Page 1

LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013 TEYXOΣ 33

diplomatique

H στρατηγική της Αριστεράς για το μέλλον ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η επιστροφή των τελετουργικών διαφωνιών για το ύψος της μεγέθυνσης, τη μετανάστευση ή το τελευταίο επεισόδιο του αστυνομικού δελτίου ενισχύουν την άποψη ότι η νεοφιλελεύθερη τάξη ξαναβρήκε τον ρυθμό της. Το σοκ της χρηματοπιστωτικής κρίσης δεν μοιάζει να την τάραξε μακροπρόθεσμα. Αν δεν περιμένουμε οι κάποιες αυθόρμητες εξεγέρσεις να οδηγήσουν σε μια γενικευμένη ρηξικέλευθη απάντηση, ποιες είναι τότε οι προτεραιότητες και ποια μέθοδο θα πρέπει να ακολουθήσουμε για να αλλάξουμε τα δεδομένα; «Η χώρα απαιτεί τολμηρούς και έντονους πειραματισμούς. Η λογική υπαγορεύει να επιλέγεις μια μέθοδο και να τη δοκιμάζεις. Αν αποτύχει, παραδεχτείτε το με ειλικρίνεια και δοκιμάστε κάτι άλλο. Αλλά, τέλος πάντων, δοκιμάστε κάτι»! Φραγκλίνος Ρούσβελτ, 22 Μαΐου 1932 Του Serge Halimi*

Π

έντε χρόνια έχουν περάσει από τη χρεωκοπία της Lehman Brothers, στις 15 Σεπτεμβρίου του 2008. Η νομιμοποίηση του καπιταλισμού ως μορφής οργάνωσης έχει δεχτεί πλήγμα. Οι υποσχέσεις του για ευημερία, κοινωνική κινητικότητα και δημοκρατία δεν ξεγελούν πια. Όμως δεν έχει επέλθει η μεγάλη ανατροπή. Το σύστημα δέχτηκε διαδοχικές αμφισβητήσεις, χωρίς να κλονιστεί. Το τίμημα των αποτυχιών, μάλιστα, ήταν η κατάργηση ορισμένων κοινωνικών κατακτήσεων

* Ο Serge Halimi είναι διευθυντής της «Le Monde diplomatique»

που είχαν κερδηθεί με κόπο. «Οι φονταμενταλιστές των αγορών έχουν πέσει έξω σχεδόν στα πάντα, ωστόσο ποτέ πριν δεν είχαν πετύχει μια τόσο πλήρη κυριαρχία στην πολιτική σκηνή», διαπίστωνε πριν από τρία χρόνια ο Αμερικανός οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν1. Εν ολίγοις, το σύστημα αντέχει, έστω και με τον αυτόματο πιλότο. Κι αυτό δεν τιμά τους αντιπάλους του. Τι συνέβη; Και τι πρέπει να κάνουμε; Η αντιιμπεριαλιστική Αριστερά απορρίπτει τον οικονομικό μονόδρομο, διότι κατανοεί ότι είναι η πολιτική βούληση που τον έχει δημιουργήσει. Θα έπρεπε, λοιπόν, να είχε βγάλει το συμπέρασμα ότι η οικονομική λαίλαπα της περιόδου 2007 - 2008 δεν θα έστρωνε κόκκινο χαλί στα σχέδιά της. Αυτό, άλλωστε, υποδεικνύει και η εμπειρία της δεκαετίας του ‘30. Ανάλογα με την κατάσταση που επικρατεί σε κάθε χώρα, τις κοινωνικές συμμαχίες και τις πολιτικές στρατηγικές, η ίδια οικονομική κρίση μπορεί να δώσει εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους αποτελέσματα, όπως την άνοδο του Χίτλερ στη Γερμανία, το Νιου Ντιλ στις ΗΠΑ, το Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία και όχι σπουδαία πράγματα στη Βρετανία. Πολύ αργότερα, με διαφορά λίγων μηνών, ο Ρόναλντ Ρέιγκαν έκανε την είσοδό του στον Λευκό Οίκο και ο Φρανσουά Μιτεράν στα Ηλύσια Πεδία. Ο Νικολά Σαρκοζί ηττήθηκε στη Γαλλία και ο Μπάρακ

«Οι φονταμενταλιστές των αγορών έχουν πέσει έξω σχεδόν στα πάντα, ωστόσο ποτέ πριν δεν είχαν πετύχει μια τόσο πλήρη κυριαρχία στην πολιτική σκηνή» Πολ Κρούγκμαν

Ομπάμα επανεξελέγη στις ΗΠΑ. Επομένως, η τύχη, το ταλέντο και η πολιτική στρατηγική δεν αποτελούν διακοσμητικές μεταβλητές που θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν την κοινωνιολογία μιας χώρας ή την οικονομική της κατάσταση. Η τελευταία νίκη των νεοφιλελεύθερων οφείλει πολλά στη βοήθεια του ιππικού των αναδυόμενων οικονομιών. Γιατί «η ανατροπή του κόσμου» υπήρξε επίσης και η είσοδος στον χορό του καπιταλισμού των Κινέζων, των Ινδών και των Βραζιλιάνων παραγωγών και καταναλωτών, οι οποίοι έγιναν οι εφεδρικές δυνάμεις του συστήματος τη στιγμή που έμοιαζε να ψυχορραγεί.

Μόνο μέσα στα τελευταία δέκα χρόνια, το μερίδιο των μεγάλων αναδυόμενων χωρών στην παγκόσμια παραγωγή ανέβηκε από το 38% στο 50%. Η νέα φάμπρικα του κόσμου έγινε παράλληλα μία από τις σημαντικότερες αγορές του: από το 2009, η Γερμανία κάνει περισσότερες εξαγωγές προς την Κίνα παρά προς τις ΗΠΑ. Η ύπαρξη «εθνικών αστικών τάξεων» -και η εφαρμογή εθνικών λύσεων- προσκρούει, λοιπόν, στο γεγονός ότι οι κυρίαρχες τάξεις σε ολόκληρο τον κόσμο είναι πλέον αλληλένδετες. Εκτός κι αν κάποιος παραμένει κολλημένος στον αντιιμπεριαλισμό της δεκαετίας του ‘60, πώς να αναμένει ότι, για παράδειγμα, μια προοδευτική λύση στα σημερινά προβλήματα μπορεί να ξεκινήσει από τις πολιτικές ελίτ της Κίνας, της Ρωσίας και της Ινδίας - τόσο αργυρώνητες όσο κι εκείνες στη Δύση; Η παλινδρόμηση ωστόσο, δεν ήταν καθολική. «Η Λατινική Αμερική αποτέλεσε το success story της παγκόσμιας Αριστεράς, την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Αυτό αποδεικνύεται εις διπλούν. Πρώτον, τα κόμματα της Αριστεράς ή της Κεντροαριστεράς πέτυχαν εντυπωσιακές διαδοχικές εκλογικές νίκες. Δεύτερον, οι κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής πήραν για πρώτη φορά ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 34


LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

diplomatique

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 33

ομαδικά τις αποστάσεις τους από τις ΗΠΑ. Η Λατινική Αμερική έγινε μια σχετικά αυτόνομη γεωπολιτική δύναμη», τόνιζε πριν από τρία χρόνια ο κοινωνιολόγος Ιμάνιουελ Βαλερστάιν2. Η περιφερειακή ολοκλήρωση, που για τους πιο τολμηρούς προοιωνίζεται τον «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα», για άλλους θέτει τις βάσεις μιας από τις μεγαλύτερες αγορές στον κόσμο. Το παιχνίδι, πάντως, παραμένει πιο ανοιχτό στην πρώην πίσω αυλή των ΗΠΑ, παρά στο εσωτερικό του ευρωπαϊκού εκτοπλάσματος. Και αν η Λατινική Αμερική γνώρισε έξι απόπειρες πραξικοπήματος σε λιγότερα από δέκα χρόνια (Βενεζουέλα, Βολιβία, Ονδούρα, Εκουαδόρ και Παραγουάη), αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι οι πολιτικές αλλαγές που δρομολόγησαν οι δυνάμεις της Αριστεράς όντως απείλησαν την κοινωνική τάξη και μετέβαλαν τις συνθήκες διαβίωσης του κόσμου. Με αυτό τον τρόπο αποδεικνύεται ότι υπάρχει εναλλακτικός δρόμος, ότι δεν είναι τα πάντα αδύνατα, αλλά για να δημιουργήσεις τις συνθήκες της επιτυχίας πρέπει να επιδοθείς σε δομικές, οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις που κινητοποιούν τα λαϊκά στρώματα, τα οποία η έλλειψη προοπτικής είχε εγκλωβίσει στην απάθεια, τον μυστικισμό ή στην ατομική επινοητικότητα. Ίσως είναι αυτός ο τρόπος που αγωνιζόμαστε σήμερα κατά της Άκρας Δεξιάς. Δομικές αλλαγές, ναι, ποιες όμως; Οι νεοφιλελεύθεροι κατάφεραν να ριζώσουν τόσο βαθιά την ιδέα ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση», ώστε να πείσουν και τους αντιπάλους τους, σε σημείο που αυτοί να ξεχνούν καμιά φορά και τις δικές τους προτάσεις... Ας θυμηθούμε μερικές, έχοντας στο μυαλό μας ότι όσο πιο φιλόδοξες μοιάζουν σήμερα, τόσο επείγει να τις προσαρμόσουμε χωρίς καθυστέρηση. Και χωρίς να ξεχνάμε ποτέ ότι, αν φαίνονται σκληρές, είναι εξαιτίας της βίας της κοινωνικής τάξης που θέλουν να αποδομήσουν. Πώς να βάλεις φρένο σε αυτή την τάξη και κατόπιν να την αποκρούσεις; Η επέκταση του μη εμπορικού τομέα, καθώς και της οικονομίας του δωρεάν, θα απαντούσε με μιας σε αυτό τον διπλό στόχο. Ο οικονομολόγος Αντρέ Ορλεάν θυμίζει ότι, τον 16ο αιώνα, «η γη δεν αποτελούσε ανταλλάξιμο αγαθό, αλλά αγαθό κοινό και μη διαπραγματεύσιμο, πράγμα που εξηγεί την έντονη αντίσταση στον νόμο για την περίφραξη των κοινοτικών βοσκότοπων». Και προσθέτει: «Το ίδιο συμβαίνει σήμερα με την εμπορευματοποίηση των ζώντων οργανισμών. Ένα μπράτσο ή το αίμα δεν μας παρουσιάζονται ακόμα ως προϊόντα, αλλά τι θα γίνει αύριο;». Για να αποκρούσουμε αυτήν την επίθεση, θα ήταν ίσως προς το συμφέρον μας να προσδιορίσουμε δημοκρατικά μερικές βασικές ανάγκες (στέγη, τροφή, πολιτισμός, επικοινωνίες, μεταφορές), να επιχειρήσουμε τη χρηματοδότησή τους από το σύνολο και να τις προσφέρουμε σε όλους. Δηλαδή, όπως συνιστά ο κοινωνιολόγος Αλέν Ακαρντό, «να επεκτείνουμε με ταχύτητα και συνέπεια τις δημόσιες υπηρεσίες έως ότου υλοποιηθεί η ‘δωρεάν’ κάλυψη όλων των βασικών αναγκών, με γνώμονα την ιστορική τους εξέλιξη, κάτι που δεν νοείται από οικονομικής σκοπιάς, παρά μόνο με την επιστροφή στο κοινωνικό σύ-

LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

diplomatique

Θα έπρεπε η Αριστερά να είχε βγάλει το συμπέρασμα ότι η οικονομική λαίλαπα της περιόδου 2007 - 2008 δεν θα έστρωνε κόκκινο χαλί στα σχέδιά της

νολο όλων των πόρων και όλου του πλούτου που υπηρετούν το κοινωνικό έργο και τα οποία είναι προϊόντα της προσπάθειας όλων». Έτσι, αντί να εκμεταλλευόμαστε τη ζήτηση αυξάνοντας τους μισθούς, θα μπορούσαμε να κοινωνικοποιήσουμε την προσφορά και να εγγυηθούμε στον καθένα νέες παροχές σε είδος. Πώς, όμως, να αποφύγουμε να πέσουμε από την τυραννία των αγορών στον απολυταρχισμό του κράτους; Ας ξεκινήσουμε, μας λέει ο κοινωνιολόγος Μπερνάρ Φριό, γενικεύοντας το μοντέλο των λαϊκών κατακτήσεων που βλέπουμε ότι λειτουργούν, την κοινωνική ασφάλιση, για παράδειγμα, εναντίον της οποίας βάλλουν όλες οι κυβερνήσεις, όπου κι αν ανήκουν. Αυτό το «κεκτημένο χειραφέτησης», που χάρη στην αρχή της εισφοράς κοινωνικοποιεί ένα σημαντικό τμήμα του πλούτου, χρηματοδοτεί τις συντάξεις, την ιατροφαρμακευτική κάλυψη των αρρώστων και τα επιδόματα των ανέργων. Διαφορετική από τον φόρο που εμπνεύστηκε και εισπράττει το κράτος,

η εισφορά δεν αποτελεί αντικείμενο συσσώρευσης και στο αρχικό της στάδιο τη ρύθμιζαν κατά κύριο λόγο οι ίδιοι οι μισθωτοί. Γιατί να μην το συνεχίσουμε; Ένα τέτοιο πρόγραμμα, εσκεμμένα επιθετικό, θα είχε τριπλό πλεονέκτημα. Κατ’ αρχήν, πολιτικό: παρ’ όλο που θεωρητικά προϋποθέτει ευρύτατη κοινωνική συναίνεση, δεν θα μπορούσε ποτέ να εφαρμοστεί από τους φιλελεύθερους ή την Άκρα Δεξιά. Κατόπιν, οικολογικό: αποτρέπει την αναβίωση του κεϊνσιανισμού, η οποία, παρατείνοντας το υπάρχον μοντέλο, θα επανερχόταν στην αρχή της «διοχέτευσης ενός χρηματικού ποσού στους τραπεζικούς λογαριασμούς, για να επιστρέψει στην κατανάλωση από τη διαφημιστική αστυνομία»3. Δίνει επίσης προτεραιότητα σε ανάγκες οι οποίες δεν καλύπτονται από την παραγωγή άχρηστων εμπορευμάτων σε χώρες με χαμηλούς μισθούς και την εν συνεχεία μεταφορά τους σε κοντέινερ από τη μια άκρη της γης στην άλλη. Τέλος, υπάρχει το δημοκρατικό πλεονέκτημα: ο προσδιορισμός συλλογικών προτεραιοτήτων (τι θα είναι δωρεάν, τι δεν θα είναι) δεν θα είναι πια προνόμιο των εκλεγμένων αρχόντων, των μετόχων ή των μανδαρίνων της διανόησης, που όλοι τους προέρχονται από τους ίδιους κοινωνικούς κύκλους. Επείγει μια τέτοια προσέγγιση. Με τον σημερινό παγκόσμιο συσχετισμό κοινωνικών δυνάμεων, η ραγδαία ρομποτοποίηση της βιομηχανικής εργασίας (αλλά και των υπηρεσιών) ενέχει όντως τον κίνδυνο της δημιουργίας νέας απόδοσης για το κεφάλαιο (πτώση του «εργατικού κόστους») και μαζικής ανεργίας με ολοένα μικρότερες αποζημιώσεις. Η Amazon ή τα εργαλεία αναζήτησης αποδεικνύουν καθημερινά ότι εκατοντάδες εκα-

τομμύρια πελατών εμπιστεύονται σε ρομπότ την επιλογή για τις εξόδους τους, τα ταξίδια τους, τα αναγνώσματά τους, τη μουσική που ακούν. Βιβλιοπωλεία, εφημερίδες και ταξιδιωτικά πρακτορεία πληρώνουν ήδη το σχετικό τίμημα. «Οι δέκα μεγαλύτερες επιχειρήσεις του Διαδικτύου, όπως το Google, το Facebook ή το Amazon», όπως μας αποκαλύπτει ο Ντόμινικ Μπάρτον, γενικός διευθυντής της McKinsey, «έχουν δημιουργήσει μόλις και μετά βίας 200.000 θέσεις εργασίας». Έχουν, ωστόσο, κερδίσει «εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια από τη χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση». Συνεπώς, για να γιατρέψει το πρόβλημα της ανεργίας, η άρχουσα τάξη κινδυνεύει να υιοθετήσει το σενάριο που φοβόταν ο φιλόσοφος Αντρέ Γκορζ, τη διαρκή καταπάτηση τομέων όπου ακόμα ισχύει το δωρεάν και η προσφορά: «Πού θα σταματήσει η μετατροπή όλων των δραστηριοτήτων σε επί πληρωμή δραστηριότητες, με λόγο ύπαρξης την πληρωμή και σκοπό το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος; Για πόσο καιρό ακόμα θα αντέξουν τα ιδιαιτέρως εύθραυστα όρια που εμποδίζουν τη μετατροπή σε επάγγελμα της μητρότητας και της πατρότητας, τη δημιουργία εμβρύων για εμπορικούς σκοπούς, την πώληση παιδιών ή το εμπόριο οργάνων»; Το ζήτημα του χρέους γίνεται εξίσου σημαντικό με το ζήτημα της δωρεάν οικονομίας, μόλις αποκαλυφθεί το πολιτικό και κοινωνικό του παρασκήνιο. Τίποτα πιο συνηθισμένο στην ιστορία από ένα κράτος που το έχουν αρπάξει από τον λαιμό οι δανειστές του και που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, απελευθερώνεται από τη μέγγενή τους για να μην επιβάλει πια στον λαό του διαρκή λιτότητα. Όπως η Δημοκρατία των Σοβιέτ, όταν

Υπεύθυνη έκδοσης: Βάλια Καϊμάκη Συντακτική ομάδα: Κορίνα Βασιλοπούλου, Θανάσης Κούτσης, Χάρης Λογοθέτης, Βασίλης Παπακριβόπουλος Επικοινωνία: info@monde-diplomatique.gr Αρχείο κειμένων: www.monde-diplomatique.gr Facebook: www.facebook.com/monde.diplomatique.gr


3/35

Η ΑΥΓΗ

ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013

αρνήθηκε να αναγνωρίσει τα δάνεια που είχε υπογράψει η Ρωσία επί τσάρου. Όπως ο Ρεμόν Πουανκαρέ, ο οποίος έσωσε το φράγκο... υποτιμώντας το κατά 80%, μειώνοντας έτσι το χρέος της Γαλλίας, το οποίο εξοφλήθηκε με υποτιμημένο νόμισμα. Το ίδιο έκαναν και οι ΗΠΑ και η Βρετανία μετά τον πόλεμο, οι οποίες, χωρίς πρόγραμμα λιτότητας, αλλά αφήνοντας τον πληθωρισμό να κυλήσει, μείωσαν σχεδόν στο μισό το φορτίο του δημόσιου χρέους τους4. Έκτοτε, εξαιτίας της κυριαρχίας του μονεταρισμού, η χρεωκοπία μετατράπηκε σε ιεροσυλία, ο πληθωρισμός τέθηκε υπό διωγμόν (ακόμα κι όταν το ποσοστό του είναι σχεδόν μηδενικό), η υποτίμηση έγινε απαγορευμένος καρπός. Αλλά, παρ’ όλο που οι πιστωτές έχουν απαλλαγεί από τον κίνδυνο της χρεωκοπίας, εξακολουθούν να απαιτούν «ασφάλιστρα κινδύνου». Εντούτοις, «σε κατάσταση υπερχρέωσης ιστορικών διαστάσεων», τονίζει ο οικονομολόγος Φρεντερίκ Λορντόν, «οι μόνες επιλογές είναι ανάμεσα σε μια δομική αναπροσαρμογή υπέρ των δανειστών ή στη ζημίωσή τους με τη μία ή την άλλη μορφή». Η διαγραφή ολόκληρου ή τμήματος του χρέους θα επιβάρυνε εκ νέου τους κεφαλαιούχους και τους χρηματιστές ανεξαρτήτως εθνικότητας, ύστερα από μια περίοδο που τους χαρίστηκαν τα πάντα. Όσο πιο γρήγορα ανακτήσει μια χώρα τα φορολογικά έσοδα που εξαφανίστηκαν ύστερα από τριάντα χρόνια νεοφιλελευθερισμού, τόσο πιο γρήγορα θα απεγκλωβιστεί από τη θηλιά που της έχουν επιβάλει. Όχι μόνο όταν αμφισβητήθηκε ο κλιμακωτός φόρος και αποδεχτήκαμε την επέκταση της φοροδιαφυγής, αλλά και όταν δημιουργήθηκε ένα αδηφάγο σύστημα με το οποίο το μισό διεθνές εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών περνά μέσα από φορολογικούς παραδείσους. Εκείνοι που επωφελούνται από αυτό δεν περιο-

Η Λατινική Αμερική αποτέλεσε το success story της παγκόσμιας Αριστεράς, την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα

ρίζονται μόνο σε Ρώσους ολιγάρχες ή έναν πρώην υπουργό Προϋπολογισμού της Γαλλίας. Σε αυτούς περιλαμβάνονται κατά κύριο λόγο επιχειρήσεις που προστατεύονται και από το κράτος (κι έχουν επιρροή στα ΜΜΕ) όπως οι Total, Apple, Google, Citigroup και BNP-Paribas. Βέλτιστη εκμετάλλευση της φορολογίας, «τιμή μεταβίβασης» (που επιτρέπει την απόδοση των κερδών σε χώρες με χαμηλή φορολόγηση), μεταφορά των εταιρικών εδρών: τα ποσά που αφαιρούνται από το κοινωνικό σύνολο κατ’ αυτόν τον τρόπο, υπό συνθήκες πλήρους νομιμότητας, πλησιάζουν το ένα τρισεκατομμύριο ευρώ μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δηλαδή, σε πολλές χώρες, η απώλεια εσόδων ξεπερνά το εθνικό τους χρέος. Στη Γαλλία, υπογραμμίζουν διάφοροι οικονομολόγοι, «αν μπορούσαμε να ανακτήσουμε έστω και το μισό του εν λόγω ποσού, ο προϋπολογισμός θα ισοσκελιζόταν χωρίς να θυσιαστούν οι συντάξεις, οι θέσεις στο Δημόσιο ή οι οικολογικές επενδύσεις του μέλλοντος». Η εν λόγω «ανάκτηση», η οποία προαναγγέλθηκε εκατό φορές και αναβλήθηκε άλλες τόσες (εκατό φορές πιο αποδοτική από την αιώνια «απάτη είσπραξης κοινωνικών βοηθημάτων»), θα ήταν πολύ πιο δημοφιλής και πολύ πιο δίκαιη, αφού οι απλοί φορολογούμενοι δεν μπορούν από μόνοι τους να μειώσουν το φορολογητέο εισόδημά τους προσφέροντας πλασματικά μερίσματα στις θυγατρικές τους στις νήσους Καϊμάν. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε στη λίστα των προτεραιοτήτων το πάγωμα των υψηλών μισθών, το κλείσιμο του Χρηματιστηρίου, την εθνικοποίηση των τραπεζών, την αμφισβήτηση των ελεύθερων ανταλλαγών, την έξοδο από το ευρώ, τον έλεγχο των κεφαλαίων... Μια σειρά από επιλογές, τις οποίες έχουμε ήδη παρουσιάσει σε αυτές τις στήλες. Γιατί, άραγε, να προωθήσουμε την οικονομία του δωρεάν, την επανεξέταση του δημόσιου χρέους και τη φορολογική αποκατάσταση; Απλώς διότι, για να επεξεργαστούμε μια στρατηγική, να φανταστούμε την κοινωνική της βάση και τις πολιτικές συνθήκες για την πραγματοποίησή της, είναι καλύτερα να επιλέξουμε ένα μικρό αριθμό προτεραιοτήτων αντί να συνθέσουμε έναν κατάλογο που θα οδηγήσει στον δρόμο ένα ετερόκλητο πλήθος αγανακτισμένων, το οποίο θα διαλυθεί με την πρώτη θύελλα. Η έξοδος από το ευρώ θα άξιζε σίγουρα μια περίοπτη θέση μεταξύ των προτεραιοτήτων5. Όλοι πλέον κατανοούν ότι το ενιαίο νόμισμα και η θεσμική και νομική εργαλειοθήκη που το στη-

