Issuu on Google+

Πϊνοσ Σότςικασ

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ Οδοιπορικό ενάντια ςτην προκατάληψη

Ίχνη - 11


Πρόλογοσ* Αφορμό για το ταξύδι ςτην Αλβανύα, τον Αύγουςτο του 2008, όταν ϋνασ γϊμοσ και η ταυτόχρονη βϊφτιςη του παιδιού των Βορειοηπειρωτών γνωςτών μασ. Υαύνεται όμωσ ότι ωσ πραγματικϊ κύνητρα υπόβοςκαν χρόνια μϋςα μου: –Η αρβανύτικη καταγωγό των προγόνων μου, οι οπούοι πρϋπει να «κατϋβηκαν» ςτον ελληνικό χώρο μετϊ το 1460, οπότε κυριϊρχηςαν ςτην Αλβανύα οι Σούρκοι. –Η ςυμμετοχό του πατϋρα μου ςτον πόλεμο του «ΟΦΙ» ςτουσ Ιταλούσ (1940–41), οι περιγραφϋσ του από τισ μϊχεσ που ϋδωςε ο ελληνικόσ ςτρατόσ«απελευθερώνοντασ» κϊποια ελληνικϊ χωριϊ ςτη νότια Αλβανύα, από τισ κακουχύεσ που πϋραςε, από τη κατϊρρευςη του μετώπου μετϊ την ειςβολό των Γερμανών ςτην Ελλϊδα και από την επιςτροφό του με τα πόδια μϋχρι τη γενϋτειρϊ μασ, τη Λιβαδειϊ, ςτη Βοιωτύα. –Σα όςα εύχα ακούςει και διαβϊςει για τη περύοδο 1945–1990 ςτην Αλβανύα και κυρύωσ για τη βαθιϊ εκτύμηςη και ςεβαςμό που εύχα ςε μια χώρα που εύπε το δικό τησ«όχι» και αντιςτϊθηκε ςτουσ Ιταλο-Γερμανούσ ειςβολεύσ κατακτητϋσ τo 1941–45, ςτουσ Αγγλο-Αμερικϊνουσ μετϊ το 1945, ςτουσ Γιουγκοςλϊβουσ του Σύτο το 1949–50, ςτουσ Ρώςουσ του Φρουςτςώφ το 1961 και αργότερα, το 1981, ςτουσ Κινϋζουσ που πόραν την εξουςύα μετϊ το θϊνατο του Μϊο. ΢ε μια χώρα, που μϋχρι το 1974 όταν υποχρεωμϋνη να ζει ςε μια εμπόλεμη κατϊςταςη με τη χώρα μου, επειδό η Ελλϊδα αρνιόταν να υπογρϊψει μια ςυμφωνύα ειρόνησ μαζύ τησ. Επύςησ, κύνητρο για ϋνα ταξύδι ςτην Αλβανύα όταν να δω πωσ βιώνουν ϊνθρωποι τησ γενιϊσ μου την κατϊρρευςη το 1990 ενόσ «ςοςιαλιςτικού» καθεςτώτοσ που εύχε οικοδομηθεύ όλα αυτϊ τα χρόνια ςτη χώρα τουσ. Σϋλοσ, κύνητρο για το ταξύδι ςτην Αλβανύα, όταν να προλϊβω να δω ϋνα υπό κατϊρρευςη φυςικό και πολιτιςτικό περιβϊλλον ςε μια γειτονικό χώρα, μετϊ την κυριαρχύα των «νόμων τησ αγορϊσ» και την αναπόφευκτη καπιταλιςτικό «ανϊπτυξη» που ακολούθηςε μετϊ το 1990.


Οι ςυνθόκεσ τησ ζωόσ των Αλβανών οικονομικών μεταναςτών ςτη χώρα μασ μετϊ το 1990, οι ςχϋςεισ και οι ςυμπεριφορϋσ τόςο κϊποιων Ελλόνων εργοδοτών-αφεντικών όςο και κϊποιων Αλβανών εργαζομϋνων (δουλοπϊροικων, ςε κϊποιεσ περιπτώςεισ), ϋχουν διαμορφώςει ϋνα πολύπλοκο κλύμα ςτισ ςχϋςεισ ανϊμεςα ςτουσ δύο λαούσ. Πολλϋσ φορϋσ κυριαρχεύ η προκατϊληψη από την πλευρϊ τησ πλειοψηφύασ των Ελλόνων και η καχυποψύα από την πλευρϊ των Αλβανών. Ϊχοντασ βιώςει αυτό το «κλύμα», βρεθόκαμε με τη Βϊςω για τρεισ μϋρεσ ςτουσ Ωγιουσ ΢αρϊντα (ςκϋτο ΢αρϊντα, για τουσ Αλβανούσ), την πιο ανεπτυγμϋνη τουριςτικϊ παραλιακό πόλη τησ νότιασ Αλβανύασ. Από εκεύ επιςκεφθόκαμε τον αρχαιολογικό χώρο του Μπουτρύντ, τον αρχαύο Βουθρωτό, νότια των Αγ. ΢αρϊντα, ο οπούοσ ϋχει κηρυχτεύ από την UNESCO ωσ μνημεύο παγκόςμιασ πολιτιςτικόσ κληρονομιϊσ, και το Αργυρόκαςτρο, την «πϋτρινη πόλη», γενϋτειρα του Εμβϋρ Φόντζα, πού ϋχει επύςησ τεθεύ υπό την προςταςύα τησ UNESCO. Επύςησ, επιςκεφθόκαμε το ςχεδόν εγκαταλειμμϋνο χωριό ΢ωτόρασ, κοντϊ ςτον ςυνοριακό ςταθμό τησ Κακαβιϊσ, ςτουσ βόρειουσ πρόποδεσ τησ Μουργκϊνασ, από την οπούα πϋραςαν το 1949 χιλιϊδεσ ϋλληνεσ αντϊρτεσ και αντϊρτιςςεσ ςτην Αλβανύα, καθώσ και χιλιϊδεσ παιδιϊ, μετϊ την όττα του Δημοκρατικού ΢τρατού και το κλεύςιμο από τον Σύτο των ςυνόρων προσ τη Γιουγκοςλαβύα. Αφόνοντασ τουσ Αγ. ΢αρϊντα, με λεωφορεύο τησ γραμμόσ πορευτόκαμε βόρεια, προσ το κϋντρο περύπου τησ χώρασ, φτϊνοντασ ςτο Μπερϊτι, ϋνα ςταυροδρόμι πολιτιςμών από την αρχαιότητα μϋχρι τη Σουρκοκρατύα, για το οπούο επύςησ ϋχει ενδιαφερθεύ η UNESCO. Εκεύ μεύναμε ϋνα βρϊδυ. Σελευταύοσ ςταθμόσ ςτο οδοιπορικό μασ ςτην Αλβανύα όταν η πρωτεύουςϊ τησ, τα Τύρανα, μια πόλη γεμϊτη αντιθϋςεισ, όπου μεύναμε δύο βρϊδια. Από εκεύ με λεωφορεύο και ύςτερα από ταξύδι 15 περύπου ωρών, επιςτρϋψαμε μϋςω Κακαβιϊσ πϊλι ςτην Αθόνα.

__________________________________________________________________________________________

* Το κεύμενο αυτό γρϊφτηκε τον Σεπτϋμβριο του 2008 και το Υςτερόγραφο τον Δεκϋμβρη του 2011. Αφιερώνεται ςτη μνόμη τησ Βϊςωσ.


Από την Αθόνα ςτουσ Αγύουσ ΢αρϊντα Υύγαμε ςτισ 14 Αυγούςτου από την Αθόνα, Πϋμπτη 8 το βρϊδυ, με αλβανικό πούλμαν από την «κατεχόμενη» οδό Δεληγιϊννη, κοντϊ ςτο ςταθμό Λαρύςησ. Δεκϊδεσ πούλμαν με εκατοντϊδεσ ανθρώπουσ αναχωρούςαν ταυτόχρονα για διϊφορεσ πόλεισ τησ νότιασ Αλβανύασ. Εύμαςτε ελϊχιςτοι Ϊλληνεσ, οι περιςςότεροι όταν Αλβανού–Βορειοηπειρώτεσ πού δούλευαν ςτην Ελλϊδα και πόγαιναν ςτα ςπύτια τουσ για τισ καλοκαιρινϋσ διακοπϋσ. Σο ειςιτόριο για τουσ Αγ. ΢αρϊντα όταν φτηνό, 25 ευρώ, λόγω του ανταγωνιςμού των αλβανικών εταιρειών αλλϊ και λόγω προςαρμογόσ ςε τιμϋσ Αλβανύασ. Σαξιδϋψαμε όλη την νύχτα και τη Παραςκευό ςτισ 7 το πρωύ, φτϊςαμε ςτουσ Ωγιουσ ΢αρϊντα. Εύχαμε βϋβαια καθυςτϋρηςη δύο ώρεσ περύπου ςτα ςύνορα, ςτη Κακαβιϊ, για τισ τυπικϋσ διαδικαςύεσ. Η κοςμοςυρροό όταν μεγϊλη, δϋκα πούλμαν περύμεναν ςτη ςειρϊ πριν από μασ και εκατοντϊδεσ Ι.Φ. αυτοκύνητα. Δεν χρειϊζονταν βύζα, απλώσ μασ κρϊτηςαν από 1 ευρώ ςτον καθϋνα όταν μασ ςφρϊγιςαν τα διαβατόρια. Ευτυχώσ βρϋθηκαν κϊποιοι ελληνόφωνοι ςυνταξιδιώτεσ μασ ςτο πούλμαν να μασ βοηθόςουν να ςυνεννοηθούμε, εφ’ όςον δεν ξϋραμε κουβϋντα Αλβανικϊ. ΢ύντομα ωςτόςο διαπιςτώςαμε ότι όλοσ ςχεδόν ο κόςμοσ ςτην Αλβανύα μιλϊει ςόμερα ελληνικϊ. Μπαύνοντασ τα ξημερώματα ςτην γεύτονα χώρα, βρεθόκαμε ςε ϋνα οικεύο περιβϊλλον με γυμνϊ βουνϊ. Ακολουθώντασ ϋναν ςτενό αςφαλτοςτρωμϋνο δρόμο όλο ςτροφϋσ, ανϊμεςα ςε βουνϊ που εύχαν εν τω μεταξύ πραςινύςει, φτϊςαμε τελικϊ ςτουσ Αγ. ΢αρϊντα. Η πρώτη μασ εντύπωςη με την πόλη όταν αρνητικό. Δεν εύχε τύποτα από τη γραφικότητα που φανταζόμαςτε. Ϊνα ταξύ μασ μετϋφερε νότια, ςτο ξενοδοχεύο που εύχαν κλεύςει οι γνωςτού μασ. Απ’ το μπαλκόνι του δωματύου μασ εύχαμε τη θϊλαςςα ςτα δϋκα μϋτρα και απϋναντι αγναντεύαμε τη βόρεια Κϋρκυρα. Αφόςαμε τα πρϊγματϊ μασ και βγόκαμε για μια πρώτη αναγνωριςτικό βόλτα τησ γειτονιϊσ μασ και για να πϊρουμε ϋνα πρωινό.


