Issuu on Google+

n.129/09 ΠΕΜΠΤΗ 5 NOEMBΡΙΟΥ 2009 Η ΤΕΧΝΗ / ΟΙ ΤΑΣΕΙΣ / ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ / Η ΖΩΗ... ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Athens Photo Festival: Όλα είναι δρόμος «Εν δυνάμει» Ακριθάκης 70.000 ευρώ!! Πάνος Μουζουράκης: Με το θράσος της άγνοιας «Τρίτο στεφάνι»: Ζωές κουβάρι Πορτρέτο νεοπλουτισμού και απληστίας


2/26

TA ΠΡΟΣ ΩΠΑ ΤΟΥΣ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΟΥΝ ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΤΟΥΣ ΕΝΩΝΕΙ Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Μάπα το «φαγητό»

Σπάνιος άνθρωπος. Δύσκολος, γοητευτικός, αγαπητός. Η Αρλέτα πήγαινε πάντα κόντρα στην εποχή. Σαν την πέστροφα. Δεν χάιδεψε ποτέ κανέναν με τα λόγια της, παρά μόνο με τη μουσική της. Λίγοι καλλιτέχνες ορθώνουν τόσο ειλικρινή λόγο όσο αυτή κι ακόμα λιγότεροι μένουν τόσο σταθεροί στο αρχικό τους αίτημα: την αναζήτηση ουσίας και ποιότητας. Το κοινό που την αγαπά και την καταλαβαίνει θα τρέξει να την ακούσει στο Παλλάς, στις 10 Νοεμβρίου. Αρλέτα Ξέρει πως θα ακούσει τραΕυαισθησία που αντέχει γούδια που μπορεί να απέχουν απ’ τα play list των ανόητων ραδιοφώνων, ακριβώς γιατί δεν εξυπηρετούν τους στόχους αποχαύνωσης που αυτά έχουν θέσει. Ξέρει πως θα την ακούσει να τραγουδά ιστορίες αληθινού συναισθήματος, από αυτές που του έχουν λείψει. Και κάτι ακόμα σημαντικό: Ξέρει πως όταν βγει από την αίθουσα θα νιώθει μια γλυκιά μελαγχολία που σπάνια αισθάνεται πια στις συναυλίες.

Όταν το 2008 το «Αθηνόραμα» τον ανακήρυξε σεφ της χρονιάς έγραφε: «Ο 39χρονος Ετόρε είναι ένα ανήσυχο ζουζούνι, που αφήνει τη φαντασία του να τρέχει σε απίθανα μονοπάτια της σύγχρονης καλλιτεχνικής μαγειρικής (…). Ο Έκτορας Μποτρίνι εκφράζει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στην Ελλάδα την πρωτοποριακή καλλιτεχνική μαγειρική, σκαρώνοντας καταπληκτικές γαστρονομικές αλχημείες». Έκτοτε ο σεφ, σαν ανήσυχο ζουζούνι που ήταν, ανακάλυψε τα ριάλιτι και την εύκολη δημοσιότητα. Την εκμεταλλεύτηκε παρουσιάζοντας τον «Εφιάλτη στην κουζίνα» και αρχικά μάς διασκέδασε στον ρόλο του ειδικού που δεν χαρίζεται στους δήθεν επαγγελματίες. Στη συνέχεια όμως ήταν όλα τόσο ίδια και το… ζουζούνι τόσο μονότονο, μονοκόμματο και μονολιθικό που αλλάξαμε κανάλι. Ίσως στην υψηλή μαγειρική να τα καταφέρνει καλύτερα, ως… ριαλιτατζής όμως παραμένει τόσο ερασιτέχνης όσο εκείνοι που τον καλούν από τηλεοράσεως για να σώσει τα εστιατόριά τους.

Έκτορας Μποτρίνι

Τζένη Μπαλατσινού Προστατευόμενο είδος

Χάρης Ρώμας Serial Killer Ποιον υποδύεται ο Χάρης Ρώμας; Ο ήρωάς του είναι πάντα ο ίδιος. Ένας αυστηρός, συντηρητικός, καθαρευουσιάνος, φαρμακερός και μισογύνης τύπος, ο οποίος θα αλλάξει (προς το τέλος κάθε σεζόν) για χάρη μιας γυναίκας. Υπ’ αυτή την έννοια, το μόνο καινοτόμο στοιχείο στη νέα του σειρά «Δόκτωρ Ρούλης» είναι το επάγγελμα. Κάποτε ήταν δικηγόρος. Μετά υπουργός. Μετά βυζαντινολόγος. Μετά δήμαρχος. Τι επάγγελμα είχε μείνει; Αυτό του γιατρού. Τα σενάρια του Χάρη Ρώμα από σίριαλ σε σίριαλ είναι ίδια. Η πιστότητα της αντιγραφής του εαυτού του υπερβαίνει και αυτόν ακόμα τον Νίκο Φώσκολο, που φημιζόταν σχετικά ήδη από τα χρόνια του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Πάντα θα υπάρχει ένας κουτός, πάντα ένας αμόρφωτος –εδώ ο «Φατσέας» του «Καφέ της Χαράς» είναι γένους θηλυκού–, πάντα οι ίδιες μπαλαφάρες. Όταν ο Ρώμας ήταν ακόμα καινούργιος ως σεναριογράφος, η κριτική που του ασκούνταν ήταν για την παλιομοδίτικη και λαϊκίστικη γραφή του. Τώρα πια αυτά είναι πταίσματα. Το μέγα πρόβλημα δεν είναι το περιεχόμενο αλλά η επανάληψή του. Ο Ρώμας δεν είναι ένας λαϊκιστής του σεναρίου ο οποίος διαπράττει μία φορά το ατόπημα σε ένα σίριαλ και φεύγει. Είναι κατά συρροήν. Ένας «serial killer» της ελληνικής τηλεόρασης. Ευτυχώς, το τηλεοπτικό κοινό δεν θέλει να… σκοτώνεται πια, αλλά σκοτώνει αλλιώς τον χρόνο του, όπως δείχνουν τα, απογοητευτικά για εκείνον αλλά θετικά για την κοινωνία, χαμηλά νούμερα του «Δόκτωρ Ρούλης».

art

ΠΟΝΤΙΚΙ

ΑΡΧΙΣΥΝΤΑΞΙΑ ΑΝΝΑ ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ

Στην Ελλάδα η λέξη μοντέλο είναι συνυφασμένη με την ελαφρότητα. Και πώς να μην είναι, όταν κάθε ωραίος σε αυτή τη χώρα μπορεί να κάνει το μοντέλο και ύστερα, όταν τα χρόνια περάσουν, να χρισθεί ηθοποιός ή τραγουδιστής ή παρουσιαστής, άκοπα και ανέξοδα. Στην πορεία του ελληνικού μόντελινγκ δεν υπήρξε ούτε ένα μοντέλο-προσωπικότητα που να αναίρεσε την εντύπωση της επιφάνειας αυτού του χώρου. Σε αυτό το τοπίο, η Τζένη Μπαλατσινού, ως μέλος της κριτικής επιτροπής του ριάλιτι «Next Top Model», παίρνει σαφή απόσταση. Ενώ η παρουσιάστρια Βίκυ Καγιά –πλήρως αποσυντονισμένη μετά την αποτυχία της στον «Πρωινό καφέ»– πετάει τη μία αυθαιρεσία μετά την άλλη και παράλληλα τα άλλα μέλη της κριτικής επιτροπής κυριαρχούνται από εγωπάθεια και πλαστή τηλεοπτική κακία για να «πουλήσουν» στο γυαλί, η Τζένη Μπαλατσινού στέκεται στο ύψος της γυναικείας αξιοπρέπειας. Υπήρξε μοντέλο, συνεχίζει να είναι ωραία γυναίκα, είναι μητέρα, δεν δείχνει να έχει απωθημένα και ανασφάλειες. Μία ήρεμη, μετριοπαθής φωνή μέσα σε ένα περιβάλλον που θέλει να δειχθεί. Στις συνεντεύξεις που έδωσε με αφορμή την παρουσία της στο σόου αυτό, η Τζένη Μπαλατσινού δεν παρέστησε τη σοφή, δεν κόμπασε για την πορεία της στο μόντελινγκ, δεν εκστόμισε βαρύγδουπα λόγια, δεν αποκήρυξε τις πλαστικές, δεν ωραιοποίησε τη ζωή της. Σε άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής η σοβαρότητα θεωρείται δεδομένη. Στο μόντελινγκ σπανίζει τόσο ώστε καθίσταται αμέσως η Μπαλατσινού προστατευόμενο είδος προς εξαφάνιση.

DESIGN ART DIRECTOR Κυριάκος Κουτσογιαννόπουλος

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ Μαρία Βασιλάκη

ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ: Γιώργος Ι. Αλλαμανής Λεωνίδας Αντωνόπουλος Xαρά Αργυρίου

Είχε μια ευκαιρία φέτος, που είναι εκτός τηλεόρασης, να ξεκουραστεί και, κυρίως, να ξεκουράσει το κοινό του. Την έχασε. Ο Γρηγόρης Αρναούτογλου δεν μπόρεσε να κάνει την υπέρβαση και να μείνει λίγο εκτός επικαιρότητας. Τον ξέβρασε το τηλεοπτικό κύμα, του έδωσε στέγη, τροφή και... παράταση ζωής το ραδιόφωνο. Διότι, τι είναι στις μέρες μας το άλλοτε υπέροχα μαγικό μέσο; Ο σκουπιδότοπος της τηλεόρασης! Όσοι χάνουν τον βηματισμό τους στη μικρή οθόνη τον βρίσκουν στο ραδιόφωνο. ΒέΓρηγόρης βαια ο Αρναούτογλου δεν κάνει τίποτα διαφορετικό Αρναούτογλου στο νέο του πόστο – μη φαΞεκουράζονται τα παλικάρια; νταστείτε. Τον λαϊκισμό του περιφέρει κι εδώ. Σε τηλεφωνικές φάρσες παλιάς κοπής καταγίνεται, Πέγκυ Ζήνα και Ρέμο παίζει. Το ότι πετάει εμβόλιμα Αγγελάκα, μπας και αλιεύσει κανέναν πιτσιρικά «πελάτη», μόνο ως μια ακόμα κίνηση απελπισίας μπορεί να θεωρηθεί. Άσε που έχει συνοδοιπόρο τον επίσης λαϊκιστή Θανάση Πάτρα και χαριεντίζεται τηλεφωνικά με την Κορομηλά! Αυτό δεν είναι εκπομπή, φίλοι μου. Είναι ο Σύλλογος Αποστράτων.

Δημήτρης Κανελλόπουλος Τατιάνα Καποδίστρια Γιώργος Ν. Κορωναίος Γιάννης Κουκουλάς

Μάκης Μηλάτος Ελίνα Μπέη Αγγελική Μπιλλίνη Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Χρυσούλα Παπαϊωάννου Δημήτρης Ρηγόπουλος Όλγα Σελλά Ναταλί Χατζηαντωνίου


4/28

Τ ΣΟΥΝΑΜ Ι

Κ

τηνώδης δύναμη, ογκώδης άγνοια. ΚΔΟΑ. Ο όρος ανήκει στον Έλληνα μπίτνικ Πάνο Κουτρουμπούση και χαρακτηρίζει τους θρασείς εκείνους τύπους που μας κατσικώνονται στο κεφάλι χωρίς να σκαμπάζουν γρυ, ασκώντας απλώς εξουσία. Ο Πάνος Μουζουράκης, ωστόσο, κατάφερε να βρίσκεται στο προσκήνιο χωρίς καν να εμπίπτει στην κατηγορία που περιέγραψε ο Κουτρουμπούσης. Πώς; Επιδεικνύοντας με θράσος την άγνοιά του σε ακόμα πιο άσχετους. Μα την αλήθεια, συμβαίνουν και αυτά στην Ελλάδα. Παρακολουθήστε τα περιστατικά: Δυο τύποι κάθονται σε ένα σκαμνί. Κρατούν ένα ταμπλό που πάνω γράφει «Όχι». Υποτίθεται ότι είναι το «Όχι» που είπε ο ελληνικός λαός στους Ιταλούς εισβολείς, το 1940. Οι τύποι το σχολιάζουν. Λένε διάφορες βλακείες, μπερδεύουν τη σημαία και τις παρελάσεις με τον πόλεμο, αγνοούν την αντιφασιστική αποφασιστικότητα των Ελλήνων… Είναι προφανές Προφανώς, τα πρόσωπα ότι δεν σκαμπάζουν τίποτα, που τον προπηλάκισαν δεν γνήσια παιδιά του ελληνικού ήταν εγγράμματοι άνθρωσχολείου. Επίσης προφανές ποι. Επίσης προφανώς, η είναι ότι βρέθηκαν σε ένα βία είναι το επιχείρημα περιβάλλον που συζητούσε την (πραγματική) ανάγκη των ηλιθίων. Το γεγονός, κατάργησης των παρελάσεπάντως, ότι η ανόητη ων και είπαν, με ό,τι έπιασε πλάκα που έκανε κατέληξε το αυτάκι τους, να κάνουν στον προπηλακισμό του, ένα πασαλειμματάκι. Κι ύστερα επιδόθηκαν σε ένα όργιο δεν τον αθωώνει για το μπουρδολογίας από άγνοια μέγεθος της ευήθειάς του και κακογουστιά, που το είπαν σάτιρα – και, ατυχώς, φιλοξενήθηκε στο νέο site, το τόσο ζωηρό αλλά και τόσο αντιφατικό, protagon. gr, που λειτουργεί εδώ και μερικές εβδομάδες. Ο αρχηγός αυτού του θλιβερού και τόσο νεοελληνικού ντουέτου της συμφοράς-από-την-απόλυτη-άγνοια αυτό που του έγραφαν οι άλλοι, ήθελε να κάνει και είναι ένα από τα χαϊδεμένα παιδιά του νεοελληνικού το δικό του νούμερο. Το άλλοθί του, η σάτιρα. Πολύ θεάματος. Ονομάζεται Πάνος Μουζουράκης – το όνο- συχνά, στην επικράτεια της ελληνικής τηλεόρασης, μα του άλλου τύπου δεν το θυμάμαι, αλλά δεν έχει η σάτιρα είναι το άλλοθι της αγραμματοσύνης αλλά σημασία. Είναι ηθοποιός και μουσικός, έγινε γνω- και της ιδεολογικής βαρβαρότητας. Ωστόσο, ειδικά στός για τον ρόλο του στους δημοφιλείς «Singles» ο Πάνος Μουζουράκης κατάλαβε οδυνηρά ότι δεν και, φέτος, έχει ανεβασμένες μετοχές επειδή παίζει κάνουν όλοι για όλα. Λίγες μέρες μετά το επίμαχο στο σίριαλ που υπογράφει ο Χριστόφορος Παπα- βίντεο, που επικρίθηκε όχι μόνο από εγγράμματους καλιάτης για το Mega. Είναι πετυχημένος; Έτσι θα ανθρώπους αλλά και από βίαιους εθνικιστικούς κύέλεγε κανείς. Εν προκειμένω, όμως, έπεσε θύμα της κλους, τέσσερις νεαροί του την είχαν στημένη έξω επιτυχίας του. Βλέπετε, δεν του αρκούσε να παίζει από το μαγαζί όπου εμφανίζεται, τον έδειραν και του

αχινοί... Τι συμβαίνει όταν η δημοσιογραφία συναντά τη μυθοπλασία; Ό,τι συνέβη στο φινάλε της συνέντευξης (;) του Κέβιν Κόστνερ στον Θανάση Λάλα, στο «Vetomag», ένθετο στη νέα εβδομαδιαία εφημερίδα «Veto»: «Δημοσιογράφος: Σας ευχαριστώ. Κέβιν Κόστνερ: Εγώ σας ευχαριστώ, κύριε Λάλα. Μου άρεσε πολύ όλη αυτή η συνομιλία… Υπάρχουν στιγμές σε συνεντεύξεις που βαριέμαι… Όλοι με ρωτούν τα ίδια και θέλουν να ακούσουν άλλη μια φορά αυτά που έχω πει χίλιες φορές… Μόνο ο Λάρι Κινγκ κι εσείς με έχετε προβληματίσει ρωτώντας»!

Πάνος Μουζουράκης Κτηνώδης αδυναμία, ογκώδης άγνοια

Ω ΡΑ ΓΙΑ Εντάξει, βρε Βάσω,

Π

ροσπαθώ, βρε Βάσω, να συγκεντρωθώ στον Γιούρι Γκέλερ, αλλά δεν μ’ αφήνει σε ησυχία αυτός ο Ψωμιάδης. Εντάξει, μπορεί να μην τα λυγίζει τα κουταλάκια, κάνει όμως τα νεύρα μου φερ φορζέ, να σαν κι αυτές τις καλοκαιρινές πολυθρονίτσες βεράντας, που τις βλέπω τώρα να βρέχονται και σπαράζει η ψυχή μου.

Σ

τα σκουριασμένα των ημερών να μην ξεχάσω και το «δάκρυ του εθνάρχη» που μπέρδεψε τα μάγουλα κι άρχισε να κυλάει στο προσωπάκι του διαγωνιζόμενου Αντώνη Σαμαρά. Ε, ρε Θεοφάνους

έριξαν σπρέι στα μάτια. Προφανώς, τα πρόσωπα που τον προπηλάκισαν δεν ήταν εγγράμματοι άνθρωποι. Επίσης προφανώς, η βία είναι το επιχείρημα των ηλιθίων. Το γεγονός, πάντως, ότι η ανόητη πλάκα που έκανε ο ηθοποιός κατέληξε στον προπηλακισμό του, δεν τον αθωώνει για το μέγεθος της ευήθειάς του. Διότι είναι ευήθεια να νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα, αρκεί να είσαι τηλεοπτική περσόνα, νέος και ωραίος. Αλίμονο αν δεν μπορείς να διαχειριστείς την επιτυχία σου. Σε περιμένει η χλεύη ακόμα και των ηττημένων.