Ο αυθορμητισμός και ο αυτοσχεδιασμός είναι δυνατόν να εμπνεύσουν μια επαναστατική στιγμή. Δεν διασφαλίζουν, ωστόσο, μια επανάσταση

ρίζει (ανεξάρτητη Κεντρική Τράπεζα, σύμφωνο σταθερότητας) απαγορεύουν την όποια πολιτική επιτίθεται ταυτόχρονα στην όξυνση των ανισοτήτων και στην αρπαγή της εθνικής κυριαρχίας από μια άρχουσα τάξη υποταγμένη στις απαιτήσεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ωστόσο, όσο απαραίτητη κι αν είναι, η αμφισβήτηση του ενιαίου νομίσματος δεν εγγυάται καμία νίκη σε αυτό το διπλό μέτωπο, όπως αποδεικνύει ο οικονομικός προσανατολισμός του Ηνωμένου Βασιλείου ή της Ελβετίας. Η έξοδος από το ευρώ, περίπου όπως ο προστατευτισμός, θα στηριζόταν, εξάλλου, σε μια πολιτική συμμαχία που αναμειγνύει το χειρότερο με το καλύτερο και στο εσωτερικό της οποίας το πρώτο, μέχρι στιγμής, υπερισχύει του δεύτερου. Ο οικουμενικός μισθός, η μείωση του χρέους, η φορολογική αποκατάσταση είναι ενέργειες που επιτρέπουν ένα μεγάλο ξεκαθάρισμα, αν όχι και παραπάνω, κρατώντας ωστόσο σε απόσταση τους ανεπιθύμητους συνδαιτυμόνες. Περιττό να ισχυριστούμε ότι αυτό το «πρόγραμμα» διαθέτει πλειοψηφία σε οποιοδήποτε κοινοβούλιο στον κόσμο. Οι υπερβάσεις που επιβάλλει θίγουν πολλούς από τους κανόνες που θεωρούνται απαράβατοι. Όταν, όμως, πρόκειται να σώσουν το καταρρέον σύστημά τους, οι νεοφιλελεύθεροι δεν υστερούν σε τόλμη. Δεν υποχώρησαν ούτε μπροστά στην αισθητή αύξηση του χρέους (το οποίο ισχυρίζονταν ότι θα έβαζε φωτιά στα επιτόκια) ούτε μπροστά σε μια γενναία δημοσιονομική αύξηση του προϋπολογισμού (που ισχυρίζονταν ότι θα έκανε τον πληθωρισμό να ξεφύγει από κάθε όριο) ούτε μπροστά στην αύξηση των φόρων, την εθνικοποίηση των πτωχευμένων τραπεζών, στο υποχρεωτικό κούρεμα των καταθέσεων και την επαναφορά του ελέγχου των κεφαλαίων (όπως στην Κύπρο). Εν ολίγοις, όπως έγραφε ο Λουί Αραγκόν, «όταν το χαλάζι καταστρέφει το στάρι, είναι τρελός αυτός που κάνει τον ευαίσθητο». Και ό,τι ισχύει για αυτούς, ισχύει και για εμάς, που πάσχουμε από υπερβολική σεμνότητα... Ωστόσο, με το να φαντασιωνόμαστε την επιστροφή στο παρελθόν ή να ελπίζουμε ότι θα μειώσουμε το μέγεθος της καταστροφής, δεν θα ξαναβρούμε την αυτοπεποίθησή μας ούτε θα παλέψουμε το αίσθημα της παραίτησης που μας υποδεικνύει ότι, σε τελική ανάλυση, δεν έχουμε άλλη επιλογή από την εναλλαγή ανάμεσα σε μια Σοσιαλδημοκρατία και μια Δεξιά που εφαρμόζουν λίγο ώς πολύ το ίδιο πρόγραμμα. Τόλμη; Μια και μιλάμε για το περιβάλλον, ο Αντρέ Γκορζ διεκδικούσε το 1974 «μια πολιτική επίθεση σε όλα τα επίπεδα, η οποία να αφαιρέσει [από τον καπιταλισμό] τον έλεγχο της δράσης και να του αντιτάξει ένα εντελώς διαφορετικό σχέδιο για την κοινωνία και τον πολιτισμό». Γιατί, κατά τη γνώμη του, το σωστό θα ήταν να αποφευχθεί

ο κίνδυνος η μεταρρύθμιση στο περιβαλλοντικό μέτωπο να υποβαθμίσει το κοινωνικό στάτους: «Ο αγώνας της οικολογίας μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στον καπιταλισμό και να τον αναγκάσει να αλλάξει. Αλλά όταν αυτός, αφού προηγουμένως αντισταθεί με βία και με κόλπα, θα υποχωρήσει τελικά γιατί το οικολογικό αδιέξοδο θα έχει καταστεί αναπόφευκτο, θα ενσωματώσει και αυτό το εμπόδιο όπως έχει ενσωματώσει και όλα τα άλλα. (...) Η αγοραστική δύναμη θα συμπιεστεί και όλα θα γίνουν ωσάν το κόστος της απορρύπανσης να πληρώνεται από τους πόρους που διαθέτουν οι άνθρωποι για να αγοράζουν εμπορεύματα». Η ελαστικότητα του συστήματος αποδείχθηκε όταν η απορρύπανση μπήκε κι αυτή, με τη σειρά της, στο παιχνίδι της αγοράς. Για παράδειγμα, στο Σέντζεν, όπου οι επιχειρήσεις που μολύνουν λιγότερο πουλούν σε άλλες το δικαίωμά τους να υπερβαίνουν τα ποσοστά που ορίζει ο κανονισμός, την ώρα που η μολυσμένη ατμόσφαιρα σκοτώνει περισσότερους από ένα εκατομμύριο Κινέζους τον χρόνο. Λοιπόν, δεν λείπουν οι ιδέες για το πώς να ξαναβάλουμε τον κόσμο στη θέση του. Αλλά πώς θα γίνει όλες αυτές να μην μπουν στο μουσείο με τις ανεφάρμοστες θεωρίες; Τον τελευταίο καιρό, στην κοινωνία εκδηλώνονται αμέτρητες διαμαρτυρίες, από τις εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης μέχρι τα κινήματα των Αγανακτισμένων. Ξεκινώντας από τα τεράστια πλήθη που συγκεντρώθηκαν κατά του πολέμου στο Ιράκ πριν από δέκα χρόνια, δεκάδες εκατομμύρια διαδηλωτές πλημμύρισαν τους δρόμους στην Ισπανία, τις ΗΠΑ, την Τουρκία, τη Βραζιλία, την Αίγυπτο. Τράβηξαν την προσοχή, αλλά δεν πέτυχαν σπουδαία πράγματα. Η στρατηγική αποτυχία τους βοηθά να χαράξουμε την πορεία που πρέπει να ακολουθήσουμε. Το ίδιον των μεγάλων συμμαχιών διαμαρτυρίας είναι να αναζητούν την εδραίωση του δυναμικού τους αποφεύγοντας τα ζητήματα που τις διχάζουν. Ο καθένας μαντεύει ποια θέματα θα τίναζαν στον αέρα μια συμμαχία που ενίοτε δεν έχει άλλη βάση πέρα από κάτι γενικούς, πλην όμως, ασαφείς στόχους: καλύτερη ανακατανομή των εισοδημάτων, λιγότερο ακρωτηριασμένη δημοκρατία, άρνηση των διακρίσεων και του απολυταρχισμού. Όσο στενεύει η κοινωνική βάση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, όσο τα μεΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 36


LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

diplomatique

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 35

σαία στρώματα πληρώνουν, με τη σειρά τους, το τίμημα της επισφάλειας, των ελεύθερων συναλλαγών και του κόστους των σπουδών, τόσο ευκολότερη καθίσταται η συσπείρωση μιας πλειοψηφικής συμμαχίας. Συσπείρωση, αλλά με ποιο στόχο; Οι πολύ γενικές ή οι πολυάριθμες διεκδικήσεις πασχίζουν να βρουν πολιτικά ερείσματα και μακρά διάρκεια. «Σε μια συνέλευση όλων των ηγετών των κοινωνικών κινημάτων», μας εξηγούσε πρόσφατα ο Αρτούρ Ενρίκε, πρώην πρόεδρος της Ενιαίας Κεντρικής Επιτροπής Εργατών (CUT), του σημαντικότερου συνδικάτου της Βραζιλίας, «μάζεψα τα διάφορα κείμενα. Η ατζέντα των κεντρικών συνδικάτων περιελάμβανε 230 σημεία, των αγροτών 77 κ.ο.κ. Τα πρόσθεσα όλα. Αποτέλεσμα, πάνω από 900 προτεραιότητες. Και ρώτησα: ‘Τι ακριβώς κάνουμε με όλα αυτά’»; Στην Αίγυπτο, την απάντηση έδωσαν... οι στρατιωτικοί. Η λαϊκή πλειονότητα αντιστάθηκε για μύριους εξαίρετους λόγους στον πρόεδρο Μοχάμεντ Μόρσι, αλλά, ελλείψει άλλου στόχου πλην της πτώσης του, παρέδωσε την εξουσία στον στρατό. Με κίνδυνο να γίνει σήμερα όμηρός του και αύριο θύμα του. Γιατί το να μην έχεις οδικό χάρτη σε κάνει συχνά εξάρτημα αυτών που έχουν. Ο αυθορμητισμός και ο αυτοσχεδιασμός είναι δυνατόν να εμπνεύσουν μια επαναστατική στιγμή. Δεν διασφαλίζουν, ωστόσο, μια επανάσταση. Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν ευνοήσει την οργάνωση των διαδηλώσεων. Η απουσία επίσημης οργάνωσης απέτρεψε -προσωρινά- την αστυνομική επιτήρηση. Όμως, η εξουσία κατακτάται ακόμα με ιεραρχικές δομές, με χρήμα, με στρατιωτικούς, με εκλογικούς μηχανισμούς και με στρατηγική: ποιο κοινωνικό μπλοκ και ποια συμμαχία για ποιο πρόγραμμα; Η μεταφορά του Ακαρντό εφαρμόζεται εδώ: «Η παρουσία όλων των κομματιών ενός ρολογιού στο ίδιο τραπέζι από μόνη της δεν επιτρέπει σε κάποιον να το κάνει να λειτουργήσει χωρίς σχέδιο συναρμολόγησης. Το σχέδιο συναρμολόγησης είναι η στρατηγική. Στην πολιτική, μπορείς είτε να βγάλεις διαδοχικές κραυγές είτε να σκεφτείς πώς θα συναρμολογήσεις τα κομμάτια»6. Το να ορίσεις κάποιες βασικές προτεραιότητες, να δομήσεις τον αγώνα γύρω από αυτές και να σταματήσεις να περιπλέκεις τα πάντα προκειμένου να αποδείξεις τη δική σου μαεστρία, σημαίνει να παίζεις τον ρόλο του ωρολογοποιού. Γιατί, «μια επανάσταση τύπου Wikipedia, όπου ο καθένας προσθέτει το δικό του περιεχόμενο», δεν θα επιδιορθώσει το ρολόι. Τα τελευταία χρόνια, κάποιες κατά τόπους δράσεις, εκρηκτικές και πυρετώδεις, γέννησαν μια μορφή αμφισβήτησης ερωτευμένης με τον εαυτό της, έναν γαλαξία ανυπομονησίας και αδυναμιών, μια διαδοχή απογοητεύσεων. Στον βαθμό που η μεσαία τάξη αποτελεί συχνά τη ραχοκοκαλιά αυτών των κινημάτων, μια τέτοια ασυνέπεια δεν πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη: η τάξη αυτή ενώνεται με τα λαϊκά στρώματα μόνο σε συνθήκες ακραίου κινδύνου και υπό την προϋπόθεση ότι θα αναλάβει και πάλι σύντομα την ηγεσία της δράσης. Ωστόσο, όλο και πιο συχνά τίθεται το ζήτημα της σχέσης με την εξουσία. Αφού κανείς δεν μπορεί ακόμα να φανταστεί ότι τα μεγάλα κόμματα και οι υπάρχοντες θεσμοί θα μεταβάλουν, έστω και λίγο, τη νεοφιλελεύθερη τάξη, μεγαλώνει ο πειρασμός να δοθεί έμφαση στην αλλαγή νοοτροπίας αντί για την αλλαγή δομών και νόμων, να παρατήσει κανείς το εθνικό πεδίο, να επενδύσει ξανά στην τοπική, στην κοινοτική κλίμακα, με την ελπίδα πως θα δημιουργηθούν κάποια εργαστή-

