Page 1

ΣΟΧΡΑΜΠ ΣΕΠΕΧΡΙ

ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ μετάφραση: αγγελική κορρέ


ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ Για τις σιωπηλές νύχτες της μητέρας μου

Είμαι απ’ το Κασάν Δεν τα περνάω και τόσο άσχημα Έχω λίγο ψωμάκι, λίγη εξυπνάδα, λίγο ταλέντο Έχω μητέρα πιότερο απ’ ό,τι τα φύλλα των δέντρων Έχω φίλους πιότερο απ’ ό,τι το τρεχούμενο νερό Κι ο Θεός είν’ εγγύς Ανάμεσα σ’ αυτά τα γαρύφαλλα, κάτω απ’ αυτό το ψηλό πεύκο Μετέωρος πάνω απ’ τη συνείδηση του νερού, πάνω απ’ το νόμο των φυλλωμάτων Είμαι μουσουλμάνος Η ώρα της προσευχής μου ένα ρόδο Η άνοιξη το χαλάκι της προσευχής μου Το φως ο λίθος της προσευχής μου Το λιβάδι ο τόπος μου του προσκυνήματος Νίβομαι με τον παλμό των παραθυριών


Το φεγγάρι ρέει στην προσευχή μου, ρέει απαλά Ο λίθος είναι ορατός πίσω από την προσευχή μου Όλα τα μέρη της προσευχής μου είναι φωτισμένα Προσεύχομαι όταν ο άνεμος καλεί σε προσευχή Από τον μιναρέ του κυπαρισσιού Εκτελώ το τελετουργικό μου όταν τα χορτάρια λένε «ο Θεός είναι Μεγάλος» Όταν φουσκώνει η παλίρροια Η Καάμπα μου είναι δίπλα στο ρυάκι Η Καάμπα μου είναι κάτω από την ακακία Η Καάμπα μου είναι σαν παγωμένο αεράκι που φυσά από κήπο σε κήπο, από πόλη σε πόλη Ο Μαύρος Λίθος είναι η εκλαμπρότητα των λουλουδιών Είμαι απ’ το Κασάν Η ζωγραφική είναι η τέχνη μου Καμιά φορά χτίζω ένα κλουβί με τη ζωγραφική, να σ’ το πουλήσω να ευφρανθεί η καρδιά της μοναξιάς σου Με το τραγούδι των παπαρούνων που είναι φυλακισμένες εκεί Τι όνειρο, τι όνειρο! Ξέρω Η μουσική μου είναι δίχως ζωή


Το ξέρω καλά, η ζωγραφισμένη λιμνούλα μου δεν έχει ψάρια Είμαι απ’ το Κασάν Η γενιά μου ίσως φτάσει Στις πρασινάδες στην Ινδία, σ’ ένα κεραμικό στο Σιάλκ Σε μια πόρνη στην Μπουχάρα. Ο πατέρας μου πέθανε πριν τα χελιδόνια αποδημήσουν δυο φορές Πριν χιονίσει δυο φορές Πριν κοιμηθεί δυο φορές κάτω από το σεληνόφως Ο ουρανός ήτανε μπλε όταν πέθανε ο πατέρας μου Η μητέρα μου σηκώθηκε απ’ τον ύπνο όμορφη κι ανίδεη, ήρθε η αδερφή μου Όταν ο πατέρας μου πέθανε, οι αστυφύλακες ήταν όλοι ποιητές Ο μανάβης με ρώτησε: «Πόσα πεπόνια θέλεις;» Τον ρώτησα: «Πόσο κοστίζει μια δόση ευτυχίας;» Του πατέρα μου του άρεσε να ζωγραφίζει Του άρεσε να φτιάχνει ταρ, έπαιζε ταρ κι ο ίδιος Ήταν καλλιγράφος. Ο κήπος μας βρισκόταν στη σκοτεινή πλευρά της σοφίας


