Issuu on Google+


ΤΕΥΧΟΣ 19 – ΑΝΟΙΞΗ 2012 Συντακτική Επιτροπή Ντίνα Βαΐου (ΕΜΠ), Παύλος Μαρίνος Δελλαδέτσιμας (Χαροκόχειο Παν.), Μαρία Μαντουβάλου (ΕΜΠ), Μύρων Μυρίδης (ΑΠΘ), Νίκος Παπαμίχος (ΑΠΘ), Βίλμα Χαστάογλου (ΑΠΘ) Υπεύθυνος Συντακτικής Επιτροπής Κωστής Χατζημιχάλης, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, τηλ. 210 95 49 144, hadjimichalis@hua.gr Σύμβουλοι Συντακτικής Επιτροπής

Χρ. Αγριαντώνη (ΚΝΕ/ΕΙΕ), Ε. Ανδρικοπούλου (ΑΠΘ), Α. Γερολύμπου (ΑΠΘ), Β. Γκιζελή (Παιδαγωγικό Ινστιτούτο), Π. Ζέικου (Οργανισμός Θεσσαλονίκης), Ε. Ηλιοπούλου (Οργανισμός Αθήνας), Ι. Καρνάβου (ΑΠΘ), Μπ. Κασίμης (Παν. Πατρών), Κ. Καυκούλα (ΑΠΘ), Χρ. Κουλούρη (ΑΠΘ), Α. Κωσταντακοπούλου (Παν. Ιωαννίνων), Α. Λαμπριανίδης (Παν. Μακεδονίας), Λ. Λουλούδης (Γεωπονικό Παν.), Θ. Μαλούτας (Παν. Θεσσαλίας), Χ. Μαρουκιάν (Παν. Αθηνών), Ν. Μπεόπουλος (Γεωπονικό Παν.), Ηλ. Μπεριάτος (Παν. Θεσσαλίας/ΥΠΕΧΩΔΕ), Κ. Παυλόπουλος (Χαροκόπειο Παν.), Ι. Σακέλης (Πάντειο Παν.), Γ. Σταθάκης (Παν. Κρήτης), Θ. Τερκενλή (Παν. Αιγαίου), Α. Τρούμπης (Παν. Αιγαίου), Μπ. Φιλιππακοπούλου (ΕΜΠ), Μ. Bruneau (CNRS/Univ. de Bordeaux ΠΙ), MD. Garcia-Ramon (Univ. Autonoma de Barcelona), R. Hudson (Univ. of Durham), V. Plum (Univ. of Roskilde), R. van der Vaart (Univ. of Utrecht).

Μακέτα εξωφύλλου: Π. Καπόλα ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΔΕΣ 1. Οι ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ δημοσιεύουν πρωτότυπες επιστημονικές εργασίες οι οποίες αφορούν σε θέματα χώρου που ενθαρρύνουν συνεργασίες που θα καλύπτουν και θέματα διεθνούς ενδιαφέροντος, πέραν των ελληνικών. Το περιοδικό δέχεται επίσης σύντομα σχόλια στην επικαιρότητα, περιγραφές συνεδρίων και ερευνητικών εργασιών, φοιτητικές δραστηριότητες και βιβλιοκρισίες. Όλα τα επιστημονικά άρθρα κρίνονται από δύο κριτές και οι άλλες συνεργασίες από τη Συντακτική Επιτροπή. 2. Τα επιστημονικά άρθρα προς δημοσίευση θα πρέπει να είναι 6.500-8.000 λέξεις και οι άλλες συνεργασίες 1.500-2.000 λέξεις εκτός βιβλιογραφίας. Θα αποστέλλονται στην έδρα του περιοδικού με την ένδειξη «Για το περιοδικό ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ», σε τρία αντίγραφα, τυπωμένα από τη μία πλευρά του χαρτιού σε 1,5 διά- στημα, με ικανά περιθώρια. Ο τίτλος του άρθρου, τα ονόματα των συγγραφέων και οι διευθύνσεις (ταχ. διεύθυνση, τηλ./fax και e-mail) θα είναι στην αρχή, σε ξεχωριστή σελίδα, γραμμένα και στα αγγλικά ή γαλλικά. Μετά την τελική αποδοχή της εργασίας θα αποστέλλε- ται το τελικό κείμενο με τις τυχόν διορθώσεις σε δύο αντίγραφα και σε δισκέτα Η/Υ σε μορφή .doc ή ascii. 3. Κάθε επιστημονικό άρθρο συνοδεύεται στο τέλος από περίληψη 200 λέξεων μεταφρασμένη στα αγγλικά ή γαλλικά. 4. Πιθανά σχήματα, χάρτες κ.λπ. πρέπει να είναι ασπρόμαυρα στο πρωτότυπο, εκτός των φωτογραφιών, οι οποίες μπορεί να είναι και έγχρωμες. Θα αποστέλλονται σε πρωτότυπη εκτύ- πωση και στην πρωτογενή τους ψηφιακή μορφή (δισκέτα, CD κ.λπ.) μετά την τελική αποδοχή της συνεργασίας. 5. Οι βιβλιογραφικές ανα- φορές θα ακολουθούν το σύστημα Harvard: εντός κειμένου συγγραφέας και χρονολογία, και πλήρης αναφορά στο τέλος του άρθρου. 6. Οι συνεργάτες/συνεργάτιδες του περιοδικού που δημοσιεύουν επιστημονικά άρθρα λαμβάνουν δωρεάν δύο τεύχη ανά συγγραφέα και εκείνοι/ες που δημοσιεύουν σύντομες συνεργασίες ένα τεύχος ανά συγγραφέα. 7. Τα βιβλία για βιβλιοκριτική αποστέλλονται σε δύο αντί- τυπα στην έδρα του περιοδικού.

Τιμή τεύχους: 15€ Συνδρομή ετήσια: 25€. Για φοιτητές: 20 €. Για οργανισμούς και βιβλιοθήκες: 45 € Διεύθυνση για την αποστολή συνεργασιών και βιβλίων για κρίση: Περιοδικό ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Ελ. Βενιζέλου 70, Καλλιθέα 176 71, τηλ.: 210 95 49 176, 210 95 49 144, fax: 210 95 14 759, e-mail: geographies@hua.gr. Παραγωγή, διάθεση, διαφημίσεις και συνδρομές: Εκδόσεις νήσος, Σαρρή 14, 10553 Αθήνα, τηλ./φαξ: 210 3250058 e-mail: info@nissos.gr ISSN: 1109-186Χ Η Συντακτική Επιτροπή ευχαριστεί τις Πρυτανικές Αρχές τον Χαροκοπείου Πανεπιστημίου για τη φιλοξενία των ΓΕΩΓΡΑΦΙΩΝ στους χώρους του πανεπιστημίου.


000:Layout 1

4/9/12

Π

10:58 AM

Ε

Page 1

Ρ

Ι

Ε

Χ

Γ Ε Ω - Ε Π Ι Κ Α Ι Ρ Ο Τ Η Τ Ε Σ Ο Ι Κ Ο Ν Ο Μ Ι Κ Η Κ Ρ Ι Σ Η Α Σ Τ Ι Κ Ο Π Ο Ι Η Σ Η

3

Συνέντευξη με τον γεωγράφο Ντέιβιντ Χάρβεϋ

Ε Π Ι Σ Τ Η Μ Ο Ν Ι Κ Α

11

41

59 70

89

Κ Α Ι

113 117

Α Ρ Θ Ρ Α

Κωστής Χατζημιχάλης Άνιση γεωγραφική ανάπτυξη και χωροκοινωνική δικαιοσύνη-αλληλεγγύη: οι ευρωπαϊκές περιφέρειες μετά την οικονομική κρίση του 2009 Μαρία Φερεντίνου, Χρίστος Χαλκιάς Προκαταρτική ανάλυση της διακινδύνευσης έναντι κατολισθήσεων με βάση τη χαρτογράφηση της επιδεκτικότητας – Εφαρμογή σε περιφερειακή κλίμακα Δημήτρης Μυρωνίδης Αποτίμηση του κινδύνου διάβρωσης των εδαφών της Ελλάδας ως εργαλείο για τη διαχείριση των λεκανών απορροής Δημήτρης Δεληκαράογου, Στέφανος Δεληκαράογου Η συνεισφορά των αλτιμετρικών γεωδαιτικών δορυφόρων στη χαρτογράφηση του Ελληνικού χώρου. Η περίπτωση μιας προμελέτης για την αξιοποίηση της κυματικής ενέργειας. Ευαγγελία Αποστολοπούλου Οι κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της περιβαλλοντικής πολιτικής και ο ρόλος της συνεργατικής διακυβέρνησης: Η περίπτωση του Σχοινιά

Ε Π Ι Σ Τ Η Μ Ο Ν Ι Κ Ε Σ Σ Υ Ν Α Ν Τ Η Σ Ε Ι Σ Α Ν Τ Ι Π Α Ρ Α Θ Ε Σ Ε Ι Σ

108

Ο

Μαργαρίτα Παπαχρόνη Πολιτική ανάπτυξης των συνεργατικών σχηματισμών (Clusters)

Μ

Ε

Ν

Α

Γεωργία Αλεξανδρή Διεθνές Ετήσιο Συνέδριο της ομάδας RC21 της Διεθνούς Ένωσης Κοινωνιολογίας, Amsterdam, Ολλανδία, Ιούλιος 2011 Πασχάλης Σαμαρίνης, Δήμητρα Σπανού, Ευαγγελία Χατζηκωνσταντίνου 6ο Διεθνές Συνέδριο Κριτικής Γεωγραφίας (6th International Conference of Critical Geography – ICCG), Φρανκφούρτη, 16-20 Αυγούστου 2011

Π Α Ρ Ο Υ Σ Ι Α Σ Ε Ι Σ Ε Ρ Ε Υ Ν Η Τ Ι Κ Ω Ν Ε Ρ Γ Α Σ Ι Ω Ν Κ Α Ι Δ Ι Α Τ Ρ Ι Β Ω Ν

121

Δημήτρης Μπαλαμπανίδης Η Ελλάδα από χώρα αποστολής σε χώρα υποδοχής μεταναστών: Πρόσβαση στην κατοικία και χωροκοινωνικοί διαχωρισμοί σε πόλεις της Γερμανίας και στην Αθήνα

Β Ι Β Λ Ι Ο Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Ε Σ

127

131

Παναγιώτης Πάντος Κρίση, αλληλεγγύη και οικονομική χειραφέτηση. Παρουσίαση των βιβλίων: James DeFilippis, Unmaking Goliath – Community Control in the Face of Global Capital, Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 2004, και: Ash Amin (επιμ.), The Social Economy – International Perspectives on Economic Solidarity, Zed Books, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 2009 Θανάσης Κίζος Παρουσίαση του βιβλίου: Michael Woods, Γεωγραφία της υπαίθρου: Διαδικασίες, αποκρίσεις και και εμπειρίες αγροτικής αναδιάρθρωσης Πρόλογος και Επιμέλεια: Θεοδοσία Ανθοπούλου, Μετάφραση Γ. Μελισσουργός, 2011, Αθήνα: Κριτική


000:Layout 1

4/9/12

10:58 AM

Page 2


001:Layout 1

4/9/12

10:59 AM

Page 3

ΓΕΩ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΕΣ

Γ

Ε

Ω

-

Ε

Π

Ι

Κ

Α

Ι

Ρ

Ο

Τ

Η

Τ

Ε

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΩΓΡΑΦΟ ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΧΑΡΒΕΪ Ντέιβιντ Χάρβεϊ (David Harvey), ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές της μαρξιστικής γεωγραφικής σκέψης και καθηγητής του Τμήματος Ανθρωπολογίας του City University της Νέας Υόρκης (CUNY), βρέθηκε στην Αθήνα στο τέλος του Μαΐου 2011 ως προσκεκλημένος ομιλητής του Διεθνούς Αντιεξουσιαστικού Φεστιβάλ B-Fest. Πριν από την ομιλία του εκεί, έδωσε μία ανοικτή διάλεξη στο πλαίσιο των Σεμιναρίων Ριζοσπαστικής Γεωγραφίας που οργανώνει ο Κωστής Χατζημιχάλης, καθηγητής στο Τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου. Ο Χάρβεϊ έχει έλθει αρκετές φορές στην Ελλάδα, και στην Αθήνα. Όμως, το τέλος Μαΐου 2011 ήταν μια ειδική συγκυρία. Ήταν η περίοδος που ξεκινούσαν οι κινητοποιήσεις των «Αγανακτισμένων» στην πλατεία Συντάγματος. Εκείνες οι μέρες σημαδεύονταν επίσης από το ξέσπασμα της ρατσιστικής βίας σε κεντρικές γειτονιές και την ανακοίνωση του «Σχεδίου Δράσης για το Κέντρο της Αθήνας». Η ομάδα EncounterAthens, στην οποία συμμετέχουν και υποψήφιοι διδάκτορες του ΕΜΠ (Τομέας Πολεοδομίας, Χωροταξίας) και του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου (Τμήμα Γεωγραφίας), τον προσκάλεσαν για μια σειρά επισκέψεις στις γειτονιές του κέντρου. Η εκρηκτική επικαιρότητα έδωσε το έναυσμα για πολύωρες συζητήσεις, από τις οποίες μεταφέρουμε εδώ ένα μικρό μόνο απόσπασμα.1 Στις συζητήσεις με τον Ντέιβιντ Χάρβεϊ, καθώς και στην απομαγνητοφώνηση, τη μετάφραση και την επιμέλεια της συνέντευξης, συμμετείχαν τα μέλη της ομάδας EncounterAthens (http://encounterathens.wordpress.com/) Φερενίκη Βαταβάλη, Μαίρη Ζήφου, Μαρία Καλαντζοπούλου, Πέννυ Κουτρολίκου, Δημήτρης Μπαλαμπανίδης, Έλενα Πατατούκα, Πασχάλης Σαμαρίνης, Δήμητρα Σιατίτσα, Δήμητρα Σπανού και Ευαγγελία Χατζηκωνσταντίνου.

Ο

Περπατήσαμε σε γειτονιές όπως ο Άγιος Παντελεήμονας, η πλατεία Βικτωρίας και το Γεράνι, οι οποίες στοχοποιούνται από τον Τύπο και την κυβέρνηση ως «γκέτο» στο κέντρο της πόλης. Ποιες είναι οι σκέψεις σας για αυτό; Νομίζω ότι, ιστορικά, η προσπάθεια κατασκευής ενός φαντασιακού για το χώρο έχει αποτελέσει σημαντικό κομμάτι της πολιτικής. Αυτό μπορείτε να το δείτε από την κλίμακα της γεωπολιτικής μέχρι την κλίμακα της πόλης. Η δαιμονοποίηση συγκεκριμένων περιοχών έχει υποστηρίξει από μεγάλης κλίμακας πολεμικές επιχειρήσεις μέχρι πρακτικές εκκαθάρισης των «ανεπιθύμητων» σε «κακές» γειτονιές των πόλεων. Πραγματικά, όμως, με εντυπωσιάζει η χρήση του όρου «γκέτο» εδώ. Στις ΗΠΑ δεν χρησιμοποιούν πια τον όρο «γκέτο». Αν κάποιοι ζουν σήμερα

1. Οι ενότητες που αφορούν την περιγραφή της κρίσης βασίστηκαν και σε υλικό από την απομαγνητοφώνηση της διάλεξης του Ντέιβιντ Χάρβεϊ στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, καθώς και σε τμήματα της ομιλίας του στο B-Fest. Τέλος, το τμήμα της συνέντευξης που αφορά την Αθήνα έχει δημοσιευτεί στα «Ενθέματα» της Αυγής της Κυριακής, 19.06.2011.

3

Σ


001:Layout 1

4

4/9/12

10:59 AM

Page 4

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012

Ο Ντ. Χάρβεϋ στην Ομόνοια με μέλη της ομάδας συνέντευξης, Μάιος 2011.

σε γκέτο, αυτοί είναι οι πλούσιοι κάτοικοι των πόλεων. Το Μανχάταν, για παράδειγμα, είναι σήμερα ένα γκέτο των πλουσίων. Αυτό προέκυψε όταν, στις περιοχές με αυξημένες συγκεντρώσεις μεταναστών, ασκήθηκαν πολιτικές εκτοπισμού τους προς τα προάστια. Από την άλλη, οι μετανάστες που ζουν σήμερα στις ΗΠΑ δεν συγκροτούν μία ενιαία κατηγορία, αλλά ένα πολύ διαφοροποιημένο σύνολο, από εργαζόμενους υψηλής κατάρτισης, που μπορεί να μένουν στο κέντρο του Μανχάταν, μέχρι πρόσφυγες που συγκεντρώνονται αναγκαστικά σε προάστια χαμηλών εισοδημάτων. Επομένως, το να μιλήσει κανείς σήμερα γενικώς για μετανάστες που ζουν σε «γκέτο» δεν ευσταθεί, εφόσον κάθε μεταναστευτικός πληθυσμός είναι και εσωτερικά διαφοροποιημένος, κυρίως ταξικά. Ισχυρίζεστε, δηλαδή, ότι οι χωροκοινωνικές διακρίσεις βασίζονται σήμερα περισσότερο στις ταξικές παρά στις εθνοτικές διαφορές; Νομίζω ότι συμβαίνουν και τα δύο. Υπάρχουν συγκεντρώσεις μεταναστών χαμηλών εισοδημάτων, που προσδιορίζονται σαφώς στη βάση της φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής. Για παράδειγμα, οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί από το Πακιστάν, οι Κορεάτες, ή οι Ινδοί συγκεντρώνονται συνήθως σε συγκεκριμένα προάστια. Επομένως, υπάρχει ακόμα μία ισχυρή συνέχεια στον φυλετικό χωροκοινωνικό διαχωρισμό. Αλλά όπως σας είπα δεν χρησιμοποιούμε τον όρο «γκέτο» και, για να επιστρέψουμε στο κέντρο της Αθήνας, σίγουρα δεν θα χρησιμοποιούσα τον όρο ούτε εδώ. Σίγουρα υπάρχουν προβλήματα αστικής φτώχειας και υποβάθμισης, αλλά αυτά πλήττουν πολλούς από τους κατοίκους ανεξάρτητα από την εθνοτική τους καταγωγή. Από αυτά που έχετε ακούσει για τις σχεδιαζόμενες πολιτικές για το κέντρο της Αθήνας, πώς τις αξιολογείτε με βάση την εμπειρία σας από άλλες πόλεις; Είναι φανερό ότι τέτοιες πολιτικές στοχεύουν να δημιουργήσουν άλλου τύπου γειτονιές, να αυξήσουν τις τιμές των ακινήτων και να οργανώσουν ένα νέο μο-


001:Layout 1

4/9/12

10:59 AM

Page 5

ΓΕΩ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΕΣ

ντέλο ζωής στο οποίο κάποιοι κάτοικοι δεν θα μπορούν οικονομικά να ανταπεξέλθουν. Είναι ένα κλασικό παράδειγμα «bourgeoisiefication», ή τουλάχιστον το όραμα για κάτι τέτοιο: γειτονιές που ενδεχομένως διατηρούν ένα άρωμα πολυπολιτισμικότητας, με ethnic εστιατόρια και αγορές εξωτικών προϊόντων, αλλά δύσκολα χωρούν τους μετανάστες και άλλους κατοίκους χαμηλών εισοδημάτων και τις ανάγκες της καθημερινότητάς τους. Με ποιον τρόπο πιστεύετε ότι οι σχεδιαζόμενες πολιτικές επιχειρούν να αυξήσουν τις αξίες γης και ακινήτων; Υπάρχουν διάφοροι τρόποι κερδοσκοπίας πάνω στη γη. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τις ΗΠΑ είναι οι περίφημες «εικονικές επιχειρήσεις» (dummy corporations). Σε περιοχές αυξημένης φτώχειας, οι επιχειρήσεις αυτές αγοράζουν φτηνά διαμερίσματα και, στη συνέχεια, τα αφήνουν να ερειπώσουν. Αυτό συμπιέζει τις αξίες γης και ακινήτων και κάνει την περιοχή ελάχιστα ελκυστική. Όταν έχουν αγοράσει ένα σημαντικό αριθμό διαμερισμάτων, αποφασίζουν να προχωρήσουν στην ανάπλαση. Το κράτος συχνά συμμετέχει ενεργοποιώντας τον περίφημο μηχανισμό της «αναγκαστικής απαλλοτρίωσης» (eminent domain), επικαλούμενο «λόγους δημοσίου συμφέροντος». Έτσι, διώχνουν τους «ανεπιθύμητους κατοίκους» από την περιοχή. Μπορεί, βέβαια, να χρειαστούν ακόμη και δεκαπέντε χρόνια για να συμβεί αυτό, πάντως πρόκειται για στοχευμένη στρατηγική. Τέτοια παραδείγματα έχουμε και σε ευρωπαϊκές πόλεις. Στην Ελλάδα βέβαια το σύστημα της κατακερματισμένης έγγειας ιδιοκτησίας δεν επιτρέπει με τόση ευκολία την κερδοσκοπία πάνω στη γη από τη μεριά του μεγάλου κεφαλαίου. Ωστόσο, η συγκυρία της οικονομικής κρίσης και η παράλληλη υποχώρηση των κοινωνικών πολιτικών δημιουργούν και στην Αθήνα μία σκοτεινή προοπτική για τις περιοχές στις οποίες συγκεντρώνονται κάτοικοι με σοβαρά προβλήματα διαβίωσης. Φυσικά. Σε κάθε περίπτωση, στις περιοχές αυξημένης φτώχειας το ενδεχόμενο μίας συνολικής κατάρρευσης είναι πολύ πιθανό. Ειδικά εάν το κράτος δεν προτίθεται ή δεν δύναται να προσφέρει κοινωνική προστασία στους κατοίκους, τα προβλήματα στις συγκεκριμένες περιοχές οξύνονται, και μάλιστα πολύ γρήγορα. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να αντιμετωπίσει κανείς τέτοια προβλήματα είτε άμεσα, υποστηρίζοντας τα εισοδήματα για να μπορέσουν οι κάτοικοι να βελτιώσουν τις στεγαστικές τους συνθήκες, είτε έμμεσα, επιδοτώντας τους ιδιοκτήτες ακινήτων ώστε να επενδύσουν στη βελτίωση των ακινήτων τους με τον όρο να κρατήσουν τα ενοίκια χαμηλά. Στις ΗΠΑ, στο πλαίσιο του προγράμματος κατοικίας «Section 8», δίνονται κίνητρα στους ιδιοκτήτες ή στους επενδυτές προκειμένου να επενδύσουν στην (ανα)κατασκευή κατοικιών, με εγγύηση την επιστροφή μέρους του αρχικού κεφαλαίου. Σε ανταπόδοση όμως οφείλουν να ενοικιάσουν τις κατοικίες σε τιμές που δεν θα ξεπερνούν το ένα τρίτο του εισοδήματος των ενοίκων. Ουσιαστικά, λοιπόν, το κράτος καλύπτει το κενό ανάμεσα στο ποσό που οι κάτοικοι μπορούν να διαθέσουν και στο ποσό που θα επέστρεφε στους ιδιοκτήτες από την επένδυση που πραγματοποίησαν.

5


001:Layout 1

6

4/9/12

10:59 AM

Page 6

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012

Τα πρόσφατα μέτρα για το κέντρο αντιστρέφουν την παραπάνω λογική. Τα προτεινόμενα κίνητρα δεν δεσμεύουν τους ιδιοκτήτες αλλά τους μελλοντικούς ενοικιαστές, οι οποίοι πρέπει να αποδεικνύουν ότι ο μισθός τους είναι τριπλάσιος του ενοικίου. Επιδοτούν, δηλαδή, την κερδοσκοπία στη γη… Έχετε υποστηρίξει ότι η αστική διαδικασία είναι κρίσιμη για την επιβίωση του καπιταλισμού. Πώς όμως αυτή συνδέεται με την πρόσφατη οικονομική κρίση; Η πρόσφατη κρίση ξεκίνησε από την αγορά κατοικίας των Νοτιοδυτικών Πολιτειών της Αμερικής, επεκτάθηκε σε άλλες περιοχές και σύντομα μετατράπηκε από οικιστική σε χρηματοπιστωτική κρίση. Οι περισσότεροι άνθρωποι όταν μιλούν για την οικονομική κρίση ξεχνούν πως αυτή έχει αστικές καταβολές. Αυτό που υποστηρίζω είναι πως θα πρέπει να μελετήσουμε τις αστικές καταβολές της κρίσης και τη γεωγραφία των μετασχηματισμών της. Γιατί εκδηλώθηκε εκεί; Για ποιον λόγο εμφανίστηκε με αντίστοιχο τρόπο σε άλλα μέρη του κόσμου; Αυτό μας οδηγεί στο θεωρητικό σχήμα που προτείνω, σύμφωνα με το οποίο η αστικοποίηση στον καπιταλισμό είναι συνδεδεμένη με τις δυναμικές συσσώρευσης του κεφαλαίου, οι οποίες παράγουν διαρκώς πλεονάζον κεφάλαιο. Υπάρχει πάντα η δυσκολία να βρεθούν τόποι για την τοποθέτησή του. Συνήθως, αυτές οι τεράστιες ποσότητες κεφαλαίων διοχετεύονται σε αστικά έργα (urban projects). Διότι τα έργα αυτά απαιτούν μεγάλα χρονικά διαστήματα για να κατασκευαστούν και να ωριμάσουν ως επενδύσεις και γιατί κανείς δεν ξέρει αν και κατά πόσο είναι επιτυχημένα αν δεν περάσουν επτά ή οχτώ χρόνια από τη στιγμή της αρχικής επένδυσης. Ταυτόχρονα, οι επενδύσεις στα αστικά έργα και ειδικότερα στην αγορά κατοικίας μπορούν να αποκτήσουν το «χαρακτήρα πυραμίδας» (Ponzi character). Οι δυναμικές της συσσώρευσης συνδέονται με τις αγορές ακινήτων, καθώς είναι ένας καλός τρόπος απορρόφησης της πλεονάζουσας ρευστότητας. Μετά από την κατάρρευση των αγορών και το τέλος αυτού που ονομάζουμε «φούσκα του διαδικτύου» (dot-com bubble) το 2001 η πλεονάζουσα ρευστότητα κατευθύνθηκε στην αγορά κατοικίας, και εφτά χρόνια μετά η φούσκα έσκασε. Τώρα, πώς λειτουργεί ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα σε σχέση με την αγορά ακινήτων; Δανείζει χρήματα στον επενδυτή που κατασκευάζει κατοικίες. Όμως οι άνθρωποι δε διαθέτουν χρήματα για να αγοράσουν, οπότε το ίδιο ίδρυμα δανείζει και σε αυτούς, δημιουργώντας την αντίστοιχη αγορά. Αυτό συνέβη και στις ΗΠΑ, όπου άνθρωποι χωρίς πιστοληπτική ικανότητα μπορούσαν να δανειστούν για να αγοράσουν σπίτι. Στην περίπτωση που πούλησαν το σπίτι δύο χρόνια μετά, έβγαλαν χρήματα. Στην αντίθετη περίπτωση αντιμετώπισαν πρόβλημα. Προσέξτε τη δυναμική αυτής της διαδικασίας, η οποία συμβαίνει σε όλη την ιστορία του καπιταλισμού. Επίσης, η κρίση μετακινείται γεωγραφικά. Ξεκίνησε από τη Νότια Καλιφόρνια και κινήθηκε προς τις ακτές της Νέας Υόρκης. Όποιος αγόρασε ομόλογα υποθηκευμένα με χρεόγραφα (Collateral Debt Obligations) βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Για παράδειγμα, ένας δήμος στην Ευρώπη που αγόρασε τέτοια προϊόντα μπορεί να οδηγηθεί σε πτώχευση όταν αυτά χάσουν την αξία τους. Έτσι, η κρίση μετακινείται στο χώρο. Στην επόμενη φάση το χρηματοπιστωτικό σύστημα μεταθέτει την κρίση από τα ζητήματα βιωσιμότητάς του στο ζήτημα της σωτηρίας του. Έτσι, η χρηματο-


001:Layout 1

4/9/12

10:59 AM

Page 7

ΓΕΩ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΕΣ

πιστωτική κρίση μετατρέπεται σε κρίση δημόσιου χρέους και αυτό που πλέον απαιτείται είναι η αντιμετώπισή του. Η απάντηση που δόθηκε ήταν οι πολιτικές λιτότητας. Στην πραγματικότητα όμως αυτή είναι μία παράλογη αντιμετώπιση. Αν η οικονομία αξίζει 100 δολάρια και έχει 5 δολάρια χρέους, το χρέος αποτελεί το 5% του Εθνικού Εισοδήματος (National Income). Εφαρμόζοντας πολιτικές λιτότητας, η οικονομία μειώνεται από τα 100 στα 90 δολάρια και το χρέος πηγαίνει στο 7% του Εθνικού εισοδήματος. Όσο περισσότερες πολιτικές λιτότητας εφαρμόζονται, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το πρόβλημα. Γιατί να το κάνει κανείς αυτό; Επειδή κάποιοι επωφελούνται από αυτή τη διαδικασία. Σε μια περίοδο κρίσης, όπου οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές προβάλλονται ακόμα ως μονόδρομος, πώς θα μπορούσαμε να θέσουμε αιτήματα στο κράτος και να φανταστούμε εναλλακτικές μορφές οργάνωσης της ζωής και του χώρου της πόλης; Καταρχάς, η κρίση είναι πραγματική αλλά δεν είναι ίδια για όλους. Κάποιοι εξακολουθούν να είναι καλά ή καλύτερα ��πό πριν, ενώ άλλοι υποφέρουν πολύ. Παρόλο που η συγκυρία είναι δύσκολη, οι διεκδικήσεις για αναδιανομή και εισοδηματική υποστήριξη παραμένουν σημαντικές. Με δεδομένη την απροθυμία του κράτους να παρέμβει, αυτές εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από διαδικασίες αυτοοργάνωσης των πολιτών. Υπάρχουν παραδείγματα άσκησης πίεσης προς το κράτος. Οι διεκδικήσεις για «μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης» (living wage) στη Βαλτιμόρη είναι ένα καλό παράδειγμα. Καθώς ο «ελάχιστος μισθός» (minimum wage) δεν αποτελεί στις ΗΠΑ ικανό εισόδημα, το αίτημα του «μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης» υιοθετήθηκε αρχικά για το δημόσιο τομέα αλλά επεκτάθηκε και σε φορείς όπως τα νοσοκομεία, καθώς και τους εργολάβους του δημοσίου. Δεν αποτέλεσε επανάσταση, αλλά όσοι τον πήραν ωφελήθηκαν. Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί μια ομάδα που ασχολείται με τα δικαιώματα των μεταναστών εργατών/εργατριών. Έγινε γνωστή το 2006 μετά από μια απεργία μεταναστών εργατών η οποία παρέλυσε πολλές πόλεις, κάνοντας αντιληπτή τη συμβολή τους. Τα ΜΜΕ, ιδιαίτερα τα δεξιά ΜΜΕ, «ανακάλυψαν» τότε ότι οι Αφροαμερικανοί είναι καλοί άνθρωποι που ζημιώνονταν από τους νέους μετανάστες και έχαναν τις δουλειές τους. Ήταν ξεκάθαρο ότι στόχευαν στο να διασπάσουν το κίνημα – και σε κάποιο βαθμό το πέτυχαν. Παρόλο που το κίνημα μειώθηκε, άφησε πίσω του δραστήριες οργανώσεις μεταναστών. Υπάρχει επίσης η οργάνωση αστέγων «Picture the Homeless». Μία από τις δράσεις της είναι η καταγραφή και δημοσιοποίηση του αριθμού των κενών ακινήτων στην πόλη, καταδεικνύοντας ότι πολλοί εργολάβοι διατηρούν τα ακίνητά τους εκτός αγοράς όσο οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές. Ονομάζουμε κατάσταση «αποθήκευσης» (warehousing) την πρακτική κατά την οποία ένα ακίνητο αγοράζεται και διατηρείται κενό για αρκετά χρόνια χωρίς να αποδίδει δημοτικούς φόρους για το διάστημα αυτό. Η συγκεκριμένη οργάνωση ισχυρίζεται ότι μετά τον πρώτο χρόνο οι κενές ιδιοκτησίες θα πρέπει να φορολογούνται κανονικά, γεγονός που θα εξανάγκαζε τους ιδιοκτήτες να τις βγάλουν στην αγορά και θα μείωνε τις τιμές. Επίσης, προτείνει να αναλάβει η πόλη τα ακίνητα αυτά και να τα χρησιμοποιήσει ως κατοικία για χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα αν οι ιδιοκτήτες αρνηθούν την πληρωμή των φόρων.

7


001:Layout 1

8

4/9/12

10:59 AM

Page 8

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012

Μέχρι πρόσφατα, οι περισσότερες οργανώσεις είχαν και ήταν υποχρεωμένες να έχουν δομή Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης. Λαμβάνοντας υπόψη ποιοι είναι οι χρηματοδότες, τίθεται το ερώτημα πόσο ριζοσπαστικά μπορούν να είναι τα αιτήματα και οι πρακτικές τους. Στη Νέα Υόρκη τα τελευταία 3-4 χρόνια έχουν αρχίσει να οργανώνονται και σε ένα είδος «οργάνωσης των οργανώσεων» γύρω από συλλογικά αιτήματα, κάτι που θεωρώ πολύ ενθαρρυντικό. Για παράδειγμα η «Συμμαχία για το Δικαίωμα στην Πόλη» (Right to the City Alliance) είναι μια συμμαχία από πολύ διαφορετικές ομάδες. Πλέον υπάρχει και η συνεργασία των «Αποκλεισμένων Εργατών» (excluded workers). Ένα πράγμα που προσπαθώ να κάνω είναι να φέρω σε επικοινωνία τη μία με την άλλη, έτσι ώστε να αρχίσουν να βλέπουν τον εαυτό τους ως μέρος μίας γενικότερης πολιτικής διαδικασίας. Υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει μία ανατροφοδότηση και συσχέτιση των ομάδων που αναφέρατε με τον ακαδημαϊκό χώρο έτσι ώστε να γενικευθούν οι πιέσεις ή οι διεκδικήσεις; Μου φαίνεται ότι υπάρχουν δύο στρατηγικές σε σχέση με το πώς μπορεί κανείς να εμπλακεί με αυτές τις ομάδες. Μπορεί να γράφει άρθρα, βιβλία και να ελπίζει ότι οι άνθρωποι θα τα διαβάσουν. Μπορεί να υποστηρίζει διαμαρτυρίες. Σίγουρα θα πρέπει να αντιπαρατεθεί σε αυτό που ονομάζω «ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους», κάτι που είναι δύσκολο γιατί συχνά δεν είναι δυνατή η πρόσβαση στα ΜΜΕ. Επίσης, θα μπορούσε να επεξεργαστεί τρόπους άσκησης πολιτικής. Πρόσφατα στη Νέα Υόρκη κάποιοι ακαδημαϊκοί, που είναι ταυτόχρονα ακτιβιστές και έχουν σχέσεις με πολιτικές ομάδες της πόλης, έπεισαν δύο δημοτικούς συμβούλους να εισαγάγουν τον συμμετοχικό προϋπολογισμό στις περιοχές τους, ενώ γίνεται προσπάθεια αυτό να επεκταθεί στο σύνολο της πόλης. Μια δεύτερη στρατηγική που νομίζω ότι είναι σημαντική είναι η υποστήριξη ομάδων από-τα-κάτω (grassroots) με στόχο αυτές να διαμορφώσουν πολιτικές, να τις δημοσιοποιήσουν και να τις αναδείξουν. Αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να κερδηθεί η εμπιστοσύνη τους, καθώς συνήθως είναι πολύ καχύποπτες με τους ακαδημαϊκούς και τους διδακτορικούς φοιτητές. Παίρνει χρόνο για να πειστούν οι ομάδες αυτές πως δεν επιχειρείς να τους επιβάλεις κάποια ιδεολογία αλλά προσπαθείς να βοηθήσεις και να διευκολύνεις αντί να κυριαρχήσεις ή να τις εκμεταλλευτείς. Από την εμπειρία σας στις ΗΠΑ, σε αυτήν την περίοδο κρίσης, οι οργανώσεις αυτές ενδυναμώνονται ή παραδίνονται στις νεοφιλελεύθερες συνταγές εξόδου από την κρίση; Δεν βλέπω αυτές τις ομάδες να αποθαρρύνονται. Εν μέσω της πρόσφατης κρίσης ψηφίστηκε η Χάρτα των Δικαιωμάτων για τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες που παρέχουν αμειβόμενη οικιακή εργασία (domestic workers). Επίσης προωθούνται ξανά αιτήματα για το «μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης». Παρά τις περικοπές, οι τραπεζίτες εξακολουθούν να αποκομίζουν υπέρογκα κέρδη και όλοι αισθάνονται ότι «αν αυτοί δεν αποθαρρύνονται τότε γιατί να αποθαρρυνθώ εγώ;». Υπάρχει ένα ιδεώδες ισότητας στην αμερικανική κοινωνία το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί πολιτικά σε τέτοιες συγκυρίες, η αντίληψη περί ίσης μοιρασιάς και ίσης θυσίας. Θεωρώ ότι σε τέτοιους καιρούς πρέπει να υπάρχει μεγαλύτερη ισοκατανομή. Όσο οι άνθρωποι δε βλέπουν κάτι τέτοιο να συμβαίνει, κινητοποιούνται.


001:Layout 1

4/9/12

10:59 AM

Page 9

ΓΕΩ-ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΕΣ

Μία άλλη άποψη υποστηρίζει πως σε αυτήν τη συγκυρία είναι παράλογη η άσκηση πίεσης στο κράτος για ζητήματα αναδιανομής. Δεν συμμερίζομαι αυτήν την άποψη. Ακόμη κι αν η κατάσταση είναι πολύ άσχημη, μου φαίνεται ότι το αίτημα της ισότιμης κατανομής των δυσκολιών είναι ένα πολύ σημαντικό αίτημα. Ούτως ή άλλως αυτό ήταν μία από τις λύσεις που δόθηκαν στην κρίση του 1930. Δε θεωρώ ότι πρέπει να αποδεχτούμε ότι η διατύπωση αιτημάτων δεν έχει νόημα επειδή δεν υπάρχουν πόροι. Η παρούσα συγκυρία απαιτεί μία ουσιαστική αναδιοργάνωση. Παρόλο που ο «νοσταλγικός κεϋνσιανισμός» έχει προβλήματα, αν είχα να διαλέξω ανάμεσα στον «τελικό γύρο του νεοφιλελευθερισμού» και τον «νοσταλγικό κεϋνσιανισμό», θα διάλεγα τον δεύτερο. Είναι ίσως και για την Ελλάδα μια ιδανική στιγμή για να τεθούν ζητήματα ισότιμης φορολόγησης και αναδιανομής ως μέρος της γενικότερης αναδιάρθρωσης του ελληνικού κράτους. Τώρα με την κρίση και την εξάπλωσή της, οι ελίτ επανεξετάζουν τη βιωσιμότητα των νεοφιλελεύθερων στρατηγικών; Μέσα από την κρίση της δεκαετίας του 1930 αναδείχθηκαν νέες ιδέες, νέες πολιτικές και νέοι τρόποι σκέψης για τη σταθεροποίηση του κόσμου από την πλευρά της αστικής τάξης, οι οποίες σχετίζονταν με τον κεϋνσιανισμό. Το ίδιο συνέβη και μετά την κρίση της δεκαετίας του 1970, κυρίως σε σχέση με τον νέο ρόλο του κράτους και τις πολιτικές του. Σήμερα η αντιπαράθεση είναι ανάμεσα στον «νοσταλγικό κεϋνσιανισμό» που υπάρχει στην Κίνα και στο νεοφιλελευθερισμό εδώ. Η μία πλευρά, π.χ. η Κίνα, πιστεύει στην κινητοποίηση της οικονομίας, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος είναι παγιδευμένος στον ιστό της λιτότητας και του χρέους. Με τον τρόπο αυτό βρισκόμαστε σε μία διαδικασία περαιτέρω νεοφιλελευθεροποίησης. Δεν φαίνεται να υπάρχει κανένα νέο πρόγραμμα σταθεροποίησης του καπιταλισμού, ούτε κάποιο συγκροτημένο σχέδιο αυτή τη στιγμή. Υπάρχει μία κυρίαρχη γραμμή και αυτή είναι η συνέχιση του συστήματος ως έχει. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 άνοιξε η συζήτηση για το ρόλο των επενδύσεων στα δημόσια έργα. Θα μπορούσαμε να εξετάσουμε αυτή την κατεύθυνση και σήμερα; Το μοντέλο του συμβατικού κεϋνσιανισμού που εφαρμόζεται στην Κίνα έχει οδηγήσει σε 10% οικονομική διεύρυνση (growth) το χρόνο. Υπάρχει ένας πολύ απλός λόγος για αυτό. Στην Κίνα το σημαντικότερο πρόβλημα είναι η απορρόφηση του εργατικού δυναμικού. Η αδυναμία απορρόφησης της εργασίας εμπεριέχει τον κίνδυνο εξεγέρσεων. Έτσι, έχουν δημιουργήσει ένα τεράστιο πακέτο τόνωσης της οικονομίας μέσω δημόσιων επενδύσεων: σιδηροδρομικά δίκτυα, υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις, υδραγωγεία και νέες πόλεις. Επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν το πλεονάζον κεφάλαιο για να απασχολήσουν το πλεονάζον εργατικό δυναμικό σε ένα πρόγραμμα αστικοποίησης και περιφερειακής ανάπτυξης. Το άλλο χαρακτηριστικό της Κίνας είναι ότι ασκεί σημαντικό έλεγχο πάνω στο τραπεζικό της σύστημα. Οι τράπεζες ωστόσο έχουν αρχίσει να χρηματοδοτούν τα πιο απίθανα αστικά προγράμματα: εμπορικά κέντρα, περιτοιχισμένες κοινότητες για τους

9


001:Layout 1

10

4/9/12

10:59 AM

Page 10

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012

νέους πλούσιους και γήπεδα γκολφ. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα αστικής ανάπτυξης αντίστοιχο με το πρόγραμμα που εφάρμοσαν οι ΗΠΑ το 1950-1960, και αυτό βρίσκεται πίσω από την τεράστια και γρήγορη ανάπτυξη της Κίνας. Στην Ελλάδα δεν έχουμε παράδοση ισχυρών κρατικών παρεμβάσεων στην οργάνωση του χώρου και της οικονομίας. Ωστόσο, έχουμε κάποια εμπειρία στην κατασκευή μεγάλων έργων... Φανταστείτε τι θα είχε συμβεί αν ολόκληρη η Ευρώπη αποφάσιζε ένα πρόγραμμα τόνωσης της οικονομίας όπως αυτό που εφαρμόζεται στην Κίνα. Δεν θα ήσασταν εδώ να το συζητάτε. Θα αναζητούσατε τρόπους ν�� διαχειριστείτε το 10% της οικονομικής διεύρυνσης. Το πρόβλημα είναι πολιτικό. Η λιτότητα αποτελεί μια πολιτική επιλογή, χωρίς ωστόσο να αποτελεί και μια αναγκαία πολιτική. Μία από τις ειρωνείες που σχετίζονται με την ευρωπαϊκή κατάσταση είναι ότι όποια χώρα παρέχει τεχνολογικό εξοπλισμό στην Κίνα, όπως η Γερμανία, πηγαίνει καλά οικονομικά. Είναι εντυπωσιακή η παγκόσμια εξάρτηση από το κεϋνσιανό πρόγραμμα της Κίνας. Αυτό που κάνουν στην ουσία είναι να σταθεροποιούν την παγκόσμια οικονομία μέσα από την υλοποίηση αυτού του προγράμματος. Όμως, έρχονται αντιμέτωποι και με τα προβλήματά του, τα οποία σχετίζονται με το γεγονός ότι έχουν 7% πληθωρισμό που απειλεί να εκτοξευτεί. Αυτό ήταν πάντα η αχίλλειος πτέρνα των κεϋνσιανών πολιτικών. Ταυτόχρονα έχει δημιουργηθεί μια φούσκα στην αγορά ακινήτων και ιδιαίτερα της κατοικίας, παρόμοια με αυτή των ΗΠΑ το 2004. Οι τιμές των ακινήτων στο Πεκίνο και τη Σαγκάη έχουν αυξηθεί τρομακτικά. Πόσοι από τους Κινέζους έχουν το εισόδημα για να αγοράσουν; Τα σημάδια δείχνουν πως αυτό που γίνεται δεν είναι βιώσιμο. Και γνωρίζουμε πως αυτό το πρόγραμμα μπορεί να εμφανίσει τις αδυναμίες του σύντομα, γεγονός που θα προκαλέσει ένα χάος. Φαίνεται δηλαδή να αναδεικνύονται δύο διακριτά μοντέλα με διαφορετικό προσανατολισμό… Πράγματι, έχουμε τον μισό κόσμο να στηρίζει τη λιτότητα και τον άλλο μισό να προτρέπει στην κατανάλωση. Η οικονομία τους διευρύνεται. Η δική μας όχι. Η διαφορά έχει να κάνει με τις πολιτικές επιλογές. Κανένα όμως από τα δύο προγράμματα, ούτε ο «επιθετικός τελευταίος γύρος του νεοφιλελευθερισμού», όπως αποκαλώ αυτό που βιώνουμε εδώ, ούτε το παιχνίδι του κινεζικού επεκτατισμού, δεν μπορεί να διατηρηθεί. Γιατί κανένα δεν αντιμετωπίζει το βαθύτερο πρόβλημα, το οποίο σχετίζεται με το «σύνδρομο της ανάπτυξης» (the growth syndrome) και με το γεγονός ότι 3% οικονομική διεύρυνση είναι αδύνατο να διατηρηθεί για πάντα και για όλους. Βέβαια, ο καπιταλισμός βασίζεται στην ανάπτυξη. Όταν δε μπορεί να αναπτυχθεί εμπλέκεται σε αρπακτικές πρακτικές, όπως αυτές που βιώνουμε σήμερα. Η καπιταλιστική τάξη έχει να επιλέξει ανάμεσα στη συσσώρευση μέσω της ανάπτυξης και τη συσσώρευση μέσω της υφαρπαγής. Αυτή τη στιγμή ότι γίνεται αφορά στην υφαρπαγή: υφαρπαγή δικαιωμάτων, υφαρπαγή περιουσιακών στοιχείων, συντάξεων και εισοδημάτων. Το κράτος αναγκάζεται σε μία πολιτική μαζικής υφαρπαγής και είναι αυτή η πολιτική που νομιμοποιείται από το χρέος.


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 11

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

Ε

Π

Ι

Σ

Τ

Η

Μ

Ο

Ν

Ι

Κ

Α

Α

Ρ

Θ

Ρ

11

Α

AΝΙΣΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚH ΑΝAΠΤΥΞΗ ΚΑΙ ΧΩΡΟΚΟΙΝΩΝΙΚH ΔΙΚΑΙΟΣYΝΗ-ΑΛΛΗΛΕΓΓYΗ: ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚEΣ ΠΕΡΙΦEΡΕΙΕΣ ΜΕΤA ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚH ΚΡIΣΗ ΤΟΥ 2009 Κωστής Χατζημιχάλης1

ΠΕΡΊΛΗΨΗ Το κείμενο αυτό πραγματεύεται ορισμένα θεωρητικά ζητήματα περιφερειακής ανάπτυξης σε συνδυασμό με τις παραμελημένες συνθήκες άνισης γεωγραφικά ανάπτυξης, με αφορμή την τρέχουσα οικονομική κρίση και ειδικότερα την κρίση χρέους στην ευρωζώνη. Οι κυρίαρχες ερμηνείες για την κρίση είναι κυρίως μακροοικονομικού και χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα, ωστόσο το παρόν κείμενο επιχειρεί να τονίσει τα θεμελιώδη γεωγραφικά χαρακτηριστικά αυτής της κρίσης. Αρχικά σχολιάζει την κρίση χρέους στην ευρωζώνη και ιδιαίτερα στη Νότια Ευρώπη ως αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης παγκόσμιας κρίσης υπερ-συσσώρευσης και στη συνέχεια αναπτύσσει μια συμπληρωματική ερμηνεία που βασίζεται στην άνιση γεωγραφικά περιφερειακή ανάπτυξη, ιδιαίτερα μετά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε την εισαγωγή του ευρώ. Tο κείμενο αναφέρεται στις αρχές της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης ως ζητούμενα ενός δημοκρατικού προγραμματισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο και υποστηρίζει ότι οι αρχές αυτές δεν έχουν σχέση με το λεγόμενο σχέδιο διάσωσης που έχουν καταστρώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία.

Uneven Geographical Development and Socio-Spatial Justice/Solidarity: European regions after the 2009 Financial Crisis Costis Hadjimichalis ABSTRACT The paper discusses certain issues of regional development theory in combination with long-forgotten conditions of uneven geographical development in the context of the current financial and debt crisis in the eurozone. The dominant explanations of the crisis are mainly macro-economic and financial, but this paper argues for its geographical components/foundations. After a short descriptive comment about the current debt crisis in the eurozone and particularly in Southern Europe as part of the wider global crisis of over-accumulation, an alternative interpretation is provided based on uneven geographical/regional development among euro-regions especially after the introduction of the euro. The paper also discusses the sliding towards what we may call neoliberal urban and regional development discourse which is responsible for a de-politicized shift in regional theory and hence downplaying or simply overlooking questions of socio-spatial justice. The discussion about justice and solidarity goes beyond the controversial rescue plan introduced by the EU and the IMF, designed supposedly to help one of the so-called, in a typical colonial way, PIIGS, namely Greece.

Εισαγωγή Στo κείμενο αυτό θα εξετάσω ορισμένα θεωρητικά ζητήματα περιφερειακής ανάπτυξης, σε συνδυασμό με τις από καιρό ξεχασμένες συνθήκες της άνισης γεωγραφικής ανάπτυξης με αφορμή την τρέχουσα χρηματοπιστωτική κρίση

1. Καθηγητής, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, hadjimichalis@hua.gr.


002:Layout 1

12

4/9/12

11:00 AM

Page 12

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

2. Το κείμενο αυτό είχε παρουσιαστεί –σε προγενέστερη μορφή του– ως βασική ομιλία μετά από πρόσκληση στο 8ο Συνέδριο του περιοδικού European Urban and Regional Studies, Βιέννη, Σεπτέμβριος 2010. Στην τελική του μορφή δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2011 στο παραπάνω European Urban and Regional Studies 18(3): 254-274. Η μετάφραση έγινε από τον Γιώργο Μελισσουργό, τον οποίο ευχαριστώ. Ευχαριστίες οφείλονται επίσης στους: Diane Perrons για την αρχική πρόσκληση και τα σχόλιά της, Γιάννη Ραφτόπουλο και Όλγα Λαφαζάνη για τη βοήθειά τους στην έρευνα των δεδομένων, καθώς και στους Ντίνα Βαΐου, Μυρτώ Χατζημιχάλη, Ray Hudson, Erik Swyngedouw, Ed Soja και σε δυο ανώνυμους κριτές για τα σχόλια και τη βοήθειά τους. Όπως πάντα, η ευθύνη για το τελικό αποτέλεσμα βαραίνει μόνο τον συγγραφέα.

και κρίση δημόσιου χρέους στην ευρωζώνη.2 Οι κυρίαρχες ερμηνείες που δίνονται για την κρίση είναι κυρίως μακροοικονομικού και χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα, όμως εγώ θα προσπαθήσω να αναδείξω τη σημασία που πρέπει να δοθεί και στα γεωγραφικά χαρακτηριστικά-θεμέλια αυτής της κρίσης. Η ευρωζώνη χαρακτηρίζεται συχνά ως επιθετική απάντηση απέναντι στις παγκόσμιες τάσεις της οικονομίας και συγχρόνως ως αποθέωση της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης προς όφελος αντιπληθωριστικών πολιτικών (Gauthier, 2010). Οι προσεγγίσεις αυτές αποτυπώνουν μιαν όψη της πραγματικότητας, και συγκεκριμένα τις ικανότητες προσαρμογής του ευρώ απέναντι στις αλλαγές στον χρηματοπιστωτικό τομέα και στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, οι οποίες απαξίωσαν τον κρατικό έλεγχο στις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων και αύξησαν τη δυνατότητα για διακυμάνσεις και κερδοσκοπία έναντι των εθνικών νομισμάτων. Όμως η κυρίαρχη εστίαση στα μακρο-οικονομικά χαρακτηριστικά έχει επισκιάσει τις περισσότερο πολιτικές –και άρα χωρικές– όψεις του ευρώ οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, έχουν ακόμα μεγαλύτερη σημασία στις μέρες μας, μεσούσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Το επιχείρημά μου έχει δύο σκέλη. Πρώτον, τα θεμέλια της κρίσης είναι εδραιωμένα στην άνιση γεωγραφική/περιφερειακή ανάπτυξη, η οποία χαρακτηρίζει τις χωρο-κοινωνικές δομές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Το δημόσιο χρέος δεν αποτελεί την αιτία της τρέχουσας κρίσης αλλά μόνο ένα από τα πεδία όπου εκδηλώνεται. Δεύτερον, στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, συγκεκριμένες ελίτ και περιφερειακοί ηγεμονικοί σχηματισμοί σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες (εκείνες τις έξι που κάποτε αποτελούσαν την αρχική ΕΕ με οικονομικά σημαντικότερη τη Γερμανία) εκμεταλλεύθηκαν την αναπόφευκτη κοινωνική και χωρική αναδιάρθρωση την οποία επέφερε η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος, με στόχο να επανακτήσουν τον πολιτικό και κοινωνικό έλεγχο όχι μόνο απέναντι στις παγκόσμιες αγορές του κεφαλαίου αλλά και εντός της ΕΕ. Η αναδιάρθρωση κατά την περίοδο 2000-2005 βασίστηκε στις συνθήκες άνισης οικονομικής και γεωγραφικής ανάπτυξης που προϋπήρχαν στο εσωτερικό της ΕΕ και οι οποίες στη συνέχεια, μετά την καθιέρωση του ευρώ, επιταχύνθηκαν και εντατικοποιήθηκαν, έτσι ώστε να προκαλέσουν σήμερα νέα αναδιάρθρωση αυτή τη φορά καθοδηγημένη από την κρίση. Οι χωρικές ανισότητες δεν είναι ένα απλό αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο αναπτύσσεται ο καπιταλισμός, αλλά αντιθέτως αποτελούν απαραίτητο στοιχείο για την αναπαραγωγή του (Hudson 2005, Harvey 2010). Η άνιση γεωγραφική ανάπτυξη, απ’ όπου κι αν αυτή προέρχεται, είναι ένας παράγοντας που συμβάλλει στη δημιουργία και διατήρηση ατομικών και συλλογικών ανισοτήτων και επομένως παράγει κοινωνικές και χωρικές αδικίες (Fainstein 2009, Soja 2010). Οι ενέργειες για να περιοριστούν αυτές οι ανισότητες και αδικίες προϋποθέτουν θεσμικά και άτυπα δίκτυα αλληλεγγύης και έναν προγραμματισμό που εφαρμόζεται σε διάφορες χωρικές κλίμακες, από το παγκόσμιο και το εθνικό μέχρι το περιφερειακό και το τοπικό. Η χωρο-κοινωνική δικαιοσύνη και η χωρο-κοινωνική αλληλεγγύη αποτελούν βασικές αρχές και αξίες του προοδευτικού προγραμματισμού, ο οποίος παραμένει στα αζήτητα στις μέρες μας. Αν και πιστεύω ακράδαντα ότι πάντα πρέπει να προσεγγίζουμε τις θεωρίες και τις πολιτικές περιφερειακής ανάπτυξης με γνώμονα τις αρχές της χωρο-κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης, η σημερινή κρίση το επιβάλλει.


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 13

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

Θα ξεκινήσω με έναν σύντομο περιγραφικό σχολιασμό της τρέχουσας κρίσης χρέους που αντιμετωπίζει η ευρωζώνη και ιδιαίτερα η Νότια Ευρώπη ως τμήμα της ευρύτερης κρίσης υπερ-συσσώρευσης.3Δεύτερον, θα επιχειρήσω μια συμπληρωματική ερμηνεία της κρίσης με βάση την άνιση γεωγραφική και περιφερειακή ανάπτυξη που χαρακτηρίζει τις βορειο-κεντρικές περιφέρειες της ευρωζώνης έναντι εκείνων της Νότιας Ευρώπης, ιδίως μετά την εισαγωγή του ευρώ. Τρίτον, θα αναλύσω τη διολίσθηση προς αυτό που αποκαλούμε νεοφιλελεύθερη θεώρηση της αστικής και περιφερειακής θεωρίας και πολιτικής, η οποία ευθύνεται για την παρατηρούμενη σήμερα αποπολιτικοποίηση με συνέπεια την παραγνώριση της άνισης γεωγραφικά ανάπτυξης και την υποτίμηση ζητημάτων χωροκοινωνικής δικαιοσύνης. Τέταρτον, θα υποστηρίξω ότι χρειάζεται να συζητήσουμε θέματα δικαιοσύνης και αλληλεγγύης σε ευρωπαϊκό επίπεδο πέρα από το αμφιλεγόμενο σχέδιο διάσωσης που συνέταξαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), και ελέγχει σήμερα η Τρόικα. Το σχέδιο υποτίθεται ότι αποσκοπεί στη στήριξη της Ελλάδας, μίας από τις επονομαζόμενες χώρες PIIGS («γουρούνια»: Πορτογαλία, Ιταλία, Ιρλανδία, Ελλάδα και Ισπανία), με όλες τις συνδηλώσεις αποικιακού τύπου που συνεπάγεται ένας τέτοιος χαρακτηρισμός. Κατά το διάστημα της ολοκλήρωσης του κειμένου, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία έγιναν τα επόμενα θύματα και ενδεχομένως να ακολουθήσουν η Ιταλία και η Ισπανία, γεγονός που τονίζει το μέγεθος της κρίσης στην ευρωζώνη. Ωστόσο η δική μου ανάλυση θα εστιάσει κυρίως στην περίπτωση της Νότιας Ευρώπης (ΝΕ) και ειδικότερα της Ελλάδας.

Χρέος και οικονομική κρίση στη Νότια Ευρώπη: μια σύντομη περιγραφή Στο τέλος του 2008 το σύνολο σχεδόν των «αναπτυγμένων» οικονομιών αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά προβλήματα. Παρά τις διακυμάνσεις από χώρα σε χώρα εξαιτίας των διαφορετικών εκδοχών εφαρμογής του νεοφιλελευθερισμού, παρατηρούνται ορισμένες κοινές τάσεις: η ανεργία έχει αυξηθεί σοβαρά, ο βιομηχανικός τομέας αντιμετωπίζει μαζικό κλείσιμο μονάδων και τάσεις μετακίνησης της παραγωγής σε άλλους τόπους (de-localization), το λιανεμπόριο παραπαίει, η αγορά ακινήτων βρίσκεται σε τέλμα και ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει ήδη αντιμετωπίσει αρκετές κρίσεις μέσα σε μόλις μια δεκαετία. Στην τρέχουσα συγκυρία συνδυάζονται τρία αρνητικά στοιχεία: πρώτον, η κρίση υπερ-συσσώρευσης και υπο-κατανάλωσης, αποτέλεσμα της άσκησης για δεκαετίες ακραιφνών νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών και της κυριαρχίας του δογματικού φονταμενταλισμού της αγοράς· δεύτερον, η χωρο-οικονομική και γεωστρατηγική αναδιοργάνωση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας, με την υποβάθμιση των παλαιών κέντρων της Ευρώπης, των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας και την ανάδειξη νέων σε Λατινική Αμερική και Ασία· και, τρίτον, η βαθιά και συνολική περιβαλλοντική κρίση, μοναδική στην ανθρώπινη ιστορία, η οποία πιθανώς αποτελεί το απώτατο όριο του κεφαλαίου απειλώντας τα θεμέλια του ίδιου του καπιταλιστικού πολιτισμού (Swyngedouw 2009, Gills 2010). Στην ΕΕ η κρίση χτύπησε αρχικά τρεις αλληλοσυνδεόμενους τομείς: τις τράπεζες, την αγορά ακινήτων και το χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό. Τα πρώτα σημάδια

3. Βλ. και Σταθάκης 2010, 2011 και Λάσκος και Τσακαλώτος 2011.

13


002:Layout 1

14

4/9/12

11:00 AM

Page 14

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

4. Το περιοδικό Der Spiegel, το οποίο συνήθως αποτυπώνει τις θέσεις της γερμανικής κυβέρνησης, στην ηλεκτρονική του έκδοση στις 2 Αυγούστου 2010 περιγράφει πώς οι διαχειριστές του ελληνικού χρέους έκλεισαν μια τεράστια συμφωνία με τους έμπιστους τραπεζίτες της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας Goldman Sachs στις αρχές του 2002. Η συμφωνία περιλάμβανε τις λεγόμενες δια-συναλλαγματικές ανταλλαγές (swaps) με τις οποίες το δημόσιο χρέος που είχε εκδοθεί σε δολάρια και γιεν ανταλλάσσεται με χρέος σε ευρώ για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ενώ σε μεταγενέστερη φάση μετατρέπεται και πάλι στα νομίσματα της αρχικής έκδοσης. Αυτού του είδους οι συναλλαγές αποτελούν μέρος της «κανονικής» και «νόμιμης» κρατικής αναχρηματοδότησης και δεν διέπονται από τους κανόνες του Μάαστριχτ. Όμως στην ελληνική περίπτωση – αλλά και στην περίπτωση της Ιταλίας ή ακόμα και της Γαλλίας παλαιότερα– οι αμερικανικές τράπεζες επινόησαν έναν ειδικό τύπο ανταλλαγής, βασισμένο σε αυθαίρετες συναλλαγματικές ισοτιμίες. Αυτό επέτρεψε στην Ελλάδα να λάβει ένα αρκετά υψηλότερο ποσό απ’ ότι η πραγματική αξία του χρέους της στην αγορά του ευρώ και να εισέλθει στην ευρωζώνη έχοντας έλλειμμα της τάξης του 1,2% του ΑΕΠ. Με αυτό τον τρόπο η Goldman Sachs δρομολόγησε πρόσθετες πιστώσεις ύψους 1 δις δολ. για την Ελλάδα. 5. Έχουν γραφτεί πολλά για την ελληνική κρίση, συμπεριλαμβανομένων των Gauthier (2010), Γκόγκας (2010), Burke (2010), Βεργόπουλος (2010), Ιωακείμογλου (2010), Ευρωπαίοι Οικονομολόγοι, (2011). Για μια εκτενή μακροοικονομική ανάλυση του χρέους σε Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία από τη σκοπιά της πολιτικής οικονομίας, βλ. Lapavitsas κ.ά. (2010). Για μια γενική θεωρητική ανάλυση, βλ. το τελευταίο βιβλίο του David Harvey The Enigma of Capital (2010).

της κρίσης έγιναν ιδιαίτερα αισθητά στην ισπανική αγορά ακινήτων (και ιδιαίτερα στις περιφέρειες του τουριστικού real estate), στις πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και στον ιρλανδικό τραπεζικό τομέα. Εδώ θα πρέπει ίσως να προσθέσουμε και τον υπερχρεωμένο χρηματοπιστωτικό τομέα της Ισλανδίας, μιας χώρας που δεν ανήκει στην ΕΕ αλλά η οποία διατηρεί σημαντικούς οικονομικούς δεσμούς με τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Το Νοέμβριο του 2009 η Ελλάδα γίνεται το νέο επίκεντρο της κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού και γίνεται πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες όλου του κόσμου. Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η Ελλάδα, έχοντας τον Οκτώβριο του 2009 ένα τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα της τάξης του 12,7% του ΑΕΠ και ένα εξίσου δυσθεώρητο δημόσιο χρέος που αγγίζει το 113% του ΑΕΠ, έχει πλέον εισέλθει για τα καλά «στο μύλο των χρηματοπιστωτικών αγορών και των διεθνών τραπεζών» (Golemis 2010: 129), καθώς οι τελευταίες είναι οι κύριοι κάτοχοι των ελληνικών κρατικών ομολόγων. Την ίδια περίοδο ξεκινούν οι επιθετικές κινήσεις των διεθνών χρηματοπιστωτικών κερδοσκόπων, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους δανεισμού από διεθνείς τράπεζες. Το τελειωτικό χτύπημα στην ελληνική περίπτωση έρχεται το Φλεβάρη του 2010, όταν η υποτιθέμενη «σοσιαλιστική» κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ χρειάστηκε να αναζητήσει πόρους για την αναχρηματοδότηση μέρους του χρέους, ύψους 60 δις ευρώ. Κατά την ξένοιαστη περίοδο της ανορθολογικής οικονομικής κερδοσκοπίας στα τέλη του 20ού και στις αρχές του 21ου αιώνα, ορισμένοι παγκόσμιοι τραπεζικοί οργανισμοί είχαν έρθει «σε συνεννόηση» με την ελληνική κυβέρνηση με σκοπό την απόκρυψη του πραγματικού μεγέθους του εθνικού χρέους.4 Η κρίση προκάλεσε την οριστική παύση αυτής της μέθης, ενώ οι φοβισμένοι επενδυτές υποτιμούσαν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας και αποσύρθηκαν από νέα επαναχρηματοδότηση, γεγονός που οδήγησε στην κρίση του Φεβρουαρίου του 2010 και τελικά στην παρέμβαση του ΔΝΤ και της ΕΕ.5 Σύμφωνα με τους Lapavitsas κ.ά. (2010), η σύνθεση του συνολικού χρέους διαφέρει σημαντικά ανάμεσα στις τρεις χώρες της ΝΕ. Η αναλογία του εξωτερικού προς το εσωτερικό χρέος6 κυμαίνεται στο 67% προς 33% για την Ισπανία, σε σύγκριση με το 51% προς 49% για την Πορτογαλία και το 49% προς 51% για την Ελλάδα. Για τους συγγραφείς, αυτό δείχνει ότι η Πορτογαλία και η Ελλάδα είναι εξίσου χρεωμένες στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, ενώ η Ισπανία έχει ένα αρκετά μικρότερο ποσοστό εξωτερικού χρέους, και σημειώνουν: «…Η σύνθεση του συνολικού χρέους διαφοροποιείται ακόμα περισσότερο εάν ληφθεί υπόψη το δημόσιο χρέος. Στην περίπτωση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, η αναλογία του ιδιωτικού προς το δημόσιο χρέος κυμαίνεται στα ίδια περίπου επίπεδα, με 87% προς 13% για την πρώτη και 85% προς 15% για τη δεύτερη. Όμως το ελληνικό κράτος είναι περισσότερο χρεωμένο: η αναλογία για την Ελλάδα είναι 58% ιδιωτικό προς 42% δημόσιο χρέος». (Lapavitsas κ.ά. 2010: 9, δική μου μετάφραση)

Επιπλέον, το ελληνικό εξωτερικό χρέος είναι κυρίως μακροχρόνιο με βάση τα κρατικά ομόλογα, ενώ τη συντριπτική πλειοψηφία των περιφερειακών ασφαλίστρων (για κυβερνήσεις και ιδιωτικές τράπεζες) κατέχουν οι χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα, κυρίως η Γαλλία και η Γερμανία με αποτέλεσμα «…ο νότος (να) είναι χρεωμένος στις βορειο-κεντρικές χώρες της ευρωζώνης και της ΕΕ» (Lapavitsas κ.ά. 2010: σελ. 9).


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 15

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

Από την προηγούμενη ανάλυση γίνεται φανερό ότι οι χώρες της ΝΕ έχουν σημαντικές διαφορές ως προς τη δομή του δημόσιου χρέους και το μέγεθος των οικονομιών τους. Εντούτοις και οι τρεις χώρες (εδώ μπορούμε να προσθέσουμε και την Ιταλία) έχουν καταφύγει σε υπερβολικό δανεισμό ακολουθώντας παρόμοιες λαϊκίστικες και πελατειακές πολιτικές της κεντρικής κυβέρνησης (και των περιφερειών σε Ισπανία και Ιταλία) που εκμεταλλεύτηκαν τα τότε χαμηλά επιτόκια και την ψευδεπίγραφη διεθνή αξιοπιστία τους. Έτσι, όταν το 2009 η δογματική ακαμψία της ευρωζώνης συνέπεσε με τη δυσπιστία και κερδοσκοπία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των οίκων αξιολόγησης, η ΝΕ και η Ιρλανδία βρέθηκαν στη δίνη του δημόσιου χρέους, με πρώτη την Ελλάδα. Η μεγάλη ένταση της κρίσης οδήγησε –προκειμένου να αποφευχθεί η κατάρρευση– στην αναγκαιότητα μιας μαζικής διάσωσης με κρατικούς πόρους και στην ανακεφαλαιοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς και σε δημοσιονομικά κίνητρα που θα επιχειρούσαν να επανεκκινήσουν την οικονομική ανάπτυξη και να μειώσουν την ανεργία. Ωστόσο αυτή η βραχυχρόνια λύση συνέβαλε σε ακόμα μεγαλύτερο κρατικό δανεισμό και αύξηση τους χρέους, που με τη σειρά τους οδήγησαν σε ακόμα μεγαλύτερο δημοσιοοικονομικό έλλειμμα, δημιουργώντας έτσι μία νέα, επαχθέστερη παγίδα χρέους και τέλος στην τρέχουσα δημοσιονομική κρίση των χωρών της ΝΕ που όλοι βιώνουμε. Η ΕΕ αποδείχθηκε ανέτοιμη (και κατά τη γνώμη μου απρόθυμη) να διαχειριστεί την κρίση, εξαιτίας διαφόρων δογματικών και άκαμπτων συμφώνων που σχηματίζουν το ιδεολογικό και καθημερινό θεσμικό της modus operandi. Ειδικότερα, το Σύμφωνο της Λισσαβόνας απαγορεύει κάθε είδους παρέμβαση προς υποστήριξη εθνικών οικονομιών σε συνθήκες κρίσης, όπως αυτές της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας. Όταν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ιδίως εκείνες της Γερμανίας και της Γαλλίας, συνειδητοποίησαν ότι η κρίση δεν περιοριζόταν μόνο στην Ελλάδα αλλά μπορούσε να διαχυθεί στο σύνολο της ευρωζώνης, ανακάλυψαν τη «λύση» μέσω της κοινής παρέμβασης ΔΝΤ και ΕΕ, η οποία μπορούσε να υπερβεί διάφορους «κοινοτικούς περιορισμούς»7. Το προτεινόμενο πακέτο περικοπών που θα προστάτευε τους παγκόσμιους επενδυτές μεταθέτει ένα μεγάλο βάρος στις πλάτες των εργατικών και των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Σε αυτό περιλαμβάνονται: εκτενείς ιδιωτικοποιήσεις· αύξηση κατά 2-5 ποσοστιαίες μονάδες των έμμεσων φόρων· μείωση κατά 20%-30% των μισθών στον δημόσιο τομέα, πάγωμα και –σε ορισμένες περιπτώσεις– περικοπή των συντάξεων· μείωση κατά 34% των δημοσίων δαπανών στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας και των δημοσίων έργων· και, τέλος, ίσως το πιο σημαντικό, σημαντικές αντεργατικές θεσμικές αλλαγές μεταξύ των οποίων απολύσεις μόνιμου προσωπικού και εφαρμογή της λεγόμενης «εφεδρείας» στο δημόσιο τομέα. Αυτά τα μέτρα θα ολοκληρώσουν τον φαύλο οικονομικό κύκλο της αυξανόμενης ανεργίας, της ύφεσης και του πληθωρισμού, συρρικνώνοντας τα φορολογικά έσοδα και επιτρέποντας την κερδοσκοπική αξιολόγηση της οικονομικής πολιτικής από τις λεγόμενες «αγορές», δηλαδή από τους πιστωτές της χώρας. Θα βυθίσουν τη χώρα σε μία διαρκή βαθιά ύφεση, χωρίς να παρέχουν κάποια εμφανή διέξοδο (Douzinas 2010, Golemis 2010, Krugman 2010, Σταθάκης 2010, Βαρουφάκης 2011). Η ύφεση έχει άνισες επιπτώσεις για τις κοινωνικές τάξεις και τις περιφέρειες. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, εκείνοι που επηρεάστηκαν αρχικά και πολύ περισσότερο από άλλους είναι οι μη συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι (ιδιαί-

6. Το εσωτερικό χρέος οφείλεται σε πιστωτές της ίδιας χώρας, ενώ το εξωτερικό σε πιστωτές άλλων χωρών.

7. Ένας από αυτούς τους «περιορισμούς» απαγορεύει στην ΕΕ να παρεμβαίνει σε κοινωνικά ζητήματα και σε ζητήματα πρόνοιας στο εσωτερικό των κρατώνμελών και ιδιαίτερα σε θέματα εργατικής νομοθεσίας, υγείας και εκπαίδευσης. Επομένως, η σύμπραξη με το ΔΝΤ παρακάμπτει τη Συνθήκη της Λισσαβώνας ώστε να μπορεί να γίνει η «βρώμικη» δουλειά.

15


002:Layout 1

16

4/9/12

11:00 AM

Page 16

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

8. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί και στην Ελλάδα πολύμορφες δράσεις κοινωνικής αλληλεγγύης οι οποίες ανήκουν στον ευρύτερο τομέα της κοινωνικής οικονομίες και υλοποιούν πρακτικές όπως τράπεζες χρόνου, κοινωνικά παντοπωλεία και ιατρεία, ανταλλακτήρια αντικειμένων χρήσης, συλλογικές κουζίνες, τοπικά νομίσματα, κ.ά., βλ. ΕΠΟΧΗ, 24 Δεκεμβρίου 2011. Οι δράσεις αυτές δεν είναι απάντηση στην κρίση αλλά δράσεις επιβίωσης.

