Skip to main content

Εκκρεμές 2014

Page 1

1


ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ

ΕΞΩΦΥΛΛΟ - ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Κατερίνα Διαμαντοπούλου Γ1 Καλλιόπη Δικαίου ΙΒ2 Θεοδώρα Κατσανούλη ΙΒ2 Ανδροκλής Κεβρεκίδης ΙΒ2 Νεφέλη Παπαγιαννοπούλου Α5 Θάνος Παπαδούδης Γ2 Μαρία Ραβαζούλα ΙΒ1 Μαρίσσα Σούρα Γ2 Ανδριάνα Σταμπολή Α1 Κλειώ Τρούγκου Α1 Μαντώ Χουλιάρα Α5 Μιχαέλλα Χριστοδουλάκη ΙΒ2

2

Μιράντα Αποστολάκου ΙΒ1

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ Όμιλος Φωτογραφίας Λυκείου Νικολέτα Αγαθοκλέους ΙΒ1 Ειρήνη Γεωργαντζή Α3 Αλέξης Γκολφινόπουλος Β4 Κατερίνα Ηλιοπούλου ΙΒ2 Δωριλένια Λιαγουροπούλου Γ1 Μάριος Μώρος Α1 Ζένια Πέτσα Α5 Μαρία Ραβαζούλα ΙΒ1 Γιώργος Στεργιόπουλος Β2 Ειρήνη Φυτίλη Β3

ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ - ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ

ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ

Νίκος Αντερριώτης

Μαρίνα Σταμπολή


EDITORIAL Με χαρά ξεκινήσαμε και φέτος την προετοιμασία του περιοδικού μας. Η Συντακτική Ομάδα δημιουργήθηκε το Νοέμβριο και όλοι αρχίσαμε να σκεφτόμαστε τι θα κάνουμε αυτή τη χρονιά. Θέματα προτάθηκαν πολλά. Η αλλαγή και η επανάσταση επικράτησαν. Όπως ήθελε και μπορούσε ο καθένας να τις δει. Συζητήσεις, ερωτήσεις, ιδέες. Να συναντήσουμε την Άλκη Ζέη, τον Δημήτρη Λιγνάδη. Να δημιουργήσουμε και μία στήλη, όπου θα συναντιούνται οι απόφοιτοι του Σχολείου μας. Να γράψουμε ποιήματα, διηγήματα, ιστορίες. Και κάπως έτσι φτάσαμε ως εδώ. Καλή σας ανάγνωση και καλό καλοκαίρι!

Εκκρεμές - Συντακτική Ομάδα Ιούνιος 2014

ΠΕΡΙΕΧΟ ΜΕΝΑ

1. Ό,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΩ....................................................................................................... 4

Η Συνάντηση Όλοι κάτι γυρεύουν να βρουν Ο Δράκος Όμιλος Εφ. Κοινωνιολογίας - Unesco Χάσμα γενεών ή αναμενόμενες διαφορές; Τσατουράγκα Το Σαββατόβραδο! Αντέχετε ένα 24ωρο χωρίς διαδίκτυο / μέσα κοινωνικής δικτύωσης;

2. ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ............................................................................................................................... 14

Gender... X Επιθύμησε και μη(,) μπορείς Επανάσταση... Η επανάστασή τους Όταν η αγάπη ανέλαβε το θρόνο Κάθετη γραμμή Ο επαναστάτης Η επανάσταση της καθημερινότητας

3. ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ................................................................................................. 22

[Τίτλος] Φόνος από παρεξήγηση

4. ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ............................................................................................................................... 26

Το παραμύθι της ζωής της Άλκης Ζέη Δημήτρης Λιγνάδης

5. ΠΙΣΩ ΣΤΑ ΘΡΑΝΙΑ...................................................................................................................... 32

Πέτρος Κασιμάτης ‘77 Έμιλυ Λουΐζου ‘13

6. ΘΕΑΤΡΟ........................................................................................................................................ 36

Φάουστ Ο Πουπουλένιος Ο έμπορος της Βενετίας Cats Ο δρόμος περνά από μέσα

3


Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΩ

4


Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΩ

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ... Έτρεμε ολόκληρη όταν έσπρωξε την πόρτα ήρεμα, προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία της. Ήταν από αυτές τις κοπέλες που θα συγχωρούσαν τα πάντα γιατί πίστευαν σε κάτι. Από αυτές, που δεν ξέρανε ακριβώς σε τι να πιστέψουν, αλλά έπρεπε να έχουν μία έννοια να τους δίνει δύναμη, οπότε άρπαζαν ό,τι έβρισκαν, το έκαναν δικό τους και το θεοποιούσαν. Πίστευαν σε όλα, εκτός από τον εαυτό τους. Κοίταξε διστακτικά προς το μέρος του, πήρε μια βαθειά, αποφασιστική ανάσα και προχώρησε προς τα εκεί. Τον είχα προσέξει αυτόν τον άνδρα. Σίγουρος για τον εαυτό του, περήφανος για το μέλλον του, επιφυλακτικός με το παρελθόν του. Διάβαζε την εφημερίδα χωρίς να δίνει σημασία στις λέξεις, κοιτούσε την εικόνα χωρίς να δίνει σημασία στα χρώματα και έπινε τον καφέ του -τόσο επιδεικτικά- χωρίς να δίνει σημασία στη γεύση. Ήταν από αυτούς που έδινε σημασία μόνο σε ό,τι έπρεπε, όχι σε ό,τι άξιζε. Αυτή ψέλλισε ένα “συγγνώμη;” και τον ακούμπησε νοσταλγικά στον ώμο. Αυτός άφησε τον καφέ κάτω, σχεδόν πέταξε την εφημερίδα και την κοίταξε. Κάτι είπε χαμογελαστά, αλλά δεν άκουσα. Καθίσανε, μιλήσανε, θυμηθήκανε. Ξαναφτιάχναν, πλάθαν το παρελθόν όπως θέλανε, όπως έπρεπε να είναι, επιλέγοντας και οι δύο να ξεχάσουν κάποια πράγματα. Όταν κάποιος δεν συμφωνούσε με τον άλλο, έσφιγγε τη γροθιά του και με μία ματιά υπογραφόταν το συμβόλαιο της σιωπής. Θα έλεγα ότι πείστηκαν από τα παραμύθια που φτιάχνανε οι ίδιοι, αλλάζοντας το ρου της ιστορίας, βάζοντας άλλους ήρωες, μετατρέποντας τα εμπόδια, ανακαλύπτοντας θησαυρούς. Νομίζω διασκέδαζαν με το ψέμα τους. Εκείνο χώθηκε τόσο βαθειά στο μυαλό τους που τύλιξε κάθε ίχνος αλήθειας, το έσφιξε και το έπνιξε, ήσυχα, ύπουλα, μην ακουστεί η κραυγή και τους ξυπνήσει. Ήταν δυνατό, προσπάθησε να φτάσει την ψυχή τους, αλλά οι φρουροί του συναισθήματος το νίκησαν. Δεν θα περνούσε αυτές τις πύλες. Μπορούσαν να πιστεύουν ό,τι θέλουν, αλλά θα ένιωθαν μόνο ό,τι υπήρχε. Κάποια στιγμή άρχισαν να γελάνε κιόλας. Αυτή γελούσε υστερικά προσπαθώντας να πείσει τους γύρω ότι είναι χαρούμενη. Αυτός χαμογελούσε σχηματίζοντας απλά μια γκριμάτσα με το στόμα. Είχε μάθει να μην αφήνει τίποτα να περνάει τη σιδερένια, φτιαγμένη απο τον πόνο του χρόνου, ασπίδα του.

Πρέπει να είδα και ένα δάκρυ στο μάγουλο της κοπέλας. Έτσουζε καθώς σχηματιζόταν, χάραζε -καθώς περνούσε- το αψεγάδιστο πρόσωπό της και έπεσε με θόρυβο, σα βόμβα στο πάτωμα και έσκασε. Γέμισε το γύρω χώρο με αναμνήσεις και εξατμίστηκε τόσο γρήγορα που και ο άνεμος δεν πρόλαβε να τις απομνημονεύσει! Εκείνος, έκανε μία απότομη κίνηση να το πιάσει για να το φυλάξει, να ξέρει μόνο αυτός την αλήθεια. Πήγε μάλιστα να ρίξει το φλυτζάνι... αλλά δεν πρόλαβε, αστόχησε -όπως πάντα- και έπιασε το κενό. Το φύλαξε όμως και αυτό. Πλέον ήταν το στοιχείο του, το ενθύμιο που είχε μείνει για να του θυμίζει αυτή τη σχέση. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά. Ήξερα τη συνέχεια. Πάντα έτσι γινόταν. Εκείνη φώναξε δυνατά, καθαρά, φώναξε απελπισμένη για κάθε στιγμή που έπρεπε και δεν είχε φωνάξει. Εκείνος τρόμαξε, τρόμαξε με κάθε φόβο που είχε και είχε κρύψει. Χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι ως άρνηση της κατηγορίας που του επέβαλε η φωνή της. Αλλά το χτύπημα στα αυτιά της ήταν απλά ένα χειροκρότημα που την επιβράβευε για την ωριμότητά της. Αυτός είπε κάτι σιγανά, μία ρητορική ερώτηση που αυτή δεν έπρεπε να ακούσει, μία πρόταση που, αν δεν είχε το ερωτηματικό στο τέλος, τα πράγματα μπορεί να ήταν διαφορετικά τώρα. Αυτό το ερωτηματικό όμως τη χτύπησε, τρύπησε τη φούσκα της και εκείνη κατάλαβε. Δεν τους ένωνε τίποτα περισσότερο από τις αναμνήσεις που είχανε μαζί. Ήταν δύο άνθρωποι με διαφορετικό παρόν, χωριστό μέλλον αλλά ίδιο παρελθόν. Τόσα χρόνια προσπαθούσαν να προσθέσουν σε αυτό γεγονότα που δεν έγιναν για να αυξήσουν το χρόνο που θα τους ένωνε σήμερα. Ήταν πιο εύκολο να θυμούνται το τότε! Γιατί τα πάντα ήταν εύκολα τότε! Όλα ήταν όμορφα τότε! Αγαπιόντουσαν τότε! Σηκώθηκε απότομα πριν αλλάξει γνώμη. Τον κοίταξε με ένα θλιμμένο αλλά θριαμβευτικό “αντίο” και εκείνος κατάπιε ένα “συγγνώμη”. Σχεδόν τον λυπήθηκα, αλλά παίζοντας ξανά και ξανά στο μυαλό μου εκείνη τη σκηνή, θύμωσα. Έβλεπα πάντα σαν τρίτος τα γεγονότα, σαν να μην αφορούσαν τη ζωή μου, ήμουν απλά ένας θεατής στην παράσταση που πρωταγωνιστούσα. Δεν τον ξαναείδα ποτέ! Αυτός όμως συνέχιζε να με βλέπει. Οι δικές του αναμνήσεις ήταν το μόνο που του είχε μείνει απο μένα... Μαρίσσα Σούρα Γ2

