Page 1

Δ’ Τάξη

Σχ. Έτος: 2009-2010


Eισαγωγικό ΢ημείωμα Εμείς, τα παιδιά της Δ’ Δημοτικού, γράψαμε και εικονογραφήσαμε τα παρακάτω ανάποδα.... παραμύθια. Την ιδέα την πήραμε από το μάθημα της Γλώσσας και συγκεκριμένα από την ενότητα «Η παράσταση αρχίζει». Έτσι μετατρέψαμε τους κακούς ήρωες σε καλούς και τους καλούς σε κακούς. Έχουμε λοιπόν, καλούς λύκους, και καλές μητριές και κακιά Κοκκινοσκουφίτσα, Χιονάτη, Σταχτοπούτα, γουρουνάκια, κατσικάκια κ.α. Εσείς τι νομίζετε ότι θα γίνει; Εμείς πάντως βάλαμε όλη τη φαντασία μας και νομίζουμε ότι τα παραμύθια μας είναι απολαυστικά. Ελπίζουμε να σας αρέσουν κι εσάς. Καλή ανάγνωση!


Η ΚΟΚΚΙΝΟ΢ΚΟΤΥΙΣ΢Α ΚΑΙ Ο ΛΤΚΟ΢ Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα κακό κορίτσι που το έλεγαν Κοκκινοσκουφίτσα. Μια πολύ ηλιόλουστη μέρα η Κοκκινοσκουφίτσα πήγε στη γιαγιά της. Στο δρόμο για το σπίτι συνάντησε έναν καλό, πολύ πολύ καλό λύκο, που την ρώτησε ευγενικά πού πηγαίνει. Η Κοκκινοσκουφίτσα, μόλις τον είδε άρχισε να τον κυνηγάει με λύσσα, σαν να ήθελε να τον φάει. Ταυτόχρονα του πετούσε πέτρες, ξύλα και αυγά. Πολύ γρήγορα όμως, κατάλαβε, πως της τελείωσαν, αυτά που πέταγε. Τότε άρχισε να γελά πάρα πολύ δυνατά και τρόμαξε όλα τα ζώα του δάσους. Μόνο ο λύκος δεν τρόμαξε, αλλά και την πλησίασε και της είπε: «Να πας από αυτό το μονοπάτι που υπάρχουν πολλές φράουλες και λουλούδια». Η Κοκκινοσκουφίτσα, που έκανε πάντα του κεφαλιού της, πήγε από το άλλο μονοπάτι που υπήρχαν φίδια, αγκάθια και άγρια ζώα. Δεν τρόμαξε καθόλου απ’ αυτά, αντίθετα τα έφαγε. Όμως στο δάσος, είχε πέσει μια βαριά αρρώστια, και η Κοκκινοσκουφίτσα με τα πολλά ζώα που έφαγε την είχε κολλήσει. Ο λύκος, στο μεταξύ, είχε φτάσει πρώτος στο σπίτι της γιαγιάς για να την προειδοποιήσει, ότι η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν πολύ κακό κορίτσι. Μετά από λίγο ήρθε και η άρρωστη Κοκκινοσκουφίτσα. Όμως ο καλός λύκος και η γιαγιά την φρόντισαν. Μετά από πολλές ημέρες έγινε καλά και τότε κατάλαβε πως πρέπει να αγαπά την οικογένειά της και τα ζώα. Έτσι, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Φρυσούλα ΢ταθερού


ΣΑ ΣΡΙΑ ΓΟΤΡΟΤΝΑΚΙΑ Μια φορά κι έναν καιρό ένας καλός λύκος ήθελε να χτίσει τρία σπιτάκια. Το ένα θα ήταν από άχυρο, το άλλο από ξύλα και το τελευταίο από τούβλα. Εκεί κοντά ζούσαν και τρία κακά γουρουνάκια. Το μόνο που σκεφτόντουσαν ήταν πώς θα κάνουν κακό στο λύκο. Μια ανοιξιάτικη ημέρα, ο λύκος ξεκίνησε, να χτίζει το αχυρένιο σπιτάκι. Όταν το τελείωσε το πρώτο γουρουνάκι, ο Τομ, το φύσηξε τόσο δυνατά που το σπιτάκι του καλού λύκου γκρεμίστηκε και όσα πράγματα είχε μέσα του έσπασαν. Μετά σκέφτηκε να φτιάξει το ξύλινο σπιτάκι, γιατί νόμιζε ότι θα ήταν πιο ασφαλές. Όμως έκανε λάθος, γιατί το δεύτερο γουρουνάκι, ο Φρατζέσκο, πήρε μια βαθιά ανάσα και διέλυσε το σπιτάκι. Στενοχωρημένος ο λύκος έκτισε και το τρίτο σπιτάκι με τα τούβλα. Το τρίτο γουρουνάκι, ο Τιμ, πήγε κι αυτός με τη σειρά του, να το γκρεμίσει, αλλά όσο κι αν προσπάθησε δεν κατάφερε να το καταστρέψει. Ήρθε ο χειμώνας και ο λύκος ζούσε ευτυχισμένος στο τούβλινο σπιτάκι του. Τα τρία γουρουνάκια, όμως, δεν είχαν σπίτι να μείνουν. Τότε χτύπησαν την πόρτα του λύκου και τον παρακάλεσαν να τα αφήσει να μείνουν μαζί του. Ο λύκος συμφώνησε και τα γουρουνάκια του υποσχέθηκαν ότι δεν θα τον ξαναπειράξουν. Έτσι κι έγινε. Και έζησαν όλοι μαζί καλά, χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Κοσμάς Μαρινάτος