τερα οι γυναίκες), οι μικρο-έμποροι, οι δημόσιοι υπάλληλοι των χαμηλότερων βαθμίδων και τα κατώτερα μεσαία στρώματα στις αστικές περιοχές, με τη Θεσσαλονίκη να καταγράφει ρεκόρ ανεργίας που έφθασε στο 27% (Ελευθεροτυπία, 14 Ιανουαρίου 2011). Τις αστικές περιοχές ακολουθούν οι πρώην εκβιομηχανισμένες περιφέρειες (όπως η Ανατολική και η Κεντρική Μακεδονία), ενώ οι περιοχές της υπαίθρου και οι τουριστικοί προορισμοί θα ακολουθήσουν τελευταίοι. Ως προς την ηλικιακή κατανομή, τις μεγαλύτερες δυσκολίες θα αντιμετωπίσουν οι νέοι εισερχόμενοι στην αγορά εργασίας και όσοι βρίσκονται κοντά στη σύνταξη ή είναι συνταξιούχοι με μια μόνο πηγή εισοδήματος. Μια σημαντική παράμετρος της ελληνικής κρίσης, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε άλλες περιφέρειες της ΝΕ, είναι ο άτυπος τομέας, ο οποίος μπορεί να παρέχει προσωρινά, όπως και στο παρελθόν, ανακουφιστικές λύσεις μέσα από τη διευρυμένη οικογένεια, τους φίλους, την παραγωγή για αυτοκατανάλωση κ.λπ., όπου η ιδιοκτησία γης και κατοικίας σε περιοχές της υπαίθρου θα παίξει σημαντικό ρόλο. Παράλληλα με τον άτυπο τομέα έχουν εμφανιστεί ποικιλόμορφες δράσεις αλληλεγγύης και εναλλακτικών οικονομικών πρακτικών σε πολλές περιοχές της χώρας, με άμεσο στόχο την εναλλακτική πρόσβαση στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, με ενδιαφέροντα αποτελέσματα.8

Άνιση γεωγραφική ανάπτυξη και η εισαγωγή του ευρώ Οι κυρίαρχες ερμηνείες για την κρίση χρέους της Ελλάδας και γενικότερα για το «πρόβλημα του νότου» είναι, όπως ανέφερα παραπάνω, κυρίως μακροοικονομικού χαρακτήρα και εντοπίζουν ως αιτίες τις εσωτερικές δημοσιονομικές αδυναμίες και τις αστοχίες του κρατικού προϋπολογισμού σε κάθε χώρα, αναπαράγοντας έτσι το παλιό δόγμα ότι «την ευθύνη φέρει το θύμα». Θέματα όπως οι διεφθαρμένες πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές σε τοπικό επίπεδο, η κρατική αναποτελεσματικότητα, η χαμηλή παραγωγικότητα που συνοδεύεται από υψηλούς μισθούς στελεχών και η κακή χρήση των διαρθρωτικών ταμείων αποτελούν τις αιτίες που αναφέρονται κατ’ επανάληψη ως εξήγηση της κρίσης χρέους στην Ελλάδα. Παρόλο που οι ερμηνείες αυτές είναι βάσιμες και τεκμηριωμένες, συνήθως τείνουν να είναι μονόπλευρες και να βασίζονται σε υποθέσεις οικονομίστικου χαρακτήρα. Αγνοούνται έτσι οι άνισες σχέσεις ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές τάξεις, μεταξύ των επιχειρήσεων και μεταξύ τόπων και θεσμών, αποκλείοντας κατά συνέπεια τις κοινωνικές και γεωγραφικές διαστάσεις του προβλήματος. Αναφέρομαι εδώ στην κοινωνικά παραγόμενη άνιση γεωγραφία της ΝΕ και της ΕΕ και όχι στην απλοϊκή και αιτιοκρατική φυσική γεωγραφία που χρησιμοποιεί ο R. Kaplan (2010) για να υποστηρίξει ότι: «…για την οικονομία της Ελλάδας, η γεωγραφία αποτελεί τη μοίρα της» (για μια κριτική, βλ. Hadjimichalis 2010). Οι πόλεις και οι περιφέρειες της ΝΕ έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην κρίση, όμως αυτό δεν οφείλεται στο ότι «όλες βρίσκονται στο νότο», όπως ισχυρίζεται ο Kaplan, αλλά στην άνιση γεωγραφική ανάπτυξη που βασίζεται σε συνθήκες που διαμορφώθηκαν πριν από το 2000 και η οποία μετατράπηκε μετά το 2008 στη δραματική και καθοδηγούμενη από την κρίση χωρο-κοινωνική αναδιάρθρωση που βιώνουμε σήμερα. Το θεωρητικό πλαίσιο της άνισης γεωγραφικά


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 17

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

ανάπτυξης επιτρέπει την προσέγγιση των αιτιών βλέποντας πίσω από την κρίση χρέους με έναν σχεσιακό τρόπο, κάνοντας τη διάκριση ανάμεσα σε εσωτερικούς/ενδογενείς και εξωτερικούς/εξωγενείς παράγοντες. Η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στους δύο αυτούς παράγοντες παράγει και αναπαράγει την άνιση γεωγραφικά ανάπτυξη και τη σημερινή κρίση και είναι λάθος να εστιάζουμε σε έναν από τους δυο υποβαθμίζοντας τον άλλο. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 ετών, ορισμένες περιφέρειες της ΝΕ, υποστηριζόμενες από τη βοήθεια που παρείχε η ΕΕ, κατάφεραν να συγκλίνουν ως προς το ΑΕΠ τους με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.9 Όμως η άνιση γεωγραφική ανάπτυξη εξακολουθεί να αποτελεί ένα βασικό χαρακτηριστικό τους. Η σύγκλιση που είχε επιτευχθεί ανάμεσα στις περιφέρειες της Ευρώπης των 15 (μετρούμενη με το συντελεστή διακύμανσης) ήταν σημαντική μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όμως στη συνέχεια η διαδικασία επιβραδύνθηκε, ενώ από το 2000 οι ανισότητες αυξήθηκαν και πάλι, φθάνοντας το 2007 στα επίπεδα του 1987 (European Union– Regional Policy 2007). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει δύο τάσεις: σύγκλιση στις περιφέρειες με ΑΕΠ μεγαλύτερο από το 75% του μέσου όρου της Ευρώπης των 15 και απόκλιση για τις περιφέρειες με ΑΕΠ μικρότερο του 75%, η πλειοψηφία των οποίων βρίσκεται στον ευρωπαϊκό νότο. Οι ανισότητες στην Ευρώπη αυξήθηκαν δραματικά την περίοδο που ακολούθησε την είσοδο των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Το 2002, στο 10% του πληθυσμού στην Ευρώπη των 27 κρατών-μελών που ζούσε στις περισσότερο ευημερούσες περιοχές της Βορειο-Κεντρική Ευρώπης αναλογούσε το 19% του συνολικού ΑΕΠ, ενώ στο αντίστοιχο 10% του πληθυσμού που ζούσε στις λιγότερο εύπορες περιφέρειες στα ανατολικά και σε ορισμένες περιφέρειες του Νότου αντιστοιχούσε μόλις το 1,5% του ΑΕΠ (European Union–Regional Policy 2007). Λαμβάνοντας υπόψη την προσαρμογή των τιμών (με βάση την αγοραστική δύναμη), η αναλογία ανάμεσα στο ανώτερο και το χαμηλότερο 10% του πληθυσμού με όρους ΑΕΠ ήταν 5 προς 1, ενώ σε πραγματικές τιμές ήταν 12,5 προς 1. Το 2008, το 43% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ συγκεντρώνεται μόλις στο 14% της συνολικής έκτασης της Ευρώπης και συγκεκριμένα στην περιοχή που ορίζεται από το Λονδίνο, το Αμβούργο, το Μόναχο, το Μιλάνο και το Παρίσι και στην οποία διαμένει και εργάζεται το ένα τρίτο του πληθυσμού της ΕΕ. Τα μεγέθη αυτά θα ήταν ακόμα περισσότερο άνισα εάν δεν υπήρχαν τα ευρωπαϊκά προγράμματα βοήθειας (Leonardi, 2006). Σύμφωνα με τον Todl (2000), κατά την περίοδο 1989-1993 τα Διαρθρωτικά Ταμεία συνεισέφεραν το 2,71% της ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ στην Ελλάδα, το 3,39% στην Πορτογαλία, το 0,71% στην Ισπανία και το 0,77 στο ιταλικό Mezzogiorno. Την περίοδο 1994-1999, η συμβολή των Ταμείων στην ετήσια θετική μεταβολή του ΑΕΠ ήταν 2,82% στην Ελλάδα, 3,26% στην Πορτογαλία, 1,30% στην Ισπανία και 1,14% στο Mezzogiorno. Η Πορτογαλία και η Ελλάδα φαίνονταν να επωφελούνται περισσότερο, κάτι που ήταν προφανές και στις συνολικές οικονομικές επιδόσεις των χωρών αυτών κατά τις προαναφερόμενες περιόδους. Σε επίπεδο περιφερειών, τα Διαρθρωτικά Ταμεία υπήρξαν ιδιαίτερα αποτελεσματικά (με βάση τη σύγκριση του ΑΕΠ κατά κεφαλή την περίοδο 1980-1994) στα Κανάρια, στην Εξτρεμαδούρα, στην Αραγκόν και στη Ναβάρα της Ισπανίας, στο Αλγκάβρε, στο Βορρά και στο Αλεντέχο της Πορτογαλίας και στο Βόρειο Αιγαίο, στην Κρήτη, στα Ιόνια Νησιά και στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη

9. Για τους περιορισμούς στη χρήση των μεγεθών του ΑΕΠ βλ. Dunford (2010), και για την προβληματική κατασκευή των περιφερειών της ΕΕ μέσω στατιστικών χειρισμών βλ. Hudson (2007).

17


002:Layout 1

18

4/9/12

11:00 AM

Page 18

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

στην Ελλάδα. Πρόκειται κυρίως για αγροτικές και νησιωτικές περιφέρειες με χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ και προβλήματα προσβασιμότητας, οι οποίες ξεκινώντας από χαμηλότερη βάση αναπτύσσονται ταχύτερα σε σύγκριση με τις περισσότερο αναπτυγμένες. Ωστόσο, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, το περιφερειακό πρόβλημα στη ΝΕ μετατοπίστηκε στις ενδιάμεσες περιφέρειες, οι οποίες από τη δεκαετία του 1970 μέχρι τα μέσα εκείνης του 1990 αναγνωρίζονταν ως δυναμικές και καινοτόμες, ως ο «τρίτος δρόμος» της περιφερειακής ανάπτυξης πέρα από τις μητροπολιτικές περιοχές, τους επιχορηγούμενους από το κράτος πόλους εκβιομηχάνισης και τις χαμηλής παραγωγικότητας αγροτικές περιοχές (Paci 1972, Garofoli 1983, Amin και Robins 1990, Βαίου και Χατζημιχάλης 2003). Πρόκειται για επιτυχημένες περιφέρειες κυρίως στην Τρίτη Ιταλία, στη Βαλένσια, στη Χώρα των Βάσκων, στη Μούρθια και στη Βόρεια Πορτογαλία, και δευτερευόντως σε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, της Κρήτης και των τουριστικών νησιών, οι οποίες για πρώτη φορά μετά το 1995 επιδείκνυαν σημάδια αναπτυξιακής επιβράδυνσης. Σε αυτές τις περιφέρειες, οι παραγωγικές δομές και οι αγορές εργασίας βασίζονταν στην απόδοση των μικρομεσαίων μεταποιητικών επιχειρήσεων (ΜΜΕ), καθώς και σε έναν συνδυασμό παραγόντων όπως η διάχυτη εκβιομηχάνιση, η ειδικευμένη γεωργική παραγωγή, ο πολιτισμικός τουρισμός και το πολυκεντρικό σύστημα μικρών και ιστορικών αστικών κέντρων. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 κι έπειτα, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ύφεσης, πολλές και μεγάλες αλλαγές αρχίζουν να ξεδιπλώνονται σταδιακά στις ενδιάμεσες περιφέρειες, ανάμεσα στις οποίες ιδιαίτερη σημασία είχαν δύο εσωτερικές και δύο διεθνείς αλλαγές. Στο εσωτερικό μέτωπο, η βαθμιαία νεοφιλελευθεροποίηση του κράτους και των περιφερειακών οργανισμών μετέβαλε δραματικά το πλαίσιο που στήριζε τις ΜΜΕ, κυρίως μέσα από τις μαζικές ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων υπηρεσιών σε διάφορες χωρικές κλίμακες. Ανάμεσα στο 1990 και το 2000, οι ιδιωτικοποιήσεις στην Ευρώπη, μετρούμενες ως ποσοστό του ΑΕΠ, ήταν 2,7% στην Ουγγαρία, 2,3% στην Πορτογαλία, 1,3% στη Τσεχία, 1,2% στην Ελλάδα, 1,0% στην Πολωνία, 0,9% στην Ιρλανδία, 0,8% στην Ιταλία και 0,7% στην Ισπανία (Financial Times, 28 Απριλίου 2001). Οι κρατικοί και περιφερειακοί υποστηρικτικοί μηχανισμοί απέσυραν σταδιακά τη δωρεάν υποστήριξή τους, ζητώντας από τις ΜΜΕ να καταβάλλουν υψηλές αποζημιώσεις για υπηρεσίες που μέχρι τότε δεν ήταν δαπανηρές, π.χ. για παροχή τεχνικής βοήθειας. Η ύφεση και ο νεοφιλελευθερισμός στις νότιες οικονομίες έδρασαν ως αντικίνητρα για τις παραγωγικές επενδύσεις, καθώς μικρής και μεγάλης εμβέλειας κεφάλαια αναζητούσαν ευκαιρίες που θα απέφεραν γρήγορα και υψηλά κέρδη σε τομείς όπως η αγορά ακινήτων, το χρηματιστήριο, οι τράπεζες, το λιανεμπόριο κ.ά., δημιουργώντας έτσι χρηματοπιστωτικές «φούσκες». Μια εξίσου σημαντική απόσυρση υποστηρικτικών δομών στο εσωτερικό εθνικό επίπεδο ήταν κοινωνικού χαρακτήρα και αφορά στα νεότερα μέλη της οικογένειας και ιδιαίτερα στις γυναίκες. Η οικογένεια παραμένει ο παραδοσιακός ακρογωνιαίος λίθος για την επιτυχία των νότιων ΜΜΕ, ενώ η αναπαραγωγή της οικογένειας είναι θεμελιώδης για την επιβίωση των μικρών επιχειρήσεων. Όμως η βαθμιαία απώλεια του ενδιαφέροντος από την πλευρά των νεότερων γενεών, και ιδίως των γυναικών, να αναπαραχθούν ως ειδικευμένοι/ες και ανειδίκευτοι/ες εργαζόμενοι/ες είναι διάχυτη σε ολόκληρη τη ΝΕ (Vaiou 1997). Πολλές έρευνες τεκμηριώνουν την άρνηση από τους γιους και τις κόρες των μικρομεσαίων επι-


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 19

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

χειρηματιών να αναλάβουν τη μικρή οικογενειακή επιχείρηση (Mingione 1998, 2009). Η νέα γενιά προτιμά την τριτοβάθμια εκπαίδευση ή την απασχόληση στον τομέα των υπηρεσιών, αποφεύγοντας έτσι τις ατελείωτες ώρες σκληρής και μη σταθερής εργασίας με χαμηλούς μισθούς, συνθήκες που χαρακτηρίζουν την πλειοψηφία των μικρών επιχειρήσεων. Τέλος, σημαντική αρνητική επίδραση στις ΝΕ περιφέρειες είχαν οι αλλαγές στην Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) και ο περιορισμός των άμεσων οικονομικών ενισχύσεων μετά το 2003 (Dühr κ.ά. 2010). Σε υπερεθνικό και διεθνές επίπεδο, η παγκόσμια ύφεση που διήρκεσε από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990 οδήγησε σε μια σημαντική μείωση της ζήτησης για τα προϊόντα που προέρχονται από τις ενδιάμεσες περιφέρειες της ΝΕ (π.χ. προϊόντα υψηλού σχεδιασμού, μόδας και lifestyle), ιδιαίτερα από την πλευρά των ΗΠΑ και της Γερμανίας, κατάσταση η οποία χειροτέρεψε δραματικά έπειτα από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου. Παράλληλα και εξαιτίας των γεωπολιτικών αλλαγών που πραγματοποιηθήκαν μετά το 1989, εισήλθαν δυναμικά στην παγκόσμια σκηνή νέοι ανταγωνιστές και νέες αγορές σε Ανατολική Ευρώπη, Βόρεια Αφρική, Τουρκία, Ινδία, Βιετνάμ και –κυρίως– Κίνα, σε τομείς που μέχρι τότε πλεονεκτούσε η ΝΕ, όπως το έτοιμο ένδυμα μέσης και χαμηλής ποιότητας, τα υφάσματα, τα κεραμικά είδη, τα παιχνίδια, τα υποδήματα και τα έπιπλα (Smith κ.ά. 2002, Dunford 2011). Αυτό το άνοιγμα αποδείχθηκε θετικό για ορισμένες δυναμικές επιχειρήσεις της ΝΕ, οι οποίες ανακάλυψαν νέες αγορές και περιοχές για άμεσες ξένες επενδύσεις, όμως για την πλειοψηφία των ΜΜΕ ήταν μια αρνητική εξέλιξη που οδήγησε σε μαζικό κλείσιμο εκατοντάδων μονάδων. Μαζί με επιχειρήσεις στους τομείς του τουρισμού και της γεωργίας, προσέφυγαν στην πρόσληψη οικονομικών μεταναστών που κατέφθαναν κατά χιλιάδες με νόμιμους και μη νόμιμους τρόπους στις ακτές της ΝΕ, οι οποίες αποτελούσαν τον πρώτο τους σταθμό στην πορεία τους προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Hadjimichalis 2006, Cánovas και Riquelme Perea 2007, Labrianidis και Sykas 2009). Όταν οι άνισα αναπτυγμένες νοτιο-ευρωπαϊκές περιφέρειες απέκτησαν το ίδιο σκληρό νόμισμα το 2000, ήταν πολύ λίγοι εκείνοι στη ΝΕ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που έδωσαν σημασία –υπό την επίδραση του νεοφιλελεύθερου δόγματος– στα προϋπάρχοντα άνισα περιφερειακά παραγωγικά συστήματα και ειδικεύσεις, στις δομικά διαφορετικές περιφερειακές αγορές εργασίας και στην άνιση πρόσβαση στις αγορές (από οικονομική, θεσμική και γεωγραφική άποψη) σε σχέση με τον «πυρήνα» της ευρωζώνης (Medelfart κ.ά. 2003). Ακόμα λιγότεροι ήταν εκείνοι που έδωσαν σημασία στη διαφοροποίηση των χωρο-κοινωνικών επιπτώσεων που είχε η ένταξη της άνισα αναπτυγμένης ΝΕ σε ένα μακροοικονομικό και δημοσιονομικό περιβάλλον που είχε σχεδιαστεί κυρίως για τις βορειο-κεντρικές ευρωπαϊκές οικονομίες και ιδίως τη Γερμανία.10 Το βασικό πρόβλημα στη θέσπιση της ευρωζώνης είναι τα λεγόμενα «κριτήρια εθνικής σύγκλισης» (σταθερότητα τιμών, χαμηλά επιτόκια, σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες και σταθερά όρια στα μεγέθη του ελλείμματος του προϋπολογισμού και του εθνικού χρέους), καθώς και η παραγνώριση της χωρικής ή περιφερειακής σύγκλισης (Σταθάκης 2011). Στη συζήτηση που γινόταν για το ευρώ στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αλλά και στην τρέχουσα συζήτηση γύρω από την κρίση χρέους, δίνεται μικρή σημασία στις επιπτώσεις που έχουν οι γεωγραφικές διαφορές στις τέσσερεις σημαντικές προϋποθέσεις για μια επιτυχή νο-

10. Για παράδειγμα, τα επιτόκια, ο χαμηλός πληθωρισμός και οι δημιοσιονομικές πολιτικές που είναι «κατάλληλες» για την τόνωση των οικονομικών στις χώρες του πυρήνα είναι συγχρόνως ακατάλληλες για τις χώρες του Νότου που βρίσκονται σε ύφεση και αντίστροφα. Ωστόσο η ίδια συνταγή εφαρμόζεται και στις δύο περιπτώσεις με τα γνωστά αποτελέσματα. Βλ. και Aalbers (2009).

19


002:Layout 1

20

4/9/12

11:00 AM

Page 20

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

μισματική ένωση. Σύμφωνα με τους Thirwall (2000), Magnifico (1973) και Martin (2000), οι προϋποθέσεις αυτές είναι: α) οι οικονομικές και κοινωνικές δομές των περιφερειών (και όχι μόνο των χωρών) θα πρέπει να έχουν ένα βαθμό ομοιογένειας ως προς τα οικονομικά τους χαρακτηριστικά, γιατί η απουσία ομοιογένειας και οι περιοριστικές νεοφιλελεύθερες νομισματικές πολιτικές θα οδηγήσουν στη δημιουργία γεωγραφικά άνισης απασχόλησης/ανεργίας· β) οι οικονομικές και κοινωνικές δομές των περιφερειών θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό κλαδικής και γεωγραφικής κινητικότητας κεφαλαίου και εργασίας – εάν αυτή η κινητικότητα είναι αδύναμη, τότε οι κυκλικές κρίσεις μπορεί να οδηγήσουν σε μακροχρόνιες περιφερειακές ανισότητες· γ) οι περιφέρειες θα πρέπει να επιδεικνύουν παρόμοιες πληθωριστικές τάσεις· δ) απαιτείται ένα αυτόματος δημοσιονομικός μηχανισμός σε Ευρωπαϊκό επίπεδο ο οποίος, διαμέσου μιας κοινής οικονομικής πολιτικής και ενός κοινού συστήματος φορολόγησης και παροχών, θα προσφέρει την αναγκαία εξισορρόπηση σε περιπτώσεις αναταράξεων και σε διαφορετικούς ρυθμούς ανάπτυξης σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Εάν συγκρίνουμε τις περιφέρειες της ΝΕ με εκείνες της υπόλοιπης ΕΕ των 15, βλέπουμε ότι καμία από τις παραπάνω τέσσερις συνθήκες δεν υπήρχε πριν από τη δημιουργία της ευρωζώνης, με εξαίρεση των πληθωρισμό σε εθνικό επίπεδο. Μετά από το 2000, μόνο η κινητικότητα του κεφαλαίου βελτιώθηκε αμυδρά, ενώ αντιθέτως επιταχύνθηκαν οι περιφερειακές αποκλίσεις στις οικονομικές δομές, στην απασχόληση ανεργία και στις πληθωριστικές τάσεις. Έτσι, οι νοτιοευρωπαϊκές περιφέρειες, και ιδιαίτερα εκείνες που χαρακτηρίζονταν από εύθραυστες παραγωγικές δομές, αποτέλεσαν τον αδύναμο κρίκο σε μια ασταθή νομισματική ένωση. Όπως υποστηρίζει ο Martin (2000: 33): «…Όταν ορισμένες χώρες σχηματίζουν μια νομισματική ένωση, τότε οι περιφέρειές τους καθίστανται “διπλά απογυμνωμένες” από τη νομισματική πολιτική και την κρατική υποστήριξη», καθώς τα εμπλεκόμενα κράτη μεταβιβάζουν τις πολιτικές αυτού του είδους προς τα πάνω – στη νομισματική τους ένωση. Η ευρωζώνη κινήθηκε προς την κατεύθυνση της νομισματικής ολοκλήρωσης χωρίς την ύπαρξη ενός κεντρικά οργανωμένου συστήματος φορολόγησης/παροχών και χωρίς μια κεντρική τράπεζα που θα λειτουργούσε ως «δανειστής ύστατης καταφυγής» (όπως η FED στις ΗΠΑ), με τη λανθασμένη υπόθεση ότι οι τομεακές και περιφερειακές ανισορροπίες θα περιορίζονταν αυτόματα μέσω των αγορών. Οι αρχιτέκτονες του ευρώ αγνόησαν το ιστορικό παράδειγμα του Risorgimento, της Ιταλικής Ενοποίησης, και της τότε βίαιης νομισματικής επιβολής της λιρέτας σε βάρος των τραπεζών, των επιχειρήσεων και των εργαζόμενων στον Ιταλικό Νότο, μια διαδικασία που θεμελίωσε τις ανισότητες μεταξύ βορρά και νότου στην Ιταλία (Del Monte και Giannola 1978). Ακόμα λιγότεροι προέβλεψαν την πιθανότητα μιας καπιταλιστικής κρίσης στην ευρωζώνη (αυτού που οι νεοφιλελεύθεροι αποκαλούν ασύμμετρες αναταράξεις), η οποία θα επηρέαζε άνισα τις περιφέρειες και τα κράτη λόγω απουσίας ευέλικτων εργαλείων προσαρμογής των συναλλαγματικών ισοτιμιών και ενός κεντρικού αναδιανεμητικού μηχανισμού (Flassbeck 2010).


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 21

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

Ωστόσο υπήρξαν φωνές στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που προέρχονταν από το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και τους Πράσινους, οι οποίες το 2005 υποστήριζαν ότι απαιτείται νέο ρυθμιστικό σύστημα για τη μετάβαση προς το κοινό νόμισμα και αλλαγή από το φορολογικό ανταγωνισμό προς τη φορολογική συνεργασία, παράλληλα με μια νέα αύξηση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού με βάση τα ίδια έσοδα της ΕΕ, ώστε να ενισχύεται η αλληλεγγύη μέσα από την εξισορρόπηση της άνισης γεωγραφικά ανάπτυξης (βλ. Αυγή, 23 Μαΐου 2005, Ευρωπαίοι Οικονομολόγοι 2011). Αυτές οι φωνές δεν εισακούστηκαν και έτσι προέκυψε μία καινούρια εκδοχή του «παλαιού» καταμερισμού της εργασίας ανάμεσα στον βορειο-κεντρικό πυρήνα (κυρίως τις γερμανικές περιφέρειες, την Αυστρία και την Ολλανδία) και τις περιφέρειες της ΝΕ, με την οποία υποσκάπτονταν οι προοπτικές σύγκλισης. Ο καταμερισμός της εργασίας περιλάμβανε επίσης την Ιρλανδία, η οποία ακολουθούσε μια διαφορετική τροχιά ανάπτυξης. Ο μετά το ευρώ καταμερισμός της εργασίας οδήγησε τις απομακρυσμένες περιφέρειες του Νότου στη σταδιακή απώλεια της ανταγωνιστικότητάς τους. Στο Σχήμα 1 αποτυπώνεται σε εθνικό επίπεδο αυτή η απώλεια ανταγωνιστικότητας.11 Ενώ η Γερμανία βελτίωσε τη θέση της έπειτα από την εισαγωγή του ευρώ και η Ολλανδία παρέμεινε σταθερά σε υψηλή θέση, οι χώρες της ΝΕ έχασαν σημαντικό έδαφος μετά το 2004, με την Ελλάδα να ηγείται αυτής της αρνητικής τάσης. Η Ιρλανδία, έπειτα από μια αύξηση κατά την περίοδο 1996-1999, ακολούθησε και εκείνη την αρνητική τάση, σημειώνοντας όμως μια ήπια βελτίωση κατά το διάστημα 2004-2009.

Σχήμα 1 Εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας σε παγκόσμιο επίπεδο, 1996-2009 Πηγές: World Economic Forum (2000, 2004, 2009: 13)

Η σχέση ανάμεσα στην εθνική, την περιφερειακή και την τοπική κλίμακα χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση. Τα συγκεντρωτικά δεδομένα, για παράδειγμα το εμπορικό ισοζύγιο ή το μέγεθος των εξαγωγών, δίνουν προτεραιότητα στη δυναμική των άνισων σχέσεων ανάμεσα στα κράτη υποβαθμίζοντας έτσι τις άνισες σχέσεις ανάμεσα σε περιφέρειες. Όμως πρόκειται για μια στατιστική συγκεντρωτική απεικόνιση, η οποία αποκρύπτει ότι π.χ. το εμπόριο εντός της ευρωζώνης πραγματοποιείται από συγκεκριμένες επιχειρήσεις που λειτουργούν σε δια-

11. Για την ανταγωνιστικότητα των περιφερειών σε επίπεδο NUTS 2 το 2009, βλ. European Commission (2010). Δεν υπάρχουν στοιχεία για τις περιφέρειες πριν από το 2000.

21


002:Layout 1

22

4/9/12

11:00 AM

Page 22

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

12. Στα μεγέθη των εξαγωγών δεν περιλαμβάνονται οι στρατιωτικές δαπάνες και εξοπλισμοί, οι οποίοι ρυθμίζονται από ειδικές διμερείς συμφωνίες. Οι στρατιωτικές δαπάνες αποτελούν μια βασική πηγή του δημοσίου χρέους στην Ελλάδα, με την τελευταία να ξοδεύει σχεδόν το μισό του ΑΕΠ της για αυτές. Η Γερμανία αποτελεί –μετά τις ΗΠΑ– τον κυριότερο προμηθευτή στρατιωτικού εξοπλισμού της Ελλάδας, ακολουθούμενη από τη Γαλλία και την Ολλανδία. Δεν είναι τυχαίο ότι παρά την κρίση οι πιέσεις από τις παραπάνω χώρες για συνέχιση των προμηθειών είναι μεγάλες και αποτελούν τμήμα των διαπραγματεύσεων.

φορετικά χωρικά και πολιτιστικά περιβάλλοντα, με διαφορετικές σχέσεις ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία, με το ευρώ να αποτελεί τη μόνη κοινή παράμετρο. Επιπλέον, αυτά τα συγκεντρωτικά στατιστικά δεδομένα δεν απεικονίζουν τους διαφορετικούς κοινωνικούς και χωρικούς καταμερισμούς της εργασίας και τις άνισες ταξικές σχέσεις στο εσωτερικό των επιχειρήσεων και των περιφερειών. Παρόλο που τα παραπάνω είναι δύσκολο να εντοπίζονται σε κάθε κλίμακα και σε κάθε στάδιο ανάλυσης, είναι κρίσιμο να τα θυμόμαστε ώστε να αποφεύγεται η γενίκευση και η απλουστευτική αναγωγή συγκεκριμένων κοινωνικών υποκείμενων μέσω γενικών όρων όπως «Γερμανία», «Ελλάδα» και «Ιρλανδία» ή «κέντρο» έναντι της «περιφέρειας». Αν και η νομισματική ένωση έχει οδηγήσει στην αύξηση των εμπορικών συναλλαγών εντός της ευρωζώνης κατά 12%-30% μέσα σε μια πενταετία, οι νοτιο-ευρωπαϊκές περιφέρειες επωφελήθηκαν σε πολύ μικρότερο βαθμό. Αυτό οφείλεται στο ότι οι βελτιώσεις που σημειώθηκαν ως προς την πρόσβαση στις αγορές ευνόησαν τις επιχειρήσεις σε ορισμένες βορειο-κεντρικές περιφέρειες και όχι εκείνες στις περιφέρειες της ΝΕ εξαιτίας τριών βασικών παραγόντων. Πρώτον, η μείωση του απόλυτου κόστους στις εμπορικές συναλλαγές στο σύνολο της ευρωζώνης διεύρυνε το σχετικό μειονέκτημα εκείνων που υστερούσαν κατά την εποχή της νομισματικής ενοποίησης και ιδιαίτερα των νοτιο-ευρωπαϊκών περιφερειών, οι οποίες έγιναν μέλη της ένωσης με υψηλότερες ονομαστικές συναλλαγματικές ισοτιμίες. Δεύτερον, η εγκατάλειψη του παλαιού ρυθμιστικού πλαισίου του έθνους-κράτους, το οποίο παρείχε προστασία στις επιχειρήσεις του Νότου μέσα από τις υποτιμήσεις του νομίσματος, τις διμερείς συμφωνίες για το διεθνές εμπόριο και την παροχή επενδυτικών κινήτρων, μετατόπισε την ανταγωνιστικότητα εντός της ευρωζώνης στο ονομαστικό εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος. Τρίτον, η λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς προσέλκυσε δραστηριότητες και κατεύθυνε τις ροές των αξιών των συναλλαγών που δημιουργούν τα εμπορικά πλεονάσματα προς τις βορειο-κεντρικές περιφέρειες σε βάρος των νότιων. Ας δούμε περισσότερο αναλυτικά τους παραπάνω παράγοντες. Παρόλο που όσοι ασχολούνται με την κλασική πολιτική οικονομία δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο εμπόριο ως τη βασική πηγή της ανισότητας ανάμεσα σε τομείς, επιχειρήσεις και περιοχές, οι πρόσφατες θεωρητικές αναζητήσεις φαίνεται να έχουν παραμελήσει αυτό το δεδομένο. Το Σχήμα 2 αποτυπώνει την αύξηση της αξίας των γερμανικών εξαγωγών σε βασικές περιοχές σε παγκόσμιο επίπεδο ανάμεσα στο 1995 και το 2007. Με όρους τόσο αξίας όσο και αυξητικής μεταβολής, η ΝΕ βρίσκεται στην κορυφή, με την πλειοψηφία των προϊόντων να κατευθύνονται στις μεγαλύτερες σχετικά αγορές της Ισπανίας και της Ιταλίας. Επίσης στο ίδιο διάγραμμα αποτυπώνεται πόσο σημαντική υπήρξε για τις γερμανικές εξαγωγές η ΝΕ από την περίοδο της καθιέρωσης του ευρώ, όταν οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ εμφάνισαν σημάδια επιβράδυνσης.12 Κατά την ίδια περίοδο και σύμφωνα με το Σχήμα 3, υπήρξε ένα διαρκές αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο για τις τρεις νοτιο-ευρωπαϊκές χώρες έναντι της Γερμανίας, ενώ μόνο η Ιταλία είχε θετικό ισοζύγιο το 1995. Το άνισο εμπόριο αποτελεί βασική συνθήκη της άνισης γεωγραφικής ανάπτυξης, το οποίο πλαισιώνει –αλλά και πλαισιώνεται από– την παραγωγή προϊόντων και τη γεωγραφική μεταφορά της υπεραξίας που είναι ενσωματωμένη σε αυτά τα προϊόντα (Hadjimichalis 1987, Hudson 2001). Αυτό μας οδηγεί στη σημασία που έχουν η παραγωγικότητα της εργασίας και το ονομα-


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 23

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

στικό εργατικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος ως βασικά χαρακτηριστικά της ανταγωνιστικότητας, με δεδομένη την ιδιαίτερα χαμηλή γεωγραφική κινητικότητα της εργασίας ανάμεσα στις περιφέρειες της ΕΕ.13

Σχήμα 2 Γερμανία: αξία εξαγωγών, 1995-2007.

Πηγές: Eurostat (2006: 138-140, 2009: 148-149, 152) Σχήμα 3 Διαχρονική εξέλιξη εμπορικού ισοζυγίου με τη Γερμανία: Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία και Ιταλία, 1995-2007. Πηγές: Eurostat (2006: 149, 155, 173, 2009: 171, 179, 195, 275)

Για τους περισσότερους αναλυτές, τα προβλήματα του ελληνικού δημόσιου χρέους αλλά κι εκείνα των άλλων νοτιο-ευρωπαϊκών κρατών-μελών της ευρωζώνης δεν σχετίζονται καθόλου με το εμπόριο εντός της ευρωζώνης. Ανάμεσα στο 1995 και το 2007, οι καθαρές εξαγωγές της Ελλάδας –από τις οποίες το 65% αφορούσε σε συναλλαγές με άλλες χώρες της ΕΕ– παρέμειναν στάσιμες, όμως η εσωτερική ζήτηση αυξήθηκε κατά το υγιές ποσοστό του 2,3%, καθώς οι εισαγωγές από άλλες χώρες της ΕΕ έγιναν περισσότερο «φθηνές» εξαιτίας του ευρώ (Eurostat 2006, 2009). Οι πραγματικές αμοιβές της εργασίας αυξήθηκαν κατά 1,9% ανά εργαζόμενο σε ετήσια βάση, μεταβολή που κυμαίνεται σε λίγο χαμηλότερο επίπεδα από αυτά που αφορούν στην παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο, η οποία αυξήθηκε κατά 2,1% ετη-

13. Στις ΗΠΑ το ποσοστό του συνολικού πληθυσμού που μετακινείται σε κάποια άλλη χώρα σε ετήσια βάση είναι 2,8%, σε σύγκριση με το 0,15% της ΕΕ των 27 (Eurostat 2006).

23


002:Layout 1

24

4/9/12

11:00 AM

Page 24

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

σίως (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ 2010). Όπως σημειώνεται στο Lapavitsas κ.ά. (2000: 22), το ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας (βλ. Σχήμα 4), το πιο σημαντικό μέτρο για την ανταγωνιστικότητα ανάμεσα στα μέλη μιας νομισματικής ένωσης, αυξανόταν κατά 2,8% κατ’ έτος, φθάνοντας το 2011 στα επίπεδα του 135 για την Ελλάδα και την Ιταλία, στο 131 για την Πορτογαλία και στο 127 για την Ισπανία, έχοντας ως βάση την τιμή 100 για το 2000. Η παραγωγικότητα της εργασίας στις χώρες της ΝΕ (με την εξαίρεση της Ισπανίας) και στην Ιρλανδία αυξήθηκε επίσης, με την Ελλάδα να φθάνει το 2009 το 140 (το 1995 ήταν 100), την Πορτογαλία το 127, τη Γερμανία το 120 και την Ισπανία το 109 κατά την ίδια με πριν περίοδο (OECD, 2009).

Σχήμα 4 Ονομαστικό μοναδιαίο κόστος εργασίας, 2000–11 (2000 = 100). Πηγή: Lapavitsas κ.ά. (2010)

Από την άλλη μεριά και κατά την ίδια περίοδο, οι γερμανικές επιχειρήσεις και το γερμανικό κράτος συσσώρευαν ένα τεράστιο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών που το 2007 έφθασε στο 8%. Οι καθαρές εξαγωγές της Γερμανίας προς τη ΝΕ απογειώθηκαν κατά το διάστημα 2000-2010, ωστόσο η εσωτερική ζήτηση παρέμεινε στάσιμη, σημειώνοντας μόλις 0,2% ετήσια αύξηση. Οι ελίτ στη Γερμανία εκμεταλλεύθηκαν την ενοποίηση με την πρώην Ανατολική Γερμανία το 1989, συγκρατώντας τις αυξήσεις στις αμοιβές ανά εργαζόμενο σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα της μεταβολής του ΑΕΠ ανά εργαζόμενο σε πραγματικές τιμές. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το χαμηλό επίπεδο συνδικαλιστικής οργάνωσης στις ανατολικές περιφέρειες, συγκράτησε τους μισθούς και αυτό με τη σειρά του συμπίεσε και κράτησε χαμηλά το εργατικό κόστος (σε σχέση με την παραγωγικότητα και όχι σε απόλυτους αριθμούς) στις δυτικές περιφέρειες. Το αποτέλεσμα, όπως φαίνεται στο Σχήμα 4, ήταν ότι το μοναδιαίο εργατικό κόστος αυξήθηκε οριακά μέσα στη συγκεκριμένη δεκαετία (σε βάρος της γερμανικής εργατικής τάξης, ιδιαίτερα στις ανατολικές περιφέρειες), φθάνοντας στα επίπεδα του 105 το 2011 με βάση το 100 το 2000. Αυτό απλά σημαίνει ότι η παραγωγή ενός συγκρίσιμου αγαθού ή υπηρεσίας που γινόταν με το ίδιο κόστος το 2000 σε όλα τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης και το οποίο μπορούσε να πουληθεί με την ίδια τιμή, κοστίζει πλέον 25% περισσότερο εάν προέρχεται από την Ελλάδα σε σχέση με το εάν προέρχεται από τη Γερμανία (Papic κ.ά. 2010). Η διαφορά είναι παρόμοια για την Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ιταλία, ενώ κυμαίνεται στο 13% για τη Γαλλία και στο 23% για την Ιρλανδία.


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 25

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

Ανακεφαλαιώνοντας, το ευρώ προσφέρει σημαντικά οικονομικά και πολιτικά πλεονεκτήματα στο γερμανικό κεφάλαιο (και σε ένα μικρότερο βαθμό στο κεφάλαιο της Γαλλίας, των Κάτω Χωρών, των Σκανδιναβικών Χωρών και της Αυστρίας). Οι γείτονες της Γερμανίας δεν είναι σε θέση να ανταγωνιστούν τις γερμανικές εξαγωγές μέσα από την υποτίμηση των νομισμάτων τους, ενώ οι γερμανικές εξαγωγές ωφελήθηκαν προς τις παγκόσμιες αγορές και προς εκείνες εντός της ευρωζώνης. Έτσι, το ελληνικό εξωτερικό έλλειμμα αντανακλά, ανάμεσα σε άλλα, τη στρατηγική των γερμανικών και άλλων ευρωπαϊκών ελίτ, η οποία αποσκοπούσε στην επανάκτηση μεριδίων της αγοράς και στην πολιτική ηγεμονία στην ευρωζώνη μέσω της συμπίεσης του κόστους παραγωγής, που με τη σειρά της κατέστη δυνατή με το πάγωμα των εργατικών αποδοχών στη Γερμανία (Medelfart κ.ά. 2003, Jabko 2010). Το τελικό αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή απαξίωση των παραγωγικών δομών στις περιφέρειες της ΝΕ, συμπεριλαμβανομένων πολλών ενδιάμεσων περιφερειών, ανάμεσα στις οποίες και ορισμένες από τις διάσημες περιοχές-βιομηχανικά-συστήματα της Τρίτης Ιταλίας (Hadjimichalis 2006). Η παραγωγική αναδιάρθρωση, πέρα από το κλείσιμο παραγωγικών μονάδων, πήρε κυρίως τρεις μορφές: α) συγχωνεύσεις και εξαγορές ΜΜΕ από μεγαλύτερες επιχειρήσεις, β) μετεγκατάσταση παραγωγικών μονάδων εκτός της ευρωζώνης προς όφελος περιοχών στην Ανατολική Ευρώπη ή σε άλλες περιοχές του πλανήτη που διέθεταν χαμηλό κόστος παραγωγής και γ) αντικατάσταση τμήματος του γηγενούς εργατικού δυναμικού από ειδικευμένους και χαμηλά αμειβόμενους οικονομικούς μετανάστες. Εκτός από την απαξίωση των περιφερειακών παραγωγικών δομών που βασίζονταν στις ΜΜΕ, οι χώρες της ΝΕ –καθώς και η Ιρλανδία– αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα εξαιτίας των επενδύσεων που χρηματοδοτούσαν τη φούσκα στην αγορά ακινήτων, ακόμα μία κατεξοχήν γεωγραφική αιτία της κρίσης χρέους. Στην περίπτωση της Ελλάδας πρέπει να προσθέσουμε την καταστροφική απόφαση για τη φιλοξενία των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Η προετοιμασία και υλοποίηση των αγώνων πρόσθεσε 20 δις ευρώ στο δημόσιο χρέος, δημιούργησε τεράστιο κόστος χαμένων ευκαιριών για παραγωγικές επενδύσεις και επανάφερε τη συγκέντρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Αττική, ενισχύοντας έτσι τις αρνητικές συνέπειες που βίωναν οι υπόλοιπες περιφέρειες.14 Στην περίπτωση της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας και ιδίως της Ισπανίας, η φούσκα στον τομέα των ακινήτων, ο οποίος είναι πλέον φορτωμένος με χιλιάδες απούλητες μονάδες, παρήγαγε δυσβάστακτα προβλήματα για τις τράπεζες. Αυτές οι χρηματοδοτούμενες από το χρέος επενδύσεις απορρόφησαν πολλά δις ευρώ κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο δεκαετιών, πολλά περισσότερα απ’ ό,τι η βιομηχανία, αποτελώντας έτσι το έτερο επίκεντρο της δημιουργίας κρίσης χρέους. Όπως υποστηρίζει ο Harvey (2010), οι διασυνδέσεις ανάμεσα στην αστικοποίηση, το real estate και τη συσσώρευση του κεφαλαίου ευθύνονται για την άνιση ανάπτυξη και τη δημιουργία κρίσεων, ενώ τα προβλήματα χρέους της ΝΕ δεν είναι παρά ένα ακόμα κομμάτι ενός παγκόσμιου παζλ. Οι παραπάνω εξελίξεις, αλλά και η ευρύτερη ύφεση που είχαν επιβάλλει οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, προκάλεσαν τριγμούς στη φορολογική βάση των δημοσίων εσόδων στα νοτιοευρωπαϊκά κράτη. Παράλληλα με τις χρονίζουσες ταξικές προτεραιότητες των NE κυβερνήσεων και την αναποτελεσματικότητά τους

14. Οι περιφερειακές ανισότητες ανάμεσα στις 13 ελληνικές περιφέρειες (NUTS 2), μετρούμενες σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ με το δείκτη απόκλισης Theil, αυξήθηκαν από 0,05 το 1996 σε 0,19 το 2006 και σε 0,25 το 2009 (δικοί μου υπολογισμοί με βάση τα στοιχεία της Eurostat).

25


002:Layout 1

26

4/9/12

11:00 AM

Page 26

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

15. Στην Ελλάδα οι εφοπλιστές, η πιο ισχυρή μερίδα του κεφαλαίου σε εθνικό επίπεδο και πρώτοι στην ΕΕ με δείκτη την χωρητικότητα των πλοίων, φορολογήθηκαν με μόλις 1,1 εκατ. ευρώ το 2009, ποσό που είναι χαμηλότερο από τη συνολική δαπάνη των οικονομικών μεταναστών για έκδοση άδειας εργασίας (Ελευθεροτυπία, 5 Μαΐου 2010). Είναι περιττό να σημειώσω ότι η πλειοψηφία των εφοπλιστικών επιχειρήσεων δεν πλήττεται από την κρίση καθώς δραστηριοποιείται στην παγκόσμια αγορά. 16. Παρόλο που το Σύμφωνο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης απαγορεύει στα κράτη-μέλη να έχουν δημόσιο έλλειμμα που να υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ τους (και υπόκεινται σε έναν δεσμευτικό μηχανισμό οικονομικών κυρώσεων), το Σύμφωνο Σταθερότητας της ΟΝΕ δεν εφαρμόστηκε στην περίπτωση της Γερμανίας και της Γαλλίας το 2003, παρά την παταγώδη αποτυχία τους να εφαρμόσουν το όριο του 3%. Τον Ιούλιο του 2004 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάσισε ότι το Συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να λάβει κυρώσεις έναντι της Γαλλίας και της Γερμανίας, κάτι που λειτούργησε ως ένδειξη για τις υπόλοιπες χώρες ότι μπορούν και αυτές να πράξουν το ίδιο.

στην είσπραξη των φόρων,15 τη διαφθορά, τις πελατειακές σχέσεις και τον κακό προγραμματισμό, οι χώρες της ΝΕ είχαν να αντιμετωπίσουν μια δραματική πτώση των δημοσίων εσόδων που τις ανάγκασε να δανείζονται χρήματα από τις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές, αυξάνοντας έτσι ακόμα περισσότερο το δημόσιο χρέος το οποίο υπερέβη το 3% του ΑΕΠ που προέβλεπαν οι κανονισμοί της ευρωζώνης.16 Στο Σχήμα 5 αποτυπώνεται η αύξηση στο δημοσιονομικό ισοζύγιο για το σύνολο των νοτιοευρωπαϊκών κρατών (με την Ελλάδα να σημειώνει και πάλι τις πλέον αρνητικές επιδόσεις), ωστόσο και άλλες χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία υπερέβησαν αυτό το όριο το 2009, όταν ξεκιν��ύσε η κρίση.

Σχήμα 5 Δημοσιονομικό ισοζύγιο σε χώρες της ευρωζώνης, 2001-2009 (% ΑΕΠ). Πηγή: Lapavitsas κ.ά. (2010)

Όταν η αμερικανική οικονομική κρίση της περιόδου 2007-2009 κατέφθανε στην Ευρώπη, οι χώρες του Νότου, πέρα από την ύφεση και τις διαλυμένες περιφερειακές παραγωγικές δομές τους, ξόδεψαν δισεκατομμύρια ευρώ για την στήριξη των τραπεζών τους, οι οποίες ήταν εκτεθειμένες λόγω των πιστωτικών ανοιγμάτων τους στον τομέα των ακινήτων. Η παροχή βοήθειας στις τράπεζες μείωσε τα δημόσια αποθεματικά σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό και οδήγησε στην εκρηκτική άνοδο του δημοσίου χρέους. Η ανάγκη για μεγαλύτερο δανεισμό διογκώθηκε «τη λάθος στιγμή», όταν τα επιτόκια των ομολόγων ήταν στο υψηλότερο επίπεδο: οι τράπεζες που σώθηκαν από τα κράτη το 2007-2009 τώρα δαγκώνουν το χέρι που τις έτρεφε.

Η διολίσθηση προς τις νεοφιλελεύθερες θεωρήσεις για την τοπική/περιφερειακή ανάπτυξη Στην προηγούμενη ενότητα υποστήριξα ότι η ελληνική κρίση χρέους αποτελεί ένα σύμπτωμα βαθύτερων αιτιών, οι οποίες σχετίζονται με διάφορους παράγοντες άνισης ανάπτυξης: από τη μια πλευρά, με την εσωτερική/ενδογενή οικονομική και κοινωνική αναδιάρθρωση στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες της ΝΕ, μαζί με εσωτερικές αποτυχίες των τοπικών ελίτ και του κράτους. Από την άλλη πλευρά, σχετίζονται με σημαντικούς εξωτερικούς/εξωγενείς παράγοντες, όπως οι εμπορικές σχέσεις, που καθορίζουν τις άνισες οικονομικές και πολιτικές σχέσεις


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 27

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

εντός της ευρωζώνης, οι οποίοι έπαιξαν έναν καθοριστικό ρόλο στην κλιμάκωση της κρίσης. Εάν το επιχείρημά μου για τα κοινωνικά και γεωγραφικά/περιφερειακά θεμέλια της τρέχουσας κρίσης στην ευρωζώνη είναι σωστό, τότε ποια ήταν η αντίδραση από τη μεριά των ερευνητών που εργάζονται στο δικό μας επιστημονικό αντικείμενο; Απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω και μέχρι την ολοκλήρωση του κειμένου αυτού, η αντίδραση ήταν πολύ περιορισμένη, θα έλεγα μάλιστα ότι στην πραγματικότητα υπήρξε μια εκκωφαντική σιωπή. Το γεγονός αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, καθώς οι κυρίαρχες απόψεις για τις πολιτικές που αφορούν στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και την περιφερειακή ανάπτυξη κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών είναι νεοφιλελεύθερης προέλευσης, επομένως είναι αναμενόμενο ότι η αυτοκριτική τους θα ήταν περιορισμένη. Όμως οφείλουμε να θυμηθούμε ότι ο νεοφιλελευθερισμός στην Ευρώπη δεν είναι ομοιογενής· υπάρχουν διάφορες εθνικές, ακόμα και περιφερειακές εκδοχές, γεγονός που μας οδηγεί στο να μιλούμε για «πραγματικά υπαρκτούς νεοφιλελευθερισμούς» (Peck κ.ά. 2010). Ή, για να το θέσω διαφορετικά, η εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου δόγματος έχει άνισες επιπτώσεις στις διαφορετικές κοινωνίες και οικονομίες σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Καθώς λοιπόν υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα σε κράτη και περιφέρειες, η νεοφιλελεύθερη στροφή στα αστικά και περιφερειακά ζητήματα δεν ώθησε τις πόλεις και τις περιφέρειες σε νέα επίπεδα δυναμισμού (εκτός ίσως από ορισμένες ήδη διάσημες περιπτώσεις), αλλά ούτε και ανέκοψε την εγγενή τάση του καπιταλισμού για δημιουργία κρίσεων και άνισης ανάπτυξης. Δημιούργησε όμως μια νέα μεγάλη αγορά για νέες «θεωρήσεις» και πολιτικές, η οποία αναπτύχθηκε παράλληλα με τη δημιουργία νέων πανεπιστημιακών πτυχίων και μαθημάτων, χάρη στην ταυτόχρονη νεοφιλελευθεροποίηση του πανεπιστημίου (Lovering 2010). Κατά τραγική ειρωνεία, την περίοδο όπου η φτώχεια, οι εισοδηματικές ανισότητες και η χωρο-κοινωνική πόλωση στην Ευρώπη άγγιζαν πρωτοφανή επίπεδα, σχεδόν εξαφανίστηκε ο προγραμματισμός και ο σχεδιασμός με γνώμονα την κοινωνική ευημερία σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Το κυρίαρχο μοντέλο είναι πια η επιχειρηματική πόλη ή περιφέρεια. Στο επίπεδο της θεωρίας, η χρηματοπιστωτική κρίση στη ΝΕ και στην Ιρλανδία εμφανίστηκε σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία στη συζήτηση για την περιφερειακή ανάπτυξη στην Ευρώπη κυριαρχούσαν δύο βασικά επιστημολογικά παραδείγματα σε χρήση από ακαδημαϊκούς και ειδικούς επαγγελματίες. Το πρώτο παράδειγμα ήταν καθαρά νεοφιλελεύθερο και βασιζόταν σε μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή παλαιότερων νεοκλασικών θεωριών και μακροοικονομικού προγραμματισμού «από τα πάνω», παραμένοντας πιστό στο δόγμα ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός της αγοράς αρκεί για να εξισορροπήσει κάποια στιγμή τις ανισότητες. Το παράδειγμα αυτό επιδεικνύει μεγάλη πίστη σε αφαιρετικά μαθηματικά μοντέλα ως βάση της λεγόμενης περιφερειακής επιστήμης και των μακρο-οικονομικών προβλέψεων, υποθέτοντας ότι οι φτωχότερες περιφέρειες τείνουν να έχουν υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σύγκριση με τις πλουσιότερες και ότι η σύγκλιση είναι ζήτημα χρόνου και πιστής υλοποίησης πολιτικών λιτότητας (Barro και Sala-i-Martin, 1995). Το δεύτερο παράδειγμα, βασιζόμενο στη λογική του «τρίτου δρόμου» του Άντονυ Γκίντενς, είναι γνωστό ως «νέα περιφερειακότητα» (ΝΠ–«New Regionalism») ή ως «χωρικά μοντέλα καινοτομίας» (ΧΜΚ–«Territorial Innovation Mod-

27


002:Layout 1

28

4/9/12

11:00 AM

Page 28

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

els») και εστιάζει στον «επικοινωνιακό/διαδραστικό προγραμματισμό» («Communicative Planning») (Healey 1997, Moulaert και Sekia 2003, για κριτική βλ. MacLeod 2001 και Φουτάκης 2004). Παράλληλα με περισσότερο παραδοσιακές προσεγγίσεις που βασίζονται στις οικονομίες συγκέντρωσης, στο κόστος συναλλαγών και στις εξωτερικές οικονομίες σε περιοχές-βιομηχανικά συστήματα, οι ερευνητές και οι υπεύθυνοι για το σχεδιασμό πολιτικών που ταυτίζονται με αυτό τα παράδειγμα, διερεύνησαν τη σημασία του προγραμματισμού ως ένα κυρίως διαδικαστικό πεδίο δραστηριοτήτων, εστιάζοντας σε θύλακες παραγωγικών δραστηριοτήτων (clusters) και σε μη οικονομικούς παράγοντες όπως η γνώση (τυποποιημένη και άρρητη), η μάθηση και η καινοτομία (σε διάφορες μορφές), η δικτύωση, το κοινωνικό κεφάλαιο, η αμοιβαιότητα και η εμπιστοσύνη, προκειμένου να ερμηνεύσουν γιατί ορισμένες περιφέρειες είναι περισσότερο δυναμικές από κάποιες άλλες. Στη συνέχεια οι ερμηνείες της επιτυχίας γενικεύτηκαν και μετατράπηκαν (όπως πριν χρόνια με τους πόλους ανάπτυξης) σε πολιτικές περιφερειακής ανάπτυξης. Έτσι, το σύγχρονο σώμα των θεωριών τοπικής/περιφερειακής ανάπτυξης ΝΠ συγκρότησαν –χωρίς ωστόσο να σχηματίζουν μια συνεκτική θεωρία– διάφορες επιμέρους θεωρήσεις, οι οποίες κάνουν λόγο για «μαθησιακές, δικτυωμένες και ευέλικτες» περιφέρειες, «καινοτόμες και έξυπνες» περιφέρειες, «παραγωγικούς θύλακες», «δημιουργικές» πόλεις, «διαδραστικό προγραμματισμό» κ.ά. (Asheim 1996, Healey 1997, Storper 1997, Cooke και Morgan 1998, Amin και Thrift 2005). Το πρώτο παράδειγμα, το καθαρά νεοφιλελεύθερο, έχει αναλυθεί κριτικά από παλιά και δεν αξίζει να επαναλάβουμε εδώ επιχειρήματα γνωστά από τη βιβλιογραφία (Λαμπριανίδης 2001, Χατζημιχάλης 1992). Θα ασχοληθώ όμως αναλυτικά με το δεύτερο παράδειγμα για το οποίο διατηρώ έντονες πολιτικές επιφυλάξεις. Οι επιφυλάξεις πηγάζουν από το γεγονός ότι η μεταχείριση που επιφυλάσσει για τα αστικά και περιφερειακά ζητήματα είναι συμβατή με τη νεοφιλελεύθερη άποψη, παρά τις προοδευτικού χαρακτήρα προθέσεις και την χρησιμοποιούμενη ορολογία του «τρίτου δρόμου». Δεν ισχυρίζομαι ότι οι θεωρίες της ΝΠ ή των ΧΜΚ είναι νεοφιλελεύθερες με την αυστηρή έννοια του όρου ή ακόμα ότι οι θιασώτες τους είναι νεοφιλελεύθεροι. Υποστηρίζω όμως ότι ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουν –έμμεσα ή άμεσα– το αρχικό ερώτημα που είχε διατυπώσει πριν χρόνια η Doreen Massey «με ποια έννοια περιφερειακό πρόβλημα;» είναι απο-πολιτικοποιημένος, σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία είναι απαραίτητη μια κατά μέτωπο αντιπαράθεση ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό. Το γεγονός αυτό επέτρεψε την εύκολη ενσωμάτωση αυτών των απόψεων σε πολιτικές νεοφιλελεύθερου περιεχομένου, καθιστώντας πλέον δύσκολη τη διάκριση ανάμεσα σε προοδευτικές και αντιδραστικές εφαρμογές αυτών των θεωριών. Κατ’ αυτή την έννοια υπήρξε μια σταδιακή διολίσθηση προς την κατεύθυνση των κυρίαρχων νεοφιλελεύθερων θεωρήσεων. Όταν η τρέχουσα κρίση κατέφθασε στις ευρωπαϊκές περιφέρειες, τόσο οι νεοκλασικές θεωρίες όσο και εκείνες της ΝΠ ήταν ανέτοιμες και παραμένουν μέχρι σήμερα ανίκανες να κατανοήσουν τις γεωγραφικές/περιφερειακές αιτίες τις κρίσης στις διάφορες χωρικές κλίμακες. Θα επιχειρήσω να διευκρινίσω το επιχείρημα περί διολίσθησης με τις παρακάτω πέντε επισημάνσεις: 1. Η βασική διαφορά ανάμεσα στην «παλαιά» περιφερειακότητα του κράτους πρόνοιας και τη «νέα» είναι πολιτικού χαρακτήρα και εντοπίζεται σε επίπεδο


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 29

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

αξιών, στόχων και μεθόδου. Στην πρώτη, τα ζητήματα διανομής των πολιτικών πρόνοιας (ανάμεσα σε άτομα και τόπους) συνέδεαν άμεσα τις περιφερειακές πολιτικές με το πεδίο της ευρύτερης κοινωνικής πολιτικής. Για τη ΝΠ, οι περιφέρειες και οι πόλεις θεωρούνται ως αυτόνομα υποκείμενα, τα οποία επιβάλλεται να αναζητήσουν τις δικές τους διαδρομές οικονομικής ευημερίας, ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους (Hadjimichalis 2006, Lovering 2010). Αυτό που κατά τη ΝΠ χρειάζονται οι περιφέρειες ή οι πόλεις είναι λιγότερη πολιτική, περισσότερο ανταγωνισμό, πιο πολλούς ειδικούς επί θεμάτων καινοτομίας και μάρκετινγκ, περισσότερο πλουραλισμό, περισσότερη μάθηση και μεγαλύτερη ανεκτικότητα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ΝΠ έχει συσχετιστεί σε υπο-εθνικό επίπεδο με τη γενικότερη αποπολιτικοποίηση, η οποία αποτελεί το βασικό στόχο του νεοφιλελευθερισμού σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα. Επιπλέον, η αποπολιτικοποίηση είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη νομιμοποίηση της μη δημοκρατικής και αυταρχικής παρέμβασης της ΕΕ και του ΔΝΤ που αποσκοπεί στη «στήριξη» της Ελλάδας, της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας. 2. Η ΝΠ και τα ΧΜΚ εστιάζουν σε ορισμένες επιτυχημένες και δημοφιλείς περιφέρειες και πόλεις ως υποδείγματα καλής πρακτικής (Perrons 2004), αγνοούν όλους τους άλλους «συνηθισμένους» τόπους και βασίζουν τις ερμηνείες που δίνουν για την επιτυχία μόνο σε εσωτερικούς, ενδογενείς παράγοντες στο εσωτερικό της περιφέρειας ή της μητροπολιτικής περιοχής, αγνοώντας τις εξωγενείς δυνάμεις και ειδικά τις εμπορικές σχέσεις (Hadjimichalis και Hudson, 2007). Αυτές οι υποθέσεις βασίζονταν σε μια οντολογικού τύπου υπόθεση, σύμφωνα με την οποία οι διάφοροι τόποι θεωρούνται ως αυτοτελείς και οριοθετημένες χωρικά οντότητες οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν ανεξάρτητα αντικείμενα ανάλυσης. Η προσέγγιση αυτή συμβαδίζει απόλυτα με τις νεοφιλελεύθερες απόψεις στις οποίες τονίζεται η επιτυχία των ολίγων και εκλεκτών, εξιδανικεύονται οι ατομικές, ανταγωνιστικές προσπάθειες, αγνοούνται το ευρύτερο πλαίσιο ανισοτήτων και οι ευρύτερες κοινωνικές και χωρικές συνθήκες, ιδιαίτερα για εκείνες τις πόλεις και περιφέρειες που «μένουν πίσω». Έμμεσα, οι αναλύσεις της ΝΠ συνέδραμαν στην κυριαρχία της άποψης ότι οι αιτίες της κρίσης είναι μόνο ενδογενείς (π.χ. διεφθαρμένες κυβερνήσεις, πολιτικές χωρίς καινοτομίες, πολίτες που εξαπατούν κ.λπ.), ενώ οι εξωγενείς δυνάμεις, όπως η λειτουργία της ευρωζώνης καθαυτή, ουδέποτε θίγονταν. 3. Με εφαλτήριο την προαναφερόμενη έμφαση σε περιφέρειες και αστικές περιοχές ως την κύρια χωρική κλίμακα της καπιταλιστικής επιτυχίας, οι προσεγγίσεις αυτές αγνοούν τον ρυθμιστικό ρόλο του κράτους και ιδιαίτερα τις δυνατότητες που έχει για τη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων και περιοχών που «αποτυγχάνουν» (MacLeod 2001, Hudson 2007), καθώς και για την υιοθέτηση προστατευτικών μέτρων σε συγκεκριμένους τομείς. Σε μια περίοδο κατά την οποία διαδραματίστηκε μια σημαντική αναδιάταξη των κλιμάκων διακυβέρνησης και καθιερώθηκαν ευρέως οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε όλη την Ευρώπη, η ΝΠ εξακολουθεί να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένες επιτυχημένες περιφέρειες και πόλεις ή να μεταφέρει άκριτα τα «επιτυχημένα» πρότυπα σε άλλες περιοχές με δυο αρνητικές συνέπειες. Πρώτον, την υποτίμηση του ρόλου του κράτους ως βασικού πυλώνα πολιτικών αστικής και περιφερειακής ανάπτυξης. Η υποτίμηση αυτή από τις πολιτικές ΝΠ είναι συμβατή με το νεοφιλελεύθερο δόγμα «λιγότερο κράτος –περισσότερη αγορά» που υλοποιείται από ταξικές πολιτικές

29


002:Layout 1

30

4/9/12

11:00 AM

Page 30

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

που αποσκοπούν στην απορρύθμιση των πολιτικών πρόνοιας και τη μαζική επαναρύθμιση προς όφελος του κεφαλαίου. Δεύτερον, η υπερβολική έμφαση στην κλίμακα της περιφέρειας δεν βοήθησε τις απόψεις της ΝΠ να κατανοήσουν τους θεμελιώδεις γεωγραφικούς/ περιφερειακούς παράγοντες της τρέχουσας κρίσης σε άλλες κλίμακες, να αναγνωρίσουν δηλαδή τη σημαντική μεταβολή της χωρικής διακυβέρνησης που εισήγαγε η θέσπιση της ευρωζώνης ως νέου χώρου για τη συσσώρευση κεφαλαίου (βλ. παρακάτω). 4. Παρόλο που οι απόψεις της ΝΠ εστιάζουν σε συγκεκριμένες περιφέρειες και πόλεις, και μολονότι μας έχουν τροφοδοτήσει με ιδιαίτερα χρήσιμες και πρωτοπόρες αναλύσεις των τοπικών παραγωγικών, πολιτισμικών και θεσμικών δομών, έχουν συγχρόνως υπερτονίσει την πλευρά της προσφοράς, δίνοντας ελάχιστη ή και καθόλου προσοχή στην κατανόηση της πραγματικής δυναμικής που επιδεικνύει η πλευρά της ζήτησης και ο παγκόσμιος καπιταλιστικός ανταγωνισμός. Στο εσωτερικό της ευρωζώνης, το ζήτημα της αμοιβής της εργασίας, όπως ανέλυσα πιο πάνω, είναι κρίσιμο και αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία ανταγωνιστικότητας μετά την καθιέρωση του ευρώ. Η ανεπαρκής ανάλυση της εμπορευματοποίησης, της διανομής και της τελικής πώλησης προϊόντων και υπηρεσιών που προέρχονται από τις περιφέρειες-πρότυπα αποτελεί ένα σημαντικό μειονέκτημα για τις θεωρίες ΝΠ, το οποίο έγινε αισθητό μόνο μετά το 2000 και την εμφάνιση των πρώτων ενδείξεων της κρίσης. Η έμφαση που δόθηκε στην πλευρά της προσφοράς συνέβαλε στην απόκρυψη του ρόλου του άνισου εμπορίου ανάμεσα στις περιφέρειες της ευρωζώνης και ιδιαίτερα στην απόκρυψη του πώς το χρέος των περιφερειακών ευρωπαϊκών χωρών σχετίζεται με το εμπορικό πλεόνασμα στο «Κέντρο» και στο «Βορρά». 5. Η έλλειψη ενδιαφέροντος για τα κοινωνικά ζητήματα πέραν της ατομικής επιτυχίας και της ανταγωνιστικότητας είναι επίσης έκδηλη στην ανεπαρκή προσοχή που δίνεται από τη ΝΠ και τα ΧΜΚ στα ζητήματα καθημερινής ζωής και διαβίωσης, εργασίας, φτώχειας και ανεργίας (πέρα από την κατανάλωση και το lifestyle) καθώς και για τις τρέχουσες και σημαντικές κοινωνικές, δημογραφικές και εθνοτικές αλλαγές στην Ευρώπη σε διάφορες χωρικές κλίμακες. Οι προσεγγίσεις αυτές, εστιάζοντας μόνο στις τεχνικές και διαδικαστικές πλευρές της ευελιξίας και της καινοτομίας, υποτιμούν το ρόλο της εργασίας και αγνοούν ζητήματα κοινωνικών τάξεων, φύλου και εθνικότητας (Vaiou 1997), χάνοντας έτσι την επαφή με την καθημερινότητα των συνηθισμένων επιχειρήσεων, περιφερειών και πόλεων. Άλλωστε το γεγονός αυτό αποτυπώνεται και στον τρόπο που έγινε αντιληπτή η παρέμβαση της ΕΕ και του ΔΝΤ για την «υποστήριξη» της Ελλάδας από τους εκσυγχρονιστές πολιτικούς του «τρίτου δρόμου» του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι προσπαθούν να πείσουν την κοινή γνώμη ότι οι περικοπές των κοινωνικών υπηρεσιών και των μισθών είναι «απαραίτητες» ως «φάρμακο» για την «αρρώστια» του χρέους. Οι παραπάνω πέντε επισημάνσεις περιγράφουν περιληπτικά το χάσμα που χωρίζει τις προσεγγίσεις τύπου ΝΠ και ΧΜΚ από παλαιότερες εκδοχές της περιφερειακότητας του κράτους πρόνοιας, για να μην αναφερθώ στις αριστερές απόψεις περί της άνισης περιφερειακής και γεωγραφικής ανάπτυξης. Ωστόσο η ΝΠ δεν ευθύνεται για όλα τα προβλήματα της ευρωζώνης ή για την παρέμβαση των ΕΕ/ΔΝΤ. Το επιχείρημά μου είναι ότι η κυρίαρχη συζήτηση στο επιστημονικό μας πεδίο, ολισθαίνοντας συνειδητά ή ασυνείδητα προς το νεοφιλελευθερισμό, πρώτον συνέβαλε στον εγκλωβισμό των ερωτημάτων περιφερειακής ανάπτυξης σε


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 31

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

αδιέξοδο μέσα από την αποπολιτικοποίησή τους και, δεύτερον αποδείχθηκε ανίκανη να κατανοήσει τα γεωγραφικά/περιφερειακά θεμέλια της σημερινής κρίσης. Ίσως η μεγαλύτερη αποτυχία τόσο των νεοκλασικών προσεγγίσεων όσο και της ΝΠ να είναι ότι αγνόησαν τις περιοδικές καπιταλιστικές κρίσεις, αυτό που οι νεοφιλελεύθεροι οικονομικοί σύμβουλοι ονομάζουν «συστημικές αστοχίες» (βλ. Harvey 2010). Μια τέτοια άρνηση είναι τυπική σε όλες τις απολογητικές αναλύσεις του καπιταλισμού και συγχρόνως είναι αναμενόμενη από την πλευρά των νεοφιλελεύθερων. Όμως προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι πολύ λίγοι από τους ερευνητές που ενστερνίζονται την ΝΠ και τον «τρίτο δρόμο», παρά την προοδευτική ή και αριστερή τους προέλευση, έδωσαν σημασία στην κρίση του καπιταλισμού, η οποία ήταν ήδη έκδηλη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 στην Τρίτη Ιταλία και σε άλλες εμβληματικές περιφέρειες-πρότυπα που μελετούσαν. Το πρόβλημα στις μέρες μας είναι ότι οι περισσότεροι που ασχολούνται με θέματα περιφερειακής ανάπτυξης δεν έχουν την παραμικρή ιδέα για το ποιος ήταν ο Κέυνς και τι αντιπροσώπευε, ενώ δεν γνωρίζουν τίποτα για τη «σωρευτική αιτιότητα» και τις «επιπτώσεις απομύζησης» του Gynar Myrdal. Για τους ίδιους η άνιση ανάπτυξη ακούγεται ως ένας «υπερβολικά πολιτικοποιημένος» όρος, ενώ η κατανόηση που έχουν για τα διδάγματα του Μαρξ είναι μηδενική.

Χωρο-κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση Ήδη από τις αρχές της κρίσης το 2008-2009 υπήρξε μια ιδεολογική αντιπαράθεση, από την οποία ανέκυπταν διάφορα ηθικά ζητήματα. Αν το ελληνικό δημόσιο χρέος (και αργότερα το ιρλανδικό και το πορτογαλικό και ενδεχομένως το ιταλικό και το ισπανικό στο μέλλον) είναι «πρόβλημά τους», τότε γιατί θα πρέπει να συνδράμουν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι; Εάν οι διεφθαρμένες κυβερνήσεις και οι τεμπέληδες πολίτες, όπως οι Έλληνες, έχουν ξοδέψει «τα χρήματά μας» μέσω των Διαρθρωτικών Ταμείων με ανεύθυνο τρόπο, γιατί θα πρέπει να τους βοηθήσουμε και πάλι; Αυτά τα ερωτήματα αποτελούσαν επί μήνες το αντικείμενο συζητήσεων στον ευρωπαϊκό τύπο (ορισμένες φορές με ιδιαίτερη συμβολική οξύτητα, βλ. Σχήμα 6) αλλά και σε πολλές συναντήσεις με τους αξιωματούχους στις Βρυξέλες. Δεν προτίθεμαι να αγνοήσω τις σοβαρές ευθύνες που έχουν οι κυβερνήσεις, οι περιφέρειες και οι πολίτες της ΝΕ, μπορώ μάλιστα να δώσω πολλά παραδείγματα κατασπατάλησης ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, ανεπαρκούς ηγεσίας ή διαφθοράς ιδιαίτερα στις ελληνικές περιφέρειες. Ωστόσο θα ήθελα εδώ να θίξω τον τρόπο με τον οποίο το σύνολο των πολιτικών συζητήσεων έχει «αποκαθαρθεί» έτσι ώστε οι ταξικές και οι γεωγραφικές διαφορές να θεωρούνται «ανομολόγητες» ως μέρος των εσωτερικών/ενδογενών παραγόντων. Επίσης οι εξωγενείς παράγοντες, όπως ο ρόλος των νεοφιλελεύθερων συμφωνιών και η λειτουργία της ευρωζώνης, το άνισο εμπόριο και η άνιση γεωγραφική ανά��τυξη, οι οποίοι αναφέρθηκαν στις προηγούμενες ενότητες, θεωρήθηκαν επίσης «ανομολόγητοι». Το ίδιο ανομολόγητα έγιναν ορισμένα γενικότερα ηθικά ζητήματα όπως το δημόσιο συμφέρον, τα κοινά αγαθά, η χωρο-κοινωνική δικαιοσύνη και οι σχετικές αρχές της δημοκρατίας και της ιδιότητας του πολίτη, τα οποία σχετίζονται άμεσα

Σχήμα 6 «Οι ψεύτες στην οικογένεια του ευρώ»: το εξώφυλλο του γερμανικού περιοδικού Focus, τεύχος Φεβρουαρίου 2010

31


002:Layout 1

32

4/9/12

11:00 AM

Page 32

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

17. Για μια σημαντική επαναφορά των ζητημάτων που αφορούν στη χωρική δικαιοσύνη, βλ. το δίγλωσσο ηλεκτρονικό περιοδικό Justice Spatiale/Spatial Justice, http://www.jssj.org/.