5


ΟΛΟΙ ΚΑΤΙ ΓΥΡΕΥΟΥΝ ΝΑ ΒΡΟΥΝ Όλοι κάτι γυρεύουν να βρουν Κάτι προσμένουν να δουν Απεγνωσμένοι με πάθος με ορμή Κανένας όμως δεν μπορεί να το βρει Είναι κρυμμένο στα βάθη της γης Και δεν γίνεται απλά να το δεις Σου δίνει φως ζωή χαρά Σου παίρνει όμως όλη την καρδιά Σε κάνει να θες να φύγεις Σε κάνει να θες να μείνεις Είναι μια λέξη με πρόσωπα πολλά Είναι η ελευθερία που περιμένει μακριά.... Νεφέλη Παπαγιαννοπούλου Α5

6


Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΩ

Ο ΔΡΑΚΟΣ Ο Δράκος άνοιξε τα φτερά του αργάαργά, τους κοίταξε έναν-έναν με την σειρά, γιατί η επίθεση έπρεπε να είναι καλά σχεδιασμένη. Μπαμ! Έπεσε η πρώτη βολή, από τους μισητούς ανθρώπους που ήθελαν να τον σκοτώσουν. Μπαμ! Έπεσε η δεύτερη βολή, από τους φίλους του που αγαπούσε όσο τίποτα άλλο, που τον αγαπούσαν. Μπαμ! Έριξαν την τρίτη. Ο δράκος γύρισε να φύγει, ενώ οι πύρινες μπάλες περνούσαν δίπλα του χωρίς να τον αγγίζουν. Περπατούσε πολύ αργά, πάρα πολύ αργά γιατί σε κάθε του βήμα έχωνε τα νύχια του βαθιά μέσα στο έδαφος και το έσπρωχνε με όλη του τη δύναμη. Για να μη γυρίσει και τους κατασπαράξει τους παλιανθρώπους, που του είχαν στήσει παγίδα. Άνοιξε τα φτερά του και άρχισε να τα κουνάει, μία φορά, δύο, ανέβαινε όσο ψηλότερα μπορούσε. Ανέβαινε μέχρι που πόνεσαν οι μύες των φτερών του και η αναπνοή ήταν δύσκολη αλλά όχι αδύνατη. Αγκάλιασε τον εαυτό του με τα φτερά του όσο πιο σφιχτά και βολικά μπορούσε, έτσι κι αλλιώς μέχρι να τα καταφέρει είχε κατέβει ήδη αρκετά μέτρα, εκατοντάδες μέτρα. Τα νύχια του είχαν τρυπήσει το δέρμα του. Στην αρχή δεν το καταλάβαινε, μετά όμως το έκανε συνειδητά. Έβλεπε τώρα τα ποτάμια, το δάσος, το βουνό, τα δέντρα, όλα· και ήθελε να θυμάται τα πάντα, να θυμάται πώς είναι ένα δέντρο, ένα πετραδάκι, ακόμη και ένα σύννεφο. Ήθελε να μπορεί να περιγράψει ακριβώς πώς είναι ένα σύννεφο, για να τα περιγράψει στον εαυτό του όλα, τα τελευταία εκατό μέτρα, να είναι σίγουρος πως δεν έχει χάσει καμία πλευρά της ζωής, πως δεν θα του λείπει τίποτα πριν πεθάνει κι έπρεπε να μπορεί να περιγράψει τέλεια με κάθε δυνατή λεπτομέρεια ένα παλιοσύννεφο και ένα παλιοπετραδάκι. Τόσο καλά έβλεπε μέχρι και αυτό. Τρομερή η όραση των δράκων. Είδε το σημείο της ενέδρας, οι άνθρωποι είχαν βγει από την σπηλιά και τον περίμεναν με ακόντια στα χέρια

να φτάσει αρκετά κοντά για να τον σκοτώσουν. Προσπάθησε να μην το σκέφτεται, να σκέφτεται μόνο τη φύση, τις λεπτομέρειες. Μα είναι δυνατόν οι άνθρωποι να είχαν βγει με τα ακόντια; Αυτός τους έβλεπε ξεκάθαρα, είχε αίμα στην πλάτη του από τα νύχια δυο λουρίδες. Δεν τις έβλεπαν; Γι’ αυτούς ήταν μόνο μια κουκκίδα, μα δεν έβλεπαν πόσο βασανισμένη ήταν αυτή η κουκκίδα, πόσο θλιμμένη; Ο δράκος δεν τα σκεφτόταν όλα αυτά, ίσως να ένιωσε προδοσία και μετά αντί να νιώσει θλίψη, δεν ένιωσε ούτε καν θυμό, ήταν ζώο. Είχε φτάσει πλέον στα πεντακόσια μέτρα, ένας ήταν έτοιμος να πετάξει το ακόντιο. Δεν το έκανε, όπως οι άλλοι. Περίμενε την τελευταία στιγμή. Ξεγράπωσε την πλάτη του και περίμενε να ελιχθεί ανάμεσα στα ακόντια. Τρεις στροφές, δεν ήταν τίποτα, άνοιξε τα φτερά του και τους είχε όλους μπροστά του, μπορούσε να τους κάψει όλους. Μα δεν το έκανε. Ήθελε να χώσει τα δόντια του στη σάρκα τους, να τους κατασπαράξει. Τους σκότωσε γρήγορα και όταν τελείωσε, ξαναπέταξε, έφτασε εκεί που πήγε πριν, ίσως πιο πάνω, είχε τώρα μεγαλύτερη δύναμη. Όταν σταμάτησε, άνοιξε τα σαγόνια του και έβγαλε μια φλόγα που πρέπει να την είδαν από χιλιόμετρα μακριά. Κατασπάραξε τους φίλους του και μπορεί να τον διαχωρίσαμε σε άνθρωπο και σε ζώο μα δεν υπάρχει διαχωρισμός. Ήταν πάντα ο ίδιος. Κατέβηκε αργά και τεμπέλικα όταν έφτασε στο έδαφος. Ήταν πια άνθρωπος με χέρια αντί για φτερά, ακόμη και με τα ρούχα που φορούσε την προηγούμενη φορά που ήταν άνθρωπος. Ένιωθε κάτι περίεργες πληγές στην πλάτη του, κοίταξε προς τα επάνω, μα μετά το ξανασκέφτηκε, κοίταξε μέσα του. “Να ξαναγίνω δράκος”. Γύρω του υπήρχε μία λίμνη αίματος από όλους του τους φίλους μαζί, με διάφορα πεταμένα μέλη, όσα δεν είχε φάει γιατί δεν πεινούσε άλλο, του άρεσε η γεύση. Αηδιασμένος σήκωσε το χειρότερο πράγμα που βρήκε, ένα ανθρώπινο κεφάλι. Με αυτό στο χέρι γύρισε πίσω στο χωριό.

Έφτασε μέχρι την πλατεία. Όλοι είχαν μαζευτεί. Δεν ήταν συνηθισμένο θέαμα. Κάρφωσε το κεφάλι σε έναν πάσαλο. Άνοιξε τα χέρια του, τους κοίταξε όλους έναν-έναν, γιατί η επίθεση έπρεπε να είναι τέλεια προγραμματισμένη. “Αυτοί εδώ οι άνθρωποι, οι φίλοι μου, έστησαν παγίδα στο δράκο και του έριχναν πύρινες πέτρες. Στο δράκο που έχει ένα μήνα να κλέψει από τα κοπάδια σας, που δεν έχει επιτεθεί ποτέ σε άνθρωπο, δεν έχει πειράξει ποτέ κανέναν σας. Αυτός γύρισε κι έφυγε χωρίς να τους αγγίξει, ενώ εύκολα θα μπορούσε να τους σκοτώσει όλους. Ανέβηκε στον ουρανό κι έπεσε για να πεθάνει. Κι αυτοί τον περίμεναν με ακόντια, ενώ τους είχε χαρίσει την ζωή”. Όλοι κοίταζαν αηδιασμένοι το κεφάλι, αλλά αυτός ο ίδιος δεν θα μπορούσε να αντικρίσει το κεφάλι του φίλου του. Άγγιξε με τα φτερά του τις πληγές του. Όμως όχι. Τα κατέβασε, τέντωσε το κορμί του, όχι πολύ, απλά για να είναι ίσιος: “Εγώ είμαι ο δράκος”. Η ευχή του είχε εκπληρωθεί, είχε γίνει και πάλι δράκος, με χέρια αντί για φτερά. Όλοι όμως τον αναγνώρισαν, κατάλαβαν ποιος ήταν. Ακόντια και μαχαίρια τον διαπέρασαν αμέσως, όλοι κουβαλούσαν όπλα τώρα που κυκλοφορούσε ο δράκος. Για μία τελευταία φορά πριν λυγίσει το σώμα του: “Εγώ είμαι ο δράκος”. Δεν τον έθαψαν και κανείς δεν έκλαψε γι΄ αυτόν. Ούτε και οι γονείς του. Δεν είχαν λόγο να κλάψουν το χαμένο τους παιδί που πέθανε. Έτσι μαθεύτηκε τουλάχιστον. Μόνο ένας, όχι φίλος του, πήγε πέντε μέρες αργότερα στην σπηλιά που τον είχαν πετάξει και τον έθαψε με δυσκολία. Όταν έφτασε στη μέση του χωριού, θέλησε να φωνάξει: “Εγώ έθαψα τον δράκο”. Δεν είπε τίποτα. Καλλιόπη Δικαίου ΙΒ2

7


ΟΜΙΛΟΣ ΕΦ. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ UNESCO Στη διάρκεια του σχολικού έτους 20132014 στον Όμιλο Εφαρμοσμένης Κοινωνιολογίας, με υπεύθυνο τον κο Σπ. Γεωργίου, ασχοληθήκαμε με το θέμα του ΙΔ’ Μαθητικού Συμποσίου των Λυκείων ASP’ net της UNESCO: «Ελληνικά Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτισμικής Κληρονομιάς». Ειδικότερα, αναλύσαμε τις αξίες και το «διαχρονικό μήνυμα» που αναδεικνύονται μέσα από τα Μνημεία Πολιτισμικής Κληρονομιάς (αισθητική, συνεργασία, μνήμη κτλ). Στη συνέχεια, αναζητήσαμε τρόπους, οι οποίοι μπορούν να συμβάλουν στη διαχείριση και στη «μη λήθη του παρελθόντος». Επιπλέον, μας απασχόλησε η εμπορευματοποίηση των μνημείων στη σύγχρονη εποχή και οι τρόποι αποφυγής της, καθώς οι αξίες, που αυτά προβάλλουν, μας ενδιαφέρουν. Τέλος, με αφορμή τις παραπάνω συζητήσεις οδηγηθήκαμε στη σύνθεση ορισμένων ποιημάτων, τα οποία παρουσιάστηκαν –με τη μορφή απαγγελίας συνοδεία μουσικής– στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα του Συμποσίου που διεξήχθη στα τέλη του Φεβρουαρίου στα Εκπαιδευτήρια Κωστέα-Γείτονα. Τα μέλη του Ο.Ε.Κ-UNESCO που εκπροσώπησαν το Σχολείο μας στο ΙΔ’ Συμπόσιο UNESCO είναι: Παυλίνα Αγγέλη Γ3, Αδριανός Ευθυμιάδης IB1, Άννα Κατσαντώνη Γ1, Δωριλένια Λιαγουροπούλου Γ1, Βεατρίκη Ντελιδάκη Γ3, Μαρία Οικονόμου Γ1 Παυλίνα Αγγέλη Γ3

