Issuu on Google+

ΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ Το πέτρινο δάσος © Υπουργείο Πολιτισµού και Τουρισµού Τα Μετέωρα αποτελούν, µετά το Άγιο ΄Ορος, το µεγαλύτερο και µε συνεχή παρουσία από την εποχή της εγκατάστασης των πρώτων ασκητών µέχρι σήµερα µοναστικό σύνολο στον ελλαδικό χώρο. Από τις ιστορικές µαρτυρίες συµπεραίνουµε ότι οι µονές των Μετεώρων ήταν στο σύνολό τους τριάντα. Από τις τριάντα αυτές µονές οι έξι λειτουργούν έως σήµερα και δέχονται πλήθος προσκυνητών. Υπάρχουν όµως και πολλά µικρότερα µοναστήρια εγκαταλελειµµένα. Τα περισσότερα από αυτά είχαν ιδρυθεί στον 14ο αι. Η ονοµασία Μετέωρα είναι νεότερη και δεν αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς. Το όνοµά τους το οφείλουν στον Άγιο Αθανάσιο τον Μετεωρίτη, κτήτορα της µονής της Μεταµόρφωσης του Σωτήρος (Μεγάλο Μετέωρο), ο οποίος ονόµασε έτσι τον «πλατύ λίθο›,


στον οποίο ανέβηκε για πρώτη φορά το 1344. Σύµφωνα µε την επικρατούσα άποψη, οι πρώτοι αναχωρητές εγκαταστάθηκαν στην περιοχή το 12 αι. Στα µέσα του 14ου αι. ο µοναχός Νείλος συγκέντρωσε τους µοναχούς που ζούσαν αποµονωµένοι σε σπηλιές των βράχων, γύρω από την σκήτη της Δούπιανης οργανώνοντας έτσι τον µοναχισµό στα Μετέωρα. Η κατάκτηση της Θεσσαλίας από τους Οθωµανούς Τούρκους (1393) και η βαθµιαία κατάρρευση και τελική πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας επέφεραν κατά το 15ο αι. µια κάµψη στη µοναστική ζωή των Μετεώρων. Κατά το τελευταίο τέταρτο του 15ου αι. παρατηρείται µια ανάκαµψη, που σηµατοδοτείται από τη ίδρυση της µονής της Αγίας Τριάδας (1475/76) και την τοιχογράφηση του παλαιού καθολικού του Μεγάλου Μετεώρου (1483). Η ακµή των Μετεώρων θα συντελεστεί τον επόµενο αιώνα, κατά τον οποίο ιδρύονται νέα µοναστήρια, ανεγείρονται νέα καθολικά και


άλλα µοναστηριακά κτίσµατα, τα περισσότερα από τα οποία κοσµούνται µε εξαιρετικής τέχνης αγιογραφίες. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας στη Θεσσαλία (1393-1881) τα µετεωρίτικα µοναστήρια λειτούργησαν ως τόποι ελπίδας. Στις αρχές του 19ου αι. τα στρατεύµατα του Αλή-Πασά, επέφεραν καταστροφές και λεηλασίες σε πολλά από αυτά (Μονή Υπαπαντής, Μονή Αγίου Δηµητρίου κ. ά.). Τα έξι επισκέψιµα µοναστήρια των Μετεώρων, είναι σήµερα αναστηλωµένα και µε συντηρηµένο στο µεγαλύτερο µέρος τους τον τοιχογραφικό τους διάκοσµο. Το 1989 η Unesco ενέγραψε τα Μετέωρα στον κατάλογο των Μνηµείων της Παγκόσµιας Κληρονοµιάς, ως ένα ιδιαίτερης σηµασίας πολιτιστικό και φυσικό αγαθό. Λίγο µετά την Καλαµπάκα βρίσκεται το γραφικό χωριό Καστράκι, που εκτείνεται στη βάση των γιγάντιων βράχων των Μετεώρων. Οι επιβλητικοί, ξεκοµµένοι µεταξύ τους βράχοι, των οποίων το ύψος φτάνει σε ορισµένες περιπτώσεις τα 400 µ., αποτελούν ένα µοναδικό γεωλογικό φαινόµενο. Καλύπτουν µια έκταση τριάντα περίπου χιλιοµέτρων. Η ανδρική µονή του Αγίου Νικολάου του Άσµενος ή Αναπαυσά είναι το πρώτο µοναστήρι που συναντά κανείς ακολουθώντας το δρόµο από το Καστράκι προς τα Μετέωρα. Επίσηµοι κτήτορες της µονής θεωρούνται ο µητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος (+1150) και ο Έξαρχος (Πρωτοσύγγελος) Σταγών Νικάνορας. Ο περιορισµένων διαστάσεων ναός, είναι ένας


