Page 1


Editorial

Βιογραφία - εργογραφία

Διατρέχοντας τα κεντρικά σημεία του έργου του Laclau Αντώνης Γαλανόπουλος Ernesto Laclau: Κατασκευάζοντας Ανταγωνισμούς Razmig Keucheyan Το έργο του Laclau στο μικροσκόπιο της κριτικής Οι καρδιές, τα μυαλά και η ριζοσπαστική δημοκρατία Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική: Το βιβλίο ορόσημο του μετα-μαρξισμού. Ernesto Laclau: Νεκρολογία Robin Blackburn


Editorial

Στις 13 Απριλίου 2014 ο σπουδαίος μεταμαρξιστής πολιτικός θεωρητικός Ερνέστο Λακλάου πέθανε στη Σεβίλλη. Ο ξαφνικός θάνατός του συγκίνησε τους μαθητές του και όλους όσοι είχαν επηρεαστεί από τα γραπτά του. Τις αμέσως επόμενες μέρες δημοσιεύθηκαν νεκρολογίες, δεκάδες άρθρα και αρκετά αφιερώματα για το άρθρο του Αργεντινού θεωρητικού. Στα ελληνικά δημοσιεύθηκε ένα πολύ αξιόλογο αφιέρωμα στα Ενθέματα της Αυγής. Στις 9 Φεβρουαρίου 2015 δημοσιεύεται στην εφημερίδα Guardian ένα άρθρο με τίτλο «Γιατί ο Ερνέστο Λακλάου είναι η πνευματική φιγούρα πίσω από το ΣΥΡΙΖΑ και το Podemos». Το άρθρο παρουσιάζει αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους αρκετοί πιστεύουν ότι οι ιδέες του Λακλάου είτε επηρέασαν πολλούς στο ΣΥΡΙΖΑ και το Podemos είτε πως βρίσκουν εφαρμογή στη πρακτική αυτών των δυο κομμάτων. Ένα παρόμοιο άρθρο είχε γράψει λίγες μέρες νωρίτερα και ο David Howarth, μαθητής του Λακλάου και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Έσσεξ. «Δεν υπάρχει συντομότερος δρόμος για την κατανόηση των δυνάμεων που επιχειρούν να διαμορφώσουν το μέλλον της Ευρώπης από το να διαβάσετε Λακλάου» υποστηρίζουν πολλοί σχολιαστές στην Ευρώπη. Ακόμα και η Γερμανική εφημερίδα Der Freitag στις 16 Φεβρουαρίου, φιλοξενώντας μια συνέντευξη της Σαντάλ Μουφ, συντρόφου του Λακλάου τόσο στη ζωή όσο και στο θεωρητικό έργο, έγραψε ότι πολλά από όσα υποστήριζαν οι δυο στοχαστές τα τελευταία τριάντα χρόνια, βρήκαν εφαρμογή τώρα στην Ελλάδα. Τον ίδιο μήνα πραγματοποιήθηκε στο Πανεπιστήμιο του Έσσεξ κι ένα συμπόσιο με θέμα την πολιτική κληρονομιά του Λακλάου το οποίο εστίαζε στις περιπτώσεις του ΣΥΡΙΖΑ και του Podemos. Μήνες μετά το θάνατό του Λακλάου, το έργο του αναδεικνύεται σε κλειδί για την κατανόηση των τρεχουσών πολιτικών εξελίξεων. Με βάση αυτές τις σκέψεις αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε το παρόν θεματικό ψηφιακό περιοδικό με σκοπό να δώσουμε μια συνοπτική αλλά επαρκή εικόνα για το ποιος ήταν ο Λακλάου και τι υποστήριξε στο έργο του. Το αφιέρωμά μας περιλαμβάνει μια συνέντευξη των Λακλάου και Μουφ που δημοσιεύθηκε το 1998 στο περιοδικό Red Pepper, ένα απόσπασμα που πραγματεύεται το έργο του Λακλάου από το βιβλίο Το αριστερό ημισφαίριο του Razmig Keucheyan, τη νεκρολογία του Robin Blackburn για τον Λακλάου που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Guardian, ένα άρθρο που παρουσιάζει πολύ συνοπτικά κάποια από τα βασικά σημεία του έργου του Λακλάου, ένα άρθρο που συνοψίζει αρκετές από τις κριτικές που δέχθηκε ο Λακλάου και τις συζητήσεις που δημιούργησε η θεωρία του και τέλος ένα απόσπασμα από το βιβλίο Laclau: a critical reader στο οποίο αναδεικνύεται η σημασία του κορυφαίου έργου του Λακλάου και της Μουφ, Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική. Υ.Γ. Η ομάδα του blog «Κοίτα τον Ουρανό» έχει επηρεαστεί από το έργο των Λακλάου και Μουφ και στο blog μας δημοσιεύονται τακτικά σχετικές αναρτήσεις. Ανaζητήστε τις στο www.afterhistory.blogspot.gr


Βιογραφία - εργογραφία

Ο Ερνέστο Λακλάου γεννήθηκε στην Αργεντινή στις 6 Οκτωβρίου 1935 και πέθανε στη Σεβίλλη στις 13 Απριλίου 2014 σε ηλικία 78 ετών. Σπούδασε ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες, αποφοιτώντας το 1964. Οι πρώτες πολιτικές του εμπειρίες, όπως κάποτε είπε σε έναν δημοσιογράφο, ήταν «στα φοιτητικά κινήματα και στους πολιτικούς αγώνες της δεκαετίας του 1960 στην Αργεντινή. Εκείνη την εποχή, τα χρόνια αμέσως μετά την Κουβανέζικη Επανάσταση, υπήρχε μια ριζοσπαστικοποίηση του φοιτητικού κινήματος σε όλη τη Λατινική Αμερική και ήμουν πολύ ενεργός σε αυτό. Ήμουν φοιτητικός εκπρόσωπος στο Κεντρικό Συμβούλιο του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες και αργότερα μέλος της ηγεσίας του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Εθνικής Αριστεράς, η οποία ήταν πολύ δραστήρια στην Αργεντινή τη δεκαετία του 1960». Μετά από μια σειρά από ακαδημαϊκές θέσεις στην Αργεντινή, ο καθηγητής Λακλάου βοηθήθηκε από τον Eric Hobsbawm να εξασφαλίσει μια υποτροφία από το St. Antony's College, στην Οξφόρδη, για μεταπτυχιακή έρευνα σχετικά με την οικονομική και κοινωνική ιστορία (1969-1972). Στη συνέχεια πήγε στο Πανεπιστήμιο του Essex ως καθηγητής πολιτικής θεωρίας (μέχρι που έγινε ομότιμος το 2008), και έγινε ο ιδρυτικός διευθυντής του Κέντρου Θεωρητικών Σπουδών στις Ανθρωπιστικές και Κοινωνικές Επιστήμες (1990 1997). Επίσης, στο Πανεπιστήμιο του Essex, ίδρυσε και διεύθυνε για πολλά χρόνια το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Ιδεολογία και ανάλυση λόγου» (Ideology and Discourse Analysis). Κάτω από την καθοδήγησή του, το συγκεκριμένο πρόγραμμα παρείχε και εξακολουθεί να παρέχει το κατάλληλο ερευνητικό πλαίσιο για την ανάπτυξη ενός ιδιαίτερου τύπου ανάλυσης λόγου που αντλεί από το έργο θεωρητικών όπως ο Λακάν, ο Φουκώ, ο Ντερριντά και ο Μπαρτ προκειμένου να αρθρωθούν καινοτόμες αναλύσεις συγκεκριμένων πολιτικών φαινομένων (π.χ. ταυτότητες, λόγοι και ηγεμονίες). Αυτός ο θεωρητικός και αναλυτικός προσανατολισμός είναι σήμερα γνωστός ως «Σχολή Ανάλυσης Λόγου του Έσσεξ».


O Ερνέστο Λακλάου καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους πολιτικούς θεωρητικούς με το βιβλίο Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική (1985) που συνέγραψε με την Σαντάλ Μουφ. Ο Λακλάου δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής σε πολλά πανεπιστήμια στη Βόρεια και τη Νότια Αμερική, την Ευρώπη, την Αυστραλία, και τη Νότια Αφρική. Εργογραφία:  Politics and Ideology in Marxist Theory (NLB, 1977)  Hegemony and Socialist Strategy (μαζί με την Chantal Mouffe) (Verso, 1985)  New Reflections on the Revolution of our Time (Verso, 1990)  The Making of Political Identities (Verso, 1994)  Emancipation(s) (Verso, 1996)  Contingency, Hegemony, Universality (μαζί με τους Judith Butler και Slavoj Zizek) (Verso, 2000)  On Populist Reason (Verso, 2005)  The Rhetorical Foundations of Society (Verso, 2014)


Διατρέχοντας τα κεντρικά σημεία του έργου του Laclau Του Αντώνη Γαλανόπουλου

Ο Ερνέστο Λακλάου είναι από τους κυριότερους εκπροσώπους του μετα-μαρξισμού. Ο Λακλάου επηρεάστηκε αρχικά από τον δομισμό και τον Γάλλο φιλόσοφο Λουί Αλτουσέρ, και πραγματεύτηκε ζητήματα που αφορούσαν το πολιτικό εποικοδόμημα και το κράτος, ενώ έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην θεωρία του Αντόνιο Γκράμσι περί ηγεμονίας. Στην πορεία στο επίκεντρο της θεωρίας του, έθεσε την προσπάθεια ανάλυσης του λόγου, βασισμένη στο μετα -δομισμό του Λακάν. Τη φιλοσοφική και πολιτική του θέση διαμόρφωσε από κοινού με τη σύντροφό του Σαντάλ Μουφ. Για τον Λακλάου, υπάρχουν ιστορικοί παράγοντες που οδήγησαν στην κατάρρευση των προηγούμενων σταθερών κατηγοριών της πολιτικής θεωρίας: η γενική υποχώρηση της ίδιας της ιδέας ενός απόλυτου θεμελίου της κοινωνίας, η διάδοση των νέων κοινωνικών και πολιτικών αγώνων από το 1960 και έπειτα, ο πολλαπλασιασμός των κέντρων εξουσίας σε μια εποχή ενός όλο και περισσότερο αποδιοργανωμένου καπιταλισμού, η σχετική παρακμή του έθνους-κράτους και των μετα-αποικιακών συγκρούσεων μεταξύ του αναπτυγμένου και του αναπτυσσόμενου κόσμου, η εξαφάνιση της ηγεμονίας του Φορντικού συμβιβασμού, και το τέλος των ολοκληρωτικών ιδεολογιών που συντήρησε ο Ψυχρός Πόλεμος. (Critchley and Marchart, 2004) Ο Λακλάου ήδη από τα πρώτα του κείμενα ασκεί κριτική στη μαρξιστική θεωρία. Τα κύρια σημεία αντιπαράθεσής του είναι ο οικονομισμός και ο αναγωγισμός. Αυτό τον οδήγησε ολοένα και περισσότερο να εγκαταλείψει όλες τις μορφές του ταξικού αναγωγισμού. Ο Λακλάου έχει παράξει όλα αυτά τα χρόνια ένα νέο λεξιλόγιο για την πολιτική ανάλυση, το οποίο όπως παραδέχεται ο ίδιος είναι αποτέλεσμα της ριζοσπαστικοποίησης ενός συνόλου άλλων φρασεολογικών καινοτομιών, οι οποίες προέρχονταν κυρίως από την παράδοση του Γκράμσι. Εισήγαγε λοιπόν ένα σύνολο νέων θεωρητικών κατηγοριών στην πολιτική ανάλυση και το όνομα του έχει ταυτιστεί τα τελευταία χρόνια με τη μελέτη του λαϊκισμού και της ηγεμονίας. O Λακλάου συγγράφει to 1985 με τη Μουφ το καθοριστικό έργο «Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική», με το οποίο εγγράφονται στο ρεύμα του μετα-μαρξισμού, που για τους ίδιους αποτελεί μια διαδικασία επαναπροσδιορισμού και υπέρβασης της διανοητικής παράδοσης του μαρξισμού. Στην εισαγωγή του βιβλίου, οι δυο θεωρητικοί αναγνωρίζουν ότι αφετηρία των προβληματισμών τους είναι δίχως αμφιβολία το οπλοστάσιο εννοιών που ανέπτυξε ο Γκράμσι. Το έργο τους συνιστά μια θεωρητική και πολιτική παρέμβαση αφενός πάνω στους κοινωνικούς αγώνες του 20ου αιώνα, αφετέρου πάνω στο αίτημα μιας αποτελεσματικής πολιτικής πρότασης.


