Issuu on Google+

Μηνιάτικη ηλεκτρονική έκδοση του Πανελλήνιου Σωματείου Θεάτρου Σκιών Περίοδος Γ’ Τεύχος 71 Ιούλιος - Αύγουστος 2013

Ολοκληρώθηκαν με απόλυτη επιτυχία τα δύο Φεστιβάλ


Ολοκληρώθηκαν με απόλυτη επιτυχία τα δύο Φεστιβάλ Ολοκληρώθηκαν με απόλυτη επιτυχία και τα δύο φεστιβάλ που οργανώθηκαν φέτος από το Σωματείο μας. Το 2ο Φεστιβάλ Νέας Ιωνίας, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τον Οργανισμό Άθλησης Πολιτισμού & Νεολαίας του Δήμου Νέας Ιωνίας, ήταν Ο Πρόεδρος του Π.Σ.Θ.ΣκιǙν Πάνος Καπετανίδης και ο Αντιπρόεδρος Τάκης Κωστιδάκης απονέμουν στην εγγονή του Θέμη Ʈαράμπαλη Μίνα Λιάπη αναμνηστική πλακέτα του Φεστιβάλ.

αφιερωμένο στην οικογένεια των καραγκιοζοπαιχτών Κώστα, Σπύρου και Θέμη Καράμπαλη (από 17 μέχρι 21 Ιουνίου), ενώ στο παραπλεύρως Εκθεσιακό Κέντρο, και στις 5 μέρες του φεστιβάλ, πραγματοποιήθηκε έκθεση με φιγούρες και προβολή βίντεο με αποσπάσματα από τηλεοπτικές εκπομπές που συμμετείχαν ο Σπύρος και ο Θέμης Καράμπαλης.

Ο Πρόεδρος του Π.Σ.Θ.ΣκιǙν Πάνος Καπετανίδης απονέμει στον εγγονό του Ντίνου Θεοδωρόπουλου Νίκο Φραγκόπουλο αναμνηστική πλακέτα του Φεστιβάλ.

Μηνιάτικη ηλεκτρονική έκδοση του Πανελλήνιου Σωματείου Θεάτρου Σκιών Τζωρτζ 6 Αθήνα 106 77 Τεύχος 71 - Ιούλιος - Αύγουστος 2013 Εξώφυλλο: Πάνος Καπετανίδης, Διόρθωση κειμένων: Θωμάς Αθ. Αγραφιώτης ΕΚΔΟΤΗΣ: Πάνος Β. Καπετανίδης Τηλέφωνο: 210 46 16 664

Λογότυπο: Αλέξανδρος Αλιμπέρτης

Σελίδα

2


Συγκινημένη παραβρέθηκε, στην πρεμιέρα, η εγγονή του Θέμη Καράμπαλη, Μίνα Λιάπη, με την οικογένειά της, ξεναγήθηκε στην έκθεση από τον Πρόεδρο του Σωματείου μας, Πάνο Καπετανίδη, ενώ επί σκηνής παρέλαβε την αναμνηστική-τιμητική πλακέτα του Φεστιβάλ από τον Αντιπρόεδρο του Σωματείου μας και Δημοτικό Σύμβουλο Ν. Ιωνίας, Τάκη Κωστιδάκη.

Αναμνηστική πλακέτα δόθηκε και στον Νίκο Φραγκόπουλο, εγγονό του Ντίνου Θεοδωρόπουλου, στον οποίο ήταν αφιερωμένο το 17ο Φεστιβάλ Καραγκιόζη Λόφου Στρέφη, το οποίο πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Νεάπολης-Εξαρχείων, η «Γειτονιά». Η «Γειτονιά», μάλιστα, φέτος γιορτάζει τα 30 χρόνια από την ίδρυσή της.

Σελίδα

3


«ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΕΝΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗ» του Θωμά Αθ. Αγραφιώτη Νουβέλα βραβευθείσα από την «Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών»

Στ) «Στη Λίμνη των Στεναγμών»

Η

περιοδεία μου στην Κεντρική και Δυτική Μακεδονία δεν πήγε τόσο καλά, όπως θα περίμενα. Ο περιοδεύων κινηματογράφος είχε ήδη εξελιχθεί σε έναν πολύ μεγάλο εχθρό του Καραγκιόζη, όπως το έγραψε κάποτε και ο Βασίλαρος: «Ούθε να πάω, περαστικοί κινηματογράφοι μάς λυσσάξανε». Λένε ότι όταν έχεις έναν ισχυρό αντίπαλο, είναι καλό να τον κάνεις σύμμαχο, το ταχύτερο, αντί να αγωνίζεσαι μάταια να τον νικήσεις. Έτσι, συμμάχησα κι εγώ με το θεριό για λόγους βιοποριστικούς. Από το σπίτι, δεν είχα κάτι να περιμένω. Ο πατέρας πέθανε φτωχός, παρά το ότι ήταν ένας καλλιτεχνικά και οικονομικά πετυχημένος καραγκιοζοπαίχτης. Οι αγαθοεργίες του και οι κακουχίες του πολέμου τον είχαν οδηγήσει στην ένδεια. Είχε προλάβει όμως να με σπουδάσει, αν και όντας πια στην αριστερά της ιεραρχίας, δεν είχα και πολλές ελπίδες να σταδιοδρομήσω με την επιστήμη μου. Κατέφυγα λοιπόν στον κινηματογράφο. Αλλά και με τον κινηματογράφο, πάλι ο Καραγκιόζης θα με παιδεύει ως το τέλος… Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, η Φίνος Φιλμ είχε πάψει να έχει το μονοπώλιο της ελληνικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Μέχρι τότε, ήταν η μόνη εταιρεία που διέθετε τον πληρέστερο τεχνολογικό εξοπλισμό για την κινηματογραφική παραγωγή. Ο Φιλοποίμην Φίνος έμεινε στη μνήμη όλων με ένα κατσαβίδι στο χέρι και έπλασε μια σχολή που άφησε εποχή. Στα τέλη του 1958, ωστόσο, κάποιοι φιλόδοξοι επιχειρηματίες άνοιξαν νέα κινηματογραφικά στούντιο για γυρίσματα ταινιών, με ένα σύγχρονο εξοπλισμό που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τον αντίστοιχο του Φίνου. Πρόκειται για τα στούντιο «Άλφα», τα οποία φιλοδοξούσαν να συνεργαστούν και με ξένες κινηματογραφικές ταινίες που θα επέλεγαν το ελληνικό τοπίο. Αφοσιώθηκαν όμως τελικά στις ελληνικές παραγωγές, καθώς ακόμα και ο Φίνος θα κατέφευγε κατόπιν στα καινούρια στούντιο. Εκεί, λοιπόν, κατέφυγα και εγώ, για να εξασφαλίσω τον επιούσιο άρτο, ως διευθυντής παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών. Ωστόσο, ο Καραγκιόζης στριφογύριζε διαρκώς μέσα μου και, κατά έναν παράδοξο τρόπο, εξακολουθούσα και πάλι να δουλεύω με εφαλτήριο τον μπερντέ του. Κάτι τέτοιο έγινε σε μια συνεργασία με τον κατατρεγμένο τότε (για τους γνωστούς πολιτικούς λόγους) και αξιολογότατο σκηνοθέτη Γρηγόρη Γρηγορίου. Ο Γρηγορίου είχε δώσει σημαντικά δείγματα γραφής στην κινηματογραφική πιάτσα, εδώ και μια δεκαετία. Βρισκόταν όμως εκτός του κυκλώματος του Φίνου και αναγκαστικά κινούνταν αυτόνομα. Η πιο σημαντική στιγμή του ήταν το «Πικρό Ψωμί», το οποίο γυρίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Πρόκειται για ταινία-σταθμό στην ιστορία του ελληνικού

Σελίδα

4


σινεμά, ως ένα πρότυπο φιλμ ελληνικού νεορεαλισμού. Η ταινία αυτή όμως είχε και τη σχέση της με τον μπερντέ, καθώς ο Γρηγορίου συνεργάστηκε με τον 27χρονο τότε Ευγένιο Σπαθάρη και σε μια σκηνή παρουσίασε αποσπάσματα από τον «Καραγκιόζη Γραμματικό», με τον μπερντέ του στημένο σε μια πλατεία και με θεατές τη γειτονιά και τους ήρωες της ταινίας. Πρόκειται, ουσιαστικά, για την πρώτη εμφάνιση του νεοελληνικού Καραγκιόζη στον ελληνικό κινηματογράφο και αυτό, σαν εύρημα, είναι κάτι που πιστώνεται σαφώς στους πειραματισμούς του Γρηγορίου. Ο Γρηγορίου, αρκετά χρόνια μετά, επιχείρησε να μεταφέρει στον κινηματογράφο την ιστορία της Κυρά-Φροσύνης και του Αλή Πασά στα Γιάννενα, επιδιώκοντας έναν ευρηματικό συγκερασμό ανάμεσα στην πραγματική ιστορία και στο θρύλο των αρχών του 19ου αιώνα. Στην αυλή του Αλή Πασά, εντοπίζεται και η πρώτη επίσημη αναλυτική περιγραφή παράστασης Καραγκιόζη, για τα νότια Βαλκάνια, επί Τουρκοκρατίας. Η περιγραφή αυτή ανήκει στον Άγγλο περιηγητή John Hobhouse, ο οποίος βρέθηκε, μαζί με τον πασίγνωστο φιλέλληνα Λόρδο Μπάυρον, το 1809, στην πόλη των Ιωαννίνων, όπου παρακολούθησαν οι δυο τους (εκτός των άλλων) και μια παράσταση Θεάτρου Σκιών από τον καραγκιοζοπαίχτη Ιάκωβο, τον οποίο είχε προλάβει ζωντανό και ο μάστορας του πατέρα μου, ο Γιάννης Ρούλιας. Ρίγη συγκίνησης, λοιπόν, με διαπερνούσαν κατά την πορεία μας προς τα Γιάννενα για τις ανάγκες των εκεί εξωτερικών γυρισμάτων, ιδίως γύρω από τη λίμνη. Τα εσωτερικά γυρίσματα, επίσης, είχαν ήδη δρομολογηθεί και θα πραγματοποιούνταν στα στούντιο Άλφα. Για τις ανάγκες των εσωτερικών γυρισμάτων, είχα οργανώσει τους εσωτερικούς χώρους του σαραγιού του Αλή Πασά, εμπνεόμενος από την πολύχρονη πείρα των σαραγιών του μπερντέ. Είναι αλήθεια ότι όλοι οι καραγκιοζοπαίχτες βρίσκουν την ευκαιρία να πειραματιστούν χρωματικά και σχεδιαστικά, ειδικά με τις φιγούρες που έχουν σχέση με το σαράι. Οι Πασάδες, οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες του σαραγιού, όπως και η Βεζυροπούλα, ενδείκνυνται για να αναδειχτεί ο ζωγραφικός οίστρος των δημιουργών της φιγούρας, τουλάχιστον σε σύγκριση με άλλες λιγότερο απαιτητικές φιγούρες. Η ίδια σύγκριση γίνεται και με την περίπτωση των σκηνικών. Λιτές οι απαιτήσεις της φτωχικής παράγκας και μεγαλύτερες κατά πολύ οι απαιτήσεις του φανταχτερού και χρυσοποίκιλτου σαραγιού. Έτσι, λοιπόν, κατά την οργάνωση των εσωτερικών χώρων της ταινίας αυτής, αξιοποίησα όλες μου τις γνώσεις και όλο το καραγκιόζικο μεράκι μου. Μαζί μου, είχα για συνεργάτη στα κουστούμια, συμπολεμιστή από τα παλιά,