Η επίθεση εναντίον της Σώτης Τριανταφύλλου στη διάρκεια της παρουσίασης του νέου βιβλίου της στο καφέ-Floral των Εξαρχείων, αποδεικνύει ακόμα μια φορά ότι, είτε από ανωριμότητα είτε από επιλογή, μερικοί αυτοαποκαλούμενοι αντιεξουσιαστές δρουν με τις πρακτικές κοινής μαφίας. «Ορισμένοι αισθάνονται κατατρεγμένοι, εγώ δεν είμαι. Η ενέργεια δείχνει το κοινωνικό μίσος που θεωρείται επαναστατικό, ενώ είναι συντηρητικό. Όλη η ενέργεια, ακόμα και η συμπεριφορά τους, δείχνει φονταμενταλιστική νοοτροπία», δήλωσε μεταξύ άλλων η συγγραφέας, θέτοντας, υπό το κράτος της βίας εναντίον της, το πρόβλημα της ελευθερίας που στην Ελλάδα δεν είναι αυτονόητη. Και δυστυχώς, όχι πάντα μόνο από τα άκρα του ιδεολογικού φάσματος.

Λία Παραλία

ZAPPI N G και Μουρατίδης που σου χρειάζονται για να μάθεις τι εστί «X-Factor».

Ό

χι πως εκτιμώ το πλέι μπακ της Ντόρας, α πα πα πα, Βάσω μου. Ενδομύχως μάλιστα χαίρομαι που δεν συνεχιζει τη διεκδίκηση ο Αβραμόπουλος γιατί τότε υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να πάω να του το ρίξω ρουφηχτό, σαν και τα τσιγαράκια που κάνουμε στην υγειά του, όσο να βρει τον χρόνο και να ασχοληθεί με την πάρτη μας η Μαριλίζα, οπότε γράψε αλίμονο...

Ω

ς τότε θα πίνω, θα καπνίζω και θα χοροπηδώ, καλή ώρα σαν τον Μεϊμαράκη και τους άλλους βαθμοφόρους του στέμματος, συμπεριλαμ-

βανομένου και του Κακλαμάνη που λησμόνησε ότι είναι Δήμαρχος και μπήκε με τις μπάντες στον προεκλογικό τζερτζελέ. Μέρες τώρα έχω κολλημένη τη βελόνα του ραδιοφώνου μου στον σταθμό του κι αντί για το συνηθισμένο πρόγραμμα του Αθήνα 9,84 πέφτω συνέχεια πάνω σε live συνεντεύξεις Τύπου –κι εγώ βαριέμαι, Βάσω μου, αλλά τι να πω;– και κυρίως σε ποια γλώσσα να το λαλήσω. Επί ένα δεκάλεπτο άκουγα «κινέζικα» την περασμένη εβδομάδα το μεσημέρι και μάλιστα χωρίς μεταφραστή. Αααα, μας κακομαθαίνετε, κύριε Δήμαρχε, και στο τέλος θα σας ζητήσουμε και σοκολατάκια από τα κανονικά. Όχι από αυτά με το χρυσόχαρτο που σου κολλάνε στο δόντι και σου κάνουν τις γέφυρες Γοργοπόταμο.

Σ

τις κουφάλες των ημερών να μην ξεχάσω να συμπεριλάβω και τις στελεχάρες με τις παχυλές αμοιβές που κάνουν μόκο εκεί πάνω στην ΕΡΤ και δεν δηλώνουν παραίτηση παρά τη βοή του κόσμου. Παρεμπιπτόντως, θα έλεγα κάτι και σε σένα, φίλε Σπύρο, αλλά σέβομαι το κρασάκι που έχουμε πιει μαζί. Χύμα ήταν ή μήπως Σατό Μουτόν Ροτσίλντ;

Η ποντικίνα των καναλιών


ΜΠ Α ; ΕΙΝΑΙ Κ ΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΛ ΙΤΙΣ Μ Ό Σ ; Του Γιώργου Ι. Αλλαμανή [gallamanis@gmail.com]

70.000 ευρώ για έναν Ακριθάκη που δεν είναι Ακριθάκης; Όχι, ευχαριστώ… Απούλητο έμεινε το μουσειακό αντίγραφο του «Καρουσέλ για τα παιδιά του Βιετνάμ», μεταθανάτιο έργο κατασκευασμένο από τρίτους

Ο

μακαρίτης εικαστικός Αλέξης Ακριθάκης (1939-1994), κατεξοχήν εκπρόσωπος της pop art στη μεταπολεμική ελληνική τέχνη, σκάρωσε το 1969 ένα μικρό ξύλινο καρουσέλ, διαστάσεων 30 επί 37 εκατοστών, σαν παιδικό παιχνίδι για το ράφι ή το τραπέζι. Ο αθεόφοβος, αντί για άλογα ή άρματα έβαλε να τριγυρνάνε μικρά πολύχρωμα… φέρετρα! Κι επειδή μέσα στη θολούρα του μυαλού του η πολιτική διατηρούσε πάντοτε μια κάποια θέση, το ονόμασε «Καρουσέλ για τα παιδιά του Βιετνάμ». Υπέροχα μακάβριο και ευθέως συμβολικό για όλους τους ανήλικους που πέφτουν θύματα πολέμων, αυτό το έργο έμελλε να αποκτήσει έναν απρόσκλητο από τον καλλιτέχνη «μεγάλο αδελφό». Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Ακριθάκη, το 1999, έγινε στη Θεσσαλονίκη η πρώτη μεταθανάτια αναδρομική έκθεσή του. Για τις ανάγκες της κατασκεύασαν ένα γιγαντιαίο αντίγραφο του «Καρουσέλ», διαστάσεων 3,5 επί 3,5 μέτρων. Ξύλινο, ζωηρόχρωμο, πιστό και λειτουργικό. Κάτι σαν διακόσμηση, ένα ντεκόρ για να χαζεύουν οι επισκέπτες. Και όμως, αυτό το «μη έργο» βγήκε στο σφυρί το περασμένο Σάββατο σε δημοπρασία γνωστού οίκου των Αθηνών σχεδόν σαν «έργο» του Ακριθάκη! Λέμε σχεδόν, γιατί ο δημοπράτης παραδεχόταν μεν ότι ο Ακριθάκης «δεν το έκανε εν ζωή», αλλά προσπαθούσε να αναβαθμίσει μια απλή ξυλοκατασκευή με το επιχείρημα ότι το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΜΜΣΤ), στη Θεσσαλονίκη όπου πρωτοεκτέθηκε, «το είχε ασφαλίσει για 200.000 ευρώ». Αυτό, όπως δήλωσε ο δημοπράτης στη συνάδελφο της εφημερίδας «Veto» Βασιλική Τζεβελέκου, «σημαίνει ότι το μουσείο το θεωρούσε εν δυνάμει δημιούργημα του Ακριθάκη». «Εν δυνάμει»! Και λοιπόν; Είναι αρκετό ένα… αφελές ασφαλιστήριο για να ανέβει κατηγορία το μεγεθυμένο αντίγραφο και ένα μουσειολογικό τρικ να γίνει «έργο» σαν αυθεντικό, για το οποίο μάλιστα η τιμή εκτίμησης στη δημοπρασία ήταν 50-70.000 ευρώ; Δικαίως ξεσηκώθηκαν η πρώην σύζυγος του ζωγράφου Φώφη Ακριθάκη από το Βερολίνο και ο ιστορικός τέχνης Ντένης Ζαχαρόπουλος, καλλιτεχνικός διευθυντής του ΜΜΣΤ. Άλλο η απομίμηση της τέχνης, άλλο η τέχνη. Όταν τα δύο συγχέονται, στη μέση μπαίνουν τα λεφτά. Στο κάτω κάτω υπάρχει η μεγάλη αγορά των αντιγράφων (reproductions),

όπου το μεταθανάτιο καρουσέλ-γίγας θα μπορούσε να πιάσει μια τιμή. Σε κάθε περίπτωση, επειδή υπάρχει και ενίοτε παρεμβαίνει ο θεός των Καλών Τεχνών, αγοραστής δεν βρέθηκε. Το διακοσμητικό καρουσέλ-γίγας έμεινε απούλητο. Επί τη ευκαιρία, να πούμε κάτι ακόμη, όχι λιγότερο σημαντικό: Απέναντι στα χίλια χρώματα της ζωγραφικής του Αλέξη Ακριθάκη οι έλληνες βιογράφοι πέφτουν σε κώμα. Στην Ψωροκώσταινα του 21ου αιώνα βιογραφίες καλλιτεχνών –κατά κανόνα– σημαίνει βαριά βιβλία για το σαλόνι (coffee table books) με σκληρό εξώφυλλο, ακριβό χαρτί, γυαλιστερές φωτογραφίες, λίγα λόγια και καμία κριτική ματιά. Ή πάλι, «βιογραφούν» φίλοι, συγγενείς, θαυμαστές και συλλέκτες προφορικών αφηγήσεων, προχειρογραφούν δικηγόροι, λογοτέχνες μεσαίου βεληνεκούς και άλλοι άσχετοι, τόσο με την ενδελεχή έρευνα, όσο και με την επαγγελματική δημοσιογραφία. Η ίδια η ζωή του Ακριθάκη αξίζει να γίνει βιβλίο. Διαθέτει υπερβολική δόση νεανικής τρέλας, ισόβια τάση φυγής, υψηλή Τέχνη με χίλια χρώματα και σχήματα. Και, ασφαλώς, σεξ - ντραγκς - ροκ εν ρολ, καταπώς όριζε το παραδοσιακό τρίπτυχο αυτοκαταστροφής του περασμένου αιώνα. Αλλά με κόπο από τον γραφιά. Μακάρι από τα υποβαθμισμένα πανεπιστήμιά μας ή από όσα παιδιά πηγαίνουν έξω για μεταπτυχιακά να αναδυθεί μια νέα γενιά βιογράφων, εργατικών σαν τα μερμήγκια στον καύσωνα, περίεργων και πονηρεμένων σαν τις γάτες στην ταράτσα. Γιατί; Διότι η ουρά όσων έζησαν βίους συναρπαστικούς και αξίζουν μιας αντικειμενικής βιογραφίας συνεχώς μεγαλώνει: Μάνος Χατζιδάκις, Άκης Πάνου, Δημήτρης Ροντήρης, Γιάννης Τσαρούχης, Δημήτρης Μητρόπουλος – για να αναφέρω μερικούς. Να σβήσει επιτέλους η «ντροπή» για τους ντόπιους γραφιάδες από το γεγονός ότι η τελευταία αληθινά σπουδαία βιογραφία έλληνα καλλιτέχνη («Γιώργος Σεφέρης – Περιμένοντας τον Άγγελο», εκδ. Ωκεανίδα 2003) γράφτηκε από έναν φιλότιμο Άγγλο, τον νεοελληνιστή καθηγητή Ρόντρικ Μπίτον.


6/30

cove r story

«»

Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος δεν είναι μόνο σπουδαίος ηθοποιός. Είναι κι ένας κοινωνικά ενεργός πολίτης, ο οποίος ασχολήθηκε κατά καιρούς με την ουσία των προβλημάτων, είτε π.χ. ως αντιπρόεδρος του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων, είτε ως δάσκαλος στο Θεατρικό Εργαστήρι Ποινικών, των Φυλακών Κορυδαλλού. Γι’ αυτό λέει και τώρα ξεκάθαρα τη γνώμη του για την ανεπάρκεια της πολιτικής ή για το δράμα των χρηστών, που αυτό τον καιρό τους συναντάει καθημερινά διασχίζοντας το κέντρο της Αθήνας. Η ζωή βέβαια δεν είναι μόνο μαύρη. Κι αυτό ακριβώς δείχνει το έργο του Αλεξέι Αρμπού��οφ, στο οποίο υποδύεται τον μοναχικό, κλεισμένο ερμητικά στον εαυτό του Ροντιόν. Γιατρός σε ένα παραθαλάσσιο σανατόριο, το οποίο επέλεξε για να είναι κοντά στον τάφο της γυναίκας του, συνδέεται σταδιακά με τη Λίντια (Κατερίνα Μαραγκού), που νοσηλεύεται εκεί. Κουβαλάει κι εκείνη μια τεράστια προσωπική απώλεια, κατορθώνει όμως να διατηρεί την αγάπη της για τη ζωή. Οι δύο ήρωες ζουν μια τρυφερή ιστορία στο φθινόπωρο της ζωής τους. Στην τσεχοφική παράδοση η «Φθινοπωρινή ιστορία» είναι κατεξοχήν έργο που απαιτεί την υποκριτική δεινότητα όσων θα μπορέσουν να αναδείξουν τις λεπτές του αποχρώσεις. Ο Μιχαλακόπουλος είναι ασφαλώς ένας ηθοποιός που όχι μόνο ξέρει καλά να αναδεικνύει, αλλά μπορεί και να παρατηρεί τις αποχρώσεις της ανθρώπινης περιπέτειας στο θέατρο και, φυσικά, στη ζωή.

Γιώργος Μιχαλακόπουλος «Η ιστορία της πολιτικής δεν υπηρετεί την ουσία της πολιτικής αλλά τον επαγγελματία πολιτικό»

Συνέντευξη Στη Ναταλί Χατζηαντωνίου Φωτ. Μαριλένα Σταφυλίδου

art

Στον δρόμο προς το Θέατρο Άλμα, η Ομόνοια και το Μεταξουργείο ζουν τη δική τους φθινοπωρινή ιστορία. Μόνο που αυτή, αντίθετα με το έργο του Αρμπούζοφ, καθρεφτίζει κυρίως την άγρια πλευρά της ζωής.

Εξακολουθείτε να απολαμβάνετε την προετοιμασία μιας παράστασης; Γ.Μ.: Να την απολαμβάνω; Μα αυτή είναι μια βασανιστική περίοδος, που κρύβει αϋπνίες κι εφιάλτες. Η σύγκρουση με τον εαυτό σου έχει βέβαια μια γοητεία. Είναι ό,τι πιο επώδυνο, αλλά και ό,τι πιο δημιουργικό. Γιατί ξέρεις πως αν δεν συγκρουστείς δεν θα προχωρήσεις. Εμείς οι αμύητοι στη θεατρική διαδικασία ίσως να βλέπουμε ωραιοποιημένα τα πράγματα. Γ.Μ.: Ε, λοιπόν, δεν είναι καθόλου! Όταν μάλιστα καταλαβαίνεις ότι σε κάθε βήμα σου υπάρχει από κάτω κίνδυνος ναρκοπεδίου κι επειδή έχεις τινάξει πολλές νάρκες στη θεατρική ζωή σου, οφείλεις μοιραία να βηματίζεις πιο προσεκτικά. Εσείς λέτε ότι έχετε τινάξει νάρκες; Γ.Μ.: Αλίμονο! Κι όταν λέω νάρκες εννοώ δυσκολίες και αστοχίες που έχω κάνει σε ρόλους. Ακόμα κι αυτά όμως είναι φορτία στις γαλέρες μας, σ’ αυτό το ταξίδι της τέχνης. Το έργο του Αρμπούζοφ είναι ένα ανθρώπινο, χαμηλόφωνο, τρυφερό έργο. Δεν υπάρχει όμως μία τάση να εξορίζουμε το συναίσθημα; Γ.Μ.: Το συναίσθημα έχει γίνει λίγο ντροπή. Κακώς, γιατί δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα, εφόσον βέβαια είναι γνήσιο και δεν είναι προσωπείο. Κακό είναι να δείχνεις δήθεν συγκινημένος, δήθεν ευτυχής, δήθεν μελαγχολικός. Και το δήθεν στην τέχνη, ως κυρίαρχο τα τελευταία χρόνια, έχει προκαλέσει ζημιές. Πού εντοπίζετε το δήθεν στην τέχνη και γιατί λέτε ότι είναι κυρίαρχο; Γ.Μ.: Γιατί περνάμε μια περίοδο εντυπωσιασμού. Τα ΜΜΕ έχουν φορτώσει το μυαλό των θεατών με γρήγορες, εντυπωσιακές εικόνες άνευ βάθους. Και στο θέατρο τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να ισχύει η πόζα για την πόζα. «Ανεβάζω ένα έργο, ξεχνάω το έργο, τελικά κάνω ένα δικό μου έργο, χρησιμοποιώντας το όνομα του συγγραφέα». Γιατί τότε

«Οι ψυχίατροι υπάρχουν γιατί έπαψαν να υπάρχουν τα καφενεία. Όσο υπήρχαν, ο Μήτσος με τον Νίκο έπαιζαν τάβλι και ταυτόχρονα έλεγαν τα οικονομικά τους προβλήματα, τα οικογενειακά τους και τα ερωτικά τους. Τώρα οι άνθρωποι δεν έχουν πού να τα πούνε και μοιραία τρέχουν να ξαπλώσουν και να αρχίσουν να ρωτάνε τον ψυχίατρο. Πληρώνουν δηλαδή μια επικοινωνία».