Οι νεοφιλελεύθεροι κατάφεραν να ριζώσουν τόσο βαθιά την ιδέα ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση», ώστε να πείσουν και τους αντιπάλους τους, σε σημείο που αυτοί να ξεχνούν καμιά φορά και τις δικές τους προτάσεις... ρια για μελλοντικές νίκες. «Μια ομάδα στοιχηματίζει στα κινήματα, τις διαφορετικές τάσεις χωρίς κεντρική οργάνωση», συνοψίζει ο Βαλερστάιν. «Μια άλλη υποστηρίζει ότι χωρίς πολιτική εξουσία δεν μπορείτε να αλλάξετε τίποτα. Σε όλες τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής γίνεται η ίδια συζήτηση». Οφείλουμε, όμως, να προσμετρήσουμε τη δυσκολία του πρώτου στοιχήματος. Αφ’ ενός, μια αλληλέγγυα άρχουσα τάξη, με γνώση των συμφερόντων της, κινητοποιημένη, κυρίαρχη της δημόσιας σφαίρας και της πολιτικής ισχύος. Αφ’ ετέρου, αμέτρητες ενώσεις, συνδικάτα, κόμματα, με μάλλον μεγαλύτερο μέλημα να διαφυλάξουν τα κεκτημένα τους, την ιδιαιτερότητά τους, την αυτονομία τους και με τον φόβο να αφομοιωθούν από την πολιτική εξουσία. Βέβαια, ενίοτε μεθούν από την ψευδαίσθηση του Διαδικτύου που τους κάνει να πιστεύουν ότι η δύναμή τους μετράει γιατί διαθέτουν μια ιστοσελίδα. Τότε, η «οργάνωσή τους στο δίκτυο» γίνεται η θεωρητική μάσκα της απουσίας οργάνωσης, στρατηγικής σκέψης, καθώς το δίκτυο δεν προσφέρει άλλη πραγματικότητα από την κυκλοφορία ηλεκτρονικών ανακοινωθέντων, τα οποία ο καθένας αναπαράγει και κανένας δεν διαβάζει. Η σχέση ανάμεσα στα κοινωνικά κινήματα και τα θεσμικά όργανα ή τους αντιεξουσιαστές και τα κόμματα υπήρξε ανέκαθεν προβληματική. Εφόσον δεν υπάρχει πλέον ένας βασικός στόχος, μια

«γενική γραμμή» -πόσο μάλλον κάποιο κόμμα ή συνασπισμός που να την ενσαρκώνει-, πρέπει να «αναρωτηθούμε πώς να δημιουργήσουμε το όλον με αφετηρία το μέρος». Ο ορισμός κάποιων προτεραιοτήτων που να στοχεύουν ευθέως την εξουσία του κεφαλαίου θα μας επέτρεπε να οπλίσουμε τα αγνά αισθήματα, να επιτεθούμε στην καρδιά του συστήματος και να ανακαλύψουμε τις πολιτικές δυνάμεις που είναι διατεθειμένες για κάτι τέτοιο. Σημασία, πάντως, θα έχει να απαιτήσουμε από αυτές να δοθεί στους ψηφοφόρους η δυνατότητα να ανακαλούν μέσω δημοψηφίσματος τους εκλεγμένους τους άρχοντες πριν από τη λήξη της θητείας τους. Το Σύνταγμα της Βενεζουέλας παρέχει από το 1999 αυτή τη δυνατότητα. Πολλοί αρχηγοί κυβερνήσεων έλαβαν μείζονες αποφάσεις (ηλικία συνταξιοδότησης, πολεμικές επιχειρήσεις, συνταγματικές συνθήκες) χωρίς ο λαός να τους έχει δώσει προηγουμένως τη σχετική εντολή. Έτσι, ο λαός θα είχε το δικαίωμα να πάρει με άλλο τρόπο την εκδίκησή του αντί να τοποθετήσει στην εξουσία τα δίδυμα αδέλφια εκείνων που πρόδωσαν την εμπιστοσύνη του. Είναι αρκετό να περιμένει κανείς την ώρα του; «Στις αρχές του 2011, δεν είχαμε απομείνει παρά έξι άτομα στο Συνέδριο για τη Δημοκρατία (Congrès pour la République [CPR])», μας υπενθυμίζει ο Τυνήσιος πρόεδρος, Μονσέφ Μαρζούκι. «Εντούτοις, αυτό δεν εμπόδισε το CPR να καταλάβει τη δεύτερη θέση στις πρώτες δημοκρατικές εκλογές που διεξήχθησαν στην Τυνησία λίγους μήνες αργότερα...». Στο σημερινό πλαίσιο, ο κίνδυνος μιας υπερβολικά παθητικής, υπερβολικά ποιητικής αναμονής, θα ήταν να δούμε κάποιους άλλους, πέρα από εμάς -λιγότερο υπομονετικούς, λιγότερο διστακτικούς και πιο επίφοβους- να οικειοποιούνται τη στιγμή για να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους μια απελπισμένη οργή που αναζητά στόχους και όχι απαραίτητα τους καλύτερους. Καθώς, εξάλλου, το έργο της κατεδάφισης της κοινωνίας δεν σταματά ποτέ από μόνο του, κινδυνεύουμε να απολέσουμε ερείσματα ή εστίες αντίστασης απ’ όπου θα μπορούσε να ξεκινήσει μια πιθανή ανασυγκρότηση (μη εμπορικές δραστηριότητες, δημόσιες υπηρε-

Όσο πιο γρήγορα ανακτήσει μια χώρα τα φορολογικά έσοδα που εξαφανίστηκαν ύστερα από τριάντα χρόνια νεοφιλελευθερισμού, τόσο πιο γρήγορα θα απεγκλωβιστεί από τη θηλιά που της έχουν επιβάλει σίες, δημοκρατικά δικαιώματα). Πράγμα που θα καθιστούσε ακόμα δυσχερέστερη μια μεταγενέστερη νίκη. Η παρτίδα δεν είναι χαμένη. Η ουτοπία του φιλελευθερισμού έχει κάψει το δικό της μερίδιο στο όνειρο, στο απόλυτο, στο ιδανικό, στοιχεία χωρίς τα οποία τα σχέδια για την κοινωνία μαραίνονται και στο τέλος πεθαίνουν. Το μόνο που παράγει πια είναι προνόμια, ψυχρές ή νεκρές υπάρξεις. Θα γυρίσουν, λοιπόν, τα πράγματα. Ο καθένας από εμάς μπορεί να συνεισφέρει ώστε αυτό να γίνει λίγο νωρίτερα. Paul Krugman, «When zombies win», The NewYork Times, 19-12-2010. 2 Immanuel Wallerstein, «Latin America’s leftistdivide», International Herald Tribune, Νεγίσυρ-Σεν, 18-8-10. 3 Βλ. «Pourquoi le Plan B n’augmentera pas les salaires», Le Plan B, n° 22, Παρίσι, ΦεβρουάριοςΜάρτιος 2010. 4 Από 116% έως 66% του ΑΕΠ το 1945-1955 στην πρώτη περίπτωση, από 216% έως 138% στη δεύτερη. 5 Βλ Frédéric Lordon, «Να βγούμε από το ευρώ; Αλλά πώς;», http://www.monde-diplomatique.gr/spip.php ?article457. 6 Alain Accardo, «L’organisation et le nombre», La Traverse, n° 1, Γκρενόμπλ, 2010, http://www.lesrenseignements-genereux.org/traverse/10428. 1

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΚΟΡΙΝΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ


ΑΦ Ι Ε Ρ Ω Μ Α

5/37

Η ΑΥΓΗ

ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013

ΧΙΛΗ, 40 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

Στη Χιλή του Σεπτεμβρίου «Δεν πρέπει να αφήσουμε τη Λατινική Αμερική να θεωρεί ότι μπορεί να ακολουθήσει το συγκεκριμένο δρόμο χωρίς να υποστεί τις συνέπειες», ξεκαθάριζε κοφτά ο Αμερικανός πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον ενώπιον του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, στις 6 Νοεμβρίου του 1970. Δύο ημέρες πρωτύτερα, ο σοσιαλιστής πρόεδρος Σαλβαδόρ Αλιέντε είχε κερδίσει τις εκλογές στη Χιλή. Ο συνασπισμός που έφερε την Αριστερά στην εξουσία είναι εύθραυστος και ο Λευκός Οίκος είναι ήδη αποφασισμένος να κάνει την οικονομία της χώρας «να ουρλιάξει». Μετά από πολλούς μήνες αποσταθεροποίησης (με θεσμικούς ελιγμούς, εργοδοτικές απεργίες, διαδηλώσεις, απόπειρες πραξικοπήματος κ.λπ.), παρεμβαίνει ο χιλιανός στρατός. Υποστηρίζεται από τον

Τύπο, τη φασιστική οργάνωση Πατρίδα και Ελευθερία, το Εθνικό Κόμμα και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, βομβαρδίζει το προεδρικό μέγαρο. Μερικές ώρες πριν από τον θάνατό του, κατά τη διάρκεια της τελευταίας ραδιοφωνικής ομιλίας του, ο Αλιέντε διακηρύσσει: «Έχουν την ισχύ, μπορούν να μας υποτάξουν· όμως τα κοινωνικά κινήματα δεν τα σταματά ούτε το έγκλημα ούτε η βία». Έτσι ξεκινά μία από τις πιο κτηνώδεις δικτατορίες που γνώρισε η Λατινική Αμερική: πάνω από τρεις χιλιάδες νεκροί, κοντά στους τριάντα οκτώ χιλιάδες βασανισθέντες και εκατοντάδες χιλιάδες εξόριστοι. Μερικές ημέρες μετά το πραξικόπημα, ο σκηνοθέτης Μπρουνό Μυέλ βρίσκεται εκεί, για να δώσει τη μαρτυρία του...