Σελίδα

5


έναν άριστο συνεργάτη, τον καλό μου φίλο, τον Τάσο, ο οποίος ζωγράφισε αριστουργηματικά πάνω στον καμβά των κουστουμιών αλλά και των ντεκόρ. Η μεγάλη, όμως, εξόρμηση είχε ήδη γίνει στα Γιάννενα, όπου εκτός από τα εξωτερικά γυρίσματα, είχαμε και ένα ακόμα σωρό δουλειές, μαζί με τον Τάσο και με το σκηνοθέτη. Στα Ιωάννινα, το πρώτο πράγμα που με άγγιξε, ήταν η αύρα του καραγκιοζοπαίχτη Ιάκωβου… Η αύρα αυτή με καθοδηγούσε, συνεχώς, μέσα στα Ιωάννινα, μια πόλη πρώτη στα άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα! Στόχος μας ήταν η πιστή αναπαράσταση της παλιάς εποχής των αρχών του 19ου αιώνα, της εποχής δηλαδή του Αλή Πασά. Η δουλειά που έγινε, ήταν προσεγμένη. Φωτογραφίσαμε στενοσόκακα, καλντερίμια, αρχοντικά με καφασωτά παράθυρα, έπιπλα, ξυλόγλυπτα και οντάδες. Συλλέξαμε κοσμήματα και στολίδια, ενώ βρήκαμε και νοικιάσαμε παλιά κουστούμια. Ο Γρηγορίου επέστρεψε γρήγορα στην Αθήνα. Εγώ με τον Τάσο καθίσαμε παραπάνω και χαρήκαμε τα μυστικά και μαγικά σημεία αυτής της πόλης. Ένα βράδυ λοιπόν, εντοπίσαμε ένα κέντρο διασκέδασης κοντά στη λίμνη και φυσικά το τιμήσαμε με την επίσκεψή μας. Καλό φαγητό, ποτό και κλαρίνα. Αλλά και γυναίκες, οι οποίες μας πολιόρκησαν γρήγορα. Είχα φροντίσει πρώτα να κάνω κάτι παραπάνω από αισθητή την παρουσία μου στο μαγαζί. Το όλο κλίμα μύριζε μπερντέ και δεν άντεξα. Μεράκλωσα από το καλό ποτό και έκανα την κλασική παραγγελιά μου στον οργανοπαίχτη. Έναν αμανέ: «Πάντα αποφεύγω τη φωτιά, τη φωτιά, μα η φλόγα της με καίει, μα η φλόγα της με καίει. Σε ποιον να παραπονεθώ, αμάν, σε ποιον να παραπονεθώ, αμάν, που η τύχη

Σελίδα

6

μου τα φταίει! Αμάν! Αμάν!» Έγινα το κεντρικό πρόσωπο του μαγαζιού. Όλα τα γύρω βλέμματα είχαν στραφεί πλέον επάνω μου. Δεν ακουγόταν ούτε «κιχ», όση ώρα τραγουδούσα τον αμανέ μου. Ρίγη συγκίνησης διαπερνούσαν το κοινό. Έκλεψα τις εντυπώσεις και η παρέα μας μεγάλωσε. Όπως έκανα πάντοτε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, έτσι και τώρα, σκάρωσα για το κοινό μου και δυο-τρεις παραστάσεις Καραγκιόζη, μόνο με τον προφορικό λόγο βεβαίως και χωρίς μπερντέ και φιγούρες. Τα ίδια έκανα ακόμα και στο πεδίο της μάχης, μέσα στον πόλεμο, δεν θα τα έλεγα και δω; Έπλαθα και διάφορες άλλες ιστορίες, που τις κατέβαζα από το μυαλό μου, για να εντυπωσιάσω με τα κατορθώματά μου, αλλά οι ιστορίες του Καραγκιόζη ήταν πάντοτε παρούσες και φυσικά επίκαιρες, όπως φρόντιζα επιμελώς: Αξιότιμοι κυρίες, κύριοι και παιδιά. Απόψε, ο μπερντές μας θα σας παρουσιάσει το επίκαιρο έργο «Ο Καραγκιόζης Παγουράς»! Όπως πάντα, το σατιρικό πνεύμα του ξυπόλυτου δεν πρόκειται να με άφηνε ποτέ ελεύθερο. Με στοίχειωνε πάντα και πολλές φορές έπαιζα με τη φωτιά, ρισκάροντας να το πληρώσω πολύ ακριβά. Η αναγγελία του τίτλου, εκείνο το βράδυ, ήταν μια πρώτης τάξεως πρόκληση για καυγά, αλλά σωθήκαμε χάρη στον αμανέ και κυρίως χάρη στα κατοστάρικα που είχα φροντίσει, πάνω και στο μεθύσι μου, να αφήσω πιο πριν, είτε μέσα στο ντέφι του οργανοπαίχτη, είτε στα χέρια μιας ξανθούλας δίπλα μου… Στο επόμενο τεύχος: Ζ) «Στο Νησί των Κατεργαραίων»


Αλλαγή στο Υπουργείο Πολιτισμού Τον συμπαθέστατο Κώστα Τζαβάρα αντικατέστησε, με τον πρόσφατο ανασχηματισμό στο Υπουργείο Πολιτισμού, ο Πάνος Παναγιωτόπουλος, δημοσιογράφος και δικηγόρος. Ο κ. Παναγιωτόπουλος ήταν υπουργός Εθνικής Αμύνης στο προηγούμενο κυβερνητικό σχήμα. Το ευχάριστο για τον Πολιτισμό είναι ότι απέκτησε και πάλι την ανεξαρτησία του, πραγματοποιώντας έτσι ένα από τα αιτήματα των ανθρώπων του Πολιτισμού, δηλαδή το να μην αποτελεί Γενική Γραμματεία στο πρώην Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων-Πολιτισμού και Αθλητισμού. Ελπίζουμε ο νέος υπουργός να ολοκληρώσει τις εκκρεμότητες του προκατόχου του, σχετικά με το θέμα του αιτήματος στην UNESCO για την αναγνώριση του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών ως «άυλη πολιτιστική κληρονομιά» και να βοηθήσει το Σωματείο μας, σχετικά με το ζήτημα της στέγης της «Εθνικής Σκηνής Θεάτρου Σκιών».

Ο Πάνος Παναγιωτόπουλος,

ΔικηγόροςΔημοσιογράφος Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Έκανε σπουδές στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (πολιτικός μηχανικός), στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο Vincennes στο Παρίσι. Είναι απόφοιτος του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Εξελέγη βουλευτής της Β’ Αθηνών με τη Ν.Δ. στις εκλογές του 2000, του 2004, του 2007 και του 2009. Μετείχε επίσης στην επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος το 2000 και ήταν Εισηγητής για την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2006, Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, ενώ διετέλεσε υπουργός Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας από 10-03-2004 έως 14-02-2006. Άσκησε για πολλά χρόνια διοικητικά καθήκοντα σε διευθυντικές θέσεις των Μ.Μ.Ε., κυρίως στον ιδιωτικό τομέα. Μεταξύ των άλλων, υπήρξε διευθυντής ειδήσεων του ΣΚΑΪ 100,4 FM, διευθυντής ειδήσεων του STAR TV και διευθυντής ενημερωτικών εκπομπών της ΕΤ1 και της τηλεόρασης του ΑΝΤΕΝΝΑ.