Ο κήπος μας ήταν το σημείο της ένωσης των αισθημάτων και των φυτών Ο κήπος μας ήταν το σημείο όπου μάτι, κλουβί και καθρέφτης συναντώνται Ο κήπος μας ήταν ίσως ένα τόξο του πράσινου κύκλου της ευτυχίας Κείνες τις μέρες θα μασούσα το άγουρο φρούτο του Θεού στον ύπνο μου Θα ’πινα νερό χωρίς να το πολυφιλοσοφήσω Θα μάζευα λίγα μούρα χωρίς να το πολυζυγιάσω Όσο το ρόδι έσκαζε, τα χέρια ήταν η πηγή της επιθυμίας Όσο ο κορυδαλλός τραγουδούσε, τα στήθη καίγονταν από τη λαχτάρα ν’ ακούσουν Καμιά φορά η μοναξιά κολλούσε το πρόσωπό της στο παράθυρο Το πάθος ερχόταν να τυλίξει τα χέρια του γύρω απ’ της αίσθηση. Οι σκέψεις παίζοντας Η ζωή κάτι σαν το ξέσπασμα μιας ανοιξιάτικης γιορτής Ένα πλατάνι φορτωμένο ψαρόνια Η ζωή τότε ήταν μια γραμμή από φως, μια παιδική κούκλα Μια χούφτα ελευθερία Η ζωή τότε ήταν μια λίμνη από μουσική Λίγο λίγο, το μωρό μπουσούλησε στο σοκάκι των λιβελούλων Μάζεψα τα πράγματά μου και πήγα στην πόλη της ανεμελιάς Η καρδιά μου νοσταλγούσε τις λιβελούλες.


Μπήκα στην ένωση του Κόσμου Πήγα στο χωράφι της θλίψης Στον κήπο του μυστικισμού Στη φωτισμένη βεράντα της γνώσης Ανέβηκα τη σκάλα της θρησκείας Μέχρι το τέλος του σοκακιού της αμφιβολίας Μέχρι τον παγωμένο αέρα της ανεξαρτησίας Μέχρι την υγρή νύχτα της συμπόνιας Πήγα να συναντήσω κάποιον στο άλλο άκρο της αγάπης Πήγα και όρμησα στη γυναίκα Στη λάμπα της ηδονής Στη σιωπή της επιθυμίας Στον ήχο του φτερού της μοναξιάς Είδα πολλά στη γη Είδα ένα παιδί να μυρίζει το φεγγάρι Είδα ένα κλουβί δίχως πόρτα όπου η λαμπρότητα χτυπούσε τα φτερά της Τη σκάλα απ’ όπου η αγάπη ανέβαινε στη στέγη του ουρανού Είδα μια γυναίκα να κοπανάει φως σ’ ένα γουδί Στο τραπέζι για γεύμα υπήρχε ψωμί, λαχανικά, η επιφυλακτικότητα της δροσιάς και μια ζεστή γαβάθα συμπόνια


Είδα έναν ζητιάνο που από πόρτα σε πόρτα ζητιάνευε το τραγούδι ενός κορυδαλλού Κι έναν ρακοσυλλέκτη που προσευχόταν δίπλα στον φλοιό του πεπονιού Είδα ένα αρνί να μασουλάει το χαρτί του χαρταετού Είδα έναν γάιδαρο να κατανοεί τη μηδική Στης συμβουλής το βοσκοτόπι είδα μια καλοθρεμμένη αγελάδα Είδα έναν ποιητή να προσφωνεί έναν κρίνο «υψηλότατε» Είδα ένα βιβλίο που οι λέξεις του ήταν όλες φτιαγμένες από κρύσταλλο Είδα ένα χαρτί φτιαγμένο από άνοιξη Ένα μουσείο μακριά απ’ τη βλάστηση Ένα τέμενος μακριά απ’ το νερό Είδα στο κρεβάτι ενός απογοητευμένου θεολόγου ένα βάζο γεμάτο ερωτήσεις Είδα ένα μουλάρι φορτωμένο δοκίμια Μια καμήλα φορτωμένη μ’ ένα άδειο καλάθι από γνωμικά Είδα έναν μυστικιστή φορτωμένο λατρευτικούς ύμνους Είδα ένα τρένο να μεταφέρει φως Είδα ένα τρένο να μεταφέρει θρησκευτικές νομολογίες – πόσο δύσκολα κινούταν! Ένα τρένο να μεταφέρει πολιτικές – πόσο άδειο ήταν!


