Issuu on Google+

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Κείμενα των: Μάνου Αυγερίδη, Νίκου Σαραντάκου, Κάρλος Τάιμπο, Ευκλείδη Τσακαλώτου, Στέφανου Στεφάνου, Ιωάννας Παπαθανασίου, Άρη Καλαντίδη, Στρ. Μπουλαλάκη, Μάκη Κουζέλη, Φρανκ Ντέπε ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 761

ΚΥΡΙΑΚΗ 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2013

ΓΝΩΜΕΣ & ΙΔΕΕΣ - ΛΟΓΟΣ & ΤΕΧΝΕΣ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ: ΜΑΝΟΣ ΑΥΓΕΡΙΔΗΣ, ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΙΩΑΝΝΑ ΜΕΪΤΑΝΗ, ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ

Στήνοντας σημαίες στις κορφές μας ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΑΥΓΕΡΙΔΗ

Χρειάστηκαν τρεις μήνες. Τρεις μήνες με τα μεγαλύτερα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας κλειστά, με πολλές μικρές και μεγαλύτερες μάχες να δίνονται καθημερινά. Αφενός απέναντι στις εκστρατείες απαξίωσης εκ μέρους της κυβέρνησης και των ΜΜΕ και τα αρνητικά αντανακλαστικά ενός σημαντικού κομματιού της κοινωνίας —πολλές φορές βασισμένα σε πραγματικές παθογένειες και περισσότερες σε χοντροκομμένα ψέματα και συκοφαντίες· αφετέρου στο εσωτερικό των σχολών. Άλλωστε «οι καθηγητές», «οι φοιτητές», όπως και όλες οι επαγγελματικές και κοινωνικές ομάδες, δεν είναι και δεν ήταν ποτέ ένα αμιγές και συμπαγές σύνολο με κοινή αντίληψη ως προς την ανάλυση της συγκυρίας, τις αντοχές, τις προσδοκίες και τα συμφέροντά τους. Τέλος, μάχες απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό, όσων κρίνουμε την προσπάθεια απόκρουσης του μέτρου του Υπουργείου Παιδείας ως αναγκαιότητα, πέρα από τις προσωπικές ή συλλογικές προσεγγίσεις για το σημερινό πανεπιστήμιο. Ασφαλώς δεν είμαστε ικανοποιημένοι με το πανεπιστήμιο ως έχει. Όπως έγραφε ο Στέφαν Κολίνι σε ένα άρθρο του στο London Review of Books, για την ιδιωτικοποίηση των βρετανικών πανεπιστημίων (αποσπάσματα του οποίου δημοσίευσαν τα «Ενθέματα», 17.11.2013), «το να ασκούμε κριτική στην πολιτική που εφαρμόζεται σήμερα στα πανεπιστήμια δεν σημαίνει ότι πιστεύουμε πως παλιότερα όλα είχαν καλώς ή πως αναπολούμε κάποια χρυσή εποχή στην οποία πρέπει να επιστρέψουμε, ούτε, τέλος πως τα πανεπιστήμια δεν είναι υπόλογα στην κοινωνία». Γνωρίζουμε πόσο δύσκολο είναι να κρατηθούν οι σπουδές και η έρευνα σε υψηλό επίπεδο με την υπάρχουσα υποδομή και το διαθέσιμο μπάτζετ. Έχουμε συναίσθηση των σχέσεων εξουσίας που αναπτύσσονται εντός των ιδρυμάτων, αλλά και της δυσκαμψίας, αρκετές φορές, στην ανανέωση ή διαχείριση των προγραμμάτων σπουδών από το διδακτικό προσωπικό. Καταλαβαίνουμε τα αδιέξοδα του φοιτητικού συνδικαλισμού και του τρόπου με τον οποίο οι φοιτητές συχνά αντιμετωπίζουν τη φοίτησή τους και το ίδιο το πανεπιστήμιο. Μας ταλαιπωρούν οι περιπτώσεις προβληματικής λειτουργίας των διοικητικών υπηρεσιών. Τα ζούμε όλα αυτά, τα σκεφτόμαστε· είμαστε όλα αυτά. Κι έχουμε ευθύνη. Όπως έχουμε και δικαίωμα να χαιρόμαστε και να υπερηφανευόμαστε

Ρενέ Μαγκρίτ, «Κικέρων», 1947

για τα προτερήματα και τα επιτεύγματα του ελληνικού πανεπιστημίου, μικρά και μεγάλα (μια καλή γεύση δίνει το άρθρο του Νίκου Μπελαβίλα για το ΕΜΠ, «Ενθέματα», 15.9.2013). Έτσι, κανένας υπουργός Παιδείας και καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να μας πείσει ότι η μαζική απόλυση διοικητικών υπαλλήλων (και εν συνεχεία διδακτικού προσωπικού;), καθώς και τα μέτρα περαιτέρω υποβάθμισης του δημόσιου πανεπιστημίου, αποτελούν «εξορθολογισμό» της λειτουργίας του και βήμα προς μια αναγκαία «μεταρρύθμιση». Το θέμα όμως είναι πως κανένας δεν προσπάθησε να μας πείσει, έτσι κι αλλιώς. Γιατί απλούστατα, αυτός είναι ο τρόπος με το οποίον έχει αποφασίσει να διοικεί τη χώρα η αυταρχική κυβέρνηση που, πάντως, εκλέχθηκε ενάμιση χρόνο πριν και συνεχίζει να διαθέτει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Με «μηδενική ανοχή» και μηδενικό σεβασμό σε οποιαδήποτε διαδικασία κοινωνικού δημοκρατικού διαλόγου — έστω και κατ’ επίφαση. Με μαστίγιο και μαστίγιο· χωρίς καν καρότο. Ή όπως θα έλεγαν αυτάρεσκα κι οι ίδιοι,

«χωρίς να υπολογίζει το πολιτικό κόστος». Μια πολιτική πρακτική που εικονοποίησε παραστατικά ο ίδιος ο πρωθυπουργός στην ομιλία του στη Βουλή στο πλαίσιο της συζήτησης για την πρόταση μομφής, μερικές εβδομάδες νωρίτερα. Με αυτό ως δεδομένο, η αντίδραση των πληττόμενων κοινωνικών ομάδων και των εκπροσώπων τους δεν μπορεί να παραμένει η ίδια με το παρελθόν. Στα χρόνια της πασοκικής αυτοκρατορίας οι «κοινωνικοί εταίροι» γνώριζαν πως οποιαδήποτε κυβερνητική απόφαση ήταν πολύ δύσκολο να τελεσφορήσει χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες είχαν σε μεγάλο βαθμό εξασφαλισμένη μια αναπαυτική θέση στο τραπέζι του «κοινωνικού διαλόγου» ή τουλάχιστον την εξασφάλιζαν, ύστερα από μερικές πιστολιές στον αέρα, αναίμακτα. Στη διαπραγμάτευση αυτή συνήθως κέρδιζε μάλλον η διαπλοκή και η παραπέρα απαξίωση του συνδικαλισμού, παρά οι εργαζόμενοι και οι κοινωνικοί αγώνες (χωρίς να ισχυρίζομαι ότι δεν υπήρχαν και πραγματικά κερδισμένες μάχες που υπερέβησαν τον κανόνα), αλλά η

ζωή συνεχιζόταν λίγο πολύ όπως την ξέραμε. Πρόκειται για τη μεταφορά του consensus της μεταπολεμική δυτικής δημοκρατίας στα καθ’ ημάς, που επί ΠΑΣΟΚ δοξάστηκε και συγχρόνως ευτελίστηκε. Τώρα, η ζωή δεν συνεχίζεται. Τώρα, χωρίς πολλά λόγια, οι δάσκαλοι επιστρατεύονται διαπομπευμένοι πριν καν ξεκινήσουν την απεργία τους, η ΕΡΤ σβήνει απ’ τους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς δέκτες σε μία νύχτα και το Πανεπιστήμιο Αθηνών χάνει τους μισούς του διοικητικούς υπαλλήλους. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο έχει σημασία το γεγονός ότι για πρώτη φορά αυτήν την εβδομάδα ο υπουργός ψέλλισε τη λέξη «διάλογος», παρότι την Πέμπτη, σε μια ακόμα παλινωδία του, δήλωσε ότι «δεν συζητάει όσο συνεχίζεται η απεργία» (δεν μπαίνω στη κουβέντα για το τι πρέπει να πράξουν οι απεργοί, αυτό θα το αποφασίσουν οι ίδιοι στις μαζικότατες, μέχρι τώρα, γενικές τους συνελεύσεις). Χρειάστηκαν τρεις μήνες για να υποχρεωθεί να κάτσει σ’ ένα τραπέζι, αδιάλλαχτος ακόμα κι απρόθυμος να συζητήσει ουσιαστικά. Σ’ αυτό το διάστημα χρησιμοποίησε επανειλημμένα τη «δύναμη της πειθούς» που γνωρίζει: ΜΑΤ, προσφυγές στη δικαιοσύνη, απειλές και προπαγάνδα, ξήλωμα στελεχών και μια αχαρακτήριστη υπουργική απόφαση. Ανεπιτυχώς για την ώρα. Αυτή η επιτυχία, αυτή η μερική, υποκριτική ή πρόσκαιρη έστω υποχώρηση, πρέπει να πιστωθεί σε όσες και όσους δεν έκαναν και δεν θα κάνουν πίσω. Με την ελπίδα ότι μέσα από τους συλλογικούς αγώνες δεν αλλάζουν μόνο τα νομοσχέδια και οι υπουργικές αποφάσεις, αλλάζουν και οι νοοτροπίες. Γιατί χρειαζόμαστε πραγματικά ανοιχτές και λειτουργικές σχολές, που δεν μοιάζουν, βέβαια, με αυτές που έχουν στο μυαλό τους οι εμπνευστές της ομώνυμης καμπάνιας· και γιατί είναι ανάγκη πια να συζητήσουμε για το πανεπιστήμιο που θέλουμε και μπορούμε να φτιάξουμε. Σημαίες στις κορφές μας, λοιπόν, για κάθε μικρή νίκη που βοηθάει να συνεχίσουμε, αλλά και «για να φαίνονται οι αντοχές μας». Δεν έχουμε, άλλωστε, να κρύψουμε τίποτα. ΥΓ. Ανοιχτή μπορεί να είναι μια σχολή και εν μέσω απεργίας και υπό κατάληψη. Αν απεργία και κατάληψη σημαίνουν τη δημιουργική επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου και όχι λουκέτο. Αυτό ως μικρό σχόλιο για το παρελθόν αλλά και το μέλλον των σχετικών κινητοποιήσεων.