Σελίδα

7


Ιδρυτικό στέλεχος του δημοτικού ραδιοσταθμού 9,84 FM και συνεργάτης του ραδιοφώνου του ΑΝΤΕΝΝΑ 97,1 FM και του PLANET 104,5 FM. Εργάσθηκε ως πολιτικός συντάκτης και αρθρογράφος στις εφημερίδες «Καθημερινή», «Ελεύθερος Τύπος», «Απογευματινή», «Βραδυνή» και «Βήμα». Διετέλεσε αρμόδιος της Ν.Δ. για θέματα ενέργειας και φυσικών πόρων, για τον Ε.Ο.Τ. και για την Επιχείρηση Τουριστικών Ακινήτων Α.Ε.. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και με τιμητικές διακρίσεις. Μεταξύ αυτών, με το βραβείο Ελληνικής Τηλεόρασης (1992), το βραβείο του Ιδρύματος Μπότση, το βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων και με τιμητική διάκριση του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εφέδρων Ενόπλων Δυνάμεων. Έχει κάνει πολλές διεθνείς δημοσιογραφικές αποστολές και συνεντεύξεις με προσωπικότητες από όλο τον κόσμο, όπως ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ο τέως πρόεδρος της Ρωσίας Μπορίς Γιέλτσιν, ο ηγέτης των Κούρδων Αμπντουλάχ Οτσαλάν, οι πρώην πρωθυπουργοί της Γαλλίας Ζυπέ και Μωρουά κ.ά.. Άσκησε δικηγορία με ειδίκευση σε ποινικές και εταιρικές υποθέσεις. Είναι μέλος της Ε.Σ.Η.Ε.Α. και του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Χρημάτισε και άλλος Παναγιωτόπουλος στο Υπουργείο Πολιτισμού, ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, το 1974, σε κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Γεννήθηκε στο Αιτωλικό το 1901 και πέθανε στην Αθήνα το 1982. Πεζογράφος, ποιητής και δοκιμιογράφος. Από το 1910, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εκείνος σπούδασε Φιλολογία και στη συνέχεια (1923-1938), δίδαξε σε διάφορα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Το 1947, διορίστηκε καθηγητής της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαιδεύσεως. Υπήρξε κύριο στέλεχος της ιδιωτικής Σχολής Μακρή, την οποία αργότερα αγόρασε. Διετέλεσε, επίσης, αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Οργανισμού Εθνικού Θεάτρου και μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Πινακοθήκης και του Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου.

Σελίδα

8


του Θωμά Αθ. Αγραφιώτη

Ο «ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ» ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

«ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΕΙ Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ» (2013) του Λευτέρη Ξανθόπουλου

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ Επιμέλεια: Θωμάς Αθ. Αγραφιώτης Ο Λευτέρης Ξανθόπουλος γεννήθηκε το έτος 1945, στην Αθήνα. Ανήκει στους πιο σημαντικούς Νεοέλληνες λογοτέχνες και σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου. Οι κινηματογραφικές ταινίες που έχει γυρίσει, μικρού και μεγάλου μήκους, αποτελούν σημείο αναφοράς για την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ το ποιητικό του έργο έχει λάβει σημαντικές διακρίσεις και αποτελεί μια επιβεβαίωση του πολύπλευρου καλλιτεχνικού ταλέντου ενός διεθνώς αναγνωρισμένου Έλληνα σκηνοθέτη. Ο Λευτέρης Ξανθόπουλος έχει γυρίσει περισσότερες από σαράντα ταινίες, μικρού & μεγάλου μήκους και ντοκιμαντέρ, χάρη στις οποίες έχει αποσπάσει πολλά βραβεία, τόσο στην Ελλάδα όσο και εξωτερικό. Μια από τις σημαντικότερες θεματικές του είναι αυτή που αναφέρεται στην τέχνη του νεοελληνικού Θεάτρου Σκιών και στην οποία έχει αφιερώσει μία από τις σημαντικότερες δημιουργίες του, την ταινία «Ο Δραπέτης» (1991), με τον Κώστα Καζάκο, στο ρόλο του καραγκιοζοπαίχτη Αντώνη Μπάρκα, τον Στράτο Τζώρτζογλου και τον Γιώργο Νινιό. Πρόκειται για την τελειότερη δημιουργία του ελληνικού κινηματογράφου πάνω στην ιστορία της τέχνης του Καραγκιόζη και ειδικότερα πάνω σε μια θεματική για «τον παλιό καλό καιρό που χάνεται» και που είχε απασχολήσει τη μυθοπλασία των Ελλήνων σκηνοθετών επί πολλές δεκαετίες. Πάνω στην τέχνη του Καραγκιόζη, όμως, έχουν αφιερωθεί και πολλά από τα ντοκιμαντέρ του Λευτέρη Ξανθόπουλου, με πιο πρόσφατη περίπτωση το ντοκιμαντέρ της τηλεοπτικής εκπομπής «Παρασκήνιο» της ΕΡΤ, με τίτλο «Πού το πάει ο Καραγκιόζης», που προβλήθηκε για πρώτη φορά το βράδυ της Δευτέρας 15 Απριλίου 2013, στη συχνότητα της ΕΤ-1. Με αφορμή την προβολή του συγκεκριμένου ντοκιμαντέρ, είχαμε την τύχη, τη χαρά και την τιμή, να πάρουμε μια συνέντευξη από τον κ. Ξανθόπουλο, για τη

Σελίδα

9


Κώστας Καζάκος - Φωτογραφία από τον «Δραπέτη»

διαδικτυακή εφημερίδα «Ο Καραγκιόζης μας» και με αφορμή την ολοκλήρωση των κειμένων του αφιερώματός μας για τον «Καραγκιόζη» στον Ελληνικό Κινηματογράφο.

- ΠΡΙΝ ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ, «ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΕΙ Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ», ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΜΑΣ ΜΙΛΗΣΕΤΕ, ΚΑΠΩΣ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ, ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΨΗ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ: ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ, ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ. Είναι μια δύσκολη έννοια αυτή, για να απαντηθεί με συντομία και έτσι απλά. Πολλές φορές, νομίζω ότι δεν υπάρχει χρόνος καθόλου. Ο χρόνος σταματάει. Ο χρόνος σταματάει, όταν δημιουργείς. Τότε, υπάρχει ένα σταμάτημα. Είσαι εκτός χρόνου. Δηλαδή, βγαίνεις εκτός χρόνου και αυτές είναι οι πιο σπουδαίες και μαγικές στιγμές σου. Από εκεί και πέρα, ο χρόνος είναι μια σύμβαση, η οποία έχει εφευρεθεί, για να κανονίζει την καθημερινή ζωή του ανθρώπου. Επίσης, πολύ συχνά, αισθάνομαι ότι δεν ανήκω σε αυτόν το χρόνο που τρέχει τώρα. Ανήκω σε έναν άλλο χρόνο, πεπερασμένο ή σε έναν άλλο μελλοντικό χρόνο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο χρόνος και ο χώρος συμπίπτουν, ταυτίζονται, είναι ένα και το αυτό. Αλλά νομίζω ότι, έτσι κι αλλιώς, ο χώρος και ο χρόνος είναι ένα πράγμα. Δεν είναι δύο ξεχωριστά πράγματα. Μιλάμε για αφηρημένες έννοιες, οι οποίες ποτέ δεν πρόκειται να γίνουν συγκεκριμένες. Δεν έχουμε τη δυνατότητα, από τη φύση μας, να επεξεργαστούμε περισσότερο αυτά τα θέματα και έτσι σταματάει το μυαλό από ένα σημείο και μετά. Έτσι, λοιπόν, αυτά τα πράγματα μένουν μυστικά και κρυμμένα. Πολύ λίγο ζω στον παρόντα χρόνο και ζω μόνο ως προς τις υποχρεώσεις μου απέναντι στην κοινωνία, την οικογένειά μου και τον εαυτό μου. Άρα, πάντοτε, ζω εξωτερικά τον παρόντα χρόνο. Εσωτερικά, ζω και τον πεπερασμένο χρόνο, το χρόνο που έφυγε, αλλά και το χρόνο που θα έρθει. Αυτοί οι δύο χρόνοι, που, στην πραγματικότητα, είναι ένας χρόνος, ενιαίος και αδιαίρετος, είναι ο δικός μου αποκλειστικός χώρος, στον οποίο δεν μπαίνει κανείς, αν δεν του δώσω εγώ

Σελίδα

10


την άδεια. Στον παρόντα χρόνο, μπαίνουν και βγαίνουν οι πάντες και παντού, χωρίς να σε ρωτήσουνε. Και όχι μόνο άνθρωποι. Ιδέες, γεγονότα, περιστατικά. Ο χρόνος της δημιουργίας είναι αυτός ακριβώς, ο ιδεατός χρόνος, ο αποκλειστικός χρόνος του δημιουργού, τον οποίο ο δημιουργός τον κάνει ό,τι θέλει. Εντελώς προσωπικά, το ��εγαλύτερό μου πρόβλημα, αυτήν τη στιγμή, είναι ότι ενώ η ψυχή μου και το μυαλό μου ανήκουν σε κάποιον βιολογικά νεότερό μου, το σώμα μου δεν υπάκουει. Αυτός ο διχασμός που ζω πια, τα τελευταία χρόνια ειδικά, όσο μεγαλώνω, αυτός ο διχασμός, λοιπόν, με πληγώνει, δηλαδή το να έχω έναν πολύ πιο νεανικό εσωτερικό εαυτό και ένα βιολογικά συγκεκριμένο εαυτό, όσον αφορά μια προσωπική ακριβώς θεώρηση του χρόνου. - ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ, ΟΜΩΣ, ΔΕΝ ΜΑΣ ΦΕΡΝΕΙ ΣΤΟ ΝΟΥ ΤΟ «ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ» ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ, ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΩΡΟΣ; ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΟΜΩΣ, ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ, ΒΙΩΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΤΩΡΑ. Εντελώς! Πολύ το αγαπώ το μαγικό παραμύθι. Ευτυχώς, είχα μια γιαγιά που μας έλεγε πάρα πολλά παραμύθια και μετά, μεγαλώνοντας, το διάβασα πολύ το παραμύθι. Το εκτιμώ πάρα πολύ που είναι τόσο κοντά στο δημοτικό τραγούδι, το οποίο είναι πάντοτε μια αφήγηση, παράλογη πολύ συχνά, υπερρεαλιστική πολύ συχνά. Το δημοτικό τραγούδι και το μαγικό παραμύθι είναι οι δύο βασικοί πυλώνες μου, πάνω στους οποίους στέκεται όλη μου η δουλειά. Μου αρέσουν πάρα πολύ και σε σχέση με το χρόνο, ακριβώς γιατί καταργούν το χρόνο. Ο Καραγκιόζης βιώνει,

