Skip to main content

Ενα μπαούλο παραμύθια-θεατρικό έργο

Page 1

Ενα Μπαούλο παραμύθια

ΚΕΝΤΡΟ ΣΠΟΥΔΩΝ ΛΑΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ 2021


Ενα μπαούλο παραμύθια θεατρικό έργο Το θεατρικό έργο ΕΝΑ ΜΠΑΟΥΛΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ είναι αποτέλεσμα έρευνας που πρόεκυψε λόγω της επετείου της Μικρασιατικής καταστροφής 1922-2022. Είναι μέρος του γενικότερου σχεδίου “ΣΤΟ ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ που κατατέθηκε και επιχορηγήθηκε από την διεύθυνση γραμμάτων του ΥΠΠΟΑ στα πλαίσια της ειδικής πρόσκλησης για επιχορήγηση έργων και δράσεων σχετικών με την έννοια τους εκπατρισμού με αφορμή την άφιξη και ενσωμάτωση των Ελληνικών πληθυσμών στην Ελλάδα μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Εγινε παράσταση και παρουσιάστηκε στο Θέατρο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ στα τέλη του 2021


Η Παράσταση παρουσιάστηκε στο θέατρο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟύ τον Οκτώβριο 2021 και συνεχίστηκε την περίοδο 2021-2022 σε δια ζώσης παράστασεις και διαδικτυακές live streaming

Κείμενο-Σκηνοθεσία ΝΙΚΟΣ ΚΑΜΤΣΗΣ Σκηνικό-Κοστούμια ΜΙΚΑ ΠΑΝΑΓΟΥ Μουσική ΧΡΗΣΤΟΣ ΞΕΝΑΚΗΣ Βίντεο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ Ερευνα ΝΙΚΟΣ ΚΑΜΤΣΗΣ Παίζουν οι ηθοποιοί ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΘΑΝΟΥ ΑΝΤΑ ΚΟΥΓΙΑ


Ενα μπαούλο παραμύθια Τα πρόσωπα Η Φιλιώ Η Ανέτα

Το σκηνικό είναι μία σοφίτα από αυτές που υπάρχουν στα νεοκλασικά που οι νοικοκυρές αποθηκεύουν παλιά πράγματα, θησαυρούς μιας άλλης εποχής. Είναι μία σοφίτα με παλιά ρούχα, βιβλία, παιχνίδια και τo ημερολόγιο της γιαγιάς που ήρθε από την Σμύρνη στην Αθήνα το 1922 με μόνη περιουσία της τις αναμνήσεις της κλεισμένες στο ημερολόγιο της.

Η μουσική της έναρξης τελειώνει και μια φιγούρα διαγράφεται στην οθόνη. Μέσα στο σκοτάδι ακούγονται κοριτσίστικες φωνές. Σαν να βρίσκονται έξω από την πόρτα και θέλουν να μπουν αλλά φοβούνται. Και πράγματι αυτό συμβαίνει. Η Φιλιώ και η Ανέτα είναι δύο κορίτσια αδελφές που σήμερα αποφάσισαν να ανακαλύψουν τον άγνωστο κόσμο της σοφίτας του παλιού νεοκλασικού σπιτιού τους. Με όλο το δέος που κρύβει μια τέτοια εκστρατεία στέκονται πίσω από την κλειδωμένη πόρτα και με χέρια που τρέμουν δοκιμάζουν τα κλειδιά.. Όταν η μουσική τελειώνει στην οθόνη εμφανίζεται μια γιαγιά που κάθετε σε μια πολυθρόνα και μας μιλάει. ΣΕ


μας και στις δύο κοπέλες ΟΘΟΝΗ Ελάτε καλές μου. Φτάνει τόσο που κάνατε υπομονή. Τώρα ήρθε η ώρα να φανερωθούν τα μυστικά. Ηρθε η ώρα να ανοίξει το σεντούκι και να πει την ιστορία του το βιβλίο. Όλα εδώ μέσα είναι δικά σας. Μόνο που πρέπει να το ανακαλύψτε μόνες σας. Ένα-ένα, σελίδασελίδα. Ιστορία και παραμύθι, ψέμα και αλήθεια, φαντασία και πραγματικότητα…Ελάτε…Ελάτε… ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ

Άντε καλέ τι περιμένεις, άνοιξε. Τα κλειδιά. Τα κλειδιά μάλιστα. Που τα έχω βάλει? Δεν τα πήρες? Τα πήρα…το ορκίζομαι…το θυμάμαι… Και που είναι τώρα? Δεν ξέρω….εξαφανίστηκαν …έγιναν καπνός....έκαναν φτερά…Πάμε να φύγουμε. Δεν πάμε πουθενά. Θα μπούμε στη σοφίτα σήμερα. Τέρμα. Το ΄παμε και θα γίνει. Φοβάμαι… Τραγούδα τότε. Βρες τα κλειδιά… Ψάχνω και δεν τα βρίσκω… Πάμε να φύγουμε. Είναι σκοτεινά εδώ μέσα δεν βλέπω ούτε τη μύτη μου. Ψάξε στις τσέπες σου. Ψάχνω, δεν είναι. Μήπως τα κρέμασες στη ζώνη σου? (Ψάχνει) Όχι δεν είναι . Στο λαιμό σου? Μήπως τα κρέμασες στο λαιμό σου από κανένα σκοινάκι? Όχι δεν είναι. Πάμε να φύγουμε. Θα τα πήρε ο σατανάς και… άφαντα… πάμε.


ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ

Θα σου πέσανε τότε στο πάτωμα. Ψάξε κάτω. Που να ψάξω καλέ δεν βλέπω ούτε τη μύτη μου και συ λες ψάξε. Με τα χέρια ψάξε. Και αν πιάσω κανένα ποντίκι? Πες του συγνώμη και ας΄ το να πάει στη δουλειά του. Στο ποντίκι? Ναι στο ποντίκι. Τρελάθηκες μου φαίνεται. Αν πιάσω ποντίκι εγώ θα πεθάνω από το φόβο μου. Μανούλα μου…Νάτο το έπιασα. Δεν είναι ποντίκι καλέ. Είναι πως δεν είναι. Να ‘το το πιάνω και κουνιέται…. και είναι μεγάλο Θεούλη μου σαν γατί είναι ….αααα τριχωτό …σιχαμένο….απαππαπα Το κεφάλι μου έπιασες μωρή, ας το και θα μου το στραμπουλήξεις…. Το κεφάλι σου κρατάω τόση ώρα???? (Απότομα) ΣΣσσσστ!!!! (Γίνεται απόλυτη ησυχία. Το μόνο που ακούγεται είναι αρμαθιά με τα κλειδιά που η ΑΝΕΤΑ τα κρατάει στο χέρι και από το τρέμουλο κουδουνίζουν.) Νατα τα ακούς? Κουνιούνται και κουδουνίζουν. Και γιατί κουνιούνται. Γιατί βλακέντιε τα κρατάς στο χέρι τόση ώρα και τρέμεις σαν το ψάρι. Φερ΄ τα εδώ. Άνοιξε….. (Τα παίρνει και προσπαθεί να ανοίξει την ξύλινη πόρτα. Η πόρτα τελικά ανοίγει. ΦΩΣ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ. Η Φιλιώ μπαίνει μέσα στη σκηνή που υποτίθεται ότι είναι η σοφίτα. Δεν έχει πολλά πράγματα. Ένα μπαούλο γεμάτο ρούχα, ένα χαρτοκιβώτιο με παλιά ξύλινα παιδικά παιχνίδια, σπιτάκια, δεντράκια κλπ που με αυτά τα κορίτσια θα φτιάχνουν μικρά σκηνικά, ένα κουτί ξύλινο


ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ

ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ

γεμάτο με παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες.) (Μπαίνει πρώτη μέσα από πίσω και η Ανέτα κρατώντας την από το ρούχο) Πω, πω μαγικό. Που το βλέπεις το μαγικό καλέ εγώ δεν βλέπω ούτε τη μύτη μου. Πάμε να φύγουμε. Είμαστε στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού…. Πρόσεχε μην πέσουμε και σκοτωθούμε. Σου λέω. Ότι είδαμε είδαμε πάμε τώρα. Νάτο!!!! Αααχ!!! Με τρόμαξες. Το μπαούλο. Ποιο μπαούλο? Αυτό…είναι παλιό…Ποιανού είναι άραγε… Καποιανού θα είναι…πάμε να φύγουμε φοβάμαι. Της μαμάς δεν είναι σίγουρα Δεν είναι όχι…πάμε να φύγουμε! Σσσσς!!! Μην κάνεις θόρυβο. Τώρα θα το ανοίξω. Μηηηη Αααα!!!! Τιιι??? Ρούχα. Παλιά ρούχα. Και καπέλα…και Ααααα! (Βλέπει κάτι μέσα και αντιδρά έτσι που η Ανετα θα ξανατρομάξει και από την τρομάρα της αναποδογυρίζει το κουτί. Παιχνίδια ξεχύνονται έξω. Μια μπάλα κυλάει στο πάτωμα) Ααααα!!!! Ένα κουτί. Παναγίτσα μου και ΄κεινο εκεί που περπατάει τι είναι? Ποντίκι? Πάψε. Φίδι? Όχι κροκόδειλος.


ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ

Μανούλα μου θα μας φάει…. Σταμάτα επιτέλους με τους φόβους σου και τα κλαψουρίσματα σου. Μια μπάλα ήταν όλο κι όλο. Έλα δω κοντά μου. Το μπαούλο είναι γεμάτο με πράγματα…. ρούχα…καπέλα… παπούτσια…και κοίτα… το κουτί είναι όλο φωτογραφίες. ΑΝΕΤΑ Ποιανού είναι λες? ΦΙΛΙΩ Δεν ξέρω… της γιαγιάς μάλλον. ΑΝΕΤΑ Της γιαγιάς της Λέλας η της γιαγιάς της Βάσας? ΦΙΛΙΩ Της γιαγιάς της Βάσας μάλλον αυτή ήταν αρχόντισσα… είχε φουστάνια, ντυνότανε και πήγαινε στις βεγγέρες στη Σμύρνη και χορεύανε και γλεντούσανε…μάλλον της Βάσας. Πιάσε… (Της δίνει ένα φουστάνι άσπρο. Φοράει και αυτή ένα) Πάρε και αυτό για το λαιμό… (Της δίνει και μια εσάρπα) ΑΝΕΤΑ Ααααα ωραίο που είναι…. ΦΙΛΙΩ Έχει και παπούτσια. Πω, πω πως περπατούσαν πάνω ΄δώ…. Έχει και μια βεντάλια. ΑΝΕΤΑ Και ΄γω θέλω. ΦΙΛΙΩ Ψάξε μπορεί και να ΄χει και άλλη. ΑΝΕΤΑ Τι είναι αυτό ??? (Η Ανέτα ψάχνει. Δεν βρίσκει αλλά βγάζει κάτι φασμεν. Προσπαθεί να τα φορέσει σαν τα σημερινά γυαλιά αλλά όλο της πέφτουν) ΦΙΛΙΩ Φασμέν. Γυαλιά. Για τα μάτια. ΑΝΕΤΑ Και γιατί δεν στέκονται? ΦΙΛΙΩ Γιατί δεν είναι για τη μύτη όπως τώρα. Αυτά τα κρατούσαν στο χέρι. Και από το άλλο κρατούσαν την τσάντα τους. ΑΝΕΤΑ Πως…έτσι κάπως? ΦΙΛΙΩ Ναι αλλά φορούσαν και γάντια…κοίτα… Και πήγαιναν στη παραλία στον περίπατο κρατώντας το παρασόλι. ΑΝΕΤΑ Σιγά μην είχαν και φασόλι…με τα τακούνια και τις


ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ

τουαλέτες να είχαν και φασόλια. Παρασόλι. Ομπρέλα για τον ήλιο. Να κοίτα…έτσι (Ασυναίσθητα βγάζει και κρατάει ένα βιβλίο μεγάλο με κόκκινο δέσιμο) Και τα βιβλία τι τα θέλανε? Ποια βιβλία? Έχει ένα βιβλίο εδώ. Για να δω. Μόνη της το έγραφε. Αποκλείεται. Αφού έχει τα γράμματα της με το δικό της χέρι και με μελάνι. Όχι. Δεν είναι κανονικό βιβλίο. Είναι ημερολόγιο. Το ημερολόγιο της γιαγιάς. Για φαντάσου…. Εδώ μέσα. Μέρα με τη μέρα, κάθε ώρα με τα δικά της γράμματα…Κλεινόταν στο δωμάτιο της και τα έγραφε. Όταν ήταν παιδί, όταν μεγάλωσε κι πήγε σχολείο και μετά στο γυμνάσιο και μετά…

ΟΘΟΝΗ …στο λύκειο και μετά κοπέλα πια όταν μας διώξανε από τη Σμύρνη. Τότε που τα χάσαμε όλα και ήρθαμε στην Ελλάδα και ξαναφτιάξαμε τη ζωή μας, πάλι από την αρχή…όλα…από το μηδέν όλα. … ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ

…μια ολόκληρη ζωή. Και κοίτα εδώ…έχει και άλλα βιβλία. Για να δω.Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια βασιλοπούλα….Είναι παραμύθια.

ΟΘΟΝΗ Στην Σμύρνη ζούσαμε όμορφη ζωή. Τα είχαμε όλα. Ζωή παραμυθένια. Και τα καλοκαίρια που δεν είχαμε σχολείο και μαθήματα, είχαμε τα παραμύθια.. Μου άρεσαν τα παραμύθια. Τα διάβαζα τα ξαναδιάβαζα, χανόμουν μέσα στον κόσμο τους. Τα ρουφούσα με


όλη μου τη δύναμη. Τα άλλα παιδιά με κορόιδευαν. Η ονειροπαρμένη…έτσι με φώναζαν και μετά με ΄λέγαν παραμυθού. Γιατί μιλούσα με παραμύθια. Ότι μου λέγανε εγώ απαντούσα με ένα παραμύθι. Ότι γινόταν γύρω μας εγώ το συνδύαζα με ένα παραμύθι που ήξερα και τους το έλεγα. Έβλεπα ένα παιδί ας πούμε, ένα πουλάκι που πετούσε, ένα ζώο σε μια γωνιάγάτα σκύλος…ότι να ΄ναι- θυμόμουν ένα παραμύθι και το έλεγα. Και οι άλλοι με ακούγανε. Μπορεί να με κοροϊδεύανε αλλά τους άρεσε και μ΄ ακούγανε. ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ

Χα!!! Τόξερες εσύ αυτό. Γιατί η γάτα και ο σκύλος δεν χωνεύονται και όλο μαλώνουν και κυνηγιούνται? Γιατίιιι… Όχι δεν ξέρω. Άκου να δεις… (Διαβάζει) Μια φορά κι έναν καιρό όλα τα ζώα αποφάσισαν να μαζευτούν και να συζητήσουν. Όταν τελικά συγκεντρώθηκαν όλα είδαν ότι κάποιος έλειπε… Ποιος λείπει; Ποιος λείπει;;; Ψάχνουν, μετρούνται και τελικά το βρίσκουν : Η καμήλα λείπει! Αμέσως αποφασίστηκε από όλα τα ζώα ότι κάποιος έπρεπε να πάει να τη φωνάξει. Όμως κανένα ζώο δεν ήθελε να πάει στην Αφρική. Στο τέλος αποφάσισαν να ρίξουν κλήρο και όποιος του τύχει εκείνος να πάει. Ρίχνουν λοιπόν ένα κομμάτι ξύλο στον αέρα και ανάλογα σε ποιο ζώο θα προσγειωνόταν μπροστά, αυτό θα πήγαινε. Το ξύλο ανέβηκε μέχρι τον ουρανό και πήγε και έπεσε μπροστά στον σκύλο. Ο σκύλος στενοχωρήθηκε πολύ … και είπε: (Η Ανέτα παίρνει από τα παιχνίδια που σκορπίστηκαν προηγουμένως μια μάσκα σκύλου και τη φοράει. Η


Φιλιώ βάζει τη μάσκα της Αλεπούς. Διάλογος και παίξιμο με τις μάσκες. Τα δύο κορίτσια παίζουν όλο το παραμύθι. Το ίδιο θα γίνει και με τα επόμενα παραμύθια ) «Μα πως θα βρω εγώ την καμήλα… αφού δεν ξέρω ούτε με τι μοιάζει πως θα την γνωρίσω;;;» Όμως η αλεπού που είναι πονηρή πολύ του απάντησε κατά πως έπρεπε. • Θα ξέρεις ότι βρήκες την καμήλα όταν θα δεις ένα ζώο που έχει μια καμπούρα στην πλάτη. • Μπα τι μου λες, τόσο εύκολο είναι ? » • Αμέ τι νόμιζες. Πανεύκολο ακόμη και συ που είσαι κουτός σαν τα λάχανα μπορείς να τη βρεις. • Και που μένει αυτή η Κυρία καμήλα? • Πέρα μακριά στην Αφρική, μέσα στην έρημο. Πήγαινε μην καθυστερείς. • Πάω. Τρέχοντας.