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2013

28

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Γενόσημα φάρμακα και μνημονιακά φαρμάκια ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΥ

Η επικαιρότητα των τελευταίων ημερών ήταν ισόποσα μοιρασμένη, θα μπορούσε να πει κανείς, ανάμεσα σε υγεία και παιδεία, αφού και οι δυο κλάδοι υφίστανται τις επιπτώσεις των μνημονιακών δεσμεύσεων και των συνακόλουθων δρακόντειων περικοπών. Όμως στην παιδεία έχουμε αφιερώσει άλλα δύο σημειώματα (το τελευταίο ήταν τον Σεπτέμβριο του 2010) και, παρόλο που ο πειρασμός της επικαιροποίησης είναι μεγάλος, αφού όσα είχα γράψει τότε ισχύουν και σήμερα, διαλέγω για σημερινό θέμα τα φάρμακα και την υγεία. Η λέξη «υγεία» στη μορφή αυτή είναι ελληνιστική· ο κλασικός αρχαίος τύπος είναι υγίεια και υγιεία, παράγωγα του επιθέτου υγιής, που είναι ήδη ομηρικό, και σήμαινε αυτόν που βρίσκεται σε άρτια σωματική κατάσταση, που είναι γερός, αλλά είχε από νωρίς και μεταφορικές σημασίες, ας πούμε στον Όμηρο κιόλας βρίσκουμε τη φράση «μύθος … μεν νυν υγιής», δηλαδή ο λόγος ο σωστός, που ταιριάζει στην περίσταση. Από το επίθετο υγιής έχουμε και το αρχαίο υγιηρός, το οποίο εξελίχτηκε σε υγηρός και με την αποβολή του άτονου αρχικού φωνήεντος μάς έδωσε το σημερινό γερός, ήδη από τα βυζαντινά χρόνια. Και από το ρήμα υγιαίνω, με τον ίδιο τρόπο, προέκυψε το γιαίνω, που κυρίως στην υποτακτική το χρησιμοποιούμε (ώσπου να γιάνει = να θεραπευτεί, να γίνει καλά). Από την υγεία άλλωστε, μέσω του μεσαιωνικού υγειά, και πάλι με αποβολή του αρχικού φωνήεντος, έχουμε το «γεια», τον κοινότατο χαιρετισμό και αποχαιρετισμό (γεια σου, γεια χαρά), που χρησιμοποιείται επίσης σε πολλές ευχετικές ή εγκωμιαστικές φράσεις (γεια στα χέρια σου, με γεια σου κτλ.). Βέβαια, υπάρχει και η ευχετήρια προσφώνηση «εις υγείαν», ιδίως όταν πίνουμε, που κρατάει την καθαρευουσιάνικη φόρμα, υπάρχει και η παραλλαγή «στην υγειά σου». Την υγεία την έχουμε, και όχι άδικα, περί πολλού. «Υγεία» λέμε μονολεκτικά, εννοώντας ότι μόνο αυτό χρειάζεται να ευχηθεί κανείς στις ανώτερες δυνάμεις, αν υπάρχουν, τα άλλα τα μπορεί και μόνος του. Κι όταν κάτι δεν πάει καλά, για να παρηγορηθούμε, λέμε «Την υγειά μας να ’χουμε» τα άλλα διορθώνονται. Κι όταν συστήνουμε σε κάποιον κάτι ή τον συμβ��υλεύουμε, του λέμε «κάνε αυτό να βρεις την υγειά σου», π.χ. «Βάλε Φάιρφοξ να βρεις την υγειά σου». Για να βρει όμως κανείς την υγειά του, έχει ανάγκη από φάρμακα. Η λέξη φάρμακον είναι ομηρική, και η αρχική της σημασία ήταν φυτό, βοτάνι με θεραπευτικές ιδιότητες. Η ετυμολογία της λέξης έχει ταλαιπωρήσει τους μελετητές· αν δεν είναι δάνειο, μπορεί να προέρχεται από κάποιο αμάρτυρο *φάρμα, παράγωγο του ρήματος φέρω (όπως από το χαίρω έχουμε το χάρμα). Από την αρχική σημασία, η λέξη έφτασε στη συνέχεια να σημαίνει το παρασκεύασμα με θεραπευτικές ιδιότητες, δηλαδή τη σημερινή σημασία, αλλά και το δηλητήριο (αυτό που λέμε στη νεότερη γλώσσα φαρμάκι, που άλλωστε προέκυψε από τη λέξη φάρμακο μέσω του υποκοριστικού φαρμάκιον). Επίσης, στα αρχαία ελληνικά

Ο Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και στo www.sarantakos.com

αναπτύχθηκε και μια τρίτη σημασία, του μαγικού φίλτρου και κατ’ επέκταση της μαγείας, της μαγγανείας. Η αρχαία φαρμακεία ήταν η χρήση δηλητηριώδους φαρμάκου, αλλά και η μαγεία, ενώ η λέξη έχει διατηρηθεί στον ποινικό μας κώδικα: το αδίκημα της φαρμακείας είναι η δηλητηρίαση. Από την άλλη, η λέξη φαρμακείο είναι νεότερη, από το γαλλ. pharmacie, το οποίο βέβαια, μέσω λατινικών, ανάγεται στα ελληνικά. Κι επειδή τα φάρμακα είναι

Αντρέ Ντεραίν, «Λουόμενοι», 1907

ακριβά, φαρμακείο έχει επικρατήσει επίσης να λέμε και κάθε κατάστημα που έχει πολύ ακριβές τιμές. Ο φαρμακοποιός, πάλι, υπήρχε στην αρχαία γλώσσα, με τη σημασία του παρασκευαστή φαρμάκων, του φαρμακοτρίφτη (λεγόταν άλλωστε και φαρμακοτρίβης), και τον 19ο αιώνα οι λόγιοι ανάστησαν τη λέξη για να τη χρησιμοποιήσουν για το καινούργιο επάγγελμα, που οι εκπρόσωποί του ως τότε λεγόντουσαν σπετσιέρηδες, δάνειο από τα ενετικά (spezier, η ίδια ρίζα όπως και στο αγγλικό special), ενώ το φαρμακείο λεγόταν σπετσαρία. Σε ένα πασίγνωστο δημοτικό, η ανήμπορη κόρη ζητάει «το γιατρό και το σπετσιέρη με τα φάρμακα στο χέρι». Τα φάρμακα βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης τον τελευταίο καιρό, και ήδη από πέρυσι το καθημερινό μας λεξιλόγιο εμπλουτίστηκε με μια λέξη που δεν την έχουν ακόμα λημματογραφήσει τα λεξικά: εννοώ τη λέξη γενόσημος, διότι γενόσημα φαρμακα είναι τα φάρμακα που έχουν την ίδια ποσοτικά και ποιοτικά δραστική ουσία με τα αντίστοιχα πρωτότυπα φάρμακα, που κατά κανόνα είναι πολύ ακριβότερα. Ο όρος «γενόσημα φάρμακα» είναι απόδοση του αγγλικού generic drugs και υπάρχει στη γλώσσα μας, και μάλιστα στη νομοθεσία μας, από το 1984, άσχετο αν μόλις πέρυσι έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό. Οι τσιρίδες και οι συκοφαντίες του υπουργού (οΘντκ) Υγείας ίσως δεν άφησαν να φανεί η ουσία του προβλήματος, που είναι ότι με τις νέες ρυθμίσεις επιχειρείται να μειωθεί η φαρμακευτική δαπάνη όχι ισομερώς αλλά κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη θιγούν σχεδόν καθόλου οι τιμές των ακριβών πρωτότυπων εισαγόμενων φαρμάκων, και να μειωθούν κι άλλο οι τιμές των ελληνικών γενόσημων (που έχουν ήδη μειωθεί πολύ). Τα γενόσημα καθαυτά δεν βλάφτουν, την υγεία την πειράζει σοβαρά η γενόσημη δημοκρατία μας που μας ποτίζει μνημονιακό φαρμάκι.

*οΘντκ: ο Θεός να τον κάνει

Η πρόταση της αποανάπτυξης Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από τον Πρόλογο του βιβλίου Η πρόταση της αποανάπτυξης, του Κάρλος Τάιμπο, που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων. Με την ευκαιρία αυτή, οι Εκδόσεις των Συναδέλφων (σε συνεργασία με την Εφημερίδα των Συντακτών και τον μη κερδοσκοπικό συνεταιρισμό Συν Άλλοις) οργανώνουν συζήτηση με τον Κάρλος Τάιμπος, στην οποία θα παρέμβουν ο Γιώργος Κολέμπας και ο Γιάννης Μπίλλας, συγγραφείς του βιβλίου Ο ανθρωπολογικός τύπος της αποανάπτυξης-τοπικοποίησης. Η εκδήλωση γίνεται την Τρίτη 3 Δεκεμβρίου, στις 7 μ.μ. στην ΕΣΗΕΑ (Ακαδημίας 20). ΤΟΥ ΚΑΡΛΟΣ ΤΑΪΜΠΟ

Το πρόγραμμα της αποανάπτυξης γεννιέται από δύο σημαντικές παραδοχές: αφενός το γεγονός ότι ζούμε σε έναν πλανήτη με περιορισμένη δυνατότητα σε πόρους, αφετέρου ότι μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα με λιγότερα. Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει να απαλλαγούμε από τη λογική της ανάπτυξης, της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, όπως επίσης να ξεφύγουμε από την επίβουλη, πανταχού παρούσα παραδοχή που συσχετίζει κατανάλωση και ευμάρεια. Έτσι λοιπόν, η αποανάπτυξη δεν μας λέει απλώς ότι είναι αναγκαίο να ελαττώσουμε —στο μέτρο του εφικτού, ασφαλώς— τα επίπεδα παραγωγής και κατανάλωσης στον εύπορο Βορρά. Πρεσβεύει, επιπλέον, αρχές και αξίες πολύ διαφορετικές από τις κυρίαρχες των ημερών μας: την πρωτοκαθεδρία της κοινωνικής ζωής, τον δημιουργικό ελεύθερο χρόνο, την κατανομή της εργασίας, την απαραίτητη μείωση του όγκου έργων υποδομής, την ανάκτηση της κοινωνικής ζωής, καθώς και την επανανακάλυψη μορφών άμεσης δημοκρατίας και αυτοδιαχείρισης· επίσης, σε ατομικό επίπεδο, την εκούσια ολιγάρκεια και απλότητα. Ζητούμενο της πρότασης αυτής είναι η επιστροφή στη γεωργική δραστηριότητα, η –στο μέτρο του δυνατού– απαλλαγή από την τεχνολογία και η απλοποίηση των κοινωνιών μας, πάντοτε στη βάση της δίκαιης αναδιανομής του πλούτου. Το 2007, πριν ακόμη ξεσπάσει η κρίση, το ισπανικό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν ήταν 100, ενώ σήμερα έχει πέσει στο 97. Οι αριθμοί αυτοί από μόνοι τους δεν δείχνουν κάποια ιδιαίτερα σημαντική υποχώρηση. Καθώς φαίνεται, το πρόβλημα εντοπίζεται αλλού: στην οικτρή διανομή του πλούτου της χώρας —τα ίδια, ασφαλώς, ισχύουν και για την Ελλάδα—, με αποτέλεσμα οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί ακόμα πιο φτωχοί. Να προσθέσουμε, τέλος, ότι είναι επιβεβλημένο να ανασύρουμε πολλά στοιχεία από τη λαϊκή σοφία, την οποία έχουμε παραγκωνίσει τις τελευταίες δεκαετίες, και, επιπλέον, να μάθουμε από πολυάριθμους κατοίκους των χωρών του Νότου, που ζουν σε μικρές κοινότητες, διατηρούν μια πολύ πλούσια κοινωνική ζωή, έχουν διαφυλάξει μια ομαλή σχέση με το φυσικό περιβάλλον και είναι, παραδόξως και σε τελική ανάλυση, πολύ λιγότερο εξαρτημένοι από εμάς. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση της αποανάπτυξης υποστηρίζει ότι αποτελεί επιτακτική ανάγκη η διάνοιξη χώρων αυτονομίας ώστε να εφαρμόσουμε διαφορετικούς κανόνες του παιχνιδιού από αυτούς που μας επιβάλλονται σήμερα. Για παράδειγμα, γιατί να μην προωθήσουμε στη βάση των κοινωνιών μας πρωτοβουλίες για δημιουργία κοινωνικού, έντιμου και αυτοδιαχειριζόμενου τραπεζικού τομέα, που θα μας επιτρέψει να παρακάμψουμε τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του συστήματος; ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΑΣ

ΚΡΙΣΗ-ΜΑ ΣΕΜΙΝΑΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ Τα Κρίση-μα Σεμινάρια που οργανώνει η Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση της Κοινωνίας και της Δημοκρατίας συνεχίζονται με θέμα «Εθνικό σχολείο σε πολυεθνική χώρα». Εισηγητές: Νίκος Ανδριώτης (εκπαιδευτικός-ιστορικός), Γιώργος Μαυρομμάτης (ΔΠΘ), Γιώργος Νικολάου (Παν. Ιωαννίνων). Συντονισμός: Βαγγέλης Καραμανωλάκης (Παν. Αθηνών). Την Τρίτη 3 Δεκεμβρίου, ώρα 19.00, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων.


