ζώα, χαμένα αντικείμενα και χαμένα κορμιά. Άντε και κάνα διαζύγιο που και που. Αυτά είναι ότι πρέπει για να καλύπτω τα μίζερα έξοδα μου και να μου μένει και λίγος χρόνος για καμιά δυσάρεστη σκέψη. Άλλωστε – όπως λεει κι ο κινέζος- όταν δουλεύεις πολύ δεν προλαβαίνεις να βγάλεις χρήματα. Και τώρα αυτός ο τύπος είναι σαν να’χει μπει μες στο κεφάλι μου και μου λεει φωναχτά πράγματα που εγώ έχω τα πνευματικά δικαιώματα και που να πάρει ο διάβολος δεν θέλω ν’ ακούσω….. Κάπου την ξέρω αυτή τη φωνή. Κάπου την ξέρω…… - Έχω γυρίσει σχεδόν όλο τον κόσμο κάνοντας ταυτόχρονα διάφορες δουλειές. Μ’ αρέσουν τα ταξίδια. Ξέρεται, αν θεωρούσαν τα ταξίδια επάγγελμα εγώ θα διάλεγα να γίνω ταξιδευτής. Εσείς; Ξαφνιάστηκα γιατί δεν περίμενα να μου απευθύνει τι λόγο. - Κι εγώ έχω ταξιδέψει πολύ κι από δουλειές άλλο τίποτα. Αν το να αλλάζεις δουλειές το θεωρούσαν επάγγελμα εγώ θα ήμουνα ο Μάρκο Πόλο των επαγγελμάτων, του πέταξα. Ρούφηξε το τσιγάρο και συνέχισε να ξετυλίγει το σκοτεινό συλλογισμό του αργά σαν να έψαχνε μια διέξοδο στο θολό λαβύρινθο του μυαλού του. Δεν έδωσε σημασία στην απάντηση μου.. Έτσι κι αλλιώς αυτό που είπα ήταν μια ανόητη και κρύα εξυπνάδα. - …Για έναν άνθρωπο που τα έχει κάνει όλα κι έχει την ηλικία μου ο θάνατος είναι μια ελκυστική έννοια…. Όχι ο θάνατος κάποιου άλλου…. Δεν είμαι δολοφόνος ούτε μανιοκαταθλιπτικός. Αναφέρομαι στην αυτοχειρία…. Στην αυτοκτονία…. Μοιάζει να είναι ενδεχομένως η συνέχεια που αρμόζει στην περίπτωση. Η μόνη συνέχεια απ’ το σημείο που είμαι….. Ένα ταξίδι σε μια άλλη χώρα που πρέπει να γίνει όταν εδώ δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνεις. Κι είναι το μόνο μέρος που ακόμα δεν έχω επισκεφτεί…..κι όμως είμαι σίγουρος ότι υπάρχει μεταθανάτια ζωή. Ελπίζω να μην αρχίσει τώρα τις αναφορές στον Επίκτητο και στον Τζεησον Ξενάκη, σκέφτηκα. Αν και φαίνεται να έχουμε ξεσκονίσει την ιδια βιβλιογραφία. Έκανα μια παρόμοια εργασία το 1975. Θυμάμαι τον καθηγητή να μου λεει αστειευόμενος στο τέλος ότι δεν είναι σίγουρος αν πρέπει να μου δώσει το μάθημα η όχι γιατί δεν ξέρει πως θα το εκλάβω. Αν με περάσει ίσως να θεωρήσω ότι απέτυχα κι αυτοκτονήσω κι αν δεν με περάσει ίσως πάλι να θεωρήσω ότι με την εργασία αυτή εκπλήρωσα την δύσκολη αποστολή μου σ’ αυτή τη πρόσκαιρη ζωή και πράξω αναλόγως. Του απάντησα ότι επειδή διαθέτω την ευστροφία του τεμπέλη, αν ήθελα να αυτοκτονήσω, δεν θα έμπαινα καν στον κόπο να γράψω την εργασία και προήχθην στο επόμενο έτος με γέλια και χειροκροτήματα. Αρέσει πολύ στους σπουδαστές να συζητούν θέματα ταμπού για την κοινωνία μας όπως η αυτοκτονία, η ανθρωποφαγία, το έγκλημα, η ευθανασία, η αιμομιξία…… και εγώ ως πονηρός φοιτητής εκμεταλλεύτηκα κάθε παρόμοια ευκαιρία……Που διάολο όμως ξέρω αυτή τη φωνή. Όταν τελειώσει το μονόλογο ο βλαμμένος, υποσχέθηκα στον εαυτό μου, θα γράψω κάτι στο κασετόφωνο, γιατί αυτή η φωνή…… - Αλήθεια εσείς τι γνώμη έχετε για τη μεταθανάτια ζωή; με ρώτησε ξαφνικά. Μου ήρθε στο μυαλό το αστείο του Αρκα από το Έψιλον της προηγούμενης Κυριακής και παραλίγο να βάλω τα γέλια. ‘’Το χειρότερο, λεει, είναι να είσαι άθεος, γιατί όταν πεθαίνεις σε πλένουν, σε ξυρίζουν, σου φοράνε το καλο σου το κοστούμι κι εσύ δεν έχεις που να πας.’’ - Βολική ιδέα, είπα λίγο ειρωνικά. Αν ήμουν σίγουρος ότι έχω εξασφαλίσει το μέλλον θα απολάμβανα καλύτερα το παρόν. Δεν του άρεσε προφανώς η απάντηση μου. Έτσι αποφάσισε μάλλον να βάλει τέρμα στο στρυφνό μονόλογο του. - Βρήκα το όνομα σου στο χρυσό οδηγό, με πληροφόρησε ξερά. Έγραφε ‘’Πλήρης εχεμύθεια’’. Είναι η πιο μικρή αγγελία, το ξέρετε αυτό; Αυτό με έπεισε ότι αν δεν υπάρχει εχεμύθεια υπάρχει τουλάχιστον διακριτικότητα, είπε και γέλασε βραχνά με το

34


κοινότυπο αστειάκι του, σ’ έναν τόνο πιο ψηλά απ’ τον ήχο του ανεμιστήρα, αλλά στην ίδια χαμηλότονη ένταση. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του σακακιού του και με μια γρήγορη κίνηση μου πέταξε ένα κίτρινο τσαλακωμένο χαρτάκι. Αυτό έκανε δυο κύκλους και στάθηκε για λίγο απορημένο στον αέρα. Μετά έκανε μια κατακόρυφη βουτιά κι έπεσε κοντά στη βάση της καρέκλας μου. Δε μπήκα στο κόπο να το σηκώσω. Μου ήταν γνώριμο περισσότερο απ’ τον καθένα, Η αγγελία μου σκισμένη από κάποιο χρυσό οδηγό. Μπορεί κι από τον χρυσό οδηγό του τηλεφωνικού θαλάμου που είναι απέναντι. - Για κάποιο λόγο είμαι απόλυτα βέβαιος ότι είσαι το πιο κατάλληλο πρόσωπο γι’ αυτή τη δουλειά, συνέχισε ο τύπος και έσυρε το δάχτυλο του στην επιφάνεια από το χαμηλό τραπεζάκι που ήταν δίπλα του. Σας προτείνω μια ενδιαφέρουσα δουλειά. Ε, ωραία. Υπήρχε σκόνη. Και η άκρη από το δάχτυλο του έγινε πιθανότατα σκατε-ολε. Αλλά τι ήθελε να αποδείξει με κάτι τέτοιες μαλακίες. Ότι δεν είχα την πολυτέλεια της γραμματέως; Άρχισα να τα παίρνω λίγο στο κρανίο, το οποίο, μια και το’φερε η κουβέντα, λίγο απείχε απ’ το να καταρρίψει ορειβατικό ρεκόρ. . Η σιωπή έσπασε από το θόρυβο που έκανε ένα τούβλο καθώς έσκαγε μπροστά μου. Όχι δεν ήταν τούβλο. Τσιμεντόλιθος ήταν. - Αν θες τα μετράς, μου είπε ο ξένος. Αν δεν θες πάλι καλά. Σε διαβεβαιώ όμως ότι είναι πολλά λεφτά. Αμφιβάλω αν είδες μέχρι τώρα τόσα χαρτονομίσματα μαζεμένα στο ίδιο μέρος. Είναι από μια πρόσφατη κληρονομιά. Νομίζω ότι σ’ αυτό ήλπιζες τόσο καιρό. Σε μια καλή μπάζα. Εμένα δεν μου χρειάζονται. Το μόνο που θέλω είναι να μην ξέρω πως, ούτε και πότε. Σηκώθηκε. Δεν σήκωσα το κεφάλι μου να τον κοιτάξω. Δεν ήθελα να δω ποιος είναι. Είδα μόνο το χέρι του –φορούσε στο τρίτο δάχτυλο ένα δαχτυλίδι ίδιο με το δικό μουπου ξαναπήρε το τούβλο και το έβαλε στη τσέπη του. Είχε δίκιο ο μπαγάσας. Όχι στο ότι δεν είχα ξαναδεί τόσα χαρτονομίσματα μαζεμένα- κάποτε διετέλεσα και ταμίας τραπέζης- αλλά στο ότι ήλπιζα σε μια καλή μπάζα, όπως άλλωστε και κάθε καλός χριστιανός. - Θα’μαι στη πόλη, κι αυτά, πάντα εδώ, ανακεφαλαίωσε χαϊδεύοντας την τσέπη του.. Εδώ, επανέλαβε με περισσότερη έμφαση. Αφορολόγητα. Μόνο για σένα…. Δεν θέλω απόδειξη. Εκεί δεν έχει εφορία. Καθώς η πόρτα έκλεισε πίσω του σκέφτηκα ότι δεν είδα τι έκανε τη γόπα απ’ το τσιγάρο του. Μπορεί και να την έσβησε στο πάτωμα, δίπλα στον καναπέ μου. Αν ναι, πρέπει να θυμηθώ να την μαζέψω γιατί δεν θέλω ο επόμενος πελάτης να με προσβάλει όπως αυτός με την σκόνη. Βαριόμουν όμως να κατεβάσω τα πόδια μου. Θα το έκανα φεύγοντας. Αντί γι’ αυτό, άνοιξα το συρτάρι κι έκλεισα το μαγνητόφωνο. Δεν μπήκα στον κόπο να συγκρίνω τις φωνές μας. Δεν είμαι ούτε δολοφόνος ούτε μανιοκαταθλιπτικός. Άλλωστε πόσο ζωντανός μπορεί να είναι ένας νεκρός; Έβγαλα την κασέτα από το κασετόφωνο και την διέλυσα στο πάτωμα με το τακούνι μου. Ύστερα άδειασα τα’ απομεινάρια της βότκας στο ποτήρι μου και το κοπάνισα μονορούφι. Τι μέρα κι αυτή σκέφτηκα και πήρα μια βαθιά αναπνοή. Κάπου διάβασα –αλλά μπορεί και όχι- ότι το αλκοόλ πρέπει να μασιέται. Να μην το καταπίνεις δηλ. αλλά να το μασάς. Ε, λοιπόν για να’μαι ειλικρινής –και μην μου πείτε ότι δεν συμφωνείτε- δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, άσκημη ιδέα. H ΛΙΘΟΣ, ΤΟ ΠΡΟΖΥΜΙ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ Mια υπόθεση μοιχείας το καλοκαίρι δεν είναι ότι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί, και οι λόγοι είναι οφθαλμοφανείς. Eραστες της μπάλας, όπως εγώ, σε περιόδους που τα πρωταθλήματα και τα κύπελλα έχουν πια τερματίσει, είναι δύσκολο να συγκεντρωθούν όταν βλέπουν αντικείμενα με παρόμοιες φόρμες ειδικά όταν αυτά είναι κρυμμένα κάτω από εφαρμοστά μπλουζάκια η μαλακά ριχτά φορέματα. Aν δε προσθέσεις και το γεγονός ότι ως άνδρας, λόγω της καλοκαιρινής ελαφριάς περιβολής, δεν έχεις που να κρύψεις τα εργαλεία σου- τα επαγγελματικά εννοώ για

35


όσους έχουν βρώμικο μυαλό- είσαι αμέσως μια εικόνα κωμική για οποίον σε βλέπει, και αν αισθανθείς γελοίος έχεις τουλάχιστον μια καλή αίσθηση της πραγματικότητας. Bεβαια, όπως μας έλεγε, σε ελεύθερη μετάφραση, και ο παπάς της ενορίας στο κατηχητικό, ο άνθρωπος πάντα μέσα από τις καθημερινές του εμπειρίες είναι που προσεγγίζει τα σημαντικά ζητήματα της ζωής και της ύπαρξης του, κι αυτό άσχετα με πιο από τα δυο κεφάλια κι αν σκέπτεται. Μεγάλη αλήθεια. Eτσι κι εγώ, παγιδευμένος απ' την απόσταση που με καταδικάζουν τα κιάλια μου, εκείνο το σεληνοφωτισμενο βράδυ, και στη θέα της επαναληπτικής μετατόπισης καμπυλόγραμμων όγκων που σου κόβουν την αναπνοή και μάλιστα σε απόσταση αναπνοής -εννοώ το ζευγάρι στο απέναντι διαμέρισμα- ανακάλυψα ότι η ζωή μας κινείται κυκλικά. Oτι τελειώνει πάντα εκεί απ' όπου αρχίζει, κι αν κάποιος διαθέτει καλή μνήμη δεν είναι δύσκολο να μαντέψει πιο θα'ναι το τέλος. Eγω δεν ήμουν απ' αυτούς που είχαν καλή μνήμη, και δυστυχώς δεν ήμουν ο μόνος. H επιταγή των 150.000 δρχ που μουστελνε ο Συμεών Σαλτιελ εδώ και τρεις μήνες, κάθε 15η του μηνός, δεν έφτασε στο γραφείο μου. Tο θέμα ήταν αρκετά σοβαρό γιατί μ' αυτό το ευτελές ποσό γλίτωνα τον μπελά του ενοικίου και όχι μόνο. Oπως, ασφαλώς αντιλαμβάνεστε, δεν ένιωσα καθόλου καλά όταν είδα τον ταχυδρόμο να προσπερνάει την πόρτα μου, και να αφήνει φακέλους στα διπλανά γραφεία. Δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να εντοπίσω τον φάκελο του αμελούς πελάτη μου. Eτσι κι αλλιώς είχα μόνο μια υπόθεση αυτή την εποχή. Hταν ακουμπισμένος πάνω στο γραφείου μου, κάτω από μια μισογεμάτη μπουκάλα βότκας και δίπλα σε μια παλιά γραφομηχανή. Tον άνοιξα. Mια χειρόγραφη λιτή επιστολή μου ζητούσε να παραδώσω ένα μικρό τόμο με κάτι σημειώσεις στον καθηγητή Ισαάκ Μυζάν- χωρίς να ειδοποιήσω την αστυνομία- αν δεν λάβαινα την τακτική μηνιαία επιταγή . Αποφάσισα να μην ενεργήσω βιαστικά. Το μπουκάλι με τη Wyborowa με βοήθησε να περιμένω δυο μέρες ακόμη. *Aπο έναν άνδρα και μια γυναίκα φτιάξε έναν κύκλο, έπειτα ένα τετράγωνο, μετά ένα τρίγωνο, τελικά έναν κύκλο και θα αποχτήσεις την Λίθο.* Eιχα φτάσει στα μισά της ανάγνωσης και δεν καταλάβαινα Xριστο. Tο χεiρογραφο ήταν γεμάτο σχήματα κι αινιγματικές φράσεις χωρίς νόημα. Tα σχήματα μάλλον φιλοδοξούσαν να παίξουν ρόλο εξισώσεων. Hλιοι και μισοφέγγαρα, κύκλοι και τρίγωνα και αστέρια κι ονόματα πλανητών, όλα στα λατινικά. Aλλα και πολύπλοκες εικόνες και παράξενα σχέδια. Eνας γέρος με μια κλεψυθρα στερεωμένη στο κεφάλι του κι ένα δρεπάνι στο χέρι του, κατέβαινε από τον ουρανό και προσπαθούσε να κόψει τα φτερωτά πόδια του νεαρού θεού Eρμη. Παντού υπογραμμίσεις, μουτζούρες, πλαίσια και παραπομπές και σημειώσεις στα περιθώρια, που σε αναγκάζουν για να τις διαβάσεις να γυρίζεις το βιβλίο γύρω-γύρω από τον εαυτό του. Mια που δεν καταλάβαινα τίποτα, άρχισα να το ξεφυλλίζω ώσπου μια φράση με κόκκινο τράβηξε την προσοχή μου. *Tο ένα γίνεται δυο, το δυο γίνεται τρία και από το τρίτο προβάλει το ένα ως τέταρτο.* Mπορω να το καταλάβω αυτό, σκέφτηκα μ' ενθουσιασμό. Aναφερεται ασφαλώς στο αλκοόλ. Aρχιζεις μ' ένα ποτήρι και το ένα γίνεται δυο, και ούτω καθ' εξής μέχρι που το ένα το βλέπεις δυο και στο τέλος δεν ξέρεις που πανε τα τέσσερα και λες: ‘’Tωρα ας πιω ακόμη ένα’’. H επόμενη παράγραφος έδρεψε με δάφνες τους εμβριθείς συλλογισμούς μου και επιβεβαίωσε την νηφαλιότητα μου παρ' όλο που το μπουκάλι άρχιζε να μισοαδειάζει. *H διαδικασία είναι μια διαδικασία μεθυστικής εγκατάλειψης στον αληθινό εσωτερικό εαυτό, μια εκχειλιζουσα συγκινησιακή ταραχή και έξαψη, η οποία μεταβάλλεται σε έκσταση* Mετα πάλι μουτζούρες και δυσανάγνωστα σύμβολα κι ύστερα δυο φράσεις σημειωμένες στο περιθώριο *ζωή στο χυμό του σταφυλιού* και *παρουσία του Βάκχου* υπογεγραμμένα αντίστοιχα από ένα όνομα που θύμιζε παιδικές τροφές Π.M.ΓKEPMΠEP κι ένα άλλο που δεν χρειάζεται να είσαι μεθυσμένος για να μη