σταυροειδής εγγεγραµµένος ναός του συνεπτυγµένου τύπου. Ο ζωγραφικός διάκοσµος του καθολικού εκτελέστηκε το 1527 από τον περίφηµο κρητικό µοναχό και εκπρόσωπο της κρητικής Σχολής Θεοφάνη Στρελίτζα ή Μπαθά. Η αναστήλωση του µοναστηριού που λόγω της ερήµωσης είχε αρχίσει να καταρρέει άρχισε το 1960 ενώ η συντήρηση των τοιχογραφιών του το 1961. Η µονή του Ρουσάνου ή Αρσάνη βρίσκεται πάνω στο δρόµο που οδηγεί από το Καστράκι στα Μετέωρα. Σύµφωνα µε κάποιες µαρτυρίες η µονή ιδρύθηκε το 1288 από τους µοναχούς Νικόδηµο και Βενέδικτο, ωστόσο επικρατέστερη είναι η άποψη πως ιδρυτές της ήταν πρίν από το 1545 οι ηπειρώτες µοναχοί Μάξιµος και Ιωάσαφ. Το καθολικό, αφιερωµένο στην Μεταµόρφωση του Σωτήρος είναι ένας αγιορείτικου τύπου ναός, της παραλλαγής του δικιόνιου. Η αγιογράφηση του ναού έγινε το 1560/61. Στο µοναστηριακό συγκρότηµα υπάρχει ένας ακόµη ναΐσκος, αφιερωµένος στην Αγία Βαρβάρα. Η µονή υπέστη αρκετές λεηλασίες και αρπαγές κειµηλίων και χειρογράφων κατά την περίοδο 1941-1944. Το 1986 εγκαταστάθηκε στη µονή γυναικεία αδελφότητα. Παλιότερα η ανάβαση στη µονή γινόταν µε ανεµόσκαλες ή µε κάποιες ξύλινες γέφυρες, αλλά το 1936 κατασκευάστηκαν οι δύο σταθερές γέφυρες που συνέδεσαν το µοναστήρι µε τους άλλους µικρότερους βράχους. Η ανδρική µονή της Μεταµόρφωσης του Σωτήρος, που πιο συχνά αποκαλείται «Μεγάλο Μετέωρο?, είναι κτισµένη στο δυτικό τµήµα των Μετεώρων, πάνω στο ψηλότερο και µεγαλύτερο βράχο, τον «Πλατύ Λίθο?. Στα αριστερά της εισόδου στο Μεγάλο Μετέωρο βρίσκεται το ασκηταριό του Αγίου Αθανασίου του Μετεωρίτου. Τον 14ο αι. κτίστηκε από


τον Αθανάσιο και συµπληρώθηκε από το µοναχό Ιωάσαφ, πρώην πρίγκηπα και γιό του Σέρβου βασιλιά Συµεών Ούρεση, το ιερό του σηµερινού καθολικού που αποτελούσε και το παλαιό καθολικό της µονής. Το παλιό αυτό καθολικό αγιογραφήθηκε το 1483. Στα 1544/45 κτίστηκε το σηµερινό καθολικό, που ακολουθεί το γνωστο αρχιτεκτονικό αθωνίτικο τύπο, και το οποίο συµπεριέλαβε το παλαιό καθολικό. Το νέο καθολικό τοιχογραφήθηκε στα 1552, πιθανότατα από το ζωγράφο Ζώρζη. Στο µοναστήρι υπάρχει επίσης τράπεζα, µαγειρείο και νοσοκοµείο το οποίο αναστηλώθηκε τα τελευταία χρόνια. Η ανάβαση γινόταν µε ανεµόσκαλα ή µε δίχτυ. Το 1923 κατασκευάστηκαν στον βράχο µια σήραγγα και λαξευτά σκαλοπάτια που οδηγούν στη µονή. Η µονή των Αγίων Πάντων ή Βαρλαάµ είναι το δεύτερο µεγάλο µοναστήρι των Μετεώρων. Μετά την είσοδο ένας καµαροσκέπαστος διάδροµος οδηγεί τον επισκέπτη στη µικρή κλιµακωτή αυλή µε τη θαυµάσια θέα. Στα ανατολικά βρίσκεται το νοσοκοµείο µε τον µικρό ναό των Αγίων Αναργύρων, στα βόρεια το καθολικό των Αγίων Πάντων, ο ξενώνας, κελλιά, βοηθητικοί χώροι και ο πύργος για το βριζόνι και προς τα δυτικά το παλιό µαγειρείο, η τράπεζα, ο ναός των Τριών Ιεραρχών και κελλιά. Το όνοµα της µονής οφείλεται στον µοναχό Βαρλαάµ, ο οποίος ήταν ο πρώτος, το 1350, που ανέβηκε στο βράχο και έκτισε εκεί ένα µικρό ναό των Τριών Ιεραρχών και µερικά κελλιά. Το 1518 εγκαταστάθηκαν στο βράχο, που στο µεταξύ είχε ερηµωθεί, οι γιαννιώτες αδελφοί Νεκτάριος και Θεοφάνης που έκτισαν εκ νέου το ναό των Τριών Ιεραρχών και αργότερα τους ναούς των Αγίων Πάντων και του Αγίου Ιωάννη του Προδρόµου. Το καθολικό που τιµάται στη µνήµη των Αγίων Πάντων είναι αγιορείτικου τύπου, κτίστηκε το 1541/42 και τοιχογραφήθηκε πιθανότατα από το


Φράγκο Κατελάνο, το 1548. Ο νάρθηκας του καθολικού ιστορήθηκε στα 1566 από τους Θηβαίους αγιογράφους Γεώργιο ιερέα και σακελλάριο Θηβών και τον αδελφό του Φράγκο Κονταρή. Η ανάβαση στην ανδρική µονή των Αγίων Πάντων ή Βαρλαάµ γινόταν παλιότερα µε τη βοήθεια τεσσάρων διαδοχικών ανεµόσκαλων, αργότερα µε δίχτυ και σήµερα µε τη λαξευµένη στο βράχο σκάλα που κατασκευάστηκε το 1923. Η µονή της Αγίας Τριάδος ιδρύθηκε από το µοναχό Δοµέτιο το 1438 ή σύµφωνα µε µια δεύτερη άποψη το 1476. Το καθολικό της µονής είναι ένας δικιόνιος σταυροειδής ναός µε χαµηλό τρούλο µε µεταγενέστερο νάρθηκα (1689). Οι τοιχογραφίες του νάρθηκα εκτελέστηκαν το 1692, ενώ του καθολικού στα 1741, καλύπτοντας όµως ένα παλαιότερο στρώµα τοιχογραφιών. Το λαξευτό στο βράχο παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννη του Προδρόµου είναι ένα κυκλικό ναΰδριο που βρίσκεται αριστερά, αµέσως µετά την είσοδο στη µονή. Χτίστηκε και αγιογραφήθηκε το 1682. Στη διάρκεια της κατοχής (1941-44) οι µοναχοί εκδιώχθηκαν και η µονή της Αγίας Τριάδος παρέµεινε έρηµη έως το 1961. Το µοναστήρι ανακαινίστηκε το 1972. Παλιότερα η ανάβαση γινόταν µε δίχτυ ή ανεµόσκαλα. Σήµερα στη µονή ανεβαίνει κανείς από µια λαξευµένη στο βράχο σκάλα που κατασκευάστηκε το 1925 ή µε τον εναέριο µεταφορέα (τελεφερίκ) που κατασκευάστηκε το 1970. Η γυναικεία µονή του Αγίου Στεφάνου είναι χτισµένη στο νοτιότερο βράχο των Μετεώρων, πάνω ακριβώς από την πόλη της Καλαµπάκας. Σύµφωνα µε την παράδοση ο βράχος κατοικήθηκε από το 1192, ενώ η µονή αναπτύχθηκε πλήρως το 14ο αι. Κτήτορας της µονής