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2013

29

ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΕΥΡΩΠΗ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΣΜΟΣ

Σκέψεις για μια αριστερή επανίδρυση της Ευρώπης ΤΟΥ ΕΥΚΛΕΙΔΗ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΥ

Μετά το 2008 παρατηρούμε μια εντυπωσιακή έλλειψη νέων ιδεών από τη μεριά των συστημικών δυνάμεων. Στο πολιτικό επίπεδο ο νεοφιλελευθερισμός μπορεί να προχωρά ακάθεκτος, να μην έχει υποστεί σημαντικές πολιτικές ήττες, αλλά συγχρόνως δεν φαίνεται να λύνει κανένα από τα προβλήματα που ανέδειξε η μεγάλη κρίση: ούτε οι κοινωνικές ανισότητες, ούτε το αχαλίνωτο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ούτε οι μακροοικονομικές ανισορροπίες διορθώνονται έστω και μερικώς. Ακούγονται κριτικές φωνές που ανησυχούν για το μέλλον του συστήματος. Ο Τζόζεφ Στίγκλιτς και ο Πωλ Κρούγκμαν έχουν ασκήσει δριμεία κριτική στην ασκούμενη μακροοικονομική πολιτική, που έχει οδηγήσει τόσες χώρες στην παγίδα χρέους και στη συνέχιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών. Ο Ραγκουράμ Ραγιάν και ο Βόλφγκανγκ Στρικ έχουν αναδείξει το αδιέξοδο των πολιτικών προτεραιοτήτων των ελίτ που δεν αναγνωρίζουν κανένα κοινωνικό συμβόλαιο, για παράδειγμα προς τους συνταξιούχους και τους νέους, λες και τα μόνα συμβόλαια που πρέπει να τηρηθούν ως ιερή υποχρέωση είναι τα συμβόλαια προς τους πιστωτές και τις χρηματαγορές. Είναι σημαντικό ότι όλο και πιο πολλές «κεντρώες» φωνές αμφισβητούν ότι ο καπιταλισμός μπορεί να νομιμοποιηθεί σε αυτή τη βάση. Και αυτή η αμφισβήτηση, τον τελευταίο καιρό, έχει αναπτύξει και μια εσωτερική δυναμική. Μπορεί ορισμένοι οικονομολόγοι, όπως ο Κρούγκμαν και ο Στίγκλιτς να ξεκίνησαν με μια τεχνοκρατική κριτική, ως κεϋνσιανοί, όσον αφορά την ασκούμενη οικονομική πολιτική, αλλά όλο και περισσότερο ασκούν πολιτική κριτική στις ελίτ. Φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι μια αλλαγή θα βασιστεί σε κοινωνικές διεργασίες που θα αμφισβητήσουν την ισχύ αυτών των ελίτ. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι αυτές οι ανησυχίες έχουν και θεσμικό αντίκτυπο. Έτσι, δεν είναι πια περιθωριακές οι προτάσεις για μια διαφορετική οικονομική και χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική για την ευρωζώνη. Δεν είναι μόνο η Αριστερά που μιλάει για μια Ευρώπη η οποία θα βασίζεται σε ένα μεγαλύτερο κεντρικό προϋπολογισμό, στις δημοσιονομικές μεταβιβάσεις, στην κοινοτικοποίηση του χρέους, μια πιο συντονισμένη και επεκτατική μακροοικονομική πολιτική, μια πο��ύ διαφορετική κεντρική τράπεζα κλπ. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τους τομείς όπου χρειάζεται περισσότερη υπερεθνική ρύθμιση: τις χρηματαγορές, την πάταξη της φοροδιαφυγής (off-shore, φορολογικοί παράδεισοι κλπ.), την προστασία του περιβάλλοντος. Η Αριστερά έχει μεγάλη συμβολή σε αυτή τη συζήτηση. Υπάρχουν, βεβαίως, αποχρώσεις και διαφωνίες, τόσο για τις λεπτομέρειες των θεσμικών προτάσεων όσο και για το πόσο ρεαλιστικό είναι να πιστεύει κανείς στη δυνατότητα ενός διαφορετικού συσχετισμού που θα επιβάλει μια νέα αρχιτεκτονική. Αλλά οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων αριστερών δυνάμεων για μια άλλη αρχιτεκτονική δεν βρίσκονται στον αέρα. Έτσι, ξέρουμε ποιο θεσμικό πλαίσιο χρειαζόμαστε προκειμένου να στηριχθούν οι προτάσεις μας, στο εθνικό επίπεδο, για μια διαφορετική πολιτική με στόχο να αντιμετωπίσουμε την ύφεση, την ανεργία και την ανθρωπιστική κρίση. Τι γίνεται όμως σε σχέση με τον άλλο πυλώνα της πολιτικής μας, την παραγωγική ανασυγκρότηση; Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μιλάει για μια ουδέτερη ανάπτυξη. Μιλάει για μια διαφορετική ανάπτυξη, που θα αμφισβητήσει τα παραγωγικά και τα καταναλωτικά πρότυπα της εποχής του νεοφιλελευθερισμού. Επιπλέον, μιλάει για μια πλουραλιστική γκάμα θεσμικών και παραγωγικών λύσεων — από τράπεζες ειδικού σκοπού μέχρι δίκτυα παραγωγής και από συνεταιριστικά και αυτοδιαχειριζόμενα πειράματα μέχρι την κοινωνική οικονομία. Είναι αυτά συμβατά με τους κανόνες και τις ρυθμίσεις της Ε.Ε.; Ουσιαστικά, μιλάμε για την επανίδρυση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Ποιο θεσμικό πλαίσιο, σε αντιστοιχία με αυτό που

αναφέραμε παραπάνω σε σχέση με τη μακροοικονομία, μπορούμε να επεξεργαστούμε και να προτείνουμε; Εδώ τα πράγματα δυσκολεύουν. Δεν έχουμε ασχοληθεί πολύ με το θέμα, με αποτέλεσμα να έχουμε λιγότερες ιδέες και θεσμικές προτάσεις. Συγχρόνως σε αυτό τον τομέα είναι πιο δύσκολο να δημιουργήσουμε γέφυρες με άλλα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα εκτός Αριστεράς.1 Καταθέτω λοιπόν, στη συνέχεια, κάποιες πρώτες σκέψεις. Όπως και στους άλλους τομείς, πρέπει να αρχίσουμε με τις αποτυχίες του νεοφιλελευθερισμού. Η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η φιλελευθεροποίηση των χρηματαγορών δεν οδήγησε μόνο σε φούσκες και κρίση: διέψευσε την προσδοκία ότι οι χρηματοδοτικοί πόροι θα κατευθύνονταν εκεί που θα ήταν πιο χρήσιμοι. Από την άλλη, η φιλελευθεροποίηση στο εμπόριο ενέτεινε σημαντικά την ισχύ του κεφαλαίου, αποδυνάμωσε τον κόσμο της εργασίας και, βεβαίως, περιθωριοποίησε πολλές περιφέρειες και χώρες. Και οι δύο τάσεις οδήγησαν σε μια απονομιμοποίηση της όλης διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης. Η πορεία εμβάθυνσης της δημοκρατίας και των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ανατράπηκε και για χρόνια άνθησε το κίνημα κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Σε πολλά τμήματα αυτού του κινήματος υπήρχε η ανησυχία να μην χαθούν τα καλά της παγκοσμιοποίησης με τα μπουγαδόνερα των ανισοτήτων και της έλλειψης δημοκρατίας. Τι θα θέλαμε από ένα διαφορετικό πλαίσιο, είτε παγκοσμίως είτε για την Ε.Ε.; 1. Μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι, όσον αφορά την παραγωγή, δεν μας ενδιαφέρει μόνο η τελική τιμή του προϊόντος. Η παραγωγή υποστηρίζει τις κοινότητές μας, τις θέσεις εργασίας και την τοπική, συχνά άρρητη, γνώση. Η τιμή και οι εξαγωγές πάντα θα έχουν τη σημασία τους. Αλλά ο ιδιωτικός τομέας δεν βάζει καθόλου τους άλλους παράγοντες στην εξίσωση. Επιπλέον, ο καπιταλισμός, λόγω οικονομιών κλίμακας και άλλων συνεργιών, έχει μια εγγενή τάση προς τις περιφερειακές ανισότητες. Οι χαμένοι της υπόθεσης δεν μπορούν να βασιστούν μόνο στις εκ των υστέρων αποζημιώσεις μέσω δημοσιονομικών μεταβιβάσεων. Χρειάζονται περιφερειακές πολιτικές ανάπτυξης, που να αντισταθμίζουν εκ των προτέρων τα πλεονεκτήματα των πιο επιτυχημένων περιοχών. 2. Μια δεύτερη διαπίστωση είναι ότι η εποχή του νεοφιλελευθερισμού οδήγησε σε ένα σοβαρότατο έλλειμμα στη «βιοποικιλότητα» των παραγωγικών λύσεων. Η εμπορευματοποίηση των δημοσίων αγαθών κοινής ωφέλειας μπορεί να αποτελεί το ακραίο παράδειγμα, με καταστροφικές επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων σε πολλές περιοχές, αλλά το ίδιο ισχύει και στον σκληρό πυρήνα της παραγωγικής διαδικασίας, όπου κυριαρχεί η μονοκαλλιέργεια του κέρδους και της επιχειρηματικότητας. Χρειαζόμαστε προστασία για παραγωγικά και κοινωνικά πειράματα (συνεταιρισμοί, αυτοδιαχειριζόμενες μονάδες, κοινωνική οικονομία κλπ.), που δεν μπορούν να ανθίσουν σε έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον, αλλά μπορούν να σταθούν στα πόδια τους και να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες των πολιτών, με ένα διαφορετικό πλαίσιο. 3. Η τελευταία διαπίστωση έχει να κάνει με τη δημοκρατία. Οι πολίτες θέλουν να έχουν λόγο στις διαδικασίες που επηρεάζουν τη ζωή τους. Αντιθέτως, η έλλειψη δημοκρατίας, η αίσθηση της απώλειας ελέγχου και σταθερότητας, τροφοδοτούν τόσο τον εθνικισμό όσο και τον κακώς εννοούμενο προστατευτισμό. Γιατί ο προστατευτισμός, πολλές φορές, ευνοεί κάποιους παραγωγούς σε βάρος άλλων τμημάτων της κοινωνίας. Μόνο η δημόσια διαβούλευση, η δημοκρατία δηλαδή, μπορεί να εγγυηθεί ότι η όποια προστασία των κοινωνικών πειραμάτων γίνεται με βάση την κοινωνική δικαιοσύνη. Στο επίπεδο της Ε.Ε. χρειαζόμαστε μορφές προστασίας που ευνοούν τοπικά και περιφερειακά σχέδια ανάπτυξης και κοινωνικού πειραματισμού. Μια ιδέα είναι η γενίκευση των ρητρών εξαίρεσης. Αυτές ήδη υπάρχουν, για παράδειγμα σε σχέ-

Ζακ Λίπσιτς, «Η αρπαγή της Ευρώπης, ΙV», 1941

ση με τους περιορισμούς στις δημόσιες προμήθειες: γενικά απαγορεύεται να χρησιμοποιηθούν οι κρατικές προμήθειες ως εργαλείο υποστήριξης τοπικών παραγωγών, αλλά μια περιφέρεια μπορεί να επικαλεστεί την ανάγκη να βελτιώσει το ανθρώπινο κεφάλαιο εντός της περιφέρειας ή ακόμα για να αντιμετωπίσει ένα ιδιαίτερο υψηλό επίπεδο ανεργίας. Άλλες περιφέρειες κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας, άλλες όχι. Δεν βλέπω όμως τον λόγο να μην προτείνει η Αριστερά μια γενίκευση αυτής της αρχής. Έπειτα από δημοκρατική διαβούλευση (για να εκπροσωπηθούν τα διάφορα συμφέροντα), οι χώρες θα μπορούσαν να ζητήσουν και άλλες εξαιρέσεις, για παράδειγμα σε σχέση με τις κρατικές ενισχύσεις, για να υποστηρίξουν κοινωνικά πειράματα που έχουν σκοπό την παραγωγική ανασυγκρότηση μιας περιοχής ή την αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου. Δεν υποτιμώ τα προγράμματα ανάπτυξης στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Αλλά η μονομέρεια αυτής της στρατηγικής έχει αποτύχει, και όχι μόνο λόγω έλλειψης κονδυλίων. Χρειαζόμαστε κάτι παραπάνω. Αυτό το παραπάνω δεν αποτελεί επιστροφή στον προστατευτισμό· ίσα ίσα, μια παγκοσμιοποίηση και ενοποίηση, που δεν προστατεύει τη δημοκρατία και δεν αντιμετωπίζει τις ανάγκες των πολλών τροφοδοτεί και τον εθνικισμό και τον προστατευτισμό. Τα παραδείγματα σε όλη την Ε.Ε. πολλαπλασιάζονται τον τελευταίο καιρό ανησυχητικά. Ξεκινάμε από μια αρχή: θέλουμε εξαγωγές και άλλους υπερεθνικούς δεσμούς για να υποστηριχθούν οι ανάγκες του κόσμου της εργασίας και οι κοινότητες στις οποίες ζουν. Αν πιστεύει κανείς ότι θέλουμε κοινότητες, περιοχές και ολόκληρες χώρες να εξυπηρετούν τις εξαγωγές, τότε βλέπει τον κόσμο ανάποδα.