Παντού πολυκατοικύεσ, πενταόροφεσ και εξαώροφεσ, τελειωμϋνεσ και υπό καταςκευό, καταςτόματα, ξενοδοχεύα και ενοικιαζόμενα δωμϊτια. Ϊνα οικοδομικό μπαμ όταν ορατό δια γυμνού οφθαλμού. Αυτοκύνητα παντού, ακόμη και ςτα πεζοδρόμια. Υαύνεται ότι οι Αλβανού να ξεςόκωςαν όλεσ τισ ελληνικϋσ κακϋσ ςυνόθειεσ. Προχωρόςαμε προσ το κϋντρο τησ πόλησ. Από ϋνα ςημεύο και μετϊ ο παραλιακόσ δρόμοσ γινόταν πεζόδρομοσ, με εςτιατόρια, καφετϋριεσ και μπαρ ςτη ςειρϊ. Ϊνα τοπύο γνώριμο, ςχεδόν ελληνικό. Υτϊςαμε ςτη καρδιϊ τησ πόλησ. Εκεύ το τοπύο ϊλλαζε. Παλιϊ πετρόκτιςτα κτύρια κατοικιών, διώροφα ςυνόθωσ, αςοβϊντιςτα και με ϊθλιεσ ειςόδουσ, ςυνυπόρχαν με νϋεσ πολυώροφεσ πολυκατοικύεσ. Νϋα ςύγχρονα μαγαζιϊ εναλλϊςςονταν με παλιϊ, κατϊλοιπα ϊλλων εποχών. Μια ολοκαύνουργια δωδεκαώροφη πολυκατοικύα με κατοικύεσ και γραφεύα δϋςποζε, ενώ δύπλα τησ ο μιναρϋσ ενόσ τζαμιού φαύνονταν αςόμαντοσ. Και παραπϋρα, μια υπαύθρια αγορϊ με πρόχειρεσ ξύλινεσ καταςκευϋσ, πούλαγε ςε απύςτευτα χαμηλϋσ τιμϋσ τα πιο απύθανα πρϊγματα. Από κει αγόραςα για δύο ευρώ, πλαςτικϊ πϋδιλα θαλϊςςησ, δώρο για κϊποιον γνωςτό μου που δεν ϋβριςκε ςτην Αθόνα. Γυρύςαμε ξανϊ με τα πόδια ςτο ξενοδοχεύο και πόγαμε κατευθεύαν για μπϊνιο ςτη θϊλαςςα. Απόλαυςη. Μεςημεριανόσ ύπνοσ και το απόγευμα ξανϊ ςτον παραλιακό πεζόδρομο, όπου χιλιϊδεσ ντόπιοι και ξϋνοι τουρύςτεσ ϋκαναν τη βόλτα τουσ. Υαγητό, ψαρϊκι ςχετικϊ φτηνό ςε ϋνα πευκόφυτο εςτιατόριο πϊνω απ’ τη θϊλαςςα και η πρώτη μασ βραδιϊ ςτουσ Αγ. ΢αρϊντα κύληςε όμορφα.


Από τη πρώτη επαφό με τη πόλη, μου γεννόθηκαν δυο απορύεσ: γιατύ κυκλοφορούν τόςεσ πολλϋσ Μερςεντϋσ ςτουσ δρόμουσ και γιατύ τόςα πολλϊ διαμερύςματα ςτισ πολυκατοικύεσ όταν ςκοτεινϊ, ςαν να όταν απούλητα ό ημιτελό. Σισ επόμενεσ μϋρεσ όταν ρώτηςα, η απϊντηςη ςτη πρώτη απορύα όταν ότι οι Αλβανού προτιμούν τισ Μερςεντϋσ γιατύ εύναι γερϊ αυτοκύνητα και αντϋχουν ςτουσ ϊςχημουσ δρόμουσ, τα ότι ϊλλα διαλύονται γρόγορα. Δεν πεύςτηκα ότι πρόκειται μόνο γι’ αυτό. Όςο για τα ςκοτεινϊ διαμερύςματα, φαύνεται ότι πολλού Αλβανού και ξϋνοι, ϋκαναν μια επϋνδυςη, αγόραςαν ϋνα φτηνό ςχετικϊ διαμϋριςμα αλλϊ για διϊφορουσ λόγουσ δεν το κατοικούν.


Oι Αλβανού που γνωρύςαμε ςτουσ Ωγιουσ ΢αρϊντα –Η Ρϋνα και ο Σϊςοσ, το ζευγϊρι που παντρεύτηκε ςτο χωριό ΢ωτόρασ, όταν οι Αλβανού Βορειοηπειρώτεσ που γνωρύζαμε απ’ την Αθόνα. Καλλιτϋχνεσ και οι δυο. Εκεύνοσ εργϊζεται ωσ γλύπτησ, εκεύνη, από πατϋρα μουςικό και ςπουδϋσ μουςικόσ, παύζει βιολοντςϋλο ςτη Κρατικό Ορχόςτρα Αθηνών. ΢χετικϊ ευκατϊςτατοι, εύναι ευχαριςτημϋνοι από τη ζωό τουσ ςτην Αθόνα και το κύριο πρόβλημα που αντιμετωπύζουν εύναι να βρεθεύ μια θϋςη ςε κρατικό ό δημοτικό παιδικό ςταθμό για τη κόρη τουσ, αυτό που βαφτύςτηκε μετϊ το γϊμο τουσ. –Ο Αλεξϊντερ και η Εβελύνα, δουλεύοντασ ςκληρϊ, ϋφτιαξαν το μικρό ξενοδοχεύο που μεύναμε ςτουσ Ωγιουσ ΢αρϊντα, δύπλα ςτο κύμα. Φρεωμϋνοι ωσ τα μπούνια, προςπαθούν να το τελειώςουν λειτουργώντασ ταυτόχρονα ϋνα μπαρ-εςτιατόριο και μεγαλώνοντασ παρϊλληλα το μωρό τουσ. –Σο ζευγϊρι των φύλων τησ Ρϋνασ, πού μασ μετϋφεραν ςτο γϊμο τουσ, ςτον ΢ωτόρα, ζουν και δουλεύουν ςτουσ Αγ. ΢αρϊντα. Εκεύνη εργϊζεται ςτο υποκατϊςτημα τησ Σρϊπεζασ Πειραιώσ, που ςτην Αλβανύα λϋγεται «BANK ΣΙRΑΝΑ», γιατύ όπωσ μασ εξόγηςε, με την ελληνικό ονομαςύα τησ θα αντιμετώπιζε δυςκολύεσ ςτη προςϋλευςη πελατών. Πριν δούλευε ςε δημόςια υπηρεςύα από την οπούα την ϋδιωξε η τελευταύα κυβϋρνηςη Μπερύςα. Παύρνει ϋνα ςχετικϊ καλό μιςθό, γύρω ςτα 3.500 λεκ (300 περύπου ευρώ), που θεωρεύται ϋνασ καλόσ μιςθόσ για τα δεδομϋνα τησ Αλβανύασ. Εκεύνοσ εύναι πενηντϊρησ, εργολϊβοσ οικοδομών και μασ ϋδειξε δύο δικϋσ του εξαώροφεσ πολυκατοικύεσ που κοντεύουν να τελειώςουν. Εύπε ότι τα περιςςότερα διαμερύςματα εύναι πουλημϋνα από τα ςχϋδια και ότι τα υπόλοιπα θα αγοραςτούν πριν τελειώςουν οι οικοδομϋσ, από Αλβανούσ μετανϊςτεσ ςτην Ελλϊδα ό την Ιταλύα αλλϊ και από Ευρωπαύουσ. ΢τοιχύζουν 60.000 ευρώ περύπου το τριϊρι και εύναι πολυτελεύσ καταςκευϋσ. Παραδϋχθηκε ότι το χαμηλό τουσ κόςτοσ οφεύλεται ςτα χαμηλϊ μεροκϊματα των εργατών ςτην Αλβανύα. Σον ρώτηςα τη γνώμη του για το καθεςτώσ του Εμβϋρ Φόντζα. Μου εύπε χωρύσ περιςτροφϋσ ότι δεν υπόρχε περιθώριο ιδιωτικόσ πρωτοβουλύασ και ότι ϊφηςε τον κόςμο να πεινϊςει. «Γιατύ», τον ρώτηςα. «Από μαλακύα», μου απϊντηςε, εννοώντασ ύςωσ από «ιδεοληψύα». Σου υπενθύμιςα ότι η Αλβανύα όταν μια χώρα αμυνόμενη και ότι η Ελλϊδα διατηρούςε επύςημα την εμπόλεμη κατϊςταςη μϋχρι το ’75. Που να βρεθούν λεφτϊ για να βελτιωθεύ το βιοτικό επύπεδο του λαού. «Τώρα ϋχουμε λεφτϊ, αλλϊ ϋχουμε και τουσ Αμερικϊνουσ ςτο κεφϊλι μασ», απϊντηςε η γυναύκα του και ο εργολϊβοσ ςιώπηςε. –O Υρϋντυ, ο αδελφόσ τησ Ρϋνασ και η γυναύκα του, όταν κατϋρρευςε το «ςοςιαλιςτικό» καθεςτώσ το 1990, πϋραςαν παρϊνομα τα Αλβανικϊ ςύνορα και όπωσ τόςοι ϊλλοι νϋοι τησ ηλικύασ τουσ θϋληςαν να πϊνε ςτην Ελλϊδα να βρούνε τη τύχη τουσ. Πόγαν λοιπόν ςτο ελληνικό ςυνοριακό φυλϊκιο και δόλωςαν ευθαρςώσ ότι εύναι ομογενεύσ Βορειοηπειρώτεσ και θϋλουν να ζόςουν ςτη Ελλϊδα. ΢τϊθηκαν τυχερού γιατύ κϊποιοσ πονεςιϊρησ Ϊλληνασ από την Αθόνα εύχε δηλώςει γραπτώσ ςτο ςυνοριακό φυλϊκιο ότι θϋλει να φιλοξενόςει ϋνα ζευγϊρι ομογενών από την Αλβανύα. Ϊτςι βρϋθηκαν ς’ ϋνα ελληνικό ςπύτι ςτην Αθόνα. Εκεύ ο Υρϋντυ ϋμαθε τη τϋχνη του μαραγκού και μετϊ λύγα χρόνια γύριςε ςτην Αλβανύα και ϊνοιξε δικό του ξυλουργεύο. Σώρα περιμϋνει να βγει ϋνασ νόμοσ που να ρυθμύζει τα ιδιοκτηςιακϊ ζητόματα ώςτε να αποκτόςουν τύτλουσ κϊποιοι κϊτοχοι γησ ςτη περιοχό προσ τη παραλιακό ζώνη τησ Φειμϊρασ. Ϊτςι ο Υρϋντυ θα προωθόςει τα ςχϋδιϊ του για καταςκευό μικρών ξύλινων οικύςκων, 20-25 τετραγωνικών μϋτρων, αξύασ 7.000 ευρώ περύπου, τα οπούα θα καλύψουν ανϊγκεσ παραθεριςτικόσ κατοικύασ για ανθρώπουσ με χαμηλϊ ειςοδόματα. Όςο για τισ τεχνικϋσ μελϋτεσ των οικύςκων, ο Υρϋντυ εύπε ότι τισ ϋχει βρει από το Διαδύκτυο. Εύπε ακόμη ότι τα ςχϋδιϊ του εύναι ςε αντύθετη κατεύθυνςη με τισ τςιμεντϋνιεσ εξαώροφεσ πολυκατοικύεσ που γϋμιςαν τα βουνϊ ςτουσ Αγ. ΢αρϊντα και οι οπούεσ πρόςφατα, με νϋο νόμο, περιορύζονται το πολύ ςε τϋςςερισ ορόφουσ. Πολλού όμωσ πρόλαβαν να πϊρουν ϊδειεσ για ϋξη ορόφουσ, ϋχτιςαν τισ πολυκατοικύεσ αλλϊ τώρα αντιμετωπύζουν δυςκολύεσ να πουλόςουν τόςα πολλϊ διαμερύςματα.