Είδα ένα τρένο να μεταφέρει τους σπόρους του λωτού και το τραγούδι του καναρινιού Και ένα αεροπλάνο χιλιάδες πόδια ψηλά Η σκόνη ήταν ορατή στα παράθυρά του Το λοφίο του τσαλαπετεινού Οι κηλίδες στο φτερό της πεταλούδας Το καθρέφτισμα ενός βατράχου στη λιμνούλα Και το πέρασμα της μύγας στο μονοπάτι της μοναξιάς Είδα τη φανερή επιθυμία ενός σπουργιτιού καθώς κατέβαινε προς το έδαφος απ’ το πλατάνι Και την ωριμότητα του ήλιου Και το όμορφο ζευγάρωμα μιας κούκλας και της αυγής Σκάλες που ανέβαιναν στο θερμοκήπιο της λαγνείας Σκάλες που κατέβαιναν στο κελάρι του πιοτού Σκάλες που πήγαιναν στη διαφθορά των κόκκινων ρόδων Και τη μαθηματική αντίληψη της ζωής Σκάλες που πήγαιναν προς τη στέγη της φώτισης Σκάλες που πήγαιναν προς την εξέδρα της Παρουσίας Η μητέρα μου εκεί κάτω Έπλενε τα φλιτζάνια στο ρυάκι της μνήμης. Η πόλη ήταν ορατή:


Η γεωμετρική ανάπτυξη του τσιμέντου, του ατσαλιού, της πέτρας Οι δίχως περιστέρια οροφές εκατοντάδων λεωφορείων Ένας ανθοπώλης έβγαζε τα λουλούδια του προς πώληση Μεταξύ δυο γιασεμιών, ένας ποιητής κρεμούσε μια κούνια Ένα αγόρι πετούσε πέτρες στον τοίχο του σχολείου Ένα παιδάκι έφτυνε κουκούτσια από δαμάσκηνο Στο παλιωμένο χαλί της προσευχής του πατέρα του Και μια κατσίκα έπινε νερό απ’ την Κασπία ενός χάρτη Η ουρά του καθαριστηρίου ήταν ορατή, ένας όλο ζωή καφενές Η ρόδα ενός καροτσιού περιμένοντας να κουραστεί το άλογο Το άλογο περιμένοντας τον καροτσέρη να κοιμηθεί Ο καροτσέρης περιμένοντας τον θάνατο να φτάσει Η αγάπη ήταν ορατή, τα κύματα ήταν ορατά Το χιόνι ήταν ορατό, η φιλία ήταν ορατή Οι λέξεις ήταν ορατές Το νερό ήταν ορατό, και η αντανάκλαση των πραγμάτων στο νερό Η δροσερή σκιά των κυττάρων στου αίματος την κάψα Η υγρή πλευρά της ζωής Τα ανατολικά της θλίψης στην καρδιά της ανθρωπότητας