Η ΢ΣΑΦΣΟΠΟΤΣΑ Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, που είχαν ένα παιδάκι. Όταν πέθανε η βασίλισσα, ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε μια γυναίκα που είχε δύο κόρες. Τα κορίτσια ήταν πάρα πολύ καλά. Το κοριτσάκι του βασιλιά το βάφτισαν Σταχτοπούτα. Όταν η Σταχτοπούτα μεγάλωσε, έγινε πολύ αχάριστη. Ο βασιλιάς κατάλαβε το χαρακτήρα της κόρης του και όσο ζούσε προστάτευε τα άλλα κορίτσια. Όταν όμως πέθανε ο πατέρας της η Σταχτοπούτα έβαζε τις δύο κόρες της γυναίκας να καθαρίζουν όλο το παλάτι. Κάποια μέρα ήρθαν τέσσερις προσκλήσεις από ένα άλλο παλάτι για τα γενέθλια του πρίγκιπα. Τότε η Σταχτοπούτα τις έσκισε και άφησε μόνο τη δική της. Οι γυναίκα και οι κόρες της στενοχωρήθηκαν πολύ. Τη μέρα των γενεθλίων η Σταχτοπούτα έβαλε τα κορίτσια να της ράψουν το φόρεμα, να το πλύνουν, να το σιδερώσουν και να της φτιάξουν τα μαλλιά. Όταν όμως, βγήκε από το σπίτι εμφανίστηκε η καλή νεράιδα και της έδωσε κι ένα ζευγάρι παπούτσια. Πήγε στο παλάτι και οι αδερφές της έκλαιγαν. Τότε εμφανίστηκε μια άλλη νεράιδα και τους έδωσε δύο πανέμορφα φορέματα για να πάνε κι αυτές στο χορό. Χαρούμενες ξεκίνησαν κι αυτές για το παλάτι. Έφτασαν και μπήκαν στη μεγάλη αίθουσα χορού. Εκείνη τη στιγμή η Σταχτοπούτα χόρευε με τον πρίγκιπα. Μόλις τις είδε θύμωσε πολύ. Τις φώναξε έξω και τις μάλωσε. Αυτές άρχισαν πάλι να κλαίνε. Από το πολύ κλάμα τους η Σταχτοπούτα στενοχωρήθηκε, κατάλαβε πόσο άσχημα τους φέρθηκε και ζήτησε συγγνώμη. Μετά από λίγες ημέρες παντρεύτηκε τον πρίγκιπα και οι αδερφές της έγιναν κουμπάρες. Κι έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ευαγγελία Σριανταφύλλου


Ο ΛΤΚΟ΢ ΚΑΙ ΣΑ ΕΠΣΑ ΚΑΣ΢ΙΚΑΚΙΑ Μια φορά κι έναν καιρό ήταν εφτά κακά κατσίκια και στο ίδιο χωριό ζούσε ένας πολύ κακός λύκος. Μια φορά τα κατσικάκια αποφάσισαν να πάνε να επιτεθούν στο λύκο και να του διαλύσουν το σπίτι. Έτσι πήγαν και βάφτηκαν μαύρα. Όταν έφτασαν κοντά στο σπίτι του λύκου όρμησαν σαν τρελά κι άνοιξαν την πόρτα. Όταν ο λύκος τα πήρε είδηση προσπάθησε να τα σταματήσει αλλά δεν τα κατάφερε. Κι έτσι του διέλυσαν όλο το σπίτι κι άρχισαν να τον χτυπούν. Ο λύκος προσπάθησε να τους ξεφύγει κι όλη μέρα έτρεχαν στο δάσος. Στο τέλος τα κατσίκια κουράστηκαν και πήγαν να κοιμηθούν. Την άλλη μέρα αποφάσισαν να βαφτούν πορτοκαλί αλλά αρρώστησαν. Μόλις το έμαθε αυτό ο λύκος πήγε και τα φρόντισε μέχρι να γίνουν καλά. Από τότε τα κατσικάκια δεν τον ξαναπείραξαν και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Γιάννης Δανιηλίδης