Ακόμη ο Υρϋντυ μασ εύπε για τη κατϊςταςη πού επικρατεύ ςτο Κςαμύλ, μια παραλιακό περιοχό νότια των Αγ. ΢αρϊντα, πριν το Μπουτρύντ, όπου με την ανοχό των κρατικών υπηρεςιών, μουςουλμϊνοι προερχόμενοι από τα χωριϊ γύρω απ’ το Σεπελϋνι, καταπϊτηςαν δημόςιεσ εκτϊςεισ, ϋχτιςαν αυθαύρετεσ κατοικύεσ και ενοικιαζόμενα παραθαλϊςςια δωμϊτια, με αποτϋλεςμα όχι μόνο την αλλούωςη του πανϋμορφου φυςικού περιβϊλλοντοσ αλλϊ και την αλλούωςη του ςυςχετιςμού των κατούκων ςτη περιοχό των Αγ. ΢αρϊντα μεταξύ χριςτιανών και μουςουλμϊνων, αποτρϋποντασ ϋτςι την εκλογό χριςτιανού Δημϊρχου. –Ο κυρ- Γιϊννησ, ο Βορειοηπειρώτησ ηλικιωμϋνοσ θεύοσ τησ Ρϋνασ, ϋκανε πολλϊ και διϊφορα και τώρα ϋχει Οδοντιατρεύο ςτην Αθόνα. Η πενηντϊρα γυναύκα του πϋραςε πολλϋσ δυςκολύεσ μϋχρι πού να αναγνωριςτεύ πρόςφατα, το δικό τησ πτυχύο. Σώρα εργϊζεται ςαν γιατρύνα ςτο «Τγεύα», ςτην Αθόνα. ΢κϋφτηκαν κϊποια ςτιγμό να γυρύςουν πύςω ςτην Αλβανύα, αλλϊ δεν ςυμφωνούςαν τα παιδιϊ τουσ που μεγϊλωςαν ςτην Ελλϊδα, πόγαν ςε ελληνικό ςχολεύο και τώρα εύναι φοιτητϋσ ςε ελληνικϊ Πανεπιςτόμια. ΢ε κουβϋντα που εύχαμε κατϊ το γαμόλιο γεύμα ςτουσ Αγ. ΢αρϊντα, ο κυρ-Γιϊννησ εύπε ότι θεωρεύ τη περύοδο διακυβϋρνηςησ του Εμβϋρ Φόντζα «δονκιχωτικό» (και μϊλλον εννοούςε «μη ρεαλιςτικό»), ότι τα ϋβαζαν με ανύπαρκτουσ ανεμόμυλουσ. Αφού διηγόθηκε πολλϊ και διϊφορα ενδιαφϋροντα, ϋχοντασ πιει και μερικϊ ποτηρϊκια, κατϋληξε ςτη γνωςτό παραφιλολογύα ότι ο Φόντζα (όπωσ ο ΢τϊλιν και ο Μϊο), ζητούςε να του φϋρουν παρθϋνεσ ςτο κρεβϊτι του κλπ. Κατϊ τα ϊλλα, θϋληςε πολύ να μασ εξυπηρετόςει, να μασ μϊθει φρϊςεισ ςτα Αλβανικϊ για να ςυνεννοούμαςτε, μασ ϋκανε ςχεδιαγρϊμματα να μη χανόμαςτε. Μασ ςόκωςε με το ζόρι να χορϋψουμε μαζύ του, ενθουςιαςμϋνοσ από τα Βορειοηπειρώτικα τραγούδια του Μαγκλϊρα. «Περιβόλι» ο ϊνθρωποσ. Σελικϊ επϋμενε να μασ ςυνοδεύςει μϋχρι το ξενοδοχεύο μασ για λόγουσ δικόσ μασ αςφϊλειασ. Σου εύπαμε ότι δεν χρειϊζεται, νιώθουμε αςφαλεύσ, και γυρύςαμε μόνοι με τα πόδια, δυόμιςι η ώρα τη νύχτα.


Από τουσ Ωγιουσ ΢αρϊντα ςτο Μπουτρύντ Πριν απ΄ το γϊμο και τα βαφτύςια, πόγαμε ςτο Μπουτρύντ, τον Ϊλληνο-Ρωμαώκό Βουθρωτό, ςτισ 7 η ώρα με το πρώτο λεωφορεύο τησ γραμμόσ, μαζύ με τουσ εργϊτεσ που πόγαιναν να πιϊςουν δουλειϊ ςτισ οικοδομϋσ και κϊποιεσ γυναύκεσ που δούλευαν ςε ξενοδοχεύα και ταβϋρνεσ τησ παραλύασ. Μια απ’ αυτϋσ, Βορειοηπειρώτιςςα, ϊκουςε που μιλόςαμε ελληνικϊ και προθυμοποιόθηκε να μασ βοηθόςει. Πιϊςαμε κουβϋντα και μϊθαμε απ’ αυτόν ότι οι ιχθυοκαλλιϋργειεσ που βλϋπαμε ςτη λιμνοθϊλαςςα που περνούςαμε, δεν όταν πρόςφατεσ αλλϊ από την εποχό του Εμβϋρ Φόντζα και ότι εκεύ ϋβγαιναν τα καλύτερα μύδια. Κατεβαύνοντασ πριν το Κςαμύλ, μασ ϋδειξε την ταβϋρνα που δούλευε, ςε μια θαυμϊςια παραλύα και μασ κϊλεςε να πϊμε να την βρούμε και να δοκιμϊςουμε τα μύδια τησ. ΢τον αρχαιολογικό χώρο του Μπουτρύντ, τον Βουθρωτό, απϋναντι από τη Κϋρκυρα, ςυναντόςαμε ϋνα μεςόλικα ξερακιανό φύλακα (όχι Βορειοηπειρώτη) που εύχε δουλϋψει μερικϊ χρόνια ςτην Ελλϊδα αλλϊ εύχε γυρύςει πύςω και τώρα δούλευε εποχιακόσ φύλακασ εκεύ. Δεν κατϊφερε να ενταχθεύ ςτην ελληνικό πραγματικότητα και τώρα τα πϋρναγε δύςκολα αφού ο μιςθόσ του δεν ξεπερνούςε τα 1500 λεκ (120 ευρώ). Μασ ϊφηςε να φωτογραφόςουμε μϋςα ςτο μουςεύο και του δώςαμε 2 ευρώ . ΢την αρχό δύςταςε και αρνόθηκε αλλϊ τελικϊ τα πόρε.


Επιςτρϋφοντασ απ’ το Μπουτρύντ με το λεωφορεύο τησ γραμμόσ διαπιςτώςαμε τα προβλόματα που αντιμετωπύζουν όςοι κινούνται ςτο απαρχαιωμϋνο οδικό δύκτυο τησ περιοχόσ. ΢ε ϋνα δρόμο πλϊτουσ 3–4 μϋτρων, εύναι προφανώσ αδύνατον να περϊςουν δύο αυτοκύνητα που κινούνται αντύθετα, ιδύωσ όταν πρόκειται για λεωφορεύα ό πούλμαν. Φρειϊζεται μεγϊλη επιδεξιότητα των οδηγών να τα καταφϋρουν. Λαχταρόςαμε πολλϋσ φορϋσ τόςο εμεύσ όςο και οι Ιταλού–Γερμανού –Ωγγλοι τουρύςτεσ που εύχαν ϋρθει από τη Κϋρκυρα για να επιςκεφτούνε τον Βουθρωτό, με τα πούλμαν με τα οπούα διαςταυρωνόμαςτε κϊθε τόςο.