με την τρέχουσα κρίση. Η κυρίαρχη ιδεολογία παρέχει –διαμέσου της διαγραφής των «ανομολόγητων»– μια από τις συνθήκες για να μπορεί κανείς να μιλήσει και να δράσει σε σχέση με την κρίση, όπως έκαναν η ΕΕ και το ΔΝΤ. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι μόνο ένα οικονομικό εγχείρημα· συγχρόνως πρόκειται –και αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία– για ένα ιδεολογικό εγχείρημα. Επιδιώκει να μας κάνει να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Για παράδειγμα, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης διατυπώνεται το ερώτημα: «δεν μπορείτε να κάνετε και πολλά για την κρίση, έτσι είναι οι αγορές, σωστά;». Όπως υποστηρίζουν οι Doreen Massey και Stuart Hall (2010), ο όρος «αγορά» είναι μια ισχυρή ιδεολογική και γλωσσική εκτόπιση του «καπιταλιστικού συστήματος». Παραμένει ανώνυμη, έχει τη δύναμη να διαγράφει τόσα πολλά πράγματα και, καθώς όλοι μας χρησιμοποιούμε την αγορά σε καθημερινή βάση, υπονοεί ότι όλοι αποτελούμε κατά κάποιο τρόπο μέρος του προβλήματος. Δεν είμαστε απλά και μόνο θύματα της κρίσης, αλλά ενδεχομένως φέρουμε και κάποια ευθύνη για τη δημιουργία της. Στο θεωρητικό μέτωπο της περιφερειακής ανάπτυξης, η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού έχει μέχρι τώρα καταφέρει να επιβάλλει το πρότυπο της ανταγωνιστικής και επιχειρηματικής πόλης/περιφέρειας, το οποίο υπονομεύει, όπως είδαμε, κάθε προσπάθεια δημοκρατικού προγραμματισμού με έμφαση την κοινωνική πρόνοια. Με την ίδια λογική, κάθε συζήτηση σχετικά με ανισότητες, τη χωρο-κοινωνική δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη έχει ομοίως διαγραφεί στην πράξη από την ατζέντα της ευρωπαϊκής περιφερειακής ανάπτυξης λόγω ανεπαρκών κονδυλίων, παρά τις βερμπαλιστικές διακυρίξεις περί συνοχής.17 Έτσι, η σημερινή απουσία ουσιαστικής κριτικής και ριζοσπαστικής σκέψης σχετικά για την τοπική/περιφερειακή ανάπτυξη –στο πλαίσιο της λογικής ενός «τρίτου δρόμου»– έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο τους πανεπιστημιακούς και εκείνους που σχεδιάζουν πολιτικές ανάπτυξης. Ο Ray Hudson σημειώνει σχετικά: «…Η άνιση ανάπτυξη είναι ένα εγγενές στοιχείο των καπιταλιστικών οικονομιών και, ενώ κάποιες περιφέρειες θα μπορέσουν να υπερβούν τους ρυθμούς και τους στόχους ανάπτυξης σε εθνικό ή άλλο επίπεδο, ορισμένες άλλες δεν θα τα καταφέρουν. Με άλλα λόγια, ορισμένες θα «αποτύχουν», πληρώνοντας έτσι το τίμημα της «επιτυχίας» κάποιων άλλων. … Η κυρίαρχη άποψη δίνει ελάχιστη ή και καθόλου σημασία σε ζητήματα αναδιανομής ως βασικά στοιχεία της ανάπτυξης, ενώ υπάρχουν τα απαραίτητα δεδομένα για να ισχυριστεί κανείς ότι τα ζητήματα της κοινωνικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης και ισότητας πρέπει να βρίσκονται στο επίκεντρο κάθε στρατηγικής για αειφόρο οικονομική ανάπτυξη». (Hudson 2007: 1156)

Στην άποψη του Hudson προβάλλεται με άμεσο τρόπο το πρόβλημα των αξιών και των στόχων της περιφερειακής ανάπτυξης σε μια άνιση Ευρώπη, με άλλα λόγια η πολιτική διάσταση ενός προοδευτικού προγραμματισμού και σχεδιασμού. Η ενασχόληση σε επίπεδο χώρου με τους χαμένους και όχι μόνο με τους κερδισμένους –όπως κάνει η ΝΠ– εισάγει μια ηθική ευθύνη σχετικά με τη χωροκοινωνική δικαιοσύνη. Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι δεν είναι ομοιογενή κοινωνικά και χωρικά σύνολα αλλά διαφορετικές επιχειρήσεις, κοινωνικές τάξεις και μεμονωμένα άτομα που ζουν και δραστηριοποιούνται σε συγκεκριμένους τόπους και περιφέρειες, οι οποίες κερδίζουν ή χάνουν ως αποτέλεσμα των συγκεκριμένων κάθε φορά άνισων σχέσεων στις οποίες εμπλέκονται και δεν μπορούν να αποφύγουν. Όταν απουσιάζει μια τέτοια συζήτηση, η πλειοψηφία των αναλυτών –συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων από την αριστερά– παραμένουν εντός του κυ-


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 33

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

ρίαρχου ρεύματος των πολιτικών, το οποίο ευνοεί τις παρεμβάσεις που αποσκοπούν είτε στη μείωση του επιχειρηματικού κόστους είτε στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας επιχειρήσεων, πόλεων και περιφερειών. Αυτή η έμφαση διασφαλίζει ότι γίνεται επίκληση της θεωρίας για τη δικαίωση της τρέχουσας πρακτικής, κάτι που αποσπά ακόμα περισσότερο την προσοχή μας από τα βαθύτερα αίτια της τοπικής/περιφερειακής υστέρησης (Pike κ.ά. 2007, Pike 2007). Οι οικονομικές ενισχύσεις προς την Ελλάδα το Μάρτιο του 2010 και αργότερα προς την Ιρλανδία και την Πορτογαλία μέσω των διάφορων μνημονίων ελάχιστα μπορούν να θεωρηθούν ως μια σημαντική ενέργεια αλληλεγγύης εντός της ΕΕ ή και σε παγκόσμιο επίπεδο, αν λάβουμε υπόψη και το ΔΝΤ. Τα πακέτα λιτότητας που έχουν επιβληθεί στην Ελλάδα δεν είναι μια «δίκαιη πολιτική για τον ελληνικό λαό», όπως ισχυρίζονται οι ευρωπαίοι ηγέτες και τα μέσα ενημέρωσης. Φαινομενικά, τα πακέτα των οικονομικών ενισχύσεων υποτίθεται ότι θα σώσουν την Ελλάδα. Όμως δεν υπάρχει τίποτα στα πακέτα αυτά που να αποσκοπεί στη στήριξη του ελληνικού λαού ή οποιασδήποτε πόλης και περιφέρειας στη χώρα ή σε οποιοδήποτε άλλο νοτιο-ευρωπαϊκό κράτος. Αντιθέτως, το σχέδιο διάσωσης στοχεύει στην παροχή εγγυήσεων έναντι μιας πιθανής αδυναμίας αποπληρωμής του χρέους από την πλευρά της Ελλάδας ή άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών που υποφέρουν από την κρίση. Επομένως πρόκειται για την παροχή οικονομικής στήριξης στους κατόχους των ελληνικών κρατικών ομολόγων, δηλ. στις μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες, επομένως το σχέδιο διάσωσης έχει συνταχθεί προς όφελός τους. Έχει στόχο την αποκατάσταση των ισολογισμών των ευρωπαϊκών τραπεζών που κατέχουν ελληνικά ομόλογα, ενώ τα κράτη, οι περιφέρειες και οι άνθρωποι του Νότου «έχουν ξεγραφτεί», καθώς οι τράπεζές τους είναι ήδη οφειλέτες. Ακόμα χειρότερα, ο ελληνικός λαός είναι αναγκασμένος να υποστεί το δημοσιονομικό συμμάζεμα, το οποίο περιλαμβάνει γενναίες περικοπές σε δημόσιες δαπάνες, υπηρεσίες και παροχές πρόνοιας καθώς και στα επιδόματα ανεργίας, με την τελευταία να αναμένεται να φτάσει το ένα εκατομμύριο ανθρώπους στις αρχές του 2012, δηλ. στο 23% του ενεργού πληθυσμού. Αυτές οι πολιτικές αποτελούν ένα από τα πιο σκληρά και άδικα πακέτα λιτότητας στην Ευρώπη από την εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε γενικότερο επίπεδο, η Ελλάδα μετατρέπεται σε ένα πεδίο δοκιμών για την πλέον πρόσφατη φάση των νεοφιλελεύθερων παρεμβάσεων στο πλαίσιο της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης. Μάλιστα δεν πρόκειται απλά για μη δίκαιες πολιτικές αλλά για μια γενικότερη επίθεση στην έννοια του πολιτικού, για μια κατεξοχήν έκφραση του νεοφιλελεύθερου μίσους για την ίδια τη δημοκρατία. Αυτό που μέχρι τώρα λείπει από την παραπάνω συζήτηση είναι η διαπίστωση ότι η ευρωζώνη αποτελεί το πεδίο διαμόρφωσης ενός νέου άνισου χώρου, ο οποίος είναι ζωτικός για την αναπαραγωγή του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Όπως προσπάθησα να δείξω παραπάνω, το πεδίο αυτό περιλαμβάνει διάφορες γεωγραφίες διακρίσεων, ροές υπεραξίας και χωροθετικές μεροληψίες που ενισχύουν εκ νέου τις χωρο-κοινωνικές ανισότητες και επομένως εγείρουν ζητήματα χωροκοινωνικής δικαιοσύνης (Soja 2010). Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο Henri Lefebvre υποστήριζε ότι στις περιοδικές κρίσεις υπερσυσσώρευσης όπως η σημερινή, η παραγωγή νέων χώρων αποτελεί μια από τις λύσεις που υπάρχουν με στόχο την απορρόφηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου. Ο ίδιος έγραφε στο The Survival of Capitalism (1973: 31):

33


002:Layout 1

34

4/9/12

11:00 AM

Page 34

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

«…Ο καπιταλισμός ανακάλυψε ότι μπορεί να μετριάσει (αν όχι να επιλύσει) τις εσωτερικές του αντιφάσεις στη διάρκεια ενός αιώνα και κατά συνέπεια, στα εκατό χρόνια που μεσολάβησαν από τη συγγραφή του Κεφαλαίου, κατόρθωσε να επιτύχει την “ανάπτυξη”. Δεν μπορούμε να υπολογίσουμε με τι κόστος, γνωρίζουμε όμως τον τρόπο: καταλαμβάνοντας χώρο, με την παραγωγή νέου χώρου».

Η ευρωζώνη, ως παραγωγή ενός νέου χώρου, μας αποκρύπτει αρκετές συνέπειες και δημιουργεί σημαντικές αντιφάσεις, καθιστώντας ιδιαίτερα δύσκολη τη συζήτηση γύρω από τη χωροκοινωνική δικαιοσύνη και την εφαρμογή της σε επίπεδο ευρωζώνης. Τρεις επισημάνσεις έχουν σημασία: Πρώτον, κάνοντας και πάλι αναφορά στον Lefebvre και τη χωρική τριαλεκτική του (χωρικές πρακτικές, αναπαραστάσεις του χώρου, χώροι αναπαραστάσεων), βλέπω την ευρωζώνη ως μια νέα «αναπαράσταση του χώρου» με σημαντικές οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις. Η ευρωζώνη δεν είναι ούτε μια χωρική πρακτική (παραγωγή και αναπαραγωγή συγκεκριμένων τοποθεσιών και υλικών χαρακτηριστικών), αλλά ούτε και ένας χώρος αναπαραστάσεων (βιωμένοι χώροι, χώροι της καθημερινότητας). Αποτελεί μια αναπαράσταση του χώρου ενός νομίσματος και μόνο, του ευρώ, το οποίο καθιέρωσαν οικονομολόγοι και τεχνοκράτες. Κατά τη μακρά διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη θέσπιση του ευρώ, έγινε σαφές ποιων τα πολιτικά, οικονομικά και χωρικά συμφέροντα θα υπερτερού��αν, δηλ. εκείνα των ελίτ σε όλες τις χώρες, όμως με άνισα συμφέροντα και εξουσία σχετικά με την εφαρμογή τους. Τα νομίσματα που είναι σε χρήση σε όλον τον κόσμο δεν έχουν καμία αξία χωρίς να υποστηρίζονται από πολιτική εξουσία που τα καθιστά νόμιμους φορείς της καπιταλιστικής ανταλλαγής. Το πρόβλημα με το ευρώ είναι ότι επιχειρεί να επικαλύψει με νομισματική δυναμική μια πολιτική γεωγραφία και έναν πολιτικά κυρίαρχο χώρο που δεν υφίστανται ως τέτοιοι: η αναπαράσταση του χώρου του ευρώ είναι υβριδική, περιορίζεται στις νομισματικές πολιτικές και δεν ταυτίζεται με τον κυριαρχικό χώρο ενός έθνους-κράτους που απολαμβάνουν άλλα διεθνή νομίσματα και ο οποίος εμπεριέχει μια χωρική πρακτική και χώρους πολιτικής και πολιτισμικής εκπροσώπησης. Πριν από την κρίση θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτή η υβριδικότητα αποτελεί την πρωτοτυπία και τη δύναμη του ευρώ. Όμως, μετά την κρίση, είναι ξεκάθαρο ότι η ευρωζώνη είναι πολλαπλά ελλειμματική, κι αυτό δεν αφορά μόνο στο λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα: η ευρωζώνη είναι πολλαπλά ελλειμματική ως προς τη σχέση ανάμεσα στο κυρίαρχο κράτος και τις κυρίαρχες εξουσίες και το κυρίαρχο άτομο, όχι μόνο τους καπιταλιστές αλλά ένα λαό με πολίτες που απολαμβάνουν δικαιώματα και μεταξύ αυτών και το κυριαρχικό δικαίωμα της χωρο-κοινωνικής δικαιοσύνης. Από αυτή την άποψη, η ευρωζώνη έχει όχι μόνο μια αδύναμη κεντρική τράπεζα που δεν λειτουργεί ως δανειστής ύστατης καταφυγής (όπως είναι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ), αλλά και πολλές οικονομικές πολιτικές και πολλά ρυθμιστικά συστήματα, ιδιαίτερα για κοινωνικά ζητήματα και ζητήματα που αφορούν στις αγορές εργασίας. Το βασικότερο πρόβλημα της ευρωζώνης είναι η χωρική και πολιτική αναπαράσταση των πολιτών, οι οποίοι δεν αυτό-αναφέρονται ως «Ευρωπαίοι» αλλά μονάχα ως Γερμανοί, Γάλλοι, Έλληνες, Ισπανοί, Ιρλανδοί κ.ο.κ. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι ότι με την πρώτη κρίση αναπαρήχθησαν εθνικιστικές και ανταγωνιστικές συμπεριφορές, οι οποίες απέχουν αρκετά από την ιδέα της «Ενωμένης Ευρώπης» και από την «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη». Επιπλέον, αυτή η χωρο-κοινωνική αναπαράσταση λειτουργεί προς


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 35

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

όφελος των ευρωπαϊκών ελίτ διότι ομογενοποιεί κοινωνικές τάξεις και τόπους, ενώ συγχρόνως αποκρύπτει τη συνάρθρωση εσωτερικών και εξωτερικών ταξικών δυνάμεων, για την οποία διαμεσολαβεί η εθνική κλίμακα. Δεύτερον, και σύμφωνα με τη Nancy Fraser (2009), ενώ εκείνοι που καθιέρωσαν το ευρώ προσπαθούσαν να ξεπεράσουν το «βεστφαλιανό» πολιτικογεωγραφικό φαντασιακό των οριοθετημένων εθνικών χώρων των πρώην εθνώνκρατών, η καθημερινή λειτουργία της ευρωζώνης, ιδιαίτερα κατά το διάστημα της διαχείρισης της κρίσης, φαίνεται ότι επαναφέρει ισχυροποιημένο αυτό το φαντασιακό. Η σημερινή συζήτηση περί δικαιοσύνης και αλληλεγγύης στην ευρωζώνη γίνεται με την υπόθεση ότι τα πολιτικά και πολιτισμικά σύνορα έχουν ξεπεραστεί ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η συζήτηση και κυρίως οι πρακτικές αναπαράγουν το «βεστφαλιανό» πλαίσιο. Ποιοι, ποιες και πού θεωρούνται ότι είναι σήμερα τα υποκείμενα της δικαιοσύνης στην ευρωζώνη;18 Κατά το παλαιό βεστφαλιανό πλαίσιο, το «ποιος/α» και το «πού» της δικαιοσύνης εμπεριείχαν την οικονομική αναδιανομή, τη νομική και πολιτισμική αναγνώριση, καθώς και την ισότιμη πολιτική εκπροσώπηση, χαρακτηριστικά που στο σύνολό τους επικαλύπτονται από την κανονιστική αρχή της συμμετοχικής ισοτιμίας των πολιτών (Fraser 2009). Κανείς και καμιά από εκείνους/ες που μετέχουν σήμερα στην ευρωζώνη δεν απολαμβάνει αυτές τις συνθήκες στο επίπεδο της ευρωζώνης. Έχουν ηθική και νομική υπόσταση ως υποκείμενα δικαιοσύνης κυρίως στο πλαίσιο των κυρίαρχων κρατών τους. Αυτό αποτελεί τη δεύτερη σημαντική αντίφαση που αφορά στο χώρο και στις κλίμακές του και η οποία λειτουργεί προς όφελος των ισχυρότερων ελίτ και κρατών αλλά και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Τρίτον, όπως έδειξα στις προηγούμενες ενότητες, η καθιέρωση του ευρώ, παράλληλα με τις άλλες λειτουργίες, χρησιμοποιείται ως μηχανισμός μέσω του οποίου οι παγκόσμιες καπιταλιστικές πιέσεις μετατοπίζονται στις τοπικές αγορές εργασίας, προκειμένου να εξασφαλιστεί η κερδοφορία του κεφαλαίου. Όμως οι ευρωπαϊκές αγορές εργασίας, λόγω της περιορισμένης γεωγραφικής κινητικότητας του εργατικού δυναμικού παραμένουν μια εθνική/περιφερειακή υπόθεση και εξακολουθούν να ρυθμίζονται από νόμους σε εθνικό επίπεδο (Ιωακείμογλου 2010). Έτσι, παρά τις προσπάθειες των συνδικαλιστικών φορέων να οργανωθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι εθνικοί και περιφερειακοί χώροι παραμένουν τα βασικά πεδία της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, κάτι που αποτελεί μια ακόμα χωρική αντίφαση και αφορά τις πολλαπλές χωρικές κλίμακες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, την οποία και πάλι εκμεταλλεύεται για δικό του όφελος το χρηματοπιστωτικό και βιομηχανικό κεφάλαιο.19 Παρόλο που η ευρωζώνη αποτελεί θεωρητικά τον υπερεθνικό εκείνο χώρο όπου θα κριθεί η ταξική λειτουργία του ευρώ (όπως γίνεται στα άλλα εθνικά νομίσματα), στην πραγματικότητα αυτό εξελίσσεται σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Από εδώ προκύπτει η αναγκαιότητα για συντριβή της αντίστασης που προβάλλει ο κόσμος της εργασίας στην Ελλάδα, ως ένα είδος τεστ για τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, και γι’ αυτό καταδικάζονται οι Έλληνες ως τεμπέληδες και ως Ζορμπάδες που δεν εργάζονται αρκετά. Αυτή η τριπλή χωρο-κοινωνική και κατά κλίμακες εκτόπιση της ιδιότητας του πολίτη, της δικαιοσύνης και της ταξικής πάλης καθιστά δύσκολη –επί του παρόντος– την αποδοχή εκ μέρους των άλλων πολιτών της ευρωζώνης ενεργειών

18. Δεν θα αναφερθώ εδώ στο σημαντικό ζήτημα των μεταναστών «χωρίς χαρτιά» στην ΕΕ, οι οποίοι υπολογίζονται σε 1,8-3,3 εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν, εργάζονται και παράγουν πλούτο στερημένοι των στοιχειωδών κοινωνικών δικαιωμάτων και δίχως να αποτελούν οι ίδιοι υποκείμενα δικαιοσύνης. Για περισσότερα βλ. European Commission (2007).

19. Η πρώτη και περισσότερο σημαντική συνέπεια της ελληνικής κρίσης ήταν η πτώση του ευρώ κατά 12% σε μόλις 3½ μήνες (αρχές 2010), κάτι που αποτέλεσε ένα πραγματικό φιλί ζωής για την οικονομία της Γερμανίας: οι νέες παραγγελίες για τη γερμανική βιομηχανία αυξήθηκαν σε σημαντικό βαθμό, σημειώνοντας τα υψηλότερα επίπεδα από το 2007. Στο σύνολο της ευρωζώνης, η οικονομική κατάσταση βελτιώθηκε για πρώτη φορά από τότε που ξεκίνησε η ύφεση, μάλιστα η τότε Γαλλίδα υπουργός οικονομικών Christine Lagarde δήλωσε ότι «η Ευρώπη έγινε περισσότερο ανταγωνιστική χάρη στην Ελλάδα». Ακόμα και στην ίδια την Ελλάδα της κρίσης του δημόσιου χρέους, το βιομηχανικό κεφάλαιο κατέγραψε σημαντικά κέρδη, με τις εξαγωγές να σημειώνουν αύξηση της τάξης του 25% το 2010 και 28% το 2011 σε σύγκριση με το 2007.

35


002:Layout 1

36

4/9/12

11:00 AM

Page 36

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

αλληλεγγύης προς εκείνους που «απέτυχαν» στο Νότο. Επίσης καθιστά δύσκολη την κατανόηση που καλούνται να επιδείξουν οι συνδικαλιστικές ενώσεις και οι φορολογούμενοι της Βορειο-Κεντρικής Ευρώπης για τα προβλήματα «των άλλων» στο Νότο σαν να πρόκειται για «δικά τους» προβλήματα και ακολούθως να οργανώσουν και να συντονίσουν τον αγώνα τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτές οι δυσκολίες μπορεί να αντιστραφούν σε σημαντικά όπλα εάν μπορέσουμε να πείσουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους πολίτες της ΕΕ ότι η ευρωζώνη δεν είναι μόνο ένα πεδίο κερδοσκοπίας για το κεφάλαιο αλλά και ένα νέο πεδίο αγώνων για όλους και όλες, και στο οποίο καλούμαστε να εισέλθουμε τονίζοντας το εναλλακτικό μας όραμα για μια άλλη και περισσότερο δίκαιη, ομόσπονδη Ευρώπη.

Τελικά σχόλια Η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και ενδεχομένως στο άμεσο μέλλον και μερικές ακόμα χώρες της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν βαθιά οικονομική κρίση, δεν αποτελούν «μεμονωμένες περιπτώσεις», «θύματα» της σύγχρονης παγκόσμιας διαδικασίας της καπιταλιστικής δομικής αναδιάρθρωσης. Οι οικονομικές κρίσεις αναδύονται σε συγκεκριμένους τόπους, αποτελούν όμως το αποτέλεσμα της ταυτόχρονης λειτουργίας ενός συνόλου οικονομικών και γεωπολιτικών συγκρούσεων, δια- και ενδο-ταξικού χαρακτήρα. Είναι το αποτέλεσμα εσωτερικών/ενδογενών και εξωτερικών/εξωγενών παραγόντων, από το τοπικό μέχρι το παγκόσμιο, οι οποίοι προκαλούν τη σύμπλευση ανταγωνιστικών τμημάτων του κεφαλαίου και στη συνέχεια καθορίζουν την κοινωνική και χωρική κατανομή των ωφελειών και των απωλειών. Οι ελληνικές κυρίαρχες τάξεις, οι οικονομικές και περιφερειακές πελατειακές πολιτικές των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, η «δημιουργική στατιστική» για την είσοδο στο ευρώ και ο αναποτελεσματικός δημόσιος τομέας δεν είναι αθώοι για τη σημερινή κρίση. Όμως δεν μπορούν να θεωρούνται αθώες και οι ευρωπαϊκές ελίτ, και ιδιαίτερα αυτή της Γερμανίας. Η συγκράτηση των γερμανικών εργατικών αποδοχών σε επίπεδα χαμηλότερα από την αύξηση της παραγωγικότητας στο διάστημα των τελευταίων 15 ετών (με τη συνδρομή των χαμηλών μισθών στις ανατολικές περιφέρειες της χώρας) αποτέλεσε μια συνειδητή πολιτική σε βάρος της γερμανικής εργατικής τάξης και λειτούργησε δημιουργώντας μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα, γεγονός που οδήγησε στο μεγάλο έλλειμμα των οικονομιών της ΝΕ. Σύμφωνα με τα πορίσματα του Συνεδρίου για το Ε��πόριο και την Ανάπτυξη του ΟΗΕ, η Ελλάδα απώλεσε πόρους εξαιτίας της καθοδικής σπειροειδούς πορείας στην οποία εισήλθε η περιφερειακή της οικονομία από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ως συνέπεια του ανταγωνισμού με το συμπιεσμένο γερμανικό εργατικό κόστος. Όμως δεν είναι αθώοι και οι ιθύνοντες της ευρωζώνης στο σύνολό τους. Μετά την κατάρρευση του σοβιετικού κομμουνισμού, οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης πίστεψαν υπεροπτικά ότι ο νεοφιλελευθερισμός, απαλλαγμένος από τις κρίσεις, θα οδηγούσε σύντομα τον κόσμο στο τέλος της ιστορίας και γι’ αυτό αρνήθηκαν να εφαρμόσουν οποιαδήποτε πραγματική συνεργασία που θα λειτουργούσε προς χάριν μιας δικαιότερης χωρο-κοινωνικής ανάπτυξης. Με τη διατήρηση του


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 37

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

προϋπολογισμού της ΕΕ, της πλουσιότερης περιοχής του πλανήτη, στα πενιχρά επίπεδα του 1% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ και διαθέτοντας από αυτό μόλις το 0,45% για το σύνολο των Διαρθρωτικών Ταμείων (συμπεριλαμβανόμενης της περιφερειακής πολιτικής), δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον για χωροκοινωνική αλληλεγγύη και δικαιοσύνη. Η αναγκαστική επιβολή στην Ελλάδα των πρόσφατων ακραίων νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων από την πλευρά της ΕΕ και του ΔΝΤ κατέστη δυνατή μόνο εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Πράγματι, οι κρίσεις μπορεί να θεωρηθούν ως ο πρωταρχικός μηχανισμός καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που αξιοποιούν οι ελίτ και τα περιφερειακά ηγεμονικά μπλοκ σε όλη την Ευρώπη, συναγωνιζόμενα για μια καλύτερη θέση. Η τρέχουσα κρίση αποτελεί απειλή για την πολιτική νομιμοποίηση της ευρωζώνης και εμπεριέχει ένα ισχυρό χωρικό στοιχείο πού αξίζει βαθύτερη διερεύνηση. Η κοινωνική και χωρική κατανομή του ποιος, τι και πού ωφελείται ή χάνει από την κρίση είναι ένα σημαντικό ζήτημα, το οποίο θέτει βασικά ερωτήματα δικαιοσύνης, ηθικών αρχών και αξιών. Δυστυχώς, οι σύγχρονες κυρίαρχες θεωρίες και τα πρότυπα για την αστική και περιφερειακή ανάπτυξη δεν διατυπώνουν τέτοιου είδους ερωτήματα. Οι θεωρητικοί που αποδέχονται τις παραδοσιακές νεοκλασικές οικονομικές και περιφερειακές θεωρίες δείχνουν υπερβολικά μεγάλο ενδιαφέρον για τις εκλεπτυσμένες μορφές των μαθηματικών μοντέλων, δεν ασχολούνται με την καθημερινότητα και τη γεωγραφία της άνισης ανάπτυξης και προτείνουν πολιτικές που δεν λένε κάτι καινούριο. Από την άλλη μεριά, οι θεωρητικοί της ΝΠ έχουν παγιδευτεί στις αποπολιτικοποιημένες απόψεις τους και δεν είναι σε θέση να συνειδητοποιήσουν την ενσωμάτωση των πολιτικών που προτείνουν στον κυρίαρχο υπόδειγμα του νεοφιλελευθερισμού, ενώ συγχρόνως δεν έχουν τίποτα να πουν σχετικά με την τρέχουσα κρίση. Και οι δυο προωθούν την ανταγωνιστικότητα και την επιτυχία των ολιγάριθμων προβεβλημένων περιφερειών και πόλεων, δεν δίνουν προσοχή στις συνθήκες της άνισης γεωγραφικά ανάπτυξης που χαρακτηρίζουν τις ευρωπαϊκές περιφέρειες και οι οποίες –όπως επεσήμανα παραπάνω– παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πρόκληση και τη διατήρηση της κρίσης. Η πολιτική οικονομία, η ριζοσπαστική γεωγραφία και περιφερειακή ανάπτυξη συγκροτούν το πλαίσιο για να καταλάβουμε αλλά και να δράσουμε αναζητώντας τη χωρο-κοινωνική δικαιοσύνη. Αλλά αυτό απαιτεί καθημερινή πάλη όχι μόνο με στόχο τις μακροπρόθεσμες αλλαγές αλλά και για τα μικρά και καθημερινά, εδώ και τώρα, όπου υπάρχουσες πολιτικές πρακτικές μπορούν να μεταλλαχθούν σε χειραφετημένες εναλλακτικές προτάσεις. Τόσο σε επίπεδο θεσμών (π.χ. στα κοινοβούλια, στις περιφέρειες, στους δήμους) όσο και σε επίπεδο κοινωνικών κινημάτων, στις πλατείες και στους δρόμους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚEΣ ΑΝΑΦΟΡEΣ Ελληνόγλωσση Βαΐου, Ντ. και Χατζημιχάλης, Κ. (2003), Με τη ραπτομηχανή στην κουζίνα και τους Πολωνούς στους αγρούς: πόλεις, περιφέρειες και άτυπη εργασία, β’ έκδοση, Αθήνα: Εξάντας. Βαρουφάκης, Γ. (2011), Κρίσης Λεξιλόγιο. Οι οικονομικοί όροι που μας καταδυναστεύουν, Αθήνα: Ποταμός.

37


002:Layout 1

38

4/9/12

11:00 AM

Page 38

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

Βεργόπουλος, Κ. (2010), «Ευρωπαϊκός εφιάλτης», Ελευθεροτυπία, 7 Μαΐου. Γκόγκας, Π. (2010), «Πώς δημιουργήθηκε το ελληνικό δημόσιο χρέος», Καθημερινή, 19 Ιουνίου. Ευρωπαίοι Οικονομολόγοι (2011), Αντιμετωπίζοντας την κρίση: Λιτότητα ή Αλληλεγγύη;, Σειρά «Ορίζοντες 8», Αθήνα: Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς ΙΝΕ/ΓΣΕΕ (2010), Η Ελληνική Οικονομία και η Απασχόληση, Ετήσια Έκθεση, Αθήνα: ΙΝΕ. Ιωακείμογλου, Η. (2010), Ευρώ, το ευάλωτο νόμισμα, Αυγή, 9 Μαΐου. Λαμπριανίδης, Λ. (2001), Οικονομική Γεωγραφία, Αθήνα: Πατάκης. Λάσκος, Χρ. και Τσακαλώτος, Ε. (2011), Χωρίς Επιστροφή: από τον Κέυνς στη Θάτσερ. Καπιταλιστικές κρίσεις, κοινωνικές ανάγκες, σοσιαλισμός, Αθήνα: ΚΨΜ. Σταθάκης, Γ. (2010), «Μνημόνιο και μεσοπρόθεσμο δεν απαντούν στο ζήτημα της βιωσιμότητας του χρέους», ΑΥΓΗ, 12 Ιουνίου. Σταθάκης, Γ. (2011), «Η κρίση του 2008 και η παγκόσμια ύφεση», ανακοίνωση σε συνέδριο του Πανεπιστημίου Κρήτης, Μάρτης. Φουτάκης, Δ. (2004), «Χώρος, ανταγωνιστικότητα και κοινωνικό κεφάλαιο: μια κριτική ανασκόπιση», στο Καυκαλάς, Γρ. (επιμ.), Ζητήματα Χωρικής Ανάπτυξης, Αθήνα: Κριτική, σελ. 3972. Χατζημιχάλης, Κ. (1992) (επιμ.), Περιφερειακή Ανάπτυξη και Πολιτική-κείμενα από τη διεθνή θεωρία, Αθήνα: Εξάντας

Ξενόγλωσση Aalbers, M. (2009), «Geographies of the financial crisis», Area 41(1): 34-42. Amin, A. και Robins, K. (1990), «The re-emergence of regional economies? The mythical geography of flexible accumulation», Society and Space 8: 7-34. Amin, A. και Thrift, N. (2005), «What’s left? Just the future», Antipode 37(2): 220-238. Asheim, B. (1996), «Industrial districts as ‘learning regions’: a condition for prosperity?», European Planning Studies 4(4): 379-400. Barro, R. και Sala-i-Martin, X. (1995), Economic Growth, Νέα Υόρκη: McGraw Hill. Burke, M. (2010), «Parasite threatens host, the impact of the European bank bail-out», Socialist Economic Bulletin, 4 Ιουνίου. Cánovas, A.P. και Riquelme Perea, J. (2007), «La condición inmigrante de los nuevos trabajadores rurales», Revista Española de Estudios Agrosociales y Pesqueros 211: 189-238. Cooke, P. και Morgan, K. (1998), The Associational Economy: Firms, Regions and Innovation, Οξφόρδη: Oxford University Press. Del Monte, A. και Giannola, A. (1978), Il Mezzogiorno nell’ economia italiana, Μπολόνια: il Mulino. Douzinas, C. (2010), «Greeks must fight the neoliberal EU», The Guardian, 4 Φεβρουαρίου. Dunford, M. (2010), «Area definition and classification and regional development finance: the European Union and China», στο Pike, A., Rodríguez-Pose, A. και Tomaney, J. (επιμ.), Handbook of Regional Development, Λονδίνο: Routledge, 527-547. Dunford, M. (2011), «Towards global convergence: Emerging economies, the rise of China and western sunset?», European Urban and Regional Studies 18(1): 22-46. Dühr, St., Colomb, C. και Nadin, V. (2010), European Spatial Planning and Territorial Cooperation, Λονδίνο: Routledge European Commission (2007), Clandestino Project, Final Report, CIS8–044103. European Commission (2010), EU Regional Competitive Index, Βρυξέλλες: European Commission. European Union – Regional Policy (2007), Growing Regions–Growing Europe, Βρυξέλλες: European Commission. Eurostat (2006), External and Intra-European Union Trade. Statistical Yearbook: Edition 2005, Λουξεμβούργο: Office for Official Publications of the European Communities (http://epp.eurostat.ec.europa.eu/cache/ITY_OFFPUB/KS-CV-06-001/EN/KS-CV-06-001-EN.PDF, τελευταία πρόσβαση 19 Μαρτίου 2011). Eurostat (2009), External and Intra-European Union Trade – A Statistical Yearbook: 2009 Edition, Λουξεμβούργο: Office for Official Publications of the European Communities (http://epp.eurostat.ec.europa.eu/cache/ITY_OFFPUB/KS-GI-10-001/EN/KS-GI-10-001-EN.PDF, τελευταία πρόσβαση 19 Μαρτίου 2011). Fainstein, S. (2009), Spatial justice and planning, Justice Spatiale/Spatial Justice 1 (http://www.jssj.org/archives/01/, τελευταία πρόσβαση 15 Μαρτίου 2011).


002:Layout 1

4/9/12

11:00 AM

Page 39

ΚΩΣΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΛΗΣ

Flassbeck, H. (2010), Avis de tempête sur l’Union monétaire européenne, Le Monde, 5 Μαρτίου. Fraser, N. (2009), «Who counts? Dilemmas of justice in a post-Westphalian world», Antipode 41(supplement 1): 281-297. Garofoli, G. (1983), Industrializazione diffuza in Lombardia, IPER/F. Milan: Angeli. Gauthier, E. (2010), «Crisis, Europe, alternatives and strategic challenges for the European left», Transform! European Journal for alternative thinking and political dialogue 6: 115-128. Gills, B. (2010), «Going South: Capitalist crisis, systemic crisis, civilisational crisis», Third World Quarterly 31(2): 169-184. Golemis, H. (2010), «Can PIIGS fly?» Transform! European Journal for alternative thinking and political dialogue 6: 129-136. Hadjimichalis, C. (1987), Uneven Development and Regionalism: State, Territory and Class in Southern Europe, Λονδίνο: Croom Helm. Hadjimichalis, C. (2006), «The end of Third Italy as we knew it?», Antipode 38(1): 82-106. Hadjimichalis, C. (2010), «The Greek economic crisis and its geography: From R. Kaplan’s geographical determinism to uneven geographical development», Human Geography: a new radical journal 3(3): 89-100. Hadjimichalis, C. και Hudson, R. (2007), «Rethinking local and regional development: Implications for radical political practice in Europe», European Urban and Regional Studies 14(2): 99-113. Hadjimichalis, C. και Papamichos, N. (1990), «Local development in Southern Europe: Towards a new mythology», Antipode 22(3). Harvey, D. (2010), The Enigma of Capital, Λονδίνο: Profile Books. Harvey, D. (2011), Crises, geographic disruptions and the uneven development of political responses, Economic Geography 87(1): 1-22. Healey, P. (1997), Collaborative Planning: Shaping Place in Fragmented Societies, Λονδίνο: Macmillan. Hudson, R. (2001), Regional development, flows of value and governance in an enlarged Europe. Regional Regeneration and Development Studies, University of Durham, UK (mimeo). Hudson, R. (2005), Economic Geographies – Circuits, Flows and Spaces, Λονδίνο: Sage. Hudson, R. (2007), Regions and regional uneven development forever? Some reflective comments upon theory and practice, Regional Studies 14(9): 1149-1160. Jabko, N. (2010), «The hidden face of the euro», Journal of European Public Policy 17(3): 318-334. Kaplan, R. (2010), «For Greece’s economy, geography was destiny», New York Times, 25 Απριλίου. Krugman, P. (2010), The euro trap, New York Times, 9 Μαΐου. Labrianidis, L. και Sykas, T. (2009), «Migrants, economic mobility and socio-economic change in rural areas: the case of Greece», European Urban and Regional Studies 16(3): 237-256. Lapavitsas, C., Kaltenbrunner, A., Labrinidis, G., Lindo, D., Meadway, J., Michell, J., Painceira, J.P., Pires, E., Powell, J., Stenfors, A. και Teles, N. (2010), The Eurozone between Austerity and Default, Research on Money and Finance (RMF) Occasional Report, Σεπτέμβριος (διαθέσιμο στο: http://www.researchonmoneyandfinance.org/). Lefebvre, H. (1973), La Survive du Capitalisme: la reproduction des rapports de production, Παρίσι: Antropos (μεταφρασμένο στα ελληνικά το 1975 και στα αγγλικά το 1976). Leonardi, R. (2006), «Cohesion in the European Union», Regional Studies 40(2): 155-166. Lovering, J. (2010), «The new regional governance and the hegemony of neoliberalism», στο: Pike, A., Rodríguez-Pose, A. και Tomaney, J. (επιμ.), Handbook of Regional Development, Λονδίνο: Routledge. MacLeod, G. (2001), New regionalism reconsidered: Globalization and the remaking of political economic space, International Journal of Urban and Regional Research 25(4): 804-829. Magnifico, G. (1973), European Monetary Unification, Λονδίνο: Macmillan. Martin, R. (2000), «EMU versus the regions? Regional convergence and divergence in Euroland», ESRL Center for Business Research, University of Cambridge, Working Paper No. 179. Massey, D. και Hall, S. (2010), «Interpreting the crisis», Soundings 44: 57-71. Medelfart, K.-H., Overman, H. και Venables, A. (2003), Monetary union and the economic geography of Europe, Journal of Common Market Studies 41(5): 847-868. Mingione, E. (1998), Sociologia della vita economica, Ρώμη: Carocci. Mingione, E. (2009), «Family, welfare and districts: the local impact of new migrants in Italy», European Urban and Regional Studies 16(3): 225-230. Moulaert, F. και Sekia, F. (2003), «Territorial innovation models: a critical survey», Regional Studies 37(3): 289-302.

39


002:Layout 1

40

4/9/12

11:00 AM

Page 40

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 11-40

OECD [Organization for Economic Co-operation and Development] (2009), Country statistical profiles (http://stats.oecd.org/Index.aspx). Paci, M. (1972), Mercato del lavoro e classi sociali in Italia, Μπολόνια: Il Mulino. Papic, M., Reinfrank, R. και Zeihan, P. (2010), Germany, Greece and exiting the eurozone, STRATFOR Global Intelligence (http://www.stratfor.com/weekly/20100517_germany_greece_ and_exiting_eurozone, τελευταία πρόσβαση 15 Μαρτίου 2011). Peck, J., Theodore, N. και Brenner, N. (2010), «Postneoliberalism and its malcontents», Antipode 41(supplement 1): 94-116. Perrons, D. (2004), Globalization and Social Change, Λονδίνο: Routledge. Pike, A., Rodriguez-Pose, A. και Tomaney, J. (2007), «What kind of local and regional development and for whom?», Regional Studies 41(9): 1253-1269. Pike, A. (2007), «Whither regional studies? Editorial», Regional Studies 41(9): 1143-1148. Smith, A., Rainnie, A., Dunford, M., Hardy, J., Hudson, R. και Sadler, D. (2002), «Networks of value, commodities and regions: Reworking divisions of labour in macro-regional economies», Progress in Human Geography 26(1): 41-63. Soja, E. (2010), Seeking Spatial Justice, Μινεάπολις: University of Minnesota Press. Storper, M. (1997), The Regional World: Territorial Development in a Global Economy, Νέα Υόρκη: Guilford. Swyngedouw, E. (2009), «The communist hypothesis and revolutionary capitalisms: Exploring the idea of communist geographies for the twenty-first century», Antipode 41(supplement 1): 298-319. Thirwall, T. (2000), The Euro and Regional Divergence in Europe, Λονδίνο: New Europe Research Trust. Todl, G. (2000), «EU regional policy in southern periphery: Lessons for the future», South European Society and Politics 3(1): 93-129. Vaiou, D. (1997), «Informal cities? Women’s work and informal activities on the margins of the European Union», στο Lee, R. και Wills, J. (επιμ.), Geographies of Economies, Λονδίνο: Arnold. World Economic Forum (2000), The Global Competitiveness Report 2000, Νέα Υόρκη και Οξφόρδη: Oxford University Press (http://www.cid.harvard.edu/archive/res/gcr_2000_overview.pdf, τελευταία πρόσβαση 19 Μαρτίου 2011). World Economic Forum (2004), The Global Competitiveness Report 2003–2004, Νέα Υόρκη και Οξφόρδη: Oxford University Press. Executive Summary, (https://members.weforum.org/pdf/ Gcr/GCR_04_05_Executive_Summary.pdf, πρόσβαση 19 Μαρτίου 2011). World Economic Forum (2010), The Global Competitiveness Report 2009–2010, Γενεύη: World Economic Forum (https://members.weforum.org/pdf/GCR09/GCR20092010fullreport.pdf, τελευταία πρόσβαση 19 Μαρτίου 2011).


003:Layout 1

4/9/12

11:02 AM

Page 41

ΜΑΡΙΑ ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΛΚΙΑΣ

ΠΡΟΚΑΤΑΡΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΙΝΔΥΝΕΥΣΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΚΑΤΟΛΙΣΘΗΣΕΩΝ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ – ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΕ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΚΛΙΜΑΚΑ Μαρία Φερεντίνου,1 Χρίστος Χαλκιάς2 ΠΕΡIΛΗΨΗ Η χαρτογράφηση της επιδεκτικότητας σε εκδήλωση κατολίσθησης έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς οι κατολισθήσεις αποτελούν μια από τις σοβαρότερες φυσικές καταστροφές προκαλώντας ολοένα και περισσότερες απώλειες σε παγκόσμια κλίμακα. Ο εντοπισμός των ζωνών μεγάλης επιδεκτικότητας σε περιφερειακή κλίμακα καθώς και η διερεύνηση της ανθρώπινης παρουσίας σε αυτές τις ζώνες αποτελούν κρίσιμα στοιχεία για τη διαχείριση της διακινδύνευσης έναντι των κατολισθήσεων. Στην εργασία αυτή παρουσιάζεται μια μεθοδολογία προσδιορισμού της επιδεκτικότητας σε εκδήλωση κατολίσθησης η οποία εφαρμόζει τη θεωρία της Ασαφούς Αναλυτικής Ιεράρχησης, με αξιοποίηση της γνώσης εμπειρογνωμόνων και πεδίο εφαρμογής την περιοχή της Πελοποννήσου. Αρχικά αναπτύσεται η μεθοδολογία που εφαρμόσθηκε και στη συνέχεια γίνεται αποτίμηση της χωρικής κατανομής της επιδεκτικότητας σε εκδήλωση κατολίσθησης σύμφωνα με τον παραγόμενο χάρτη. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης δείχνουν ότι ένα σημαντικό τμήμα ( ~ 5% της συνολικής έκτασης της περιοχής μελέτης) τοποθετείται στη ζώνη πολύ υψηλής επιδεκτικότητας η οποία εντοπίζεται κυρίως στη βόρεια και δυτική-κεντροδυτική Πελοπόννησο. Επιπρόσθετα επιχειρείται η ανίχνευση της ανθρώπινης παρουσίας (υψηλή πυκνότητα πληθυσμού) και βασικών υποδομών (κύριο οδικό δίκτυο) σε αυτή τη ζώνη υψηλής επιδεκτικότητας. Η παρούσα εργασία φιλοδοξεί στο να συνεισφέρει στην αποτίμηση της διακινδύνευσης έναντι κατολίσθησης σε περιφερειακή κλίμακα καθώς η προτεινόμενη μεθοδολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί –με τις κατάλληλες τροποποιήσεις– για το σύνολο των περιφερειών της χώρας.

Preliminary landslide risk assessment based on landslide susceptibility mapping - Application at regional scale Maria Ferentinou, Christos Chalkias ABSTRACT The mapping of landslide susceptibility at a regional scale is crucial, as landslides constitute one of the most severe natural hazards. The identification of the zones with high landslide susceptibility along with human presence in these zones is indispensable for landside risk management. In this paper a methodology for landslide susceptibility assessment which applies the theory of Fuzzy Analytic Hierarchy, is presented and tested in Peloponnese, Greece. The results of the analysis depict that a significant percentage of Peloponnese (~ 5% of the total area) is within “very high susceptibility” zone. These areas are located mainly in the north, west and central west part of the peninsula. Additionally, human presence is investigated in high and very high susceptibility zones, through population density, and b netsic road network. The present paper aims at contributing in landslide risk assessment evaluation, as the proposed methodology could be applied to meet regional conditions, in all Greece.

1. Εισαγωγή Αύξηση της αστικής τρωτότητας σε φυσικούς κινδύνους Η γρήγορη αύξηση του πληθυσμού παγκοσμίως οδηγεί στην όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση πληθυσμού σε αστικές περιοχές. Αυτή η αύξηση και η δημογραφική πίεση οδηγεί στη γρήγορη και συνεχή αστικοποίηση. Σήμερα, σχεδόν το ½ του παγκόσμιου πληθυσμού (3 δις. το 2003), κατοικεί σε πόλεις, και αναμένεται ότι μέχρι το 2030 θα αυξηθεί κατά 2 δις. (UNDP 2004). Συχνά η αύξηση του πληθυσμού σχετίζεται με σημαντική αύξηση των ορίων του αστικού ιστού. Πολλές πόλεις βρίσκονται σε περιοχές οι οποίες απειλούνται από φυσικούς κινδύνους, όπως σεισμοί, 1. Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Γεωγραφίας, Ελλάδα. 2. Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Γεωγραφίας, Ελλάδα.

41


003:Layout 1

42

4/9/12

11:02 AM

Page 42

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 41-58

πλημμύρες, τυφώνες, κατολισθήσεις, ηφαιστειακές εκρήξεις κ.λπ. Η καταγραφή των φυσικών κινδύνων σε παγκόσμια κλίμακα παρουσιάζει μια εκθετική αύξηση των καταστροφών και των συνεπειών τους (EM-DAT 2003, MunichRe 2004). Σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1960 υπάρχει μια μεγάλη αύξηση σε καταστροφές, σημαντικά μεγαλύτερη από την αντίστοιχη σχετική αύξηση του πληθυσμού. Η κλιματική αλλαγή, έχει ως άμεση συνέπεια τα αυξημένα πλημμυρικά φαινόμενα στην παράκτια ζώνη λόγω της αύξησης της στάθμης της θάλασσας, την αυξημένη εκδήλωση κυκλώνων και τυφώνων πέρα από τα όρια των τροπικών ζωνών, την όλο και πιο συχνή παρουσία κυμάτων καύσωνα, καθώς και την αύξηση της έντασης των φαινομένων El Nino και La Nina (IPCC 2001, IFRC 2003). Η μεγαλύτερη συχνότητα εκδήλωσης ακραίων καιρικών φαινομένων οδηγεί σταδιακά και στην αύξηση των κατολισθήσεων. Περίπου το 50% των μεγάλων πόλεων παγκοσμίως βρίσκονται είτε σε περιοχές σεισμικά ενεργών τεκτονικών ζωνών, είτε σε ζώνες δράσης τροπικών κυκλώνων. Τα παραπάνω εμφανίζονται στις ανεπτυγμένες και στις αναπτυσσόμενες χώρες, έχουν όμως πολύ μεγαλύτερη έκταση στις αναπτυσσόμενες χώρες, στις οποίες εκτιμάται ότι οι απώλειες και οι καταστροφές λόγω φυσικών κινδύνων είναι 20 φορές μεγαλύτερες (Kreimer κ.ά. 2003). Εκτός από την αύξηση στην ένταση των κινδύνων, η αύξηση των καταστροφών οφείλεται σε σημαντικό βαθμό και στην αύξηση της τρωτότητας (vulnerability) των αστικών κοινωνιών. Σήμερα υπάρχουν περισσότερες από 450 πόλεις με πληθυσμό πάνω από 1 εκατομύριο. Πολλές από αυτές αναπτύσσονται ραγδαία, συχνά χωρίς σχεδιασμό, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την έλλειψη χώρου. Συνεπώς υπάρχει αύξηση της πυκνότητας του πληθυσμού και παράλληλη κάλυψη περιοχών ακατάλληλων για δόμηση εκτεθειμένων σε συνθήκες κινδύνου (π.χ. περιοχές με απότομες κλίσεις, περιοχές ενεργών πλημυρικών πεδίων, περιοχές ενεργών ηφαιστείων κ.ά). Ως αποτέλεσμα αυτής της δημογραφικής πίεσης, η ανάπτυξη και κατασκευή έργων και υποδομών οδηγεί συχνά σε επεμβάσεις, σε περιοχές επιδεκτικές στην εκδήλωση κατολισθήσεων. Επιπρόσθετα η ανθρώπινη παρουσία είναι συχνή σε περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλους συχνά σε περιοχές με απότομες κλίσεις, πλαγιές λόφων, παράκτιες περιοχές, ή σε περιοχές ευπαθείς σε διάβρωση κλπ. Οι αστοχίες εδαφών λόγω κατολισθήσεων είναι ένας από τους πιο σημαντικούς φυσικούς κινδύνους που αναμένεται να θέσει σε κίνδυνο αρκετές από τις νεότερες κατασκευές. Παράλληλα, με την κατασκευή κτιριακών έργων, σε ζώνες κατοικίας, αναπτύσεται και μια σειρά έργα υποδομής όπως οδικό δίκτυο, δίκτυο πεζοδρομίων, δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, και δίκτυα κοινής ωφέλειας (Schwab κ.ά. 2005). Ιδιαίτερα η κατασκευή των δικτύων απαιτεί μεγάλες επεμβάσεις (εκσκαφές, διαμορφώσεις, τεχνητές επιχώσεις, κ.λπ.). Όλες αυτές οι ανθρωπογενείς επεμβάσεις συνήθως συνεισφέρουν στην αστάθεια των πρανών. Οι τοπικές αρχές, ως υπεύθυνες για την προστασία των πολιτών από φυσικούς κινδύνους, στο πλαίσιο της διοικητικής τους διαίρεσης, υιοθετούν τη σύγχρονη αντίληψη για την διαχείριση καταστροφών η οποία είναι προσανατολισμένη στην πρόληψη και τον σχεδιασμό με στόχο την μείωση της αστικής τρωτότητας. Στο πλαίσιο του προληπτικού σχεδιασμού ακολουθείται μια αλληλουχία ενεργειών, όπως αυτή της χαρτογράφησης του κινδύνου, του προσδιορισμού της τρωτότητας, και τελικά στα πλαίσια της χαρτογράφησης της διακινδύνευσης και της ανάλυσης σεναρίων.


003:Layout 1

4/9/12

11:02 AM

Page 43

ΜΑΡΙΑ ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΛΚΙΑΣ

Η επιτυχής χρήση των νέων τεχνολογιών οι οποίες βασίζονται στη γεωπληροφορική αποτελεί σήμερα σημαντικό αρωγό για την εκτίμηση των συνθηκών που επικρατούν σε ένα γεωπεριβάλλον το οποίο απειλείται ή και καταστρέφεται. Το ενδιαφέρον των γεωεπιστημόνων στρέφεται στην ανάπτυξη μοντέλων για την εκτίμηση της χωρικής διασποράς των φυσικών κινδύνων, την διαχείριση της διακινδύνευσης και στην συνέχεια την υιοθέτηση μέτρων αντιμετώπισης. Από πολλούς ερευνητές έχει προταθεί μια σειρά μεθοδολογικών προσεγγίσεων προκειμένου να προσδιορισ��εί ο κίνδυνος έναντι κατολισθήσεων. Βασική επιδίωξη είναι η παραγωγή χαρτών οι οποίοι ζωνοποιούν τις περιοχές υπό διερεύνηση ανάλογα με την ένταση του αναμενόμενου κινδύνου σε κατολίσθηση. Ο βαθμός αυτός προσδιορίζεται σύμφωνα με τις γεωλογικές, γεωμορφολογικές, μορφομετρικές και γεωτεχνικές συνθήκες ανεξάρτητα από την κλίμακα μελέτης. O όρος επιδεκτικότητα (susceptibility) σε εκδήλωση κατολίσθησης σχετίζεται άμεσα με το φυσικό κίνδυνο και ορίζεται ως η πιθανότητα εμφάνισης ενός κατολισθητικού συμβάντος (Dai κ.ά. 2002). Υπάρχει σημαντική σχετική βιβλιογραφία (Carrara 1991, Leroi 1996, Soeters και Van Western 1996, Aleotti και Chowdhury 1999, Guzzetti κ.ά. 1999, Van Western 2003, Lee και Jones 2004), όπου δίνεται εκτενής παρουσίαση των μεθόδων. Οι ποιοτικές μέθοδοι χαρτογράφησης (Corominas κ.ά. 1990, Hearn 1995, Pellegrini και Surian 1996) προσδιορίζουν τον κίνδυνο των κατολισθήσεων μελετώντας την κατανομή παλαιότερων συμβάντων κατολισθήσεων, με άμεσες (άμεση χαρτογράφηση) ή έμμεσες μεθόδους (λογικά αναλυτικά μοντέλα). Έχουν προταθεί ποσοτικές μέθοδοι χαρτογράφησης του κινδύνου έναντι κατολίσθησης, ως πλέον αντικειμενικές. Στις μεθόδους αυτές συμπεριλαμβάνονται μέθοδοι διμεταβλητής στατιστικής ανάλυσης (Chang και Kim 2004, Jurko κ.ά. 2006), ή πολυμεταβλητής στατιστικής ανάλυσης (Gorsevski κ.ά. 2006, Santacana κ.ά. 2003, Ayalew και Yamagishi 2005, Zhu και Huang 2006, Pan κ.ά. 2008, Jiménez-Perálvarez 2009) οι οποίες συνδυάζουν ένα μεγάλο αριθμό παραμέτρων και παράγουν μια σχέση πρόβλεψης νέων συμβάντων συσχετίζοντας τους περιβαλλοντικούς παράγοντες που εμπλέκονται και τη θέση συμβάντων κατολισθήσεων. Στις ποσοστικές μεθόδους περιλαμβάνονται οι ντετερμινιστικές (Van Westen και Terlien 1996, Miller και Sias 1998, Sakellariou και Ferentinou 2001, Thiebes κ.ά. 2007, Magliulo κ.ά. 2008) και οι πιθανολογικές (Jibson κ.ά. 2000, Dussauge-Peisser κ.ά. 2002, Pathak κ.ά. 2006) γεωτεχνικές μέθοδοι. Τα τεχνητά νευρωνικά δίκτυα αποτελούν επίσης μια μεθοδολογία η οποία χρησιμοποιείται ευρέως σε θέματα εκτίμησης της επιδεκτικότητας έναντι κατολισθήσεων (Ercanoglu και Gokceoglu 2001, Ermini κ.ά. 2005, Melchiore κ.ά. 2006, Ferentinou και Sakellariou 2005). Σύμφωνα με αυτήν, κατασκευάζεται ένας υπολογιστικός μηχανισμός ο οποίος δημιουργεί ένα χάρτη απεικονίζοντας πολυπαραμετρικά δεδομένα από έναν πολυπαραμετρικό χώρο πληροφορίας σε έναν άλλο, χρησιμοποιώντας έναν πληθυσμό συμβάντων κατολισθήσεων. Στην Ελλάδα το πρόβλημα των κατολισθήσεων είναι αρκετά έντονο, συχνά όμως δεν αναδεικνύεται ως ιδιαίτερος φυσικός κίνδυνος δεδομένου ότι καλύπτεται πολλές φορές όσον αφορά στις δυσμενείς επιπτώσεις του από άλλους φυσικούς κινδύνους (π.χ. σεισμούς, πλημμύρες, διαβρώσεις) ή εντάσσεται στο πλαίσιο μελέτης, κατασκευής και λειτουργίας των διάφορων τεχνικών έργων ή άλλων σχεδιασμών. Η Ελλάδα εμφανίζεται να βρίσκεται στη ζώνη μεσαίου κινδύνου

43


003:Layout 1

44

4/9/12

11:02 AM

Page 44

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 41-58

(Nadim κ.ά. 2006). Προηγούμενες εργασίες στον ελληνικό χώρο εστιάζουν στη συσχέτιση των κατολισθήσεων με την υποκείμενη γεωλογική-γεωτεκτονική δομή και με τεχνικά έργα (βλ., μεταξύ άλλων, Κούκης 1980, Κούκης και Ρόζος 1982, Μαρίνος κ.ά. 1986), ενώ υπάρχουν και ερευνητικές προσπάθειες σε περιφερειακή και εθνική κλίμακα (Ζιούρκας 1989, Κουκής και Ζιούρκας 1989, Gournellos κ.ά. 2006, Ladas κ.ά. 2007). Η διακινδύνευση από κάποια φυσική καταστροφή, επομένως και από την εκδήλωση κατολίσθησης, εξαρτάται από την επικινδυνότητα του φαινομένου, την πιθανότητα δηλαδή κινδύνου, την τρωτότητα του χώρου και την έκθεσή του στο φαινόμενο (Hervas 2007). Στην εργασία αυτή παρουσιάζεται η αποτίμηση της διακινδύνευσης από κατολίσθησεις στην περιοχή μελέτης η οποία υλοποιήσθηκε κυρίως με τον υπολογισμό της επιδεκτικότητας σε εκδήλωση κατολίσθησης (πιθανότητα εμφάνισης) και δευτερευτόντως με την προκαταρτική αξιολόγηση της έκθεσης στο φαινόμενο. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η παρούσα εργασία στοχεύει στην παρουσίαση μιας μεθοδολογίας για την χαρτογράφηση της επιδεκτικότητας έναντι κατολισθήσεων σε μέση κλίμακα. Έτσι, με την προτεινόμενη μεθοδολογία, υιοθετείται ένα λογικό αναλυτικό μοντέλο ασαφούς αναλυτικής ιεράρχησης το οποίο εφαρμόζεται στην Πελοπόννησο, για την αποτίμηση της επιδεκτικότητας, σε πρώτο επίπεδο και της διακινδύνευσης σε δεύτερο, εξετάζοντας τα στοιχεία υπό κίνδυνο, όπως η ανθρώπινη παρουσία και το κύριο οδικό δίκτυο.

2. Περιοχή Μελέτης – Δεδομένα Περιοχή Μελέτης Η προτεινόμενη μεθοδολογία εφαρμόζεται στην Πελοπόννησο, η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη χερσόνησο στην Ελλάδα. Διοικητικά η χερσόνησος αυτή περιλαμβάνει μία από τις περιφέρειες της Ελλάδας (περιφέρεια Πελοποννήσου) και τμήμα της περιφέρειας Δ. Ελλάδας. Βρίσκεται στο νότιο άκρο της Ελλάδας (Εικ. 1), και συνδέεται με τη Στερεά Ελλάδα μέσο του Ισθμού της Κορίνθου. Η συνολική επιφάνεια της Πελοποννήσου είναι 21.439 km2 και ο πληθυσμός της αποτελείται από 1.086.935 κατοίκους σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία. Διοικητικά υποδιαιρείται σε επτά νομούς (Αργολίδας, Αρκαδίας, Ηλίας, Κορινθίας, Λακωνίας και Μεσσηνίας). Η Πελοπόννησος είναι μια περιοχή η οποία έχει πληγεί ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία από την εκδήλωση φυσικών καταστροφών (σεισμοί, κατολισθήσεις, πυρκαγιές). Υψηλές βροχοπτώσεις προκάλεσαν πολλές ροές και ολισθήσεις κορημάτων καθώς και λασποροές στη βόρεια (Stournaras κ.ά. 1998, Rozos κ.ά. 2009) και δυτική Πελοπόννησο, ειδικά στο Νομό Ηλείας, ο οποίος έχει πληγεί και απο πυρκαγιές, το καλοκαίρι του 2007. Οι σεισμοί έχουν επίσης προκαλέσει την εκδήλωση συμβάντων κατολισθήσεων πρόσφατα κυρίως στη βόρεια και βορειοδυτική Πελοπόννησο (Papathanasiou 2010), αλλά και παλαιότερα (Koukouvelas και Doutsos 1996), όπου η εκδήλωση των φαινομένων κατολισθήσεων συνδέεται με την παρουσία μεγάλων –σεισμικά ενεργών– τεκτονικών δομών. Θεωρώντας τις γεωλογικές και γεωμορφολογικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή, οι αστοχίες βραχωδών ή εδαφικών πρανών είναι ένας απο


003:Layout 1

4/9/12

11:02 AM

Page 45

ΜΑΡΙΑ ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΛΚΙΑΣ

Εικόνα 1. Περιοχή μελέτης και δεδομένα συμβάντων κατολισθήσεων

τους σημαντικούς φυσικούς κινδύνους για την προστασία των πολιτών αλλά και για το σχεδιασμό και τη διαχείριση της διακινδύνευσης. Το κλίμα στην περιοχή είναι μεσογειακού τύπου με ζεστό και ξηρό καλοκαίρι μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου, και υγρό φθινόπωρο, χειμώνα και άνοιξη. Το μέσο ετήσιο ύψος βροχής κυμαίνεται από 339 mm έως 1655 mm και παρουσιάζει χωρική μεταβολή με μέγιστες τιμές στο δυτικό τμήμα της Πελοποννήσου. Η γεωμορφολογία της Πελοποννήσου είναι σύνθετη, με ορεινό ανάγλυφο στο εσωτερικό, γενικά ηπιότερο στις παράκτιες περιοχές. Συχνά όμως διακόπτεται από απότομες πλαγιές στα νότια, ενώ χαρακτηριστικές είναι οι λιμνοθάλασσες στα δυτικά και οι απόκρημνες ακτές στα νοτιοανατολικά. Το όρος Ταΰγετος είναι το ψηλότερο με υψόμετρο 2409 m. Το υδρογραφικό δίκτυο είναι καλά ανεπτυγμένο, και ελέγχεται επίσης από την ρηξιγενή τεκτονική. Γεωλογικά, το μεγαλύτερο τμήμα της περιοχής μελέτης καλύπτεται από τις ζώνες Γαβρόβου-Τριπόλεως και Ωλονού-Πίνδου, δευτερευόντως δε από την Ιόνιο και την Πελαγονική ζώνη. Πρόσφατα ιζήματα του Νεογενούς και του Τεταρτογενούς καλύπτουν τα αλπικά πετρώματα. Η περιοχή της Πελοποννήσου ανήκει σε μια ενεργή τεκτονικά ζώνη, στην οποία η παραμόρφωση εκφράζεται μέσω δομών ρηξιγενούς και πτυχογόνου τεκτονικής. Η μέγιστη αναμενόμενη σεισμική επιτάχυνση κυμαίνεται από 0.05 m/sec2 σε 3.95 m/sec2, με τις μέγιστες τιμές να έχουν καταγραφεί στη δυτική Πελοπόννησο. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η περιοχή έρευνας αποτελεί μια σύνθετη φυσιογραφική

45


003:Layout 1

46

4/9/12

11:02 AM

Page 46

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 41-58

ενότητα στην οποία το σύνολο των παραγόντων που συνεισφέρουν στην εκδήλωση των κατολιθήσεων παρουσιάζουν μεγάλη χωρική μεταβολή. Μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου καλύπτεται από αγροτικές και ημιαγροτικές χρήσεις. Στην παράκτια ζώνη επικρατεί η αστική χρήση κυρίως στο βόρειο και δυτικό τμήμα της χερσονήσου, ενώ σημαντική είναι και η δασοκάλυψη κυρίως στο κεντρικό τμήμα. Προετοιμασία των δεδομένων παραγόντων που σχετίζονται με την εκδήλωση κατολισθήσεων Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες οι οποίοι συνεισφέρουν στην εκδήλωση κατολισθήσεων και χρησιμοποιήθηκαν στην παρούσα εργασία είναι η κάλυψη γης, η γεωλογία, η βροχόπτωση, η μέγιστη αναμενόμενη σεισμικη επιτάχυνση, το υψόμετρο, η κλίση (όπου αναφέρεται παρακάτω θα εννοείται η μορφολογική κλίση) και ο προσανατολισμός (Πίνακας 1). Αναφορικά με τη δημιουργία του αρχείου των σημαντικών κατολισθητικών φαινομένων στην περιοχή μελέτης αξιοποίήθηκαν στοιχεία από προηγούμενες έρευνες (Φερεντίνου 2004, Gournellos κ.ά. 2006) καθώς και ο κατάλογος κατολισθήσεων του ΙΓΜΕ με χρονική περίοδο αναφοράς 1950-2003 (ΙΓΜΕ 2010). Τα στοιχεία αυτά αφορούν μεγάλα συμβάντα σε εθνικό επίπεδο των οποίων η καταγραφή συνδέεται με αστοχίες στο οδικό δίκτυο ή σε κάποιον οικισμό (Koukis κ.ά. 1997). Όπως αναφέρθηκε και στην εισαγωγή, η ανθρώπινη παρουσία και οι δραστηριότητες που σχετίζονται με αυτήν αποτελούν κύριους παράγοντες που εντείνουν το φαινόμενο των κατολισθήσεων. Επίσης καθοριστική είναι και η επίδραση της βλάστησης. Σε πολλές περιπτώσεις ευνοεί την ευστάθεια των πρανών συμβάλλοντας στην αποστράγγιση μέρους του νερού μέσω του ριζικού συστήματος των δέντρων και περιορίζοντας τη διαβρωτική δράση των επιφανειακών υδάτων. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου η παρουσία της βλάστησης μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες. Στα απότομα πρανή από ημισυνεκτικά ή και συνεκτικά πετρώματα με έντονες και δυσμενή προσανατολισμού διακλάσεις η απολέπισή τους π.χ. επιταχύνεται με τη δημιουργία από το ριζικό σύστημα εφελκυστικών τάσεων κατά μήκος των επιφανειών ασυνέχειας. Γίνεται κατανοητό λοιπόν πως η γνώση των χρήσεων γης στη περιοχή μελέτης κρίνεται απαραίτητη. Ο χάρτης χρήσεων γης αντλήθηκε από το Corine Land Cover, και η περιοχή μελέτης κατηγοριοποιήθηκε σε τέσσερεις βασικές κατηγορίες χρήσεων γης (Heyman κ.ά. 1994). Το επίπεδο πληροφορίας που συνδέεται με τη γεωλογική πληροφορία προήλθε από τον γεωλογικό χάρτη του (κλίμακα 1:500.000, ΙΓΜΕ 1983). Η πλειονότητα των υφιστάμενων κατολισθήσεων συνδέεται κυρίως με τους σχηματισμούς του φλύσχη και της μεταβατικής σειράς προς το φλύσχη, τα νεογενή και τα κορήματα κλιτύος. Οι δονήσεις-μικροδονήσεις που προκαλούνται από σεισμούς δημιουργούν εντατική κατάσταση στα πρανή και ιδιαίτερα τα βραχώδη με ισχυρές κλίσεις και δυσμενή προσανατολισμό των επιπέδων ασυνεχειών. Παρατηρήσεις υπαίθρου και καταγραφές δείχνουν ότι οι κατολισθήσεις και η ρωγμάτωση φυσικών και τεχνητών πρανών σε ισχυρούς σεισμούς είναι συχνά φαινόμενα. Για την εκτίμηση της μέγιστης αναμενόμενης σεισμικής επιτάχυνσης και την ενσωμάτωσή της στην ανάλυση ως έναυσμα κίνησης υιοθετήθηκε ο χάρτης με την αναμενόμενη τιμή της μέγιστης κορυφαίας οριζόντιας εδαφικής επιτάχυν-


003:Layout 1

4/9/12

11:02 AM

Page 47

ΜΑΡΙΑ ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΛΚΙΑΣ

σης για πιθανότητα υπερβάσεως 10 % σε 50 έτη ή περίοδο επανάληψης της τάξεως των 450 ετών (όπως παρουσιάζεται στους Γκαζέτας και Μπουκουβάλας 1992). Tα επιφανειακά και υπόγεια, ύδατα παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εκδήλωση κατολισθήσεων με τον κορεσμό και τη φόρτιση των γεωυλικών, τη δημιουργία υδροστατικών πιέσεων, την αυξομείωση της πίεσης των πόρων, την εσωτερική διάβρωση τις υποσκαφές, τις διαβρωτικές-αποσαθρωτικές διεργασίες, τη χαλάρωση των πετρωμάτων κατά μήκος των επιφανειών ασυνέχειας με τη συνεχή διεύρυνση και μεταβολή του όγκου στην περίπτωση δημιουργίας παγετού κ.λπ. Σε μεγάλο ποσοστό οι έντονες βροχοπτώσεις δίνουν το έναυσμα κατολισθήσεων. Χρησιμοποιήθηκε ο βροχομετρικός χάρτης της Ελλάδας (με βάση στοιχεία της ΔΕΗ για το διάστημα από 1950-1974 από Κουκής και Σαμπατακάκης 2007). Το μορφολογικό ανάγλυφο μιας περιοχής είναι αποτέλεσμα των γεωλογικών και κλιματικών διεργασιών που έλαβαν χώρα κατά το παρελθόν. Τα δεδομένα αναγλύφου που χρησιμοποιήθηκαν είναι δεδομένα Shuttle Radar Topography Mission (SRTM), για την παραγωγή του Ψηφιακού Μοντέλλου Εδάφους (ΨΜΕ). Τα δεδομένα υψομέτρου είναι χρήσιμα για την ταξινόμηση του τοπικού αναγλύφου και την διάκριση σημείων μέγιστων και ελάχιστων υψών (Ayalew και Yamagishi 2005). Τα περισσότερα συμβάντα κατολισθήσεων εκδηλώθηκαν σε υψόμετρα μικρότερα των 880 m. Πολλοί ερευνητές διατυπώνουν ότι μεταξύ των παραγόντων που είναι ισχυροί για την εκτίμηση του κινδύνου κατολισθήσεων, η κλίση είναι η πιο σημαντική (Guzzetti κ.ά. 1999, Lee και Min 2001). Συνεπώς η κλίση των πρανών είναι από τους παράγοντες που εμπεριέχονται στην διαδικασία δημιουργίας χαρτών εκτίμησης επιδεκτικότητας (Duman κ.ά. 2005). Το πλήθος των συμβάντων κατολισθήσεων στην περιοχή έρευνας, σύμφωνα με τις υφιστάμενες καταγραφές, εκδηλώνεται σε περιοχές μέσης και μεγάλης κλίσης. Ο προσανατολισμός των πρανών παίζει καθοριστικό ρόλο στο είδος της βλάστησης που αναπτύσσεται σ’ αυτά, μιας και από αυτόν επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό η ποσότητα ηλιακής ενέργειας που δέχονται. Έτσι τα πρανή με νοτιοδυτικό προσανατολισμό (στο βόρειο ημισφαίριο) είναι αυτά που ευνοούνται από την ηλιακή ακτινοβολία, σε σχέση με τα βόρειου προσανατολισμού, όσον αφορά στην ανάπτυξη της βλάστησης και της καλλιέργειας. Δεδομένου ότι το είδος της βλάστησης ενός πρανούς επηρεάζει το φαινόμενο της κατολίσθησης (μεταξύ άλλων) είναι φανερό Πίνακας 1. Παράγοντες οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν στην ανάλυση διακινδύνευσης Επίπεδα πληροφορίας

Παράμετρος

Πηγή δεδομένων

Χωρική δομή

Τοπογραφικός χάρτης

Υψόμετρο

Δεδομένα SRTM

Ψηφιδωτή

Γωνία κλίσης

Δεδομένα από ΨΜΕ

Ψηφιδωτή

Προσανατολισμός

Δεδομένα από ΨΜΕ

Ψηφιδωτή

Μέγιστη αναμενόμενη σεισμική επιτάχυνση

Μέγιστη αναμενόμενη σεισμική επιτάχυνση

Χάρτης μέγιστης αναμενόμενης σεισμικής επιτάχυνσης, (1992) ΤΕΕ

Διανυσματική

Χάρτης κατανομής βροχοπτώσεων

Μέσο ετήσιο ύψος βροχής

ΔΕΗ (1950-1974)

Διανυσματική

Γεωλογικός Χάρτης

Λιθολογία

Γεωλογικός Χάρτης της Ελλάδας (ΙΓΜΕ)

Διανυσματική

Χάρτης Κάλυψης

Γης Κάλυψη Γης

Corine Χρήσεις Γης

Διανυσματική

47


003:Layout 1

48

4/9/12

11:02 AM

Page 48

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 41-58

πως η απεικόνιση του αζιμούθιου είναι απαραίτητη. Πολλές κατολισθήσεις στην Πελοπόννησο εκδηλώνονται σε πρανή με νότιο και δυτικό προσανατολισμό.

3. Χαρτογράφηση επιδεκτικότητας σε εκδήλωση κατολίσθησης Η μέθοδος της ασαφούς αναλυτικής ιεράρχησης Η μέθοδος αναλυτικής ιεράρχησης (ΑΙ) προτάθηκε από τον T.L. Saaty κυρίως για να υποστηρίξει πολύπλοκα προβλήματα απόφασης (Saaty 1980). Η μέθοδος ΑΙ σχεδιάστηκε για υποβοηθήσει τους επιφορτισμένους με την λήψη αποφάσεων να συνδυάσουν ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια. Έχει εφαρμοστεί σε θέματα βιομηχανίας, οικολογίας, περιβαλλοντικά θέματα, κοινωνιολογικά (μεταξύ άλλων Brent κ.ά. 2007, Dey και Ramcharan 2008, Gorsevski κ.ά. 2006, Juan κ.ά. 2004, Sredjevic κ.ά. 2008) αλλα και σε θέματα εκτίμησης κινδύνου κατολισθήσεων (Intarawichian και Dasananda 2010). Τα δύο βασικά μειονεκτήματα της μεθόδου είναι ότι αφενός δεν μπορεί να διαχειριστεί την ασάφεια των δεδομένων (Cheng και Mon 1994) και αφετέρου έχει μια αυστηρή κλίμακα μετρήσεων (Mikhailov 2003). Στη συνέχεια προτάθηκε η Ασαφής Αναλυτική Ιεράρχηση (ΑΑΙ), που συνδυάζει την ΑΙ με ασαφή σύνολα (Zadeh 1965), για να ενσωματώσει στη μέθοδο την ασάφεια ως προς τις επιλογές (Saaty 1977, Banai 1993). Στην παρούσα εργασία υιοθετήθηκε αυτή η μέθοδος για την ανάπτυξη του χάρτη εκτίμησης επιδεκτικότητας έναντι κατολισθήσεων στην Πελοπόννησο, σύμφωνα με την γνώμη τριών εμπειρογνωμόνων εκπεφρασμένη μέσω ασαφών αριθμών. Στην ΑΙ ακολουθούνται τα παρακάτω βήματα: (α) δημιουργία ιεραρχικής δομής, (β) κανονικοποίηση των ιδιοτήτων κάθε παραμέτρου, (γ) σύγκριση αυτών των παραμέτρων ανά ζεύγη και προσδιορισμός των συντελεστών βαρύτητας και (δ) σταθμισμένη άθροιση των παραμέτρων για τη δημιουργία του τελικού αποτελέσματος. Για την ιεραρχική δομή ακολουθείται η πρόταση του Saaty (1980), έτσι όπως διατυπώθηκε από τον Malczewski (1999). Η ιεραρχική αυτή δομή έχει ως αρχικό επίπεδο (επιδιωκόμενο στόχο) την αποτίμηση της επιδεκτικότητας, η οποία δομείται από κριτήρια, τα οποία με τη σειρά τους δομούνται από κλάσεις-κατηγορίες. Τέλος οι κλάσεις αυτές καταγράφονται στα στοιχεία χωρικής αναφοράς (χωρικές μονάδες) τα οποία τοποθετούνται στο κατώτερο επίπεδο της ιεραρχίας (Boroushaki και Malczewski 2008). Η στάθμιση των κλάσεων για κάθε παράμετρο στηρίζεται σε σύγκρισή τους ανά ζεύγη. Έστω ότι υπάρχουν n κατηγορίες σε πρώτο επίπεδο υλοποιείται μια σύγκριση n×n ζευγών και δημιουργείται το αντίστοιχο μητρώο M, βλ. Εξ.(1).

(1)

Οπου ai,j προκύπτει απο την σύγκριση της σχετικής βαρύτητας των δύο παραμέτρων σύμφωνα πάντα με την ιεραρχία που υιοθετείται. Κάθε σύγκριση


003:Layout 1

4/9/12

11:02 AM

Page 49

ΜΑΡΙΑ ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΛΚΙΑΣ

απαντά σε δύο ερωτήματα προσδιορίζοντας τη σχετική βαρύτητα της μιας μεταβλητής ως προς την άλλη. Στην ΑΙ χρησιμοποιείται μια κλίμακα: {9, 8, 7, 6, 5, 4, 3, 2, 1, 1/2, 1/3, 1/4, 1/5, 1/6, 1/7, 1/8, 1/9} (Πίνακας 2). Η τιμή 9 αντιστοιχεί στη μεγαλύτερη βαρύτητα σε σχέση με την παράμετρο ή την κατηγορία με την οποία συγκρίνεται, η τιμή 1 αντιστοιχεί σε ίδια βαρύτητα ενώ η τιμή 1/9 αντιστοιχεί στη μικρότερη σχετική βαρύτητα. Στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας οι απόψεις των εμπειρογνομώνων κωδικοποιήθηκαν μέσω των ασαφών συνόλων για κάθε κατηγορία και κάθε παράγοντα. Πίνακας 2. Ασαφείς μεταβλητές και ασαφείς αριθμοί Ασαφείς μεταβλητές (επιδεκτικότητα)

Ασαφείς αριθμοί

Πολύ υψηλή (ΠΥ)

(7,10,10,10)

Υψηλή (Υ)

(5,7,7,10)

Μέση (M)

(2,5,5,8)

Χαμηλή (Χ)

(0,3,3,5)

Πολύ χαμηλή (ΠΧ)

(0,0,0,3)

Ασαφής συνάρτηση

Στους Πίνακες 3 και 4 καταγράφεται η γνώμη των εμπειρογνωμόνων καθώς και τα βάρη των παραγόντων και των κατηγοριών των παραγόντων. Σύμφωνα με τον Πίνακα 4, οι παράγοντες βροχόπτωση, κλίση, γεωλογία, μέγιστη αναμενόμενη σεισμική επιτάχυνση, αναγνωρίστηκαν ως αυτοί με τη μεγαλύτερη βαρύτητα σύμφωνα με την προσέγγιση ΑΑΙ. Το τελικό αποτέλεσμα προκύπτει απο το άθροισμα των σταθμισμένων παραγόντων, όπου κάθε παράγοντας πολλαπλασιάζεται με το σταθμισμένο βάρος (Εξ. 2) (Malczewski 1999), (2)

όπου SFAHP είναι η τελική τιμή για κάθε pixel, wi είναι το βάρος για κάθε παράγοντα και fi είναι η σταθμισμένη τιμή για κάθε κατηγορία παράγοντα. Ο τελικός χάρτης εκτίμησης επικινδυνότητας έναντι κατολισθήσεων απεικονίζει τη χωρική κατανομή αυτής της τιμής στη χερσόννησο της Πελοποννήσου.