θεωρείται ένας γόνος της οικογένειας των Καντακουζηνών, ο Αντώνιος. Δεύτερος κτήτορας και ανακαινιστής του αρχικού καθολικού της µονής, γύρω στα µέσα του 16ου αι. ήταν ο µοναχός Φιλόθεος. Το 1545 η µονή έγινε σταυροπηγιακή, προνόµιο που διατηρήθηκε για 200 χρόνια περίπου. Το σηµερινό καθολικό της µονής που χρονολογείται, βάσει επιγραφής στα 1798, είναι αγιορείτικου τύπου και τιµάται στην µνήµη του Αγίου Χαραλάµπους. Το παλιό καθολικό, ένας µονόχωρος ναός, που είναι αφιερωµένος στον Άγιο Στέφανο χτίστηκε το 1350 και τοιχογραφήθηκε στα µέσα του 16ου αι. Διατηρούνται επίσης σε κατάσταση τέτοια που µπορεί κανείς να τα επισκεφθεί υπό ορισµένες προϋποθέσεις τα εξής µοναστήρια: Μονή της Υπαπαντής: Βασιλική µονόκλιτη σταυρεπίστεγη µε τοιχογραφίες του 1367 στον κυρίως ναό και του 1784 στο νάρθηκα. Εγκαταλείφθηκε το 1809 όταν τα στρατεύµατα του Αλή Πασά συνέλαβαν τον τοπικό ήρωα Παπαθύµιο Βλαχάβα, κατέστρεψαν την µονή του Αγίου Δηµητρίου που ήταν το καταφύγιο και στρατηγείο του και λίγο µετά συνέλαβαν τους ηγουµένους όλων των µονών των Μετεώρων και «βούλωσε τα µοναστήρια?. Μονή Αγίου Νικολάου Μπάντοβα: Βρίσκεται στη θέση «Κοφίνια?, σε µια κάπως ευρύχωρη σπηλιά πάνω στον βράχο Μπάντοβα, νοτιανατολικά από το Καστρακί και βορειοδυτικά της Καλαµπάκας. Το µοναστήρι που ιδρύθηκε το 14ο αι. ήταν ήδη µισοκατεστραµµένο όταν βοµβαρδίστηκε το 1943 από τους Γερµανούς. Σωζόταν µέχρι τις µέρες µας ο ναΐσκος της


µονής, ενώ τα τελευταία χρόνια αναστηλώθηκαν τα κελλιά µε έξοδα της µονής Αγίας Τριάδος. Η Δούπιανη, σήµερα ναός της Ζωοδόχου Πηγής: Βρίσκεται βορειοδυτικά του Καστρακίου. Μικρή µονόχωρη βασιλική, στην οποία διακρίνονται δύο οικοδοµικές φάσεις, η πρώτη του 12ου αι. και η δεύτερη του 1861. Πρόκειται για τη σκήτη των Σταγών-Δούπιανης, που ίδρυσε ο µοναχός Νείλος. Μονή Αγίου Γεωργίου του Μανδηλά: Στα δυτικά του Βράχου του Αγίου Πνεύµατος. Πιθανότατα κτίστηκε το 1367 από τον µοναχό Νείλο. Σώζεται µόνο ένας µικρός ναός λαξευµένος στο βράχο, που πρωτοκατοικήσε ο Αθανάσιος ο Μετεωρίτης. Από το ζωγραφικό διάκοσµο του ναού σώζονται οι παραστάσεις του Χριστού και του Αγίου Γεωργίου. Το 1966 η µονή καταστράφηκε από πυρκαγιά. Μονή του Αγίου Πνεύµατος ή µονή των Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ: Θεωρείται η αρχαιότερη µονή των Μετεώρων. Βρίσκεται νοτιοανατολικά της µονής Αγίου Γεωργίου του Μανδηλά. Ο Ν. Βέης ταυτίζει τη µονή µε το «Στύλο Σταγών? στον οποίο έµεινε για λίγο ο Αθανάσιος ο Μετεωρίτης µε το Γέροντά του Γρηγόριο, όταν ήρθαν από το Άγιον Όρος. Σώζεται µόνο ο ναΐσκος που είναι λαξευτός στο βράχο και στον οποίο σώζεται η λάρνακατάφος του κτήτορα. Απέναντι από το ναΐσκο σώζονται ερειπωµένα κελλιά.