δεν γράφεις ένα δικό σου έργο; Και, τέλος τέλος, τι σου φταίει, βρε αδελφέ, ο Σαίξπηρ, ο Τσέχοφ ή ο Αισχύλος; Είμαστε σαν Σουσούδες που ακκιζόμενες ψάχνουν να εντυπωσιάσουν. Η λιτότητα και η απλότητα φαίνεται ότι είναι δύσκολο πράγμα στη ζωή. Παραμένουν το ζητούμενο. Αυτό το έργο πώς θα το περιγράφατε; Γ.Μ.: Είναι ένα έργο λιτότητας και ανέλιξης των ηρώων. Έχει ένα σύνολο εννέα εικόνων. Κάθε εικόνα έχει κι έναν βηματισμό σε σχέση με τον ψυχισμό των ηρώων. Είναι επίσης ένα έργο που διαπραγματεύεται την έντονη μοναξιά των δύο ώριμων ηρώων του. Απευθύνεται μόνο σε ώριμους θεατές; Γ.Μ.: Οι νέοι άνθρωποι σήμερα δεν ζουν έντονη μοναξιά; Ίσως εντονότερη από ποτέ. Αλλά γιατί πιστεύετε εσείς; Γ.Μ.: Είναι σαν να με ρωτάτε γιατί υπάρχουν οι ψυχίατροι! Οι ψυχίατροι υπάρχουν γιατί έπαψαν να υπάρχουν τα καφενεία. Όσο υπήρχαν τα καφενεία, ο Μήτσος με τον Νίκο έπαιζαν τάβλι και ταυτόχρονα έλεγαν τα οικονομικά τους προβλήματα, τα οικογενειακά τους και τα ερωτικά τους. Τώρα οι άνθρωποι δεν έχουν πού να τα πούνε και μοιραία τρέχουν στην ψυχιατρική κλίνη, να ξαπλώσουν και να αρχίσουν να ρωτάνε τον ψυχίατρο. Πληρώνουν δηλαδή μια επικοινωνία. Ε, τη μοναξιά την έχει δημιουργήσει αυτό, παράλληλα με το πλαστικό, την τηλεόραση και το «έτοιμο». Φέτος σας σκηνοθετεί η κόρη σας... Γ.Μ.: Δεν είναι η πρώτη φορά. Η Ιωάννα με είχε σκηνοθετήσει και στον «Θάνατο του εμποράκου» του Μίλερ. Πώς είναι αυτή η αλλαγή των αρχετυπικών ρόλων; Γ.Μ.: Συμβαίνει να είμαι πειθαρχημένος ηθοποιός. Την ώρα που δουλεύουμε παύει να υπάρχει κόρη

και πατέρας. Την αντιμετωπίζω σαν τον όποιο άλλο σκηνοθέτη. Κι επειδή απ’ την άλλη μεριά της έχω εμπιστοσύνη, γιατί έχει και σπουδές και πείρα, δεν έχω κανένα πρόβλημα. Χαίρεστε που η κόρη σας ακολούθησε αυτό τον δρόμο; Γ.Μ.: Το ζητούμενο είναι να χαίρεται εκείνη. Τι νόημα θα ’χε να χαιρόμουν εγώ, αν δεν χαιρόταν εκείνη; Είναι θεμελιώδες να δίνει ο οποιοσδήποτε χώρος ή επαγγελματικός τομέας θέση στους νέους. Ωστόσο, νομίζω πως στο θέατρο τα τελευταία χρόνια η νεότητα λειτουργεί μερικές φορές ως αυταξία. Εσείς τι πιστεύετε; Γ.Μ.: Μεταξύ μας, πάντα υπήρχε ένα κούμπωμα. Εμείς οι παλαιότεροι είχαμε περάσει και πιο σκληρά πράγματα. Π.χ. ζήσαμε τις εποχές των πολύ πιο οργανωμένων θιάσων, γιατί τώρα οι περισσότεροι θίασοι είναι ευκαιριακοί, σαν τα πλοία με τις παναμέζικες σημαίες. Τότε, για να μπεις στον θίασο του Λογοθετίδη, θα έκανες πρώτα τον τρίτο καρατερίστα, μετά τον δεύτερο, μετά τον πρώτο. Δεν υπήρχε δηλαδή η δυνατότητα να πάρεις έναν νέο και, όπως γίνεται τώρα, να τον βάλεις πρωταγωνιστή. Τότε ακολουθούσες τη βαθμίδα. Υπήρχε έντονη ιεραρχία, αλλά και έντονη εσωτερική εκπαίδευση. Θυμάμαι, λόγου χάρη, πως οι νεότεροι παρακολουθούσαν από τις κουίντες τους παλιούς. Τώρα αυτά τα πράγματα δεν τα βλέπεις συχνά. Πάντως, όσο μεγαλώνει ένας ηθοποιός τόσο φαίνεται να λιγοστεύουν και οι ευκαιρίες που του δίνονται να παίξει στο θέατρο. Γ.Μ.: Ναι, υπάρχει πρόβλημα. Από την άλλη μεριά, υπάρχει το τεράστιο θέμα των δραματικών σχολών που βγάζουν νέους ηθοποιούς κατά χιλιάδες. Και δεν είναι θέμα αδείας, γιατί και παλιά η άδεια δινόταν με την αποφοίτηση του ηθοποιού από τη δραματική σχολή. Βλέπεις, όμως, τώρα πως διάφοροι σχολάρχες έχουν ανοίξει «μαγαζιά» και εισπράττουν. Βλέπεις κι όλα αυτά τα νέα παιδιά πώς αγωνίζονται. Είναι ακόμα στη σχολή και ήδη δίνουν βιογραφικά σε θιάσους. Το πρώτο τους μέλημα είναι μπας και βγάλουν λίγο το πρόσωπό τους σε μια τηλεόραση. Βέβαια, όπως καταλαβαίνετε, δεν υπάρχει ουσιαστική άσκηση. Με εσάς τι ίσχυε; Γ.Μ.: Ο Κουν μας απαγόρευε, όσο ήμασταν ηθοποιοί του τουλάχιστον, να λάβουμε μέρος σε κινηματογραφικές παραγωγές. Θεωρούσε ότι ο συγχρωτισμός με άλλους χώρους μάς αποσπούσε από τον στόχο μας. Εκ των υστέρων πώς κρίνετε την απαγόρευση του Κουν; Γ.Μ.: Ήταν, νομίζω, μια σωστή επιλογή. Ο Δάσκαλος μπορεί να είχε κι άλλους λόγους για να την εφαρμόζει, αλλά, εν πάση περιπτώσει, ο ασκητισμός γύρω από τη δουλειά μας έχει την ουσία του. Τώρα δεν υπάρχει. Για να είμαστε όμως ειλικρινείς, πάρα πολλά νέα παιδιά έχουν ενδιαφέρον και αρτι-

ότερο «εξοπλισμό» από μας. Είναι πολύ καλύτερα από άποψη γνώσεων, είναι πιο μορφωμένα, ξέρουν μια γλώσσα και έχουν κάνει χορό και τραγούδι. Εμείς όλα αυτά τα ψάχναμε στη διαδρομή. Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή, η δομή του θεάτρου δεν ωφελεί τους νέους ηθοποιούς έτσι όπως είναι σκορπισμένοι, τη μια χρονιά εδώ και την άλλη εκεί, συν την παρέμβαση της τηλεόρασης. Ελπίδα μπορεί να υπάρχει μόνο από κάποιες θεατρικές ομάδες που προσπαθούν να επιβιώσουν. Τα νέα παιδιά είναι πολύ «εξοπλισμένα». Οι σχολές όμως δεν έχουν στη συνείδησή μας τη θέση που είχε κάποτε π.χ. η Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Γ.Μ.: Μα οι περισσότερες σχολές δεν έχουν δασκάλους. Γιατί ο δάσκαλος είναι μια πολύ σύνθετη ιστορία. Καλός ηθοποιός δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση και καλός δάσκαλος. Οι περισσότερες σχολές φτιάχνονται εκ των ενόντων για οικονομικούς λόγους. Για το μεροκάματο. Δεν μπορείς όμως να κάνεις μάθημα σε 35 μαθητές. Για να δουλέψει μια τάξη δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 15. Κι από αυτούς ακόμα ξέρεις ότι δουλεύεις ουσιαστικά για τους δύο. Δύο θα μείνουν, θα σταθούν και θα κάνουν επάγγελμα. Αυτές οι σαρανταριές των μαθητών έναν σκοπό έχουν, να γεμίζουν το πουγκί των σχολαρχών. Εκτός από τις σχολές με τα μεγάλα πουγκιά, αναφερθήκατε πριν και στους «παναμέζικους» θιάσους. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γ.Μ.: Γιατί έχουμε ένα σίριαλ που πέτυχε, κάνουμε κι έναν θίασο. Μόλις τελειώσει το σίριαλ, παίρνουμε τη σύνθεση του άλλου σίριαλ και την κάνουμε θίασο. Ή παίρνουμε τη βεντέτα μιας τηλεοπτικής σειράς και τη βάζουμε να κάνει τον θιασάρχη ή τον πρωταγωνιστή. Πλοία με παναμέζικη σημαία. Στον δρόμο προς το θέατρο περνάτε από την Ομόνοια, μια περιοχή όπου καθρεφτίζεται το οξύ κοινωνικό πρόβλημα των ναρκωτικών. Έχετε ασχοληθεί δραστήρια κατά καιρούς με τα κοινωνικά θέματα. Τι σκέφτεστε για ό,τι βλέπετε εκεί; Γ.Μ.: Ότι δεν υπάρχει πρόνοια. Η αποξένωση, η μοναξιά, η έντονη ανταγωνιστικότητα, οι βίαιες κοινωνίες, οι κακές πολιτικές συμπεριφορές, τα οικογενειακά προβλήματα δημιουργούν αδιέξοδα που οδηγούν κάποια παιδιά στην εξάρτηση. Και για να είμαι σαφής, εσείς, εγώ και η υπόλοιπη κοινωνία, είτε λέγονται πολιτικοί είτε παπάδες είτε δάσκαλοι, είμαστε όλοι φορείς όπως στο AIDS και ασθενείς είναι οι χρήστες. Για να εξηγούμεθα και να μην τραβάμε την ουρά μας απ’ έξω, αυτά τα παιδιά δεν πήγαν τυχαία εκεί. Προέρχονται από μια οικογένεια που δεν ασχολήθηκε ποτέ ουσιαστικά μαζί τους ή που θυμήθηκε αργά να κάνει μαζί τους διάλογο. Ή προέρχονται από μια οικογένεια διαλυμένη ή ευκατάστατη, τόσο ώστε να τους παράσχει τα πάντα πριν τα ζητήσουν. «Πάρε πέντε ζευγάρια παπούτσια…». Μοιραία, όταν μπήκαν στο μαγκανοπήγαδο της ζωής, δεν ήξεραν πως το να αποκτήσεις ένα ζευγάρι παπούτσια θέλει αγώνα. Μόλις συγκρούστηκαν


ΠΟΝΤΙΚΙart 5-11.11.09

31/7

με την πραγματικότητα, με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις, μόλις μπήκαν στο ερωτικό και αντιμετώπισαν το πρόβλημα της σχέσης, η πρέζα τούς βόλεψε σαν υπόστεγο. Μια που θίξατε το θέμα των ερωτικών σχέσεων, κάποια νέα παιδιά αντέχουν όλο και λιγότερο μερικά από τα αναπόφευκτα μιας ανθρώπινης ζωής, όπως είναι λ.χ. ένας ερωτικός χωρισμός. Γ.Μ.: Αυτό είναι ένα πρόβλημα. Ένα άλλο είναι η απουσία του χωρισμού. Για να υπάρξει χωρισμός πρέπει να ’χει υπάρξει και μια σχέση που να έχει διαρκέσει έστω και λίγο. Ο Αρμπούζοφ περιγράφει το αντίθετο, έναν έρωτα που καλλιεργείται βαθμιαία για δύο ώριμους ανθρώπους. Ο έρωτας έρχεται ανά πάσα στιγμή και ηλικία; Γ.Μ.: Νομίζω, ναι. Δεν είναι απίθανο δύο ώριμοι άνθρωποι να έχουν ξαφνικά μια αίσθηση ερωτικής ανάγκης ή συντροφικότητας – όπως θέλετε πέστε το. Αλλά όπως και να το πείτε, αυτά είναι πολύ ισχυρά συναισθήματα. Επιστρέφοντας στα κοινωνικά θέματα, πιστεύετε ότι η πολιτική στην Ελλάδα μπορεί να χειρίζεται τέτοια προβλήματα κάπως ικανοποιητικά; Γ.Μ.: Νομίζω πως ούτε τα γνωρίζει ούτε είναι σε θέση να τα χειριστεί, γιατί δεν μπορεί να χειριστεί καταρχήν τον εαυτό της. Οι ηγήτορες όλων των χρωμάτων δεν μας έχουν δώσει τέτοια δείγματα ώστε να αισιοδοξούμε. Για να μην είμαι ισοπεδωτικός, υπάρχουν βεβαίως κάποιες αποχρώσεις. Σε μερικές αποχρώσεις ελπίζεις παραπάνω, σε άλλες λιγότερο. Αλλά η πράξη της πολιτικής δηλώνει γκρίζο τοπίο. Και η παρουσία της πολιτικής σ’ αυτά τα θέματα για κάποιον λόγο λειτουργεί τελικά μόνο κατασταλτικά. Γ.Μ.: Μα η ιστορία της πολιτικής δεν υπηρετεί την ουσία της πολιτικής. Υπηρετεί τον επαγγελματία πολιτικό, για να το πούμε αγοραία. Ανήκετε σε μια γενιά έντονης πολιτικής συνειδητοποίησης και δράσης. Σας περίμεναν πολλές απογοητεύσεις; Γ.Μ.: Ε, ναι, αλλά δεν σταματήσαμε. Έχω περάσει από όλα τα στάδια, συμπεριλαμβανομένου και αυτού της πολιτικής «πράξης» στον Δήμο της Αθήνας, όπου ήμουν δημοτικός σύμβουλος επί δύο τετραετίες. Είδα τη φόδρα της εξουσίας και τους μηχανισμούς της με τα ματάκια μου. Δεν είμαι δηλαδή απ’ έξω, στη φορμόλη. Απλώς τα παράθυρά μου τα ’χω ανοιχτά. Εν τούτοις, υπάρχει χώρος ο καθένας μας να λειτουργήσει πολιτικά στα ανοιχτά πεδία της ζωής. Αρκεί να το θέλει. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ενταγμένος σε κομματικό μηχανισμό για να λειτουργεί πολιτικά. Άλλωστε, καθημερινά αντιμετωπίζουμε μια πολιτική πράξη. Στο Υπουργείο Πολιτισμού πώς βλέπετε τα τελευταία χρόνια την άσκηση πολιτικής; Γ.Μ.: Ποτέ το ΥΠΠΟ δεν υπήρξε προτεραιότητα για την κεντρική εξουσία. Κάτι γινόταν τότε με τη Μελίνα, χωρίς να γίνουν συγκλονιστικά πράγματα. Από κει και πέρα, όσοι πέρασαν είχαν ίδια γεύση. Κι αυτή τη στιγμή δεν νομίζω ότι μπορεί κάποιος να δει ξέφωτο. Δεν υπάρχουν κεφάλαια, όπως δεν υπήρχαν ποτέ, αν και πάντα βρίσκονταν για άλλα πράγματα. Πολιτισμός είναι το ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ. Είμαι κι εγώ φίλος του ποδοσφαίρου και του μπάσκετ. Αλλά μέχρι εκεί.


8/32

ΤΑ Γ ΕΓΟΝΟΤΑ

>Παρατηρώντας τον κόσμο Η σημαντική θέση που κατέχουν οι συλλέκτες στο κύκλωμα της τέχνης θεωρείται πλέον δεδομένη. Από τους πάτρωνες της Αναγέννησης μέχρι τις μέρες μας φιλότεχνοι που διέθεταν τα κατάλληλα ποσά αγόραζαν έργα τέχνης και κοσμούσαν τα σαλόνια τους. Κατά παραγγελία κάποτε, με μεγαλύτερη ελευθερία του καλλιτέχνη σήμερα, το έργο συνήθως προορίζεται για να το απολαύσει κάποιος άλλος. Ενδεχομένως για να ανεβάσει τη χρηματιστηριακή του αξία και να το μεταπωλήσει. Αλλά και για να το αναδείξει και να το διασώσει! Αναμφίβολα, το πάθος πολλών συλλεκτών είναι η αιτία της «επιβίωσης» πολλών έργων τέχνης, της καταγραφής και ταξινόμησής τους, αλλά και της «επιβίωσης» του καλλιτέχνη, που μπορεί να αποχωρίζεται τα πνευματικά του παιδιά αλλά με το… αζημίωτο. Ευτυχώς στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, πολλοί συλλέκτες ανοίγουν τις συλλογές τους στο κοινό, τις παρουσιάζουν ή τις δωρίζουν στο Δημόσιο. Ένας από αυτούς, με σημαντικά «κομμάτια» στα χέρια του, είναι ο Σωτήρης Φέλιος που προσανατο-

>>

> Ντουέτο αντοχής Όταν η Ελένη Ράντου συνάντησε το έργο του Νίκου Ποριώτη «33 φορές να φύγεις», έκλαψε από τα γέλια και αποφάσισε αμέσως να το ανεβάσει φέτος στη μόνιμη θεατρική της στέγη, το Θέατρο Διάνα (προγραμματισμένη πρεμιέρα: 6 Νοεμβρίου). Με σκηνοθέτη τον μόνιμο συνεργάτη της Γιάννη Κακλέα και με συμπρωταγωνιστή τον Άκη Σακελλαρίου η Ράντου σε αυτή τη μαύρη κωμωδία παθών βάζει τα καθίσματα των θεατών να αγκαλιάζουν τη σκηνή και επιχειρεί να ελαφρύνει την απελπισία, να σατιρίσει τη βλακεία και να διασκεδάσει την αφόρητη πίεση που αισθανόμαστε όλοι. Στην πρώτη δραματουργική απόπειρα του Ποριώτη δυο πρόσωπα αταίριαστα, δύο χαρακτήρες τόσο παρανοϊκοί όσο είναι και η καθημερινότητά μας, μία αλκοολική γυναίκα-καλλιτέχνις χωρίς έρωτα, έμπνευση, ρόλο και ποτό και ένας άγνωστος που θα της χτυπήσει την πόρτα, συναντιούνται. Η επικοινωνία τους είναι θέμα αντοχής και διαφορετικών εμμονών που κουβαλούν και οι δύο. Αυτό το κωμικό ντουέτο μπλέκεται, σχολιάζει απενοχοποιημένα τη βλακεία της διπλανής πόρτας, σαρκάζει τους πάντες και τα πάντα, από τα πιο απλά μέχρι τα πιο σύνθετα θέματα, και το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ίδια τη Ράντου, είναι «ξεκαρδιστικά αγριευτικό». | Αγγελική Μπιλλίνη