8


Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΩ

ΧΑΣΜΑ ΓΕΝΕΩΝ Ή ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ; Η κίνηση, η αλλαγή, η εξέλιξη, η μεταβολή είναι νόμοι της φύσης, της ζωής, της κοινωνίας. Εφόσον λοιπόν η αδιάκοπη ροή και κίνηση χαρακτηρίζουν τη ζωή της φύσης, εφόσον όλα αλλάζουν αδιάκοπα και ανανεώνονται, είναι απόλυτα φυσιολογικό να υπάρχουν και διαφορές ανάμεσα στις ανθρώπινες γενιές. Η νεολαία, ως ηλικιακή ομάδα με ανομοιογενή όμως κοινωνικά χαρακτηριστικά, δέχεται το είδος εκείνο της κοινωνικοποίησης, που η κάθε συγκεκριμένη κοινωνία γενικά υιοθετεί αλλά και η κάθε κοινωνική τάξη ιδιαίτερα. Δυνατότητες ατομικής διαφοροποίησης πάντα υπάρχουν, λιγότερο ή περισσότερο. Η κοινωνική θέση του ατόμου και το κύρος του δεν καθορίζονται βέβαια τόσο από την ηλικία, όσο από την κοινωνική προέλευση, τον τρόπο διαβίωσης και την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Οι σημερινοί νέοι αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στις σπουδές τους και αρχίζουν αργότερα την ανεξάρτητη εργασιακή τους ζωή απ΄ ό,τι συνέβαινε στις προηγούμενες κοινωνίες. Διαφορετικές, ως ένα βαθμό, οι συνθήκες ζωής και οι μορφές κοινωνικοποίησης που δέχτηκαν οι προηγούμενες γενιές, άλλες οι συνθήκες που μεγαλώνουν σήμερα οι έφηβοι. Η επιτάχυνση του ρυθμού της καθημερινής ζωής και η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας διαφοροποιούν τον τρόπο ζωής και τις σχέσεις των νέων. Έτσι, είναι επόμενο οι νέοι να παρουσιάζουν διαφορετικό τρόπο

σκέψης, ψυχαγωγίας και επικοινωνίας σε σχέση με άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Αν δεν υπήρχε διαφοροποίηση, όλες οι γενιές θα ήταν περίπου ίδιες. Πρόκειται για μία φυσική διαφορά που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στις αλλαγές από εποχή σε εποχή και όχι στο χάσμα, αγεφύρωτο μάλιστα, όπως υποστηρίζουν μερικοί. «Άλλοι καιροί, άλλα παιδιά», μας λένε οι Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρρή στο βιβλίο τους με αυτό τον τίτλο. Αλλιώτικα τα παιχνίδια που έπαιζαν, διαφορετικά τα ρούχα που φορούσαν, διαφορετικοί, πιο αυστηροί οι γονείς και οι δάσκαλοι, πιο αυστηρές και οι οικογένειες. Για το λόγο αυτό και οι εμπειρίες των παιδιών ήταν διαφορετικές, όπως και οι μεταξύ τους σχέσεις. Οι άνθρωποι που έζησαν σε προηγούμενες εποχές σημαδεύτηκαν από τα πολιτικά γεγονότα και τις γενικότερες συνθήκες ζωής της εποχής τους. Έτσι, διαμόρφωσαν τις απόψεις τους, τον τρόπο ζωής, τις φιλίες τους, την προσωπικότητά τους. Οι σημερινές γενιές επηρεάζονται περισσότερο από τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας, από το διαδίκτυο και κυρίως από τις νέες τεχνολογίες. Βέβαια, κάθε γενιά έχει την τάση να εξιδανικεύει το παρελθόν και την εποχή που έζησαν όταν ήταν νέοι. Αυτό κάπως είναι αναγκαίο, κυρίως για λόγους συναισθηματικούς, γιατί κάποια συναισθήματα είναι κοινά σε όλους τους ανθρώπους και σε όλες τις εποχές. Θάνος Παπαδούδης Γ2

9


ΤΣΑΤΟΥΡΑΓΚΑ Το Σκάκι και η συνεισφορά του στην ανάπτυξη δημιουργικής σκέψης. Ακόμα και αν η λέξη τσατουράγκα δεν σας λέει τίποτα, αυτό που σημαίνει σας είναι σίγουρα γνωστό. Πρόκειται για το γνωστό σε όλους μας Σκάκι. Στα αρχαία Ινδικά αυτή η λέξη σημαίνει τετραπλή σύνθεση, δηλαδή παιχνίδι με τα τέσσερα όπλα των αρχαίων Ινδών: τους ελέφαντες, το ιππικό, τα άρματα και το πεζικό, που παιζόταν τότε ακόμα από τέσσερα άτομα και όχι από δύο, κατέχοντας καθένας παίκτης από μία γωνία της σκακιέρας. Το σύγχρονο σκάκι απέκτησε τη μορφή που όλοι γνωρίζουμε τον 15ο αιώνα στην δυτική Ευρώπη. Οι ελέφαντες και τα άρματα αντικαταστάθηκαν από τους πύργους και τους αξιωματικούς, ενώ προστέθηκαν ακόμη δύο πιόνια, ο βασιλιάς και η βασίλισσα! Τέλος, ο αριθμός των παικτών μειώθηκε από τέσσερις σε δύο. Το σκάκι, πέρα από το γεγονός ότι είναι ένα διασκεδαστικό παιχνίδι, προσφέρει στους συστηματικούς παίκτες μια σειρά από πλεονεκτήματα. Αρχικά, ενισχύει τον αυτοέλεγχο με αποτέλεσμα τη μείωση της επιθετικότητας και της διάσπασης της προσοχής. Όσοι παίζουν σκάκι είναι αναγκασμένοι να έχουν συνεχώς στραμμένη την προσοχή τους στις κινήσεις του αντιπάλου τους και να τις προβλέπουν! Ακόμα έχει αποδειχτεί ότι συντελεί ευεργετικά στην ανάπτυξη της δημιουργικής σκέψης σε συνδυασμό με τη βελτίωση των μνημονικών ικανοτήτων. Υπάρχουν εκατομμύρια πιθανές κινήσεις από τις οποίες ο παίκτης έχει την δυνατότητα να επιλέξει την, κατά τη γνώμη του, καλύτερη κάθε φορά. Και όχι μόνο αυτό. Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό θα πρέπει να είναι έτοιμος να ανατρέψει τα σχέδιά του για να αντιμετωπίσει μία απρόβλεπτη αντίδραση του αντιπάλου του. Έτσι, κάθε παρτίδα είναι διαφορετική, ακόμα και ανάμεσα στους ίδιους παίκτες! Στα Πανελλήνια Σκακιστικά Πρωταθλήματα, όπου οι συμμετέχοντες είναι υποχρεωμένοι να τηρούν τον απαιτούμενο χρόνο, οι απαιτήσεις αυξάνονται! Πέρα από δημιουργική σκέψη και φαντασία, χρειάζεται και αποφασιστικότητα, αυτοπεποίθηση, υψηλή ταχύτητα αντίδρασης και πνευματική συγκέντρωση. Μαριγώ Μπακάκου Α3

10


Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΩ

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ! Αχ, αυτό το σαββατόβραδο! Βραβείο της κουραστικής βδομάδας. Από τη Δευτέρα υπόσχεται ψιθυριστά πως θα γυρίσει και δίνει ένα χαρτζιλίκι υπομονής να αγοράσεις λίγο χρόνο. Ευτελές ποσό, δεν φτάνει! Δεν φτάνει για τέσσερις ακόμα μέρες. Κι αν μετρήσει κανείς και τη σημερινή, δεν αρκεί για πέντε ακόμα προσμονές. Η Τρίτη φαντάζει ακόμα πολύ μακριά από τη μέρα της ελευθερίας. “Έλα”, φωνάζεις απελπισμένα, μα εκείνο δεν ακούει. Μεγάλη η φασαρία της υπόλοιπης εβδομάδας. Καλύπτει τη φωνή σου. Αρχίζεις να αμφιβάλλεις πως δεν θα ξανάρθει. Σε κορόιδεψε η μέθη της περιπέτειας και μέσα σε τόση ξεγνοιασιά ξέχασες να το ξαναρωτήσεις. Κατεργάρα Τρίτη,που θυμάσαι τις ασυνέπειες της Δευτέρας! Και τώρα η Τετάρτη ορθώνεται ψηλός τοίχος στη μέση της εβδομάδας. Και εσύ τι να κάνεις; Σκαρφαλώνεις ελπίζοντας για κάτι καλύτερο στην άλλη μεριά. Τι τοίχος και αυτός, σε κουράζει... Μα ακούγονται χαχανητά μιας βραδινής ανάμνησης και τότε καταλαβαίνεις ότι πλησιάζει. Ένα ακόμα σκαλοπάτι της Τετάρτης και θα τσουλήσεις θριαμβευτικά για την Πέμπτη. Ανακουφισμένος που πέρασε η φουρτούνα, πλέεις για στεριά. Ασήμαντη μέρα η Πέμπτη. Στριμωγμένη ανάμεσα στην επιβλητικότητα της Τετάρτης και τον ενθουσιασμό της Παρασκευής. Προσδιορίζεται κάθε φορά από την προηγούμενη ή την επόμενή της. Δεν σε νοιάζει η ύπαρξή της, αγνοείς τις υποχρεώσεις της, γιατί ακολουθούν μέρες ηρεμίας. Προσβεβλημένη με την αδιαφορία σου σε πετάει στην Παρασκευή. Και πάλι δεν σε πληγώνει η στεναχώρια της. Τι άδικο!

Φοράς το γιορτινό καπέλο και τα καλά σου ρούχα. Πανηγυρίζεις που αρχίζει το σαββατοκύριακο. Σχέδια, έξοδοι, φωνές, χαμόγελα. Με τον καλύτερο τρόπο γιορτάζει η εβδομάδα τα γενέθλιά της, την Παρασκευή. Και εσύ είσαι σχεδόν έτοιμος, όμως μία μικρή υποψία σε τρελαίνει. “Και αν δεν έρθει;” Περίμενες τόσο καιρό και τώρα έρχεται αυτή η αμφιβολία να σε τρομάξει “αν έρθει και δεν είναι όπως το φαντάστηκες;” Τα σενάρια στο μυαλό σου σε φοβίζουν. Με ένα ερωτηματικό, μία τόσο δα καρφίτσα ανησυχίας έσκασαν όλα τα μπαλόνια της Παρασκευής. Και εσύ γύρισες σπίτι κλείνοντας δυνατά την πόρτα στην μέχρι πριν λίγο αγαπημένη σου ημέρα. Από αντίδραση και μόνο σβήνεις τον ήλιο με τα σκεπάσματά σου και περνάς όλη την ημέρα στο κρεβάτι. Δεν θες να πιστέψεις ότι θα έρθει και μετά θα απογοητευτείς και θα ξεχάσεις, όπως έγινε την τελευταία φορά. Και εκείνη τη στιγμή ακούγεται το χτύπημα στην πόρτα. Ανοίγεις φορώντας ακόμα τις πυτζάμες σου. Αχ, αυτό το σαββατόβραδο! Ήταν υπόσχεση της νεανικής σου ηλικίας! Μαρίσσα Σούρα Γ2