Του Bruno Muel*

E

μαθα τα νέα για το πραξικόπημα από το ραδιόφωνο, το πρωινό της 12ης Σεπτεμβρίου 1973, και αμέσως αποφάσισα να πάω στη Χιλή για να κάνω γυρίσματα. Τηλεφώνησα στον Τεό Ρομπισέ, βέβαιος ότι θα συμφωνούσε. Ο Τεό ήταν ηχολήπτης, εγώ εικονολήπτης. Την εποχή εκείνη συμμετείχαμε ενεργά στην περιπέτεια των Ομάδων Μεντβέντκιν1, που ξεκίνησε το 1967 στην Μπεζανσόν από τον Κρις Μαρκέρ και συνεχιζόταν στη Σοσό. Μαζί με τους φίλους μας, εργάτες στην αλυσίδα παραγωγής της Πεζώ, μιλούσαμε συχνά για τη Χιλή, όπως άλλωστε συνέβαινε σε όλες τις στρατευμένες ομάδες και οργανώσεις. Όσα συνέβαιναν εκεί τα νιώθαμε κοντά μας. Φτάνοντας στο Μπουένος Άιρες, πήραμε το πρώτο αεροπλάνο για το Σαντιάγο, μαζί με αντιπάλους της Λαϊκής Ενότητας, καταχαρούμενους που είχαν ανακτήσει τη χώρα τους. Καθώς περνούσαμε τις χιονισμένες κορυφές της Κορδιλιέρας των Άνδεων, άνοιξαν σαμπάνιες κραυγάζοντας και τραγουδώντας. Πάνω σε ένα χαρτί με τον λογότυπο αγγλοσαξωνικού τηλεοπτικού καναλιού είχαμε συντάξει μια ωραιότατη διαπίστευση και είχαμε γεμίσει με αυτοκόλλητα την κάμερα και το μαγνητόφωνο. Ευτυχώς, η Υπηρεσία Τύπου του χιλιανού στρατού ήταν αρχάρια επί του θέματος και μας παρέδωσε, χωρίς άλλες ερωτήσεις, μια δημοσιογρα-

* Ο Bruno Muel είναι σκηνοθέτης, μαζί με τον Τεό Ρομπισέ και τη Βαλερί Μαγιού, του ντοκιμαντέρ «Septembre chilien» («Ο χιλιάνικος Σεπτέμβρης»), που συμπεριλαμβάνεται στο πακέτο DVD «Les Groupes Medvedkine», Μονπαρνάς, Παρίσι, 2006. Η ταινία θα προβληθεί ξανά στις γαλλικές αίθουσες στις 2 Οκτωβρίου. Μπορείτε να τη δείτε στη διεύθυνση http://www.filmsdocumentaires.com/films/543septembre-chilien.

φική κάρτα πρόχειρα κολλημένη σε χαρτόνι. Δεν είχαμε στη διάθεσή μας παρά ελάχιστους αριθμούς τηλεφώνων, μεταξύ των οποίων εκείνα του Πιερ Καλφόν, ανταποκριτή της Monde στο Σαντιάγο, ενός νεαρού Χιλιανού δικηγόρου, του οποίου δεν έχω συγκρατήσει το όνομα, και μιας εκπατρισμένης Γαλλίδας. Οι στρατιωτικοί φυλούσαν τις εξόδους του Σαντιάγο και «χτένιζαν» διαρκώς την πόλη. Αν και η τάξη είχε «αποκατασταθεί», η ατμόσφαιρα παρέμενε βαριά. Στην πόλη είχε επιβληθεί πλήρης απαγόρευση κυκλοφορίας και, από το σούρουπο ώς την αυγή, βρισκόμασταν υπό περιορισμό στο αχανές ξενοδοχείο όπου κατέφθαναν όλο και περισσότεροι δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο. Η χούντα οργάνωσε μια ξενάγηση στο εσωτερικό του Εθνικού Σταδίου2. Την επομένη επιστρέψαμε για να κινηματογραφήσουμε τα ανήσυχα πρόσωπα των οικογενειών μπροστά από τα κάγκελα. Προκειμένου να συναντήσουμε εκείνους που

δέχονταν να μας καταθέσουν τη μαρτυρία τους, έπρεπε να μετακινούμαστε πολύ διακριτικά, με το υλικό μας κρυμμένο μέσα σε ταξιδιωτικούς σάκους. Έτσι ο φίλος μας ο δικηγόρος μάς πήγε σε ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο γραφείων, όπου βρήκαμε δύο νεαρές Βραζιλιάνες. Με το μοναδικό φως να μπαίνει από την κόχη ενός παραθύρου, είχα καθίσει καταγής. Καθώς κοιτούσα εκείνα τα όμορφα πρόσωπα με το μάτι της κάμεράς μου και άκουγα όσα μας έλεγαν, ένιωθα λες και βούλιαζα στο χώμα, κάτω από το βάρος των λόγων τους. Εκείνες και εκείνοι που ρίσκαραν να μιλήσουν δείχνοντας το πρόσωπό τους ήθελαν να στείλουν ένα μήνυμα και οι λέξεις έρχονταν στο στόμα τους σπρωγμένες από τη δύναμη της ανάγκης: δεν επρόκειτο για συνεντεύξεις, αλλά για δηλώσεις. Τα βράδια, υπό περιορισμό στο ξενοδοχείο μας, δεν μιλούσαμε για όσα είχαμε δει και ακούσει κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε για αυτά. Η συσκότιση επιβαλλόταν

και μέσα στο κεφάλι μας. Μετά από καμιά δωδεκαριά μέρες, είχε γίνει δύσκολο να κυκλοφορούμε στους δρόμους. Όλο και πιο συχνά μας σταματούσαν στρατιώτες, μας ζητούσαν τα χαρτιά μας και κοιτούσαν με δυσπιστία τα φαιδρά διαπιστευτήριά μας. Ένα πρωινό, μετά από μια συνάντηση με δύο φοιτητές του Πολυτεχνείου, κινηματογραφημένη στη μικροσκοπική αυλή ενός σπιτιού, είπα στον Τεό: «Νομίζω ότι μόλις βάλαμε την ταινία μας στο κουτί της. Είναι ώρα να φεύγουμε». Την προηγουμένη είχαμε κινηματογραφήσει την κηδεία του Πάμπλο Νερούδα. Δεν ξέραμε αν θα παρακολουθούσαμε την πρώτη δημόσια εκδήλωση εναντίωσης στους στρατιωτικούς πραξικοπηματίες. Μισή ώρα πριν από την τελετή, περιμέναμε στην είσοδο του νεκροταφείου όταν δύο καμιόνια γεμάτα ένοπλους στρατιώτες πέρασαν ανάμεσα στους ανθρώπους που είχαν αρχίΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 38


LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

diplomatique

ΧΙΛΗ, 40 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 37

σει να συγκεντρώνονται ύστερα έφυγαν και το πλήθος μεγάλωσε. Βεβαίως, όλος ο κόσμος αναρωτήθηκε αν θα ξανάρχονταν, αυτή τη φορά πυροβολώντας. Αναμφίβολα η παρουσία πολυάριθμων κινηματογραφικών μηχανών και ξένων διπλωματών τούς έκανε να τα παρατήσουν. Και, πάνω από αυτή την ανθρώπινη μάζα που είχε τραγουδήσει τη Διεθνή, ανάμεσα στους τάφους ανάβλυζαν στεντόρειες απαγγελίες στίχων του Νερούδα. Για την τελευταία βραδιά μας στη Χιλή, εκείνοι που είχαν διακινδυνεύσει προκειμένου να μας καθοδηγήσουν θέλησαν να οργανώσουν μια μικρή γιορτή - σε πείσμα της απαγόρευσης κυκλοφορίας. Αποφάσισαν αντί για μια απλή συγκέντρωση να κάνουμε ολονυκτία. Κουβαλώντας ο καθένας φαγητό και ποτό, βρεθήκαμε ξανά σε ένα έρημο κτήριο, του οποίου όλα τα γραφεία ήταν κλειστά. Κάποιος είχε προμηθευθεί ένα πικάπ και ακούγαμε Βίκτορ Χάρα3 και όλους εκείνους που με τη μουσική τους είχαν συνοδεύσει τη Λαϊκή Ενότητα. Εκείνους που οι στρατιωτικοί ετοιμάζονταν να απαγορεύσουν. Κι ύστερα, λίγο πριν από το τέλος της απαγόρευσης κυκλοφορίας, ένας σεισμός έκανε ποτήρια και μπουκάλια να κουδουνίσουν. Μερικά γυαλικά έσπασαν, οι πόρτες χτυπούσαν και χάσαμε προς στιγμήν την ισορροπία μας. Η δόνηση δεν ήταν ισχυρή και οι Χιλιανοί είναι συνηθισμένοι σε αυτές. Παρ’ όλα αυτά, κατεβήκαμε έχοντας σχηματίσει μια μονή «φάλαγγα», ελαφρώς ελικοειδή, και ανοίξαμε τη βαριά τζαμωτή πόρτα που έβγαζε στον δρόμο. Ένα περίεργο θέαμα μας περίμενε. Οι λιγοστοί κάτοικοι της συνοικίας είχαν βγει έξω σαν κι εμάς, φορώντας πυτζάμες, νυχτικιές, ρόμπες ή ένα βιαστικά φορεμένο πανωφόρι, και οι στρατιώτες, που υποτίθεται ότι έπρεπε να πυροβολήσουν οτιδήποτε κινείτο, δεν ήξεραν πια τι να κάνουν, στριφογυρίζοντας αναμεταξύ τους κάτω από το χλομό φως της χαραυ-

Τον Σεπτέμβριο του 2011, οι Χιλιανοί φοιτητές, υποστηριζόμενοι από ευρύτατα τμήματα της κοινωνίας, εξεγέρθηκαν ενάντια στο υπέρογκο κόστος της ανώτατης εκπαίδευσης. Και έβαλαν τέλος σε μια μακρόχρονη άρνηση της πραγματικής κληρονομιάς του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Της Camila Vallejo*

E

πί δεκαετίες, οι προοδευτικές δυνάμεις της Χιλής αντιμετώπιζαν τον Σαλβαδόρ Αλιέντε ως εικόνισμα. Υπογράμμιζαν τις προσωπικές και τις ανθρώπινες

* Η Camila Vallejo ήταν πρόεδρος της Ομοσπονδίας Φοιτητών του Πανεπιστημίου της Χιλής (FECH) κατά την περίοδο των διαδηλώσεων του 2011. Είναι υποψήφια με το Κομμουνιστικό Κόμμα Χιλής στις γενικές εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 2013. Πρόσφατα, η στήριξη που έδωσε στη Μισέλ Μπατσελέ προκάλεσε έντονη κριτική.