Η εποχή της περιφοράς στο σοκάκι των γυναικών Το άρωμα της μοναξιάς στο σοκάκι των εποχών Μια βεντάλια ήταν ορατή στο χέρι του καλοκαιριού Του καρπού το ταξίδι προς την άνθιση Του κισσού το ταξίδι από το ένα σπίτι στο άλλο Του φεγγαριού το ταξίδι μες στη λιμνούλα Το ξέσπασμα των χιονονιφάδων στη γη Η κάθοδος του νεαρού κλήματος από τον τοίχο Η βροχή της δροσιάς πάνω στη γέφυρα του ύπνου Το άλμα της χαράς από το χαντάκι του θανάτου Το πέρασμα των γεγονότων πίσω από τις λέξεις Η μάχη μιας χαραμάδας με την επιθυμία του φωτός Η μάχη ενός σκαλοπατιού με το μακρύ πόδι του ήλιου Η μάχη της μοναξιάς με μια μελωδία Η γλυκιά μάχη των αχλαδιών με την κενότητα του καλαθιού Η αιματηρή μάχη των ροδιών με τα δόντια Η μάχη ενός παπαγάλου με την ευγλωττία Η μάχη του προσευχόμενου μετώπου με την ψυχρότητα της γης


Η επίθεση των πλακακιών του τεμένους στην προσκύνηση Η επίθεση του ανέμου στην αιώρηση της σαπουνόφουσκας Η επίθεση ενός στρατού πεταλούδων στο πρόγραμμα ελέγχου των ζιζανίων Η επίθεση των γρύλων στους μάστορες Η επίθεση των κοντυλιών στα μολύβδινα γράμματα Η επίθεση μιας λέξης στο σαγόνι του ποιητή Η κατάκτηση ενός αιώνα από ένα ποίημα Η κατάκτηση ενός κήπου από ένα ψαρόνι Η κατάκτηση ενός δρόμου από μι’ ανταλλαγή χαιρετισμών Η κατάκτηση μιας πόλης από τρεις τέσσερεις ξύλινους καβαλάρηδες Η κατάκτηση της πρωτοχρονιάς από δυο κούκλες, μια μπάλα Ο φόνος μιας κουδουνίστρας στο στρώμα του απογεύματος Ο φόνος μιας ιστορίας στην είσοδο του σοκακιού του ύπνου Ο φόνος μιας έγνοιας από την παραγγελιά ενός τραγουδιού Ο φόνος του φεγγαρόφωτος από τα νέον Ο φόνος μιας βαλανιδιάς από το καθεστώς Ο φόνος ενός θλιμμένου ποιητή από έναν χειμωνανθό Όλα ήταν ορατά στην επιφάνεια της γης: Οι στίχοι βάδιζαν στον δρόμο της Ελλάδας


Μια κουκουβάγια έκλαιγε στους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας Ο αέρας παρέσερνε μια πρέζα από τη σκόνη της ιστορίας προς την ανατολή Από το φαράγγι της όασης Καϊμπάρ Στην ήρεμη λίμνη Νεγκίν, μια βάρκα μετέφερε λουλούδια Στο Βαρανάσι φωτοβολούσε ένα αιώνιο φανάρι Λαούς είδα Πόλεις είδα Είδα πεδιάδες και βουνά Ύδωρ είδα και γη είδα Το φως και το σκοτάδι είδα Κι είδα φυτά στο φως και τα ’δα στο σκοτάδι Είδα ζώα στο φως και τα ’δα στο σκοτάδι Κι είδα το γένος των ανθρώπων στο φως και το ’δα στο σκοτάδι Είμαι απ’ το Κασάν, μα Το Κασάν δεν είναι η πόλη μου Είναι χαμένη η πόλη μου Τη μια υγιής, την άλλη άρρωστος Έχτισα σπίτι στην άλλη άκρη της νύχτας Σ’ αυτό το σπίτι είμαι εγγύτερα στου γρασιδιού τη νοτισμένη ανωνυμία Ακούω τον ήχο της ανάσας του λειμώνα