Έργο του Στέφανου Δασκαλάκη λίστηκε από τη δεκαετία του ’80 στην απόκτηση έργων παραστατικής ζωγραφικής ελλήνων καλλιτεχνών. Και παρουσιάζει ορισμένα από αυτά στην έκθεση «Το Βλέμμα του Χρόνου – Ιστορίες Εικόνων» (Μουσείο Μπενάκη, 9 Νοεμβρίου - 13 Δεκεμβρίου) σε μια απόπειρα συνύπαρξης έξι σύγχρονων δημιουργών (Στέφανος Δασκαλάκης, Τάσος Μαντζαβίνος, Χρήστος Μποκόρος, Κώστας Παπανικολάου, Γιώργος Ρόρρης, Εδουάρδος Σακαγιάν) και σκιαγράφησης της εξελικτικής τους πορείας. Χωρίς να είναι αυτοσκοπός η ομαδοποίησή τους, είναι αναπόφευκτη η ανίχνευση προφανών κοινών στοιχείων, αλλά και σημαντικών διαφορών. Ανήκουν και οι έξι στην ίδια γενιά και επιμένουν στην καθαρή ζωγραφική, δίνοντας βάρος στην προσωπική παρατήρηση του κόσμου μέσα από διαφορετικές προσλαμβάνουσες. Τα έργα τους, τοποθετημένα σε γειτνίαση που επιτρέπει την ταυτόχρονη θέαση αλλά και την ξεχωριστή για τον καθένα, αποκαλύπτουν την δύναμη του βλέμματος, την πάλη με το υλικό, τη συνέπεια στη θεματολογία και πάνω απ’ όλα τον σεβασμό στη ζωγραφική.

| Γιάννης Κουκουλάς

Άκης Σακελλαρίου, Ελένη Ράντου

>Ο Ρόμπερτ Κάπα στο σελιλόιντ

> Η Σκάρλετ στο Μπρόντγουεϊ Το ντεμπούτο της στη δισκογραφία το έκανε εδώ και αρκετό καιρό, αποδεικνύοντας μάλιστα με την πρόσφατη δουλειά της ότι δεν ανήκει στην κατηγορία των απεχθών σελέμπριτις που το γυρίζουν στη μουσική. Τις εξετάσεις της στη μεγάλη οθόνη η Σκάρλετ Γιόχανσον τις πέρασε και αυτές με επιτυχία, καταφέρνοντας μάλιστα να κερδίσει τον πολυπόθητο τίτλο «μούσα του Γούντι Άλεν». Τι της απομένει; Το θεατρικό σανίδι φυσικά και δη το Μπρόντγουεϊ που τελευταία έχει πολλή ζήτηση από τους χολιγουντιανούς σταρ – ή και το αντίστροφο θα έλεγε κανείς δεδομένης της κρίσης. Έπειτα λοιπόν από ονόματα όπως ο Ντάνιελ Κρεγκ, ο Τζουντ Λο, ο Χιου Τζάκμαν, η Σιένα Μίλερ, η Κάθριν Ζέτα Τζόουνς, και η 24χρονη καλλονή θα επιχειρήσει αυτό το ντεμπούτο στις 28 Δεκεμβρίου. Θα πρωταγωνιστήσει στο δράμα του Άρθουρ Μίλερ «Ψηλά απ’ τη γέφυρα», δίπλα στον βραβευμένο με Τόνι Λιβ Σράιμπερ. Το αριστούργημα του Μίλερ εξελίσσεται στην Αμερική του ’50 και επικεντρώνεται στον τραγικό έρωτα ενός άντρα για τη νεαρή ανιψιά της γυναίκας του. Η επίσημη πρεμιέρα θα γίνει στις 24 Ιανουαρίου στο Court Theater της Νέας Υόρκης. | Ελίνα Μπέη

Ήταν ένας από τους πιο αγαπητούς φωτογράφους του 20ού αιώνα. Όσο συναρπαστικές ήταν οι φωτογραφίες του όμως, άλλο τόσο ήταν και η προσωπική του ζωή. Αυτό προφανώς ενέπνευσε και τον Μάικλ Μαν για να κάνει μια ταινία για τον Ρόμπερτ Κάπα. Σε συνεργασία με την Columbia Pictures αγόρασαν τα δικαιώματα του ισπανόφωνου μυθιστορήματος «Περιμένοντας τον Ρόμπερτ Κάπα» της Σουζάνα Φόρτες. Η ιστορία αρχίζει στο Παρίσι του 1935, όταν ο Κάπα, ο οποίος έχει φύγει από τη φασιστική Ουγγαρία, συναντά την Γκέρδα Τάρο, μια εβραία που έφυγε από τη ναζιστική Γερμανία. Έναν χρόνο μετά, με το ξέσπασμα του Ισπανικού Εμφυλίου, σπεύδουν και οι δύο στην πρώτη γραμμή της μάχης. Η υπόθεση επικεντρώνεται στη δίχρονη σχέση τους, που έληξε με τον θάνατο της Τάρο στη μάχη της Μπρουνέτ, το 1937, κάτι που ο Κάπα δεν ξεπέρασε ποτέ. Ο φωτογράφος είχε κι αυτός την ίδια μοίρα, το 1954, στον πόλεμο της Ινδοκίνας. Ο Μαν ήθελε καιρό να κάνει μια κινηματογραφική βιογραφία για τον σπουδαίο φωτογράφο, και το πρόσφατο μυθιστόρημα της Φόρτες στάθηκε η καλύτερη αφορμή για να υλοποιήσει το σχέδιό του.

| Ελίνα Μπέη


>>

ΠΟΝΤΙΚΙart 5-11.11.09

33/9

>Ο Μπιλ Κόσμπι ραπάρει Όταν ήταν τηλεοπτικός μπαμπάς μάλωνε τα παιδιά του για να συνετιστούν. Τώρα αποφάσισε να διευρύνει το target group του. Ο Μπιλ Κόσμπι, αυτός που όλοι θυμόμαστε από την τρομερή οικογενειακή σειρά των 80s, βγάζει δίσκο. Και τι δίσκο, ραπ! Όχι επειδή θέλει στα γεράματά του να ραπάρει, αλλά επειδή θέλει να επαναφέρει στον σωστό δρόμο... τη μαύρη μουσική. Το άλμπουμ με τίτλο «Bill Cosby Presents the Cosnarati: State of Emergency» θα κυκλοφορήσει τον επόμενο μήνα. Σύμφωνα με τον ιθύνοντα νου, θα είναι «ένα άλμπουμ που θα ασχολείται με κοινωνικά θέματα όπως η πίεση, η κακοποίηση, ο αυτοσεβασμός και η μόρφωση (...) και δεν θα βασίζεται στη βωμολοχία, τον μισογυνισμό, τον υλισμό και την προβολή του εγώ». Και πριν βιαστείτε να βγάλετε συμπεράσματα, ο Μπιλ Κόσμπι δεν θα βάλει βερμουδίτσα και χοντρές αλυσίδες στον λαιμό. Το όραμά του, δηλαδή τραγούδια όπως το «Where Did I Go Wrong» («Πού έσφαλα;»), ή το «Get On Your Job» («Στη δουλειά σου»), θα ενσαρκώσουν τρεις νεαροί ράπερ. Δεν είναι η πρώτη φορά βέβαια που ο Κόσμπι προσπαθεί να σώσει τον κόσμο μέσα από τη μουσική του. Οι πιο παλιοί θυμούνται άλμπουμ όπως το «Bill Cosby Talks to Kids About Drugs» («Ο Μπιλ Κόσμπι μιλά στα παιδιά για τα ναρκωτικά») ή το «Bill Cosby Sings Hooray for the Salvation Army Band» («Ο Μπιλ Κόσμπι τραγουδά για τη μπάντα του Στρατού Σωτηρίας»), τα οποία σίγουρα δεν χαρακτηρίζεις ριζοσπαστικά, αναμφισβήτητα όμως είναι πλέον καλτ.

| Ελίνα Μπέη

Τσικ Κορία, Μπέλα Φλεκ

> Jazz Masters: Διπλή συναυλία Είναι η μουσική προσφορά της χρονιάς! Δύο τζαζ συναυλίες με ενιαίο εισιτήριο, τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου στο Παλλάς, στο πλαίσιο των φετινών συναυλιών «Jazz Masters». Η ιδέα του «2 σε 1» δεν είναι και πολύ διαδεδομένη στη συναυλιακή μας πραγματικότητα, εκτός εάν πρόκειται για φεστιβάλ, αλλά η συγκεκριμένη δείχνει λειτουργική από πολλές απόψεις: α) απευθύνεται στο ίδιο κοινό, ακόμη και εντός των τζαζ «φατριών», σε αυτούς δηλαδή που εντρύφησαν στην τζαζ μέσα από τον ηλεκτρικό fusion ήχο του ’70 και του ’80 και είναι οι περισσότεροι στην Ελλάδα, β) είναι σαν να έχεις ένα πάρα πολύ δυνατό support –τον Μπέλα Φλεκ και τους αυθεντικούς Flecktones– για τη συναυλία «Power Of Three» του σπουδαίου πιανίστα Τσικ Κορία και δύο μουσικών, του μπασίστα Στάνλεϊ Κλαρκ και του ντράμερ Λένι Γουάιτ, που τον συνόδευαν στο πιο δημοφιλές συγκρότημα της καριέρας του, τους Return To Forever, και γ) σε εποχές οικονομικής κρίσης συμφέρει. Το επιπλέον ωραίο της υπόθεσης είναι ότι όλοι οι μουσικοί, και της συναυλίας του Μπέλα Φλεκ και των «Power Of Three», είναι φίλοι και συχνοί συνεργάτες σε διάφορα σχήματα. Ο Τσικ Κορία, μια πατρική φιγούρα για πολλούς μουσικούς, με το τεράστιο ταλέντο και την αδιάκοπη σκληρή δουλειά, ο μουσικός χαμαιλέων που έχει κερδίσει τον σεβασμό όλων, δεν χρειάζεται επιπλέον συστάσεις. Ίσως χρειάζεται όμως ο Μπέλα Φλεκ, αφού είναι η πρώτη του εμφάνιση στην Ελλάδα. Ε, λοιπόν πρόκειται για έναν ακόμη χαμαιλέοντα που έγινε γνωστός ως ο βιρτουόζος του μπάντζου, που παίζει ένα παράξενο μίγμα τζαζ και bluegrass και ο οποίος στη συνέχεια έφτασε να γίνει ο καλλιτέχνης με τα περισσότερα Γκράμι σε διαφορετικές κατηγορίες στην ιστορία της μουσικής, αφού ήδη μετρά 11 βραβεύσεις και 27 υποψηφιότητες, σε κατηγορίες τόσο διαφορετικές όσο η κάντρι και η κλασική μουσική. Τα εισιτήρια κοστίζουν από 50 έως 100 ευρώ και η βραδιά προβλέπεται μεγάλη. | Λεωνίδας Αντωνόπουλος

Γύρω γύρω πόλη... Της Άννας Βλαβιανού

5 Νοεμβρίου. Χειμώνιασε. Μικραίνει η απόσταση για τον ευαίσθητο μήνα Δεκέμβριο. Φροντίστε από τώρα για τις «απαιτήσεις» τρυφερότητας και αγάπης που θα προβάλει. Μη βρεθείτε τσακωμένοι, χωρισμένοι, μόνοι κι έρημοι χρονιάρες μέρες με το γκι στο χέρι. Επί του παρόντος μήνα μία απ’ τα ίδια: πρεμιέρες και χαρές στα φουαγιέ των θεάτρων... Χαρές έχουν και στη δισκογραφική του Γιάννη Πάριου και θα γιορτάσουν για την αποδοχή του νέου άλμπουμ του τραγουδιστή, που ξεπέρασε, λένε, κάθε προηγούμενο! Εννοούν το άλμπουμ που κυκλοφόρησε ως δώρο σε κυριακάτικη εφημερίδα και μετά σε τηλεοπτικό περιοδικό ή υπάρχει κι άλλο; Από πότε τα premium «μαρτυράνε» αποδοχή του κοινού; Δεν ξέρουν εκεί στη Μεσογείων πως ό,τι προσφερθεί τσάμπα στο κοινό γίνεται ανάρπαστο; Αν τους ενδιέφερε η επιλογή του κοινού και δεν φοβόντουσαν την αδιαφορία του θα κυκλοφορούσαν τα νέα αυτά τραγούδια στα δισκοπωλεία. Τέλος πάντων, αφού θέλουν να γιορτάσουν, εμείς θα τους χαλάσουμε την ψευδαίσθηση; Το ξέραμε πως οι γυναίκες στηρίζουν το θέατρο, αλλά τόσο πολλές στο Θέατρο Αθηνών! Κυριακή βράδυ, με κρύο τσουχτερό, και το 80% των θεατών στους Κιμούλη - Μαρκουλάκη ήταν γυναικείο και νεανικό. Ελάχιστες συνοδεύονταν. Είναι και που αναλογεί ένας άνδρας σε τέσσερις γυναίκες, όπως λένε οι έρευνες... Είναι και που οι δύο πρωταγωνιστές αρέσουν στον γυναικόκοσμο. Κυριακή βράδυ στη Βουκουρεστίου, λοιπόν. Ουρές στο Παλλάς, στο «Κλου-

βί με τις τρελές», γεμάτο το Αθηνών. Στο Zonars το αδιαχώρητο, και έξω, στα τραπεζάκια του, άλλοι τόσοι να πίνουν και να καπνίζουν. Ωραία ατμόσφαιρα, παρ’ όλους τους 12 βαθμούς. Και όπως ακριβώς Λονδίνο «έσκασαν» μύτη πολλές ξεκάλτσωτες με πέδιλο και μίνι. Μπράβο, κορίτσια. Βγείτε στον χειμώνα με θερινή διάθεση. Δεν γίναμε Ευρώπη μόνο στο ξεκάλτσωμα, όμως. Πωλούνται ήδη τα εισιτήρια για τη συναυλία των U2 που θα γίνει στις 3 Σεπτεμβρίου του 2010, στο Ολυμπιακό Στάδιο. Βέβαια, οι προπωλήσεις δεν μας βγαίνουν πάντα σε καλό, λόγω των ακυρώσεων που ακολουθούν, αλλά η παρόρμηση και η ελπίδα είναι στο DNΑ αυτού του λαού. Αφού η Αργυρώ βρήκε τηλεοπτική στέγη για να μαγειρεύει τα πρωινά και ο Έκτορας Μποτρίνι συνεχίζει να βρίζει κάνοντας τον σπουδαίο, εμείς θα μάθουμε πώς σκάρωνε στο λεπτό μια εύκολη σούπα ο Κάφκα, ποιο ήταν το μυστικό για το πετυχημένο τιραμισού του Προυστ, γιατί έβαζε μόνο τυρί στο τοστ ο Πίντερ, πόσο νόστιμα μπορούν να γίνουν τα μύδια με λευκό κρασί αν ακολουθήσουμε τη συνταγή του Ίταλο Καλβίνο και πόσο ξεχωριστό βύσσινο γλυκό έφτιαχνε ο Καβάφης… Όλα αυτά και άλλα μυθικά στο βιβλίο του Μαρκ Κρικ «Η σούπα του Κάφκα – Η παγκόσμια λογοτεχνία σε 17+1 συνταγές» (εκδόσεις Μεταίχμιο). Άντε, γιατί αρκετά συνωμότησαν όλοι οι τρελαμένοι με τη δημοσιότητα μάγειροι εναντίον της πραγματικής ιεροτελεστίας πάνω από την κατσαρόλα.


10/34

ΤΑ Γ ΕΓΟΝΟΤΑ

Νικήτας Κλιντ

>> > «Αthens Voice»: το εξώφυλλο της πόλης μας Ο πιο θρυλικός έπαινος της ζωής στην πόλη ανήκει στον Σωκράτη: όταν τον μέμφθηκε ο Φαίδρος ότι δεν ξεκουνάει από την Αθήνα, εκείνος του απάντησε: φιλομαθής γαρ ειμί! Δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά… η πιο θρυλική εκδοχή περιοδικού για την Αθήνα ανήκει σίγουρα στην «Athens Voice», για τους ίδιους λόγους. Αισίως, η –ελληνιστί–«Αθηναϊκή Φωνή» εκδίδει τον τέταρτο εν συνόλω βιβλιοκατάλογό της με έργα ζωγραφικής, φωτογραφίες και κείμενα 71 γνωστών Ελλήνων και ανά τακτά διαστήματα (στο ξεφύλλισμα) ξένων δημιουργών που διηγούνται την περιπέτεια ενός εξωφύλλου. Πρόκειται για μια αξεπέραστη ιδέα εξωφύλλου, η οποία εικονογραφεί την επικαιρότητα μέσα από την έγχρωμη και πάντα υπερβατική καλλιτεχνική ματιά που εξασφαλίζει

την πολύτιμη διαφορετικότητα, αποσπώντας την προσοχή μας μέσα από μια χρωματική πανδαισία που τόσο λείπει και τόσο ταιριάζει στο φως της πόλης μας. Κάθε εβδομάδα χιλιάδες εξώφυλλα ξεχύνονται στους αθηναϊκούς δρόμους, στα σπίτια, στα γραφεία, στα μπαρ, σ’ ένα ραντεβού με το ωραίο. Η μεγαλύτερη επιτυχία, ωστόσο, είναι ότι αυτό το πολύχρωμο εξώφυλλο ταυτίζεται, μ’ έναν εσωτερικό πια τρόπο, με τη ζωή της πολύβουης πόλης μας, και καθώς το συναντάς στο διάβα σου είναι σαν να συναντάς έναν ενημερωμένο κι έξυπνο φίλο που απλά ξέρει να σε κάνει χαρούμενο με φυσικότητα. Σε μια δύσκολη εποχή, με πολλούς «ευγενικούς χορηγούς», το να τα καταφέρνεις τόσο καλά είναι είδηση εξωφύλλου!

| Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

>Ο διάλογος των τεσσάρων Μπορεί οι πρωτοπορίες της ζωγραφικής να μην επελαύνουν πια και να μη διαδέχονται η μία την άλλη με καταιγιστικούς ρυθμούς όπως πριν από έναν περίπου αιώνα, αλλά στην εποχή της μεταμοντέρνας άρνησης του μοντέρνου ως ξεπερασμένου, και μόνο η επίκληση του μοντέρνου από τέσσερις νέους εικαστικούς σε μια κοινή έκθεση (Αίθουσα Τέχνης Αστρολάβος Δεξαμενή, 5 Νοεμβρίου - 28 Νοεμβρίου) αποτελεί είδηση. Με βασικούς άξονες στην επιλογή των έργων τους τις έννοιες του νεωτεριστικού, του σύγχρονου, του μοντέρνου και ντεμοντέ ταυτόχρονα, επιλέγουν καλλιτεχνικές ταυτότητες, χωρίς να υποτάσσονται σ’ αυτές, επηρεασμένες από ρεύματα του παρελθόντος και τις προσαρμόζουν σε ένα διάλογο με τα κινήματα του μοντερνισμού και τη μετεξέλιξή τους, την Ποπ-Αρτ, τον Εξπρεσιονιστικό Συμβολισμό, τον Υπερρεαλισμό και την Αφαίρεση. Φιλοδοξία τους –δύσκολη και απρόβλεπτου αποτελέσματος– η προσέγγιση του Νέου στη ζωγραφική, με έργα που αντικατοπτρίζουν είτε το σύγχρονο τρόπο ζωής είτε την αποστασιοποίηση από αυτόν, επ’ ουδενί ωστόσο τη συνθηκολόγηση με το υπάρχον ως μονόδρομο στη ζωή και την τέχνη. Η Ευρυδίκη Καλλιμάχου επιλέγει έργα αφαιρετικά, ενίοτε με μονοχρωμίες και άλλοτε με αντιθέσεις τόνων πιο έντονες. Έργα που θυμίζουν τοιχογραφίες ή σύγχρονα dark comics, με κυρίαρχη την ατμόσφαιρα ενός υποσυνείδητου ή ασυνείδητου ονειρικού χώρου και έντονα τα στοιχεία των ανατολίτικων βιοθεωριών και κοσμοθεωρήσεων παρουσιάζει η Κατερίνα Κωνσταντινίδη, ενώ ο Φώτης Πεχλιβανίδης, με έμφαση στα κινηματογραφικά close-up, τα καθαρά χρώματα και τις πλακάτες επιφάνειες, προσεγγίζει και αυτός τη γλώσσα των κόμικς αλλά από την πλευρά του Δυτικού ανθρώπου, θύτη και θύματος της καταναλωτικής κοινωνίας. Τέλος, η Νεκταρία Ρουμελιώτη με το νεουπερρεαλιστικό της ύφος χρησιμοποιεί μορφές παιδιών με εκφράσεις ενηλίκων, υποδηλώνοντας τις απαρχές της καταπίεσης των πιο άμεσων ενστίκτων του ανθρώπου από τα «πρέπει». | Γιάννης Κουκουλάς

Έργο της Νεκταρίας Ρουμελιώτη

Ναταλία Τσαλίκη

> Η εφηβεία των σαράντα Για δεύτερη χρονιά αλληλοσπαράσσονται μέχρι τελικής πτώσης η Έρση Μαλικένζου και η Ναταλία Τσαλίκη στο έργο του Μάρτιν ΜακΝτόνα «Η βασίλισσα της ομορφιάς» (Θέατρο Χυτήριο). Το κείμενο του ιρλανδικής καταγωγής συγγραφέα, σκηνοθετημένο από τη Νικαίτη Κοντούρη, περιγράφει τη σχέση δύο μοναχικών γυναικών σε μια επαρχιακή πόλη της Ιρλανδίας, μιας μητέρας και μιας κόρης. Η πρώτη, ηλικιωμένη, ανικανοποίητη και δύστροπη, απαιτεί συνεχώς να τη φροντίζουν, μετατρέποντας τη δεύτερη σε μία δουλοπρεπή στερημένη κόρη ετών 40, σε μία ενήλικη έφηβη που θέλει αλλά δεν μπορεί να κόψει τον ομφάλιο λώρο. Η μίζερη καθημερινότητα του αρρωστημένου «ζευγαριού» ανατρέπεται όταν ένα παλιό φλερτ της κόρης εισβάλλει στη ζωή τους. Με ακραία γραφή, έντονο ρυθμό και σασπένς, αλλά και φλεγματικό χιούμορ, αυτή η μαύρη κωμωδία που πρωτοανέβηκε στη θεατρική σκηνή του Royal Court του Λονδίνου το 1996, και θεωρήθηκε ως το καλύτερο έργο της θεατρικής σεζόν, μεταμορφώνεται σταδιακά σε οικογενειακή τραγωδία. Το έργο ανεβαίνει σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ, ενώ στο πλευρό των Τσαλίκη και Μαλικένζου συμπρωταγωνιστούν ο Τάσος Γιαννόπουλος και ο Κωνσταντίνος Γαβαλάς.

| Αγγελική Μπιλλίνη

> Beyonce: η παρεξηγημένη Το μόνο αρνητικό με τη συναυλία της Μπιγιονσέ, την Κυριακή το βράδυ στο ΟΑΚΑ είναι που αποτελεί ήδη κεντρικό θέμα συζήτησης των τηλεοπτικών πάνελ της πρωινής και της μεσημεριανής ζώνης. Ασχολούνται φυσικά με τα παρελκόμενα και όχι με τη μουσική –ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσαν να έχουν γνώμη για τη μουσική–, αλλά έστω κι έτσι κάνουν ζημιά. Θα εμφανιστούν όλοι οι άσχετοι, τα γνωστά τηλεοπτικά σελέμπριτι της συμφοράς και το live του ΟΑΚΑ θα μετατραπεί σε πασαρέλα που θα θυμίζει βραδιές τηλεοπτικών βραβείων στο Αθηνών Αρένα. Είδατε όμως; Παρασυρθήκαμε κι εμείς και ξεχάσαμε το ζητούμενο. Τη μουσική. Και η Μπιγιονσέ δεν είναι καμιά τυχαία. Είναι μία από τις μεγαλύτερες αμερικανίδες τραγουδίστριες στο χώρο του R’n’B με καλή φωνή και αρκετές μεγάλες επιτυχίες. Εντάξει, αν έχεις δίπλα σου τον Jay Z (σύζυγός της, από τις μεγάλες μορφές του χιπ-χοπ) και διαθέτεις ταλέντο, θα κάνεις επιτυχημένη καριέρα. Η καλλιτεχνική αξία του live επομένως είναι στάνταρ. Έστω και κάτω από μία ποπ λογική, με το glamour και το image να κυριαρχούν. Η Μπιγιονσέ, που πριν από μερικές εβδομάδες πήρε από το Billboard το βραβείο Woman of the Year για το 2009, θα εμφανιστεί μαζί με τους Suga Mamma στο πλαίσιο της παγκόσμιας περιοδείας της «I Am... Tour». Σημειώστε και δύο τρία πράγματα για την ίδια, ώστε να μην πάτε αδιάβαστοι: Πρωτοεμφανίστηκε με τις Destiny’s Child, πρωταγωνιστεί σε ταινίες κι έχει κερδίσει μεταξύ άλλων επτά Γκράμι και δύο αμερικανικά μουσικά βραβεία. Επίσης και δύο υποψηφιότητες για Χρυσές Σφαίρες. Φτάνουν;

| Δημήτρης Κανελλόπουλος


>>

ΠΟΝΤΙΚΙart 5-11.11.09

35/11

>Δυναμικοί εισβολείς Πιένες θα γνωρίσει το Gagarin από αύριο μέχρι και την Κυριακή. Καταρχάς Παρασκευή και Σάββατο θα δούμε live τους Sonics, ένα από τα συγκροτήματα-θρύλους του garage rock από τα 60s. Και στη συνέχεια, την Κυριακή, τη σκυτάλη παίρνει ο Πίτερ Μέρφι, ο Godfather of Goth, ο τραγουδιστής των Bauhaus, ενός δηλαδή από τα σημαίνοντα γκρουπ του dark punk. Το παρελθόν είναι εδώ όπως καταλαβαίνετε, τα ιστορικά γκρουπ βλέπουν καθαρά το κενό στη σύγχρονη δισκογραφική παραγωγή και... εισβάλλουν. Το κοινό δε, διψασμένο για καλή μουσική, τους υποδέχεται με θέρμη. Προβλέπεται κοσμοσυρροή επομένως. Σκεφτείτε πως οι Sonics είχαν προγραμματίσει στην αρχή μία μόνο συναυλία, αλλά λόγω της αυξημένης ζήτησης για εισιτήρια προστέθηκε μία ακόμα ημέρα. «Το ωραίο της υπόθεσης είναι που κάποιοι από τους θεατές προγραμματίζουν να έρθουν και τις δύο βραδιές», μας λένε από το Gagarin. Λογικό. Οι Sonics, οι οποίοι καταφθάνουν με την αρχική τους σύνθεση, εμφανίζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Και είναι ένα ακόμα από τα ονόματα-απωθημένα του εγχώριου κοινού. Ένα τους τραγούδι μόνο, το «Louie Louie», αρκεί για να προκληθεί ενθουσιασμός στα ακροατήρια. Μοναδική η ερμηνεία τους, αξεπέραστη. Αλλά και σε πολλά ακόμα δικά τους κομμάτια. Όπως τα «Psycho», «Strychnine», «Cinderella», «Boss Hoss» κ.ά. Ατελείωτη η λίστα. Τρομερά φωνητικά, fuzzαριστές κιθάρες και φυσικά ο χαρακτηριστικός τους ήχος από το σαξόφωνο. Και την Κυριακή έρχεται η στιγμή του Πίτερ Μέρφι. Άλλη σπουδαία μορφή της μουσικής αυτός. Επιλέγει να παίζει στις συναυλίες του κομμάτια των Bauhaus, αλλά και μερικά από τη σόλο καριέρα του. Μία ορίτζιναλ αναδρομή σε μία πορεία δεκαετιών. Διαβάζοντας το set list των συναυλιών του βλέπουμε πως παρουσιάζει και κάποιες ιδιαίτερες διασκευές. Τις λέει secret covers. Παραδείγματα; Το «Transmission» των Joy Division ή το «Instant Karma» του Τζον Λένον. Μου φαίνεται πως θα κατασκηνώσουμε στην οδό Λιοσίων το επόμενο τριήμερο.

| Δημήτρης Κανελλόπουλος Sonics

Αδελφοί Κοέν

Τατιάνα Λύγαρη

«Οι κότες το ’σκασαν»

>Η ταινία των πέντε ανδρών

> To διαφορετικό στο επίκεντρο

>Τα παιδιά και η Tate

Αυτή η ταινία αξίζει σίγουρα την αναμονή μας. Όχι για το διόλου ευκαταφρόνητο πρωταγωνιστικό τρίο (Τζεφ Μπρίτζες, Ματ Ντέιμον και Τζος Μπρόλιν), αλλά μάλλον για όλα τα υπόλοιπα. Τουτέστιν, οι αδελφοί Κοέν πραγματώνουν μια μεγάλη τους επιθυμία: διασκευάζουν το γουέστερν «Αληθινό θράσος». Βασισμένο στο μυθιστόρημα του Τσαρλς Πόρτις «True Grit», το έργο μεταφέρθηκε πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη το 1969. Ο Τζον Γουέιν είχε ερμηνεύσει τον μονόφθαλμο σερίφη Ρούμπεν Κόγκμπερν, έναν ρόλο που του χάρισε το Όσκαρ και μια θέση στο πάνθεον με τις οσκαρικές ατάκες – «αν το ήξερα θα είχα τυφλωθεί νωρίτερα» είπε αποδεχόμενος το αγαλματίδιο. Τον ρόλο του τώρα θα παίξει ο Τζεφ Μπρίτζες, παλιός γνώριμος των αδελφών Κοέν («Ο μεγάλος Λεμπόφσκι»). Και ο Μπρόλιν όμως έχει συνεργαστεί ξανά μαζί τους στο «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους». Ο μόνος καινούργιος της παρέας είναι ο Ντέιμον, ο οποίος θα υποδυθεί τον παρτενέρ του σερίφη, στην αναζήτηση ενός παράνομου που δολοφόνησε τον πατέρα μιας 14χρονης. Η παραγωγή, την οποία θα κάνει ο Σκοτ Ράντιν μαζί με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ, αναμένεται να αρχίσει την προσεχή άνοιξη.

Ηθοποιός, σκηνοθέτις, ιδρύτρια του θέατρου - χώρου τέχνης Το Τρένο στο Ρουφ και θεατρική παραγωγός, η Τατιάνα Λύγαρη συνεχίζει για 13η χρονιά τις καλλιτεχνικές της διαδρομές συνδυάζοντας το θέατρο με τη μουσική και τις γαστριμαργικές απολαύσεις. Φέτος ξεκινάει το θεατρικό της ταξίδι παρουσιάζοντας για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη βραβευμένη γαλλόφωνη Καναδή συγγραφέα Καρόλ Φρεσέτ με το έργο «Το κολιέ της Ελένης» (προγραμματισμένη πρεμιέρα: 5 Νοεμβρίου). Με διττό ρόλο, εκείνο του σκηνοθέτη και του πρωταγωνιστή, η Λύγαρη επιλέγει ένα κείμενο εξαιρετικά επίκαιρο. Γράφτηκε το 2001 στη Βηρυτό και η ιστορία του περιγράφει την καθημερινότητα της Μέσης Ανατολής, ενώ καλεί τον κόσμο του Βορρά και της Δύσης να ζουμάρει στη γοητεία των αντιθέσεων του Νότου και της Ανατολής. Η Ελένη, μία γυναίκα από τη Δύση, συμμετέχει σ’ ένα συνέδριο στη Μέση Ανατολή και χάνει ένα μικρό κολιέ με άσπρες πλαστικές πέρλες. Παρέα με τον Ναμπίλ, έναν ταξιτζή, ξεκινάει μία περιπετειώδη κούρσα αναζήτησης του αγαπημένου της κολιέ στους πολυσύχναστους και δαιδαλώδεις δρόμους της πόλης και μπλέκεται σε μία ευαίσθητη διαδρομή γνώσης και συνειδητοποίησης του διαφορετικού. Συμπρωταγωνιστούν: Βαγγέλης Ρόκκος, Ανατολή Αθανασιάδου. | Αγγελική Μπιλλίνη

Και ποιο παιδί δεν έχει φανταστεί τον εαυτό του σαν ήρωα ταινίας; Τώρα αυτό μπορεί να γίνει πραγματικότητα χάρη σε μια παιδική ταινία που ετοιμάζει η γκαλερί Tate. Για τις ανάγκες της οι υπεύθυνοι επιστράτευσαν κάποιους από τους καλύτερους του είδους, τους σχεδιαστές της βρετανικής εταιρείας παραγωγής κινουμένων σχεδίων Aardman. H εταιρεία έχει βραβευθεί με Όσκαρ και βρίσκεται πίσω από ταινίες όπως το «Οι κότες το ’σκασαν» και της σειράς «Γουάλας και Γκρόμιτ». Οι υπεύθυνοι της γκαλερί σκοπεύουν να κάνουν την ταινία τους εθνική υπόθεση, ενθαρρύνοντας κάθε παιδί της Βρετανίας να συμμετάσχει. Έτσι, θα μπορούν να προτείνουν χαρακτήρες, ιστορίες, ακόμη και σχέδια, και η ομάδα της Aardman να κάνει την τελική επιλογή και επιμέλεια. Η Tate από την άλλη θα συνεργαστεί με μουσεία και γκαλερί όλης της Βρετανίας, απ’ όπου τα παιδιά θα αντλούν την έμπνευσή τους. Όποιος πάλι δεν έχει πρόσβαση, θα μπορεί να ενημερώνεται από σχετικά μαθήματα που θα ενταχθούν στα σχολεία. Το φιλόδοξο σχέδιο των 3-4 εκατ. στερλινών θα χρηματοδοτήσει το κρατικό Legacy Trust. Η ταινία αναμένεται τέλη του 2011 με αρχές του 2012 και εντάσσεται στα παράλληλα προγράμματα που γίνονται με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012 στο Λονδίνο. | Ελίνα Μπέη

| Ελίνα Μπέη


12/36

Θ έατρο

Της Χαράς Αργυρίου

Ζωές κουβάρι Το «Τρίτο στεφάνι», αγαπημένο μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή, ζωντανεύει από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή

«

Φιλαρέτη Κομνηνού, Νένα Μεντή

Μ

ια γυναίκα ταυτίζεται με την ίδια την Ελλάδα. Όταν διαμαρτύρεται και κλαίει, διαμαρτύρεται και κλαίει η Ελλάδα. Κι εγώ ακριβώς αυτό ήθελα να κάνω, να βάλω την Ελλάδα να κλάψει, να κλάψω την Ελλάδα, να κλάψω με την Ελλάδα. Αλλά από την άλλη μεριά, δεν ήθελα και να περιοριστώ στο κλάμα. Ήθελα να τελειώσω με μια νότα αισιοδοξίας και κατάφασης, που κι αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό των Ελλήνων σαν φυλή και επιπλέον αισθητικά απαραίτητο. Αλλιώς, το "Τρίτο στεφάνι", ήδη αρκετά καταθλιπτικό, θα γινόταν μια θηλιά γύρω απ’ τον λαιμό του αναγνώστη. Οι γυναίκες, βλέπετε, είναι φορείς ζωής και γι’ αυτό από τη φύση τους είναι πιο ψύχραιμες και πιο πρακτικές από τους άντρες. Κλαίνε. Αλλά αφού κλάψουν καλά καλά, γυρίζουν στην καθημερινή ρουτίνα της πρακτικής αντιμετώπισης των προβλημάτων, που ’χουν δημιουργήσει οι άντρες με τη μεγαλοπραγμοσύνη τους. Υπάρχουν κι άλλοι λόγοι που ο αφηγητής είναι γυναίκα. Λόγου χάρη, μιλώντας με το στόμα μιας γυναίκας χωρίς να είμαι γυναίκα, αμφισβητούσα αυτόματα ορισμένες “αιώνιες” έννοιες – την έννοια άνδρας, ανδρισμός κ.λπ. Το “Τρίτο Στεφάνι” το πετυχαίνει αυτό με πολλούς και ύπουλους τρόπους…», έγραφε ο Κώστας Ταχτσής για το έργο του, σημείο αναφοράς για τη μεταπολεμική λογοτεχνία του τόπου και από τα πιο αγαπημένα μυθιστορήματα των αναγνωστών. Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου περνάει μπροστά από τα μάτια μας, μέσα από τις ζωές της Νίνας και της Εκάβης. Ο αγώνας τους για επιβίωση και για ένα καλύτερο αύριο, δοσμένος με τρυφερότητα, χιούμορ, αλλά και σκληρότητα, αντικατοπτρίζει την ελληνική πραγματικότητα της εποχής, με τις αντιφάσεις, τη δύσκολη μοίρα της, τη γοητεία και την ομορφιά της. Ένα πολύχρωμο μωσαϊκό ανθρώπινων ψυχών αποκαλύπτεται σε αυτήν την περιπλάνηση και ζωντανεύει από το Εθνικό Θέατρο, στη σκηνή του Κοτοπούλη-Ρεξ. Ο Σταμάτης Φασουλής καταθέτει την εμπειρία και την ικανότητά του για να το διασκευάσει (με τη συνεργασία του Θανάση Νιάρχου) και να το ζωντανέψει θεατρικά. Πώς κατάφερε ο σκηνοθέτης να τιθασεύσει αυτές τις 320 σελίδες κοφτερής, χυμώδους και αυθεντικής γραφής που δεν χαρίζεται σε κανέναν; «Αυτό ήταν και το δυσκολότερο κομμάτι, η διασκευή» εξηγεί. Ενδιαφέρθηκε για το «βάθος των πραγμάτων και των προσώπων». Είδε τη λύση στο να υπάρξει μια ουσιαστική αντιστοιχία με το μυθιστόρημα, δεν πρόσθεσε χαρακτήρες