49


003:Layout 1

50

4/9/12

11:02 AM

Page 50

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 41-58

Πίνακας 3. Κατηγορίες, επιδεκτικότητας σε κατολίσθηση, ασαφείς τιμές και βάρη ΑΑΙ για τις παραμέτρους που σχετίζονται με την ανάλυση κατολισθήσεων. Παράμετροι

Κατηγορίες

(Εμπειρογνώμονες), Βάρη ΑΑΙ ΑσαφήςΤιμή

Κάλυψη Γης

Τεχνητές επιφάνειες

(Υ,M,M)

0.37

Αγροτικές εκτάσεις

(M,Υ, Υ)

0.41

Δασικές/Φυσικές εκτάσεις

(Χ,Χ,M)

0.22

Φυλλίτες/ γνεύσιοι

(Χ,M,Χ)

0.08

Ασβεστόλιθοι

(Χ,Χ,Χ)

0.06

Σχιστόλιθοι

(M,M,M)

0.11

Νεογενή

(Υ,ΠΥ,M)

0.16

Τεταρογενή

(Υ,ΠΥ,M)

0.16

Φλύσχης

(ΠΥ,ΠΥ,ΠΥ)

0.22

Μεταβατική σειρά

(M,Χ,M)

0.10

<750 mm

(Χ,ΠΧ,M)

0.09

750 - 880 mm

(M,Χ,Υ)

0.16

881 - 990 mm

(M,M, Υ)

0.19

991 - 1170 mm

(Υ,Υ,ΠΥ)

0.26

>1170 mm

(ΠΥ,ΠΥ,ΠΥ)

0.30

<2.20 m/s2

(Χ,ΠΧ, Χ)

0.08

Γεωλογία

Βροχόπτωση

Μέγιστη αναμενόμενη σεισμικη επιτάχυνση

2.20-2.50 m/s2

(Χ,Χ,Χ)

0.10

2

(M,M,M)

0.19

2

(Υ,Υ, Υ)

0.28

>3.10 m/s

(ΠΥ,ΠΥ,ΠΥ)

0.35

<132 m

(Χ,ΠΧ,Χ)

0.08

132-330 m

(Χ,Χ,M)

0.14

331-600 m

(Υ,M,M)

0.23

601-880 m

(Μ,Υ,Υ)

0.26

>880 m

(M,ΠΥ,Υ)

0.29

(ΠΧ,ΠΧ, Χ)

0.06

(Χ,Χ,Χ)

0.11

(M,M,M)

0.19

(Υ,Υ,Υ)

0.28

>15

(ΠΥ,ΠΥ,ΠΥ)

0.36

Επίπεδη

(Χ,ΠΧ,M)

0.11

Βόρεια Ανατολική

(Υ,Υ,M) (M,M,M)

0.24 0.19

Νότια

(M,M,M)

0.19

Δυτική

(Υ,Υ,Υ)

0.27

2.51-2.90 m/s 2.91-3.10 m/s 2

Υψόμετρο

Κλίση

<2

o o

2-6

o

7-10

o

11-15 o

Διεύθυνση κλίσης

ΠΧ: Πολύ χαμηλή, Χ: Χαμηλή, Μ: Μεσαία, Υ: Υψηλή, ΠΥ: Πολύ υψηλή. AAI: Ασαφής αναλυτική ιεράρχηση.


003:Layout 1

4/9/12

11:02 AM

Page 51

ΜΑΡΙΑ ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΛΚΙΑΣ

Πίνακας 4. Βάρη για κάθε παράμετρο σύμφωνα με την αξιολόγηση των έμπειρογνωμόνων και την Ασαφή Αναλυτική Ιεράρχηση (AAI) Παράμετροι

Βαρύτητα παραμέτρων σύμφωνα με την αξιoλόγηση εμπειρογνωμόνων

Βάρη παραμέτρων σύμφωνα με την AAI

Κάλυψη γης

(M,M,Υ)

0.11

Γεωλογία

(ΠΥ, ΠΥ,Υ)

0.17

Βροχοπτωση

(ΠΥ, ΠΥ,ΠΥ)

0.18

Μέγιστη αναμενόμενη σεισμική επιτάχυνση

(Υ,Υ, Υ)

0.15

Υψόμετρο

(M, Χ,Υ)

0.09

Κλίση

(ΠΥ,ΠΥ,ΠΥ)

0.18

Διεύθυνση κλίσης

(Υ,M,M)

0.12

ΠΧ: Πολύ χαμηλή, Χ: Χαμηλή, Μ: Μεσαία, Υ: Υψηλή, ΠΥ: Πολύ υψηλή.

Η διαβάθμιση της επιδεκτικότητας έναντι του κινδύνου κατολισθήσεων για την Πελοπόννησο όπως υπολογίστηκε μέσω της μεθόδου ΑΑΙ απεικονίζεται στην Εικόνα 2. Για τον έλεγχο και την επικύρωση του μοντέλου πραγματοποιήθηκε κατηγοριοποιήση του χάρτη εκτίμησης κινδύνου κατολισθήσεων σε κατηγορίες πολύ μικρής έως μικρής, μέσης, μεγάλης και πολύ μεγάλης επιδεκτικότητας, χρη-

Εικόνα 2. Χάρτης ζωνών επιδεκτικότητας κατολισθήσεων στην Πελοπόννησο.

51


003:Layout 1

52

4/9/12

11:02 AM

Page 52

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 41-58

σιμοποιώντας κατηγοριοποίηση με βάση την τυπική απόκλιση (Ayalew κ.ά. 2005). Η υπέρθεση του χάρτη με τις καταγραφές συμβάντων κατολισθήσεων έδειξε ότι ~ 70% από αυτά βρίσκονται στις ζώνες που έχουν χαρακτηριστεί ως ζώνες μεγάλης και πολύ μεγάλης επιδεκτικότητας από το προτεινόμενο μοντέλο. Τα παραπάνω αποτελέσματα δείχνουν ένα μοντέλο με ικανοποιητική ακρίβεια στα πλαίσια της κλίμακας εργασίας. Φαίνεται δε ότι η αξιοποίηση των εμπειρογνωμόνων βοηθά στην εξομάλυνση ασαφειών ή και ελλείψεων στα δεδομένα τα οποία οφείλονται στην κλίμακα εργασίας.

4. Γεωγραφική κατανομή της διακινδύνευσης Σύμφωνα με τον ορισμό των Ηνωμένων Εθνών (UNDRO 1979), η διακινδύνευση προσδιορίζεται από τρείς παράγοντες: τον κίνδυνο (πιθανότητα εκδήλωσης ενός καταστροφικού φαινομένου), τα στοιχεία υπό κίνδυνο και την τρωτότητα. Στην παρούσα εργασία πραγματοποιείται μια προκαταρκτική ανάλυση διακινδύνευσης, με στόχο να αναδείξει κύριες τάσεις περισσότερο από το να εκτιμήσει με ακρίβεια τη διακινδύνευση σε κάθε θέση στην περιοχή έρευνας. Η διακινδύνευση αναφέρεται στις αναμενόμενες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές αλλά και σε οικονομικές καταστροφές, ενώ η τρωτότητα αναφέρεται στο βαθμό βλάβης των στοιχείων υπό κίνδυνο (Coburn κ.ά. 1991, Glade 2003). Πολλοί συγγραφείς έχουν ενσωματώσει την έννοια της τρωτότητας στην ανάλυση διακινδύνευσης έναντι κατολισθήσεων (Brabb 1984, Hearn και Griffith 2001, Leone κ.ά. 1996, Leroi 1996). Πρόκειται όμως για μια παράμετρο η οποία είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί καθώς οι κατολισθήσεις είναι πολύπλοκες διεργασίες και μπορεί να έχουν πολλές και σε διαφορετικά επίπεδα συνέπειες. Το πρώτο βήμα για την προκαταρκτική αποτίμηση της διακινδύνευσης είναι η επιλογή και η κατηγοριοποίηση των στοιχείων που τελούν υπό κίνδυνο. Τα στοιχεία υπό κίνδυνο υποδιαιρούνται σε γενικά κτίρια, υποδομές μεταφορών, πληθυσμιακή πυκνότητα και σε δίκτυα κοινής ωφέλειας (αγωγοί κ.λπ.) (Humbert 1976, DRM 1990, Kong 2002). Κατά τη διαδικασία διερεύνησης της χωρικής κατανομής του βαθμού επικινδυνότητας έναντι κατολισθήσεων στην Πελοπόννησο και της προκαταρκτικής αποτίμησης της διακινδύνευσης, έγινε επιλογή, συλλογή και επεξεργασία των κατάλληλων χωρικών δεδομένων για τον προσδιορισμό των στοιχείων υπό κίνδυνο. Τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν είναι η πυκνότητα του πληθυσμού, όπως αυτή προέκυψε σύμφωνα με την απογραφή του 2001, και το κύριο οδικό δίκτυο της περιοχής μελέτης. Επιπρόσθετα, χρησιμοποιήθηκαν τα διοικητικά όρια των δήμων Καλλικράτη και τα όρια των πυρόπληκτων δήμων από τις μεγαπυρκαγιές του 2007. Τα πληθυσμιακά στοιχεία αφορούν τα δημοτικά διαμερίσματα και κατηγοριοποιήθηκαν στις παρακάτω κατηγορίες πυκνότητας: πολύ μικρή (0-10 κάτοικοι / km2), μικρή (10-20 κάτοικοι / km2), μέση (20-100 κάτοικοι / km2) μεγάλη (100-200 κάτοικοι / km2) και πολύ μεγάλη (< 200 κάτοικοι / km2). Επίσης χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα που αφορούν στο εθνικό και στο κύριο επαρχιακό οδικό δίκτυο. Επιπρόσθετα, κρίθηκε σκόπιμο να προσδιοριστούν τα όρια των πυρόπληκτων δήμων και να εισαχθούν στην προκαταρκτική ανάλυση διακινδύνευσης και οι εκτάσεις που έχουν πληγεί από τις πυρκαγιές του 2007 και οι οποίες είναι εξαιρετικά ευπαθείς σε μελλοντικά κατολισθητικά φαινόμενα.


003:Layout 1

4/9/12

11:02 AM

Page 53

ΜΑΡΙΑ ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΛΚΙΑΣ

Από το χάρτη ζωνών επιδεκτικότητας σε εκδήλωση κατολίσθησης, φαίνεται ότι οι τιμές πολύ υψηλής επιδεκτικότητας συγκεντρώνονται κυρίως στο βόρειο παράκτιο, στο βορειοδυτικό και στο νοτιοδυτικό τμήμα της Πελοπονήσου, με μικρούς θύλακες υψηλής επιδεκτικότητας στο εσωτερικό και κεντρικό τμήμα. Συνολικά, το 44,2% (10850 km2) της περιοχής μελέτης χαρακτηρίζεται από μεσαία έως πολύ μεγάλη επιδεκτικότητα. Η ζώνη πολύ μεγάλης επιδεκτκότητας καλύπτει 1355 km2 της Πελοποννήσου (~ 5% του συνόλου της έκτασης της περιοχής μελέτης). Οι δήμοι που εμφανίζουν μεγάλη έκταση σε ζώνες πολύ μεγάλης επικινδυνότητας βρίσκονται στη βόρεια Πελοπόννησο και εντοπίζονται κυρίως στην παράκτια ζώνη του Κορινθιακού (Πάτρα-Ξυλόκαστρο). Απαντούν επίσης στα σύνορα Αχαΐας, Ηλείας και Αρκαδίας, αλλά και στην ορεινή Αχαΐα. Στη νότια και νοτιοδυτική Πελοπόννησο αφορούν κυρίως τη δυτική και ανατολική Μεσσηνία και τις δυτικές παρυφές του Ταΰγετου. Επίσης εντοπίζονται μικροί θύλακες στο εσωτερικό της Πελοποννήσου όπου παρατηρούνται υψηλές τιμές επιδεκτικότητας.

Εικόνα 3. Χάρτης περιοχών με μεγάλη επιδεκτικότητα σε κατολίσθηση οι οποίες χαρακτηρίζονται και από μεγάλη πληθυσμιακή πυκνότητα > από 100 κάτοικοι ανά km2 ή βρίσκονται εντός ζώνης 200m από το κύριο οδικό δίκτυο

Σύμφωνα με το χάρτη (Εικόνα 3) ο οποίος είναι το αποτέλεσμα του συνδυασμένου τριπλού κριτηρίου (μεγάλη επιδεκτικότητα σε εκδήλωση κατολίσθησης ΚΑΙ περιοχές μεγάλης πληθυσμιακής πυκνότητας ΚΑΙ εγγύτητα στο κύριο οδικό δίκτυο), υπολογίστηκε ότι η έκταση αυτών των περιοχών είναι 285.890 στρέμματα. Οι περιοχές αυτές εντοπίζονται στο οδικό δίκτυο Κορίνθου-Πατρών, Πατρών-Τρίπολης (τμήμα από Πάτρα έως Καλάβρυτα), Πύργου-Τρίπολης και Πύργου-Μεγαλόπολης, Καλαμάτας-Σπάρτης και Καλαμάτας- Πύλου. Επίσης,

53


003:Layout 1

54

4/9/12

11:02 AM

Page 54

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 41-58

σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ανάλυσης εντοπίζονται δύο ζώνες με μεγάλη πληθυσμιακή πυκνότητα και μεγάλη επιδεκτικότητα σε εκδήλωση κατολίσθησης στην Ηλεία και την Μεσσηνία.

Εικόνα 4. Χάρτης περιοχών με μεγάλη επιδεκτικότητα σε κατολίσθηση και περιοχές πυρόπληκτων δήμων

Συνδυάζοντας επίσης το κριτήριο μεγάλη επιδεκτικότητα σε κατολίσθηση ΚΑΙ περιοχή πυρόπληκτων δήμων πραγματοποιήθηκε εκτίμηση της έκτασης αυτής (Εικόνα 4). Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ανάλυση προέκυψε ότι στους πυρόπληκτους δήμους περίπου το 1/3 της έκτασής τους (~ 2.8 εκ. στρέμματα) βρίσκεται σε περιοχές μεγάλης και πολύ μεγάλης επιδεκτικότητας ενώ και πάλι οι Νομοί Ηλείας και Μεσσηνίας εμφανίζουν την μεγαλύτερη διακινδύνευση.

5. Συμπεράσματα Η αξιοποίηση μεθόδων χωρικής ανάλυσης που βασίζονται στη Γεωπληροφορική αποτελεί ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό πλαίσιο για τη διαχείριση του κινδύνου από φυσικές καταστροφές σε περιφερειακή κλίμακα. Ιδιαίτερα για τη χαρτογράφηση της επιδεκτικότητας σε εκδήλωση κατολίσθησης, η προτεινόμενη μεθοδολογία που βασίζεται στην Ασαφή Αναλυτική Ιεράρχηση έδωσε αρκετά ικανοποιητικά αποτελέσματα. Από την εφαρμογή της μεθόδου στην Πελοπόννησο φαίνεται ότι το ορεινό τμήμα του Νομού Αχαΐας, το μεγαλύτερο τμήμα του Νομού Ηλείας, το βορειοδυτικό τμήμα της Αρκαδίας καθώς και η δυτική Μεσσηνία χα-


003:Layout 1

4/9/12

11:02 AM

Page 55

ΜΑΡΙΑ ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΛΚΙΑΣ

ρακτηρίζονται από υψηλή επιδεκτικότητα σε εκδήλωση κατολίσθησης. Επιπρόσθετα, η αρχική αποτίμηση της διακινδύνεσης περιοχών με έντονη ανθρώπινη παρουσία και σημαντικές υποδομές έδειξε ότι οι κύριες ζώνες υψηλής διακινδύνευσης εντοπίζονται σε θύλακες της παράκτιας ζώνης Πάτρας-Ξυλόκαστρου, στην κεντρική Ηλεία στα όρια των Νομών Ηλείας-Αρκαδίας καθώς και σε περιοχές της ανατολικής και της δυτικής Μεσσηνίας. Το φαινόμενο είναι ακόμη πιο έντονο για τις περιοχές της Ηλείας και της Ορεινής καθώς αποτελούν πυρόπληκτες περιοχές από τις μεγαπυρκαγίες του 2007. Στις μελλοντικές εργασίες περιλαμβάνεται η διερεύνηση βελτιστοποίησης της χαρτογράφησης της επιδεκτικότητας με τη χρήση στατιστικών μεθόδων καθώς και η προσπάθεια ποσοτικοποίησης του κινδύνου ένταντι εκδήλωσης κατολίσθησης. Η προτεινόμενη μέθοδος –με τις κατάλληλες τροποποιήσεις– θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και σε μια ευρύτερη προσπάθεια αποτίμησης και χαρτογράφησης του κατολισθητικού κινδύνου σε ε��νικό επίπεδο. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Γκαζέτας, Γ. και Μπουκουβάλας, Γ. (1992), «Αντισεισμικός υπολογισμός τοίχων αντιστηρίξεως και λιμενικών κρηπίδων», Αφιέρωμα στην Εδαφομηχανική, Δελτίο ΣΠΜΕ 209: 34-46. Ζιούρκας, Κ. (1989), Κατολισθητικά φαινόμενα στον Ελληνικό χώρο, Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Γεωλογίας, Πανεπιστήμιο Πατρών. ΙΓΜΕ (2010), Αρχείο κατολισθήσεων Ελλάδας (τελευταία πρόσβαση 6 Φεβρουαρίου 2010, http://portal.igme.gr/portal/page?_pageid=33,77250&_dad=portal&schema=PORTAL). Κούκης, Γ. (1980), «Κατολισθητικά φαινόμενα στον Ελληνικό χώρο και η σημασία τους στην οδοποιία», Δελτίο ΚΕΔΕ 2: 106-149. Κούκης, Γ. και Ρόζος, Δ. (1982), «Γεωτεχνικές συνθήκες και κατολισθητικές κινήσεις στον Ελληνικό χώρο σε σχέση με τη γεωλογική δομή και γεωτεκτονική εξέλιξη», Ορυκτός Πλούτος 16: 53-97. Κούκης, Γ. και Ζιούρκας, Κ. (1989), «Κατολισθητικές κινήσεις στον Ελληνικό χώρο – Στατιστική Θεώρηση», Ορυκτός Πλούτος 58: 39-58. Κούκης, Γ. και Σαμπατακάκης, Ν. (2007), Γεωλογία τεχνικών έργων, Αθήνα: Παπασωτηρίου. Μαρίνος, Π., Κούκης, Γ., Στουρνάρας, Γ. και Σκια, Σ. (1986), «Κατολισθητικά φαινόμενα από τους σεισμούς των Αλκυονίδων 1981. Σύνδεση με τα ενεργά ρήγματα και χωροταξικός σχεδιασμός της περιοχής», Δελτίο ΚΕΔΕ 3-4: 93-105. Φερεντίνου, Μ. (2004), Εκτίμηση του κινδύνου των κατολισθήσεων με τεχνητά νευρωνικά δίκτυα σε περιβάλλον Γεωγραφικών Πληροφοριακών Συστημάτων, Διδακτορική Διατριβή, Σχολή Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών, ΕΜΠ. Aleotti, P. και Chowdhury, R. (1999), «Landslide hazard assessment: summary review and new perspectives», Bull Eng Geo Environ 58: 21-44. Ayalew, L., Yamagishia, H., Maruib, H. και Takami, K. (2005), «Landslides in Sado Island of Japan: Part II. GIS-based susceptibility mapping with comparisons of results from two methods and verifications», Engineering Geology 81(4): 432-445. Ayalew, L. και Yamagishi, H. (2005), «The application of GIS-based logistic regression for landslide susceptibility mapping in the Kakuda-Yahiko Mountains Central Japan», Geomorphology 65: 15-31. Banai, R. (1993), «Fuzziness in geographical information systems: contributions from the analytic hierarchy process», International Journal of Geographical Information Systems 7: 315-329. Boroushaki, S. και Malczewski, J. (2008), «Implementing an extension of the analytical hierarchy process using ordered weighted averaging operators with fuzzy quantifiers in ArcGIS», Computers & Geosciences 34: 399-410. Brabb, E.E. (1984), «Innovative approaches to landslide hazard and risk mapping», στο Proceedings of 4th International symposium on landslides, Τορόντο, 16-21 Σεπτεμβρίου 1984, σ. 307-323. Brent, A.C., Rogers, D.E.C., Ramabitsa-Siimane, T.S.M. και Rohwer, M.B. (2007), «Application of the analytical hierarchy process to establish health care waste management systems that minimize infection risks in developing countries», European Journal of Operational Research 181: 403-424.

55


003:Layout 1

56

4/9/12

11:02 AM

Page 56

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 41-58

Caniani, D., Pascale, S., Francesco, S. και Sole, A. (2008), «Neural networks and landslide susceptibility: a case study of the urban area of Potenza», Natural Hazards 45: 55-72. Carrara, A., Cardinali, M., Detti, R., Guzzetti, F., Pasqui, V. και Reichenbach, P. (1991), «GIS techniques and statistical models in evaluating landslide hazard», Earth Surface Processes and Landforms 16: 427-445. Chang, H. και Kim, N.K. (2004), «The evaluation and the sensitivity analysis of GIS-based landslide susceptibility models», Geosciences Journal 8(4): 415-423. Cheng, C.H. και Mon, D.L. (1994), «Evaluating weapon system by Analytical Hierarchy Process based on fuzzy scales», Fuzzy Sets and Systems 63: 1-10. Coburn, A.W., Spence, R.J.S. και Pomonis, A. (1991), Disaster Mitigation, UNDP Disaster Management Training Programme. Corominas, J., Esgleas, J. και Baeza, C. (1990), «Risk mapping in the Pyrenees area: a case study», στο Sinniger, R., Mombaron, M. (επιμ.), Hydrology in Mountainous Regions. II – Artificial Reservoirs: Water and Slopes, Proceedings of two Lausanne Symposia, IAHS Publ. no. 194: 425-428. Cruden, D.M. και Varnes, D.J. (1996), «Landslide types and processes», στο Turner, A.K. και Schuster, R.L. (επιμ.), Landslides: Investigation and Mitigation, Special Report. National Academy Press, Washington, DC: 36-75. Dai, F.C., Lee, C.F. και Ngai, Y.Y. (2002), «Landslide risk assessmet and management: an overview», Engineering Geology 64: 65-87. Dey, P.K. και Ramcharan, E.K. (2008), «Analytic hierarchy process helps select site for limestone quarry expansion in Barbados», Journal of Environmental Management 88: 1384-1395. Duman, T.Y., Can, T., Gokceoglu, C. και Nefeslioglu, H.A. (2005), «Landslide Susceptibility Mapping of Cekmece area (Instabul Turkey) by conditional probability», Hydrol. Earth Syst. Sci. Discuss 2: 155-208. Dussauge-Peisser, C., Helmstetter, A., Grasso, J.R., Hantz, D., Desvarreux, P., Jeannin, M. και Giraud, M. (2002), «Probabilistic approach to rock fall hazard assessment: potential of historical data analysis», European Geophysical Society Natural Hazards and Earth System Sciences 2: 15-26. DRM – Délégation aux Risques Majeurs (1990), Les études préliminaires à la cartographie réglementaire des risques naturels majeurs. Secrétariat d’Etat auprès du Premier Ministre charge de l’Environnement et de la Prévention des Risques technologiques et naturels majeurs, Παρίσι: La Documentation Française. 143. EM-DAT (2003), The OFDA/CRED International Disaster Database, www.em-dat.net, Βρυξέλλες: Université Catholique de Louvain. Ercanoglu, M. (2005), «Landslide susceptibility assessment of SE Bartin (West Black Sea region Turkey) by artificial neural networks», European Geosciences Union Natural Hazards and Earth System Sciences 5: 979-992. Ercanoglu, M. και Gokceoglu, C. (2001), «Assessment of landslide susceptibility for landslideprone area (north of Yenice, NW Turkey) by fuzzy approach», Env. Geology 41, 720-730. Ermini, L., Catani, F. και Casagli, N. (2005), «Artificial neural networks applied to landslide susceptibility assessment», Geomorphology 66, 327-343. Ferentinou, M.D. και Sakellariou, M.G. (2005), «Assessing landslide hazard on medium and large scales using self-organising maps», στο Hungr, O., Fell, R., Couture, R. και Eberhardt, E. (επιμ.), Landslide risk Management, Joint 2005 International Conference on Landslide Risk Management/18th Annual Vancouver Geotechnical Society Symposium, Taylor & Francis: 639-648. Glade, T. (2003), «Vulnerability assessment in landslide risk analysis», Die Erde 134: 121-138. Gorsevski, P.V., Jankowski, P. και Gessler, P.E. (2006), «An heuristic approach for mapping landslide hazard by integrating fuzzy logic with analytic hierarchy process», Control and Cybernetics 35(1): 121-146. Gournellos, T., Chalkias, C. και Tsagas, D. (2006), «Landslide susceptibility Zonation of Greece using Fuzzy Logic and GIS», Geographies 12: 114-126 (στα ελληνικά). Guzzetti, F., Carrara, A., Cardinali, M. και Reichenbach, P. (1999), «Landslide hazard evaluation: a review of current techniques and their application in a multi-scale study central Italy», Geomorphology 31: 181-216. Hearn, G.J. (1995), «Landslide and erosion hazard mapping at Ok Tedi copper mine Papua New Guinea», Quarterly Journal of Engineering Geology & Hydrology 28(1): 47-60.


003:Layout 1

4/9/12

11:02 AM

Page 57

ΜΑΡΙΑ ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΥ, ΧΡΙΣΤΟΣ ΧΑΛΚΙΑΣ

Hearn, G.J. και Griffiths, J.S. (2001), «Landslide hazard mapping and risk assemement”, στο Griffiths, J.S. (επιμ.), Land surface Evaluation for engineering Practice, Λονδίνο: Geological society 18, 43-52. Hervás, J. (επιμ.) (2007), Guidelines for Mapping Areas at Risk of Landslides in Europe, Proc. Experts Meeting, JRC, Ispra, Ιταλία, 23-24 Οκτωβρίου 2007. Heymann, Y., Steenmans, C., Croisille, G. και Bossard, M. (1994), "CORINE land cover project” Technical guide, Directorate General Environment, Nuclear Safety and Civil Protection, ECSC-EEC-EAEC, Βρυξέλλες και Λουξεμβούργο: European Commission. Humbert, M. (1976), «La cartographie en France des Zones Exposées à des Risques liés aux Mouvements du Sol» Cartes ZERMOS, IAEG Bull 16: 80-82. IFRC (2003), «International Federation of Red Cross abd Red Crescent societies», Climate Change Center. IPCC (2001), «Intergovernmental Panel on Climate Change. Third Assessment Report. Climate Change 2001», στο Impacts Adaptation and vulnerability, http://www.grida.no/climate/ ipcc_tar/wg2/index.htm. Intarawichian, N. και Dasananda, S., (2010), «Analytical Hierarchy Process for Landslide Susceptibility mapping in Lower Mae Chaem Watershed», Northern Thailand, Suranaree, J. Sci. Technol. 17(3): 277-292. Jibson, R.W., Harp, E.L. και Michael, J.A. (2000), «A Method for Producing Digital Probabilistic Seismic Landslide Hazard Maps: An Example from the Los Angeles California Area», Engineering Geology 58: 271-289. Jiménez-Perálvarez, J. D., Irigaray, C., Hamdouni, R.El. και Chacón, J. (2009), «Building models for automatic landslide-susceptibility analysis, mapping and validation in ArcGIS», Natural Hazards 50(3): 571-590. Juan, S., Quangong, C., Ruijun, L. και Wenlan, J. (2004): «An application of the analytic hierarchy process and fuzzy logic inference in a decision support system for forage selection New Zealand», Journal of Agricultural Research 47: 327-331. Jurko, J., Paudits, P. και Vlcko, J. (2006), «Landslide susceptibility map of Liptovska kotlima basin using GIS, The Geological Society of London», IAEG paper 162: 1-7. Kong, W.K. (2002), Risk assessment of slopes, Q J Eng Geol 35(3): 213-222. Koukis, G., Rozos, D. και Hadzinakos, I. (1997), «Relationship between rainfall and landslides in the formations of Achaia», στο P.G. Marinos, G.C. Koukis, G.C. Tsiambaos και G.C. Stournaras (επιμ.), Proc. of the Symp. on Eng. Geol. and Env., Ρότερνταμ: Balkema. Koukouvelas, I. και Doutsos, T. (1996), «Implications of structural segementation during earthquakes: the 1995 Egion earthquake. Gulf of Corinth», J. Struct. Geol. 18: 1381-1388. Kreimer, A., Arnold, M. και Carlin, A. (επιμ.) (2003), Building safer cities. The future of disaster risk, Disaster risk Managemement series N. 3, The worldbank. Ladas, I., Fountoulis, I και Mariolakos, I. (2007), «Using GIS & Multicriteria Decision Analysis in landslide sucseptibility mapping. Case study in Messinia prefecture area (SW Peloponnesus, Greece)», Proc. 11th International Conference of the Geological Society of Greece, Αθήνα, 24-26 Μαϊου 2007, Bull. Geol. Soc. Greece XXXX/4: 1973-1985. Lee, E.M. και Jones, D.K.C. (2004), Landslide risk assessment, Λονδίνο: Thomas Telford. Lee, S. και Min, K. (2001), «Statistical analysis of landslide susceptibility at Yongin Korea», Environmental Geology 40: 1095-1113. Leone, F., Aste, J.P. και Leroi, E. (1996), «Vulnerability assessment of elements exposed to massmoving: working toward a better risk perception», στο Senneset, K. (επιμ.), Landslides, Ρότερνταμ: Balkema: 263-269. Leroi, E. (1996), «Landslide hazard. Risk maps at different scales: objectives, tools and developments», στο K. Senneset (επιμ.), Landslides-Glissements de terrain, VII International Symposium on Landslides, Ρότερνταμ: Balkema: 35-51. Magliulo, P., Lisio, A., Russo, F. και Zelano, A. (2008), «Geomorphology and landslide susceptibility assessment using GIS and bivariate statistics: a case study in southern Italy», Natural Hazards 47(3): 411-435. Malczewski, J. (1999), GIS and Multicriteria Decision Analysis, Νέα Υόρκη: John Wiley & Sons. Melchiorre, C., Matteucci, M. και Remondo, J. (2006), «Artificial Neural Networks and Robustness Analysis in Landslide Susceptibility Zonation», International Joint Conference on Neural Networks, Βανκούβερ. Mikhailov, L. (2003), «Deriving priorities from fuzzy pair wise comparison judgments», Fuzzy Sets and Systems 134: 365-385.

57


003:Layout 1

58

4/9/12

11:02 AM

Page 58

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 41-58

Miller, D. και Sias, J. (1998), «Deciphering large landslides: coupling hydrology groundwater and slope stability models through GIS», Hydrologic Processes 12: 923-941. MunichRe (2004), «Topics Geo», στο Annual Review: Natural Catstrophes. Nadim, F., Kjekstad, O., Peduzzi, P., Herold, C. και Jaedicke, C. (2006), «Global landslide and avalanche hotspots», Landslides 3, 159-173. Pan, X., Nakamura, H., Nozaki, T. και Huang, X. (2008), «A GIS-based landslide hazard assessment by multivariate analysis», Journal of the Japan Landslide Society 45(3): 187-195. Papathanasiou, G. (2010), «Estimating slope failure potential in an earthquake prone area: a case study at Skolis Mountain, NW Peloponnesus, Greece», Bull Eng Geol Environ, Springer-Verlang, DOI 10.1007/s10064-010-0344-5. Pathak, S., Poudel, R.K. και Kansakar, B.R. (2006), «Application of Probabilistic Approach in Rock Slope Stability Analysis. An Experience from Nepal Disaster Mitigation of Debris Flows, Slope Failures and Landslides», στο H. Marui κ.ά. (επιμ.), Proceedings of the INTERPRAEVENT International Symposium Disaster Mitigation of Debris Flows, Slope Failures and Landslides, Japan 2: 797-802. Pellegrini, G.B. και Surian, N. (1996), «Geomorphological study of the Fadalto landslide Venetian Prealps Italy», Landslides in the European Union 15: 337-350. Pradhan, B. και Lee, S. (2009), «Landslide risk analysis using artificial neural net-work model focusing on different training sites», International Journal of Physical Sciences 4: 1-15. Rozos, D., Bathrellos, G.D. και Skillodimou, H.D. (2009), «Comparison of the implementation of rock engineering system and analytic hierarchy process methods, upon landslide susceptibility mapping, using GIS: a case study from the Eastern Achaia County of Peloponnesus, Greece», Environmental Earth Sciences Springer Berlin / Heidelberg, http://dx.doi.org/ 10.1007/s12665-010-0687-z. Rossi, M., Apuani, T. και Felletti, F. (2009), «A comparison between univariate probabilistic and multivariate (logistic regression) methods for landslide susceptibility analysis: the example of the Febbraro valley (Northern Alps Italy)», Geophysical Research Abstracts 1: 1-2. Saaty, T.L. (1977), «A scaling method for priorities in hierarchical structures», Journal of Mathematical Psychology 15: 234-281. Saaty, T.L. (1980), The Analytic Hierarchy Process, Νέα Υόρκη: McGraw-Hill. Sakellariou, M.G. και Ferentinou, M.D. (2001), «GIS-based estimation of slope stability», Nat Hazards Rev 2: 12-21. Santacana, N., Baeza, B., Corominas, J., De Paz, A. και Marturia, J. (2003), «A GIS-Based Multivariate Statistical Analysis for Shallow Landslide Susceptibility Mapping in La Pobla de Lillet Area (Eastern Pyrenees Spain)», Natural Hazards 30: 281-295. Schwab, J.C., Gori, P.L. και Jeer, S. (επιμ.) (2005), Landslide hazards and planning, American Planning Association Planning Advisory Service Report no. 533/534: 208. Soeters, R. και van Westen, C.J. (1996), «Slope instability recognition, analysis, and zonation», στο A.K. Turner και R.L. Schuster (επιμ.), Landslides, investigation and mitigation, Ουάσινγκτον: National Academy Press (Transportation Research Board, National Research Council, Special Report): 129-177. Sredjevic, B. και Medeiros, Y.D.P. (2008), «Fuzzy AHP Assessment of Water Management Plans», Water Resources Management 22: 877-894. Stournaras, G., Tsimpidis, G., Tsoumanis, P., Yannatos, G. και Guillande, R. (1998), «Instability Phenomena in the Neogenne Deposits of Northern Peloponnese», Bulletin of engineering Geology and the Environment 57: 65-68. Thiebes, B., Bell, R. και Glade, T. (2007), «Deterministic landslide susceptibility analysis using SINMAP. Case study in the Swabian Alb Germany», στο Proceedings of the conference “Geomorphology for the Future”, Obergurgl, Αυστρία. UNDP (2004), Reducing disaster risk, United Nations Development Programme, Bureau for Crisis Prevention and Recovery, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ. Van Westen, C.J. και Terlien, M.T.J. (1996), «An approach towards deterministic landslide hazard analysis in GIS. A case study from Manizales (Colombia)», Earth Surface Processes, 21: 853-868. Van Westen, C.J., Rengers, N. και Soeters, R. (2003), «Use of geomorphological information in indirect landslide susceptibility assessment», Natural hazards 30(3): 399-419. Zadeh L.A., (1965), «Fuzzy Sets», Information and Control, 8: 338-353. Zhu, L. και Huang, J. (2006), «GIS-based logistic regression method for landslide susceptibility mapping in regional scale», Journal of Zhejiang University SCIENCE A 7.


004:Layout 1

4/9/12

11:03 AM

Page 59

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΡΩΝΙΔΗΣ

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΙΑΒΡΩΣΗΣ ΤΩΝ ΕΔΑΦΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΛΕΚΑΝΩΝ ΑΠΟΡΡΟΗΣ Δημήτρης Μυρωνίδης1

ΠΕΡIΛΗΨΗ Το έδαφος είναι ένα δυναμικό οικοσύστημα το οποίο επιτελεί διάφορες λειτουργίες και προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στον άνθρωπο. Το έδαφος υπόκειται σε μια σειρά από διεργασίες και απειλές, όπως είναι ο κίνδυνος διάβρωσης, που μπορούν υπό ξηρές και ημίξηρες συνθήκες να οδηγήσουν στην πλήρη ερημοποίησή του. Λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα του κινδύνου, είναι απαραίτητο να εφαρμόσουμε εξελιγμένες τεχνικές για την εκτίμηση του μεγέθους της διάβρωσης. Ο συνδυασμός του μοντέλου διάβρωσης της Παγκόσμιας Εξίσωσης της Εδαφικής Απώλειας (USLE) με το Γεωγραφικό Σύστημα Πληροφοριών ArcGIS χρησιμοποιήθηκε για την εκτίμηση του κινδύνου διάβρωσης των εδαφών της ελληνικής επικράτειας. Η αποτίμηση πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας τα καλύτερα διαθέσιμα γεωγραφικά δεδομένα, ενώ τα αποτελέσματα της ανάλυσης συγκρίθηκαν με ανάλογα αποτελέσματα των μοντέλων διάβρωσης (PESERA και SERAE). Η χαρτογράφηση των περιοχών που διατρέχουν κίνδυνο διάβρωσης δύναται ακολούθως να χρησιμοποιηθεί στον προγραμματισμό αντιδιαβρωτικών έργων στις λεκάνες απορροής, ενώ παράλληλα καλύπτει κατά ένα μέρος τις υποχρεώσεις σχετικής Ευρωπαϊκής Οδηγίας. Λέξεις κλειδιά: USLE, κίνδυνος διάβρωσης, GIS, αντιδιαβρωτικά έργα.

An assessment of the soil erosion risk in the Greek territory as a tool for the management of watersheds Myronidis Dimitris ABSTRACT Soil is a dynamic ecosystem which performs many different functions and offers valuable services to humans. Soil is usually underlain under a series of processes and threats, as the erosion risk, which at arid or semi arid conditions can lead to its desertification. Taking into account the importance of the risk, it is necessary to apply sophisticated techniques in order to determine the erosion risk. The combination of the Universal Soil Loss Model (USLE) soil erosion model with the Geographical Information System ArcGIS was used in order to estimate the erosion risk of the Greek Territory. The assessment was realized based on the best available Geographical Data, while the analysis results were compared to the results of other erosion models (PESERA, SERAE). Furthermore, mapping the areas at erosion risk can be used for planning erosion control works in the watersheds while it partially covers the obligations of relevant E.U. Directive. Key words: USLE, Erosion Risk, GIS, erosion control.

1. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Δασολογίας και Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος, τηλ. 2310-992736, Τ. Θ. 268, 54124 Θεσσαλονίκη, myronid@gmail.com.

59


004:Layout 1

60

4/9/12

11:03 AM

Page 60

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 59-69

1. Εισαγωγή Το έδαφος αποτελεί, ουσιαστικά, μη ανανεώσιμο πόρο και ένα πολύ δυναμικό σύστημα, το οποίο επιτελεί πολλές λειτουργίες και προσφέρει υπηρεσίες ζωτικής σημασίας για τις δραστηριότητες του ανθρώπου και την επιβίωση των οικοσυστημάτων (Ε.Ε. COM 232 2006). Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας έχει αναγνωρισθεί παγκοσμίως η ανάγκη προστασίας του εδάφους, που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αειφόρο ανάπτυξη (Ε.Ε. COM 231 2006). Το έδαφος έχει την ικανότητα να αποθηκεύει, να διηθεί και να μετασχηματίζει πολλές ουσίες, μεταξύ αυτών το νερό, τα θρεπτικά στοιχεία και ο άνθρακας. H διάβρωση απομακρύνει το επιφανειακό γόνιμο έδαφος, ελαττώνει τα θρεπτικά συστατικά και την ικανότητα του εδάφους να αποθηκεύει νερό και αυξάνει τις απώλειες κολλοειδών μειώνοντας έτσι σημαντικά την παραγωγικότητα του εδάφους (Παπαϊωάννου και Τάντος 2008). Με βάση πρόσφατη Κοινοτική Οδηγία (Ε.Ε. COM 232 2006), τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) εντός πέντε ετών από την ημερομηνία μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό πλαίσιο υποχρεούνται να καταρτίσουν χάρτες οι οποίοι θα αποτυπώνουν τον κίνδυνο υποβάθμισης του εδάφους λόγω διάβρωσης, απομείωσης των οργανικών υλών, συμπύκνωσης, αλάτωσης και κατολισθήσεων. Επίσης, τα κράτη μέλη δύνανται να βασίζουν τον χαρακτηρισμό των περιοχών κινδύνου σε εμπειρικά στοιχεία ή σε μοντέλα (Ε.Ε. COM 232 2006). Ο σκοπός της εργασίας είναι διττός, αρχικά να χαρτογραφηθεί ο κίνδυνος διάβρωσης της Ελληνικής Επικράτειας με τη βοήθεια του μοντέλου της Παγκόσμιας Εξίσωσης της Εδαφικής Απώλειας (U.S.L.E.) (Wischmeier και Smith, 1978) και των Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών (G.I.S.), και ακολούθως να εξεταστεί εάν η προτεινόμενη μεθοδολογία αποτίμησης της διάβρωσης μπορεί να συνεισφέρει στην εκτίμηση του στερεοφορτίου που παράγεται στην έξοδο μιας λεκάνης απορροής. Τα συστήματα αυτά, μολονότι απαιτούν τη δημιουργία και τη διαχείριση μιας γεωγραφικής βάσης δεδομένων, διαθέτουν μια σειρά από εργαλεία τα οποία είναι κατάλληλα για την επεξεργασία των δεδομένων και την επίλυση συγκεκριμένων περιβαλλοντικών προβλημάτων όπως η εκτίμηση του κινδύνου διάβρωσης και της στερεομεταφοράς (Φωτάκης κ.ά. 2006). Ήδη από τη δεκαετία του 1950 έχουν αναπτυχθεί πολυάριθμα μοντέλα με στόχο την εκτίμησή του, τα οποία παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές (Merritt κ.ά. 2003). Η αποτίμηση βασίζεται συνήθως στον προσδιορισμό διαφόρων επιμέρους παραγόντων αρκετοί από τους οποίους (κλίσεις, χρήσεις γης, το μέγεθος και η ένταση της βροχόπτωσης κ.ά.) είναι κοινοί μεταξύ των μοντέλων (Jetten κ.ά. 1999). Μεταξύ αυτών των μοντέλων η USLE αποτελεί το πιο απλό μαθηματικό μοντέλο αποτίμησης της ετήσιας εδαφικής διάβρωσης (Wischmeier και Smith 1978) τα αποτελέσματα του οποίου έχουν πολλές φορές κατά το παρελθόν επαληθευτεί σε διαφορετικές μελέτες διάβρωσης (Hudson 1985, Morgan 1995, Σαπουντζής κ.ά. 2009). Το γεγονός της ευκολίας εφαρμογής του μοντέλου της U.S.L.E., σε συνδυασμό με το ότι έχει χρησιμοποιηθεί για τη διερεύνηση της διάβρωσης σε μικρές κλίμακες (Kitahara κ.ά. 2000), σε επίπεδο κράτους (Cebecauer και Hofierka 2008) ακόμα και σε επίπεδο λεκάνης απορροής (Onyando κ.ά. 2005), μας ώθησαν στην επιλογή του για τις ανάγκες της έρευνάς μας. Τέλος, τα αποτελέσματα της ανά-


004:Layout 1

4/9/12

11:03 AM

Page 61

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΡΩΝΙΔΗΣ

λυσης συγκρίθηκαν με ανάλογα αποτελέσματα των μοντέλων διάβρωσης PESERA και SERAE ενώ επιπρόσθετα μπορούν να χρησιμεύσουν στον προγραμματισμό αντιδιαβρωτικών έργων στις λεκάνες απορροής. Ωστόσο θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι προβλέψεις μοντέλων εδαφολογικής διάβρωσης είναι πολύ ευαίσθητες στις αλλαγές, στις χωρικές και χρονικές κλίμακες (Zhang κ.ά. 2004). Τα σημαντικότερα λάθη στη μοντελοποίηση της διάβρωσης προέρχονται από το ασυμβίβαστο μεταξύ της πρότυπης κλίμακας, της κλίμακας των δεδομένων εισαγωγής και της προοριζόμενης κλίμακας των αποτελεσμάτων.

2. Μέθοδος έρευνας 2.1. Ανάλυση του μοντέλου και των δεδομένων εισόδου Σύμφωνα με το μοντέλο της USLE, το μέγεθος της αναμενόμενης εδαφικής απώλειας εκφράζεται με βάση την ακόλουθη εξίσωση: Α = R x K x LS x C x P (1) όπου, • Α είναι η μέση ετήσια επιφανειακή διάβρωση σε t/ha/έτος. • R είναι ο συντελεστής διαβρωτικότητας της βροχής (MJ·mm·ha–1·hour– 1 –1 ·year ) ο οποίος υπολογίζεται με βάση την κινητική ενέργεια και το ύψος του συνόλου των κατακρημνισμάτων του έτους από όλες τις διαβρωτικά ενεργές βροχές. • Κ είναι ο συντελεστής διαβρωσιμότητας του εδάφους (ton·ha·hr·ha–1·MJ– 1 ·mm–1) και αποτυπώνει την ευπάθεια του εδάφους στην απόσπαση και μεταφορά εξαιτίας της πρόσκρουσης των σταγόνων της βροχής και της απορροής. • LS είναι ο συντελεστής αναγλύφου ο οποίος αφορά την τοπογραφία της περιοχής. Όσο πιο απότομες και μεγάλες σε μήκος είναι οι κλίσεις που επικρατούν σε μια περιοχή, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος διάβρωσης (Haan κ.ά. 1994). • C είναι ο συντελεστής φυτοκάλυψης ο οποίος χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της αποτελεσματικότητας της προστασίας που παρέχει η βλάστηση στη διάβρωση του εδάφους μειώνοντας την κινητική ενέργεια των σταγόνων της βροχής. • P είναι ο συντελεστής ελέγχου διάβρωσης ο οποίος εκφράζει την ανθρώπινη παρέμβαση για την προστασία από τη διάβρωση. Είναι ανάλογος της κλίσης και εξαρτάται από τις πρακτικές (π.χ. όργωμα κατά την διεύθυνση των ισοϋψών) και κατασκευές (π.χ. φράγματα) ελαχιστοποίησης της διάβρωσης οι οποίες εφαρμόζονται. Με βάση τα παραπάνω, για την αποτίμηση της εδαφικής διάβρωσης με την μέθοδο USLE δημιουργήθηκε μια χωρική γεωβάση στο Ελληνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς Ε.Γ.Σ.Α. ’87, στην οποία περιλαμβάνονται τα πρωτογενή δεδομένα βροχόπτωσης, τοπογραφίας, εδαφολογικά και χρήσεων γης (Πίνακας 1).

61


004:Layout 1

62

4/9/12

11:03 AM

Page 62

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 59-69

Πίνακας 1: Πρωτογενή δεδομένα εισόδου Τύπος δεδομένων

Πηγή

Μορφή

Χωρική μονάδα

κλίμακα

Χρονολογία αναφοράς

Χρήσεις γης

Corine

Raster

Cell size 50x50m

1:1.000.000

2000

Βροχομετρικοί Σταθμοί

Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών Ε.Ε.

Point coverage

515 σημεία

1:1.000.000

2007

Raster

Cell size 50x50m

1:1.000.000

1985

Γ.Υ.Σ.

Line coverage

Ισοϋψείς ανά 100μ

1:200.000

2000

Εδαφολογικός χάρτης Το��ογραφικός χάρτης

2.2. Εκτίμηση των παραμέτρων του μοντέλου Παρόλο που η Ελλάδα σε σχέση με άλλες Μεσογειακές χώρες παρουσιάζεται σε πλεονεκτική θέση εξαιτίας της διαθεσιμότητας των υδατικών πόρων, ωστόσο οι ποσότητες των υδατικών πόρων δεν κατανέμονται ομοιόμορφα στο χρόνο και στο χώρο (Sofios κ.ά. 2007). O συντελεστής διαβρωτικότητας της βροχής εξαρτάται από την ένταση και τη διάρκεια των βροχοπτώσεων. Δυστυχώς, τέτοιου είδους δεδομένα σε επίπεδο Ελληνικής επικράτειας δεν είναι διαθέσιμα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο R σχετίζεται με το μέγεθος της βροχόπτωσης και ότι στη βιβλιογραφία υπάρχουν εμπειρικές εξισώσεις οι οποίες υπολογίζουν τον παράγοντα με βάση το μέσο ετήσιο ύψος βροχής (Onyando κ.ά. 2005), εφαρμόσαμε την ακόλουθη εμπειρική σχέση (Schwertmann κ.ά. 1990, Στάθης και Σαπουντζής 2002) για τον προσδιορισμό του συντελεστής διαβρωτικότητας R =0,083 ×P – 1,77 (2) όπου P είναι το μέσο ετήσιο ύψος βροχής (mm) και R ο συντελεστής διαβρωτικότητας της βροχής. Για τις ανάγκες της παρούσας εργασίας χρησιμοποιήθηκαν τα βροχομετρικά δεδομένα 515 σταθμών από όλη την Ελλάδα (Γκουβάς κ.ά. 2007) με περίοδο λειτουργίας, στην μεγαλύτερη πλειονότητα τους, τουλάχιστον 10 ετών. Με βάση τα παραπάνω μετεωρολογικά δεδομένα κατασκευάστηκε χάρτης χωρικής κατανομής των βροχοπτώσεων χρησιμοποιώντας τη μέθοδο παρεμβολής Krigging (Παπαμιχαήλ 2001) με τη βοήθεια της οποίας οι σημειακές τιμές των βροχομετρικών παρατηρήσεων μετασχηματίστηκαν σε χωρική κατανομή της μέσης ετήσιας βροχόπτωσης στον Ελλαδικό χώρο. Η κατανομή αυτή των βροχοπτώσεων χρησιμοποιήθηκε στην συνέχεια για να υπολογιστεί ο παράγων R με την βοήθεια της εξίσωσης 2 και του module Spatial Analyst (McCoy και Johnston, 2002) του ArcGIS (Σχήμα 1α). Ο συντελεστής διαβρωσιμότητας του υποθέματος αναπαριστά την αντίσταση του εδάφους στις διαβρωτικές δυνάμεις που του ασκούνται λόγω των βροχοπτώσεων και της απορροής (Lee 2004). Ο προσδιορισμός του πραγματοποιείται με βάση πέντε ιδιότητες του εδάφους (περιεκτικότητα σε ιλύ και λεπτή άμμο, περιεκτικότητα σε μέση και χονδρή άμμο, περιεκτικότητα σε οργανική ουσία, ποσοστό οργανικής ουσίας και διαπερατότητα) (Κωτούλας 1998). Συνεπώς, η αποτίμηση του συντελεστή διαβρωσιμότητας του υποθέματος απαιτεί μεγάλο αριθμό


004:Layout 1

4/9/12

11:03 AM

Page 63

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΡΩΝΙΔΗΣ

από μετρήσεις πεδίου με συνέπεια να είναι αδύνατος ο προσδιορισμός του μεγέθους του συντελεστή Κ σε μικρές κλίμακες. Εξαιτίας της έλλειψης αναλυτικών εδαφολογικών δεδομένων σε επίπεδο χώρας εκτιμήθηκαν οι τιμές του συντελεστή με βάση τον εδαφολογικό χάρτη κλίμακας 1:1.000.000 (Ε.Ε. 1985) και τη χρήση πινάκων τους οποίους προτείνει το Υπουργείο Γεωργίας του Καναδά (Omafra 2007). Παρόλο που τέτοιου είδους εκτιμήσεις του συντελεστή διαβρωσιμότητας του υποθέματος δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την ακρίβεια των μετρήσεων πεδίου ωστόσο αποτελούν τη μοναδική εναλλακτική λύση όταν πραγματοποιείται έρευνα σε μικρές κλίμακες (Le Roux κ.ά. 2008). Με βάση τα παραπάνω εκτιμήθηκε η χωρική κατανομή του συντελεστή διαβρωσιμότητας στην Ελληνική Επικράτεια (Σχήμα 1β). Η υποβάθμιση του εδάφους αυξάνεται με την αύξηση του μήκους L και της κλίσης S που επικρατούν σε μια περιοχή εξαιτίας του γεγονότος ότι η αύξηση των μεγεθών αυτών έχει ως συνέπεια να αυξάνει η επιφανειακή απορροή και η συρτική δύναμη του νερού (Κωτούλας 1998). Στην παρούσα εργασία ο τοπογραφικός παράγων (LS) υπολογίστηκε με τη βοήθεια του ψηφιακού μοντέλου εδάφους το οποίο κατασκευάστηκε από την ψηφιοποίηση των τοπογραφικών χαρτών κλίμακας 1:200.000 (ισοδιάστασης 100m) της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (Γ.Υ.Σ.). Στο ψηφιακό μοντέλο εδάφους μορφής Grid και με διαστάσεις κανάβου 50x50m εφαρμόστηκε η ακόλουθη εξίσωση με τη βοήθεια εξειδικευμένης ρουτίνας του ARC/INFO (Hickey 2000). LS = (ℓ/72.6)m (65.41 sin2β + 4.56sinβ + 0.065) (3) όπου λ είναι το διαβρωτικό μήκος κλιτύος σε πόδια, β είναι η κλίση της κλιτύος, m μεταβλητή η οποία υπολογίζεται με βάση το μέγεθος της κλίσης (0,5 όταν η κλίση είναι μεγαλύτερη από 2.86°, 0.4 για κλίσεις από 1.72° - 2.86°; 0.3 για κλίσεις από 0.57° ως 1.72° και 0.2 για κλίσεις μικρότερες από 0.57°. Χρησιμοποιώντας την συγκεκριμένη εφαρμογή στο ψηφιακό μοντέλο εδάφους της Ελλάδας υπολογίστηκε το μέγεθος του τοπογραφικού συντελεστή για τον ελλαδικό χώρο (Σχήμα 1γ). Η διάβρωση και η απορροή επηρεάζονται σημαντικά από το είδος της βλάστησης (π.χ. δάσος, λιβάδι κ.λπ.) αλλά και το είδος των πρακτικών ελέγχου της διάβρωσης που εφαρμόζονται (π.χ. αναχώματα, βαθμίδες κ.λπ.). Ο συντελεστής φυτοκάλυψης εξαρτάται από τη βλάστηση μιας και ανάλογα με το τι είδος βλάστησης υπάρχει σε μια περιοχή μειώνεται η κινητική ενέργεια των σταγόνων της βροχής πριν χτυπήσουν στο έδαφος. Η χαρτογράφηση των χρήσεων γης της δεύτερης έκδοσης του CORINE η οποία έχει μεγαλύτερο βαθμό λεπτομέρειας και υπάρχουν χαρτογραφημένες και οι χρήσεις γης των νησιών οι οποίες απουσίαζαν στην πρώτη έκδοση χρησιμοποιήθηκε για την αποτύπωση της βλάστησης. Στον ψηφιακό χάρτη της δεύτερης έκδοσης του CORINE (ΕΕΑ 2000) ανατέθηκαν οι κατάλληλες τιμές του συντελεστή φυτοκάλυψης ανά κατηγορία βλάστησης (Morgan 1995) ώστε να συνταχθεί ο χάρτης κατανομής του συντελεστή φυτοκάλυψης (σχήμα 1δ). Τέλος, εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν ήταν διαθέσιμες οι πληροφορίες της χωρικής κατανομής των ανθρώπινων παρεμβάσεων για τον έλεγχο της διάβρωσης ανατέθηκε παντού τιμή ίση με μονάδα στον συντελεστή ελέγχου διάβρωσης.

63


004:Layout 1

64

4/9/12

11:03 AM

Page 64

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 59-69

Σχήμα 1: Χωρική κατανομή των παραμέτρων του μοντέλου της U.S.L.E.: ο συντελεστής διαβρωτικότητας R (α), συντελεστής διαβρωσιμότητας Κ (β), συντελεστής αναγλύφου LS (γ), συντελεστής φυτοκάλυψης C (δ)

3. Αποτελέσματα-Συζήτηση 3.1. Εκτίμηση του κινδύνου διάβρωσης Δεδομένου ότι όλοι οι παράγοντες της U.S.L.E. έχουν χωρική κατανομή, η εφαρμογή του μοντέλου με την χρήση των G.I.S. μας δίνει γρήγορα και ακριβή αποτελέσματα σε σχέση με την εφαρμογή της μεθόδου χωρίς την χρήση των Γ.Σ.Π. (Myronidis κ.ά. 2010). Δημιουργώντας για κάθε παράγοντα του μοντέλου τον αντίστοιχο χάρτη και συνδυάζοντας τους χάρτες με τη βοήθεια απλών εντολών του ArcGIS μπορούμε εύκολα και γρήγορα να υπολογίσουμε τους ρυθμούς διάβρωσης που επικρατούν στην ελληνική επικράτεια. Ακολούθως, πολλαπλασιάζοντας μεταξύ τους τις παραμέτρους του μοντέλου διάβρωσης της U.S.L.E (R, K, LS, C και P) προκύπτει η κατανομή των ρυθμών διάβρωσης για τον Ελληνικό χώρο σε t/ha/έτος. Ομαδοποιώντας στη συνέχεια τον χάρτη κατανομής της διάβρωσης, με


004:Layout 1

4/9/12

11:03 AM

Page 65

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΡΩΝΙΔΗΣ

Σχήμα 2: Χωρική κατανομή ρυθμών διάβρωσης στην Ελληνική Επικράτεια σύμφωνα με το μοντέλο της USLE (α) και οι νομοί με την μεγαλύτερη μέση ετήσια διάβρωση με βάση το ίδιο μοντέλο (β)

μέγεθος pixel 50x50m, σε έξι κατηγορίες διάβρωσης αποτυπώνεται η χωρική κατανομή της διάβρωσης (Σχήμα 2α) αλλά και οι νομοί με τη μεγαλύτερη μέση ετήσια διάβρωση (Σχήμα 2β). 3.2. Σύγκριση αποτελεσμάτων με άλλα μοντέλα διάβρωσης Ο έλεγχος της μοντελοποίησης της εδαφικής διάβρωσης σε τόσο μικρές κλίμακες είναι πολύ δύσκολος εξαιτίας του γεγονότος ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία μετρήσεων υπαίθρου οι οποίες να καλύπτουν το σύνολο της γεωγραφικής έκτασης της χώρας. Η σύγκριση των αποτελεσμάτων του μοντέλου με μεμονωμένες μετρήσεις πεδίου είναι πιθανό να οδηγούσε σε λανθασμένα και μη αξιοποιήσιμα συμπεράσματα. Σε παρόμοιες έρευνες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε επίπεδο χώρας είτε δεν έγινε έλεγχος της μοντελοποίησης (Mirco κ.ά. 2003, Cebecauer και Hofierka 2008), είτε βασίστηκε σε προηγούμενες μελέτες οι οποίες όμως κάλυπταν μεγάλες γεωγραφικές περιοχές (Le Roux κ.ά. 2008) είτε σε μακροχρόνιες μετρήσεις σε πάνω από 60 αντιπροσωπευτικές λεκάνες απορροής (De Vente κ.ά. 2008). Εξαιτίας των παραπάνω περιορισμών δεν πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος της μοντελοποίησης αλλά προτιμήθηκε η σύγκριση με τα αποτελέσματα ανάλογων μοντέλων αποτίμησης της εδαφικής διάβρωσης.

65


004:Layout 1

66

4/9/12

11:03 AM

Page 66

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 59-69

2. France National Institute for Agriculture Research.

To μοντέλο διάβρωσης PΕSERA συνδυάζει δεδομένα τοπογραφίας, κλίματος και εδάφους για να αποτιμήσει τον κίνδυνο διάβρωσης και την απορροή σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης (Kirkby κ.ά. 2004). Χρησιμοποιώντας ομοιογενή δεδομένα μικρής κλίμακας (π.χ. 1 Km ψηφιακό μοντέλο εδάφους) χαρτογραφείται ο κίνδυνος διάβρωσης. Ωστόσο, δεν χαρτογραφείται η νησιωτική Ελλάδα λόγω της έλλειψης πληροφοριών βλάστησης ενώ με βάση το μοντέλο υψηλοί ρυθμοί διάβρωσης καταγράφονται στις περιοχές με ασβεστόλιθο (Kirkby κ.ά. 2004). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του μοντέλου PESERA, οι νομοί της Ελλάδας οι οποίοι παρουσιάζουν τους μεγαλύτερους ρυθμούς μέσης ετήσιας διάβρωσης κατά φθίνουσα σειρά είναι της Άρτας, Αιτωλοακαρνανίας, Πιερίας, Μαγνησίας, Θεσπρωτίας, Πρεβέζης, Φωκίδας. Συνεπώς, στο μεγαλύτερο ποσοστό συμφωνούν οι προβλέψεις των δυο μοντέλων (PESERA, USLE) ως προς το ποιοι νομοί εμφανίζουν την μεγαλύτερη επικινδυνότητα ως προς την διάβρωση. Το μοντέλο διάβρωσης SERAE (Soil Erosion Risk Assessment in Europe) αναπτύχθηκε κυρίως από το INRA2 και αφορούσε την εκτίμηση του κινδύνου διάβρωσης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιώντας ομοιογενή δεδομένα κλίμακας 1:1.000.000. Οι παράγοντες που επηρεάζουν τη διάβρωση βαθμονομήθηκαν σε κλίμακα και συνδυάστηκαν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας εμπειρικούς κανόνες μέσα σε ένα γεωγραφικό σύστημα πληροφοριών, παράγοντας χάρτε�� διάβρωσης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης (Le Bissonnais κ.ά. 2001). Με βάση τα αποτελέσματα του μοντέλου διάβρωσης SEREA προκύπτει ότι τους μεγαλύτερους ρυθμούς μέσης ετήσιας διάβρωσης παρουσιάζουν με φθίνουσα ταξινόμηση οι νομοί Ανατολικής Αττικής, Κέρκυρας, Φλωρίνης, Λευκάδος, Άρτας, Κορινθίας, Αιτωλοακαρνανίας. Συμπεραίνεται ότι οι προβλέψεις των δυο μοντέλων (SERAE, USLE) συγκλίνουν όσον αφορά την μέση ετήσια διάβρωση στην πλειονότητα των νομών. 3.3. Εκτίμηση της διάβρωσης και διαχείριση των λεκανών απορροής Γνωρίζοντας τους ρυθμούς διάβρωσης που επικρατούν σε μια περιοχή και το βαθμό της στερεομεταφοράς μπορούμε να υπολογίσουμε στη συνέχεια το μέγεθος του στερεοφορτίου με βάση την ακόλουθη εξίσωση: Y = SDR ∗ Ag (4) όπου, Υ είναι το μέγεθος του στερεοφορτίου (t/year), SDR είναι ο βαθμός στερεομεταφοράς και Αg είναι η μέση ετήσια επιφανειακή διάβρωση σε t/ha/έτος. Στη βιβλιογραφία υπάρχουν πολυάριθμες εξισώσεις (Williams και Berndt 1972, Onyando κ.ά. 2005, Bhattarai και Dutta 2007) τις οποίες μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των εδαφών και των κλιματικών συνθηκών τις περιοχής έρευνας για να υπολογίσουμε το βαθμό της στερεομεταφοράς και οι οποίες θεωρείται ότι δίνουν γενικά καλά αποτελέσματα (Williams και Berndt 1972). Υπολογίζοντας τον βαθμό στερεομεταφοράς και γνωρίζοντας την χωρική κατανομή των ρυθμών διάβρωσης όπως προέκυψε από την εφαρμογή του μοντέλου διάβρωσης της U.S.L.E. (Myrondis κ.ά. 2010) μπορούμε ακολούθως να υπολογίσουμε το στερεοφορτίο που θα συγκεντρωθεί σε μια συγκεκριμένη θέση. Η γνώση του μεγέθους του στερεοφορτίου είναι απαραίτητη στις περισσότερες των περιπτώσεων για την διαστασιολόγηση των αναγκαίων υδροτεχνικών


004:Layout 1

4/9/12

11:03 AM

Page 67

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΡΩΝΙΔΗΣ

έργων όπως φράγματα (Castillo κ.ά. 2007), λιμνοδεξαμενές και ταμιευτήρες (Χρυσάνθου και Πυλιώτης 1995). Στην Ελλάδα, οι ακόλουθες εμπειρικές εξισώσεις υπολογισμού του βαθμού στερεομεταφοράς (Renfro 1972) σε συνδυασμό με την USLE έχουν βρει μεγάλη εφαρμογή για την εκτίμηση του στερεοφορτίου λεκάνης απορροής (Χρυσάνθου και Πυλιώτης 1995, Στάθης και Σαπουντζής 2002, Μάρης κ.ά. 2006). logDR = 1.87680 – 0.14191 log(10F) (5) logDR = 2.94259 – 0.82362 log(L/H) (6) όπου F η επιφάνεια της λεκάνης απορροής (m2), L το μήκος του κύριου υδατορέματος της λεκάνης απορροής (m) και H η υψομετρική διαφορά μεταξύ των δυο άκρων του κύριου υδατορέματος (m). Είναι προφανές ότι χρησιμοποιώντας τα αποτελέσματα της αποτίμησης της εδαφικής διάβρωσης στην ελληνική επικράτεια για την εκτίμηση του στερεοφορτίου σε επίπεδο λεκάνης απορροής η πληροφορία που προκύπτει σχετικά με το μέγεθος του αναμενόμενου στερεοφορτίου στην έξοδο της λεκάνης παρέχει μόνο μια ισχυρή ένδειξη της πραγματικής κατάστασης. Ωστόσο, από έρευνες στην Ελλάδα (Myronidis κ.ά. 2010, Karyotis και Kosmas 2011) και στο εξωτερικό (Irvem κ.ά. 2007, Bhattarai και Dutta 2007) έχει διαπιστωθεί ότι η χρησιμοποίηση δεδομένων μεγαλύτερης κλίμακας για την εφαρμογή της συγκεκριμένης μεθοδολογίας μπορεί να αποτυπώσει με ικανοποιητική ακρίβεια το μέγεθος του στερεοφορτίου που παράγετε στην έξοδο μιας λεκάνης απορροής. Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι η εφαρμογή της προτεινόμενης μεθοδολογίας για την αποτίμηση του στερεφορτίου που παράγεται σε μια λεκάνη απορροής εξαρτάται από την κλίμακα των δεδομένων τα οποία χρησιμοποιούνται. Η χρήση δεδομένων μικρή κλίμακας μας παρέχει μια ενδεικτική πληροφορία του μεγέθους του αναμενόμενου στερεοφοροτίου ενώ η χρησιμοποίηση δεδομένων μεγάλης κλίμακας μας παρέχει αξιόπιστα αποτελέσματα. Οι παραπάνω περιορισμοί οι οποίοι προκύπτουν εξαιτίας της κλίμακας των δεδομένων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εφαρμογή της προτεινομένης μεθοδολογίας.

4. Συμπεράσματα Τα μοντέλα διάβρωσης σε συνδυασμό με τα Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών απλοποιούν τη διαδικασία χαρτογράφησης των περιοχών που εμφανίζουν υψηλούς ρυθμούς διάβρωσης. Φυσικά πάντα εγκυμονεί ο κίνδυνος η απλοποίηση, η ομογενοποίηση και οι εύκολες παραδοχές να οδηγήσουν σε λανθασμένα μη αξιοποιήσιμα και υπερ-γενικευμένα αποτελέσματα. Στην παρούσα εργασία χρησιμοποιήθηκε το μοντέλο της USLE για να προσδιοριστούν οι ρυθμοί διάβρωσης που επικρατούν στην ελληνική επικράτεια ενώ τα αποτελέσματα της ανάλυσης συγκρίθηκαν με αυτά δυο πολύ γνωστών μοντέλων διάβρωσης (PESERA, SERAE). Σε αντίθεση με τα PESERA και SERAE, η εκτίμηση της διάβρωσης στην παρούσα εργασία πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας μεγαλύτερης κλίμακας δεδομένα, ενώ χαρτογραφήθηκε ο κίνδυνος διάβρωσης σε όλη την Ελληνική Επικράτεια συμπεριλαμβανομένου και των νησιωτικών περιοχών με βάση τα καλύ-

67


004:Layout 1

68

4/9/12

11:03 AM

Page 68

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 59-69

τερα διαθέσιμα γεωγραφικά δεδομένα. Συγκρίνοντας τα αποτελέσματα των μοντέλων με βάση το μέγεθος της μέσης ετήσιας διάβρωσης ανά νομό διαπιστώνουμε ότι οι προβλέψεις των μοντέλων συμφωνούν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό. Τέλος, για να μπορέσουμε να καταρτίσουμε χάρτες οι οποίοι θα αποτυπώνουν τον κίνδυνο υποβάθμισης του εδάφους με ακόμα μεγαλύτερη ακρίβεια, όπως επιτάσσει και η σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία (Ε.Ε. COM 232 2006), αλλά και να εκτιμήσουμε το μέγεθος του στερεοφορτίου που παράγεται στην έξοδο μιας λεκάνης απορροής, είναι απαραίτητη η χρήση δεδομένων μεγαλύτερης κλίμακας σε συνδυασμό με μεθοδολογίες όπως η προτεινόμενη στην παρούσα εργασία. Η κλίμακα της μελέτης είναι εξαιρετικά μικρή για να προκύπτουν συμπεράσματα αξιοποιήσιμα σε επίπεδο σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων και διαχείρισης φυσικών πόρων. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Γκούβας, Μ., Σακελλαρίου, Ν. και Ξυστράκη, Φ. (2007), Εκτίμηση του Μέσου Ετήσιου και Μηνιαίου Ύψους Υετού Στον Ελλαδικό Χώρο, Αθήνα: Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών: 1-27. Ε.Ε. COM 231 (2006), Θεματική στρατηγική για την προστασία του εδάφους. Ε.Ε. COM 232 (2006), Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό πλαισίου προστασίας του εδάφους και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/EΚ. ΕΕΑ (2000), European Commission programme to COoRdinate INformation on the Environment (Corine), European Environmental Agency. Κωτούλας, Δ. (1998), Ορεινή Υδρονομική, Θεσσαλονίκη: Τμήμα Εκδόσεων ΑΠΘ. Μάρης, Φ., Βασιλείου, Α., Δεληαποστόλου, Δ. και Αϊδήνογλου, Ζ. (2006), «Εκτίμηση της στερεοπαροχής στις ορεινές λεκάνες απορροής της νήσου Θάσου με τη χρήση της εξίσωσης εδαφικής απώλειας (U.S.L.E.) με τη συνεργασία των Γ.Σ.Π.», 10ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ε.Υ.Ε., Ξάνθη 2006. Παπαϊωάννου, Δ. και Τάντος, Β. (2008), Δασική Εδαφολογία, Αθήνα: Παπασωτηρίου. Παπαμιχαήλ, Δ. (2001), Τεχνική Υδρολογία Επιφανειακών Υδάτων, Αθήνα: Γιαχούδης. Σαπουντζής, Μ., Μυρωνίδης, Δ., Στάθης, Δ. και Στεφανίδης, Π. (2009), «Σύγκριση των αποτελέσματα εφαρμογής των μεθόδων USLE και GAVRILOVIC με πραγματικές μετρήσεις μέσης ετήσιας διάβρωσης», Κοινό Συνέδριο ΕΥΕ-ΕΕΔΥΠ, Βόλος, 27-30 Μαΐου. Στάθης, Δ. και Σαπουντζής, Μ. (2002), «Εκτίμηση του στερεοφορτίου λεκάνης απορροής στη θέση κατασκευής φράγματος ταμίευσης νερού», 10ο Πανελλήνιο Δασολογικό Συνέδριο, Τρίπολη. Φωτάκης, Δ., Σιδηρόπουλος, Ε., Τζιάφας, Γ., Εμμανουλούδης, Δ., Μυρωνίδης, Δ., Ρίγγος, Β. και Σιώτης, Γ. (2007), «Αποτίμηση του κινδύνου διάβρωσης του εδάφους στην χερσόνησο της Σιθωνίας με την χρήση της παγκόσμιας εξίσωσης εδαφικής απώλειας», 13ο Πανελλήνιο Δασολογικό Συνέδριο, Καστοριά, 7-10 Οκτωβρίου 2007. Χρυσάνθου, Β. και Πυλιώτης, Α., (1995), «Εκτίμηση της εισροής φερτών υλών σ' έναν ταμιευτήρα υπό κατασκευή», 6 ο Πανελλήνιο Συνέδριο της ΕΥΕ, Θεσσαλονίκη 1995. Bhattarai, R. και Dutta, D. (2007), «Estimation of Soil Erosion and Sediment Yield Using GIS at Catchment Scale», Water recourses management 21(10), DOI: 10.1007/s11269-006-9118-z Castillo, V., Moscha, W., Garcia, C., Barbera, G., Navarro Canoa, N. and López-Bermúdez, F. (2007), «Effectiveness and geomorphological impacts of check dams for soil erosion control in a semiarid Mediterranean catchment: El Cárcavo (Murcia, Spain)», Catena 30(3): 416-427. Cebecauer, T. and Hofierka, T. (2008), «The consequences of land-cover changes on soil erosion distribution in Slovakia», Geomorphology 98: 187-198. De Vente, Poesen, J., Verstraeten, G., van Rompaey, A. and Govers, G. (2008), «Spatially distributed modelling of soil erosion and sediment yield at regional scales in Spain», Global and Planetary Change 60: 393-415. Ε.Ε. (1985), Soil Map of the European Communities at 1:1.000.000., The Commission of the European Communities, Directorate General for Agriculture, Coordination of Agricultural Research, Λουξεμβούργο: The Office for Official Publications of the European Communities,


004:Layout 1

4/9/12

11:03 AM

Page 69

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΡΩΝΙΔΗΣ

124 σελ. Haan, C., Barfield, B. and Hayes, J. (1994), Design Hydrology and Sedimentology for Small ll Catchments, Σαν Ντιέγκο: Academic Press. Hickey, R. (2000), «Slope angle and slope length solutions for GIS», Cartography 29: 1-8. Hudson, N. (1985), Soil conservation, Λονδίνο: Batsford Academic and Educational. Irvem, A., Topaloglu, F. και Uygur V. (2007), «Estimating spatial distribution of soil loss over Seyhan River Basin in Turkey», Journal of Hydrology 336: 30-37. Jetten, V., De Roo, A. και Favis-Mortlock, D. (1999), «Evaluation of field-scale and catchmentscale soil erosion models», Catena 37: 521-541. Karyotis, Th. και Kosmas, C. (2011), «Soil erosion and conservation in Greece», 6th International Congress of the European Society for Soil, Θεσσαλονίκη, 9-14 Μαΐου 2011. Kirkby, M.J., Jones, R.J.A., Irvine, B., Gobin, A., Govers, G., Cerdan, O., Van Rompaey, A.J.J., Bissonnais, Y. Le, Daroussin, J., King, D., Montanarella, L., Grimm, M., Vieillefont, V., Puigdefabregas, J., Boer, M., Kosmas, C., Yassoglou, N., Tsara, M., Mantel, S., Van Lynden, G.J. και Huting, J. (2003), Pan-European Soil Erosion Risk Assessment: The PESERA Map, εκδοχή 1ης Οκτωβρίου 2003 (Explanation of Special Publication Ispra 2004 No.73 [S.P.I.04.73]. European Soil Bureau Research Report No.16, EUR 21176, 18pp. and 1 map in ISO B1 format), Λουξεμβούργο: Office for Official Publications of the European Communities. Kitahara, H., Okura, Y., Sammori, T. και Kawanami, A. (2000), «Application of Universal Soil Loss Equation (USLE) to mountainous forests in Japan», Journal of Forest Research 5: 231-236. Le Bissonnais, Υ., Montier, C., Jamagne, M., Daroussin, J. και King, D. (2001), «Mapping erosion risk for cultivated soil in France», Catena 46: 207-220. Le Roux, J., Morgenthal, T., Malherbe, J., Pretorius, D. και Sumner, P. (2008), «Water erosion prediction at a national scale for South Africa», Water SA 34(3). Lee S. (2004), «Soil erosion assessment and its verification using the Universal Soil Loss Equation and Geographic Information System: a case study at Boun, Korea», Environmental Geology 45: 457-465. McCoy, J. και Johnston, K. (2002), Using ArcGIS Spatial Analyst, ESRI PRESS. Merritt, W.S., Letcher, R.A. και Jakeman, A.J. (2003), «A review of erosion and sediment transport models», Environmental Modelling & Software 18: 761-799. Mirco, G., Robert, J., Rusco, E. και Montanarella, L. (2003), Soil Erosion Risk in Italy: a revised USLE approach, European Soil Bureau Research Report No.11, EUR20677 EN, Λουξεμβούργο: Office for Official Publications of the European Communities. Morgan, R.P.C. (1995), Soil erosion and Conservation, δεύτερη έκδοση, Harlow: Longman. Myronidis, D., Emmanouloudis, D., Mitsopoulos, I. και Riggos, E. (2010), «Soil erosion potential after fire and rehabilitation treatments in Greece», Environmental Modelling and Assessment, 15(4): 239-250. Omafra, E. (2007), Ministry of Agriculture, Food, and Rural Affairs, Ontario Canada http://www.omafra.gov.on.ca/english/engineer/facts/00-001.htm. Onyando, J., Kisoyan, P. και Chemelil, M. (2005), «Estimation of potential soil erosion for River Perkerra Catchment in Kenya», Water Resources Management 19: 133-143. Renfro, G.W. (1972), «Use of erosion equations and sediment-delivery ratios for predicting sediment yield, in “Sediment-yield workshop: Present and prospective technology for predicting sediment yield and sources”», Proceed. USDA Sedim. Labor. Oxford, Miss. USA. Schwertmann, U., Vogl, W. και Kainz, M. (1990), Bodenerosion durch Wasser, Στουτγάρδη: Eugen Ulmer. Sofios, S., Arabatzis, G., και Baltas, E. (2008), «Policy for management of water resources in Greece», The Environmentalist 28(3), DOI: 10.1007/s10669-007-9126-4. Williams, J.R. και Berndt, H.D. (1972), «Sediment yield computed with Universal equation», J. Hydraul. Div. ASCE 98: 2087-2098. Wischmeier, W.H. και Smith D.D. (1978), Predicting rainfall erosion losses. A guide to conservation planning, Agricultural Handbook no. 537, USDA, Ουάσινγκτον: Forest Service. Zhang, Κ., Douglas, Β. και Leatherman, S. (2004), «Global Warming and Coastal Erosion», Climatic Change 64(1-2): 41-58.