Και του σκοταδιού τον ήχο, καθώς πέφτει ένα φύλλο Και του φωτός τον ήχο, βήχοντας πίσω από ’να δέντρο Του νερού το φτέρνισμα σε κάθε ρωγμή βράχου Την κάθοδο των χελιδονιών απ’ της ανοίξεως το ταβάνι Και την καθαρή φωνή του ανοίγματος και του κλεισίματος του παραθύρου της μοναξιάς Και τον αγνό, μυστήριο ήχο της αλλαγής του δέρματος του έρωτα Ο ζήλος του πάθους ν’ ανυψωθεί, να συγκεντρωθεί στα φτερά Και το τσάκισμα της αυτοσυγκράτησης της ψυχής Ακούω τον ήχο των βημάτων της επιθυμίας Τα σύννομα βήματα του αίματος στις φλέβες Τον σφυγμό του οιωνού της πηγής της περιστεράς Τον παλμό της καρδιάς του βραδιού της Παρασκευής Η εισροή του τριφυλλιού στις σκέψεις Τ’ αγνό χλιμίντρισμα της αλήθειας από μακριά Μπορώ ν’ ακούσω τον ήχο της ριπής της ύλης Και τον ήχο του παπουτσιού της πίστης στου πάθους τον δρόμο Και τον ήχο της βροχής στης αγάπης τα νωπά βλέφαρα Στη θλιμμένη μουσική της ωρίμασης Στο τραγούδι του οπωρώνα των ροδιών Και τον ήχο της θραύσης του μπουκαλιού της χαράς τη νύχτα


Το σκίσιμο του χαρτιού της ομορφιάς Το γέμισμα και τ’ άδειασμα του φλιτζανιού της νοσταλγίας απ’ τον άνεμο Είμαι κοντά στης Γης το ξεκίνημα Παίρνω τον σφυγμό των λουλουδιών Είμαι οικείος στη βρεμένη μοίρα του νερού, στην πράσινη συνήθεια των δέντρων Η ψυχή μου κυλά προς τη νέα κατεύθυνση των αντικειμένων Η ψυχή μου είναι νεαρή Καμιά φορά από ενθουσιασμό την ψυχή μου την πιάνει βήχας Η ψυχή μου είναι άεργη: Μετρά τις βροχοστάλες, τα διάκενα στα τούβλα Καμιά φορά η ψυχή μου είναι τόσο αληθινή όσο μια πέτρα στον δρόμο Δεν έχω δει δυο έλατα να ’χουν έχθρα μεταξύ τους Δεν έχω δει μια ιτιά να πουλά τη σκιά της στη γη Επειδή δωρεάν προσφέρει η λεύκα τα κλαδιά της στο κοράκι Όπου υπάρχει ένα δεντρόφυλλο, το πάθος μου ανθεί στης ύπαρξης τη ρύση Σαν τα φτερά των εντόμων γνωρίζω το βάρος της αυγής Σαν ένα βάζο ακούω τη μουσική της ωρίμασης Σαν ένα καλάθι γεμάτο φρούτα, υποφέρω από τον πυρετό της κτήσης


Σαν μια ταβέρνα στέκομαι στο σύνορο της τρέλας Σαν ένα κτίσμα στην άκρη της θάλασσας άγχομαι για τη στάθμη των αιώνιων κυμάτων Όση ηλιαχτίδα θέλεις, όση ένωση θέλεις, όση αναπαραγωγή θέλεις Είμαι ευχαριστημένος μ’ ένα μήλο Και με το άρωμα του χαμομηλιού Είμαι ευχαριστημένος μ’ έναν καθρέφτη, αγνή έλξη Δεν θα γελάσω αν σκάσει ένα μπαλόνι Δεν θα γελάσω αν μια φιλοσοφία διαιρέσει τη σελήνη Ξέρω τον ήχο του φτεροκοπήματος του ορτυκιού Τα χρώματα της κοιλιάς της ωτίδας, τα ίχνη ενός αγριοκάτσικου Ξέρω καλά πού φυτρώνει το ραβέντι Πότε έρχονται τα ψαρόνια, πότε τραγουδούν οι πέρδικες, πότε πεθαίνουν τα γεράκια Ξέρω το νόημα της σελήνης στο όνειρο της ερήμου Του θανάτου στον βλαστό της επιθυμίας Και τα βατόμουρα της ηδονής στα σαγόνια της ερωτικής πράξης Η ζωή είναι μια υπέροχη τελετουργία Η ζωή έχει φτερά μεγάλα όσο ο θάνατος Ένα άλμα μεγάλο όσο η αγάπη Η ζωή δεν είναι κάτι που εγώ κι εσύ θα ξεχνούσαμε στο περβάζι της συνήθειας