1 Εξαίρεση αποτελεί ο Ντάνι Ρόντρικ. Οι σκέψεις αυτού του άρθρου είναι επηρεασμένες, σε μεγάλο βαθμό, από το βιβλίο του Το παράδοξο της παγκοσμιοποίησης (εκδ. Κριτική).

TΑ «ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΑ» ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ Η. ΧΑΡΗ Την Πέμπτη παρουσιάζονται οι δύο πρώτοι τόμοι της σειράς «Στοιχήματα» του Γιάννη Η. Χάρη. Για τον πρώτο τόμο, «Εθνικισμός, ρατσισμός, μετανάστευση», θα μιλήσει ο Κωστής Παπαϊωάννου (εκπαιδευτικός, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα). Για τον δεύτερο τόμο «Γλωσσικά, Μεταφραστικά» θα μιλήσει η γλωσσολόγος Μάρω Κακριδή-Φερράρι (Πανεπιστήμιο Αθηνών). Στο art bar «Poems and Crimes» των εκδόσεων Γαβριηλίδη (Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι), την Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου, στις 8.30 το βράδυ.


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2013

30

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Ένας από τους πολλούς, ένας και μονα Το βιβλίο Στέφανος Στεφάνου. Ένας απ’ τους πολλούς της ελληνικής Αριστεράς 1941-1971, που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από το Θεμέλιο, είναι μια αυτοβιογραφική αφήγηση. Την κατέγραψε και την επιμελήθηκε, με γνώση και φροντίδα η ιστορικός Χριστίνα Αλεξοπούλου. Όσοι γνωρίζουν τον Στέφανο θα αναγνωρίσουν στις σχεδόν 500 σελίδες του τόμου τα χαρίσματά του: την ορθοκρισία, την ευκρίνεια της σκέψης, τον συναισθηματικό πλούτο, το αφηγηματικό ταλέντο. Για όσους δεν τον γνωρίζουν ο τόμος είναι μια ευκαιρία να τον γνωρίσουν, μαζί με έναν ολόκληρο κόσμο αξιών και ιστοριών του ελληνικού αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος. «Ένας απ’ τους πολλούς της ελληνικής Αριστεράς» επιγράφει το βιβλίο του ο ίδιος. «Ένας από τους πολλούς, αλλά και ένας και μοναδικός», όπως επισημαίνει στον επίλογό της η Χρ. Αλεξοπούλου. Προδημοσιεύουμε σήμερα ένα απόσπασμα (που αναφέρεται στο Πάσχα του 1950 στα Γιούρα, ένα Πάσχα που γιορτάζουν λαμπρά οι εξόριστοι, στο κλίμα της ανακούφισης και των ελπίδων που έχει τροφοδοτήσει η νίκη της ΕΠΕΚ, τον Μάρτη του ίδιου χρόνου, και ο σχηματισμός της κυβέρνησης Πλαστήρα), καθώς και ένα μέρος της εισαγωγής της Ιωάννας Παπαθανασίου.

Πάσχα στα Γιούρα ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Στον Α΄ όρμο τα πράγματα ήταν δυσκολότερα, για��ί είχαμε να κάνουμε με πέντε και πλέον χιλιάδες ανθρώπους ποικίλης προέλευσης και μορφωτικού και κοινωνικού επιπέδου, και αυτοί που είχαν κάποια σχετική προπαίδεια ή φυσικές δυνατότητες να παίξουν κάποιον ιδιάζοντα ρόλο στις πολιτιστικές και μορφωτικές εκδηλώσεις πολύ λίγοι ήταν. Κάτι άρχισε όμως να κινείται. Ιδιαίτερα στη λαϊκή ψυχαγωγία, όπου άρχισαν να συγκροτούνται ομάδες χορευτικές και ομάδες δημοτικών τραγουδιών να κάνουν πρόβες. Κάποια στιγμή μάλιστα ακούστηκε και ο ήχος μιας εβρίτικης γκάιντας. Ο αρχαίος άσκαυλος ξαναζούσε με καινούρια βαλκανικά μουσικά και χορευτικά μοτίβα. Ακόμα μου μένει η απορία πού βρήκαν εκείνο το τομάρι αρνιού τα παιδιά του Πυθίου και της Θυρέας και σκάρωσαν αυτό το χαρακτηριστικό όργανο της πατρίδας μου. Πρέπει οπωσδήποτε να μεσολάβησαν διαπραγματεύσεις με κάποιο φύλακα και κάποιον καϊκτσή που ερχόταν από τη Σύρα ή με τον προμηθευτή των τροφίμων μας. Η φωνή της μπορεί σε άλλους να ξύπνησε απλώς παλιά ευχάριστα ακούσματα, για μένα ήταν κάτι συγκλονιστικό. Δεν ξέρω ακόμα και τώρα τους λόγους για τους οποίους με γοήτευε αυτό το όργανο. Ίσως να ήταν η μαστοριά του Σταύρη, του γκαϊντατζή της γειτονιάς μου, που με καθήλωνε, από μικρό παιδί ακόμα, όταν τον συναντούσα να παίζει σε καφενείο ή στις χαρές [: ανοιχτοί γάμοι] και για τον οποίο νιώθω υποχρέωση κάποτε να μιλήσω… Όλη αυτή η «ποσοτική συσσώρευση», όπως συνηθίζουμε να λέμε εμείς οι… αγοραίοι μαρξιστές, εκδηλώθηκε λίγο αργότερα τις μέρες του Πάσχα με ένα «ποιοτικό άλμα» –ένα ξέφρενο πανηγύρι σε ολόκληρη τη μεγάλη ακτή του νησιού που κάλυπταν οι πέντε όρμοι. Οι εκπρόσωποί μας είχαν ειδοποιήσει τη διεύθυνση ότι θα οργανώναμε στους όρμους μαζικά γλέντια, με τραπέζια που θα στήναμε στις πλατείες. (Τα «τραπέζια» ήταν απλά σεντόνια ή κουβέρτες στρωμένες κατάχαμα στο γύρο της πλατείας και οι συνδαιτημόνες, καθισμένοι σταυροπόδι, κατάχαμα κι αυτοί φυσικά. Το συσσίτιο, κρέας όπως πρόβλεπε το πρόγραμμα, ήρθε σε ολόκληρα αρνιά, τα οποία, για πρώτη φορά στα τρία χρόνια, τα ψήσαμε στη σούβλα, όπως γινόταν κανονικά στα ελληνικά χωριά.) Στον Α΄ όρμο, τη μεγάλη «ακτίνα» της τεράστιας φυλακής μας, χάλασε ο κόσμος. Μετά το ομαδικό φαγητό, άρχισαν τα τραγούδια, ανακατεύτηκαν οι ήχοι της Ηπείρου με τις νησιώτικες μελωδίες και τα θρακιώτικα χορευτικά με τα καλαματιανά και τα τσάμικα της Παλιάς Ελλάδας. Κάποια στιγμή βγήκε και

η γκάιντα στη μέση και οι θρακιώτικοι χοροί –ο χασάπικος, η μπαϊντούσ’κα, ο πηλαλητός– κέρδισαν τη μερίδα του λέοντος του γλεντιού. Καμάρωνα τα παλικάρια μας, από το Σουφλί, το Ελληνοχώρι, το Πύθιο, τη Θυρέα, τη Στέρνα, τη Βύσσα, να πετούν στον αέρα. Χόρεψα χασάπικους, καρσιλαμάδες, μπαϊντούσ’κες και ζωναράδικους, που τους ήξερα σχεδόν από γεννησιμιού μου. Στον πηλαλητό (πιαλτό, όπως τον λένε στον άνω Έβρο όπου είναι η ρίζα του) στην αρχή απείχα. Θεωρούσα ότι δεν ήμουν ακόμα ώριμος να τον σύρω, γιατί μόλις δύο βδομάδες πριν είχα αρχίσει να τον χορεύω. Όμως καθώς συνεχίζονταν μέσα σε ένα παραλήρημα ενθουσιασμού ο τρεχάτος (πηλαλώ σημαίνει τρέχω) χορός των Εβριτών που τον έσερνε ένα παλικάρι από το Ελληνοχώρι, πρώην ανταρτόπουλο με φθαρμένες μπότες, τις οποίες κάθε τόσο χτυπούσε με εκπληκτικό τρόπο στον αέρα, μπήκα στο χορό ανάμεσα στα Πυθιωτάκια, τους φίλους μου, και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα να σέρνω το χορό και να χτυπάω στον αέρα τις μισοξεσκισμένες αρβύλες μου. Αργά το απόγευμα ακούσαμε έναν αχό να έρχεται από το Νότο ανάμεσα σε μας και στον Β΄ όρμο. Οι πιο ανυπόμονοι πεταχτήκαμε έξω από τα σύρματα και είδαμε να έρχεται από τη στροφή μια μεγάλη φάλαγγα που τραγουδούσε και χόρευε με τους κεμετζέδες μπροστά. Ήταν μερικές εκατοντάδες από τα παιδιά του Δ΄ όρμου που είχαν βγει από το σύρμα τους, πέρασαν από τον Γ΄, χόρεψαν με τους κατοίκους του και αχόρταγοι από το ημερήσιο γλέντι έρχονταν προς εμάς για το μεγάλο νταβαντούρι. Τους υποδεχτήκαμε με ζητωκραυγές και χειροκροτήματα και μπήκαμε όλοι μαζί, με τα όργανα μπροστά, στην πλατεία του όρμου. Τώρα πια, με τους κεμετζέδες παρόντες, σώπασαν όσα ξεφτίσματα είχαν απομείνει από ήχους γκάιντας και τραγούδια. Το λόγο πια είχε το Έθνος, όπως αυτοονομάζονταν ως παροικία οι Πόντιοι, και κυριαρχούσαν οι κεμετζέδες και τα βροντερά προστάγματα του πρωτοχορευτή: «α σιαντάν», «σο γόνατον», «όρθιο το κιφάλ» και τα παρόμοια. Το γλέντι κράτησε ώς αργά τη νύχτα. Οι φύλακες, σαν μαρμαρωμένοι, παρακολουθούσαν αμήχανοι, κι όταν οι οργανοπαίχτες έσυραν την τελευταία δοξαριά αποσυρθήκαμε σιγά σιγά αποκαμωμένοι και τον πήραμε μονοκόμματα ώς το πρωί. Την άλλη μέρα όλη η φυλακή —τουλάχιστον όσοι κρατούσαν τα κότσια τους— συγκεντρωθήκαμε στον Δ΄ όρμο και κλείσαμε το πασχαλιάτικο διήμερο με τραγούδια, χορούς, πειράγματα και ελαφρές ιστορίες. Ήταν ένα διήμερο ξεφάντωμα, όχι απλώς χωρίς προηγούμενο, αλλά πέρα κάθε φαντασίας, αυτού