ΣΑ ΣΡΙΑ ΓΟΤΡΟΤΝΑΚΙΑ Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν σε ένα δάσος τρία κακά γουρουνάκια. Τα γουρουνάκια έχτισαν τρία σπίτια. Στο ίδιο δάσος ζούσαν και δύο λύκοι, ένας κακός και ένας καλός. Ο καλός λύκος συμπεριφερόταν σε όλα τα ζώα με καλό τρόπο. Τα γουρουνάκια, όμως, τον κορόιδευαν. Όταν ήρθε ο χειμώνας, ο κακός λύκος κρύωνε πάρα πολύ, όμως τα γουρουνάκια δεν τον άφηναν να μπει μέσα στα σπίτια τους. Ακόμα πεινούσε και τους ζητούσε λίγη τροφή, αλλά αυτά πάλι δεν του έδιναν να φάει. Τότε ο λύκος θύμωσε και τους γκρέμισε τα σπιτάκια. Τα γουρουνάκια κρύφτηκαν στο δάσος, γιατί ο κακός λύκος τα κυνηγούσε κι ήθελε να τα πιάσει και να τα φάει. Ο καλός λύκος του επιτέθηκε και τον έδιωξε, όμως ο ίδιος τραυματίστηκε. Τα δύο από τα τρία γουρουνάκια έφτιαξαν ένα άλλο σπιτάκι και το τρίτο τον γιάτρεψε. Πήγαν όλοι μαζί και έμειναν στο καινούριο σπίτι και τα γουρουνάκια έγιναν ευγενικά. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Γιούλη Ντάουτ


Η ΦΙΟΝΑΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΣΑ ΝΑΝΟΙ Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια κακιά κοπέλα η Χιονάτη. Ζούσε σε ένα κάστρο και δεν έκανε καθόλου δουλειές, γιατί ήταν τεμπέλα. Όσο κι αν προσπαθούσε η καλή βασίλισσα που ζούσε μαζί της να την αλλάξει και να την κάνει καλύτερη δεν τα κατάφερνε. Μια μέρα πήγε βόλτα στο δάσος. Εκεί είδε ένα μικρό σπιτάκι. Γεμάτη περιέργεια άνοιξε την πορτούλα, έσκυψε και μπήκε. Μέσα όλα ήταν μικρά. Επειδή ήταν πολύ κουρασμένη πήγε και κοιμήθηκε στα μικρά κρεβάτια. Σε λίγο ήρθαν οι νάνοι. Μπήκαν μέσα κι είδαν μια όμορφη κοπέλα να κοιμάται. Δεν ήξεραν όμως πόσο κακιά ήταν. Όταν η Χιονάτη ξύπνησε και τους είδε τρόμαξε. Με άσχημο τρόπο τους έδιωξε από το σπίτι τους. Ήταν τόσο θυμωμένη που οι νάνοι φοβήθηκαν κι έφυγαν. Πέρασαν δέκα χρόνια . Η Χιονάτη αποφάσισε να γυρίσει στο κάστρο. Πριν φύγει από το σπίτι πήρε λίγα μήλα και τα έβαψε με δηλητήριο. Τα πήγε στη βασίλισσα και της είπε πως της τα έφερε για δώρο. Εκείνη την πίστεψε, τα έφαγε όλα και πέθανε. Η Χιονάτη γύρισε πάλι στο σπιτάκι των νάνων στο δάσος. Όμως, όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο και περισσότερο μόνη ένιωθε. Όλοι ήξεραν για την κακία της και κανείς δεν την ήθελε. Κάθισε λοιπόν και σκέφτηκε όλα όσα είχε κάνει. Μετάνιωσε πολύ. Έψαξε, βρήκε τους νάνους, τους ζήτησε συγγνώμη και να γυρίσουν στο σπίτι τους. Από τότε έγινε πολύ καλή κοπέλα. Τους μαγείρευε, τους έπλενε, τους έφτιαχνε ωραία γλυκά, μάζευε λουλούδια και στόλιζε το σπίτι. Όταν γύριζαν οι νάνοι από τη δουλειά τους, έτρωγαν το φαγητό και το γλυκό τους, χόρευαν και πήγαιναν χαρούμενοι στα κρεβάτια τους. Έτσι έζησαν όλοι μαζί για πολλά – πολλά χρόνια χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Μαρία Σριανταφύλλου