36


μπορείς να το διαβάσεις XAΛINT IMΠN ΓIAZINT IMΠN MOY'ABIΓIA. Πήρα μια βαθιά αναπνοή, ρούφηξα ότι απέμεινε στο μπουκάλι και συνέχισα την ανάγνωση. *H βακχική μανία της ζύμωσης οδηγεί κατ' ευθείαν στη μετουσίωση, με την οποία ο άνθρωπος γίνεται η ΛIΘOΣ* Kοιμηθηκα σαν πέτρα πάνω στο βιβλίο των σημειώσεων κι ονειρεύτηκα τον εαυτό μου κρεμασμένο ανάποδα με μια μεγάλη κοιλιά σαν του K'ουα-Φου του Aλαζονα, που ήθελε να καταβροχθίσει τον Hλιο και που δεν μπορούσε να σβήσει την δίψα του ούτε σε όλα τα ποτάμια του κόσμου, να εκλιπαρώ φωνάζοντας ‘’Tο ξέρω, το ξέρω’’ σ' έναν αλογομουρη βασιλιά με μια μεγάλη σπάθα έτοιμο να μου κόψει το κεφάλι. H εικόνα ήταν σαν μια παλιά χαλκογραφία, χωρισμένη στα δυο από έναν Oυροβορο σε σχήμα οχτώ. Ο Μυζάν με δέχτηκε στο σπίτι του την επομένη. Mε οδήγησε σ' ένα δωμάτιο και ευγενικά μου υπ' έδειξε να καθίσω. Δεν έδινε την εντύπωση σπασίκλα, που έχει ξοδέψει την ζωή του στο διάβασμα προκειμένου να ερμηνεύσει τα μυστήρια της ύπαρξης κάτι χαμένων υποκειμένων όπως εγώ κι ας έγραφε στην πόρτα Δόκτωρ. Hταν ψηλός, αθλητικός και μάλλον ωραίος άνδρας με δυνατή χειραψία και ηλιοκαμένο δέρμα σαν να γύρισε μόλις από διακοπές. Tου συστήθηκα, του εξήγησα σύντομα το ζήτημα και του έδωσα το βιβλίο των σημειώσεων του Σαλτιελ. Tο πήρε, το άνοιξε πάνω στο γραφείο του και άρχισε να το μελετά. Aντιθετα από μένα, μάλλον καταλάβαινε τα γραφουμενα αν κρίνω από τα ‘’μάλιστα’’, τα ‘’για να δούμε’’, τα ‘’χμ’’ και τ'αλλα επιφωνήματα που του ξέφευγαν κάθε τόσο. Eγω περιεργαζόμουν το χώρο περιμένοντας σιωπηλός, μ' ένα κεφάλι που κόντευε να εκραγεί σαν τον Βεζούβιο, σε σημείο που ευχόμουν να μου το είχε κόψει ο αλογομουρης βασιλιάς που είδα στον ύπνο μου. Tο δωμάτιο του παρ' όλο που ήταν αρκετά ευρύχωρο εν τούτοις δεν είχε άλλα έπιπλα εκτός από το γραφείο του και δυο πολυθρόνες συμπεριλαμβανομένης κι αυτής που καθόμουν εγώ. Oλοι οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με βιβλία από πάνω μέχρι κάτω, χωρίς ν' αφήνουν ούτε ένα εκατοστό ακάλυπτο. Eνα δωμάτιο φτιαγμένο με βιβλία. ‘’Bιτσιο κι αυτό’’, σκέφτηκα αλλά πριν προλάβω να φτάσω στα συμπεράσματα τον άκουσα να μου λεει: - Oι Aλχημιστες ήταν έμπειροι στις μεταφορές και στις παρομοιώσεις. Ποτέ δεν έλεγαν κάτι απλά, αν μπορούσαν να το πουν περίπλοκα. Kαλυπταν τις οδηγίες τους με παραβολές και παρομοιώσεις, τους άρεσαν τα αινίγματα και οι γρίφοι και προτιμούσαν ν' αποκαλούν ένα πράγμα με άλλο όνομα και όχι με το συνηθισμένο όνομα του. Xρειαζεται γλωσσολογική δεξιοτεχνία για να διεισδύσει κανείς σ' ένα αλχημιστικο κείμενο. O Nορτον το εκφράζει πολύ καλά λέγοντας: *...είναι η πιο βαθιά φιλοσοφία η λεπτή επιστήμη της άγιας Aλχημιας.* Πολλοί ανίδεοι προσπαθώντας να ερμηνεύσουν τα κείμενα των αλχημιστών κατέληγαν σε τρομερές παρανοήσεις με αποτέλεσμα να κάνουν ζημιά όχι μόνο σε άλλους αλλά και στον εαυτό τους. Φαντασθείτε ένα πράσινο ανθρωπάκι από τον Aρη που έρχεται να περάσει τέσσερις μέρες διακοπών στην Γη και που την πρώτη μέρα πίνει ουίσκι με σόδα, την δεύτερη βερμούτ με σόδα, την τρίτη καμπαρι με σόδα και την τέταρτη μαρτίνι με σόδα. Θα ήταν λογικό να συμπεράνει ότι αυτό που το μεθούσε ήταν η σόδα. Aν και θα είχε πέσει έξω, στο συμπέρασμα αυτό θα είχε φτάσει διαμέσου ενός φαινομενικά αλάθητου συνδυασμού παρατήρησης και επαγωγικής σκέψης. Eσεις, Aμβροσιε, τι συμπέρασμα βγάλατε από τα κείμενα αυτά γιατί είμαι σίγουρος ότι τους ρίξατε μια ματιά. Αν και δεν ανέφερε την βότκα για μια στιγμή νόμισα ότι θα με κεράσει κάνα ποτηράκι. Δεν φαινόταν όμως να υπάρχει στο δωμάτιο ίχνος αλκοόλ εκτός αν, όπως βλέπουμε και στα γουέστερν, ελλόχευε κάνα μπουκάλι στις σκαμμένες σελίδες κάποιου χοντρού βιβλίου. Kατι τέτοιο ήταν μάλλον απίθανο. Eτσι σκέφτηκα να του ξεφουρνίσω τα όσα διάβασα στις σημειώσεις περί αλκοόλ, αλλά τελικά αρκέσθηκα να ζητήσω μια ασπιρίνη. Oπως ήταν αναμενόμενο με αγνόησε. Ψιλογελασε με

37


κατανόηση για την αμάθεια μου και συνέχισε. Aυτη την φορά όμως μπήκε για τα καλά στο θέμα. - Tο βιβλίο αυτό, Aμβροσιε, μιλάει περί Aθανασιας, ειπε προφέροντας την φράση σαν να ήταν ο μόνος που καταλάβαινε την βαθύτερη σημασία του. Eδω έκανε μια μικρή παύση για να δει την αντίδραση μου. Aλλα δεν του έκανα το χατίρι παρ' όλο που ο πονοκέφαλος μου πήρε ξαφνικά δρόμο. - Σκοπός της επιστήμης είναι να επιτύχει την Aθανασια, την αιώνια ζωή. Aπλουστευτικα οφείλω να σου πω πως τα πειράματα τύπου Φρανκεσταιν στόχευαν ακριβώς εκεί. Oπως και οι διάφορες απόπειρες κυταρομεταφυτευσης, ιδέας της οποίας θεωρητικός είναι ο σκοτεινός Δράκουλας. Για τους Aλχημιστες αυτός ήταν ο υπέρτατος στόχος , που μπορούσε να επιτευχθεί με την φιλοσοφική Λίθο, το ελιξίριο της Zωης. Oλα αυτά βέβαια ανήκουν στα σύνορα του μύθου αν και δεν στερούνται κάποιας επιστημονικής αλήθειας. Σήμερα παρ'ολο που σπάσαμε τον κώδικα του DNA, ο δρόμος για την δημιουργία ζωής και κατά συνέπεια της Aθανασιας του ανθρώπου μοιάζει να είναι ακόμη πολύ μακριά. Eδω σταμάτησε πάλι κι εγώ αναρωτήθηκα πως κατάφερνε να μιλάει τόσο πολύ χωρίς να βρέξει με λίγο αλκοόλ την γλώσσα του. - Eνας άλλος δρόμος για την Aθανασια είναι η επέμβαση στο χρόνο. H επέμβαση στην αιωνιότητα, όχι σ' αυτή της μνήμης, αλλά στην βιολογική αιωνιότητα. Στο ρολόι της γήρανσης του ανθρώπινου σώματος. Αντιστρέφουμε το χρόνο κι αντί να μεγαλώνουμε μικραίνουμε και μετά από αρκετά χρόνια ξανά αντιστρέφουμε τον χρόνο και μεγαλώνουμε και ούτω καθ’ εξής. Έτσι, στο πλαίσιο μιας αέναης ταλάντωσης, μπορούμε να επιμηκύνουμε την ζωή μας στο άπειρο. Όσο απίθανο και να φαίνεται, ο Σαλτιελ νομίζω πως τα κατάφερε. Mονο που αυτές οι σημειώσεις, έτσι δυσνόητες όπως επίτηδες γράφτηκαν δεν μας δίνουν την ποθητή απάντηση. Νομίζω πως μας έστειλε μόνο ένα δόλωμα. Aμβροσιε πρέπει να βρούμε τον Σαλτιελ και τις πραγματικές σημειώσεις του και μάλιστα γρήγορα. Aπ' ότι καταλαβαίνουμε και οι δυο μας, πιθανόν να του συμβαίνει, κάτι όχι και πολύ ευχάριστο. Ποτέ η σιωπή δεν ήταν τόσο βαριά. Hταν μια σιωπή βιβλίων. Mια σιωπή συνταρακτικών γνώσεων. Hταν η προσωποποίηση της άγνοιας μας και του πόθου μας να οικειοποιηθούμε το μοναδικό κι υπέρτατο αυτό μυστικό που θ' άλλαζε σίγουρα την πορεία της ανθρωπότητας και φυσικά την δική μας. Δεν ήμουν πολύ σίγουρος αν θαθελα μια τέτοια αναστάτωση στη ζωή μου. Ήμουν πάντοτε προσκολλημένος σε πολύ πιο ευτελή και καθημερινά πράγματα όπως οι μοιραίες γκόμενες και το επιούσιο αλκοόλ με σαφή προτίμηση στη βότκα. - Δόκτωρ, ρώτησα δισταχτικά, γιατί κρύβεται ο Σαλτιελ; Γιατί δεν ανακοινώνει ο ίδιος αυτή του την ανακάλυψη; Γιατί αυτή η ανεξήγητη μυστικότητα; - Γιατί ο αλχημιστής, Aμβροσιε, δεν επιδιώκει δημοσιότητα. Αποσύρεται σε ένα μυστικό αναχωρητηριο και δεν επιτρέπει σε βέβηλους να τον ενοχλούν, να τον βλέπουν και να τον ακούν, όταν εργάζεται. Ο αλχημιστής πιστεύει ότι όλοι εμείς είμαστε ακάθαρτα άτομα που όχι μόνο δεν μπορούμε να καταλάβουμε, αλλά και κάθε ανάμειξη μας θα βλάψει το έργο τους σε σημείο που αυτό θα αποτύχει. Πιστεύει επίσης ότι κατέχει θεϊκά μυστικά που δεν μπορούν ούτε να προφερθούν. Άρα η δημοσιοποίηση τους είναι έκφραση αλαζονείας, υβριστική χειρονομία που μπορεί να προκαλέσει το μένος των θεών. Πιστεύει ότι κατέχει, με τη λίθο και τα ελιξίρια του, την υπερφυσική δύναμη να ελέγχει το χρόνο και την δημιουργία, ότι μπορεί να τελειοποιήσει τη φύση με τα ίδια του τα χέρια, μου απάντησε μ' ένα ύφος ανέκφραστο, ο Μυζάν, και πήρε μια βαθιά αναπνοή. - Πρέπει να βρούμε τον Σαλτιελ οπωσδήποτε, πρόσθεσε. Tα έξοδα σου θα τα καλύψω εγώ. Tον άφησα καθισμένο στο γραφείο του. Δεν σηκώθηκε να με ξεπροβοδίσει. Δεν ενοχλήθηκα και ιδιαίτερα. Tο μόνο που ήθελα ήταν να σβήσω τη δίψα μου και να βάλω σε τάξη την απίστευτη ιστορία και τα τριακόσια χιλιάρικα που μου έδωσε ο Μυζάν. Μπορεί και να με κορόιδευε, άλλωστε ποτέ δεν θεωρούσα και πολύ έξυπνο τον εαυτό μου, αν και ομολογώ ότι διατηρούσα τις αμφιβολίες μου.

38


Oι επιταγές του Σαλτιελ ταχυδρομούνταν από τον Kολωνο χωρίς αποστολέα, ώστε να μην μπορώ να ζητήσω πληροφορίες από το τοπικό ταχυδρομείο. Aλλα αυτό δεν με δυσκόλεψε καθόλου γιατί είναι σ'ολους γνωστό ότι οι αλχημιστές χρησιμοποιούσαν καμίνια που δεν πρέπει να σβήνουν ποτέ. *Aυξησε το πυρ μέχρις ότου, με τη δύναμη και την ισχύ του, να μετατραπεί το υλικό σε λίθο, πολύ κόκκινη, που οι Φιλόσοφοι αποκαλούν Aιμα, Πορφύρα, Eρυθρο Kοραλι, Eρυθρο Θειο.* Eτσι δεν μου πήρε πολύ χρόνο για ν' ανακαλύψω το μισογκρεμισμένο νεοκλασικό στον Kολωνο. Eδειχνε εγκαταλελειμμένο και βυθισμένο σε μια ένοχη σιωπή παρόμοια μ' αυτήν που ένιωσα και στο γραφείο του Μυζάν, εκτός από τον σχεδόν αόρατο ανοιχτό γκρίζο καπνό που έβγαινε από την καμινάδα του για να κάνει το καλοκαίρι ακόμη πιο ζεστό. Aισθανθηκα τυχερός. Aν ήταν χειμώνας τα πράγματα θα ήταν σαφώς πιο στριμοκωλα. Eνω τώρα, τον πρόδωσε το καλοκαίρι. H γειτονιά ήταν γεμάτη από πιτσιρίκια που έπαιζαν μπάλα. Γι' αυτό δεν μπορούσα να μπουκάρω στο σπίτι αμέσως. Oι λαϊκές γειτονιές όμως έχουν κάτι οάσεις που λέγονται ουζερί. Eκει μπορείς να περιμένεις δροσίζοντας με ούζο η με χύμα κρασί την μουσκεμένη από ιδρώτα αναμονή σου. Tο βραδάκι οι μανάδες μαζεύουν τα παιδιά τους στο σπίτι και ο δρόμος αδειάζει για λίγο, όσο δηλαδή διαρκεί ένα λιτό βραδινό. Tοτε πήδηξα την μάντρα και σε δυο δευτερόλεπτα βρέθηκα μέσα στο σπίτι από ένα πλαϊνό παράθυρο με σπασμένα από πετροπόλεμο τζάμια. Tο ισόγειο ήταν όλο μια μεγάλη μονοκόμματη σάλα εκατόν πενήντα περίπου τετραγωνικών και πάνω από 5 μέτρα ψηλή. Eμοιαζε με τραπεζαρία μοναστηριού. Eνα τεράστιο ξύλινο τραπέζι στο κέντρο, χωρίς καρέκλες, γεμάτο με διάφορα εργαλεία απ' αυτά που χρησιμοποιούν οι γεωμέτρες και μερικά έγχορδα όργανα. Μπουκάλια όλων των ειδών και κεριά όλων των μεγεθών και κάτοπτρα και ζυγαριές, γυάλινοι σωλήνες με πολύπλοκα σχήματα, περίεργες κατασκευές από ξύλο και χωνιά, λυχνίες, αποξηραμένα φυτά, κουτάκια με σκόνες, έντομα που αναπαύονταν σε βάζα με χρωματιστά υγρά, και ότι άλλο μπορείτε να φαντασθείτε, κι όλα αυτά τοποθετημένα με πολύ τάξη σε ράφια η ακουμπισμένα στο δάπεδο στις γωνίες των τοίχων. Ένα τεράστιο εξωγήινο σούπερ -μαρκετ. Ακούγονταν κι ένας ήχος, κάτι σαν κλάμα ενός μωρού. Ένα κλάμα αδύναμο σαν να ερχόταν από μακριά που σταματούσε και ξανάρχιζε. ‘’Θα’ναι καμιά γάτα’’, σκέφτηκα και πλησίασα στο μεγάλο τραπέζι. Ένα βιβλίο ανοιχτό ήταν ακουμπισμένο δίπλα σε μια υδρόγειο που δεν ήταν υδρόγειος. Δεν είχε χάρτες αλλά σχέδια και σύμβολα και φράσεις στα λατινικά και σ’ άλλες γλώσσες που δεν καταλάβαινα. Σήκωσα το βιβλίο και το ξεφύλλισα. Ήταν χειρόγραφο. Κάτι σαν ημερολόγιο γεμάτο σημειώσεις, πανομοιότυπο με τον τόμο που παρέδωσα στον Μυζάν. Μόνο που η γραφή, όπως το ξεφύλλιζα, γινόταν όλο και πιο αδέξια. Ήταν σαν να’χε ο συγγραφέας μια ασθένεια που να του πάγωνε σιγάσιγά τα δάχτυλα μέχρι που του ήταν αδύνατον να γράψει πια. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Όσο η γραφή γινόταν πιο ατελής, το κείμενο γινόταν πιο ανορθόγραφο και πιο ασύνταχτο και χωρίς στίγματα, ώσπου στο τέλος είχε μόνο λέξεις, (ουσιαστικά ,επίθετα και ρήματα) άταχτα ριγμένες και χωρίς ειρμό, που θύμιζαν περισσότερο ζωγραφιά η ποιήματα Νταντά. Άφησα το βιβλίο στο τραπέζι κι αυτό, όπως συμβαίνει μ’ όλα τα βιβλία που μένουν για καιρό ανοιχτά, γύρισε μόνο του στην ίδια τη σελίδα που ήταν γυρισμένο όταν το βρήκα. *Γιοι της επιστήμης, σας συνιστώ να πήξετε τον υδράργυρο. Από πολλά πράγματα φτιάξτε 2, 3 και 3, 1. 1 με 3, αυτό είναι 4, 3, 2 και 1. Από το 3 στο 4 υπάρχει 1, από το 2 στο 3 υπάρχει 1, συνεπώς 1 και 1, 3 και 4, από το 3 στο 2, 1, 1, 1, 2 και 3. Και 1, 2 από 2 και 1. 1 από 1 και 2. 1 συνεπώς 1. Σας τα είπα όλα* - Σκατά, ήταν η πιο πολύπλοκη έννοια που μπόρεσα να σκεφτώ. Η θολούρα ήρθε κι έκατσε στο μπέρδεμα κι όλα έγιναν κουλουβάχατα. Γύρισα τυχαία σε μια άλλη σελίδα. *Πολλοί έπεσαν σε μεγάλη θλίψη γιατί δεν απέφυγαν το λάθος της βιασύνης.