(Βγάζει τη μάσκα και γελάνε) Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει συναντάει την γάτα. Η γάτα όταν τον είδε έτσι ξαφνικά τρόμαξε τόσο πολύ που η πλάτη της λύγισε και έμοιαζε με καμπούρα. Ο Σκύλος βλέποντας την καμπυλωτή πλάτη της γάτας, νόμιζε ότι ήταν η καμπούρα για την οποία του είχε πει η αλεπού και είπε:

«Αχα!!! Να η καμήλα! Είμαι τρομερός. Και καλά κάνανε τα άλλα ζώα που θέλανε εγώ να ψάξω βρω την καμήλα γιατί μόνο εγώ θα μπορούσα να βρω την καμήλα χωρίς να την ξέρω». ( Στη γάτα) : «Εσύ κυρά μου θα έρθεις μαζί μου γιατί σε θέλω. » Η γάτα, ακολούθησε το σκύλο με την πλάτη της ακόμα ορθωμένη, καθώς ακόμα φοβόταν πολύ. Όταν λοιπόν


ΑΝΕΤΑ

έφτασαν στη συνέλευση των ζώων ο σκύλος μπήκε καμαρωτός καμαρωτός στη μέση και είπε: «Σας έφερα την καμήλα!!! » Γυρνάνε όλα τα ζώα και τον κοιτάνε και πατάνε όλα μαζί τα γέλια. Μα πως ήταν δυνατόν ο σκύλος να είναι τόσο χαζός που να μην καταλαβαίνει τη διαφορά μεταξύ της γάτας και της καμήλας;;; Και όλοι μαζί με αρχηγό την αλεπού τον κορόιδευαν! Ο σκύλος έβαλε την ουρά κάτω από τα σκέλια και έφυγε ντροπιασμένος. Εγινε όμως και έξαλλος από θυμό διότι είδε τη γάτα να έχει χαμηλώσει την πλάτη της και να γελάει και αυτή μαζί με τα άλλα ζώα. Από τότε η γάτα έγινε ο μεγαλύτερος εχθρός του και όπου τη βρει την κυνηγάει να την πιάσει. Είναι μία έχθρα κρατάει μέχρι και σήμερα. Μέχρι σήμερα μόλις την βλέπει αρχίζει τα γαυγίσματα και η γάτα καμπουριάζει πάλι τη ράχη της και θέλει να του ορμίσει με τα νύχια της και να του βγάλει τα μάτια.

ΟΘΟΝΗ Ότι μοιάζει μπορεί και να μην είναι. Και ότι είναι μπορεί και να μην μοιάζει. ΑΝΕΤΑ

Νάτη η γιαγιά…. Πρέπει να είναι καλοκαίρι γιατί φοράνε κοντομάνικα. Κάτι λέει …Κιλισμάνι 1922……

ΟΘΟΝΗ Κιλισμάνι. Είχαμε σπίτι εκεί, χτήμα μεγάλο και πηγαίναμε τα καλοκαίρια. Εκεί γινότανε ο τρύγος, μαζεύαμε τις ελιές, τα μελίσσια κάναμε το λαδάκι μας, το κρασάκι μας και μετά γυρνούσαμε στην Σμύρνη το Φθινόπωρο…

(Η γιαγιά στη οθόνη παραμένει πάνω στην κουνιστή της πολυθρόνα και κοιτάει κάτω την ΑΝΕΤΑ. Η ΑΝΕΤΑ


σηκώνεται και ανοίγει το κουτί με τις φωτογραφίες. Παίρνει μία στο χέρι της και σχολιάζει. Την ίδια στιγμή η φωτογραφία προβάλλεται στην οθόνη μαζί με την γιαγιά σε dissolve. Οι φωτογραφίες διαδέχονται η μία την άλλη) ΑΝΕΤΑ

Και δω στη θάλασσα με μαγιώ κάνουν μπάνιο…

ΟΘΟΝΗ Στην αγκαλιά του Αιγαίου. Κολυμπούσαμε και απέναντι φαινόταν η Ελλάδα. Νόμιζες με δυο τρεις απλωτές θα έφτανες στη Χίο και στη Σάμο. ΑΝΕΤΑ

Να και δω… στη αμμουδιά. Δεν είναι μόνη της…

ΟΘΟΝΗ Όχι είναι η Αριάδνη. Η καλύτερη μου φίλη. Που την έχανες που την έβρισκες στο σπίτι μας και αν δεν ήμασταν στο σπίτι μας θα ήμασταν στο δικό της. Μαζί κοιμόμασταν μαζί ξυπνούσαμε…. ΑΝΕΤΑ

Κάτι λένε…και γελάνε…κάτι μυστικό ….

ΟΘΟΝΗ Ναι η Αριάδνη είχε ένα μυστικό που μόνο εγώ το ήξερα. Την αγαπούσε ένα παιδί. Αλλά αυτή τον κορόιδευε. Ηρθε και μου το είπε. Έλεγε ότι δεν ήταν όμορφος. Στα όνειρα της το παλικάρι έλεγε ήταν πιο όμορφο… Και τότε εγώ της είπα ένα παραμύθι… Μια φορά και ένα καιρό… ήταν ένας πλούσιος άρχοντας που είχε τρεις κόρες…. όμως ήτανε πολύ σπαγκοραμμένος και τσιφούτης και δεν ήθελε να τις παντρέψει για να μην δώσει προίκα…..

(Έχει ξεκινήσει ένα νέο παραμύθι που θα συνεχιστεί από τα δύο κορίτσια που θα το παίξουν κανονικά και δεν θα αρκεστούν μόνο στην αφήγηση)


ΑΝΕΤΑ

…όμως ήτανε πολύ σπαγκοραμμένος και τσιφούτης και δεν ήθελε να τις παντρέψει για να μην δώσει προίκα. Τα κορίτσια μεγάλωναν και ήθελαν να παντρευτούν αλλά ο πατέρας τους δεν έλεγε να το αποφασίσει. Έτσι μια μέρα που είχε συμβούλιο με άλλους άρχοντες για κτήματα και για λεφτά δίνουν στον αρχιγραμματέα να πάει στους άρχοντες ένα δώρο για να φάνε και να δροσιστούν. Παίρνουν τρία πεπόνια και τα βάζουν σε τρεις πιατέλες και τα στέλνουν στην μεγάλη αίθουσα. (Εμφανίζεται ο αρχιγραμματέας και και παριστάνει ότι λέει η αφήγηση) Τα βάζει επάνω στο τραπέζι ο αρχιγραμματέας και πάνε όλοι να πάρουν ένα κομμάτι να φάνε να δροσιστούν. Κόβουν το ένα και έρχεται και χτυπάει στη μύτη τους μια βρώμα που δεν μπορούσαν να την αντέξουν. Το πεπόνι ήταν σάπιο και μάλιστα τόσο σάπιο που είχε σκουλήκια. Το πετάν και παίρνουν το δεύτερο που ήταν ώριμο και γι΄ αυτό έλιωνε στο στόμα τους. Ούτε αυτό τους ευχαρίστησε και κόβουν το τρίτο που ήταν αγουρίδα. Δεν τρωγόταν καθόλου. Έμειναν με το στόμα ανοιχτό και κοιτούσαν ο ένας στον άλλο. Ο πατέρας των κοριτσιών δεν ήξερε τι να πει. Γιατί κάνανε μια τέτοια αποκοτιά οι κόρες του. Ένας άρχοντας τότε πήρε το λόγο και είπε: «Εγώ ξέρω τι θέλουν να πουν οι κόρες σου άρχοντα. Αυτά τα τρία πεπόνια είναι οι κόρες σου. Η μια έπρεπε να παντρευτεί εδώ και καιρό. Έχει πια μεγαλώσει πολύ αν και είναι ακόμη όμορφη. Η δεύτερη είναι ώριμη και πρέπει να βιαστείς να την παντρέψεις όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και η Τρίτη είναι μικρή ακόμη και άγουρη αλλά ωριμάζει πολύ γρήγορα και σε λίγο θα γεράσει» Φύγανε οι άρχοντες και ο τσιγκούνης βάλθηκε να