Μονή Μεγάλου Μετεώρου Η Μονή του Μεγάλου Μετεώρου είναι µία από τις παλαιότερες και η µεγαλύτερη από τις υπάρχουσες σήµερα µετεωρίτικες µονές. Η µονή ιδρύθηκε λίγο πριν από τα µέσα του 14ου αι., από τον Όσιο Αθανάσιο τον Μετεωρίτη, πάνω στο βράχο που ονοµαζόταν "Πλατύς Λίθος" και που ο ίδιος ονόµασε "Μετέωρο". Εκεί έκτισε το ασκητικό του καταφύγιο, οργάνωσε την πρώτη συστηµατική µοναστική κοινότητα µε αυστηρή τυπική µορφή κοινοβίου και οικοδόµησε ναό αφιερωµένο, όπως και η µονή στην Παναγία (Παναγία της Μετεωρίτισσας Πέτρας). Αργότερα όταν η µοναχική κοινότητα αυξήθηκε ο Αθανάσιος έκτισε νέο καθολικό. Δεύτερος κτήτορας της µονής και συνεχιστής του έργου του Αθανασίου υπήρξε ο µαθητής του και πρώην Σέρβος ηγεµόνας Ιωάννης Ούρεσης Άγγελος Κοµνηνός Δούκας ο


Παλαιολόγος, ο µετέπειτα µοναχός Όσιος Ιωάσαφ, που το 1387/88 οικοδόµησε, στη θέση του ναού που έχτισε ο Αθανάσιος, νέο ναό που αποτέλεσε το καθολικό της µονής. Στα µέσα του 16ου αι. η µονή γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση. Ο οικουµενικός πατριάρχης Ιερεµίας Α΄ (1522-1546) κατοχύρωσε µε σιγίλλιο τα προνόµια και την πλήρη ανεξαρτησία της µονής κατά το πρότυπο των µονών του Αγίου Όρους. Στα 1544/5 ανεγέρθηκε νέος ναός µε λιτή, αφιερωµένος στη Μεταµόρφωση του Σωτήρος. Στο νέο ναό ενσωµατώθηκε ως Ιερό Βήµα το παλαιό καθολικό. Η τοιχογράφηση του κυρίως ναού έγινε στα 1552 µε πρωτοβουλία του ηγουµένου Συµεών, ο οποίος στα 1557 έκτισε και την τράπεζα της µονής. Για τις δραστηριότητές του αυτές ο ηγούµενος Συµεών θεωρείται ως ο τρίτος κτήτορας. Κατά τη δεύτερη δεκαετία του 16ου αι. κατασκευάστηκε ο πύργος και η αρχική κλίµακα ανόδου, µια ξύλινη ανεµόσκαλα προσαρµοσµένη στο βράχο. Το 1572 ανεγέρθηκε το γηροκοµείο, το 1789 το παρεκκλήσι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και το 1791 κατασκευάστηκε το ξυλόγλυπτο τέµπλο του καθολικού. Στα 1806 κατασκευάστηκε νέα σειρά κελλιών, τα οποία σήµερα έχουν ανακατασκευαστεί. Στα 1809 ο ηγούµενος της µονής Παρθένιος Ορφίδης φυλακίζεται στα Ιωάννινα από τον Αλή Πασά, προφανώς γιατί η µονή του Μεγάλου Μετεώρου, όπως και οι υπόλοιπες των Μετεώρων είχε υποθάλψει το κίνηµα του ιερέα Θύµιου Βλαχάβα. Έκτοτε οι µονές των Μετεώρων γνώρισαν την εκδικητική µανία του Πασά των Ιωαννίνων και των τηλεβόλων των Τουρκαλβανών. Η µονή κατάφερε να επιβιώσει µέσα από περιπέτειες, επιδροµές, λεηλασίες, πυρκαγιές και φυσικές καταστροφές µέχρι τις µέρες µας.


Ο επισκέπτης προσεγγίζει σήµερα τη µονή από µια κατηφορική και στη συνέχεια από µια κλίµακα ανόδου. Εισερχόµενος κανείς στο εσωτερικό συναντά δεξιά τον πύργο του βριζονίου, που στέγαζε το µηχανισµό για το δίχτυ, το οποίο παλαιότερα χρησιµοποιούσαν οι µοναχοί για την πρόσβασή τους στη µονή, καθώς και το βαγεναρείο, δηλαδή το κελάρι της µονής, που σήµερα έχει διαµορφωθεί σε µουσείο αντικειµένων καθηµερινής ζωής. Προχωρώντας ψηλότερα, αριστερά συναντάµε την εστία, την τράπεζα και ανατολικά της το νοσοκοµείο και γηροκοµείο το οποίο κτίστηκε το 1572. Δεξιά βρίσκονται το καθολικό και τα παρεκκλήσια. Το καθολικό απαρτίζεται από τρία µέρη. Το αρχαιότερο καθολικό που ιδρύθηκε από τον Όσιο Αθανάσιο, επανακτίστηκε στα 1387/8 από τον Όσιο Ιωάσαφ και ενσωµατώθηκε ως Ιερό Βήµα στον µεταγενέστερο καθολικό, που ανεγέρθηκε στα 1544/5 ακολουθώντας τον αθωνίτικο τύπο (τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραµµένος µε κόγχες, τους λεγόµενους χορούς, και λιτή στη δυτική του πλευρά). Ο ζωγραφικός διάκοσµος της µονής έγινε σε τρείς φάσεις. Από την πρώτη φάση, του 14ου αι., διατηρείται µόνο η σκηνή της Δευτέρας Παρουσίας στην εξωτερική πλευρά του βόρειου τοίχου του παλαιού καθολικού. Στη δεύτερη φάση, το 1483, αγιογραφήθηκε το παλαιό καθολικό, δηλαδή το σηµερινό ιερό βήµα µε εξαίρεση ορισµένες παραστάσεις, οι οποίες ανάγονται στην τρίτη ζωγραφική φάση, αυτής του 1552 που έγιναν και οι τοιχογραφίες του νέου καθολικού και της λιτής. Οι καλλιτέχνες του ζωγραφικού διακόσµου είναι ανώνυµοι, ωστόσο το τεχνοτροπικό ιδίωµα των καλλιτεχνών του νέου καθολικού και της λιτής προδίδει τη στενή σχέση τους µε την "Κρητική Σχολή" και δή τον Θεοφάνη, µαθητής του οποίου υπήρξε