69


005:Layout 1

70

4/9/12

11:04 AM

Page 70

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 70-88

Η ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΛΤΙΜΕΤΡΙΚΩΝ ΓΕΩΔΑΙΤΙΚΩΝ ΔΟΡΥΦΟΡΩΝ ΣΤΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΘΑΛΑΣΣΙΟΥ ΧΩΡΟΥ Η περίπτωση μιας προμελέτης για την αξιοποίηση της κυματικής ενέργειας Δημήτρης Δεληκαράογλου,1 Στέφανος Δεληκαράογλου 2 ΠΕΡΙΛΗΨΗ Σε μία κατεξοχήν θαλάσσια χώρα όπως η Ελλάδα, οι τρέχουσες απαιτήσεις για την αξιοποίηση του θαλάσσιου χώρου επιβάλουν μια ριζική αλλαγή νοοτροπίας στις διαδικασίες μελέτης και χαρτογράφησης του θαλάσσιου περιβάλλοντος, ώστε να δοθεί μια νέα διάσταση αφενός στον τρόπο αντιμετώπισης, κατανόησης και μελέτης των φυσικών φαινομένων που το επηρεάζουν, αφετέρου στην εξυπηρέτηση καίριων εθνικών αναγκών όπως η ναυσιπλοΐα, η εθνική άμυνα, η προαγωγή των θαλάσσιων επιστημονικών ερευνών αλλά, ίσως και το κυριότερο, ο καθορισμός βασικών κατευθύνσεων για τη χωροθέτηση έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και στον θαλάσσιο χώρο, με στόχο τη γενικότερη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Στο συγκεκριμένο άρθρο εξετάζεται η σημαντική συνεισφορά της τεχνολογίας των γεωδαιτικών δορυφόρων αλτιμετρίας που σήμερα παρέχουν εξαιρετικά ακριβείς και άμεσες μετρήσεις της δυναμικής κατάστασης των θαλασσών και αναδεικνύεται ότι η συστηματική συλλογή και επεξεργασία, μαζί με τη χρήση κατάλληλων τεχνικών αξιοποίησης τους, μπορούν να συνεισφέρουν στην επίτευξη των προαναφερόμενων στόχων για εργασίες μεγάλης και μικρής κλίμακας μελέτης των προοπτικών αξιοποίησης της κυματικής ενέργειας σε διάφορες περιοχές ενδιαφέροντος στον ελλαδικό χώρο.

The contribution of geodetic altimeter satellites in mapping the Greek area: a feasibility study for the exploitation of the wave energy. Dimitris Delikaraoglou, Stephanos Delikaraoglou ABSTRACT In a predominantly maritime country like Greece, the current requirements for the use of the maritime regions, require a radical change in the way we perceive the process of studying and mapping the marine environment, so that to give a new dimension both in the way, we understand and study the natural phenomena affecting it, and to serve other critical needs such as for the safe navigation, the national defence and the promotion of marine scientific research, but perhaps most importantly, for carrying our renewable energy projects and in the sea areas, for the overall development and the improvement of the Greek economy. In this work we examine the possibilities offered by currently available advanced geodetic altimeter-carrying satellites which provide extremely accurate and direct measurements of instantaneous dynamic state of the seas. We show that the systematic collection and processing of such measurements, together with the use of appropriate techniques, can contribute to achieving these goals for large- and small-scale wave energy related studies in various marine areas of interest in Greece.

1. Εισαγωγή Η Ελλάδα είναι μια κατεξοχήν νησιωτική χώρα που έχει ιστορική σχέση με τη θάλασσα, η οποία από την αρχαιότητα αποτελεί πόλο έλξης και χώρο υψηλής πολιτισμικής, τουριστικής και άλλης οικονομικής δραστηριότητας. Το μήκος των ελληνικών ακτογραμμών υπερβαίνει τα 15.000 χμ., αντιπροσωπεύοντας περίπου το 8% του συνολικού μήκους των ευρωπαϊκών ακτογραμμών, περιλαμβανομένων 6.000 περίπου νησιών και νησίδων που αποτελούν περίπου τη μισή έκταση της ακτογραμμής της χώρας. 1. Αναπλ. Καθαγηητής, Σχολή Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Ηρώων Πολυτεχνείου 9, Ζωγράφος 15780, Τηλ. 210-7722617, ddeli@mail.ntua.gr. 2. Διπλ. Μηχαν. Μηχ. ΕΜΠ, Technical University of Denmark, National Laboratory for Sustainable Energy, Elektrovej 330 G-8, 2800 Kgs. Lyngby, Denmark, sdelikaraoglou@hotmail.com.


005:Layout 1

4/9/12

11:04 AM

Page 71

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ

Δεδομένης της πολλαπλής σπουδαιότητας του ζωτικού αυτού θαλάσσιου χώρου, είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι η χώρα έχει παρουσιάσει τα τελευταία χρόνια μερικά σημαντικά επιτεύγματα στο χώρο της θαλάσσιας έρευνας και τεχνολογίας και ειδικότερα σε θέματα παρακολούθησης του θαλάσσιου υδάτινου περιβάλλοντος, για ποικίλες πρακτικές και επιστημονικές εφαρμογές (π.χ. η εγκατάσταση και λειτουργία του συστήματος «ΠΟΣΕΙΔΩΝ» για την πρόγνωση του καιρού και της κατάστασης των ελληνικών θαλασσών (HCMR 2010), τα προγράμματα υποθαλάσσιων αρχαιολογικών ερευνών, οι επιχειρησιακοί πλόες και υδρογραφικές εργασίες από την Υδρογραφική Υπηρεσία κ.ά.) που έχουν εκτελεστεί ή εκτελούνται στον ελληνικό ή στον ευρύτερο Μεσογειακό θαλάσσιο χώρο. Ωστόσο, πολλές άλλες σημαντικές ερευνητικές, επιστημονικές και επιχειρησιακές δραστηριότητες που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στη συλλογή, επεξεργασία και μελέτη των στοιχείων του θαλάσσιου περιβάλλοντος δεν τυγχάνουν της απαιτούμενης προσοχής κυρίως εξαιτίας της έλλειψης εθνικού σχεδιασμού. Ενδεικτικά, είναι ελάχιστες ή σχεδόν ανύπαρκτες οποιεσδήποτε συστηματικές δραστηριότητες που αφορούν, παραδείγματος χάριν: • Την ολοκληρωμένη διαχείριση (κατά ξηρά και θάλασσα) των παράκτιων ζωνών, ώστε να είναι δυνατός ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, η ασφαλής χρήση των θαλασσών και η αειφόρος διαχείριση των θαλάσσιών πόρων (Μουρμούρη 2010). • Τη μελέτη των επιπτώσεων των ανθρωπογενών δραστηριοτήτων και κοινωνικοοικονομικών επιδράσεων στο θαλάσσιο οικοσύστημα και το περιβάλλον, κ.ά. (Μανούρης κ.ά. 2005). Ιδιαίτερα σήμερα, η ολοκληρωμένη κατανόηση της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής και οι κίνδυνοι που διατρέχουν οι παράκτιες περιοχές από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, η εκτίμηση των υποθαλάσσιων ενεργειακών πόρων, καθώς και η καθημερινή πρόβλεψη της κατάστασης της θάλασσας και η έγκαιρη διάχυση της πληροφορίας (π.χ. σε πραγματικό ή σχεδόν πραγματικό χρόνο) προς τους ενδιαφερόμενους χρήστες αποτελούν νέες σημαντικές διεπιστημονικές δράσεις και προκλήσεις και για την Ελλάδα στους τομείς της θαλάσσιας έρευνας και καινοτομίας. Ιδιαίτερα στο πλαίσιο της εναρμόνισης της χώρας με τους στρατηγικούς στόχους της ενιαίας θαλάσσιας πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι απαραίτητη μια νέα προσπάθεια αξιοποίησης του οικονομικού δυναμικού και μεγιστοποίησης της βιώσιμης εκμετάλλευσης των θαλάσσιων και παράκτιων περιοχών της χώρας, με ταυτόχρονη διασφάλιση της θαλάσσιας οικονομίας και των παράκτιων περιφερειών χωρίς υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Με τη σημαντική έκταση του θαλάσσιου χώρου της, η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες της Μεσογείου η οποία, έχοντας κατάλληλες φυσικές συνθήκες, μπορεί δυνητικά, παράλληλα με την επιτυχή ενσωμάτωση στο ενεργειακό ισοζύγιό της των ώριμων τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), όπως τα αιολικά πάρκα και τα φωτοβολταϊκά συστήματα στην ξηρά, να δραστηριοποιηθεί εντατικά και για την προώθηση και τη διερεύνηση των δυνατοτήτων πρωτοποριακών και πολλά υποσχόμενων τεχνολογιών ΑΠΕ και στο θαλάσσιο χώρο, όπως της πιο συμπυκνωμένης ανανεώσιμης πηγής ενέργειας στη γη, της κυματικής ενέργειας. Στη χώρα μας, έχοντας ένα ήπιο κλίμα και σχετικά βαθιά χωρικά ύδατα κοντά στις ακτές, αυτή μπορεί να αποτελέσει μια ενεργειακή πηγή με μέτριες προς υψηλές αποδόσεις ενεργειακού δυναμικού, με ιδιαίτερα ελκυστικές

71


005:Layout 1

72

4/9/12

11:04 AM

Page 72

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 70-88

προοπτικές αξιοποίησής της σε νησιωτικές και μη περιοχές. Είναι ενδεικτικό ότι προηγούμενες ευρωπαϊκές μελέτες (CRES 2006) αναφέρουν προβλέψεις ότι το Αιγαίο Πέλαγος διαθέτει αξιοποιήσιμο θαλάσσιο ενεργειακό δυναμικό, το υψηλότερο της Μεσογείου, με την εκμετάλλευση του οποίου θα μπορούσε να καλυφθεί σημαντικό ποσοστό των ενεργειακών αναγκών μας. Στόχος της συγκεκριμένης εργασίας είναι να τεκμηριωθούν οι συγκεκριμένες προβλέψεις για το κυματικό ενεργειακό δυναμικό των ελληνικών θαλασσών μέσω της ανάλυσης μιας σχεδόν 5ετούς διάρκειας μετρήσεων δορυφορικής αλτιμετρίας.

2. Ενέργεια από τη θάλασσα Η σημασία της χρήσης των ΑΠΕ εξαπλώνεται την τελευταία δεκαετία με γρήγορους ρυθμούς από χώρα σε χώρα. Κατά γενική παραδοχή, οι ΑΠΕ μπορούν να προσφέρουν δυνατότητες μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και των ρύπων από τα ορυκτά καύσιμα, αξιοποίησης τοπικών και αποκεντρωμένων ενεργειακών πηγών και την επίτευξη βασικών στόχων ως προς την αειφορία και την ανταγωνιστικότητα. Προς το παρόν, η μόνη εναλλακτική λύση μακριά από τις συμβατικές, ρυπογόνες μορφές ενέργειας είναι η στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως είναι τα βιοκαύσιμα, η αιολική και η ηλιακή ενέργεια, οι υδατοπτώσεις κ.ά., οι οποίες σήμερα προσελκύουν και το μεγαλύτερο οικονομικότεχνικό ενδιαφέρον εξ αιτίας των διαθέσιμων ώριμων και οικονομικά αποδοτικών τεχνολογιών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που δίνουν τη δυνατότητα εκμετάλλευση�� των ενεργειακών αυτών πόρων. Πράγματι, την τελευταία δεκαετία έχουν γίνει σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση αυτή, τόσο σε παγκόσμια κλίμακα όσο και στη χώρα μας. Ωστόσο, στη γενικότερη προσπάθεια επιλογής των κατάλληλων ΑΠΕ που είναι απαραίτητες για την αναδιαμόρφωση και επίτευξη των εκάστοτε ενεργειακών επιδιώξεων μιας χώρας, η πολυπλοκότητα, η νεωτερικότητα και ο αποκεντρωμένος χαρακτήρας των περισσότερων εφαρμογών ανανεώσιμης ενέργειας αποτελούν σημαντικούς λόγους για τους οποίους πολλές τεχνολογίες ΑΠΕ παραμένουν ακόμα στο ενεργειακό επενδυτικό περιθώριο, αν και οι προοπτικές και οι δυνατότητες αξιοποίησης τους παραμένουν τεράστιες. Μία τέτοια ανανεώσιμη πηγή ενέργειας, η οποία μέχρι σήμερα ελάχιστα έχει αξιοποιηθεί, είναι η ενέργεια της θάλασσας. Οι θαλάσσιες μάζες καλύπτουν το 75% της γήινης επιφάνειας και μπορούν να θεωρηθούν ως ένα κολοσσιαίο, παγκόσμιο ενεργειακό ρεζερβουάρ, δεδομένου ότι οι φυσικές θαλάσσιες διεργασίες, όπως τα παλιρροϊκά ρεύματα, τα κύματα και η θερμικές μεταβολές του θαλάσσιου νερού, μπορούν δυνητικά να παρέχουν μιαν άπειρη ποσότητα ενέργειας και να καλύψουν ένα μεγάλο ποσοστό των ενεργειακών αναγκών του μέλλοντος. Κοινή ιδιότητα των μορφών θαλάσσιας ενέργειας είναι η υψηλή ενεργειακή πυκνότητα τους, η οποία είναι η υψηλότερη μεταξύ των ανανεώσιμων. Σήμερα, η αξιοποίηση του ανανεώσιμου αυτού πόρου θεωρείται ότι μόλις τα τελευταία χρόνια ξεπέρασε την πειραματική φάση της ανάπτυξης και επίδειξης των κατάλληλων οικονομικοτεχνικά εφικτών τεχνολογιών. Στο εγγύς μέλλον, προβλέπεται η αξιοποίηση των εν λόγω τεχνολογιών να βαδίσει πλέον προς το στάδιο της πλήρους εμπορικής εκμε-


005:Layout 1

4/9/12

11:04 AM

Page 73

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ

τάλλευσης καθώς το κόστος παραγωγής αναμένεται να μειωθεί μόλις η χρήση της κυματικής ενέργειας καταστεί δημοφιλής. 2.1. Μορφές Κυματικής Ενέργειας Υπάρχουν ουσιαστικά τρεις βασικοί τρόποι για την παραγωγή ενέργειας από τη θάλασσα (Pontes and Falcão 2001): μέσω των παλιρροιών και των υποθαλάσσιων ρευμάτων, των κυμάτων και των διακυμάνσεων της θερμοκρασίας του θαλάσσιου νερού, γνωστή και ως «ωκεανό θερμική μετατροπή της ενέργειας» (Ocean Thermal Energy Conversion, OTEC). Άλλες πηγές ενέργειας στο θαλάσσιο περιβάλλον περιλαμβάνουν την οσμωτική ενέργεια που βασίζεται στις μεταβολές της πυκνότητας σε θαλάσσια στρώματα διαφορετικής αλατότητας (salinity gradients), την ενέργεια από θαλάσσια βιομάζα που βασίζεται στη χρήση φυκιών για την παραγωγή βιοκαυσίμων και την υπεράκτια αιολική ενέργεια, η οποία αν και τυπικά ανήκει στη κατηγορία των αιολικών ανανεώσιμων πηγών στην πραγματικότητα είναι επίσης ένας πόρος θαλάσσιας ενέργειας. Η παλιρροϊκή ενέργεια είναι μια μορφή ενέργειας που προκύπτει από τις βαρυτικές αλληλεπιδράσεις της γης με τον ήλιο και τη σελήνη. Η ενέργεια αυτή είναι εκμεταλλεύσιμη εξαιτίας της διαφοράς του ύψους της επιφάνειας της στάθμης των νερών κατά τη διάρκεια της υψηλής και χαμηλής παλίρροιας (πλημμυρίδας και άμπωτης). Σε παγκόσμιο επίπεδο, υπολογίζεται ότι το ενεργειακό δυναμικό των παλιρροιών ανέρχεται σε περίπου 3 TW, ενώ στις περιοχές της υφαλοκρηπίδας είναι της τάξης του 1.0 TW (CRES 2006). Ακόμα και εάν μόνο το 1% αυτής της ενέργειας θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, η παλιρροϊκή ενέργεια θα μπορούσε να αποδώσει 200-400 TWh/y. Η ενεργειακή αξιοποίηση της κίνησης των κυμάτων χρησιμοποιεί την κινητική συνιστώσα της διαθέσιμης ενέργειας των κυμάτων και το ενεργειακό δυναμικό του αυξημένου ύψους των μορίων νερού κατά τον κυματισμό του. Η ενέργεια αυτή χαρακτηρίζεται από περιοδικότητα και σχετικά μικρή πυκνότητα. Το φαινόμενο των ανέμων έχει ως συνέπεια το σχηματισμό κυμάτων μεταβλητού ύψους και συχνότητας τα οποία είναι εκμεταλλεύσιμα σε θαλάσσιες περιοχές με υψηλό δείκτη ανέμων και σε παράκτιες ζώνες. Σε παγκόσμιο επίπεδο, υπολογίζεται ότι το ενεργειακό δυναμικό των κυμάτων είναι της τάξης των 1-10 TW (10121015 J) που, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Ενέργειας, θα μπορούσε να καλύψει τουλάχιστον το 10% των αναγκών της παγκόσμιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας (WEC 1993). Η ενεργειακή αξιοποίηση της ωκεανο-θερμικής ενεργειακής μετατροπής και της ωσμωτικής ενέργειας, αν και σήμερα θεωρείται εφικτή, απαιτεί διαδικασίες που είναι τεχνικά πιο πολύπλοκες, ενεργοβόρες και με τεράστιο αρχικό κόστος επένδυσης. Απεναντίας, πολλοί ειδικοί προτείνουν ότι η κυματική ενέργεια των ωκεανών είναι αποδοτικότερη από την αιολική ενέργεια, δεδομένου ότι η φυσική πυκνότητα του νερού (ρ=1025 kg/m3) είναι πολύ πιο έντονη από εκείνη του αέρα (ρ=1.2 kg/m3), γεγονός που αποδίδει στην κυματική ενέργεια την υψηλότερη ενεργειακή πυκνότητα από όλες τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

73


005:Layout 1

74

4/9/12

11:04 AM

Page 74

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 70-88

2.2. Κυματική ενέργεια. Βασικοί ορισμοί και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά

Εικόνα 1: Βασικά γεωμετρικά και κινηματικά μεγέθη περιγραφής των κυματισμών

Ως κυματισμός ορίζεται κάθε περιοδική ή μη περιοδική διαταραχή της επιφάνειας της θάλασσας, η οποία συνήθως προκαλείται από την επίδραση των ανέμων που, σε πολλά μέρη του κόσμου, όπως και στην Ελλάδα, π.χ. στο Αιγαίο, πνέουν με αρκετή συνέπεια και δύναμη για να παρέχουν συνεχή κύματα που περιέχουν τεράστια ενέργεια. Η ενέργεια των θαλάσσιων κυμάτων είναι μια συμπυκνωμένη μορφή της ηλιακής ενέργειας που μεταφέρεται από την ατμόσφαιρα στο νερό και προέρχεται από τις δύο εναλλασσόμενες κινήσεις του νερού της θαλάσσιας επιφάνειας, την κατακόρυφη και την οριζόντια. Η κατακόρυφη ή ανοδική κίνηση προσδιορίζει το ύψος του κύματος, ενώ η οριζόντια ή καθοδηγητική κίνηση προσδιορίζει την ταχύτητα με την οποία κινείται το κύμα. Τα περισσότερα θαλάσσια κύματα παράγονται από τον άνεμο που διακινείται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και το μέγεθος τους εξαρτάται από την ταχύτητα και τη διάρκεια πνοής του ανέμου, από την περιοχή και την απόσταση στην οποία ο άνεμος ταξιδεύει (fetch), καθώς και από το βάθος και τη μορφολογία του πυθμένα, η οποία μπορεί να προκαλέσει τη συγκέντρωση ή τον διασκορπισμό της ενέργειας των κυμάτων. Τα κύματα έχουν φασματικά, χρονικά και κατευθυντικά χαρακτηριστικά, τα οποία επηρεάζουν σημαντικά την απόκριση, την απόδοση άρα και τη σχεδίαση των μετατροπέων κυματικής ενέργειας σε ηλεκτρική και των οποίων η γνώση είναι αναγκαία προκειμένου να γίνουν οι αναγκαίοι υπολογισμοί του διαθέσιμου δυναμικού της κυματικής ενέργειας σε μια περιοχή ενδιαφέροντος. Στην ιδανική περίπτωση, τα βαθιά κύματα του νερού έχουν ένα ημιτονοειδές μοτίβο, όπως φαίνεται στην Εικόνα 1, όπου αναφέρονται τα γεωμετρικά και κινηματικά στοιχεία των κυματισμών. Η απόσταση Η από την κορυφή (crest), δηλαδή το υψηλότερο σημείο του κύματος, προς το κοίλο (trough), δηλαδή το χαμηλό σημείο στην επιφάνεια του νερού μεταξύ διαδοχικών κορυφών, είναι το λεγόμενο ύψος του κύματος (wave height), και η απόσταση L από τη μία κορυφή στην άλλη ονομάζεται μήκος του κύματος (wavelength). Το μήκος του κύματος είναι η απόσταση που διανύει το κύμα σε χρόνο μιας περιόδου T (σε sec), δηλαδή το χρονικό διάστημα μεταξύ της δημιουργίας δύο διαδοχικών διαταραχών, ή της διέλευσης δύο διαδοχικών χαρακτηριστικών μιας διαταραχής, για παράδειγμα δύο κορυφών του κύματος από ένα συγκεκριμένο σημείο του χώρου. Η χρονική κλίμακα μεταβολής της στάθμης της επιφάνειας, η οποία εκφράζεται από την περίοδο Τ για τους περιοδικούς κυματισμούς, ποικίλει ανάλογα με την προέλευση γένεσης του κυματισμού, από μερικά sec μέχρι μερικές ώρες. Παραδείγματος χάριν, τα ανεμογενή κύματα έχουν περιόδους Τ=3-25 sec, παλιρροιακά κύματα Τ=43000 sec, κ.λπ. Το μέτωπο του κύματος (wave front) στην επιφάνεια της θάλασσας (κατά τη διεύθυνση Οy) είναι πρακτικά ανεξάρτητο του μήκους κύματος, και εξαρτάται μόνο από την προϊστορία των ανέμων στην εκάστοτε περιοχή. Η περιεχόμενη μηχανική ενέργεια στους κυματισμούς υπολογίζεται από την ολοκλήρωση της δυναμικής και κινητικής ενέργειας ανά μονάδα μήκους κύματος (και ανά μονάδα πλάτους του μετώπου του κύματος) κατά τη διεύθυνση διάδοσης του κύματος και δίνεται από την απλή σχέση (USCOE 2002) (1)


005:Layout 1

4/9/12

11:04 AM

Page 75

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ

όπου ρ = 1025 kg/m3 είναι η πυκνότητα του θαλάσσιου νερού, g ≈ 9.81 m/s2 είναι η επιτάχυνση της βαρύτητας, Η και a είναι αντίστοιχα το ύψος και το εύρος του κύματος (σε m) και L (επίσης σε m) είναι το μήκος των κυμάτων. Στη συγκεκριμένη εξίσωση, η οποία ισχύει για ένα ιδανικό ημιτονοειδές κύμα, η δυναμική και κινητική ενέργεια των κυμάτων είναι ισοδύναμες και εξαρτώνται ουσιαστικά από το ύψος του κύματος, ενώ η συνολική ενέργεια είναι ανεξάρτητη του βάθους και εξαρτάται από το μήκος του κύματος και είναι ανάλογη του τετραγώνου του ύψους του κύματος. Η επακόλουθη κίνηση του νερού σε έναν κυματισμό μεταφέρει την κινητική ενέργεια η οποία μπορεί να καταστεί εκμεταλλεύσιμη από τις συσκευές κυματικής ενέργειας. Σημαντικός δείκτης για την αξιολόγηση του ενεργειακού δυναμικού της κυματικής ενέργειας αποτελεί η λεγόμενη πυκνότητα ενέργειας (energy density) ενός κύματος (σε J/m2 ή σε Wh/m2, όπου 1 J (Joule)=1 N · m=[kg · m/s2] · m=1 W · s), η οποία από τη σχέση (1) ορίζεται ως ο λόγος Ε/L (2) και αντιπροσωπεύει ουσιαστικά τη μέση ροή ενέργειας (mean energy flux) ανά μονάδα επιφάνειας διαμέσου ενός κατακόρυφου επιπέδου τοποθετημένου παράλληλα προς τη διεύθυνση της κορυφής του κύματος (ή, με άλλα λόγια, κάθετα στη διεύθυνση κίνησης του κύματος). Σε βαθιά ύδατα, εκεί όπου d>L/2, δηλαδή το βάθος είναι μεγαλύτερο από το ήμισυ του μήκους του κύματος, η κυματική ισχύς (wave power) ή ροή ενέργειας (wave energy flux) που μεταδίδεται ανά μήκος μετώπου του κύματος διαμέσου ενός κατακόρυφου επιπέδου κάθετου στη διεύθυνση της κίνησης του κύματος δίνεται από τη σχέση (3) όπου cg είναι η ομαδική ταχύτητα που κινούνται τα κύματα στα βαθιά νερά και cp=gT/2π είναι η ταχύτητα φάσης του κύματος ή ταχύτητα διάδοσης απλού κυματισμού, η οποία σε βαθιά νερά είναι ανεξάρτητη του βάθους. Στην πραγματικότητα, oι κυματισμοί τους οποίους δημιουργεί η επίδραση του ανέμου στην επιφάνεια της θάλασσας, δεν είναι «μονοχρωματικοί», δηλαδή δεν έχουν μια απλή ημιτονοειδή μορφή. Η διαταραγμένη επιφάνεια της θάλασσας μπορεί να προσεγγιστεί με σύνθεση περισσοτέρων κανονικών κυματισμών που αποτελούνται από τη σύζευξη ημιτονικών κυμάτων με διαφορετικά μήκη κύματος, φάση, και διεύθυνση, ή να αναλυθεί σαν στοχαστικό μέγεθος. Από τη στατιστική ανάλυση ενός δείγματος N τιμών Hi, i=1,2,…,N του ύψους της θαλάσσιας επιφάνειας προκύπτουν διάφορες εκφράσεις περιγραφής του ύψους των κυμάτων, όπως (WMO 1998):

– η μέση τετραγωνική τιμή των καταγραμμένων υψών κύματος (root-mean-square wave height).

75


005:Layout 1

76

4/9/12

11:04 AM

Page 76

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 70-88

• H1/3 = Hs = √2 Ηrms ≈ 4√m0 – το λεγόμενο Σημαντικό Ύψος Κύματος (Significant Wave Height) που αντιπροσωπεύει τη μέση τιμή του ενός τρίτου των υψηλότερων παρατηρούμενων κυμάτων. Η εν λόγω τιμή χρησιμοποιείται συχνά γιατί συμπίπτει με την τιμή του ύψους κύματος που δίνει ένας έμπειρος ναυτικός από την οπτική παρατήρηση της θάλασσας. Δεδομένης της μεταβλητότητας του ύψους των κυμάτων, τα μεγαλύτερα επιμέρους κύματα είναι πιθανό να έχουν μέχρι και διπλάσιο από το σημαντικό ύψος κύματος για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο κυματώσεων ή ένα σύστημα υψηλής θαλασσοταραχής. • Hm0 ≈ 4√m0 = √2 Ηrms ≈ 1.05 Hs – Η φασματική τιμή του ύψους του κύματος (spectral wave height), όπου m0 εκφράσει το εμβαδόν που περικλείεται κάτω από την καμπύλη του ενεργειακού φάσματος που περιγράφει πώς είναι κατανεμημένη η περιεχόμενη μηχανική ενέργεια στις διάφορες συχνότητες που περιέχονται σε ένα σύνθετο κυματισμό. • H1/10 = 5.1√m0 = 1.8 Ηrms ≈ 1.3 Hs – Η μέση τιμή του ενός δέκατου των υψηλότερων παρατηρούμενων κυμάτων. • H1/100 = 6.7√m0 = 2.4 Ηrms ≈ 1.7 Hs – Η μέση τιμή του ενός εκατοστού των υψηλότερων παρατηρούμενων κυμάτων. • Ηmax = Ηrms √ln(N) ≈ 1.8 Hm0 – Το μέγιστο ύψος κύματος με πιθανότητα υπέρβασης 1/Ν. Εάν θεωρηθεί ότι η πραγματική κυματική κατάσταση της θάλασσας μπορεί να αντικατασταθεί από ένα ιδανικό ημιτονοειδές κύμα που περιέχει την ίδια κυματική ενέργεια σύμφωνα με την εξίσωση (2), το ισοδύναμο ύψος του εν λόγω κύματος θα δίνεται από την τιμή και η πυκνότητα ενέργειας που υπολογίζεται από την αντίστοιχη σχέση (4)

αντιπροσωπεύει την ενεργειακή πυκνότητα των πραγματικών κυματισμών. Αντίστοιχα, η κυματική ισχύς ή ροή κυματικής ενέργειας ανά μήκος μετώπου του κύματος διαμέσου ενός κατακόρυφου επιπέδου κάθετου στη διεύθυνση της κίνησης ενός κύματος σημαντικού ύψους Ηs δίνεται από τη σχέση (5) όπου όταν το σημαντικό ύψος του κύματος δίνεται σε μέτρα και η περίοδος του κύματος σε δευτερόλεπτα, η κυματική ισχύς εκφράζεται σε kilowatts (kW) ανά μέτρο μήκους του μετώπου του κύματος. Π.χ., ένα κύμα, λίγα χιλιόμετρα από την ακτογραμμή, με σημαντικό ύψος 2 m και περίοδο 8 sec περιέχει 16 kW κυματικής ισχύος ανά μέτρο της παραλιακής ζώνης. Στην πράξη, μια εγκατάσταση μετατροπής της κυματικής ενέργειας σε ηλεκτρική που κινείται μόνο κατακόρυφα ή μόνο οριζόντια θα καλύπτει αποκλειστικά και μόνο το μισό της παραπάνω ενέργειας/ισχύος των κυμάτων. Αντίστοιχα, σε ενδιάμεσα βάθη νερού, δηλαδή εκεί όπου ισχύει, η κυματική ισχύς εκφράζεται από τη σχέση


005:Layout 1

4/9/12

11:04 AM

Page 77

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ

(6)

Πλησιέστερα στην ακτή, η κυματική ενέργεια μειώνεται λόγω της τριβής με το βυθό, οπότε τα κύματα σε βαθύτερα, καλά εκτεθειμένα ύδατα μακριά από τις ακτές θα έχουν την μέγιστη ενέργεια.

3. Κυματικό ενεργειακό δυναμικό στις ελληνικές θάλασσες – εκτιμήσεις από δορυφορικά αλτιμετρικά δεδομένα 3.1. Ο ρόλος της δορυφορικής αλτιμετρίας Σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια αξιολόγησης του ενεργειακού δυναμικού των θαλάσσιων περιοχών παίζουν σήμερα οι ποικίλες δορυφορικές τεχνολογίες παρακολούθησης της γης, οι οποίες συμβάλλουν στη δημιουργία βάσεων γνώσεων και εξαντλητικών δεδομένων, που στόχο έχουν να βελτιστοποιήσουν τη χρήση του θαλάσσιου χώρου και των ωκεανών. Μια τέτοια τεχνολογία είναι εκείνη της δορυφορικής αλτιμετρίας, η οποία χρησιμοποιεί υψηλής ακρίβειας δορυφορικά ραντάρ, τα οποία πρωτίστως μετρούν και απεικονίζουν την τοπογραφία της επιφάνειας της θάλασσας (sea surface topography), η οποία επηρεάζεται από τους ανέμους, τα ρεύματα και τη βαρύτητα. Σήμερα, το κύριο γεωδαιτικό ενδιαφέρον για τη δορυφορική αλτιμετρία επικεντρώνεται σε σημαντικά προβλήματα όπως είναι η ανάγκη ακριβούς προσδιορισμού του θαλάσσιου γεωειδούς, καθώς και η βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη παρακολούθηση των μεταβολών της Μέσης Στάθμης της Θάλασσας (ΜΣΘ) π.χ. εξαιτίας των παλιρροιών, των επιδράσεων της ατμοσφαιρικής πίεσης, των κλιματικών αλλαγών κ.ά. Ωστόσο, μέρος της επεξεργασίας των αλτιμετρικών δεδομένων παρέχει ένα άλλο σημαντικό προϊόν, τον ακριβή προσδιορισμό του σημαντικού ύψους των κυμάτων στο τμήμα της θαλάσσιας επιφάνειας από την οποία ανακλώνται οι παλμοί ραντάρ που εκπέμπει ένας αλτιμετρικός δορυφόρος καθώς διέρχεται πάνω από μια θαλάσσια περιοχή.

Εικόνα 2: Τυπική κυματομορφή ανακλώμενου παλμού ραντάρ δορυφορικού αλτίμετρου

77


005:Layout 1

78

4/9/12

11:04 AM

Page 78

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 70-88

Συγκεκριμένα, το μέγεθος και το σχήμα του ανακλώμενου παλμού ραντάρ, η λεγόμενη κυματομορφή του παλμού (pulse waveform), περιέχει επίσης πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά της επιφάνειας η οποία προκάλεσε την ανάκλαση του παλμού (pulse echo) που εκπέμπεται από το δορυφορικό αλτίμετρο. Η οπισθοσκέδαση (backscatter) του παλμού επηρεάζεται από την τραχύτητα της επιφάνειας της θάλασσας εξαιτίας των επιφανειακών κυματισμών, δεδομένου ότι το αλτίμετρο μετρά πρώτα την κυματική κορυφή και στη συνέχεια την κυματική κοιλάδα των κυμάτων. Συγκεκριμένα, η κυματομορφή του εκάστοτε ανακλώμενου παλμού έχει ένα χαρακτηριστικό σχήμα που μπορεί να περιγραφεί αναλυτικά ενώ η ένταση του παλμού ποικίλλει με την πάροδο του χρόνου επιστροφής του παλμού. Όπως φαίνεται στην Εικόνα 2, όταν η επιφάνεια της θάλασσας είναι επίπεδη κατά τη διάρκεια περιόδων ηρεμίας (αριστερά), ο παλμός ανακλάται έντονα από τη στιγμή που η αιχμή του εκπεμπόμενου παλμού ραντάρ χτυπά την επιφάνεια. Αντίθετα, όταν επικρατεί θαλασσοταραχή (δεξιά), ο παλμός ανακλάται αρχικά από την κορυφή του υψηλότερου κύματος που βρίσκεται απευθείας κάτω από το δορυφόρο και μετέπειτα από τη σειρά άλλων κυματοκορυφών διαδοχικών κυμάτων, με τρόπο ώστε το πλάτος του ανακλώμενου παλμού του ραντάρ αυξάνεται σταδιακά. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να εκτιμηθεί το σημαντικό ύψος των κυμάτων από την κλίση της καμπύλης που αντιπροσωπεύει το πλάτος του ανακλώμενου παλμού με την πάροδο του χρόνου κατά μήκος του ίχνους του ραντάρ στην επιφάνεια της θάλασσας. Επιπλέον, στο πλαίσιο της εν λόγω μετρητικής διαδικασίας μπορεί να παραχθεί και η ταχύτητα του ανέμου από την δύναμη του σήματος που οπισθοσκεδάζεται. Το κύριο πλεονέκτημα των κυματικών αλτιμετρικών δεδομένων είναι ότι καλύπτουν συστηματικά πολύ μεγάλες εκτάσεις και παρέχουν πληροφόρηση ακόμα και σε περιοχές με ιδιαίτερα δυσμενείς καιρικές συνθήκες, με κύριο ωστόσο μειονέκτημα τη χαμηλή χρονική συχνότητα επισκεψιμότητας του εκάστοτε δορυφόρου πάνω από τα ίδια σημεία της θαλάσσιας επιφάνειας, από 5 μέχρι 35 μέρες, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της τροχιάς του (π.χ. την κλίση της τροχιάς). Η δυσκολία αυτή παρακάμπτεται με τη συνδυασμένη χρήση αλτιμετρικών δεδομένων από διαφορετικούς δορυφόρους, όπως γίνεται σήμερα με την ταυτόχρονη λειτουργία των δορυφόρων Jason-1, -2 και ENVISAT, των οποίων τα επίγεια ίχνη στη θαλάσσια επιφάνεια δημιουργούν πυκνότερα πλέγματα κάλυψης των θαλάσσιων περιοχών. Στην περίπτωση αυτή, ακόμα και εάν η κανονικότητα και η χωρική κατανομή των επιμέρους μετρήσεων στην επιφάνεια του ωκεανού χαρακτηρίζεται από αποστάσεις μερικών δεκάδων χιλιομέτρων μεταξύ γειτονικών επίγειων ιχνών κατά μήκος των οποίων λαμβάνονται τα αλτιμετρικά δεδομένα δεν αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τις μελέτες του κυματικού κλίματος στις ανοικτές θάλασσες, αλλά στις παράκτιες περιοχές ενδέχεται να υπάρχουν σημαντικές χωρικές μεταβλητότητες και υποβαθμισμένη ποιότητα των ενδείξεων των κυματισμών σε αποστάσεις μέχρι και 10 km από τις ακτές. Για τους λόγους αυτούς, γενικά τα αλτιμετρικά δορυφορικά δεδομένα είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για τη γενική εκτίμηση του ανεμολογικού και κυματικού κλίματος εκτεταμένων θαλάσσιων περιοχών (Lefevre κ.ά. 2006), παρέχοντας μια ακριβή εικόνα της μακροπρόθεσμης κατανομής του σημαντικού ύψους των κυμάτων στις περιοχές ενδιαφέροντος. Η πρώτη χρήση αλτιμετρικών δεδομένων από τους δορυφόρους GEOSAT και TOPEX/Poseidon για την εκτίμηση του κυματικού ενεργειακού δυναμικού σε παγκόσμια κλίμακα αναφέρθηκε από τους Barstow κ.ά. (1998). Σε συνδυασμό με


005:Layout 1

4/9/12

11:04 AM

Page 79

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ

δεδομένα από ένα εκτεταμένο δίκτυο σημαντήρων, από τη συγκεκριμένη μελέτη αναδείχθηκε ότι οι καλύτεροι κυματικοί πόροι, ως προς το ενεργειακό δυναμικό τους, εμφανίζονται σε περιοχές όπου ισχυροί άνεμοι έχουν ταξιδέψει σε μεγάλες αποστάσεις. Για τον λόγο αυτό, οι καλύτεροι κυματικοί πόροι σε παγκόσμιο επίπεδο, μεγέθους από 20 έως 70 kW/m, εντοπίζονται στις εύκρατες ζώνες (μεταξύ του 30ου και του 70ου παραλλήλου και στα δύο ημισφαίρια), όπου παρατηρούνται και οι ισχυρότεροι θυελλώδεις άνεμοι, π.χ. στις δυτικές ακτές της Ν. Αμερικής, Αυστραλίας και Ν. Ζηλανδίας. Αντίστοιχα, στην Ευρώπη εντοπίζονται κατά μήκος των δυτικών ακτών, οι οποίες βρίσκονται στο τέλος ενός μακριού πεδίου δράσης, τον Ατλαντικό Ωκεανό. Συγκεκριμένα, η ενέργεια που περιέχουν τα κύματα υπολογίζεται ότι φτάνει ως τα 75 kW/m στις ακτές της Ιρλανδίας και της Σκωτίας, ενώ για τις Ευρωπαϊκές ακτές της Μεσογείου η ενέργεια υπολογίζεται από 4 έως 11 kW/m (CRES 2006). 3.2. Αξιοποίηση αλτιμετρικών δεδομένων για την εκτίμηση του κυματικού ενεργειακού δυναμικού στις ελληνικές θάλασσες Μεταξύ των Μεσογειακών ακτών, οι εκτιμήσεις του κυματικού ενεργειακού δυναμικού με τις υψηλότερες τιμές (8-11 kW/m) αναφέρονται στη βιβλιογραφία για τις περιοχές του νοτιοδυτικού Αιγαίου (Pontes 1998). Οι συγκεκριμένες γενικές εκτιμήσεις βασίζονται κυρίως σε περιορισμένα ανεμολογικά και κυματικά δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για τη σύνταξη του πρώτου Ευρωπαϊκού Άτλαντα Κυματικής Ενέργειας (Wave Energy Resource Atlas, WERATLAS) με βάση και τα αποτελέσματα του προγνωστικού κυματικού μοντέλου WAM (Wave Analysis Model) (WAMDI Group 1988) για την περίοδο 07/1992-12/1995. Tο μοντέλο WAM είναι ένα φασματικό κυματικό μοντέλο 3ης γενιάς, το οποίο υπολογίζει με αναλυτικές μεθόδους την χωροχρονική εξέλιξη του δισδιάστατου φάσματος της κυματικής ενέργειας. Ωστόσο, όπως έχει προκύψει τόσο από τον συστηματικό ποιοτικό έλεγχο του WERATLAS όσο και από μελέτες της προγνωστικής ικανότητας του μοντέλου WAM (π.χ. από τους Σουκισιάν και Προσπαθόπουλο [2003]), σε σύγκριση με αλτιμετρικά δεδομένα από το δορυφόρο TOPEX/Poseidon και κυματικά δεδομένα από σημαντήρες, για τη Μεσόγειο θάλασσα η ποιότητα των αποτελεσμάτων του μοντέλου είναι γενικά κατώτερη από εκείνη π.χ. για τις περιοχές του Βόρειου Ατλαντικού. Συγκεκριμένα το μοντέλο WAM τείνει να υποεκτιμάει τις τιμές Hs σε όλη τη περιοχή της Μεσογείου, ενώ οι τιμές της κυματικής ισχύος που υπολογίζει μπορεί να είναι χαμηλότερες μέχρι και 50% σε σχέση με τις πραγματικές τιμές. Ως εκ τούτου, η παρούσα μελέτη επιδιώκει να παρουσιάσει μια ενδελεχή ανάλυση του κυματικού κλίματος στις ελληνικές θάλασσες, δίνοντας μια πληρέστερη εικόνα του κυματικού ενεργειακού δυναμικού σε χαρακτηριστικές περιοχές του ελληνικού θαλάσσιου χώρου. Προκειμένου να αξιολογηθεί το κυματικό ενεργειακό δυναμικό της Ελλάδας κάτω από τις πραγματικές συνθήκες που αντιστοιχούν στις ελληνικές θάλασσες και να συγκριθούν με τα αντίστοιχα επίπεδα της διαθέσιμης κυματικής ενέργειας άλλων μεσογειακών και ευρωπαϊκών χωρών χρησιμοποιήθηκαν πολυετή δεδομένα του σημαντικού ύψους των κυμάτων από τις μετρήσεις αλτιμετρίας ραντάρ των δορυφόρων Jason-1, Jason-2 και ENVISAT. Συγκεκριμένα έγινε χρήση ημερήσιων τιμών SWH για το χρονικό διάστημα από 11/12/2005 έως 27/05/2010 στη θαλάσσια περιοχή που περιλαμβάνει τις ελληνικές θάλασσες και πε-

79


005:Layout 1

80

4/9/12

11:04 AM

Page 80

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 70-88

ρικλείεται από τις συντεταγμένες φ: 34ο - 42ο Ν και λ: 16ο - 32ο Ε. Τα συγκεκριμένα δεδομένα αποτελούν προϊόν συνδυασμένης ανάλυσης των αλτιμετρικών δεδομένων από τους εν λόγω δορυφόρους, τα οποία είναι διαθέσιμα από το γαλλικό οργανισμό AVISO ως χρονοσειρές στα σημεία πλέγματος διαστάσεων 1ο x 1ο. Στην περιοχή ενδιαφέροντος, όπως φαίνεται στο Χάρτη 1, επιλέχθηκαν επιπλέον μια σειρά συγκεκριμένες τοποθεσίες (P01, P02, …, P14), για τις οποίες αναλύθηκαν οι αντίστοιχες χρονοσειρές των αλτιμετρικών δεδομένων προκειμένου να υπολογιστούν λεπτομερή στατιστικά στοιχεία των κυματικών κλιματολογικών συνθηκών και του κυματικού ενεργειακού δυναμικού στις περιοχές που αντιπροσωπεύουν τα εν λόγω σημεία. Η επιλογή των εν λόγω τοποθεσιών δεν είναι τυχαία. Τα συγκεκριμένα σημεία βρίσκονται κοντά στους άξονες που αντιπροσωπεύουν τα εικονιζόμενα ελεύθερα μήκη της πνοής των ανέμων στις ελληνικές θάλασσες, κατά μήκος των οποίων αναπτύσσονται και τα κύρια μέτωπα κυματισμών. Ανάμεσα στις επιλεγμένες τοποθεσίες συμπεριλαμβάνονται συγκεκριμένες παράκτιες περιοχές π.χ. στις θέσεις Ρ02 (Γαύδος), Ρ06 (Κύθηρα/Αντικύθηρα), Ρ13 (Ρόδος) και άλλων νησιών, οι οποίες κατά καιρούς έχουν προταθεί και από διάφορες άλλες μελέτες ως κατάλληλες για την αξιοποίηση των αιολικών μορφών ενέργειας, και ενδεχομένως στο μέλλον να προσφέρονται ως ιδανικές τοποθεσίες εγκατάστασης υβριδικών συστημάτων ΑΠΕ, με κοινή συνεισφορά στα αυτόνομα ενεργειακά δίκτυα των νησιών. Άλλες από τις επιλεγμένες τοποθεσίες, π.χ. στο βορειοανατολικό Αιγαίο οι θέσεις Ρ08 (Λέσβος) και Ρ09 (Λήμνος), θεωρήθηκε κρίσιμο να εξεταστούν δεδομένου ότι αντιπροσωπεύουν περιοχές με σχετικά μεγάλη παραγωγικότητα του θαλάσσιου οικοσυστήματος (αλιεία, ιχθυοκαλλιέργειες), όπου ενδεχομένως, ανεξάρτητα του μεγέθους της διαθέσιμης κυματικής ενέργειας, θα πρέπει να διερευνηθούν περαιτέρω οι τυχόν επιπτώσεις στο περιβάλλον και στις παράκτιες οικονομίες των συγκεκριμένων περιοχών κατάλληλων εγκαταστάσεων αξιοποίησής της. Στον Πίνακα 1 δίνονται τα στατιστικά κυματολογικά στοιχεία στις προαναφερόμενες τοποθεσίες, όπως προέκυψαν από τις χρονοσειρές των τιμών Hs του σημαντικού ύψους των κυμάτων για τη διάρκεια της πενταετούς περιόδου των διαθέσιμων αλτιμετρικών δεδομένων (βλ. αντίστοιχα τις μέσες κυματικές συνθήκες που απεικονίζονται στο Χάρτη 2). Οι τιμές Q1 και Q3 υποδηλώνουν αντίστοιχα ότι το 25% των χαμηλότερων τιμών Hs έχουν μέγεθος μικρότερο από Q1 (σε m) και το 25% των υψηλότερων τιμών Hs έχουν μέγεθος μεγαλύτερο από Q3 (σε m). Π.χ. για τη θέση Ρ02 (Γαύδος) το 50% των παρατηρούμενων τιμών Hs κυμαίνονται μεταξύ 0.75 και 1.35 m ή 25% των παρατηρήσεων έχουν μέγεθος Hs>1.35 m, και 50% των παρατηρήσεων έχουν μέγεθος Hs>1.0 m. Είναι εμφανές ότι στις ακτές

Χάρτης 1: Περιοχή μελέτης, με επιμέρους ενδει- Χάρτης 2: Μέσες κυματικές συνθήκες κατά την κτικές θέσεις (gridpoints) ενδιαφέροντος περίοδο 12/2005-05/2010.


005:Layout 1

4/9/12

11:04 AM

Page 81

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ

81

των θέσεων, κατά σειρά, Ρ02 (Γαύδος), Ρ14 (Κουφονήσι), Ρ06 (Αντικύθηρα) και Ρ03 (Κάρπαθος) εμφανίζονται οι εντονότερες κυματικές συνθήκες με τις τιμές του σημαντικού ύψους κυμάτων Hs πάνω από το 1 m να εμφανίζονται με συχνότητα από 40% μέχρι 50% κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου των αλτιμετρικών μετρήσεων. Είναι γνωστό και από οπτικές παρατηρήσεις ότι οι περιοχές αυτές είναι P01 Άνδρος

# Days 1571 Mean 0.89 St Dev 0.44 Min 0.11 Q1 0.58 Median 0.78 Q3 1.09 Max 4.05 %(Ηs>1m) 32 P08 Λέσβος #Days 1414 Mean 0.83 St Dev 0.46 Min -0.10 Q1 0.53 Median 0.71 Q3 1.01 Max 4.29 %(Ηs>1m) 26

P02 Γαύδος

P03 Κάρπαθος

P04 Αντίπαρος

P05 Ζάκυνθος Ηλεία

P06 P07 Κύθηρα/ Θερμαϊκός Αντικύθηρα

1610 1.12 0.53 0.18 0.75 0.98 1.36 3.94 50

1598 1.01 0.46 0.22 0.68 0.90 1.24 3.56 40

1594 0.97 0.45 0.22 0.64 0.85 1.18 3.83 37

1593 1.00 0.53 0.16 0.60 0.88 1.22 4.12 39

1585 1.08 0.53 0.19 0.71 0.93 1.35 3.73 42

1484 0.86 0.46 0.03 0.53 0.75 1.06 4.06 26

P09 Λήμνος

P10 Χίος

P11 Σκόπελος

P12 Αμοργός

P13 Ρόδος

P14 Κουφονήσι

1414 0.83 0.46 -0.15 0.52 0.71 1.01 4.17 25

1555 0.87 0.43 0.13 0.57 0.77 1.06 4.04 29

1514 0.88 0.47 0.01 0.54 0.76 1.08 4.35 32

1588 0.95 0.44 0.20 0.64 0.84 1.15 3.80 35

1593 1.00 0.46 0.20 0.67 0.89 1.22 3.44 39

1595 1.08 0.50 0.20 0.73 0.97 1.30 3.85 46

Πίνακας 1. Στατιστικά στοιχεία κυματικών κλιματολογικών συνθηκών.

περιοχές με υψηλό ανεμολογικό δυναμικό, ενώ ταυτόχρονα τα κύματα διατηρούν αυτό το ύψος τους περισσότερο από 6 μήνες το χρόνο. Οι κυματικές συνθήκες στις διαφορετικές θέσεις που εξετάστηκαν είναι, όπως αναμενόταν, πιο έντονες κατά τις περιόδους που εκτείνονται περίπου από το Νοέμβριο μέχρι το Φεβρουάριο, ενώ λεπτομερέστερη ανάλυση των χρονοσειρών των αλτιμετρικών δεδομένων αναδεικνύει και την επίδραση των «ετησίων»-εποχιακών ανέμων που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου. Οι εν λόγω διαπιστώσεις είναι εμφανείς στην Εικόνα 3, όπου απεικονίζονται ενδεικτικά οι χρονοσειρές του σημαντικού ύψους κύματος στις θέσεις Ρ02 και Ρ13. Παρόμοια συμπεριφορά παρατηρήθηκε και στις χρονοσειρές των υπόλοιπων σημείων, με τις ίδιες έντονες περιόδους κυματικών συνθηκών σε γειτονικές θέσεις να παρατηρούνται με χρονική διαφορά λίγων ημερών. Ανάλογα σύμφωνα αποτελέσματα αναφέρεται στη βιβλιογραφία (π.χ. από τους Σουκισιάν και Προσπαθόπουλο [2003]) ότι έχουν προκύψει και από τα κυματικά μοντέλα WAM. Το επόμενο σημαντικό στάδιο στην αξιολόγηση του κυματικού ενεργειακού δυναμικού αφορά τη χωρική κατανομή του ενεργειακού περιεχόμενου των κυμάτων ανάλογα με τη κυματική ενεργειακή πυκνότητα τους. Στο Χάρτη 3 απεικονίζεται η μέση ενεργειακή πυκνότητα (σε Wh/m2) της περιοχής της μελέτης όπως υπολογίζεται από τη σχέση (4) βάσει των διαθέσιμων χρονοσειρών αλτιμε-

Εικόνα 3: Χρονοσειρές των ημερήσιων τιμών του σημαντικού ύψους κύματος στις θέσεις Ρ02 (Γαύδος) και Ρ13 (Ρόδος).


005:Layout 1

82

4/9/12

11:04 AM

Page 82

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 70-88

Χάρτης 3: Μέση κυματική ε��εργειακή πυκνότητα (σε Wh/m2).

τρικών δεδομένων του σημαντικού ύψους κύματος Hs για την περίοδο 12/200505/2010. Η ενεργειακή πυκνότητα είναι συνάρτηση της στιγμιαίας ενέργειας του κύματος ανά μονάδα επιφάνειας, και στη συγκεκριμένη περιοχή κυμαίνεται κατά μέσο όρο από 0.12 έως 0.25 Wh/m2, δηλαδή επίπεδα που η κυματική ενέργεια χαρακτηρίζεται όπως και όλες οι μορφές ΑΠΕ από σχετικά μικρή πυκνότητα. Ωστόσο, ακόμα και αυτά τα θεωρούμενα ίσως χαμηλά επίπεδα κυματικής ενεργειακής πυκνότητας δεν είναι ευκαταφρόνητα, αφού είναι συγκρίσιμα με τις αντίστοιχες τιμές από 0.05 έως 0.3 που αναφέρονται, π.χ., για τη Βαλτική Θάλασσα (βλ. Henfridsson κ.ά. 2006), η οποία θεωρείται ως τυπικό παράδειγμα «προφυλαγμένης» θάλασσας κατάλληλης για την αξιοποίηση και εκμετάλλευση του κυματικού ενεργειακού δυναμικού της για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Στον Πίνακα 2, δίνονται τα στατιστικά στοιχεία της κυματικής ενεργειακής πυκνότητας για τις επιλεγμένες θέσεις του ελλαδικού θαλάσσιου χώρου. Στην Εικόνα 4, δίνονται ενδεικτικά οι εποχικές μεταβολές της κυματικής ενεργειακής πυκνότητας (σε Wh/m2) στη θέση Ρ02 (Γαύδος), όπου παρατηρείται και η μέγιστη μέση τιμή. Παρόμοια συμπεριφορά παρατηρείται τις θέσεις Ρ06 (Αντικύθηρα), Ρ14 (Κουφονήσι), Ρ03 (Κάρπαθος) και Ρ05 (Ζάκυνθος/Ηλεία), οι οποίες εμφανίζουν κατά μέσο όρο τις αμέσως μεγαλύτερες τιμές κυματικής ενεργειακής πυκνότητας. Από το γράφημα της Εικόνας 4 είναι εμφανές το χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιοδικότητας της κυματικής ενεργειακής πυκνότητας ανάλογα με την εποχή του έτους, με τον ίδιο τρόπο όπως ήδη αναφέρθηκε προηγουμένως και για τις κυματικές συνθήκες στις διαφορετικές θέσεις που εξετάστηκαν.

# Days Mean St Dev Min Q1 Median Q3 Max

#Days Mean St Dev Min Q1 Median Q3 Max

P01 Άνδρος

P02 Γαύδος

P03 Κάρπαθος

P04 Αντίπαρος

P05 Ζάκυνθος/ Ηλεία

P06 Κύθηρα/ Αντικύθηρα

P07 Θερμαϊκός

1571 0.17 0.20 0.00 0.06 0.11 0.21 2.86

1610 0.27 0.29 0.01 0.10 0.17 0.32 2.71

1598 0.22 0.23 0.01 0.08 0.14 0.27 2.21

1594 0.20 0.22 0.01 0.07 0.13 0.24 2.56

1593 0.22 0.26 0.00 0.06 0.13 0.26 2.97

1585 0.25 0.28 0.01 0.09 0.15 0.32 2.43

1484 0.17 0.21 0.00 0.05 0.10 0.20 2.88

P08 Λέσβος

P09 Λήμνος

P10 Χίος

P11 Σκόπελος

P12 Αμοργός

P13 Ρόδος

P14 Κουφονήσι

1414 0.16 0.21 0.00 0.05 0.09 0.18 3.21

1414 0.16 0.22 0.00 0.05 0.09 0.18 3.03

1555 0.17 0.19 0.00 0.06 0.10 0.20 2.84

1514 0.17 0.22 0.00 0.05 0.10 0.20 3.30

1588 0.19 0.21 0.01 0.07 0.12 0.23 2.52

1593 0.21 0.22 0.01 0.08 0.14 0.26 2.07

1595 0.25 0.26 0.01 0.09 0.16 0.29 2.59

Πίνακας 2. Στατιστικά στοιχεία της κυματικής ενεργειακής πυκνότητας (σε Wh/m2).

Στο Χάρτη 4, απεικονίζεται η μέση κυματική ισχύς ή ο μέσος ρυθμός ροής ενέργειας στην περίοδο των κυμάτων, σε kW ανά μέτρο μετώπου του κύματος. Στον Πίνακα 3, δίνονται για τις επιλεγμένες θέσεις του ελλαδικού θαλάσσιου


005:Layout 1

4/9/12

11:04 AM

Page 83

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ

83

Εικόνα 4: Εποχικές μεταβολές κυματικής ενεργειακής πυκνότητας στη θέση Ρ02 (Γαύδος).

χώρου τα στατιστικά στοιχεία της κυματικής ισχύος, θεωρώντας δύο τυπικές περιόδους κίνησης των κυμάτων, Τ=5 sec και Τ=8 sec, οι οποίες αντιπροσωπεύουν συνήθεις τιμές για τις κυματολογικές συνθήκες στις ελληνικές θάλασσες. Όπως ήταν αναμενόμενο από τα προηγούμενα αποτελέσματα των κυματολογικών συνθηκών και της κυματικής ενεργειακής πυκνότητας, μεταξύ των θέσεων ενδιαφέροντος, κατά σειρά οι θέσεις Ρ02 (Γαύδος), Ρ06 (Αντικύθηρα), Ρ14 (Κουφονήσι), Ρ05 (Ζάκυνθος/Ηλεία) και Ρ03 (Κάρπαθος) παρουσιάζουν κατά μέσο όρο και τις υψηλότερες τιμές κυματικής ισχύος ανεξάρτητα από την περίοδο των κυμάτων. Είναι αυτονόητο ότι η κυματική ισχύς σε κάθε θέση μεταβάλλεται από μέρα σε μέρα ανάλογα με τις επικρατούσες κυματικές συνθήκες οι οποίες επηρεάζουν και την εκάστοτε περίοδο των κυματισμών. Για το λόγο αυτό, σε κάθε θέση ενδιαφέροντος έχουν επίσης υπολογιστεί αναλυτικότερα τα ποσοστά κατανομής κυματικής ισχύος για διαφορετικές περιόδους κυματισμών (από 5 sec μέχρι 14 sec), τα οποία ελλείψει χώρου δεν παρουσιάζονται στην παρούσα εργασία, αλλά τα αποτελέσματα των υπολογισμών είναι διαθέσιμα σε κάθε ενδιαφερόμενο. Στην Εικόνα 5, παρουσιάζονται ενδεικτικά τα ποσοστά κατανομής κυματικής ισχύος για τη θέση Ρ02 (Γαύδος) θεωρώντας περιόδους κυματισμών Τ=5, 8 και 10 sec.

Εικόνα 5: Ποσοστά κατανομής της κυματικής ισχύος (σε Wh/m) στη θέση Ρ02 (Γαύδος), ανάλογα με την περίοδο των κυμάτων (Τ = 5, 8 και 10 sec).

Στον Πίνακα 3, ο δείκτης WEDI (Wave Energy Development Index), ο οποίος υπολογίζεται από το λόγο της μέσης κυματικής ισχύος (Mean Wave Energy Flux) ως

Χάρτης 4: Μέση κυματική ισχύς (σε kW/m) για θεωρούμενη περίοδο κυματισμών Τ=5 sec.


005:Layout 1

84

4/9/12

11:04 AM

Page 84

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 70-88

προς τη μέγιστη τιμή της παρατηρούμενης κυματικής ισχύος (Storm Wave Energy Flux) και εκφράζεται ως 100´(PMean/PMax), είναι ένας καθαρός αριθμός που πρακτικά βοηθάει στην κατάλληλη επιλογή θέσεων για την εγκατάσταση συστημάτων μετατροπής της ενέργειας των κυμάτων. Διότι μεταξύ δύο τοποθεσιών που έχουν κατά μέσο όρο ίδια επίπεδα κυματικής ισχύος, π.χ. μεταξύ των θέσεων Ρ08 (Λέσβος) και Ρ09 (Λήμνος), υποδηλώνεται ότι η τοποθεσία με το χαμηλότερο δείκτη WEDI (στη συγκεκριμένη περίπτωση, στη θέση Ρ08) θα απαιτούσε εγκαταστάσεις μετατροπής κατάλληλα σχεδιασμένες για περισσότερο ανθεκτικές κατασκευές σε ταραχώδεις κυματικές συνθήκες, με ανάλογες επιπτώσεις στο κόστος κατασκευής και λειτουργίας τους. Πρακτικά, εάν σε μια τοποθεσία ο δείκτης WEDI πλησιάζει τη μονάδα, σημαίνει ότι, κατά τη διάρκεια μιας ακραίας θαλασσοταραχής, οι εγκαταστάσεις και οι αγκυρώσεις ή οι πλωτήρες των μονάδων μετατροπής κυματικής ενέρ-

# Days Mean St Dev Min Q1 Median Q3 Max WEDI

#Days Mean St Dev Min Q1 Median Q3 Max WEDI

P01 Άνδρος

P02 Γαύδος

P03 Κάρπαθος

P04 Αντίπαρος

P05 Ζάκυνθος/ Ηλεία

P06 Κύθηρα/ Αντικύθηρα

P07 Θερμαϊκός

1571 2.43/3.89 2.86/4.57 0.03/0.05 0.82/1.31 1.51/2.41 2.91/4.66 40.2/64.3 6.0

1610 3.74/5.99 4.09/6.55 0.08/0.13 1.39/2.23 2.37/3.80 4.54/7.27 38.1/60.9 9.8

1598 3.03/4.85 3.18/5.09 0.12/0.20 1.14/1.82 1.99/3.19 3.76/6.02 31.1/49.8 9.7

1594 2.80/4.47 3.06/4.89 0.11/0.18 1.01/1.62 1.77/2.83 3.43/5.49 36.0/57.6 7.8

1593 3.13/5.01 3.71/5.94 0.06/0.10 0.88/1.41 1.89/3.02 3.66/5.86 41.7/66.8 7.5

1585 3.54/5.66 3.95/6.31 0.09/0.14 1.23/1.97 2.14/3.42 4.46/7.13 34.1/54.6 10.4

1484 2.35/3.75 2.99/4.78 0.00/0.00 0.68/1.09 1.39/2.22 2.76/4.42 40.4/64.6 5.8

P08 Λέσβος

P09 Λήμνος

P10 Χίος

P11 Σκόπελος

P12 Αμοργός

P13 Ρόδος

P14 Κουφονήσι

1414 2.22/3.54 2.97/4.75 0.02/0.04 0.68/1.09 1.23/1.98 2.53/4.04 45.1/72.2 4.9

1414 2.22/3.55 3.05/4.88 0.03/0.05 0.65/1.04 1.22/1.95 2.50/4.00 42.6/68.2 5.2

1555 2.32/3.72 2.70/4.32 0.04/0.07 0.81/1.29 1.46/2.33 2.75/4.40 40.0/63.9 5.8

1514 2.41/3.86 3.09/4.94 0.00/0.00 0.72/1.15 1.42/2.27 2.84/4.55 46.4/74.2 5.2

1588 2.68/4.28 2.90/4.63 0.10/0.16 0.99/1.59 1.72/2.75 3.22/5.15 35.5/56.8 7.5

1593 2.95/4.72 3.09/4.94 0.10/0.16 1.10/1.76 1.95/3.12 3.65/5.84 29.0/46.5 10.2

1595 3.48/5.57 3.69/5.91 0.10/0.16 1.31/2.09 2.30/3.69 4.13/6.61 36.3/58.1 9.6

Πίνακας 3: Στατιστικά στοιχεία για την ισχύ της κυματικής ενέργειας Ρ (σε Wh/m) στα επιλεγμένα σημεία ενδιαφέροντος. Οι πρώτες τιμές αναφέρονται σε περίοδο Τ=5 sec και οι δεύτερες σε περίοδο Τ=8 sec.

γειας πρέπει να είναι σε θέση να απορροφήσουν 100 φορές περισσότερη κυματική ενέργεια από τα επίπεδα κυματικής ενέργειας για τα οποία θα είναι σχεδιασμένες να λειτουργούν υπό κανονικές μέσες κυματολογικές συνθήκες. Συγκριτικά, για τις επιλεγμένες τοποθεσίες της συγκεκριμένης μελέτης, η διακύμανση του δείκτη WEDI από 10.4 έως 4.9 σημαίνει ότι οποιεσδήποτε τυχόν εγκαταστάσεις στις τοποθεσίες αυτές θα πρέπει να μπορούν να ανταπεξέλθουν αντίστοιχα κατά 9 έως 20 φορές τα αντίστοιχα αναφερόμενα μέσα επίπεδα κυματικής ισχύος. Μια προσεκτική ανάλυση των αποτελεσμάτων που περιέχονται στον Πίνακα 3 οδηγεί σε μια σειρά από χρήσιμες διαπιστώσεις. Από τις τιμές Q1 και Q3 συνάγεται, π.χ., ότι κατά το 50% της χρονικής περιόδου που εξετάστηκε, η κυματική ισχύς στη θέση Ρ02 (Γαύδος) κυμαίνεται από 1.39 έως 4.54 kW/m (για κυματική περίοδο


005:Layout 1

4/9/12

11:04 AM

Page 85

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ

Τ=5 sec), ή από 2.23 έως 7.27 kW/m (για Τ=8 sec), ενώ κατά το 25% του χρόνου η κυματική ισχύς υπερβαίνει την τιμή 4.54 kW/m με τιμές αιχμής μέχρι και 38.1 kW/m για Τ=5 sec ή, 7.27 kW/m, με τιμές αιχμής μέχρι και 60.9 kW/m για Τ=8 sec. Με βάση τις αναφερόμενες στον Πίνακα 3 μέσες τιμές της παρατηρούμενης κυματικής ισχύος (για Τ=5 και 8 sec), ένα πάρκο κυματικής ενέργειας στην περιοχή Β (Χάρτης 4), περιμέτρου περίπου 248 km γύρω από τη θέση P02 (Γαύδος) θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί κατά μέσο όρο διαθέσιμη κυματική ενέργεια 0.93 GW (3.74 kW/m x 248 km), για κυματική περίοδο Τ=5 sec, ή 1.5 GW (5.99 kW/m x 248 km), για Τ=8 sec. Με βάση τα αντίστοιχα στοιχεία για τις θέσεις Ρ06 (Αντικύθηρα) και Ρ03 (Κάρπαθος) ή Ρ13 (Ρόδος), τα επίπεδα διαθέσιμης κυματικής ενέργειας είναι 0.85 GW (3.54 kW/m x 240 km) ή 1.36 GW (5.66 kW/m x 240 km) στην περιοχή Α και 0.50 GW (2.99 kW/m x 170 km) ή 0.73 GW (4.28 kW/m x 170 km) στην περιοχή C. Στην πράξη, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από έναν μετατροπέα κυματικής ενέργειας εξαρτάται από την απόδοση της μηχανικής διαδικασίας μετατροπής που χρησιμοποιείται και από τους περιορισμούς που επιβάλλονται από τη λειτουργία της εκάστοτε μονάδας εκμετάλλευσης της κυματικής ενέργειας. Για παράδειγμα, η πραγματικά διαθέσιμη κυματική ισχύς προέρχεται από διαφορετικές διευθύνσεις κυματισμών, ενώ οι περισσότερες συσκευές εκμετάλλευσης της κυματικής ενέργειας αξιοποιούν αποκλειστικά και μόνο κύματα των οποίων το επερχόμενο μέτωπο είναι κατάλληλα προσανατολισμένο στη κυρίαρχη κατεύθυνση που απαιτείται από τον εκάστοτε μετατροπέα. Με άλλα λόγια, η κυματική ισχύς που αξιοποιείται τελικά είναι μικρότερη από τη διαθέσιμη. Στα απλούστερα μοντέλα υπολογισμού της τεχνικά εφικτής παραγόμενης ενέργειας, θεωρείται ότι η αρχικά διαθέσιμη ισχύς των κυμάτων μειώνεται κατά ένα συντελεστή κατευθυντικότητας DF (Directional Factor), ενώ μειώνεται περαιτέρω κατά ένα επιπλέον συντελεστή απόδοσης CF (Capacity Factor) που κυμαίνεται από 30 έως 60% και εξαρτάται από τον τύπο και το σχεδιασμό της εκάστοτε μονάδας εκμετάλλευσης της κυματικής ενέργειας. Στον Πίνακα 4, αναφέρονται ενδεικτικά οι εκτιμήσεις της αξιοποιήσιμης κυματικής ενέργειας στα επιλεγμένα σημεία της συγκεκριμένης μελέτης, θεωρώντας την εγκατάσταση ενός σημειακού απορροφητήρα κυματικής ενέργειας (Point Absorber) διαμέτρου D=10 m, με DF=0.9 και CF=0.57. Με PI (σε kW) συμβολίζεται η μέση διαθέσιμη κυματική ενέργεια του επερχόμενου κύματος (Average Power Incident), η οποία είναι συνάρτηση της μέσης κυματικής ισχύος (όπως αυτή υπολογίστηκε από τα αλτιμετρικά δεδομένα, βλ. και Πίνακα 3), του συντελεστή DF και της διαμέτρου του σημαντήρα του σημειακού απορροφητήρα. Η αξιοποιήσιμη κυματική ενέργεια (Captured Power) που αποδίδεται από τον σημαντήρα υπολογίζεται ως PC = PΙ (Dλ / D) και εξαρτάται από το μήκος Dλ του μετώπου του επερχόμενου κύματος που, με τη σειρά του, εξαρτάται από την περίοδο κυματισμού και υπολογίζεται ως (δηλ. Dλ = 6.2 m και Dλ = 15 m για τις αντίστοιχα θεωρούμενες περιόδους κυματισμών Τ=5 sec και Τ=8 sec). Η μέση τεχνικά εφικτή παραγόμενη ενέργεια υπολογίζεται τελικά ως POut = PC*CF (σε kW). Η ετήσια παραγόμενη ενέργεια (σε MWh) υπολογίζεται θεωρώντας συνεχή λειτουργία της μονάδας μετατροπής, δηλ. για 8.760 ώρες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ενδεικτικά, οι περιοχές Α, Β και C που αναφέρθηκαν ως παραδείγματα στο Χάρτη 5 θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν με την εγκατάσταση μικρών «πάρκων κυματικής ενέργειας» αποτελούμενα, π.χ., από κατάλληλες συστοιχίες πολλα-

85


005:Layout 1

86

4/9/12

11:04 AM

Page 86

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 70-88

P01

P02 Άνδρος

P03 Γαύδος

P04 Κάρπαθος

P05 Αντίπαρος

P06 Ζάκυνθος/ Ηλεία

P07 Κύθηρα/ Θερμαϊκός Αντικύθηρα

# Days Mean PI, kW PC, kW POut, kW Ετήσια ΠΕ, MWh

1571 2.43/3.89 21.87/35.01 13.56/52.52 7.73/29.93

1610 3.74/5.99 33.66/53.91 20.87/80.87 11.9/46.09

1598 3.03/4.85 27.27/43.65 16.91/65.48 9.64/37.32

1594 2.80/4.47 25.2/40.23 15.62/60.35 8.91/34.40

1593 3.13/5.01 28.17/45.09 17.47/67.64 9.96/38.55

1585 3.54/5.66 31.86/50.94 19.75/76.41 11.26/43.55

67.7/262.2

104.2/403.8 84.42/326.9 78.01/301.3 87.21/337.7 98.63/381.5 65.48/252.8

P08 Λέσβος

P09 Λήμνος

P10 Χίος

P11 Σκόπελος

P12 Αμοργός

P13 Ρόδος

P14 Κουφονήσι

1414 2.22/3.54 19.98/31.86 12.39/47.79 7.06/27.24

1414 2.22/3.55 19.98/31.95 12.39/47.93 7.06/27.32

1555 2.32/3.72 20.88/33.48 12.95/50.22 7.38/28.63

1514 2.41/3.86 21.69/34.74 13.45/52.11 7.67/29.70

1588 2.68/4.28 24.12/38.52 14.95/57.78 8.52/32.93

1593 2.95/4.72 26.55/42.48 16.46/63.72 9.38/36.32

1595 3.48/5.57 31.32/50.13 19.42/75.20 11.07/42.86

61.85/238.6

61.85/239.3 64.64/250.8 67.15/260.2 74.67/288.5 82.19/318.2 96.96/375.5

#Days Mean PI, kW PC, kW POut, kW Ετήσια ΠΕ, MWh

1484 2.35/3.75 21.15/33.75 13.11/50.63 7.47/28.86

Πίνακας 4: Εκτιμήσεις της τεχνικά αξιοποιήσιμης κυματικής ενέργειας από ένα τυπικό απορροφητήρα κυματικής ενέργειας στα επιλεγμένα σημεία ενδιαφέροντος. Οι πρώτες τιμές αναφέρονται σε περίοδο Τ=5 sec και οι δεύτερες σε περίοδο Τ=8 sec.

πλών σημειακών απορροφητήρων κυματικής ενέργειας (arrays of point absorbers), όπως φαίνεται στην Εικόνα 6. Στη συγκεκριμένη ενδεικτική συστοιχία, μια μέση απόσταση περίπου 20 m μεταξύ γειτονικών σημαντήρων (έκαστος διαμέτρου 10 m) δημιουργεί μια εξαγωνική διάταξη διαμέτρου περίπου 300 m.