βεβαίως, το αιώνιο τώρα, το οποίο όμως κουβαλάει όλο το παρελθόν, όλο το παλιό. Δεν είναι ξεκομμένος από το παρελθόν. Δεν προσγειώθηκε αυτήν τη στιγμή. Γνωρίζουμε, από τις γραπτές πηγές, ότι έχει σίγουρα δύο αιώνες ιστορία και πολύ περισσότερο, από την εποχή της Τουρκοκρατίας, ίσως και από το Βυζάντιο. Καλύτερα, ίσως, που κάποια τέτοια ζητήματα αιωρούνται συχνά, γιατί ίσως αυτό να κάνει ακόμα πιο γοητευτικό τον Καραγκιόζη σήμερα, δηλαδή με το να ζει έχοντας πίσω του γεγονότα, τα οποία τα γνωρίζουμε, αλλά και υποθέσεις που διαρκώς διατυπώνουμε σε σχέση με τη διάρκεια ζωής του. Είναι «ανιστορικό» πρόσωπο ο Καραγκιόζης, είναι δηλαδή εκτός ιστορίας, αλλά κάθε φορά προσαρμόζεται στις εξωτερικές συνθήκες της ζωής που δρα, αυτός και ο θίασός του. Με αυτήν την έννοια, είναι πολύ του «τώρα» άνθρωπος. Αν δεν ήταν του «τώρα», δεν θα δούλευε. Αν ήταν κάτι παλιό, περασμένο και φθαρμένο, δεν θα είχε το αντίκτυπο που έχει την τελευταία περίοδο πια, τον αντίκτυπο, δηλαδή, ο οποίος με έκανε εμένα να ασχοληθώ ξανά με τον Καραγκιόζη, μετά από είκοσι χρόνια από το «Δραπέτη». Αυτό έβλεπα γύρω μου, αυτό αισθανόμουνα, αισθανόμουνα δηλαδή ότι αυτός ο χαρακτήρας βγαίνει ξανά από την τρύπα του, από το λαγούμι του, ζητώντας από εμάς να τον προσέξουμε και τραβώντας μας από το μανίκι. Αυτό το αισθανόμουνα. Δεν ήξερα πιο πολλά. Όταν ξεκίνησα την έρευνα, αυτό το συνάντησα μπροστά μου. Ο Καραγκιόζης σήμερα δεν είναι ο Καραγκιόζης που είχα εγώ μπροστά μου, όταν άρχισα την έρευνα για την ταινία «Ο Δραπέτης», στα τέλη της δεκαετίας του Ογδόντα. Τότε, ο Καραγκιόζης

Σελίδα

11


έφθινε, χανόταν, διαλυόταν. Τώρα, όμως, σαν να ανασυντίθεται ο Καραγκιόζης. Εννοώ, βεβαίως, και τους καραγκιοζοπαίχτες. Υπάρχουν πολλοί καραγκιοζοπαίχτες, νεότεροι καραγκιοζοπαίχτες και βοηθοί καραγκιοζοπαίχτες. Δεν είναι, όμως, το ότι υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι. Υπάρχει το πάθος μέσα σε αυτούς τους ανθρώπους. Πού βρίσκεται αυτό το πάθος; Το πάθος δεν κατασκευάζεται. Δεν είναι «χαπάκι» να το καταπιεί κανείς. Αν ήταν έτσι, θα ήμασταν όλοι παθιασμένοι. Το πάθος είναι γονιδιακό. Κάτι υπάρχει μέσα μας που φουντώνει. Όσες παραστάσεις, βλέπω, νέων καραγκιοζοπαιχτών, έχουν αυτό το χαρακτηριστικό. Και με αυτό το χαρακτηριστικό, με το πάθος, ξεπερνιέται κάτι παλαιό που έχει η φιγούρα και η φιγούρα, έτσι, φτάνει στο σήμερα. Με αυτήν την έννοια, ο θίασος σκιών παραμένει, στο σήμερα, ζωντανός. - ΑΝΑΦΕΡΘΗΚΑΤΕ ΣΤΟ «ΔΡΑΠΕΤΗ». Ο «ΔΡΑΠΕΤΗΣ» ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΕΙ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ. ΤΟ ΝΕΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ, «ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΕΙ Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ», ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΕΙ ΤΟ ΠΑΡΟΝ, ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ; Πάντα είναι έτσι! Δεν κοιτάει προς τα πίσω αυτό το ντοκιμαντέρ. Πατάει στο παρόν, για να απογειωθεί προς το μέλλον. Αυτή είναι η προοπτική του ντοκιμαντέρ. Δεν είναι εύκολο αυτό να επιτευχθεί. Αισθανόμουνα πάντα ότι ο Καραγκιόζης είναι κάτι σαν τη μέλισσα. Γονιμοποιεί συνέχεια τα άνθη, πετώντας από άνθος σε άνθος. Αυτό το πιστεύω πια, περισσότερο από πριν. Ο Καραγκιόζης γονιμοποιούσε πάντα, από παλιά, όλες τις τέχνες: τη ζωγραφική, Σκηνή από τον «Δραπέτη» το θέατρο, την ποίηση, τη λογοτεχνία, γονιμοποιώντας επίσης κυρίως και τον καθημερινό λόγο. Έπαιρνε στοιχεία από τις καθημερινές συμπεριφορές και τα επέστρεφε στους ίδιους τους ανθρώπους. Ο Καραγκιόζης ήταν πάντα ένα γονιμοποιό στοιχείο σαν θέαμα. Δεν ήταν ποτέ ένα στείρο και στιγμιαίο στοιχείο. Ήταν και είναι ένα γονιμοποιό στοιχείο διαρκείας ο Καραγκιόζης. Χωρίς να το καταλαβαίνει κανείς. Όπως τα άνθη δεν καταλαβαίνουν ότι φεύγει η γύρη από το ένα, μέσω της μέλισσας, για να πάει στο άλλο και να γονιμοποιηθεί, έτσι και ο Καραγκιόζης γονιμοποιεί κάθε γενιά. Και τις προηγούμενες από μένα, όπως και τη δική μου, αλλά και τις λίγο μετά από μένα γενιές. Εμείς, μέσα στις γειτονιές μας, γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε μέσα στον Καραγκιόζη. Κάθε γειτονιά είχε τον Καραγκιόζη της. Κατά τη δεκαετία του Πενήντα, θυμάμαι, είχα βουτηχτεί κυριολεκτικά και είχα κολυμπήσει για πάρα πολλά χρόνια μέσα στα νερά του Καραγκιόζη. Εκ των υστέρων, έμαθα ποιοι ήτανε οι καραγκιοζοπαίχτες που έβλεπα. Θυμάμαι, πάλι, στο Πνευματικό Κέντρο του

Σελίδα

12


Δήμου Αθηναίων, τότε, κατά τη δεκαετία του Πενήντα, στον Άγιο Ελευθέριο Άρεως που ήταν το σχολείο μας. Εκεί, κάθε μέρα, είχε και από μία εκδήλωση για όλη την εβδομάδα. Όλα τα παιδιά του σχολείου είχαμε από μία κάρτα και μας την τρυπούσαν στην είσοδο, για να βλέπουμε ταινίες, Τσάρλυ Τσάπλιν, κουκλοθέατρο και Καραγκιόζη, μία ή δύο φορές την εβδομάδα. Εγώ, βεβαίως, ήμουν συνέχεια μέσα σε αυτήν την εκπληκτική αίθουσα και είχα δει πάρα πολύ Καραγκιόζη επί χρόνια. Ποτέ, όμως, δεν ήξερα ποιος καραγκιοζοπαίχτης έπαιζε εκεί πέρα. Και μετά από πολλά χρόνια, όταν μπήκα στο σινάφι σας, το είπα αυτό και ρώτησα ποιος καραγκιοζοπαίχτης έπαιζε σε αυτό το Πνευματικό Κέντρο, εκείνη την εποχή, τέλη του Πενήντα. Μου είπανε ότι ήτανε ο Καράμπαλης και συγκινήθηκα πάρα πολύ. Αυτό δεν μπόρεσε να σβήσει από τη μνήμη μου. Και σκέφτηκα, γιατί να συμβαίνει αυτό το πράγμα και να είναι τόσο δυνατό, σαν σφραγίδα που καίει και δεν έχει σβήσει από τη μνήμη μου. Όπως δεν έχει σβήσει και σε άλλους ανθρώπους η παιδική αυτή εικόνα και η πρώτη επαφή με τον Καραγκιόζη. Άρα, αυτό το πράγμα έχει δύναμη. Γιατί δεν έχει επιβιώσει, ας πούμε, το κουκλοθέατρο του Μπάρμπα-Μυτούση και του Φασουλή; Τα έχω δει αυτά, αλλά μόνο φιλολογικά υπάρχουν μέσα μου. Δεν υπάρχουν σαν σφραγίδες, όπως ο Καραγκιόζης. Βλέπω σήμερα Καραγκιόζη και τρελαίνομαι. Πιάνω τον εαυτό μου να λύνεται στα γέλια με πράγματα που έχω δει δεκαπέντε και είκοσι φορές. Πού οφείλεται αυτό; Γιατί, λοιπόν, το έχω ανάγκη σήμερα; Από εκεί, ξεκίνησε η ανάγκη για αυτό το ντοκιμαντέρ. Το έχω ανάγκη, γιατί ξαναζεί ο Καραγκιόζης και γιατί ο Καραγκιόζης ο σημερινός συνδέεται με τον παλιό Καραγκιόζη. Και πιστεύω ότι αυτή η αλυσίδα δεν έχει κοπεί. Κρύφτηκε ίσως, αλλά δεν έχει κοπεί. Τα παλιά αστεία του Καραγκιόζη είναι σημερινά. Το παρελθόν συναντιέται με το παρόν και είναι ενιαίος ο χρόνος. Χρειάζεται πάντοτε και μια ειδική μαστοριά από τον καραγκιοζοπαίχτη. Και συμφωνώ με τον Πάνο τον Καπετανίδη, ο οποίος απάντησε σε κάποια ερώτηση, στο τελευταίο κομμάτι του ντοκιμαντέρ, στη δραματική σχολή της Έλντας της Πανοπούλου, για το ποιο στοιχείο κάνει τον Καραγκιόζη διαχρονικό, λέγοντας ότι είναι ο ίδιος ο καραγκιοζοπαίχτης. Πράγματι, είναι ο καραγκιοζοπαίχτης. Καραγκιοζοπαίχτης είναι ο ίδιος ο Καραγκιόζης. Όμως, ένας ευφυής καραγκιοζοπαίχτης παίρνει αμέσως το παλιό αστείο και δίνει ζωή στον