Η ζωή είναι η έκσταση του χεριού που θερίζει Η αγάπη είναι το πρώτο μαύρο σύκο στο αψύ στόμα του καλοκαιριού Η ζωή είναι η διάσταση ενός δέντρου στα μάτια ενός εντόμου Η ζωή είναι η εμπειρία της νυχτοπεταλούδας στο σκοτάδι Η ζωή είναι το παράξενο συναίσθημα του αποδημητικού πουλιού Η ζωή είναι ο τροχός ενός τρένου που αντηχεί στο όνειρο μιας γέφυρας Η ζωή είναι η παρατήρηση ενός κήπου από τα φραγμένα παράθυρα ενός αεροπλάνου Είναι τα νέα της εκτόξευσης ενός πυραύλου στο διάστημα Η θωπεία της μοναξιάς της σελήνης Η ιδέα του να μυρίζεις ένα λουλούδι σε κάποιον άλλο πλανήτη Η ζωή είναι το πλύσιμο ενός πιάτου Η ζωή είναι να βρίσκεις ένα νόμισμα στο ρυάκι ενός δρόμου Η ζωή είναι η τετραγωνική ρίζα ενός καθρέφτη Η ζωή είναι το λουλούδι στην ισχύ της αιωνιότητας Η ζωή είναι η αύξηση της γης από τους χτύπους της καρδιάς μας Η ζωή είναι η απλή και μονότονη γεωμετρία των πνοών Όπου κι αν είμαι Δικός μου είναι ο ουρανός Το παράθυρο, η σκέψη, ο άνεμος, ο έρωτας, η γη δικά μου


Τι σημασία έχει λοιπόν Αν ξεπετάγονται κάπου κάπου Τα μανιτάρια της μελαγχολίας; Δεν ξέρω Γιατί λέγεται: τα άλογα είναι αρχοντικά, τα περιστέρια είν’ όμορφα Και γιατί δεν υπάρχουν γύπες στα κλουβιά των ανθρώπων Σε τι υστερούν τα τριφύλλια σε σχέση με τις κόκκινες τουλίπες Θα πρέπει να πλένονταν τα μάτια, με τρόπον άλλο θα ’πρεπε να βλέπουν Θα πρέπει να πλένονταν οι λέξεις Η λέξη για την αφεντιά της να ήταν ο άνεμος, η λέξη για την αφεντιά της να ήταν η βροχή Οι ομπρέλες θα έπρεπε να κλείσουν Θα έπρεπε να περπατάμε στη βροχή Τις σκέψεις και τις αναμνήσεις θα ’πρεπε να παίρνουμε μαζί μας κάτω απ’ τη βροχή Παρέα μ’ όλους τους ανθρώπους της πόλης θα έπρεπε να περπατάμε στη βροχή. Θα ’πρεπε να συναντούμε έναν φίλο στη βροχή Θα ’πρεπε ν’ αναζητούμε την αγάπη στη βροχή Στη βροχή θα ’πρεπε να κοιμόμαστε με γυναίκες Στη βροχή θα έπρεπε να παίζουμε Στη βροχή θα έπρεπε να γράφουμε, να μιλάμε, να φυτεύουμε λωτούς Ζωή είναι να γίνεσαι μούσκεμα από καιρό σε καιρό