του κόσμου που, επί τρία σχεδόν χρόνια, βασανισμένος, κακοποιημένος, άρρωστος και πεινασμένος, αγωνιζόταν να κρατηθεί όρθιος, να μην ταχύνει το βήμα του, όταν δεχόταν το βούρδουλα ή τη μαγκούρα στην πλάτη του, καθώς κουβαλούσε την πέτρα στο εργοτάξιο, να μη μικρύνει το μπόι του, όταν τον καλούσαν να απαρνηθεί την ιστορία και την ψυχή του με αντάλλαγμα μιαν ανάπηρη ελευθερία, να μη χτίσει τη φυλακή του, όπως σχεδίαζε ο αντίπαλος, ως έσχατη ατίμωση δέκα ώς δεκαπέντε χιλιάδων παλικαριών που τα μάζεψε πάνω στο θανατονήσι για να τα θανατώσει, χτυπώντας κατάκαρδα την ψυχή του λαού τους. Και τώρα γιόρταζαν αυτήν τη νίκη τους, γιατί κατάφεραν να κρατήσουν το μπόι τους, την ψυχή τους όσο γινόταν αλώβητα, και γιατί, αυτό δα ήταν φανερό πια, ο βράχος της φυλακής είχε μείνει χωρίς ντουβάρια, χωρίς σκεπή. Την τρίτη μέρα ήρθε η πιο πρακτική επιβεβαίωση της νίκης· έφτασε στον Α΄ όρμο, λίγο πριν από το μεσημέρι, ένα μικρό πολεμικό. […]. [Η κυβέρνηση] έστειλε το γενικό επιθεωρητή φυλακών του Υπουργείου Δικαιοσύνης να δει αυτοπροσώπως την κατάσταση. Η οργάνωση είχε προετοιμάσει την υποδοχή. Ανέθεσε σε καμιά διακοσαριά κρατούμενους –μετείχα κι εγώ σ’ αυτήν τη μεγάλη ομάδα– να πιάσουμε τα σύρματα του δρόμου που οδηγούσε προς το κτήριο της διοίκησης, στο οποίο κατά πάσα πιθανότητα θα κατέληγε ο ανώτατος αξιωματούχος, και να του θέσουμε τα αιτήματά μας. Φυσικά μια συγκέντρωση διακοσίων ανθρώπων κατά μήκος του σύρματος, δηλαδή σχεδόν κάθε μέτρο κι άνθρωπος, δεν μπορούσε να μη γίνει αντιληπτή από τους υπόλοιπους κρατούμενους και καθώς πολλοί είχαν βγει όξω από τις σκηνές για να δουν ένα πολεμικό καράβι που πρώτη φορά προσορμιζόταν στην περιοχή μας, κάποιοι άρχισαν σιγά σιγά να κατεβαίνουν προς την πλατεία. Όταν έφτασε στο σύρμα ο «κύριος επιθεωρητής» μαζί με την κουστωδία του και άρχισαν οι φωνές από τις δυο μεριές του όρμου, βγήκαν όλοι οι κρατούμενοι από τις σκηνές και, σαν να τους κάλεσαν οι σάλπιγγες της Ιεριχούς, άρχισαν να τρέχουν προς τα σύρματα. Ξαφνικά, πάνω από τρεις χιλιάδες άνθρωποι, ένα ποτάμι βουερό με χειρονομίες και κραυγές προπηλάκιζε τον κύριο επιθεωρητή, ο οποίος βιαζόταν να διασχίσει το δρόμο. Δεν το πέτυχε όμως· πριν να καλύψει το ένα τρίτο της απόστασης, κάποιοι θερμόαιμοι στραπατσάρισαν τα σύρματα και του έκοψαν το δρόμο. Και μέσα σ’ αυτή την κοσμοθαλασσιά, ξαφνικά βρήκα τον εαυτό μου να έχω πηδήσει, δεν ξέρω πώς, το φράχτη και να χώνω μπροστά στο πρόσωπο του επιθεωρητή έναν αλουμινένιο μαστραπά γιομάτο υφάλμυρο νερό και να του φωνάζω: «Πιες, πιες, να δεις τι αρμύρα πίνουμε!» Με την επέμβαση των ψυχραιμότερων και τις παρακλήσεις των φυλάκων αφήσαμε τον επιθεωρητή να προχωρήσει στο δρόμο του, αφού μας υποσχέθηκε ότι θα δεχόταν τις επιτροπές που θα ανέπτυσσαν προφορικά και θα κατέθεταν γραπτά τα αιτήματά μας· πράγμα το οποίο έγινε αρχίζοντας από το απόγευμα κιόλας. Επί δύο ημέρες ο επιθεωρητής συζητούσε με επιτροπές, διαπιστευμένες φυσικά από την οργάνωση, από όλους τους όρμους, υποσχέθηκε λύση στα περισσότερα προβλήματά μας, εκτός από τη μεταφορά όλων των κρατουμένων σε άλλες φύλακες και την αποκατάσταση των δικαστικών αδικιών, τα οποία ήταν πέρα των αρμοδιοτήτων του και θα τα μετέφερε στην κυβέρνηση. Την τρίτη ημέρα έφτασε μια μεγάλη υδροφόρα με γλυκό νερό από το Λαύριο και ξεφόρτωσε τα μέρη μιας μεγάλης μεταλλικής υδροδεξαμενής, που σε μια βδομάδα στήθηκε στη στροφή ανάμεσα Α΄ και Β΄ όρμο.

Επάλληλοι κύκλοι ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Το βιβλίο του Στέφανου Στεφάνου περιμέναμε από καιρό. Για την ακρίβεια δεν είμαστε λίγοι όσοι, έχοντας επωφεληθεί εδώ και χρόνια από τη ζεστασιά της φιλίας του, επανερχόμασταν τακτικά στην τρυφερή υπενθύμιση αυτής του της εκκρεμότητας κάθε φορά που η περίσταση μας έφερνε —στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο χώρο— ευήκοους ακροατές των μοναδικών αφηγήσεών του. Με χαμόγελο ο Στέφανος, χωρίς να το αρνείται, μετέθετε πάντα για αργότερα το χρόνο της γραφής και άλλαζε θέμα στη συζήτηση. Έτσι, η έμμεση υπόσχεση για


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2013

35

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

αδικός

Η νέα γερμανική κυβέρνηση, η Ελλάδα και η Ευρώπη ΤΟΥ AΡΗ ΚΑΛΑΝΤΙΔΗ

Πασχαλινή κάρτα του Χρίστου Δαγκλή, Άη Στράτης, 1951

ένα –επιτέλους— δικό του βιβλίο, αυτή τη μακρά αυτοβιογραφική του κατάθεση που όλοι περιμέναμε, άργησε να πραγματοποιηθεί. Σημασία έχει ότι εντέλει δεν την αναίρεσε, ούτε κα�� διάψευσε την επιμονή μας. Αντίθετα. Το βιβλίο ανταποδίδει τις αναμονές και επιβεβαιώνει τις προσδοκίες. Η Χριστίνα Αλεξοπούλου έδωσε με τον καλύτερο τρόπο λύση στις αμοιβαίες αναζητήσεις και στις μακροχρόνιες αναμονές. […] Η βαθιά αυτοσυνειδησία του Στέφανου, το καταστάλαγμα της σοφίας των χρόνων και της εμπειρίας του, ο πηγαίος —και ταυτόχρονα— στοχαστικός λόγος του διασταυρώθηκε με τα ερευνητικά ενδιαφέροντα και τις ευαισθησίες της Χριστίνας σε ένα μακρύ διάλογο ή καλύτερα σε μια εκ βαθέων συνομιλία που εμπεριείχε έντονα και το στοιχείο της μαθητείας. Το βιβλίο κινείται ανάμεσα στην προφορική εξιστόρηση και στη γραπτή μαρτυρία, ή ακόμη καλύτερα τις συνταιριάζει μοναδικά σε ένα ενιαίο αφηγηματικό σύνολο. Μάρτυρας της ιστορίας της εποχής του, συνομιλητής και αφηγητής της προσωπικής του διαδρομής, ο Στέφανος Στεφάνου καταθέτει τη συμβολή του στη μακρά σειρά των απομνημονευμάτων και αυτοβιογραφικών καταθέσεων μιας ξεχωριστής γενιάς κομουνιστών, αυτών που διαμορφώθηκαν μέσα στον πόλεμο και την Κατοχή και ζυμώθηκαν στις γραμμές της ΕΠΟΝ και στο αριστερό κίνημα. Ταυτόχρονα, μέσα από τον τρόπο που επέλεξε για να μας καταστήσει κοινωνούς αυτής της προσωπικής του αναδρομής στους δρόμους που περπάτησε, μας φέρνει ενώπιους, χωρίς να το επιδιώκει, με τα στοιχεία εκείνα που τον κάνουν ξεχωριστό, με κάποιες από τις αρετές που τον προσδιόρισαν και τον προσδιορίζουν. Η ιδιαίτερη ισορροπία ανάμεσα στο «είμαι», στο «ανήκειν» και το «συνανήκειν», όπως και η λελογισμένη διαβάθμιση του «αισθάνομαι», «γνωρίζω», «κατανοώ» —στοιχεία αναλλοίωτα μιας διαμορφωμένης μέσα στα χρόνια ταυτότητας—, διαπερνούν και τις σελίδες του βιβλίου. Στον πυρήνα της συνυπάρχουν ο στρατευμένος κομμουνιστής και ο μαρξιστής διανοούμενος, ένας άνθρωπος που δεν έπαψε ποτέ να αναζητά τις σχέσεις των κοινωνικών υποκειμένων, να αναστοχάζεται τις ανθρώπινες αξίες μέσα στο χρόνο, αλλά και να αντιμετωπίζει με κριτική διάθεση την υπόθεση της Αριστεράς, αυτή τη μεγάλη συλλογικότητα στην οποία έταξε εαυτόν.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ Ο Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων, το Μουσείο Πολιτικών Εξορίστων Αη Στράτη, τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), η Εταιρεία Μελέτης Ιστορίας της Αριστερής Νεολάιας (ΕΜΙΑΝ) και οι εκδόσεις Θεμέλιο μας καλούν στην παρουσίαση του βιβλίου Στέφανος Στεφάνου. Ένας απ’ τους πολλούς της ελληνικής Αριστεράς 1941-1971 (καταγραφή-σχόλια: Χριστίνα Αλεξοπούλου) το Σάββατο 7 Δεκεμβρίου, ώρα 19.00 στο πολιτιστικό κέντρο «Μελίνα» (Ηρακλειδών 66Α και Θεσσαλονίκης, Θησείο). Θα μιλήσουν ο Θόδωρος Μαλικιώσης, ο Ζήσιμος Συνοδινός, ο Μάκης Τρικούκης και ο Κώστας Τσουράκης.