Σελίδα

13


Καραγκιόζη. Αν και, για να μην είμαστε απόλυτοι, κάποια αστεία, αν και εξαιρετικά, ίσως να είναι σήμερα κάπως ξεπερασμένα, ειδικά για τα παιδιά. - ΑΣ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ, ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ, ΣΤΙΣ ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΕΣ ΘΕΜΑΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΟΠΑΙΧΤΕΣ ΤΟΥ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ: ΤΑΣΟΣ ΚΩΝΣΤΑΣ, ΑΘΩΣ ΔΑΝΕΛΛΗΣ, ΠΑΝΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΔΗΣ. Και στους τρεις καραγκιοζοπαίχτες, πρώταπρώτα, με κέρδισε εξίσου η αφοσίωσή τους. Πόσο αφοσιωμένοι ήταν, δηλαδή, ο καθένας σε αυτό που υπηρετούσαν, δηλαδή στο θέαμα, αλλά ο καθένας με το δικό του τρόπο και από τη δική του σκοπιά. Είχαμε, όπως λέμε στο σινεμά, τρεις διαφορετικές γωνίες λήψης. Διαφορετικά, δηλαδή, ξεκινά ο καθένας να χειριστεί τις φιγούρες. Επίσης, όμως, και επειδή ήμουνα και πίσω από τον μπερντέ, και στις τρεις περιπτώσεις του ντοκιμαντέρ, έβλεπα πως ο καραγκιοζοπαίχτης κόβει επαφή με τον παρόντα χρόνο, έχει δηλαδή επαφή μόνο με το κοινό κάτω και εμψυχώνει τις φιγούρες του. Ο παρών χρόνος, δηλαδή, σαν χρόνος που τρέχει έξω από την πόρτα του καραγκιοζοπαίχτη, δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο ο χρόνος του έργου, δηλαδή της παράστασης, αλλά και ο χρόνος και ο χώρος των θεατών, οι οποίοι θεατές στέλνουν τα μηνύματα. Ο καραγκιοζοπαίχτης εισπράττει αυτά τα μηνύματα και κινείται ανάλογα. Πάντοτε, λοιπόν, με παρασέρνει και μου προκαλεί δέος και σεβασμό μαζί, ο άνθρωπος που έχει μια φλόγα μέσα του και καίγεται. Πολύ συχνά, δεν με ενδιαφέρει τόσο ο άνθρωπος, όσο η φωτιά που τον καίει. Όπου τη βρίσκω αυτή τη φωτιά, στέκομαι εκστατικός μπροστά σε αυτόν τον άνθρωπο που καίγεται από αυτήν τη φλόγα. Για το λόγο αυτό, τα τελευταία χρόνια, είμαι δάσκαλος μόνο ηθοποιών. Όταν βλέπω, λοιπόν, ότι αυτά τα παιδιά καίγονται από αυτήν τη φλόγα να υποκριθούν και να παραστήσουν κάτι, τότε και εγώ τα δίνω όλα από τη μεριά μου. Έτσι λοιπόν, και στους τρεις αυτούς καραγκιοζοπαίχτες, έχω και δείχνω στιγμές της προετοιμασίας τους, κάτι που κάνω και στην ταινία του «Δραπέτη» με τον Μπάρκα. Γιατί τους

Σελίδα

14


είδα και τους τρεις, κάθε φορά και πριν από την παράσταση, να έχουν ένα μικρό χρονικό διάστημα που να μην επικοινωνούνε και να κλείνονται προς τα μέσα τους. Πρόκειται για μια συγκλονιστική στιγμή. Αλλάζει και η έκφραση στα πρόσωπά τους. Για παράδειγμα, ο Κώνστας, όταν περιμένει με τις φιγούρες του να έρθει η σειρά του, στο «Ξυπόλυτο Τάγμα», το πρόσωπό του σιγά-σιγά αλλάζει και αλλάζει και η στάση του σώματός του, η οποία παίρνει τη στάση της φιγούρας, ίσως και ασυνείδητα, χωρίς ίσως να το ξέρει εκείνη την ώρα. Η έντασή του, εκείνη την ώρα, όταν κρατάει την κάθε σούστα, σου δείχνει και το χαρακτήρα της φιγούρας και πόσο είναι έτοιμος να αρχίσει να παίζει, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή. Το ίδιο και με τον Άθω, στην Αμερικανική Ένωση, το ίδιο και με τον Πάνο. Χανόταν η κάμερα, όταν τους τραβούσα. Χάνεται η κάμερα και δεν υπάρχει για αυτούς. Την ξεχνάνε την κάμερα. Αυτό το είδα και στους τρεις. Είναι κάτι το καταπληκτικό! Χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί από πριν σε τίποτα απολύτως. Αυτά ήταν δικές μου εμμονές, κάτι που ήξερα και από τον Βάγγο, στον οποίο αφιερώνω το ντοκιμαντέρ. Ήταν πολύ μεγάλος καλλιτέχνης και ο δάσκαλός μου, ως ένα μεγάλο βαθμό, στον Καραγκιόζη. Δεθήκαμε πάρα πολύ με τον Βάγγο από την εποχή του «Δραπέτη» και όχι μόνο. Και χάρηκα πολύ που βρήκα και αυτό το σπάνιο και ανέκδοτο υλικό, στο οποίο τον έχω τον Βάγγο, μεγάλο πια, από τις αρχές του δύο χιλιάδες, και στο οποίο μιλάει για τον ήχο του Καραγκιόζη και το πώς ήρθε από την Ανατολή. Αυτό το υλικό ήταν τελείως ανέκδοτο και το βρήκα από την έρευνά μου και από κάποιον συνάδελφο σκηνοθέτη, ο οποίος εκείνη την εποχή έκανε μια σχετική έρευνα, αλλά δεν χρησιμοποίησε αυτό το υλικό. Υπάρχει και άλλο ανέκδοτο υλικό στο ντοκιμαντέρ, πέρα από αυτό του Βάγγου. - ΣΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΚΩΝΣΤΑ, ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ ΚΑΙ ΤΟ «ΞΥΠΟΛΥΤΟ ΤΑΓΜΑ» ΝΑ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΒΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΝΙ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΟΥΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ. ΤΙ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΣΕ ΑΥΤΟ; Όταν άκουσα, κουβεντιάζοντας με τα παιδιά του θιάσου, ότι θα βγουν κάποια μέρα και θα κάνουν αυτήν την πορεία, μου φάνηκε εξωφρενικό με την καλή έννοια. Λέω, κοίταξε τώρα, ντυμένοι όλοι Καραγκιόζηδες, στο πιο πολυσύχναστο σημείο της Αθήνας,

Σελίδα

15


μέχρι κάτω την Ερμού, μέχρι το Μοναστηράκι, τουρίστες, πράγματα, θάματα, ένα σπάνιο, τρελό πράγμα. Τόσα συμβαίνουν, αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Λέω ότι αυτό πρέπει να το δω. Να το δω και εγώ ο ίδιος αυτό το πράγμα. Αυτή ήταν η ανάγκη μου. Και δεν απογοητεύτηκα. Είχα τον οπερατέρ με την κάμερα. Εγώ φωτογράφιζα και παρακολουθούσα τα πρόσωπα του κόσμου. Και δεν έχω ξαναδεί κόσμο στην αγορά να παίρνει τέτοιες ευχάριστες εκφράσεις. Όχι ότι γελάγανε ή χαμογελάγανε. Μαλάκωνε όλο τους το πρόσωπο και μένανε έτσι, βλέποντας αυτό το θέαμα: Τον Κώνστα με τον Καραγκιόζη και τους ηθοποιούς, ντυμένους με τα ρούχα της φιγούρας τους και τα τραγούδια τους κάθε φορά. Ήτανε κάτι μοναδικό. Είχε κάτι μοναδικό, για αυτούς τους ανθρώπους, αυτό το θέαμα. Και βγήκε αυτό που επιδίωκα και νομίζω ότι επιδίωκε και ο Κώνστας. Να βγει ο Καραγκιόζης έξω. Να συναντήσει το κοινό του. Από εκεί και πέρα, ένα ακόμα στοιχείο ήταν και η διαφήμιση της παράστασής τους, το «Ξυπόλυτο Τάγμα», η οποία γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία. - ΑΣ ΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ, ΜΕ ΤΟΝ ΑΘΩ ΔΑΝΕΛΛΗ. ΚΑΙ ΑΣ ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΜΑΝΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΗΤΑΝ ΕΠΙΣΗΣ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΤΟΤΕ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ, ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΑΠΟΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ. Ο ΚΩΣΤΑΣ Ο ΜΑΝΟΣ, ΕΞΑΛΛΟΥ, ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ ΜΑΣΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ, ΣΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ Ο ΔΑΝΕΛΛΗΣ. Πήγα και είδα αυτήν την έκθεση, όταν στηνότανε. Αμέσως, χάθηκα και μαγεύτηκα από τα χρώματα. Έτσι κι αλλιώς, μαγεύομαι από τα χρώματα του Καραγκιόζη. Όταν στήνονταν όλες αυτές οι φιγούρες, μαγεύτηκα από τα χρώματα και από τη στάση τους. Είχαν μια δύναμη, την οποία έχουν οι φιγούρες του Κώστα του Μάνου στη στατική τους μορφή. Οι φιγούρες αυτές κουβαλάνε μια ένταση. Και όσο γέμιζε αυτός ο χώρος στην ελληνοαμερικανική ένωση, ένιωθα σαν να έμπαινα σε ένα εξωπραγματικό παραμύθι των παιδικών μου χρόνων, όχι αναγκαστικά του Καραγκιόζη. Και είχα την τύχη να μπαίνω και να βγαίνω σε ένα χώρο, στον οποίο δεν ήταν κανείς μέσα, οπότε αυτός ο χώρος ήταν αποκλειστικά δικός μου, δεν ήταν με κόσμο. Αντικειμενικά μιλώντας, μου άρεσαν πάρα πολύ αυτές οι φιγούρες, είναι κομμάτια εκλεκτά οι φιγούρες αυτές και η καθεμιά ξεχωριστά. Όλες μαζί συγκροτούσαν έναν παράξενο κόσμο, τελείως κλειστό, τον κόσμο του παραμυθιού, όπου μου άρεσε να μπαίνω μέσα και να χάνομαι. Με φιγούρες από όλες τις εποχές, από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο, από τα κωμικά έργα και τις περιπέτειες, από τον Ταρζάν και τις ζούγκλες. Και βέβαια, αυτό που πάντα εκτιμώ