και προσπάθησε να ακολουθήσει το «μαγικό κλειδί του έργου: τη γλώσσα. Η γλώσσα δεν είναι συγγραφική υπογραφή, είναι ανάλογα με το αίσθημα και τον χαρακτήρα που υποβάλλει η σκηνή. Το γλωσσικό ανακάτεμα, συχνά “διαστροφικό”, φτιάχνει ένα συναισθηματικό τοπίο πολύ πιο δυνατό από την ιστορία». Καθαρεύουσα, γαλλικά, αργκό, τύποι αρχαϊκοί, μέχρι και νεολογισμοί, καλιαρντά, αξάν και ντοπιολαλιές ανακατεύονται στις αφηγήσεις της Νίνας και της Εκάβης. Αυτή η πολυγλωσσία αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία δούλεψε ο σκηνοθέτης, παραδίδοντας μια παράσταση την οποία διατρέχουν πολλά και διαφορετικά είδη θεάτρου. «Θα ήθελα να προκαλέσει λαγαρό γέλιο και συγκίνηση. Μας είναι τόσο οικεία τα δεινά που αφηγούνται οι δύο γυναίκες» σχολιάζει. Το βιβλίο παραμένει εξίσου επίκαιρο σήμερα, αφού μέσα στις σελίδες του αποτυπώνει με τολμηρό τρόπο πολλά από τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Ωστόσο, «δεν θα δείτε στη σκηνή κουρελούδες. Δεν θα την αναπαραστήσουμε ηθογραφικά την Ελλάδα. Δεν ψάχνω για αντιστοιχίες στο τότε και στο σήμερα μέσα στο έργο. Θα ήθελα όμως να πάμε πίσω στον χρόνο και να δούμε πώς ζούσε τότε ο κόσμος. Σήμερα το έργο το βλέπω σαν ένα διαστημικό ταξίδι στο παρελθόν. Ένα ταξίδι επιστημονικής φαντασίας στο παρελθόν, για πράγματα που δεν ξέρουμε, που αγνοούμε». Για τον Σταμάτη Φασουλή το «Τρίτο στεφάνι» είναι ένα κείμενο που τον ακολουθεί σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Από το 1972, όταν το πρωτοδιάβασε, ενθουσιάστηκε, ενώ σφράγισε όλες του τις θεατρικές εκφράσεις. Ο ενθουσιασμός του εξακολουθεί να διαρκεί μέχρι σήμερα. Αλλά «δεν υπολόγισα μέσα στον ενθουσιασμό μου κάτι πάρα πολύ βασικό, ότι το έργο είναι δύο γυναικείοι μονόλογοι και πρέπει να γίνουν ογδόντα ρόλοι». Τελικά, 24 ηθοποιοί ενσαρκώνουν τους 35 ρόλους που κρύβονται στις σελίδες του έργου. «Το Τρίτο στεφάνι», διασκευή των Σταμάτη Φασουλή Θανάση Νιάρχου. Σκηνοθεσία: Σ. Φασουλής. Σκηνικά: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου. Κοστούμια: Ντένη Βαχλιώτη. Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου. Παίζουν: Νένα Μεντή, Φιλαρέτη Κομνηνού, Τάνια Τρύπη, Γ. Νταλιάνης, Γ. Στάνκογλου κ.ά. Εθνικό Θέατρο - Σκηνή Κοτοπούλη-Ρεξ. Προγραμματισμένη πρεμιέρα: 11 Νοεμβρίου.

i

Πορτρέτο νεοπλουτισμού και απληστίας

Τ

ο χιούμορ και οι κοφτές ματιές στην καθημερινότητα κυριαρχούν στο έργο του Αλεξάντρ Οστρόφσκι «Σε στενό οικογενειακό κύκλο», που διασκεύασε και σκηνοθετεί ο Νίκος Μαστοράκης, στο Θέατρο Βασιλάκου. Στο έργο περιγράφονται οι αγωνίες και οι προσπάθειες μιας οικογένειας στη Ρωσία προκειμένου να ανέλθει. Η απληστία, ο νεοπλουτισμός, η ανάγκη επίδειξης απεικονίζουν τον χαρακτήρα μιας τάξης που διαμορφώθηκε από επαρχιώτες κτηματίες, ασήμαντους ανώτερους υπαλλήλους, μικρούς εμπόρους, κουτσομπόληδες κατοίκους και μεροκαματιάρηδες. Τα πρόσωπα του έργου κινούνται γύρω από τα παραπάνω, καθώς και από το χρήμα, το πάθος της κατοχής και την απουσία αγάπης. Γι’ αυτό και η κωμωδία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα πορτρέτο της απληστίας και του νεοπλουτισμού που ταιριάζει στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία. Μια κωμωδία με πολύ μαύρο φινάλε, λεπτών αποχρώσεων, βασισμένη σε χιουμοριστικές παρατηρήσεις για τη ζωή των κατώτερων τάξεων, που χρονολογείται από το 1850. Οι καθημερινοί άνθρωποι και η ματαιοδοξία τους γίνονται πηγή έμπνευσης για έναν μεγάλο συγγραφέα, το έργο του οποίου σηματοδότησε το τέλος της αριστοκρατικής κωμωδίας

Ο Νίκος Μαστοράκης σκηνοθετεί μια κωμωδία λεπτών αποχρώσεων, βασισμένη σε χιουμοριστικές παρατηρήσεις για τη ζωή των κατώτερων τάξεων, που χρονολογείται από το 1850 και την αρχή του εκδημοκρατισμού της ρωσικής σκηνής. Στην εποχή του προκάλεσε σκάνδαλο και απαγορεύτηκε από την τσαρική λογοκρισία, γιατί σατίριζε σκληρά και «έθιγε» την ανερχόμενη και πανίσχυρη τότε τάξη των εμπόρων. Στο κείμενο απεικονίζεται γλαφυρά πώς ο άνθρωπος σχεδόν γελοιοποιείται μπροστά στις αξεπέραστες επιθυμίες του. Αφηγείται την ιστορία ενός πλούσιου εμπόρου που καταφεύγει σε διάφορες αλχημείες για να αποφύγει να επιστρέψει τις οφειλές του. Τα σχέδιά του θα γυρίσουν μπούμερανγκ, όταν θα στραφεί εναντίον του ο στενός οικογενειακός του κύκλος. Ο Μπαλσόφ είναι ένας πλούσιος έμπορος που σχεδιάζει να κηρύξει εικονική πτώχευση, για να μην πληρώσει τους πιστωτές του και να κερδίσει ένα μεγάλο ποσό. Για να το καταφέρει αυτό ζητά τη βοήθεια του υπαλλήλου του Ποτκαλίτσιν, στον οποίο σκοπεύει να μεταβιβάσει την περιουσία του και ο οποίος

Παύλος Χαϊκάλης, Ελένη Καστάνη δέχεται να συμμετάσχει στο κόλπο, αρκεί να παντρευτεί την κόρη του Μπαλσόφ. Η εξέλιξη είναι διαφορετική απ’ ό,τι υπολόγιζε ο εμπνευστής του σχεδίου, ο οποίος καταλήγει έρμαιο στο έλεος της κόρης και του γαμπρού του. Το έργο του Οστρόφσκι που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τους λογοτεχνικούς κύκλους της Μόσχας το 1847 που πρωτοπαρουσιάστηκε, καθιέρωσε τον συγγραφέα του, αν και τον οδήγησε σε παραίτηση από το κυβερνητικό του αξίωμα, εφόσον λογοκρίθηκε από την εξουσία της εποχής. Μετάφραση: Γ. Δεπάστας. Σκηνοθεσία - δημιουργική απόδοση: Ν. Μαστοράκης. Σκηνικά - κοστούμια: Εύα Μανιδάκη. Παίζουν: Π. Χαϊκάλης, Ελένη Καστάνη, Φ. Σπύρος, κ.ά. Θέατρο Βασιλάκου. Προγραμματισμένη πρεμιέρα 5 Νοεμβρίου.

i


Φωτογραφία

Του Δημήτρη Ρηγόπουλου

ΠΟΝΤΙΚΙart 5-11.11.09

37/13

Επάνω: Katarzyna Kludczynska, Δώρα Τσιμπουκλή Κάτω: Miroslaw Czerniak, Wei Bi

Όλα είναι δρόμος Το Αthens Photo Festival εγκαθίσταται στην Εσπλανάδα, στον Ολυμπιακό Πόλο Φαλήρου και παρουσιάζει 14 εκθέσεις, σε μια προσπάθεια να αποκτήσει την αναγνωρισιμότητα που του αξίζει το μεγάλο φωτογραφικό φεστιβάλ της πόλης

Ξ

εκίνησε το 1987 ως Διεθνής Μήνας Φωτογραφίας. Για πολλά χρόνια επιβίωνε στη σκιά της θεσσαλονικιώτικης φωτογραφικής συγκυρίας. Πέρυσι, μετονομάστηκε σε Athens Photo Festival κι έβαλε τις βάσεις για τη νέα εποχή του θεσμού. Φέτος, το Athens Photo Festival πάει ένα βήμα παραπέρα. Αποκτά έναν κεντρικό εκθεσιακό χώρο στην Εσπλανάδα, στον Ολυμπιακό Πόλο Φαλήρου, εκεί που αναπτύχθηκε ένα σημαντικό τμήμα της δεύτερης Μπιενάλε της Αθήνας το καλοκαίρι. Από τις 6 Νοεμβρίου, 14 εκθέσεις, μερικές από τις μεγαλύτερες παραγωγές της φετινής διοργάνωσης, θα υποδέχονται τους Αθηναίους στην Πλατεία Νερού, σε μια προσπάθεια το μεγάλο φωτογραφικό φεστιβάλ της πόλης να αποκτήσει την αναγνωρισιμότητα που του αξίζει. Ήταν μια απαραίτητη κίνηση. Τα προηγούμενα χρόνια οι Μήνες Φωτογραφίας ακολουθούσαν ένα μοντέλο διάχυσης μέσα στην πόλη. Πολλές από τις εκθέσεις στεγάζονταν σε καθιερωμένους καλλιτεχνικούς χώρους, με αποτέλεσμα ο επισκέπτης να μην μπορεί εύκολα να διακρίνει τη φυσιογνωμία του φεστιβάλ. Η πολυδιάσπαση είναι μια επιλογή που μας έρχεται από τη δεκαετία του ’80, όταν η φωτογραφία προσπαθούσε να διεκδικήσει την προσοχή του κοινού «καταλαμβάνοντας» –ειρηνικά, εννοείται– διαφορετικούς και ανομοιογενείς χώρους. Η έκθεση (φωτογραφίας) τελείωνε και ο εκάστοτε χώρος επέστρεφε στη ρουτίνα του. Η φωτογραφία «υπήρχε» μόνο μερικές μέρες τον χρόνο, λίγο σαν κομπάρσος. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει δραματικά. Η φωτογραφία έχει κατακτήσει κεντρική θέση στην πολιτιστική ζωή των πόλεων του κόσμου, τα εξειδικευμένα φεστιβάλ και τα μουσεία πολλαπλασιάζονται, ο διακοσμητικός της ρόλος έχει τελειώσει από καιρό – και στην Ελλάδα. Στη Θεσσαλονίκη έχουμε το Μουσείο Φωτογραφίας, ενώ στην Αθήνα πολύ καλή δουλειά γίνεται από τα Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη.

Οι δύο μεγαλύτερες ελληνικές πόλεις φιλοξενούν κάθε χρόνο σημαντικά διεθνή φωτογραφικά γεγονότα, σε μια απόδειξη ότι ο καλώς εννοούμενος ανταγωνισμός συνήθως είναι για καλό. Κάτι άλλο, που συμβαίνει επίσης για πρώτη φορά στο Athens Photo Festival, είναι η χρονική συρρίκνωση της διοργάνωσης. Το «άπλωμα» του Μήνα παλιότερα και του φεστιβάλ τώρα σε δύο ή τρεις μήνες αποδεικνύεται ζημιογόνο επικοινωνιακά. Η διάρκεια του κεντρικού εκθεσιακού προγράμματος περιορίζεται αυστηρά στον ένα μήνα, αν και οι δορυφορικές εκδηλώσεις έχουν αρχίσει από τις 22 Σεπτεμβρίου. Το πρόγραμμα της φετινής διοργάνωσης περιλαμβάνει ένα σύνολο 34 ατομικών και ομαδικών εκθέσεων και 17 πρότζεκτ βιντεοεγκαταστάσεων, με τη συμμετοχή 280 καλλιτεχνών από την Ελλάδα και τη διεθνή φωτογραφική σκηνή Photo Folio Review, ημερίδες φωτογραφίας, εκπαιδευτικά προγράμματα, διαλέξεις, διαγωνισμούς και άλλες παράλληλες δράσεις. Οι διοργανωτές δηλώνουν σε όλους τους τόνους ότι επιδίωξη του φετινού Athens Photo Festival ’09 είναι να διευρύνει την υπάρχουσα πλατφόρμα παρουσίασης της ετήσιας ελληνικής φωτογραφικής παραγωγής και προώθησής της στον διεθνή χώρο, με την ταυτόχρονη παρουσίαση των τάσεων της διεθνούς φωτογραφικής σκηνής και την ανάπτυξη επαφών και επικοινωνίας καλλιτεχνών, θεσμών και οργανισμών από διαφορετικές χώρες. Ο βασικός κορμός των εκθέσεων επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στη θεματική που πραγματεύεται η φετινή διοργάνωση, με τίτλο Crossroads. Το θεματικό εκθεσιακό πρόγραμμα της φετινής διοργάνωσης συνιστά το κομβικό σημείο, όπου τα σύνορα αίρονται και ετερόκλητα στοιχεία και τρόποι σκέψης διασταυρώνονται. Το παράλληλο πρόγραμμα Satellite= περιλαμβάνει εκθέσεις σε 20 γκαλερί και αίθουσες τέχνης της Αθήνας, στις οποίες συμμετέχουν καλλιτέχνες από την Ελλάδα και τη διεθνή φωτογραφική σκηνή, χω-

ρίς απαραίτητα το έργο τους να εντάσσεται στο θεματικό πλαίσιο της φετινής διοργάνωσης. Ο θεσμός της έκθεσης Νέοι Έλληνες Φωτογράφοι επιχειρεί από το 1987 να διευκολύνει την πρόσβαση νέων καλλιτεχνών στον εικαστικό χώρο και να αναδείξει το έργο τους στο ευρύτερο κοινό. Στο Φάληρο υπάρχουν πολλά και ενδιαφέροντα που σας περιμένουν από τις 6 Νοεμβρίου. Το Mutations II είναι η φετινή παραγωγή του Ευρωπαϊκού Μήνα Φωτογραφίας και το γεγονός ότι έρχεται στην Αθήνα αποτυπώνει την αναβαθμισμένη θέση της ελληνικής πρωτεύουσας στη διεθνή σκηνή της φωτογραφίας. Το Faces to Faces είχε προβληθεί τμηματικά στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Θεσσαλονίκης και στο Μουσείο Φωτογραφίας της συμπρωτεύουσας. Περιλαμβάνει βίντεο και φωτογραφία και τώρα έχουμε την ευκαιρία να το παρακολουθήσουμε όλο μαζί. Το Brave New World είναι εσωτερική παραγωγή του Athens Photo Festival και διερευνά λιγότερο φωτεινές πτυχές της καθημερινότητας. Το Indefinite είναι μια καινούργια ενότητα, μέσα από την οποία θα μας συστήνονται νέοι φωτογράφοι από την Ευρώπη. Το «Βάπτισμα του πυρός» από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Πόζναν. Και δεν τελειώνουμε εδώ (ολόκληρο το πρόγραμμα του φεστιβάλ στην ιστοσελίδα της διοργάνωσης στο www.hcp.gr). Εξίσου ενδιαφέροντα πράγματα και στο κέντρο της Αθήνας. Εκθέσεις ανοίγουν, εκθέσεις κλείνουν, ας ρίξουμε μια ματιά στο τι υπάρχει σε εξέλιξη αυτές τις μέρες: Τα «Polaroids» του Γιάννη Ψυχοπαίδη στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη (έως 21/11), η μεγάλη ομαδική «Πραγματικότητες και πιθανότητες» στην Xippas Gallery (έως τις 20/12), η «Πάρνηθα» του Έκτορα Δημισιάνου στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (έως 20/11), η διπλή έκθεση των Γεράσιμου Δομένικου και Σπύρου Στάβερη στο Lightroom (έως 14/11), το «Every Moment Counts» του Λάρι Φινκ στην Ελληνοαμερικανική Ένωση (έως 23/11).