Ζωή είναι να κολυμπάς στη λίμνη του τώρα. Ας βγάλουμε τα ρούχα μας: Η βροχή είναι μόνο δυο βήματα μακριά Ας γευτούμε τη λαμπρότητα Ας ζυγίσουμε τη νύχτα του χωριού, ενός ελαφιού τον ύπνο Ας νιώσουμε τη ζέστα της φωλιάς του πελαργού Ας μην βαδίσουμε στου χορταριού τον νόμο Ας χαλαρώσουμε τον δεσμό της γεύσης του ξυδιού Κι ας ανοίξουμε τα στόματά μας όταν βγει το φεγγάρι Κι ας μην πούμε πως η νύχτα είναι κακή Κι ας μην πούμε πως η πυγολαμπίδα δεν έχει ιδέα για το όραμα του κήπου Ας φέρουμε καλάθια Ας μαζέψουμε όλο αυτό το κόκκινο, όλο αυτό το πράσινο Ας έχουμε ψωμοτύρι για πρωινό Κι ας φυτέψουμε ένα δενδρύλλιο σε κάθε γύρισμα του στίχου Κι ας ρίξουμε μεταξύ δυο συλλαβών τον σπόρο της σιωπής Ας μην διαβάσουμε βιβλίο που μέσα του ο άνεμος δεν φυσά Ή ένα βιβλίο που μέσα του το δέρμα της δροσιάς δεν είναι νοτισμένο


Ή ένα βιβλίο που μέσα του τα κύτταρα δεν έχουν διαστάσεις Δεν θα ’πρεπε να θέλουμε να πετάξει η μύγα απ’ τ’ ακροδάχτυλο της φύσης Δεν θα ’πρεπε να θέλουμε να βγει η λεοπάρδαλη από την πόρτα της δημιουργίας Θα ’πρεπε να ξέρουμε πως η ζωή θα στερούταν κατιτί αν δεν υπήρχαν τα σκουλήκια Κι αν οι κάμπιες δεν υπήρχαν, ο νόμος των δέντρων θα έπαυε να ισχύει Κι αν ο θάνατος δεν υπήρχε, τα χέρια μας θ’ αναζητούσαν κάτι άλλο Θα ’πρεπε να ξέρουμε πως πριν τα κοράλλια υπήρχε ένα κενό στις σκέψεις των θαλασσών Κι ας μην ρωτήσουμε, πού βρισκόμαστε; Ας μυρίσουμε τις φρέσκιες πετούνιες του νοσοκομείου. Κι ας μην ρωτήσουμε, πού βρίσκεται η πηγή της τύχης; Κι ας μην ρωτήσουμε, γιατί η καρδιά της αλήθειας είναι γαλάζια; Κι ας μην ρωτήσουμε, τι νύχτες ζούσαν οι πατεράδες των πατεράδων του ανέμου; Πίσω απ’ τις πλάτες μας δεν υπάρχει ζώσα γη Πίσω απ’ τις πλάτες μας πουλιά δεν τραγουδάνε Πίσω απ’ τις πλάτες μας αγέρας δεν φυσά Πίσω απ’ τις πλάτες μας το πράσινο παράθυρο της λεύκας είναι κλειστό Πίσω απ’ τις πλάτες μας η σκόνη έχει καλύψει τις σβούρες Πίσω απ’ τις πλάτες μας ό,τι υπάρχει είναι η κούραση της ιστορίας Πίσω απ’ τις πλάτες μας ξεχύνεται η μνήμη των κυμάτων


στην όλο ψυχρά κοχύλια ακτή της ακινησίας Ας πάμε στο χείλος της θάλασσας Ας ρίξουμε τα δίχτυα στο νερό Κι ας πιάσουμε τη δροσιά του Ας σηκώσουμε ένα χαλίκι από το έδαφος Κι ας νιώσουμε της ύπαρξης το βάρος Ας μην καταραστούμε το σεληνόφως αν ανεβάσουμε πυρετό (Καμιά φορά, στον πυρετό μου, έβλεπα το φεγγάρι να κατεβαίνει Και το χέρι έφτανε το τέρμα του ουρανού Έχω προσέξει πως η καρδερίνα τραγουδά καλύτερα Καμιά φορά, μια πληγή κάτω από τα πόδια μου Με δίδασκε τα σκαμπανεβάσματα της γης Καμιά φορά, σαν ήμουν στο κρεβάτι του αρρώστου, αυξήθηκε το μέγεθος του λουλουδιού Κι έφτασε τη διάμετρο ενός νεραντζιού, την ακτίνα ενός φαναριού) Κι ας μην φοβόμαστε τον θάνατο (Ο θάνατος δεν είναι το τέλος του περιστεριού Ο θάνατος δεν είναι το αναποδογύρισμα του τριζονιού Ο θάνατος εισρέει στον νου της κακίας Ο θάνατος έχει μια θέση στο ευχάριστο κλίμα του στοχασμού