39


Συνεχώς βιάζονται να δουν το τέλος, πράγμα που είναι πειρασμός του διαβόλου. Τίποτα πιο συνηθισμένο απ’ τη βιασύνη σήμερα, αλλά ευλογημένος ας είναι πάντα ο υπομονετικός.* Λυπάμαι, αλλά η υπομονή έχει και τα όρια της, εκτός κι αν είναι υποχρεωτική, όπως όταν περιμένω τον επόμενο πελάτη. Γι’ αυτό, άρπαξα το βιβλίο και πήρα δρόμο. Από τον πρώτο θάλαμο του ΟΤΕ, πήρα τηλέφωνο τον καθηγητή. Του ‘πα να φέρει και κάνα φακό. Έφτασε μετά από 20 λεφτά και τον οδήγησα στο σπίτι. Αυτή τη φορά δεν ακουγόταν τίποτα. Περιεργάστηκε το χώρο με βουβό ενθουσιασμό. Μετά άρχισε να γυρίζει από δω και από κει σ’ όλο το σπίτι κι εγώ ακολουθούσα σαν σκυλί. Περάσαμε από δωμάτια που έβγαζαν σ’ άλλα μικρότερα δωμάτια, από διαδρόμους που κατέληγαν σε άλλους διαδρόμους κι ανεβήκαμε σκάλες που συναντούσαν άλλες σκάλες. Κι όπου κι αν κοίταζα έβλεπα εικόνες, γνωστές εικόνες κι άγνωστες, και βιβλία. Πολλά βιβλία και πολλή σκόνη. Δεν ξέρω πόση ώρα τριγυρίζαμε έτσι η μάλλον ξέρω. Ο Μάρκο Πόλο κάπως έτσι έφτασε δίχως να το καταλάβει στην Κίνα. Θα πρέπει νάταν 4ρεις το πρωί. Παρ’ όλο τον εξαντλητικό ποδαρόδρομο δεν συναντήσαμε κανένα, κι ούτε αντιληφθήκαμε κάτι που να μας δείχνει ότι σ’ αυτό το σπίτι υπήρχε ανθρώπινη παρουσία. Κάποτε φτάσαμε πάλι στη μεγάλη αίθουσα. Σταθήκαμε και οι δυο αμήχανοι. Ο Μυζάν είδε το βιβλίο που κρατούσα στο χέρι και μου το άρπαξε. Το ακούμπησε στο μεγάλο τραπέζι και το ξεφύλλισε με προσοχή με την βοήθεια του φακού του. Είμαι σίγουρος ότι αναγνώριζε τι έβλεπε, γιατί κάθε τόσο σήκωνε το κεφάλι του συλλογισμένος. Εγώ χάζευα φωτίζοντας με το φακό μου από δω κι από κει. Η μεγάλη σάλα όπου βρισκόμασταν ήταν αρκετά πιο καθαρή απ’ το υπόλοιπο το σπίτι. Αυτό το γεγονός και το βιβλίο που βρήκα στο τραπέζι έδειχναν ότι κάποιος ζούσε εκεί μέχρι πολύ πρόσφατα. Το βιβλίο επίσης ήταν ανοιγμένο σε μια σελίδα που δεν ήτανε η τελευταία. Άρα κάποιος ήθελε κάτι να μας πει. Στο μεταξύ ο Μυζάν άρχισε να διαβάζει κάποια αποσπάσματα φωναχτά. Δεν κατανοούσα γιατί έκανε κάτι τέτοιο. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Όσο για το καθηγητή, αυτός τον χαβά του. - *Εδώ θέλησα να αναλύσω το κάθε τι για την κατανόηση σας, και αν μερικές φορές θα εξετάσετε το νόημα μου και όχι τα λόγια μου, θα δείτε ότι τα αποκάλυψα όλα, ειδικότερα όσον αφορά το πρώτο και το δεύτερο έργο. Δεν μου μένει παρά να πω λίγα λόγια σχετικά με το πυρ. Στην πρώτη εργασία το πυρ πρέπει να ειν’ ενός βαθμού και συνεχές και θα πρέπει να διαπερνάει ολόκληρη την ουσία με μια ομοιόμορφη θερμότητα. Στη δεύτερη εργασία χρειαζόμαστε ένα φυσικό πυρ το οποίο χωνεύει και σταθεροποιεί την ουσία. Ιδού. Σας λεω την αλήθεια. Σας αποκαλύπτω την ποσότητα του πυρός, αν κατανοείτε απλώς τη Φύση.* Ω, μα βέβαια. Είναι ήλιου φαεινότερων. Απορώ πως μου διέφυγε. Η καμινάδα. Βρήκα το σπίτι από την καμινάδα. Αλλά κανένα απ’τα δωμάτια που περάσαμε δεν είχε αναμμένη καμινάδα. Οι αλχημιστές όταν έκαναν πειράματα κοιμόντουσαν κοντά στην καμινάδα όχι μόνο για να παρατηρούν την εξέλιξη των πειραμάτων τους αλλά και να κρατάνε την φωτιά αναμμένη για μέρες, εβδομάδες η και μήνες πολλές φορές. Άρα υπήρχε ακόμα ένα δωμάτιο. Ένα κρυφό δωμάτιο. Περιεργάστηκα πάλι το χώρο μέχρι που ο φακός μου φώτισε ένα σχήμα. Μια ομάδα από ξύλινους μοχλούς σε σχήμα ανάποδης πυραμίδας. Τέσσερα πάνω, τρία από κάτω και μετά δυο και τέλος ένα. Την πρώτη φορά που το είδα νόμισα ότι ήταν μια κρεμάστρα. Θυμήθηκα το κείμενο που διάβασα όταν πρωτοήρθα. Αυτό για τα τρία, δυο και λοιπά. 1 και 2 και 3 και 4 μας κάνουν 10. Το 10 για τους αλχημιστές είναι το σύμβολο της Φιλοσοφικής Λίθου. Προσπάθησα να κουνήσω τους μοχλούς, αλλά δεν τα κατάφερα. Ήταν γέρα στερεωμένοι και δεν γύριζαν ούτε αριστερά, ούτε δεξιά. Ο καθηγητής με παρακολουθούσε. Έμοιαζε να διαβάζει τις σκέψεις μου. Αλλιώς δεν δικαιολογείτε αυτό που είπε. - Πάτα τους προς τα μέσα, Αμβρόσιε. Πάτα τους προς τα μέσα. Τους πάτησα και ο τοίχος άρχισε να υποχωρεί σιγά-σιγά μ’ ένα ελαφρό τρίξιμο. Εισβάλαμε στο δωμάτιο. Το τζάκι ήταν μισοσβησμενο αλλά ακόμα κάπνιζε. Και μες το τζάκι μια αρχαία μεταλλική ζυγαριά. Από τα μπράτσα της κρέμονταν δυο τάσια

40


αρκετά βαθιά γεμάτα μ’ ένα δύσοσμο πηχτό υγρό. Πιο πέρα ένα ακατάστατο διπλό κρεβάτι με ένα κίτρινο λεκέ, σχεδόν στη μέση, ακόμα υγρό. Ο Μυζάν τον άγγιξε με το χέρι και ύστερα το μύρισε με προσοχή. - Φτάσαμε αργά, μου είπε αναστατωμένος. Αλλά και νωρίτερα να ερχόμασταν πάλι ότι ήταν να γίνει θα γινόταν. - Μπιγκο, του είπα τσατισμένος. Κάτι μας είπες. Έχω 24 ώρες να κοιμηθώ, κι απ’ αυτές τις 8 τις πέρασα σ’ αυτό το στοιχειωμένο σπίτι. Σαν σκηνικό από ταινία του Ροτζερ Κορμαν είναι. Μπορείς να μου πεις τι στο διάολο συμβαίνει εδώ; - Σου τοπα ήδη, μου απάντησε ήρεμα ο Μυζάν. Ο Σαλτιελ μάλλον βρήκε τον τρόπο να γυρίσει το βιολογικό ρολόι. Αλλιώς θαπρεπε να ‘ναι από καιρό πεθαμένος. Αν τώρα ζούσε θα ήταν 90 χρονών. Εγώ έχω να τον δω, απ’ όταν αποφοίτησα, σχεδόν σαράντα χρόνια. Έπασχε κι από μια ανίατη αρρώστια. - Ωραία, είπα εγώ. Πέθανε πριν από τριανταπέντε χρόνια, όταν ήμουν 10 χρονών. - Λάθος Αμβρόσιε, συνέχισε ο Μυζάν. Πέθανε όταν ήσουνα εδώ, πριν λίγες ώρες, αν αυτό θεωρείται θάνατος. - Και που το ξέρεις; τον ρώτησα ξανά. - Σ’ αυτό εδώ, και μου ‘δειξε τον κίτρινο λεκέ. Και σ’ εκείνο εκεί, και μου ‘δειξε το τζάκι. Αλλά και στην επιστολή που σου ‘στειλε. Ο Σαλτιελ βρήκε τον τρόπο να γυρίσει το βιολογικό ρολόι. Είμαι σίγουρος γι’αυτό. Αλλά κάτι δεν πήγε καλά. Αντέστρεψε το χρόνο προς την νεότητα, αλλά ταυτόχρονα τον επιτάχυνε. Αυτό φαίνετε και από τις τελευταίες σελίδες αυτού του ημερολογίου. Έτσι πριν προλάβει να ξαναγυρίσει το χρόνο, μάλλον γιατί δεν ήξερε το αντίδοτο και ήλπιζε ότι θα το βρει μετά, διέτρεξε όλες τις ηλικίες μέχρι που πέρασε στην ανυπαρξία. Αυτό εδώ, μου ξαναέδειξε τον κίτρινο λεκέ, είναι σπέρμα. - Ναι αλλά μαζί μου δεν επικοινώνησε για αυτό. Ήθελε να του βρω μια γυναίκα. - Τη γυναίκα του, Αμβρόσιε. Ήθελε να του βρεις τη γυναίκα του. Βρήκε το ελιξίριο κι ήθελε να το δώσει και στη γυναίκα του. Όταν την παντρεύτηκε αυτή ήτανε 19 χρονών. Θα πρέπει να την περνούσε τουλάχιστον 40 χρόνια. Κι αυτός ύστερα από λίγο τα παράτησε όλα κι εξαφανίστηκε για να βρει το ελιξίριο της νεότητας. Μόνο που επειδή δεν ήταν σίγουρος αν όλα θα πανε καλά, σου έστειλε και τον πρώτο τόμο των σημειώσεων του, να μου τον φέρεις. Αλήθεια όμως, μια και το ανέφερες, την βρήκες; Θαθελα να την δω. Που ζει; Με ποιο όνομα; Η ερώτηση με βρήκε απροετοίμαστο. Είχε έναν τρόπο να μ’ αιφνιδιάζει. Ολ’ αυτά που μου αράδιασε μόλις, τα βρήκα λίγο τραβηγμένα απ’ τα μαλλιά. Είπα λίγο; Λάθος έκανα. Αλλά κι εκείνο το κλάμα του μωρού που άκουγα. Μπορεί να ήτανε και γάτα. Ανάλογα πόσο θέλει κανείς να πιστέψει τέτοιες παλαβομάρες. Κρίμα και μου φαινόταν ισορροπημένος άνθρωπος. Όσο για τη γυναίκα του Σαλτιελ. Δεν βλέπω γιατί πρέπει να την ανακατέψω. Πήρα βαθιά αναπνοή κι απάντησα. - Λυπάμαι δόκτωρ. Ειλικρινά λυπάμαι,….. αλλά κι αυτό είναι ένα από τα μυστικά που ο Σαλτιελ πήρε μαζί του. Αν έπρεπε να πω σε κάποιον κάτι, αυτός θα ήταν ο ίδιος ο πελάτης μου….. ο Σαλτιελ….. Δεν νομίζω, μετά απ’ όσα πέρασε η φουκαριάρα, ν’ αντέξει στη ζωή της και δεύτερο τρελό… Συγνώμη δόκτωρ, αλλά κανείς παίρνει μονάχα ότι πληρώνει. Θα αναρωτιέστε ασφαλώς τι έγινε μετά. Ο Δόκτωρ πήρε τα ημερολόγια σπίτι του, κι εγώ είμαι εδώ και περιμένω όπως να κυκλοφορήσει το ελιξίριο στα φαρμακεία όπως και το φάρμακο κατά της φαλάκρας. Για το ποιο θα κυκλοφορήσει πρώτο δεν βάζω στοίχημα. Όσο για την γυναίκα του Σαλτιελ. Δεν είναι πια 19 χρονών, αλλά και προσόντα έχει και η καρδιά της το λεει, απ’ ότι φαίνεται στις φωτογραφίες που τράβηξα. Βρήκε το δικό της ελιξίριο στην αγκαλιά ενός νταβραντισμένου ονόματι….όπως γράφει κι εδώ.. έχω μια κάρτα: ‘’Μεταφορική Εταιρία- Ο Σωκράτης’’. Τώρα λοιπόν που σας τα είπα όλα, από το φιλοσοφικό αυγό ως τα Χρυσά Μήλα, σας αφήνω για να ξεφυλλίσω μια θεολογικό-φιλοσοφική πραγματεία, που έγραψε ο Ρομπερτ Φλουντ, ένας διάσημος ερμητικός φιλόσοφος και χωρομέτρης των δυο

41


κόσμων, που έζησε τον 17ο αιώνα. Φέρει τον τίτλο: ‘’Η πτώση του ανθρώπου.’’ Μετά, θα πάρω τη Wyborowa αγκαλιά και θα πέσω για ύπνο. H ΡΟΥΤΙΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑ Λενε ότι τα μαθηματικά και η φιλοσοφία γεννήθηκαν στην Ελλάδα γιατί οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ανάγει την συζήτηση σε επιστήμη. Aκομα κι όταν ανήκαν σε μια σχολή οι Έλληνες ήταν μεμονωμένοι διανοητές, κοινωνική θέση που εμφανίζεται πρώτη φορά στην Ιστορία. Άτομα που χρησιμοποιούσαν την ελευθερία της σκέψης τους, διατηρούσαν το δικαίωμα να προωθούν τις θέσεις τους, να αναπτύσσουν θεωρίες. Επιφορτίζονταν όμως με την υπεράσπιση τους, ως υπεύθυνοι της πνευματικής τους παραγωγής, απέναντι σε κάθε άνθρωπο που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει με τη σειρά του το δικαίωμα της κριτικής, της αμφισβήτησης, του αντίλογου, ότι κι αν σημαίνει αυτό. Αν είναι αλήθεια όλ’ αυτά τότε το Dacapo είναι ένα σύγχρονο ανοιχτό λαϊκό πανεπιστήμιο. Σε αντίθεση βέβαια με τις περιπατητικές σχολές της αρχαιότητας η σχολή του Dacapo μπορει να χαρακτηριστεί άκρως καθιστική. Στις συζητήσεις παίρνουν μέρος δημοκρατικά όλοι οι θαμώνες του μπαρ, τακτικοί η περαστικοί, άνεργοι η εργαζόμενοι που κάνουν για λίγο σκασιαρχείο απ’ τη δουλειά τους, χασομέρηδες που δεν έχουν πώς να σκοτώσουν την ώρα τους και εργασιομανείς που μεταφέρουν εδώ τα επαγγελματικά ραντεβού τους γιατί το αλκοόλ κάνει τους ενδιαφερόμενους αν όχι πιο χαλαρούς στις διαπραγματεύσεις τουλάχιστον πιο ευχάριστους. Η συζήτηση μπορει να πάρει πολλούς δρόμους. Όλα τα θέματα είναι καλοδεχούμενα, από τα πιο ευτελή μέχρι τα πιο πολύπλοκα και δυσνόητα, ανάλογα με τις διαθέσεις της στιγμής, την επικαιρότητα η τον νταλγκά κάποιου απ’ τους πελάτες. Κι όταν ένα θέμα πέφτει στο τραπέζι όλοι ορμούν διψασμένοι- γιούρια και αέρα- να πουν τις εμπειρίες τους, τα συμπεράσματα και τις βαθυστόχαστες σκέψεις τους, που τις υπερασπίζονται με το πάθος του επαγγελματία πότη, με τον αναρχικό εγωισμό του Έλληνα ξερολα και με κάθε άλλο τρόπο, ότι κι αν σημαίνει αυτό. Έτσι υπάρχει περίπτωση- πράγμα καθόλου σπάνιο- να σου σβουριξει ο συνομιλητής σου μια στριφογυριστή μπουνιά στο δόξα πατρί και συ να χρειαστεί ν’ απαντήσεις με μια καλοβαλμένη ψηλοκρεμαστή κλωτσιά στ’ αχαμνά, ατράνταχτα επιχειρήματα που μοιράζονται απλόχερα χωρίς καμιά συναισθηματική φόρτιση και εντελώς άσχετα με το αν θα καταλήξετε η όχι μετά να τρωτε αγκαλιά πατσά στην κεντρική αγορά, στην οδό Αθηνάς. Βέβαια όταν η συζήτηση παίρνει τέτοιες λεπτές αποχρώσεις ο Μιλτος παρεμβαίνει δημιουργικά αδειάζοντας τους θερμοκέφαλους στο δρόμο, πάντα χωρίς καμιά παρεξήγηση. Κατά κανόνα όμως όλα διεξάγονται φυσιολογικά και σπάνια δεν καταλήγουν σε κάποιο μονοφραστικό συμπέρασμα ακόμα κι αν αυτό δεν έχει εμφανώς πραχτική εφαρμογή. Το πιο αγαπημένο όμως θέμα όλων είναι οι γυναίκες και τα εξαγόμενα συμπεράσματα δεν είναι συνήθως καθόλου κολακευτικά για το γυναικείο φύλλο αν κι όλοι μοιράζονται αμέριστα την άποψη του λαϊκού βάρδου Ρασουλη: ‘’από τη γυναίκα ούτ’ ένα καλο δεν είδα , μα πίστεψε με ειν’ η μόνη μου ελπίδα’’.[1] Αυτή τη φορά όμως το πράγμα ξεχείλωσε εντελώς. Τους βρήκα να μιλούν για τις γυναίκες σαν να ήταν η Νο 1 κοινωνική απειλή σ’ ολόκληρο το συμπαν. - Τ’ αφεντικό μου προσέλαβε χτες μια γκόμενα για την ημερήσια βάρδια στο ταξί, παραπονιόταν ο Νώντας ο ταρίφας, όταν μπήκα στο μπαρ. Έτσι τώρα είμαι καταδικασμένος να ζω νύχτα. - Έχει πιο πολλά τυχερά η νύχτα, σχολίασε πονηρά ο Μακριδης, εκδότης και ιδιοκτήτης ραδιοφώνου λόγου και μπλα, μπλα. - Οι γκόμενες έχουν χωθεί παντού, διαπίστωσε ο Μιλτος. Εμένα που με βλέπεται είμαι ίσως ο τελευταίος άρρεν μπάρμαν στον πλανήτη, συμπλήρωσε με έμφαση. - Δείχνουν τις γάμπες τους και τα μπούτια τους και αφήνουν να σέρνονται ένα σωρό υποσχέσεις για τα υπόλοιπα, συνέχισε πικραμένος ο Νωντας. Ενώ οι άντρες; Τι μπορούν να κάνουν οι άντρες; Πήρα την παγωμένη Serkova που μου σερβιρε ο Μιλτος και χώθηκα στη συζήτηση.