11


12


Ο,ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΟΙΡΑΣΤΩ

ΑΝΤΕΧΕΤΕ ΕΝΑ 24ΩΡΟ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ / ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ; Το θέμα της χρήσης των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης και του Internet μας απασχόλησε φέτος συχνά κατά τη διάρκεια των συναντήσεων της Πολιτιστικής Ομάδας. Άλλωστε, πρόκειται για μια δραστηριότητα που αποτελεί σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητας του σύγχρονου ανθρώπου και μάλιστα των εφήβων. Για το λόγο αυτό σκεφτήκαμε πως θα ήταν ενδιαφέρον να αναζητήσουμε το βαθμό στον οποίο ισχύει αυτό στα μέλη της δικής μας Σχολικής Κοινότητας. Συντάξαμε λοιπόν ερωτηματολόγιο, το οποίο μοιράσαμε σε όλους τους μαθητές του Γενικού Λυκείου (Α΄, Β΄ και Γ΄ τάξη). Bασικά σημεία του ερωτηματολογίου ήταν τα εξής: 1. Οι ώρες που αφιερώνουμε στο internet και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης 2. Οι διαφορετικές χρήσεις του διαδικτύου που προτιμά ο καθένας 3. Τα αίτια προτίμησης της διαδικτυακής επικοινωνίας 4. Η αναγκαιότητα της χρήσης των κοινωνικών δικτύων για την επικοινωνία με φίλους ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ 1) Πόσες ώρες την ημέρα είστε στο διαδίκτυο; Καμία / Λιγότερες από μια / Από μια ως τρεις / Πάνω από τρεις 2) Από τις παραπάνω ώρες πόσες ώρες ξοδεύετε για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; 3) Όταν βρίσκεστε με παρέα, νιώθετε την ανάγκη να συνδεθείτε με κάποιο από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; ΝΑΙ / ΟΧΙ 4) Πόσες μέρες αντέχετε χωρίς internet; Καμία / 1 ως 5 / περισσότερες από 5 5) Παίζετε παιχνίδια διαδικτυακά (online); ΝΑΙ / ΟΧΙ 6) Χρησιμοποιείτε το διαδίκτυο για: (μπορείτε να δηλώσετε περισσότερες από μια απαντήσεις) α) εκπαίδευση (on line courses) β) ψυχαγωγία γ) επικοινωνία δ) ενημέρωση

7) Προτιμάτε τη διαδικτυακή επικοινωνία επειδή: α) Νιώθετε πιο άνετα β) Νιώθετε πιο ελεύθεροι γ) Είναι πιο εύκολη δ) Είστε ντροπαλός/ή 8) Με τους φίλους σας στο facebook επικοινωνείτε και εκτός facebook; ΝΑΙ / ΟΧΙ 9) Όταν θέλετε να επικοινωνήσετε με τους φίλους σας: α) χρησιμοποιείτε το skype ή το facebook β) χρησιμοποιείτε το what’s up γ) τους τηλεφωνείτε δ) συναντιέστε μαζί τους για να μιλήσετε 10) Θα δεχόσασταν, στο πλαίσιο ενός πειράματος, να μην χρησιμοποιήσετε το internet για 48 ώρες και στη συνέχεια να καταγράψετε εν συντομία την εμπειρία σας; ΝΑΙ /ΟΧΙ 11) Νιώθετε εξαρτημένοι από το διαδίκτυο; ΝΑΙ / ΟΧΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Τα παραπάνω ποσοστά παρουσιάζουν μια ιδιαίτερα αισιόδοξη εικόνα σε σχέση με αυτή που προβάλλουν τα media και ο τύπος για την «εξάρτηση» των νέων ανθρώπων από τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Ενθαρρυντικό είναι επίσης το γεγονός ότι το internet δεν χρησιμοποιείται από τους μαθητές και τις μαθήτριες αποκλειστικά για ψυχαγωγικούς και επικοινωνιακούς λόγους, αλλά και για ενημέρωση και εκπαιδευτικές δραστηριότητες. Επιπλέον, είναι σαφές πως οι μαθητές/ τριες δεν περιορίζονται αποκλειστικά στη διαδικτυακή επικοινωνία με τους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους. Ωστόσο, αναλύοντας και συζητώντας τα συμπεράσματα που προέκυψαν από τη μικρή μας έρευνα, συνειδητοποιήσαμε πως υπάρχουν ακόμα πολλές και ιδιαίτερα σύνθετες παράμετροι που επηρεάζουν τη σχέση μας με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ευελπιστούμε πως θα έχουμε την ευκαιρία να τις προσεγγίσουμε σε επόμενο ερωτηματολόγιο. Πολιτιστική Ομάδα Λυκείου

13


ΕΠΑΝΑ ΣΤΑΣΗ I want society to be proud of me for being myself

14


GENDER... X Η ομιλία αυτή του Θάνου Δουκάκη (ΙΒ2) απέσπασε το Πρώτο Βραβείο στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Forensics 2014 (Winner Original Oratory) “There is probably more difference within the sexes than between them,” said Ivy Compton-Burnett, a renowned British novelist. It is a scientific fact that humans are a sexual species, which means we are separated into male and female based on our physiology. What is not a scientific fact is that our sexual nature must further separate us into genders which concerns the sociocultural essence of our sexes. How our different genitalia can determine our personality characteristics, interests or patterns of behavior is honestly beyond my understanding. If there is anything that the feminist or the homosexual movements have taught us, it is that gender roles and stereotypes are merely a bunch of arbitrary, presumptuous and downright oppressive assumptions.For this reason, I want to explain to you today how society and especially us, the youth, need to imagine and work towards a world where gender does not matter. First of all, let us take a look at the way we raise children in today’s society. I will start off with men, because saying “ladies first” is not only annoying to men, but also degrading and positively discriminatory to women. The main issue is that boys are taught to form relationships that are often the most unhealthy and superficial. Male friendships are most likely founded on four pillars: work, athletics, sex and video games. In the long run, men are raised to compete against each other in a tacit, silent way, and isolate their true thoughts and feelings from their surroundings. Things such as money, fame or career goals become the prize and even women are objectified and equated to a man’s selfworth. Somehow, men are bestowed this invisible weight on their shoulders, according to which they have some duty to succeed, to be strong. With feminism and women’s empowerment being all the rage in the past decades, men have held on to an outdated, lonely and overbearing role that does not meet their needs in the present state of affairs. On the other hand, girls are trapped in a perplexing, ludicrous oxymoron. They are being consistently told to seize their rights and fight for equality, feminism and professional success. But a woman never escapes the negative comments and disapproving looks if she does not get married or does not have children

that she raises herself. So what does a girl do? She chooses, she compromises. The feminist movement appears to have partially failed; it did not bring both sexes on the same level, nor did it eliminate discriminatory gender roles. It actually separated them even more, rendering women as something different to men, whereas in reality we are all the same; human. In a sense, women are living in some sort of a fantasy. They are bombarded on a daily basis with cases like Beyoncé, Oprah, Angela Merkel and Hilary Clinton, but the wage gap, income inequality and double standards are still there. As James Brown said, “this is a man’s world”, and the funny thing is that nobody asked us, today’s men, if we want it to be this way. This is not a winwin situation, let alone a win-lose one; everyone suffers, everyone loses. At the end of the day, all this pressure to fit unique personalities into predetermined casts hurts society itself; it hurts us. Let me demonstrate this by talking about what I know best: my environment of students from private high schools in Athens. I cannot tell you how many of my male friends will study business to take over their fathers’ companies or factories. How many of my female friends will follow degrees like marketing or art history without any clear career plans in mind, because their family and society has different plans for them; marriage to one of those guys with a company, a house with a garden and two or three children to raise. Well, I call this waste! Waste of human potential, of young dreams, of the infinite possibilities out there. Many people right now might feel uncomfortable or even angry with me for saying this, but a reality check here and there is always necessary. What is even sadder is that we are causing this to our selves, which means that it is up to us to change things. So what happens to those who doubt their gender roles and try to escape these casts? The consequences range from being left out because you are a guy that does not like sports or a girl that is bored with fashion and romance, to much more severe cases. Of course there are no relative, meaningful statistics I can share with you. What teenager in their right mind would admit to being unhappy with their gender? The social stigma can be irreparable and those who attempt to personalize their gender role automatically become scapegoats and have to suffer the whispers at school, the finger-pointing, verbal and even physical bullying. I think we are so trapped

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

and subconsciously frustrated and oppressed by our gender roles, that we lash out our anger on people who dare to be different and true to themselves. What if we judged people after we got to know their personalities rather than on the height of their voice or the tenderness of their movements according to old-fashioned gender stereotypes? What if we asserted ourselves through our actions and accomplishments, not through a strong male or female image that we project? The way I see it, such a change in our attitude would unlock the unlimited human potential all around us, the beauty of individuality that we have been suppressing for so long. Unfortunately, this is not the case. As a matter of fact, even delivering this very speech is a direct insult to manhood. Great men do not have time to ponder over emotions, to consider their social roles or gender identities. Of course not! We are too busy being powerful and decisive all day long. I beg to differ, and I know that there are people in this very room who feel the same way but are afraid to say so. I know what you are thinking right now; another speech about how being yourself and not letting society define you will save our forsaken world. But that is not the point. The problem lies in that we live in denial, we inhabit ill-conceived little boxes that we refuse to get out of, roles that make us miserable, not happy. We have allowed the fact that we have different genitalia to determine our lives and actions, the way we think and how we perceive the world around us. We should not have to put up with the taboos and problems of another generation; in the 21st century, our needs, habits and challenges have changed, and we must adjust our gender roles to the current state of affairs. For all these reasons, what I am saying is that we need to envision and work towards a world where gender does not matter. A world where women do not have to be bad drivers. Where it is OK for men to admit that they sometimes wear concealer. Where you are respected for being a kind and caring citizen, not because you are straight and married. A world where we are defined based on who we are, not what we are. At the end of that day, ladies and gentlemen, I do not want society to be proud of me for being a man. I want it to be proud of me for being myself. Θάνος Δουκάκης ΙΒ2

15


ΕΠΙΘΥΜΗΣΕ ΚΑΙ ΜΗ(,) ΜΠΟΡΕΙΣ Τι άλλο να θυμηθείς φίλε μου; Τι άλλο να ποθήσει η ψυχή σου; Στέκεσαι στα πόδια σου για μερικές στιγμές Μα η ζωή όλη σου δόθηκε Μην είσαι αχάριστος Φοβάσαι να κάνεις το μεγάλο βήμα Μα και αν είναι το τελευταίο μου; Ένας κύκλος θα σφραγίσει Άλλοι θα έρθουν θα δεις Μονοπάτια εδεμικά Τι να σου κάνουν τα ερείπια τα παλιά; Ίσως βαδίσεις μόνος Τα αστέρια έχε στο νου σε καταδέχονται Φοβάσαι να δεις το μέλλον Μα αν δεν με ικανοποιεί; Μια ηδονή είναι η ζωή φίλτατε Τι άλλο έχει να σου δώσει; Αιωνιότητα σου προσφέρει Αθανασία ποτέ Φοβάσαι και κλείνεις τα μάτια Ο ουρανός μόνο τότε μου ανοίγεται Λάθος αγαπητέ Την αθλιότητα της ρουτίνας παραμέρισε και δες Τι βλέπεις; Όσα ονειρεύτηκες Καράβια γίνανε Και δέσανε στο λιμάνι σου Άφησε τα πια να πλεύσουν Να φοβάσαι τους πειρατές Τα κλέβουν τα όνειρα αυτοί Και τα πουλούν σε άψυχα θροΐσματα Φοβάσαι να ανοιχτείς Σταμάτησα να μιλώ, ακούω Πληγώθηκες Έτρεξες σε δρόμο με πολλά εμπόδια Θα τρέξεις και άλλα όμως που θα τα βάλεις μόνος σου Πίσω από αυτά θα βρίσκεται ο παράδεισος Όχι η αδηφάγα επιθυμία Μη δολοφονείσαι από φόβο Το όπλο εσύ το κρατάς. Άλλωστε, τι άλλο πια να ποθήσει η ψυχή σου; Μιχαέλλα Χριστοδουλάκη ΙΒ2