ΜΙΚΡΗ ΚΕΦΑΛΙ ΜΙΚΡΗ ΚΕΦΑΛΙ ΜΙΚΡΗ ΚΕΦΑΛΙ ΜΙΚΡΗ ΚΕΦΑΛΙ

δώσει ένα καλό μάθημα στις κόρες του. Καλεί την μεγαλύτερη και της λέει να ετοιμαστεί, γιατί θα φύγουνε να πάνε να την παντρέψει με ένα βασιλιά. Ντύνεται η κόρη και φεύγουνε. Δρόμο παίρνουν δρόμο αφήνουν φτάνουν σ’ ένα παλάτι. Μπαίνουν μέσα και ο πατέρας λέει στην κόρη του να καθίσει στον καναπέ και να περιμένει. Όπου να ’ναι θα έρθει ο γαμπρός. Την αφήνει μόνη και φεύγει. Περιμένει, περιμένει κανένας δεν φάνηκε. Νύχτωσε και όταν το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ένα κεφάλι. (Εμφανίζεται ένα ανθρώπινο πλάσμα με ένα τεράστιο κεφάλι μάλλον κωμικό παρά τρομακτικό) Μεγάλο και με ένα καπέλο πάνω το. Ούτε πόδια ούτε χέρια. Μόνο ένα… κεφάλι. Η κοπέλα τρόμαξε τόσο πολύ που έβαλε τις φωνές και έφυγε τρέχοντας. Έφτασε την άλλη μέρα στο σπίτι της και δεν είπε τίποτα στις άλλες. Μόνο είπε ότι δεν ήθελε πια να παντρευτεί. «Εγώ, λέει η δεύτερη θέλω» Την παίρνει ο πατέρας της και την πηγαίνει και αυτήν στο παλάτι. Γίνονται πάλι τα ίδια. Το βάζει και αυτή στα πόδια, γυρνάει πίσω και κλείνει το στόμα της. Είπε και αυτή ότι δεν ήθελε πια να παντρευτεί. Τώρα η σειρά μου. Θα κάτσω και ‘γω εδώ να δω τι γαμπρός και μένα θα μου τύχει. Καλησπέρα. Καλησπέρα και σε σένα. Είσαι αδελφή των άλλων δύο που ήρθαν χθες και προχθές? Μάλιστα. Αδελφές μου είναι. Και συ δεν φοβάσαι? Δεν το βάζεις στα πόδια? Καθόλου μάλιστα. Γιατί να το βάλω στα πόδια? Δεν τρομάζεις από μένα?


ΜΙΚΡΗ Καθόλου μάλιστα. ΚΕΦΑΛΙ Έχεις δει άλλον σαν εμένα ποτέ? ΜΙΚΡΗ Πολλές φορές. Στα καρναβάλια στις απόκριες έτσι ντυνόμαστε όλοι. Έτσι ντύθηκες και συ τώρα για να με δοκιμάσεις. ΚΕΦΑΛΙ Για να σε δοκιμάσω? ΜΙΚΡΗ Αμέ! Μα εγώ ξέρω ότι κάτω από τη μάσκα και το τεράστιο κεφάλι κρύβεται ένας βασιλιάς πανέμορφος. Αυτός που βλέπω στα όνειρα μου και θα έρθει μια μέρα να με ζητήσει και θα τον παντρευτώ. Εεεε που πας…. στάσου…μη φεύγεις… (Το κεφάλι φεύγει). ΑΝΕΤΑ Μα εκείνος δεν άκουγε τίποτα. Έφυγε.…Η μικρή κόρη δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια πάρα τον ακολούθησε για να δει που θα πάει. Μπροστά η κεφαλή πίσω η κοπέλα φτάσανε σε μεγάλο δωμάτιο γεμάτο με πράματα. Στη μέση καθόταν μια γριά. Η κεφαλή προχώρησε και όταν έφτασε κοντά στην γριά της είπε: ΦΙΛΙΩ «Μέχρι πότε θα μ’ έχεις σκλαβωμένο με τα μάγια σου. Μέχρι πότε θα έρχονται εδώ όμορφα κορίτσια για να με παντρευτούν και γω θα παρουσιάζομαι χωρίς χέρια και πόδια» «Μέχρι κάποια από τις μορφονιές να σε αγαπήσει έτσι όπως είσαι και να σε παντρευτεί έτσι» του απάντησε η γριά μάγισσα. ΑΝΕΤΑ Τότε η κεφαλή γύρισε να φύγει και η κοπέλα είδε ένα δάκρυ να γυαλίζει στο μάγουλό του. Ώστε λοιπόν ή κεφαλή ήταν ένας άνθρωπος, σαν όλους τους άλλους αλλά η γριά τον κρατούσε με τα μάγια της. Πέρασαν μερικές μέρες και η κοπέλα δεν γύρισε πίσω στο σπίτι της. Κάθισε στο παλάτι και έκανε το ίδιο πράγμα. Κάθε βράδυ μιλούσε με την κεφαλή και γελούσαν και χορεύανε… (Μουσική. Ένα βαλς τύπου Τραβιάτας ακούγεται και το ζεύγος χορεύει γελώντας).


Μόλις το πρώτο φως της μέρας φώτιζε τον κόσμο χωρίζανε. Ο πατέρας της ανησύχησε που η κόρη του δεν γύριζε και πήγε να την βρει. Την συναντάει στο παλάτι και της λέει: «Λοιπόν, πως σου φάνηκε το βασιλόπουλο?» «Είναι πολύ όμορφος και καλός λέει το κορίτσι και ξέρει να χορεύει πολύ ωραία. Πήγαινε στη μάνα του να της πεις ότι θα τον πάρω για άνδρα μου και συ πήγαινε στο σπίτι και ετοίμασε τα προικιά για το γάμο.» Έμεινε με το στόμα ανοιχτό ο πατέρας της, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και πήγε στη γριά και της είπε για την θέληση της κόρης του. (Δύο μεγάλες σκιές εμφανίζονται στο πανί/κουρτίνες του βάθους) ΠΑΤΕΡΑΣ (Σκια) Γριά. Η κόρη μου θέλει το γιο σου για άνδρα της. ΓΡΙΑ (Σκιά) Τότε να ορίσουμε τους γάμους κι να καλέσουμε και κόσμο να δουν το παράξενο θέαμα, μια όμορφη κοπέλα να παντρεύεται με ένα κεφάλι.

Ήρθε όλος ο κόσμος. Ήρθαν και οι μελλόνυμφοι και στάθηκαν δίπλα ο ένας στον άλλο και όταν ο παπάς άρχισε να τους παντρεύει ένα θαύμα μεγάλο έγινε. Μια λάμψη άστραψε και στη θέση της κεφαλής βρισκόταν τώρα ένα πανέμορφο παλικάρι. Ένα βασιλόπουλο. Τα μάγια λύθηκαν και οι γάμοι έγιναν και ζήσανε αυτοί καλά και ΄μεις καλύτερα..

ΟΘΟΝΗ ….Εκτός από τον τσιφούτη πατέρα που ακόμη κλαίει την προίκα που έδωσε στο βασιλόπουλο. Αυτό το παραμύθι της είπα και κείνη με κατάλαβε πολύ καλά. Η ομορφιά δεν είναι μόνο αυτή που φαίνεται. Υπάρχουν άνθρωποι που την ομορφιά την έχουν μέσα βαθιά στη


ψυχή και στην καρδιά τους και όχι στα όμορφα τους μάτια και στην κορμοστασιά. Μερικές φορές μάλιστα αυτή η ομορφιά της ψυχής είναι πιο μεγάλη από την άλλη. Μας το ΄λεγε και ο δάσκαλος μας στο σχολείο… ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ

Στο σχολείο…ποιο σχολείο άραγε να είναι αυτό… Δεν ξέρω. Κάπου στο ημερολόγιο θα το λέει…

(Η προβολή της γιαγιά αλλάζει και βλέπουμε την καταστροφή της Σμύρνης. Στη συνέχεια η μορφή της γιαγιάς αλλάζει από σκηνές από την καταστροφή της Σμύρνης. Η καταστροφή της Σμύρνης συμπληρώνεται με φωτογραφίες στην οθόνη και ντοκουμέντα σε φιλμ καθώς τα κορίτσια από κάτω βλέπουν τις φωτογραφίες και τις περνάνε η μια στην άλλη…. Τελικά το θέαμα και κυρίως η αφήγηση της γιαγιάς τους συνεπαίρνει και μένουν καθισμένες κάτω με μια φωτογραφία στα χέρια να μονολογούν κοιτώντας μπροστά)

ΟΘΟΝΗ Η Αναξαγόρειος σχολή. Ξακουστή με τους καλύτερους δασκάλους. Την κάψανε από τις πρώτες όταν έγινε η καταστροφή… ΑΝΕΤΑ

Σεπτέμβριος 1922. Γυρίσαμε άρον άρον από τη θάλασσα. Στη Σμύρνη είχε πέσει φόβος. Όλοι φοβόταν. Όλοι λέγανε ότι θα έρθουν οι Τούρκοι και θα μας κάψουν. Και ότι φοβόμασταν έγινε. Πέντε – πέντε δέκα-δέκα γυρίζανε στους μαχαλάδες, μπαίνανε τα σπίτια και ζητούσαν λεφτά. Αν είχες τους έδινες αν όχι, φωτιά και τσεκούρι…. ΟΘΟΝΗ Ο πατέρας μου μας πήρε και μας κατέβασε στην παραλία. Να βρούμε κάποιο πλοίο να φύγουμε…Έφαγε