πιθανότατα, ο επίσης κρητικός ζωγράφος Τζώρτζης που κατά την επικρατέστερη άποψη είναι ο δηµιουργός τους. Στην νότια πλευρά του ιερού βήµατος είναι προσκολληµένο το παρεκκλήσσιο του Τιµίου Προδρόµου, ένας µικρός θολωτός χώρος, ο οποίος κατά καιρούς δέχτηκε διάφορες δοµικές επεµβάσεις. Οι αγιογραφίες του χρονολογούνται στα 1682. Σε µικρή απόσταση νοτιοδυτικά του καθολικού είναι κτισµένο το παρεκκλήσιο των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ένας µονόχωρος, τρουλαίος, ναός που χτίστηκε το 1789. Μονή Ρουσάνου Μετεώρων Η επωνυµία της µονής Ρουσάνου είναι ανεξακρίβωτη, µε πιθανότερη την εκδοχή να οφείλεται στον πρώτο οικιστή του βράχου ή στον κτήτορα του αρχικού ναού. Ο βράχος που αναφέρεται µε το όνοµα Ρουσάνου κατοικήθηκε από τις αρχές του 16ου αι. και σ΄αυτόν ιδρύθηκε µονή κατά τον 14ο αι. Το µοναστήρι όµως πήρε τη σηµερινή του µορφή στα µέσα του 16ου αι, όταν οι αδελφοί Ιωάσαφ και Μάξιµος από την Ήπειρο στα πλαίσια της γενικής ανακαίνισης της µονής ξαναέκτισαν, µε τη συγκατάθεση του µητροπολίτη Λαρίσης Βησσαρίωνα και του ηγουµένου της µονής Μεγάλου Μετεώρου, το ερειπωµένο τότε καθολικό που ήταν αφιερωµένο στη Μεταµόρφωση του Σωτήρος. Το καθολικό που κτίστηκε, από τους Γιαννιώτες αδελφούς το 1545, και αγιογραφήθηκε, επί ηγουµένου Αρσενίου το 1560, είναι αφιερωµένο µέχρι και σήµερα στη Μεταµόρφωση του Σωτήρος, αλλά τιµάται και στη µνήµη της Αγίας Βαρβάρας. Η µονή αποτέλεσε καταφύγιο


κατατρεγµένων ατόµων και οικογενειών κατά τις διάφορες ιστορικές περιπέτειες του έθνους. Κατά το 19ο αι. το µοναστήρι παρήκµασε και περιέπεσε σε ερηµητήριο για τους µοναχούς της µονής Βαρλαάµ. Σήµερα µετά την αναστήλωσή της, κατά την δεκαετία του 1980, από την Αρχαιολογική Υπηρεσία λειτουργεί ως γυναικείο µοναστήρι. Η µονή βρίσκεται στο δρόµο από το Καστράκι προς τα Μετέωρα ανάµεσα στις µονές Αγίου Νικολάου Αναπαυσά και Βαρλαάµ. Η ανάβαση στη µονή αρχικά γινόταν µε ανεµόσκαλα ενώ σήµερα γίνεται µε τη βοήθεια κλίµακας και δύο στερεών γεφυρών, οι οποίες κατασκευάστηκαν το 1930 και αντικατέστησαν την παλιότερη ξύλινη γέφυρα που είχε κατασκευαστεί το 1868. Το κτηριακό συγκρότηµα καλύπτει ολόκληρο το πλάτωµα της κορυφής του απότοµου βράχου. Η µονή αποτελείται από ένα τριώροφο συγκρότηµα, µε το καθολικό και κελλιά στο ισόγειο και µε χώρους υποδοχής (αρχονταρίκι), άλλα κελλιά και βοηθητικούς χώρους στους άλλους δύο ορόφους. Το καθολικό της µονής που κτίστηκε το 1545 είναι ένας σταυροειδής, δικιόνιος, αγιορείτικου τύπου ναός µε λιτή, ένα σχεδόν τετράγωνο χώρο που καλύπτεται µε ελαφρά ελλειψοειδή θόλο. Ο ζωγραφικός διάκοσµος


του καθολικού έγινε το 1560 και αποτελεί χρονικά αλλά και από άποψη ποιότητας ένα από ωριµότερα ζωγραφικά σύνολα της ακµής της "Κρητικής Σχολής". Μονή Αγίας Τριάδος Κατά την παράδοση η µονή της Αγίας Τριάδος πρωτοκτίστηκε το 1488 από ένα µοναχό µε το όνοµα Δοµέτιος. Οι πηγές όµως µαρτυρούν την ύπαρξη της ήδη από το 1362. Η αρχαιότερη οικοδοµική φάση της µονής αντιπροσωπεύεται από το σηµερινό καθολικό, το οποίο κτίστηκε, όπως πληροφορούµαστε από την σχετική κτητορική επιγραφή, το έτος 1475/6 και είναι αφιερωµένο στην Αγία Τριάδα. Η αγιογράφηση του ναού έγινε από το ζωγράφο Αντώνιο ιερέα και τον αδελφό του Νικόλαο, το 1741, επί µητροπολίτη Σταγών Θεοφάνη και επί ηγουµένου Παρθενίου. Ο εσωνάρθηκας του καθολικού κτίστηκε το 1689