Οι Λακλάου και Μουφ εκτιμούν ότι από τη δεκαετία του 1970 η μαρξιστική θεωρία, μετά από μια παραγωγική περίοδο τη δεκαετία του 1960 με επίκεντρο τον Αλτουσέρ και τη Σχολή της Φρανκφούρτης, μπαίνει σε περίοδο κρίσης, αγγίζει τα όριά της μπροστά στις κοσμοϊστορικές αλλαγές με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος (τέλος Ψυχρού Πολέμου, διάλυση Σοβιετικής Ένωσης κτλ). Οι συγγραφείς υποστήριξαν ότι «υπήρχε ένα αυξανόμενο χάσμα μεταξύ της πραγματικότητας του σύγχρονου καπιταλισμού και αυτού που ο μαρξισμός μπορούσε να περιλάβει στις κατηγορίες του.» (Laclau and Mouffe, 2001, σελ. viii) και ότι “πολλοί κοινωνικοί ανταγωνισμοί, πολλά θέματα που είναι κρίσιμα για τη κατανόηση των σύγχρονων κοινωνιών ανήκουν σε πεδία λόγου που είναι εξωτερικά του μαρξισμού και δεν μπορούν να εννοιολογηθούν με τις μαρξιστικές κατηγορίες” (Laclau and Mouffe, 2001, σελ. ix). Ως εκ τούτου έκριναν απαραίτητη την αποδόμηση αρκετών βασικών εννοιών του μαρξισμού με κυριότερη την έννοια της τάξης και όσες θεωρητικές αποφάνσεις προέκυπταν ευθέως από αυτήν. Βασική κατηγορία της πολιτικής ανάλυσης για τους δύο συγγραφείς είναι η Ηγεμονία. Το κυριότερο συμπέρασμα των συγγραφέων είναι ότι η έννοια της ηγεμονίας εισάγει μια λογική του κοινωνικού, η οποία είναι ασυμβίβαστη με τις κυριότερες μαρξιστικές κατηγορίες. Το πεδίο των ενδεχόμενων συναρθρώσεων επεκτάθηκε επίσης και η κατηγορία της ιστορικής αναγκαιότητας αποσύρθηκε στον ορίζοντα της θεωρίας. (Laclau and Mouffe, 2001: 3) Στο πρώτο μέρος του βιβλίου παρουσιάζεται με ιστορικό και κριτικό τρόπο η έννοια της ηγεμονίας μέσα από τους κοινωνικούς αγώνες, ενώ στο δεύτερο μέρος του έργου –και αφού οι Λακλάου και Μουφ προτείνουν για το ξεπέρασμα της κρίσης της αριστεράς την επικοινωνία της με τις θεωρίες του Φουκώ και του Λακάν- διαμορφώνεται η πολιτική πρόταση της ριζοσπαστικής δημοκρατίας. Ο Λακλάου πραγματοποιεί μια θαρραλέα γενεαλογική αποδόμηση της μαρξιστικής παράδοσης, επικεντρωμένη στους μετασχηματισμούς της «ηγεμονίας» –από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Κάρλ Κάουτσκι, τον Έντουαρντ Μπέρνσταϊν και τον Αντόνιο Γκράμσι. Η ιστορική αυτή αναδρομή στην έννοια της ηγεμονίας είναι γενεαλογική, επειδή προσπαθεί να μας παρουσιάσει τους τρόπους με τους οποίους επιχειρήθηκε η καταπίεση της ενδεχομενικότητας της ηγεμονίας στο όνομα της ιστορικής αναγκαιότητας από τις εκάστοτε πολιτικές θεωρήσεις της αριστεράς. Ένα από τα κεντρικά δόγματα της Ηγεμονίας και Σοσιαλιστικής Στρατηγικής είναι η ανάγκη να δημιουργηθεί μια αλυσίδα ισοδυναμίας μεταξύ των διαφόρων δημοκρατικών αγώνων ενάντια στις διαφορετικές μορφές υποταγής. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι αγώνες ενάντια στον σεξισμό, τον ρατσισμό, τις φυλετικές διακρίσεις, και στην υπεράσπιση του περιβάλλοντος πρέπει να συναρθρωθούν με εκείνους των εργατών σε ένα νέο αριστερό ηγεμονικό σχέδιο. (Laclau and Mouffe, 2001: xviii) Η σχέση της ισοδυναμίας που καθορίζεται μεταξύ τους, στο πλαίσιο της αντίθεσής τους προς το κυρίαρχο πόλο, κατασκευάζει μια «λαϊκή» ρηματική θέση που είναι μη αναγώγιμη σε ταξικές θέσεις. Εδώ βρίσκουμε τα πρώτα ψήγματα της στρατηγικής του λαϊκισμού που θα αναπτύξει αργότερα στο έργο του ο Λακλάου. Όσο περνούν τα χρόνια ο Λακλάου θα ταυτίσει την πολιτική της ηγεμονίας με τον λαϊκισμό. Η σχέση αυτή γίνεται ιδιαίτερα ευκρινής στο βιβλίο του On Populist Reason. O Λακλάου σημειώνει ότι το να σκεφτεί κανείς τον «λαό» ως κοινωνική κατηγορία απαιτεί μια σειρά θεωρητικών αποφάσεων με σημαντικότερη τον συστατικό ρόλο της κοινωνικής ετερογένειας. (Laclau, 2007: 223) Μερικά αντικείμενα, συνεχίζει ο Λακλάου, μέσω της μερικότητας τους ενσαρκώνουν μια συνεχώς υποχωρούσα ολότητα. Αυτή είναι όπως θυμόμαστε η διαδικασία που έχει ονομάσει άρθρωση και ηγεμονία. Σε αυτή τη δομή εντοπίζεται και το σημείο εκκίνησης για την εμφάνιση του «λαού». (Laclau, 2007: 224)


Ο Λακλάου προτείνει να αντιληφθούμε τον «λαό» ως πολιτική κατηγορία και όχι ως δεδομένο της κοινωνικής δομής. Ως μονάδα ανάλυσης εκλαμβάνει το κοινωνικο-πολιτικό αίτημα και θεωρεί την ενότητα της ομάδας ως αποτέλεσμα μιας συγκέντρωσης κοινωνικών αιτημάτων. Ένα δημοφιλές αίτημα ενσαρκώνει την απούσα πληρότητα της κοινότητας μέσα σε μια δυνητικά ατελείωτη αλυσίδα ισοδυναμιών. Σε αυτή τη μόλυνση της ολότητας του λαού από τη μερικότητα της πλέμπας έγκειται η ιδιαιτερότητα του «λαού» ως ιστορικός παράγοντας. (Laclau, 2007: 224) Τα σύνορα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εμφάνιση του «λαού», χωρίς αυτά η όλη διαλεκτική της μερικότητας/ολότητας θα καταρρεύσει. Αλλά όσο πιο εκτενής είναι η αλυσίδα ισοδυναμίας, τόσο λιγότερο «φυσική» η άρθρωση μεταξύ των συνδέσμων της, και τόσο πιο ασταθής είναι η ταυτότητα του εχθρού. Σε αυτό το σημείο, ο «λαϊκιστικός λόγος» θα καταστεί πλήρως λειτουργικός. Ο λαϊκιστικός λόγος εναντιώνεται, σύμφωνα με τον Λακλάου, σε δύο θεωρήσεις που προαναγγέλλουν το τέλος της πολιτικής: ένα ολικό επαναστατικό γεγονός που, επιφέροντας την πλήρη συμφιλίωση της κοινωνίας, θα κάνει την πολιτική στιγμή περιττή, ή μια πρακτική που μειώνει την πολιτική σε διαχείριση. Ένα μερικό αντικείμενο μπορεί να αποκτήσει ένα καθολικό νόημα, από απλό μέρος ενός συνόλου να γίνει το μέρος που είναι το σύνολο. Αυτή η αντιστροφή της σχέσης μερικού/όλου είναι το βασικό χαρακτηριστικό της ηγεμονικής σχέσης. (Laclau, 2007: 226) Η συνθήκη που επιτρέπει την εμφάνιση και επέκταση των λαϊκών ταυτοτήτων είναι ο πολλαπλασιασμός των κοινωνικών αιτημάτων, η ετερογένεια των οποίων μπορεί να ασκηθεί σε κάποια μορφή της ενότητας μόνο μέσω ισοδυναμικών πολιτικών αρθρώσεων. Η συνθήκη αυτή ονομάζεται από τον Laclau παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν μπορούμε πλέον να κατανοήσουμε τον καπιταλισμό ως μια καθαρά οικονομική πραγματικότητα, αλλά ως ένα σύμπλεγμα από οικονομικούς, πολιτικούς, στρατιωτικούς, τεχνολογικούς και άλλους προσδιορισμούς. Η ετερογένεια ανήκει στην ουσία του καπιταλισμού ενώ οι επιμέρους σταθεροποιήσεις του είναι πάντα ηγεμονικής φύσης. (Laclau, 2007: 229-230) O παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός αντιπροσωπεύει, για τον Λακλάου, ένα ποιοτικά νέο στάδιο στην καπιταλιστική ιστορία. Υπήρξε ένας πολλαπλασιασμός των εξαρθρωτικών αποτελεσμάτων και των νέων ανταγωνισμών. Ο Λακλάου με βάση αυτή την ανάγνωση προτείνει στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης να υποστηρίξει τη δημιουργία δεσμών ισοδυναμίας μεταξύ βαθιά ετερογενών, κοινωνικών αιτημάτων ενώ, ταυτόχρονα, να επεξεργάζεται μια κοινή γλώσσα. Οι παραδοσιακές θεσμοθετημένες μορφές της πολιτικής διαμεσολάβησης φαντάζουν πλέον παρωχημένες με την καθολικότητα της μορφής του «κόμματος» να βρίσκεται σε αμφισβήτηση. (Laclau, 2007: 231) Για τον Λακλάου και τη Moυφ η δημοκρατική επανάσταση εξακολουθεί να λειτουργεί ως το τελικό πλαίσιο για κάθε πολιτική της αριστεράς. Με αυτή τη πεποίθηση αναπτύσσουν το πρόταγμα της Ριζοσπαστικής Δημοκρατίας, το οποίο ενέχει την ενδυνάμωση του πολιτικού ανταγωνισμού, της διάστασης της ισότητας και την επιστροφή σε ιδέες όπως η λαϊκή κυριαρχία, κόντρα σ’ αυτό που θεωρούν μεταδημοκρατική διαχείριση, η οποία επικρατεί στο σημερινό πολιτικό πεδίο. (Σταυρακάκης, 2006) Η αδυνατότητα λοιπόν που αποδόθηκε στην πάλη των τάξεων συνεπάγεται το ριζικά ενδεχομενικό, μη ντετερμινιστικό χαρακτήρα της ηγεμονίας. Ο μετα -μαρξισμός του Λακλάου εγκαταλείπει τις τάξεις. Από αυτό το σημείο ξεκινά το εγχείρημα του Λακλάου για συνέχιση και εμβάθυνση της ηγεμονίας στο πεδίο του λόγου. Στο Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική, οι δύο συγγραφείς υποστηρίζουν ότι ο πλουραλισμός των υποκειμένων- η νέα εργατική γενιά, οι μετανάστες, οι γυναίκες κλπ- «δεν μπορεί να απαλειφθεί για να


προκύψει ως διά μαγείας μία ενιαία εργατική τάξη». Υπό αυτό το πρίσμα προβάλλουν μια στρατηγική προσωρινών «αρθρώσεων ενάντια στη νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση, μια σειρά δημοκρατικών αντιστάσεων στο μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων» με ορίζοντα τη «ριζοσπαστική δημοκρατία» (Laclau and Mouffe, 2001: 169) Ο Λακλάου περιγραφεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θεωρία, που μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τη διαδικασία διεκδίκησης της ηγεμονίας στο κοινωνικό πεδίο. Η στροφή προς μια ηγεμονική πολιτική προσπάθησε να καλύψει ένα πολιτικό και θεωρητικό κενό. Η αντίληψη της ηγεμονίας του Λακλάου παραμένει μια έγκυρη αναλυτική και θεωρητική κατηγορία και ιδιαίτερα χρήσιμη για τη πολιτική στρατηγική των καιρών μας ακριβώς γιατί όλες οι προϋποθέσεις εμφάνισής της στη σκέψη του Αργεντινού θεωρητικού συνεχίζουν να είναι παρούσες με ολοένα και μεγαλύτερη μάλιστα ένταση. Ο ύστερος, παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός γεννά διαρκώς νέες μη ταξικές υποκειμενικές θέσεις. Οι Λακλάου και Μουφ πραγματοποιούν, χωρίς αμφιβολία, έναν εμπλουτισμό της γκραμσιανής θεωρίας της ηγεμονίας, μεταφέροντάς τη στο επίπεδο του λόγου. Η προσφορά τους έγκειται κυρίως στην αποτίναξη του θεολογικής πίστης του μαρξισμού σε μια γραμμική μετάβαση προς τον κομμουνισμό. Η χάραξη μιας στρατηγικής αριστερής ηγεμονίας σίγουρα επανέρχεται στην ημερήσια διάταξη ως αναγκαιότητα και όλες οι αριστερές δυνάμεις πρέπει να ανταποκριθούν στη πρόσκληση των Λακλάου και Μούφ για «επιστροφή στον ηγεμονικό αγώνα» αλλά αυτή η επιστροφή θα πρέπει να γίνει αντιληπτή ως αναζήτηση νέων δρόμων, νέων στρατηγικών, πρακτικών για την ανατροπή του καπιταλισμού. Η απάντηση στον σοσιαλισμό της ουσιοκρατίας και του αναπόφευκτου δεν μπορεί να είναι η παραίτηση από κάθε είδους σοσιαλισμό. Βιβλιογραφία: Critchley, S. and Marchart, O. (2004). Laclau: A Critical Reader. London: Routledge Laclau, E. and Mouffe, C. (2001). Hegemony and Socialist Strategy: Towards a Radical Democratic Politics. Laclau, E. (2007). On Populist Reason. London: Verso books Σταυρακάκης, Γ. (2006). Από τη φροϋδική στη λακανική Αριστερά. Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς. http://www.poulantzas.gr/files.php?id=268


Ernesto Laclau: Κατασκευάζοντας ανταγωνισμούς Του Razmig Keucheyan

Με καταγωγή από την Αργεντινή και καθηγητής πολιτικής θεωρίας στο Πανεπιστήμιο του Έσσεξ στην Αγγλία, ο Ερνέστο Λακλάου ανέπτυξε μια προσέγγιση για την πολιτική βασισμένη στην έννοια του «ανταγωνισμού», θεωρούμενη ότι συνιστά και το θεμέλιο αλλά και το όριο του κοινωνικού ταυτόχρονα. Ενώ στη βάση τους ο ανταγωνισμός και η αναγνώριση είναι αντιθετικές έννοιες, κάποιος μπορεί να προχωρήσει στην υπόθεση πως η σύγκρουση μεταξύ ταυτοτήτων, όσο ασυμβίβαστες και αν είναι, πάντα παίρνει τη μορφή μιας αμοιβαίας αναγνώρισης. Με βάση αυτήν την έννοια ο ανταγωνισμός, όπως εννοείται από τον Λακλάου, αποκλείει πράξεις όπως η γενοκτονία, στις οποίες η ύπαρξη του άλλου κυριολεκτικά αναιρείται. Η θεωρία του Λακλάου προϋποθέτει ότι ο αντίπαλος είναι κατασκευασμένος καθ’ αυτό. Η πολιτική θεωρία που αναπτύχθηκε από τον Λακλάου παρατίθεται σε δύο βασικά βιβλία: την Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική με τον υπότιτλο Προς μια ριζοσπαστική, δημοκρατική πολιτική που συνέγραψε με την σύντροφο του, την Βελγίδα φιλόσοφο Σαντάλ Μούφ και εκδόθηκε το 1985 και το βιβλίο Για την Λογική του Λαϊκισμού που εκδόθηκε το 2005. Μεταξύ άλλων έργων στα οποία μπορούμε να παραπέμψουμε είναι η Πολιτική και Ιδεολογία στην Μαρξιστική Θεωρία (1977) και Για την Επανάσταση της Εποχής μας (1990). Ο Λακλάου αποτελεί υποδειγματική περίπτωση παγκοσμίου εμβέλειας κριτικού διανοητή. Επαναστατικός ακτιβιστής στα νιάτα του στην Αργεντινή, είχε συνάψει στενές σχέσεις για ένα διάστημα με τον Χόρχε Αμπελάρντο Ράμος τον ιδρυτή της «Εθνικής Αριστεράς» στην Αργεντινή. Οι λατινοαμερικάνικες ρίζες του προδίδουν ξεκάθαρα την τρέχουσα αντίληψη για το πολιτικό και ειδικά την προβληματική του «λαϊκισμού» που έχει επηρεαστεί βαθύτατα από την εμπειρία του με τον Περονισμό. Αλλά, ακόμη και αν κάποιες φορές ο Λακλάου έκανε δηλώσεις σχετικά με τη χώρα του - τελευταία είχε δείξει την υποστήριξη του προς την κυβέρνηση της Κριστίνα Κίρχνερ- ο διανοητικός χώρος στον οποίο κυρίως κινούνταν ήταν ο αγγλο-αμερικάνικος κόσμος. Η δημοσίευση της Ηγεμονίας και Σοσιαλιστικής Στρατηγικής στα μέσα της δεκαετίας του 1980 προκάλεσε σημαντικές συζητήσεις στην παραδοσιακή αριστερά [1]. Στον πυρήνα της ανάλυσης των Λακλάου και Μούφ βρίσκεται η γκραμσιανή έννοια της ηγεμονίας [2]. Για τον Λακλάου και την Μούφ, ο Γκράμσι αποτελεί κομβικό σημείο στην ιστορία του μαρξισμού. Ο συγγραφέας των Τετραδίων Φυλακής είχε συνειδητοποιήσει το γεγονός