τον κόσμο και τελικά τα κατάφερε. Ανοιχτήκαμε στη θάλασσα…και βλέπαμε τη Σμύρνη από μακριά να καίγεται… ΦΙΛΙΩ Συμμορίες ολόκληρες γυρνούσαν στην πόλη και άνοιγαν τα σπίτια και παίρνανε ότι έβρισκαν και αν δεν έβρισκαν τίποτα έβαζαν φωτιά και καίγανε τα πάντα. Καπνούς έβλεπες από παντού. Μύρισε ο ουρανός της Σμύρνης. Οι Έλληνες όλοι μαζεμένοι στην παραλία βλέπανε τις φωτιές και τους καπνούς και σκιζόταν η καρδιά μας. ΑΝΕΤΑ Τρομερό θέαμα… ΦΙΛΙΩ Να βλέπεις το σπίτι σου τον τόπο σου να καίγεται… ΟΘΟΝΗ Και συ να περιμένεις ένα σαπιοκάραβο να σε περάσει απέναντι.. ΑΝΕΤΑ …να μην ξέρεις που είναι οι δικοί σου και οι αγαπημένοι σου… ΟΘΟΝΗ Σε μια στιγμή χαθήκαν όλα. Τη μια στιγμή είχες τα πάντα κι την άλλη τίποτα… ΦΙΛΙΩ Ούτε ένα ζευγάρι παπούτσια στα πόδια σου… ΟΘΟΝΗ …ενώ προηγουμένως είχες όλα τα καλά του Θεού… (Παύση) ΑΝΕΤΑ Έτσι μας βρήκαν τα καράβια που στείλανε από την Ελλάδα να μας πάρουν. Μας φόρτωσαν όπως-όπως και σάλπαραν για την Ελλάδα. Περνούσαμε από τα νησιά και ήταν όλα γεμάτα από ανθρώπους που είχαν έρθει πριν από μας και γέμισαν. Έτσι εμείς πήραμε το μεγάλο δρόμο για τον Πειραιά. ΟΘΟΝΗ

Ήμασταν στο κατάστρωμα και είχε έναν ουρανό γεμάτο αστέρια. Σήκωσα το κεφάλι και τον κοίταζα. Δεν ξέρω πόση ώρα ήμουν έτσι με το κεφάλι ψηλά όταν άκουσα τη μάνα μου από δίπλα να μου λέει…Μη μετράς τα άστρα Βασα γιατί θα την πάθεις σαν τον ψαρά….Ποιόν


ψαρά μάνα τη ρώτησα και ΄κεινη δεν μου απάντησε αλλά μου είπε ένα παραμύθι…Μια φορά και ένα καιρό κάτω εκεί στην πατρίδα που χάσαμε ήταν ένας ψαράς…..

ΦΙΛΙΩ

(Ένα μπλε πανί στρώνεται και μια βάρκα στήνεται στη μέση. Τα πρόσωπα θα είναι φιγούρες που τα κορίτσια θα κινούν με μια λεπτή βέργα. Οι φιγούρες θα είναι αναγεννησιακής μορφής και θα μοιάζουν σαν αγιογραφίες.)

…Κάθε νύχτα έπαιρνε την βάρκα και ανοιγόταν στη θάλασσα να ψαρέψει. Έπαιρνε μετά τα ψάρια και τα πούλαγε στα χωριά τριγύρω σ΄ όλο το νησί. ΑΝΕΤΑ Ψάρια πουλώ…φρέσκα ψάρια… ΦΙΛΙΩ Όσο ήταν στη θάλασσα είχε το συνήθειο να ξαπλώνει στη βάρκα και να μετράει τα αστέρια. Όση ώρα περίμενε τα ψάρια να πιαστούν στα δίχτυα, αυτός μετρούσε. Έφτανε έτσι να μετράει, δυο τρεις χιλιάδες αστέρια. Και κάθε βράδυ ήθελε να μετράει όλο και περισσότερα. Μα τα αστέρια ήταν αρίφνητα. ΑΝΕΤΑ Που θα πάει μια μέρα θα τα μετρήσω όλα. ΦΙΛΙΩ Έβγαινε μετά στο γιαλό και φώναζε ΑΝΕΤΑ Σήμερα τρεις χιλιάδες πεντακόσια είκοσι τρία. ΦΙΛΙΩ Την άλλη μέρα. ΑΝΕΤΑ Τρεις χιλιάδες εξακόσια τριάντα πέντε. ΦΙΛΙΩ Στην αρχή οι άλλοι νομίζανε ότι τόσα ήταν τα ψάρια που έπιασε μα όταν κοίταζαν το πανέρι του βλέπανε πολύ λιγότερα και όλο γελάγανε και τον κοροϊδεύανε. Ένας γέρος που τον άκουσε τον έπιασε από το χέρι και του είπε: ΑΝΕΤΑ Το καλό που σου θέλω μην μετράς τα αστέρια, γιατί κακό μεγάλο θα ‘βρεις.


ΦΙΛΙΩ

Εσύ γέρο να κοιτάς τη δουλειά σου. Εγώ μια μέρα θα τα μετρήσω όλα και θα βγώ στον κόσμο όλο και θα φωνάξω ΑΝΕΤΑ Δεν μπορείς. Κανένας δεν μπορεί. ΦΙΛΙΩ Μπορώ. Εγώ μπορώ και θα το κάνω. ΑΝΕΤΑ Θα το μετανιώσεις. Μερικά πράγματα είναι πάνω από τον άνθρωπο και καλά θα κάνουμε να τα αφήνουμε στην ησυχία τους. ΦΙΛΙΩ Μα αυτός δεν άκουγε τίποτα. Μια νύχτα πήρε την βάρκα του και ανοίχτηκε στη θάλασσα, εκεί έξω στο Αιγαίο πέλαγο. Έφτασε εκεί που ήθελε, έριξε τα δίχτυα του και κάθισε να περιμένει. Άπλωσε την αρίδα του ανάσκελα σε όλη την βάρκα και κοίταγε τον ουρανό. Βάλθηκε πάλι να μετράει τα αστέρια. Τον ουρανό τον ήξερε απ΄ έξω και ανακατωτά και τόσες φορές που είχε μετρήσει είχε πάρει το κολλάει και μέτραγε πολύ γρήγορα. Το ‘βαλε πείσμα, ότι απόψε θα τελειώσει μ΄ αυτό το μέτρημα και θα γυρίσει στο γιαλό και θα φωνάξει έναν αριθμό που θα ήταν όλα τα αστέρια. Δεν θα έχει άλλο, ούτε ένα. Άρχισε να ξημερώνει και αυτός ακόμα μέτραγε με μανία. Βγήκε ο ήλιος και πια δεν έβλεπε κανένα αστέρι. Θυμωμένος και βρίζοντας που δεν τα κατάφερε, άρχισε να μαζεύει τα δίχτυα του. Τράβαγε-τράβαγε και τα δίχτυα ήταν βαριά. ΑΝΕΤΑ Μωρέ βάρος. Πολλά ψάρια θα έπιασα. ΦΙΛΙΩ Όταν τα τράβηξε όμως όλα πάνω είδε ότι δεν είχε πιάσει ούτε ένα ψάρι. Και τι ήταν τότε το βάρος? Ήταν αστέρια. Αστέρια είχαν πιαστεί στα δίχτυα Πήρε να ξεμπλέκει από τα δίχτυα του και να τα βάζει στο πανέρι βρίζοντας και φωνάζοντας ΑΝΕΤΑ Α, να μου χαθείτε αχαμνά και αχμάκικα, δεν φτάνει που δεν κάθεστε να σας μετρήσω πιαστήκατε και στα


ΦΙΛΙΩ

δίχτυα μου τώρα και δεν έπιασα ούτε λέπι. Με τα πολλά φτάνει στο γιαλό και πάει κατευθείαν σπίτι του, σεκλετισμένος φωνάζει τη γυναίκα και της λέει:

ΑΝΕΤΑ Γυναίκα, βάλε το πλιγούρι να βράσει για να φάμε γιατί σήμερα ψάρια δεν έπιασα ΦΙΛΙΩ Και τι έπιασες? ΑΝΕΤΑ Αστέρια ΦΙΛΙΩ Τι μου λες, που είναι να τα δω? ΑΝΕΤΑ Να ‘τα καμαρωσέ τα της λέει και της τα δείχνει. Η γυναίκα δεν πίστευε στα μάτια της. ΦΙΛΙΩ Μπράβο σου άνδρα μου ΑΝΕΤΑ Τι μπράβο λες! Τι θα πουλήσω τώρα? Ποιος θα αγοράσει αστέρια? Και τι θα τα κάνει? Τα αστέρια δεν τρώγονται. ΦΙΛΙΩ Ωστόσο όμως πήρε μερικά και τα έβαλε στο πανέρι του και βγήκε να πουλήσει. «Αστέρια πουλώ, λαμπερά αστέρια» Όλοι έβγαιναν στα παράθυρα και τον βλέπανε και αναρωτιόταν αν ήταν τρελός. Μα όταν βλέπανε τα αστέρια στο πανέρι, μένανε με το στόμα ανοιχτό σαν χάνοι και θέλανε να αγοράσουν ένα αστέρι. Οι πλούσιοι αγοράζανε δυο και τρία. Δεν υπήρχε ούτε ένας που να μην αγοράσει ένα τουλάχιστον αστέρι. ΦΙΛΙΩ (κοπέλα) Καλέ ψαρά πόσο τα πουλάς τα αστέρια? ΑΝΕΤΑ (Ψαράς) Δέκα παράδες τα μικρά και είκοσι τα μεγάλα. ΦΙΛΙΩ (κοπέλα) Δώσε μου δύο μεγάλα καλέ. ΑΝΕΤΑ (Άλλη κοπέλα) Και μένα καλέ να τα βάλω στα μαλλιά μου ν γίνω όμορφη. ΦΙΛΙΩ (Γυναίκα ευτραφής)Και ‘γω καλέ θέλω ένα να στολίσω το σπίτι μου. ΑΝΕΤΑ (Άρχοντας χοντρός) Εγώ θέλω ένα να το βάλω στο