Δυο μήνες πέρασαν μέχρι να συνεννοηθούν τα δυο μεγάλα γερμανικά κόμματα για το σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας. Η σημαντική νίκη των Χριστιανοδημοκρατών (CDU)-Χριστιανοκοινωνιστών (CSU) υπό την κ. Μέρκελ και το χαμηλό ποσοστό των Σοσιαλδημοκρατών (SPD) του κ. Στάινμπρουκ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου όρισαν εκ των προτέρων τον συσχετισμό δυνάμεων. Έτσι οι περισσότεροι σχολιαστές προέβλεψαν από την αρχή πως το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν στην πραγματικότητα μια αυτοδύναμη κυβέρνηση της κ. Μέρκελ με λίγες παραχωρήσεις στους σοσιαλδημοκράτες σε ζητήματα χωρίς μεγάλη διάσταση απόψεων, π.χ. για το ελάχιστο ημερομίσθιο. Τι αλλάζει όμως για την Ευρώπη και, συγκεκριμένα, την Ελλάδα με τη νέα κυβέρνηση; Κατά τη γνώμη μου σχεδόν τίποτα. Η Ευρώπη κάνει την εμφάνισή της ήδη στις πρώτες σελίδες της συμφωνίας συνεργασίας ανάμεσα στα κόμματα (CDU/CSU/SPD): «Στόχος μας είναι να βγάλουμε την Ευρώπη πιο ισχυρή μέσα από την κρίση — ως μια Ευρώπη της

Ο Άρης Καλαντίδης είναι πολεοδόμος, σύμβουλος σε θέματα αστικής ανάπτυξης (http://blog.inpolis.com/)

σταθερότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης. Αρχή μας είναι πως η αλληλεγγύη και η υπευθυνότητα πάνε μαζί. Αυτό είναι ασύμβατο με μια κοινοτικοποίηση του χρέους. Αντίθετα, χρειαζόμαστε περισσότερη ανταγωνιστικότητα μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και νέων κινήτρων ανάπτυξης σε όλα τα κράτη μέλη». Με άλλα λόγια η νέα κυβέρνηση α) αποκλείει τα ευρωομόλογα και β) επιμένει στην αρχή της ταυτόχρονης ανταγωνιστικότητας όλων των κρατώνμελών. Η κ. Μέρκελ ακολουθεί, με αυτό τον τρόπο, το ορθόδοξο ιδεολογικό δόγμα που επικρατεί ανάμεσα στους γερμανούς οικονομολόγους και μοιάζει να μην έχει πληγεί καθόλου από την κρίση. Καμιά μνεία στην ασυμβατότητα ανάμεσα στο κοινό νόμισμα και στην απουσία συντονισμένης δημοσιονομικής πολιτικής. Καμιά αναφορά στις χρόνιες ανισορροπίες του εμπορικού ισοζυγίου της Γερμανίας και τις επιπτώσεις που έχουν αυτές σε άλλες χώρες. Κανένας προβληματισμός για το κατά πόσο η έννοια της ανταγωνιστικότητας είναι πάντοτε σχετική και είναι εξ ορισμού αδύνατο να είναι ισχύει για όλους ταυτόχρονα. Η Ελλάδα έχει την τιμητική της στη σελίδα 157: «Θα συνεχίζουμε την υποστήριξη των προσπαθειών μεταρρύθμισης στην Ελλάδα. Η Γερμανο-Ελληνική Συνέλευση1 θα συνεχιστεί και θα αναπτυχθεί περαιτέρω». Καμία παραδοχή

πως έχουν γίνει λάθη ή πως η πολιτική αντικοινωνικής λιτότητας έχει αποτύχει. Σε πολλά σημεία της συμφωνίας υπάρχουν αναφορές στην ανάγκη για νέες επενδύσεις — με την ίδια ακριβώς αοριστία που είχαν γραφεί και σε παλαιότερες προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης. Τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο είναι άγνωστο ακόμη ποια πρόσωπα θα στελεχώσουν την καινούργια κυβέρνηση. Αν το SPD δεν πάρει το υπουργείο οικονομικών, είναι πολύ πιθανόν να παραμείνει στη θέση του ο σκληροπυρηνικός Σόιμπλε. Κατά τ’ άλλα, οι 185 σελίδες του συμβολαίου για το σχηματισμό της νέας (παλαιάς) κυβέρνησης συνεργασίας είναι πάνω απ’ όλα ένα κείμενο που επιμένει με δογματική προσήλωση στην καταστροφική πολιτική λιτότητας για την ίδια τη Γερμανία και για την υπόλοιπη Ευρώπη.

1 Η Γερμανο-Ελληνική Συνέλευση (ΓΕΣ) θεσπίστηκε το 2010 ως φόρουμ για τη διμερή συνεργασία σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, με εκπροσώπους ελληνικών και γερμανικών φορέων και συντονιστή τον τέως υφυπουργό Εργασίας Χανς Φούχτελ. Φέτος, πραγματοποιήθηκε η 4η ΓΕΣ στη Νυρεμβέργη.

Σοβαρές στρεβλώσεις της αγοράς Η μη πρόσμιξη γίδινου και αγελαδινού γάλακτος Πρώτα διάβασα τον τίτλο: «37 προτάσεις του ΟΟΣΑ για την άρση στρεβλώσεων στην αγορά». Μετά, τις δηλώσεις του υπουργού Ανάπτυξης: «Είμαστε αποφασισμένοι να υιοθετήσουμε τη συντριπτική πλειοψηφία των προτάσεων, διότι θεωρούμε ότι ένας μεγάλος αριθμός από αυτές θα έχει θετική επίπτωση στην αγορά και στους καταναλωτές». Αμέσως μετά, άρχισα να διαβάζω τις προτάσεις: • Να αρθούν οι περιορισμοί στις προσμίξεις γάλακτος (σήμερα επιτρέπεται μόνο η πρόσμιξη γίδινου με πρόβειο). • Να αρθούν οι περιορισμοί σε βρώσιμα λίπη, ώστε να μπορούν να διατίθενται και στο υπαίθριο εμπόριο.

Ο Στρ. Μπουλαλάκης είναι επιτηδευματίας και διευθυντής του χώρου εστίασης «Ιχθυάλευρος». Ασχολείται με εισαγωγές πολυελαίων, προσμίξεις γάλακτος (τραγίσιου) και μαγειρεύει με Νέα Φυτίνη.

• Να επιτραπούν οι εισαγωγές ιχθυελαίων χωρίς την έγκριση του Γενικού Χημείου του Κράτους. • Να αρθεί η απαγόρευση της πώλησης προϊόντων πρόσμειξης ελαιολάδου με άλλα έλαια. • Να καταργηθεί η διάταξη που ορίζει ότι στα κρεοπωλεία, μεταξύ καταστήματος λιανικής πώλησης και εργαστηρίου, απαιτείται διαχωρισμός με εγκατάσταση πόρτας. «Τα Νέα», 28.11.2013 Ακολουθούν πολλές προτάσεις: η λειτουργία των καταστημάτων τις Κυριακές, η κατάργηση των περιορισμών για την ίδρυση mall και καινούργιων ξενοδοχείων σε κορεσμένες περιοχές κ.ο.κ. Ένας καινούργιος θαυμαστός κόσμος, που χρειάζεται ασφαλώς σοβαρή και συνολική ανάλυση. Αν στάθηκα στις προσμίξεις, τα ιχθυέλαια και τα βρώσιμα λίπη το έκανα για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι

μπορώ να φανταστώ, πώς, παρά τις καταστροφικές της συνέπειες, η αλόγιστη ίδρυση ξενοδοχείων μπορεί να ενταχθεί σε μια κερδοσκοπική αναπτυξιακή προοπτική· αδυνατώ όμως πλήρως να φανταστώ πώς εντάσσεται σε μια τέτοια προοπτική η πρόσμιξη γίδινου και όνειου γάλακτος ή η εισαγωγή ιχθυελαίων. Η μόνη συνέπεια που διαβλέπω είναι η υποβάθμιση της ποιότητας προς όφελος γαλακτοβιομηχανιών, εμπόρων λιπών, ελαίων, ιχθυελαίων κ.ο.κ. Ο δεύτερος λόγος είναι να σας προειδοποιήσω. Αν διαβάσετε την είδηση, μην τη θεωρήσετε «τρολιά». Είναι αλήθεια: ο ΟΟΣΑ θεωρεί βασική στρέβλωση της ελληνικής αγοράς τους περιορισμούς στα ιχθυέλαια και στις προσμίξεις γάλακτος — και, σε συνεργασία με τον Κ. Χατζηδάκη, σπεύδει να τις θεραπεύσει. Στο μέλλον, λοιπόν, ας επιτραπεί η πρόσμιξη ορυκτελαίου: έτσι η θεραπεία θα γίνει τέλεια! ΣΤΡ. ΜΠΟΥΛΑΛΑΚΗΣ


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2013

36

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Διδασκαλία εν δράσει ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΚΟΥΖΕΛΗ

Αφορμή για τις σκέψεις που ακολουθούν θα μπορούσε να είναι το πανεπιστήμιο που σήμερα βάλλεται, το πανεπιστήμιο για το οποίο δεν βρίσκει να πει λέξη ο λόγος του αντιπνευματικού μίσους, το πανεπιστήμιο που πολλοί για χρόνια στηρίζουμε σε χαμηλούς τόνους με ερευνητικό μεράκι και διδακτική έγνοια, το πανεπιστήμιο εκείνης της νέας μορφωμένης γενιάς με τα υψηλά προσόντα που το κράτος αγνοεί και οι «ειδικοί» λοιδορούν. Κι αν δεν ήταν η αφορμή, ήταν σίγουρα το φόντο. Βρέθηκα, χωρίς να το συνειδητοποιώ, να σκέφτομαι γι’ αυτό το πανεπιστήμιο, συμπαρουσιάζοντας πριν μερικούς μήνες ��να περίεργο βιβλίο, με τίτλο Φιλοσοφία και επιστήμες στον εικοστό αιώνα, από δεκαέξι συγγραφείς, με επιμέλεια του Αριστείδη Μπαλτά και του Κώστα Στεργιόπουλου (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Ούτε τώρα, όπως και τότε, τολμώ να εκθέσω «τι λέει». Δεν είναι άλλωστε ένα βιβλίο του οποίου μπορεί κανείς εύκολα να παρουσιάσει το «περιεχόμενο». Είναι υπερβολικά εκτενές, σύνθετο και πολυπρόσωπο. Αποτελεί όμως, ή μάλλον τεκμηριώνει, ένα εγχείρημα που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής· ένα εγχείρημα ζωντανό — με την έννοια που μιλάμε για «ζωντανή αναμετάδοση». Ο τόμος είναι και ταυτοχρόνως κάνει, εκθέτει και θέτει σε λειτουργία ένα διδακτικό πρόγραμμα, κατά το πρότυπο του «επιστημονικού προγράμματος». Συνιστά ένα διδακτικό εργαστήριο, με το κείμενό του να δρα και να δρα ως μάθημα. Τις αντιδράσεις μου θα καταγράψω λοιπόν, τις αντιδράσεις μου απέναντι στο ιδιότροπο αυτό εγχείρημα, το τυπωμένο διδακτικό εργαστήριο. Θα μιλήσω για το «τι κάνει» το βιβλίο, «τι κάνει» ο τόμος-σεμινάριο. tst Καταρχάς, για τη θέση του υλικού σε σχέση με αυτό που το βιβλίο υπόσχεται πως θα αφηγηθεί. «Φιλοσοφία και επιστήμες στον εικοστό αιώνα», λέει στο εξώφυλλο, διατηρώντας μια φαινομενική ασάφεια. Κι όμως, αυτή η δήλωση διττού περιεχομένου δεν είναι ούτε υποτονική ούτε υπερβολική περιγραφή. Αυτό το «και» πραγματεύονται στη σύνθεσή τους τα κείμενα ή μάλλον ο τόμος ως συναρμολόγηση των επιμέρους κειμένων. Πραγματεύονται εντός του 20ού αιώνα το διαδοχικό πέρασμα από την επιστημονική ανατροπή στη φιλοσοφική υποδοχή, την επεξεργασία, την αμφισβήτηση, την αναδιάταξη του πεδίου της φιλοσοφίας, τη συγκρότηση των κλάδων που εξετάζουν την επιστημονική παραγωγή. Και πραγματεύονται αυτό τον φορτισμένο διάλογο επιστήμης και φιλοσοφίας από την μάλλον απρόσμενη σκοπιά της κατοπτρικά αντεστραμμένης σύνδεσης. Αν και μας δίνουν δηλαδή μια λεπτομερή εικόνα (ή, μάλλον, μας παρέχουν το υλικό για να φτιάξουμε εμείς οι ίδιοι, ως διδασκόμενοι μελετητές, μια τέτοια πλήρη εικόνα) της συγκρότησης και πορείας κλάδων που, ξεκινώντας από τη φιλοσοφία, αξιώνουν να περιγράψουν τη δομή, τη λογική και την ιστορία των επιστημών, η ιδιότροπη ματιά της συναρμολόγησης μας υπενθυμίζει την αφετηριακή της υπόθεση: τη διαμόρφωση και εναλλαγή φιλοσοφικών θεωριών και συστημάτων ως απόκριση σε επιστημονικές εξελίξεις.Οι αναδιατάξεις της φιλοσοφικής προβληματικής κινητοποιούνται πρωτίστως από την επιστήμη και τις επαναστάσεις της, από την ανάδυση νέων επιστημονικών ηπείρων και από την αργή καταπόντιση παλαιότερων. Και κατά την ιδιοτυπία του εγχειρήματος που αποτυπώνει ή μάλλον συνοδεύει ο τόμος, η σχέση αυτή ισχύει ακόμα και στο πεδίο εντός του οποίου καταγράφεται ακριβώς η αντίστροφη σχέση, εντός του ιδιαίτερου πεδίου των φιλοσοφικών κλάδων που πραγματεύονται την επιστήμη. Παρακολουθούμε δηλαδή την ανάδειξη των υποδειγμάτων που θεματοποιούν την εξωτερική ιστορία της επιστήμης, που διεκδικούν —από τη θέση της φιλοσοφικής εκπροσώπησης του Λόγου— να παρέμβουν κανονιστικά στη μεθοδολογία και οργάνωση της επιστημονικής πρακτικής ή και υποδειγμάτων που μας αποκαλύπτουν πώς διαμορφώνεται ο πολιτισμικός (φι-