Εικόνα 6: Τυπική διάταξη συστοιχίας σημειακών απορροφητήρων κυματικής ενέργειας, εν είδη πάρκου κυματικής ενέργειας.

Το πλεονέκτημα τέτοιων διατάξεων σημαντήρων είναι ότι συνολικά μπορούν να απορροφήσουν ένα μεγάλο ποσοστό της εισερχόμενης κυματικής ενέργειας και συνεπώς να παράγουν σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, ακόμη και από τις θαλάσσιες ζώνες με πιο ήπιο κυματολογικό κλίμα, όπως στην περίπτωση των ελληνικών θαλασσών. Συγκεκριμένα, η πρώτη σειρά των σημαντήρων που είναι κατάλληλα προσανατολισμένοι ως προς τη κυρίαρχη διεύθυνση του πεδίου των κυματισμών θα λαμβάνουν μεγαλύτερη ενέργεια από εκείνους που είναι στο πίσω μέρος μιας τέτοιας συστοιχίας (shadowing effect). Ωστόσο, με κατάλληλα επιλεγμένη απόσταση μεταξύ των σημαντήρων το ποσοστό απώλειας της διαθέσιμης εισερχόμενης κυματικής ισχύος από μια σειρά σημαντήρων στην επόμενη σειρά μπορεί τυπικά να διατηρηθεί σε επίπεδα του 2% ή μικρότερα. Δη-


005:Layout 1

4/9/12

11:04 AM

Page 87

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ, ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΕΛΗΚΑΡΑΟΓΛΟΥ

Χάρτης 5: Ενδεικτικές υποψήφιες περιοχές εγκατάστασης μονάδων μετατροπής κυματικής ενέργειας.

λαδή για τη σειρά n (n=2,3,…) των σημαντήρων, η εισερχόμενη κυματική ισχύς θα μετριαστεί στο επίπεδο 0.98(n-1) της αρχικά διαθέσιμης κυματικής ισχύος. Με τον τρόπο αυτό, μια συστοιχία 85 σημειακών απορροφητήρων, όπως φαίνεται στην Εικόνα 6, τοποθετημένη παραδείγματος χάριν στην περιοχή Β θέση P02 (Γαύδος), θα μπορούσε να παράγει σε ετήσια βάση 8.02 GWh ενέργειας για κυματική περίοδο Τ=5 sec (συγκριτικά με τα 104.2 MWh ετήσιας παραγωγής ενός και μόνο σημειακού απορροφητήρα, βλ. Πίνακα 4) ή 31.07 GWh για κυματική περίοδο Τ=8 sec. Τα ετήσια επίπεδα παραγωγής ενέργειας από την εγκατάσταση μιας παρόμοιας συστοιχίας στην περιοχή Α γύρω από τη θέση Ρ06 (Αντικύθηρα) θα ανέρχονται στα επίπεδα 7.59 GWh και 29.36 GWh (αντίστοιχα για Τ=5 sec και Τ=8 sec), ενώ για την περιοχή C μεταξύ των θέσεων Ρ03 (Κάρπαθος) και Ρ13 (Ρόδος) στα επίπεδα 6.41 GWh και 24.82 GWh αντίστοιχα.

4. Ανακεφαλαίωση και συμπεράσματα Προκειμένου να εκτιμηθεί η σημασία των συγκεκριμένων επιπέδων κυματικής ισχύος στις ελληνικές θάλασσες, αξίζει να σημειωθεί ότι, αν και οι παρατηρούμενες τιμές της διαθέσιμης κυματικής ισχύος στις θέσεις που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης μελέτης μπορεί να θεωρηθούν ως χαμηλού ενεργειακού δυναμικού, ωστόσο είναι συγκρίσιμες με εκείνες των τοποθεσιών στην υφαλοκρηπίδα του Βελγίου και για ορισμένα σημεία στις ακτές της Ολλανδίας, όπως προκύπτει από ανάλογες μελέτες για διάφορες τοποθεσίες στη Βόρεια Θάλασσα (Beels κ.ά. 2007). Επιπλέον, είναι σημαντικά υψηλότερες από τα αντίστοιχα επίπεδα αξιοποιήσιμης κυματικής ενέργειας σε αντίστοιχες υποψήφιες παράκτιες περιοχές προς το Αιγαίο, όπου η γειτονική Τουρκία επικεντρώνει το ενδιαφέρον της για την εγκατάσταση μονάδων μετατροπής κυματικής ενέργειας, όπως δείχνει η πρόσφατη μελέτη των Saĝlam κ.ά. (2010). Από τα αποτελέσματα που προέκυψαν από την ανάλυση πλέον των 4 ετών διαθέσιμων δορυφορικών αλτιμετρικών δεδομένων μέτρησης του σημαντικού ύψους κύματος, συνάγεται ότι οι ελληνικές θάλασσες διαθέτουν σημαντικό αξιοποιήσιμο θαλάσσιο δυναμικό κυματικής ενέργειας, με τις περιοχές του νοτιοδυτικού Αιγαίου να εμφανίζουν από τα υψηλότερα επίπεδα της Μεσογείου. Η εκμετάλλευση αυτού του κυματικού ενεργειακού δυναμικού θα μπορούσε να καλύψει σημαντικό ποσοστό των ενεργειακών αναγκών των νησιών μας. Από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν προκύπτει ότι συγκεκριμένες περιοχές (π.χ. Γαύδος, Κουφονήσι, Ρόδος κ.ά.) παρουσιάζουν αξιοσημείωτα επίπεδα διαθέσιμης κυματικής ισχύος, τα οποία δημιουργούν την προσδοκία και τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη εντατικοποίηση της ευρύτερης ενεργειακής και οικονομικής αποτίμησης του κυματικού ενεργειακού δυναμικού των συγκεκριμένων περιοχών, με στόχο τον κα-

87


005:Layout 1

88

4/9/12

11:04 AM

Page 88

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 70-88

λύτερο σχεδιασμό για τη μεγαλύτερη διείσδυση ΑΠ κυματικής ενέργειας στην κατανεμημένη παραγωγή ενέργειας των νησιών. Ως άμεσο επόμενο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θεωρείται απαραίτητο να γίνει μια διεξοδικότερη μελέτη για τις περιοχές που εξετάστηκαν στην παρούσα εργασία. Σε αυτήν προτείνεται να εξεταστούν πιθανές επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον και οικοσύστημα από την κατασκευή και λειτουργία υπεράκτιων πάρκων κυματικής ενέργειας, ανάλογων εκείνων των υπεράκτιων αιολικών πάρκων (Καλογεροπούλου 2010), προκειμένου να διαπιστωθεί περαιτέρω η καταλληλότητα των εν λόγω περιοχών ως προς άλλα σημαντικά κριτήρια επιλογής όπως: οπτική όχληση από την ακτή, τυχόν αλλαγές στο φυσικό θαλάσσιο περιβάλλον και υποβάθμιση των ενδιαιτημάτων των θαλάσσιων οργανισμών, επιπτώσεις στις θαλάσσιες μεταφορές και τη διακίνηση σκαφών, εάν η περιοχή είναι προστατευόμενη, κ.λπ. Με τον τρόπο αυτό θα αναδειχθούν τα ειδικά πλεονεκτήματα (και μειονεκτήματα) κάθε περιοχής, ώστε μελλοντικές δράσεις αξιοποίησης της κυματικής ενέργειας στον ελλαδικό νησιωτικό χώρο να έχουν το αναμενόμενο αναπτυξιακό και περιβαλλοντικό αποτέλεσμα. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦIΑ Barstow, S.F., Haug, O. και Krogstad, H.E. (1998), Satellite Altimeter Data in Wave Energy Studies, Proc. WAVES'97, ASCE, Vol. 2: 339-354. Beels, C., Henriques, J.C.C., De Rouck, J., Pontes, M.T., De Backer, G. και Verhaeghe, H. (2007), Wave energy resource in the North Sea, Proc. of the 7th European Wave and Tidal Energy Conference, Porto, Portugal. Centre for Renewable Energy Sources, CRES (2006), «Ocean Energy Conversion in Europe. Recent advancements and prospects, published in the framework of the “Coordinated Action on Ocean Energy”», EU project under FP6 Priority: 6.1.3.2.3, Renewable Energy Technologies. Hellenic Centre for Marine Research (2010), «Poseidon System», στο http://www.poseidon. hcmr.gr/index.php (τελευταία επίσκεψη 15.07.2010). Henfridsson, U., Neimane, V., Strand, K., Kapper, R., Bernhoff, H., Danielsson, O., Leijon, M., Sundberg J., Thorburn, K., Ericsson, E. και Bergman, K. (2006), «Wave energy potential in the Baltic Sea and the Danish part of the North Sea, with reflections on the Skagerrak», Renewable Energy 32(2), Οκτώβριος: 2069-2084. Καλογεροπούλου, Τ.Χ. (2010), Υπεράκτια Αιολικά Πάρκα, Διπλωματική Εργασία, Σχολή Μηχανολόγων Μηχανικών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Lefèvre, J.M., Aouf, L., Skandrani, C. και Queffeulou, P., 2006, Contribution of Satellite Altimetry to Wave Analysis and Forecasting, 15 years of progress in radar altimetry Symposium, Venice, Italy. Μανούρης, Γ.Κ., Γιούτσου, Α. και Κασσιός, Κ. (2005), Εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και παράκτιες ζώνες, Heleco ’05, ΤΕΕ, Αθήνα, 3-6 Φεβρουαρίου. Μουρμούρη, Α. (2010), «Ολοκληρωμένη διαχείριση παράκτιων περιοχών. Επτά ζητήματα-κλειδιά για την εφαρμογή της», Τεχνικά Χρονικά, Μάρτιος-Απρίλιος 2010: 83-95. Pontes, T.M. (1998), «Assessing the European Wave Energy Resource», Journal of Offshore Mechanics and Arctic Engineering 120: 226-231. Pontes, T.M. και Falcão A. (2001), Ocean Energies. Resources and Utilization, World Energy Council 18th Congress, Buenos Aires, October. Saĝlam, M., Sulukan, E. και Uyar, T.S. (2010), «Wave Energy and Technical Potential of Turkey», Journal of Naval Science and Engineering 6(2): 34-50. Σουκισιάν, Τ.Χ. και Προσπαθόπουλος, Α.Μ. (2003), «Εφαρμογή του Κυματικού Μοντέλου 3ης Γενιάς WAM-Cycle 4 στο Αιγαίο Πέλαγος», Τεχν. Χρον. Επιστ. Έκδ. ΤΕΕ 1-2: 7-19. U.S. Army Corps of Engineers (USCOE) (2002), Engineering and Design-Coastal Engineering Manual – Part II, EM 1110-2-1100, CECW-EW Washington, DC 20314-1000. WAMDI-Group (1988), «The WAM model. A third-generation ocean wave prediction model», Journal Phys. Oceanography 18(12): 1775-1810. World Energy Council, WEC (1993), Renewable Energy Sources: 2000-2020. Opportunities and Constraints, Λονδίνο: World Energy Council. World Meteorological Organization, WMO (1998), Guide to Wave Analysis and Forecasting, WMO No 702, δεύτερη έκδοση.


006:Layout 1

4/9/12

11:05 AM

Page 89

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

89

ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΣΧΟΙΝΙΑ Ευαγγελία Αποστολοπούλου1

ΠΕΡΙΛΗΨΗ Ο Σχοινιάς, ο τελευταίος υγρότοπος της πρωτεύουσας, αποτελεί μία χαρακτηριστική περίπτωση προστατευόμενης περιοχής, ο σχεδιασμός της οποίας βασίστηκε στο συνδυασμό της διατήρησης μιας περιοχής Natura 2000 με την εφαρμογή αναπτυξιακών σχεδίων στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Το ελληνικό κράτος παρουσίασε τον Σχοινιά ως ένα «καινοτόμο σχέδιο» ενώ ο συνδυασμός «περιβαλλοντικά φιλικής» ανάπτυξης με οφέλη για την τοπική κοινωνία και ταυτόχρονη αποκατάσταση ενός υποβαθμισμένου υγροτόπου τον κατέστησε κεντρικό επιχείρημα για την επίτευξη μιας «πράσινης» ολυμπιάδας. Ο Σχοινιάς αποτέλεσε επίσης τη δεύτερη προστατευόμενη περιοχή που επιλέχθηκε για τη θεσμική στροφή του κράτους προς τη συνεργατική διακυβέρνηση στο πλαίσιο εφαρμογής της οδηγίας των οικοτόπων. Η παρούσα έρευνα βασίζεται σε τρία αλληλοτεμνόμενα επιστημονικά πεδία που αφορούν στην έρευνα των κοινωνικοοικολογικών συστημάτων, στην πολιτική οικολογία και στην περιβαλλοντική διακυβέρνηση. Ακολουθώντας την προσέγγιση της θεμελιωμένης θεωρίας συγκροτήσαμε ένα εννοιολογικό μοντέλο το οποίο προσδιορίζει τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της περιβαλλοντικής πολιτικής που ακολουθήθηκε στην περιοχή του Σχοινιά και ερμηνεύει τις αιτίες για την ανάδυση συγκρούσεων, το ρόλο της συνεργατικής διακυβέρνησης στην εξέλιξη τους καθώς και τον πολιτικό χειρισμό του κράτους. Συμπεραίνουμε ότι οι ακολουθούμενες αναπτυξιακές και περιβαλλοντικές πολιτικές έχουν επιφέρει σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις για την πλειοψηφία της τοπικής κοινωνίας. Παράλληλα, η συμμαχία του κράτους με ισχυρά συμφέροντα έχει οδηγήσει στον αποκλεισμό των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων από τη διακυβέρνηση της περιοχής και στη μεταβίβαση των ευθυνών για την υποβάθμιση του Σχοινιά στην τοπική κοινωνία υπό τη ρητορεία της προώθησης της προστασίας, της αειφορίας και της συνεργασίας.

Social and economic impacts of environmental policy and the role of collaborative governance: The case of Schinias Evangelia Apostolopoulou ABSTRACT Schinias, the last wetland within the capital, is a characteristic case of a Greek protected area predicated on the idea of integrating development plans for the Olympic Games of 2004 in Athens with conservation of a Natura 2000 site. The Greek state presented Schinias as a “groundbreaking project” combining environmentally friendly development with benefits for local residents and the restoration of a degraded wetland, making Schinias the keystone project for achieving a “Green” Olympics. Schinias was also the second protected area selected for an institutional shift towards collaborative governance in implementing the Habitats Directive. Using insights from the fields of political ecology and environmental governance and from research on social-ecological systems, and following a grounded theory research approach, we have built a conceptual model specifying the social and economic implications of Schinias environmental policy and explaining the causes of conflict emergence, the role of collaborative governance in their evolution, and political handling by the state. We conclude that the unequal development and conservation policies have led to significant socioeconomic implications for the majority of local community. Simultaneously, state policies collude with powerful interests, progressively excluding and blaming less powerful locals for environmental degradation, under the guise of promoting conservation, sustainability and collaboration.

1. Μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα SCALES (http://www.scales-project.net), ΑΠΘ. Ερευνήτρια στο Earth System Governance Project (http://www.earthsystemgovernance.org/people/research-fellows). Τομέας Οικολογίας, Τμήμα Βιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 54124 Θεσσαλονίκη, Ελλάδα, ηλεκτρονική διεύθυνση: evaposto@bio.auth.gr, τηλ.: 2310. 998254.


006:Layout 1

90

4/9/12

11:05 AM

Page 90

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 89-107

1. Εισαγωγή 2. Έχει ενδιαφέρον να αναφερθούμε στην ασάφεια που παρατηρείται αναφορικά με την ορθή ορθογραφία του Σχοινιά. Όπως αναφέρει ο Φοίτος (2003), η ορθή ορθογραφία της περιοχής είναι «Σχοινιάς» και όχι «Σχινιάς» προερχόμενη από την εκεί κυριαρχούσα και χαρακτηριστική παρουσία των σχοίνων (κοινώς βούρλων) οι συστάδες των οποίων προσέδιδαν άλλοτε την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του τοπίου. Ο γνωστός θάμνος σχίνος από τον οποίο υποτίθεται ότι έχει λάβει το όνομα η περιοχή δεν εμφανίζεται υπό μορφή συστάδων μεταξύ του έλους και της παραλιακής ζώνης του πευκοδάσους αλλά είναι κατεσπαρμένος κυρίως εντός αυτού. Επομένως, ούτε σήμερα ούτε παλιότερα ήταν δυνατή η δημιουργία συγκροτημένης θαμνώδους βλάστησης στην περιοχή που θα μπορούσε να προσδώσει τον χαρακτήρα ενός θαμνότοπου με το όνομα «Σχινιάς» (Φοίτος 2003). Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Φοίτος «μετά τις αλόγιστες επεμβάσεις, τις παλαιότερες και τις πλέον πρόσφατες, στην ευρύτερη περιοχή του Σχοινιά Μαραθώνος, με τρόπον περιφρονητικό προς την ιστορική και οικολογική σημασία του, ας μείνει τουλάχιστον η ορθή γραφή του…».

Την τελευταία δεκαετία και ειδικότερα την περίοδο διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα, ο Σχοινιάς2 βρέθηκε στο επίκεντρο των μέσων ενημέρωσης. Η αιτία ήταν μία οξύτατη πολιτική σύγκρουση η οποία αφορούσε τη χωροθέτηση του ολυμπιακού κωπηλατοδρομίου στην περιοχή. Συγκεκριμένα, ένας μεγάλος αριθμός φορέων υποστήριζε ότι οι σχεδιαζόμενες τότε ολυμπιακές κατασκευές ήταν ασύμβατες με την οικολογική, αρχαιολογική και ιστορική αξία της περιοχής. Σήμερα, το πολιτικό ενδιαφέρον για την περιοχή έχει υποχωρήσει αλλά ο Σχοινιάς εξακολουθεί να αποτελεί μία περιοχή με περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Ο Σχοινιάς αποτελεί μία χαρακτηριστική περίπτωση προστατευόμενης περιοχής, ο σχεδιασμός της οποίας βασίστηκε στη συνεργασία κρατικών και μη κρατικών φορέων υπό τον κοινό στόχο του συνδυασμού της διατήρησης μιας περιοχής Natura 2000 με την εφαρμογή αναπτυξιακών σχεδίων (Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004). Το ελληνικό κράτος παρουσίασε τον Σχοινιά ως ένα «καινοτόμο σχέδιο» ενώ ο συνδυασμός μίας «περιβαλλοντικά φιλικής» ανάπτυξης με οφέλη για την τοπική κοινωνία και ταυτόχρονη αποκατάσταση ενός υποβαθμισμένου υγροτόπου τον κατέστησε το κεντρικό επιχείρημα για να χαρακτηριστεί η Αθήνα επάξιος κληρονόμος των Lillehammer και Sydney σε όρους «περιβαλλοντικής αειφορίας» (Karamichas 2005). Το εν λόγω επιχείρημα απέκτησε βαρύνουσα σημασία με δεδομένο ότι στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων μία πληθώρα μεγάλων έργων πραγματοποιήθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας σηματοδοτώντας την απομάκρυνση από βασικούς στόχους του ρυθμιστικού σχεδίου της Αθήνας (Ν. 1515/1985, ΦΕΚ 18/Α'). Ο Σχοινιάς αποτέλεσε, επίσης, τη δεύτερη προστατευόμενη περιοχή (μετά το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Ζακύνθου) που επιλέχθηκε για τη θεσμική στροφή του κράτους προς τη συνεργατική διακυβέρνηση μέσω της ίδρυσης φορέων διαχείρισης στο πλαίσιο εφαρμογής της οδηγίας των οικοτόπων (92/43/ΕE). Παρόλα αυτά, ο σχεδιασμός της περιοχής ως εθνικού πάρκου και ολυμπιακού κωπηλατοδρομίου χαρακτηρίστηκε από πολυεπίπεδες συγκρούσεις οι οποίες συχνά μονοπώλησαν τόσο τα εγχώρια όσο και τα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Επιπλέον, η μελέτη της περίπτωσης του Σχοινιά αποκτά βαρύνουσα σημασία γιατί αποτελεί τον τελευταίο υγρότοπο στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η πολιτική που ακολουθήθηκε στο Σχοινιά εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο προβληματικής διαχείρισης των ελληνικών υγροτόπων και διαχρονικής έλλειψης πολιτικής βούλησης έναντι της προστασίας των πολλαπλών αξιών τους (Τσιούρης και Γεράκης 1991). Ενδεικτικό είναι ότι τα τελευταία 70 χρόνια καταγράφηκε μία ραγδαία επιτάχυνση του ρυθμού καταστροφής των υγροτοπικών συστημάτων (Ντάφης 1998). Η στάση αυτή της Πολιτείας δεν αφορά μόνο στα υγροτοπικά συστήματα αλλά εν γένει στην απουσία εθνικής στρατηγικής για την πολιτική προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος (Apostolopoulou και Pantis 2009).


006:Layout 1

4/9/12

11:05 AM

Page 91

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

2. Θεωρητικό πλαίσιο Η παρούσα έρευνα βασίζεται σε τρία αλληλοτεμνόμενα επιστημονικά πεδία που αφορούν (α) την έρευνα των κοινωνικο-οικολογικών συστημάτων, (β) την πολιτική οικολογία και (γ) την περιβαλλοντική διακυβέρνηση. Ο όρος «κοινωνικο-οικολογικά συστήματα» (social-ecological systems), κατοχυρώθηκε από τους Berkes και Folke (1998) με σκοπό να αναδείξει τη διαλεκτική σχέση-έννοια των «ανθρώπων μέσα στη φύση» (“humans-in-nature”) και να υπογραμμίσει τον τεχνητό διαχωρισμό μεταξύ κοινωνικών και οικολογικών συστημάτων. Τα κοινωνικο-οικολογικά συστήματα αποτελούν πολύπλοκα, αλληλοσυνδεόμενα και συν-εξελισσόμενα συστήματα μεταξύ των ανθρώπων και της φύσης (Berkes και Folke 1998). Η δυνατότητά τους να συμπεριφέρονται ως πολύπλοκα προσαρμοζόμενα συστήματα υπογραμμίζει τη συνεχή συν-μεταβαλλόμενη δυναμική μεταξύ οικολογικής και ανθρώπινης αλλαγής (Folke κ.ά. 2005). Υπό το πρίσμα των «κοινωνικο-οικολογικών συστημάτων», οι ανθρώπινες δράσεις αποτελούν καθοριστικό παράγοντα της δυνατότητας των οικοσυστημάτων να στηρίζουν τους φυσικούς πόρους και τις οικοσυστημικές υπηρεσίες. Τα κοινωνικο-οικολογικά συστήματα περιλαμβάνουν πολύπλοκα δίκτυα όπου οι χρήστες των πόρων συνδέονται μεταξύ τους σε διάφορες κλίμακες μέσω πολυεπίπεδων δομών διακυβέρνησης (Janssen κ.ά. 2007). Οι παραπάνω θεωρητικές προτάσεις κινούνται στο ίδιο πνεύμα με την έμφαση της πολιτικής οικολογίας στη διαλεκτική σχέση κοινωνίας και φύσης (Nygren 2000). Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πεδίο της πολιτικής οικολογίας οι τοπικές συγκρούσεις για τους φυσικούς πόρους θεωρείται πως έχουν τις ρίζες τους σε ευρύτερες οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες που διαδραματίζονται σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες (Bassett 1988, Schmink και Wood 1992, Blaikie 1995, Bryant 1998). Ειδικότερα, οι εν λόγω συγκρούσεις θεωρούνται κοινωνικές συγκρούσεις (βίαιες ή μη) που συνδέονται τόσο με αγώνες ώστε να εξασφαλιστεί η πρόσβαση στους φυσικούς πόρους όσο και με αγώνες που προκύπτουν από την υπάρχουσα χρήση και άνιση κατανομή των φυσικών πόρων (Turner 2004) και ως πολύπλοκα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα τα οποία αναδύονται στο πλαίσιο υπαρχόντων κοινωνικών ανισοτήτων (Abakerli 2001). Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συσχέτιση των συγκρούσεων με τους διαχωρισμούς των τοπικών κοινωνιών στο επίπεδο της τάξης, του έθνους, του φύλου και της θρησκείας (Bassett 1988, Bryant και Bailey 1997, Neumann 1997). Δύο σημαντικές θέσεις της πολιτικής οικολογίας, τις οποίες λάβαμε υπόψη στην έρευνα μας, είναι η θέση για την «περιβαλλοντική σύγκρουση» και η θέση για τη «σύνδεση προστασίας και ελέγχου των φυσικών πόρων».3 Αντιμετωπίζοντας τον Σχοινιά ως ένα «κοινωνικο-οικολογικό» σύστημα, είναι απαραίτητο να διερευνηθεί ο ρόλος των υφιστάμενων διαδικασιών και δομών διακυβέρνησης. Η συνεργατική διακυβέρνηση θεωρείται ότι μπορεί να βοηθήσει στην εύρεση ωφέλιμων για όλους λύσεων που θα κινούνται πέρα από συγκρουσιακές προσεγγίσεις. Η τάση της συνεργατικής διακυβέρνησης να εστιάζει στη διερεύνηση του ρόλου των μη κρατικών φορέων (McCarthy 2006) μέσα από «συνεργασίες» μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα (De Angelis 2003) έρχεται σε μια εποχή όπου πολλές αγροτικές περιοχές βιώνουν μια σταδιακή μετά-

3. Για μία αναλυτική παρουσίαση των δύο αυτών θέσεων της πολιτικής οικολογίας, βλ. Robbins 2004.

91


006:Layout 1

92

4/9/12

11:05 AM

Page 92

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 89-107

βαση από την παραγωγή αγαθών στην κατανάλωση υπηρεσιών (Reed 2007). Οι Bridge και Jonas (2002) υποστηρίζουν ότι αυτή η «νέα» οικονομία συνεπάγεται έναν επαναπροσδιορισμό τόσο του ρόλου του κράτους προς την κατεύθυνση της πιο άμεσης διευκόλυνσης της λειτουργίας των μηχανισμών της αγοράς για την κατανομή των φυσικών πόρων, όσο και των υφιστάμενων σχέσεων μεταξύ αγοράς, κρατών και κοινωνίας. Στο εν λόγω πλαίσιο, η απουσία ξεκάθαρων πολιτικών διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος και ισχυρών θεσμών που να προασπίζονται την κοινωνική συμμετοχή, καθώς και ο ανεπαρκής κοινωνικός έλεγχος, αφήνουν περιθώρια σε ισχυρούς φορείς και συμφέροντα να προχωρούν σε «εμπιστευτικές» διαπραγματεύσεις και συμφωνίες (Reed 2007), οδηγώντας στην επικράτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών και εντέλει επιτρέποντας την περιβαλλοντική και κοινωνική υποβάθμιση. Επιπρόσθετα, η λογική ότι διαφορετικές κοινωνικές ομάδες μπορούν να έχουν αμοιβαίο κέρδος, εμπεριέχει το ιδεολόγημα ότι οι στόχοι τους δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενοι (De Angelis 2003). Το τελευταίο συνδέεται άρρηκτα με το γεγονός ότι οι διαδικασίες διακυβέρνησης πραγματοποιούνται μέσα στις υπάρχουσες δομές (Peterson κ.ά. 2005) όπου ο συσχετισμός δυνάμεων διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην έκβαση τους (Mascarenhas και Scarce 2004).

3. Η περιοχή μελέτης

4. Αναφορικά με τις παλαιοπεριβαλλοντικές συνθήκες της περιοχής του Σχοινιά κατά τα τελευταία 5.000 χρόνια, οι αναγνώστες μπορούν να συμβουλευτούν την εργασία των Καρκάνα κ.ά. (2004).

Η περιοχή του Σχοινιά βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα του νομού Αττικής, στην πεδιάδα του Μαραθώνα, σε απόσταση 45 χμ. από την Αθήνα, και ανήκει στο δήμο Μαραθώνα. Οριοθετείται βόρεια από το δρόμο προς κάτω Σούλι, ανατολικά από τους χαμηλούς ορεινούς σχηματισμούς Πούντα, Καρούμπαλο και Δρακονέρα, νότια από την αμμώδη παραλία και δυτικά από τον οικισμό του συνεταιρισμού δικαστικών υπαλλήλων (ENVECO 1999, Χάρτης 1). Μετά από την αγροτική μεταρρύθμιση του 1923 και την είσοδο μεταναστών, ο αγροτικός χαρακτήρας της περιοχής διαμορφώθηκε κυρίως μέσω της αποξήρανσης καινούριων εκτάσεων (ENVECO 1999). Σήμερα, η περιοχή μελέτης κυριαρχείται από τον πρωτογενή τομέα (εντατικές καλλιέργειες, θερμοκήπια κ.λπ.) και τουλάχιστον τα 2/3 από τους 1.351 κατοίκους είναι εργάτες, αγρότες, τεχνίτες και ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων ενώ το 1/2 είναι μισθωτοί (Απογραφή 2001). Παρά την αποδοτικότητα της γεωργικής γης, από την απογραφή του 1981 και μέχρι σήμερα οι τομείς του τουρισμού και της παραθεριστικής κατοικίας σταδιακά αλλάζουν το χαρακτήρα της περιοχής. Η οικολογική σημασία του Σχοινιά οδήγησε την πολιτεία το 2003 στο χαρακτηρισμό 12.966,5 στρεμμάτων ως περιοχή Natura 2000 (GR 3000003)4. Αυτή συνίσταται στη συνύπαρξη αρκετών διαφορετικών τύπων οικοσυστημάτων και συγκεκριμένα (ENVECO 1999, Χάρτης 1): (1) Παραθαλάσσιο δάσος Pinus Pinea και Pinus halepensis (1.200 στρέμματα), στο νότιο όριο του υγροτόπου. Το δάσος κουκουναριάς αποτελεί ένα από τα τελευταία στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Παράλληλα, στην παραλία του Σχοινιά, η οποία καλύπτεται από λεπτή άμμο, αναπτύσσονται εμβυακές θίνες τις οποίες ακολουθεί μία ζώνη σταθεροποιημένων αμμοθινών με διάσπαρτα άτομα άρκευθων (Juniperus oxycedrus).


006:Layout 1

4/9/12

11:05 AM

Page 93

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

(2) Χερσόνησος της Κυνοσούρας-Δρακονέρας (733 στρέμματα), ανατολικά του υγροτόπου. Τυπικό μεσογειακό οικοσύστημα όπου φυτρώνουν μερικά από τα πιο σπάνια ενδημικά φυτά της Αττικής (π.χ. Fritillaria obliqua). (3) Πηγή Μακαρία ή Μάτι, βορειοδυτικά του υγροτόπου (Εικόνα 1). Σύστημα λιμνοπηγών τα νερά του οποίου κατέληγαν στη θάλασσα πριν από τα έργα κατασκευής του ολυμπιακού κωπηλατοδρομίου. (4) Υγρότοπος (2.557 στρέμματα) στο κέντρο της περιοχής μελέτης. Οι καλαμιώνες, τα αρμυρίκια, τα υγρά λιβάδια και η αλοφυτική βλάστηση του περιοδικώς κατακλυζόμενου έλους αποτελούν καταφύγιο για πολλά απειλούμενα είδη πτηνών. (5) Λίμνη Στόμι: είναι το χαμηλότερο τμήμα του υγροτόπου και βρίσκεται στην ανατολική του άκρη. Σήμερα η λίμνη αυτή πλημμυρίζει μόνο την υγρή περίοδο. Στην περιοχή συναντώνται το σπάνιο ορχεοειδές Orchis palustris και πολλά απειλούμενα υδρόβια πτηνά. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην περιοχή έχει καταγραφεί ένας σημαντικός αριθμός ειδών χλωρίδας, πανίδας και ορνιθοπανίδας συμπεριλαμβανομένων πολλών σπάνιων και κινδυνευόντων ειδών πτηνών που περιλαμβάνονται και στο παράρτημα Ι της Οδηγίας 79/409. Παράλληλα, σχεδόν όλοι οι τύποι οικοτόπων περιλαμβάνονται στο παράρτημα I της Οδηγίας 92/43.

93

Χάρτης 1. Το Εθνικό Πάρκο Σχοινιά

Εικόνα 1. Τμήμα της μακαρία πηγής (Άνοιξη 2002, Ε. Αποστολοπούλου


006:Layout 1

94

4/9/12

11:05 AM

Page 94

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 89-107

4. Ερευνητική μεθοδολογία

5. Είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε ότι η ενδελεχής εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των ολυμπιακών έργων καθώς και η αξιολόγηση της σημερινής οικολογικής κατάστασης της περιοχής δεν αποτελούν μέρος του σκοπού της συγκεκριμένης εργασίας.

Στην παρούσα μελέτη υιοθετήθηκε μία ποιοτική ερευνητική μεθοδολογία βασισμένη στην προσέγγιση της θεμελιωμένης θεωρίας (Strauss και Corbin 1998). Η εστίαση και η έμφαση της θεμελιωμένης θεωρίας στο ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται κάθε επιμέρους ερευνητικό ερώτημα ευαισθητοποιεί τον ερευνητή που επιλέγει την εν λόγω προσέγγιση να μελετήσει τις καθημερινές εμπειρίες των ανθρώπων όπως αυτές επηρεάζονται από τις ευρύτερες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές συνθήκες. Συγκεκριμένα, είναι μία κατάλληλη προσέγγιση για να μελετήσει κανείς τόσο το ατομικό όσο και το κοινωνικό-συλλογικό επίπεδο (και την αλληλοδιαπλοκή των δύο), τόσο μικρής όσο και μεγάλης κλίμακας φαινόμενα αλλά και τόσο συγκεκριμένα περιστατικά όσο και γενικότερες τάσεις (Knigge και Cope 2006). Η θεμελιωμένη θεωρία, δίνοντας προσοχή στη διαλεκτική σχέση γενικού και ειδικού, είναι σε συμφωνία με την εστίαση της πολιτικής οικολογίας σε τοπικές ιδιαιτερότητες και παράλληλα σε γενικότερες τάσεις που έχουν συμβάλλει στη δημιουργία και διαμόρφωση των εκάστοτε ειδικών συνθηκών (McCarthy 2006). Η επιλογή του δείγματος βασίστηκε στη μέθοδο της θεωρητικής δειγματοληψίας. Η υιοθέτηση της εν λόγω προσέγγισης οδήγησε στο να συμπεριλάβουμε στο δείγμα όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, υποστηρίζοντας την άποψη ότι ο συνυπολογισμός τους είναι απαραίτητος για την κατανόηση μίας τοπικής περίπτωσης (McCarthy 2002). Σημειώνεται ότι στην παρούσα μελέτη η εν λόγω αναγκαιότητα ήταν έκδηλη και λόγω της εθνικής και διεθνούς σημασίας των ολυμπιακών παρεμβάσεων. Η ενοποίηση της θεωρίας και της μεθοδολογίας αποτέλεσε σημαντική πλευρά του ερευνητικού σχεδιασμού. Παρά το γεγονός ότι διαμορφώθηκαν εξαρχής ποικίλες θεωρητικές παραδοχές, δεν αναπτύχθηκαν λεπτομερειακές ερευνητικές υποθέσεις a priori ώστε να διασφαλιστεί η ενσωμάτωση των απόψεων των συνεντευξιαζόμενων στην ανάλυση των δεδομένων. Επομένως, η δομή της συνέντευξης παρέμεινε ευέλικτη και οι ερωτήσεις αρκετά ευρείες. Δεδομένης της σημασίας της ανάλυσης της ιστορικής διάστασης των συγκρούσεων, η έρευνα ολοκληρώθηκε σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια λήψης των αποφάσεων για την κατασκευή του ολυμπιακού κωπηλατοδρομίου ενώ το δεύτερο μετά από τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Συγκεκριμένα, από τον Μάρτιο του 2002 έως τον Φεβρουάριο του 2008 πραγματοποιήσαμε 129 συνεντεύξεις βάθους με μια σειρά εκπροσώπους κρατικών και μη κρατικών φορέων, καθώς και με μέλη της τοπικής κοινωνίας (Πίνακας 1). Επίσης, συλλέχθησαν περαιτέρω στοιχεία μέσα από συμμετοχική παρατήρηση διαμένοντας κοντά στο Σχοινιά τα καλοκαίρια του 2002, 2004, 2006 και 2007. Επιπρόσθετα, μελετήσαμε το σχετικό αρχειακό υλικό όπως ελληνικούς νόμους και ευρωπαϊκές οδηγίες, περιβαλλοντικές μελέτες, δημόσια έγγραφα, εκδόσεις των ΜΚΟ, του ΥΠΕΧΩΔΕ και του «Αθήνα 2004», καθώς και άρθρα από τον εγχώριο και διεθνή τύπο. Σημειώνεται ότι, αναφορικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των ολυμπιακών έργων στην περιοχή, βασιστήκαμε τόσο στις ΜΠΕ που έχουν εκπονηθεί για την περιοχή όσο και σε προηγούμενη εργασία που αφορούσε στο εν λόγω θέμα (Αποστολοπούλου 2003).5


006:Layout 1

4/9/12

11:05 AM

Page 95

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

Πίνακας 1. Το δείγμα των συνεντευξιαζόμενων. Κρατικοί και μη κρατικοί φορείς που εμπλέκονταν στην εγκαθίδρυση και διακυβέρνηση του Εθνικού Πάρκου Σχοινιά και του ολυμπιακού κωπηλατοδρομίου

Αριθμός συνεντεύξεων

Κεντρική Διοίκηση ΜΚΟ Φορέας Διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Σχοινιά - Μαραθώνα Τοπική Αυτοδιοίκηση Επιστήμονες Άλλοι σημαντικοί μη κρατικοί φορείς Σύνολο

27 17 9 10 13 11 87

Τοπική Κοινωνία Εθνικού Πάρκου Σχοινιά – Μαραθώνα Αγρότες

16

Ιδιοκτήτες γης

12

Ιδιοκτήτες καταστημάτων – μικροεπιχειρήσεων (ταβέρνες, θαλάσσια σπορ κ.λπ.)

14

Σύνολο ΣΥΝΟΛΟ

42 129

Σημειώνουμε ότι ακολουθήθηκε ένα σχήμα κωδικοποίησης που βασίστηκε στο συνδυασμό τριών τύπων κωδικοποίησης: ανοικτής, αξονικής και επιλεκτικής (Strauss και Corbin 1998, Apostolopoulou και Pantis 2009: Παράρτημα Ι). Αυτή η διαδικασία αποτέλεσε τη βάση για περαιτέρω αναλυτικές επεξεργασίες ώστε να συγκροτηθεί το εννοιολογικό μοντέλο της έρευνας (Σχήμα 1).

Σχήμα 1. Το εννοιολογικό μοντέλο

5. Αποτελέσματα 5.1. Τα περιβαλλοντικά προβλήματα στο Σχοινιά Η ανάλυση του αρχειακού υλικού ανέδειξε τις ισχυρές πιέσεις που έχουν δεχθεί διαχρονικά τα οικοσυστήματα του Σχοινιά από ποικίλλες ανθρώπινες δραστηριότητες. Συγκεκριμένα, μετά τη δημιουργία του αποξηραντικού καναλιού (1923), η σταδιακή αποξήρανση του υγροτόπου συνοδεύτηκε από μία σειρά ανθρωπογενείς δραστηριότητες εντός της υγροτοπικής περιοχής με σημαντικότερες τη δη-

95


006:Layout 1

96

4/9/12

11:05 AM

Page 96

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 89-107

Εικόνα 2. Ολυμπιακές κατασκευές στο κανάλι της μακαρίας πηγής (Καλοκαίρι 2002, Ε. Αποστολοπούλου

Εικόνα 3. Ολυμπιακές κατασκευές κοντά στην υγροτοπική περιοχή (Καλοκαίρι 2002, Ε. Αποστολοπούλου

μιουργία αεροδρομίου, στρατιωτικών εγκαταστάσεων, πίστας μότο-κρος, τη συνεχή απόθεση απορριμμάτων, οικοδομικών υλικών κ.λπ. καθώς και την ιδιωτική εκμετάλλευση της δημόσιας γης. Παράλληλα, το δάσος δέχεται μέχρι σήμερα έντονη τουριστική πίεση κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών ενώ οι συστηματικές απολήψεις νερού μέσω ιδιωτικών γεωτρήσεων επιβαρύνουν τους περιορισμένους υδάτινους πόρους της περιοχής (Αποστολοπούλου 2003). Οι συνεντευξιαζόμενοι θεώρησαν ως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην περιοχή την ύπαρξη πολλών ιδιωτικών εκτάσεων οι οποίες κατακερματίζουν τις περιοχές που ανήκουν στο δημόσιο (Χάρτης 1). Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην πίεση που ασκείται από την επεκτεινόμενη οικιστική ανάπτυξη από έξι οικοδομικούς συνεταιρισμούς. Συγκεκριμένα, η οικολογικά ευαίσθητη περιοχή οριοθετείται μεταξύ δύο εγκεκριμένων οικοδομικών συνεταιρισμών: τον συνεταιρισμό των δικαστών και εισαγγελέων (2.415 στρέμματα) και τον οικοδομικό συνεταιρισμό των δικαστικών υπαλλήλων (1.220 στρεμμάτων) ενώ τέσσερις μικρότεροι συνεταιρισμοί διεκδικούν περιοχές για οικιστική εκμετάλλευση. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, ενώ το δάσος έχει χαρακτηριστεί ως δημόσια δασική περιοχή, τμήματά του ανήκουν στο Μπενάκειο Ίδρυμα. Αντίστοιχα, ο υγρότοπος αποτελεί κρατική ιδιοκτησία αλλά τμήμα του, το οποίο είχε δοθεί στο ΝΑΤΟ για στρατιωτικούς σκοπούς, παραμένει στην Αμερικάνικη πρεσβεία ενώ άλλο μικρότερο μέρος ανήκει στο Πολεμικό Ναυτικό. Ο υγρότοπος περιλαμβάνει και μια οικιστική περιοχή 1.417 στρεμμάτων, συμπεριλαμβανομένου του προσφυγικού οικισμού Κουκλουτζά με σημαντική οικιστική συσπείρωση, ενώ στο βόρειο τμήμα του παρατηρούνται εκτεταμένες καλλιέργειες. Παράλληλα, τόσο στα δυτικά του δάσους όσο και γύρω από τον υγρότοπο αναπτύσσεται αυθαίρετη δόμηση ενώ στην περιφερειακή ζώνη του πάρκου εντάσσεται ο οικισμός του Κάτω Σουλίου, του οποίου το καθεστώς είναι ασαφές από τη δημιουργία του. Παράλληλα, η πλειοψηφία των συνεντευξιαζόμενων αναφέρθηκε στις συνέπειες εγκατάστασης του ολυμπιακού κέντρου κωπηλασίας (1.231 στρέμματα), η οποία συνοδεύτηκε από σημαντική επέκταση του οδικού δικτύου, άλλαξε σημαντικά το χαρακτήρα της περιοχής και οδήγησε σε μία σημαντική αύξηση της συνολικής όχλησης των οικοσυστημάτων και του τοπίου. Είναι ενδεικτικό ότι οι ολυμπιακές κατασκευές περιελάμβαναν την κατασκευή δύο λιμνών κωπηλασίας ολυμπιακών διαστάσεων, δύο πύργων αφετηρίας και τερματισμού τριών και τεσσάρων ορόφων αντίστοιχα, καταλυμάτων για τους αθλητές, νησίδας διαπιστευμένων προσώπων, πάρκινγκ, μόνιμων και προσωρινών κερκίδων 13.000 θέσεων, ελικοδρομίου, καθώς και σταθμού ανεφοδιασμού καυσίμων (ENVECO 1999). Οι ολυμπιακές κατασκευές (Εικόνες 2 και 3) προκάλεσαν σημαντική απώλεια και κατακερματισμό στους οικοτόπους της περιοχής και συγκεκριμένα την καταστροφή του 28% της ζώνης αρμυρικιών και καλαμιών, του 9% των μεσογειακών αλιπέδων Juncetalia maritime και ενός σημαντικού μέρους του καναλιού της Μακαρίας πηγής συμπεριλαμβανομένης της απώλειας σημαντικών τύπων οικοτόπων (Αποστολοπούλου 2003, ΜΚΟ 2000, ENVECO 1999). Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια κατασκευής των ολυμπιακών εγκαταστάσεων πληθώρα φορέων είχε χαρακτηρίσει τα έργα στο Σχοινιά ως περιβαλλοντικά καταστροφικά (για μία αναλυτική παρουσίαση βλέπε Αποστολοπούλου 2009). Παρόλα αυτά, μέχρι σήμερα, με εξαίρεση κάποιες επιμέρους εργασίες ή τεχνικές εκθέσεις (Hadjibiros και Sifakaki 2009, Akriotis 2010), δεν


006:Layout 1

4/9/12

11:05 AM

Page 97

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

υπάρχουν επίσημα δημοσιευμένα στοιχεία για τις ακριβείς, άμεσες ή έμμεσες, συνέπειες των έργων ενώ απουσιάζει μία συστηματική και ολοκληρωμένη επιστημονική παρακολούθηση των κρίσιμων κοινωνικο-οικολογικών παραμέτρων. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το προεδρικό διάταγμα (ΠΔ) για το χαρακτηρισμό του Σχοινιά ως Εθνικού Πάρκου δέχτηκε έντονες κριτικές τόσο από ΜΚΟ όσο και από επιστήμονες επειδή ζώνες οικιστικής, αθλητικής και αναπτυξιακής φύσης κατακερματίζουν τις ζώνες προστασίας αλλά και για τον ορισμό πληθώρας εξαιρέσεων στα μέτρα προστασίας που θα δημιουργούσαν προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία του κέντρου κωπηλασίας (για μία αναλυτική περιγραφή βλέπε Αποστολοπούλου 2003, 2009).6 Μέχρι σήμερα, παρά την πληθώρα μελετών και θεσμικών μέτρων για την περιοχή του Σχοινιά, στην πράξη δεν ακολουθείται κάποια συγκροτημένη πολιτική προστασίας της περιοχής. Συγκεκριμένα, μέχρι την περίοδο συγγραφής της παρούσας εργασίας (καλοκαίρι 2010), δεν είχαν υλοποιηθεί σημαντικά έργα που αφορούσαν τους περιβαλλοντικούς όρους έγκρισης της κατασκευής του κωπηλατοδρομίου. Όπως περιέγραψαν οι συνεντευξιαζόμενοι, μία σειρά ασύμβατες με τη διατήρηση των οικοσυστημάτων του Σχοινιά δραστηριότητες (π.χ. δόμηση, επιχωματώσεις, γεωτρήσεις) συνεχίζονται χωρίς έλεγχο. Παράλληλα, εκτός από την ένταξη του Εθνικού Πάρκου στη «Europarc Federation» και την κατασκευή κάποιων υποδομών στο πλαίσιο της υλοποίησης του έργου «Διαχείριση επισκεπτών και ερμηνεία περιβάλλοντος», οι υπόλοιπες διαχειριστικές πρωτοβουλίες δεν είχαν ολοκληρωθεί. 5.2. Κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της περιβαλλοντικής πολιτικής. Τα αίτια των συγκρούσεων Το Εθνικό Πάρκο Σχοινιά εγκαθιδρύθηκε εν μέσω πολύπλοκων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και μακροχρόνιων ανθρώπινων δραστηριοτήτων οδηγώντας σε μία κατάσταση όπου το κεντρικό ζήτημα συχνά πέρα από θέμα κατοχής ιδιοκτησιακών τίτλων είναι ζήτημα ελέγχου και διαπραγμάτευσης της πρόσβασης και της χρήσης (McCarthy 2002) οδηγώντας σε σημαντικές διαμάχες για τον έλεγχο της γης. Η ανάλυση των δεδομένων της παρούσας έρευνας ανέδειξε ότι η έκβαση των εν λόγω συγκρούσεων καθορίζεται μέχρι σήμερα τόσο από τα όσα ορίζουν οι νόμοι όσο και από τα όσα ορίζει το «εθιμικό» δίκαιο της περιοχής και η δύναμη επιρροής των εκάστοτε διεκδικητών. Η σύγχυση σχετικά με τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και την οριοθέτηση των οικοσυστημάτων του Σχοινιά σχετίζεται άμεσα με τη διαχρονική απουσία κτηματολογίου και σαφούς χωροταξικής και περιβαλλοντικής πολιτικής. Όπως έχει ιστορικά εδραιωθεί, αυτό το ασαφές καθεστώς επιβαρύνει κυρίως τους οικονομικά ασθενέστερους με αποτέλεσμα τη διαχρονική έλλειψη σαφούς καθεστώτος των φτωχότερων οικισμών και τη συγκέντρωση πολλών κατοίκων σε αυθαίρετα σπίτια χωρίς αποχετευτικό σύστημα, επίσημους δρόμους, αντιπλημμυρική προστασία κ.λπ. Αντίθετα, οι ισχυροί οικοδομικοί συνεταιρισμοί έχουν σε μεγάλο βαθμό κερδίσει την επίσημη κρατική έγκριση και έχουν στην κατοχή τους πολυτελείς κατοικίες σε προνομιακά σημεία της περιοχής. Παράλληλα, η σταδιακή υποχώρηση της πρωτογενούς παραγωγής έχει διαχρονικά οδηγήσει στην απώ��εια μέσων συντήρησης για σημαντικά τμήματα της τοπικής κοινωνίας ενώ

6. Είναι ενδεικτικό ότι το 2001 το Ε΄ Τμήμα του ΣτΕ μετά από εκδίκαση συγκεκριμένων προσφυγών επί του θέματος προσέβαλλε το προεδρικό διάταγμα λόγω των ασύμβατων χρήσεων που επιτρέπονταν στη ζώνη Β3 του Εθνικού Πάρκου.

97


006:Layout 1

98

4/9/12

11:05 AM

Page 98

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 89-107

η υποβάθμιση των οικοσυστημάτων του Σχοινιά έχει οδηγήσει στην επιδείνωση της ποιότητας ζωής τους. Οι κρατικές παρεμβάσεις στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων οδήγησαν σε μια όξυνση των συγκρούσεων για την πρόσβαση και τον έλεγχο της γης. Ειδικότερα, ενίσχυσαν το αίσθημα αδικίας μεταξύ των κατοίκων αναφορικά με την πρόσβαση και τον έλεγχο των φυσικών πόρων και την ανισότιμη κατανομή του κόστους και της ωφέλειας των ακολουθούμενων πολιτικών. Συγκεκριμένα, οι συνεντευξιαζόμενοι από την τοπική κοινωνία αναφέρθηκαν εκτενώς στη μη καθολική ισχύ των περιορισμών δόμησης και των απαγορεύσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ότι οι περιορισμοί δόμησης που όρισε το προεδρικό διάταγμα οδήγησαν στο να συμπεριληφθεί περίπου ο μισός οικισμός του Κάτω Σουλίου, στον οποίο περιλαμβάνονται σπίτια, ταβέρνες, καταστήματα κ.λπ., στο εθνικό πάρκο δημεύοντας ουσιαστικά τις περιουσίες των κατοίκων. Την ίδια στιγμή, το διάταγμα επέτρεψε την κατασκευή νέων κατοικιών με πισίνες στα όρια του υγροτόπου και του δάσους. Αντίστοιχα, το εν λόγω διάταγμα όρισε σημαντικές εξαιρέσεις στους περιορισμούς δόμησης για τις ολυμπιακές κατασκευές λόγω της «μείζονος εθνικής σημασίας» τους. Επιπρόσθετα, οι κάτοικοι της περιοχής αναφέρθηκαν στο γεγονός πως ό,τι για αυτούς απαγορεύεται επιτρέπεται κατά τη διάρκεια αθλητικών γεγονότων. Επομένως, το προεδρικό διάταγμα ,ενώ θα έθετε σαφείς ρυθμίσεις στις χρήσεις γης, τελικά επέτεινε τη σύγχυση σχετικά με το τι ορίζεται ως νόμιμο και τι ως παράνομο, τι αειφόρο και τι μη αειφόρο. Επιπρόσθετα, η πλειοψηφία των συνεντευξιαζόμενων από την τοπική κοινωνία διατύπωσε ξεκάθαρα τη δυσαρέσκεια της για τον τρόπο με τον οποίο οι πόροι δαπανήθηκαν, διαμαρτυρόμενη ότι ένα υπέρογκο ποσό εθνικών πόρων ξοδεύτηκε για την κατασκευή του κωπηλατοδρομίου ενώ σημαντικά έργα για την ποιότητα ζωής της τοπικής κοινωνίας (π.χ. αντιπλημμυρικά έργα, οικολογική καταπολέμηση των κουνουπιών) αποδείχτηκαν υποσχέσεις κενές περιεχομένου. Αυτό αντικατοπτρίζει μια γενική αποτυχία της όλης παρέμβασης να συνδέσει τους πόρους που εξασφαλίστηκαν με αντισταθμιστικά μέτρα ή στήριξη εναλλακτικών στρατηγικών διαβίωσης. Οι ολυμπιακές κατασκευές και οι ευρύτερες αλλαγές στη χωροταξική και αναπτυξιακή πολιτική (κατασκευή νέων δρόμων, εγκαθίδρυση νέων χρήσεων γης, περαιτέρω ανάπτυξη της πρωτεύουσας, μεγάλα δημόσια έργα, ταχεία αστικοποίηση της βορειοανατολικής Αττικής κ.ά.) συνέβαλλαν στην πληθυσμιακή αύξηση της ευρύτερης περιοχής μελέτης και στην περαιτέρω αύξηση της αξίας της γης για τουριστική και οικιστική εκμετάλλευση. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε εδώ ότι οι εν λόγω αλλαγές στόχευαν στη μετατροπή της Αθήνας σε σημαντικό μητροπολιτικό κέντρο στη νοτιοανατολική Ευρώπη και εκφράστηκαν τόσο στη στρατηγική που χαρακτήρισε την υποψηφιότητα της Αθήνας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες (Beriatos και Gospodini 2004) όσο και στο Ν. 2730/1999. Σε αυτό το πλαίσιο, όπως επιβεβαίωσαν και οι συνεντευξιαζόμενοι, ο Σχοινιάς θεωρήθηκε ιδανική επιλογή για την κατασκευή του κωπηλατοδρομίου τόσο λόγω της εγγύτητάς του με την Αθήνα όσο και γιατί διαχρονικά υπήρχαν ισχυρά συμφέροντα που σχεδίαζαν την περαιτέρω τουριστική του εκμετάλλευση στο μοντέλο αντίστοιχων παραθαλάσσιων περιοχών που έχουν παραδοθεί στον οργανωμένο τουρισμό.


006:Layout 1

4/9/12

11:05 AM

Page 99

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

Σε αυτό το πλαίσιο, η ρητορεία των «εργασιακών ευκαιριών», που κυριάρχησε κατά την περίοδο κατασκευής του κωπηλατοδρομίου ώστε να εξασφαλιστεί η κοινωνική συναίνεση, μεταφράστηκε στη συγκέντρωση του ενδιαφέροντος οικονομικών και αναπτυξιακών συμφερόντων στην περιοχή. Όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις κυρίως οι ελίτ μπορούν να επωφεληθούν διότι έχουν τόσο τους οικονομικούς πόρους όσο και την εξουσία να διαπραγματευτούν με κάθε ενδιαφερόμενο την εκμετάλλευση της γης και των «γκρι ζωνών» αμφιβόλου ιδιοκτησίας. Επομένως, οι ταξικές ανισότητες οξύνθηκαν και, ενώ για τους οικονομικά ασθενέστερους το εθνικό πάρκο και το κέντρο κωπηλασίας ενίσχυσε τους φόβους οικονομικής αποστέρησης, για τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα συνεπάγεται υψηλότερες τιμές για τις ιδιοκτησίες τους και κίνητρα για νέες επενδύσεις. Είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι η απουσία ουσιαστικής παρέμβασης από το κράτος για την προστασία της περιοχής σε συνδυασμό με την προβληματική λειτουργία του φορέα και εντέλει η εικόνα εγκατάλειψης του πάρκου απονομιμοποιεί την ύπαρξή του. Η κατάσταση επιδεινώνεται από το γεγονός ότι τόσο μία σειρά παράνομες δραστηριοτήτες όσο και η οικονομική εκμετάλλευση της περιοχής συνεχίζονται χωρίς έλεγχο από τους έχοντες την ανάλογη δυνατότητα. Έτσι, το πάρκο προσλαμβάνεται ως ένας απλός περιορισμός στη διαχείριση των φυσικών πόρων για την πλειοψηφία της τοπικής κοινωνίας. Είναι σημαντικό να ειπωθεί σε αυτό το σημείο ότι πολλοί κάτοικοι ανέφεραν ότι η οικολογική αξία του Σχοινιά δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ιστορία χρήσης της περιοχής ενώ υποστήριξαν ότι η προστασία του δάσους οφείλεται πρωτίστως στη δική τους «επαγρύπνιση» (βλ., επίσης, Reed 2007). Το ακόλουθο απόσπασμα από συνέντευξη με ένα κάτοικο της περιοχής είναι χαρακτηριστικό: «Αν τα μέτρα είχαν νόημα θα ήμασταν οι πρώτοι που θα τα εφάρμοζαν. Το δάσος του Σχοινιά είναι από τα ελάχιστα στην Αττική που έχουν γλιτώσει από τις πυρκαγιές των τελευταίων δεκαετιών. Αλλά τώρα πια γίνεται σιγά-σιγά ξένο το μέρος για μας. Και αν αυτό συνεχιστεί οι κάτοικοι θα πάψουν να ασχολούνται και θα χαθεί και αυτή η περιοχή όπως πολλές άλλες. Τα σπίτια δίπλα στο έλος και οι πισίνες δεν απειλούν την περιοχή; Με άδεια του κράτους χτίστηκαν. Δεν λέω ότι όλοι οι κάτοικοι σκέφτονται έτσι. Λέω να έρθουν εδώ και να μας ρωτήσουν πώς διαχειριζόμαστε τόσα χρόνια την περιοχή, να μας πούνε τι πρέπει να κάνουμε για να τη διατηρήσουμε αλλά όχι να κάνουν μελέτες και σχέδια αγνοώντας τους ανθρώπους...». 5.3. Ο ρόλος της συνεργατικής διακυβέρνησης Η συνεργατική διακυβέρνηση υποστηρίχτηκε κυρίως μέσα από τη δημιουργία του φορέα διαχείρισης ο οποίος μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες παρέμεινε ανενεργός. Κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου το κράτος χρησιμοποίησε το κύρος της πολιτικής συμμαχίας που υποστήριζε τις κρατικές πολιτικές ως βασική απόδειξη κοινωνικής συναίνεσης υπέρ των παρεμβάσεων. Χρησιμοποιώντας τη ρητορεία του ολυμπιακού κινήματος και ταυτίζοντας τη συμφωνία με κάθε ολυμπιακό έργο με την υπεράσπιση του «εθνικού συμφέροντος» επιδιώχθηκε η ταύτιση κάθε αντίθετης προσέγγισης με μια συντηρητική εναντίωση άνευ κοινωνικής εδραίωσης απέναντι στον επιχειρούμενο «οικολογικό εκσυγχρονισμό». Ο στόχος ήταν ο αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης από τις περιβαλλοντικές, κοινω-

99


006:Layout 1

100

4/9/12

11:05 AM

Page 100

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 89-107

7. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, ενώ το σχετικό εδάφιο του νόμου ορίζει ότι κοινωνικές και παραγωγικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στην εκάστοτε προστατευόμενη περιοχή πρέπει να συμμετέχουν με αντιπροσώπους τους στο φορέα διαχείρισης, ο αποκλεισμός τους από τα διοικητικά συμβούλια χαρακτήρισε τη συγκρότηση των φορέων διαχείρισης.

νικές και οικονομικές συνέπειες των ολυμπιακών παρεμβάσεων έτσι ώστε να διασφαλιστεί ο στόχος παρουσίασης των μεγάλων έργων ως «πράσινων Ολυμπιακών Αγώνων». Μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο φορέας διαχείρισης άρχισε να λειτουργεί με σημαντικές αδυναμίες. Το υπουργείο είχε τη δυνατότητα ελέγχου της συγκρότησης του φορέα επιλέγοντας μέλη με διαφορετικές ή και αντιτιθέμενες στοχεύσεις (αντιπροσώπους της τοπικής και κεντρικής αυτοδιοίκησης, των ΜΚΟ, της επιτροπής «Αθήνα 2004» και αθλητικών παραγόντων), περιλαμβάνοντας υποστηρικτές των κεντρικών κρατικών πολιτικών και αποκλείοντας κοινωνικούς και παραγωγικούς φορείς με έδρα τον Σχοινιά.7 Η εν λόγω τακτική οδήγησε σε μια ετερογενή δομή διακυβέρνησης, εγκλωβισμένη σε συχνές εσωτερικές συγκρούσεις. Η προβληματική λειτουργία εκφράστηκε στις σπάνιες συναντήσεις του φορέα και τη συστηματική απουσία μελών ενώ οι συνεντευξιαζόμενοι από την τοπική κοινωνία τόνισαν ότι, στην πραγματικότητα, ο φορέας αποτέλεσε μια συνεργασία «εξωτερικών παραγόντων», οι οποίοι δεν αντιπροσώπευαν την πλειοψηφία της τοπικής κοινωνίας. Αντίστοιχα, η απουσία προσωπικού και συστηματικής λειτουργίας του φορέα δημιούργησε σοβαρά εμπόδια στην προώθηση των κατάλληλων μέτρων για την ουσιαστική συμμετοχή των κατοίκων. Παράλληλα, η αδυναμία του φορέα να εφαρμόσει τα μέτρα προστασίας και η συναίνεση πολλών μελών του υπέρ των ολυμπιακών κατασκευών είχαν ως συνέπεια την αδιαφορία της πλειοψηφίας των ΜΚΟ για τη δράση του. Αντίστοιχα, οι ισχυρές πελατειακές σχέσεις ανάμεσα στην κρατική διοίκηση και τους πολίτες οδήγησαν κρατικούς εκπρόσωπους, κυρίως της τοπικής αυτοδιοίκησης, να υπόσχονται ότι θα ικανοποιήσουν τα αιτήματα κάθε τοπικής ομάδας για ψηφοθηρικούς λόγους. Επιπρόσθετα, τόσο πριν όσο και μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο πολιτικός χειρισμός των συγκρούσεων από το ελληνικό κράτος βασίστηκε σε μεταβαλλόμενες συμμαχίες, αντιφατικές πολιτικές και μία ασαφή ρητορεία. Το ιδεολόγημα των περιβαλλοντικά μη ευαισθητοποιημένων κατοίκων αποτέλεσε κεντρικό επιχείρημα οδηγώντας σε μια φαινομενική ομοιογένεια συμφερόντων ενάντια στην προστασία της περιοχής, καλύπτοντας τις ευθύνες συγκεκριμένων φορέων και υιοθετώντας στερεοτυπικές κατασκευές για την τοπική κοινωνία. Η τελευταία παρουσιάστηκε ως ένα ενιαίο σύνολο «περιβαλλοντικά απαίδευτων ντόπιων» αγνοώντας τις εσωτερικές διαφορές της (Neumman 1997, Nygren 2000) και υπονοώντας ότι το διαχρονικό πρόβλημα για την περιβαλλοντική υποβάθμιση του Σχοινιά ήταν η απουσία περιβαλλοντικής συνείδησης των κατοίκων. Η εν λόγω στρατηγική στόχευε πρωτίστως στο να αποποιηθεί το κράτος τις ευθύνες του υποστηρίζοντας εντέλει ότι η μη προστασία αποτελεί κοινωνική επιταγή και όχι κρατική πολιτική. Το απόσπασμα που ακολουθεί από μία συνέντευξη με εκπρόσωπο της πολιτικής ηγεσίας της κρατικής διοίκησης είναι ενδεικτικό της γενικότερης στάσης: «Οι τοπικές κοινωνίες δεν ενδιαφέρονται για την προστασία αλλά για την ανάπτυξη και τα δημόσια έργα ... Μπορείτε να φανταστείτε κάποια λογική κυβέρνηση που θα ρισκάρει να χάσει ψήφους για χάρη της εφαρμογής των νόμων προστασίας; Αφήστε που δεν έχουμε αυτή την πολυτέλεια στην Ελλάδα. Εννοώ να θυσιάσουμε σημαντικά έργα και αναπτυξιακά σχέδια για χάρη των προστατευόμενων περιοχών…».

Παράλληλα, η μετατόπιση των ευθυνών στην τοπική κοινωνία χρησιμοποιήθηκε ως δικαιολογία για την αναγκαιότητα τόσο των ολυμπιακών παρεμβάσεων όσο


006:Layout 1

4/9/12

11:05 AM

Page 101

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

και της εμπλοκής του ιδιωτικού τομέα μετά τη λήξη των αγώνων υπονοώντας ότι η περιβαλλοντική αναβάθμιση είναι εφικτή μόνο μέσα στο πλαίσιο της αγοράς (Fisher και Freudenburg 2001). Είναι χαρακτηριστικό ότι η πλειοψηφία των συνεντευξιαζόμενων από κυβερνητικές θέσεις, κυρίως στα ανώτερα κλιμάκια καθώς και από μη κρατικούς φορείς, θεωρεί τα αυστηρά ιδιοκτησιακά δικαιώματα ως τον καλύτερο τρόπο εγγύησης της περιβαλλοντικής ποιότητας (Cortner και Moote 1999) χρησιμοποιώντας τις συγκρούσεις για να εξηγήσει την ανάγκη εκχώρησης της δημόσιας γης σε ιδιωτικά συμφέροντα και την εμπορευματοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος. Τo παρακάτω απόσπασμα από μία συνέντευξη με μέλος του φορέα διαχείρισης είναι χαρακτηριστικό: «Ο δήμος, οι επιχειρήσεις και η τοπική κοινωνία θεωρούν ότι το εθνικό πάρκο είναι ένα εμπόδιο στα σχέδια τους για κερδοσκοπία στη γη και τουριστική εκμετάλλευση. Αυτό δε με εκπλήσσει. Η προστασία της φύσης ευαισθητοποιεί μόνο την «ελίτ», δηλαδή τους ανθρώπους υψηλού μορφωτικού και πνευματικού επιπέδου».

6. Συζήτηση Υπό το πρίσμα των «κοινωνικο-οικολογικών» συστημάτων και της πολιτικής οικολογίας αναδεικνύεται ότι οι ρίζες των συγκρούσεων για τους φυσικούς πόρους προκύπτουν από την αλληλεπίδραση ενός δικτύου σχέσεων ανάμεσα στους χρήστες μια περιοχής, τα σχετιζόμενα οικοσυστήματα, τις ακολουθούμενες αναπτυξιακές και περιβαλλοντικές πολιτικές και τις διαδικασίες διακυβέρνησης. Παράλληλα, επηρεάζουν και επηρεάζονται από το ευρύτερο οικολογικό, πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο (βλ. Σχήμα 1). Ειδικότερα, η εξέλιξη της συνεργατικής διακυβέρνησης στον Σχοινιά (Apostolopoulou και Pantis 2010) αναδεικνύει ότι η έμφαση σε συνεργασίες του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, σε διαπραγματεύσεις μεταξύ διαφορετικών φορέων και η προσδοκία αποτελεσμάτων κοινά ωφέλιμων για όλους συμβάλλει συχνά στην επιφανειακή συγκάλυψη των συγκρούσεων (Peterson κ.ά. 2005). Στην πραγματικότητα, η έμφαση στην ισότιμη διαπραγμάτευση, κεντρική έννοια της συνεργατικής διακυβέρνησης, στοχεύει στην υπεράσπιση μιας τυπικής ισότητας στα πολιτικά δικαιώματα όλων των μελών της κοινωνίας η οποία, όμως, αντιφάσκει με την ουσιαστική ανισότητα στο πεδίο της οικονομίας. Κατά αυτό τον τρόπο, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που είναι κυρίως υπεύθυνες για τα περιβαλλοντικά προβλήματα στην περιοχή του Σχοινιά καθώς και για την οικονομική αποστέρηση της πλειοψηφίας της τοπικής κοινωνίας παραμένουν εκτός κριτικής. Δεδομένου ότι η διαδικασία πραγματοποιείται μέσα στις υπάρχουσες πολιτικές δομές που χαρακτηρίζονται από ανισότιμες σχέσεις εξουσίας (Mascarenhas και Scarce 2004), το ελληνικό κράτος είχε και έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τη ροή της πληροφορίας, τους όρους συμμετοχής και την κατανομή των ωφελειών και επομένως τη δυνατότητα να χειραγωγεί την έκβαση της συνεργατικής διακυβέρνησης ώστε να μην αποτελέσει εμπόδιο στην εφαρμογή των σχεδιασμών του. Παράλληλα, οι τοπικές «ελίτ» στον Σχοινιά προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τις διαδικασίες διακυβέρνησης ώστε να προωθήσουν τα ατομικά τους συμφέροντα (Neumann 1997) ενώ οι ηγεσίες της τοπικής και κεντρικής διοίκησης υπερασπίστηκαν τα οφέλη της υιοθέτησης των κριτηρίων της αγοράς στη δια-

101


006:Layout 1

102

4/9/12

11:05 AM

Page 102

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 89-107

μόρφωση και αποτίμηση των κρατικών πολιτικών, της επέκτασης των ιδιωτικών σχέσεων ιδιοκτησίας, των διευρυμένων ρόλων για οικονομικά και αναπτυξιακά συμφέροντα, και την αξιολόγηση των πολιτικών προστασίας με όρους οικονομικής απόδοσης υιοθετώντας τις αρχές της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης (McCarthy 2006). Ο διαχωρισμός ανάμεσα στο φορέα διαχείρισης και την πλειοψηφία των ΜΚΟ σε συνδυασμό με τα αυστηρά ιδιωτικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα, την απουσία κρατικού ενδιαφέροντος και σημαντικής δραστηριότητας της πλειοψηφίας των ΜΚΟ στον Σχοινιά ενίσχυσαν ένα περισσότερο «ιδιωτικό» καθεστώς διαχείρισης, κάτι που αναδείχτηκε και από τη μελέτη του Reed στον Καναδά (2007). Επιπρόσθετα, στην περίπτωση του Σχοινιά, τα ισχυρά οικονομικά και αναπτυξιακά συμφέροντα που σχετίζονται με τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την τουριστική βιομηχανία σε συνδυασμό με την αυξημένη πρόσβαση στην αγορά που προέκυψε από τη δημιουργία βελτιωμένων οδικών δικτύων, την αστικοποίηση, την αύξηση του πληθυσμού και την ισχυρή πίεση για κατοχύρωση της ιδιωτικής χρήσης των φυσικών πόρων (Peluso 1996) επέτρεψαν σε συγκεκριμένους φορείς να συγκροτήσουν «ελίτ» διακυβέρνησης. Αυτό το περιπλεγμένο πλαίσιο αφήνει περιθώρια στα σχέδια προώθησης της ιδιωτικοποίησης της περιοχής να διαμορφώνονται σε «κλειστές» διαπραγματεύσεις και στις ευθύνες της κρατικής πολιτικής και των επενδυμένων συμφερόντων στη διαχρονική υποβάθμιση των οικοσυστημάτων του Σχοινιά να υποτιμώνται, με επιπτώσεις για την προστασία της φύσης και την κοινωνική δικαιοσύνη. Από τα παραπάνω δεν υπονοούμε ότι οι τοπικές κοινωνίες είναι de facto υπέρμαχοι της προστασίας της φύσης. Αυτό που θέλουμε να αναδείξουμε είναι ότι τα όρια της «απολίτικης» οικολογίας έχουν γίνει πλέον ορατά τόσο στον «αναπτυσσόμενο» (Guha 1989) όσο και στον «αναπτυγμένο» κόσμο (Foster 2002) όπου ερευνητές έχουν δείξει ότι οι τοπικοί παραγωγοί δεν είναι αδιάφοροι απέναντι σε ζητήματα προστασίας αλλά «εγκλωβισμένοι» στις υπάρχουσες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες (Iosifides και Politidis 2005) χωρίς εναλλακτικές επιλογές για περιβαλλοντικά φιλικές ασχολίες. Είναι ενδεικτικό ότι υπάρχουν πολλά παραδείγματα κινητοποιήσεων γύρω από ζητήματα ρύπανσης ή δημόσιας υγείας που αποτέλεσαν σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης αναγκαίων περιβαλλοντικών ρυθμίσεων τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες (Vlachou 2005). Περιπτώσεις, λοιπόν, όπου οι τοπικές κοινωνίες δεν αποδέχονται περιβαλλοντικούς περιορισμούς μπορεί να δείχνουν περισσότερο τα όρια του περιβαλλοντισμού να εμπνεύσει τους εργαζόμενους όταν οι ταξικές πλευρές αγνοούνται παρά μία εγγενή αρνητική τάση των εργαζομένων στην περιβαλλοντική προστασία (Foster 1993, Vlachou 2005). Η αδυναμία του οικολογικού κινήματος αλλά και της επιστημονικής έρευνας στην Ελλάδα να συνδεθούν με ζητήματα που αφορούν τις τοπικές κοινωνίες, ορατή και στην περίπτωση του Σχοινιά, έδωσε τη δυνατότητα στο ελληνικό κράτος να περιθωριοποιήσει την πλειοψηφία της τοπικής κοινωνίας από εν δυνάμει συμμάχους της και να διασφαλίσει ότι θα παραμείνει ο «μεσάζοντας» σε κάθε διαδικασία διακυβέρνησης και εντέλει ο επίσημος διαμεσολαβητής ανάμεσα στην προστασία της φύσης και την τοπική ευημερία. Αυτή η πολιτική τακτική συνέβαλε στην περιθωριοποίηση τμημάτων της τοπικής κοινωνίας ενισχύοντας μεταξύ άλλων τη διάσταση περιβαλλοντισμού και εργαζομένων.