άλογο μου σαν ΄ρχοντας που είμαι να δείχνει και το άλογο αρχοντικό. ΦΙΛΙΩ

Όλοι παίρνανε. Οι κοπέλες για τα μαλλιά, οι νοικοκυράδες για στόλισμα στα σπίτια, οι άνδρες για γούρι στα μαγαζιά η στόλισμα στα άλογα και στα βόδια τους, στο πέτο και στις ζώνες τους. Ο ψαράς δεν προλάβαινε να πουλάει. Γρήγορα μάζεψε πολλούς παράδες. Τόσους όσους δεν είχε μαζέψει σε όλη του τη ζωή. Μα τι τα θες, τα λεφτά κάνουν τον άνθρωπο κακό και μοχθηρό. Ο Ψαράς άρχισε να ζητάει όλο και περισσότερα για ένα αστέρι. Και οι άνθρωποι του τα δίνανε. Στο τέλος του έμεινε ένα αστέρι μικρό και σπασμένο που δεν το ήθελε κανένας. Τότε από το δρόμο ξεπρόβαλε ένας τραγουδιστής. Όλοι τον ακούσανε να έρχεται τραγουδώντας και παίζοντας την κιθάρα του. ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΡΑΓΟΥΔ. Ε ψαρά. Δως΄ μου και μένα ένα αστέρι. ΨΑΡΑΣ Και πόσα θα μου δώσεις? ΤΡΑΓΟΥΔ. Δεν έχω χρήματα να σου δώσω, είμαι φτωχός. ΨΑΡΑΣ Και χωρίς παράδες πως θέλεις να αγοράσεις αστέρια καημένε… ΤΡΑΓΟΥΔ. Θα σου πω ένα τραγούδι. Έχω καλή φωνή που χαϊδεύει τα αυτιά και η κιθάρα μου όταν παίζει κατεβαίνουν οι άγγελοι από τον ουρανό να την ακούσουν. ΨΑΡΑΣ Χαράς το πράμα. Το τραγούδι και την κιθάρα να την κρατήσεις για τον εαυτό σου. Δεν σου δίνω ούτε ένα. Άλλωστε τα πούλησα όλα. Μόν αυτό μου έμεινε το σπασμένο. ΤΡΑΓΟΥΔ. Δώσε μου αυτό το σπασμένο που κανένας δεν το θέλει. ΨΑΡΑΣ Χωρίς παράδες μην ελπίζεις. Δεν πρόκειται να σου


δώσω τίποτα. Η σήμερον ημέρα όλα έχουν μια τιμή. Όλα κοστίζουν. Και όλα μπορείς να τα αγοράσεις με παράδες. ΤΡΑΓΟΥΔ. Εγώ παράδες δεν έχω. Έχω τη φωνή και την κιθάρα μου. Και αυτά κάτι αξίζουν. ΨΑΡΑΣ Δεν αξίζουν τίποτα. Και με το τίποτα αγοράζεις τίποτα. Πάρε δρόμο από δω γιατί θα σ΄ αρχίσω με την μαγκούρα και που σε πονεί και που σε σφάζει. ΦΙΛΙΩ

Ο ψαράς δεν ήθελε να ακούσει ούτε κουβέντα. Ο τραγουδιστής τον παρακάλαγε και ο ψαράς τον έβριζε και τον έδιωχνε. Μπροστά ο ψαράς με το σπασμένο αστέρι και πίσω ο τραγουδιστής φτάσανε κοντά σε ένα πηγάδι. Τότε ο τραγουδιστής του είπε για τελευταία φορά ΤΡΑΓΟΥΔ. Κοίταξε, τελευταία φορά στο λέω, δώσε μου αυτό το σπασμένο αστέρι, γιατί αν δεν μου το δώσεις θα πέσω στο πηγάδι να πνιγώ και το κρίμα στο λαιμό σου ΨΑΡΑΣ Και σαν πέσεις τι ζόρι τραβάω εγώ? Πέσε να ησυχάσω κι εγώ από σένα. ΦΙΛΙΩ

Όμως ο λαουτζής δεν χάριζε πρώτα έριξε το λαούτο του στο πηγάδι και μετά έπεσε και ο ίδιος μέσα. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό ο ψαράς. Δεν πρόλαβε να καταλάβει καλά καλά τι έγινε και μέσα από το πηγάδι βγήκε ένας άνεμος, σαν ανεμοστρόβιλος δυνατός που σήκωσε σκόνη και κουρνιαχτό από κάτω και μετά πέρασε από το καλάθι του ψαρά και πήρε το σπασμένο αστέρι. Μα δεν έμεινε εκεί. Πέρασε από παντού και τα σήκωσε όλα. Άνοιξε παράθυρα, πόρτες και παραπόρτια και μπήκε μέσα στα σπίτια και τα ξεκόλλησε από όπου και αν τα είχαν βάλει. Από τα μαλλιά των κοριτσιών και από τα σπίτια που τα βάλανε για στολίδια και από τους


ΑΝΕΤΑ

άνδρες, δεν έμεινε τίποτα. Τα πήρε ο στρόβιλος και τα ανέβασε πάλι στον ουρανό και τα έβαλε όλα στη θέση τους. Λάμπανε από κει ψηλά και ήταν σαν να κορόιδευαν και τον ψαρά και τους άλλους. Βγήκαν πάλι στα παραθύρια οι άνθρωποι και φώναζαν: «Τον ψαρά, φέρτε μας τον ψαρά, τα λεφτά μας θέλουμε». Ο αέρας όλο και δυνάμωνε και έγινε θύελλα και αντάρα και πήρε τον ψαρά και τον σήκωσε και τον έριξε στη θάλασσα και τον έπνιξε. Τότε γύρισε ο αέρας και φυσώντας σαν δαιμονισμένος μπήκε μέσα στο δάσος και χάθηκε εκεί. Και κάθε λίγο και λιγάκι βγαίνει στην άκρη εκεί του δάσους και ζητάει το σπασμένο αστέρι που δεν του το ΄δώσανε ποτέ. Και γι΄ αυτό σφυρίζει. Το σφύριγμα που ακούτε από τον αέρα που φυσάει είναι το κλάμα του τραγουδιστή. Πολύ λυπητερό παραμύθι. Τι να σημαίνει άραγε…

ΟΘΟΝΗ Θέλει να πει ότι αξία έχουν και άλλα πράγματα στην ζωή μας και όχι μόνο τα χρήματα. Αλλά και η ομορφιά που δεν μπορεί να την αγοράσει κανένας και με όσα χρήματα και αν έχει. Και μεις τότε είχαμε χάσει όλα όσα είχαμε και δεν είχαμε αλλά από πάνω μα ο ουρανός με όλα τα λαμπερά του αστέρια μας κοίταζε και γέμιζε την ψυχή μας με ελπίδα. Ότι εκεί στην πατρίδα που πηγαίνουμε θα κάνουμε μια καινούργια αρχή και ο Θεός είναι μεγάλος. ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ

Γύρνα σελίδα. Διάβασε…τι λέει φτάσανε στον Πειραιά? Φτάσανε αμέ. Να εδώ έχει φωτογραφίες βλέπεις.