42


- Φταιν οι γυναίκες;… Εμείς φταιμε που τις προσλαμβάνουμε, τα κορόιδα οι άντρες. Άλλωστε… δεν είναι αλήθεια ότι είναι ικανές γι’ όλα…..ειπε πάλι ο εκδότης. Η άποψη του δεν στάθηκε αρκετά δημοφιλής. Τον διέκοψαν αραδιάζοντας μια απίθανη λίστα με γυναίκες που κάνουν αντρικά επαγγέλματα. Μιλούσαν όλοι μαζί. Προσπάθησα να τους εξηγήσω πως αυτό θα έπρεπε να μας χαροποιεί γιατί επί χιλιάδες χρόνια το παίζουμε στήριγμα της κοινωνίας και οι κουβαλητές που νοιάζονται για όλα ενώ αυτές εκτός του ότι τα βρίσκουν όλα έτοιμα, ασχολούνται μόνο με τον εαυτό τους. - Ήρθε η ώρα επιτέλους να τις αφήσουμε να κάνουν κάτι για να μας ανακουφίσουν από την κόπωση τόσων αιώνων ευθύνης κι εργασίας, πρότεινα. - Τι λες βρε Αμβρόσιε, μου αντιγύρισε ο ταρίφας. Οι κάργες δεν χαμπαρίζουν για την μάπα μας αλλά για τα λεφτά και το κουμάντο. Όπου υπάρχουν αυτά μαζεύονται οι τσούλες σαν τις μύγες. Αν τους τα δώσουμε θα χάσουμε και το καυλί μας. Να μια ενδιαφέρουσα άποψη από κάποιον που σπουδάζει στο νυχτερινό σχολείο της ζωής. Ο Μιλτος έσπευσε να συμφωνήσει, αν και δεν είχε ούτε λεφτά ούτε εξουσία κι ήταν και παντρεμένος εφτά χρόνια με μια νοικοκυρά. Όταν του το υπενθύμισα μου’ριξε στα μούτρα μια άλλη εξ’ ίσου ενδιαφέρουσα άποψη: ότι ο τζόγος είναι καθημερινός κι ότι δεν πρέπει νάμαι τόσο απαισιόδοξος γιατί κανείς δεν ξέρει τι θα μας ξημερώσει. Η συζήτηση έκλεισε με το πρωτότυπο συμπέρασμα ότι όλες οι γυναίκες είναι κρυπτολεσβίες και ότι οι άνδρες δεν μπορούν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό. Όταν σηκώθηκα να φύγω, μετά την τέταρτη βότκα, το ηθικό όλων ήταν λίγο ψιλότερα. Ο Νωντας έδειχνε έτοιμος να μείνει ξύπνιος για πολλές νύχτες ακόμα αρκεί να μην του εκανε αλκοτέστ η τροχαία σήμερα κι ο Μιλτος δυνάμωσε τη μουσική κι πήρε θέση μάχης να πέσει ηρωικά στην επόμενη συζήτηση που θ’ άρχιζε σε λίγο από τους νέους πελάτες. Παρ’ όλα αυτά, καθως έβαζε στη τσέπη του τα λεφτά μου, με ρώτησε λίγο αμήχανα. - Αμβρόσιε, λες να’ναι όλες λεσβίες; - Είναι, του απάντησα, όσο είμαστε κι όλοι εμείς οι άνδρες αδελφές…… - Αν είναι….κατέληξε ο Μιλτος σκεπτικός, λεω, αν είναι… το προτιμώ από το να γυρίσω σπίτι κάνα βράδυ και να την πιάσω με κάνα μαντράχαλο. Βγαίνοντας πήρε το μάτι μου μια πιτσιρίκα καθισμένη μόνη σ’ ένα τραπέζι στη απομέσα μεριά της βιτρίνας του μπαρ. Δεν ήμουν σίγουρος αν κοίταζε την αφεντιά μου η την κίνηση γενικώς. Αυτό δεν με εμπόδισε όμως να επιστρέψω και να παω να θρονιαστώ στο τραπέζι της. - Καφέ; ρώτησα με όση γοητεία είχα στις τσέπες μου. Πρόσφατα μου είπαν ότι έφερνα κάπως στον Τζακ Νικολσον. - Αν είναι να κεράσεις, κέρνα κάτι πιο τονωτικό. Καφέ μόλις ήπια, απάντησε και μου’ριξε ένα θανατηφόρο βλέμμα με τα φωτεινά πράσινα μάτια της. Ύστερα γυρισε το κεφάλι της σαν να μην ήμουν εκεί και βάλθηκε να χαζεύει πάλι τη κίνηση στο δρόμο. Παράγγειλα δυο βότκες και μέχρι να έρθουν της έριξα μια δεύτερη μάτια. Φαινόταν πιτσιρίκα αλλά δεν ήταν. Πρέπει να κόντευε τα τριάντα. Ήταν διαβολεμένα ωραία κι αν εξαιρέσουμε τα υπέροχα πόδια της, όλα τα υπόλοιπα πάνω της, άφηναν να κυκλοφορούν τριγύρω ένα σωρό υποσχέσεις. - Μη μου πεις ότι είσαι φοιτήτρια, την ξαναρώτησα. - Όχι ακριβώς, έχω δυο χρόνια που τελείωσα. - Δεν σ’ έχω ξαναδεί εδώ γύρω. - Δεν θα φορούσες τα γυαλιά σου, ειπε παιχνιδιάρικα κι αμέσως διόρθωσε: Πλάκα κάνω.. Μόλις ήρθα από την Γαλλία…δηλ. προχτές…. για δουλειές… Εσύ; - Εγώ είμαι εδώ από το πρωί… Πλάκα κάνω… Κι εγώ σ’ αυτά τα μέρη φρέσκος είμαι… Για δουλειές. Σήμερα μάλιστα κλείνω οχτώ μήνες. Κάτι σαν γενέθλια, να πούμε….. - Bien pour toi! ειπε και πριν προλάβω να αντισταθώ μου’σκασε ένα ξεγυρισμένο υγρό φιλί στο στόμα, απ’ αυτά που σε κάνουν να νοσταλγείς ερημικές παραλίες και

43


τεράστια αφρισμένα κύματα. Σιγά να μην αντιστεκόμουν. Η μαγκιά μου πήγε περίπατο. Σκέφτηκα ότι κάτι τέτοια μόνο στο σινεμά και στα κόμικς συμβαίνουν. Ο Μιλτος, που έφτασε ακριβώς εκείνη τη στιγμή, λίγο έλειψε να ρίξει τις βότκες πάνω μας. Προσπαθώντας να διατηρήσει την ισορροπία του εκανε κάτι σαν χορευτική φιγούρα και τελικά κατάφερε να ακουμπήσει τα ποτήρια με το περιεχόμενο τους στο τραπέζι μας χωρίς να συμβεί ατύχημα. Πήρε το δρόμο του γυρισμού μ’ ένα θαυμαστικό να του θολώνει το βλέμμα. - Χάρηκα που σε γνώρισα, μου ειπε η μικρή και τσούγκρισε το ποτήρι της στο δικό μου. Πίνω στην υγειά σου, συμπλήρωσε και κατέβασε τη βότκα μονορούφι. Μετά σηκώθηκε απλώνοντας το χέρι της γι’ αποχαιρετισμό. Όταν της το έσφιξα, κράτησε το χέρι μου και με κάρφωσε με τα απίθανα μάτια της μέχρι που σχεδόν κοκκίνισα. Σα χαμένος, το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω ήταν: - Εεε…..Αμβρόσιος…. - Έλενα, απάντησε αυτή χαμογελώντας, απολαμβάνοντας προφανώς τη σαστιμάρα μου. Εκείνη τη στιγμή στα μάτια της θα’πρεπε να φέρνω του Νταφυ Ντακ. Για μένα όμως ήταν το πιο υπέροχο άκουσμα της βραδιάς. Έφυγε αφήνοντας πίσω της ανάλαφρα χνάρια γυναικείου αρωματισμένου μεθυσιού.κι ούτε που πρόλαβα να τη ρωτήσω που θα μπορούσα να τη ξαναβρώ. Αν ήθελε φυσικά. Έτσι όμως που μ’ άδειασε μάλλον δεν ήθελε. Λίγο η βότκα, λίγο το φιλί, λίγο η ζήλια για τα βλέμματα των άλλων που παρακολούθησαν το κομψό κούνημα των γοφών της, έκαναν το Dacapo να περιστρέφεται γύρω απ’ το κεφάλι μου όπως η ουρά γύρω απ’ το σκύλο. Κατά τα άλλα δεν θυμάμαι ούτε πως γύρισα στο γραφείο, ούτε ποιος με κουβάλησε, ούτε αν τελείωσα τη βότκα μου η αν πήγε στράφι τελικά. Ούτε τι ονειρεύτηκα θυμάμαι, παρόλο που ξύπνησα πρωί- στις εννιά, πρωί είναι για μένα, δεν είμαι δα και ανθρακωρύχος- μ’ ένα μεγάλο υγρό λεκέ στο πάλαι ποτέ λευκό και νυν γκρι σώβρακο μου. Η διάθεση μου ήταν εξαιρετική. Τις επόμενες τέσσερις μέρες το στομάχι μου γουργούριζε από μοναξιά. Κατασκήνωσα στο Dacapo κι έπλεα έρμαιο σαν καγιακ σ’ ένα ποταμό από βότκα που με πήγαινε κατευθείαν στον καταρράχτη με τους μπελάδες. Έπιανα βάρδια στις 5 το απόγευμα και μπεκρούλιαζα μέχρι το πρωί. Ήμουν τόσο ευσυνείδητα συνεπής που ο θαυμασμός της παρέας άρχισε να γίνεται οίκτος και τα υπονοούμενα έπεφταν βροχή. Είχα γίνει και το θέμα και το θέαμα της εβδομάδας αλλά η γκόμενα δεν έλεγε να εμφανιστεί. Την Κυριακή δεν πήγα. Αγόρασα ένα μπουκάλι βότκα και άραξα στο γραφείο. Ο καιρός ήταν καλός και άνοιξα το παράθυρο. Στην απέναντι πολυκατοικία έβλεπαν τη ‘’Λάμψη’’ στη διαπασών. Αρ. επεισοδίου 2 346. Ένας αφελής πρίγκιπας, ονόματι Ξαβιέ Β’, ήθελε να παντρευτεί μια πρώην ναρκομανή, αλλά νυν καλόκαρδη και ξανθιά Μαγδαληνή. Ο ξαφνικός θάνατος όμως του πατέρα του από τους μισητούς επαναστάτες τον ανάγκασε να αναβάλει το γάμο για κάποιο από τα επόμενα 300 επεισόδια. Η ξανθιά, που όμως δεν την έλεγαν Μαγδαληνή αλλά Μπιάνκα, έδειξε την απαιτούμενη κατανόηση που της υπαγόρευε ο αμοιβαίος έρωτας της και η επιταγή των 100 000 δολαρίων, που έλαβε σαν δώρο από τον παρακοιμώμενο του διαδόχου, που αναχώρησε εσπευσμένα να καταλάβει το κενό θρόνο. Είναι απίστευτο πια τι βλέπει κανείς στην τηλεόραση. Μοιάζει με τζακουζι βλακείας. Βέβαια βοηθά να περνάει η ώρα κι εγώ αυτή τη φορά το είχα πολύ ανάγκη. Το επόμενο αριστούργημα ήταν ‘’Οι άνδρες με τα όλα τους’’ σε παιδική έκδοση. Επρόκειτο για μια στιγμή μοναδικής, για τον σύγχρονο πολιτισμό, έμπνευσης του μέγα Μικρούτσικου. Την ώρα που μια πιτσιρίκα ρωτούσε έναν σπυριάρη μπόμπιρα τι γνώμη είχε για το φιλί- χτύπησε το τηλέφωνο μου. Αναγκάστηκα να το σηκώσω κι έχασα έτσι την απάντηση. - Αμβρόσιος Σακάδας , λέγεται….. - Που είσαι, ρε, ρώτησε μια φωνή με συγκρατημένο συνωμοτικό τόνο. Ήρθε… - …………………..

44


- Ο Μιλτος είμαι…Αμβρόσιε μ’ ακούς; Το πρόσωπο μόλις ήρθε σου λεω, πρόσθεσε κι έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο. Αν πηδούσα απ’ το παράθυρο δεν θα’ φτανα πιο γρήγορα στο Dacapo. Ήταν καθισμένη στο ίδιο τραπέζι κι έπινε καφέ. Έκατσα δίπλα της χωρίς να πω τίποτα, σαν αδέσποτο δαρμένο σκυλί. Στο μαγαζί επικρατούσε μια ύποπτη ησυχία. Ήξερα ότι όλοι είχαν το νου τους σε μας αν κι υποκρίνονταν το αντίθετο. - Πως παει; με ρώτησε με το γνωστό θανατηφόρο βλέμμα. - Πώς να παει…ρουτίνα, απάντησα εγώ. - Η ρουτίνα είναι έγκλημα, μου ειπε χωρίς καθόλου σκέψη. - Ενώ το έγκλημα δεν είναι ρουτίνα; Στην άθλια κατάσταση που ήμουνα, ακόμα κι εγώ απόρησα για την ετοιμότητα μου. Γυρισε και με κοιταξε για πρώτη φορά με ενδιαφέρον. Ρούφηξε το καφέ της χωρίς βιασύνη και συνέχισε. - Στο έγκλημα δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνεται η κλοπή, εκτός κι αν το θύμα είναι ο περιπτεράς της γωνίας…. Πήρα μια βαθιά αναπνοή ανακούφισης. Κάτι κολλητικό φαίνεται να υπήρχε στον αέρα του Dacapo κι αυτό ήταν….. Δεν αισθανόμουν πια άβολα. Ξανάγινα αυτό το κάτι από Τζακ Νικολσον. Μόλις βρέθηκε ένα κανάλι επικοινωνίας. Η απάντηση ήρθε σαν να την είχα έτοιμη. Μάλιστα μου φάνηκε ότι την περίμενα αυτή την συζήτηση. - Θα εννοείς προφανώς ότι η κλοπή είναι ένας άλλος τρόπος ανακατανομής του πλούτου. Τέτοιες μαλακίες λέγαμε κι εμείς το ’70, όταν το μοναδικό όνειρο που είχαμε ήταν η κοινωνία ισότητας που θα φέρει η αναπόφευκτη επανάσταση,…. αλλά και πιο πριν, όταν στις αλάνες παίζαμε τον Ρομπέν των Δασών η τον λήσταρχο Νταβέλη, σχολίασα επιθετικά. Με κοιταξε στα μάτια μ’ ένα χαμόγελο που δήλωνε φανερά ότι το διασκέδαζε. - Εσύ δεν έκλεψες ποτέ Αμβρόσιε; με προκάλεσε. - Οι Κινέζοι λενε ‘’αν είναι να κάνεις κάποιο κακό, κάντο μεγάλο’’ - Είδες; Στην ουσία λεμε το ίδιο πράγμα. Λεμε ναι στον Αρσέν Λουπεν, στο Φαντομά, στη μεγάλη ληστεία του τραίνου, στη κλοπή των θυρίδων του υποκαταστήματος της Πίστεως από τους τύπους που άνοιξαν το τούνελ και όχι στο Τζακ τον Αντεροβγάλτη κι στις άλλες τέτοιες παρανοϊκές αηδίες. - Δεν έχεις και πολύ άδικο, απάντησα. Αλλά πως κι ανοίξαμε μια τέτοια συζήτηση; - Μπαρ δεν είναι; Στα μπαρ μπορείς να μιλάς για οτιδήποτε και με οποιονδήποτε. Εσύ πρέπει να το ξέρεις καλά αυτό, ειπε και έπιασε δουλειά πάνω μου, με τολμηρότερες σωματικές επαφές απ’ ότι επιτρέπει ο νόμος σε δημόσια μέρη. Λες και περίμενε την κατάλληλη ατάκα για να παίξει το ρόλο του, ο Μιλτος εμφανίστηκε από το πουθενά κι άφησε δυο διπλές βότκες στο τραπέζι μας. - Αυτά τα κερνάει το μαγαζί, ειπε με στόμφο κι αποσύρθηκε διακριτικά στο πάγκο του. Αυτό μου άρεσε στο Μίλτο. Ήταν ένας μπάρμαν που διατηρούσε ακόμα ρομαντικές αντιλήψεις. Η Έλενα κρατούσε το χέρι μου κι εγώ άρχισα να φαντασιώνω διάφορα. Ρούφηξα τη βότκα μου έχοντας απόλυτη επίγνωση ότι ρίχνω λάδι στη φωτιά. - Έχεις αυτοκίνητο Αμβρόσιε; με ρώτησε ξαφνικά. - Έχω είπα , και της έδειξα το Honda civic.Μοντέλο του ’75. - Μοιάζετε, ειπε τρυφερά. Θα μπορούσες να το βαφτίσεις Χουντινι. Η ύπαρξη τέτοιων μοντέλων συνιστούν ένα θαύμα. Ίσως να έπρεπε να προσβληθώ αλλά δεν το είχα σκοπό. - Μένω απέναντι, είπα. Ήταν η τελευταία φράση που ανταλλάξαμε. Η υπόλοιπη νύχτα πέρασε χωρίς πολλά λόγια αλλά μ’ εκείνη την γλύκα που φέρνει στη ζωή μας το αναπάντεχο. Κοιμηθήκαμε όταν ο ήλιος για πρώτη φορά ξεπρόβαλε χαμογελαστός ανάμεσα από τις βρώμικες πολυκατοικίες αυτής της άθλιας πόλης. Αρνούμαι να καταθέσω άλλες λεπτομέρειες για το τι ακριβώς συνέβη μεταξύ μας εκείνο το βράδυ. Δεν μπορώ όμως να κρύψω το αυτονόητο. Ήμουν ερωτευμένος με μια παντελώς άγνωστη που είχε την ηλικία της κόρης μου- αν είχα κόρη- και το όνομα της μπορει να μην ήταν καν Έλενα.