Σελίδα

16


και θαυμάζω είναι η φαντασία του κάθε καλλιτέχνη, του κάθε δημιουργού, όχι μόνο του καραγκιοζοπαίχτη. Η φαντασία αυτού του προσώπου οργίαζε, όταν έφτιαχνε αυτές τις φιγούρες. Με διασκεδάζει και με ενδιαφέρει πάρα πολύ αυτό. Να μην έχει φραγμούς η φαντασία. Να αφήνεται να κατασκευάζει ακόμα και πράγματα, τα οποία έρχονται κόντρα στην καθημερινή ζωή ή στη συγκεκριμένη ιστορία που έχουμε μάθει. Από την άλλη, με τον Άθω τον Δανέλλη, ήθελα να επιμείνω, όπως και υπό άλλο πρίσμα με τον Πάνο τον Καπετανίδη, στο θέμα της μαθητείας. Ότι δηλαδή ο Καραγκιόζης δεν διδάσκεται σε σχολεία, δεν διδάσκεται σε πανεπιστήμια. Είναι, αντιθέτως, η παλιά, πανάρχαια παράδοση της μαθητείας, η οποία υπήρχε σε όλες τις συντεχνίες, ακόμα και στον κινηματογράφο, μέχρι τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις στο φιλμ. Υπήρχε μια ιεραρχία, ένας σεβασμός. Ο σκηνοθέτης ήταν πρώτα βοηθός και μετά γινόταν σκηνοθέτης. Την εκτιμώ πάρα πολύ τη μαθητεία. Εκτιμώ πάρα πολύ τη σχέση μαθητή και δάσκαλου σε όλα τα επίπεδα. Μια συντεχνία που αναφέρεται στους δασκάλους της, είναι οι ζωγράφοι. Σου λέει ο άλλος, ότι είχα δάσκαλο τον Μόραλη, τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα. Όλοι οι ζωγράφοι, όταν μιλήσουνε, θα μιλήσουν για τους δασκάλους τους. Αμέσως, αμέσως, δεν είναι μόνο ένας φόρος τιμής σε αυτούς που τους δίδαξαν, αλλά σου τοποθετούνε και τη συνέχεια του πράγματος. Αυτό πάντα το κάνανε και οι καραγκιοζοπαίχτες. Ήταν πολύ περήφανοι για τους δασκάλους τους. Συνδεόμαστε έτσι με το παρελθόν και βλέπουμε και το ήθος των σημερινών καραγκιοζοπαιχτών, οι οποίοι δεν ξεχνούν τους δασκάλους τους. Συνδεόμαστε, λοιπόν, με το παρελθόν και κάπου εκεί, εμφανίζεται και ο Μίμης ο Μάνος, ο γιος αλλά και ο μαθητής του Κώστα Μάνου. - ΣΕ ΚΑΘΕ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΟΠΑΙΧΤΗ (ΚΩΝΣΤΑ, ΔΑΝΕΛΛΗ, ΚΑΠΕΤΑΝΙΔΗ) ΑΝΑΦΕΡΕΣΤΕ, ΛΟΙΠΟΝ, ΣΕ ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΘΕΜΑ. ΕΤΣΙ, ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΛΙΟΥΣ ΜΑΣΤΟΡΕΣ ΠΕΡΑΣΑΜΕ ΣΤΗ ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ, ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΙΔΑΣΚΕΤΕ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ Ο ΠΑΝΟΣ ΚΑΠΕΤΑΝΙΔΗΣ. Ναι! Το θέμα της μαθητείας στο μάστορα δεν το ανέλυσα και στους τρεις καραγκιοζοπαίχτες, για να μην πέσουμε στην παγίδα της επανάληψης. Στον καθένα από αυτούς, είχα διαφορετικά πράγματα. Επέμεινα σε διαφορετικά πράγματα στο κάθε κομμάτι του ντοκιμαντέρ, στα πλαίσια μιας συνολικής θεώρησης και για όλα τα θέματα. Έτσι, λοιπόν, περνάμε στο τρίτο μέρος του ντοκιμαντέρ

Σελίδα

17


και στους μαθητές της δραματικής σχολής, όπου διδάσκω. Οι μαθητές αυτοί είναι πολύ κοντά στην τέχνη του Καραγκιόζη, την οποία την έχω διδάξει στη συγκεκριμένη σχολή. Η ιδιότητα του καραγκιοζοπαίχτη είναι πάρα πολλά πράγματα μαζί. Είναι, οπωσδήποτε, και ηθοποιός. Ήθελα πολύ αυτά τα παιδιά, λοιπόν, επειδή δεν είχαν τα πιο πολλά σχέση με την τέχνη του Καραγκιόζη, να έρθουν σε επαφή με το ζωντανό το θέαμα. Είχαν, βεβαίως, ακούσει, είχαν δει και στην τηλεόραση. Εμένα, όμως, δεν μου λέει τίποτα ο Καραγκιόζης στην τηλεόραση, ούτε και στο dvd, δεν βάζω ποτέ dvd να δω Καραγκιόζη, γιατί δεν αισθάνομαι τίποτε με αυτό. Έγινε λοιπόν κάτι το τρομακτικό με τη ζωντανή παράσταση στη σχολή. Ήταν και τα τρία έτη μέσα. Τα παιδιά που την είδαν, είχανε παλαβώσει. Παιδιά από είκοσι μέχρι είκοσι πέντε χρονών. Είχανε πάθει τέτοια πλάκα που μου μιλούσαν συνέχεια, μέχρι τις επόμενες βδομάδες, για το πότε θα ξαναδούνε Καραγκιόζη. Έπαιξε, βεβαίως, ρόλο που τους μίλησε και μίλησε πολύ καλά ο Καπετανίδης. Έτσι, οι μαθητές θα μπορούσαν να κερδίσουν πολλά ως ηθοποιοί και πέρα από το θεωρητικό μάθημα που είχα κάνει εγώ, μιλώντας με έναν καραγκιοζοπαίχτη και παίρνοντας από αυτόν τον καραγκιοζοπαίχτη πολλά. Παίρνοντας ό,τι το καλύτερο υπάρχει και έχει κατακτηθεί από αυτόν στο θέμα της υποκριτικής. Πώς αλλάζει φωνές, πώς μπαίνει μέσα στο χαρακτήρα, πώς αυτοσχεδιάζει. Όλα αυτά είναι κομμάτια της υποκριτικής. Ο Καραγκιόζης, εξάλλου, είναι ένα πλήρες θέαμα. Δεν του λείπει τίποτα. Από έναν άνθρωπο και ένα βοηθό. Οι μαθητές, λοιπόν, μετά από τρεις ώρες, ήθελαν οπωσδήποτε να μπουν πίσω από τον

Σελίδα

18

μπερντέ και επέμειναν πολύ σε αυτό, για να δουν με τα μάτια τους τι ακριβώς ήταν αυτό που είδανε. Κάποια παιδιά, μάλιστα, ακουμπούσαν, με σεβασμό, το πανί και τις φιγούρες. Γενικότερα, ο Καραγκιόζης και ο καραγκιοζοπαίχτης προσφέρουν έναν ολόκληρο κόσμο με το θέαμά τους. Ο κόσμος αυτός έχει μία μοναδικότητα, η οποία ή σου αρέσει ή δεν σου αρέσει. Αυτό ισχύει για όλους τους κόσμους. Μπορεί και να μην σου πάει ιδιοσυγκρασιακά. Και εσύ τον προσλαμβάνεις ή όχι. Πρόκειται όμως για έναν πλήρη και ολοκληρωμένο κόσμο, τον οποίο τα παιδιά τον εισπράξανε. Ο Πάνος μιλούσε διαρκώς με τα παιδιά και τους εξηγούσε συνέχεια. Και όλα αυτά θα ήταν πολύ σπουδαίο, αν γίνονταν κοινός τόπος και στόχος της ελληνικής εκπαίδευσης. Και όχι μόνο για το Θέατρο Σκιών αλλά και για τον κινηματογράφο. Θα κερδίζαμε πάρα πολλά. Όμως, δεν ξέρω, αν θα μας ακούσει κανείς για ένα τέτοιο άνοιγμα, γιατί υπάρχει και το ταξικό στοιχείο στον Καραγκιόζη, το οποίο δεν πρέπει να μας διαφεύγει. Ο Καραγκιόζης είναι ένας ταπεινός άνθρωπος. Από λούμπεν μέχρι, στην καλύτερη περίπτωση, να γίνει μικρομεσαίος. Δεν είναι, όμως, αυτή η τάξη που μας κυβερνάει. Δεν τον θέλουν τον Καραγκιόζη. Τον θέλουν μεν κάποιοι καλλιτέχνες και κάποιοι φωτισμένοι άνθρωποι, σαν τον Τσαρούχη ή τον Εγγονόπουλο, στο παρελθόν. Δεν τον θέλει, όμως, η άρχουσα τάξη. Ο Καραγκιόζης, όπως και ο καραγκιοζοπαίχτης, είναι πάντοτε κυνηγημένος. Η εξουσία δεν θέλει να της θυμίζουμε ότι υπάρχει, στη ζωή μας, αυτός ο άνθρωπος. Για αυτόν το λόγο, ο Καραγκιόζης θα είναι πάντα «αντί» και απέναντι. Και αυτή είναι η δύναμή του. Αν τον υιοθετήσει η