και τοιχογραφήθηκε το 1692, επί µητροπολίτη Σταγών Αρσενίου και επί ηγουµένου Ιωνά. Το 1682, µε έξοδα και κόπο των ιεροµονάχων Δαµασκηνού, Ιωνά και Παρθενίου, κτίστηκε και αγιογραφήθηκε το παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννη του Προδρόµου. Στα 1684 προστέθηκε στη νοτιανατολική γωνία του ναού ένα µικρό σκευοφυλάκιο το οποίο επικοινωνεί µε το ιερό. Στη µονή ανήκουν 124 χειρόγραφα, (φυλάσσονται από το 1953 στη Μονή Αγίου Στεφάνου) µεταξύ των οποίων οι κώδικες των µονών Αναπαυσά και Ρουσάνου. Ο επισκέπτ��ς προκειµένου να φτάσει στη µονή πρέπει να διασχίσει πεζός ένα κατηφορικό µονοπάτι, µέχρι τα ριζά του βράχου και στη συνέχεια να ανεβεί 145 λαξευµένα σκαλοπάτια. Αριστερά της εισόδου στη µονή βρίσκεται το παρεκκλήσιο του Τιµίου Προδρόµου, µια µικρών διαστάσεων ροτόντα λαξευµένη στο βράχο. Προχωρώντας, στα αριστερά ενός σκεπαστού διαδρόµου συναντάµε τον πύργο βριζονίου και την τράπεζα και δεξιά σειρά θολοσκέπαστων κελλιών. Στο τέλος του διαδρόµου (δεξιά) βρίσκεται το καθολικό της µονής. Πρόκειται για ένα µικρό σταυροειδή δικιόνιο ναό µε τρούλο και ευρύχωρη λιτή στη δυτική του πλευρά. Βορειοδυτικά του κτηριακού συγκροτήµατος της µονής, πίσω από το καθολικό, ο επισκέπτης φτάνει στο ψηλότερο σηµείο του βράχου, από τον εξώστη του οποίου µπορεί να απολαύσει µια σπάνια θέα προς τα άλλα µοναστήρια και τους βράχους των Μετεώρων.


Μονή Βαρλαάµ Μετεώρων Η µονή Βαρλαάµ οφείλει το όνοµά της στον ασκητή-αναχωρητή Βαρλαάµ, ο οποίος πρώτος κατοίκησε τον βράχο το 14ο αι. Η ιστορία της µονής αρχίζει ουσιαστικά από τις αρχές του 16ου αι., όταν στο βράχο εγκαταστάθηκαν και οργάνωσαν το κοινόβιό τους οι Γιαννιώτες αδελφοί Νεκτάριος και Θεοφάνης οι Αψαράδες, γόνοι παλιάς βυζαντινής οικογένειας της Ηπείρου. Οι Αψαράδες το 1518 ανακαίνισαν εκ βάθρων το παρεκκλήσιο των Τριών Ιεραρχών, το οποίο ήταν κτισµένο στη θέση του αρχικού καθολικού της µονής που είχε κτίσει ο Βαρλαάµ, το 1536 κατασκεύασαν τον πύργο βριζονίου και το 1541 έκτισαν το σηµερινό καθολικό που είναι αφιερωµένο στους Αγίους Πάντες. Το 1627 το παρεκκλήσιο των Τριών Ιεραρχών ξαναχτίστηκε στη θέση του παλαιού καθολικού που είχαν κτίσει οι Αψαράδες και το 1637 αγιογραφήθηκε από το καλλιτεχνικό συνεργείο του ιερέα Ιωάννη και των παιδιών του, οι οποίοι κατάγονταν από την Καλαµπάκα.


Η αγιογράφηση του καθολικού της µονής έγινε σε τρείς φάσεις. Στην πρώτη φάση φιλοτεχνήθηκαν, τo 1548, από τον περίφηµο αγιογράφο Φράγγο Κατελάνο οι τοιχογραφίες του ιερού βήµατος και του κυρίως ναού. Στη δεύτερη φάση, το 1566, αγιογραφήθηκε η λιτή από τους Θηβαίους αγιογράφους Γεώργιο Κονταρή και τον αδελφό του Φράγγο µε χορηγία του Αντωνίου Αψαρά, επισκόπου Βελλάς Ιωαννίνων. Η τελευταία φάση του διακόσµου (1780 και 1782) που µαρτυρείται από την κτητορική επιγραφή στο βορειοδυτικό πεσσό, πάνω από την παράσταση της Παναγίας, αναφέρεται πιθανότατα σε µικρής έκτασης επέµβαση της οποίας εµφανή στοιχεία δεν διακρίνονται. Η τελευταία αυτή φάση εντάσσεται στην περίοδο κατά την οποία το µοναστήρι εξακολούθησε να ακµάζει, οργανώθηκε βιβλιογραφικό εργαστήριο και δέχτηκε πλούσιες δωρεές από ηγεµόνες της Βλαχίας. Σηµαντική για την ιστορική διαδροµή της µονής υπήρξε η συµβολή του µοναχού Χριστοφόρου, ο οποίος κατά τη διάρκεια του 18ου αι. ταξινόµησε το πολύτιµο αρχείο της και αντέγραψε πλήθος ιστορικών κειµένων. Το µοναστήρι χάρη στην οικονοµική ευρωστία του διακρίθηκε τόσο στην πνευµατική προκοπή, όσο και στη συµµετοχή στους εθνικούς αγώνες ως τα τελευταία χρόνια. O επισκέπτης της µονής µετά την άνοδο της κλίµακας, συναντά αριστερά το νοσοκοµείο, το οποίο αναστηλώνεται τα τελευταία χρόνια και προσκολληµένο στη βόρεια πλευρά του το παρεκκλήσιο των Αγίων Αναργύρων. Ακολουθεί, δεξιά, το καθολικό, και ο πύργος βριζονίου. Το καθολικό της µονής είναι ένας δικιόνιος σταυροειδής εγγεγραµµένος,