πως μερικές από τις βασικές θέσεις του μαρξισμού είχαν αποδυναμωθεί εξαιτίας της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Οι όποιες ελπίδες για επανάσταση στην Δυτική Ευρώπη υπήρξαν απογοητευτικές. Επιπρόσθετα, ένας «οργανωμένος» καπιταλισμός εμφανίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, τον οποίο ο Γκράμσι ήταν από τους πρώτους (1934) που ονόμασε «Φορντισμό» [3] και ο οποίος ήταν διαφορετικός από τον «φιλελεύθερο» καπιταλισμό της Μπελ Επόκ εποχής. Σε αντίθεση με κάθε (μαρξιστική) προσδοκία, μια από τις συνέπειες αυτού του νέου είδους καπιταλισμού ήταν η ανάπτυξη των ενδιάμεσων στελεχών, γραφειοκρατών και «διανοούμενων» κάθε είδους. Η εισαγωγή της έννοιας της ηγεμονίας στον μαρξισμό πριν από τον Γκράμσι [4] κατέστησε δυνατή την αναθεώρηση και προσαρμογή αυτού του δόγματος σε συμφωνία με αυτά τα ρεύματα, χωρίς να αμφισβητεί τις βασικές του προϋποθέσεις. Η ηγεμονία καταφέρνει να συλλάβει την αυξανόμενη σημασία των «πολιτισμικών» παραγόντων στις κοινωνικές σχέσεις, από τη στιγμή που αναφέρεται στην «ηθική» υπεροχή ενός μέρους της κοινωνίας επί των υπολοίπων. Καταφέρνει επίσης να συλλάβει κάθε πολιτική κατάσταση με βάση την μοναδικότητα της. Στους κλασσικούς μαρξιστές, η ηγεμονία (ή συναφείς έννοιες) είναι ουσιαστικά μια στρατηγική έννοια [5]. Παρεμβαίνει σε περιπτώσεις, όπου το προλεταριάτο πρέπει να συνάψει συμμαχίες με άλλες τάξεις- την μπουρζουαζία, τους χωρικούς, τις μεσαίες τάξεις- διασφαλίζοντας ταυτόχρονα, πως η γενική δυναμική τους συμβάλει στα συμφέροντα τους. Δεν αλλάζει κάτι, όσον αφορά τον βασικό ρόλο των κοινωνικών τάξεων στην μαρξιστική άποψη για τον κόσμο, ούτε το γεγονός πως η εργατική τάξη είναι εκείνη η τάξη που αποτελεί την κινητήριο δύναμη της ιστορικής αλλαγής. Στον Γκράμσι, η ηγεμονία προσλαμβάνει μια διαφορετική σημασία, η οποία κατά βάθος αλλάζει την μαρξιστική οντολογία: «για τον Γκράμσι τα πολιτικά υποκείμενα δεν είναι οι τάξεις με την αυστηρή έννοια του όρου αλλά περίπλοκες «συλλογικές βουλήσεις»· όπως με παρόμοιο τρόπο, τα ιδεολογικά στοιχεία που συναρθρώνονται από την άρχουσα τάξη δεν εντάσσονται απαραίτητα σε καμία συγκεκριμένη τάξη» [6]. Σύμφωνα με τον Λακλάου και την Μούφ, ο Γκράμσι εισήγαγε την σταδιακή αποδέσμευση της έννοιας της ηγεμονίας από αυτήν της τάξης. Αυτή η αποδέσμευση θα ολοκληρωθεί μέσα από την δικιά τους θεωρία. Οι «συλλογικές βουλήσεις», όπως τις αναφέρει ο Γκράμσι έχουν δύο βασικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι ότι χαρακτηρίζονται από μια ενδεχομενικότητα, δηλαδή δεν προκαθορίζονται από τα κοινωνικό-οικονομικά συμφέροντα των δρώντων που συμμετέχουν. Με άλλα λόγια σχηματίζονται στο πλαίσιο των σχέσεων εξουσίας και στην περίπτωση συγκεκριμένων ταξικών αγώνων. Επιπλέον, οι φορείς που «συναρθρώνονται» στο γενικό πλαίσιο του ηγεμονικού σχηματισμού, μπορούν να είναι διαφορετικού είδους. Μπορούν να περιλαμβάνουν κόμματα και συνδικάτα, αλλά και τοπικές κοινότητες, μειονότητες ή συλλογικότητες με αδιευκρίνιστη ταυτότητα που μπορούν όμως να δημιουργήσουν μια ταυτότητα κατάλληλη για την περίπτωση του αγώνα. Για τον Λακλάου και την Μούφ, ο Γκράμσι δεν εγκαταλείπει εντελώς κάποιες θεμελιακές όψεις του μαρξισμού, παρόλο που εγκαινίασε τον διαχωρισμό της ηγεμονίας από τις κοινωνικές τάξεις. Συγκεκριμένα, αυτό που αποκαλούν «ουσιοκρατικό πυρήνα» παρουσιάζεται συνεχώς στα γραπτά του, ο οποίος εν τέλει θέτει την ηγεμονία σε μια μονοαιτιακή λογική με αναφορά στον ταξικό προσδιορισμό των παραγόντων που εμπλέκονται. Ο Λακλάου και η Μούφ προτείνουν να ολοκληρώσουν την θεωρητική κίνηση που εισήγαγε ο Γκράμσι και να εγκαταλείψουν εντελώς τις τάξεις ως κεντρικό σημείο αναφοράς. Οι τελευταίες μπορεί να είναι σημαντικές ανάλογα με τις συνθήκες, αλλά το πρωτείο που αποδίδεται στις τάξεις από τον μαρξισμό απορρίπτεται από τον Λακλάου και την Μούφ. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που τους οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα. Αρχικά, σύμφωνα με


τους δύο θεωρητικούς, ο κοινωνικός κόσμος γίνεται ολοένα και πιο περίπλοκος τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα, καθώς καθίσταται πιο ανομοιογενής. Απέχοντας πολύ από το να είναι ενοποιημένος, όπως προέβλεψε ο μαρξισμός, ο ταξικός προσδιορισμός των ατόμων κατά συνέπεια γίνει πιο ασαφής. Επιπλέον, η βιομηχανική εργατική τάξη που κάποτε υπήρξε το αναπόσπαστο στοιχείο στη δόμηση των κοινωνικών συγκρούσεων, έχει πλέον χάσει τον κεντρικό της χαρακτήρα. Συν τοις άλλοις, παρουσιάζει και δημογραφική πτώση τις τελευταίες δεκαετίες. Η άνοδος των «νέων κοινωνικών κινημάτων», την οποία ο Λακλάου και η Μούφ επικαλούνται κατά παρόμοιο τρόπο με τον Φρέιζερ, συνεπάγεται πως η συγκρουσιακότητα δεν σχηματίζεται απαραίτητα γύρω από οικονομικά αιτήματα που σχετίζονται με την εργασία. Σε ένα πιο θεμελιώδες επιστημολογικό επίπεδο, ο Λακλάου και η Μούφ ασκούν κριτική στον «ουσιοκρατικό χαρακτήρα της τάξης», όπως παρουσιάζεται στον μαρξισμό. Η έμφαση τους στον ενδεχομενικό χαρακτήρα των κοινωνικών ομάδων υποδεικνύει ότι εφαρμόζουν μια μορφή κοινωνιολογικής «απροσδιοριστίας», σύμφωνα με την οποία η (σχετική) συνοχή των δρώντων κατασκευάζεται πάντα στη διάρκεια της δράσης και όχι a priori. Ο Λακλάου και η Μούφ ξεκάθαρα συνηγορούν υπέρ μιας αντί -ουσιοκρατικής θέσης. Η εγκατάλειψη της ταξικής προσέγγισης συσχετίζεται με τη σημασία της έννοιας του ανταγωνισμού στον Λακλάου και την Μούφ: «όταν η ταυτότητα της έπαψε να βασίζεται σε μια διαδικασία ενότητας σε επίπεδο υποδομών… η εργατική τάξη έφτασε στο σημείο να εξαρτάται από μια διάσπαση της καπιταλιστικής τάξης, η οποία μπορεί να ολοκληρωθεί μόνο μέσω της πάλης εναντίον της… οπότε η «σύγκρουση» αποτελεί κατεξοχήν προϋπόθεση για την ταυτότητα της εργατικής τάξης» [7]. Αν δεν υπάρχει καμία «ουσία» μέσα στο κοινωνικό, τότε οι οντότητες που αναπτύσσονται μέσα σε αυτό έχουν απαραίτητα έναν συσχετισμό μεταξύ τους- δηλαδή είτε οικοδομούνται με σεβασμό η μια προς την άλλη είτε βρίσκονται ενάντια η μια στην άλλη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως ο Λακλάου και η Μούφ διατείνονται πως ο Σορέλ ήταν ο πρώτος που σχημάτισε μια αντίληψη για τον κόσμο βασισμένη στην κυριαρχία της σύγκρουσης. Ο Σορέλ είχε καθοριστικό αντίκτυπο στην σκέψη του Γκράμσι, ο οποίος υιοθέτησε την έννοια του «ιστορικού μπλοκ» από αυτόν. Επηρεαζόμενος από τον Νίτσε και τον Μπέργκσον, ο Σορέλ επιβεβαιώνει την ύπαρξη μιας «βιταλιστικής» τάσης μέσα στην μαρξιστική και μετα- μαρξιστική παράδοση. Ο Λακλάου και η Μούφ είναι κατά κάποιο τρόπο συνεχιστές αυτής της τάσης. Η προσέγγιση τους μπορεί να ερμηνευτεί και ως μια ριζοσπαστικοποίηση της θέσης του Τόμσον. Ο Τόμσον εμμένει στο γεγονός πως η ταξική συνείδηση («εμπειρία») έχει την ίδια σημασία, αν όχι περισσότερη, με την κοινωνικό-οικονομική κατάσταση των εργατών, όσον αφορά τον ταξικό καθορισμό τους. Όπως ο Λακλάου, αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές ομάδες με όρους συσχετισμού- και πιο συγκεκριμένα με αντιθετικούς όρους. Η διαφορά είναι πως ο Τόμσον με αυτή τη θέση δεν αρνείται πως οι κοινωνικές τάξεις έχουν μια αντικειμενική ύπαρξη, ενώ ο Λακλάου εγκαταλείπει αυτήν την ιδέα. Κατά την άποψη του δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο a priori που να καθίσταται δυνατό να καθορίσει το που ακριβώς θα δημιουργηθεί ο ανταγωνισμός, καθώς ο ανταγωνισμός μπορεί να δημιουργηθεί παντού. Το βιβλίο Για την Λογική του Λαϊκισμού που κυκλοφόρησε ταυτόχρονα στα αγγλικά και στα ισπανικά το 2005, αποτελεί ένα από τα πιο ευρέως συζητήσιμα έργα κριτικού χαρακτήρα που κυκλοφορεί στη παρούσα περίοδο. Αυτό λαμβάνει χώρα σε ιδιαίτερο βαθμό στη Λατινική Αμερική, όπου οι θέσεις του Λακλάου αποτυπώνουν την εμπειρία των «προοδευτικών- λαϊκιστικών» καθεστώτων που σημείωσαν άνοδο στις αρχές της δεκαετίας του 2000- δηλαδή, η Βενεζουέλα του Ούγκο Τσάβες, η Βολιβία του Έβο Μοράλες και


το Εκουαδόρ του Ράφαελ Κορέα. Η ανάδυση αυτών των καθεστώτων σχετίζεται με την μακραίωνη ιστορία της Λατινικής Αμερικής, η οποία έχει ήδη μια εμπειρία ανάλογων καθεστώτων στο παρελθόν. Ανάμεσα σε αυτές, συναντούμε τον Περονισμό ένα πολύ συγκεκριμένο κίνημα στην Αργεντινή, το οποίο έθεσε τις βάσεις για την πολιτική ζωή της χώρας μέχρι σήμερα. Ο ασαφής χαρακτήρας αυτού του ρεύματος από πολλές απόψεις- η δυσκολία της τοποθέτησης του στις παραδοσιακές συντεταγμένες της σύγχρονης πολιτικής -είναι ένα από τα στοιχεία που οδήγησαν τον Λακλάου να εξετάσει το λαϊκιστικό φαινόμενο. Μιλώντας σε γενικό επίπεδο, ο στόχος του Λακλάου είναι να επανακαθορίσει αυτό το φαινόμενο που συνήθως προσλαμβάνεται με την αρνητική του σημασία. Κατά την άποψη του ο λαϊκισμός δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα από τα πλαίσια που προσλαμβάνονται από την πολιτική στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες. Πιο συγκεκριμένα, είναι μια προϋπόθεση για την εμβάθυνση της κεντρικής αξίας που κυβερνά τις προαναφερθείσες κοινωνίες, δηλαδή την ισότητα. Στην αρχή υπήρχε η ριζοσπαστική ανομοιογένεια του κοινωνικού κόσμου. Ο τελευταίος, σύμφωνα με τον Λακλάου, χαρακτηρίζεται από την πολλαπλότητα και τον θρυμματισμό των συνιστωσών του, των οποίων η ταυτότητα μεταβάλλεται διαρκώς. Η ανομοιογένεια του κοινωνικού αυξάνεται, όσο οι κοινωνίες γίνονται περισσότερο περίπλοκες. Για να προσδιορίσει αυτό το φαινόμενο ο Λακλάου χρησιμοποιεί την φράση «λογική της διαφοράς». Ποικίλοι κοινωνικοί παράγοντες προερχόμενοι από την οικονομική σφαίρα (εργατικά συνδικάτα), την σφαίρα της κοινότητας (εθνότητες) ή άλλοι, αλληλεπιδρούν με την υπάρχουσα κυβέρνηση και τους θεσμούς κάνοντας πολύ συγκεκριμένα αιτήματα. Κάποιες φορές αυτά τα αιτήματα καλύπτονται, όπου σε αυτήν την περίπτωση ο σχετικός παράγοντας συνεχίζει κανονικά τις δραστηριότητες του. Αλλά μπορεί να ισχύει και η περίπτωση, όπου για λόγους σκοπιμοτήτων ή αρχών, η κυβέρνηση και οι θεσμοί να αρνηθούν να εκπληρώσουν αυτά τα αιτήματα. Σε αυτήν την περίπτωση η λογική της διαφοράς τείνει να μετατραπεί σε «λογική της ισοδυναμίας». Ο ειδικός χαρακτήρας των αιτημάτων παύει να υπάρχει όταν απορρίπτονται από την κυβέρνηση. Τώρα, έχουν τουλάχιστον ένα κοινό χαρακτηριστικό -την απόρριψη από την κυβέρνηση- το οποίο δημιουργεί τις συνθήκες για μια συμμαχία μεταξύ τους. Ο λαϊκισμός είναι έτοιμος να κάνει την είσοδο του. Η προϋπόθεση του είναι η μετατροπή των επιμέρους ιδιαιτεροτήτων σε πιο γενικά αιτήματα, τα οποία εγγράφονται σε μια «αλυσίδα ισοδυναμίας» δημιουργώντας μια σύνδεση μεταξύ τους. Με βάση αυτό, δημιουργείται ένα «εσωτερικό σύνορο» μέσα στην κοινότητα, το οποίο διαχωρίζει αυτούς που έχουν την εξουσία από τους παράγοντες των οποίων τα αιτήματα δεν έχουν εκπληρωθεί. Ο Λακλάου ισχυρίζεται πως αυτό το σύνορο μετατρέπει τους πληβείους, την πλέμπα δηλαδή, σε λαό. Ο λαός πάντα συγκροτείται με βάση την αντίθεση του απέναντι σε έναν αντίπαλο- για παράδειγμα στην περίπτωση του Περόν, απέναντι στην «ολιγαρχία». Για τον σκοπό αυτό, ο λαός συχνά επιθυμεί την φιγούρα ενός λαϊκιστή ηγέτη που θα ενσαρκώνει τα αιτήματα του. Η χρήση της έννοιας «πληβείοι» από τον Λακλάου- που ήταν αρχικά οι φτωχοί ρωμαίοι σε αντίθεση με τους πατρικίους- προσομοιάζει στην έννοια του «πλήθους» από τον Χάρντ και Νέγκρι. Επιπλέον, παρατηρούμε μια συνεχή αύξηση στην σύγχρονη κριτική σκέψη, εννοιών που προέρχονται από την αρχαία Ελλάδα και από την αρχαία Ρώμη. Αναμφίβολα, αυτό βεβαιώνει τη δυσκολία που υπάρχει στην αναγνώριση υποκειμένων χειραφέτησης στην παρούσα συγκυρία. Οι έννοιες των «πληβείων» και του «πλήθους» αναφέρονται σε ασαφείς και ασυντόνιστες καταστάσεις του πληθυσμού, συντίθενται από τις αμείωτες επιμέρους ιδιαιτερότητες και δεν μπορούν να σχηματίσουν ακόμα ένα πραγματικό πολιτικό υποκείμενο. Στον Λακλάου, η μετάβαση