Η ΢ΣΑΦΣΟΠΟΤΣΑ Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια πολύ κακιά κοπέλα που την έλεγαν Σταχτοπούτα μαζί με τη μητριά και τις κόρες της μητριάς, που όμως ήταν πολύ καλές. Η Σταχτοπούτα έβαζε συνέχεια τα άλλα κορίτσια να καθαρίζουν το σπίτι και να κάνουν όλες τις δουλειές. Μια μέρα ήρθε στο σπίτι τους ένας βασιλιάς να δώσει προσκλήσεις για το βασιλικό χορό. Τα κορίτσια ρώταγαν τι είναι αυτές οι προσκλήσεις κι αν μπορούν να πάνε κι αυτές στο χορό, η Σταχτοπούτα όμως τους είπε όχι. Όταν βράδιασε η Σταχτοπούτα ετοιμαζόταν χωρίς να πει στις αδερφές της που θα πήγαινε. Το μόνο που τους είπε ήταν ότι ήθελε να δει το σπίτι καθαρό, όταν γύριζε. Εκείνες συμφώνησαν. Έκαναν ό,τι τους ζήτησε και όταν κουράστηκαν ήρθε η καλή νεράιδα και τους είπε: - Ελάτε εδώ να σας κάνω ωραία φορέματα. Μόλις όμως έρθουν τα μεσάνυχτα, τα μάγια θα λυθούν και πρέπει να είστε εδώ. Μετά πήρε τη γάτα και την έκανε αμαξά και κολοκύθες και τις έκανε άμαξα. Με το που έφτασαν στο παλάτι ο κόσμος εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά τους. Η κακιά Σταχτοπούτα αναρωτιόταν ποιες είναι αυτές. Ο πρίγκιπας χόρεψε με τη μια. Όταν το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα έφυγαν και ο πρίγκιπας στενοχωρήθηκε πολύ. Όμως η μια από τις δύο μητριές έχασε το γυάλινο γοβάκι της και όταν το βρήκε ο πρίγκιπας διέταξε να το δοκιμάσουν όλες οι κοπέλες του βασιλείου και σε όποια ταίριαζε θα την παντρευόταν. Η Σταχτοπούτα τις κλείδωσε στο δωμάτιό τους και ήθελε να δοκιμάσει το γοβάκι μόνο εκείνη. Όμως δεν της χωρούσε στο πόδι. Στο μεταξύ οι αδερφές της ξεκλειδώθηκαν και πήγαν να δοκιμάσουν κι αυτές το γοβάκι. Η πρώτη είχε αδύνατο πόδι και δεν της έκανε, όμως της δεύτερης της ταίριαζε τέλεια. Ο γάμος έγινε αλλά η Σταχτοπούτα δεν πήγε, γιατί λιποθύμησε. Κανείς όμως δεν την πίστεψε. Νόμιζαν ότι το έκανε επίτηδες και την άφησαν μόνη της. Όταν συνήλθε κατάλαβε ότι δεν πρέπει να είναι τόσο κακιά και άρχισε να κάνει καλές πράξεις. Από τότε έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Αντωνία Κυρίτση


Ο ΛΤΚΟ΢ ΚΑΙ ΣΑ ΕΠΣΑ ΚΑΣ΢ΙΚΑΚΙΑ Μια φορά κι έναν καιρό ήταν επτά κατσικάκια. Αυτά ήταν πολύ κακά. Μάλωναν συνέχεια και δεν ήθελαν να φάνε το φαγητό τους. Μια μέρα ένας καλός λύκος πλησίασε το σπίτι τους και τα άκουσε να σκαρώνουν ένα σχέδιο για να τον τρομάξουν. Τότε έφυγε γρήγορα για το σπιτάκι του. Μια άλλη μέρα, πάλι, τα άκουσαν να ετοιμάζουν πολλά σχέδια για να τον σκοτώσουν. Κρύφτηκε πολύ καλά και τα κατσικάκια τον έψαχναν όλη μέρα και δεν τον έβρισκαν. Τελικά ο καλός λύκος σώθηκε, γιατί τα κατσικάκια κουράστηκαν πολύ, σταμάτησαν να τον ψάχνουν και γύρισαν στο σπίτι τους να φάνε και να πάνε για ύπνο. Είδαν όμως ένα πολύ τρομακτικό όνειρο. Το άλλο πρωί τα κατσικάκια αποφάσισαν να αγαπούν τους άλλους. Κι έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Αντριάν Σσερίκου