αθωνίτικου τύπου, ναός. Του κυρίως ναού προηγείται ευρύχωρη λιτή, ένας τετράστυλος χώρος µε τρούλο. Βορειοδυτικά του καθολικού βρίσκεται η τράπεζα, η οποία έχει διαµορφωθεί σε µουσείο κειµηλίων της µονής, ο ναΐσκος των Τριών Ιεραρχών, η εστία, τα κελλιά και ο ξενώνας. Το παρεκκλήσιο των Τριών Ιεραρχών, το οποίο µπορεί να επισκεφθεί κανείς µόνο µε την άδεια των µοναχών, είναι ένας µονόχωρος δροµικός ξυλόστεγος ναός. Μονή Αγίου Νικολάου Αναπαυσά Οι απαρχές της µοναστικής ζωής στο βράχο του Αναπαυσά τοποθετούνται στο 14ο αι. και η επωνυµία της µονής οφείλεται πιθανότατα σε κάποιον παλαιό κτήτορά της. Στη φάση αυτή ανήκει το µικρό παρεκκλήσιο του Αγίου Αντωνίου, στους τοίχους του οποίου διατηρούνται λείψανα τοιχογραφιών. Το µοναστήρι ανακαινίστηκε ριζικά κατά την πρώτη δεκαετία του 16ου αι., όταν ο µητροπολίτης Λαρίσης άγιος Διονύσιος ο Ελεήµων και ο έξαρχος Σταγών ιεροµόναχος Νικάνωρ, που είναι οι κτήτορες της µονής, ανήγειραν το σηµερινό καθολικό, το οποίο αγιογραφήθηκε από τον περίφηµο Κρητικό ζωγράφο Θεοφάνη Στρελίτζα, το 1527. Από την πρώτη δεκαετία του 20ου αι. η µονή εγκαταλείφθηκε και άρχισε να ερειπώνεται. Στη δεκαετία του 1960 ανακαινίστηκε και αναστηλώθηκε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία.


Η κτηριακή διαµόρφωση και συγκρότηση της µονής- ορθογώνιο ψηλό οικοδόµηµα µε αλλεπάλληλα πατώµατα- προσαρµόστηκε στις δυνατότητες που επέτρεπε η πολύ µικρή έκταση του πλατώµατος του βράχου στον οποίο κτίστηκε. Ανεβαίνοντας την κτιστή σκάλα συντάει κανείς πρώτα το πολύ µικρό παρεκκλήσιο του Αγίου Αντωνίου και την κρύπτη, όπου παλαιότερα φυλάσσονταν οι κώδικες και τα κειµήλια της µονής. Στους τοίχους του παρεκκλησίου διατηρούνται λείψανα τοιχογραφιών του 14ου αι. Στον επόµενο όροφο είναι κτισµένο το καθολικό της µονής, ένας µικρός µονόχωρος, σχεδόν τετράγωνος χώρος του οποίου προηγείται ένας αρκετά ευρύχωρος σε σύγκριση µε το ναό εσωνάρθηκας (λιτή). Στον τελευταίο όροφο βρίσκονται η παλαιά τράπεζα της µονής, η οποία ανακαινισµένη σήµερα χρησιµεύει ως επίσηµος χώρος της µονής (αρχονταρίκι), το οστεοφυλάκιο και το αναικαινισµένο, από το 1971, παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννου του Προδρόµου. Οι τοιχογραφίες που διακοσµούν το µικρό καθολικό της µονής θεωρούνται από τα πιο σηµαντικά σύνολα της µεταβυζαντινής ζωγραφικής, καθώς είναι το πιο παλιό γνωστό υπογεγραµµένο έργο του Θεοφάνη. Στην κτητορική επιγραφή πάνω από την είσοδο που οδηγεί από τον νάρθηκα στον κυρίως ναό διασώζεται η υπογραφή του ζωγράφου : «χειρ Θεοφάνη µοναχού του εν τη Κρήτη Στρελίτζας?. Στις κατακόρυφες επιφάνειες του νάρθηκα κυριαρχούν µεγάλες πολυπρόσωπες συνθέσεις. Στο βόρειο τοίχο του νάρθηκα τοποθετείται η επιβλητική παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας, ενώ στο δυτικό τοίχο εικονογραφείται η Κοίµηση του Εφραίµ του Σύρου και η σπάνια παράσταση του Αδάµ που δίνει ονόµατα στα ζώα. Στους δύο άλλους τοίχους στην κατώτερη ζώνη παριστάνονται


ολόσωµοι όσιοι και άγιοι αναµεσά στους οποίους ξεχωρίζουν οι κτήτορες, ο µητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος και ο έξαρχος Σταγών Νικάνορας δίπλα στην Παναγία και τον Άγιο Αθανάσιο τον Μετεωρίτη. Στην ανώτερη ζώνη απεικονίζονται η Κοίµηση του Αγίου Νικολάου και σκηνές από τα θαύµατα του Χριστού. Στον κυρίως ναό στην κορυφή του τρούλου δεσπόζει ο Παντοκράτορας, χαµηλότερα απεικονίζεται η Θεία Λειτουργία και οι Προφήτες και στα σφαιρικά τρίγωνα εικονίζονται οι τέσσερις Ευαγγελιστές. Στους τοίχους του κυρίως ναού απεικονίζονται στην κατώτερη ζώνη ολόσωµοι άγιοι, λίγο ψηλότερα άγιοι σε στηθάρια και στην ανώτερη ζώνη σκηνές από το Δωδεκάορτο, σκηνές από τη ζωή, τα πάθη και την Ανάσταση του Χριστού. Λόγω του µεγάλου αριθµού των σκηνών που συνθέτουν το εικονογραφικό πρόγραµµα του καθολικού, του οποίου οι επιφάνειες για τοιχογράφηση ήταν περιορισµένες, πολλές από αυτές τις σκηνές έχουν το µέγεθος µιας φορητής εικόνας. Ο Θεοφάνης καταφέρνει να εισαγάγει στην διακόσµηση του καθολικού του Αναπαυσά εκτός από την εικονογραφία την εξελιγµένη τεχνική και τεχνοτροπία που χαρακτηρίζει την καλλιτεχνική παραγωγή φορητών εικόνων της Κρητικής σχολής. Μονή Αγίου Στεφάνου Ο βράχος της µονής του Αγίου Στεφάνου κατοικήθηκε από µοναχούς στα τέλη του 12ου αι. Σύµφωνα µε πληροφορίες που σήµερα δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν, πρώτος ιδρυτής της µονής, κατά το έτος 1191/2, φέρεται ο όσιος ασκητής ονοµαζόµενος Ιερεµίας. Η κτηριακή συγκρότηση της µονής που ιδρύθηκε το 14ο αι. ολοκληρώθηκε στο 15ο και 16ο αι. Πρώτος κτήτορας της µονής είναι ο µοναχός, αργότερα ηγούµενός της Αντώνιος