από τους πληβείους στο λαό μέσω της μετατροπής της λογικής της διαφοράς σε λογική της ισοδυναμίας προαναγγέλλει τον σχηματισμό ενός τέτοιου υποκειμένου. Μπορούμε να σημειώσουμε εν παρόδω πως στον Νέγκρι, ο στόχος του πλήθους είναι να παραμείνει μια συλλογικότητα από μοναδικότητες που ποτέ δεν μπορεί να γίνει λαός, καθώς για τον Νέγκρι ο λαός είναι ένα πλήθος του οποίου οι δυνατότητες έχουν καθυποταχθεί από το κράτος. Ο λαϊκισμός προϋποθέτει την παρέμβαση αυτού που ο Λακλάου αποκαλεί «κενά σημαίνοντα» ακολουθώντας την παράδοση συγκεκριμένων δομιστών και μεταδομιστών-μεταξύ αυτών ο Λεβί-Στρός και ο Ντεριντά. Τα κενά σημαίνοντα είναι σύμβολα, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά, γλωσσολογικά επενδυμένα με διαφορετικό νόημα από κάθε παράγοντα που έχει ενσωματωθεί σε μια αλυσίδα ισοδυναμίας. Για παράδειγμα, τα νοήματα που συνδέονται με την ιδέα της «ισότητας» στη γαλλική ιστορία, είτε σε επαναστατικές περιόδους είτε σε περιόδους φυσιολογικής λειτουργίας των θεσμών, είναι αμέτρητα. Παρομοίως, στην Αργεντινή των αρχών της δεκαετίας του 1970, το αίτημα για την «επιστροφή του Περόν» από την ισπανική του εξορία είχε ένα διαφορετικό νόημα για κάθε επιμέρους παράγοντα του Περονισμού, όπως μαρτυρά η ανταλλαγή πυροβολισμών μεταξύ τους στο αεροδρόμιο του Μπουένος Άιρες, όταν προσγειώθηκε το αεροπλάνο του στρατηγού το 1973. Σύμφωνα με τον Λακλάου, τα σημαίνοντα του λαϊκισμού πρέπει να είναι απαραιτήτως κενά. Αν το περιεχόμενο τους ήταν παγιωμένο θα μπορούσαν να ενσαρκώσουν το φανταστικό ή τα συμφέροντα ενός μόνο τομέα της κοινωνίας. Η ικανότητα του να κινητοποιεί διαφορετικούς παράγοντες είναι αυτή ακριβώς που χαρακτηρίζει τον λαϊκισμό. Βέβαια, το περιεχόμενο του σημαίνοντος μπορεί να προήλθε αρχικά από ένα κομμάτι του πληθυσμού. Αλλά όσο η αλυσίδα ισοδυναμίας εκτείνεται, υποβάλλεται σε μια διαδικασία αφαίρεσης που την αδειάζει από την ουσία της και της επιτρέπει να επενδυθεί με διάφορες σημασιοδοτήσεις. Αυτό οδηγεί τον Λακλάου να επιβεβαιώσει, όπως ο Ρανσιέρ, ο Μπαντιού και ο Ζίζεκ, πως το καθολικό πράγματι υπάρχει, αλλά είναι ένα «κενό μέρος». Ένα τρίτο αναπόσπαστο στοιχείο στην εμφάνιση του λαϊκισμού είναι προφανώς, μια μορφή ηγεμονίας. Αυτό ορίζεται από τον Λακλάου, ως το καθολικό που διαβάλλεται από ιδιαιτερότητες ή σαν μια ενότητα που κατασκευάστηκε μέσω της πολυμορφίας [8]. Στο Για την Λογική του Λαϊκισμού, η ηγεμονία προσλαμβάνεται υπό τη μορφή μιας συνεκδοχής. Η συνεκδοχή είναι μια ρητορικό σχήμα που συνίσταται στη πρόσληψη του μέρους ως σύνολο και το αντίστροφο (αφορά δηλαδή κάποια μορφή μετωνυμίας). Στη θεωρία του Λακλάου για τον λαϊκισμό αυτή η έννοια αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου το μέρος της κοινωνικής ολότητας υποκαθιστά την ολότητα και μιλάει εξ’ ονόματος της. Όταν οι Βολιβιανοί ή Μεξικανοί ιθαγενείς εισβάλουν στο αντίστοιχο, εθνικό πολιτικό πεδίο τους, δεν φιλοδοξούν απλώς να βρουν μια θέση στην υπάρχουσα πολιτική κατάσταση. Διασαλεύουν αυτήν την κατάσταση και ισχυρίζονται πως αποτελούν την πραγματική πηγή της εθνικής νομιμοποίησης. Μιλούν στο όνομα όλης της κοινότητας και όχι μόνο κάποιων επιμέρους συμφερόντων της. Για τον Λακλάου αυτή είναι η βασική ηγεμονική λειτουργία: «στην περίπτωση του λαϊκισμού… ένα σύνορο αποκλεισμού διαιρεί την κοινωνία σε δύο στρατόπεδα». Ο «λαός» σε αυτήν την περίπτωση είναι κάτι λιγότερο από την ολότητα των μελών της κοινότητας: είναι ένα μερικό κομμάτι, το οποίο φιλοδοξεί παρόλα αυτά να προσλαμβάνεται ως η μοναδική νομιμοποιημένη ολότητα [9]. Εδώ ο Λακλάου προσεγγίζει τον Ρανσιέρ στον οποίο αναφέρεται ρητά. Υπενθυμίζεται πως για τον Ρανσιέρ το «λάθος» στο οποίο γίνονται οι ίδιοι θύματα, είναι πως επιτρέπει αυτοί που «δεν ανήκουν κάπου» να μιλήσουν στο όνομα του συνόλου της κοινότητας. Ο Λακλάου δεν λέει κάτι διαφορετικό. Η ηγεμονία συνίσταται στο να μιλάει εκ μέρους της κοινότητας ένα από τα δύο


«στρατόπεδα» που διαχωρίζονται από τον ανταγωνισμό. Αυτό είναι το συνεκτικό στοιχείο της λαϊκιστικής λογικής και για τον Λακλάου συγχωνεύεται εν τέλει με την πολιτική λογική tout court. Σημειώσεις: [1] Ernesto Laclau and Chantal Mouffe, Hegemony and Socialist Strategy: Towards a Radical Democratic Politics, London and New York: Verso Books, 2001. [2] Υπάρχει μια συγκεκριμένη γκραμσιανή παράδοση στην Αργεντινή, της οποίας αντιπρόσωπος είναι ο Λακλάου. [3] Βλ. Antonio Gramsci, Selections from the Prison Notebooks, ed. and trans. Quintin Hoare and Geoffrey Nowell Smith, London: Lawrence and Wishart, 1971, Part II, chapter 3. [4] Για την έννοια της ηγεμονίας, βλ. Perry Anderson, ‘The Antinomies of Antonio Gramsci’, New Left Review, I/100, November 1976- January 1977. [5] Ernesto Laclau, ‘Identity and Hegemony: The Role of the Universality in the Constitution of Political Logics’, στο Butler, Laclau and Zizek, Contingency, Hegemony and Universality, p.52. [6] Laclau and Mouffe, Hegemony and Socialist Strategy, p. 67. [7] Στο ίδιο, p.39. Η κεντρική σημασία του ανταγωνισμού στον Λακλάου, ανασύρει στη μνήμη αυτό που αποδίδεται στον Σμίτ για την αντίθεση μεταξύ «φίλου» και «εχθρού», όπως το αποτυπώνει στον χαρακτηρισμό του για την πολιτική. [8] Laclau, ‘Identity and Hegemony, p.50. [9] Laclau, On Populist Reason, p.81 Πηγή: Verso Μετάφραση: Λάζαρος Καραβασίλης


Το έργο του Laclau στο μικροσκόπιο της κριτικής

Το

έργο του Λακλάου όπως

συμβαίνει με κάθε πολύπλευρο στοχαστή, έχει προκαλέσει πλήθος θεωρητικών συζητήσεων, έχει δεχθεί έντονη κριτική ενώ παρουσιάζει και μια σειρά από ασυνέχειες. Εκτός από μεμονωμένες κριτικές που έχουν ασκηθεί στο έργο του Λακλάου, πολύ χρήσιμα για να δούμε τις σχετικές συζητήσεις είναι δυο βιβλία, το Laclau: A Critical Reader και το Contingency, Hegemony, Universality: Contemporary Dialogues on the Left. Θα επιχειρήσουμε, λοιπόν, να περιγράψουμε αυτές τις συζητήσεις, ένα μεγάλο μέρος από τις κριτικές που δέχθηκε ο Λακλάου αλλά και, σε ένα βαθμό, τις απαντήσεις που έδωσε. Η κριτική του Stäheli στοχεύει την ρηματική θεωρία του Λακλάου. Ο Λακλάου και η Mouffe τονίζουν ότι κάθε λόγος αποτελείται από μία καταστατική εξαίρεση, η οποία επιτρέπει τη δημιουργία μιας τεράστιας αλυσίδας ισοδυναμίας. Τα στοιχεία που συγκροτούν την αλυσίδα βρίσκονται από την ίδια πλευρά του συνόρου του αποκλεισμού. Μια αλυσίδα ισοδυναμίας συγκροτείται με αναφορά στο ίδιο κενό σημαίνον. Το κενό σημαίνον συνδέει όλα τα επιμέρους στοιχεία ακυρώνοντας τις μεταξύ τους διαφορές και διακρίνοντας ένα έξωθεν. Η κενότητα του σημαίνοντος αντιπροσωπεύει την αδύνατη ολότητα του συστήματος. (Staheli στο Critchley & Marchart, 2004: 233) Ο Λακλάου ισχυρίζεται πως η σχέση με το έξωθεν στοιχείο είναι απαραίτητα ανταγωνιστική. Σε μια ανταγωνιστική σχέση το έξωθεν αντιπροσωπεύεται σαν το στοιχείο που απειλεί την ίδια την υπόσταση του συστήματος. Εδώ προκύπτει ένα πρόβλημα που έχουν εντοπίσει πολλοί μελετητές της ρηματικής θεωρίας. Η πρωταρχική εξαίρεση, που είναι καταστατική για κάθε λόγο, σημαίνει κατ’ ανάγκη και την ύπαρξη μιας ανταγωνιστικής σχέσης; Ο Stäheli, βασισμένος στην θεωρία συστημάτων, επιχειρεί να δείξει ότι η βασική αυτοαναφορά ενός λόγου χαρακτηρίζεται από μία αδιαφορία απέναντι στις μη-ισοδύναμες στιγμές. Σε αυτή τη περίπτωση θα πρέπει να σχετικοποιήσουμε την κατάσταση του ανταγωνισμού. Ο Staheli πιστεύει ότι πρέπει να περιοριστεί η υπερπολιτικοποιημένη αντίληψη των ανταγωνιστικών λόγων του Λακλάου, τουλάχιστον εάν θέλουμε να αναπτύξουμε μια κοινωνική θεωρία βασισμένη στην έννοια του λόγου. Αυτή η θεωρητική απόφαση πρέπει να ληφθεί εφόσον η ρηματική θεωρία θέλει να διευρύνει την θεωρητική και εμπειρική της εστίαση και δεν αρκείται πλέον στο να αναλύει τους πολιτικούς λόγους με μία στενή έννοια. (Staheli στο Critchley & Marchart, 2004: 238)