άρχουσα τάξη, θα τον καταστρέψει. Όπως ακριβώς η εξουσία έχει καταστρέψει και κάθε μορφή τέχνης που έχει προσπαθήσει να πάρει μαζί της. Θα τον εξαφανίσει. Καλύτερα, λοιπόν, ο Καραγκιόζης να παραμείνει πάντοτε ο αντίλογος, αυτός που θα κοροϊδεύει την εξουσία. Να είναι πάντοτε απέναντι ο Καραγκιόζης και αυτός ο ρόλος πρέπει να του επισημανθεί και ακόμα περισσότερο σήμερα. Ότι δηλαδή ο Καραγκιόζης είναι πάντα κόντρα στο σύστημα, στο οποιοδήποτε σύστημα, είτε αυτό είναι το ατομικό σύστημα, π.χ. το ατομικό σύστημα του Χατζηαβάτη, είτε είναι το σαράι, δηλαδή η εξουσία. Δεν είναι απλώς μια δηλωμένη κόντρα. Είναι κόντρα μέσα από αυτά που κάνει και με τον τρόπο που ζει. Για το λόγο αυτό, είναι μια εξέχουσα ποιητική μορφή ο Καραγκιόζης. Και ο τίτλος της εκπομπής είναι ανοιχτός και δεν έχει ερωτηματικό. Πού το πάει ο Καραγκιόζης. Ο καθένας βγάζει τα συμπεράσματά του. Παίρνει από μόνος του ο καθένας αυτό που χρειάζεται. Μέσα από το ντοκιμαντέρ αυτό, πάντως, δηλώνω το σεβασμό μου προς το θέαμα του Καραγκιόζη και προς τον καραγκιοζοπαίχτη. Ο σεβασμός που εμπνέει αυτό το ντοκιμαντέρ, υπάρχει και μεταφέρεται στον κόσμο. Αυτό, με μεγάλη μου έκπληξη, το άκουσα από πολλούς ανώνυμους ανθρώπους, οι οποίοι, μετά την προβολή της ταινίας, είπαν ότι δεν ξέρανε πως οι καραγκιοζοπαίχτες του σήμερα μιλάνε τόσο ωραία. Αυτός, λοιπόν, ο σεβασμός που αισθάνθηκα για την τέχνη αυτή και πάνω στη διαχείριση του θέματος αυτού, βγήκε από το γυαλί της τηλεόρασης και πέρασε στον κόσμο, όπως μου δήλωσε ο κόσμος αυτός μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ. Αυτόν το σεβασμό τον εισπράξανε αυτοί που ήτανε να τον εισπράξουνε. - ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΔΕΙΧΝΕΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΠΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗΣ ΠΙΤΑΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΣΚΙΩΝ, ΣΤΙΣ 8 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΤΟΥ 2013, ΣΤΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ, ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ. ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΤΟΤΕ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΠΙΣΗΣ ΑΠΟΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΠΡΟΑΝΑΦΕΡΘΕΝΤΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ Ή ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΑΝΟΥ. ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΣΤΟΧΟΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ; Υπάρχει μια σκηνή, στο ντοκιμαντέρ, από την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας στο Πανελλήνιο Σωματείο Θεάτρου Σκιών. Όταν πληροφορήθηκα ότι θα γίνει αυτό το γεγονός, αμέσως κατάλαβα ότι είναι απολύτως απαραίτητο να μπει

Σελίδα

19


σαν εικόνα μέσα στην ταινία, γιατί θα είχα την ευκαιρία να δω πολλούς από τους καραγκιοζοπαίχτες, από πολλές γενιές, μαζεμένους σε ένα συγκεκριμένο χώρο, εκεί που είναι τα γραφεία του Σωματείου, στην πλατεία Κάνιγγος. Και αυτό έγινε. Εκεί, λοιπόν, μαζεύτηκαν οι καραγκιοζοπαίχτες, οι βοηθοί αλλά και πολλοί νέοι. Το θέαμα, δηλαδή η εικόνα που παρουσιάζει αυτή η κοπή της πίτας, δεν έχει ενδιαφέρον σαν γεγονός, ως η κοπή μιας πίτας, αλλά ενδιαφέρον έχει ο κόσμος που είναι γύρω από αυτήν την εκδήλωση, δηλαδή τα πρόσωπα των καραγκιοζοπαιχτών, ενώ ιδιαίτερη εντύπωση σε κάποιους ανθρώπους που είδαν την ταινία, έκαναν τα νέα πρόσωπα, με τα οποία έχει επανδρωθεί ο κόσμος του Καραγκιόζη. Πρόκειται για νέα παιδιά, πολύ σύγχρονα παιδιά, με σύγχρονη ενδυμασία και εμφάνιση, τα οποία, αν τα έβλεπε κανείς έξω, δεν θα

μπορούσε ίσως να φανταστεί ότι είναι τόσο πολύ δοσμένα και αφοσιωμένα στην τέχνη του Θεάτρου Σκιών. Αυτό είναι σαν μια κυψέλη, η οποία μαζεύει όλον αυτόν τον κόσμο. Ήταν μια σκηνή που κινηματογραφικά μεν δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι δηλαδή μια κάμερα που απλώς παίρνει κόσμο. Όμως, επειδή έκανα πολλά κοντινά στα πρόσωπα των παιδιών και επειδή χρησιμοποίησα και χρησιμοποιώ πολλές φωτογραφίες, δουλεύοντας πολύ με αυτές και παρεμβάλλοντάς τες και παγώνοντας για κάποια δευτερόλεπτα την εικόνα, κάτι που κάνει εντύπωση και δίνει μιαν άλλη διάσταση μέσα στο ντοκιμαντέρ, αυτά τα νέα πρόσωπα, λοιπόν, έκαναν πολύ μεγάλη εντύπωση και πολύς κόσμος δεν το περίμενε αυτό. Δεν περίμενε δηλαδή να υπάρχει ένα τέτοιο ρεύμα από τη νέα γενιά στην τέχνη του Καραγκιόζη.

ΘΕΑΤΡΑ ΣΚΙΩΝ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ 1

Ο «Καραγκιόζης» του Τάσου Κώνστα πάει… Φλοίσβο Για δεύτερη χρονιά στο Δημοτικό Θέατρο Σκιών Π. Φαλήρου κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή, από το Θέατρο Σκιών του Τάσου Κώνστα. Ο "μπερντές θα ανάψει" για όλο το καλοκαίρι, με έναν Καραγκιόζη έτοιμο να χαρίσει πολλές ώρες άφθονου γέλιου σε καλοκαιρινές, δροσερές περιπέτειες. Είναι ετοιμόλογος, αστείος, καλόκαρδος, αλλά και γεμάτος διάθεση να ανακατεύεται σε όλα. Ο λόγος για τον αγαπημένο μικρών και μεγάλων, Καραγκιόζη, ο οποίος υποδέχεται τους φίλους του. Διάρκεια παράστασης: 50 λεπτά Γενική είσοδος: 3,5€ Πληροφορίες: 6948852493 Οι παραστάσεις του Θεάτρου Σκιών του Τάσου Κώνστα θα διαρκέσουν μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου, με μια μικρή διακοπή τον Δεκαπενταύγουστο.

Σελίδα

20


Ένα συγκινητικό e-mail Γεια σας! Με λένε Γιάννη Γούλα, είμαι οκτώ χρονών και μένω στην πόλη της Καρδίτσας. Αυτήν την επιστολή τη γράφω μαζί με τους γονείς μου και αφορά το χόμπι μου, με το οποίο ασχολούμαι πάνω από δύο χρόνια. Μου αρέσει πολύ ο Καραγκιόζης. Όχι μόνο μου αρέσει πολύ να βλέπω Καραγκιόζη, αλλά μου αρέσει και να παίζω Καραγκιόζη. Έχω ζωγραφίσει φιγούρες με τους ήρωες του Θεάτρου Σκιών, τις έχουμε πλαστικοποιήσει, τις βάλαμε σούστες και σε έναν μπερντέ 1m επί 75cm, στον οποίο έχουμε ενσωματώσει φωτισμό, παίζω τις παραστάσεις μου. Έχω παίξει παραστάσεις όχι μόνο σε μικρούς φίλους μου αλλά και σε ενήλικο κοινό, σε γενέθλια και σε πάρκα. Αυτό που μου αρέσει πάρα πολύ, όταν παίζω παράσταση, είναι να ακούω το γέλιο και το χειροκρότημα του κοινού από τα κατορθώματα του Καραγκιόζη. Θαυμάζω πάρα πολλούς καραγκιοζοπαίχτες, τους οποίους τους γνώρισα από παραστάσεις έξω και μέσα από το ίντερνετ. Έμαθα από αυτούς και άρχισα να τους ξεχωρίζω, γνωρίζοντας τον προσωπικό τρόπο παιξίματος του καθενός από αυτούς. Αποφασίσαμε, λοιπόν, μαζί με τους γονείς μου να σας γράψουμε αυτήν την επιστολή, όπως και να σας στείλουμε ένα βίντεο από μία παράστασή μου, την οποία διεξάγω, παίζοντας συγχρόνως τις μουσικές των ηρώων από ένα κινητό τηλέφωνο και με βοηθό μία φίλη μου, την Ιωάννα. Ο σκοπός είναι να δείτε αν έχω ταλέντο και αν ναι, πώς αυτό μπορώ να το καλλιεργήσω. Θα ήθελα πάρα πολύ να μάθω αν υπάρχει κάποιο Σωματείο καραγκιοζοπαιχτών στην Θεσσαλία ή αν κάποιο μέλος σας, το οποίο είναι από αυτήν την περιοχή, να μπορεί και να θέλει να μου κάνει κάποια μαθήματα στο εργαστήριό του ή έστω, αν υπάρχει κάποια σχετική σχολή, την οποία μπορείτε να μου προτείνετε, ώστε να μπορέσω να βοηθηθώ στα πρώτα μου βήματα. Θα χαρώ πολύ να επικοινωνήσετε μαζί μου και, αν είναι δυνατόν, να με ενημερώσετε, αν υπάρχουν απαντήσεις για τα αιτήματά μου. Με τιμή, Γιάννης Γούλας