Υτϊνοντασ ςτουσ Αγ. ΢αρϊντα ζητόςαμε απ’ τον νεαρό οδηγό του λεωφορεύου να μασ αφόςει ϋξω από το ξενοδοχεύο μασ που όταν πϊνω ςτο δρόμο, γιατύ η ςτϊςη όταν μακριϊ, και ταυτόχρονα του δώςαμε ςυγχαρητόρια για τισ ικανότητϋσ του ςτην οδόγηςη. «Εντϊξει» μασ εύπε αςτειευόμενοσ με ςπαςμϋνα ελληνικϊ, «…το μόνο που θϋλω από ςϊσ μόλισ επιςτρϋψετε ςτην Ελλϊδα να μου βρεύτε μια δουλειϊ ςαν οδηγόσ και να μου γρϊψετε να ϋλθω…». Σου το υποςχεθόκαμε…


Ξανϊ ςτουσ Ωγιουσ ΢αρϊντα Ο χερςαύοσ χώροσ ςτο παλιό λιμανϊκι των Αγύων Σαρϊντα, ϋχει διαμορφωθεύ όμορφα με πλακοςτρώςεισ και χαμηλϋσ φυτεύςεισ. Σραπεζϊκια, τϋντεσ και ομπρϋλεσ, ημιυπαύθριεσ καφετϋριεσ, ζαχαροπλαςτεύα και εςτιατόρια, δύπλα ςτη θϊλαςςα, αποτελούν μια κατϊληξη τησ παραδοςιακόσ παραλιακόσ βόλτασ και ςημεύο ςυνϊντηςησ των κατούκων τησ πόλησ. Βρόκαμε με δυςκολύα ϋνα τραπεζϊκι και καθύςαμε. Αμϋςωσ μασ πληςύαςε το γκαρςόνι για την παραγγελύα και ϋνασ ςαραντϊρησ Αλβανόσ που ϊκουςε ότι μιλούςαμε ελληνικϊ. Μασ ευχαρύςτηςε πού προτιμόςαμε το δικό του μαγαζύ, του χαμογελϊςαμε και αυτομϊτωσ, φαύνεται ότι αποςπϊςαμε την εμπιςτοςύνη του. Σρϋχοντασ ςα ςβούρα από δω και από κει, ελϋγχοντασ και καθοδηγώντασ παρϊλληλα τα γκαρςόνια πού πηγαινοϋρχονταν, μασ διηγόθηκε, την ιςτορύα του: «Έφτιαξα το πατρικό μου ςπύτι ςτο χωριό με τα χϋρια μου ςε ηλικύα 23 χρονών. Κούκλα το ϋκανα. Όςοι το εύδαν δεν το πύςτευαν. Με την αλλαγό που ϋγινε ςτην Αλβανύα το 1990, αποφϊςιςα να πϊω κι εγώ ςτην Ελλϊδα. Βρϋθηκα ςτην Αθόνα, όπου γνώριςα κϊποιον Έλληνα που όθελε να ξαναφτιϊξει το μαγαζύ του, που όταν ςε ϊθλια κατϊςταςη. Του εύπα «ϊςτο ςε μϋνα», θα δεισ και ςτο τϋλοσ θα με πληρώςεισ. Δούλεψα ςα ςκυλύ δύο μόνεσ, εγώ και η γυναύκα μου, για να το κϊνουμε ξανϊ μαγαζύ. Πραγματικϊ μεταμορφώθηκε. Όταν όρθε η ώρα τησ πληρωμόσ μου ϋδωςε 30.000 δραχμϋσ, κι ϊλλεσ τόςεσ ςτη γυναύκα μου. Τύποτα, για τόςη δουλειϊ. Τα πόρα χωρύσ να μιλόςω και φύγαμε. Που πασ, μου λϋει, κϊθιςε να δουλϋψεισ μαζύ μου, θα το μετανιώςεισ αν φύγεισ. Γύριςα ςτην Αλβανύα όπου ϋςτηςα ςτην αρχό ϋνα απλό καφϋ εδώ, ςτο παλιό λιμϊνι, που τότε όταν ςκουπιδότοποσ. Σιγϊ- ςιγϊ επεκτϊθηκα, και δημιούργηςα αυτό το ςυγκρότημα που βλϋπετε. Πενόντα ϊνθρωποι δουλεύουν ςόμερα ς’ αυτϊ τα μαγαζιϊ. Υπϊρχουν βϋβαια κϊποια προβλόματα με την Πολεοδομύα, που παλεύω να ξεπεραςτούν. Όλα αυτϊ τα χρόνια βρύςκομαι ςε ςύγκρουςη με τισ αρχϋσ, εδώ. Αλλϊ καλύτερα ασ μη ��ιλϊμε γι’ αυτό…» Υεύγοντασ μασ ευχόθηκε καλό ταξύδι και μασ εύπε ότι εύναι πολύ ςημαντικό γι αυτόν που όρθαμε ςτουσ Ωγιουσ ΢αρϊντα.


Από τουσ Ωγιουσ ΢αρϊντα ςτο Αργυρόκαςτρο Κυριακό πρωύ ξεκινόςαμε απ’ τουσ Ωγιουσ ΢αρϊντα με το λεωφορεύο τησ γραμμόσ για το Αργυρόκαςτρο, μια πόλη 56 χιλιόμετρα βορειοανατολικϊ, για την οπούα γνωρύζαμε ότι το ελληνικό ςτοιχεύο εύναι ϋντονο και ότι εύχε τεθεύ υπό την προςταςύα τησ UNESCO λόγω του ιδιαύτερου αρχιτεκτονικού ενδιαφϋροντοσ των πετρόκτιςτων, πλακοςκεπών ςπιτιών τησ. Επύςησ γνωρύζαμε ότι εκεύ γεννόθηκε ο Εμβϋρ Φόντζα καθώσ και ο μεγϊλοσ Αλβανόσ λογοτϋχνησ Ιςμαόλ Κανταρϋ που ϋζηςε για αρκετϊ χρόνια αυτοεξόριςτοσ ςτο Παρύςι. Ακόμη γνωρύζαμε ότι το Αργυρόκαςτρο φημύζονταν για το Κϊςτρο του, ϋνα πραγματικό πϋτρινο κομψοτϋχνημα, όπωσ αποδεύχτηκε. Πηγαύνοντασ για το Αργυρόκαςτρο πιϊςαμε κουβϋντα με ϋνα Βορειοηπειρώτη που όταν εγκατεςτημϋνοσ και δούλευε ςτην Αθόνα. Ϋταν ευχαριςτημϋνοσ, όπωσ μασ εύπε, και πόγαινε απ’ τουσ Αγ. ΢αρϊντα ςτο Αργυρόκαςτρο ςε ϋνα γνωςτό του Οδοντογιατρό να φτιϊξει τα δόντια του, γιατύ ςτην Ελλϊδα όταν πανϊκριβα, όπωσ μασ εύπε. «Και για μασ τουσ Έλληνεσ εύναι πανϊκριβα, γι’ αυτό πολλού, απ’ τη βόρεια Ελλϊδα κυρύωσ, καταφεύγουν ςτη Βουλγαρύα για οδοντοςτοιχύεσ. Σε λύγο θα ϋρχονται ςτην Αλβανύα», του εύπαμε και γελϊςαμε όλοι μαζύ. Μασ ϋδωςε αρκετϋσ χρόςιμεσ πληροφορύεσ και όταν φτϊςαμε ςτη πόλη, μασ ϋβαλε ςε ϋνα ΣΑΞΙ και εύπε ςτον ταξιτζό να μασ πϊει ςτην εύςοδο του Κϊςτρου. Ο ταξιτζόσ, ϋνα καλοκϊγαθο γεροντϊκι, μιλούςε κι’ αυτό ελληνικϊ και μασ ϋκανε τη χϊρη να ςταματόςει για να φωτογραφόςω τη πόλη από ϋνα ςημεύο με καλό θϋα. ΢ύντομα ωςτόςο διαπύςτωςα ότι η θϋα τησ παλιϊσ πόλησ από το Κϊςτρο όταν ακόμη καλύτερη.


Σο ρολόι του Κϊςτρου δεςπόζει. Σο βλϋπεισ από κϊθε ςχεδόν ςημεύο τησ πόλησ, και αυτομϊτωσ αποκτϊσ μια οικειότητα μαζύ του. Όπωσ επύςησ και με κϊθε ςημεύο του Κϊςτρου, ακόμα και με τα πιο ςκοτεινϊ ςημεύα του. Προςπαθούςα να φανταςτώ τι μπορεύ να ϋχει ςυμβεύ εδώ, όταν βρϋθηκα ανϊμεςα ς’ ϋνα γκρουπ ελληνόφωνων. Ϋταν ϋνα ΚΑΠΗ από τα Γιϊννενα, εύχαν μια βορειοηπειρώτιςςα ξεναγό και εύχαν ϋλθει ςτο Αργυρόκαςτρο με πούλμαν. Μιλόςαμε λύγο μαζύ τουσ. Σουσ ϋκανε εντύπωςη που εμεύσ εύμαςτε εκεύ μόνοι μασ. Κατεβαύνοντασ απ’ το Κϊςτρο εύδαμε ζωγραφιςμϋνο με ςπρϋι ς’ ϋνα τούχο ϋνα κόκκινο αςτϋρι και από κϊτω γραμμϋνο: ΕΜΒΕΡ 1908–2008. Ϋταν μια ϋκπληξη να βλϋπεισ ότι κϊποιοι, τιμούν τα 100 χρόνια από τη γϋννηςό του. Αργότερα, ςτον κεντρικό δρόμο, ςτο «παζϊρι», ς’ ϋνα μαγαζϊκι με τουριςτικϊ εύδη, αγορϊςαμε ϋνα φλιτζανϊκι του καφϋ με το πρόςωπο του Εμβϋρ. Ϊτςι, για ςουβενύρ… Κϊνοντασ τη βόλτα ςτη πόλη αγορϊςαμε ϋνα χϊρτη με τισ πιο χαρακτηριςτικϋσ διαδρομϋσ και τα πιο ενδιαφϋροντα κτύρια. Κατηφορύςαμε ς’ ϋνα δρομϊκι με παλιϊ ςπύτια, πολλϊ από τα οπούα όταν ϋτοιμα να καταρρεύςουν, περιμϋνοντασ τη ςωτόρια παρϋμβαςη τησ UNESCO.


Εύδαμε εντοιχιςμϋνεσ πλϊκεσ, που υπενθύμιζαν ηρωικϋσ πρϊξεισ αντύςταςησ ςτουσ Γερμανούσ κατακτητϋσ. Περϊςαμε από το επιςκευαςμϋνο ελληνικό–χριςτιανικό ςχολεύο και ανηφορόςαμε μϋχρι τισ εφτϊ βρύςεσ και το αναςτηλωμϋνο χαμϊμ. Καθύςαμε να πιούμε καφϋ και ύςτερα να φϊμε ςε ϋνα ςκιερό μαγαζϊκι, όπου ϋτρωγαν οι ελϊχιςτοι ξϋνοι τουρύςτεσ. Μετϊ, αφού δεν εύχαμε το χρόνο να πϊμε ςτο Λαογραφικό Μουςεύο που ςτεγϊζονταν ςτο πατρικό ςπύτι του Εμβϋρ Φόντζα, βγόκαμε ςτη πλατεύα, όπου βρύςκεται και το ελληνικό προξενεύο και πόραμε ξανϊ ϋνα ταξύ μϋχρι το ςταθμό των λεωφορεύων. Από κει, με ϋνα διερχόμενο λεωφορεύο από τα Σύρανα, επιςτρϋψαμε ςτο ξενοδοχεύο μασ, ςτουσ Ωγιουσ ΢αρϊντα.