γής. Στο αεροδρόμιο του Σαντιάγο περάσαμε από το τελωνείο, καταγράψαμε τα κιβώτια με τον εξοπλισμό και τις κούτες με τα φιλμ και τις ταινίες ήχου από τα τελευταία μας γυρίσματα - είχαμε καταφέρει να παραδώσουμε τις πρώτες μας μπομπίνες σε κάποιους πιλότους της Air France. Βρισκόμασταν στην αίθουσα αναμονής όταν το όνομά μου ακούστηκε από τα μεγάφωνα. Κατευθύνθηκα προς το σημείο που είχε υποδειχθεί, αρκετά ανήσυχος. Κι ανησύχησα ακόμη περισσότερο βλέποντας τα κιβώτια και τις κούτες μας στοιβαγ-

μένα πάνω σε ένα γκισέ, πίσω από το οποίο βρίσκονταν θρονιασμένοι τρεις αξιωματικοί του χιλιανού στρατού. Χωρίς να ζητήσει να δει τη δημοσιογραφική κάρτα μου ή τη διαπίστευσή μου, ο πιο υψηλόβαθμος με ρώτησε πολύ σοβαρά τι είχαμε δει στη Χιλή. Ψέλλισα ότι είχαμε βρει το Σαντιάγο πολύ ήσυχο... (ΣτΜ): Μια πειραματική οπτικοακουστική συνεργασία μεταξύ στρατευμένων κινηματογραφιστών και 1

βιομηχανικών εργατών, που έλαβε χώρα μεταξύ 1967 και 1974 στη Γαλλία. Πήραν το όνομά τους προς τιμήν του Σοβιετικού σκηνοθέτη Αλεξάντρ Μεντβέντκιν. 2 (ΣτΜ): Το Εθνικό Στάδιο στο Σαντιάγο χρησιμοποιήθηκε από τη χούντα του Πινοσέτ ως στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων. 3 Κομμουνιστής τραγουδιστής και συνθέτης, υποστηρικτής της κυβέρνησης του Αλιέντε, ο Χάρα βασανίστηκε και δολοφονήθηκε μερικές ημέρες μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΟΥΤΣΗΣ

Χίλιες ημέρες Λαϊκής Ενότητας 4 Σεπτεμβρίου 1970 Υποψήφιος με τη Λαϊκή Ενότητα, ο Σαλβαδόρ Αλιέντε εκλέγεται πρόεδρος της Χιλής με 36,3% των ψήφων, έναντι 35% του χριστιανοδημοκράτη Χόρχε Αλεσάντρι.

22 Οκτωβρίου 1970 Απόπειρα απαγωγής του νομιμόφρονος προς τη νέα κυβέρνηση στρατηγού Ρενέ Σνάιντερ, ο οποίος αργότερα υποκύπτει στα τραύματά του.

26 Οκτωβρίου 1970 Η εκλογή του Αλιέντε επικυρώνεται από το Κογκρέσο της Χιλής.

4 Νοεμβρίου 1970 Ο Αλιέντε αναλαμβάνει τα καθήκοντά του και ξεκινά την εφαρμογή των «σαράντα μέτρων της λαϊκής διακυβέρνησης».

15 Ιουλίου 1971

ναμώνουν την ενότητα της κυβέρνησης. Κορυφώνονται με απεργία των φορτηγατζήδων, η οποία παραλύει τη χώρα.

Νοέμβριος 1972 Χάρη στη λαϊκή κινητοποίηση και στις προσπάθειες που καταβλήθηκαν, η κρίση ξεπερνιέται. Ο Αλιέντε ξεκινά παγκόσμια περιοδεία, η οποία θα τον οδηγήσει έως το βήμα των Ηνωμένων Εθνών. Εκεί καταγγέλλει τις επιθέσεις που δέχεται η κυβέρνησή του, ιδίως εκ μέρους αμερικανικών επιχειρήσεων.

Μάρτιος 1973 Η Λαϊκή Ενότητα παίρνει το 43,4% των ψήφων στις βουλευτικές εκλογές.

29 Ιουνίου 1973 Ένα σύνταγμα πυροβολικού εξεγείρεται και πολιορκεί το κυβερνητικό μέγαρο με τανκς και άλλα βαρέα οχήματα: πρόκειται για το «τανκετάσο», το «πραξικόπημα των τανκς», μια αποτυχημένη προσπάθεια.

Εθνικοποίηση των ορυχείων χαλκού.

Αύγουστος 1973

Δεκέμβριος 1971

Οι Χριστιανοδημοκράτες καταγγέλλουν την «αντισυνταγματικότητα» της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας.

Πρώτη μεγάλη κινητοποίηση «της κατσαρόλας», ενορχηστρωμένη από τη Δεξιά.

Οκτώβριος 1972 Οι δολοπλοκίες με σκοπό την αποσταθεροποίηση εντείνονται και αποδυ-

11 Σεπτεμβρίου 1973 Πραξικόπημα με επικεφαλής τον Αουγούστο Πινοσέτ, με την υποστήριξη της Ουάσιγκτον.

Οι φοιτητές ξεσκονίζουν ένα εικόνισμα αρετές του εγκωμίαζαν την ηρωική στάση του κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος της 11ης Σεπτεμβρίου 1973: δεν είχε πεθάνει άλλωστε με το όπλο στο χέρι; Όμως, αυτή η εξύμνηση χρησιμοποιούνταν γενικότερα και προκειμένου να αποσιωπηθούν οι προθέσεις -και οι επιτυχίεςτης κυβέρνησης του επικεφαλής της Λαϊκής Ενότητας, ενός συνασπισμού που συμπεριελάμβανε από τους κομμουνιστές έως τους σοσιαλδημοκράτες. Πλέον όμως, οι φοιτητικές διαδηλώσεις του 2011, οι πιο σημαντικές μετά την επιστροφή στη δημοκρατία, το 1990, και η ανάδυση πολλών κοινωνικών κινημάτων (συνδικαλιστικών, οικολογικών κ.λπ.) σε όλη τη χώρα1 ταρακούνησαν την Αριστερά. Έβαλαν ξανά στην ημερήσια διάταξη την ανάγκη για βαθιές δομικές αλλαγές και διεύρυναν τον ορίζοντα των απαιτήσεων που θεωρούνται εφικτές. Όχι μόνο για μια «δωρεάν και ποιοτική» εκπαίδευση, αλλά επίσης και για τα μέσα ώστε να επιτευχθεί κάτι τέτοιο: δημοσιονομική μεταρρύθμιση, επανεθνικοποίηση των ορυχείων χαλκού και, ιδίως, τέλος στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο που έχει εγγραφεί στο Σύνταγμα του 1980 - επικυρωμένο επί δικτατορίας μέσα

από τη σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης. Και πάλι είδαμε το ομοίωμα του Αλιέντε στους δρόμους. Όμως, αυτή τη φορά, δεν είχε πλέον να κάνει με το προσκύνημα ενός εικονίσματος: οι διαδηλωτές ανακοίνωναν με αυτό τον τρόπο ότι ταυτίζονται με το πολιτικό πρόταγμα που ενσάρκωνε και εξακολουθεί να ενσαρκώνει. Ο Αλιέντε καταφθάνει στο προεδρικό μέγαρο Λα Μονέδα το 1970, μετά από τρεις άκαρπες εκλογικές προσπάθειες. Στρατευμένος σοσιαλιστής, πάντοτε εργαζόταν για τη δημιουργία μιας όσο το δυνατόν ευρύτερης σύγκλισης των λαϊκών δυνάμεων που εναντιώνονταν στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και στην ολιγαρχία. Μέσα σε μια Λατινική Αμερική κουρελιασμένη από τους ανταρτοπόλεμους, προτείνει το άνοιγμα μιας «ειρηνικής οδού» για τον κοινωνικό μετασχηματισμό, ακόμη και όταν το ίδιο του το κόμμα διακήρυξε, κατά τη διάρκεια του συνεδρίου του Τσιγιάν, το 1967, το μπλοκάρισμα της συνταγματικής οδού, προτιμώντας να καλέσει σε ένοπλη πάλη. Αυτό το όραμα διαφοροποιεί τον Αλιέντε και αυτό, εν τέλει, του επέτρεψε να βάλει μπροστά ένα φιλόδοξο πολιτικό πρόγραμμα: «Θριαμβεύ-

σαμε με αποστολή μας να ανατρέψουμε οριστικά την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση, να τελειώνουμε με τα μονοπώλια, να πραγματοποιήσουμε μια βαθιά, άξια του ονόματός της αγροτική μεταρρύθμιση, να ελέγξουμε το ισοζύγιο των εισαγωγών και των εξαγωγών και, επιτέλους, να εθνικοποιήσουμε τις τράπεζες. Αυτοί είναι οι πυλώνες οι οποίοι θα στηρίξουν την πρόοδο της Χιλής, δημιουργώντας το κοινωνικό κεφάλαιο που θα επιτρέψει την ενίσχυση της ανάπτυξής μας», θα διακήρυττε το βράδυ της νίκης του από το μπαλκόνι της Ομοσπονδίας Φοιτητών του Πανεπιστημίου της Χιλής (FECH). Οι χίλιες ημέρες της Λαϊκής Ενότητας αποτελούν ταυτόχρονα μια πρωτόγνωρη διαδικασία πολιτικού ανοίγματος και μια μεγάλη θυσία για χάρη του λαού της Χιλής. Είναι χίλιες ημέρες κατά τη διάρκεια των οποίων πολιτικά κόμματα, συνδικάτα, βιομηχανικά δίκτυα (αυτοδιαχειριζόμενα όργανα των εργατών) και επιτροπές προμηθειών και ελέγχου των τιμών (Juntas de Abastecimiento y Precios, JAP) ένωσαν τις δυνάμεις τους προκειμένου να κάνουν να ανθίσει μια λαϊκή εξουσία που θα ήταν ικανή να απαντήσει στις απόπειρες αποσταθεροποίησης του ξένου κεφαλαίου και


7/39

Η ΑΥΓΗ

ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013

Το ανεκπλήρωτο όνειρο του Σαλβαδόρ Αλιέντε Του Tom s Moulian*

E

ίναι μια από τις πιο μαύρες ημερομηνίες της ιστορίας της Αριστεράς τον 20ό αιώνα: πριν από τριάντα χρόνια, στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, το πραξικόπημα της χούντας με επικεφαλής το στρατηγό Αουγούστο Πινοσέτ έθετε τέλος, μέσα σε λουτρό αίματος, σε μια τριετή εμπειρία χωρίς προηγούμενο. Τόσο για τη χιλιανή αστική τάξη όσο και για τους ηγέτες των Ηνωμένων Πολιτειών, έπρεπε να διαψευστεί το όνειρο του Σαλβαδόρ Αλιέντε και της «Λαϊκής Ενότητας» για μια ειρηνική μετάβαση στον δημοκρατικό σοσιαλισμό, πριν να είναι πολύ αργά. Με κάθε τίμημα... Η ανάλυση όλης της πορείας του Σαλβαδόρ Αλιέντε, και ιδιαίτερα των θέσεών του στη διάρκεια της ταραγμένης περιόδου της «Λαϊκής Ενότητας», μας επιτρέπει να ερμηνεύσουμε σωστά το τέλος της ζωής του. Η αυτοκτονία του, στις 11 Σεπτεμβρίου 1973, στο προεδρικό μέγαρο Λα Μονέδα, δεν ήταν ούτε μια απελπισμένη ούτε μια

* Ο Tomás Moulian είναι κοινωνιολόγος στο Πανεπιστήμιο Τεχνών και Κοινωνικών Επιστημών (Arcis), Σαντιάγο. Συγγραφέας του «En la brecha. Derechos humanos, críticas y alternativas» Editorial Lom, Σαντιάγο, 2002.