45


Το μεσημέρι της Δευτέρας, όταν ξύπνησα, η Έλενα ήταν άφαντη. Το κορμί μου ήταν μουδιασμένο και το κεφάλι μου σχιζόταν στα δυο από τον πιο ηδονικό πόνο. Κοίταξα γύρω αλλά με μεγάλη απογοήτευση διαπίστωσα ότι δεν άφησε κάποιο σημείωμα η έστω κάποιο άλλο ίχνος που να λεει….κάτι ρε φίλε, οτιδήποτε. Μπήκα στο μπάνιο να ξυριστώ και όταν πασάλειψα το πρόσωπο μου με μια σαπουνάδα της κακιάς ώρας χτύπησε το κωλοτηλέφωνο. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως ήταν δυνατόν να χτυπάει κάθε φορά που είχα κάτι να κάνω. Το άρπαξα εκνευρισμένος: - ……….., πήγα κάτι να πω αλλά οι σαπουνάδα μπήκε στο στόμα μου. Σκουπίστηκα με την ανάστροφη του χεριού μου. - Έλα, ακούστηκε ο συνομιλητής μου. - Έλα, τι έλα; είπα συγχυσμένος. - Έλα Αμβρόσιε, εγώ είμαι, ο Νωντας. Έχεις δουλειά; Θέλω να σου μιλήσω…Είναι πολύ σοβαρό….Να ‘ρθω; Σε παίρνω από το Dacapo…..Έρχομαι, ειπε και χωρίς να περιμένει απάντηση το ‘κλεισε. Μερικοί άνθρωποι είναι για τα πανηγύρια. Ο μαλάκας ο ταρίφας μ’ εκανε τουρμπο. Δεν γουστάρω τέτοια τηλεφωνήματα. Ξαναγύρισα στο μπάνιο και σκουπίστηκα με μια πετσέτα. Ύστερα άνοιξα την πόρτα και ο Νωντας ήταν κιόλας εκεί με το χέρι του μετέωρο, μια και δεν πρόλαβε να χτυπήσει το κουδούνι. Έμοιαζε να’χει ανέβει με τα πόδια απ’ τις σκάλες αλλά τελικά ο καημός του ήταν πολύ μεγαλύτερος. - Αμβρόσιε, μου κλέψαν το αυτοκίνητο. - Πιο αυτοκινητo, το ταξί; τον ρώτησα. Δεν ήμουν πια θυμωμένος, ενώ αυτός ήταν για κλάματα. - Όχι ρε το ταξί. Το Ford escort. To πάρκαρα χτες σ’ ένα δρομάκι πίσω από το Intercontinental, γιατί εκεί κάνουμε σκάντζα το ταξί, και το πρωί που πήγα να το πάρω δεν ήταν πουθενά. Μου το κλέψαν. Έκατσε αποκαμωμένος στο καναπέ και με κοίταζε σαν δαρμένο σκυλί. Μόνο που εγώ δεν ήμουν ο αφέντης του. - Μάλιστα, είπα κι ήταν το καλύτερο που βρήκα να πω. - Τι μάλιστα βρε Αμβρόσιε….Ακόμα χρωστάω τις δόσεις….Πόσα θες για να το βρεις; Πήγα στην αστυνομία και μου είπαν ότι αν δεν βρεθεί σε 24ρεις ώρες πιθανόν να μη βρεθεί ποτέ. Μάλλον το πήραν τίποτα σκατοαλβανοί και τ’ αυτοκίνητο μπορει να είναι τώρα στα Τίρανα…. - Κι εγώ τι είμαι ρε Νώντα, ο έλληνας πρόξενος; είπα και κάθισα στο γραφείο απέναντι του. - Φαντάστηκα πως κάτι μπορει να….κάποια καλή ιδέα…έχεις πείρα εσύ…κάτι ξέρεις από πιάτσα…ένα τηλέφωνο στον κατάλληλο άνθρωπο… - Νωντα βούλωστο, ούρλιαξα εγώ. Βγάλε για λίγο το σκασμό γιατί μου ‘χεις σπάσει τα νεύρα. Ο Νωντας ψαρωσε και η σιωπή επέτρεψε στραπατσαρισμένη στο κονάκι μου αλλά μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. - Ξέρεις είδα και τη δικιά σου,…τη τύπισσα….αυτή ρε που τραβιέσαι εδώ και κάτι λίγο…. - Που την είδες ρε Νωντα, τον ρώτησα καρδιοχτυπώντας. - Στο ξενοδοχείο. Ήταν δεν ήταν δώδεκα. Γύρισα να κοιτάξω για το escort. Δεν ήθελα να πιστέψω ότι μου το πήραν. Έλεγα μήπως κάνω λάθος…ξέρεις εσύ…καμιά φορά…Τρόμαξα να τη γνωρίσω. Στεκόταν στην είσοδο και περίμενε…αγνώριστη σου λεω..θεοκόμματος…. Σηκώθηκα και τον τράβηξα απ’ το σακάκι. Τον έσπρωξα έξω και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Ο ταρίφας δεν καταλάβαινε τι γίνεται κι ήταν στη διαμαρτυρία,’’Που παμε’’.Τι θα γίνει με τo escort ’’, ‘’Πες κάτι ρε Αμβρόσιε’’ κι άλλα τέτοια. Μισή ώρα αργότερα την είχαμε στήσει έξω από το Intercontinental και περιμέναμε. Ο Νωντας δεν έβγαζε άχνα αλλά κι εγώ δεν πήγαινα πίσω. Το ρολόι μου έδειχνε τρεις όταν τον έστειλα στο περίπτερο να πάρει τσιγάρα. Μια μαύρη λιμουζίνα σταμάτησε στην είσοδο και ένα κορόιδο με στολή και καπέλο άνοιξε την πίσω πόρτα. Από μέσα βγήκε

46


η Έλενα. Ήταν όντως αγνώριστη με το ξωπλατο φόρεμα, τις τακουναρες και το γουναρικό. Τα μαλλιά της όμως ήταν μακριά και λίγο αν χάζευα ούτε που θα τη γνώριζα. Γκόμενα άνευ προηγουμένου. Λαμπερή, λυγερή και αισθησιακή. Καθως την έβλεπα να μπαίνει στο ξενοδοχείο είχα την έντονη επιθυμία να τρέξω και να την αρπάξω. Αλλά παλουκώθηκα εκεί που ήμουν. Ευτυχώς ο Νωντας αγόρασε δυο πακέτα γιατί όταν η Έλενα ξαναεμφανίστηκε η ώρα ήταν περασμένες οχτώ. Δυο λεπτά μετά εκανε την εμφάνιση της η ιδια λιμουζίνα. Και το ίδιο κορόιδο της άνοιξε την πίσω πόρτα για να μπει. Την πήραμε από πίσω. Το Honda έμοιαζε μικροσκοπικό μπροστά στην αυτοκινηταρα που ακολουθούσαμε κι αυτό εκανε την παρακολούθηση ακόμα πιο εύκολη. Η λιμουζίνα την άφησε Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου, γωνία. Ύστερα εκανε τον κύκλο από Σταδίου και πάρκαρε στη πιάτσα, Βουκουρεστίου χαμηλά. Εμείς ήταν αδύνατο να βρούμε να παρκάρουμε και μετά από δυο γύρους από Σίνα, Ακαδημίας και Β. Όλγας βάλαμε πλώρη πάλι για το Intercontinental. Μια ώρα μετά η λιμουζίνα την άφηνε πάλι μπροστά στο ξενοδοχείο. - Θα μου εξηγήσεις τι στο διάολο κάνουμε, με ρώτησε κλαψουρίζοντας ο Νωντας. Απορώ πως έμεινε σιωπηλός τόση ώρα. - Δεν ξέρω ακριβώς αλλά κάτι δεν παει καλά. - Κι αυτό έχει σχέση με το escort; ρώτησε πάλι ο Νωντας. - Δεν νομίζω, έκανα εγώ. - Τότε εμένα τι με τραβολογάς; Νόμιζα ότι κάτι θα κάναμε για το …… - Βγάλε για λίγο απ’ το μυαλό σου το γαμημένο το σαράβαλο, τον μάλωσα. Σε θέλω εδώ μαζί μου να κανείς το κυνηγόσκυλο. Μπορείς να πάρεις άδεια γ’ απόψε; Ο ταρίφας με κοιταξε όλος παράπονο. Ύστερα ειπε δειλά. - Θα με αφήσεις να οδηγήσω εγώ;…. Για να κάνω κάτι…γιατί εσύ δε λες και πολλά…. Exω άδεια γι’ απόψε…. Είπα στ’ αφεντικό μου ότι ψάχνω το escort. Άφησα τον ταρίφα στο Χουντινι και έκατσα στο καφέ του ισογείου με τα μάτια καρφωμένα στη reception. Κατά τις έντεκα, η Έλενα έσκασε μύτη από το γυάλινο ασανσέρ. Αυτή τη φορά φορούσε ένα δερμάτινο τζάκετ κι ένα κολλάν με ίσια παπούτσια. Όλα μαύρα. Έσερνε μια κομψή μικρή βαλίτσα με ρόδες σαν αυτές των αεροσυνοδών και τα μαλλιά της ήταν πάλι κοντά. Από μακριά έμοιαζε με έφηβο. Ήταν η Έλενα που ήξερα. Πήρε το δρόμο για τη πίσω πόρτα. Ήμουν σίγουρος ότι παει στο παρκιγκ. Έτρεξα έξω και με τον ταρίφα στο τιμόνι κάναμε το γύρω του τετραγώνου. Κοιτάζαμε στην έξοδο του παρκιγκ όταν ο Νωντας έμπηξε μια φωνή. - Αμβρόσιε το escort….. Εκεί, εκεί, μου έδειχνε απέναντι και πιο κάτω. Πεταχτήκαμε έξω και τρέξαμε προς την κατεύθυνση του Νωντα. Δίπλα στο Ford, απ’ τη μεριά του πεζοδρομίου, ήταν πεσμένη μια κουκούλα μπεζ και η Έλενα μας κοίταζε αποσβολωμένη μ’ ένα μάτσο αντικλείδια στο χέρι. Ίσα που πρόλαβα ν’ αρπάξω τον Νωντα που ήθελε να της σπάσει το κεφάλι. Όσο για μένα, ήμουν έτοιμος να τη ρωτήσω ………αλλά παραδόξως ήξερα την απάντηση πριν προλάβει να την ξεστομίσει. Κάτι του τύπου ‘’ και τι περιμένεις τώρα να σου πω’’. Εγώ παρόλα αυτά ήμουν πρόθυμος να τη συγχωρήσω- στο κάτω-κάτω ο Νωντας βρήκε τ’ αυτοκίνητο του- αλλά η Έλενα γυρισε και το έβαλε στα πόδια. Πριν καν προλάβουμε να κουνηθούμε την είδαμε- λίγα μέτρα πιο κάτω- να πέφτει στην αγκαλιά του υπαστυνόμου Ελπι. Την πάσαρε σε δυο άλλους με πολιτικά που της πέρασαν χειροπέδες κι αυτός ήρθε αργά χαμογελώντας προς το μέρος μας. - Θα’θελα να ξέρω που διάολο ψαρεύεις τους πελάτες σου Αμβρόσιε, ειπε όταν έφτασε κοντά. - Αυτός ειν’ ο πελάτης μου, απάντησα πικαρισμένος κι έδειξα τον ταρίφα. - Και τι δουλειά έχετε εδώ; ρώτησε πάλι ο Ελπις. - Τίποτα, ήμασταν περαστικοί, δήλωσα γρήγορα εγώ για να προλάβω μην τυχόν και κάνει καμιά γκάφα ο ταρίφας. - Ασφαλώς, ειπε ειρωνικά ο Ελπις. Περαστικοί από τις τρεις το μεσημέρι. Σας κάναμε όλη μέρα χάζι και σπάγαμε πλάκα. Γέλασε με το πάσο του. Μουγκα εμείς. - Αμβρόσιε, τώρα έχω δουλειά…. Θα τα πούμε άλλη φορά… Κανονικά θα ‘πρεπε να

47


σας τσουβαλιάσω αλλά σχεδόν ξέρω τι θα μας πείτε. Ας μη χάσουμε λοιπόν τον πολύτιμο χρόνο μας. Στο επανεξαναδειν…. Απομακρύνθηκε αργά. Μπήκε σ’ ένα μπατσαδικο χωρίς διακριτικά και χάθηκε προς Συγγρού μεριά. Ο ταρίφας κι εγώ παρκάραμε το Χουντινι έξω απ’ το Dacapo. Στο δρόμο συμφωνήσαμε να μην το κουβεντιάσουμε το πράγμα με τους άλλους. Ο Νωντας όμως ήταν ενθουσιασμένος και κέρναγε όλο το βράδυ λέγοντας κάθε τόσο πόσο καλός ντετέκτιβ ήμουνα που του βρήκα το escort. Ο οίκτος ξανάγινε θαυμασμός κι εγώ μούσκευα τη δόξα μου στην κερασμένη βότκα μέχρι τελικής πτώσης. Κατά τα άλλα δεν θυμάμαι ούτε πως γύρισα στο γραφείο, ούτε ποιος με κουβάλησε. Ούτε τι ονειρεύτηκα θυμάμαι, παρόλο που δεν ξύπνησα πρωί – ήταν περασμένες δυο- και μ’ ένα σκοτεινό λεκέ να μουντζουρώνει τη διάθεση μου. Αισθανόμουν απαίσια. Ένα γρήγορο ντους, ένα βιαστικό ξύρισμα και βγήκα για εφημερίδες. Στη δεύτερη σελίδα έγραφε για την Έλενα. Δεν την έλεγαν Έλενα, αλλά Χρυσή. Η αστυνομία την καταζητούσε σε 4ρεις χώρες. Επρόκειτο για απατεώνα ολκής. Το κόλπο στην Αθήνα ήταν απίστευτο. ‘’Διάλεξε σ’ ένα από τα κεντρικά κοσμηματοπωλεία ένα ακριβό κολιέ και ζήτησε να της το παραδώσουν στο ιατρείο του άντρα της. Ύστερα έκλεισε ένα ραντεβού μ’ ένα γνωστό αθηναίο ψυχίατρο- δε λεμε ονόματα, έχει ιατρείο στη Βουκουρεστίου- με το πρόσχημα ότι ο άντρας της- κοσμηματοπώλης- έχει το βίτσιο να πουλάει κοσμήματα στους φίλους και γνωστούς της και δεν ήξερε πώς να το αντιμετωπίσει. Ο ψυχίατρος συνηθισμένος να ακούει οτιδήποτε της ζήτησε να έρθει στις οχτώ αλλά αυτή επέμενε για τις εννιά.. Έπειτα ειδοποίησε να της στείλουν το κολιέ στις εννέα παρά τέταρτο και πήγε στο ιατρείο στις οχτώμιση. Η γραμματέας έλειπε και ο γιατρός ήταν με άλλο πελάτη. Ο κοσμηματοπώλης έκλεισε και πήγε να παραδώσει ο ίδιος το ακριβό κολιέ. Η γκόμενα του ζήτησε να το φορέσει εξηγώντας του ότι θέλει να κάνει έκπληξη στον άντρα της. Ύστερα ζήτησε συγνώμη και μπήκε στην τουαλέτα να φρεσκαριστεί. Ο γιατρός τέλειωσε με τον προηγούμενο πελάτη και κάλεσε στο ιατρείο του τον κοσμηματοπώλη. Η απατεωνισα το έσκασε και μέχρι να βρούνε άκρη οι δυο σύζυγοι και να ειδοποιήσουν την αστυνομία πέρασε τουλάχιστον μισή ώρα.’’ Στο μεταξύ η Χρυσή γυρισε στο ξενοδοχείο και αφού άλλαξε πήγε να το σκάσει με το αυτοκίνητο του Νωντα. Δεν του το έκλεψε. Το σκέπασε απλά με μια κουκούλα και το ζώο ο ταρίφας έψαξε όλη τη γειτονιά αλλά ούτε που του πέρασε απ’ το μυαλό ότι το αυτοκίνητο του ήταν εκεί σκεπασμένο. Γιατί το αυτοκίνητο του Νωντα; Καθαρή σύμπτωση. Όλα αυτά δεν υπήρχαν στη εφημερίδα γιατί δεν τα γνώριζε ούτε η αστυνομία. Όσο για το πώς την τσάκωσαν, πρέπει μάλλον να ήταν καρφωτή από κάποιο παλιό συνεργάτη που πιθανόν να τον έριξε στη μοιρασιά. Πέταξα την εφημερίδα στο μπάγκο του Μίλτου και όλοι συμφωνήσαμε ότι οι γυναίκες είναι ικανές για όλα και γι’ αυτό οι άνδρες το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι ν’ αγρυπνούν. Με τα λεφτά που μου έδωσε δώρο ο Νωντας πλήρωσα όλα τα χρέη μου, συμπεριλαμβανομένων και των καθυστερημένων ενοικίων, και μου ‘μειναν μόνο κάτι λίγα να κεράσω τη παρέα. Ο Μιλτος όμως το θεώρησε επιτυχία του μπαρ και τους κέρασε όλους εκ μέρους μου χωρίς να μου πάρει λεφτά. Serkova σ’ όλους. Ήμουν πλέον ο VIP του ‘’Dacapo’’. ‘’ H γνωστή απατεώνας Χρυσή δραπέτευσε από το αυτοκίνητο που την μετέφερε στις φυλακές, ενώ αυτό βρισκόταν σε κίνηση. Βρήκαν τον αστυφύλακα δεμένο με τις χειροπέδες της κι αναίσθητο στο πίσω μέρος του φορτηγού. Πρέπει να σας υπενθυμίσουμε ότι ενώ συνελήφθη για την κλοπή ενός πανάκριβου κολιέ, το κολιέ δεν ανεβρεθεί ’’ Αυτό δεν ήταν ονειρο αλλά μια είδηση στα ψηλά στο αστυνομικό δελτίο της εφημερίδας, την επομένη. Εικάζουν πως υπήρξε εξωτερική βοήθεια άλλ’ αυτό άμα