Ο Μάκης Κουζέλης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

λοσοφικά συμπροσδιορισμένος) ορίζοντας, εντός του οποίου οι επιστήμονες σκέπτονται και δρουν επιστημονικά· παρακολουθούμε πώς προκύπτουν και διαφοροποιούνται αυτά τα φιλοσοφικά παραδείγματα ως υπερπροσδιορισμένα από τις μεταβολές στην ίδια την επιστήμη. Μια ιστορία εκθέτει ο τόμος, όπως ξεδιπλώνεται στο υφιστάμενο μεταπτυχιακό σεμινάριο. Αλλά μια ιστορία όχι απαραίτητα ευθύγραμμη· πολύ συχνά η αφήγηση των επιδράσεων και αποκρίσεων παλινδρομεί στο συμβατικό χρονικό άξονα. Μια ιστορία με συμπυκνώσεις και ασυγχρονίες, ασύμμετρες αναπτύξεις και αναδρομές. Η ιστορικότητα της διαγραφόμενης σχέσης μεταξύ επιστήμης, φιλοσοφίας και φιλοσοφίας της επιστήμης δεν είναι συμβατική, ούτε ανάγεται σε στεγανά οροθετημένους χώρους — της εσωτερικής πορείας και των εξωτερικών επιδράσεων. Κι όμως, ό,τι συνιστά μια ιστορική έκθεση των μορφών που παίρνει αυτή η σχέση στον εικοστό αιώνα αποτελεί συναρπαστική αφήγηση — διδακτική ακριβώς ως συναρπαστική. Καθώς η ανάγνωση μας μεταφέρει και μας εγκαθιστά στο εσωτερικό ενός σεμιναρίου, μαθαίνουμε. Το υλικό είναι πλούσιο, είναι πολύ καλά επιλεγμένο και είναι δουλεμένο. Δουλεμένο από μια θέση κατοχής της γνώσης, του κλάδου, με μια διαλογική-διδακτική πρόθεση και με ένα άμεσα διακριτό μέλημα να δώσει, να εξηγήσει, να αποσαφηνίσει, να κάνει κατανοητό το διακύβευμα. Θα περίμενε κανείς ότι ο τόμος απλώς συλλέγει δευτερογενώς, ότι μιλάει «από δεύτερο χέρι», επειδή συνοψίζει και εκθέτει θεωρίες και κείμενα άλλων, διαμάχες συζητημένες. Κι όμως, ακριβώς για αυτό εκθέτει απολύτως πρωτογενές υλικό: το διδακτικά-ερευνητικά ή έστω αυτο-διδακτικά αναπλαισιωμένο υλικό που συνθέτει μια πορεία, την πορεία της σχέσης επιστήμης και φιλοσοφίας, έτσι όπως την μελετά και την ανασυγκροτεί ένα ερευνητικό εργαστήριο. Κι αυτή η σύνθεση είναι απολύτως πρωτότυπη. Είναι πρωτότυπη και επειδή ο τρόπος με τον οποίο προέκυψε, ως συνοδευτική συνθήκη ενός σεμιναρίου, της υπαγόρευσε μια μορφή αποσπασματική, ασυνεχή. Η σύνθεση που μας προσφέρει το βιβλίο πληροί τον σπάνιο όρο να συνιστά μια συστηματική ανάπτυξη βάσει αυτόνομων και δομικά συναρτημένων —δηλαδή συναρμολογημένων στη βάση ενός διαλεκτικά εκτυλισσόμενου νήματος— μελετών περίπτωσης. Εδώ έγκειται η πρωτοτυπία και η ιδιαίτερη αξία: στην έκθεση συναφειών και συνδέσεων υπό τη μορφή ειδικών, εστιασμένων μελετών. Ειδικών όμως και μεμονωμένων περιπτώσεων που εκτίθενται από την ειδική σκοπιά της υπό συγκρότηση σύνδεσης μεταξύ επιστήμης και φιλοσοφίας, ως επεισόδια μια ακόμα όχι πλήρως εξιχνιασμένης υπόθεσης. Και, βεβαίως, κατ’ ανάγκη η εμμέσως συγκροτούμενη συνδετική αφήγηση είναι ορθώς ατελής και κυρίως ανοικτή. Προσκαλεί σε συμμετοχή. tst Κάτω από την πρόδηλη εξιστόρηση διαπιστώνουμε όμως και μια άλλη, για άλλους λόγους κρίσιμη. Ο τόμος δείχνει, και μάλιστα δείχνει και επιτελεστικά, δείχνει —και συμβάλλει σε— μια γενεαλογική συγκρότηση δύο επιστημονικών τομέων: εκείνον της ιστορίας και φιλοσοφίας των επιστημών και εκείνον των κοινωνικών σπουδών επιστήμης και τεχνολογίας. Σημειώνω πως οι όροι στοιχειοθέτησης μιας κλαδικής ιστορίας είναι όροι του ίδιου του κλαδικού παραδείγματος. Το τι είναι και πώς θα διαμορφωθεί η φιλοσοφία της επιστήμης εξαρτάται και από το ποιοι αναφέρονται και αναγνωρίζονται ως πρόγονοί της, από το ποια συστατικά ερωτήματα, προβλήματα προς επίλυση γίνονται αποδεκτά ως ανήκοντα στην επικράτειά της. Πρόκειται για το πού και υπό ποιους όρους θα αναδιοργανωθεί το πεδίο της φιλοσοφικής διαμάχης που εμπλέκει την επιστήμη (ερμηνεύοντας, αξιολογώντας και ανατροφοδοτώντας τις ανατροπές που εκείνη επιφέρει στη σχέση μας με τη φύση και την κοινωνία). Η επιστημολογική κρίση για το κλαδικό καθεστώς αυτής της διαμάχης (το αν θα διεξαχθεί στον έναν ή τον άλλον από τους πρόσφατους κλάδους ή κάπου αλλού) είναι φιλοσοφικά —κι αυτό σημαίνει και πολιτικά— κρίσιμη. Με αυτή την έννοια ο τόμος αποτελεί ουσιώδες μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος. Μια ως προς αυτό, μια σημαντική υποσημείωση. Σύμφω-

Πάμπλο Πικάσο, «Κλωντ και Παλόμα», 1954

να με τον πρόλογο των επιμελητών «οι εργασίες που δημοσιεύονται εδώ δεν αποτελούν απλώς μαρτυρία του πώς μια ολόκληρη γενιά φιλοσόφων και ιστορικών της επιστήμης και της τεχνολογίας (η πρώτη που μορφώθηκε με δασκάλους της ημεδαπής) ήρθε αντιμέτωπη με τη φιλοσοφία των επιστημών και συνέβαλε στην εγχώρια πρόσληψη και στην παραπέρα ανάπτυξή της. Οι εργασίες καθαυτές αποτελούν πρωτότυπη συμβολή στην κατανόηση των σχέσεων επιστημών και φιλοσοφίας, δίχως να υπολείπονται σε πληρότητα ή επάρκεια από επαγγελματικού επιπέδου εργασίες της διεθνούς σκηνής». Έχουμε επομένως πράγματι την επιστημονική κοινότητα που θα διεξάγει σε μας τη διαμάχη για το καθεστώς της φιλοσοφικής απόκρισης στις επιστημονικές εξελίξεις. Φτιάχτηκε, μορφώθηκε. Την έφτιαξαν. Και την έφτιαξαν δάσκαλοι σαν αυτούς του τόμου, σαν τον Μπαλτά. Στα προς διάλυση απαξιωμένα δημόσια πανεπιστήμιά μας. tst Πρωτοτυπία και υψηλό επίπεδο αποδίδουν οι επιμελητές στα κείμενα του τόμου. Από τη σκοπιά μου, το πιο εντυπωσιακό και συνάμα πολύτιμο είναι η καθαρότητα της παρουσίασης, η διαύγεια και σαφήνεια των εξηγήσεων και συναφειών για θέματα απαιτητικά και περίπλοκα. Το αποτέλεσμα δε της συναρμολόγησης αποδίδει σπάνια ευκρίνεια στο περιεχόμενο κατά τα άλλα δύστροπων φιλοσοφικών αντιπαραθέσεων. Ευκρίνεια απολύτως κρίσιμη για το διδακτικό πρόταγμα του τόμου-σεμιναρίου. Η εκάστοτε επιχειρηματολογία, η εσωτερική λογική της κάθε θεωρίας, της υπό μελέτη, αρχικά μεμονωμένης, περίπτωσης, το φιλοσοφικό ζήτημα και το θεωρητικό διακύβευμα καθίστανται ορατά, παρακολουθήσιμα — και μάλιστα αναγνωρίσιμα ως προς τη συμβολή τους σε αυτό που αναδεικνύεται ως συνολική πορεία της σύνδεσης επιστήμης και φιλοσοφίας. Κι εδώ αυτό που οι επιμελητές αποκαλούν «πείραμα», το πείραμα αυτομόρφωσης που καλεί τους εκπαιδευόμενους να παραγάγουν το υλικό εκπαίδευσής τους, αποδεικνύεται απολύτως επιτυχές και εμφατικά διδακτικό ως παράδειγμα. Οι συγγραφείς, οι φοιτητές και οι φοιτήτριες, όπως σημειώνουν οι επιμελητές, «είναι σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα από τον καθέναν τα κενά που συνάντησαν και τις αδυναμίες όπου σκόνταψαν και άρα τις ανάγκες του μαθήματος». Εκτός τούτου όμως, αυτές ακριβώς οι αδυναμίες και τα κενά, τα παιδαγωγικά εμπόδια, τους έδωσαν εμφανώς τη δυνατότητα να διακρίνουν τις κρίσιμες όψεις όσων κλήθηκαν να εκθέσουν. Κι αυτό φαίνεται.