16


ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ... Στο άκουσμα της λέξης συνήθως φανταζόμαστε κάτι μακρινό, άλλης εποχής που δεν μας αφορά πια. Και τις περισσότερες φορές κάτι που για να συμβεί χρειάζεται τη δύναμη και τη συνεργασία πολλών ανθρώπων. Εκτός όμως από τις ομαδικές επαναστάσεις της κοινωνίας, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για ατομικές, εσωτερικές επαναστάσεις. Μήπως, τελικά, υπάρχει ένα διαφορετικό είδος επανάστασης, το οποίο προκύπτει ασυνείδητα μεταβάλλοντας απλώς τη συμπεριφορά και τη νοοτροπία μας απέναντι στην πραγματικότητα; Μία επανάσταση απλή, καθημερινή και σταδιακή; Ο άνθρωπος πάντα δέχεται ποικίλες επιρροές που τον μετατρέπουν εσωτερικά. Ειδικότερα σήμερα, λόγω της παγκοσμιοποίησης και των διαρκών μεταβολών στις κοινωνίες, αυτές οι επιρροές είναι ακόμα πιο έντονες, με αποτέλεσμα να επηρεάζουν τον άνθρωπο σε μεγαλύτερο βαθμό. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Ένα από τα αποτελέσματά της είναι ότι έχει αφήσει άστεγους πολλούς ανθρώπους. Ερχόμαστε σε καθημερινή επαφή με εικόνες ανθρώπων ξαπλωμένων σε παγκάκια που αναμένουν λίγα χρήματα για να βρουν φαγητό. Πριν την κρίση, αυτή η εικόνα θα μας παραξένευε και θα αποτραβιόμασταν. Αντιθέτως, σήμερα αυτή η εικόνα μας φαίνεται οικεία και αισθανόμαστε συμπόνια για τους άστεγους. Έχουμε εντάξει, δηλαδή, την πραγματικότητα των αστέγων στην καθημερινότητά μας και η στάση μας απέναντί τους είναι διαφορετική από ό,τι παλιά.

δεν μένει μόνο στη σκέψη. Όσο περισσότεροι είναι αυτοί που αλλάζουν νοοτροπία, τόσο πιο εύκολα αλλάζουμε στην πράξη. Η καινούρια στάση μάς ωθεί να σκεφτόμαστε τους άστεγους και τη δύσκολη ζωή που έχουν και κάποιοι να ενδιαφερόμαστε περισσότερο για το θέμα, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε όλο και πιο πολύ στον εθελοντισμό. Αντίστοιχα, το ίδιο συμβαίνει και με τον καταναλωτισμό. Σήμερα, όλο και περισσότεροι εγκαταλείπουν τον άκρατο καταναλωτισμό που επικρατούσε εδώ και πολύ καιρό. Λόγω των καινούριων συνθηκών, οικονομικών και πάλι κυρίως, οι άνθρωποι αλλάζουν τη στάση τους και αποκτούν διαφορετική νοοτροπία σε ό,τι αφορά αυτό το θέμα. Και σ’ αυτή την περίπτωση, η μικρή αλλαγή μέσα μας γίνεται πράξη, καθώς και πάλι πολλοί ενδιαφέρονται περισσότερο να προσφέρουν παρά να αποκτούν χωρίς όρια. Οι σημερινές συνθήκες ζωής επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας και τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε προϋπάρχουσες και γνώριμες καταστάσεις. Άλλωστε, αυτές οι μικρές αλλαγές είναι που τελικά φέρνουν τις μεγαλύτερες και υπάρχει όχι απλή εξέλιξη αλλά πρόοδος. Κάνουμε μία μικρή επανάσταση μέσα μας που οδηγεί σε μία σιγανή επανάσταση της κοινωνίας, χάρη στην οποία προχωράμε μπροστά. Κλειώ Τρούγκου Α1

Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να ισχυριστούμε πως έχει γίνει μία αλλαγή μέσα μας, έστω και μικρή, και η νοοτροπία μας απέναντι σ’ αυτήν την κατάσταση έχει μεταβληθεί. Αυτή η αλλαγή, όμως,

17


Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥΣ Έτρεμα καθώς έβαζα την πανοπλία μου, έσφιγγα τα κορδόνια στις μπότες μου και τοποθετούσα το σπαθί στη θήκη του. Ήταν όλα έτοιμα! Το πλήθος οργισμένο, ο λαός εξαθλιωμένος και ο εχθρός επικίνδυνος. Έβαλα την περικεφαλαία με προσοχή. Η μόνη σχισμή προς τον κόσμο τα γεμάτα μίσος μάτια μου. Ασήκωτο το βάρος της ευθύνης. Πονούσε το κεφάλι μου και ο ήχος των φωνών που διαπερνούσαν το κούφιο σίδερο τρυπούσαν τα αφτιά μου. Γύρισα την πλάτη μου, σήκωσα το χέρι μου και με μια κραυγή ,που έκρυβε τόσο πόνο και υποσχόταν μια ελπίδα, είπα: «Έτοιμοι;» Ο όχλος φώναξε! Τόσο σίγουροι με τις ψευδαισθήσεις τους, τόσο αφελείς με τις προσδοκίες τους, τόσο χαμένοι με τη νίκη τους. Κι όμως, με ακολούθησαν. Όρμησαν προς τους εχθρούς με ζήλο. Και εγώ; Εγώ μπροστά με ασπίδα περηφάνιας, να με προστατεύει από τα βέλη, τους καθοδηγούσα. Τι καθοδηγούσα; Ούτε που ήξερα πού πήγαινα ή για ποιο λόγο. Οι αντίπαλοι έτρεχαν και αυτοί λυσσασμένα. Ένα βήμα αντοχής δικό μας, ένα βήμα προειδοποίησης δικό τους. Μία κραυγή θυμού δική μας, μία κραυγή τιμωρίας δική τους. Κάθε χτύπημα πλήγωνε όλο και πιο βαθιά έναν στρατιώτη. Έκανα ένα βήμα πίσω και με έσπρωξαν. «Ο ηγέτης δεν υποχωρεί», μου είπαν. «Γιατί πολεμάτε;», ρώτησα τόσο ξαφνικά που ο ήχος της φωνής μου με τρόμαξε. Σιωπή. Απέραντη σιωπή. Σιωπή που, όσο περνούσαν τα λεπτά, η ομίχλη κάλυπτε περισσότερο την ακοή μας και... με έπνιγε. Κάποιος μετρούσε αντίστροφα μέχρι το τέλος. Κι όμως, κοίταξα το ρολόι μου και ήταν ακόμα στο 0, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Επομένως, ποιο τέλος όταν δεν ήμασταν καν στην αρχή; Και τότε, πήρα φόρα και με την αβεβαιότητα της αστοχίας, χτύπησα τους εχθρούς. Αλλά αντί για τραύμα, σχημάτισα μια ρωγμή στην πρόσοψή τους. Τι επανάσταση κάνει κανείς με μία ρωγμή; Ο καθρέφτης όμως ράγισε. Και έβλεπα μπροστά μου τους εχθρούς να γίνονται θρύψαλα. Παραμορφωμένα είδωλα κοιτούσαν αυτή τη φορά με δέος. Και εγώ από φόβο ακούμπησα έναν αντίπαλο στρατιώτη και τα πάντα θρυμματίστηκαν. Εκατομμύρια γυαλιά έπεσαν μπροστά στα πόδια μου και τα σπασμένα μάτωσαν τα χέρια μου. Έβγαλα την περικεφαλαία μου και τα μακριά μαλλιά μου έπεσαν στους ώμους μου. Γύρισα αμέσως το κεφάλι μου, αλλά πίσω μου δεν στεκόταν κανείς (μέχρι και οι τύψεις μου το έβαλαν στα πόδια). «Λάθος φύλο για επανάσταση», μου σφύριξαν φεύγοντας. Τους αγνόησα. «Νίκησα;», απόρησα μεθυσμένη από την αλαζονεία μου. Όμως, κοιτάξα τα σπασμένα γυαλιά και κατάλαβα. Είχα χάσει. Κινήθηκα εναντίον μου και έχασα. Πολέμησα για τον εαυτό μου και τον απογοήτευσα. Έκανα την επανάσταση μου και απέτυχα. Και τι είχε μείνει τώρα; Γραντζουνιές πάνω στο δέρμα μου να μου θυμίζουν τις αδυναμίες μου, γρατζουνιές πάνω στο δέρμα να μου θυμίζουν μια επανάσταση που αστόχησε... την επανάστασή μου. Μαρίσσα Σούρα Γ2

18


ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Wallis Simpson and King Edward VIII, 1939

ΟΤΑΝ Η ΑΓΑΠΗ ΑΝΕΛΑΒΕ ΤΟ ΘΡΟΝΟ Έχετε δει ποτέ μία τίγρη να πετάει; Ούτε εγώ. Έχετε δει μία τίγρη να προσπαθεί να πετάξει; Ίσως. Είναι τόσο επώδυνο να θέλεις να κάνεις κάτι και να μη μπορείς. Είτε επειδή το έχει καταστήσει αδύνατο η φύση ή οι κανόνες που θέτουμε οι ίδιοι οι άνθρωποι το καθιστούν ανεπίτρεπτο. Και τι κάνεις τότε; Επαναστατείς. Η ζωή είναι δική σου και στο πλαίσιο αυτής κάνεις ό,τι θέλεις. Αυτό ακούγεται υπερβολικά κλισέ και, όπως προαναφέρθηκε, η τίγρη δεν πετάει. Το ίδιο ισχύει και για ένα βασιλιά. Ή μήπως όχι; «Μα είναι δυνατόν; Εσύ με αυτή τη Simpson;» Έτσι πιστεύω θα είπε η Μαρία του Τεκ, η μητέρα του Εδουάρδου του Η’, βασιλιά της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας το 1936, όταν έμαθε για τη σχέση του γιου της με τη Wallis Simpson. Βέβαια, αυτή δεν είναι παρά μόνο μία υπόθεση εκ μέρους μου. Από τη μία πλευρά, θα την καταλάβαινα. Πώς μία Δούκισσα να δεχόταν για νύφη μία απλή γυναίκα που είχε πάρει διαζύγιο όχι μία, αλλά δύο φορές; O Εδουάρδος ήταν αναμφίβολα ερωτευμένος μαζί της. Ήθελε να την παντρευτεί ήδη από το 1934. Ο προσωπικός του γραμματέας τον προειδοποίησε ότι ο Τύπος δεν θα έμενε για καιρό αδιάφορος για τη σχέση του με τη Wallis. Ο πρωθυπουργός προσπάθησε να τον αποτρέψει από αυτή τη σχέση λέγοντάς του πως ο λαός θα δυσανασχετούσε. H αλήθεια είναι πως όταν αγαπάς κάποιον πραγματικά, δεν υπάρχουν επιλογές. Τι να κάνει λοιπόν ο καημένος ο βασιλιάς; Να την εγκαταλείψει για πάντα και να πεθάνει δυστυχισμένος; Να την παντρευτεί και να παραιτηθεί η κυβέρνηση; Η καλύτερη λύση