των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων. Το πείραμα της Λαϊκής Ενότητας δεν απέτυχε: διακόπηκε. Και η μορφή του Αλιέντε δεν είναι εκείνη ενός ιδεαλιστή προέδρου που πίσω του άφησε μια καταδικασμένη πολιτική μεθοδολογία. Αντίθετα, ενσαρκώνει την πολιτική τόλμη: εκείνη που επιβεβαίωσε τη νεωτερικότητα του σχεδίου του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, όχι μόνο στη Χιλή, αλλά και σε ολόκληρη την ήπειρο. Και χάραξε έναν δρόμο τον οποίο έκτοτε δανείστηκε μεγάλο μέρος της Νότιας Αμερικής, αν και σε διαφορετικό πλαίσιο, σηματοδοτημένο από διαφορετικούς συσχετισμούς των γεωπολιτικών δυνάμεων. Κάθε προχώρημα αυτών των προοδευτικών κυβερνήσεων τις φέρνει λίγο πιο κοντά στον Αλιέντε. Διότι, όταν ανακαλούμε το όνομα του Σαλβαδόρ Αλιέντε, δεν σημαίνει μονάχα ότι μιλάμε για το παρελθόν. Σημαίνει ότι σκεπτόμαστε για το παρόν και προετοιμάζουμε το μέλλον. Βλ. Victor de La Fuente, «En finir (vraiment) avec l’ère Pinochet», La valise diplomatique, 24 Αυγούστου 2011, http://www.mondediplomatique.fr/carnet/2011-08-24-Chili, και Hervé Kempf, «Au Chili, le printemps des étudiants», Le Monde Diplomatique, Οκτώβριος 2011.

1

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΟΥΤΣΗΣ

ρομαντική πράξη, στην προσπάθειά του να εκβιάσει μια ηρωική είσοδο στην Ιστορία. Η χειρονομία προβάλλει τη ζωή ενός ρεαλιστή, ενός πραγματικά μεγάλου πολιτικού άντρα. Στους κόλπους της χιλιανής Αριστεράς, που επικαλούνταν για καιρό τον μαρξισμό, και του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που, τη δεκαετία του ‘60, εκτρεπόταν στον «μαξιμαλισμό», ο Σαλβαδόρ Αλιέντε αντιπροσώπευε ένα ιδιαίτερο είδος επαναστάτη. Είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στις κάλπες και πίστευε στη δυνατότητα να εγκαθιδρυθεί ο σοσιαλισμός, ακόμη και στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος Ο Αλιέντε δεν έχει τίποτα από έναν επαναστάτη δημαγωγό που αρέσκεται στη ρητορεία. Είναι ένας πολιτικός άντρας που έχει σφυρηλατηθεί στους καθημερινούς αγώνες. Έχει στόχο να κατακτήσει χώρους για λαϊκή πολιτική, στους κόλπους ενός δημοκρατικού αντιπροσωπευτικού συστήματος μέσα στο οποίο οι συμμαχικές πολιτικές που ευνοούν την Αριστερά είναι πραγματοποιήσιμες. Όμως, δεν εγκαταλείπει ποτέ την κριτική του καπιταλισμού και την επιθυμία για σοσιαλισμό. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις θέσεις του και τις θέσεις του σημερινού χιλιανού Σοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο είναι μέλος του δημοκρατικού συνασπισμού που είναι στην εξουσία από το τέλος της δικτατορίας1. Για τον Αλιέντε, το να είσαι ρεαλιστής δεν σημαίνει ότι αρνείσαι το μέλλον, αρκούμενος σε μια «πραγματιστική» πολιτική. Το όραμά του σφυρηλατείται την περίοδο των κεντροαριστερών συμμαχιών (1938-1947) και, ιδιαίτερα, στην κυβέρνηση του Πέδρο Αγκίρε Σέρδα, της οποίας είναι υπουργός Υγείας. Ανακαλύπτει, τότε, αυτό που πρόκειται να γίνει, μετά το 1952, το κέντρο της στρατηγικής του: η αναζήτηση της ενότητας ανάμεσα στα δύο μεγάλα λαϊκά κόμματα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Οι διαμάχες ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο δυνάμεις έχουν μέχρι τότε αποδυναμώσει τον κυβερνητικό συνασπισμό και έχουν περιορίσει τις μεταρρυθμίσεις του, ευνοώντας τις δυνατότητες ελιγμού του κεντρώου εταίρου, του Ριζοσπαστικού Κόμματος, πράγμα που κάνει τη ζυγαριά να γέρνει. Αυτές οι κυβερνήσεις είναι τα εκτελεστικά όργανα ενός αστικού δημοκρατικού προγράμματος ή, με άλλα λόγια, ενός καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού που συνοδεύεται από κοινωνική νομοθεσία και διαιτητικό ρόλο του κράτους, το οποίο ο Αλιέντε, σε αντίθεση με άλλους σοσιαλιστές ηγέτες, δεν αμφισβητεί ποτέ. Για να πραγματοποιήσει την πολιτική ενότητας ανάμεσα σε σοσιαλιστές και κομμουνιστές, ο Αλιέντε αισθάνεται υποχρεωμένος, το 1952, να κάνει μια παράδοξη κίνηση: να διαλύσει το ίδιο το κόμμα του. Η εμμονή του είναι τότε η αναζήτηση ενός λατινοαμερικανικού δρόμου προς την επανάσταση, ο οποίος εμπνέεται κυρίως από την ιδέα του «τρίτου δρόμου» του Βίκτορ Ραούλ Αγια δε λα Τόρε και των «απριστών» [Ιδρυτής, το 1924, της Αμερικανικής Λαϊκής Επαναστατικής Συμμαχίας (APRA), ο Βίκτορ Ραούλ Αγια δε λα Τόρε ηλεκτρίζει τις ινδιάνικες μάζες και τους Πε-

Στους κόλπους της χιλιανής Αριστεράς, που επικαλούνταν για καιρό τον μαρξισμό, και του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που, τη δεκαετία του ‘60, εκτρεπόταν στον «μαξιμαλισμό», ο Σαλβαδόρ Αλιέντε αντιπροσώπευε ένα ιδιαίτερο είδος επαναστάτη ρουβιανούς διανοούμενους μ’ ένα πρόγραμμα εθνικιστικό και, σε πρώτη φάση, επενδυμένο με μαρξισμό], αλλά η υλοποίησή του, εκείνη την εποχή, ενσαρκώνεται από τον Χουάν Ντομίνγκο Περόν και τον αργεντίνικο «χουστισιαλίσμο»2. Ο Αλιέντε αντιτίθεται σ’ αυτήν την εκτροπή στον λαϊκισμό. Αποσύρεται από το Σοσιαλιστικό Κόμμα για να οργανώσει το «Μέτωπο της Πατρίδας» με τους κομμουνιστές, οι οποίοι είναι ακόμη στην παρανομία. Από αυτό προκύπτει η πρώτη υποψηφιότητά του για την προεδρία, το 1952. Η συγκεκριμένη κίνηση τον καθιστά ηγέτη της ενότητας με τους κομμουνιστές και εκπρόσωπο του πρώτου πυρήνα, ο οποίος είναι ακόμη ασαφής στη θεωρητική έκφρασή του, της πολιτικής για την εκλογική κατάκτηση της εξουσίας μ’ έναν επαναστατικό συνασπισμό. Η στρατηγική αρχίζει να εφαρμόζεται πριν το 20ό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ), αλλά, στην πραγματικότητα, πρόκειται για προβολή των θέσεων των εθνικοαπελευθερωτικών μετώπων τις οποίες υπερασπίζονταν τα κομμουνιστικά κόμματα σε σχεδόν ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Φέρνοντας τον Αλιέντε πολύ κοντά στη νίκη, τα αποτελέσματα των εκλογών του 1958 τον καθιστούν ηγέτη της δεκαετίας του ‘60, μιας εποχής στη διάρκεια της οποίας η γραμμή της θεσμικής μετάβασης στον σοσιαλισμό, που ονομάζεται επίσης ειρηνικός ή μη στρατιωτικός δρόμος, αντι-

τίθεται στη θέση της κατάληψης της εξουσίας με τον ένοπλο αγώνα, προς «την καταστροφή του αστικού κράτους», ο οποίος είχε δείξει την αποτελεσματικότητά του στην Κούβα. Πιο κοντά στους κομμουνιστές, παρά στο ίδιο το κόμμα του, ο Σαλβαδόρ Αλιέντε δεν αφήνεται να παρασυρθεί στη στροφή προς τα αριστερά που έχουν κάνει οι χιλιανοί σοσιαλιστές, μετά την αποτυχία της προεδρικής εκλογικής εκστρατείας του 1964. Πολλοί πολιτικοί άντρες αυτού του κόμματος σπεύδουν τότε να αποφασίσουν το τέλος της εκλογικής επιλογής και ανακοινώνουν την ανάγκη για αλλαγή στρατηγικής, χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να μελετήσουν τις ιδιαιτερότητες της χιλιανής περίπτωσης, με την περίπλοκη ταξική δομή της, το κομματικό σύστημά της και τη μακρά και σταθερή δημοκρατική παράδοσή της. Ο Αλιέντε μένει στο περιθώριο αυτής της δίνης. Χωρίς να πάψει ποτέ να εκτιμά και να υποστηρίζει την Κούβα, εξακολουθεί να πιστεύει, σχεδόν μόνος μεταξύ των σοσιαλιστών, ότι είναι δυνατό να θριαμβεύσει στις προεδρικές εκλογές και, μετά από αυτό, να προωθήσει μια θεσμική μετάβαση στον σοσιαλισμό. Αυτή η στάση τον καθιστά στόχο πολλών κριτικών. Η θριαμβολογούσα νοοτροπία της δεκαετίας του ‘60, μιας περιόδου αισιοδοξίας που οφείλεται στην επικαιρότητα της επανάστασης, εμποδίζει τα αριστερά κόμματα και τους μαρξιστές διανοούμενους να θέσουν τα ερωτήματα που είναι ουσιαστικά για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Χιλή μέσω της θεσμικής οδού. Ο σοσιαλισμός είναι, άραγε, πραγματοποιήσιμος, όταν ένα μεγάλο χάσμα χωρίζει κόμματα και διανοούμενους από προοδευτικούς τομείς του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, οι οποίοι αντλούν δύναμη από την ηγεσία του Τόμικ; Πώς να εξασφαλίσουν την απαραίτητη θεσμική και λαϊκή πλειοψηφία, χωρίς να οικοδομήσουν προηγουμένως έναν συνασπισμό που ευνοεί τις αλλαγές, ένα ευρύ προοδευτικό μέτωπο; Στη διάρκεια αυτής της έντονης περιόδου της «Λαϊκής Ενότητας» (μια φάση ευνοϊκή για την οικοδόμηση του μέλλοντος, αλλά και αρχή της τραγωδίας), ο Αλιέντε προχωράει περισσότερο από κάθε άλλον στον καθορισμό του στρατηγικού ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 40