Σελίδα

21


του Θωμά Αθ. Αγραφιώτη

Ο «ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ» ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

ΙΑ) «Η ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΚΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ» (1962) του Νέστορα Μάτσα

Σελίδα

http://www.youtube.com/watch?v=I_3IFl4GPgc (Βλέπε την παράσταση του Ευγένιου Σπαθάρη από 0:54:23 έως 0:56:06) Κλείνοντας το αφιέρωμά μας για τον «Καραγκιόζη» στον ελληνικό κινηματογράφο και εκφράζοντας τις ευχαριστίες μας στον κ. Νίκο Κουρού, παρουσιάζουμε, μαζί με τη συνέντευξη του σκηνοθέτη Λευτέρη Ξανθόπουλου, μια τελευταία ελληνική ταινία, σχετικά άγνωστη και παραγνωρισμένη, με τον τίτλο «Η Ελληνίδα και ο Έρωτας», παραγωγής 1962 και σε σενάριο Νέστορα Μάτσα και Κώστα Ασημακόπουλου, με τον πρώτο να είναι και ο σκηνοθέτης του έργου. Ο εύγλωττος τίτλος της ταινίας ορίζει και το θέμα της: «Είκοσι μία μικρές ιστορίες, με κοινό θέμα τις Ελληνίδες και τον έρωτα, από την ελαφριά και πολύ πικάντικη πλευρά του, που παρουσιάζει ο Ανδρέας Μπάρκουλης» (Δ. Κολιοδήμου, Λεξικό Ελληνικών Ταινιών από το 1914 μέχρι το 2000, εκδ. Γένους, Αθήνα 2001, σ. 144). Πρόκειται για ένα σπονδυλωτό έργο, με αφηγητή τον Μπάρκουλη, με μια πληθώρα κορυφαίων Ελλήνων ηθοποιών αλλά και με τη συνεργασία πολλών επώνυμων καλλιτεχνών (σκιτσογράφων, τραγουδιστών, γλυπτών, χορευτών) και ιδίως του καραγκιοζοπαίχτη Ευγένιου Σπαθάρη, σχετικά με τη θεματική που μας ενδιαφέρει. Ο Σπαθάρης διηγείται, με τις φιγούρες του Θεάτρου Σκιών, μια ανάλογη ιστορία με θέμα τον έρωτα του Καραγκιόζη με την «εξελληνισμένη», αν μας επιτρέπεται ο όρος, κόρη του Πασά και από το έργο «Οι Γάμοι του Καραγκιόζη». Στο σύντομο αυτό απόσπασμα, διάρκειας λίγο μικρότερης των δύο λεπτών, παρουσιάζονται οι έγχρωμες φιγούρες του Καραγκιόζη, της Βεζυροπούλας, του Πασά και του Μπαρμπαγιώργου, οι οποίες φιγούρες, όμως, φαίνονται (δυστυχώς) ασπρόμαυρες στην οθόνη, ανάμεσα στα σκαλιστά σκηνικά της παράγκας και του σαραγιού. Πρόκειται, ειδικότερα, για μια σύντομη συμμετοχή του Θεάτρου Σκιών στο έργο του Μάτσα, η οποία απλώς προσθέτει κάτι χαριτωμένο και κωμικό στην εν λόγω ταινία, χωρίς όμως και να νοηματοδοτεί καταλυτικά το περιεχόμενό της. Θα μπορούσε, πάντως, να λειτουργήσει άνετα και ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για το άνοιγμα μιας ευρύτερης συζήτησης γύρω από την παρουσία της γυναίκας στον μπερντέ του νεοελληνικού Θεάτρου Σκιών. Προς το παρόν, τουλάχιστον, παραθέτουμε τους διαλόγους αυτού του αποσπάσματος, αφήνοντάς το ως έκπληξη για το τέλος του θέματός μας και κλείνοντας έτσι το αφιέρωμά μας με ένα «άγνωστο» κινηματογραφικό απόσπασμα από παράσταση Καραγκιόζη, που γίνεται πλέον ευρέως γνωστό, σαν ευγενική προσφορά και αντίδωρο αγάπης προς τους αναγνώστες αυτής

22


O Νέστορας Μάτσας

της στήλης και της μηνιαίας διαδικτυακής εφημερίδας «Ο Καραγκιόζης μας» του Πανελλήνιου Σωματείου Θεάτρου Σκιών: ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Αλλά και ο Καραγκιόζης έχει τα ερωτικά του προβλήματα. Ας τον παρακολουθήσουμε, λοιπόν, στον έρωτά του μετά της Βεζυροπούλας. ΒΕΖΥΡΟΠΟΥΛΑ: Άντρα μου απεφάσισα να κάνω, Καραγκιόζη, εσένα! ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Να τα μας! ΒΕΖΥΡΟΠΟΥΛΑ: Δεν με αγαπάς; Άδικα, λοιπόν, σε είχα μες στο μυαλό μου; Άδικα σε λάτρευα; (Κλαίει με λυγμούς) ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Σώπα, ρε κυρά! Για στάσου! ΒΕΖΥΡΟΠΟΥΛΑ: Δεν θέλω τέτοια ζωή! (Κλαίει) ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Αχ! Μανούλα μου! (Κλαίει με λυγμούς)

ΒΕΖΥΡΟΠΟΥΛΑ: Κλαις; ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Ναι! (Συνεχίζει να κλαίει) ΒΕΖΥΡΟΠΟΥΛΑ: Σώπα! Εγώ έπαψα! ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Εσύ είχες αρχίσει πιο πρώτα! (Κλαίει ακόμα με λυγμούς) ΒΕΖΥΡΟΠΟΥΛΑ: Με αγαπάς; Να! Έρχεται ο μπαμπάς! ΠΑΣΑΣ: (Βγαίνει από τη μεριά της παράγκας) Τι έγινε, παιδί μου! Να ακούσω την απόφασή σου, ποιος θα είναι ο μέλλων γαμπρός μου! Ποιος είναι ο άντρας σου! ΒΕΖΥΡΟΠΟΥΛΑ: Ο άντρας μου, μπαμπά μου, είναι ο Καραγκιόζης! ΠΑΣΑΣ: Ο Καραγκιόζης; Ο ουραγκοτάγκος; Αυτός ο ελεεινός; Ο ξυπόλυτος; Ο μυριομπαλωμένος; Ο καμπούρης; ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Τι βρίζεις, ρε αποντικό; Για σταμάτα, μωρέ! Η κόρη σου με διάλεξε για άντρα της! Εγώ θα βρω τον μπελά μου; Δεν θέλω, μωρέ, τέτοια ζωή! Με κάνατε ρεζίλι! Θα πάω να αυτοκτονήσω! ΒΕΖΥΡΟΠΟΥΛΑ: Έλα εδώ, Καραγκιόζη! Στάσου! ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Αφήστε με! Θα πέσω μες στο πηγάδι! (Φεύγει προς τη μεριά του σαραγιού και βγαίνει από τη σκηνή) ΒΕΖΥΡΟΠΟΥΛΑ: Μπαμπά μου! Θα πέσει μέσα στο πηγάδι! ΠΑΣΑΣ: Τρέξε, παιδί μου! Πιάστονε, να μην μου μαγαρίσει το πηγάδι! (Φεύγει μαζί με την Βεζυροπούλα προς τη μεριά του σαραγιού και βγαίνουν μαζί από τη σκηνή, κυνηγώντας τον Καραγκιόζη) ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΩΡΓΟΣ: (Βγαίνει από τη μεριά της παράγκας) Ωωωπ! Ιδώ είμι κι γω! Ρουβόλησα τουν κατήρουφου για τους Γάμους του Καραγκιόζ! Γεια σας, πιδιά, και στα δικά σας! (Κατευθύνεται προς το σαράι. Ο μπερντές παύει να φαίνεται) ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Έχουμε καιρό για γάμους, Μπαρμπαγιώργο!

Σελίδα

23


ΘΕΑΤΡΑ ΣΚΙΩΝ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ 2 “Λαϊκές βραδιές με τον Καραγκιόζη στο Δήμο Κερατσινίου - Δραπετσώνας”

Παίζει: ο Πάνος Καπετανίδης Στο θερινό αμφιθέατρο του πάρκου «Ανδρέας Παπανδρέου», (πρώην Σελεπίτσαρι), με την νέα ονομασία «Αλέκος Χρυσοστομίδης», τέρμα Κωνσταντινουπόλεως στο ΚΕΡΑΤΣΙΝΙ Πληροφορίες και χάρτης: http://www.karagkiozis.com/ Κάθε Δευτέρα και Πέμπτη από 27 Ιούνη μέχρι 25 Ιούλη. Κάθε βράδυ θα παρουσιάζεται νέο έργο. Ώρα έναρξης 9 μ.μ. ΑΚΡΙΒΩΣ. ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ • Και το φθινόπωρο στις γειτονιές

Πληρώστε τις συνδρομές σας! Το Δ.Σ. στην συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου θα ΔΙΑΓΡΑΨΕΙ όσα μέλη οφείλουν περισσότερες των 2 ετών συνδρομές. Μπορείτε και τώρα με κατάθεση στον λογαριασμό του Σωματείου μας, τράπεζα Eurobank, αριθμός λογαριασμού: 0026.0062.17.0200632294 IBAN: GR0802600620000170200632294 Σελίδα

24


71 ioylhs aygoystos 2013