αποδείχτηκε η τρίτη. Να παραιτηθεί αυτός. Έτσι, ένας βασιλιάς 80 χρόνια πίσω στο παρελθόν μετέτρεψε την πράξη του από παραίτηση σε επανάσταση. Ενάντια στα πρέπει και τα απαγορεύεται. Μας απέδειξε πως είναι αδύνατο να πεις στην καρδιά σου «κάτσε φρόνιμα και μην αγαπάς γιατί είσαι καρδιά βασιλιά». Ο Εδουάρδος όρθωσε το ανάστημα του, αδιαφόρησε για τη δόξα, τον πλούτο, τη φήμη. Η αγάπη έριξε το βασιλιά από το θρόνο και ανέλαβε αυτή στη θέση του. Τα συναισθήματα για την κυρία Simpson ήταν τόσο δυνατά που ούτε ένας βασιλιάς δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Δεν είχε τη δύναμη να απαρνηθεί το χτύπο της καρδιάς του κάθε φορά που τη συναντούσε, την αναπνοή του που σταματούσε κάθε φορά που βρισκόταν κοντά της… Δεν πρόκειται να τον κρίνω για την πράξη του αν αυτό περιμένετε. Ο Εδουάρδος έκανε αυτό που θεωρούσε καλύτερο για τον εαυτό του. Προσωπικά, δεν γοητεύομαι από την αγάπη, αλλά από το γεγονός ότι η επανάστασή του είχε ένα ηθικό δίδαγμα. Στη ζωή δεν πρέπει να εγκαταλείπουμε όσα ονειρευόμαστε και ποθούμε, αλλά να τα κυνηγάμε. Να παλεύουμε γι’ αυτά μέχρι το τέλος. Όσο δύσκολο, ψυχοφθόρο, επώδυνο και αν είναι. Θα χρειαστεί να κάνουμε θυσίες. Στο τέλος, όμως, θα καταφέρουμε να είμαστε ευτυχισμένοι. Αν είστε από αυτούς που διαλέγουν τον εύκολο δρόμο, σκεφτείτε πως κάτι που έχουμε επιτύχει με κόπο, πάντα μοιάζει περισσότερο πολύτιμο στα μάτια μας. Μιχαέλλα Χριστοδουλάκη ΙΒ2

19


«ΚΑΘΕΤΗ ΓΡΑΜΜΗ» Είναι η επανάσταση βία; Συνωμοσία; Αδιαλλαξία; Είναι η επανάσταση απραγία; Προδοσία ή σιωπή; Τίποτ’ απ´ αυτά όμως δεν μπορώ επανάσταση ν’ αποκαλώ Και ποια η θέση μας λοιπόν στις δυσκολίες των καιρών; Είν’ η ευθύνη μας να ζούμε την τάξη των πραγμάτων ν’ ανοικοδομούμε Μαζί με άλλους ή με τον εαυτό μας Έξω απ’ αυτά που επιβάλλονται να χαράξουμε το δρόμο το δικό μας Να ‘χουμε στόχους, θάρρος, αφοσίωση Να μη δειλιάζουμε στου κόσμου μπροστά την απαξίωση Και με υπερηφάνεια Με δυνατή φωνή Να κάνουμε τη ζωή μας Αλλαγή. Στροφή κι αποστροφή Ευθεία και κάθετη γραμμή. Κατερίνα Διαμαντοπούλου Γ1

Ο «ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ» Έβαλε τα παπούτσια Φόρεσε το μαύρο φούτερ «Πάω πορεία», φώναξε και έκλεισε βιαστικά την πόρτα Άναψε τσιγάρο και σιγομουρμούρισε το αγαπημένο του κουπλέ -ναι, πολύ με εκφράζει η ραπ-σκέφτηκε Στους δρόμους χάος, φωτιές, αστυνομία Φόρεσε την κουκούλα και χάθηκε μέσα στο πλήθος, σίγουρος πως θα αλλάξει τον κόσμο Γύρισε σπίτι - «Που ήσουν;» - «Έκανα επανάσταση» “Ανατροπή, επανάσταση, αγώνας”, σκέφτηκε, πετώντας τα παπούτσια του και το μαύρο φούτερ. Κοίταξε το iPhone. Ο Γιώργος του ‘χε στείλει να πάνε για καφέ. (Η επανάσταση δεν είναι στον αφρό… Η επανάσταση είναι στο βυθό.) Κατερίνα Διαμαντοπούλου Γ1

20


ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ Τι είναι μια επανάσταση; Είναι άραγε μόνο μια μαζική εξέγερση του λαού με απώτερο σκοπό να αντιτεθεί σε μία κυβέρνηση ή σε μία πράξη; Ή υπάρχουν και καθημερινοί επαναστάτες που παλεύουν για το δίκαιο μέσα από μικρές πράξεις στην καθημερινότητά τους; Η κοπέλα που θα υψώσει τη φωνή της όταν ένας περαστικός χλευάσει ένα ζητιάνο, ο νεαρός που θα τρέξει να βοηθήσει το θύμα ενός πορτοφολά, παρόλο που τρέμει από το φόβο του. Ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κατάσταση που επικρατεί καθημερινά στις δημόσιες υπηρεσίες, τράπεζες και οργανισμούς. Αγανακτισμένοι φορολογούμενοι, βαριεστημένοι υπάλληλοι, απρόσωποι αρμόδιοι, όλοι θύτες και θύματα της γραφειοκρατίας. Μέσα στο πλήθος όμως υπάρχει μία κυρία που δίνει μάχη για να κρατήσει τη σειρά της και καταφέρνει να εξυπηρετηθεί με αξιοπρέπεια από μία θρασύτατη υπάλληλο. Απλοί επαναστάτες στην καθημερινότητα είναι χιλιάδες άγνωστοι ήρωες στη δουλειά τους, στο σπίτι, στο δρόμο που διεκδικούν και παλεύουν για το δίκαιο. Σε μια εποχή, που συνειδήσεις και ζωές αλλοτριώνονται στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης, η μάχη για το δίκαιο είναι η μόνη αναλλοίωτη αξία του πολιτισμού μας. Σ’ αυτούς τους επαναστάτες της καθημερινότητας ανήκει το μέλλον. Γι’ αυτούς αξίζει να αναλογιστούμε όλοι ότι η ζωή είναι μοναδική και αξίζει να παλεύουμε για αυτά που πιστεύουμε, ακόμη και αν παλεύουμε μόνοι, γιατί όταν κανείς είναι ένας σιωπηλός, απαθής άνθρωπος, ένας θεατής της καθημερινότητας που εκτυλίσσεται μπροστά του δεν εχει πια τη ζωή στα χέρια του. Είναι ζωντανός, αλλά δεν ζει πραγματικά. Ο χρόνος μας στον κόσμο αυτό είναι περιορισμένος και αυτό που πραγματικά θα έκανε το ταξίδι της ζωής πιο όμορφο θα ήταν να παλέψουμε για έναν κόσμο γεμάτο αγάπη, συμπόνοια, δίκαιο, τιμιότητα και να υπάρχουν άτομα έτοιμα να υψώσουν το ανάστημά τους όταν χρειαστεί. Μαντώ Χουλιάρα Α5

21


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΛΥΚΕΙΟΥ & ΙΒ Νοέμβριος 2013 - Ιανουάριος 2014

Τέσσερις μαθητές του ΙΒ οργανώσαμε ένα Λογοτεχνικό Διαγωνισμό, στον οποίο μαθητές του Ενιαίου Λυκείου και του ΙB συμμετείχαν με ποιήματα ή διηγήματα είτε στα ελληνικά είτε στα αγγλικά. Οι συμμετέχοντες δεν υπέγραφαν με το όνομά τους αλλά με ψευδώνυμο της επιλογής τους. Η αξιολόγηση των κειμένων έγινε από εμάς και βασίστηκε στα εξής κριτήρια: α. Περιεχόμενο β. Δομή γ. Έκφραση - Γλώσσα σε σχέση με το στόχο του κάθε κειμένου. Τα κείμενα που ακολουθούν πήραν την πρώτη θέση στο διαγωνισμό. Διοργανωτές: Θεοδώρα Κατσανούλη ΙΒ2 Ελίζα Πάκα ΙΒ2 Ανδροκλής Κεβρεκίδης ΙΒ2 Αναστάσης Ζαφειρόπουλος ΙΒ2

[ ΤΙΤΛΟΣ ] Τόσο με ενοχλούν οι ατέλειες που αναζητώ μέρη μακρινά για να βρω κάτι να διορθώσω. Η πρεσβυωπία είναι δυσβάσταχτη. Με τυφλώνει και αυτό το φως – μα από πού έρχεται; Μάλλον από το βάθος του διαδρόμου. Το χαλί έχει μία τόση δα τσάκιση, τρέχω να το επιδιορθώσω αμέσως· ανεπανόρθωτη ζημιά. Δίπλα μου, σχεδόν με αγγίζει, η βαριά ανάσα του κόσμου. Πού χρόνος να ασχοληθείς με τέτοιες ασήμαντες ατέλειες.

22

Ψευδώνυμο: Οδυσσέας


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

ΦΟΝΟΣ ΑΠΟ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ Ο Γενάρης πλησίαζε στο τέλος του. Η νυχτερινή βροχή μόλις είχε σταματήσει και η πόλη της Ερμούπολης στο νησί της Σύρου ήταν βρεγμένη με ένα σύννεφο ομίχλης να καλύπτει την κορυφή της. Το φως του ήλιου έκανε δειλά την εμφάνισή του από την ανατολή. Σιγά σιγά τα παραθυρόφυλλα άρχισαν να πεταρίζουν και ο κόσμος να ξυπνά και να κατευθύνεται σιωπηλά προς τις δουλειές του. Οι μυρωδιές από τα φρεσκοψημένα ψωμιά και τα άλλα εδέσματα των φούρνων διαχέονταν σε όλη την πόλη, ενώ οι έμποροι στην αγορά άνοιγαν τα καταστήματά τους και διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, προσδίδοντας το δικό τους άρωμα στο παραδεισένιο πρωινό. Ο κύριος Δαβάκης καθόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού του και έβλεπε όλη αυτή την κινητικότητα των ανθρώπων, που του θύμιζαν τα εργατικά μυρμήγκια που δούλευαν συνεχώς και ασταμάτητα, ενώ εκείνος τα παρακολουθούσε ως νέος τζίτζικας. Το σπίτι του βρισκόταν στην καλή περιοχή της Ερμούπολης και είχε δει πολλές και λαμπρές ημέρες την εποχή του παππού και του προπάππου του κύριου Δαβάκη. Κάποια στιγμή άρχισε να φυσάει και η ατμόσφαιρα ψυχράνθηκε, οπότε γύρισε στο δωμάτιο του γραφείου του, κάθισε στο θρόνο του, όπως τον αποκαλούσε, ανακάτεψε λίγο τη φωτιά στο αναμμένο τζάκι, γέμισε πάλι το ποτήρι του με κρασί, κόκκινο όπως πάντα, και αφοσιώθηκε στη μελέτη της «Πολιτείας» του Πλάτωνα. Το πρόσωπό του, αν και μόνο σαράντα τριών ετών, έδειχνε γερασμένο από το ποτό και το κάπνισμα. Είναι αλήθεια πως είχε αφήσει τον εαυτό του να γίνει έτσι. Μετά το θάνατο της γυναίκας του σε τροχαίο λίγο αφού είχε γεννηθεί η κόρη τους, είχε απομονωθεί από την υπόλοιπη κοινωνία, με εξαίρεση τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις που αγόρευε στο δικαστήριο. Από εκείνη την αποφράδα μέρα του ατυχήματος είχε αλλάξει εντελώς ο χαρακτήρας του. Κατηγορούσε συνεχώς τον εαυτό του για το θάνατο της Ιουλίας. Και γιατί όχι; Μήπως αυτός δεν οδηγούσε το αυτοκίνητο; Αυτός δεν ήταν που δεν είδε την πεσμένη πέτρα, με αποτέλεσμα να αναποδογυρίσει το αυτοκίνητο και να