006:Layout 1

4/9/12

11:05 AM

Page 103

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

7. Συμπεράσματα-Προτάσεις Η δημιουργία των προστατευόμενων περιοχών, ενώ καλείται να απαντήσει στην αντικειμενική υποβάθμιση του περιβάλλοντος και στην εντεινόμενη επιθυμία της κοινωνίας για βελτίωση της ποιότητας ζωής, συνιστά μιαν απάντηση παράγωγη της ιστορικής εξέλιξης της σχέσης κοινωνίας και φύσης. Κατ’ αυτή την έννοια οι κρατικές πρωτοβουλίες για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος δεν μπορούν να ιδωθούν απομονωμένες από τις υπόλοιπες πολιτικές, πολλές εξ αυτών υπεύθυνες για τη συνεχιζόμενη υποβάθμιση των φυσικών πόρων. Η επίπλαστη ενοποίησή τους μέσω της «αειφόρου ανάπτυξης» καταρρέει κάθε φορά που εκδηλώνεται τόσο η αντίφαση ανάμεσα στη θεωρητική ενοποίησή τους και τον πραγματικό μηχανιστικό διαχωρισμό τους στην πράξη όσο και η αδυναμία αντιμετώπισης των συνεπειών της αρνητικής αλληλοδιαπλοκής τους. Η μελέτη και κατανόηση των κοινωνικών και οικονομικών συνεπειών των περιβαλλοντικών πολιτικών καθώς και των συγκρούσεων που ανακύπτουν από και για τη χρήση των φυσικών πόρων δεν είναι εφικτή έξω από τη συγκεκριμένη συνειδητοποίηση. Ειδικότερα, σε περιπτώσεις όπως αυτή του Σχοινιά, η αλλαγή των κανόνων της χρήσης των πόρων από αντιτιθέμενα συμφέροντα οδηγεί στην «επαναχάραξη» των οικοσυστημάτων και των χρήσεων γης (Reed 2007), προκαλώντας ή οξύνοντας συγκρούσεις για τον έλεγχο των φυσικών πόρων. O ρόλος των κρατών ως ταυτόχρονα προωθητών της ανάπτυξης και θεσμικά υπεύθυνων για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος χαρακτηρίζεται από μία εγγενή τάση για σύγκρουση (Walker 1989). Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σημερινές κυρίαρχες πολιτικές επιχειρούν να φαλκιδεύσουν τις ισότιμες και δημοκρατικές σχέσεις ανάμεσα στις ανθρώπινες κοινωνίες αλλά και στη σχέση των τελευταίων με τη φύση (McCarthy 2002) ενώ αφήνουν ανέγγιχτες τις ρίζες της περιβαλλοντικής υποβάθμισης και της οικονομικής πτώχευσης των τοπικών κοινωνιών, δηλαδή την ιδιωτική ιδιοκτησία της γης, την οικονομία της αγοράς και τις ανισότιμες σχέσεις παραγωγής (Bebbington 1993). Τα παραπάνω είναι ιδιαίτερης σημασίας όταν η πολιτική προστασίας συνδυάζεται με αναπτυξιακά σχέδια και έργα εθνικής και διεθνούς εμβέλειας, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Είναι ενδεικτικό ότι η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων χαρακτηρίζεται μέχρι σήμερα από πλήρη απουσία ουσιαστικής κοινωνικής συμμετοχής και ελέγχου αλλά και εν γένει στοιχειώδους δημοκρατικότητας κατά τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων (Andranovich κ.ά. 2001). Στην περίπτωση του Εθνικού Πάρκου Σχοινιά το ελληνικό κράτος υιοθέτησε τη ρητορεία της «συνεργατικής διακυβέρνησης για την αειφορία» ώστε να προσδώσει ένα περιβαλλοντικά και κοινωνικά φιλικό πρόσωπο στην Ολυμπιάδα της Αθήνας. Αντίστοιχα, εμποδίζοντας τις διαφανείς διαδικασίες διακυβέρνησης και την ισότιμη συμμετοχή, το κράτος έγινε ο μεσολαβητής ανάμεσα στην τοπική ευημερία και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος ενώ την ίδια στιγμή ερμήνευε την τοπική αντίδραση στα μέτρα προστασίας ως κοινωνική πίεση για μη αειφόρο ανάπτυξη, «οικολογικοποιώντας» μακροχρόνιες συγκρούσεις ταυτίζοντας τις τελευταίες με αλλαγές στις πολιτικές προστασίας (Robbins 2004) και δικαιολογώντας την αποτυχία του να εφαρμόσει μέτρα προστασίας και να αντισταθεί στις αναπτυξιακές πιέσεις (Apostolopoulou και Pantis 2009). Επομένως, όσοι υποστηρίζουν την ανάγκη διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος πρέπει

103


006:Layout 1

104

4/9/12

11:05 AM

Page 104

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 89-107

να θέσουν υπό κριτική εξέταση τις ευρύτερες πολιτικές που την απειλούν αλλά και τους συγκεκριμένους φορείς που τις προωθούν και επωφελούνται από αυτές (McAfee 1999) καθώς και τις συνδέσεις ανάμεσα στις ατομικές πράξεις και τις ευρύτερες δομές και διαδικασίες που κατευθύνουν τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές πρακτικές (Adams και Hutton 2007). Τέλος, ζητήματα όπως ο ορισμός της έννοιας της «τοπικής κοινωνίας» αλλά και η περιγραφή του πώς η συμμετοχή της κοινωνίας στην εφαρμογή προγραμμάτων προστασίας μετουσιώνεται στην πράξη θα πρέπει να πάψουν να παραμένουν στο περιθώριο των κυρίαρχων προσεγγίσεων. Οι συγκρούσεις για τους φυσικούς πόρους δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «τεχνικά» ζητήματα τα οποία θα επιλυθούν από τις κατάλληλες «επικοινωνιακές στρατηγικές». Θεωρούμε ότι η υιοθέτηση της προσαρμοζόμενης συν-διαχείρισης (adaptive co-management) και ο εμπλουτισμός της με τις αρχές της πολιτικής οικολογίας μπορούν να οδηγήσουν στη βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης μέσα από (α) τη μετάβαση σε ένα προσαρμοζόμενο ολοκληρωμένο και μακροπρόθεσμο διαχειριστικό σχέδιο όπου θα εφαρμόζονται και θα ελέγχονται στην πράξη τα μέτρα διαχείρισης για την επίτευξη της διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος και της κοινωνικής ευημερίας και δικαιοσύνης, (β) την παροχή εκπαίδευσης, πόρων και δεξιοτήτων για τους εμπλεκόμενους ώστε να προωθηθεί η ισότιμη κατανομή της εξουσίας, (γ) την αναγνώριση των διαφορετικών συστημάτων γνώσης και τη στήριξη εκπαιδευτικών θεσμών που θα ενημερώνουν και θα εμπλέκουν την τοπική κοινωνία στη διαδικασία της επιστημονικής έρευνας αλλά και θα προωθούν το συνδυασμό επιστημονικής και τοπικής περιβαλλοντικής γνώσης (Armitage κ.ά. 2009). Μία συμμετοχική διαδικασία λήψης αποφάσεων απαιτεί ένα σαφές πλαίσιο αρχών για τη διαδικασία και την έκβαση της, τον ακριβή προσδιορισμό των τρόπων με τους οποίους αναδύεται και ασκείται η εξουσία, την αποκέντρωση των εξουσιών σε συνδυασμό με παροχή συλλογικών δικαιωμάτων στους πόρους και την κατανομή της ευθύνης για τη διαχείριση και την εφαρμογή των μέτρων προστασίας έτσι ώστε να δοθεί πραγματική εξουσία στην τοπική κοινωνία ανάλογα με τις πλειοψηφικές κοινωνικές ανάγκες. Προς μία τέτοια κατεύθυνση οι απλοποιητικές προσεγγίσεις για ισότιμες ευθύνες και κοινά ωφέλιμες λύσεις και η απουσία διαφανών διαδικασιών διακυβέρνησης συμβάλλουν στη συσκότιση των συμφερόντων κρατικών και μη κρατικών ισχυρών φορέων, εμποδίζοντας την αλληλοσύνδεση της προστασίας της φύσης με την κοινωνική δικαιοσύνη, ενώ εξισώνουν την προστασία της φύσης με την κατασκευή «πάρκων αστικού τύπου». Ίσως ιστορίες όπως του Σχοινιά να είναι σημαντικότερες από το σύνολο των τεχνοκρατικών αναλύσεων που αδυνατούν να κατανοήσουν και να περιγράψουν την πραγματικότητα.


006:Layout 1

4/9/12

11:05 AM

Page 105

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι. Παράδειγμα της ανοιχτής και αξονικής κωδικοποίησης για τον προσδιορισμό των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων της περιβαλλοντικής πολιτικής στο Σχοινιά. Στο παράδειγμα αναλύονται δύο από τις τέσσερις υποκατηγορίες που συγκροτούν την κατηγορία «Συγκρούσεις για την πρόσβαση & τον έλεγχο των φυσικών πόρων». Κωδικοί1

Υποκατηγορίες

Κατηγορίες

Πολύπλοκα και ασαφή ιδιοκτησιακά δικαιώματα [79.1] Απουσία κτηματολογίου [86.8] Αξιοποίηση δημόσιας γης με βάση ιδιωτικά συμφέροντα [58.1]

Διαμάχες για την κατοχύρωση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων

Κατοχύρωση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων ανάλογα με την εξουσία των εκάστοτε διεκδικητών [52.7] Διαχρονική έλλειψη σαφούς καθεστώτος φτωχότερων οικισμών [42.6] Συγκρούσεις για την πρόσβαση & τον έλεγχο των φυσικών πόρων

Μη ελεγχόμενες - ασύμβατες με τη διατήρηση δραστηριότητες [79.8] Ανεξέλεγκτη και αυξανόμενη τουριστική εκμετάλλευση [86] Εκτεταμένη μη βιολογική γεωργία [41.9] Μη αειφόρα εκμετάλλευση υδάτινων πόρων [48.8] Σύγκρουση μεταξύ αναπτυξιακών στόχων, τουριστικής και οικιστικής ανάπτυξης και προστασίας [55]

Διαχρονική μη αειφόρος χρήση των φυσικών πόρων

Απουσία εθνικής στρατηγικής για την πολιτική προστασίας [50.4] 1. Εντός των παρενθέσεων σημειώνεται το ποσοστό (%) των συνεντευξιαζόμενων που ανέφεραν το κάθε επιμέρους σημείο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Abakerli, S. (2001), «A critique of development and conservation policies in environmentally sensitive regions in Brazil», Geoforum 32: 551-565. Adams, W.M. και Hutton, J. (2007), «People, Parks and Poverty: Political Ecology and Biodiversity Conservation», Conservation and Society 5: 147-183. Akriotis, T. (2010), «A response to Hadjibiros and Sifakaki (2009): Schinias wetland: a national park or a solar saltwork?», Global Nest Journal 12: 335-337. Andranovich, G., Burbank, M.J. και Heying, C.H. (2001), «Olympic Cities: Lessons Learned from Mega-Event Politics», Journal of Urban affairs 23: 113-131. Apostolopoulou, E. και Pantis, J. (2009), «Conceptual gaps in the national strategy for the implementation of the European Natura 2000 conservation policy in Greece», Biological Conservation 142: 221-237. Apostolopoulou, E. και Pantis, J.D. (2010), «Development plans versus conservation: explanation of emergent conflicts and state political handling», Environment and Planning A 42: 9821000. Armitage, D.R., Plummer, R., Berkes, F., Arthur, R.I., Charles, A.T., Davidson-Hunt, I. J., Diduck, A.P., Doubleday, N.C., Johnson, D.S., Marschke, M., McConney, P., Pinkerton, E.W. και

105


006:Layout 1

106

4/9/12

11:05 AM

Page 106

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 89-107

Wollenberg, E.K. (2009), «Adaptive co-management for social-ecological complexity», Frontiers in Ecology and the Environment 7: 95-102. Bassett, T.J. (1988), «The political ecology of peasant-herder conflicts in the northern Ivory Coast», Annals of the Association of American Geographers 78: 433-472. Bebbington, A. (1993), «Modernization from below: An alternative indigenous development?», Economic Geography 69: 274-292. Beriatos, E. και Gospodini, A. (2004), «Glocalising urban landscapes: Athens and the 2004 olympics», Cities 21: 187-202. Berkes, F. και Folke, C. (1998), Linking social and ecological systems: management practices and social mechanisms for building resilience, Κέμπριτζ: Cambridge University Press. Blaikie, P. (1995), «Changing environments or changing views?», Geography 80: 203-214. Bridge, G. και Jonas, A.E.G. (2002), «Governing nature: the reregulation of resource access, production and consumption», Environment and Planning A 34: 759-766. Bryant, R.L. (1998), «Power, knowledge and political ecology in the third world: a review», Progress in Physical Geography 22: 79-94. Bryant, R.L. και Bailey, S. (1997), Third world political ecology, Λονδίνο: Routledge. Cortner, H.J. και Moote, M.A. (1999), The politics of ecosystem management, Ουάσινγκτον: Island Press. De Angelis, M. (2003), «Neoliberal Governance, Reproduction and Accumulation», The Commoner, Spring/Summer 2003 (http://www.thecommoner.org). Duffield, M. (2001), Global Governance and the New Wars. The Merging of Development and Security, Λονδίνο: Zed Books. ENVECO A.E. (1999), Μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων του κέντρου κωπηλασίας και κανό στο Σχοινιά του Δήμου Μαραθώνα, Αθήνα. Fisher, D.R. και Freudenburg, W.R. (2001), «Ecological Modernization and Its Critics: Assessing the Past and Looking Toward the Future», Society and Natural Resources 14: 701-709. Folke, C., Hahn, T., Olsson, P. και Norberg, J. (2005), «Adaptive governance of social-ecological systems», Annual Review of Environment and Resources 30: 441-473. Foster, J.B. (1993), «The Limits of Environmentalism Without Class: Lessons from the Ancient Forest Struggle of the Pacific Northwest», Capitalism, Nature, Socialism, 4: 11-41. Foster, J.B. (2002), Ecology against capitalism, Νέα Υόρκη: Monthly Review Press. Guha, R. (1989), «Radical American Environmentalism and Wilderness Preservation: A Third World Critique», Environmental Ethics 11: 71-83. Gunderson, L.H. και Holling, C.S. (2002), Panarchy: Understanding transformations in human and natural systems, Ουάσινγκτον: Island Press. Hadjibiros, K. και Sifakaki, P. (2009), «Schinias wetland: a national park or a solar saltwork?», Global Nest Journal 11: 32-40. Janssen, M.A., Anderies, J.M. και Ostrom, E. (2007), «Robustness of social-ecological systems to spatial and temporal variability», Society and Natural Resources 20: 1-16. Karamichas, J. (2005), «Risk versus National Pride: Conflicting Discourses over the Construction of a High Voltage Power Station in the Athens Metropolitan Area for Demands of the 2004 Olympics», Human Ecology Review 12: 133-142. Knigge, L. και Cope, M. (2006), «Grounded visualization: integrating the analysis of qualitative and quantitative data through grounded theory and visualization», Environment and Planning A 38: 2021-2037. Mascarenhas, M. και Scarce, R. (2004), «The Intention Was Good: Legitimacy, Consensus-Based Decision Making, and the Case of Forest Planning in British Columbia, Canada», Society and Natural Resources 17: 17-38. McAfee, K. (1999), «Selling nature to save it? Biodiversity and green developmentalism», Environment and Planning D 17: 133-154. McCarthy, J. (2002), «First world political ecology: lessons from the Wise Use movement», Environment and Planning A, 34: 1281-1302. McCarthy, J. (2006), «Neoliberalism and the Politics of Alternatives: Community Forestry in British Columbia and the United States», Annals of the Association of American Geographers 96: 84-104. Neumann, R.P. (1997), «Primitive ideas: protected area buffer zones and the politics of land in Africa», Development and Change 28: 559-582. Nygren, A. (2000), «Development discourses and peasant-forest relations: natural resource utilization as social process», Development and change 31: 11-34.


006:Layout 1

4/9/12

11:05 AM

Page 107

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

Peluso, N.L. (1996), «Fruit trees and family trees in an anthropogenic forest: ethics of access, property zones and environment change in Indonesia», Comparative Studies in Society and History 38: 510-548. Peterson, M.N., Peterson, M.J. και Peterson, T.R. (2005), «Conservation and the Myth of Consensus», Conservation Biology 19: 762-767. Reed, M.G. (2007), «Uneven environmental management: a Canadian comparative political ecology», Environment and Planning A 39: 320-338. Robbins, P. (2004), Political ecology. Critical introductions to geography, ΗΠΑ: Blackwell Publishing. Schmink, M. και Wood, C.H. (1992), Contested frontiers in Amazonia, Νέα Υόρκη: Columbia University Press. Strauss, A. και Corbin, J. (1998), Basics of qualitative research, techniques and procedures for developing grounded theory, Λονδίνο: Sage Publications, Thousand Oaks. Turner, M.D. (2004), «Political ecology and the moral dimensions of ‘‘resource conflicts’’: The case of farmer–herder conflicts in the Sahel», Political Geography 23: 863-889. Vlachou, A. (2005), «Environmental regulation: a value-theoretic and class-based analysis», Cambridge Journal of Economics 29: 577-599. Walker, Κ.J. (1989), «The state in environmental management: the ecological dimension», Political Studies 37: 25-38. Αποστολοπούλου, Ε. (2003), Αποτίμηση της νομοθεσίας και αξιολόγηση των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων για την κατασκευή του ολυμπιακού κωπηλατοδρομίου στον υγρότοπο του Σχοινιά Αττικής, αδημοσίευτη διπλωματική εργασία, Τομέας Oικολογίας, Τμήμα Bιολογίας, ΑΠΘ. Αποστολοπούλου, Ε. (2009), Οι κοινωνικές συγκρούσεις κατά την εφαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής σε προστατευόμενες περιοχές. Ανάλυση και αποτίμηση των πολιτικών διατήρησης και διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Τομέας Οικολογίας, Τμήμα Βιολογίας, ΑΠΘ. Καρκάνας, Π., Παυλόπουλος, Κ., Τριανταφύλλου, Μ., Καρύμπαλης, Ε., Τσούρου, Θ. και Παλυβός, Ν. (2004), «Παράκτιο έλος Σχοινιά-Μαραθώνα: Ιζηματογένεση – Μεταβολές στάθμης θάλασσας – Κλιματικές μεταβολές κατά το μέσο-ανώτερο Ολόκαινο», Γεωγραφίες 7: 83-104. ΜΚΟ (2000), Περιβαλλοντικές επιπτώσεις στο Σχοινιά, έκθεση προς το συμβούλιο της επικρατείας, Αθήνα: WWF Ελλάς, Ελληνική εταιρεία προστασίας της φύσης, Ελληνική εταιρεία προστασίας του περιβάλλοντος & της πολιτιστικής κληρονομιάς και Ελληνική ορνιθολογική εταιρεία. Ντάφης, Σ. (1998), «Οι υγρότοποι της Ελλάδας», στο Παπαδημητρίου, Γ. (επιμ.), Η προστασία των υγροτόπων στην Ελλάδα (πρακτικά συνεδρίου), Αθήνα και Κομοτηνή: Εκδόσεις Σάκκουλα. Τσιούρης, Σ.Ε. και Γεράκης, Π.Α. (1991), Υγρότοποι της Ελλάδος: αξίες, αλλοιώσεις, προστασία, Θεσσαλονίκη: WWF, Εργαστήριο Οικολογίας και Προστασίας Περιβάλλοντος Τμήματος Γεωπονίας Α.Π.Θ., IUCN. Φοίτος, Δ. (2003), «Το δάσος Pinus pinea L. στον Σχοινιά Μαραθώνος και το Μεγάλο Έλος», Βοτανικά χρονικά (Botanika Chronika) 16: 19-22.

107


007:Layout 1

108

4/9/12

11:06 AM

Page 108

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 108-112

Ε Π Ι Σ Τ Η Μ Ο Ν Ι Κ Ε Σ

Σ Υ Ν Α Ν Τ Η Σ Ε Ι Σ

-

Α Ν Τ Ι Π Α Ρ Α Θ Ε Σ Ε Ι Σ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΩΝ (CLUSTERS) Μαργαρίτα Παπαχρόνη1

Εισαγωγή

1. Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας, mpapa@gsrt.gr.

Παρατηρούμε ότι οι γρήγορες τεχνολογικές εξελίξεις και η ανάπτυξη νέων ιδεών, που ξεκίνησαν τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα και συνεχίζονται τον 21ο αιώνα, έχουν ως αποτέλεσμα τη διεθνοποίηση της αγοράς των αγαθών, των υπηρεσιών, του κεφαλαίου και της εργασίας. Σήμερα οι επιχειρήσεις έχουν να αντιμετωπίσουν ή και να λειτουργήσουν σε ένα δυναμικό περιβάλλον, στο οποίο έχει δημιουργηθεί η ανάγκη για μετασχηματισμό τους σε σύγχρονες επιχειρησιακές μονάδες, στοιχείο απαραίτητο για την επιβίωσή τους. Στο πλαίσιο των νέων οικονομικών συνθηκών η αύξηση των απαιτήσεων για μεγαλύτερη διαφοροποίηση και καλύτερες προδιαγραφές (λειτουργικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά) των προϊόντων καθώς και οι πιέσεις όχι μόνο για μείωση του κόστους παραγωγής αλλά και για αρτιότερο ποιοτικό έλεγχο δημιουργούν την επιτακτική ανάγκη στις κυβερνήσεις για αναθεώρηση των πολιτικών και χρήση νέων εργαλείων και τεχνικών όπως οι συνεργατικοί σχηματισμοί, οι οποίοι αναγνωρίζονται διεθνώς ως

σημαντικό εργαλείο για την προώθηση της βιομηχανικής ανάπτυξης, της καινοτομίας της ανταγωνιστικότητας, και γενικότερα της οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας.

Δομή και παράγοντες ανάπτυξης των συνεργατικών σχηματισμών των επιχειρήσεων Πριν προχωρήσω στη διερεύνηση των διεθνών πολιτικών πρακτικών και πρωτοβουλιών που υποστηρίζουν την ανάπτυξη των συνεργατικών σχηματισμών, θεωρώ σκόπιμο να αναλύσω τη δομή και τους παράγοντες που συμβάλλουν στην ανάπτυξή τους. Πότε και πώς οι πολιτικές παρεμβάσεις θα έχουν το μεγαλύτερο δυνατό αποτέλεσμα; Αυτό είναι μια σύνθετη διαδικασία. Υπάρχει διαφορετικότητα στους τύπους των συνεργατικών σχηματισμών ανάλογα με τα συστατικά στοιχεία τα οποία τους συνθέτουν, στενά συνδεδεμένα με τις πολιτικές παρεμβάσεις, όπως αυτές καταγράφονται στη διεθνή βιβλιογραφία. Ο συνεργατικός σχηματισμός είναι ένα δυναμικό σύστημα το οποίο διαθέτει δομικά στοιχεία, αλ-


007:Layout 1

4/9/12

11:06 AM

Page 109

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΧΡΟΝΗ

ληλεπιδρά με το περιβάλλον του και έχει τροχιά ανάπτυξης. Τα δομικά αυτά στοιχεία αναλύονται σε: • χωροταξική διάσταση, • τομεακή εξειδίκευση, • κρίσιμη μάζα επιχειρήσεων, • κοινωνικό κεφάλαιο (ανταγωνισμός και συνεργασία), • δρώντες (επιχειρήσεις, χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, πανεπιστήμια, δημόσιοι οργανισμοί), • καινοτομία, • κύκλος ζωής. Ουσιαστικά, η εξωτερική οικονομία και οι πιέσεις που δημιουργούνται είναι από τους κύριους λόγους που ιστορικά οδηγούν τις επιχειρήσεις τόσο σε γεωγραφική συγκέντρωση όσο και σε τομεακή εξειδίκευση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια κρίσιμη μάζα επιχειρήσεων που καθορίζει την ύπαρξη ενός συνεργατικού σχηματισμού. Αλλά η συγκέντρωση αυτή των επιχειρήσεων δεν είναι αρκετή για να υπερπηδηθούν οι πιέσεις για αλλαγές από τις εξωτερικές δυνάμεις χωρίς να καλλιεργηθεί και να αναπτυχθεί η αντίληψη της συλλογικής αποτελεσματικότητας. Η συλλογικότητα και οι δράσεις σύνδεσης, οι οποίες αναλύονται σε οριζόντιες και κάθετες συνεργασίες μεταξύ των επιχειρήσεων, είναι απαραίτητα δομικά στοιχεία για την ανάπτυξη ενός συνεργατικού σχηματισμού. Έχει τεκμηριωθεί κι επιστημονικά ότι οι δράσεις συνεργασίας είναι κρίσιμο στοιχείο για την ανάλυση των συνεργατικών σχηματισμών και είναι πολύ στενά συνδεδεμένες με την εμπιστοσύνη και το κοινωνικό κεφάλαιο, τα οποία διευκολύνουν τη συνεργασία μεταξύ των δρώντων. Νέοι συνεργατικοί σχηματισμοί επιχειρήσεων εμφανίζονται με βασικό συστατικό την καινοτομία, όπου ένα σύνολο ανταγω-

νιστικών βιομηχανιών συνδέονται μεταξύ τους με μια μοναδική διαδικασία μεταφοράς και έντασης της τεχνολογίας για μια χρονική περίοδο. Τέλος δεν είναι περιστασιακά φαινόμενα· έχουν δυναμική σε βάθος χρόνου και συνεπώς έχουν κύκλο ζωής ο οποίος ακολουθεί τις φάσεις της δημιουργίας, της ανάπτυξης, της ωριμότητας και, τέλος, της παρακμής ή της μετάλλαξης. Τα δομικά στοιχεία τα οποία αναλύσαμε χρειάζονται, για να ενεργοποιηθούν, το κατάλληλο νομικό και θεσμικό πλαίσιο στο οποίο δραστηριοποιούνται οι δρώντες, επιστημονική και τεχνολογική υποδομή για τη δημιουργία της γνώσης και, γενικότερα, μεταφορές και τεχνικο-οικονομική υποδομή. Η κρισιμότητα των στοιχείων αυτών εξαρτάται από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν. Η χρηματοδότηση, η επιχειρηματικότητα, η ενεργοποίηση του κοινωνικού κεφαλαίου και η σύνδεση βιομηχανίας-έρευνας είναι παράγοντες που θεωρούνται απαραίτητοι για την ανάπτυξή του.

Kατηγορίες συνεργατικών σχηματισμών επιχειρήσεων. Δράσεις ανάπτυξης Στο πλαίσιο μιας διεθνούς επιστημονικής έρευνας που αποσκοπεί στη δημιουργία και βελτίωση στρατηγικών ανάπτυξης καθώς και νέων μεθόδων (ποσοτικών και ποιοτικών) αποτίμησής τους, έγιναν προσπάθειες ταξινόμησης των συνεργατικών σχηματισμών ανάλογα με την κρισιμότητα των συστατικών στοιχείων (χωροταξική διάσταση, τομεακή εξειδίκευση, κρίσιμη μάζα επιχειρήσεων, κοινωνικό κεφάλαιο, δρώντες, καινοτομία, κύκλος ζωής),

την επιστημονική προσέγγιση και, γενικότερα, τις συνθήκες που επικρατούν στην οικονομία. Συνεπώς, στη διεθνή βιβλιογραφία διακρίνονται ποικίλες κατηγορίες απόλυτα συνδεδεμένες με τις πολιτικές στήριξης. Στην παρούσα μελέτη θα επικεντρωθούμε στη διερεύνηση των πολιτικών δράσεων για την ανάπτυξη ενός συνεργατικού σχηματισμού ανάλογα με τον κύκλο ζωής του, και ειδικότερα στη φάση δημιουργίας η οποία θεωρείται η πιο κρίσιμη για την λήψη των κατάλληλων μέτρων ώστε να μπορέσει να εξελιχθεί. Φάση δημιουργίας Στο αρχικό στάδιο της δημιουργίας τους διαφέρουν ως προς τον τόπο προέλευσης και διακρίνονται σε αναδυόμενα, τα οποία είναι αποτέλεσμα ορισμένων συγκυριών/τυχαίων οικονομικών παραγόντων, ή με γνώμονα την πολιτική λόγω πολιτικών παρεμβάσεων. Και στις δύο αναφερόμενες περιπτώσεις, στη φάση δημιουργίας διαδραματίζονται τρεις διαφορετικές διαδικασίες που αναφέρονται στη δόμηση του κοινωνικού κεφαλαίου, τη δημιουργία της στρατηγικής και, τέλος, του οράματος. Αναδυόμενα (Emerging clusters) Η δημιουργία και η εξέλιξη των ανταγωνιστικών βιομηχανιών, και κατά συνέπεια και των αναδυόμενων συνεργατικών σχηματισμών, προϋποθέτει την ύπαρξη ειδικών συνθηκών όπως για παράδειγμα την αφθονία πρώτων υλών ή την ιστορική παράδοση καθώς και την ύπαρξη ορισμένων καθοριστικών παραγόντων της οικονομίας και της αγοράς. Σημαντικά κίνητρα για το σχηματισμό τους είναι το χαμηλό κόστος των συναλλαγών, η ανά-

109


007:Layout 1

110

4/9/12

11:06 AM

Page 110

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 108-112

πτυξη νέων εξειδικεύσεων, η επιτάχυνση της διαδικασίας μάθησης και η παράκαμψη των εμποδίων για την εισαγωγή σε νέες αγορές. Επιπρόσθετα, ένα άλλο στοιχείο που συμβάλλει στη δημιουργία είναι η κατάλληλη υποδομή και ο βαθμός οργανωτικής ικανότητας, ο οποίος ορίζεται ως η ικανότητα μιας περιφέρειας να ενεργοποιήσει όλους τους δρώντες. Στα στοιχεία οργανωτικής ικανότητας περιλαμβάνονται η ηγεσία, το κοινό όραμα και η στρατηγική, η πολιτική και κοινωνική υποστήριξη και, τέλος, η συνεργασία μεταξύ του δημόσιου και των ιδιωτικών φορέων. Η διερεύνηση της ύπαρξης των emerging clusters σε μια περιφέρεια ή σε εθνικό επίπεδο είναι δυνατή με την ανάλυση των υπαρχουσών διασυνδέσεων μεταξύ των επιχειρήσεων που το απαρτίζουν τόσο σε οριζόντιο όσο και σε κάθετο επίπεδο, καθώς και με τη χρήση διαφορετικών τεχνικών. Το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο2 έχει προσδιορίζει τους συνεργατικούς σχηματισμούς των κρατών μελών της Ε.Ε. χρησιμοποιώντας ποσοτική μέθοδο ανάλυσης βασισμένη σε δεδομένα απασχόλησης τα οποία συλλέγονται κυρίως από τη EUROSTAT και από εθνικές ή περιφερειακές στατιστικές πηγές. Με γνώμονα την πολιτική (Policy driven clusters) Τα τελευταία χρόνια οι κυβερνήσεις, στην προσπάθεια να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα, την καινοτομία, να ενισχύσουν κάποιο συγκεκριμένο κλάδο/περιφέρεια ή ακόμα και να αντιμετωπίσουν τη διεθνή κρίση, επενδύουν στη διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών για τη δημιουργία συνεργατικών σχηματισμών. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι πολιτικές

παρεμβάσεις ξεκινούν με πρωτοβουλίες οι οποίες αρχικά αποβλέπουν στην επισημοποίηση υπαρχόντων ή την ίδρυση ενδιάμεσων θεσμικών φορέων οι οποίοι ονομάζονται φορείς συνεργασίας (IFCs) και οι οποίοι αναλαμβάνουν μια σειρά δράσεις που αναφέρονται στη δημιουργία του κοινωνικού κεφαλαίου, του οράματος και της στρατηγικής που θα στηρίξουν την ιδέα της συσπείρωσης και θα αποτελέσουν το σπόρο για τη γένεση ενός νέου συνεργατικού σχηματισμού. Ουσιαστικά το όραμα, οι στόχοι και η στρατηγική μπορούν να αναπτυχθούν μέσα από τις δομημένες διαδικασίες των πρωτοβουλιών. (Πληθώρα επιστημονικών μεθοδολογιών καλύπτουν την αποτίμηση της υπάρχουσας κατάστασης και προβλέπουν τις μελλοντικές τάσεις, όπως η γνώμη των ειδικών, η χρήση ερωτηματολογίου, Delphi έρευνες, workshops, μοντέλα προσομοίωσης, SWOT ανάλυση κ.λπ.). Η πλέον σύγχρονη μέθοδος δημιουργίας κοινωνικού κεφαλαίου είναι οι μελλοντικές προοπτικές διερεύνησης (foresight).3 Η υλοποίηση ασκήσεων στο πλαίσιο της προοπτικής διερεύνησης αποβλέπουν στην ενημέρωση των υπευθύνων σχετικά με τις μελλοντικές τάσεις, τα χαρακτηριστικά, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες και γενικά την προμήθεια πληροφοριών απαραίτητων για τη λήψη αποφάσεων, τη δημιουργία δικτύων, την ανάπτυξη ικανοτήτων και στρατηγικού οράματος καθώς επίσης και την καλλιέργεια του κοινού αισθήματος δέσμευσης σε αυτά τα οράματα μεταξύ των συμμετεχόντων στις εν λόγω ασκήσεις. Τόσο στην περίπτωση των αναδυόμενων συνεργατικών σχηματισμών όσο και αυτών που έχουν σχηματιστεί με γνώμονα την πολιτική στη φάση δημιουργίας, οι λίγες επι-

χειρήσεις που αποτελούν τον πυρήνα τους ανήκουν σε διάσπαρτες τεχνολογικές περιοχές. Αν και οι επιχειρήσεις αυτές αντιπροσωπεύουν τον τεχνολογικό προσανατολισμό του ενδεχόμενου συνεργατικού σχηματισμού παρουσιάζουν ετερογένεια, που οφείλεται στο ότι και δεν έχει ακόμη σχηματιστεί κρίσιμη μάζα επιχειρήσεων. H ετερογένεια θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους δείκτες που καθορίζουν εάν υπάρχει ή όχι το φαινόμενο της συσπείρωσης. H μετακίνηση του ενδεχόμενου cluster στην επόμενη φάση της ανάπτυξης εξαρτάται από τη μείωση της ετερογένειας, τη συγκέντρωση κρίσιμης μάζας επιχειρήσεων και την ανάπτυξης συνέργειας μεταξύ των επιχειρήσεων. Βεβαίως στη μείωση της ετερογένειας και στην ανάπτυξη της συνέργειας συνεπικουρούν οι τεχνοβλαστοί (spin offs) αφού μειώνουν τις γνωστικές διαφορές και είναι συνδεδεμένοι με κοινωνικά δίκτυα. Επίσης, τα δίκτυα θερμοκοιτίδων δημιουργούν συνέργεια και βοηθούν τη διαδικασία δημιουργίας κρίσιμης μάζας. Επιπλέον η καινοτομία και η επιχειρηματικότητα είναι η κινητήρια δύναμη για την παραγωγή νέων ιδεών και κατά συνέπεια νέων επιχειρήσεων (start-ups). Είναι επιστημονικά αποδεκτό ότι η ετερογένεια, η δημιουργία νέων επιχειρήσεων και η απασχόληση είναι οι δείκτες που προσδιορίζουν την τροχιά ανάπτυξης ενός cluster καθώς και την ανάπτυξη μιας βιομηχανίας. Στα ερωτήματα ποιος καινοτομεί και πόσες καινοτομικές δραστηριότητες επιχειρούνται, η απάντηση είναι στενά συνδεδεμένη με τον κύκλο ζωής της βιομηχανίας (ΚΖΒ). Άρα ο κύκλος ζωής του συνεργατικού σχηματισμού (ΚΖΣ) είναι στενά συνδεδεμένος με το ΚΖ καθώς και με τις τάσεις για καινοτο-


007:Layout 1

4/9/12

11:06 AM

Page 111

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΧΡΟΝΗ

μικές δραστηριότητες, αφού η άρρητη γνώση παίζει σημαντικό ρόλο στο στάδιο της δημιουργίας της βιομηχανίας όπου, σύμφωνα με εμπειρικές μελέτες, οι τάσεις για καινοτομικές δραστηριότητες σχηματοποιούνται σε αυτή τη φάση. Κατά συνέπεια, στη φάση δημιουργίας, σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία η οποία προκύπτει από ερευνητικές προσπάθειες και από παραδείγματα καλών πρακτικών, οι πολιτικές παρεμβάσεις θα είναι αποτελεσματικές αν προσανατολιστούν προς την κατεύθυνση εφαρμογής πολιτικών δράσεων ή πρωτοβουλιών με στόχο τη μείωση της ετερογένειας των επιχειρήσεων, την αύξηση της απασχόλησης και την αύξηση του αριθμού των επιχειρήσεων. Οι δράσεις που εξυπηρετούν τους στόχους στη συγκεκριμένη φάση αναφέρονται σε δράσεις βελτίωσης υποδομής και επιχειρηματικού περιβάλλοντος, σε δράσεις ενίσχυσης του κοινωνικού κεφαλαίου, σε δράσεις για την εξειδίκευση εργατικού δυναμικού, σε δράσεις ανάπτυξης των επιχειρήσεων μέσα από τη διαδικασία της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας και, τέλος, σε δράσεις για την προαγωγή δι-επιχειρησιακών συνεργασιών/δικτύωση. Ουσιαστικά το κοινωνικό κεφάλαιο, το όραμα και η στρατηγική αποτελούν τη βάση για την εφαρμογή δράσεων που θα βοηθήσουν την μετάβασή του από τη φάση της δημιουργίας στην επόμενη φάση της ανάπτυξης Φάση ανάπτυξης Ακμάζοντα (Growing clusters) Στη φάση ανάπτυξης παρατηρείται αύξηση της επιχειρηματικότητας αφού, καθώς αυξάνεται η αγορά, προσελκύει νέους επιχειρηματικούς μιμητές και ανταγωνιστές. Οι νέες

επιχειρήσεις διατηρούν στενές σχέσεις μεταξύ τους προκειμένου να παραμείνουν στην κορυφή των νέων εξελίξεων στην εμπορία, το σχεδιασμό και την τεχνολογία. Στους ακμάζοντες συνεργατικούς σχηματισμούς και στην υιοθέτηση κινήτρων για τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων είναι σκόπιμο να μελετηθεί το βέλτιστο επίπεδο ποικιλότητας ούτως ώστε να μη διαταραχθεί η ισορροπία στην υπάρχουσα δομή της οριζόντιας και κάθετης διάστασής του. Βεβαίως η επιβίωση των επιχειρήσεων διασφαλίζεται με την ανάδειξη επιχειρηματικών πρακτικών και μεθόδων που θα έχουν ως συνέπεια τη δημιουργία επιτυχημένων εξαγωγικών επιχειρήσεων καθώς και την υιοθέτηση των κατάλληλων πολιτικών μέτρων που απαιτούνται στην ενίσχυση της εξωστρέφειας της τοπικής οικονομίας. Το υψηλό επίπεδο εξαγωγών είναι δείκτης που δηλώνει την επιτυχία του και συνεπάγεται υψηλή ποιότητα προϊόντων. Ως εκ τούτου, οι πολιτικές παρεμβάσεις θα προσανατολιστούν στη λήψη μέτρων που αποσκοπούν στην αύξηση των εξαγωγών μέσα από καινοτόμα σχήματα συνεργασίας και ιδιαίτερα με την χρηματοδότηση δράσεων για την προαγωγή δι-επιχειρησιακών συνεργασιών/δικτύωση, επικεντρωμένες στη δημιουργία και υποστήριξη δικτύων εξαγωγών και γενικότερα την υποστήριξη της εξαγωγικής προσπάθειας με την συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων με τις εξαγωγές φορείς και οργανισμούς, τα κλαδικά, τα τοπικά και τα περιφερειακά επιχειρηματικά συλλογικά όργανα. Φάση ωριμότητας Ώριμα (Sustaining clusters) Στη φάση ωριμότητας, με την είσοδο των νέων ανταγωνιστών σε

έναν συνεργατικό σχηματισμό, το κόστος παραγωγής καθίσταται το πιο σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Επομένως απαιτούνται επενδύσεις σε νέες μεθόδους παραγωγής, σε εξειδικευμένα προϊόντα ή υπηρεσίες που ενσωματώνουν έναν μοναδικό σχεδιασμό ή τεχνολογία, και γενικότερα σε πλεονεκτήματα που υπερκαλύπτουν το κόστος και αυξάνουν την παραγωγικότητα. Το βασικό πλεονέκτημα είναι η ανάπτυξη μηχανισμών και τεχνολογικών κόμβων που ενεργούν ως ένα παρατηρητήριο για τις αλλαγές της αγοράς και αρχίζουν να αναζητούν νέα προϊόντα ή ευκαιρίες της αγοράς. Στα ονομαζόμενα ώριμα υπάρχει μια κατά��ταση ισορροπίας μεταξύ των δρώντων (οργανισμών) που το απαρτίζουν και οι οποίοι έχουν αποκτήσει την ικανότητα της προσαρμογής στο συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Οι συνδέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων και οργανισμών εντός και εκτός επιτρέπει την εισαγωγή νέας γνώσης. Οι νέες επιχειρήσεις που βασίζονται στη γνώση βεβαίως συνδέονται με τις ήδη υπάρχουσες αλλά εισάγουν και νέα γνώση με αποτέλεσμα να επηρεάζουν την τροχιά ανάπτυξή τους. Οι πολιτικές παρεμβάσεις είναι σκόπιμο να προσανατολισθούν στην υποστήριξη της εισαγωγής και δημιουργίας νέας γνώσης με τη χρηματοδότηση δράσεων για την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων. Τα spillovers είναι κύριες πηγές δημιουργίας νέων οικονομικών γνώσεων και εμφανίζονται περισσότερο μέσα από επίσημα προγράμματα διευκόλυνσης της μεταφοράς τεχνολογίας ή μέσω άτυπων διαύλων, όπως η μετάδοση της γνώσης μέσω της κινητικότητας των εργαζομέ-

111


007:Layout 1

112

4/9/12

11:06 AM

Page 112

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 108-112

νων. Η εισαγωγή της νέας γνώσης θα επιτρέψει τη μετακίνηση επιχειρήσεων σε νέα θεματική περιοχή, τη δημιουργία της ετερογένειας και την επιστροφή του συνεργατικού σχηματισμού στην πρώτη φάση και όχι στη επόμενη φάση που είναι η φάση της παρακμής. Φάση παρακμής ή μετάλλαξης ( Declining clusters) Στη φάση αυτή παρατηρείται μείωση του αριθμού των επιχειρήσεων και της απασχόλησης. Οι προσπάθειες είναι σκόπιμο να ενθαρρύνουν τη δημιουργία ενός νέου αξιοποιώντας την υποδομή του ήδη υπάρχοντος. Δεν συμβαίνει βέβαια η τροχιά ανάπτυξής του να ακολουθεί τις προαναφερθείσες φάσεις. Υπάρχει η περίπτωση της διάλυσής του και ειδικά στην περίπτωση της γρήγορης ανάπτυξης της τεχνολογίας αφού είναι επιστημονικά δεκτό ότι και κύκλος ζωής του cluster είναι στενά συνδεδεμένος με τον κύκλο ζωής της βιομηχανίας.

Συμπεράσματα Συμπερασματικά, σε εθνικό επίπεδο, τα χαρακτηριστικά και το περιεχόμενο της πολιτικής των συνεργατικών σχηματισμών είναι σκόπιμο να εναρμονίζεται με το γενικό πολιτικό όραμα και τις παραδόσεις της βιομηχανικής, της τεχνολογικής και της περιφερειακής πολιτικής, αφού ουσιαστικά αντιπροσωπεύει τρία ρεύματα αυτών των πολιτικών. Λαμβάνοντας υπόψη τον κύκλο ζωής, τη γεωγραφική διάσταση ή τους βιομηχανικούς τομείς, τα προγράμματα που σχεδιάζονται έχουν πιθανότητες να επιτύχουν όταν είναι προσαρμοσμένα στην το-

πική οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα, όταν υπάρχει κάποιος βαθμός ευελιξίας και στοχεύουν με σαφήνεια στις ειδικές ανεπάρκειες της αγοράς. O δημόσιος τομέας έχει τη συνολική εικόνα και την ικανότητα συντονισμού, και είναι σκόπιμο να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο ως «μεσίτης», «υπεύθυνος», «πρωτεργάτης», «συμμετέχων» και «ακροατής» σε έναν παραγωγικό διάλογο. Η πολιτεία δεν πρέπει να ηγείται στις πρωτοβουλίες αυτές αλλά ουσιαστικά να λειτουργεί ως καταλύτης για τη δημιουργία μηχανισμών διευκόλυνσης, υποστηρικτικών δομών και κινήτρων για τη διαδικασίας της συσπείρωσης των επιχειρήσεων και της καινοτομίας, ενώ κυρίως οι μεσίτες πρέπει να αναλάβουν τη διαδικασία υποστήριξης όλων των ενεργειών οι οποίες απαιτούνται ώστε να έρθουν σε επαφή οι actors της τοπικής οικονομίας για τη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών όπως η υποδομή. Το όραμα της Ε.Ε. σε επίπεδο πολιτικής συνεργατικών σχηματισμών είναι η προώθηση της ποιότητας της εξωστρέφειας και της επιχειρηματικότητας, και στην προσπάθεια αυτή συγκροτήθηκε πρόσφατα το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο4 καθώς και μια βάση δεδομένων για την ενημέρωση των ενδιαφερομένων ομάδων για τις εθνικές και περιφερειακές πολιτικές που θα ισχύουν σε ολόκληρη την Ε.Ε. Η Ελληνική Πρωτοβουλία Τεχνολογικών Συνεργατικών Σχηματισμών (Corallia) είναι o πρώτος φορέας οργάνωσης και ανάπτυξης Συνεργατικών Σχηματισμών στην Ελλάδα. Είναι μέλος του European Cluster Alliance, με σημαντική εμπειρία στη χάραξη πολιτικής για την ανάπτυξη συνεργατικών σχη-

ματισμών και στην προώθηση της καινοτομίας, της ανταγωνιστικότητας και της εξωστρέφειάς τους.5 Υπάρχουν επίσης πολλά διδάγματα στο σχεδιασμό των προγραμμάτων, με βάση την πρακτική σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 2. www.clusterobservatory.eu. 3. FOR-LEARN On-Line Foresight Guide: «It was developed by JRC-IPTS with the financial support of the Directorate General for Research of E.U.», http://forlearn. jrc.ec.europa.eu/. 4. www.clusterobservatory.eu. 5. www.corallia.org.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Audretsch, D. B. και M. P. Feldman (1996), «Innovative clusters and the industry life cycle», Review of Industrial Organization 11: 253-273. Bergman, E. και Feser, E. (1999), Industrial and Regional Clusters: Concepts and Comparative Applications, Web book of Regional Science, Regional Research Institute, West Virginia University (www.rri.wvu.edu). DTI (2007), «A Practical Guide to Cluster Development», Report to the Department of Trade and Industry and the English RDAs, Λονδίνο: Ecotec Research & Consulting. Menzel, M. και Fornahl, D. (2006), «Cluster Life Cycles», Paper to be presented at the DIME - LIEE / NTUA Athens Conference on Entrepreneurship, knowledge, learning and the evolution of industrial /territorial clusters and regions Athens, Greece. Rosenfeld Stuart, A. (1997), «Bringing Business Clusters into the Mainstream of Economic Development», European Planning Studies 5(1). Streit, M. (1969), «Spatial Associations and Economic Linkages between industries», Journal of Regional Science 9(2). Yu-Shan, S. kai Hung, L.-C. (2009), «Spontaneous vs. policy-driven: The origin and evolution of the biotechnology cluster», Technological Forecasting & Social Change 76: 608619.


008:Layout 1

4/9/12

11:07 AM

Page 113

ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ

ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΤΗΣΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ RC21 ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ, «THE STRUGGLE TO BELONG. DEALING WITH DIVERSITY IN THE 21ST CENTURY URBAN SETTINGS», ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ, ΟΛΛΑΝΔΙΑ, ΙΟΥΛΙΟΣ 2011 Γεωργία Αλεξανδρή1

1. Υπ. Διδάκτορας, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, alexandri@hua.gr.

Η Research Committee 21 on Sociology and Regional Development (RC21 - Ερευνητική Επιτροπή 21 για την Κοινωνιολογία και την Περιφερειακή Ανάπτυξη) και το περιοδικό International Journal of Urban and Regional Research IJURR είναι τμήματα της International Sociological Association (ISA-Διεθνής Κοινωνιολογικός Σύλλογος). Βασική πρόθεση της RC21 είναι η προώθηση του διεθνούς διαλόγου για την κοινωνιολογική θεώρηση της αστικής και περιφερειακής ανάπτυξης. H RC21 και το IJURR ιδρύθηκαν το 1970 από την ίδια ομάδα κριτικά σκεπτόμενων ακαδημαϊκών. Η σχέση που υπάρχει ανάμεσά τους είναι θεσμοθετημένη, καθώς ένα μέλος της του διοικητικού συμβουλίου της RC21 επιλέγεται για τη συντακτική επιτροπή της IJURR και ένα μέλος της IJURR, συνήθως από τη συντακτική επιτροπή, ορίζεται στο διοικητικό συμβούλιο της RC21. Στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας, πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 9 Ιουλίου το ετήσιο διεθνές συνέδριο της RC21 με θέμα: «The Struggle to Belong. Dealing with Diversity in the 21st century urban settings» (Ο αγώνας του «ανήκειν». Αναλογιζόμενοι/ες τη διαφορετικότητα στις αστικές συνθέσεις του 21ου αιώνα).

Οι θεματικές ενότητες (sessions) που είχαν διοργανωθεί ήταν τριάντα, λειτουργούσαν παράλληλα, και καταπιάνονταν με ευρύτερα ζητήματα κοινωνικής γεωγραφίας. Στις θεματικές, που ασχολήθηκαν με τις αναδυόμενες τάσεις του παγκοσμίου αστικού φαινόμενου, αναπτύχθηκαν προσεγγίσεις που αφορούσαν από τη μία τις παγκοσμιουπόλεις (ανάδυση, εισοδηματικές ροές, κοινωνικός διαχωρισμός) και από την άλλη τις παραγκουπόλεις (αστική φτώχεια, καταλήψεις γης, εκκαθαρίσεις slum). Συζητήθηκαν, επίσης, περιπτώσεις μελέτης για τους αόρατους μετανάστες στις πόλεις του Νότου, για τη διαβίωση και το «ανήκειν» στις πόλεις της Λατινικής Αμερικής. Ορισμένες θεματικές έθεσαν ζητήματα κατοικίας, αγορών και gentrification. Δόθηκε έμφαση στους αστικούς μετασχηματισμούς και στις αναδυόμενες κοινωνικές δυναμικές, συζητήθηκαν οι διαδικασίες gentrification στα κέντρα πόλεων και οι κοινωνικές συνέπειές τους, και τέθηκαν ερωτήματα για το τέλος του – όπως γνωρίζουμε μέχρι σήμερα– νεοφιλελευθερισμού. Επιπλέον οι γειτονιές των πόλεων αναλύθηκαν ως τόποι παραγωγής και κατανάλωσης, ενώ οι τοπικές αγορές, μέσα από περιπτώσεις μελέτης σε πόλεις του

113


008:Layout 1

114

4/9/12

11:07 AM

Page 114

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 113-116

Βορρά και του Νότου, αναλύθηκαν και ως τόποι κοσμοπολιτισμού. Μια άλλη κατηγορία θεματικών καταπιάστηκε με ζητήματα αστικής ασφάλειας και διαταραχής. Τέθηκαν ζητήματα ύπαρξης κοινωνικής συνοχής, και αναλύθηκαν περιπτώσεις πειθαρχίας, αστικού εγκλήματος και ιθαγένειας. Στο πλαίσιο αυτό, αναπτύχθηκαν περιπτώσεις μελέτης έγκλειστων κοινοτήτων (gated communities), οι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στους κατοίκους τους και στις σχέσεις γειτνίασής τους (αν υπάρχουν) με λοιπούς πληθυσμούς. Άλλες θεματικές ασχολήθηκαν με τις πόλεις ως τόπους διαμάχης. Πιο συγκεκριμένα, ασχολήθηκαν με τις πολιτικές αστικού ελέγχου, με περιπτώσεις μελέτης πολιτικής κουλτούρας και διαμάχης στις πόλεις, και με την έννοια του δικαιώματος στην πόλη και την κοινωνική δικαιοσύνη. Το ζήτημα της διαφορετικότητας και την έννοια του πολίτη πραγματεύτηκε διαφορετική κατηγορία θεματικών. Αναλύθηκαν οι πόλεις ως τόποι εκμάθησης της ιδιότητας του πολίτη και οι διαφοροποιήσεις που συχνά συνεπάγεται η ιδιότητα αυτή. Ταυτόχρονα, τέθηκαν υπό διαπραγμάτευση ζητήματα κοινωνικής μίξης στις πόλεις, η έννοια του «ανήκειν» και του αποκλεισμού στον δημόσιο και τον ημι-δημόσιο χώρο, και συζητήθηκαν τα νέα όρια σύγκρουσης και συνοχής. Άλλη κατηγορία θεματικών είχε να κάνει με τη διαφορετικότητα στο χώρο. Σε αυτό το πλαίσιο, τοποθετήθηκε η έμφυλη διάσταση και διαφορετικότητα στο χώρο, και συζητήθηκαν θέματα ανακατασκευής του φύλου. Επίσης, αναλύθηκε η σχέση της θρησκείας με τον αστικό

χώρο καθώς και οι γεωγραφίες της νεολαίας. Οι μεθοδολογικές προσεγγίσεις αστικών κοινωνιολογικών θεμάτων αναπτύχθηκαν από διαφορετική κατηγορία θεματικών που έθεσαν στο επίκεντρο το άτομο και τη γειτονιά ως προς τη ��εθοδολογική προσέγγιση, και επιπλέον αναφέρθηκαν σε εθνογραφικές μεθόδους διερεύνησης. Στις περισσότερες θεματικές ενότητες αντιστοιχούσαν και συζητήσεις στρογγυλής τράπεζας (round table). Σε αντίθεση με τη δομή των θεματικών ενοτήτων (παρουσιάσεις άρθρων, προβολές παρουσίασης και συζήτηση στο τέλος), στο στρογγυλό τραπέζι δινόταν έμφαση στη συζήτηση του άρθρου και στην ανάπτυξη του διαλόγου ανάμεσα σε συμμετέχοντες και παρευρισκόμενους. Οι ελληνικές συμμετοχές ήταν αρκετές: από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ντίνα Βαΐου και Άρης Καλαντίδης, Πέννυ Κουτρολύκου και Δήμητρα Σιατίτσα), από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας (Πηνελόπη Βεργού, Μυρτώ ΔαγκούληΚυριακόγλου), από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Πάνος Χατζηπροκοπίου), από το Παντειο Πανεπιστήμιο (Εύα Κέκκου), από το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο (Γεωργία Αλεξανδρή) και από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (Γιώργος Κανδύλης και Νίκος Σουλιώτης). Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα ήταν τα θέματα που συζητήθηκαν στις διαλέξεις της ολομέλειας (plenary). Και τις τρεις ημέρες του συνεδρίου οι διαλέξεις της ολομέλειας καταπιάνονταν με διαφορετικά ερωτήματα που προκύπτουν από τη μέχρι τώρα διερεύνηση του αστικού χώρου και των κοινωνικών δυναμικών του. Την πρώτη μέρα η θεματική της διάλεξης της ολομέλειας αφορούσε

τη δικαιοσύνη και το αίσθημα του «ανήκειν» στην πόλη του Άμστερνταμ. Η εισαγωγή και παρουσίαση του θέματος έγινε από τον Justus Uitermark (University of Rotterdam), ενώ ακολούθησε συζήτηση με τους Susan Fainstein (Harvard University), Jan Rath (University of Amsterdam), Roger Keil (συν-εκδότη του ακαδημαϊκού περιοδικού ΙJURR). Ο Justus Uitermark ξεκίνησε τη διάλεξη ισχυριζόμενος ότι η πόλη του Άμστερνταμ είναι μια όμορφη και δίκαιη πόλη: υπάρχει αρκετό πράσινο, ωραία κτίρια, χαμηλή κυκλοφορία οχημάτων και πολλοί ποδηλάτες. Ακόμα και οι έμποροι ναρκωτικών έχουν πολύ καλή συμπεριφορά, καθώς πληρώνουν φόρους και επιτρέπουν στις αστυνομικές αρχές τον έλεγχο των αποθηκών τους. Αναλύοντας στη συνέχεια τις πολεοδομικές και κοινωνικές πολιτικές, από τη δεκαετία του 1960 έως και σήμερα, υποστήριξε ότι αυτή η όμορφη εικόνα της πόλης υποκρύπτει τις πιο νεοφιλελεύθερες αστικές πολιτικές. Από τη δεκαετία του 1970, τα προγράμματα αστικής ανάπλασης στο κέντρο της πόλης συντέλεσαν στον εκτοπισμό των φτωχότερων κοινωνικών ομάδων και στην αντικατάστασή τους από ανώτερα εισοδήματα (gentrification). Στην αρχή, οι επενδυτές συνάντησαν αρκετή αντίδραση από τους κατοίκους οι οποίοι προχωρούσαν σε καταλήψεις κτηρίων. Σήμερα, όμως, οι επενδυτές συνεχίζουν τα έργα τους στην πόλη του Άμστερνταμ σχετικά ανενόχλητοι, καθώς τα κοινωνικά κινήματα έχουν υποχωρήσει, ενώ, την προηγούμενη του συνεδρίου εβδομάδα, η τελευταία κατάληψη δημόσιου κτιρίου εκκενώθηκε.


008:Layout 1

4/9/12

11:07 AM

Page 115

ΓΕΩΡΓΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ

Ο ίδιος θεωρεί ότι οι πολιτικοί της πόλης έχουν αποδείξει ότι αυτό που τους ενδιαφέρει είναι κυρίως η τάξη και η αποδοτικότητα και όχι η ελευθερία και η δικαιοσύνη. Στις γειτονιές με υψηλά ποσοστά μειονοτήτων οι βαθμοί ζωτικότητας (livability score) των επενδύσεων μειώνονται, και έτσι η επιλογή της εκκαθάρισης και ο εκτοπισμός προβάλλονται από τους πολιτικούς ως ευνοϊκές διαδικασίες ανανέωσης. Συνεπώς, καταλήγει ότι η νεοφιλελευθεροποίηση δεν υπάρχει μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και στις τοπικές πολιτικές επιλογές. Τονίζει ότι ο ρόλος του κοινωνικού επιστήμονα είναι η ενδελεχής επεξεργασία των ερωτημάτων. Δεν πρέπει να μας απασχολεί μόνο αν οι πολιτικές πετυχαίνουν, αλλά και το γιατί πετυχαίνουν, και πρέπει να είμαστε σε θέση να καταλάβουμε την αναγκαιότητα των συγκριτικών μελετών. Επίσης, αναφέρει, ότι ο κριτικός επιστήμονας δεν πρέπει να ασκεί μόνο κριτική αλλά πρέπει επίσης και να εμπνέει. Στο τέλος έθεσε δύο ερωτήσεις στην υπόλοιπη ολομέλεια: • Αν υπάρχει δικαιοσύνη στον αστικό σχεδιασμό στο Άμστερνταμ σήμερα και γενικά στον αστικό σχεδιασμό. • Αν υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην επιστήμη και στην κριτική επιστήμη και τι είδους επιστήμη θέλει να προωθήσει η RC21 και το Ιnternational Journal of Urban and Regional Research. Απαντώντας στις ερωτήσεις του Uitermark, η Susan Fainstein τόνισε ότι ο ρόλος του κοινωνικού επιστήμονα είναι να βρει τους μηχανισμούς που παράγουν την κοινωνική αδικία. Καθώς η κριτική σκέψη έχει απομακρυνθεί από τη μαρξιστική προσέγγιση, την πολιτική θεώρηση και την ταξική ανάλυση, προτείνει

την επανεξέτασή τους από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Τονίζει ότι οι αντιλήψεις των ανθρώπων για το περιεχόμενο της δικαιοσύνης είναι διαφορετικές. Αναδύεται λοιπόν το ερώτημα «τι είναι δικαιοσύνη;». Κατά την άποψή της, η δικαιοσύνη αναφέρεται στη γενικότερη οικονομική δικαιοσύνη, και ο ρόλος του αστικού σχεδιασμού είναι να κάνει την πόλη πιο δίκαιη. Ο Roger Keil αναρωτήθηκε πώς μπορούμε να ορίσουμε τη δικαιοσύνη χωρίς να ερωτηθούμε για τη διαφορετικότητα σε πολλαπλά επίπεδα. Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι όπου δεν υπάρχει αδικία υπάρχει δικαιοσύνη. Η έννοια της αδικίας επιβάλλει την αναφορά στις πολιτικές αναδιανομής. Οι πόλεις έχουν αποτελέσει και αποτελούν τον τόπο παραγωγής της αδικίας. Έτσι, θεωρεί ότι όταν αναλογιζόμαστε το ρόλο της δικαιοσύνης στον αστικό σχεδιασμό, πρέπει να θέσουμε ζητήματα κέντρου-περιφέρειας, μετανάστευσης και κλιματικής αλλαγής και κυρίως τον πυρήνα του δικαιώματος στην πόλη. Ο Jan Rath υποστήριξε ότι αδυνατεί να ορίσει τη δικαιοσύνη στον αστικό σχεδιασμό, καθώς το ερώτημα για το ποιο είναι το «είδος» δικαιοσύνης που αναζητούμε δεν έχει ακόμα απαντηθεί. Οι παράγοντες που διαμορφώνουν την πόλη ποικίλλουν. Επίσης, στο επίπεδο της αστικής διακυβέρνησης, οι διάφορες ομάδες διεκδικούν διαφορετικούς στόχους, συνεπώς διακυβεύεται μια έννοια της δικαιοσύνης κοινώς αποδεκτή από όλους. Τη δεύτερη μέρα, η συζήτηση της ολομέλειας αφορούσε τις καινοτόμες μεθόδους στη διερεύνηση αστικών διαδικασιών. Ο διάλογος, που διοργανώθηκε από την IJURR, αναπτύχθηκε ανάμεσα στους Mike

Savage (University of York) και τον AbdouMaliq Simone (University of London). Ο Mike Savage αναφέρθηκε στην έρευνα που έκανε στη Μεγάλη Βρετανία χρησιμοποιώντας την ανάλυση του Pierre Bourdieu. Τόνισε ότι το πολιτισμικό κεφάλαιο αποτελεί ευρωκεντρικό όρο, και γι’ αυτό πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στον τρόπο που το χρησιμοποιούμε. Ουσιαστικά, πρέπει να προσέξουμε το πώς το πολιτισμικό κεφάλαιο μεταμορφώνεται, και να διευρύνουμε την έρευνα σε άλλες έννοιες όπως αυτή του πολιτισμικού πλεονεκτήματος (cultural advantage) και της τάσης της πολιτισμικής διάκρισης (cultural distinction) που χαρακτηρίζει ανθρώπους με μεγάλη κινητικότητα και ρευστότητα στην καθημερινότητά τους. Ο AbdouMaliq Simone τόνισε ότι μέχρι τώρα η διερεύνηση του αστικού είχε να κάνει με την παραγωγή και εξέλιξη θεωριών που ερευνούσαν τις αστικές αλλαγές. Έτσι, θεωρήσεις όπως οι άτυπες μορφές παραγωγής, το gentrification, η αστική ανάπλαση κυριάρχησαν στον διεθνή διάλογο, χωρίς όμως η γνώση που παραγόταν για αυτές τις διαδικασίες να είναι επαρκής. Θεωρεί ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο με τον οποίο τα υλικά και τα σώματα διασταυρώνονται, στην προσπάθεια και στην έντασή τους, και στον τρόπο με τον οποίο οι διαφορετικοί δρώντες (actors) κυκλοφορούν, υπολογίζουν και ζουν. Ο ίδιος αναφέρθηκε στην δουλειά του πάνω στη μετάφραση (translation). Θεωρεί ότι η μετάφραση έχει να κάνει με το τι κάνουν οι άνθρωποι, όχι το πώς θα έπρεπε να είναι ή είναι, και με τη δημιουργική μεταμόρφωση των καθημερικών συμβάσεων σε τρόπους αντί-

115


008:Layout 1

116

4/9/12

11:07 AM

Page 116

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 113-116

στασης των ανθρώπων. Τόνισε ότι είναι καλύτερη η κατανόηση της πόλης ως πεδίου δυνάμεων καθορισμένων και εφήμερων, αλλά ταυτόχρονα και παραπλανητικών δυναμικών που παράγουν αβεβαιότητα ως προς τον τρόπο διαμόρφωσης και εκδήλωσης της αστικής ζωής. Την Τρίτη μέρα του συνεδρίου, η συζήτηση της ολομέλειας ασχολήθηκε με την πολιτική του «ανήκειν». Ο διάλογος αναπτύχθηκε ανάμεσα στους Jan Willem Duyvendak (University of Amsterdam), James Holston (University of Berkeley, California) και Patrick le Gales (Sciences-Po, Paris). Ο Jan Willem Duyvendak άνοιξε τη συζήτηση αναφερόμενος στις κοινότητες και στα κοινωνικά κινήματα που σηματοδοτούν τον αγώνα του «ανήκειν». Αναφερόμενος σε δύο κοινωνικά κινήματα (των ψυχικά αναπήρων στο Άμστερνταμ και των ομοφιλόφυλλων στο Σαν Φρανσίσκο), τόνισε ότι κοινό τους χαρακτηριστικό ήταν η ανάγκη του «ανήκειν»· κατοικία στην περίπτωση των αναπήρων και τόπος στην περίπτωση των ομοφιλόφυλλων. Υποστήριξε ότι, σε κάθε περίπτωση μελέτης, πρέπει να αναζητήσουμε τις διαδράσεις του «ανήκειν». Άλλωστε, όπως κατέληξε, δεν αισθανόμαστε παντού σαν το σπίτι μας, όπως, επίσης, δεν αισθανόμαστε και με τον οποιονδήποτε σαν στο σπίτι μας. Ο James Holston έδωσε περισσότερη έμφαση στην πολιτική διάσταση του «ανήκειν» και συζήτησε δύο βασικές έννοιες που υπάρχουν στην έννοια της δίκαιης πόλης: την ισότητα και τη δικαιοσύνη. Τα διάφορα πολιτειακά συστήματα χρησιμοποιούν και τις δύο έννοιες για να εφαρμόσουν ίδιες ή διαφορετικές πολιτικές. Το βασικό ερώτημα είναι

η ιστορική και εθνογραφική παρατήρηση του τρόπου με τον οποίο δίνεται η προτεραιότητα στην ισότητα, αντισταθμίζονται προηγούμενες διαφορές, και τίθενται προβλήματα δικαιοσύνης και πολιτικής. Τονίζει ότι σε έναν κοινωνικό κόσμο, η ισότητα δεν σημαίνει και ομοιότητα. Το αίσθημα του αξιοπρεπούς «ανήκειν» προσδίδεται από τη νομιμοποίηση της διαφορετι��ότητας μέσα από κάποια κανονικοποίηση της δικαιοσύνης. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, αναπαράγονται οι μεγαλύτερες κοινωνικές ανισότητες. Συνεπώς, καταλήγει ότι σε ένα κόσμο με διαφορετικές παραστάσεις του «ανήκειν» είναι πιο ριζοσπαστική η υποστήριξη και το πρόταγμα της ισότητας στην πραγμάτωση της δικαιοσύνης. Ο Patrick le Gales αναφέρθηκε σε ορισμένα κοινωνικά κινήματα που απαγορεύουν το δικαίωμα του «ανήκειν» σε άλλες κοινωνικές ομάδες. Η πολιτική του «ανήκειν» σε αυτή την περίπτωση εκφράζεται ως: «επίλεξε τον εχθρό σου και υπερασπίσου τον εαυτό σου». Τα διάφορα κοινωνικά κινήματα θέτουν το ζήτημα της πολιτικής του «ανήκειν» που δεν έχει μόνο να κάνει με τον τρόπο οργάνωσής τους αλλά και με την αποτελεσματικότητά τους. Αναφορικά με τις στις δημόσιες πολιτικές, θεωρεί ότι πρέπει να αναρωτιόμαστε πάντα ποιον ωφελούν. Καταλήγει ότι πρέπει συνεχώς να διερωτόμαστε πώς οι διάφοροι δρώντες αντιλαμβάνονται τις δημόσιες πολιτικές, την πολιτική του «ανήκειν» και να είμαστε πολύ συγκεκριμένοι στα συμπεράσματά μας ως προς την αστική διακυβέρνηση. Το συνέδριο έκλεισε ο Jan Nijman (University of Amsterdam) υποστηρίζοντας ότι, εφόσον ζούμε σε έναν παγκοσμιοποιημένο και συνεχώς αστικοποιούμενο κόσμο, το

αίσθημα του «ανήκειν» αποκτά ιδιάζουσα σημασία, ιδιαίτερα στην πολιτισμική του διάσταση. Θεωρεί ότι υπάρχουν τρία σημαντικά ζητήματα ως προς αυτό: • Η έννοια της διαφορετικότητας • Η έννοια της δικαιοσύνης και του πολίτη • Η έννοια της μεσαίας τάξης Κατά την άποψή του, τα αστικά ζητήματα πρέπει συνεχώς να επανεξετάζονται, καθώς, όπως τόνισε, οι κοινωνικοί επιστήμονες έχουν προβλήματα γενίκευσης και ειδίκευσης· της γενίκευσης από το ειδικό και της ειδίκευσης από το γενικό. Επίσης, καταπιανόνται με ζητήματα τα οποία γνωρίζουν μόνο μερικά. Συνεπώς, καταλήγει ότι για να μην είμαστε σαν τον τυφλό με τον ελέφαντα («the blind man and the elephant»), χρειάζεται νέα ώθηση στις κοινωνικές αστικές επιστήμες. Στο συνέδριο ήταν σημαντική η συμμετοχή νεων ερευνητών και ερευνητριών με κριτική σκέψη. Οι έρευνές τους θίγουν ζητήματα που προκυπτουν από ασκούμενες πολιτικές σε παγκόσμιο και τοπικό επίπεδο, ασκούν κριτική στην τάση νεοφιλελευθροποίησης του χώρου και προτάσσουν, μέσα από την έννοια του «ανήκειν», την ανάγκη επικαιροποίησης της ιδέας της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης. Ταυτόχρονα, ο διάλογος που αναπτύχθηκε με την υπόλοιπη ακαδημαϊκή κοινότητα που συμμετείχε στο συνέδριο έδωσε έμφαση στην έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης στην πόλη και υπογράμμισε την ανάγκη ευρύτερης συνεργασίας ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς κύκλους για τη βαθύτερη κατανόηση των αναδυόμενων κοινωνικών δυναμικών.


009:Layout 1

4/9/12

11:07 AM

Page 117

ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΣΑΜΑΡΙΝΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΠΑΝΟΥ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΧΑΤΖΗΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

6Ο ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ (6TH INTERNATIONAL CONFERENCE OF CRITICAL GEOGRAPHY – ICCG), ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗ 16-20 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2011 Πασχάλης Σαμαρίνης,1 Δήμητρα Σπανού,2 Ευαγγελία Χατζηκωνσταντίνου3

1. Υπ. Διδάκτορας, Αρχιτεκτονικής Σχολής ΕΜΠ, pascalpoly@hotmail.com. 2. Αρχιτέκτων, dimitraspanou@hotmail.com. 3. Υπ. Διδάκτορας Αρχιτεκτονικής Σχολής ΕΜΠ, vgl1@hotmail.com.