Από τουσ Ωγιουσ ΢αρϊντα ςτο Μπερϊτι Σο επόμενο πρωύ, πόραμε από τουσ Αγ. ΢αρϊντα ϋνα μικρό 20θϋςιο λεωφορεύο, για το Μπερϊτι. Κϊναμε ξανϊ την ύδια διαδρομό μϋχρι το Αργυρόκαςτρο και ςυνεχύςαμε βόρεια. Κϊθε τόςο ςυναντούςαμε διϊςπαρτα οχυρωματικϊ ϋργα, κυρύωσ ατομικϊ πολυβολεύα κατϊλοιπα μιασ εποχόσ όπου οι Αλβανού αιςθϊνονταν (και όταν) περικυκλωμϋνοι από παντού και όταν υποχρεωμϋνοι να αμύνονται ξοδεύοντασ τον μιςό τουσ προώπολογιςμό για αμυντικϋσ δαπϊνεσ. Ο Κώςτασ, ο οδηγόσ του λεωφορεύου, ςε όλη τη διαδρομό ϋβαζε καςϋτεσ με Ϊλληνο–άταλο– Ωλβανο–Ηπειρώτικα τραγούδια. Μασ «ξετύναξε», γιατύ τα ϋβαζε δυνατϊ για να μασ ευχαριςτόςει. Όςον αφορϊ τα ελληνικϊ τραγούδια, ομολογούμε ότι τα περιςςότερα τα ακούγαμε για πρώτη φορϊ και υποθϋτουμε ότι εύχε βρει τισ καςϋτεσ ςτα καροτςϊκια γύρω από την πλ. Ομονούασ. Αξϋχαςτο θα μασ μεύνει το κλιματιςτικό του λεωφορεύου το οπούο, αφού δούλεψε καμιϊ ώρα «τα ϋφτυςε» και ϊρχιςε να ςτϊζει νερό. ΢την αρχό ϋπεφτε γϋλιο, αλλϊ όταν οι ϊμεςα θιγόμενοι διαπύςτωςαν ότι γύνονται μούςκεμα, ϋβαλαν τισ φωνϋσ και ανϊγκαςαν τον Κώςτα να κλεύςει εντελώσ το κλιματιςτικό. Ϊτςι, όταν φτϊςαμε ςτο Μπερϊτι, «τα εύχαμε παύξει» απ’ τη ζϋςτη. ΢το λεωφορεύο γνωρύςαμε μια εξηντϊρα βορειοηπειρώτιςςα από το Αργυρόκαςτρο που πόγαινε με τον ηλικιωμϋνο ϊντρα τησ ς’ ϋνα χωριό, κοντϊ ςτο Μπερϊτι, να δουν κϊποιουσ δικούσ τουσ. Μασ διηγόθηκε πώσ ςτα νιϊτα τησ , τη δεκαετύα του ’50, ότανε ςτη νεολαύα του Φόντζα και μϊλιςτα ϋγινε και γραμματϋασ τησ νεολαύασ: «…Οι αναμνόςεισ και οι εντυπώςεισ από τα χρόνια εκεύνα ότανε καλϋσ, περνούςαμε καλϊ, πηγαύναμε εκδρομϋσ, τραγουδούςαμε, εύμαςτε νϋοι, τα βλϋπαμε όλα ωραύα. Αργότερα περϊςαμε πολύ δύςκολα, μασ ϋλειψαν πολλϊ, εύχαμε καλό εκπαύδευςη, εύχαμε γιατρούσ, μόνο πού ϋλλειπε απ’ τα νοςοκομεύα ο εξοπλιςμόσ. Στερηθόκαμε πολλϊ. Η μϊνα μου, μασ εύπε, ότανε πρωτοπόρα, ςταχανοβύτιςα, δούλευε πολύ, και μϊλιςτα όταν όταν εδώ οι Κινϋζοι τησ εύχαν δώςει για βραβεύο ϋνα μαντόλι. Το φόραγε με υπερηφϊνεια, αλλϊ κϊποια μϋρα τησ εύπαν να μη το βϊζει γιατύ η χώρα μασ δεν τα πόγαινε καλϊ με τουσ Κινϋζουσ…» Πριν το Μπερϊτι, εύδαμε πολλούσ ανεμόμυλουσ για να τραβϊνε νερό από τη γη και να ποτύζουν τα χωρϊφια. Ϋταν ςκουριαςμϋνοι και δεν λειτουργούςαν πια. «Εύναι από την εποχό του Χόντζα, τ’ ϊφηςαν να ρημϊξουν», μασ εύπε με ςημαςύα η βορειοηπειρώτιςςα… ΢τη τελευταύα ςειρϊ των καθιςμϊτων του λεωφορεύου, κϊθονταν ϋνα παλικϊρι με μπανταριςμϋνο το δεξύ του χϋρι, προφανώσ από κϊποιο ςοβαρό τραύμα. Δύπλα του κϊθονταν μια αδύνατη μικροκαμωμϋνη γυναύκα, η μανούλα του και παραδύπλα ϋνα κοριτςϊκι, η αδερφό του. Σο παλικϊρι και οι δικού του δεν μύλαγαν ελληνικϊ, όμωσ το παλικϊρι προςπϊθηςε πολλϋσ φορϋσ να μασ δεύξει τη ςυμπϊθειϊ του. ΢ε κϊποια ςτιγμό που ο Κώςτασ, ο οδηγόσ, το εύχε παρακϊνει με τη μουςικό του, του ϋβαλε τισ φωνϋσ και του εύπε να τη χαμηλώςει. Ο Κώςτασ υπϊκουςε κι αυτόσ γύριςε προσ το μϋροσ μασ, να δει την αντύδραςό μασ. Σου δεύξαμε ότι ςυμφωνούμε μαζύ του και ϋτςι προϋκυψε μια αμοιβαύα ςυμπϊθεια. ΢ε όλη τη διϊρκεια τησ ςυζότηςησ που εύχαμε με τη βορειοηπειρώτιςςα, μασ κούταζε και τουσ δύο ςτο ςτόμα και προςπαθούςε να καταλϊβει τι λϋμε. Όταν τελειώςαμε, την ρώτηςε ςτα αλβανικϊ για τισ απόψεισ μασ, απ’ ότι φαύνεται. Εκεύνη του εξόγηςε κϊποια πρϊγματα και φαύνεται να ϋμεινε ικανοποιημϋνοσ. Όταν φτϊςαμε ςτο Μπερϊτι μασ αποχαιρϋτηςαν θερμϊ τόςο αυτόσ όςο και η οικογϋνειϊ του. ΢το δρόμο για το Μπερϊτι, το λεωφορεύο πϋραςε απ΄ το Σεπελϋνι, όπου μασ υποδϋχτηκε το χϊλκινο ϊγαλμα ενόσ ξαπλωμϋνου και αραχτού Αλό Παςϊ, που κατϊγονταν από κει. ΢υνεχύζοντασ το λεωφορεύο παραπλεύρωσ του ποταμού Δρύνου, ϋκανε μια ςτϊςη για κατούρημα. Κατϋβηκα γρόγορα-γρόγορα κϊτι ςκαλιϊ και βρϋθηκα ςτο ποτϊμι, ς’ ϋνα μαγευτικό τοπύο γεμϊτο πλατϊνια, αλλϊ και τύγκα ςτα ςκουπύδια. Πόρα μερικϋσ φωτογραφύεσ (αποφεύγοντασ τα ςκουπύδια) και ξανανϋβηκα τρϋχοντασ. Λύγο αργότερα το λεωφορεύο ϋκανε κανονικό ςτϊςη για φαγητό ς’ ϋνα καινούργιο μαγαζύ, με βενζινϊδικο τησ ελληνικόσ ΕKΟ. Υϊγαμε ςτα γρόγορα ϋνα αξϋχαςτο ταςκεμπϊπ ςούπα, η Βϊςω και ϋνα πιϊτο αριςτούργημα με φιλετϊκια εγώ. Για 10 ευρώ, περύπου...


΢το Μπερϊτι Υτϊνοντασ ςτο Μπερϊτι, ςτισ 2 το μεςημϋρι, μετϊ από ϋνα ταξύδι 177 χιλιομϋτρων και 6 ωρών που θα μεύνει ανεξύτηλο ςτη μνόμη μασ, πόγαμε ςτο Tomorri, το μεγϊλο ξενοδοχεύο τησ κεντρικόσ πλατεύασ, απομεινϊρι τησ εποχόσ του κρατικού «ςοςιαλιςμού». Μασ ζότηςαν 50 ευρώ το δύκλινο με πρωινό για ϋνα βρϊδυ, τουσ τα δώςαμε χωρύσ αντύρρηςη και πόγαμε να ξεκουραςτούμε. Σο απόγευμα, βγόκαμε ςτη πόλη. Επιςκεφθόκαμε αρχικϊ την αμφιθεατρικϊ χτιςμϋνη κατϊ την περύοδο τησ Οθωμανικόσ κυριαρχύασ Μανγκϊλεμ, την μουςουλμανικό ςυνοικύα και λύγο πριν νυχτώςει περϊςαμε τη καινούργια κρεμαςτό γϋφυρα και βγόκαμε ςτην Γκορύκα, την χριςτιανικό ςυνοικύα, από την ϊλλη όχθη του ποταμού Οςούμ. Προχωρώντασ ςτο κεντρικό δρομϊκι τησ ςυνοικύασ και μιλώντασ ελληνικϊ μεταξύ μασ βλϋπουμε ς’ ϋνα παρϊθυρο μια γιαγιϊ να ςταυροκοπιϋται, μη πιςτεύοντασ ςτ’ αυτιϊ τησ, ότι κϊποιοι ξϋνοι ςτο δρόμο μιλϊνε ελληνικϊ. ΢ταθόκαμε και τη χαιρετύςαμε. Σησ εύπαμε ότι εύμαςτε από την Ελλϊδα. ΢υνϋχιςε να ςταυροκοπιϋται, χωρύσ να μιλϊ. Σησ φαύνονταν τελεύωσ απύςτευτο. Προχωρόςαμε και βγόκαμε από τη χριςτιανικό ςυνοικύα, από την θρυλικό (όπωσ τησ Ωρτασ) παλιϊ πετρόκτιςτη γϋφυρα του ποταμού Οςούμ, που ϊρχιςε να χτύζεται το 1778 και ολοκληρώθηκε μετϊ από πολλϋσ περιπϋτειεσ το 1780. Σο Μπερϊτι, η αρχαύα Αντιπϊτρεια, εύναι μια από τισ παλαιότερεσ πόλεισ τησ Αλβανύασ, με ύχνη κατούκηςησ από την εποχό του χαλκού (4.000 π.Φ.). Από κει πϋραςαν πολλού και διϊφοροι κατακτητϋσ και μη. Όπωσ διϊβαςα αργότερα, ο ελληνικόσ ςτρατόσ βρϋθηκε να εύναι κυρύαρχοσ ςτο Μπερϊτι κατϊ τουσ Βαλκανικούσ πολϋμουσ, από το 1914 ϋωσ το 1916, πριν ταχθεύ το 1917 ςτο πλευρό των Ωγγλο-Γϊλλων ςυμμϊχων κατϊ τον Πρώτο Παγκόςμιο Πόλεμο και ςκεφτόμουνα: πόςα Ελληνϊκια να ϊφηςαν τα κοκαλϊκια τουσ εκεύ;