14/38

Ν έες εκδόσεις

Του Ξενοφώντα Μπρουντζάκη [xenofob@gmail.com]

Nick Cave Ο θάνατος του Μπάνι Μανρό Μετάφραση: Αντώνης Καλοκύρης Εκδόσεις Τόπος Σελ. 238 Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Νικ Κέιβ απασχολεί τη λογοτεχνία. Στον «Θάνατο του Μπάνι Μανρό» επαληθεύεται για μια ακόμη φορά η έντονη ανάγκη τρυφερότητας που διαπερνά τη ζωή και τον τρόπο ζωής όλων εκείνων των –για διάφορους λόγους και αιτίες– εξοργισμένων ανθρώπων με το σύστημα, την κοινωνία, τον εαυτό τους, τον κόσμο ολόκληρο. Ο Μπάνι Μανρό είναι ένας τύπος που κατοικεί στη Νότια Αγγλία και γυρίζει από πόρτα σε πόρτα πουλώντας καλλυντικά και… έρωτα στις γυναίκες. Πίσω από μια επιθετική λογοτεχνία, η οποία στην προσπάθειά της να μας βάλει στην ατμόσφαιρα του ψυχισμού του ήρωα, αλλά και του δικού του κόσμου, αναγκάζεται να μας πει ότι «χώνει ένα τσιγάρο στο στόμα του και το λαμπαδιάζει με τον ζίπο», κρύβονται φοβισμένοι άνθρωποι, άνθρωποι σχεδόν απελπισμένοι, που δεν τα βρίσκουν με κανέναν, λες κι ο κόσμος φτιάχτηκε μόνο και μόνο για να τους τη σπάσει. Ο Μπάνι Μανρό, εκτός από την καύλα του, έχει να κουλαντρίσει και τον πρόωρο χαμό της γυναίκας του και την ευθύνη του εννιάχρονου γιου του. Σεξ, ποτά, ναρκωτικά, το γνωστό μοτίβο της απελπισίας και της παρακμής των μεγάλων καπιταλιστικών κέντρων, κυριαρχούν δίπλα στην ανθρωπιά, στον αγώνα και την αγωνία μιας προοπτικής ελπίδας. Στο βιβλίο αυτό καταγράφεται ο ανδρικός ψυχισμός στραπατσαρισμένος από την εικόνα που αντανακλάται πάνω σ’ ένα παιδί που πρέπει να φροντίσεις και να βοηθήσεις να ξεπεράσει τις δικές σου αγωνίες, τα δικά σου αδιέξοδα, τις δικές σου παραδοχές. Ωραίο ανάγνωσμα, που διαβάζεται άνετα και με αμείωτο ενδιαφέρον.

Marcel Gauchet Η άνοδος της Δημοκρατίας Η επανάσταση των Νεώτερων Χρόνων - τόμ. Α΄ Η κρίση του Νεοφιλελευθερισμού (1880-1914) - τόμ. Β΄ Μετάφραση: Αλέξανδρος Κιουπκιολής Εκδόσεις Πόλις Σελ. 456

Τζέραλντ Κλαρκ Καπότε Μια ζωή εν θερμώ Μετάφραση: Βασίλης Μανουσάκης Εκδόσεις Μεταίχμιο Σελ. 616 Ξεκινώντας την ανάγνωση της πολυσέλιδης αυτής βιογραφίας σχηματίζεις την εντύπωση ότι πρόκειται για μυθιστόρημα∙ ένα μυθιστόρημα που ξεσηκώνει στις σελίδες του μια νοσταλγία για έναν τόπο μακρινό που οι περισσότεροι από εμάς τον έχουμε βιώσει μέσα από τον κινηματογράφο. Μερικές φορές λοιπόν σκέφτομαι ότι η Αμερική είναι ο κινηματογράφος της και η καταπληκτική της λογοτεχνία, της οποίας, θα συμπλήρωνα, γνήσιος εκπρόσωπος υπήρξε ο Τρούμαν Καπότε, ένας μικροκαμωμένος άνθρωπος, με χαρακτηριστική παιδική φωνούλα που τον έκανε να δείχνει αλλόκοτος, πράγμα που ήταν αλήθεια, γιατί ο προικισμένος αυτός συγγραφέας υπήρξε ένα αλλόκοτο πλάσμα εντός και εκτός του εαυτού του. Η μυθιστορηματική του ζωή περιγράφεται με ακρίβεια, ωστόσο το βιβλίο που είναι βασισμένο σε εξοντωτικές λεπτομέρειες, ξεπερνά τα όρια της αυστηρής και πλήρους βιογραφίας, μιας και ο λόγος του ζωντανεύει το πρόσωπο, τα γεγονότα, την ίδια τη ζωή του, όπως αυτή κύλησε ανάμεσα σε χαρές και απογοητεύσεις, επιτυχίες και αποτυχίες. Ο Τρούμαν Καπότε έζησε το αμερικανικό όνειρο από νωρίς, όταν στα 23 του χρόνια κατάφερε να γίνει ένα περιζήτητο στην πατρίδα του πρόσωπο, με την έκδοση του πρώτου του κιόλας βιβλίου. Το «Οι άλλες φωνές», ένα βιβλίο για την ομοφυλοφιλία, του άνοιξε την πόρτα σε μια ζωή φανταχτερή, χαρίζοντάς του ένα εισιτήριο διαρκείας στην πολύχρυση και βουερή κοινωνία των κοσμικών, των πάρτι, του λεγόμενου διεθνούς τζετ σετ. Ακολουθώντας τα βήματα του συγγραφέα, ο βιογράφος του Τζέραλντ Κλαρκ μοιάζει να πιάνει τον συγγραφέα από το χεράκι της παιδικής του ηλικίας και να τον οδηγεί προς την ενηλικίωση, την καταξίωση, τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού του, παραδίδοντάς μας έναν Καπότε αληθινό στην κάθε του πτυχή και πάντα γοητευτικό μέσα από την άσκηση των παθών, των αδυναμιών και των αστραφτερών εκφάνσεων του ταλέντου του.

Όπως υποδεικνύεται και στα στοιχεία του τίτλου, ο τόμος αυτός χωρίζεται σε δυο μέρη, θα λέγαμε μάλιστα εκ των προτέρων με εξίσου ενδιαφέρον περιεχόμενο, και έρχεται σαν συνέχεια της «Απομάγευσης του κόσμου», ενός βιβλίου που είχε βασικό του θέμα την καθοριστική επίδραση της θρησκείας στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών. Η «Άνοδος της Δημοκρατίας» έρχεται σαν συνέχεια, για να εξετάσει τις πολιτικές και κοινωνικές μεταπτώσεις του εικοστού αιώνα υπό το πρίσμα της σχέσης που αναπτύχθηκε μεταξύ πολιτικής και θρησκείας. Ο αιώνας αυτός υπήρξε ο αιώνας των δημοκρατικών μεταπτώσεων. Στο

Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι Οι τελευταίες ημέρες του Καίσαρα Μετάφραση: Άμπυ Ραΐκου Εκδόσεις Ψυχογιός Σελ. 360 Κλασικός φιλόλογος, ο συγγραφέας μεταφράζει την αγάπη και τις γνώσεις του για την αρχαιότητα σε μια σειρά μυθιστορηματικών αποτυπώσεων της Ιστορίας. Στο βιβλίο αυτό ο Βαλέριο Μάσιμο μας μεταφέρει στις αρχές Μαρτίου του 44 π.Χ., όταν ο μεγάλος κατακτητής του τότε γνωστού κόσμου Ιούλιος Καίσαρας ήταν πενήντα έξι χρονών και τα σημάδια της ψυχοσωματικής του κούρασης ήταν πια εμφανή. Ο Καίσαρας είχε να αντιμετωπίσει μια σειρά μεγάλων προβλημάτων τα οποία ξεκινούσαν από το κλείσιμο των μετώπων του εμφυλίου πολέμου, που αποσάθρωνε τα θεμέλια της αυτοκρατορίας και έθετε σε κίνδυνο τον ρωμαϊκό πολιτισμό, αλλά και να ελέγξει το εσωτερικό κύμα δυσπιστίας απέναντί του, που είχε σαν αποτέλεσμα να εξυφαίνονται συνωμοσίες εναντίον του, καθώς είχε πλέον εμπεδωθεί η πεποίθηση ότι στο πρόσωπό του είχαν εξανεμιστεί οι ελευθερίες και τα ιδανικά της Δημοκρατίας. Ο Καίσαρας, μπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο, σκέφτηκε να ανοίξει ένα νέο πολεμικό μέτωπο εναντίον των Πάρθων, ώστε να στρέψει αλλού το ενοχλητικό ενδιαφέρον των αντιπάλων του. Ωστόσο, οι συνωμότες δεν επηρεάστηκαν από αυτόν τον πολιτικό ελιγμό του Καίσαρα και η συνωμοσία μπήκε σε εφαρμογή. Φαίνεται ότι το μοιραίο για τον μεγάλο στρατηλάτη είχε δρομολογηθεί και οι φιλότιμες προσπάθειες των πιστών του προσώπων θα έπεφταν στο κενό. Οι οιωνοί που προέβλεπαν το μοιραίο θα επαληθεύονταν και η ιστορία της Ρώμης θα άλλαζε ολοκληρωτικά κλείνοντας ένα μεγάλο κεφάλαιο. Πρόκειται για ένα ανάγνωσμα που συνδυάζει τις ιστορικές γνώσεις με την περιπέτεια.

πρώτο μέρος («Η επανάσταση των Νεώτερων Χρόνων») διερευνάται σε περίοδο τεσσάρων αιώνων (1500-1900) ο αγώνας των αναδυόμενων κοινωνιών για την κατάκτηση της αυτονομίας τους, αλλά και η σύγκρουση της κοσμικής εξουσίας με τη θρησκευτική. Αυτή η περιπέτεια απεξάρτησης από τη θρησκευτική παρουσία στην οργάνωση και διοίκηση της κοινωνίας δημιούργησε μια νέα επαναστατική δυναμική, που ανέδειξε την πολιτική, το δίκαιο και την ιστορία ως βασικές συνιστώσες που οδηγούν στην αυτοδιάθεση των κοινωνιών. Στον δεύτερο τόμο ερευνάται εξονυχιστικά η περίοδος 1880-1914, η οποία διαμόρφωσε

τις κατοπινές εξελίξεις του εικοστού αιώνα, με τις τραγωδίες αλλά και τα επιτεύγματά του. Την περίοδο αυτή μπαίνουν οι βάσεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας∙ δηλαδή το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά της καθολικής ψηφοφορίας, πράγμα που σπάει την αγκύλωση μιας ισχυρότατης ανελεύθερης παράδοσης. Η ανάδυση της εκλεγμένης κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης θα δημιουργήσει μια σειρά φαινομένων, τα οποία στις ακραίες τους εκδοχές θα προκαλέσουν παρεκτροπές, αλλά ταυτόχρονα θα συμβάλουν και στην εμπέδωση και σταθεροποίηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Dan Brown Χαμένο σύμβολο Μετάφραση: Χρήστος Καψάλης Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνης Σελ. 669 Και το βιβλίο αυτό ακολουθεί τα «χρυσά ίχνη » του «Κώδικα Ντα Βίντσι», κι απ’ ό,τι φαίνεται όχι άδικα, μιας κι ο συγγραφέας τους κάθε άλλο παρά τυχαίος είναι. Αμέτρητα παρόμοια βιβλία έχουν γραφτεί και γράφονται προσβλέποντας στη μεγάλη εκδοτική επιτυχία ως αυτοσκοπό. Ωστόσο, δεν λείπουν οι αρετές σε παρόμοια βιβλία και κυρίως σε αυτά του Νταν Μπράουν, ο οποίος ξέρει να αφηγείται μια ιστορία, πολύ δε περισσότερο έχει ένα βασικό πλεονέκτημα, το να ισορροπεί σχεδόν θαυμαστά ανάμεσα στα όρια των ακραίων επιστημονικών παραδοχών και των πραγματικών μυστηρίων που περιβάλλονται με την αχλύ του μεταφυσικού. Ο Μπράουν δεν παρεκκλίνει λοιπόν σε ακρότητες, παρά το γεγονός ότι κινείται στα άκρα! Στη νέα του παγκόσμια επιτυχία η πλοκή εκτυλίσσεται μέσα από ένα λαβύρινθο υπαρκτών κωδίκων, μυστικών και άγνωστων αληθειών. Η αφήγηση μας μεταφέρει στις μυστικές διαδρομές των υπογείων θαλάμων, των απόκρυφων στοών και ναών της Ουάσινγκτον, αρχής γενομένης από την ομιλία του Ρόμπερτ Λάνγκντον, ο οποίος είναι καθηγητής της συμβολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και καλείται αιφνίδια να δώσει μια διάλεξη στο κτίριο του αμερικανικού Καπιτωλίου. Ο καταιγιστικός ρυθμός της αφήγησης αρχίζει ευθύς αμέσως μετά την άφιξη του καθηγητή στο κτίριο του Καπιτωλίου. Ένα περίεργο αντικείμενο πέφτει στην αντίληψή του κι από κει αρχίζουν όλα να παίρνουν συνταρακτικές όσο και γοητευτικές διαστάσεις, κρατώντας στο μάξιμουμ το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέσα από μιαν εμπεδωμένη και κατακτημένη αφηγηματική άνεση.


CINE Π Ο ΝΤΙ ΚΙ

Του Γιώργου Ν. Κορωναίου

ΠΟΝΤΙΚΙart 5-11.11.09

39/15

μόνο που ακόμη κι ο καλύτερος ηθοποιός χρειάζεται ένα σενάριο με ένα μίνιμουμ ενδιαφέροντος προκειμένου να το αναδείξει. Με εξαίρεση μερικές σποραδικά αστείες σκηνές, το φιλμ κυλά δίχως τίποτα αξιοσημείωτο να συμβαίνει και, παρότι δεν είναι βαρετό, απέχει πολύ από το να ενθουσιάσει ακόμη και στο επίπεδο μιας κωμωδίας για θεατές δίχως ιδιαίτερες απαιτήσεις. Σκηνοθεσία: Πίτερ Μπιλίνγκσλεϊ. Πρωταγωνιστούν: Βινς Βον, Τζον Φαβρό κ.ά. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 113΄

Η εβδομάδα που διανύουμε, αποδεικνύει ότι το hype δεν είναι το παν. Από την άλλη, με τις ελληνικές ταινίες οι οποίες δεν συμμετέχουν στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης (όλες δηλαδή που αξίζουν τον κόπο), ξεκαθαρίζεται ότι το νέο ρεύμα του ελληνικού σινεμά έχει λόγο ύπαρξης και ουσία που δεν αναλίσκεται στο hype…

Οι άντρες που κοιτούν επίμονα κατσίκες

«Αντικαταστάτες»

Μεταφυσική δραστηριότητα

Αντικαταστάτες

Έχοντας ήδη αποκτήσει τη φήμη της πιο τρομακτικής ταινίας της χρονιάς, χάρη σε ένα έξυπνο μάρκετινγκ που κατόρθωσε να μεταμορφώσει μια εξαιρετικά χαμηλού προϋπολογισμού παραγωγή σε μεταμεσονύκτιο φαινόμενο το οποίο άλωσε θριαμβευτικά το mainstream, η «Μεταφυσική δραστηριότητα» φτάνει στις αίθουσες κινδυνεύοντας να πέσει θύμα του ίδιου του hype. Έχοντας στοιχίσει μόλις 10.000 δολάρια, το φιλμ του Όρεν Πέλι χρησιμοποιεί όλες τις ατέλειες και τις αδυναμίες του υπέρ του, θέλοντας να πλασαριστεί σαν τα home movies ενός ζευγαριού του οποίου το σπίτι είναι στοιχειωμένο από ένα πνεύμα που ακολουθεί την κοπέλα από τα δεκατρία της χρόνια. Το φιλμ ξεκινά δηλώνοντας πως όλα όσα πρόκειται να δούμε στη συνέχεια βρέθηκαν στο αρχείο του αστυνομικού τμήματος του Σαν Ντιέγκο, και πράγματι ξεκινά δίχως να μας συστήσει τους πρωταγωνιστές και καταγράφοντας μόνο όσα η κάμερα του Μίκα «βλέπει» στη διάρκεια του φιλμ. Μια κάμερα που αγόρασε θέλοντας να ανακαλύψουν τι ακριβώς συμβαίνει στο δωμάτιό τους όσο αυτοί κοιμούνται. Έτσι, την τοποθετούν μπροστά από το κρεβάτι τους και σε όλη τη διάρκεια του φιλμ παρακολουθούμε όσα συλλαμβάνει στη διάρκεια της νύχτας. Η εικόνα μπορεί να μοιάζει με κάτι που θα βλέπατε σε οποιοδήποτε βίντεο του ΥouΤube – και για αρκετή ώρα τίποτα αληθινά τρομακτικό δεν συμβαίνει, όμως σύντομα οι πόρτες αρχίζουν να τρίζουν και να κλείνουν από μόνες τους, τα σεντόνια να κινούνται και η δράση του κακόβουλου πνεύματος να αυξάνεται σε ένταση και συχνότητα. Οι στιγμές αυτές είναι συχνά ανατριχιαστικές, μια που η αληθοφάνεια του κακογυρισμένου βίντεο δείχνει να λειτουργεί, όμως ανάμεσά τους μεσολαβούν αρκετές βαρετές σκηνές. Μέχρι το τέλος το φιλμ επιφυλάσσει μερικά έξυπνα σοκ, όμως στην πραγματικότητα η ιδέα δεν είναι ούτε τόσο έξυπνη ούτε όσο πρωτότυπη προσπαθεί να μας πείσει ότι είναι. Από το «Blair Witch Project» μέχρι το «REC» και το «Cloverfield», μια σειρά από άλλες ταινίες έχουν χρησιμοποιήσει τις ίδιες τεχνικές και ανάλογα σκηνοθετικά κόλπα για να μας τρομάξουν και μάλιστα πιο πετυχημένα. Η μόνη διαφορά ανάμεσά τους είναι ότι η «Μεταφυσική δραστηριότητα» φέρνει τον τρόμο κυριολεκτικά στην κρεβατοκάμαρά μας. Σκηνοθεσία: Όρεν Πέλι. Πρωταγωνιστούν: Κέιτι Φέδερστον, Μίκα Σλόατ, Μάικλ Μπαγιούθ. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 96΄