Συνεπώς, αυτό που πρέπει να ξεκαθαρίσει κάθε ρηματική ανάλυση των πολιτικών ανταγωνισμών είναι οι ιστορικές συνθήκες της πιθανότητας για μια ανταγωνιστική άρθρωση. Ο ίδιος ο ανταγωνισμός, γίνεται τότε ένα ρηματικό γεγονός που πρέπει να εξηγηθεί και το οποίο δεν μπορούμε να προϋποθέσουμε. Μία τέτοια ανάλυση πρέπει να εξηγήσει τις ρηματικές στρατηγικές που χρησιμοποιούνται για την δημιουργία μιας ανταγωνιστικής άρθρωσης στο επίπεδο του λόγου. Υπό αυτή την έννοια το πολιτικό τοποθετείται ταυτόχρονα τόσο πριν όσο και μετά από τον ανταγωνισμό. Μια που δεν υπάρχουν φυσικοί ανταγωνισμοί, η ίδια η κατασκευή του ανταγωνισμού αποτελεί τον δυνητικό τόπο του Πολιτικού. (Staheli στο Critchley & Marchart, 2004: 239). Σχολιάζοντας την μετά-ηγεμονία και τις πιο σύγχρονες θέσεις του Λακλάου ο Arditi (2007) αναφέρει ότι υπάρχουν τρόποι άσκησης της πολιτικής οι οποίοι να ξεπερνούν την νέο-Γκραμσκιανή λογική της ηγεμονίας και της αντί-ηγεμονίας που να είναι χαρακτηριστικοί του μεγαλύτερου μέρους από αυτό που σήμερα κατατάσσεται ως «πολιτική», προοδευτική ή μη. Δεν πρέπει να μπερδέψουμε την μετά-ηγεμονία με μετατόπιση από το μακρό- στο μικρόούτε με την μετακίνηση από το κυρίαρχο ρεύμα και το ιδρυματικό περιβάλλον σε εναλλακτικές μορφές πολιτικής. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι το μέγεθος ή η απόρριψη του παραδοσιακού αλλά το αν η πολιτική δραστηριότητα ακολουθεί το μοτίβο μιας ευρείας συναίνεσης που δημιουργείται από την συνήθη ηγεμονική πρακτική της διάρθρωσης μιας αλυσίδας ισοδυναμίας μεταξύ συγκεκριμένων ομάδων, αγώνων και αιτημάτων. Η μανιχαϊστική σκέψη κάνει τα πράγματα ιδιαίτερα ξεκάθαρα αλλά όχι κατ’ ανάγκην ιδιαίτερα σωστά. Τέλος, σχολιάζοντας το βιβλίο του Λακλάου Οn Populist Reason, ο Arditi (2010) συμπεραίνει ότι παρόλο που πρόκειται για ένα συναρπαστικό βιβλίο το οποίο μας βοηθά να παρακολουθήσουμε την τροχιά του έργου του Λακλάου κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, ο ίδιος παραμένει επιφυλακτικός στην εκτίμησή του για το τι προσφέρει το βιβλίο καθώς η θεωρία του Λακλάου για την πολιτική ως λαϊκισμό φαντάζει σαν μια απλή παραλλαγή της θεωρίας του για την πολιτική ως ηγεμονία. O Ζίζεκ συμπεριλαμβάνεται πλέον στους επικριτές του Ερνέστο Λακλάου και μάλιστα είναι ιδιαίτερα αιχμηρός. Πίσω από την ιστορική αφήγηση της αυξανόμενης αποσύνθεσης του κλασικού ουσιοκρατικού μαρξισμού και την εμφάνιση ενός πλήθους νέων λαϊκών ιστορικών παραγόντων για την οποία συνηγορεί ο Λακλάου στο έργο του, ο Ζίζεκ υποστηρίζει ότι βρίσκεται μια κάποια «παραίτηση», η παραίτηση κάθε πραγματικής προσπάθειας για να ξεπεραστεί το υφιστάμενο καπιταλιστικό φιλελεύθερο καθεστώς». (Laclau, 2007: 233) Βασικό σημείο διαφωνίας των δύο θεωρητικών είναι η απόρριψη εκ μέρους του Ζίζεκ ότι όλα τα στοιχεία που θα τεθούν σε ηγεμονικό αγώνα είναι κατ’ αρχήν ίσα. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι στη σειρά των αγώνων υπάρχει πάντα ένας, η ταξική πάλη, η οποία, ενώ είναι μέρος της αλυσίδας, υπερκαθορίζει τον ίδιο της τον ορίζοντα. O Λακλάου απαντά στη κριτική του Ζίζεκ, κατηγορώντας τον ταυτόχρονα για ελλιπή κατανόηση και παρερμήνευση του επιχειρήματός του. «Οι λαϊκές ταυτότητες, κατά την άποψη μου, αποτελούν πάντα ολότητες. Είναι αλήθεια ότι έχω μιλήσει για μερικούς αγώνες και αιτήματα, αλλά αυτή η μερικότητα δεν έχει να κάνει με προοδευτισμό: η έννοια της μερικότητας μου συγκλίνει με αυτό που στην ψυχανάλυση ονομάζεται «μερικό αντικείμενο» - δηλαδή, μια μερικότητα που λειτουργεί ως ολότητα. Για τον ίδιο λόγο, η μερικότητα ενός ηγεμονικού ορίζοντα δεν συνεπάγεται κανενός είδους παραίτηση. Έτσι, αυτό που ο Žižek αγνοεί είναι η όλη λογική του Objet petit a, το οποίο, όπως υποστήριξα πριν, είναι ταυτόσημο με την ηγεμονική λογική. Η εναλλακτική λύση που παρουσιάζει είναι:


είτε να έχουμε πρόσβαση στο αντικείμενο ως τέτοιο, ή να έχουμε καθαρές μερικότητες που δεν συνδέονται με οποιαδήποτε ολοκληρωτικό αποτέλεσμα. Νομίζω ότι ένας λακανι κός όπως ο Ζίζεκ πρέπει να ξέρει καλύτερα». (Laclau, 2007: 234) Ο Λακλάου καταπιάνεται και με τον ισχυρισμό του Ζίζεκ ότι «υπάρχει πάντα ένα στοιχείο που, ενώ «είναι μέρος της αλυσίδας, υπερκαθορίζει τον ορίζοντα της». Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κάτι πιο θεμελιώδες από την πάλη για την ηγεμονία, κάτι που δομεί το έδαφος επί του οποίου η τελευταία λαμβάνει χώρα. Σύμφωνα με τον Ζίζεκ σε κάθε δυνατή κοινω νία αυτός ο καθοριστικός ρόλος αντιστοιχεί απαραίτητα στην οικονομία. Για τον Λακλά ου, ο Ζίζεκ δεν παρουσιάζει ένα ιστορικό αλλά ένα υπερβατικό επιχείρημα. (Laclau, 2007: 236) Επί της ουσίας, ο Λακλάου σχολιάζει πως κανείς δεν αμφισβητεί σοβαρά την κεντρική σημασία της οικονομίας. Οι δυσκολίες, λέει, «ξεκινούν όταν μετατρέπει την οικονομία σε μια αυτο-ορισμένη ομοιογενής περίπτωση που λειτουργεί ως το έδαφος της κοινωνίας». Η καπιταλιστική αναπαραγωγή δεν μπορεί να μειωθεί σε ένα μονό, αυτό καθορισμένο μηχανισμό. (Laclau, 2007: 237) Ο Λακλάου θα συνεχίσει στο ίδιο αυστηρό ύφος και μπορούμε να πούμε πως περνά στην αντεπίθεση όταν σχολιάζει τη θέση του Ζίζεκ ότι δεν υπάρχει κανένας έγκυρος απελευθερωτικός αγώνας, εκτός από αυτόν που είναι πλήρως και άμεσα αντικαπιταλιστικός. Το πρόβλημα, για τον Λακλάου είναι πως ο Ζίζεκ δεν δίνει καμία ένδειξη για το πώς θα μπο ρούσε να είναι αυτός ο αντικαπιταλιστικός αγώνας ενώ παράλληλα απορρίπτει με ευκολία τους πολυπολιτισμικούς, αντισεξιστικούς και αντιρατσιστικούς αγώνες επειδή δεν είναι άμεσα αντικαπιταλιστικοί (Laclau, 2007: 237). O Λακλάου εύλογα υποστηρίζει ότι η καπιταλιστική κυριαρχία δεν είναι αυτεξούσια, αλλά αποτέλεσμα μιας ηγεμονικής δομής κι ως εκ τούτου μένει πιστός στην ανάγκη για έναν «πόλεμο θέσεων» με την γκραμσιανή έννοια του όρου. (Laclau, 2007: 236) Ο Λακλάου βρίσκεται σε θεωρητική σύγκρουση, όπως είναι αναμενόμενο και με το μετα ηγεμονικό δίδυμο των Χάρντ και Νέγκρι, οι οποίοι πιστεύουν ότι τα κινήματα πρέπει να επιδιώξουν να ξεφύγουν από την ηγεμονική σκέψη. Η μετα-ηγεμονία στο πεδίο των κινημάτων εκφράζεται με την αντίθεση στη συγκέντρωση ισχύος και τις σχέσεις αντιπροσώπευσης. Ο Λακλάου θα επισημάνει ότι οι Χάρντ και Νέγκρι έχουν οδηγηθεί σε ένα α κραίο συμπέρασμα, όπου η στρατηγική εξαφανίζεται εντελώς, ενώ άσχετες παρεμβάσεις τακτικής γίνονται το μόνο παιχνίδι στην πόλη. «Μόνο ακριβείς κάθετοι αγώνες αναγνω ρίζονται ως αντικείμενα μιας αγωνιστικής εμπλοκής, ενώ η άρθρωση τους επαφίεται στο Θεό (ή στη Φύση). Με άλλα λόγια, έχουμε την πλήρη έκλειψη της πολιτική». (Laclau, 2007: 242) Οι συγγραφείς του Πλήθους και της Αυτοκρατορίας δεν έχουν καμία συνεκτική εξήγηση για την πηγή των κοινωνικών ανταγωνισμών. Ο Λακλάου εστιάζει σε συγκε κριμένες αδυναμίες των Χάρντ και Νέγκρι. Πρώτον, υπεραπλουστεύουν τις τάσεις προς την ενότητα μέσα στο πλήθος. Έχουν ένα υπερβολικά αισιόδοξο όραμα για αυτές τις τά σεις. Δεύτερον, τείνουν να μειώσουν τη σημασία των συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα μέσα στην Αυτοκρατορία. Αλλά τρίτον, και σημαντικότερο, δεν είναι σε θέση να δώσουν οποιοδήποτε συνεκτική περιγραφή της φύση της ρήξης που θα οδηγούσε από την Αυτοκρατορία στη δύναμη του Πλήθους. (Laclau, 2007: 243). Σημαντικό σημείο κριτικής στο έργο του Ερνέστο Λακλάου είναι ο τρόπος που προσεγγί ζει την κοινωνική τάξη. Στο έργο του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το να θεωρείται η εργατική τάξη ως η κοινωνική ομάδα που θα παίξει τον ηγεμονικό ρόλο στην επαναστατική διαδικασία, μειώνει τον ρόλο των άλλων ανταγωνισμών και ισοδυναμεί με την υποβάθμιση των υπόλοιπων ταυτοτήτων σε δεύτερο πλάνο. Η θεωρία της ηγεμονίας που προτείνει ο Λακλάου είναι ζήτημα της καταστατικής σχέσης ανάμεσα στο καθολικό και το μερικό. Η στιγμή της καθολικότητας είναι για τον Λακλάου είναι η πολιτική στιγμή του ηγεμονικού αγώνα κι όχι μια συμφιλίωση του καθολικού με το μερικό.


Οι απόψεις αυτές του Λακλάου προκάλεσαν σημαντικές αντιδράσεις στην διεθνή βιβλιο γραφία. Μια σαφή εικόνα της σχετικής συζήτησης έχουμε στο βιβλίο Ενδεχομενικότητα, Ηγεμονία, Καθολικότητα (2000). Εκεί, η Μπάτλερ αναφέρει ότι το καθολικό, δεν είναι ποτέ ένας άδειος χώρος που περιμένει να καλυφθεί αλλά ένας χώρος που ήδη περιέχει αποκηρυγμένα ή καταπιεσμένα περιεχόμενα. Η Μπάτλερ αμφισβητεί, λοιπόν με αυτό τον τρόπο, τη λογική της ηγεμονίας του Λακλάου και θεωρεί ότι οδηγεί σε μια οιονεί καντια νή αντίληψη του κοινωνικού που συγχέει την χειραφέτηση με τη φιλελεύθερη δημοκρατί α. Πέραν της τοποθέτησης της Μπάτλερ κρίνεται απαραίτητο να περιγράψουμε έναν ακόμα διάλογο ανάμεσα στον Ζίζεκ και τον Λακλάου ο οποίος αποδίδει με αρκετά ανάγλυφο τρόπο τις διαφοροποιήσεις του ρεύματος της λακανικής αριστεράς σε ότι αφορά την τάξη και τελικά την καθολικότητα στην οποία μπορεί να προσβλέπει ένα πολιτικό σχέδιο . Ο Ζίζεκ όπως είδαμε και παραπάνω θα υποστηρίξει ότι πάντα υπάρχει ένα στοιχείο που έχει την δύναμη να αναμορφώσει τα υπόλοιπα στοιχεία μιας αλυσίδας ισοδυναμίας και αυτό δεν είναι άλλο από την τάξη. Με αυτό τον τρόπο εισάγει την μαρξιστική προβλημα τική των ασύμμετρων σχέσεων στη συζήτηση για την ταυτότητα. Σύμφωνα με τον Λακλάου, η καθολικότητα ενώ είναι κάτι που δεν μπορεί να επιτευχθεί, ταυτόχρονα είναι κάτι που πρέπει να επιζητά ένας πολιτικός λόγος. Να το επιζητά όμως έχοντας εν γνώση του το παραπάνω γεγονός και γνωρίζοντας ότι οποιαδήποτε καθολικό τητα μπορεί να αρθρωθεί μόνο σαν άθροισμα μερικοτήτων εντός της αλυσίδας ισοδυνα μίας. Αυτό βέβαια παρότι είναι προς αναζήτηση, πρέπει να γίνεται κατανοητό πως μπορεί να επιτευχθεί μόνο ενδεχομενικά. Η ηγεμονία είναι ο αγώνας για την κατάκτηση της κα θολικότητας. Το ποιος θα κατακτήσει αυτό το χώρο είναι ένα αυστηρά πολιτικό ζήτημα, δεν βασίζεται σε κάποια φιλοσοφική αντίληψη αναγκαιότητας και δεν είναι ανεξάρτητο από πρακτικές ηγεμονίας. Οποιαδήποτε άλλη αντίληψη πιο αισιόδοξη σε σχέση με την σύλληψη της καθολικότητας και την υπόσχεση περάτωσής της, μπορεί να οδηγήσει σε τελεολογία. Ο Λακλάου παίρνει την πολυπολιτισμικότητα ως σημείο εκκίνησης για να σκεφτεί την καθολικότητα και επιμένει πως πρέπει να βλέπουμε την καθολικότητα σαν ορίζοντα κι όχι σαν θεμέλιο. Από την άλλη, ο Ζίζεκ ισχυρίζεται ότι η καθολικότητα είναι δυνατή είναι όμως και φευγα λέα με την έννοια ότι η εκάστοτε καθολικότητα έχει πάντοτε το σημείο εξαίρεσής της, το σύμπτωμά της, του οποίου η κατανόηση, οδηγεί σε έναν νέο αναστοχασμό πάνω στην σχέση πραγματικότητας και πραγματικού. Αυτή η αντιπαράθεση οδηγεί τον Ζίζεκ να απευθύνει στον Λακλάου την κατηγορία ότι αφήνει τον καπιταλισμό άθικτο, ως το «μόνο παιχνίδι στη πόλη», γιατί αν αποδεχτεί κα νείς την ριζική αδυνατότητα της καθολικότητας μάλλον χάνει όλες τις ελπίδες να ανατρέ ψει τον καπιταλισμό. Τέλος, υπάρχουν πολλοί που θεωρούν αναποτελεσματική την έννοια της Ηγεμονίας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης και διερευνούν το πεδίο της μετα -ηγεμονίας. Υποστηρίζουν πως η κυριαρχία δεν περνά πλέον μέσα από την ιδεολογία, επομένως η αναφορά στην έννοια της ηγεμονίας δεν είναι απαραίτητη στην κατανόηση της σύγχρονης εποχής. Τα καθεστώτα, οι κυρίαρχοι εξασφαλίζουν μια αποδοχή που μπορεί να είναι μια παθητική αποδοχή ανάγκης έναντι στην ενεργό αποδοχή και συναίνεση που σήμαινε η ηγεμονία στον Γκράμσι. Οι παράγοντες που συμβάλουν σε αυτό το είδος της κυριαρχίας είναι η κα ταστολή, η βία, η αναγκαιότητα και τα συναισθήματα φόβου και ανασφάλειας που βιώ νουν οι υποτελείς τάξεις. Η εξουσία δεν δρα μέσω του συμβολικού, δηλαδή μέσω της ηγεμονίας αλλά ασκεί ωμή κυριαρχία. Πρόκειται για μια ανοικτή συζήτηση στο παρόν που


προσφέρει πολύ ενδιαφέρουσες θεωρητικές συνεισφορές και δεν θα επεκταθούμε περαιτέρω σε αυτό το κείμενο. Το ενδιαφέρον μας στο παρόν κείμενο ήταν να περιγράψουμε μερικές από τις συζητήσεις που προκάλεσε το έργο του Λακλάου αλλά και να αναδείξουμε θέματα και συζητήσεις που ανακύπτουν ακόμα και σήμερα έχοντας ως βάση κάποια θέση ή ιδέα που επεξεργάστηκε ο Αργεντινός θεωρητικός. Εάν ένα σημαντικό κριτήριο για την αξία ενός θεωρητικού έργου είναι οι συζητήσεις που αυτό γεννά, τότε το έργο του Λακλά ου κρίνεται ως ιδιαίτερα πετυχημένο.