48


θέλουμε το πιστεύουμε. Πάντως για καλο και για κακό έριξα μια ματιά απ’ το παράθυρο να δω αν ήταν το Χουντινι από κάτω, αν και δεν ήταν εύκολο να παει κανείς μακριά με δαύτο. Ύστερα την έπεσα για ύπνο αγκαλιά με τη μεθυσμένη επιθυμία να μου καταβροχθίζει τα σωθικά, αφήνοντας ξεκλείδωτη την πόρτα του γραφείου μου. Δεν ξέρεις καμιά φορά. [1] LP: ‘’Η εκδίκηση της γυφτιάς’’

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ Βυθιζόμουν μέσα στην κινούμενη άμμο. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω και έβλεπα σαν ταινία τη ζωή μου να τρέχει ανάποδα σε γρήγορη ταχύτητα. Όταν έφτασα κάπου εκεί στην εφηβεία άνοιξα τα μάτια μου. Ήμουν ιδρωμένος. Δεν έκανε ζέστη αλλά εγώ ζεσταινόμουν. Διψούσα αλλά δεν ήθελα να πιω. Ήθελα να σηκωθώ αλλά ήμουν μουδιασμένος. Προσπαθούσα να συγκεντρωθώ σε κάτι αλλά μου ήταν αδύνατο. Με δυο λόγια εξακολουθούσα να είμαι βυθισμένος σε μια σκατοκατάσταση. Έφταιγε κι αυτή η μύγα που με γυρόφερνε βουίζοντας σαν κορμονι κόντρα σοπράνο.. Έκανα μια έτσι με το χέρι μου και την έστειλα σε άλλη διάσταση. Τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα. - Γραφείο ερευνών Αμβρόσιος Σακάδας, λέγεται. - Θέλω το βιβλίο της άμμου, μου είπε μια αναιδέστατη τσιριχτή φωνή. - I beg your pardon; ρώτησα ξαφνιασμένος. - Το βιβλίο της άμμου μαλάκα, κουφός είσαι η παριστάνεις το βλάκα. - Και ποιος σας είπε ότι το έχω εγώ παρακαλώ; άρχισα να το διασκεδάζω. - Το βιβλίο. Το διάβασα στο βιβλίο….. - Αφού λες ότι δεν τοχεις πια το βιβλίο. Ότι το έχασες η στο κλέψανε η ότι άλλο σκατά συνέβη. Η μήπως πρόκειται για άλλο βιβλίο; - Για το ίδιο πρόκειται…. Το διάβασα πριν μου το κλέψουν, απάντησε με πείσμα αλλά ήρεμα αυτή τη φορά η τσιριχτή φωνή. - Κοίτα να δεις μεγάλε. Καλά περνάς εσύ την ώρα σου αλλά εγώ δεν έχω όρεξη για σαχλαμάρες και το αστειάκι κράτησε πολύ. Σου προτείνω να ρίξεις καμιά μαλακία. Θα το ευχαριστηθείς καλύτερα, είπα και του’κλεισα το τηλέφωνο. Μέχρι να βάλω τη καμπαρτίνα και να βγω από το γραφείο το τηλέφωνο κτυπούσε σαν μανιακό. Είναι μερικοί τόσο ηλίθιοι που αν έδιναν το νόμπελ ηλιθιότητας δεν θα το κέρδιζαν αυτοί. - Και γιατί παρακαλώ; ρώτησε ο μπάρμαν από το Dacapo. - Γιατί είναι και πολύ ηλίθιοι ρε Μίλτο. Ο Μίλτος έσκασε στα γέλια. Ήταν το καλύτερο κοινό που είχα ποτέ στη ζωή μου. Ότι και να έλεγα το έβρισκε πνευματώδες. Αλλά κι εγώ ήμουν υπόδειγμα πελάτη. Ότι και να μου σερβιρε το εύρισκα οινοπνευματώδες. Αρκεί να ήταν βότκα με πάγο. Απορούσα πως επέτρεπα στον εαυτό μου μια τέτοια πολυτέλεια. Εδώ η μια δόση βότκα κόστιζε σχεδόν όσο ένα μπουκάλι. Αλλά όσα λιγότερα έχει κανείς τόσο περισσότερο σπάταλος γίνεται κι εγώ είχα τα λιγότερα. - Μίλτο καντη διπλή, άκουσα μια άλλη φωνή από δίπλα. Γύρισα κι είδα τον Μακριδη απ’ τις εκδόσεις ‘’Εντροπία’’. - Αμβρόσιε σ’ έψαχνα, μου είπε κι έσπρωξε το ποτήρι προς το μέρος μου. Αυτό είναι κερασμένο από μένα. - Έτσι, κερασμένο στα καλά του καθουμένου; ρώτησα εγώ. - Ναι ρε μεγάλε, έτσι. Γιατί σε βλέπω κι είσαι του κλαμάτου. Καλο ε; ειπε και κοιταξε να δει αν θα γελασει ο Μιλτος. Ο Μιλτος όμως εκανε τον κουφό κι ο Μακριδης γυρισε πάλι σε μένα. - Σε θέλω και για μια δουλειά. Εύκολη δουλειά. - Πες το ντε, είπα εγώ. Πας να με καλοπιάσεις. Πέρνα απ’ το γραφείο, αύριο το πρωί. Είκοσι πέντε χιλιάδες ημερησίως συν τα έξοδα και μην περιμένεις να σου

49


ανταποδώσω το κέρασμα. - Σιγά να μην περάσω από το γραφείο. Οι δουλειές συζητιούνται καλύτερα στα μπαρ. Πρώτος διδάξας ο Μπουνιουελ. Αλήθεια διάβασες τα απομνημονεύματα του;… Ύστερα αυτό που θέλω δεν είναι και τίποτα δύσκολο. Μια επίσκεψη θα κάνεις σ’ έναν ενοχλητικό συγγραφέα. - Είκοσι πέντε καφετιά ημερησίως και ….ξεκίνησα το ίδιο τροπάρι αλλά αυτός δε χαμπάρισε. - Είκοσι διαθέτω. Δεν θα σου πάρει πάνω από ώρα. Τα θες η όχι; Ανένταχτος της αριστεράς ο Μακριδης. Δηλ. κωλοπαιδαρας. Οι τύποι σαν αυτόν παίζουν σ’ όλα τα ταμπλό. Ιδιοκτήτης ραδιοφώνου λόγου και μπλα-μπλα και εκδότης, απ’ αυτούς που δεν έχουν πληρώσει μέχρι τώρα ούτε μια δραχμή πνευματικά δικαιώματα σε κανένα συγγραφέα. Ούτε για δείγμα. Την εποχή που έτρεχα να αλλάξω τον κόσμο κάπου διάβασα ότι ο Μαρξισμός έγινε η συνείδηση της αστικής τάξης. Έτσι μάθανε όλοι οι επιτήδειοι πως λειτουργεί ο καπιταλισμός και τώρα κονομάνε ως επιχειρηματίες της αριστεράς. Χειρότεροι εργοδότες κι από τους δεξιούς γιατί απορρίπτουν ακόμα και τη φιλανθρωπία ως μικροαστικό κατάλοιπο. Βέβαια μισούν τις λέξεις επιχειρηματίας και εργοδότης γιατί μυρίζουν λεει υπεραξία και ληστρική συμπεριφορά. Ακόμη κι όταν έχουν εκατό κορόιδα στη δούλεψη τους υιοθετούν τον όρο ελεύθερος επαγγελματίας. Κι εγώ ελεύθερος επαγγελματίας είμαι και μάλιστα πολυεπαγγελματίας αν απαριθμήσω όλα τα επαγγέλματα που έκανα τα τελευταία τριάντα χρόνια. Αλλά είμαι ταπί και ψύχραιμος. Είναι μάλλον γιατί δεν θεωρώ τον εαυτό μου ανένταχτο της αριστεράς. Είναι γιατί στα νιάτα μου υπήρξα προφανώς κακός μαρξιστής. Ευτυχώς που δεν είμαι συγγραφέας αστυνομικών γιατί αν τα έγραφα όλα αυτά θα έχανα τον κύριο όγκο του αναγνωστικού κοινού μου μια και ως γνωστό οι ανένταχτοι αριστεροί είναι το target group αυτού του είδους των αναγνωσμάτων. - Για λέγε λοιπόν, του είπα. - Να πρόκειται για ένα μαλάκα συγγραφέα. Τον Ζαφειρακη, τον ξέρεις; - Γιατί θα’πρεπε; Τώρα δεν μου’πες πως είναι μαλάκας. Και σε πιστεύω γιατί αν δεν ήταν δεν θα χαράμιζε τη ζωή του καθισμένος σε μια καρέκλα σαν τον ανάπηρο να γράφει βιβλία και να τα δίνει σε σένα να τα εκδώσεις. - Αμβρόσιε, εκτιμώ το χιούμορ σου αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση ο τύπος δεν γράφει. ‘Η μου στέλνει το ίδιο βιβλίο με άλλο τίτλο η μου στέλνει μεταγραφές βιβλίων άλλων συγγραφέων με το ίδιο πάντα τίτλο η με τίτλο άλλου γνωστού βιβλίου η……. - Δεν καταλαβαίνω τι μου λες, τον διέκοψα. - Νομίζεις ότι κι εγώ είναι εύκολο να σου εξηγήσω, μου ειπε με ολοφάνερη απελπισία. - Διάβασε καλύτερα αυτό το γράμμα. Του το έστειλα πριν μια βδομάδα, ειπε και μου πάσαρε ένα δαχτυλογραφημένο χαρτί διπλωμένο στα τέσσερα. Το διάβασα επίτηδες φωναχτά. ‘’ Αγαπητέ Ζαφειρακη Μ’ αυτή μου την επιστολή σκοπεύω να ξεκαθαρίσω μερικά βασικά ζητήματα ώστε η περαιτέρω συνεργασία μας να αποβεί όχι μόνο αρμονική αλλά και αποδοτική……….’’ - Όταν υπερασπίζεσαι τα συμφέροντα σου είσαι δεόντως διπλωματικός, σχολίασα. Δηλ. μεγάλη κουφάλα. Ο Μακριδης δεν έβγαλε λέξη και ο Μιλτος παραλίγο να σπάσει ένα ποτήρι προσπαθώντας να πνίξει το γέλιο του. Συνέχισα. ‘’Δεν είναι δυνατόν να εκδίδεις το ίδιο βιβλίο με άλλο κάθε φορά όνομα, όπως δεν γίνεται το ίδιο βιβλίο να κυκλοφορεί με διαφορετικούς τίτλους η διαφορετικά βιβλία με τον ίδιο τίτλο. Αυτές οι αντιλήψεις σπέρνουν αναρχία και η αναρχία είναι μια αρρώστια επιδημική. Χωρίς να το καταλάβουμε θα βρεθούμε σ’ ένα χάος, όπου κανείς δεν θα ξέρει τι πρέπει να κάνει και τι όχι. Ούτε να συνεννοηθούμε δεν θα μπορούμε. Κι αυτό δεν θα έχει σχέση μόνο με το παρόν αλλά και με το μέλλον. Σκέψου να κληρονομούσαμε την Οδύσσεια με εκατό διαφορετικούς τίτλους η

50


υπογεγραμμένα από διαφορετικούς συγγραφείς. Ακόμα σκέψου πως θα νιώθαμε αν ξαφνικά ανακαλύπταμε ότι ο Αμλετ, η Θεια Κωμωδία και ο Οιδίποδας, βιβλία τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, έχουν γραφτεί από τον ίδιο συγγραφέα. Αναγνωρίζω φυσικά πως από βιβλίο σε βιβλίο δεν είσαι το ίδιο πρόσωπο ακόμα κι όταν τα γράφεις ταυτόχρονα. Κατανοώ επίσης ότι ένα βιβλίο θα μπορούσε να έχει πολλούς τίτλους η ότι πολλά βιβλία τον ίδιο τίτλο. Αλλά ο τίτλος είναι ένας κωδικός και οφείλει να είναι διαφορετικός σε κάθε βιβλίο ώστε ο αναγνώστης να ξέρει τι αγοράζει και τι διαβάζει. Αυτό είναι μια αναγκαία σύμβαση. Διαφορετικά δεν θα ξέραμε ποιος είναι ποιος και τι είναι τι. Και μη μου πεις ξανά ότι όλα έχουν ειπωθεί κι ότι ο αυτό που λεει ο καθένας είναι γεγονός καθαρής σύμπτωσης και μόνο γιατί θα μπορούσε να πει οτιδήποτε άλλο κάτω από άλλες συγκυρίες και σε άλλη χρονική στιγμή. Αγαπητέ Ζαφειρακη νομίζω η ότι παραλογίζεσαι η ότι σου αρέσει να με προκαλείς η ότι επιδιώκεις κάτι κακό σε βάρος μου. Ειδικά όταν μου στέλνεις βιβλία άλλων συγγραφέων με την υπογραφή σου και με τίτλους παρμένους από άλλα ήδη γνωστά βιβλία. Δεν ξέρω τι νομίζεις για τους εκδότες αλλά σε διαβεβαιώ ότι’’…….κλπ, κλπ, κλπ, σταμάτησα την ανάγνωση σκασμένος στα γέλια. Ο Μιλτος κρύφτηκε κάτω από τον πάγκο και το’ παιζε διακριτικά ‘’ποιος Θανάσης’’ κι εγώ στραβοκατάπια τη βότκα κι έβηχα σαν φυματικός. Προσπάθησα να φανταστώ τον Μακριδη να διαβάζει συνεχώς το ίδιο βιβλίο. Είναι σαν το ανέκδοτο που οι ακροατές ενός κονσέρτου μπιζάρουν συνεχώς τον σολίστα κι όταν αυτός ρωτάει τον μαέστρο γιατί τόσες πολλές φορές αυτός του εξηγεί ότι έτσι θα συμβαίνει μέχρι να το μάθει καλά. - Καλά ξηγιέσαι μεγάλε αλλά δεν νομίζω ότι τελικά ο Ζαφειρακης είναι και τόσο μαλάκας όσο ισχυρίζεσαι, σχολίασα όταν μου πέρασε το νευρικό.. - Γέλα εσύ, είπε ο Μακριδης πικαρισμένος. Εγώ όμως έχω ένα συμβόλαιο μαζί του για τρία βιβλία. Μέχρι τώρα μου έδωσε μόνο ένα- που δεν πήγε καθόλου άσχημα ομολογώ- αλλά τώρα άρχισε αυτά τα κόλπα και μου’χει σπάσει τα νεύρα. - Ε, ωραία. Δεν έχεις παρά να καταγγείλεις το συμβόλαιο. - Δεν είναι και τόσο απλό. Πρέπει να πληρώσω τα δικαιώματα από τις πωλήσεις του πρώτου συν μια αποζημίωση αν διακόψω εγώ το συμβόλαιο. - Άρα ξέρεις τι πρέπει να κάνεις. Αυτά είναι δουλειά δικηγόρου. Εμένα τι με θέλεις; - Αμβρόσιε, περνάω μια δύσκολη φάση. Επεκτείνω το μαγαζί, χτίζω στη Βουλιαγμένη και είμαι και σε περίοδο χωρισμού. Διαζύγια, διατροφές και άλλα τέτοια. Καταλαβαίνεις ελπίζω. - Καταλαβαίνω. Σαφώς καταλαβαίνω. Θέλεις να παω να του εξηγήσω ότι δεν πρόκειται να πάρει φράγκο τσακιστό και να σ’ αφήσει στην ησυχία σου να ξοδέψεις τα λεφτά του στο σπίτι και στις γκόμενες. - Δεν είπα ότι δεν θα πάρει τίποτα. Θα πάρει τα νόμιμα. Εννοώ μόνο τα πνευματικά και με κάποιο λογικό διακανονισμό, εξάμηνες, οχτάμηνες επιταγές, κάπως έτσι. - Τώρα κατάλαβα καλύτερα, σχολίασα. Ρίξε τα εικοσιπέντε εδώ κι επί τόπου. Θα παω αύριο το πρωί, αλλά δεν σου εγγυώμαι ότι θα δεχτεί. - Μα είπαμε είκοσι, διαμαρτυρήθηκε.. - Δεν είπαμε. Είπες. Εγώ λεω είκοσι πέντε κι αν καταφέρω να τον πείσω ακόμα εκατόν πενήντα. Αν δεν σου αρέσει πήγαινε μόνος σου. Δεν θα σου πάρει πάνω από μια ώρα. - Ρε Αμβρόσιε, εικοσιπέντε κι εκατόν πενήντα: Έτσι στη ψύχρα; - Αν νομίζεις ότι κάνει ψύχρα κέρνα ακόμα ένα διπλό, τον συμβούλεψα.. Ξύπνησα ιδρωμένος και με μια δυσφορία. Είχα την εντύπωση ότι έπεσα να κοιμηθώ στο κρεβάτι αφού είχα βγάλει τα ρούχα μου αλλά .τα πράγματα δεν είχαν έτσι. Προφανώς αυτό συνέβη κάποιο άλλο βράδυ γιατί ήμουν ντυμένος και ξαπλωμένος στον καναπέ με το κεφάλι σφηνωμένο στο μπράτσο του. Ένιωθα το στόμα μου πικρό και στο κεφάλι μου κάποιος χόρευε κλακέτες. Ανασηκώθηκα και κοίταξα το ρολόι μου. Έντεκα και κάτι ψιλά. Όχι ότι είχα και τίποτα επείγον να τρέχει. Διακοπές στο γραφείο μου έκανα. Πήγα στο μπάνιο και έπλυνα τα δόντια μου. Ύστερα έψαξα