Τον περασμένο Αύγουστο πραγματοποιήθηκε στη Φρανκφούρτη το 6ο Διεθνές Συνέδριο Κριτικής Γεωγραφίας (6th International Conference of Critical Geography, ICCG), με τη συμμετοχή ακαδημαϊκών, ερευνητών και ακτιβιστών από τριανταπέντε χώρες. Βασική θεματική του φετινού συνεδρίου και κεντρικό ερώτημα στις πολλές και ενδιαφέρουσες παρουσιάσεις, συζητήσεις και εργαστήρια που πραγματοποιήθηκαν ήταν η κρίση, συγκεκριμένα: Κρίσεις – Αιτίες, Διαστάσεις και Αντιδράσεις (Crises – Causes, Dimensions and Reactions).4 Κάποιοι από εμάς είχαμε την ευκαιρία να συμμετέχουμε στη συνάντηση της Φρανκφούρτης και θα επιχειρήσουμε, όσο είναι δυνατόν, να μεταφέρουμε το κλίμα και τους προβληματισμούς που αναπτύχθηκαν εκεί.5 Αξίζει να πούμε λίγα λόγια για την εξέλιξη του θεσμού βάσει του καταγεγραμμένου υλικού των προηγούμενων συναντήσεων. Το εναρκτήριο ICCG έγινε στο Βανκούβερ το 1997. O Neil Smith και η Caroline Desbiens, από τους συμμετέχοντες στο εγχείρημα, το περιγράφουν ως μια «πολυσυλλεκτική και πολύγλωσση συνάντηση», με ένα ισχυρό όμως ενοποιητικό στοιχείο: «την αισιοδοξία οτι είχε έρθει η ώρα να χτιστεί πάνω στις διαφορετικές εθνικές

παραδόσεις μια διεθνής συλλογικότητα γεωγράφων, δεσμευμένων να τοποθετούνται από την πλευρά της κριτικής γεωγραφίας στα παγκόσμια και τοπικά γεγονότα που αλλάζουν τους κόσμους μας».6 Ήταν η περίοδος που συζητούνταν ακόμα με ένταση οι συνέπειες των ιστορικών αλλαγών με την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Αλλά και η χρονιά μιας άλλης μεγάλης κρίσης, η οποία, ξεκινώντας από τις ασιατικές οικονομίες, συγκλόνισε την παγκόσμια χρηματαγορά κάνοντας εμφανείς τις αντιφάσεις της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Η κοινή φιλοδοξία που καταγράφηκε εκεί ήταν μια Διεθνής Κριτική Γεωγραφία που «θα εκφράσει μια εναλλακτική κοινωνική διαλεκτική του παγκόσμιου και του τοπικού, επισημαίνοντας τη σημασία της κλίμακας στις προσπάθειες για διασύνδεση και πολιτική οργάνωση». Η οποία θα καλύπτει την ανάγκη για υπέρβαση των διαφορετικών πλαισίων, χωρίς να μειώνει το γεγονός οτι «η γεωγραφική διαφορετικότητα εκφράζεται σε όλα τα επίπεδα, από το διαπροσωπικό μέχρι το θεσμικό, από το εθνικό μέχρι το διεθνές και όλα τα ενδιάμεσα».7 Το Vancouver ακολούθησαν η Taegu το 2000, η Bekescsaba το 2002, το Mexico City το 2005 και το

117


009:Layout 1

118

4/9/12

11:07 AM

Page 118

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 117-120

Mumbai το 2007,8 εμπλουτίζοντας τη συζήτηση με προβληματισμούς, οπτικές και μελέτες παραδειγμάτων. Επιχειρώντας μια κωδικοποίηση των θεματικών θα λέγαμε ότι οι συζητήσεις στα ICCG έχουν κινηθεί γύρω από: - Τις δυναμικές και τις νέες γεωγραφίες του φαινομένου της «παγκοσμιοποίησης». - Τις χωρικές εκφράσεις και συνέπειες των πρόσφατων κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος. - Τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές για τις πόλεις, σε συνάρτηση με την αύξηση των ανισοτήτων, την περιθωριοποίηση κοινωνικών ομάδων και τους περιορισμούς στον δημόσιο χώρο. - Τις πρακτικές της «από τα κάτω» οργάνωσης, αντίστασης και πολιτικής δράσης. - Τα ζητήματα των συνόρων, του εκτοπισμού και της μετανάστευσης. - Τις γεωγραφίες της καθημερινότητας αλλά και της διαφοράς: φεμινιστικές, μετα-αποικιακές, εναλλακτικές κοσμοπολιτικές προσεγγίσεις. - Τα ζητήματα περιβαλλοντικής δικαιοσύνης και πρόσβασης σε βασικούς πόρους, καθώς και τους μετασχηματισμούς στις σχέσεις του αστικού με τον αγροτικό χώρο. - Σημαντικό αντικείμενο συζήτησης έχει αποτελέσει, τέλος, ο προσδιορισμός των χαρακτηριστικών και του ρόλου της κριτικής γεωγραφικής σκέψης γενικότερα, του «διεθνούς δικτύου κριτικών γεωγράφων» ειδικότερα.9 Το φετινό συνέδριο της Φρανκφούρτης ήταν από τη μία πλευρά η συνέχιση αυτής της πλούσιας συζήτησης. Επιπλέον, έγινε σε μια ιδιαίτερη συγκυρία, εν μέσω της όξυνσης της διεθνούς, οικονομικής και

πολιτικής κρίσης και στο απόηχο της «αραβικής άνοιξης» και των κινημάτων που γέμισαν τις πλατείες στις πόλεις της Ισπανίας και της Ελλάδας. Τέλος, έγινε σε μια πόλη και σε έναν χώρο συμβολικά φορτισμένο και με μεγάλη παράδοση στην ιστορία της κριτικής σκέψης. Οι διαδικασίες του συνεδρίου φιλοξενήθηκαν στο ιστορικό Campus Bockenheim του Πανεπιστημίου Goethe, λίγα λεπτά από το οικονομικό κέντρο της πόλης και τον ουρανοξύστη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Οι συνθήκες αυτές έδωσαν τα ερεθίσματα για ένα πολύ ενδιαφέρον πενθήμερο. Αυτό που μας έγινε άμεσα αισθητό από τις πρώτες στιγμές στο ICCG, είναι οτι στηρίζεται από ένα δυναμικό δίκτυο ανθρώπων που επεκτείνεται συνεχώς. Στη φετινή διοργάνωση οι συμμετοχές ξεπέρασαν τις τετρακόσιες, περισσότερες από κάθε άλλη φορά. Το ICCG είναι μια συνάντηση με ιδιαίτερο χαρακτήρα: λιγότερο επιστημονικό «συνέδριο» και περισσότερο ένα «εργαστήριο» παρουσίασης δουλειάς, διαλόγου και δικτύωσης. Ο δυναμισμός του εκφράζεται με την έντονη παρουσία νέων ερευνητών και ερευνητριών, την πολυφωνία και τις ανοικτές οργανωτικές δομές που ενθαρρύνουν τη συμμετοχή. Η εναρκτήρια συζήτηση είχε ως θέμα το ίδιο το Campus του Bockenheim και ειδικότερα το χώρο που μας φιλοξενούσε, το Σπίτι των Φοιτητών10. Μια μικτή επιτροπή φοιτητών και κατοίκων της γειτονιάς παρουσίασε τη σημασία των πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων, οι οποίες για δεκαετίες αποτέλεσαν κέντρο ελεύθερης πολιτικής και πολιτιστικής δράσης, καθώς και τα πρόσφατα σχέδια για απομάκρυνση

του campus και ανάπτυξη ενός νέου «ελκυστικού» πυρήνα με χρήσεις κατοικίας και εμπορίου. Συζητήθηκε και αποφασίστηκε η ψήφιση κειμένου υποστήριξης της επιτροπής υπεράσπισης του χώρου. Στο κείμενο τέθηκαν τα ζητήματα που προκύπτουν από αντίστοιχα πολεοδομικά προγράμματα με κυρίαρχη κερδοσκοπική λογική. Υποστηρίχθηκαν τα τοπικά αιτήματα για τη διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα της περιοχής με την ελεύθερη πρόσβαση όλων, την προώθηση προγραμμάτων κοινωνικής κατοικίας και τη δημιουργία κοινωνικής υποδομής για την γειτονιά. Τις επόμενες μέρες, κατά τη διάρκεια οργανωμένης περιήγησης στην πόλη με θέμα «Reordering the city. Frankfurt’s glocal meeting points with neoliberalisation», είχαμε την ευκαιρία να αποκτήσουμε μια ευρύτερη εικόνα για την έκταση αντίστοιχων προγραμμάτων ανάπλασης και τη σχέση τους με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές διαχείρισης στις γερμανικές πόλεις τα τελευταία χρόνια.11 Η «νεοφιλελευθεροποίηση», ως επιθετική αποδιάρθρωση των δημόσιων πολιτικών, και οι συνέπειές της σε όλο το φάσμα της κοινωνικής δραστηριότητας, διέτρεχε και πολλές από τις συζητήσεις που παρακολουθήσαμε.12 Τα παραδείγματα που παρουσιάστηκαν, από πόλεις του ευρωπαϊκού Νότου και Βορρά, της Λατινικής Αμερικής, της Άπω Ανατολής, των πρώην κομμουνιστικών χωρών, ανέδειξαν τους τρόπους με τους οποίους προωθήθηκε η «νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση» σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους, τις συνέπειές της στα φαινόμενα όξυνσης των χωρικοκοινωνικών ανισοτήτων, εκτοπι-


009:Layout 1

4/9/12

11:07 AM

Page 119

ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΣΑΜΑΡΙΝΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΠΑΝΟΥ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΧΑΤΖΗΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

σμού και ιδιωτικοποίησης της δημόσιας σφαίρας. Μεταξύ αυτών, ιδιαίτερο ενδιαφέρον και μεγάλη συμμετοχή είχαν οι συζητήσεις για τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση και έρευνα. Στις ενότητες Feminist Geography, Neoliberalism and the Academy και Critical Geography in Neoliberal Times I & II: Teaching, Research and Restructuring έγινε ανταλλαγή εμπειριών και σκέψεων για τις αλλαγές στη λειτουργία των ιδρυμάτων και στο περιεχόμενο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, αλλά και για τις συνθήκες εργασιακής επισφάλειας, ειδικά των νεότερων μελών της κοινότητας. Σημαντικό μέρος και της φετινής συζήτησης αποτέλεσαν οι πρακτικές και τα χαρακτηριστικά των πολύμορφων κινημάτων αντίστασης και διεκδίκησης. Παρουσιάστηκαν παραδείγματα λαϊκών αγώνων για την πρόσβαση στην κατοικία, πρωτοβουλιών αντίστασης σε προγράμματα επιθετικής ανάπλασης γειτονιών, αγώνων για τα δικαιώματα των μεταναστών και το σεβασμό στη διαφορετικότητα, μέχρι και

απόπειρες εφαρμογής εναλλακτικών μοντέλων κοινωνικής οικονομίας. Από την άλλη, σχολιάστηκε η απουσία αναφορών σε εργατικούς αγώνες και διεκδικήσεις, όπως και γενικότερα αναλύσεων μέσα από την οπτική της εργασίας. Από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές στην ενότητα των πολιτικών δράσεων ήταν η διοργάνωση ανοικτής συζήτησης με θέμα Spanish Revolution – Mediterranean Revolutions? Emancipatory Struggles and Enactments of Resistance. Αρχικά έγιναν παρουσιάσεις από ερευνητές και συμμετέχοντες στα «κινήματα των πλατειών» από την Ισπανία, την Αίγυπτο, το Ισραήλ και την Ελλάδα, που μετέφεραν την πολύτιμη εμπειρία τους από το εσωτερικό των κινημάτων. Στις παρουσιάσεις και στη συζήτηση που ακολούθησε αναδείχτηκαν οι συγγένειες των κινημάτων σε πολλά επίπεδα, όπως στην κοινωνική τους σύνθεση και τον πρωταγωνιστικό ρόλο των, με υψηλή μόρφωση αλλά χωρίς ορατή προοπτική, κομματιών της νεολαίας. Οι οργανωτικές μορφές, οι στρατηγικές παρουσίας στον δημόσιο χώρο της πόλης και διάδο-

σης μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, οι σχέσεις με τους οργανωμένους πολιτικούς φορείς, ήταν θέματα που επίσης επανέρχονταν σε όλες τις περιπτώσεις. Η συζήτηση έκλεισε με την αποτίμηση των προοπτικών ριζοσπαστικοποίησης, επέκτασης και δικτύωσης αυτών των κινημάτων εν μέσω κρίσης. Η έννοια που κυριάρχησε στο λεξιλόγιο του συνεδρίου ήταν, βέβαια, η «κρίση». Ήταν στον κεντρικό τίτλο του συνεδρίου, ήταν το θέμα της εναρκτήριας ομιλίας «State, Capital, Crisis» από την Heide Gerstenberger, αλλά και στους τίτλους όλων σχεδόν των θεματικών ενοτήτων: Χρηματοπιστωτική-οικονομική και δημοσιονομική κρίση. Αστική κρίση. Οικολογική κρίση. Υποκειμενικότητες – σε κρίση; Κινητικότητες σε κρίση. Πανεπιστήμια / Γεωγραφία σε κρίση...13 Η κατεύθυνση που δόθηκε από την οργανωτική ομάδα του συνεδρίου συνέχισε την παράδοση συζήτησης των προηγούμενων συνεδρίων, με αντίστοιχες θεματικές ενότητες, ενθάρρυνε όμως ταυτόχρονα την επανατοποθέτηση, ατομική και συλλογική σε σχέση με ένα κεντρικό πο-

119


009:Layout 1

120

4/9/12

11:07 AM

Page 120

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 117-120

λιτικό και θεωρητικό ζήτημα της συγκυρίας. Η ανταπόκριση των συμμετεχόντων ήταν, μάλλον αναμενόμενα, πολλαπλά διαφοροποιημένη. Γύρω από την έννοια της κρίσης, αλλά κυρίως γύρω από τις διαφορετικές εμπειρικές ή βιωματικές προσλήψεις της, συγκροτήθηκαν πεδία συγκλίσεων, αλλά αποτυπώθηκαν και δυσκολίες επικοινωνίας, ή «μετάφρασης»: μεταξύ των διαφορετικών αντικειμένων έρευνας, καθώς και στη βάση της διαφορετικής γεωγραφικής ή/και κοινωνικής προέλευσης των συμμετεχόντων. Το θέμα της «γλώσσας», άλλωστε, ως πρόβλημα επικοινωνίας και ως παράμετρος επιβολής μιας κυρίαρχης αγγλοσαξονικής ή κεντροευρωπαϊκής οπτικής έχει απασχολήσει όλα τα προηγούμενα συνέδρια και αποτέλεσε ιδιαίτερη θεματική ενότητα και φέτος με τίτλο Babel-crisis. Critique through translation?. Με χαρά διαπιστώσαμε ότι το πρόβλημα μπορούσε να αντιμετωπιστεί σε ένα βαθμό στο αυτοδιαχειριζόμενο καφέ του campus, κέντρο των πολύωρων συζητήσεων που ακολουθούσαν το επίσημο πρόγραμμα. Αυτές οι ανοι-

κτές, αυτοσχέδιες συζητήσεις ήταν ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό κομμάτι της συνάντησης, η οποία ολοκληρώθηκε με την οργανωτική συζήτηση για τη συγκρότηση του δικτύου και το επόμενο ICCG. Αν κάτι τελευταίο μας μένει και θέλουμε οπωσδήποτε να αναφερθεί, είναι η αλληλεγγύη και υποστήριξη μεταξύ των συμμετεχόντων που εκφράστηκε με συγκεκριμένες κινήσεις, όπως ένας μηχανισμός αναδιανομής των οικονομικών ενισχύσεων από τους επίσημους δικαιούχους προς αυτούς που τις είχαν περισσότερο ανάγκη. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 4. Η ιστοσελίδα του συνεδρίου: http://iccg2011.twoday.net/. 5. Ως μέλη της ομάδας encounterAthens παρουσιάσαμε τη συλλογική μας δουλειά «The centre of Athens in “Crisis”: in search of critical approaches and alternative practices». 6. Caroline Desbiens και Neil Smith (1999), «The International Critical Geography Group: Forbidden Optimism?», Environment and Planning D: Society and Space 18: 379-382. Το κείμενο υπάρχει αναρτημένο στο http://econgeog.misc.hitu.ac.jp/icgg/. 7. Στο ίδιο: 379-382.

8. Μια συγκεντρωτική αναφορά και περιγραφή των παλαιότερων συνεδρίων στο http://econgeog.misc.hit-u.ac.jp/icgg/ 9. Βλέπε σχετικά το Κείμενο Θέσεων (Statement of Purpose) του International Critical Geography Group στον ιστότοπο http://internationalcriticalgeography.org/ 10. Το κτίριο του Studierendenhaus εγκαινιάστηκε το 1953 από τον Marx Horkheimer, τότε πρύτανη του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης, ως χώρος «ελευθερίας, αυτόνομης σκέψης και δημιουργίας». Βλ. http://www.studierendenhausfuer-alle.de/index.html. 11. Από τους Γερμανούς συμμετέχοντες οργανώθηκαν δεκατέσσερις θεματικές περιηγήσεις στη Φρανκφούρτη, οι οποίες κάλυπταν από τους ιστορικούς μετασχηματισμούς της πόλης μέχρι τη σύνθετη σημερινή πραγματικότητα, καθώς και μια εκδρομή στο Βερολίνο στο τέλος του συνεδρίου. Βλ. http://iccg2011.twoday.net/. 12. Οι συζητήσεις που παρακολουθήσαμε αποτελούσαν εκ των πραγμάτων ένα μικρό τμήμα του προγράμματος του συνεδρίου, το οποίο περιελάμβανε περισσότερες από τριακόσιες παρουσιάσεις, ανοικτές συζητήσεις και εργαστήρια. 13. Βλ. τους τίτλους των 10 θεματικών ενοτήτων και σύντομη περιγραφή του περιεχομένου τους στην ιστοσελίδα του συνεδρίου.


010:Layout 1

4/9/12

11:08 AM

Page 121

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΙΔΗΣ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΙΒΩΝ

Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΧΩΡΑ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΣΕ ΧΩΡΑ ΥΠΟΔΟΧΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ: ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΚΑΙ ΧΩΡΟΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΙ ΣΕ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ1

Δημήτρης Μπαλαμπανίδης2

1. Διπλωματική μεταπτυχιακή εργασία, Τομέας Πολεοδομίας και Χωροταξίας, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΕΜΠ, 2011, Επιβλέπουσα: Ντίνα Βαΐου. 2. Υποψήφιος διδάκτορας, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, d.balabanidis@yahoo.com.

Εισαγωγή

Ερευνητικά ερωτήματα

Οι μετακινήσεις των πληθυσμών από μία περιοχή του κόσμου προς μία άλλη είναι ένα φαινόμενο τόσο παλαιό όσο και η ιστορία της ανθρωπότητας. Βέβαια, στο πέρασμα των χρόνων, οι κατευθύνσεις των μετακινήσεων αλλάζουν διαρκώς, καθώς επίσης αλλάζουν οι αιτίες που τις προκαλούν και, κυρίως, οι έννοιες και τα νοήματα που τις περιγράφουν. Στην Ευρώπη, για παράδειγμα, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τα βασικά μεταναστευτικά ρεύματα κατευθύνονται από τις χώρες του Νότου προς τις ταχέως αναπτυσσόμενες οικονομίες του Βορρά, στο πλαίσιο της ανοικοδόμησης και της εκβιομηχάνισής τους. Όμως, μπαίνοντας στη δεκαετία του 1980, το πρότυπο αυτό αλλάζει, αυτή τη φορά λόγω της περίφημης αποβιομηχάνισης και άλλων μεγάλων παγκόσμιων αναδιαρθρωτικών αλλαγών. Έτσι, οι νότιες ευρωπαϊκές χώρες, που μέχρι πρόσφατα τροφοδοτούσαν τον πλούσιο Βορρά με εργατικό δυναμικό, μετατρέπονται γρήγορα στις βασικότερες χώρες υποδοχής μεταναστών, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα.

Όπως δηλώνει ο τίτλος της εργασίας, επιχειρώ να παρακολουθήσω το μετασχηματισμό της Ελλάδας από χώρα αποστολής σε χώρα υποδοχής μεταναστών, εστιάζοντας σε δύο χαρακτηριστικές ιστορικές στιγμές της εξέλιξης αυτής. Αρχικά, στην περίοδο της μαζικής μετανάστευσης Ελλήνων «γκασταρμπάιτερ» στις βιομηχανικές πόλεις της Γερμανίας μετά το 1960 και, έπειτα, στην περίοδο της ραγδαίας αύξησης της εισροής μεταναστών προς την Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μέχρι σήμερα. Για τις δύο αυτές ιστορικές περιόδους διερευνώ τις συνθήκες στέγασης των μεταναστών και ό,τι αυτές συνεπάγονται για την κοινωνική γεωγραφία των πόλεων στις οποίες εγκαθίστανται. Ειδικά για τον δήμο Αθηναίων, εστιάζω ακόμη παραπάνω τη μελέτη μου στην περίπτωση της πρόσβασης των μεταναστών στην ιδιόκτητη κατοικία, διότι αποτελεί κατά τη γνώμη μου ισχυρή ένδειξη αλλά και, αντιστρόφως, προϋπόθεση για την κοινωνική ένταξη των κατοίκων της πόλης, ιδιαίτερα σε μία χώρα όπως η

121


010:Layout 1

122

4/9/12

11:08 AM

Page 122

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 121-126

Ελλάδα, που παρουσιάζει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη.

Τα κίνητρα της έρευνας Βασικό κίνητρο για τη μελέτη των παραπάνω ερωτημάτων αποτέλεσε η εκρηκτική επικαιρότητα των τελευταίων τουλάχιστον δύο χρόνων, έτσι όπως «αναμεταδόθηκε» από τα δημοσιεύματα στον τύπο και τα ρεπορτάζ στα ΜΜΕ, τα οποία κατασκεύασαν μία τρομακτική εικόνα για το κέντρο της Αθήνας, καλλιέργησαν ένα κλίμα φόβου και στοχοποίησαν συγκεκριμένες γειτονιές και τους κατοίκους τους, επιστρατεύοντας μία επιθετική ρητορική περί γκέτο μεταναστών και άβατων παραβατικότητας στα οποία είναι αδύνατον κανείς να πλησιάσει. Παράλληλα, το ερευνητικό μου ενδιαφέρον υποκινήθηκε από το προσωπικό κίνητρο να εμβαθύνω σε ένα ιδιαίτερο κομμάτι της οικογενειακής μου ιστορίας, στην προσωπική εμπειρία της γιαγιάς και του παππού μου, που μετανάστευσαν στη Γερμανία το διάστημα 1963-1967 και εργάστηκαν εκεί ως βιομηχανικοί εργάτες. Μία τέτοιου είδους προσωπική εμπλοκή καθώς επίσης η μελέτη της ιστορίας μέσα από τις προφορικές μαρτυρίες των ανώνυμων πρωταγωνιστών της δεν αποτέλεσαν μεθοδολογικό εμπόδιο, αντιθέτως μάλιστα αντιμετωπίστηκαν ως στοιχεία που δεν μειώνουν καθόλου την «επιστημονικότητα» της έρευνας.

Προσέγγιση του θέματος Φυσικά, η αστική εγκατάσταση των μεταναστών δεν απασχολεί για

πρώτη φορά την έρευνα. Απεναντίας, έχει αποτελέσει κεντρική συνιστώσα στη μελέτη του χωροκοινωνικού διαχωρισμού των πόλεων από τις πρώτες κιόλας σχετικές θεωρητικές προσεγγίσεις, όπως αυτή της Σχολής του Σικάγου. Στη συγκεκριμένη εργασία, οι διάφοροι τόποι εγκατάστασης των μεταναστών στην πόλη δεν νοούνται ως «φυσικές περιοχές» στις οποίες οδηγεί μία ελεύθερη εσωτερική επιθυμία διαφόρων εθνοτικών ομάδων να διαφυλάσσουν τα ιδιαίτερα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά (Wirth 1928), αλλά ποικίλες άλλες αδιόρατες δυνάμεις, όπως οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές επιλογές. Παρότι, λοιπόν, η έμφαση δίνεται στη στεγαστική αποκατάσταση των μεταναστών και στους χωροκοινωνικούς διαχωρισμούς που πιθανώς προκύπτουν στην πόλη, είναι αδύνατον να εξαιρεθούν από τη μελέτη το θεσμικό πλαίσιο υποδοχής τους, οι συνθήκες εργασίας και οι συνθήκες της καθημερινής τους ζωής, τα ιδιαίτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά τους, τα κοινωνικά δίκτυα που αναπτύσσουν κ.ά.

κές πόλεις της Γερμανίας βασίστηκε σε προφορικές μαρτυρίες ελλήνων «γκασταρμπάιτερ» που έχουν επιστρέψει στην Ελλάδα, οι οποίες αντλήθηκαν με τη μέθοδο των ημιδομημένων συνεντεύξεων. Μία άλλη κεντρική μεθοδολογική επιλογή αφορά την ποσοτική έρευνα που πραγματοποίησα στο αρχείο του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών προκειμένου να καταγράψω τους μετανάστες ιδιοκτήτες στον Δήμο Αθηναίων για τη δεκαετία 20002010. Έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις σπουδαίων στοχαστών σχετικά με την επιλεκτικότητα και τη μεροληψία των αρχείων (Farge 2004, Foucault 1987), δεν αντιμετώπισα καθόλου τις ποσοτικές μεθόδους ως εγκυρότερες των ποιοτικών αλλά, παρά την έμφαση που δόθηκε κάθε φορά, προσπάθησα διαρκώς να τις συναρθρώνω. Και βέβαια, σε όλη την πορεία της έρευνας, τα διάφορα ερευνητικά ευρήματα διασταυρώνονταν διαρκώς μέσα από εκτενή επισκόπηση της σχετικής βιβλιογραφίας και διαφόρων ερευνητικών προγραμμάτων που παρέχουν πολύ χρήσιμα στοιχεία, ποιοτικά και ποσοτικά.

Μεθοδολογικά εργαλεία

Η εγκατάσταση των Ελλήνων μεταναστών στις βιομηχανικές πόλεις της Γερμανίας μετά το 1960

Όσον αφορά τις μεθοδολογικές μου επιλογές, τα ερευνητικά ερωτήματα διερευνήθηκαν τόσο μέσω ποιοτικών όσο και μέσω ποσοτικών μεθόδων, χωρίς διαφορετικές αξιώσεις «επιστημονικότητας» από την κάθε μέθοδο και ανάλογα κάθε φορά με το υπό διερεύνηση ερώτημα. Συγκεκριμένα, αντλώντας από την παράδοση της Προφορικής Ιστορίας, η μελέτη της εγκατάστασης των ελλήνων μεταναστών στις βιομηχανι-

Όπως προκύπτει από τις προφορικές μαρτυρίες των δύο στενών συγγενικών μου προσώπων αλλά και έξι ακόμη πληροφορητών, και όπως επιβεβαιώνεται από τη σχετική βιβλιογραφία (Ματζουράνης 1974), στο διάστημα 1960-1975 μετανάστευσαν προς τη Γερμανία κάποια από τα πιο «υγιή» και δυναμικά


010:Layout 1

4/9/12

11:08 AM

Page 123

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΙΔΗΣ

Διάγραμμα 1 Αριθμός αλλοδαπών ιδιοκτητών ανά έτος και ανά εθνικότητα (2000-2010)

κομμάτια του ενεργού πληθυσμού της Ελλάδας, στη συντριπτική τους πλειοψηφία πολύ χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, και εργάστηκαν κυρίως στη βιομηχανία. Βάσει της σχετικής ελληνογερμανικής συμφωνίας, οι περισσότεροι έφταναν στη χώρα με συμβόλαιο εργασίας. Παράλληλα, είχαν εξασφαλίσει εκ των προτέρων και τη διαμονή τους, στα συγκροτήματα των γερμανικών επιχειρήσεων, τα περίφημα HEIM, έναντι ορισμένου ενοικίου. Στην καλύτερη περίπτωση, επρόκειτο για νεόδμητα συγκροτήματα που έφταναν τους τρεις ή τους τέσσερις ορόφους, πρόχειρα κατασκευασμένα, με ορισμένες ανέσεις που ουσιαστικά ακυρώνονταν λόγω του συνωστισμού. Εξαιτίας των δύσκολων στεγαστικών συνθηκών, μετά τη λήξη του πρώτου ετήσιου συμβολαίου τους οι περισσότεροι έσπευδαν να βρουν ένα ιδιωτικό δωμάτιο στην ελεύθερη αγορά. Είτε επρόκειτο για σπίτια που νοίκιαζαν οι επιχειρήσεις είτε για σπίτια που ανήκαν σε ιδιώτες, βρίσκονταν συνήθως σε πολύ μικρή απόσταση από τα εργοστάσια, στην περιφέρεια

Διάγραμμα 2 Κατανομή των μεταναστών ιδιοκτητών ανάλογα με τον όροφο του διαμερίσματος (2000-2010)

των πόλεων και, ως εκ τούτου, σε γειτονιές με ανεκτές τιμές ενοικίου. Στις γειτονιές αυτές οι μετανάστες «γκασταρμπαϊτερ» από διάφορες χώρες συγκατοικούσαν όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και με Γερμανούς εργάτες. Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, η στέγαση των μεταναστών στη Γερμανία βρισκόταν σε άμεση συνάρτηση με τον τόπο εργασίας, στην περιφέρεια των πόλεων, σε γειτονιές «φθηνές», εθνοτικά μεικτές αλλά αμιγώς εργατικές. Δεν μπορεί, λοιπόν, να γίνει λόγος για εθνοστεγαστικό διαχωρισμό αλλά, κυρίως, για έναν ταξικό διαχωρισμό ανάμεσα σε γειτονιές με ανεκτές τιμές ενοικίου και σε ακριβότερες, που χονδρικά συνέπιπταν με γειτονιές στην περιφέρεια των πόλεων και γειτονιές στο κέντρο αντίστοιχα.

Εγκατάσταση μεταναστών στον δήμο Αθηναίων μετά το 1990 Η πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη για τους έλληνες «γκασταρμπάιτερ» που επέστρεψαν μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1970 είναι η σημερινή

συμβίωσή τους με τους μετανάστες που δέχεται πια η ίδια τους η χώρα. Την εγκατάσταση των μεταναστών στην Ελλάδα και ειδικά στον δήμο Αθηναίων μετά το 1990 έχουν μελετήσει πολλοί ερευνητές και είναι κυρίως μέσα από τα σχετικά ερευνητικά προγράμματα και τις στατιστικές μελέτες που προσέγγισα το συγκεκριμένο θέμα. Συγκρατώ εδώ ότι περίπου οι μισοί μετανάστες της χώρας συγκεντρώνονται στην Αττική (και κυρίως στον δήμο Αθηναίων) και συνιστούν ένα ιδιαίτερα ετερογενές μείγμα. Οι περισσότεροι προέρχονται από τα πιο «υγιή» και ενεργά κομμάτια του πληθυσμού της χώρας τους και εμφανίζουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Το θεσμικό πλαίσιο για την είσοδο και την παραμονή τους στη χώρα είναι διαχρονικά τόσο απαιτητικό που πολλοί ουσιαστικά εξωθούνται στο να εισέλθουν και να παραμείνουν χωρίς τα νόμιμα έγγραφα, με συνέπεια να εγκλωβίζονται σε συνθήκες εργασίας και κατοικίας κάτω από τα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Άλλωστε, τόσο η εργασιακή όσο και η στεγαστική τους αποκατάσταση

123


010:Layout 1

124

4/9/12

11:08 AM

Page 124

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 121-126

δεν ρυθμίζεται από κανένα θεσμικό πλαίσιο προστασίας. Σχεδόν οι μισοί απασχολούνται ως εργάτες παραγωγής και κατασκευής ή ως αγρεργάτες και περίπου το ένα τρίτο είναι εργαζόμενοι σε υπηρεσίες αναψυχής, οικιακής και προσωπικής φροντίδας. Ακολουθούν με απόσταση οι υπάλληλοι γραφείου και οι πωλητές, ενώ λίγοι είναι οι επαγγελματίες επιστήμονες και οι τεχνικοί καθώς επίσης οι ανεξάρτητοι επιχειρηματίες (Αράπογλου και Σαγιάς, υπό έκδοση). Όσο για τη στέγασή τους, οι σχετικές έρευνες αποκαλύπτουν ένα ευρύ φάσμα στεγαστικών συνθηκών, που περιλαμβάνει τους άστεγους σε πλατείες και σταθμούς των τραίνων, τους στοιβαγμένους σε εγκαταλελειμμένα κτήρια, σε ξενοδοχεία της Ομόνοιας, σε διαμερίσματα ιδιωτών που τα νοικιάζουν με την ώρα ή το κεφάλι, μέχρι μετανάστες που νοικιάζουν διαμερίσματα, ακόμη και ιδιοκτήτες. Ως προς τον χωροκοινωνικό διαχωρισμό μεταξύ «ντόπιων» και μεταναστών, μία από τις πρώτες σχετικές έρευνες υποστηρίζει την ύπαρξη «περιφρακτικών» χώρων (κυρίως στην Ομόνοια και στη Βάθη) όπου οι μετανάστες ζουν εντελώς απομονωμένοι από τον «ντόπιο» πληθυσμό (Ψημμένος 1995). Όμως, μεταγενέστερες έρευνες δεν επιβεβαιώνουν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Παρά τον εντοπισμό συγκεντρώσεων (σε Ομόνοια, Κυψέλη, Πατήσια και Σεπόλια) χαρτογραφούν μια σχετική διάχυση σε διάφορες περιοχές της πόλης και, κυρίως, την υψηλή ανάμειξή τους με τον «ντόπιο» πληθυσμό, στη βάση του γνωστού για την αθηναϊκές πολυκατοικίες κατακόρυφου ταξικού διαχωρισμού (Πετρονώτη 1998, Βαΐου κ.ά. 2007). Εξαιτίας, λοιπόν, της απουσίας μιας κρατικής προνοι-

ακής στεγαστικής πολιτικής, οι μετανάστες αναγκάζονται να αναζητήσουν στέγη μόνοι τους. Εντωμεταξύ, ο αστικός ιστός που τους «υποδέχεται» χαρακτηρίζεται ήδη και διαχρονικά από έναν σχετικά μειωμένο χωροκοινωνικό διαχωρισμό (Μαλούτας και Οικονόμου 1992). Έτσι, ανάλογα με την επαγγελματική και οικονομική τους κατάσταση, η οποία είναι έντονα διαφοροποιημένη, εγκαθίστανται προφανώς κυρίως σε περιοχές με διαθέσιμο, παλαιωμένο και φτηνό κτιριακό απόθεμα, χωρίς όμως να αποκλείονται από άλλες πιο «αναβαθμισμένες» γειτονιές. Τέλος, τ�� μεγαλύτερη σημασία για τον τόπο εγκατάστασης φαίνεται να παίζουν τα προσωπικά δίκτυα και όχι τόσο το επάγγελμα, μια που οι εργασίες στις οποίες απασχολούνται δεν είναι (όπως φάνηκε προηγουμένως) χωρικά προσδεδεμένες σε συγκεκριμένες περιοχές της πόλης.

Μετανάστες και αγορά κατοικίας στον δήμο Αθηναίων στη δεκαετία 2000-2010 Από το ευρύ φάσμα στεγαστικών συνθηκών των μεταναστών που περιγράφηκε προηγουμένως, θέλησα να ελέγξω αν η «ευτυχέστερη» περίπτωση, αυτή της ιδιοκατοίκησης, αποτελεί ένα σενάριο υπαρκτό, σε ποιο βαθμό και με τι όρους. Για το λόγο αυτό, πραγματοποίησα μία ποσοτική δειγματοληπτική έρευνα στο αρχείο του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών για τη δεκαετία 20002010. Από ένα «αντιπροσωπευτικό» δείγμα 22.256 ιδιοκτητών καταγράφηκαν 1.494 μετανάστες ιδιοκτήτες, δηλαδή το 7% του συνόλου. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία

προέρχονται από την Αλβανία, εμφανίζονται όμως συνολικά 47 διαφορετικές εθνικότητες. Ως προς το έτος μεταγραφής, οι τρεις μεγάλες κορυφώσεις σημειώνονται στις αρχές της δεκαετίας, λίγο πριν και λίγο μετά την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων και, τέλος, το 2009, οπότε αρχίζει μία νέα καθοδική πορεία (Διάγραμμα 1). Οι περισσότεροι μετανάστες ιδιοκτήτες είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι, ακολουθούν οι έμποροι, οι οικοδόμοι, οι εργάτες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι οικιακές βοηθοί, ενώ συνολικά εμφανίζονται 34 διαφορετικά επαγγέλματα. Συγκρατώ, επίσης, ότι οι μισές περίπου ιδιοκτησίες δεν δεσμεύονται από τραπεζικό δανεισμό, ενώ το ύψος των δανείων που συνάπτονται κυμαίνεται μεταξύ 19.000 και 213.000 ευρώ. Ως προς τα χαρακτηριστικά των ίδιων των κατοικιών, τα στοιχεία δεν εικονογραφούν μία ακραία εικόνα στεγαστικών συνθηκών. Οι περισσότεροι έχουν αγοράσει διαμερίσματα μεταξύ 60 και 90 τετραγωνικών μέτρων, μεταξύ του ισογείου και του τετάρτου ορόφου, ενώ ελάχιστοι κατοικούν σε υπόγεια ή ημιυπόγεια και, φυσικά, από τον πέμπτο όροφο και πάνω (Διάγραμμα 2). Τέλος, εντοπίζοντας τα εν λόγω διαμερίσματα στο χώρο, η γεωγραφία της ιδιοκατοίκησης των μεταναστών που εικονογραφείται είναι διττή (Χάρτης): παρατηρούμε, δηλαδή, κάποιες αυξημένες συγκεντρώσεις σε ορισμένες γειτονιές παράλληλα με μία σχετική διάχυση σε διάφορες άλλες περιοχές του δήμου. Και μάλιστα, πρόκειται πάντα για γειτονιές μεικτές, στις οποίες δηλαδή οι μετανάστες συμβιώνουν με τους «ντόπιους» ακόμη και στις ίδιες πολυκατοικίες.


010:Layout 1

4/9/12

11:08 AM

Page 125

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΙΔΗΣ

Χάρτης Ιδιόκτητες κατοικίες μεταναστών στον δήμο Αθηναίων (2000-2010)

Συμπεράσματα Συνοψίζοντας, γίνεται σαφές πως η στεγαστική αποκατάσταση των μεταναστών στον δήμο Αθηναίων είναι αδύνατον να περιγραφεί μέσα

από μία και μοναδική εικόνα αστέγων ή στοιβαγμένων σε εγκαταλειμμένα κτίρια. Αντιθέτως, αφορά ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων, που περιλαμβάνει ακόμη και ιδιοκτήτες ευρύχωρων διαμερισμάτων, από το υπόγειο μέχρι και τον τέταρτο

όροφο, σε διάφορες περιοχές της πόλης. Μπορεί, βέβαια, η περίπτωση της ιδιοκατοίκησης να αφορά μία μικρή μειοψηφία, αποτελεί ωστόσο ένα σενάριο υπαρκτό, που ήδη λειτουργεί και μπορεί να λειτουργήσει ακόμη καλύτερα. Επι-

125


010:Layout 1

126

4/9/12

11:08 AM

Page 126

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 121-126

πλέον, η σχετική διάχυση των μεταναστών σε διάφορες περιοχές του δήμου και, κυρίως, η ανάμειξή τους με τον «ντόπιο» πληθυσμό (φαινόμενα που διαπιστώθηκαν τόσο για τις ιδιόκτητες όσο και για τις ενοικιαζόμενες κατοικίες) περιγράφουν ένα πρότυπο εγκατάστασης που απέχει πολύ από το να ταυτίζεται με τα περίφημα γκέτο και τις black belts των αμερικανικών πόλεων ή τα γαλλικά banlieues, με περιοχές δηλαδή αμιγώς μεταναστευτικού πληθυσμού. Παράλληλα, οι στεγαστικές συνθήκες πολλών μεταναστών (είτε σε ιδιόκτητα είτε σε ενοικιαζόμενα διαμερίσματα) είναι αδύνατον να ταυτιστούν με αυτές στις περίφημες παραγκουπόλεις μεγάλων πόλεων του εξωτερικού. Φυσικά, η περίπτωση της εγκατάστασης των μεταναστών στην πόλη της Αθήνας δεν είναι δυνατόν να συγκριθεί με εκείνη των ελλήνων «γκασταρμπαϊτερ» στις βιομηχανικές πόλεις της Γερμανίας, διότι πραγματοποιήθηκε κάτω από πολύ διαφορετικούς όρους. Παρόλα αυτά, προκύπτει εδώ μία πολύ ενδιαφέρουσα αντίφαση: στην περίπτωση μίας ανύπαρκτης κρατικής προνοιακής πολιτικής στέγης, όπου οι μετανάστες αφήνονται στο έλεος των κανόνων της αγοράς και της προσωπικής πάλης για την επι-

βίωση και τη στεγαστική τους αποκατάσταση (εννοώ εδώ την περίπτωση της Ελλάδας), σημειώνονται ορισμένες καλύτερες ενδείξεις ως προς την χωροκοινωνική πόλωση στην πόλη από ό,τι στην περίπτωση μίας κρατικής πολιτικής που θέτει όρους για την εργασιακή και τη στεγαστική τους προστασία (εννοώ εδώ την περίπτωση της Γερμανίας). Παρότι η αντίφαση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί με βάση πολλούς άλλους καθοριστικότατους παράγοντες, πέρα από την κρατική πολιτική που ασκείται ή όχι, αναδεικνύει ένα σοβαρό δίλημμα: ανάμεσα σε μία λογική προνοιακής συνταγογραφίας, που περιμένει δηλαδή τα πάντα από το κράτος, και σε μία λογική που απαλλάσσει το κράτος από όλες τις κοινωνικές του ευθύνες, που εμπιστεύεται δηλαδή τα πάντα στις μαγικές δυνάμεις ρύθμισης της ελεύθερης αγοράς. Στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας, είναι αδύνατον να τοποθετηθώ απέναντι στο παραπάνω δίλημμα. Συγκρατώ, όμως, πως η αρμονική συνύπαρξη μεταξύ «ντόπιων» και μεταναστών προϋποθέτει να υποδεχτούμε τους μετανάστες ως ισότιμους πολίτες και γείτονες σε κοινές περιοχές κατοικίας, στις ίδιες πολυκατοικίες, ακόμη και στον ίδιο όροφο με τα διαμερίσματά μας. Με

άλλα λόγια, προϋποθέτει να τους υποδεχτούμε στο πλαίσιο μίας αρμονικής και απροκατάληπτης συμβίωσης με το «διαφορετικό», στη θέση μίας ιδρυματικής περιχαράκωσης με το «ίδιο».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ Αράπογλου, Β. και Σαγιάς, Ι. (υπό έκδοση), «Διαδικασίες αστικής ανάπτυξης και χωρικά πρότυπα διαχωρισμού των μεταναστών στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας», Γεωγραφίες, Αθήνα: Νήσος. Βαΐου, Ντ. (επιστ. υπεύθυνη) κ.ά. (2007), Διαπλεκόμενες καθημερινότητες και χωρο-κοινωνικές μεταβολές στην πόλη. Μετανάστριες και ντόπιες στις γειτονιές της Αθήνας, Αθήνα: LPress και ΕΜΠ. Μαλούτας, Θ. και Οικονόμου, Δ. (1992), Κοινωνική δομή και πολεοδομική οργάνωση στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής. Ματζουράνης, Γ. (1974), Έλληνες εργάτες στη Γερμανία, Αθήνα: Gutenberg. Farge, A. (2004), Η γεύση του αρχείου, Αθήνα: Νεφέλη. Foucault, M. (1987), Η αρχαιολογία της γνώσης, Αθήνα: Εξάντας. Πετρονώτη, Μ. (με τη συμμετοχή της Ζαρκιά Κ.) (1998), Το πορτραίτο μιας διαπολιτισμικής σχέσης. Κρυσταλλώσεις, ρήγματα, ανασκευές, Αθήνα: UNESCO/ΕΚΚΕ και Πλέθρον. Wirth, L. (1928), The Ghetto, Σικάγο: The University of Chicago Press. Ψημμένος, Ι. (1995), Μετανάστευση από τα Βαλκάνια. Κοινωνικός αποκλεισμός στην Αθήνα, Αθήνα: Παπαζήσης.


011:Layout 1

4/9/12

11:09 AM

Page 127

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΤΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΚΡΙΣΗ, ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΗ James DeFilippis, Unmaking Goliath. Community Control in the Face of Global Capital, Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 2004. 193 σελ. Ash Amin (επιμ.), The Social Economy. International Perspectives on Economic Solidarity, Zed Books, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 2009, 266 σελ. .

Παναγιώτης Πάντος1

Το τελευταίο διάστημα, κυρίως λόγω της ψήφισης ενός σχετικού νόμου αλλά και λόγω της εμφάνισης ποικίλων οργανώσεων που επιδιώκουν να απαντήσουν στην κρίση μέσω της ανάπτυξης πρωτοβουλιών αλληλεγγύης, έχει ενισχυθεί το ενδιαφέρον για τη λεγόμενη κοινωνική ή αλληλέγγυα οικονομία. Από τα σχετικά δημοσιογραφικά αφιερώματα μέχρι τις συζητήσεις των «αγανακτισμένων» και τις επιστημονικές ημερίδες, φαίνεται ότι ένα μετρήσιμο ακροατήριο αναζητά εναλλακτικούς τρόπους οργάνωσης της οικονομίας, πειραματίζεται με νέες μορφές κοινωνικής δράσης και προβληματίζεται για τη θεωρία πίσω από όλα αυτά.

Μια υπονομευμένη αναζήτηση

1. Υποψήφιος Διδάκτορας, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, panayotispantos@hotmail.com.

Η συζήτηση βέβαια πυροδοτείται από την εντεινόμενη οικονομική κρίση, καθώς εξαιτίας της, μετά από πολύ καιρό, απέκτησε ευρεία νομιμοποίηση η αναφορά στα όρια του καπιταλισμού και στις εναλλακτικές που μπορεί να υπάρξουν. Έτσι, στην Ελλάδα το ζήτημα προσεγγίζεται από τη σκοπιά μιας κοινωνίας που

διαθέτει συσσωρευμένο πλούτο και προηγμένες υποδομές, αλλά αδυνατεί να τροφοδοτήσει έναν νέο αναπτυξιακό κύκλο μέσω των κλασικών διαδικασιών και ανακαλύπτει ότι το κεκτημένο βιοτικό της επίπεδο οδηγείται σε ραγδαία υποβάθμιση. Δύο ακόμη, επιμέρους αλλά ιδιαίτερα σημαντικά, στοιχεία ρίχνουν τη σκιά τους στον σχετικό προβληματισμό. Το πρώτο είναι οι αναταράξεις που προκαλεί η δραματική συρρίκνωση της χρηματοδότησης των δομών ψυχικής υγείας, υπό την αιγίδα των οποίων λειτουργεί εδώ και αρκετά χρόνια ένα ευρύ δίκτυο κοινωνικών επιχειρήσεων (των Κοινωνικών Συνεταιρισμών Περιορισμένης Ευθύνης - ΚΟΙΣΠΕ) όπου εργάζονται άτομα με ψυχικές ασθένειες. Το δεύτερο είναι το ότι η χώρα μας διαθέτει πλούσια συνεταιριστική παράδοση, με την κυριαρχία όμως ενός μοντέλου που όπως κι αν επιλέγει να το χαρακτηρίσει κανείς (αποτυχημένο, συκοφαντημένο, αναπτυξιακό, κρατικοδίαιτο, πεδίο διαφθοράς...) σίγουρα βρίσκεται μακριά από τις αρχικές διακηρύξεις και τους κοινωνικούς του στόχους. Παρόλα αυτά, το σπέρμα του σχετικού προ-

127


011:Layout 1

128

4/9/12

11:09 AM

Page 128

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 127-130

βληματισμού βρίσκεται λίγο πολύ παντού και αναμένει κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσει. Στο πεδίο συνάντησης αυτής της παράδοσης, άλλωστε, με νέες διεθνείς πρωτοβουλίες, όπως για το δίκαιο εμπόριο και την υγιεινή διατροφή, έχουν κάνει την εμφάνισή τους τα τελευταία χρόνια νέοι συνεταιρισμοί (κυρίως οι γυναικείοι, για τους οποίους υπήρχε άλλωστε και ειδικό θεσμικό πλαίσιο), αλλά και οργανώσεις εμπορικού ή μη χαρακτήρα που παρέχουν σημαντικό εύρος προϊόντων ή υπηρεσιών (κοινωνικά ιατρεία, καταστήματα δίκαιου εμπορίου, συστήματα εναλλακτικών νομισμάτων, ανταλλακτικά παζάρια κ.ά.). Σήμερα η συζήτηση αυτή βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο. Από τη μια μεριά, οι διάφορες «νέες» πρωτοβουλίες καλούνται όλο και πιο έντονα να αποκρυσταλλώσουν τη στρατηγική τους απέναντι στο αντικείμενο με το οποίο ασχολούνται, αλλά και απέναντι στο κράτος και τους θεσμούς του. Θα κρατήσουν κυρίως πολιτικό χαρακτήρα, θα διατηρήσουν συμβολικά χαρακτηριστικά, θα παραμείνουν στο περιθώριο της οικονομίας ή θα δουν τον εαυτό τους ως ένα πιθανό πρότυπο εναλλακτικής οργάνωσης της οικονομικής ζωής σε μαζικό επίπεδο, έναν τρόπο συγκρότησης μιας οικονομίας των αναγκών, που θα απαντά στην κρίση και στα προβλήματα που έχει δημιουργήσει η κυριαρχία του μοντέλου της αγοράς; Από την άλλη, ο νέος νόμος –και η συνακόλουθη χρηματοδοτική πολιτική–, που επιδιώκει να θεσμοθετήσει από τα πάνω και χωρίς επαφή με τις κοινωνικές διεργασίες το χώρο της κοινωνικής οικονομίας, ανοίγει νέους

δρόμους και βάζει νέα όρια στα σχετικά εγχειρήματα. Οι συγχύσεις και οι αντιπαραθέσεις είναι φυσικά αναμενόμενες: Τι είναι η κοινωνική οικονομία; Αφορά μόνο ή πρωτίστως υπηρεσίες, ή και το χώρο της παραγωγής; Αποτελεί εργαλείο για τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας ή οδηγεί στην ενδυνάμωση των τοπικών –και συχνά περιθωριοποιημένων– κοινωνιών; Απευθύνεται μόνο σε ευάλωτες ομάδες ή μπορεί να αποτελέσει εργαλείο υπέρβασης της συνολικής κρίσης, και είναι θεμιτό κάτι τέτοιο; Ποια η σχέση των φορέων της με το κράτος, την εξουσία, τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα;

Μια βόλτα στον κόσμο Σ’ αυτή τη συγκυρία αποκτούν ιδιαίτερο θεωρητικό αλλά και πρακτικό ενδιαφέρον δύο σχετικά πρόσφατα βιβλία, έκδοσης 2004 και 2009 αντίστοιχα, τα οποία μεταφέρουν τον απόηχο (και μάλιστα από διαφορετική οπτική γωνία) μιας ακαδημαϊκής και πολιτικής συζήτηση που στο εξωτερικό έχει γίνει πολύ νωρίτερα. Το βιβλίο The Social Economy. International Perspectives on Economic Solidarity (επιμέλεια Ash Amin) αποτελεί συλλογή εισηγήσεων από ένα διεθνές συμπόσιο για την κοινωνική οικονομία που πραγματοποιήθηκε στο Τμήμα Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου του Durham το 2008. Το βιβλίο αρθρώνεται σε τρία μέρη. Το πρώτο («Conceptual Dilemmas») περιλαμβάνει δύο άρθρα –των A. Amin και J. Pearce– που εστιάζουν στα χαρακτηριστικά της κοινωνικής οικονομίας και στη θέση που αυτή κατέχει

μέσα στο συνολικό οικονομικό σύστημα. Το δεύτερο μέρος («International Evidence») περιλαμβάνει πέντε κείμενα, που αναφέρονται στις κοινοτικές οικονομίες της Μασαχουσέτης (J. Graham και J. Cornwell), στα χαρακτηριστικά των εργαζομένων στους ιταλικούς συνεταιρισμούς (C. Borzaga και S. Depedri), στη διαδικασία ανάδυσης αλλά και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν επιχειρήσεις στην Αυστραλία, τις Φιλιππίνες και την Αργεντινή (J. Cameron, K. Gibson, J. L. Corragio και M. S. Arroyo, αντίστοιχα). Τέλος, τα τέσσερα άρθρα του τρίτου μέρους («Policy Challenges») αναλύουν τις θεσμικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η κοινωνική οικονομία στη Βραζιλία (N. Lechat), το Κεμπέκ (M. Mendell), την Πολωνία (J. Hausner) και συνολικά σε επίπεδο Ε.Ε. (J.-L. Laville). Αν και με τα ιδεολογικά όρια που βάζουν οι περισσότεροι από τους συγγραφείς στον προβληματισμό τους θέτουν εκτός εστίασης ένα σημαντικό κομμάτι του ζητήματος –το αν και πώς δηλαδή η κοινωνική οικονομία αλληλεπιδρά και αμφισβητεί ή μεταλλάσσει το ίδιο το κυρίαρχο σήμερα οικονομικό μοντέλο–, το βιβλίο δεν χάνει διόλου την αξία του. Αποτελεί μια ενδιαφέρουσα επισκόπηση της διεθνούς συζήτησης για το θέμα, παρουσιάζοντας καταρχάς μια σειρά από θεωρητικά ζητήματα, όπως για το πεδίο εφαρμογής της κοινωνικής οικονομίας σε σχέση με τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, αλλά και το πώς στις δυτικές κοινωνίες με την πάροδο του χρόνου αυτό που ξεκίνησε ως «συλλογική, ακτιβιστική δράση […] σήμερα κυριαρχείται από κοινωνικούς επιχειρηματίες που μπορεί να μην έχουν καν δεσμούς με


011:Layout 1

4/9/12

11:09 AM

Page 129

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΤΟΣ

την κοινότητα στην οποία παρεμβαίνουν» (J. Pearce). Την ίδια ώρα πάντως, όπως δείχνει η ιταλική έρευνα των C. Borzaga και S. Depedri, ο κοινωνικός στόχος των εν λόγω επιχειρήσεων και η διάθεση για προσφορά σε ευάλωτες ομάδες εξακολουθούν να αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικά κίνητρα και παράγοντες ικανοποίησης για τους εργαζόμενους σε αυτές, αντισταθμίζοντας σε μεγάλο βαθμό την πίεση που δημιουργούν οι χαμηλότεροι μισθοί στον κλάδο. Το ισχυρότερο όμως σημείο του βιβλίου είναι οι πλούσιες παρουσιάσεις και αποτιμήσεις συγκεκριμένων εγχειρημάτων από όλο τον κόσμο. Τοπικές πρωτοβουλίες σε υποβαθμισμένες περιοχές της Μασαχουσέτης για τη δημιουργία αστικών αγρών, εργατικών κέντρων και οικοδομικών συνεταιρισμών, αυστραλέζικες «κοινοτικές επιχειρήσεις», καθώς και φιλιππινέζικες μικρές επιχειρήσεις κατεργασίας αγροτικών προϊόντων με στόχο την επένδυση μεταναστευτικού κεφαλαίου με ταυτόχρονη στήριξη των τοπικών πληθυσμών, δίνουν μια πολύτιμη εικόνα του πώς αναπτύσσεται και εξελίσσεται με το χρόνο η κοινωνική οικονομία σε διάφορες συνθήκες, με τρόπο που επιτρέπει στον αναγνώστη να προχωρήσει στα δικά του συμπεράσματα για τις προοπτικές αλλά και τις αντιφάσεις της. Στον αντίποδα κατά κάποιον τρόπο των παραπάνω έρχεται η παρουσίαση του παραδείγματος του Κεμπέκ, μιας περιοχής με ισχυρή σοσιαλδημοκρατική παράδοση, όπου η κοινωνική οικονομία αναπτύσσεται με πιο οργανωμένο τρόπο, με πρωτοβουλία των συνδικάτων, και κυρίως με μια σαφή στό-

χευση να μην αποτελέσει χώρο φθηνής εργασίας ή παροχής κρατικών μέχρι τώρα κοινωνικών υπηρεσιών, αλλά έναν τομέα όπου θα δημιουργούνται «νέες θέσεις εργασίας, που θα παρέχουν νέες υπηρεσίες για να καλύψουν νέες ανάγκες του πληθυσμού». Τέλος, ιδιαίτερη αξία για τα καθ’ ημάς έχει η μελέτη των J. L. Coraggio και M. S. Arroyo για τη δημιουργία ενός κοινωνικού τομέα της οικονομίας στην Αργεντινή μέσα από τις καταλήψεις χρεοκοπημένων επιχειρήσεων από τους εργαζόμενους κατά την οικονομική κατάρρευση της χώρας. Το κείμενο ξεκαθαρίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβησαν οι καταλήψεις, τα κοινωνικά χαρακτηριστικά και τα κίνητρα των εργαζομένων που κινητοποιήθηκαν, καθώς και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στη διατήρηση μιας αποτελεσματικής αλλά και δημοκρατικής λειτουργίας όσες επιχειρήσεις επιβίωσαν τελικά. Αν τελικά κάτι προκύπτει αβίαστα από τις παραπάνω περιπτώσεις, πέρα από τις πληροφορίες για καθεμιά, είναι ακριβώς το ότι η κοινωνική οικονομία αποτελεί μωσαϊκό. Κάθε παράδειγμα είναι εμποτισμένο με όλα τα στοιχεία που συμπυκνώνει ο τόπος στον οποίο κάνει την εμφάνισή του: από τις πρακτικές ανάγκες όσων εμπλέκονται σε αυτό μέχρι την οικονομική ιστορία της περιοχής, και από τα εδαφικά χαρακτηριστικά μέχρι την κουλτούρα των κατοίκων. Ταυτόχρονα όμως όλες αυτές οι διαφορετικές ψηφίδες συνθέτουν μια ενιαία εικόνα ενός κόσμου που αναζητά εναλλακτικούς τρόπους οργάνωσης της δουλειάς και της ζωής του, αμφισβητώντας περισσότερο ή λιγότερο τα πρότυπα

και τις αξίες του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου μοντέλου.

Οι Δαυίδ της οικονομικής αλληλεγγύης To Unmaking Goliath του James DeFilippis, από την άλλη πλευρά, ακολουθεί διαφορετική λογική στα πέντε κεφάλαιά του («Understanding Capital Mobility, the “New Urban Politics” and Local Autonomy», «Collective Ownership and Community», «Collective Ownership of Work», «Collective Ownership of Housing», «Collective Ownership of Money»). Από το μότο του ακόμη –ένα απόσπασμα του Γκράμσι– ο συγγραφέας δηλώνει με σαφήνεια τη θέση του: προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στις θεωρητικές αναλύσεις και την πρακτική εμπειρία εκείνων που αγωνίζονται να αλλάξουν τον κόσμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ιδεολογικό μανιφέστο για την κοινωνική οικονομία. Αντίθετα, ο DeFilippis μέσα από την παρουσίαση εμπειρικών δεδομένων και επιστημονικά τεκμηριωμένων συμπερασμάτων για την κοινωνική οικονομία στις ΗΠΑ επιχειρεί να οικοδομήσει μια θεωρία για το τι είναι αυτή αλλά και το πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποκτήσουν οι άνθρωποι μεγαλύτερο έλεγχο επί των οικονομικών και θεσμικών λειτουργιών που καθορίζουν τη ζωή τους. Προσεγγίζει το ζήτημα από τη σκοπιά της αμερικανικής αριστεράς, που διαθέτει διαφορετικές παραδόσεις από την ευρωπαϊκή, καθώς ρίχνει μεγαλύτερο βάρος στην υπεράσπιση της ατομικότητας,

129


011:Layout 1

130

4/9/12

11:09 AM

Page 130

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 127-130

εναποθέτει τις ελπίδες της σε μικρές συλλογικότητες στη βάση της κοινωνίας και στη χαλιναγώγηση του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, παρά στη συγκρότηση ευρέων πολιτικών μετώπων για την ανατροπή του στάτους κβο. Από αυτή την άποψη, όσα αναλύει δεν προσφέρονται για απλή αντιγραφή, αποδεικνύονται όμως ιδιαιτέρως ριζοσπαστικά ακόμη και σε ευρωπαϊκά συμφραζόμενα, καθώς εστιάζουν ακριβώς στο σημείο που χωλαίνει –εδώ και δεκαετίες τουλάχιστον– η ευρωπαϊκή αριστερά: στην έμπρακτη προώθηση εναλλακτικών κοινωνικών δομών και θεσμών. Αφετηρία του προβληματισμού του καθηγητή του Πανεπιστημίου Rutgers είναι η πεποίθησή του πως η τοπική αυτονομία μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο για ��ην ενεργοποίηση της κοινωνίας και ιδιαιτέρως των πιο περιθωριοποιημένων κομματιών της. Έτσι, βλέπει την αξιοποίηση της συλλογικής ιδιοκτησίας ως εργαλείο για τη δημιουργία μιας νέας αίσθησης τοπικότητας και εστιάζει σε τρεις τομείς: την εργατική ιδιοκτησία των επιχειρήσεων, τη συλλογική ιδιοκτησία της κατοικίας και τη συλλογική ιδιοκτησία του χρήματος. Στην ανάλυσή του δεν μένει σε μια ιστορική καταγραφή της εξέλιξης των σχετικών προσπαθειών από τη χρυσή δεκαετία του 1960 μέχρι σήμερα· εισχωρεί βαθύτερα στα προβλήματα που προέκυψαν στην πορεία στις πρώτες κοινωνικές επιχειρήσεις, αλλά και στην επίδραση που είχαν σε αυτές οι κατά καιρούς αλλαγές του θεσμικού πλαισίου για τη συλλογική ιδιοκτησία. Οι θεωρητικοί προβληματισμοί συμπορεύονται με τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη μελέτη χαρακτηρι-

στικών παραδειγμάτων βιομηχανιών που εξαγοράστηκαν από τους εργαζομένους τους, οικοδομικών συνεταιρισμών, συστημάτων εναλλακτικών νομισμάτων και δομών παροχής μικρών πιστώσεων σε κατοίκους περιθωριοποιημένων περιοχών. Όλα τα παραπάνω με κριτικό και διεισδυτικό πνεύμα, χωρίς εξωραϊσμούς και αποσιωπήσεις στα «δύσκολα», και συνοδευόμενα από μια ολοκληρωμένη προβληματική για τις δυσκολίες και τα όρια των εν λόγω εγχειρημάτων, όχι μόνο καθαυτών, αλλά και σε σχέση με το στόχο της κοινωνικής αλλαγής.

Ανοιχτοί δρόμοι Είναι βέβαια σαφές ότι τα δύο βιβλία βλέπουν το ζήτημα της αλληλέγγυας οικονομίας μέσα από διαφορετικό πρίσμα. Ο DeFilippis γράφει για να εμπνεύσει το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα να περάσει από τις παγκόσμιες διαδηλώσεις στην «ενεργοποίηση τοπικών δυνάμεων», με στόχο όχι τόσο τη διαμαρτυρία απέναντι στο σύστημα αλλά το να πάρουν οι ίδιες στα χέρια τους «την οργάνωση βασικών πλευρών της καθημερινής ζωής». Από την άλλη, ο επιμελητής του βιβλίου The Social Economy Ash Amin προσεγγίζει το ζήτημα από μια σκοπιά επαναπροσδιορισμού του καπιταλισμού με στόχο να γίνει «πιο ήπιος, πιο πράσινος, πιο αναδιανεμητικός και λιγότερο άνισος». Η απόσταση που τους χωρίζει είναι τόσο μεγάλη όσο το χάσμα ανάμεσα σε μια μεροληψία υπέρ των αδυνάτων και σε μια πολιτική ουδετερότητα που βλέπει με συμπάθεια νέες, πιο «υγιείς» επιχειρηματικές ευκαιρίες. Είναι όμως και τόσο μικρή όσο

αυτή που χωρίζει τις δύο όψεις ενός νομίσματος. Κι αυτό γιατί, ανεξάρτητα από τις προθέσεις και τους πόθους των συγγραφέων, ο όγκος πληροφορίας και συμπυκνωμένης γνώσης που παρέχουν στους αναγνώστες τους είναι τέτοιος που απελευθερώνει τη σκέψη από τα όποια όρια. Άλλωστε, αν κάτι τονίζεται εμφατικά, είναι η τοπική διάσταση που έχουν οι σχετικές πρωτοβουλίες, το πώς το φυσικό, κοινωνικό και οικονομικό υπόστρωμα κάθε τόπου προικίζει τα εγχειρήματα της κοινωνικής οικονομίας με ένα μοναδικό μείγμα χαρακτηριστικών. Έτσι, αυτό που ίσως έχει μεγαλύτερη σημασία για την Ελλάδα δεν είναι να αναζητήσουμε στα δύο βιβλία μια έτοιμη συνταγή για ένα ανατρεπτικό ή συμβατικό οικονομικό μοντέλο, αλλά χρήσιμα εφόδια ώστε να ξεκινήσει στη χώρα μας με σοβαρούς όρους μια συζήτηση για τους στόχους των χτεσινών και των σημερινών σχετικών προσπαθειών, τις αδυναμίες και τις προτεραιότητές τους. Να εγκαταλείψουμε με άλλα λόγια τη λογική τού «βλέποντας και κάνοντας»…


011:Layout 1

4/9/12

11:09 AM

Page 131

ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΙΖΟΣ

MICHAEL WOODS ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ: ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ, ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ Πρόλογος και επιμέλεια: Θεοδοσία Ανθοπούλου, Μετάφραση: Γ. Μελισσουργός Σελ: 512, Έτος έκδοσης: 2011

Θανάσης Κίζος1

1. Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Γεωγραφίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Μυτιλήνη.

Τι είναι η ύπαιθρος; Διαφέρει και πώς από τον αγροτικό χώρο; Πώς σχετίζεται με την αύξηση της ζήτησης «τοπικών», «αυθεντικών» και «ποιοτικών» προϊόντων; Με την αύξηση κατοικίας έξω από τις πόλεις, της ζήτησης υπηρεσιών εστίασης, στέγασης και δραστηριοτήτων στην «εξοχή»; Με τη μείωση του αριθμού των «επαγγελματιών» αγροτών και την αύξηση της πολυδραστηριότητας των αγροτικών νοικοκυριών; Υπάρχουν χωρικές διαφορές στην έκταση και ένταση αυτών των φαινομένων; Αυτά είναι ορισμένα από τα επιστημονικά και πρακτικά ερωτήματα που απασχολούν όσους ασχολούνται με την αγροτική παραγωγή, με πολιτικές τοπικής ανάπτυξης, με νέες μορφές τουρισμού και δραστηριοτήτων και τη χωροθέτησή τους. Η ελληνική βιβλιογραφία σε τέτοια θέματα δεν είναι ιδιαίτερα πλούσια. Το βιβλίο του Άγγλου γεωγράφου M. Woods Γεωγραφία της Υπαίθρου: Διαδικασίες, Αποκρίσεις και Εμπειρίες Αγροτικής Αναδιάρθρωσης έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό μέρος της έλλειψης αυτής, με υψηλής ποιότητας μετάφραση και επιμέλεια (με μια εξαίρεση που αναπτύσσω στη συνέχεια). Το βιβλίο πραγματεύεται την ανάδυση

και κυριαρχία της «υπαίθρου» ως χωρικού προσδιορισμού για σειρά δραστηριοτήτων, αλλά και ιδεών, αξιών, συμβόλων και νοημάτων. Η έννοια αυτή έρχεται να αντιπαρατεθεί με και να συμπληρώσει τον «αγροτικό χώρο», τις περιοχές δηλαδή όπου ασκούνται αγροτικές δραστηριότητες. Σε «προ-μοντέρνες» κοινωνίες, η σημαντική εξάρτηση από παραγωγή τροφής και η κυριαρχία των αγροτικών δραστηριοτήτων οδηγεί σε ταύτιση με το «αγροτικό». Ορίζεται ως κάτι που «περισσεύει» όταν οριστούν οι αστικές περιοχές με το χώρο ως μια «συνέχεια» (continuum) μεταξύ αστικού και μη χώρου και μιας υπαίθρου «ενδοχώρας» των πόλεων – πόλων ανάπτυξης, μονοδιάστατης και εξαρτημένης, όπου κυριαρχεί η αγροτική παραγωγή. Στις μοντέρνες κοινωνίες, με την απεξάρτηση από τη παραγωγή τροφής, ο χώρος αλλάζει ριζικά και το ίδιο και οι ιδέες και αξίες που συνδέονται με το χώρο αυτό. Η ύπαιθρος γίνεται αρχικά πολλαπλά «ανεπιθύμητη»: ως χώρος εργασίας προσφέρει απασχόληση μόνο στην αγροτική παραγωγή, ως τόπος κατοικίας είναι χωρίς τις ανέσεις της πόλης (ηλεκτρισμός, υγεία, παιδεία, διασκέδαση, κ.λπ.) και τέλος ως ιδεολογι-

131


011:Layout 1

132

4/9/12

11:09 AM

Page 132

ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, Νο 19, 2012, 131-133

κός χώρος είναι «οπισθοδρομικός». Αυτό οδήγησε στη μετακίνηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού στις πόλεις για αρκετές δεκαετίες. Όμως, τελικά οι υποσχέσεις μια καλύτερης ζωής στις πόλεις δεν πραγματώθηκαν για όλους στον ίδιο βαθμό, ενώ πολλαπλές –διατροφικές κυρίως– κρίσεις οδήγησαν σε σταδιακή αμφισβήτηση του μαζικού τρόπου παραγωγής της τροφής. Η «ανακάλυψη» της μικρής κλίμακας και της τοπικής παραγωγής βοήθησαν στη ζήτηση και παραγωγή περισσότερο «ποιοτικών» τροφίμων. Ταυτόχρονα, η πόλη διεισδύει σταδιακά στην εξοχή με την κατασκευή κατοικιών και κτιρίων, αλλά και με τη συμβολική εισβολή των αστικών αξιών στην ύπαιθρο. Η προσπάθεια ανανέωσης του περιεχομένου της έννοιας της υπαίθρου ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1980 στη δυτική Ευρώπη, με μια ύπαιθρο που θα μπορεί να οριστεί «από μόνη της» ως κοινωνική αναπαράσταση όσων θεωρούνται «υπαίθρια». Έτσι, από τη μία ύπαιθρο-εξοχή-όχι πόλη οδηγούμαστε σε πολλές διαφορετικές «υπαιθρότητες» (ruralities) που ορίζονται από τους χρήστες τους ως ένα πολιτισμικό τοπίο κοινωνικών, χρονικών και χωρικών μύθων και συμβόλων, με ιδιαιτερότητες χωρικές (σύνορα, φυσικά όρια κ.λπ.), ή κοινωνικές (ηλικία, φύλλο, τάξη, φυλή κ.λπ.). Στην Ελλάδα σήμερα, η ύπαιθρος είναι χώρος με αγροτικές δραστηριότητες (πρωτογενή τομέα) αλλά και πολλές άλλες, που είτε συνδέοντα άμεσα με την αγροτική παραγωγή (π.χ. αγροτουρισμός), ή αφορούν άλλους παραγωγικούς τομείς, όπως δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου, κατοικία, εργασία, μετακινήσεις, κ.λπ. Σε πολλές περιο-

χές της υπαίθρου η αγροτική παραγωγή δεν είναι πια η κυρίαρχη οικονομική δραστηριότητα, ούτε η κύρια χρήση του χώρου. Ο χαρακτηρισμός περιοχών όπως τα Μεσόγεια στην Αττική, η Αράχωβα, τα Ζαγοροχώρια, η Μύκονος μεταξύ άλλων ως «αγροτικών» δεν βοηθά στην κατανόηση διεργασιών και φαινομένων που αλλάζουν τη χρήση του χώρου, αλλά και τις αξίες και αντιλήψεις που συνδέονται με αυτόν. Έτσι, η μεταφραστική επιλογή της απόδοσης της υπαίθρου (rural) ως «αγροτικός χώρος» στο βιβλίο προκαλεί εντύπωση. Στον πρόλογο αναφέρεται η δυσκολία διάκρισης μεταξύ των «agricultural, farming και rural, countryside και country, πολύ περισσότερο που στην Ελλάδα από τη μια παραμένει έντονη τόσο στον επιστημονικό όσο και στον καθημερινό λόγο η πρόσδεση του γεωργικού με το αγροτικό … και από την άλλη, παρατηρούμε μια ευκολία ίσως καταχρηστική ορισμένες φορές, στη χρησιμοποίηση των όρων “ύπαιθρος” και “υπαιθριακός”» (σελ. 21). Ακόμη και αν δεχτεί όμως κανείς ότι ύπαιθρος=«αγροτικός χώρος», οι υπόλοιπες –όλο και σημαντικότερες– λειτουργίες και τα συμβολικά φορτία που αναφέρθηκαν δεν καλύπτονται. Παλαιότερα, είχα ισχυριστεί εδώ (με τον Χ. Βακουφάρη: «Αγροτική Ανάπτυξη ή Ανάπτυξη της Υπαίθρου; Εννοιολογικές Μεταβολές στην Κοινή Αγροτική Πολιτική και η Ελληνική Προσέγγιση στην Εφαρμογή της», Γεωγραφίες, 2006, Τεύχος 11, σελ. 34-50) ότι η επιλογή της ταύτισης της υπαίθρου με τον αγροτικό χώρο είναι και πολιτική επιλογή με την έννοια ότι θεωρεί τους «αγρότες» ως κύριους χρήστες

της υπαίθρου, ότι σε αυτούς «ανήκει» η ύπαιθρος. Σε αυτό το πλαίσιο η «διεκδίκηση» της υπαίθρου από άλλες πληθυσμιακές ομάδες δεν είναι δυνατή, ούτε πραγματικά ούτε συμβολικά. Συνεχίζω να πιστεύω ότι εξαιτίας των νέων εξελίξεων που προσπάθησα να περιγράψω παραπάνω –και που στο βιβλίο του Woods περιγράφονται με εξαιρετικά αναλυτικό και καθαρό τρόπο– μια νέα έννοια χρειάζεται και ένα νέο λεξιλόγιο που θα προσφέρει μια φρέσκια θεώρηση του συγκεκριμένου «υβριδικού» (σελ. 465) χώρου, μακριά από προκαταλήψεις και παγιωμένες συνδέσεις. Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε μέρη: μετά από μια κατατοπιστική εισαγωγή για τον ορισμό της υπαίθρου (του «αγροτικού» στη μετάφραση), στο δεύτερο μέρος τίθενται υπό διαπραγμάτευση διαδικασίες «αγροτικής αναδιάρθρωσης» (rural restructuring) όπως η παγκοσμιοποίηση, η αλλαγή παραγωγικών συστημάτων, η οικονομία της υπαίθρου, οι κοινωνικές και δημογραφικές αλλαγές, η αναδιάρθρωση υπηρεσιών στην ύπαιθρο και η σχέση μεταξύ περιβαλλοντικής μεταβολής και υπαίθρου. Στο τρίτο μέρος παρουσιάζονται οι «αποκρίσεις» στην αναδιάρθρωση αυτή, με εκτενή αναφορά σε πολιτικές ανάπτυξης της υπαίθρου και στη διακυβέρνησή της, ενώ στη συνέχεια συζητούνται οι τρόποι «πώλησης» της υπαίθρου, προστασίας της αλλά και συγκρούσεων στην ύπαιθρο. Στο τέταρτο μέρος παρουσιάζονται εμπειρίες από την αναδιάρθρωση με συζήτηση της απασχόλησης στην ύπαιθρο, τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Τέσσερα κεφάλαια δεν περιλαμβάνονται στην ελληνική έκ-


011:Layout 1

4/9/12

11:09 AM

Page 133

ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΙΖΟΣ

δοση με κύρια θέματα: (α) αλλαγή του τρόπου ζωής στην ύπαιθρο, (β) στέγαση, υγεία και έγκλημα, (γ) μεγαλώνοντας και γερνώντας στην ύπαιθρο, (δ) υπαιθρότητα, εθνική ταυτότητα και εθνικότητα και (ε) εναλλακτικοί τρόποι ζωής και εναλλακτικές κοινότητες στην ύπαιθρο. Η αιτιολόγηση της παράλειψής τους είναι ότι η θεματολογία τους επικεντρώνεται «σε παραδείγματα από τη Μεγάλη Βρετανία, τη Βόρεια Αμερική και τη Νέα Ζηλανδία» (σελ. 22), στους φοιτητές των

οποίων απευθύνεται το βιβλίο έτσι και αλλιώς. Όμως, ορισμένα από τα θέματα είναι σημαντικά και για την ελληνική ύπαιθρο, άσχετα αν για κάποια από αυτά «επίσημες» εκδοχές (όπως π.χ. εθνικές ταυτότητες, εθνικότητα, μετανάστευση, κλ.π.) επιμένουν να τα αγνοούν ή να τα θεωρούν λιγότερο σημαντικά από μία, αδιέξοδη πολλές φορές, επικέντρωση σε ζητήματα αγροτικής παραγωγής. Θεωρώ ότι μια σύντομη εισαγωγή σε αυτά αλλά και σε άλλα κεφάλαια και τοποθέτησή τους στο

ελληνικό ή και στο ευρωπαϊκό πλαίσιο θα έδινε πολλά. Το βιβλίο κλείνει με περιεκτικά συμπεράσματα στο πέμπτο μέρος. Η θεματολογία καλύπτει όλα τα θέματα, η γλώσσα είναι απλή και ιδιαίτερα στη διαπραγμάτευση των κοινωνικών αναπαραστάσεων καταφέρνει να κάνει κατανοητό ένα όχι εύκολο θέμα, αλλά, για βιβλίο γεωγραφίας, θα περίμενε κανείς ίσως περισσότερους χάρτες και ιδιαίτερα σε μικρότερες κλίμακες από το εθνικό και το ευρωπαϊκό.

133


011:Layout 1

4/9/12

11:09 AM

Page 134

C

O

N

T

G E O - C O M M E N T A R Y E C O N O M I C C R I S I S U R B A N I Z A T I O N

3

E

117 A N D

An interview with the geographer David Harvey

N

121

11

Costis Hadjimichalis Uneven Geographical Development and SocioSpatial Justice/Solidarity: European regions after the 2009 Financial Crisis Maria Ferentinou, Christos Chalkias Preliminary landslide risk assessment based on landslide susceptibility mapping – Application at regional scale

59 70

Dimitris Delikaraoglou, likaraoglou

Stefanos

De-

Evangelia Apostolopoulou

Social and economic impacts of environmental policy and the role of collaborative governance: The case of Schinias E V E N T S

108 113

A N D

D E B A T E S

Margaret Papachroni Clusters’ development policy Georgia Alexandri Conference Report: RC 21, ISU, Amsterdam, 2011

R E V I E W S

Panayotis Pantos Crisis, solidarity and economic emancipation. Book review essay on: James DeFilippis, Unmaking Goliath – Community Control in the Face of Global Capital, Routledge, Λονδίνο και ΝέαΥόρκη, 2004, και: Ash Amin (επ.), The Social Economy – International Perspectives on Economic Solidarity, Zed Books, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 2009

Myronidis Dimitris An assessment of the soil erosion risk in the Greek territory as a tool for the management of watersheds

The contribution of geodetic altimeter satellites in mapping the Greek area: a feasibility study for the exploitation of the wave energy.

89

127

B R I E F I N G

Dimitris Balabanidis Greece as sending and receiving country: access to housing and socio-spatial segregation in German and Greek cities

B O O K

41

S

Pashalis Samarinis, Dimitra Spanou, Evagelia Hadjikonstantinou Conference Report: 6th International Critical Geography Conference, Frankfourt, 2011

R E S E A R C H A R T I C L E S

T

131

Thanasis Kizos Book review on Michael Woods, (2001) Rural Geography: processes of rural transformations (Greek translation by Yorgos Lelissourgos, introduction by Th. Anthopoulou) Athens: Kritiki


N°19 - SPRING 2012 Editorial Committee Pavlos Marinos Delladetsimas (HUA), Vilrna Hastaoglou (AUTH), Maria Madouvalou (NTUA), Myron Myridis (AUTH), Nikos Papamichos (AUTH), Dina Vaiou (NTUA) Managing Editor Costis Hadjimichalis, Harokopio University, Athens, Tel. ++30 210 95 49 144, hadjimichalis@hua.gr Editorial Advisors

Chr. Agriantoni (KNE/EIE), E. Andricopoulou (AUTH), B. Filipacopoulou (NTUA), A. Gerolymbou (AUTH), B. Gizeli (Pedagogical Institute), E. Heliopoulou (Athens Org.), K. Kafkoula (AUTH), I. Karnavou (AUTH), B. Kasimis (U. of Patras), Chr. Koulouri (U. of Thraki), A. Kostantakopoulou (U. of Ioannina), L. Lambrianidis (U. of Macedonia), L. Louloudis (Agricultural U.), Th. Maloutas, (U. of Thessaly), Ch. Maroukian (U. of Athens), N. Beopoulos (Agricultural U.), H. Beriatos (U. of Thessaly / Ministry of Planning), K. Pavlopoulos (HUA), Y. Sakelis (Panteion U. / NCSR), G. Stathakis (U. of Crete), Th. Terkenli (U. of Aegean), A. Troumbis (U. of Aegean), P. Zeikou (Thessaloniki Org.) M. Bruneau (CNRS / U. de Bordeaux III), M.-D. Garcia Ramon (U. Autonoma de Barcelona), R. Hudson (U. of Durham), V. Plum (Roskilde U. Center), R. van der Vaart (U. of Utrecht)

GUIDELINES TO AUTHORS 1. Geographies publish original theoretical and empirical papers and encourage international contributions beyond Greek-related themes. The journal also welcomes shorter comments, research briefings and conference reports as well as book reviews. All scientific papers are reviewed by two anonymous referees and all other material by the Editorial Committee. 2. Scientific papers should be 6500-8000 words and contributions to other sections 1500-2000 words. Authors should submit carefully checked manuscripts in three hard copies typed 1,5 line-spaced with 3 cm margins all round. The title of the paper with names, address, telephone, affiliation and e-mail should appear in the front page only. The title and the main text will follow. After final acceptance the author/s should send two hard copies and a disk in .doc or ascii format. 3. All papers should come with title, names and an abstract of 200 words in Greek and English or French. 4. Tables, diagrams and maps should be in black and white and should be submitted in both hard and disc format. Photos can be submitted in colour but they will be printed in black and white. 5. For references use the Harvard system (authors and year of publication in the text) and place the full reference in a List of References at the end of the main text. 6. The author/s will receive two complimentary copies of the journal after pubhcation.

Price: 15€ One-year subscription: 25€. Students: 20€. Organizations and Libraries: 45€ Address for correspondence: GEOGRAPHIES, Department of Geography, Harokopio University, EL Venizelou 70, Kallithea 176 71, Greece. Tel: ++30 210 95 49 176, geographies@hua.gr Publication, subscriptions and distribution: Nissos Publications, 14, Sarri str., 10553 Athens, Greece, tel./fax: ++ 210 3250058, info@nissos.gr

ISSN: 1109-186X



Περιοδικό Γεωγραφίες_Τεύχος 19