Επιμέλεια και μετάφραση: Αντώνης Γαλανόπουλος Βιβλιογραφία: Arditi, Β. (2007). Post-hegemony: politics outside the usual post-Marxist paradigm. Contemporary Politics, 13:3, 205-226 Arditi, B. (2010). Populism is Hegemony is Politics? On Ernesto Laclau’s On populist reason. Constellations, 17:3,488-497 Butler, J., Laclau, E. and Zizek, S.(2011). Contingency, Hegemony, Universality: Contem porary Dialogues on the Left. London: Verso books Critchley, S. and Marchart, O. (2004). Laclau: A Critical Reader. London: Routledge Laclau, E. (2007). On Populist Reason. London: Verso books


Οι καρδιές, τα μυαλά και η ριζοσπαστική δημοκρατία Συνέντευξη των Λακλάου και Μουφ στο περιοδικό Red Pepper

Ιούνιος 1998 Τώρα που ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε, είμαστε σε θέση να σκεφτούμε πιο καθαρά την συμβολή που ο Μαρξισμός μπορεί ακόμη να έχει στην ριζοσπαστική πολιτική. Βλέπουμε και μια επανεξέταση του Μαρξ σε φόρουμ που διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους όπως οι Financial Times και το Social Register. Ποιές νομίζετε ότι είναι οι πολιτικές αδυναμίες του Μαρξισμού και τι μπορεί ακόμη να χρησιμοποιηθεί; ΕΛ : Ένα ψεγάδι του παραδοσιακού Μαρξισμού είναι το γεγονός πως υποθέτει ότι υπάρχει μια μόνο κυρίαρχη δυναμική στην κοινωνική ζωή, αυτή της πάλης των τάξεων. Παρατηρώντας την ιστορία του σοσιαλισμού βλέπουμε ότι ριζοσπαστικά πολιτικά κινήματα έχουν αναδυθεί στην πράξη μόνο μέσα από μια συμμαχία πολλών διαφορετικών αγώνων εθνικών, αντιιμπεριαλιστικών, αγώνων για τα πολιτικά δικαιώματα και θρησκευτικών αγώνων μαζί με τον αγώνα των εργατών. Προσπαθήσαμε να παρουσιάσουμε μια θεωρία (η οποία εξακολουθεί να αντλεί από τον Μαρξισμό) για τον τρόπο με τον οποίο τα πολιτικά κινήματα κινητοποιούν και πως μπορούν να μεταμορφώσουν την κοινωνία χωρίς να κάνουμε πρόωρες υποθέσεις ως προς την ακριβή τους σύνθεση και φύση. Ως ριζοσπάστες, αυτό θα πρέπει να διευρύνει τους ορίζοντές μας, επιτρέποντάς μας να δούμε την πλήρη έκταση μιας πιθανής πολιτικής αλλαγής. ΣΜ: Μια περιορισμένη αντίληψη των εννοιών της καταπίεσης και του αγώνα περιόρισε στο παρελθόν την σοσιαλιστική πολιτική. Ξεκινήσαμε να αναπτύσσουμε τις θεωρίες μας επειδή νιώσαμε ότι η παραδοσιακή σοσιαλιστική σκέψη απέτυχε να κατανοήσει, αυτά που τότε, αποκαλούνταν νέα σοσιαλιστικά κινήματα- τον φεμινισμό, τον αντιρατσιστικό αγώνα, το περιβαλλοντικό κίνημα. Προσπάθησε να τα εντάξει στο μοντέλο της πάλης των τάξεων αντί να τα σεβαστεί ως εγγενώς διαφορετικές μορφές αντίστασης που προκύπτουν από διαφορετικούς τρόπους καταπίεσης. Συμφωνούμε με την μαρξιστική αντίληψη


ότι η κοινωνία σπαράσσεται από συγκρούσεις. Παρόλα αυτά νιώσαμε ότι το παραδοσιακό μαρξιστικό δόγμα δεν παρείχε αρκετό χώρο προκειμένου να κατανοήσουμε όλες τις μορφές που μπορεί να πάρει η σύγκρουση. Υπάρχουν μορφές ανταγωνισμού που δεν μπορούν να κατανοηθούν απλώς ως ένα αποτέλεσμα του καπιταλιστικού συστήματος. Για παράδειγμα, όπως ισχυρίζονται και οι σοσιαλίστριες φεμινίστριες, ο σεξισμός δεν μπορεί να μειωθεί στο να είναι απλά ένα προϊόν του καπιταλισμού. Οι ρίζες του σεξισμού δεν βρίσκονται στον καπιταλισμό και δεν πρόκειται να λύσουμε αυτό το πρόβλημα μεταμορφώνοντας ή ακόμη και τερματίζοντας το καπιταλιστικό σύστημα. Και το ίδιο ισχύει και για τον ρατσισμό. ΕΛ: Επιπλέον, ο καπιταλισμός από μόνος του παρήγαγε και άλλους ανταγωνισμούς εκτός από την καταπίεση των εργατών. Για παράδειγμα, μπορεί να υπάρξει μια κινητοποίηση εναντίον ενός εργοστασίου το οποίο μολύνει το περιβάλλον. Αυτός είναι ένας αντικαπιταλιστικός αγώνας, υπό την έννοια ότι το καπιταλιστικό σύστημα παρήγαγε το εργοστάσιο που προκαλεί την μόλυνση. Όμως, οι εργάτες του εργοστασίου μπορεί να μην αποτελούνε κομμάτι αυτού του αγώνα- μπορεί να συνταχθούν στο πλευρό των επιχειρηματιών και εναντίων των κινητοποιημένων ανθρώπων, προκειμένου να προστατέψουν την εργασία τους. Τι συνέπειες έχει αυτό για την πολιτική στρατηγική; ΕΛ: Η πληθώρα των τρόπων καταπίεσης αντισταθμίζεται από τις διαδικασίες που μπορούν να φέρουν κοντά τους ανθρώπους. Η ταυτότητα και ο αγώνας οποιασδήποτε ομάδας μπορεί να μετασχηματιστεί αλλάζοντας την σχέση της με τις άλλες ομάδες. Ο Αντόνιο Γκράμσι άρχισε να θεωρητικοποιεί αυτήν την διαδικασία. Υποστήριξε ότι η επιτυχία του ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος βρίσκεται στην οικοδόμηση μιας σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στο εργατικό κίνημα και άλλες δημοκρατικές δυνάμεις, όπως το κίνημα για την ανάπτυξη συνεργατικών σχολείων και τον αγώνα εναντίον της Μαφίας. Αυτές οι σχέσεις ήταν κάτι παραπάνω από μια συμμαχία τακτικής. Έπρεπε να συμπεριλάβουν μια μεταμόρφωση της πολιτικής συνείδησης έτσι ώστε οι συμμετέχοντες στο ένα κίνημα να αντιληφθούν ότι τα αιτήματά τους δεν θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα αιτήματα και άλλων ομάδων. Στο τέλος, όποιος ήθελε να πει "δικαιοσύνη" θα έπρεπε επίσης να πει και ''κομμουνισμός". Αυτός ο σχηματισμός μιας κοινής συλλογικής θέλησης αποτελεί την αντίληψη του Γκράμσι για την ηγεμονία. ΣΜ: Περιγράφουμε την σχέση ανάμεσα σε διαφορετικούς αγώνες, στα πλαίσια μιας ηγεμονίας, σαν να συνδέονται με μια αλυσίδα ισοδυναμίας. Χρησιμοποιούμε τον όρο ισοδυναμία για να αναγνωρίσουμε την ιδιαιτερότητα του κάθε τρόπου καταπίεσης. Μια ηγεμονία δεν μπορεί να σχηματιστεί από ένα μόνο κίνημα που απορροφά άλλους αγώνες. Αυτή η απειλή έχει επανειλημμένα τεθεί και κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Στην Βρετανία, το Εργατικό Κόμμα προσπάθησε να απορροφήσει το κίνημα των γυναικών, αλλά οι γυναίκες ορθώς επέμειναν στο ότι δεν αρκεί να είναι απλώς άλλο ένα αίτημα στη λίστα του Εργατικού Κόμματος. Εάν ο φεμινισμός πρόκειται να συνδεθεί με το Εργατικό Κόμμα, η δομή, τα θεσμικά όργανα, η γλώσσα και η κουλτούρα των Εργατικών πρέπει να αλλάξουν. Πως θεωρητικοποιείτε εκείνες τις δυνάμεις που αντιστέκονται στην ανάδειξη μιας ριζοσπαστικής ηγεμονίας; ΕΛ: Έχουμε κάνει τη διάκριση ανάμεσα σε αυτό που αποκαλούμε λογική της ισοδυναμίας(η οποία χρησιμοποιείται κατά τον σχηματισμό μιας ηγεμονίας) και λογική της διαφοράς. Ο λόγος των Χαρτιστών στην Αγγλία ήταν ένας λόγος ισοδυναμίας επειδή διάφορα αιτήματα είχαν αναγνωριστεί ως ισοδύναμα μεταξύ τους-οικονομική ελευθερία, ελευθερία του τύπου, ρεπουμπλικανισμός. Όλα αυτά τα ζητήματα αντιμετωπίστηκαν ως μέρος μιας ολότητας η οποία εξελίχθητε σε ένα είδος δημοφιλούς ταυτότητας. Ο τρόπος για να υπονομεύσεις μια τέτοια ηγεμονία είναι να κάνεις το αντίθετο, να διαφοροποιήσεις τα ζητήματα. Ο Ντισραέλι το έκανε αυτό μέσω της ιδεολογίας του για το "Ένα Έθνος" η οποία απορρόφησε και διαχώρισε ταυτόχρονα τα αιτήματα. Αναγνώρισε για παράδειγμα, το αίτημα για στέγαση, αλλά το αντιμετώπισε αποσυνδέοντάς το από τον ρεπουμπλικανι-


σμό και συνδέοντάς το με την κυβέρνηση. Δημιουργήθηκε ένας κρατικός θεσμός προκειμένου να ασχοληθεί με την στέγαση, και οι άνθρωποι έπρεπε να καταλάβουν ότι τους χορηγούνταν στέγαση μέσω της φιλανθρωπίας της βασίλισσας Βικτωρίας και όχι εξαιτίας κάποιου δημοκρατικού δικαιώματος το οποίο συνδέονταν με μια σειρά άλλων δικαιωμάτων. Στον 20ο αιώνα, οι πολιτικές του κράτους πρόνοιας εξέλιξαν περαιτέρω αυτή την διαδικασία διαχωρίζοντας αιτήματα υγειονομικής περίθαλψης, συντάξεων, παιδείας κτλ, από πιο ριζοσπαστικά αιτήματα που στοχεύουν στην μεταμόρφωση της ίδιας της δομής του κράτους και της οικονομίας. Δεδομένου ότι δεν δίνετε προτεραιότητα στην πάλη των τάξεων, πως ορίζετε τον στόχο της αριστερής πολιτικής; ΣΜ: Ορίζουμε το αριστερό σχέδιο ως την ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει οποιοδήποτε αγώνα ενάντια σε σχέσεις υποταγής- συμπεριλαμβανομένων και εκείνων του χώρου εργασίας, αλλά δεν περιορίζεται από αυτές. Πρόκειται επίσης για μια ρήξη με τον Μαρξισμό καθώς οι οργανωτικές της αρχές είναι τα δημοκρατικά ιδεώδη της ισότητας και της ελευθερίας για όλους, ιδεώδη τα οποία στην πραγματικότητα αποτελούν κομμάτι της ρητορικής των κυρίαρχων ομάδων στα σύγχρονα καπιταλιστικά κράτη. Για αυτό το λόγο εγκαταλείψαμε την ιδέα της ανάγκης μιας ριζοσπαστικής ρήξης με την προηγούμενη κοινωνία-την ιδέα της επανάστασης. Αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε την πολιτική μας ως την ριζοσπαστικοποίηση ιδεών και αξιών οι οποίες ήταν ήδη παρούσες στον φιλελεύθερο καπιταλισμό, αλλά ανεκπλήρωτες. Νομίζω ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο ριζοσπαστικό από το να διεκδικείς ελευθερία και ισότητα για όλους. Το πρόβλημα ήταν ότι αυτές οι ιδέες δεν εφαρμόζονταν στην πράξη στις κοινωνίες οι οποίες ισχυρίζονταν ότι τις ενστερνίζονται. Αυτό που το αριστερό σχέδιο θα πρέπει να κάνει είναι να αναγκάσει αυτές τις κοινωνίες να εφαρμόσουν πραγματικά αυτές τις ιδέες. Αυτή η αντίληψη της αριστερής πολιτικής μοιάζει τόσο ανοιχτή που θα μπορούσε να συμπεριλάβει όλους τους αγώνες εναντίον της άρχουσας τάξης, και όχι απαραίτητα μόνο αυτούς που μπορεί να ορίσουμε ως προοδευτικούς ή εξισωτικούς. Τι μπορεί να σταματήσει έναν φιλομοναρχικό ή φονταμενταλιστικό θρησκευτικό αγώνα από το να μπει στην αλυσίδα της ισοδυναμίας; ΣΜ: Υπάρχουν κινήματα που δεν θα μπορούσαν ποτέ να τοποθετηθούν στην ριζοσπαστική δημοκρατική αλυσίδα, επειδή θα αρνιόντουσαν να προσαρμοστούν στα αιτήματα των υπολοίπων- για παράδειγμα η Κου Κλουξ Κλαν δεν θα μπορούσε να συνδεθεί με τα δικαιώματα των αφροαμερικανών. Ωστόσο, οι περισσότεροι αγώνες μπορούν να δουλέψουν υπέρ ή κατά του ριζοσπαστικού δημοκρατικού προτάγματος, ανάλογα με το πώς έχουν διατυπωθεί στα πλαίσια συγκεκριμένων καταστάσεων. Ο αγώνας για την ηγεμονία είναι ένας αγώνας μετασχηματισμού της συνείδησης των επιμέρους ομάδων της κοινωνίας ώστε να αντιληφθούν ότι τα συμφέροντά τους είναι συνδεδεμένα με τα συμφέροντα των άλλων ομάδων. Τα αιτήματα των μεσαίων τάξεων, για παράδειγμα, μπορούν να συνδεθούν με μια ριζοσπαστική δημοκρατική ηγεμονία εάν κάποιος είναι ικανός να το παρουσιάσει αυτό με τέτοιο τρόπο ώστε οι άνθρωποι να πουν "είμαστε πρόθυμοι να δεχτούμε το να πρέπει να πληρώνουμε περισσότερους φόρους επειδή πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό να έχουμε καλύτερα σχολεία, καλύτερο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και καλύτερο εθνικό σύστημα υγείας". Οι ομάδες που αυτή τη στιγμή δεν είναι ριζοσπαστικές πρέπει να συνδεθούν με τον σοσιαλιστικό σκοπό προκειμένου να δημιουργηθεί ένα ευρύ αντικαπιταλιστικό κίνημα. Όσο πιο ευρείες είναι οι αλυσίδες της ισοδυναμίας, τόσο πιο ριζοσπαστικό είναι το δημοκρατικό σχέδιο. Κάποιος μπορεί να φαντάζεται ότι υπάρχει μια εμφανώς προοδευτική συμμαχία στην Βρετανία όπου η λύση στο πρόβλημα τους μπορεί να δημιουργήσει νέα μορφή καταπίεσης σε άλλες χώρες. Για αυτό το λόγο είναι πάντα σημαντικό να έχουμε μια διεθνιστική διάσταση- να συνδέουμε τα κινήματα της μιας χώρας με κινήματα σε άλλες χώρες. Παρόλα αυτά, υπάρχει ένα δομικό όριο σε μια αλυσίδα ισοδυναμίας. Μια αλυσίδα ισοδυναμίας χρειάζεται αυτό που έχουμε ορίσει ως κρίσιμο