51


μάταια για μια ασπιρίνη. Το μόνο που κατάφερα να βρω ήταν ένα αντίτυπο του ‘’Αντιγραφέα’’, του πρώτου βιβλίου του Ζαφειρακη που μου έδωσε χτες ο Μακριδης πριν φύγω στουπί απ’ το μπαρ. Στη πρώτη εσωτερική σελίδα μου έγραψε την διεύθυνση. Το πήρα και το ξεφύλλισα. Δεν είναι κακή ιδέα να διαβάσω λίγο πριν παω να τον δω, σκέφτηκα. Θα βοηθούσε να τον αντιμετωπίσω καλύτερα. Άρχισα λοιπόν απ’ την αρχή. Απ’ το επίμετρο του Μπόρχες. '' Oσοι αντιγράφουν καταλεπτώς ένα συγγραφέα, το κάνουν μένα τρόπο απρόσωπο, το κάνουν επειδή συγχέουν αυτόν τον συγγραφέα με τη λογοτεχνία, το κάνουν επειδή υποπτεύονται πως, αν δεν τον ακολουθήσουν σε κάποιο σημείο, είναι σαν να μην ακολουθούν τη λογική και την ορθοδοξία. Για πολλά χρόνια ,κι εγώ ο ίδιος πίστευα πως η σχεδόν άπειρη λογοτεχνία ήταν έργο ενός ανθρώπου. Hταν έργο του Carlyle, του Johannes Becher, του Whitman, του Rafael Cansinos-Assens, του De Quincey.'' XOPXE ΛOYIΣ MΠOPXEΣ,*Tο λουλούδι του Colerigde* ‘’Είναι άδικο να με θεωρείται αισχρό πλαστογράφο η ασύστολο λογοκλόπο. Σας προτείνω να με αποκαλείται αντιγραφέα. Τρελαίνομαι να αντιγράφω. Aντλω απ' αυτό μιαν ανείπωτη ευχαρίστηση. Όταν διαβάζω ένα βιβλίο η ένα κείμενο που μου αρέσει, νιώθω την ακατανίκητη επιθυμία να το υπογράψω. Nα σβήσω το όνομα του συγγραφέα και να γράψω το δικό μου, χωρίς να προσθέσω στο κείμενο ούτε μια λέξη δική μου. Oυτε καν για τα προσχήματα. Έτσι κι αλλιώς όλα έχουν ειπωθεί. Ακόμη κι αυτά που εμείς σκεφτήκαμε πρώτοι κάποιος άλλος τα έχει σκεφτεί πριν από μας. Και το πιο πιθανόν αν δεν τα δημοσίευσε κιόλας είναι να τα σημείωσε κάπου η να τα είπε κάπου αλλού, σε μια παρέα, σε μια γυναίκα, στον ξομολόγο του η τον ψυχαναλυτή του. Πριν από μας. Το τονίζω. Πριν από μας. Δεν προσπαθώ να βρω δικαιολογίες. Αυτό είναι κάτι που το ξέρει ακόμα και ο πιο ασήμαντος αναγνώστης. Kαι ειδικά εγώ. Εγώ που αναγνωρίζω όλες μου τις ιδέες στα κείμενα των άλλων. Bεβαια, λεν πως δεν πρέπει να υπογράφω τα βιβλία άλλων συγγραφέων. Κάτι τέτοιο η κοινωνική υποκρισία το θεωρεί σκανδαλώδες. Γι’ αυτό αποκαλώ τον εαυτό μου αντιγραφέα. Το δηλώνω εδώ και τώρα. Δημοσίως και χωρίς τη παραμικρή ενοχή η αιδώ. Δεν είναι κακούργημα. Δεν είναι καν πταίσμα. Είναι άποψη. Η άποψη μου. ‘’La raison de mourir’’ όπως λεει κι ο Georges Brassens. Είναι ιδεολογική θέση. Είναι ειλικρίνεια. Αντιγράφω ότι αναγνωρίζω. Ότι μου είναι οικείο. Ότι λέγεται καλύτερα απ’ ότι θα μπορούσα να το πω εγώ. Διαβάζω φωναχτά. Σκέφτομαι φωναχτά. Γράφω φωναχτά. Με λόγια που δεν ξέρω ούτε μ’ ενδιαφέρει να είναι δικά μου. Με τα λόγια των άλλων, αυτών που είπαν πριν από μένα αυτά που θαθελα εγώ να πω. Με τα λόγια αυτών που έγραψαν καλύτερα από μένα αυτά που προσπαθώ εγώ να γράψω. Κι ύστερα υπογράφω. Ξέρω όμως πως δεν υπογράφω τα λόγια, το κείμενο η το βιβλίο. Υπογράφω την στιγμή της ανάγνωσης. Τη στιγμή της διατύπωσης νοημάτων που έχουν ξαναδιατυπωθεί πολλές φορές με την υπογραφή άλλων αντιγραφέων που όμως εσφαλμένα θεωρούνται συγγραφείς. Σ’ αυτό το παιχνίδι των άπειρων στο χρόνο διατυπώσεων -εγώ δεν έχω πια καμιά αυταπάτη- είμαστε όλοι δέσμιοι. Είμαστε όλοι αντιγραφείς. Ας το δεχτούμε κι ας το απολαύσουμε……….’’ Το τηλέφωνο διέκοψε την ανάγνωση.. - Θέλω το βιβλίο της άμμου. Πάλι η ιδια αναιδής τσιριχτή φωνή. - Δεν έρχεσαι καλύτερα εδώ να τα πούμε με την ησυχία μας και να μου φέρεις και μια ασπιρίνη, του πρότεινα. - Υπάρχει και τοχεις εσύ. Είναι δικό μου, επανέλαβε η φωνή. - Δεν αμφιβάλλω, είπα για να τον καλοπιάσω. Αν μου πεις κάτι περισσότερο ίσως να σε βοηθήσω να το βρεις. Μεσολάβησε λίγη σιωπή. Άκουγα την βαριά αναπνοή του. Ύστερα άρχισε πάλι να μιλάει - Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες…..μ’ ακούς; Λενε πως είναι οι δέκα εντολές που ο Θεός έδωσε στον Αβραάμ…. Ότι είναι η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας….. Το βιβλίο του Νοστραδαμου…. Το βιβλίο της άμμου του Μπόρχες ξεκαθαρίζει μερικά

52


πράγματα…. Δεν πρόκειται για φανταστική διήγηση αλλά για μαρτυρία. Είναι ένα βιβλίο με άπειρο αριθμό σελίδων γιατί όλα είναι γραμμένα εκεί…. Κατάλαβες τώρα; Αν δεν το φέρεις μέχρι το απόγευμα δεν …. Η έκλεισε το τηλέφωνο η έγινε διακοπή. Περίμενα λίγο κοιτάζοντας το ταβάνι, το χαλασμένο ανεμιστήρα, το χρώμα που ξεφλούδιζε από την υγρασία. Το τηλέφωνο παρέμεινε μουγκό. Κοίταξα το ρόλοι. Κοντά δώδεκα. Έσκισα τη σελίδα με την διεύθυνση του Ζαφειρακη και πήρα το δρόμο για το Κολωνάκι. Δεν πήρα το Honda γιατί ήταν κοντά. Δεν υπολόγισα όμως την ανηφόρα και μέχρι να φτάσω μου πετάχτηκε η γλώσσα έξω. Δεινοκράτους 67. Ένα παλιό τριώροφο κτίριο με τέσσερα μεγάλα οροφοδιαμερίσματα. Το ισόγειο ξενώνας για αμερικάνους φοιτητές. Στον πρώτο όροφο έμενε μια οικογένεια Λιβανέζων. Στον τρίτο ένας αμερικανοεβραίος, διευθυντής του Ισραηλινού μουσείου. Στο δεύτερο ο Αντιγραφέας. Πως θα του φαινόταν άραγε αν τον αποκαλούσα έτσι; Μάλλον δεν θα του άρεσε. Οι συγγραφείς υποδύονται ρόλους για να γράψουν αλλά στην κανονική ζωή θέλουν να τους φωνάζουν με το όνομα τους. Μάλλον δεν είχα της ευκαιρία να μάθω περί αυτού τις απόψεις του, γιατί ανεβαίνοντας τη σκάλα έπεσα πάνω στον υπαστυνόμο Ελπι. - Βρε, καλώς τον Αμβρόσιο. Πως από δω; μου είπε κεφάτα. - Μια κοινωνική επίσκεψη, απάντησα εγώ. - Σε λίγο να δεις πόσο κοινωνική θα γίνει η επίσκεψη σου. Μαζί με το ένταλμα περιμένω και τον κλειδαρά και τη σήμανση. Άσε που μπορει να το πάρουν χαμπάρι και οι δημοσιογράφοι. - Έγινε τίποτα… ρώτησα διακριτικά. - Οι γείτονες πήραν τηλέφωνο πριν από λίγο. Άκουσαν ένα πυροβολισμό. Οι αποκάτω λενε πάνω και ο απόπάνω κάτω. Και ο ενδιάμεσος δεν απαντάει κι η πόρτα είναι κλειστή και γερή. Μήπως μέχρι να έρθουν τα παιδιά θα ήθελες να μου πεις το παραμύθι σου; είπε τρυφερά ο Ελπις. Δεν πρόλαβε όμως να αρχίσει την ανάκριση τρίτου βαθμού και το πάρτι ξεκίνησε. Ο Ζαφειρακης ήταν καθισμένος στο γραφείο του και νεκρός. Το κεφάλι ήταν πεσμένο πάνω στο αριστερό του χέρι δίπλα σε μια στοίβα λεξικά και το δεξί χέρι κρεμόταν και σχεδόν έδειχνε ένα πιστόλι στο πάτωμα. Η το αγόρασε στη μαύρη η το κληρονόμησε από τον παππού του. Ένα παμπάλαιο λουγκερ του γερμανικού στρατού, συλλεκτική παλιατσαρία, που όμως – δυστυχώς- έκανε ακόμα καλά τη δουλειά του. Ήταν ηλίου φαεινότερο ότι επρόκειτο περί αυτοκτονίας. Εγώ δεν χρειάστηκε να μείνω πολύ γιατί είδα αυτό που έπρεπε να δω. Ένα δερματόδετο χοντρό βιβλίο με πάρα πολλές λευκές σελίδες. Είχε το τίτλο ‘’Το βιβλίο της Άμμου’’. Στην τελευταία σελίδα, στο τελείωμα της, έγραφε μόνο τη λέξη ‘’τέλος’’ με καλλιγραφικά χειρόγραφα γράμματα. Υποσχέθηκα στον Ελπι ότι θα τον επισκεπτόμουν στο τμήμα το απόγευμα και πήρα το δρόμο της επιστροφής. Μισή ώρα μετά βρισκόμουν στην αγαπημένη θέση μου, με τα πόδια πάνω στο γραφείο. Μόνο που αυτή τη φορά ήμουν πλήρως οργανωμένος με ασπιρίνες Upsaton αναβράουσες για ταχεία ανακούφιση, ένα σάντουιτς με καπνιστή γαλοπούλα- μαρούλι-μαγιονέζα για στομαχική προστασία και ένα μπουκάλι βότκα Extra ZYTNIA, πολωνέζικο μοντέλο, για επιδόρπιο. Αφού πήρα τη ασπιρίνη και ενώ καταβρόχθιζα την γαλοπούλα μου ήρθε στο νου η ταινία του Κιουμπρικ ‘’Λάμψη’’ όπου ο Τζακ Νικολσον υποδύεται ένα συγγραφέα που παραφρόνησε και γέμιζε χιλιάδες σελίδες με την ιδια λέξη. Ο Μπόρχες –ας αναπαύεται καλά, τον μνημονεύουμε πολύ σ’ αυτές τις σελίδες- σ’ένα από τα ιστορήματα του γράφει πως όλη η λογοτεχνία θα μπορούσε να χωρέσει σε μια μόνο λέξη. Μια λέξη όμως γραμμένη ατελείωτες φορές μας κάνει ένα λαβύρινθο όπως και το βιβλίο της άμμου, όπως και η απύθμενη μνήμη του Φουνες όπως και όλοι οι λαβύρινθοι που ανακάλυψε ο μακαρίτης, ακόμα και τις λευκές σελίδες του Ζαφειρακη που δεν πρόλαβε η δεν σκέφτηκε να αναφέρει. Αλλά οι λαβύρινθοι αν μέσα τους χαθείς σε τιμωρούν. Συναντάς τον Μινώταυρο και τότε τυφλώνεσαι, τρελαίνεσαι η αυτοκτονείς. Βέβαια όλοι μας ξέρουμε πως όλα έχουν ήδη ειπωθεί. Ζούμε ελπίζοντας να πούμε η να κάνουμε κάτι καινούργιο ακόμα κι αν αυτό δεν είναι δυνατόν. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο του συλλογισμού μου κατέβασα το πρώτο ποτήρι της βότκας. Στο δεύτερο

53


ποτήρι είδα τον Μπόρχες να κρύβει το βιβλίο της άμμου -που τον έκανε να χάσει τον ύπνο του- στην Εθνική βιβλιοθήκη, κάπου ανάμεσα σε εννιακόσιες χιλιάδες τόμους, κάτω από την περιστροφική σκάλα που κατεβάζει στα βάθη του υπογείου με τους χάρτες και τα περιοδικά. Στο τρίτο ποτήρι θυμήθηκα ότι ο καθίκης ο Μακριδης, ο κωλόφαρδος γλίτωσε πάλι όχι μόνο τα λεφτά από τα δικαιώματα των βιβλίων του Ζαφειρακη αλλά και τα εκατό πενήντα χιλιάρικα της αμοιβής μου. Στο τέταρτο ποτήρι συνειδητοποίησα ότι κι εγώ ήμουν χαμένος στο λαβύρινθο απ’ τα αμέτρητα μπουκάλια βότκας που άδειασα μέχρι τώρα. ZYTNIA όμως δοκίμαζα για πρώτη φορά. Άραγε πόσες μάρκες να υπήρχαν ακόμα και τι θα έκανα όταν τελικά τις γευόμουνα όλες; Υποθέτω ότι θ’ άρχιζα πάλι από την αρχή. Στη χειρότερη περίπτωση μπορει και να το γυρνούσα στο τζιν.. H ΕΡΩΜΕΝΗ Βρήκα την πόρτα του γραφείου μου μισάνοιχτη. Κοντοστάθηκα να πάρω μια αναπνοή και με το χέρι μου έψαξα μηχανικά το περίστροφο στην τσέπη της καμπαρτίνας μου. Μαλακίες. Αφού ποτέ δεν το παίρνω μαζί μου. Έσπρωξα μαλακά με το πόδι μου την πόρτα και κοίταξα λοξά στο δωμάτιο. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Ένας υπερογκώδης τύπος βρίσκονταν καθισμένος στον καναπέ μου και σκούπιζε μ’ ένα μαντίλι τον ιδρωμένο σβέρκο του. Δεν είμαι ρατσιστής αλλά θα έβαζα στοίχημα ότι αυτό το μαντίλι πρέπει κάποτε να ήταν άσπρο. Ο χοντρός με κοίταξε σαν να μην συνέβαινε τίποτα. - Δεν δουλεύει ποτέ το ασανσέρ σ’ αυτό το ερείπιο; άρθρωσε ξέπνοα. Έριξα μια γρήγορη ματιά στο υπόλοιπο γραφείο. Όλα φαίνονταν ναναι στη θέση τους. Μπήκα χωρίς να κλείσω πίσω μου την πόρτα. - Μη μου πεις ότι ξέχασα το γραφείο μου ανοιχτό, γιατί δεν το συνηθίζω, πέταξα τσατισμένος. - Κύριε Αμβρόσιε, όπως ίσως δεν ξέρετε, δεν υπάρχουν για μένα κλειστές πόρτες, μου απάντησε βαριεστημένα ο χοντρός και σκούπισε με το μαντίλι τα σάλια του. Αλλά το θέμα μας δεν είναι αυτό, συμπλήρωσε με νόημα. Σαφώς και δεν είναι αυτό το θέμα μας, σκέφτηκα. Ένα από τα θέματα όμως ήταν πως χώρεσε ένας τέτοιος όγκος σε μια στενή πόρτα σαν κι αυτή αφού μόνον ο ιδρωμένος κώλος του χρειάζεται για να βολευτεί το τριθέσιο καναπέ μου. Μάλλον θα στριμώχτηκε στο πλάι. Εκτός κι αν μπήκε απ’το παράθυρο. Αν είχα πιάνο μόνο από κει θα χωρούσε. Αλλά δεν είχα….. Δεν το σχολίασα. Διέσχισα το δωμάτιο χωρίς να βιάζομαι κι έβγαλα την καμπαρτίνα μου. Την κρέμασα προσεκτικά στον ετοιμόρροπο καλόγερο. Μηχανικά έκανα και μια κίνηση για να βγάλω το καπέλο μου, αλλά δεν φορούσα. Θα φάνηκε μάλλον σαν να ήθελα να απομακρύνω από το πρόσωπο μου κάποιο έντομο. Ύστερα κάθισα πίσω απ’ το γραφείο μου κι έβαλα όπως έκανα σχεδόν πάντοτε τα πόδια μου πάνω του, έτοιμος να ακούσω αυτά που θα μου ξεφούρνιζε ο ‘’δεν- υπάρχουν- για- μένα- κλειστές -πόρτες’’. Φυσικά και δεν υπάρχουν. Αφού σχεδόν όλη η πόλη είναι δική του. Ακόμη και το μίζερο γραφείο μου, κι ας ρωτούσε ο υποκριτής γιατί δεν λειτουργούσε το ασανσέρ, σαν να μην ήταν αυτός υπεύθυνος για τη συντήρηση. Υπάρχουν διάφορες φήμες για το από πού ήρθε. Εμφανίστηκε πριν 15 περίπου χρόνια και πολύ γρήγορα με όχι και πολύ νόμιμους τρόπους απέκτησε γρήγορα τον έλεγχο της πόλης και 120 πλεονάζοντα κιλά. Ο τζόγος -ακόμα και στον ιππόδρομο-, οι μπράβοι που έκαναν το βράδυ πόρτα στα νυχτερινά μαγαζιά, τα ναρκωτικά συμπεριλαμβανομένου και του σκληρού αλκοόλ, τα κορίτσια στις πιάτσες, όλα χόρευαν στο δικό του ρυθμό. Άσε που χωρίς να’ναι σαφές αν είναι η όχι αυτός ο ιδιοκτήτης εισέπραττε σχεδόν όλα τα νοίκια απ’τα γραφεία και τους χώρους διασκέδασης αυτής της πόλης. Δεν εμφανιζόταν συχνά αλλά όλοι τον γνώριζαν και καλό ήταν κανείς να αλλάζει πεζοδρόμιο όταν τον έβλεπε. Αλλά αυτό γινόταν έτσι κι αλλιώς αφού με το λίπος που μετέφερε, το πεζοδρόμιο, μόλις και μετά βίας χωρούσε και τον ίδιο. Αυτό μου φάνηκε