(Τα κορίτσια βλέπουν φωτογραφίες της Σμύρνης και


της ζωής στη Σμύρνη και στις χαμένες πατρίδες. Τις ίδιες φωτογραφίες τις βλέπουμε και ‘μεις στην οθόνη Τα σχολιάζουν και συμπληρώνουν την ιστορία της καταστροφής της Σμύρνης και του διωγμού των Ελληνικών πληθυσμών από τα παράλια της Μικράς Ασίας)

ΟΘΟΝΗ Ο χρόνος είναι μεγάλος γιατρός. Όλα τα γιάνει και όλες τις πληγές τις κλείνει. Έτσι και ‘ μεις φτάσαμε στον Πειραιά. Και πήγαμε όπου βρήκε ο καθένας να βάλει το κεφάλι του. Βρήκαμε δουλειές και δουλέψαμε κάναμε οικονομίες και ξαναφτιάξαμε τη ζωή μας. ΑΝΕΤΑ Αααα, αυτό τι είναι… ΦΙΛΙΩ Εργοστάσιο…Δουλεύουνε… ΟΘΟΝΗ Υφαντουργείο…. Το υφαντουργείο του Άγγελου Πανάγου, κλωστές Ελέφαντος. Εκεί έπιασα δουλειά πρώτη φορά και δούλευα από το πρωί μέχρι το βράδι. Ήμασταν εκατό γυναίκες περίπου και φτιάχναμε κλωστές για τα κεντήματα, εργόχειρα που κάνανε οι κοπέλες για την προίκα τους. Από ‘κει έπαιρνα και όλες τις κλωστές για τα κεντήματα της προίκας μου. ΦΙΛΙΩ Προίκα? ΟΘΟΝΗ Όλα τα κορίτσια τότε έπρεπε να έχουν την προίκα τους για το καινούργιο σπίτι που θα ανοίγανε. Εργόχειρα, παπλώματα, σεντόνια, μαξιλαροθήκες …όλα. Και ‘γω επειδή δούλευα δεν είχα ώρα να πλέξω να κεντήσω… γι΄ αυτό και η μάνα μου όλο φώναζε. Στρώσου και δούλεψε καημένη μου γιατί θα το πάθεις σαν την ανεπρόκοπη κόρη που έγινε ρεζίλη σ΄ όλους… ΑΝΕΤΑ

Ανεπρόκοπη κόρη… ανεπρόκοπη κόρη… κάπου το είδα…


ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ

(Ψάχνει τα βιβλία) Νάτο εδώ είναι. Φέρτο εδώ… (Της το παίρνει.) Μια φορά και ένα καιρό ήτανε μια γυναίκα που ο άνδρας της είχε πεθάνει. Ζούσε μόνη με την κόρη της, που ήταν πολύ όμορφη αλλά ψηλομύτα και τεμπέλα. Την λέγανε Βαϊα. Όλη μέρα καθόταν και κοιταζόταν στον καθρέφτη και χτενιζόταν και φτιαχνόταν. Η μάνα της δεν ήταν νέα, τα είχε τα χρονάκια της και ήθελε ένα χέρι στις δουλειές του σπιτιού και στο μικρό χωραφάκι που είχαν έξω από το σπίτι τους. Μα η κόρη της δεν κουνούσε τα χέρια και δεν έλεγε να την βοηθήσει καθόλου στις δουλειές του σπιτιού. ΑΝΕΤΑ (στη Φιλιώ) Σήκω κόρη μου να φέρεις νερό να ζυμώσουμε ΦΙΛΙΩ Ωχ, μωρέ μάνα άμα πάω τώρα στη βρύση θα με χτυπήσει ο ήλιος και θα μαυρίσω και θα μοιάζω σαν γύφτισσα. Θέλεις να έχεις κόρη μια κατσιβέλα? ΑΝΕΤΑ Σήκω κόρη μου να κόψεις κρεμμύδια για το φαγητό ΦΙΛΙΩ Κρεμύδια? Εγω? Όχι μάνα μου ποτέ. Τα κρεμμύδια θα με κάνουν να κλαίω και θα χαλάσω το δέρμα μου και θα κάνω ρυτίδες και θα γεράσω πριν της ώρας μου. Ποτέ. ΑΝΕΤΑ Σήκω κόρη μου να κόψεις ψωμί να βάλω στους κεφτέδες. ΦΙΛΙΩ Ωχ μωρέ μάνα δεν μπορώ, θα χαλάσω τα χέρια μου. Και όλο καθόταν και φτιαχνόταν. Τ΄αη Γιωργιού η γιορτή ήταν κοντά και θα γινόταν πανηγύρι στο χωριό και θα πήγαιναν όλοι εκεί να φάνε να πιούνε και να γλεντήσουν με χορούς και τραγούδια. Όλα τα κορίτσια ετοιμαζότανε και κόβανε και ράβανε πανιά και φτιάχναν καινούργια ρούχα και μαντίλια και σιγκούνια. Θέλανε όλες να είναι όμορφες και όλοι να μιλάνε γι΄ αυτές και για την ομορφιά τους. Μόνο η


ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ

ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ

ΑΝΕΤΑ ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ

ψηλομύτα δεν κούναγε το χέρι της. Η Μάνα της όλο της έλεγε: Κόρη μου εσύ δεν θα ράψεις τίποτα? Έτσι θα βγεις στον κόσμο? Σωπα καλέ μάνα. Σαν της άλλες είμαι ΄γω. Εγώ έτσι κι αλλιώς είμαι καλύτερη και η ομορφότερη απ΄ όλες γιατί να κουραστώ? Πω, πω ρεζίλη θα γίνουμε στον κόσμο. Ωχ μωρέ μάνα όλο γκρίνια είσαι…Δεν σε μπορώ πια… Έλεγε η προκομμένη η Βάϊα. Όμως ήρθε η γιορτή και όλοι θα πηγαίνανε στην εκκλησία και μετά θα βγαίνανε στη βόλτα να βολτάρουνε και αυτή δεν είχε να φορέσει τίποτα. Την έπιασε μια βιάση τότε τη δικιά σου και βγήκε στη γύρα να ζητάει από τις φιλενάδες και τις γειτόνισσες κανένα φόρεμα, καμιά μπλούζα, κανένα σάλι, κάποια ζώνη…ότι νάναι τέλος πάντων να φορέσει. Καλέ, Φωτεινούλα δώς΄ μου καλέ ένα φουστάνι να φορέσω και ας είναι και το περσινό σου… Ου Καημένη!!!! Και που να το βρω το περσινό. Τα χάλασα…τώρα έχω καινούργιο και αφόρετο…το περσινό θα κοιτάω. Δεν έχω » Κατερίνα, βγες καλέ στο μπαλκόνι (βγαίνει η άλλη) Δώσε μου κάλε ένα φουστανάκι, ότι να ‘ναι δεν έχω η φτωχιά και τα θα βάλω στη γιορτή και στο πανηγύρι του Αη Γιώργη. Τα φουστάνια μου όλα πάλιωσαν καλέ και ξεχείλωσαν. Μόνο τα καινούργια έχω και θα τα φορέσω εγώ δεν τα δίνω σε κανέναν. Μαρία…Μήπως έχεις ένα ρούχο να φορέσω … Μα όλες οι φιλενάδες την διώχνανε και κλείνανε την πόρτα τους κατάμουτρα. Είδε και απόειδε η Βαϊα και άρχισε να ζητά από ένα πράγμα από τις συγχωριανές.


ΦΙΛΙΩ ΑΝΕΤΑ

Μια φούστα καλέ θέλω, δεν θέλω ολόκληρο φουστάνι. Ένα σιγκούνι καλέ σου ζητώ. Χαράς το πράμα . Μια μαντίλα καλέ τι ψυχή έχει? Με τα πολλά την λυπηθήκανε και κάτι της δώσανε και αυτή τα πήρε τα φόρεσε και πήγε στο πανηγύρι. Ήταν όμως πραγματικά πολύ όμορφη και παρ΄ όλο που ντύθηκε με ξένα ρούχα που ήταν αλλ’ αντ’ άλλων επάνω της όλοι αυτήν κοιτάζανε. Οι άλλες ζηλέψανε και την κοιτάζανε με μισό μάτι. Μια απ΄ αυτές η πιο φαρμακόγλωσσα έκανε πρώτη την αρχή. Πήγε και μπροστά σ΄ όλο τον κόσμο της είπε : Ε!!! μωρ’ προκομμένη, για δως΄μου πίσω εκείνο το μαντίλι που σου έδωσα χτες. Η Βαϊα καταντράπηκε το βγάζει τότε και της το δίνει. Πίσω από την πρώτη έρχεται η δεύτερη: Μωρ’ Βαϊα δως΄μου εκείνο το γελεκάκι που μου ζήτησες χτες. Και απλώνει το χέρι της και της το παίρνει. Έρχεται μετά μια άλλη «Φέρε μωρ΄ Βάϊα τη φούστα που μου πήρες. (Η Ανέτα τραβάει ένα τα στοιχεία του κοστουμιού αφήνοντας την Φιλιώ πάνω στο μπαούλο με τα μισοφόρια της) Μ΄ αυτά και μ΄ αυτά έμεινε η Βαϊα με τα μισοφόρια και ντροπιασμένη κατακόκκινη σηκώθηκε και έφυγε άρονάρον και πήγε και κρύφτηκε σε ένα στάβλο μέσα σε ένα σακί από στάρι που ήταν άδειο. Πέρασε τ΄αη Γιωργιού και η Βαϊα δεν τολμούσε έτσι μτα μισοφόρια να ξεμυτίσει από το σακί και από το στάβλο. Την άλλη μέρα ήρθε ο νοικοκύρης και φόρτωσε τα σακιά στο κάρο του να τα πάει στο μύλο να κάνει αλεύρι. Φτάνει στο μύλο μαζί με την Βαϊα σε ένα σακί. Καθώς