σύνορο. Προκειμένου μια ηγεμονία να έχει μια ριζοσπαστική εστίαση χρειάζεται να δημιουργήσει έναν εχθρό, είτε αυτός θα είναι ο καπιταλισμός, είτε η οικολογική καταστροφή ή η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ένα από τα πράγματα που με ανησυχούν περισσότερο στην πολιτική που εφαρμόζεται σήμερα, είναι η ιδέα της συναίνεσης του κέντρου. Είναι αδύνατο για ένα ριζοσπαστικό σχέδιο να συμπεριλάβει όλες τις απόψεις. Μια συναίνεση στο κέντρο διασφαλίζει ότι όλα θα παραμείνουν το ίδιο. Πως ορίζετε την δημοκρατία αν όχι ως μια συναίνεση; ΣΜ: Χρησιμοποιώ την έννοια του αγωνιστικού πλουραλισμού για να παρουσιάσω έναν νέο τρόπο σκέψης όσον αφορά την δημοκρατία, ο οποίος διαφέρει από την παραδοσιακή φιλελεύθερη αντίληψη της δημοκρατίας ως μια διαπραγμάτευση ανάμεσα σε συμφέροντα και διαφέρει επίσης και από το μοντέλο που αυτόν τον καιρό αναπτύσσεται από ανθρώπους όπως ο Jurgen Habermas και ο John Rawls. Ενώ έχουν πολλές διαφορές, ο Rawls και ο Habermas έχουν ως κοινό την ιδέα ότι ο σκοπός της δημοκρατικής κοινωνίας είναι η δημιουργία μιας συναίνεσης και ότι αυτή η συναίνεση είναι εφικτή μόνο εάν οι άνθρωποι μπορέσουν να βάλουν στην άκρη τα ατομικά τους συμφέροντα και σκεφτούν ως λογικά όντα. Όμως, ενώ επιθυμούμε την λήξη της σύγκρουσης, εάν θέλουμε οι άνθρωποι να είναι ελεύθεροι πρέπει πάντα να επιτρέπουμε την πιθανότητα να εμφανιστεί μια σύγκρουση και να παρέχουμε μια αρένα όπου οι διαφορές μπορούν να αντιμετωπίζονται. Η δημοκρατική διαδικασία θα πρέπει να παράσχει αυτήν την αρένα. ΕΛ: Έχει ενδιαφέρον το ότι υπάρχει ένα παρόμοιο ορθολογιστικό ελάττωμα στα θεμέλια του Μαρξισμού. Πολλές μορφές του Μαρξισμού υπέθεσαν ότι η κοινωνία μπορεί να είναι εξολοκλήρου ορθολογιστική και συμφιλιωμένη γύρω από μια ενιαία λαϊκή βούληση. Όπως συνέβη και στην πράξη, στον Κομμουνισμό στην Ανατολή και στην Σοσιαλδημοκρατία στην Δύση, το κράτος έπρεπε να επέμβει για να αντισταθμίσει την αποτυχία αυτής της συλλογικής βούλησης να αναδυθεί. Σε αυτή την περίπτωση αυτός ο κοινωνικός έλεγχος γίνεται γραφειοκρατικός έλεγχος. Στην πιο ακραία τους μορφή οι σοβιετικοί γραφειοκράτες είπαν στο λαό ότι καθώς ζούσαν σε μια ορθολογιστική κοινωνία, οι τυχόν αντιφρονούντες δεν θα μπορούσαν να είναι τίποτα άλλο παρά άνθρωποι ψυχικά διαταραγμένοι και για αυτό το λόγο θα έπρεπε να σταλούν σε ψυχιατρική κλινική. ΣΜ: Στην Δύση σήμερα, εάν δεν υπάρχουν δημοκρατικά κανάλια μέσω των οποίων να μπορεί να λάβει χώρα μια αντιπαράθεση αξιών και ενδιαφερόντων, θα οδηγηθούμε είτε στην απάθεια, οπότε οι άνθρωποι δεν θα εμπλέκονται πλέον στην πολική, ή ακόμα χειρότερα θα υπάρξουν κινητοποιήσεις αυτών των αγώνων που δεν είναι συμβατοί με την δημοκρατία όπως το απαρτχάιντ, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός και ο φασισμός. Ας πάρουμε το παράδειγμα της Γαλλίας και την ενδυνάμωση της άκρας δεξιάς υπό την Λε Πεν: ακριβώς την στιγμή που οι σοσιαλιστές κινήθηκαν προς το κέντρο και συναίνεσαν στην επιχειρηματολογία της δημοκρατικής δεξιάς, τότε η άκρα δεξιά άρχισε να αναπτύσσεται, επειδή ήταν η μόνη που προσέφερε μια εναλλακτική μέσω της οποίας μπορούσαν να επικεντρωθούν στον ανταγωνισμό. Η Λε Πεν έδωσε φωνή στους ανθρώπους που δεν μπορούσαν να βρουν μια θέση μέσα στον δημοκρατικό χώρο για να εκφράσουν τις διαφορετικές απόψεις τους. Η Βρετανία με μια πρώτη ματιά θα μπορούσε να λειτουργήσει ως το αντίθετο παράδειγμα επειδή εκεί δεν υπάρχει μια δυνατή άκρα δεξιά. Η ερμηνεία μου είναι ότι επειδή μια Εργατική κυβέρνηση δεν έχει δοκιμαστεί τα τελευταία 18 χρόνια, οι άνθρωποι έχουν την ψευδαίσθηση ότι κάτι διαφορετικό είναι πιθανό να συμβεί με αυτή την νέα κυβέρνηση. Στην Γαλλία και την Αυστρία η άκρα δεξιά άρχισε να αντιμετωπίζεται ως μια εναλλακτική όταν όλα τα υπόλοιπα είχαν δοκιμαστεί και οι άνθρωποι είχαν πειστεί ότι κανένα από τα κυρίαρχα κόμματα δεν επρόκειτο να προσφέρει κάποια εναλλακτική. Εάν, σε τέσσερα χρόνια, οι άνθρωποι νιώσουν ότι τίποτα δεν έχει πραγματικά αλλάξει, και ότι οι Εργατικοί δεν έχουν κάνει τίποτα το διαφορετικό σε σχέση με τους Συντηρητικούς, τότε θα έχει ενδιαφέρον να δούμε προς τα πού θα κατευθυνθούν. Αυτό θα είναι το τεστ για την ανάλυσή μου.


Ποια νομίζετε ότι είναι τα σημεία κλειδιά του αγώνα για να μετατραπεί η ριζοσπαστική δημοκρατία σε μια ηγεμονική ιδέα; ΣΜ: Το μεγαλύτερο εμπόδιο για τα ευρωπαϊκά κόμματα της αριστεράς σήμερα είναι ότι δεν έχουν να προσφέρουν ένα εναλλακτικό οικονομικό πρόγραμμα. Υπάρχει η πεποίθηση ότι η οικονομία είναι ανέγγιχτη εξαιτίας των κανόνων της αγοράς, της παγκοσμιοποίησης, της παρακμής των εθνών κρατών κτλ και κυρίως αυτό είναι που τους οδήγησε σε αυτές τις πολιτικές της συναίνεσης. Η πιο σημαντική αποστολή για την αριστερά σήμερα, είναι να βρει εναλλακτικές απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό. ΕΛ: Όταν το σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο της εθνικοποίησης και της υψηλής φορολογίας εξαντλήθηκε, η δεξιά πήρε την πρωτοβουλία να σφυρηλατήσει ένα εναλλακτικό μοντέλο υπό τη μορφή του νεοφιλελευθερισμού και το οποίο λάμβανε υπόψη τους μετασχηματισμούς που συνέβαιναν. Η αριστερά υπήρξε πολύ αργή στην ανάπτυξη ενός εναλλακτικού λόγου. Και για αυτό το λόγο έχουμε και ένα μοντέλο όπως αυτό του Τόνι Μπλερ το οποίο προσπαθεί να ενσωματώσει την θατσερική κληρονομιά. ΣΜ: Αλλά δεν χρειάζεται να διαλέξουμε ανάμεσα στον παλιό κεϋνσιανισμό ή τον νεοφιλελευθερισμό. Το ζήτημα της ανεργίας δεν πρόκειται να λυθεί με την παραδοσιακή ιδέα της πλήρους απασχόλησης όπως πιστεύουν ακόμη κάποια σοσιαλιστικά κόμματα. Επίσης δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω του αμερικανικού μοντέλου των ελαστικών αγορών εργασίας. Χρειαζόμαστε μια πολύ πιο δραστική ανακατανομή της εργασίας. Θα πρέπει να εξετάσουμε την μείωση της εργάσιμης εβδομάδας και τον καταμερισμό της εργασίας. Θα πρέπει επίσης να εξετάσουμε την ιδέα του βασικού εισοδήματος- την ιδέα ότι οι άνθρωποι θα πρέπει, απλά και μόνο επειδή είναι πολίτες, να μπορούν να έχουν ένα εισόδημα που να μπορούν στη συνέχεια να αυξήσουν μέσω της εργασίας. Είναι πολύ σημαντικό να σπάσουμε την σύνδεση ανάμεσα στο εισόδημα και την εργασία για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει αρκετή εργασία για όλους σήμερα. Αυτό συνεπάγεται επίσης έναν πολιτισμικό μετασχηματισμό όπου η δουλειά δεν μπορεί πλέον να είναι το κέντρο της ταυτότητάς μας. Αλλά τα σοσιαλιστικά κόμματα είναι ιδιαίτερα διστακτικά απέναντι σε κάτι τέτοιο, επειδή τίθεται υπό αμφισβήτηση η δική τους συμβολική άποψη για τον κεντρικό ρόλο της εργασίας. ΕΛ: Ο νεοφιλελευθερισμός έχει κληρονομήσει από την οικονομική σκέψη της μπουρζουαζίας του 19ου αιώνα την ιδέα ότι υπάρχει ένας βασικός οικονομικός μηχανισμός ο οποίος μπορεί να διασφαλίσει την κοινωνική αναπαραγωγή. Για να αντιμετωπίσουμε τον νεοφιλελευθερισμό δεν θα πρέπει να επιχειρηματολογούμε υπέρ ενός διαφορετικού τύπου μοναδικού μηχανισμού στο οικονομικό επίπεδο, αλλά θα πρέπει να επιβεβαιώσουμε ότι τα φαινόμενα της κοινωνίας δεν μπορούν να παραχθούν από μια αφηρημένη οικονομική λογική. Πρέπει να υποστηρίξουμε ότι ο τομέας της παραγωγής στηρίζεται σε ένα σύνολο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Το εργοστάσιο είναι ένα πολύ σύνθετο μέρος όσον αφορά τις σχέσεις εξουσίας. Διακρατικές επιχειρήσεις πρέπει να λειτουργούν σε εθνικά εδάφη όπου αντιφατικές δυνάμεις κατευθύνουν τις ροές των κεφαλαίων από το ένα μέρος στο άλλο. Μόλις ο λόγος αρχίσει να κατευθύνεται προς αυτήν την κατεύθυνση, ο νεοφιλελευθερισμός θα τεθεί υπό αμφισβήτηση. Πηγή: Red Pepper Μετάφραση: Θώμη Γάκη


Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική: Το βιβλίο ορόσημο του μετα-μαρξισμού.