Ο θάνατος στην καρδιά της νύχτας του χωριού μιλά για την ημέρα Ο θάνατος έρχεται μ’ ένα τσαμπί σταφύλια στο στόμα Ο θάνατος τραγουδά στον κόκκινο λάρυγγα του λαιμού Ο θάνατος είναι υπεύθυνος για την ομορφιά των φτερών της πεταλούδας Ο θάνατος καμιά φορά μαζεύει βασιλικό Ο θάνατος καμιά φορά πίνει βότκα Καμιά φορά μας κοιτάζει κρυμμένος στη σκιά Και όλοι ξέρουμε Πως τα πνευμόνια της ηδονής είναι γεμάτα απ’ το οξυγόνο του θανάτου) Ας μην κλείσουμε την πόρτα στη ζωντανή ομιλία της μοίρας που ακούμε πίσω από τα κλαδιά του ήχου Ας τραβήξουμε την κουρτίνα: Ας επιτρέψουμε στο αίσθημα να πάρει λίγο φρέσκο αέρα Ας επιτρέψουμε στην εφηβεία να ξαπλώσει κάτω απ’ όποιον θάμνο επιθυμεί Ας επιτρέψουμε στο ένστικτο να παίξει Να βγάλει τα παπούτσια του και ν’ ακολουθήσει τις εποχές, να πηδήξει πάνω στα λουλούδια Ας επιτρέψουμε στη μοναξιά να τραγουδήσει Να γράψει Να βγει στον δρόμο


Ας είμαστε απλοί Ας είμαστε απλοί είτε στον γκισέ του ταμία είτε κάτω από ένα δέντρο Δεν είναι δουλειά μας ν’ ανακαλύψουμε το μυστικό του κόκκινου ρόδου Δουλειά μας ίσως να είναι να επιπλεύσουμε στη γοητεία του Να κατασκηνώσουμε πίσω απ’ τη σοφία Να πλύνουμε τα χέρια στην έκσταση ενός φύλλου δέντρου πριν να καθίσουμε στο τραπέζι Το πρωί, όταν ο ήλιος ανατέλλει, ας ξαναγεννηθούμε μαζί του Ας αφήσουμε τον ενθουσιασμό μας να χαθεί Ας ραντίσουμε με νερό την αντίληψη του χώρου, το χρώμα, τον ήχο, το παράθυρο και το λουλούδι Ας αναπαυτεί ο ουρανός μεταξύ δυο συλλαβών ύπαρξης Ας γεμίσουμε κι ας αδειάσουμε τα πνευμόνια μας απ’ την αιωνιότητα Ας πάρουμε το φορτίο της γνώσης από τους ώμους του χελιδονιού Ας διεκδικήσουμε το όνομα από τα σύννεφα Απ’ τα πλατάνια, απ’ τα κουνούπια, από το καλοκαίρι Με τα νοτισμένα πόδια της βροχής ας ανεβούμε στα ύψη της συμπόνιας Ας ανοίξουμε την πόρτα στους ανθρώπους, στα φυτά και στα έντομα. Η δουλειά μας ίσως να είναι Να τρέχουμε πίσω απ’ το τραγούδι της αλήθειας Μεταξύ του Άνθους του λωτού και του Αιώνα. Κασάν, Τσενάρ, καλοκαίρι 1343 (1964)


Sohrab Sepehri - Τα βήματα του νερού  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you