τα άδειασε για να τα αλέσει πέφτει και η Βαϊα. Τρόμαξε και αυτός και ο Μυλωνάς τρομάξανε και τα σκυλιά του Μυλωνά και αρχίζουν να την γαβγίζουν και να την τραβολογάνε από όσα ρούχα είχε πάνω της. Όπου φύγει-φύγει η καημένη, παίρνει την κατηφόρα και κουτρουβαλώντας φτάνει στη μάνα της. «Αχ!!!! Μωρ΄μάνα, στερνή μου γνώση να σ΄ είχα πρώτα. Δως΄μου βελόνες και ψαλίδια, βγάλε τις κλωστές και τα κουβάρια θα ράψω τα δικά μου ρούχα να μην έχω καμία ανάγκη. Την βλέπει η μάνα της και κάνει το σταυρό της. Κάθεται λοιπόν η καλή σου και κόβει και ράβει και ταιριάζει και φτιάχνει τα καλύτερα ρούχα. Της Παναγίας η γιορτή δεν ήταν μακριά και αυτή δεν κοιμόταν καθόλου. μόνο έραβε συνέχεια. Ήρθε ο δεκαπενταύγουστος και όλοι και όλες φορέσανε τα καλά τους και βγήκαν πάλι στο νυφοπάζαρο. Βγήκε και η Βαϊα. Και όλοι πια την θαυμάζανε και τα κορίτσια την ζηλεύανε. Ερχόταν και όλο φθόνο την ρωτούσαν: «Από πού το αγόρασες αυτό μωρ΄ Βαϊα? Πες και μας να πάρουμε.» Τότε μιλούσε η μάνα της και όλο καμάρι έλεγε με δυνατή φωνή «Μόνη της η κόρη μου, τα έφτιαξε με τα χεράκια της. Τόσο προκομμένη είναι». Έλαμπε και η μάνα και η κόρη. Πέρασε η γιορτή και πριν περάσει μια βδομάδα ήρθαν και τα προξενιά από ένα παλικάρι προκομμένο και όμορφο. Χάρηκαν όλοι και είπαν ότι οι γάμοι θα γίνουν του Αη-Δημήτρη. Ο γαμπρός τόσο χαρούμενος ήταν που είπε στη Βαϊα να ετοιμαστεί να πάνε στην πόλη να διαλέξουν νυφικό. «Σώπα καλέ, που θα πάμε να πλερώσουμε τζάμπα λεφτά για τα ετοιματζίδικα» Θα τα φτιάξω μόνη μου» Και στρώθηκε και έφτιαξε τα καλύτερα προικιά και το


καλύτερο νυφικό που την έκανε ακόμη πιο όμορφη.

Τραγούδι Οι γάμοι γίνανε και πέρασαν όλοι καλά. Και έκαναν είκοσι παιδιά. Με καλέσανε και εμέ στο γάμο Και πήγα ανεβασμένη στο γαϊδούρι επάνω.

ΟΘΟΝΗ Η ζωή περνάει και ο χρόνος πέφτει σαν δροσερή πάχνη πάνω στις πληγές μας και δεν πονάνε πια. Έτσι και σε μας η καταστροφή της Σμύρνης έγινε ένα μακρινό γεγονός μια ανάμνηση κακή που σιγά-σιγά ξεχάστηκε. Και αν μετά από χρόνια συναντούσες κανένα γέροντα σοφό που ήρθε από τη Σμύρνη τότε με την καταστροφή και τον ρωτούσες γιατί έγινε ο πόλεμος Ελλήνων και Τούρκων θα σου έλεγε ένα αστείο που όλοι το καταλαβαίναμε… ΠΡΟΣΩΔΙΑ Αυτά που ξέρατε για Τούρκους και για Έλληνες ξεχάστε τα Μια και καλή. Αυτοί οι δυο πάντοτε ήτανε φίλοι καρδιακοί. Και τότε ο πόλεμος πως έγινε και πως ο σκοτωμός ? Θα σου πω εγώ ποια είναι η αιτία Και ο λόγος ο σωστός. Μου την έλεγε ο παππούς μου μαζί και η γιαγιά Ο πόλεμος έγινε για λίγο μέλι πετιμέζι μια σταλιά Σας το λέμε τώρα και ‘μεις και ακούστε το καλά. Σ΄ένα αμπελώνα μέσα, έναν καιρό και μια φορά Ενός αφέντη Έλληνα που είχε πλούτη μύρια και πολλά Αύγουστο μήνα τον τρυγούσανε


Τα σταφύλια σε βαρέλια τα πατούσανε. Τούρκος πέρασε να πάει στην πόλη να ψωνίσει Και με τα άλογα καβάλα να πάει να πουλήσει Είχε παράδες στο πουγκί Και για φίλο ένα σκυλί. Τον φωνάζουν όλοι μαζί οι τρυγητάδες Με χαρά και με ζουρνάδες Εε πλούσιε εσύ πραματευτή Ένα ποτήρι έλα να πιεις και συ και το σκυλί έλα εδώ να ξεδιψάσεις με πετιμέζι γλυκό να ξαποστάσεις έχουμε σταφύλια μαύρα σουλτανιά και σταφίδα ροζακιά. Κάθεται ο καλός σου στου πλατάνου τη σκιά Κάτω από την κληματαριά Έρχεται και μια κυρά Και του δίνει πετιμέζι μια οκά Ξέχειλη μέχρι απάνω η κουτάλα Στάζει στο χώμα μια στάλα Μια μύγα στου αλόγου την ουρά Ήταν Τουρκάλα από γενιά Τρώγει το πετιμέζι τη μια στάλα Και φωνάζει θέλω κι άλλα Την ακούει τότε η γάτα η Ελληνίδα Και την χάφτει που με είδες που σε είδα. Τα βλέπει όλα αυτά ο σκύλος ο μαύρος ο Τουρκαλάς Και τρώει τη γάτα, μη φωνάζει και μην παρακαλάς Ο Τούρκος ο πραματευτής λέει στον σκύλο Μπράβο Γελάει και τον χαϊδολογεί τον μαύρο. Θυμώνει ο Έλληνας και τους άλλους Έλληνες καλεί Που δεν σηκώνανε ούτε μύγα στο σπαθί. Πατριώτες σηκωθείτε Ένα μαύρο Τούρκικο σκυλί μας έφαγε τη γάτα την Ελληνική


Έρχονται οι Έλληνες άνδρες γυναίκες και παιδιά Και κρεμάνε τον Τούρκο από ψηλή βελανιδιά. Τον δέρνουνε από το πρωί μέχρι το βράδι Και με τα καριοφίλια τους τον βάζουνε σημάδι Ακούν οι Τούρκοι τις μπαταριές τις ντουφεκιές Και αρχινάν και αυτοί τις κανονιές Το μαθαίνει ο Καραϊσκάκης και ο Νικηταράς Το μαθαίνει και ο Αλη Πασάς Όλα τα παλικάρια πολεμάνε ένα-ένα Στον πόλεμο του χίλια οχτακόσια είκοσι ένα Κολοκοτρώνης Μιαούλης και Κανάρης Την λευτεριά με τα όπλα σου να πάρεις Στους εχθρούς αλύπητα ορμάνε Τους Τούρκους στη θάλασσα πετάνε Ο πόλεμος έγινε λοιπόν για μέλι μια κουταλιά Και για πετιμέζι μια σταλιά Γι αυτό έγινε ο σκοτωμός ? Αυτή είναι η αιτία και ο λόγος ο σωστός. Τόξερε ο παππούς μου τόξερε και η γιαγιά Ο πόλεμος έγινε για πετιμέζι μια σταλιά Τραγούδι ΦΙΝΑΛΕ Στο σεντούκι της καρδιάς μας Κρύβεται ένα κουτί Ένα βλέμμα μια φλόγα Κρύβει όλα τα γιατί. Ψάξε, βρες στον ήλιο βγάλτο Και στο λαμπερό το φως Βρες το πότε, το γιατί, το που Και οπωσδήποτε το πώς.


Παραμύθι η ιστορία Στου θεάτρου τη σκηνή Είμαστε εδώ και τραγουδάμε Εμείς, εσεις όλοι μαζί


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Ενα μπαούλο παραμύθια-θεατρικό έργο by topos arte - Issuu