Καντακουζηνός. Ο Αντώνιος κατά την άποψη κάποιων ερευνητών ήταν γιός του Σέρβου Δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρου του Β΄ (1359) και γόνος της µεγάλης βυζαντινής οικογένειας. Δεύτερος κτήτορας είναι ο µοναχός Φιλόθεος "εκ Σκλάταινας", ο οποίος αναφέρεται ως ανακαινιστής "εκ βάθρων θεµελίων" του Αγίου Στεφάνου. Ο Θεόφιλος ανήγειρε εκ νέου το παλαιό, σήµερα, καθολικό, κατασκεύασε τα κελλιά και άλλους βοηθητικούς χώρους της µονής. Επί των ηµερών του (1545) η µονή έγινε σταυροπηγιακή και διατήρησε αυτό το προνόµιο ως το 1743. Το 1798 κτίζεται νέο καθολικό, αφιερωµένο στον Άγιο Χαράλαµπο, ο οποίος από το 17ο αι. αναφέρεται ως ο δεύτερος προστάτης της µονής. Το 18ο και 19ο αι. ανεγείρονται ή κτίζονται για πρώτη φορά διάφορα κτήρια και η µονή παίρνει τη µορφή που έχει σήµερα. Το µοναστήρι, στο οποίο από το 1961 εγκαταβιεί γυναικεία αδελφότητα διακρίνεται για την αξιόλογη κοινωνική του δράση.


Η µονή βρίσκεται στο νότιο άκρο της συστάδας των Μετεώρων, ακριβώς πάνω από την Καλαµπάκα. Η πρόσβαση στη µονή είναι πολύ εύκολη, αφού ένα µικρό πέτρινο γεφύρι συνδέει το σύγχρονο δρόµο στην είσοδο της µονής. Δεξιά και αριστερά της εισόδου αναπτύσσονται τα κελλιά της µονής. Στο ανατολικό τµήµα του περιβόλου βρίσκεται η εστία, ένα µικρό τετράγωνο θολωτό κτίσµα, ο στάβλος και άλλοι βοηθητικοί χώροι της µονής. Στα νοτιοανατολικά του περιβόλου βρίσκεται το παλαιό καθολικό της µονής και η τράπεζα, η οποία σήµερα στεγάζει το σκευοφυλάκιο- µουσείο της µονής. Το παλαιό καθολικό χρησιµοποιείται πλέον αποκλειστικά για λατρευτική χρήση των µοναχών και ανοίγει για προσκύνηση µόνο τις δύο ηµέρες του χρόνου που πανηγυρίζει η µονή (27 Δεκεµβρίου και 10 Φεβρουαρίου). Ιδρύθηκε τον 15ο αι. και ανακαινίστηκε από τον µοναχό Φιλόθεο στα µέσα του 16ου αι., και είναι ένας µικρός µονόχωρος δροµικός ναός µε λιτή. O ζωγραφικός διάκοσµός του εκτελέστηκε σε δύο φάσεις. Οι τοιχογραφίες της πρώτης φάσης που καλύπτουν το ιερό, τον κυρίως ναό και το µεγαλύτερο τµήµα της λιτής σχετίζονται µε χορηγία του ηγουµένου της µονής Μητροφάνου και του ιεροµονάχου Γρηγορίου. Οι τοιχογραφίες της δεύτερης φάσης, οι οποίες περιορίζονται στο δυτικό τοίχο της λιτής και στην κάτω ζώνη των πεσσών που τριβήλου, έγιναν από το ζωγράφο ιερέα Νικόλαο τον καστρήσιο, µε πρωτοβουλία του ηγουµένου της µονής Γρηγορίου, το 17ο αι. Στο βορειοδυτικό τµήµα του περιβόλου βρίσκεται το νέο καθολικό, το οποίο κτίστηκε το 1798, και ανήκει στον τύπο του τρίκογχου σταυροειδούς εγγεγραµµένου ναού µε ευρύχωρη


λιτή στη δυτική του πλευρά και προστώο κατά µήκος της βόρειας πλευράς του ναού. Οι επιφάνειες των τοίχων του νέου καθολικού που ήταν µέχρι τη δεκαετία του 1980 ακόσµητες σήµερα κοσµούνται µε έργα του γνωστού αγιογράφου της εποχής µας Τσοτσώνη. Συντάκτης Λ.Δεριζιώτης, αρχαιολόγος

Ενδεικτική Βιβλιογραφία Σωτηρίου Γ. Α., "Βυζαντινά µνηµεία της Θεσσαλίας ΙΓ΄ και ΙΔ΄αιώνος", ΕΕΒΣ Θ΄ (1932), 369-415 Georgitsoyanni E., "Remarques sur les peintures murales du vieux catholicon du monastere de la Transfiguration aux Meteores (1483)", Θεσσαλία Δεκαπέντε χρόνια αρχαιολογικής έρευνας, 1975-1990, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Λυών, 17-22 Απριλίου 1990, Β', Αθήνα 1994, 431-438 Δεριζιώτης Λ., "Πρώτη 'Επίσκεψις' της αγιογραφίας του 16ου αιώνος εις την Θεσσαλίαν" στο Θεσσαλία: Δεκαπέντε χρόνια αρχαιολογικής έρευνας, 1975-1990, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Λυών, 17-22 Απριλίου 1990, B', Αθήνα 1994, 413-422



ΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