Mια εκτενέστερη εκδοχή του κειμένου δημοσιεύεται στην ηλεκτρονική «Αυγή» και στο blog των «Ενθεμάτων»


Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2013

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ΤΟ BLOG ΤΩΝ «ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ»: enthemata.wordpress.com e-mail: enthemata@gmail.com

Eυρώπη: Η διαιρετική τομή δεν είναι ανάμεσα σε κράτη, αλλά σε τάξεις ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΦΡΑΝΚ ΝΤΕΠΕ

Ο Φρανκ Ντέπε μαζί με τον Ρούντι Ντούτσκε, ήταν ένα από τα βασικά στελέχη του Κεντρικού Συμβουλίου της «Σοσιαλιστικής Γερμανικής Ένωσης Φοιτητών», που πρωτοστάτησε στα γεγονότα του 1968. Μαθητής του Βόλφγκαγκ Άμπεντροτ, σπούδασε πολιτική επιστήμη και κοινωνιολογία στα πανεπιστήμια της Φρανκφούρτης του Μάρμπουργκ, όπου και δίδαξε πολιτική επιστήμη από το 1972 μέχρι το 2006. Το συγγραφικό του έργο είναι πολυσχιδές, περιλαμβάνοντας βιβλία για το έργο πολιτικών στοχαστών, όπως ο Μακιαβέλι και ο Μπλανκί, καθώς και για θέματα όπως ο ιμπεριαλισμός, ο αυταρχικός καπιταλισμός και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Στα ελληνικά έχει εκδοθεί Η νέα διεθνής τάξη. Ο κόσμος πέρα από τον ανταγωνισμό των συστημάτων (εκδ. Λιβάνη-Νέα Σύνορα, 1995). Παράλληλα με το συγγραφικό και ακαδημαϊκό του έργο, ο Ντέπε έχει αναπτύξει πλούσια πολιτική δράση. Μετέχει στη συντακτική επιτροπή δύο σημαντικών περιοδικών του αριστερού χώρου στη Γερμανία, Sozialismus και Ζ, στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ, ενώ είναι μέλος του Die Linke. w Ας ξεκινήσουμε με μια ερώτηση αυτοβιογραφικού χαρακτήρα. Τη δεκαετία του ’60 σπουδάσατε διαδοχικά στα πανεπιστήμια της Φρανκφούρτης και του Μάρμπουργκ. Κάθε ένα από αυτά τα δύο αντιστοιχούσε σε μια διαφορετική σχολή σκέψης. Πώς επηρέασαν αυτές οι σχολές το έργο σας; Το 1961 ξεκίνησα να σπουδάζω κοινωνιολογία στη Φρανκφούρτη, με καθηγητές τον Χορκχάιμερ, τον Αντόρνο και τον Μαρκούζε, ο οποίος ήταν τότε επισκέπτης καθηγητής. Εκείνη την περίοδο δεν γνώριζα τίποτα σχετικά με τον μαρξισμό, τις εργατικές κινητοποιήσεις, την κριτική θεωρία και τη «Σχολή της Φρανκφούρτης». Ωστόσο, μέσα από την αντιπαράθεση με τον φασισμό, τη συμμετοχή μου σε αντιμιλιταριστικές κινητοποιήσεις, αλλά και μέσα από τις μουσικές μου αναζητήσεις—έπαιζα τότε τζαζ-, είχα υιοθετήσει μια κριτική στάση απέναντι στην πολιτική κατάσταση, όπως διαμορφωνόταν την περίοδο του Αντενάουερ και του Ψυχρού Πόλεμου. Στη διάρκεια των σπουδών μου στη Φρανκφούρτη κατανόησα τον φιλοσοφικό πυρήνα της κριτικής θεωρίας, κυρίως μέσα από το έργο του Μαρκούζε Λόγος και Επανάσταση, τα μαθήματα των Αντόρνο-Χορκχάιμερ και, τέλος, το έργο του Μαρξ. Τρία χρόνια αργότερα, το 1964, συνέχισα τις σπουδές μου στο Μάρμπουργκ, καθώς ήθελα να τις εμβαθύνω σε μια φιλοσοφική κατεύθυνση. Εκεί συνεργάστηκα με το ινστιτούτο του Άμπεντροτ, ενώ την ίδια περίοδο εντάχθηκα στο SDS, και σύντομα έγινα μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου του. Αυτά τα δύο γεγονότα άλλαξαν και την αντίληψή μου για τον μαρξισμό. Στο SDS θεωρούσαμε τους εαυτούς μας κομμάτι της αριστερής πτέρυγας του εργατικού κινήματος, ενώ στο ινστιτούτο μελέτησα την ιστορία των ταξικών αγώνων και τη θεωρία του κράτους, με αποτέλεσμα να έρθω σε επαφή με τις αναλύσεις για τον ιμπεριαλισμό που επιχειρούνταν στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας, καθώς επίσης και με το έργο δυτικών μαρξιστών (Μπάραν, Σούηζη, Μαντέλ, Χομπσμπάουμ, Μπάσσο κ.ά.), οι οποίοι προσέφεραν μια σύγχρονη ανάλυση του καπιταλισμού. Οι πρώτες μου δημοσιεύσεις στα περιοδικά Das Argument και International Socialist Journal καταπιάνονταν με την ανάλυση της υπανάπτυξης και των επαναστάσεων στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, καθώς και με τη μεταπολεμική ιστορία

Τορόντο, και ειδικότερα τους Γκιλ και Κοξ, η οποία κατανοούσε το φαινόμενο στο πλαίσιο των δομών εξουσίας και σύγκρουσης εντός της διεθνούς τάξης — πλαίσιο που διατηρείται και μετά το τέλος ακόμα του Ψυχρού Πολέμου. Η μεγάλη κρίση του 2008 είναι καταρχάς μια κρίση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, η οποία στο εσωτερικό της ενέχει πολλαπλές κρίσεις, όπως για παράδειγμα η κλιματική ή η παγκόσμια διατροφική κρίση. Σε κάθε περίπτωση, η κρίση αυτή έχει συνέπειες για τις σχέσεις εξουσίας εντός της παγκόσμιας τάξης και του διεθνούς πολιτικού συστήματος, εφόσον σηματοδοτεί την άνοδο των BRICS, ιδίως της Κίνας, την πτώση των ΗΠΑ και την ενίσχυση της Γερμανίας εντός της Ε.Ε.

των συνδικάτων της Δυτικής Γερμανίας. Η επιρροή της Φρανκφούρτης πάνω μου ίσως φαίνεται από το γεγονός ότι θεωρούσα πάντοτε πολύ σημαντική την κριτική της ιδεολογίας, στην βάση του ιστορικού υλισμού. w Στον αποχαιρετιστήριο λόγο σας, στο Πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ το 2006, αναφερθήκατε στην κρίση του μαρξισμού, αλλά και στις δυνατότητες ανανέωσής του. Προσφέρει η τρέχουσα κρίση μια ευκαιρία ανανέωσης του μαρξισμού; Ο μαρξισμός, τόσο στο επίπεδο της θεωρίας όσο και της πολιτικής πρακτικής, περιήλθε στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα σε βαθιά κρίση. Από τη μεγάλη κρίση του 2008 βλέπουμε να αναβιώνουν ερωτήματα, όπως: Έχει μέλλον ο καπιταλισμός; Μήπως ο Μαρξ είχε τελικά δίκιο στην ανάλυσή του για τον ιστορικό-μεταβατικό χαρακτήρα των κρίσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της αστικής, καπιταλιστικής κοινωνίας; Μολονότι τίθενται αυτά τα ερωτήματα, δεν διακρίνω μέχρι στιγμής μια αναγέννηση του μαρξισμού, στο πεδίο της πρακτικής πολιτικής ή σε αυτό της ιδεολογίας, π.χ. στα πανεπιστήμια. Αυτό καταδεικνύει τη δύναμη των νεοφιλελεύθερων ιδεολογιών, η οποία είναι αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, και της κατάρρευσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού», της αποτυχίας του σοσιαλισμού στον Τρίτο Κόσμο και της βαθιάς κρίσης του κλασικού σοσιαλδημοκρατικού και κομμουνιστικού εργατικού κινήματος στις μητροπόλεις του κεφαλαίου στα τέλη του 20ού αιώνα. w Ο ιμπεριαλισμός υπήρξε πάντοτε μια σταθερή αναφορά στο έργο σας. Ποια είναι η σημασία του στη σημερινή συγκυρία; Οι αναλύσεις του ιμπεριαλισμού έπαιξαν για εμάς μεγάλο επιστημονικό και πολιτικό ρόλο τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Και γιατί μελετούσαν τη σχέση μεταξύ των μητροπόλεων και των χωρών του Τρίτου Κόσμου, αλλά και λόγω της αλληλεγγύης μας προς τα αντιιμπεριαλιστικά απελευθερωτικά κινήματα. Προσωπικά, χρησιμοποίησα την έννοια ήδη από το 1974 για αναλύσω τη διαδικασία ολοκλήρωσης της Δυτικής Ευρώπης. Η ανάλυσή μου, αφενός, εστιαζόταν στην ανάδειξη της κυριαρχίας των καπιταλιστικών συμφερόντων πάνω στη διαδικασία οικοδόμησης της ΕΚΑΧ/ΕΟΚ μετά το 1945. Αφετέρου, επικεντρωνόταν στον ηγεμονικό ρόλο των ΗΠΑ στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, καθώς και στον ρόλο της Γερμανίας ως ισχυρότερης δυτικοευρωπαϊκής οικονομικής δύναμης, στο πλαίσιο της δυτικοευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ανέλυα τον ιμπεριαλισμό ακολουθώντας τη νεογκραμσιανή προβληματική, όπως αυτή αναπτύχθηκε από τη σχολή του

w Σε ποιο βαθμό έχει οξύνει η κρίση τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ και ποιος είναι ο ρόλος της Γερμανίας στη νέα κατάσταση; Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της κρίσης στην ευρωζώνη είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στα νότια κράτη που είναι ευάλωτα στην κρίση και στα κράτη που βρίσκονται γύρω από τη Γερμανία, τα οποία παρουσιάζουν σχετική σταθερότητα. Από αυτό τον διαχωρισμό προκύπτουν και οι διαφοροποιήσεις συμφερόντων. Πρέπει όμως εδώ να επισημάνω ότι η Ε.Ε. απέχει πολύ από την Ευρώπη όπως την αναλύει ο Λένιν στο έργο του για τον ιμπεριαλισμό. Η Γερμανία, η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία, μολονότι έχουν βαθιές αποκλίσεις στα συμφέροντά τους, δεν βρίσκονται στο κατώφλι εμπόλεμης κατάστασης. Η Γερμανία επιβάλλει στα αδύναμα κράτη την πολιτική της λιτότητας προς όφελος των συμφερόντων της εξαγωγικής βιομηχανίας της και του χρηματοπιστωτικού της συστήματος. Τα συγκεκριμένα συμφέροντα δεν κινούνται στην κατεύθυνση διάλυσης της ευρωζώνης και της Ε.Ε., καθώς η προώθηση των πολιτικών λιτότητας μέσα από την τελευταία υποστηρίζεται από το σύνολο των κυρίαρχων τάξεων και των πολιτικών της εκπροσώπων μέσα στα κράτη της Ε.Ε. Η διεθνική αστική τάξη βλέπει τον νέο ρόλο της Γερμανίας στην Ε.Ε. με πολύ καλό μάτι, καθώς οι πολιτικές λιτότητας που προωθούνται οδηγούν σε μια ριζοσπαστικοποίηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και, ταυτόχρονα, σε οπισθοδρόμηση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Έτσι, η διαιρετική τομή μέσα στην Ε.Ε. δεν είναι ανάμεσα σε κράτη ή κυβερνήσεις, αλλά ανάμεσα σε τάξεις. Το κοινό συμφέρον της ευρωπαϊκής, διεθνικής αστικής τάξης είναι η οικοδόμηση μιας Ε.Ε. η οποία, υπό την ηγεσία της Γερμανίας, θα αναδειχθεί σε ισχυρό πρωταγωνιστή της παγκόσμιας οικονομίας, με δεδομένη την παρακμή των ΗΠΑ και την ανάπτυξη της Ασίας. Κομμάτι, άλλωστε, αυτού του σχεδιασμού αποτελεί η οικοδόμηση μιας ζώνης ελεύθερου εμπορίου ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ε.Ε., η οποία προωθείται από την υπό διαμόρφωση εμπορική συμφωνία. Τη συνέντευξη πήρε ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΚΩΤΣΟΝΟΠΟΥΛΟΣ και μετέφρασε από τα γερμανικά η ΚΡΙΝΙΩ ΠΑΠΠΑ

Ο Φρανκ Ντέπε στην Αθήνα για τη «Διάλεξη Πουλαντζά» Ο Φρανκ Ντέπε θα βρεθεί στην Αθήνα, προσκεκλημένος του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς. Θα μιλήσει, στην Έβδομη Ετήσια Διάλεξη στη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά, με θέμα «Αυταρχικός καπιταλισμός: Η δημοκρατία σε παρακμή». Η εκδήλωση γίνεται την Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου, ώρα 19.00, στο Ινστιτούτο Goethe (Ομήρου 1416). Τον ομιλητή και το έργο του θα παρουσιάσει ο Γεράσιμος Κουζέλης (Πανεπιστήμιο Αθηνών). Θα υπάρχει ταυτόχρονη μετάφραση.


e11869