συνθλιβεί η γυναίκα του, ενώ ο ίδιος γλύτωσε απλώς με μερικά γδαρσίματα; Αυτές οι σκέψεις τον ταλάνιζαν τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια. Είκοσι πέντε χρόνια απομόνωσης από όλους. Μέχρι και η κόρη του τον εγκατέλειψε. Πήρε υποτροφία στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης και, αφού παντρεύτηκε, έμεινε εκεί. Πόσο καιρό είχαν να μιλήσουν. Από τότε που αρνήθηκε να παραστεί στα βαφτίσια του εγγονού του, λόγω της θλίψης του. Δύο περίπου χρόνια. Και αυτό τον έτρωγε. Σκεφτόμενος αυτά συνειδητοποίησε πως το μπουκάλι κρασί είχε αδειάσει και πως έπρεπε να αγοράσει άλλα. Μόρφασε. Σηκώθηκε αργά, πήρε το παλτό του, εμποτισμένο πλέον από τη μυρωδιά του καπνού της πίπας του, και βγήκε έξω από το σπίτι. Στο δρόμο προς την κάβα δεν άντεξε και μπήκε σε ένα μπαρ, το Ζουντόκου. Εκεί κάθισε στο πιο απομονωμένο τραπέζι και παρήγγειλε ένα ποτήρι κρασί. Όντας βυθισμένος στις σκέψεις του δεν παρατήρησε τη νεαρή σερβιτόρα που τον παρακολουθούσε. Το βλέμμα της ήταν αρκετά επίμονο, προσβλητικό θα μπορούσε να πει κανείς. Ο Δαβάκης, ξεχνώντας πως βρισκόταν σε μαγαζί, άρχισε να παραγγέλνει και άλλα ποτήρια. Όταν, όμως, κάποια στιγμή γύρισε στην πραγματικότητα και κατάλαβε πού ήταν και τι έκανε, αγχώθηκε. Είχε άραγε παραφερθεί υπό την επήρεια του αλκοόλ; Είχε ρεζιλευτεί; Κοίταξε αμήχανα γύρω του τους υπόλοιπους θαμώνες. Κανένας δεν τον κοίταζε, αλλά ήξερε πως όλοι τον είχαν δει και πως όλοι επαναλάμβαναν στις συζητήσεις τους «Κρίμα, ένας τόσο νέος άνθρωπος» και «…αυτό το κρασί τον έφαγε…». Ξαφνικά το βλέμμα του πάγωσε. Είχε διασταυρωθεί με αυτό της σερβιτόρας. Χωρίς πραγματικά να το θέλει ή να το αντιλαμβάνεται, της έκανε σήμα να πλησιάσει. Εκείνη υπάκουσε και το πρόσωπό της έλαμψε. Όταν τον έφτασε, για να κρύψει το λάθος του, της ζήτησε ευγενικά το λογαριασμό και το όνομά της. «Ίλια», του απάντησε. «Ωραίο όνομα…». «Το καλλιτεχνικό μου. Είχα ασχοληθεί στο παρελθόν με την ποίηση. Το πραγματικό μου είναι Λούντμιλα. Από

Σερβία». Ο κύριος Ισμαήλοβιτς κατέβαινε από το πλοίο στο λιμάνι της Ερμούπολης την πρώτη Φλεβάρη. Όλα τα υπάρχοντά του βρίσκονταν στη μοναδική βαλίτσα που κρατούσε στο χέρι του. Είχε ταλαιπωρηθεί πολύ στο ταξίδι του από τη Σερβία. Τον είχαν ληστέψει στο τραίνο από το Βελιγράδι στην Αθήνα και το μόνο που του είχε μείνει ήταν αυτή η τόσο πολύτιμη βαλίτσα με τα μυστικά που έκρυβε. Είχε κάνει αυτό το ταξίδι για να βρει τη Λούντμιλα, την κόρη του καλύτερου φίλου του. Είχε ακούσει πως ήταν στην Αθήνα και προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην. Από αυτή την κατάσταση ήθελε να τη σώσει και γι’ αυτό, όταν έμαθε πως δε ζούσε πια στην ελληνική πρωτεύουσα, δε σταμάτησε στιγμή να την ψάχνει. Όταν έμαθε πως είχε μετακομίσει στη Σύρο, κατάφερε και βρήκε λεφτά για ένα εισιτήριο και πήγε να τη βρει. Θεώρησε πως σε ένα νησί θα ήταν ευκολότερο να την ανακαλύψει. Έτσι, μόλις πάτησε το πόδι του στο λιμάνι, ρώτησε ένα νεαρό σε σπαστά Ελληνικά για τη Λούντμιλα. Εκείνος του είπε να τον συναντήσει πάλι στο λιμάνι το βράδυ ώστε να τον πάει στο μπαρ που δούλευε. Το βράδυ πήγε στο λιμάνι και περίμενε το νεαρό. «Γιάννη, εσύ είσαι;» «Ναι, κύριε Ισμαήλοβιτς. Είστε έτοιμος;» Αφού έφτασαν έξω από το μπαρ «Ο Κυπρίνος», συνάντησαν την υπόλοιπη παρέα του Γιάννη. «Παιδιά από εδώ ο κύριος Ισμαήλοβιτς, από τη Σερβία. Κύριε Ισμαήλοβιτς ο Δημήτρης, γιος του Δημάρχου, ο Κώστας, γιος του Διοικητή της Αστυνομίας, η Λουτσία, κόρη του τραπεζίτη, ο Κυριάκος, ο γιος του παπά και ο Λουκάς, γιος του κρεοπώλη. Είμαστε όλοι φίλοι της Λούντμιλας, ή αλλιώς Ίλιας, όπως την ξέρουμε όλοι εδώ. Ελάτε να σας κεράσουμε κάτι». «Όχι, όχι. Δεν είναι ανάγκη. Μπορούμε να πάμε τώρα στη Λούντμιλα;». «Μα επιμένουμε. Ελάτε!». «Ναι, ναι. Ελάτε!». «Καλά. Αλλά λίγο». (συνεχίζεται)

23


ΦΟΝΟΣ ΑΠΟ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ (συνέχεια)

24

Το επόμενο πρωί οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούσαν πένθιμα. Το πτώμα ενός ξένου ανθρώπου είχε βρεθεί στο λιμάνι. Τα χαρτιά του έγραφαν: «Στόγιαν Ισμαήλοβιτς». Το πιο παράξενο ήταν το σύμβολο που είχε χαραχθεί στην πλάτη του. Το σήμα μιας παραστρατιωτικής οργάνωσης από τον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο. Η είδηση του αποτρόπαιου θανάτου (τριάντα δύο μαχαιριές και το σύμβολο) προκάλεσαν αναστάτωση στο νησί και σχεδόν κάθε κάτοικος είχε τη δική του ιστορία για το πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, ποιος ήταν ο νεκρός, τι γύρευε στο νησί και ποιος ήταν ο δολοφόνος. Οι φήμες άρχισαν να οργιάζουν και να κατευθύνονται προς την Ίλια, αφού αυτή και ο νεκρός μοιράζονταν την ίδια εθνικότητα. Η κηδεία, όπως ήταν φυσικό, προσέλκυσε πολύ κόσμο, λόγω της περιέργειάς του να δει τις αντιδράσεις της Ίλιας. Το συγκεκριμένο γεγονός είχε προκαλέσει τέτοιο σάλο, ώστε μέχρι και ο κύριος Δαβάκης παρευρέθηκε στην ταφή. Μόλις τελείωσε, παρατήρησε την Ίλια που τον πλησίαζε θλιμμένη. Την πλησίασε και αυτός. Όταν τελικά έφτασαν ο ένας τον άλλο, εκείνη μέσα σε αναφιλητά άρχισε να του μιλάει για την υπόθεση, τις φήμες, τις υποψίες και το γιο του τσαγκάρη, ο οποίος κατηγορούνταν για το φόνο. Καταλήγοντας η Ίλια ζήτησε τη βοήθεια του κ. Δαβάκη για την υπεράσπιση του αθώου, όπως έλεγε, Μιλήτου, στο Δικαστήριο. Η αντίδρασή του ήταν απρόσμενη και δέχτηκε, όχι τόσο λόγω της πρόσκλησης όσο της πρόκλησης της υπεράσπισης. Η ανάληψη αυτής της δουλειάς έβγαλε τον κύριο Δαβάκη από το λήθαργό του, με αποτέλεσμα να ασχολείται με την υπόθεση όλη την ημέρα, σε βαθμό που το αλκοόλ και το κάπνισμα δεν του ήταν απαραίτητα. Στη διάρκεια της έρευνας αποδείχτηκε πως ο Μίλητος ήταν καλός φίλος της Ίλιας, ίσως και κάτι παραπάνω, και

πως εμπλέκονταν στην υπόθεση τόσο μια παρέα από την Αθήνα, όσο και παιδιά της αφρόκρεμας της κοινωνίας της Σύρου. Οι ανακρίσεις ξεκίνησαν σχεδόν αμέσως. Αποδείχτηκε πως οι νέοι σύχναζαν στο μπαρ που δούλευε η Ίλια και πως είχαν δεθεί με την παρέα από την Αθήνα το προηγούμενο καλοκαίρι. Από τον Δημήτρη κατάφεραν να μάθουν πως, μετά από την πρώτη συνάντηση του κύριου Ισμαήλοβιτς με τον Γιάννη, είχαν συνεννοηθεί να παίξουν με τον ξένο, να τον κοροϊδέψουν, αλλά όχι να τον σκοτώσουν. Ο επόμενος που ανακρίθηκε ήταν ο Κυριάκος. Με πολύ κόπο κατάφεραν να του αποσπάσουν σημαντικές πληροφορίες για τα γεγονότα πριν από το φόνο. Τους αποκάλυψε πως, αφού μέθυσαν τον Ισμαήλοβιτς, τον άφησαν μόνο του στην παραλία, όπου βρέθηκε το πτώμα του, και μετά έφυγαν. Η Λουτσία το μόνο που πρόσθεσε στην κατάθεσή της ήταν πως, μετά το αλκοόλ που πότισαν τον Ισμαήλοβιτς, του χορήγησαν μικρή δόση ηρωίνης για να γελάσουν με την αντίδρασή του και την κατάστασή του. Εξίσου σημαντική ήταν η κατάθεση του Κώστα, ο οποίος ανέφερε πως, αντί να πάνε τον Ισμαήλοβιτς στο «Ζουντόκου» όπου βρισκόταν η Ίλια, τον πήγαν στον «Κυπρίνο», ένα μπαρ στο λιμάνι όπου σύχναζαν ναύτες. Από το σύνολο των καταθέσεων η αστυνομία κατάφερε να μάθει όσα συνέβησαν μέχρι τη στιγμή που ο Ισμαήλοβιτς αφέθηκε στην παραλία. Ύστερα και από τις καταθέσεις της αθηναϊκής παρέας, όλα έδειχναν πως ο κύριος ύποπτος ήταν ο Μίλητος, ο οποίος ζούσε κοντά στην παραλία όπου βρέθηκε το πτώμα και ως γιος τσαγκάρη μπορούσε να βρει τα απαραίτητα εργαλεία για τη χάραξη του συμβόλου. Ο κύριος Δαβάκης επί ένα μήνα έτρεχε σε όλη τη Σύρο και μάζευε πληροφορίες για τους υπόπτους. Διάβαζε επανειλημμένως τις καταθέσεις της παρέας και του Μιλήτου. Δύο μέρες πριν τη δίκη ανακάλυψε πως ο Κυριάκος, ο γιος του παπά, και