Σο πρώτο και μοναδικό βρϊδυ μασ ςτο Μπερϊτι το περϊςαμε κϊνοντασ βόλτεσ μαζύ με τουσ κατούκουσ ςτον κεντρικό πεζόδρομο και ψϊχνοντασ να βρούμε κϊπου να φϊμε. Διαπιςτώςαμε τελικϊ ότι δεν υπϊρχουν μαγαζιϊ για φαγητό (εςτιατόρια, ταβϋρνεσ, πιτςαρύεσ) ςτο επύπεδο του δρόμου, αλλϊ μόνο ςτον πρώτο όροφο, ςτο μπαλκόνι ό ςτη ταρϊτςα κϊποιων ξενοδοχεύων. Καθύςαμε τελικϊ ςε ϋνα απ’ αυτϊ, φϊγαμε καλϊ κι’ απολαύςαμε το αυγουςτιϊτικο φεγγϊρι να ξεπροβϊλλει ανϊμεςα από ϋνα μουςουλμϊνικο τζαμύ και από μια ορθόδοξη χριςτιανικό εκκληςύα. Σην επόμενη μϋρα ςηκωθόκαμε ςχετικϊ νωρύσ, ετοιμϊςαμε τα πρϊγματϊ μασ και μϋχρι τισ 2 το μεςημϋρι εύδαμε και το υπόλοιπο Μπερϊτι. Ξεκινόςαμε με μια βόλτα ςτον κεντρικό εμπορικό δρόμο και την κλειςτό αγορϊ, όπου δεν θα πρϋπει να ϋχουν αλλϊξει και πολλϊ από τισ αρχϋσ του περαςμϋνου αιώνα. Χϊρια, κρεμαςμϋνα κρϋατα, μοςχαροκεφαλϋσ, τυριϊ, λαχανικϊ, τςουβϊλια με όςπρια, καλαμπόκια, ρύζια κλπ, ςε ϋνα χώρο 100-150 τετραγωνικϊ μϋτρα. Ϊξω από την κλειςτό αγορϊ, 3-4 πρόβατα περύμεναν υπομονετικϊ να ϋρθει η ςειρϊ τουσ, ενώ κϊποιοσ, μϋςα ςε κϊτι γυϊλινα βϊζα γεμϊτα νερό, πουλούςε κϊτι πού ϋμοιαζε με βδϋλλεσ. Παραδύπλα φωτογρϊφηςα το καφϋ Μπραζύλ, ϋνα μαγαζύ–τρύπα που ϋκοβε καβουρδιςμϋνο καφϋ.

Περπατώντασ ςτη ςυνϋχεια ςτο κεντρικό δρόμο, φτϊςαμε ςτο «Μεςαιωνικό ΢ύμπλεγμα» (όπωσ αναφϋρεται ςε κϊποιο χϊρτη), το οπούο περιλαμβϊνει δύο πετρόκτιςτα κτύρια και ϋνα τζαμύ με τον μιναρϋ του. Κϊποιοσ εξαθλιωμϋνοσ φύλακασ μασ ϊνοιξε το τζαμύ, ςταθόκαμε ςτη πόρτα θαυμϊςαμε από μακριϊ τον θαυμϊςιο εςωτερικό διϊκοςμο, πόραμε μερικϋσ φωτογραφύεσ και περϊςαμε ςτο διπλανό κτύριο όπου ςτεγϊζονταν οι Περιφερειακϋσ Διοικητικϋσ Αρχαιολογικϋσ Τπηρεςύεσ. Εκεύ ςυναντόςαμε ϋνα νϋο Αλβανό που μύλαγε θαυμϊςια Αγγλικϊ (πολύ καλύτερα από τα δικϊ μασ), ο οπούοσ ανϋλαβε να μασ ξεναγόςει ςτο τρύτο κτύριο του «΢υμπλϋγματοσ», λϋγοντϊσ μασ ότι εύμαςτε οι πρώτοι ϋλληνεσ που ενδιαφϋρονται γι’ αυτό το κτύριο ςτο Μπερϊτι.


Αφού μασ ϋδωςε μερικϊ γενικϊ ςτοιχεύα για τισ τρεισ θρηςκευτικϋσ κοινότητεσ που ζουν αρμονικϊ εδώ και πολλούσ αιώνεσ ςτο Μπερϊτι, τουσ ΢ουνύτεσ Μουςουλμϊνουσ, τουσ Μπεκτϊςχισ και τουσ Ορθόδοξουσ Φριςτιανούσ, μασ εύπε ότι κι ο ύδιοσ ϋχει πατϋρα μουςουλμϊνο και μητϋρα χριςτιανό. Κατόπιν, μασ εξόγηςε ότι κατϊ τον 17ο αιώνα υπόρχε ςτο Μπερϊτι μια ςχετικϊ αναπτυγμϋνη εβραώκό κοινότητα, τησ οπούασ πολλϊ μϋλη κινόθηκαν αργότερα ςτη Θεςςαλονύκη. Ϊνα μϋλοσ αυτόσ τησ Κοινότητασ, ο ΢αμπατϊώ Ζϋβι (1620–1676) ϋγινε διϊςημοσ γιατύ διακόρυττε ότι εύναι ο Μεςςύασ. Μϊζεψε γύρω του αρκετούσ εβραύουσ από όλη την Ευρώπη, και ϋφτιαξε κϊτι ςαν παραςτρατιωτικό «ςϋχτα», που ονειρεύονταν να πϊνε ςτην Ιερουςαλόμ, ςτουσ Αγύουσ Σόπουσ. Οι Οθωμανού τον ςυνϋλαβαν και για πολλϊ χρόνια ο Μεςςύασ από το Μπερϊτι ϋμεινε ςτισ φυλακϋσ τησ Ινςταμπούλ. Αφού αναγκϊςτηκε να αςπαςτεύ το Ιςλϊμ, του επετρϊπη να ξαναγυρύςει ςτο Μπερϊτι, όπου επϋςτρεψε ςτον Ιουδαώςμό και πϋθανε ενώ ϋκανε κόρυγμα ςτο Ουλκύν. ΢τον τϊφο του, χτύςτηκε το 1780–’82 αυτό το τρύτο κτύριο του «Μεςαιωνικού ΢υγκροτόματοσ», το οπούο μασ ϊνοιξε και μασ ϋδειξε ο Αλβανόσ ξεναγόσ μασ. ΢την εύςοδο του ιςτορικού αυτού κτύςματοσ, υπϊρχουν επιγραφϋσ ςτα αραβικϊ με εμβατόρια και ποιόματα, από το «ςτρατό του Μεςςύα», ενώ πϊνω από τη πόρτα, δεξιϊ και αριςτερϊ, ϋχει χαραχτεύ ςε μϊρμαρο το γνωςτό αςτϋρι του Δαυύδ. Σο κτύριο αυτό αναφϋρεται ςε τουριςτικούσ οδηγούσ ωσ «Τekke of Helveti», «ϋνασ από τουσ πιο όμορφουσ τεκϋδεσ ςτα Βαλκϊνια», κι αυτό μου προξϋνηςε την επιθυμύα να μϊθω τι ακριβώσ ςόμαινε τότε «Σεκϋσ», δεδομϋνησ τησ κακόηχησ ςημαςύασ που ϋχει ςόμερα. Αναχωρώντασ από κει, πόραμε ϋνα Σαξύ για να πϊμε ςτο Κϊςτρο του Μπερϊτι, που δεςπόζει ςτη πόλη και εύναι ορατό από παντού. Πρόκειται για μια πραγματικό καςτροπολιτεύα που φιλοξϋνηςε εδώ και πολλούσ αιώνεσ τουσ κατούκουσ τησ πόλησ, από την εποχό του Βυζαντινού Δεςπότη τησ Ηπεύρου Μιχαόλ Κομνηνού Δούκα (1204–1215). Σο Κϊςτρο εύναι γεμϊτο βυζαντινϋσ εκκληςύεσ, ενώ ο Μητροπολιτικόσ ναόσ τησ Κούμηςησ τησ Θεοτόκου ϋχει μετατραπεύ ςε Μουςεύο για τον εξαύρετο αγιογρϊφο Ονούφριο, ο οπούοσ κατϊ τη διϊρκεια του 16ου–17ου αιώνα ϋγινε παςύγνωςτοσ ςτον ευρύτερο βαλκανικό χώρο. Ϊργα του βρύςκονται και ςε εκκληςύεσ τησ Καςτοριϊσ.


΢τη καςτροπολιτεύα του Μπερϊτι, ςυναντϊ κανεύσ και τα ερεύπια μουςουλμανικών εκκληςιών, όπωσ τα ερεύπια του Κόκκινου τζαμιού με τον κυκλικό μιναρϋ πού μοιϊζει με φουγϊρο. Αλλϊ ς’ αυτό το ςταυροδρόμι των πολιτιςμών, πρϋπει να διαθϋςει κανεύσ πολύ χρόνο, πολλϋσ μϋρεσ για να κατανοόςει τι ακριβώσ ϋχει ςυμβεύ ς’ αυτό τη πόλη. Για να μϊθει λεπτομϋρειεσ για το «Ρωμαώκό Μακελειό» που αναφϋρει ο ιςτορικόσ Λύβυοσ, όπου ςφαγιϊςτηκαν όλοι οι ϊνδρεσ ϊνω των 16 ετών, για τουσ περύφημουσ παλαιοχριςτιανικούσ κώδικεσ του Μπερϊτι του 4ου μ.Φ. αιώνα, για τισ βιοτεχνύεσ των κεντητών μεταξωτών Επιτϊφιων του 14ου και 15ου αιώνα, με τον ξαπλωμϋνο Φριςτό και τισ ελληνικϋσ επιγραφϋσ, για την όττα του ςτρατού του εθνικού όρωα τησ Αλβανύασ, του ΢κερντϋμπεη απ’ τουσ Σούρκουσ το 1455 και τη ςφαγό των Αλβανών ςτρατιωτών που ακολούθηςε. Προφανώσ δεν εύχαμε το χρόνο να μϊθουμε και να δούμε πολλϊ. Ϊτςι περιοριςτόκαμε, φεύγοντασ από το Κϊςτρο, να ςταθούμε ςτο Λαογραφικό- Εθνογραφικό Μουςεύο, ϋνα θαυμϊςιο διώροφο κτύριο με ανοιχτούσ ξύλινουσ εξώςτεσ, τυπικό δεύγμα τοπικόσ αρχιτεκτονικόσ κληρονομιϊσ του 18ου αιώνα.