LE

MONDE

8/40

Η ΑΥΓΗ

diplomatique

ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013

ΧΙΛΗ, 40 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 39

ορίζοντα. Στην ομιλία του, στις 21 Μαΐου 1971, μιλώντας για τον στόχο και όχι μόνο για τη διαδρομή, ορίζει τον χιλιανό σοσιαλισμό ως ελευθεριακό, δημοκρατικό και πολυκομματικό. Αυτή η ιδέα τον καθιστά προάγγελο των θέσεων του ευρωκομμουνισμού. Προχωράει πιο πέρα από τους Χιλιανούς κομμουνιστές, οι οποίοι δεν εγκαταλείπουν την ορθόδοξη ιδέα του σοσιαλισμού που πρέπει να οικοδομηθεί και παραμένουν εγκλωβισμένοι στη λογική της αποφασιστικής στιγμής, οπότε θα πρέπει να κατακτήσουν «όλη την εξουσία». Ενώ μεταθέτουν αυτή τη φάση στον χρόνο, τη θεωρούν απαραίτητη. Η περίφημη μεταφορά του ηγέτη τους, Λουίς Κορβαλάν, για τον «τελικό προορισμό του τρένου του σοσιαλισμού», το λέει με σαφήνεια: αυτό το τρένο θα φτάσει μέχρι το Πουέρτο Μοντ, στο νότιο άκρο της Χιλής, αλλά ορισμένοι περιστασιακοί σύμμαχοι θα κατέβουν νωρίτερα. Για τον Αλιέντε, είναι σαφές ότι δεν υπάρχει θεσμική μετάβαση χωρίς τη δημιουργία μιας στρατηγικής συμμαχίας με όλους τους προοδευτικούς τομείς, προκειμένου να σχηματιστεί μια σταθερή πλειοψηφία. Όμως η διορατικότητά του είναι μάταιη, δεν καταφέρνει να επιβάλει αυτή την πολιτική την κατάλληλη στιγμή. Κατακτώντας την εξουσία, δεν θα σκεφτεί ποτέ να εγκαταλείψει την ανθρωπιστική ηθική του ή να προσφύγει στον αυταρχισμό της εξουσίας, όπως έκαναν σχεδόν όλοι οι πρόεδροι από το 1932. Βέβαια, αυτή η στάση εμπόδισε την «επανάστασή» του να προκαλέσει φόβο στους εχθρούς της. Όμως ο βαθμός κλιμάκωσης της κρίσης, στις αρχές του 1973, τον υποχρέωσε να διώξει δικαστικά όχι μόνο ορισμένους τομείς της αντιπολίτευσης, αλλά και τις ομάδες της Αριστεράς που αντιτίθονταν στην πολιτική του. Τότε βρέθηκε σε αδιέξοδο. Ήταν ένας δημοκράτης, ακόμη και στις περιόδους διαρκών απειλών κατά της κυβέρνησης, επιδεικτικών ξένων επεμβάσεων και τρομοκρατικών πρακτικών της Άκρας Δεξιάς. Χωρίς να καταφύγει στον αυταρχισμό, είναι βέβαιο ότι αναγκάστηκε να παίξει τον ρόλο του ισχυρού προέδρου μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο: αποστασιοποιούμενος από τα κόμματα και επιβάλλοντας τις αποφάσεις του τις κρίσιμες στιγμές. Οι δισταγμοί των πολιτικών σχηματισμών και η καθυστέρησή τους στη λήψη αποφάσεων επέσπευσαν το τέλος και διευκόλυναν το έργο των εχθρών του, με μια «Λαϊκή Ενότητα» διαλυμένη από την καταστροφική ισοτιμία ανάμεσα σ’ αυτούς που δέχονταν την ανάγκη για διαπραγμάτευση και αυτούς που πρότειναν «την πρόοδο χωρίς συμβιβασμούς». Ο Αλιέντε δεν προσπάθησε να δημιουργήσει έναν νέο ρεφορμισμό ούτε έναν σοσιαλδημοκρατικό δρόμο. Ήθελε να κάνει τον ριζοσπαστικό εκδημοκρατισμό όλων των σφαιρών της κοινωνικής ζωής άξονα του κοινωνικού μετασχηματισμού. Σ’ αυτό έγκειτο ο επαναστατικός χαρακτήρας του και όχι στη χρήση βίας για την επίλυση του προβλήματος της εξουσίας. Δυστυχώς για το μέλλον των σοσιαλιστικών ιδανικών, η προσπάθειά του απέτυχε. Ο Χιλιανός πρόεδρος δεν έμεινε στην Ιστορία λόγω του θανάτου του, αλλά λόγω της ζωής του, και ο θάνατός του ενισχύει τον μύθο. Χάρη στο πολιτικό ένστικτό του και τον ιστορικό ρεαλισμό

του, αντιπροσωπεύει, σε τελική ανάλυση, τη συμβολική έκφραση ενός «νέου τρόπου» μετάβασης στον σοσιαλισμό, σε μια στιγμή που τα συμπτώματα κρίσης του υπαρκτού σοσιαλισμού αρχίζουν ήδη να γίνονται αισθητά. Τη μέρα του πραξικοπήματος, ο Σαλβαδόρ Αλιέντε αυτοκτονεί. Γιατί, άραγε, αυτή η πραγματικότητα έχει αποκρυβεί για τόσα χρόνια; Η αυτοκτονία του είναι μια πράξη αγώνα. Εκείνο το φοβερό πρωινό της 11ης Σεπτεμβρίου, ο πρόεδρος περνά από τον πόνο στη διορατικότητα. Καταρχήν, είναι η προδοσία που τον καταβάλλει. Πολλοί μάρτυρες λένε ότι ανησυχούσε για τον «Αουγούστο». Εξάλλου, σ’ έναν από τους λόγους εκείνου του πρωινού, διατάζει τους έντιμους στρατιωτικούς να υπερασπιστούν την κυβέρνηση. Ποιον άλλο στρατηγό μπορούσε, άραγε, να σκεφτεί, αν όχι τον Πινοσέτ, στον οποίο είχε εμπιστευτεί τα «αστέρια» του διοικητή του γενικού επιτελείου στρατού; Ποιος ήταν, άραγε, αυτός ο πόνος; Ο Ιούλιος Καίσαρας είπε στον Βρούτο: «Κι εσύ, γιε μου;». Είναι ένα παράπονο κατάπληξης μπροστά στην ευτέλεια στην οποία έχει υποπέσει ο φίλος, το ερώτημα που αντιπροσωπεύει τον πιο έντονο πόνο που έρχεται αντιμέτωπος με το αίσθημα της απογοήτευσης. Ο Αλιέντε είναι βέβαιο ότι το έθεσε πολλές φορές στον εαυτό του στη διάρκεια του πρωινού. Όμως, μια δεδομένη στιγμή, ανακτά τον ασκητικό αυτοέλεγχό του. Ελέγχει τον πόνο για να τον θέσει στην υπηρεσία της πολιτικής. Στην πραγματικότητα, δεν σκέφτηκε ποτέ να βγει ζωντανός από το μέγαρο Λα Μονέδα. Αναμφίβολα, διαισθανόταν ότι θα πέθαινε πολεμώντας. Σκεφτόταν την αντίσταση, τους στρατιωτικούς που ήταν ικανοί να τιμήσουν τον όρκο τους και τα κόμματα που ήταν ικανά να μετασχηματίσουν τα λόγια τους σε έργα και, άρα, σε συγκρούσεις. Δεν φανταζόταν τον εαυτό του μόνο του, εγκαταλελειμμένο, περιστοιχισμένο μόνο από τους πι-

Η θριαμβολογούσα νοοτροπία της δεκαετίας του ‘60 εμποδίζει τα αριστερά κόμματα και τους μαρξιστές διανοούμενους να θέσουν τα ερωτήματα που είναι ουσιαστικά για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Χιλή μέσω της θεσμικής οδού

στούς του, ενώ η «Λαϊκή Ενότητα» αποφάσιζε την κατάπαυση πυρός. Μπροστά σ’ αυτή τη νέα προοπτική, μπροστά στην προοπτική της επιβίωσής του από τους βομβαρδισμούς και της καταστροφής χωρίς αντίσταση, ο Αλιέντε προσπαθεί να εξασφαλίσει το καλύτερο πολιτικό αποτέλεσμα. Αποκλείει την εξορία και προετοιμάζει την πιο κατάλληλη απάντηση, την απάντηση που πρέπει να είναι η καλύτερη έκφραση των ιδανικών του και να προκαλέσει τις πιο ολέθριες συνέπειες σ’ αυτόν που παρασύρει τη Χιλή στην τραγωδία. Είναι η πράξη της αυτοκτονίας. Αυτή η πράξη που κηλιδώνει τον στρατηγό Πινοσέτ με το αίμα του θα μείνει για πάντα ένα ανεξίτηλο σημάδι. Τη στιγμή, μάλιστα, που ετοιμάζεται να θριαμβεύσει, ο στρατηγός κατευθύνεται στο μέρος όπου θα καταλήξει, όπως ένας στρατιώτης χωρίς τιμή που αποποιείται τις ευθύνες του, που επιβιώνει χάρη σε νόμιμες απάτες. Θριαμβεύοντας βέβαια, γιατί έχει αλλάξει τη σημερινή χιλιανή κοινωνία. Όμως, δεν θα μπορέσει ποτέ να ανέ-

βει στο βάθρο του ήρωα, γιατί ο ήρωας μπορεί να είναι ο Αγαμέμνονας, αλλά όχι ο Αίγισθος. Γιατί, άραγε, ο στρατηγός Πινοσέτ ενήργησε έτσι; Επειδή διψούσε για εξουσία που δεν θα προερχόταν από τον «πατέρα», από αυτόν που τον είχε ορίσει αρχηγό. Αυτή η ασυνείδητη και ανεξέλεγκτη παρόρμηση τον οδήγησε σ’ ένα λάθος: να φοβάται περισσότερο τον Αλιέντε ζωντανό, παρά τον Αλιέντε νεκρό. Αυτή η συμβολική πατροκτονία είναι η σφραγίδα την οποία ο Αλιέντε τού επέβαλε ως μοίρα. Δεν κατάφερε καν να τον σκοτώσει, γιατί ο Αλιέντε επέλεξε μόνος του τον θάνατό του. Όπως στο δράμα του Σαρτρ, ο Πινοσέτ περιβάλλεται ήδη από μύγες. Γι’ αυτό οι οπαδοί του και οι ευνοούμενοί του, στο εξής, τον απαρνιούνται. Οι υπολοχαγοί του αποποιούνται ανοιχτά τις παραβιάσεις του στα ανθρώπινα δικαιώματα. Πρέπει να το κάνουν για να διαφυλάξουν τη νομιμότητα του μοντέλου. Θέλουν να ξεχαστεί ότι αυτό υπήρξε το αποτέλεσμα της μακιαβελικής δύναμης της εξουσίας χωρίς φραγμούς, ενός τρόμου για τον οποίο ο στρατηγός Πινοσέτ ήταν υπεύθυνος, στο πλευρό τους. Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε έχασε την πρώτη μάχη για ένα νέο σοσιαλισμό. Όμως, δεν πρόκειται για ένα παρωχημένο φάντασμα. Παραμένει η σημαία ενός αγώνα που πρέπει να σηκώσουμε για τον σοσιαλισμό του μέλλοντος.

1 (ΣτΜ) Και που παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το 2010, όταν εκλέχθηκε ο πρώτος δεξιός πρόεδρος, Σεμπαστιάν Πινιέρα. 2 (ΣτΜ) Το κίνημα για κοινωνική δικαιοσύνη, οικονομική ελευθερία και πολιτική κυριαρχία από το οποίο προήλθε το Παρτίδο Χουστισιαλίστα (Κόμμα Δικαιοσύνης).

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΟΥΤΣΗΣ

m11803  

Monde Diplomatique, Αυγή της Κυριακής, 15.09.2013

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you