Φέτος

συμπληρώνονται τριάντα

χρόνια από την πρώτη έκδοση του βιβλίο Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική των Ερνέστο Λακλάου και Σαντάλ Μουφ και οι ιδέες του βιβλίου συνεχίζουν να τροφοδοτούν τις θεωρητικές και πολιτικές συζητήσεις διεθνώς. Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα έργα σύγχρονης πολιτικής θεωρίας ενώ πολλοί θεωρούν ότι είναι και το ιδρυτικό κείμενο του μετα-μαρξισμού. Το βιβλίο αναμένεται να κυκλοφορήσει και στα ελληνικά την εκδοτική χρονιά 2015-2016 από τις εκδόσεις Επέκεινα. Παραθέτουμε μεταφρασμένο ένα απόσπασμα από το βιβλίο Laclau: A Critical Reader των Simon Critchley και Oliver Marchart στο οποίο οι δυο συγγραφείς εξηγούν τη σημασία του βιβλίου των Λακλάου και Μουφ. «Η Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική άσκησε πάρα πολύ μεγάλη επιρροή σε πολλούς τομείς, μεταξύ των οποίων, η θεωρία της δημοκρατίας, η θεωρία του κοινωνικού κινήματος, η ανάλυση λόγου, οι πολιτισμικές μελέτες. Πρώτον, η Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική μετέτρεψε τις ίδιες τις προϋποθέσεις της μαρξιστικής προβληματικής. Με την τοποθέτηση της κατηγορίας της ηγεμονίας του Γκράμσι στο προσκήνιο, ο Λακλάου και η Μουφ ήταν σε θέση να υπονομεύσουν τα νομοτελειακά, ντετερμινιστικά συμπεράσματα των πιο παραδοσιακών μορφών του μαρξισμού. Η κατηγορία της ηγεμονίας τους επέτρεψε να αποσυνθέσουν τη μαρξιστική διάκριση μεταξύ οικονομικής «βάσης» και πολιτικο-ιδεολογικού «εποικοδομήματος». Η πρώτη παρέμβαση του Λακλάου και της Μουφ συνίστατο στην αποδυνάμωση του μαρξιστικού οικονομισμού και τη ριζοσπαστικοποίηση της γκραμσιανής έννοιας της ηγεμονίας. Ως συνέπεια αυτής της κίνησης, η σφαίρα της πολιτικής επεκτάθηκε σημαντικά έως την ίδια τη σύσταση του κοινωνικού. Δεύτερον, αν το πολιτικό είναι συστατικό του κοινωνικού και δεν έχει προέλθει από οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, τότε κανένας κοινωνικός παράγοντας δεν είναι σε θέση να διεκδικήσει μια προνομιακή θέση στην κοινωνία. Ως εκ τούτου, η τάξη ως πολιτικός φορέας χάνει το οντολογικό προνόμιο της. Αντίθετα, πρέπει να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο μιας δυνητικά ατελείωτης αλυσίδας κοινωνικών δραστών που σχηματίζουν την ταυτότητά τους γύρω από έννοιες εκτός της τάξης - όπως το φύλο, τη φυλή, την εθνικότητα ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Αυτό που προέκυψε ήταν η ανάγκη για κοινή άρθρωση


των διαφορετικών αγώνων, χωρίς ωστόσο να έχει τεθεί μια νέα μορφή οντολογικού προνομίου σε κάποια ομάδα. Η πρόταση των Λακλάου και Μουφ είναι το σχέδιο της ριζοσπαστικής και πλουραλιστικής δημοκρατίας. Ριζοσπαστικής γιατί σκοπεύει στην επέκταση των εξισωτικών αποτελεσμάτων σε όλο και περισσότερους τομείς και πλουραλιστικής γιατί η σχετική αυτονομία των διαφόρων ομάδων πρέπει να γίνει δεκτή και να είναι ενταγμένη σε ένα μεγαλύτερο κοινό κίνημα, σε «μια αλυσίδα ισοδυναμίας». Τρίτον, η Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική συνέβαλε αποφασιστικά στην ρηματική στροφή στο πλαίσιο των κοινωνικών επιστημών. Το κοινωνικό ως τέτοιο εννοιολογήθηκε εκ νέου εντελώς από τον Λακλάου και τη Μουφ με όρους ρηματικότητας. Η ταυτότητα είναι το αποτέλεσμα μιας ρηματικής κατασκευής ή μιας ρηματικής άρθρωσης. Περιέγραψαν τον μηχανισμό σχηματισμού ταυτότητας με την εισαγωγή μιας ιδιαίτερα πρωτότυπης ιδέας ανταγωνισμού. Η τελευταία αντιπροσωπεύει τη διαδικασία με την οποία το κοινωνικό, δηλαδή το βασίλειο των ρηματικών διαφορών, ομογενοποιείται σε μια αλυσίδα ισοδυναμίας έναντι ενός καθαρά αρνητικού έξωθεν. Σε μια κατάσταση καταπίεσης, διάφοροι κοινωνικοί παράγοντες μπορούν να θεσπίσουν μεταξύ τους μια σχέση ισοδυναμίας έναντι του καταστατικού έξωθεν, του καταπιεστή. Η Ηγεμονία πρέπει να θεωρηθεί ως η προσπάθεια να κατασκευαστεί ρηματικά από ένα έδαφος διαφορών το «ιστορικό μπλοκ» ενός συγκεκριμένου ηγεμονικού σχηματισμού. Τέταρτον, ο σκεπτικισμός του Laclau σχετικά με το αν ένα κλειστό σύνολο, μια ολότητα μπορεί να υπάρξει είναι κοινός με πολλούς εκπροσώπους του μετα-δομισμού. Αλλά με την Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική η μεταδομιστική σκέψη, για πρώτη φορά, χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό ως εργαλείο για την πολιτική ανάλυση. Ο μεταδομισμός ήταν μια από τις κύριες πηγές του θεωρητικού προβληματισμού των Λακλάου και Μουφ και ειδικότερα, εντός του μεταδομιστικού πεδίου, η αποδόμηση και η λακανική θεωρία είχε αποφασιστική σημασία στη διαμόρφωση της προσέγγισής τους για την ηγεμονία. Από την αποδόμηση, η έννοια της μη αποφασισιμότητας (undecidability) υπήρξε καθοριστική. Ο Λακλάου συμπλήρωσε την αποδόμηση με τη θεωρία της ηγεμονίας, έτσι μπορεί κανείς να δει την ηγεμονία ως μία θεωρία της απόφασης που λαμβάνεται σε ένα αβέβαιο έδαφος. Βαθύτερα επίπεδα ενδεχομενικότητας απαιτούν λοιπόν ηγεμονικές συναρθρώσεις. Η προαναφερθείσα διάσταση της διαρθρωτικής μη αποφασισιμότητας είναι η ίδια η κατάσταση της ηγεμονίας». Μετάφραση: Αντώνης Γαλανόπουλος Πηγή: Critchley, S. and Marchart, O. (2004). Laclau: A Critical Reader, p.3-4


Ernesto Laclau: Νεκρολογία Του Robin Blackburn

Ο

Ερνέστο Λακλάου, ο οποίος πέθα-

νε σε ηλικία 78 ετών, υπήρξε ένας διακεκριμένος Αργεντίνος φιλόσοφος, του οποίου οι ιδέες για την «ριζοσπαστική δημοκρατία» και τον λαϊκισμό επηρέασαν πολιτικούς της νέας Αριστεράς της Λατινικής Αμερικής καθώς και ακτιβιστές από όλον τον κόσμο. Τα άκρως πρωτότυπα δοκίμια και βιβλία του αξιοποίησαν το έργο του Αντόνιο Γκράμσι για να διερευνήσει τις υποθέσεις του Μαρξισμού και να φωτίσει τη σύγχρονη ιστορία της Λατινικής Αμερικής. Με συνεργάτες που συμπεριελάμβαναν τη γυναίκα του, Σαντάλ Μουφ, και τον πολιτισμικό θεωρητικό Στιουαρτ Χολ, ο Λακλάου έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην επαναδιαμόρφωση της Μαρξιστικής θεωρίας στην αυγή της κατάρρευσης του κομμουνισμού και της αποτυχίας της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Το «μετά-Μαρξιστικό» του μανιφέστο «Ηγεμονία και Σοσιαλιστική Στρατηγική» (“Hegemony and Socialist Strategy”), (1985), σε συνσυγγραφή με την Μουφ, έχει μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες, και οι πωλήσεις του ανέρχονται σε εξαψήφιο αριθμό. Το βιβλίο υποστήριξε ότι η ταξική πάλη όπως προσδιορίστηκε από τον Μαρξ έχει αντικατασταθεί από νέες μορφές ταυτότητας και κοινωνικής συνείδησης. Αυτό προβλημάτισε κάποιους από την αριστερά, συμπεριλαμβανομένου και του φίλου του Laclau, Ραλφ Μιλιμπάντ, ο οποίος φοβήθηκε ότι εκείνος είχε χάσει την επαφή με την πραγματικότητα της ταξικής διαίρεσης και πάλης, ωστόσο οι επικρίσεις του για τον Μαρξ και τον Μαρξισμό γίνονταν πάντα σε εποικοδομητικό πνεύμα. Ο πολιτικός λαϊκισμός ασκούσε μια ακαταμάχητη γοητεία στον Λακλάου. Το πρώτο του βιβλίο «Πολιτική και Ιδεολογία στην Μαρξιστική Θεωρία» (“Politics and Ideology in Marxist Theory”), (1977), προσέφερε μια ευγενική αλλά συντριπτική κριτική του συμβατικού διαλόγου σχετικά με την Λατινική Αμερική εκείνη την εποχή. Αυτή η προσέγγιση με σημείο εστίασης την «εξάρτηση», έτεινε να θεωρεί τους μεγάλους ιδιοκτήτες γης, τους μεγαλογαιοκτήμονες, ως ημι-φεουδαρχικό και προ-καπιταλιστικό στάδιο, ενώ ο Laclau τους είδε ως ενιαίο και αναπόσπαστο κομμάτι του καπιταλισμού της Λατινικής Αμερικής, ο οποίος προώθησε τον τεράστιο πλούτο αλλά και την απελπιστική φτώχια. Η ανισότητα στη Λατινική Αμερική ήταν μεγαλύτερη από ό, τι σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή του πλανήτη γύρω στο 2000, και τώρα έχει λιγάκι μετριαστεί χάρη στις «νέες αριστερές» κυβερνήσεις. Ο Λακλάου απέρριψε την άποψη ορισμένων θεωρητικών της «εξάρτησης», όπως ο Fernando Henrique Cardoso, που διετέλεσε Πρόεδρος της Βραζιλίας μέχρι το 2003, ότι η Λατινική Αμερική χρειαζόταν περισσότερο καπιταλισμό παρά λιγότερο.


Το 2005 επανήλθε επί του ζητήματος με το «Για τον λαϊκιστικό λόγο» (“On Populist Reason”), το οποίο βοήθησε να εξηγηθεί η άνοδος του νέου αριστερού αισθήματος που σαρώνει την Λατινική Αμερική με τις αλλεπάλληλες εκλογικές νίκες του Ούγκο Τσάβεζ στη Βενεζουέλα, του Νέστορ Κίρχνερ και της συζύγου του, Κριστίνα Φερνάντεζ, στην Αργεντινή, και του Ραφαέλ Κορέα στο Εκουαδόρ, μεταξύ άλλων. Ο Λακλάου θεωρήθηκε ως βασική επιρροή για τον Κίρχνερ, με την εφημερίδα La Nación της Αργεντινής να αναφέρει αδιάκοπα ότι ο Πρόεδρος «δεν έπαιρνε καμία σημαντική απόφαση» χωρίς να συμβουλευθεί πρώτα αυτόν. Παρόλο που αυτό αποτελούσε μεγάλη υπερβολή, ο Κίρχνερ, ο οποίος εξελέγη Πρόεδρος το 2003, εκτίμησε την υποστήριξη του Λακλάου στη προσπάθεια του να προσεγγίσει, πέραν της Περονιστικής βάσης τους, τα κινήματα βάσης, τους ακτιβιστές που καταλάμβαναν εκατοντάδες εργοστάσια μετά την κατάρρευση και υποτίμηση του 2001-2002. Η συμπάθεια που έδειχνε ο Λακλάου προς την νέα Αριστερά της Λατινικής Αμερικής ήταν περισσότερο ανεπιθύμητη για εκείνους που είχαν θορυβηθεί από την κινητοποίηση των φτωχών και αποκλεισμένων. Πράγματι, ο Λακλάου πίστευε ότι η ευρωπαϊκή Αριστερά είχε πολλά να μάθει από τη Λατινική Αμερική, υπό το πνεύμα της αυτοκριτικής και της καινοτομίας. Υποστήριξε ότι η αριστερά δεν πρέπει να αισθάνεται αμηχανία για τις κατηγορίες περί λαϊκισμού, είτε αυτές απευθύνονται στον Τσάβεζ είτε στο ελληνικό αριστερό κόμμα ΣΥΡΙΖΑ. Γεννημένος στο Μπουένος Άιρες, ο Ερνέστο σπούδασε ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες. Ήρθε στη Βρετανία στις αρχές της δεκαετίας του 1970, αφότου κέρδισε μια υποτροφία για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπως υποστηριζόμενος από τον ιστορικό Έρικ Χομπσμπάουμ. Το 1973, διορίστηκε λέκτορας πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστημίου του Έσσεξ, και εκεί ήταν που συνάντησε τη Μουφ, την οποία και παντρεύτηκε το 1975. Το ζευγάρι συνέχισε τη διακριτή δουλειά του, αλλά συνεργάστηκε και σε έργα, συμπεριλαμβανομένης της σειράς «Φρόνηση» (“Phronesis”), την οποία και επεξεργάστηκαν από κοινού. Η Μουφ μετέφερε στο κοινό τους έργο τη δική της εμπειρία σχετικά με τα κοινωνικά κινήματα, και ειδικά με το γυναικείο κίνημα. Από το 1990 έως το 1997, ο Λακλάου ήταν διευθυντής του Κέντρου Θεωρητικών Σπουδών για τις Ανθρωπιστικές και Κοινωνικές Επιστήμες στο Έσσεξ και έγινε ομότιμος καθηγητής το 2003. Δίδαξε, επίσης, σε κορυφαία πανεπιστήμια στις ΗΠΑ, την Ευρώπη, τη Σκανδιναβία, την Αυστραλία, τη Νότια Αφρική και Λατινική Αμερική. Τα τελευταία χρόνια, ο Λακλάου έγραφε τακτικά στην εφημερίδα της Αργεντινής Página/12, και φιλοξένησε μια σειρά συνεντεύξεων για την τηλεόραση της Αργεντινής, με τίτλο «Διάλογοι με τον Λακλάου» (“Diálogos con Laclau”). Το αινιγματικό του στυλ τον καθιστούσε έναν καλό ανακριτή: εάν κάποιο πρόσωπο έλεγε κάτι ηλίθιο απλώς το επαναλάμβανε ανέκφραστος, ίσως και σηκώνοντας το ένα φρύδι. Πηγή: Guardian Μετάφραση: Σταματίνα Τσιμοπούλου


Συντελεστές τεύχους: Επιμέλεια ύλης: Αντώνης Γαλανόπουλος Μεταφράσεις: Θώμη Γάκη, Αντώνης Γαλανόπουλος, Λάζαρος Καραβασίλης, Σταματίνα Τσιμοπούλου Σχεδιασμός: Κωνσταντίνα Μαγγίνα

Στοιχεία Επικοινωνίας: http://afterhistory.blogspot.gr/ afterhistoryblog@gmail.com https://www.facebook.com/afterhistory https://twitter.com/Afterhistory

Ernesto laclau: ο θεωρητικός της ηγεμονίας και του λαϊκισμού  

Η ζωντανή σκέψη του Laclau και η πολιτική του κληρονομιά. Έκδοση του blog Κοίτα τον Ουρανό http://afterhistory.blogspot.gr/

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you