Αποχωρώντασ απ’ το Μπερϊτι, ϋχοντασ μια φευγαλϋα εικόνα τησ νϋασ πόλησ μϋςα απ’ το Σαξύ που μασ πόγε ςτο Κϊςτρο, διαβϊςαμε κϊπου ότι το Μπερϊτι όταν γνωςτό για τη φιλύα μεταξύ κομμουνιςτών και εθνικιςτών που γεννόθηκε το 1943, μετϊ την ςυνθηκολόγηςη του Μουςολύνι κι ότι τον Οκτώβρη του ’44 εγκαταςτϊθηκε εκεύ η προςωρινό Κυβϋρνηςη του Εμβϋρ Φόντζα. Ϊτςι μπορϋςαμε να ερμηνεύςουμε την ύπαρξη ϋξω από το Κϊςτρο του Μπερϊτι ενόσ εντυπωςιακού κυκλικού μνημεύου από μπετόν ςτο οπούο όταν γραμμϋνο ϋνα απόςπαςμα κειμϋνου του Αντόνιο Γκρϊμςι ςτα Αλβανικϊ, με ημερομηνύα 1943–1944.

Ακόμη, διαβϊςαμε ότι μϋχρι το 1990, οπότε ϋκλειςαν οι μεγϊλεσ βιομηχανικϋσ επιχειρόςεισ, το Μπερϊτι και τα γύρω χωριϊ ζούςαν από την υφαντουργικό βιομηχανύα και την αγροτικό μεταποιητικό βιομηχανύα. Και ςόμερα, λύγα χιλιόμετρα πριν το κϋντρο τησ πόλησ, ςυναντϊσ ϋνα μεγϊλο ςυγκρότημα από μερικϊ γκρύζα βιομηχανικϊ κτύρια, τα περιςςότερα από τα οπούα εύναι εγκαταλειμμϋνα. Ονομϊζεται «Μϊο–Σςε–Σούνγκ» και κϊποτε εφοδύαζε ολόκληρη την Αλβανικό αγορϊ κυρύωσ με βαμβακερϊ υφϊςματα. Εκεύ δούλευαν μερικϋσ χιλιϊδεσ εργϊτεσ, κυρύωσ γυναύκεσ από τα γύρω χωριϊ. ΢όμερα οι περιςςότεροι απ’ αυτούσ και τα παιδιϊ τουσ προςπαθούν να βρουν τη τύχη τουσ ςτισ γειτονικϋσ χώρεσ.


Από το Μπερϊτι ςτα Σύρανα ΢το Μπερϊτι γνωρύςαμε κϊποιον νεαρό Αλβανό, που μασ μετϋφερε με το παλιό αυτοκύνητό του από το κϊςτρο ςτο Εθνογραφικό Μουςεύο, γιατύ όταν μεςημϋρι και δεν βρύςκαμε ταξύ με τύποτα. Δούλευε ςτην Αθόνα και όταν ευχαριςτημϋνοσ από τουσ Ϊλληνεσ. Όταν του εύπαμε ότι αρκετού Ϊλληνεσ εκμεταλλεύονται ϊγρια τουσ Αλβανούσ πού εργϊζονται γι’ αυτούσ, φτϊνοντασ μερικού ςτο ςημεύο, όταν δεν ϋχουν χαρτιϊ να μην τουσ πληρώνουν και να τουσ διώχνουν απειλώντασ τουσ ότι θα φωνϊξουν την Αςτυνομύα, μασ εύπε ότι αυτόσ δεν ϋχει ςυναντόςει ποτϋ κανϋνα ςυμπατριώτη του πού να του ςυνϋβη κϊτι τϋτοιο. Ϋταν πολύ ευγενικόσ και η φιλοςοφύα του όταν ότι αν φερθεύσ καλϊ θα ςου φερθεύ κι ο ϊλλοσ καλϊ. ΢το λεωφορεύο από το Μπερϊτι για τα Σύρανα, η Βϊςω ϋπιαςε τη κουβϋντα με ϋνα νϋο Αλβανό που όταν από ϋνα κοντινό χωριό και εύχε πϊει ςτο Μπερϊτι για τον Οδοντογιατρό. Δούλευε οικοδόμοσ ςτο Πόρτο-Ρϊφτη και μιλούςε καλϊ ελληνικϊ. Ϋταν ευχαριςτημϋνοσ κι’ αυτόσ με τον Ϊλληνα εργοδότη του, δούλευε χρόνια γι’ αυτόν. Σο πρόβλημα μ’ αυτόν όταν ότι δεν εύχε χαρτιϊ και όταν υποχρεωμϋνοσ κϊθε τόςο να μπαινοβγαύνει παρϊνομα ςτην Ελλϊδα και την Αλβανύα. Δύο μϋρεσ ϋκανε για να περϊςει τα ςύνορα και να φτϊςει ςτην Αθόνα. Σον ρωτόςαμε αν εύχε ποτϋ ςυλληφθεύ, αν εύχε ποτϋ μπλεξύματα με την αςτυνομύα. Μασ εύπε ναι, κι ότι ϋνασ Ϊλληνασ δικηγόροσ που του ςύςτηςε κϊποιοσ γνωςτόσ του, πόγε να του φϊει 1.500 ευρώ. Μασ εύπε ακόμα ότι ϋναν φύλο του τον ϋβαλαν 5 μόνεσ φυλακό ςτην Ελλϊδα γιατύ δεν εύχε χαρτιϊ. Σου εύπαμε αν γνωρύζει τισ οργανώςεισ ςτην Ελλϊδα που αςχολούνται με τουσ μετανϊςτεσ και μασ εύπε όχι. Σου δώςαμε το τηλϋφωνό μασ ςτην Αθόνα, και του εύπαμε ότι αν χρειαςτεύ κϊποιον δικηγόρο, μπορούμε να του βρούμε κϊποιον από το Δύκτυο Τποςτόριξησ Προςφύγων και Μεταναςτών. Μασ ευχαρύςτηςε, κατϋβηκε απ’ το λεωφορεύο και τρϊβηξε για το χωριό του. ΢το ύδιο λεωφορεύο μασ ϊνοιξε κουβϋντα ϋνασ ακόμη Αλβανόσ που δούλευε ςτην Ελλϊδα και όταν ευχαριςτημϋνοσ από τουσ Ϊλληνεσ. Εύχε γυρύςει ςτην Αλβανύα για τισ διακοπϋσ του και πόγαινε ςτο Δυρρϊχιο, όπου εύχε αγορϊςει ϋνα μικρό διαμϋριςμα, απ’ τισ οικονομύεσ τησ δουλειϊσ του. Μασ εύπε ότι το Δυρρϊχιο εύχε χτιςτεύ υπερβολικϊ, και ςε λύγο το διαπιςτώςαμε και μόνοι μασ. Πολυώροφεσ πολυκατοικύεσ ϋκρυβαν τη θϋα προσ τη θϊλαςςα από τον κεντρικό δρόμο, ςε ςημεύο που να μην καταλαβαύνεισ ότι εύναι παραθαλϊςςια πόλη. Σο Δυρρϊχιο, 39 χιλιόμετρα από τα Σύρανα, πλόρωνε ακριβϊ το τύμημα να αποτελεύ το μεγαλύτερο λιμϊνι τησ χώρασ και την κύρια πύλη θαλϊςςιασ επικοινωνύασ με τον ϋξω κόςμο και κυρύωσ με την Ιταλύα. Από το Δυρρϊχιο μϋχρι τα Σύρανα, γνώριςα τον Ϊντμοντ, που βοηθούςε τον οδηγό του λεωφορεύου. Όταν όρθε ςε μϋνα για τα ειςιτόρια, μου εύπε ότι εύναι 800 λεκ για τουσ δύο μασ, με τη Βϊςω, αλλϊ εμεύσ, ασ του δώςουμε 600 λεκ. Σον ευχαρύςτηςα δεύχνοντασ ότι εκτιμώ τη χειρονομύα του. Πιϊςαμε την κουβϋντα και τον ρώτηςα για το όνομϊ του. Μου εύπε ότι η οικογϋνειϊ του εύναι Καθολικού, που αποτελούν το 10% των Αλβανών. Σο ϊλλο 20% εύναι Φριςτιανού Ορθόδοξοι και το υπόλοιπο 70% εύναι Μουςουλμϊνοι. Μϋνει με τη γυναύκα του ςτην Αθόνα, ςτα Κϊτω Πατόςια και ότι πόγαιναν ςτα Σύρανα για να δουν την πεθερϊ του. Σον ρώτηςα αν ξϋρει κανϋνα ςχετικϊ φτηνό κεντρικό ξενοδοχεύο ςτα Σύρανα. Δεν όξερε και πόγε να ρωτόςει τον οδηγό. Ούτε κι αυτόσ όξερε. ΢τεναχωρόθηκε που δεν μπορούςε να μασ εξυπηρετόςει. Μασ πρότεινε αν θϋλουμε, όταν φτϊςουμε ςτα Σύρανα να πϊρουμε ϋνα Σαξύ και να μιλόςει αυτόσ ςτον οδηγό. Δεχτόκαμε, μιασ και δεν ξϋραμε λϋξη Αλβανικϊ και όταν η πρώτη φορϊ ςτο ταξύδι μασ αυτό που αιςθανόμαςτε ότι εκεύ δεν ξϋρουν όλοι ελληνικϊ. Υθϊνοντασ ςτα Σύρανα, ςτισ 6 το απόγευμα, μασ προςϋγγιςε ϋνασ πειρατόσ–ταξιτζόσ και ο Ϊντμοντ ϊρχιςε τισ ςυνεννοόςεισ μαζύ του. ΢την αρχό ο ταξιτζόσ πρότεινε να μασ πϊει ςε μια γνωςτό του οικογϋνεια. Αρνηθόκαμε. Ο ταξιτζόσ ϋλεγε διϊφορα ακατανόητα για μασ, οπότε ο Ϊντμοντ μασ εύπε ότι θα όταν καλύτερα να ερχόταν μαζύ μασ. Σου εύπαμε ότι δεν χρειαζόταν, αλλϊ αυτόσ επϋμενε. «Όπωσ μασ εξυπηρετόςατε εςεύσ ςτη χώρα ςασ, όταν εύχαμε ανϊγκη, όρθε η ώρα να ςασ εξυπηρετόςουμε και εμεύσ...», εύπε αφοπλιςτικϊ. Μιλούςε ςαν εκπρόςωποσ ενόσ ςυνόλου, ενόσ λαού ολόκληρου. Δεχθόκαμε, αιςθανόμενοι αναςφαλεύσ με τον ταξιτζό που