Βασισμένο σε ένα κόμικς, αλλά έχοντας μια αναμφίβολα έξυπνη ιδέα που στηρίζει τη γυαλιστερή επιστημονική φαντασία του, το φιλμ του Τζόναθαν Μόστοου αν μη τι άλλο πείθει ότι το σενάριό του θα μπορούσε να είναι βγαλμένο από ένα κοντινό μέλλον. Ο κόσμος που περιγράφει μοιάζει πολύ με τον δικό μας, με μια σημαντική διαφορά: σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που τον κατοικούν είναι κλεισμένοι στα σπίτια τους, καλωδιωμένοι σε μια καρέκλα που τους επιτρέπει να ελέγχουν και να νιώθουν μέσω ανθρωπόμορφων ρομπότ, των Αντικαταστατών τους, που μπορούν να κάνουν τα πάντα γι’ αυτούς και μάλιστα καλύτερα. Σε μια εποχή που οι περισσότεροι από εμάς επικοινωνούμε και κοινωνικοποιούμαστε μέσω των υπολογιστών μας, η υπόθεση του σεναρίου δεν φαίνεται τόσο εξωφρενική. Κι αν τα παραπάνω ακούγονται ενδιαφέροντα, ειδικά σε όσους είναι φοβικοί απέναντι στις μηχανές, μην ανησυχείτε, οι «Αντικαταστάτες» δεν σκοπεύουν να γίνουν η αγαπημένη ταινία κάθε λουδίττη, αλλά τίποτα περισσότερο από ένα θρίλερ επιστημονικής φαντασίας που ξεκινά όταν ένας Αντικαταστάτης πέφτει νεκρός σκοτώνοντας ταυτόχρονα τον χειριστή του, κάτι που υποτίθεται ότι είναι αδύνατον να συμβεί. Ένας ντετέκτιβ της αστυνομίας θα αναλάβει να διερευνήσει την υπόθεση που θα οδηγήσει στην αποκάλυψη μιας σκοτεινής αλήθειας, αλλά που ταυτόχρονα θα σπρώξει στο περιθώριο τις όποιες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις μπορούσε να κάνει το φιλμ για τη σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία, προκειμένου να παραδώσει μία όχι αδιάφορη αλλά σίγουρα συμβατική sci fi ταινία δράσης. Σκηνοθεσία: Τζόναθαν Μόστοου. Πρωταγωνιστούν: Μπρους Γουίλις, Ρέιντα Μπίτσελ κ.ά. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 88΄

Ζευγάρια στα βαθιά Με ένα μάλλον αδιάφορο σενάριο, αλλά κάμποσες εβδομάδες γυρισμάτων σε ένα εξωτικό θέρετρο στην Μπόρα Μπόρα δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις τους λόγους που έκαναν τους πρωταγωνιστές αυτής της άνευρης κωμωδίας να πουν το ναι. Η ιστορία τεσσάρων ζευγαριών –που το καθένα αντιμετωπίζει μια σειρά από προβλήματα και που αποφασίζουν να περάσουν μαζί μια εβδο��άδα σε ένα new age ησυχαστήριο προκειμένου να δουλέψουν πάνω στη διάσωση του γάμου τους– ξεκινά ως μια

μάλλον ενδιαφέρουσα ιδέα, που όμως δεν καταφέρνει να βρει ποτέ έναν ικανοποιητικό ρυθμό ούτε περιέχει όσα αστεία θα χρειαζόταν για να γίνει μια αληθινά απολαυστική κωμωδία. Αντίθετα, δείχνει να βασίζεται στους ικανούς πρωταγωνιστές του, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν ήδη αποδείξει τη χημεία τους σε προηγούμενες συνεργασίες,

Βασισμένο υποτίθεται σε αληθινά γεγονότα που κατέγραψε στο βιβλίο του ο Τζον Ρόνσον σχετικά με τις ιδιαίτερες μεθόδους τις οποίες χρησιμοποιούν οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες για να καταπολεμήσουν την τρομοκρατία (ανάμεσά τους άντρες που μπορούν να σκοτώσουν ζώα κοιτάζοντάς τα επίμονα), το φιλμ του Γκραντ Χέσλοβ χτίζει πάνω τους μια ενδιαφέρουσα αντιμιλιταριστική σάτιρα που ξεκινά από τον Πόλεμο του Κόλπου και γυρίζει πίσω στη δεκαετία του ’80. Με ένα θαυμάσιο καστ και προθέσεις που θυμίζουν μια σειρά ταινιών από το «Dr Strangelove» μέχρι το «Three Kings», το φιλμ είναι αξιοπρόσεκτο και διαφορετικό, φέρνοντας στον νου τις λιγάκι λοξές κωμωδίες των αδελφών Κοέν. Σκηνοθεσία: Γκραντ Χέσλοβ. Πρωταγωνιστούν: Τζορτζ Kλούνεϊ, Τζεφ Μπρίτζες, Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Κέβιν Σπέισι, Ρόμπερτ Πάτρικ Χώρα: ΗΠΑ Διάρκεια: 93΄


16/40

ΣΥΝ ΠΛΗΝ

+

Στον Γιώργο Κιμούλη, ο οποίος σαν Άντριου Γουάικ στο «Σλουθ» του Άντονι Σάφερ καταφέρνει να μην προδίδει τον ηθοποιό που όλοι γνωρίζουμε επί σκηνής: οι γνωστές γκριμάτσες, το ίδιο ύφος, το ίδιο πλατάγισμα της γλώσσας, των χειλιών, η ίδια εκφορά του λόγου, μερικές φορές και οι ίδιες ατάκες (που ως δια μαγείας «κουμπώνουν» σε ό,τι έργο παίξει). Αλλάζει ο τίτλος του έργου και η… κορνίζα. Όλο το υπόλοιπο, όπως το ξέραμε και το αγαπήσαμε. Τελικά, μήπως ο Γιώργος Κιμούλης είναι ρόλος και δη πασπαρτού;

+

Στον Γιώργο Κιμούλη και τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, οι οποίοι στο «Σλουθ» του Άντονι Σάφερ προσπαθούν να ζωντανέψουν επί σκηνής ένα απολαυστικό δίδυμο, καταβάλλοντας φιλότιμες προσπάθειες. Υπογράφοντας τη διασκευή και τη σκηνοθεσία της παράστασης έφεραν το έργο όσο πιο κοντά μπορούσαν στους ίδιους, θέτοντας τους εαυτούς τους πρωταγωνιστές (ιδιαίτερα ο Κιμούλης) κι όχι τους ήρωες του Σάφερ. Pa mal!

+

Στους Γιώργο Κιμούλη και Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη για την επιλογή να ακουστεί το τραγούδι με τη φωνή του Δημήτρη Χορν (για λίγο) στην έναρξη του δεύτερου μέρους στο «Σλουθ». Δευτερόλεπτα. Αλλά υπέροχα!

+

Στον Γιώργο Κιμούλη που κατάφερε να κάνει ρόλο στοιχεία του χαρακτήρα του. Και όχι μόνο. Αφίσες από παλαιότερες παραστάσεις του κυριαρχούν στο σκηνικό, ενώ είδαμε και βίντεο από παλαιότερους ρόλους του (Λιρ και Μάκβεθ) σαν μια… ρετροσπεκτίβα Κιμούλη. Όχι, το έργο εξακολουθεί να τιτλοφορείται «Σλουθ».

+

Στην Ελένη Μανωλοπούλου για το σκηνικό της στα «Κορίτσια ημερολογίου». Ένα τεράστιο ημερολόγιο, που πάνω του συμβαίνει η δράση του έργου, με χρώματα, με τις σελίδες να γυρίζουν και ο χρόνος να κυλά. Ωραία ιδέα, λειτουργική, πρωτότυπη και καλαίσθητη.

+

Fog Films ονομάζουν οι «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη» την εβδομάδα των προβολών που οργανώνουν από σήμερα στην Έλλη της οδού Ακαδημίας. Τονίζουν ότι δεν είναι αντι-φεστιβάλ, αλλά απλώς μια ευκαιρία να προβληθούν οι ταινίες που δεν θα πάνε στη Θεσσαλονίκη, μια που οι δημιουργοί τους ζητούν

επιμόνως και με μοναδικό μοχλό άσκησης πίεσης τις ταινίες τους ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο για το ελληνικό σινεμά. Στην Έλλη, την οποία οφείλετε να επισκεφθείτε αυτή την εβδομάδα, θα έχετε την ευκαιρία να ανακαλύψετε πως αν η ομίχλη που σκεπάζει τον εγχώριο κινηματογραφικό χώρο καθαρίσει ποτέ, τότε αυτό θα γίνει με θαρραλέες κινήσεις σαν αυτή και με ταινίες όπως αρκετές απ’ όσες θα προβληθούν στο εξαιρετικό αυτό «μη φεστιβάλ».

+

Στον παραδοσιακό τυπογράφο Νίκο Βοζίκη και σε όσους επιγόνους του Γουτεμβέργιου δίνουν μάχες οπισθοφυλακής, υπερασπιζόμενοι τα λάβαρα της παραδοσιακής τυπογραφίας. Το νέο ποίημα του Γιώργου Βέλτσου «Σχέδιο για Ηλέκτρα» θα κυκλοφορήσει σε μία έκδοση τέχνης, η οποία θα συνοδεύεται από εφτά εικόνες κι ένα σχέδιο του εικαστικού Χρόνη Μπότσογλου. Ο Νίκος Βοζίκης στοιχειοθέτησε στο χέρι, ψηφίδα την ψηφίδα, και τύπωσε γύρω στα 525 αντίτυπα του βιβλίου, στις εκδόσεις Διάττων, στα Εξάρχεια.

+

Στη Δήμητρα Γαλάνη, η οποία έκανε την πιο… αντιεξουσιαστική δήλωση των ημερών. «Θέλω να ξεχάσω ή και να σβήσω τελείως από τη μνήμη μου ό,τι έχω υποστεί ως πολίτης αυτής της χώρας, από την κακογουστιά, την αθλιότητα, το ψέμα, τη διγλωσσία, τον λαϊκισμό και την απονιά που χαρακτηρίζουν, ως επί το πλείστον, την εκάστοτε εξουσία», είπε. Οργή, σε εποχές που την οργή επιχειρούν να τη μονοπωλήσουν τα καλάσνικοφ μέσα στο σκοτάδι.

+

Ονομάζεται Lumiere Brother, αν και για τους περισσότερους θα γίνει αδίκως γνωστός ως «ο αδελφός της Monika». Αδίκως, γιατί ο Βασίλης Χριστοδούλου, όπως είναι το αληθινό του όνομα, έπαιζε μουσική πολύ πριν η μικρή του αδελφή πιάσει κιθάρα στα χέρια της και κυρίως διότι το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ «Fiction» δεν χρειάζεται καμιά τέτοια σύσταση για να σε κερδίσει. Η όμορφη καλοδουλεμένη και κομψή ποπ του δείχνει ότι το ταλέντο κυλά άφθονο στην οικογένεια Χριστοδούλου και ότι είναι ικανό να κάνει τον Lumiere Brother κάτι παραπάνω από Monika's Brother.

+

Η Αρλέτα και το πολιτισμικό της σύμπαν, το οποίο μεταφέρει στο εισαγωγικό σημείωμα του νέου της cd «Και πάλι χαίρετε!». Γράφει λοιπόν: «Αν δεν είναι του γούστου σας (αυτό το cd), πετάξτε το γρήγορα στα περιστέρια. Αν είναι, θα χαρώ χαρά μεγάλη η νεκραναστημένη».

Στις Υρώ Μανέ και Καίτη Κωνσταντίνου, ένα «Αταίριαστο ζευγάρι» στη σκηνή, αλλά τόσο ταιριαστό και προβλέψιμο στους υποκριτικούς του κώδικες. Δεν είμαστε εναντίον της μανιέρας –την οποία οι δύο πρωταγωνίστριες έχουν παντιέρα–, όταν αυτή γίνεται τέχνη. Εναντίον του κενού και επίπεδου παιξίματος είμαστε, της φωνής και της τσιρίδας, του «ποια κάμερα με παίρνει τώρα», αυτής της «σχολής θεάτρου» που έχει ξεχάσει ότι παίζει στη σκηνή κι όχι σε τηλεοπτικό πλατό.

Στους Αλέξανδρο Ρήγα - Δημήτρη Αποστόλου γιατί θεωρούν ότι το θέατρο είναι τηλεόραση κι ότι με μια έξυπνη ατάκα στήνεται σκηνή. Αμ, δε! Για να μην τους αδικούμε πάντως, στο «Αταίριαστο ζευγάρι», εκτός από την υπερβολική υστερία-σήμα κατατεθέν τους, υπάρχει το αναγνωρίσιμο χιούμορ τους, το έξυπνα «λοξό», ισορροπημένα γλυκόπικρο και αρκούντως γοητευτικό.

Στον Κοραή Δαμάτη για τα «Ορφανά» του Λάιλ Κέσλερ, που σκηνοθέτησε στο Αγγέλων Βήμα. Σχηματικοί ρόλοι μέσα από κλισέ, συναισθηματισμός και μελόδραμα, ρεαλισμός με ολίγη τρυφεράδα, μια συνταγή τόσο παλιά και ξεπερασμένη σε ένα έργο που αν και «γερασμένο» δείχνει ότι θα μπορούσε να φρεσκαριστεί, ιδιαίτερα αν το «διάβαζε» κανείς μέσα από το έντονο ψυχολογικό του υπόβαθρο.

Στον Θοδωρή Πετρόπουλο γι’ αυτή την τηλεοπτική εμμονή στις διασκευές του, που πήρε… μπάλα και τα «Κορίτσια ημερολογίου». Ως τηλεοπτικό σενάριο μια χαρά θα ήταν. Αλλά ως θεατρικό έργο έμπαζε. Καρικατούρες για ρόλοι, εκτός πια εάν ούτε μία από τις πρωταγωνίστριες (πλην της Μαρίας Κατσιαδάκη, που κι αυτή πολύ υποτονική ήταν) δεν μπορούσε να υποστηρίξει έναν χαρακτήρα στη σκηνή. Κι ύστερα η γνωστή συνταγή: λίγο χιούμορ (κορυφαία σκηνή του έργου αυτή της φωτογράφησης), λίγη τρυφερότητα, κάτι από μελό και το απαραίτητο δραματάκι. Πολυχρησιμοποιημένη και κοινότοπη.

Στη Βάνα Πεφάνη, η οποία ενώ ανακατεύεται σαν κρουτονάκι στη μεγάλη χύτρα των τηλεοπτικών σίριαλ, επιμένει να βλέπει οράματα περί θεατρικής ποιότητος. Στο ερώτημα «Ιδανικά, ως ηθοποιός,

τι ονειρεύεστε;» απαντά: «Να υπάρξω με ανθρώπους που να μπορούμε να συνεννοηθούμε σε μια ομάδα, έχοντας πορεία κοινή πολλών χρόνων. Να κάνουμε πράγματα όχι από το ένα θέατρο στο άλλο, αλλά πράγματα που μας αρέσουν και δεν αφορούν το ταμείο ή την εμπορικότητα». Αυτά δεν τα ονειρεύεσαι δημοσίως. Ή τα επιχειρείς ή… άσ’ τα καλύτερα.

Στον Πέτρο Φυσσούν, δεδηλωμένο νοσταλγό του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος πάντα βρίσκει λίγο χρόνο να ασχολείται και με το σήμερα. Σήμερα, λοιπόν, διαπιστώνει ότι «κάποια ξένα κέντρα, επειδή ο πολιτισμός μας είναι σπουδαίος, του επιτίθενται. Η παγκοσμιοποίηση μισεί την Ελλάδα, μισεί τον πολιτισμό της, θέλει να εξαλείψει την Ιστορία της και να υποβιβάσει τη διαφορετικότητά της». Τόση ακροδεξιά συνωμοσιολογία για την ξεχασμένη ευρωπαϊκή μας επαρχία;

Στην Kατερίνα Παπουτσάκη, η οποία δείχνει να έχει γεννηθεί υπερθετική, αισιόδοξη, χωρίς τους νταλκάδες της επαφής με την πραγματικότητα. «Θα ξαναέπαιζα την Αλίκη με μεγάλη χαρά!» επιμένει. Κι ας είχαν διαφορετική γνώμη σύσσωμοι οι τηλεθεατές, οι τηλεκριτικοί, οι καναλάρχες που παρήγγειλαν το σίριαλ, πολλοί από τους συντελεστές, καθώς και όλα τα ανάλγητα μηχανάκια της AGB. Είναι να μην πατήσεις με τη μία την κορυφή (σου).

Η ανεκδιήγητη εκπομπή του Σκάι «I Love GR». Να πολεμούν η Σύμη με τα Σύβοτα σαν να πρόκειται για ντέρμπι Ολυμπιακός - Παναθηναϊκός. Ποδοσφαιρική φανατίλα, μεταμφιεσμένη σε εκπομπή, τάχα μου, για τις ομορφιές και το κάλλος της Ελλάδας. Ο τηλελαϊκισμός με ένδυμα σοβαρότητας. Όσο για τους παρουσιαστές (Επιστήμη Μπινάζη, Κωστή Ζαφειράκη και Γιώργο Φραντζεσκάκη), βλέποντάς τους καταλαβαίνεις ένα πράγμα, πόσο ξεγυμνώνει το γυαλί ανθρώπους που δεν είναι κατάλληλοι για έκθεσ�� σε αυτό.

Η νέα σειρά της Μυρτώς Κοντοβά θέλει να γίνει «Παρά πέντε» αλλά δεν μπορεί – αυτό είναι φανερό από το σενάριο. Κολλημένα στο 20% τα νούμερα της τηλεθέασης. Φταίει που ο κόσμος ξεχωρίζει το αυθόρμητο από το επιτηδευμένο.

«Και πάνω απ’ όλα, ευχαριστώ βαθιά τον εαυτό μου και τη μουσική» γράφει η Θεοδοσία Τσάτσου στο εισαγωγικό σημείωμα του νέου της cd. Τέτοια μετριοφροσύνη, ούτε οι Λουδοβίκοι στις Βερσαλλίες...

art

ΠΟΝΤΙΚΙ


Pontiki Art 129