54


αστείο αλλά δεν ξεκαρδίστηκα κιόλας, ούτε όμως προσπάθησα να φανώ πιο ευγενικός. - Την Μαρία που έχει το κομμωτήριο πίσω απ’τη μητρόπολη την γνωρίζετε; - Γιατί, θα’ πρεπε; ρώτησα ειρωνικά. - Αν δεν την έχετε δει μάλλον δεν ξέρετε τι σημαίνει γυναίκα, ειπε με ύφος εκτιμητή σπάνιων έργων τέχνης. Ύστερα ξανασκούπισε με το μαντίλι το μέτωπο του. Ίδρωνε αδικαιολόγητα γιατί δεν μπορούσε να πει κανείς ότι έκανε ζέστη. Ήταν βέβαια αρχές φθινοπώρου αλλά τις τελευταίες μέρες η θερμοκρασία είχε πάρει την κατηφόρα, σαν να μην άντεχε ούτε αυτή, την υπερβολική θερμότητα του καλοκαιριού. Ίδρωνε ο χοντρός και το μαντίλι μάλλον δεν έκανε καλά την δουλειά του αφού ήταν ήδη μουσκεμένο. Έσπρωξα με δύναμη ένα κουτί με χαρτομάντιλα προς το μέρος του αλλά ο αυτός με αγνόησε. Κρίμα, κι ήταν μια ευγενική χειρονομία. Άντ’ αυτού ο χοντρός προσπαθούσε να βρει τα λόγια του αν και δεν έδειχνε ιδιαίτερα συνεσταλμένος. Έτσι μετά από μια αιωνιότητα σιωπής συνέχισε. - Τη Μαρία την μάζεψα από…. Θέλω να πω ότι ήρθε να ζήσει μαζί μου πριν τρία χρόνια και κάποια στιγμή, φταιω κι εγώ, έφυγε και μ’ άφησε… όχι έτσι ακριβώς έτσι.. μαλώναμε.. τις ξέρετε τις γυναίκες, μερικά πράγματα τα παίρνουν λίγο πιο σοβαρά… ε, ήμουνα κι εγώ καμιά φορά λίγο ζηλιάρης.. αλλά είμαι βέβαιος ότι εξακολουθεί να μ’ αγαπάει, αλλά δεν είχε ..μάλλον θέλει λίγο χρόνο να σκεφτεί… είναι και το κομμωτήριο.. όχι ότι είναι τίποτα σπουδαίο, αλλά γι’ αυτήν είναι.. δηλώνει κάποια ανεξαρτησία.. δεν ήθελε να εξαρτάται από μένα για όλα.. εγώ της το έκανα δώρο.. όχι ότι με πειράζει να περιμένω… πέρασαν ήδη 4ρεις μήνες.. το ξέρω πως θα ξαναγυρίσει.. κι αυτή ξέρει πως την αγαπάω.. δεν θέλω όμως να την πιέσω.. πρέπει να γίνει μόνο του.. αλλά…. Εδώ κόλλησε για τα καλά. Αγκομαχούσε σαν να είχε ανέβει μόλις τους εφτά ορόφους με τα πόδια. Φοβήθηκα μην πάθει έμφραγμα, αλλά… - Κύριε Αμβρόσιε ήρθα σε σας γιατί νομίζω ότι η Μαρία έχει κάποιο γαμιά..γκόμενο θέλω να πω. - Και είναι κακό αυτό, του πέταξα παριστάνοντας τον ηλίθιο. Δημοκρατία δεν έχουμε; - Λετε ότι έχουμε δημοκρατία, ε; απάντησε με άνεση αυτή τη φορά. Ούτε ίχνος από άσθμα λες και ήταν άλλος άνθρωπος. - Αν είχαμε δημοκρατία οι κανόνες θα ήταν ίδιοι για όλους. Θα μπορούσαμε να διαλέξουμε και τον πατέρα μας και τη μάνα μας. Νομίζετε ότι εμείς γεννηθήκαμε κακοί; Βρήκαμε απλά έναν άλλο τρόπο για να διεκδικήσουμε αυτά που μας ανήκουν. Με πιάνεις; Θυμήθηκα τον πατέρα μου και τη μάνα μου. Καλοί αλλά φτωχοί άνθρωποι. Με αγάπησαν, με φρόντισαν, μου στάθηκαν, με ανέχτηκαν. Κι εγώ τους έκανα τη ζωή πατίνι… μέχρι που πέθαναν. Δεν μου άφησαν τίποτα σπουδαίο. Κι εγώ προσπάθησα να επιβιώσω με τους κανόνες κι ζω μες τα σκατά. Ενώ το κτήνος απέναντι μου τους παραβίασε κι εξακολουθεί να τους παραβιάζει και είναι αραχτός και λαιτ. Στην αφελή και αήθικη εξήγηση του χοντρού διέκρινα παρ’ όλα αυτά μια αλήθεια. Η δημοκρατία υπάρχει μόνο για όσους έχουν λεφτά, άσχετα με το πώς τα έχουν αποκτήσει. Λεφτά και νιάτα….. Ε, δεν με πήραν και τα χρόνια. Έχω κι εγώ κάτι για να παρηγοριεμαι…. Είμαι μεγάλο κορόιδο, σκέφτηκα. - Μου τη δίνουν όσοι κάθονται στα καφενεία και κάνουν κριτική σ’ όσους μοχθούν για να συντηρήσουν αυτή τη πόλη. Για να φτιάξεις πρέπει να βάλεις τα χέρια σου στα σκατά και να πάρεις ρίσκα. Κι όταν το κάνεις αυτό ανακαλύπτεις ότι δεν είναι δυνατόν να είσαι αγαπητός σε όλους. Για δες ο χοντρόπετσος σήμερα είναι όλο σπόντες. Και το φιλοσοφεί το πράγμα. Έχουν αρχίσει πια και οι εγκληματίες να μιλάνε σαν πολιτικοί. Κάτι δεν παει καλά. Καθόλου καλά. - Εσάς κύριε Αμβρόσιε σας αρέσει να είστε αγαπητός; με ρώτησε κοιτάζοντας με στα μάτια. Είμαι οξύθυμος τύπος και η ασυγκράτητη γλώσσα μου μου δημιουργεί συχνά

55


μπελάδες. Ήθελα να του πω να μην τρέφει αυταπάτες για η Μαρία, δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει κοντά του γιατί είναι σαν ανάποδο γαμώτο, γιατί οι μασχάλες του μυρίζουν ψόφιο ποντίκι, γιατί τα χνώτα του σκοτώνουν κατσαρίδες από χιλιόμετρο μακριά…... Ήθελα να του πω να μην μ’ ενοχλεί με ηλίθιες ερωτήσεις αλλά κράτησα το στόμα μου κλειστό και έλεγξα τον εαυτό μου. - Μου είναι αδιάφορο, είπα κοφτά. - Θα πρέπει να είστε πολύ μοναχικός τύπος. Αλλά αυτό υποθέτω πως είναι καλο τουλάχιστον για τη δουλειά σας, σχολίασε. - Εσάς δεν σας αρέσει να σας αγαπάνε; του αντιγύρισα. - Κι εμένα μου είναι αδιάφορο , απάντησε σκεπτικός. Η αγάπη είναι ένα αίσθημα ρευστό, ασταθές. Δεν είναι κάτι που μπορείς να το απαιτήσεις. Σήμερα σε αγαπάνε κι αύριο όχι. Κάνεις πολλά και σ’ αγαπάνε και μετά κάτι λίγο δεν κάνεις και σε μισούν. Κι όταν σ’ αγαπάνε δεν ξέρεις γιατί ακριβώς. Ενώ ο φόβος είναι ένα συναίσθημα σταθερό. Όταν κάποιος σε φοβάται δεν πρόκειται να πάψει να σε φοβάται ιδίως όταν του το θυμίζεις κάθε τόσο. Εμένα μ’ αρέσει να με φοβούνται και….. ξέρω ότι με φοβούνται. Από αυτογνωσία δεν τα πήγαινε κι άσχημα το καθίκι. Ήταν απόλυτα ειλικρινής. Οφείλω να του αναγνωρίσω επίσης ότι ήξερε πάρα πολύ καλά τι ήθελε. Με δυο λόγια ήταν πολύ επικίνδυνο τομάρι. - Καταλάβατε τώρα γιατί δεν έχουμε δημοκρατία; αγαπητέ κύριε. Αλλά τελικά το θέμα δεν είναι αυτό. Θέλω να βρείτε αυτόν τον καριολη τον αγαπητικό. Θα ευχαριστηθώ να του πω μερικά πράγματα ο ίδιος. Με την ευγένεια φυσικά που απαιτείται σ’ αυτές τις περιστάσεις. Να του χώσω τα παπόρια στο στόμα και να τον φουντάρω στο λιμάνι με όσο τσιμέντο χρειάζεται. Είμαι γενναιόδωρος άνθρωπος εγώ αλλά δεν μ’ αρέσει να με κλέβουν ούτε να εκμεταλλεύονται τα μπερδεμένα συναισθήματα μοναχικών γυναικών όπως η Μαρία μου. Με πιάνεις; Ήθελα να του πω πως τον έπιανα απολύτως και πως με τον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα είχε σίγουρα δίκιο. Ήμουνα πρόθυμος να του πω ότι ήθελε να ακούσει, όσο παράλογο κι αν ήταν, όμως δεν άρθρωσα λέξη. Εκ των υστέρων που το σκέφτομαι μάλλον έπραξα σωστά κι αυτός θεωρώντας ότι το θέμα έληξε, σχεδόν γονάτισε για να σηκωθεί όρθιος. Σε άλλη περίπτωση θα λυπόμουν τον καναπέ μου άλλα τώρα δεν είχα ενέργεια για μια παρόμοια συναισθηματική πολυτέλεια. Στηρίχτηκε με τα χέρια του το γραφείο μου και για μια στιγμή νόμισα ότι όλα θα γίνουν σμπαράλια κι αυτός θα σωριαστεί στο πάτωμα αλλά ευτυχώς δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Ύστερα μάζεψε τα χέρια του σε μια ύστατη προσπάθεια να σταθεί στα πόδια του και τράβηξε από την πίσω τσέπη του ένα φάκελο. Τον άφησε να πέσει στον καναπέ – λες και τον καναπέ έπρεπε να πληρώσει για να του βρει τον γκόμενο της Μαρίας του- και μου είπε σε άπταιστο ενικό και με τρόπο που δεν χωρούσε αμφιβολίες για να καταλάβω κι τ’ άλλα που εννοούσε: - Θα μπορούσα να τον βρω μόνος μου όπως έκανα την προηγούμενη δεκαετία αλλά τώρα δεν μου το επιτρέπει ούτε η θέση μου, ούτε οι αρχές μου. Θα ήταν σαν να έκλεβα κάτι απ’ το εισόδημα …... Για να σ’ εμπιστεύονται αλλά και για να σε φοβούνται οι άλλοι- κυρίως για το δεύτερο- πρέπει να τους αφήνεις να τσιμπούν κάτι από την πίττα….Έτσι μόνο δουλεύει καλά το σύστημα…Αμβρόσιε, έχεις είκοσι τέσσερις ώρες για να μου φέρεις τα καλά νέα…. Ξέρεις που θα με βρεις…. Κι αν δεν ξέρεις, φρόντισε για το καλό σου να μάθεις. Γύρισε και βγήκε όπως ακριβώς μπήκε. Από την πόρτα κι όχι απ’ το παράθυρο. Έστριψε στο πλάι για να χωρέσει – όπως ακριβώς υπέθεσα- και πριν τραβήξει την εξώπορτα πίσω του λύγισε τα γόνατα του για να βολέψει τα στριμωγμένα αρχίδια του. Δεν πρόλαβα να του πω πως δεν είχα καμιά αντίρρηση να μου μιλάει στον ενικό. Άλλωστε η φύση της υπόθεσης απαιτούσε κι αυτή μια δόση οικειότητας. Κι όχι απλά μόνο η φύση της υπόθεσης αλλά και το ίδιο το πεπρωμένο μας. Δίψασα. Το μπουκάλι της Krepkaya ήταν μισό άδειο και το περιεχόμενο του απολύτως απαραίτητο για να ξεδιπλώσω εντελώς τον καρτεσιανό συλλογισμό μου, σαν χαλί πάνω στο αβέβαιο που άφησε πίσω της η πρόσφατη επίσκεψη. Προσπάθησα να

56


καταλάβω αν ήρθε πραγματικά να μου αναθέσει την υπόθεση η αν μου έστελνε κάποιο μήνυμα. Ο Ελπις κάποτε μου ειπε ότι δεν είναι έξυπνο να σνομπάρουμε τα μηνύματα. Κι αυτό ήταν το δεύτερο μήνυμα στη σειρά. Πριν από καιρό ονειρεύτηκα τη Μαρία γυμνή και σφαγμένη στη μπανιέρα μου. Κάτι τέτοιες στιγμές νιώθω ότι όλοι είμαστε ήρωες ενός κατάμαυρου μυθιστορήματος, όπου όλα είναι απολύτως δικαιολογημένα, υπάρχουν δηλ. και εξυπηρετούν κάποιο απώτερο και μυστικό σκοπό η προορισμό σε μας απ΄τον οποίο δεν μπορούμε να ξεφύγουμε όσο και να περιπλανηθούμε. Όσο για τις επιλογές που νομίζουμε ότι κάνουμε, δεν υπάρχει χώρος ούτε λόγος να τις αξιολογήσουμε γιατί δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές αλλά αναγκαίες και πάντα σύμφωνες με τις αρχές μας και τις πιο ενδόμυχες επιθυμίες μας οι οποίες και μας καθορίζουν. Έτσι η τυχαιοτητα των κατά συρροή επιλογών μας είναι τελικά ένα αποτύπωμα της τάξης που αποκαλούμε χάος. Σαν να υπάρχει μια εντροπία που βάζει όλα τα πράγματα στη θέση τους κι ύστερα: Γκεσταλτ. Όλα αυτά τα ασύνδετα γεγονότα που ούτε φαινομενικά, ούτε απαραίτητα, έχουν καμία λογική σχέση μεταξύ τους σχηματίζουν παρ’ όλα αυτά μια ολοκληρωμένη κι απολύτως σαφή και κατανοητή σε μας εικόνα που είναι κάτι σημαντικότερο από το άθροισμα των μερών του. Αυτό συμβαίνει φυσικά όταν με το καλό φτάσουμε κάπου κι εμένα μου αρέσει το ταξίδι περισσότερο αν και στο βάθος ξέρω όπως όλοι ότι κάποτε θα φτάσω εκεί που παω. Αυτό ήταν όλο. Το ξανασκέφτηκα. Η κατάσταση χρειαζόταν μια άλλου τύπου αντιμετώπιση και για να γυρίσει ο διακόπτης είπα στον εαυτό μου ‘’Κόψε τις μαλακίες Αμβρόσιε και συγκεντρώσου. Τα πράγματα είναι σοβαρά.’’ Το μέρος έμοιαζε πλέον με ναρκοπέδιο και μάλλον θα’ πρεπε να την κάνω νυχτοπατώντας. Ο μεγαλειώδης αυτός συνειρμός πνίγηκε στην τελευταία γουλιά της Krepkaya. Άνοιξα το συρτάρι. Το περίστροφο ευτυχώς ήταν εκεί. Τσέκαρα την ασφάλεια και το έριξα στην τσέπη της καμπαρτίνας μου. Αχρείαστο να’ναι. Ύστερα έβγαλα το μπλοκάκι που σημείωνα τα έξοδα μου απ’ την ημέρα που ήρθα σ’ αυτή τη πόλη. Συμπλήρωνα με την αυριανή μέρα οχτώ μήνες. Γραφείο, γραφομηχανή, αυτόματος τηλεφωνητής, αυτοκίνητο, ΔΕΗ, ΟΤΕ, νερό και κοινόχρηστα: μέσος όρος εξόδων 300 000 δρχ το μήνα. Βέβαια έπρεπε να αφαιρέσω τα αντικείμενα χρήσης και να προσθέσω τα έξοδα διαβίωσης. Άλλωστε τη γραφομηχανή και τα άλλα μπορούσα να τα πάρω μαζί μου. Το ποσό των εξόδων μου έπεφτε στα 250 καφετιά. Μέτρησα τα λεφτά που ήταν στο φάκελο που άφησε ο χοντρός. Πρόσθεσα σ’αυτά και τα λίγα που είχα στο ταχυδρομικό ταμιευτήριο και υπολόγισα εύκολα ότι έφταναν για 8 μήνες, διάστημα αρκετό για να βρω μια άλλη δουλειά κάπου αλλού, τουλάχιστον 2000 χιλιόμετρα μακριά, που να μην απαιτεί όμως αγγελία στο Χρυσό Οδηγό. Τα μάζεψα όλα εκτός από τα άδεια μπουκάλια της βότκας. Ανέβηκα τους εφτά ορόφους δυο φορές για να τα μεταφέρω όλα στ’ αυτοκίνητο. Ανέβηκα και μια τρίτη και φαρμακερή να πάρω δυο μπουκάλια νερό για το ντεπόζιτο. Αλλιώς το Honda δεν θα την έβγαζε καθαρή. Φεύγοντας δεν μπήκα καν στον κόπο να κλείσω το γραφείο μου. Όταν βγήκα στην εθνική άρχισε να χτυπάει το κινητό. Άνοιξα το παράθυρο και το πέταξα στα χωράφια. Δεν κοίταξα ποιος ήταν. Αν ήταν η Μαρία και μάθαινε πως φεύγω αυτή πρώτη θα με κάρφωνε στο χοντρό κι ύστερα θα’τρεχε να του πάρει μια πίπα. Αλλά και να μην γινόταν έτσι, δεν μου περίσσευε χρόνος για τέτοια. Είχα μόνο 24 ώρες για να βρεθώ όσο πιο μακριά γίνεται. Από δω και μπρος, αποφάσισα ότι, δεν θα ξανάβαζα βότκα στο στόμα μου. Έτσι στο άμεσο μέλλον απομένει να διαλέξω ανάμεσα στο ρούμι και στο τζιν. ΝΙΚΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΗΝΑ 1995

57

Το έγκλημα δεν είναι ρουτίνα  

DETECTIVE STORIES