εύχαμε μπλϋξει. Μπόκαμε όλοι ςτο αυτοκύνητο και ξεκινόςαμε προσ το κϋντρο από τη Λεωφόρο Καβϊγιεσ. Σο πρώτο ξενοδοχεύο που μασ πόγε ο ταξιτζόσ, όθελε 80 ευρώ τη βραδιϊ το δύκλινο. Υύγαμε. ΢το δεύτερο, πόγε ο Ϊντμοντ να ρωτόςει και γύριςε να μασ πει ότι θϋλει 50 ευρώ. Δεχτόκαμε τη τιμό και πόγα να δω το δωμϊτιο, κουβαλώντασ και τη μεγϊλη βαλύτςα. Σότε ο ξενοδόχοσ διευκρύνιςε ότι ϋχει δωμϊτιο για μια βραδιϊ, όχι για δύο που θϋλαμε εμεύσ. Υύγαμε κι από κει. ΢τον δρόμο προσ το ταξύ που περύμενε, ο Ϊντμοντ προςπϊθηςε να πϊρει τη βαλύτςα απ’ το χϋρι μου. Δεν τον ϊφηςα. Αιςθανόταν ϋνοχοσ για τη ταλαιπωρύα μασ και προςπαθούςε να μου εξηγόςει ότι δεν ϋχει δικό του ςπύτι ςτα Σύρανα, μϋνει ςτη πεθερϊ του, αλλιώσ θα μασ φιλοξενούςε. Όταν επιςτρϋψαμε, ο ταξιτζόσ όταν όλο γκρύνια. Σου ϋδωςα να καταλϊβει ότι θα του δώςω κϊτι παραπϊνω απ’ αυτό που εύχαμε ςυμφωνόςει. «Όχι», μου εύπε ο Ϊντμοντ, «θα του δώςω εγώ, θα με πϊει ςτο ςπύτι μου». Μπόκαμε ξανϊ ςτο Σαξύ και αυτό τη φορϊ ο ταξιτζόσ μασ πόγε ςτη Λεωφόρο Ντουρϋςιτ. Ο Ϊντμοντ μασ εξόγηςε ότι εύναι καλό γειτονιϊ, κι ότι εκεύ υπϊρχουν δημόςια κτύρια, υπουργεύα και πρεςβεύεσ. ΢ταθόκαμε τυχερού. Βρόκαμε αμϋςωσ ϋνα καλούτςικο ξενοδοχεύο με 40 ευρώ τη βραδιϊ το δύκλινο. Πληρώνοντασ εγώ τον ταξιτζό, 100 λεκ επιπλϋον, ο Ϊντμοντ βρόκε την ευκαιρύα, ϊρπαξε τη μεγϊλη βαλύτςα και τη μετϋφερε ςτον χώρο υποδοχόσ του ξενοδοχεύου, μαλώνοντϊσ με γιατύ ϋδωςα κϊτι παραπϊνω ςτον ταξιτζό. Κατόπιν, ςυνεννοόθηκε ςτα Αλβανικϊ με τη γυναύκα–ξενοδόχο, που μιλούςε και κϊτι λύγα Αγγλικϊ, μασ χαιρϋτηςε εγκϊρδια και ϋφυγε ευχαριςτημϋνοσ. Ϊντμοντ, ςε ευχαριςτούμε. Δεν θα ςε ξεχϊςουμε ποτϋ. Ελπύζουμε να ςε ξαναδούμε ςτην Αθόνα και να ςου το ανταποδώςουμε. ΢επτϋμβριοσ 2008


Τςτερόγραφο ΢χεδύαζα να ολοκληρώςω το κεύμενο αυτό, με όςα εύδαμε και ακούςαμε τισ δυο μϋρεσ που παραμεύναμε ςτα Σύρανα. Σελικϊ ϊλλεσ υποχρεώςεισ δεν μου το επϋτρεψαν τότε, κι ϋτςι χϊθηκε η ευκαιρύα μιασ ϊμεςησ και φρϋςκιασ καταγραφόσ. Αυτό που θυμϊμαι ςόμερα εύναι ότι τα Σύρανα μασ φϊνηκαν μια αντιφατικό αλλϊ ενδιαφϋρουςα τελικϊ πόλη, ςτην κεντρικό περιοχό που γνωρύςαμε, με εμφανό τα ςημϊδια τησ ιταλικόσ παρϋμβαςησ ςτον πολεοδομικό ςχεδιαςμό, από την περύοδο πριν το 1940: λεωφόροι με δεντροςτοιχύεσ που για την διϊνοιξό τουσ χρειϊςτηκε να εξαφανιςτούν ολόκληρεσ φτωχογειτονιϋσ, αλλϊ και ςτενϊ αςυνϊρτητα δρομϊκια, ακόμη και χωματόδρομοι που φαύνεται να προϋκυψαν τυχαύα μετϊ την διϊνοιξη των λεωφόρων. Κϊποιοι δρόμοι με καταςτόματα ςτην κεντρικό περιοχό, θύμιζαν αντύςτοιχουσ ευρωπαώκούσ: ωραύεσ βιτρύνεσ, καφετϋριεσ με δυνατό μουςικό, τραπϋζια, καρϋκλεσ και καναπϋδεσ ςτα πεζοδρόμια, γεμϊτοι νϋα παιδιϊ, που φαύνεται να το διαςκϋδαζαν. Πολυκατοικύεσ παρόμοιεσ με τισ ελληνικϋσ, ςυχνϊ με τολμηρϊ χρωματιςμϋνεσ προςόψεισ, αλλϊ και ιςόγεια φτωχικϊ ςπιτϊκια. Ακόμη, ενδιϊμεςα, υπολεύμματα από όμορφα νεοκλαςικϊ αρχοντικϊ του μεςοπολϋμου που ανόκαν ςε ιταλούσ επιχειρηματύεσ και αλβανούσ αςτούσ, τα οπούα θα ϋπρεπε να ϋχουν κηρυχτεύ διατηρητϋα. Σισ μϋρεσ που βρεθόκαμε ςτα Σύρανα ϋκανε αφόρητη ζϋςτη. Πόραμε ϋνα ταξύ από την κεντρικό πλατεύα, και ζητόςαμε ςτον ηλικιωμϋνο οδηγό –που μιλούςε ϊπταιςτα ελληνικϊ, όπωσ όλοι ςχεδόν– να μασ πϊει ςε κϊποιο πϊρκο που να ϋχει λύγη δροςιϊ. Μασ πόγε νότια, κοντϊ ςτο μεγϊλο γόπεδο ποδοςφαύρου και μασ ϋδωςε το κινητό τηλϋφωνό του να ϋρθει να μασ πϊρει όταν τελειώςουμε την βόλτα μασ. Θυμϊμαι ότι μεύναμε ϋκπληκτοι με το πολύ μικρό αντύτιμο που μασ ζότηςε. Σου ζητόςαμε να μασ προτεύνει ϋνα καλό εςτιατόριο για φαγητό και μασ ϊφηςε ςϋνα παλιό ανακαινιςμϋνο διώροφο, ςτο κϋντρο. Σο εςτιατόριο το ϋλεγαν «Κορυτςϊ», ςτα αλβανικϊ βϋβαια, εύχε θαυμϊςιο φαγητό και όταν πολύ «ατμοςφαιρικό». Ψραύα χρώματα, απλό επύπλωςη, διϊςπαρτα παλιϊ αντικεύμενα και αςπρόμαυρεσ φωτογραφύεσ από την Κορυτςϊ, ενόσ ιταλού φωτογρϊφου «με ϊποψη». Σο επόμενο μεςημϋρι φϊγαμε ξανϊ ςτο ύδιο εςτιατόριο. Μασ ϊρεςε το φαγητό, εύδαμε προςεκτικϊ τισ φωτογραφύεσ, φωτογρϊφηςα την Βϊςω μϋςα εκεύ και ςυμφωνόςαμε ότι ςτο επόμενο ταξύδι μασ ςτην Αλβανύα πρϋπει να περϊςουμε οπωςδόποτε από την Κορυτςϊ… Αν ξαναβρεθώ ςτα Σύρανα θα ψϊξω να βρω τον χώρο αυτό. Ελπύζω να υπϊρχει ακόμη.


Από τα Σύρανα φύγαμε κατϊ τισ 6 το απόγευμα με ϋνα θηριώδεσ, ολοκαύνουργο πούλμαν μιασ ελληνικόσ εταιρύασ, τησ JOY TRAVEL, γεμϊτο με αλβανικϋσ οικογϋνειεσ που επϋςτρεφαν ςτην Ελλϊδα μετϊ τισ διακοπϋσ του δεκαπενταύγουςτου. Εύμαςτε οι μοναδικού ϋλληνεσ μϋςα ς’ αυτό. Διαςχύςαμε «μονορούφι» τουσ ςτενούσ και ακατϊλληλουσ γι’ αυτό το πούλμαν δρόμουσ του εθνικού οδικού δικτύου τησ Αλβανύασ και κατϊ τισ 7 το πρωύ τησ επόμενησ μϋρασ φτϊςαμε ςτην Αθόνα, αφού χρειϊςτηκε να περιμϋνουμε 2-3 ώρεσ για να περϊςουμε από τον ϋλεγχο ςτα ςύνορα, ςτην Κακαβιϊ. Παρόλη την ταλαιπωρύα μασ, εύχαμε την αύςθηςη ότι προλϊβαμε και κϊναμε ϋνα ταξύδι «μοναδικό», ς’ ϋνα κόςμο που ςε λύγα χρόνια δεν θα εύναι όπωσ ςόμερα. 1 Δεκεμβρύου 2011



Ίχνη - Ταξίδι στην Αλβανία