ΠΗΣΕΡ ΠΑΝ Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ο Πήτερ Παν, που ήταν κακός. Μαζί με τα άλλα παιδιά πήγαν στο καράβι που ζούσε ο καλός καπτεν – Χουκ. Εκεί έκαναν πολλές ζαβολιές και μαζί με την Τινκερμπελ έσπασαν τις σανίδες του καραβιού και του πήραν τον παπαγάλο. Αφού χόρτασαν παιχνίδι γύρισαν στο δεντρόσπιτο. Όταν ο καπτεν – Χουκ γύρισε στο καράβι του και είδε τι είχαν κάνει θύμωσε πολύ. Πήγε στο δεντρόσπιτο και ζήτησε ευγενικά τον παπαγάλο του. Όμως ο Πήτερ Παν δεν του τον έδινε. Τότε πολέμησαν και ο καπτεν – Χουκ νίκησε. Ο Πήτερ Παν και τα παιδιά του ζήτησαν συγγνώμη, του έδωσαν τον παπαγάλο του και πήγαν πίσω στο καράβι και έφτιαξαν τις σπασμένες σανίδες. Από τότε ζούσαν όλοι μαζί φίλοι και αγαπημένοι. Μανώλης Μαριάνος


Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ ΚΑΙ Ο ΛΥΚΟΣ Μηα θνξά θη έλαλ θαηξό δνύζε κηα θαθή Κνθθηλνζθνπθίηζα θη έλαο θαιόο ιύθνο. Η κακά ηεο Κνθθηλνζθνπθίηζαο ηεο είπε λα πάεη θαγεηό ζηε γηαγηά ηεο. Η Κνθθηλνζθνπθίηζα έθαγε ην θαγεηό ηεο γηαγηάο. Σην δξόκν ζπλάληεζε έλαλ θαιό ιύθν: - Πνπ παο Κνθθηλνζθνπθίηζα; ξώηεζε ν ιύθνο. - Η κακά κνπ κε βάδεη ζπλέρεηα ζε δνπιεηέο. Τώξα κε ζηέιλεη ζηε γηαγηά, απάληεζε εθείλε. - Κνίηα λα αγαπάο ηε γηαγηά ζνπ, ηεο είπε πάιη ν ιύθνο. - Όρη, ζα πάσ λα ηε θάσ είπε εθείλε κε θαθία. Μόιηο άθνπζε ηα ιόγηα απηά ν ιύθνο πήγε ζηε γηαγηά θαη ηελ έβαιε ζε άιιν δσκάηην, ληύζεθε απηόο γηαγηά, έβαιε θαη ηα γπαιηά ηεο θαη πεξίκελε ηελ Κνθθηλνζθνπθίηζα. Η Κνθθηλνζθνπθίηζα έθηαζε ζην ζπίηη θαη ρηύπεζε ηελ πόξηα ζπκσκέλα. - Πνηνο είλαη; ιέεη ν ιύθνο κε ηε θσλή ηεο γηαγηάο. - Είκαη ε θαθηά Κνθθηλνζθνπθίηζα. - Πέξαζε. Η Κνθθηλνζθνπθίηζα είρε καδέςεη δειεηεξηαζκέλα ινπινύδηα. Όηαλ ηα έδσζε ζην ιύθν, επεηδή λόκηδε όηη ήηαλ ε γηαγηά ηεο, ν ιύθνο ηα πέηαμε επάλσ ηεο, ηελ έπηαζε θαγνύξα θαη έμπλε θαη έμπλε πνιύ ην πξόζσπό ηεο. Έθπγε ινηπόλ ηξέρνληαο από ην ζπηηάθη ηεο γηαγηάο. Μεηά ν θαιόο ιύθνο έθηηαμε ζνύπα γηα ηε γηαγηά, έθαηζαλ, έθαγαλ, θώλαμαλ θαη έλαλ γείηνλα λα ηνπο θάλεη παξέα θαη όινη έδεζαλ θαιά θαη εκείο θαιύηεξα. Αβραάμ Σούσι

paramythia apo tin anapodi  

paramythia apo tin anapodi apo tin tetarti taksi tou dimotikou sholeiou antiparou

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you