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

(συνέχεια) ο Λουκάς, ο γιος του κρεοπώλη, δεν είχαν ακλόνητο άλλοθι, αλλά αντίθετα υπήρχε ένα κενό μισής ώρας, για το οποίο ο ένας υποστήριζε τον άλλον. Η μέρα της δίκης είχε φτάσει. Εκείνο το συννεφιασμένο πρωινό ο κόσμος μαζευόταν υπομονετικά μπροστά από το Δικαστικό Μέγαρο. Οι ένορκοι έπαιρναν σιγά-σιγά τη θέση τους, ενώ ο Μίλητος περίμενε υπομονετικά στη θέση του. Όλα κυλούσαν όπως περίμεναν οι περισσότεροι. Οι κατηγορίες βάρυναν τον Μίλητο. Την τελευταία στιγμή, όμως, ο κύριος Δαβάκης κάλεσε τον πατέρα του Κυριάκου, τον παπά-Βλάση στο εδώλιο. Αφού ορκίστηκε πως θα πει την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, άρχισε να μιλάει ο κύριος Δαβάκης. «Σας παρακαλώ, παπά-Βλάση, πείτε στους ενόρκους τι μου εκμυστηρευτήκατε χθες το βράδυ». «Μάλιστα, κύριε Δαβάκη. Τη νύχτα που πέθανε ο συγχωρεμένος ο κύριος Ισμαήλοβιτς είχα αϋπνίες. Στριφογύριζα στο κρεβάτι μου, όταν άκουσα την εξώπορτα να ανοίγει και να μπαίνει μέσα ο Κυριάκος. Καθώς κατέβαινα να τον συναντήσω, άκουσα διαλόγους από το μπάνιο. Ή μάλλον καλύτερα άκουσα φωνές. Η μία ανήκε σίγουρα στο γιο μου, η άλλη όμως δεν ήξερα». «Μήπως θυμάστε τι έλεγαν;» «Ο ένας φώναζε στον άλλον για κάτι που είχε γίνει, ενώ από πίσω άκουγα τη βρύση να τρέχει και έναν ακόμα υπόκωφο ήχο, τον οποίο δεν μπορούσα να ξεχωρίσω. Θεώρησα πως ο Κυριάκος είχε πάλι μεθύσει και πως κάποιος φίλος του τον είχε βοηθήσει να γυρίσει σπίτι, οπότε και πήγα πάλι να προσπαθήσω να κοιμηθώ». «Και μετά τι έγινε; Θυμηθείτε, αν μπορείτε, να τα πείτε όπως ακριβώς μου τα είπατε χθες, παρακαλώ». «Ω… Ωραία λοιπόν. Το πρωί έμαθα για το φόνο και ανησύχησα πολύ». «Γιατί;» «Από τις πληροφορίες που είχα, κατάλαβα πως ο νεκρός ήταν Σέρβος στην καταγωγή, όπως ακριβώς και η συγχωρεμένη η γυναίκα μου. Μάλιστα άκουσα πως κάποιο σύμβολο του εμφυλίου είχε χαραχθεί στο σώμα του. Τότε θυμήθηκα την επιστροφή του

Κυριάκου το προηγούμενο βράδυ και μου μπήκαν ψύλλοι στα αφτιά». «Και τι κάνατε;» «Άρχισα να παρακολουθώ πιο προσεκτικά το γιο μου. Μια νύχτα την προηγούμενη εβδομάδα, που ο Κυριάκος είχε πιει και είχε γυρίσει πάλι μεθυσμένος στο σπίτι, προσπάθησα να μάθω τι είχε γίνει πραγματικά εκείνη τη μέρα. Με αποπήρε αμέσως, οπότε τον άφησα να κοιμηθεί. Όμως, λίγο αργότερα που κοιμόταν, ξαναπέρασα έξω από το δωμάτιό του και τον άκουσα να μουρμουρίζει στον ύπνο του». «Τι μουρμούριζε; Μπορείτε να μας πείτε καθαρά και δυνατά;» Εκείνη τη στιγμή όλη η αίθουσα του Δικαστηρίου κρεμόταν από το στόμα του παπά. Όλοι είχαν καταλάβει τι ετοιμαζόταν να πει, αλλά δεν το πίστευαν. Ξαφνικά ο Κυριάκος άρχισε να φωνάζει προς τον πατέρα του έξαλλος. Τον έβριζε και τον καταριόταν από τα βάθη της ψυχής του, ενώ εκείνος είχε ξεσπάσει σε λυγμούς και απαρνιόταν το γιο του για τα εγκλήματα που είχε διαπράξει. Αρχικά, όλοι στο Δικαστήριο είχαν μείνει στήλη άλατος, μέχρι και οι αστυνομικοί, οι οποίοι τελικά πλησίασαν τον Κυριάκο και τον συνέλαβαν για το φόνο του κύριου Ισμαήλοβιτς. Καθώς τον απομάκρυναν, εκείνος στράφηκε προς το Λουκά και τον ρώτησε με γαλήνιο ύφος γιατί δε μιλούσε για το δικό του ρόλο στην όλη ιστορία. Από την απολογία του Λουκά την επόμενη μέρα μαθεύτηκε πως είχε δανείσει τα εργαλεία για τη χάραξη του συμβόλου στον Κυριάκο από την αποθήκη του πατέρα του και πως περίμενε τον Κυριάκο να πραγματοποιήσει την ειδεχθή πράξη του. Ως κίνητρο του φόνου ανέφερε τον έρωτα του Κυριάκου για την Ίλια και τον παράλογο φόβο πως ο κύριος Ισμαήλοβιτς ήταν ο άντρας της. Μία εβδομάδα αργότερα το νησί είχε επανέλθει στους φυσιολογικούς ρυθμούς του. Οι φουρνάρηδες έψηναν τα ψωμιά τους το πρωί, ενώ ένα σύννεφο ομίχλης κάλυπτε το λιμάνι. Ο παπά-Βλάσης είχε εγκαταλείψει το νησί. Ο Κυριάκος καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, ενώ ο Λουκάς σε δέκα χρόνια. Η Ίλια και ο Μίλητος προσπαθούσαν μαζί να επιστρέψουν

στους ρυθμούς της καθημερινότητας, ενώ προετοίμαζαν τον αρραβώνα τους. Από ένα παράξενο γύρισμα της τύχης η θάλασσα ξέβρασε σχεδόν ανέπαφη τη βαλίτσα του κύριου Ισμαήλοβιτς με το σημαντικό περιεχόμενό της, τη διαθήκη του πατέρα της Ίλιας, σύμφωνα με την οποία η Ίλια κληρονομούσε μεγάλες εκτάσεις γης έξω από το Βελιγράδι και ένα σταθερό εισόδημα από την ενοικίαση μέρους αυτής της έκτασης. Ο κύριος Δαβάκης με το τέλος της δίκης ξανακύλησε στην παλιά του ζωή, το ποτό και το τσιγάρο. Όμως κάτι μέσα του είχε αλλάξει. Η υπόθεση και ειδικά ο παπάς που συμφώνησε να στήσει παγίδα στο γιο του για να αποκαλυφθεί, αν και δεν ήταν σίγουρος για την ενοχή του, τον είχαν συγκλονίσει. Αφού πέρασαν δύο εβδομάδες ώριμης και χρονοβόρας σκέψης, κάποιο πρωινό, σηκώθηκε από το θρόνο του, άφησε το ποτήρι με το κρασί, έσβησε τη φωτιά στο τζάκι και ετοίμασε τη λιτή βαλίτσα του. Μόλις τελείωσε πήρε τηλέφωνο και έβγαλε εισιτήριο για Αθήνα και από εκεί με το αεροπλάνο για Κοπεγχάγη. Είχε αποφασίσει να επισκεφτεί τη κόρη του και να ξεφύγει μια και καλή από την προηγούμενη μίζερη ζωή του. Ήθελε να γίνει ο πατέρας και ο παππούς που δεν ήταν ποτέ. Το επόμενο πρωί ξύπνησε χαρούμενος και κατευθύνθηκε ήσυχα προς το λιμάνι με τη σκέψη της κόρης του και του εγγονού του. Ψευδώνυμο: Μίστος

25


ΣΥΝΑΝ ΤΗΣΕΙΣ

26


ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΑΛΚΗΣ ΖΕΗ Η Άλκη Ζέη είναι μία “εξέχουσα μορφή της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας”, η αγαπημένη συγγραφέας των παιδιών για δεκαετίες. Έγραψε βιβλία για νέους αλλά και για μεγάλους. Για όλους. Τα έργα της ξεχωρίζουν για την εκφραστική τους λιτότητα, την αμεσότητα των βιωμάτων της συγγραφέως. Απλά και με απροσποίητες κουβέντες καταφέρνει να μιλήσει στα παιδιά για γεγονότα – ταμπού της πολιτικής, κοινωνικής και ιστορικής πραγματικότητας, με έντιμο τρόπο, δηλαδή με ευθυκρισία, ειλικρίνεια, ευαισθησία και μορφή προσιτή στο γλωσσικό και νοητικό τους επίπεδο. Το έργο της αποτελεί ένα μάθημα γραφής, ένα μάθημα ζωής, μία παρακαταθήκη προτύπων συμπεριφοράς. Το τελευταίο βιβλίο της «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο» είναι μία λογοτεχνική αυτοβιογραφία, μία εξομολογητική αφήγηση των παιδικών και εφηβικών της χρόνων. Με την ευκαιρία της έκδοσής του τη συναντήσαμε στο σπίτι της και συζητήσαμε μαζί της. Κυρία Ζέη, πώς νιώθετε για την απήχηση που έχουν τα έργα σας; Mάλλον πρέπει να νιώθω χαρούμενη, γιατί όταν ένα βιβλίο, όπως Το Καπλάνι της Βιτρίνας, που έκλεισε 50 χρόνια, πουλιέται συνέχεια, αυτό για μένα είναι το μεγαλύτερο βραβείο που μπορεί να έχω πάρει. Τα βιβλία σας διαβάζονται από άτομα όλων των ηλικιών και αυτό πρέπει να σας ικανοποιεί. Ναι, χωρίς να κάνω καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια. Έτσι είναι ο τρόπος που γράφω. Όπως έγραψα το πρώτο μου βιβλίο, έτσι συνεχίζω να γράφω τα άλλα μου βιβλία, χωρίς να λέω «θέλω να κάνω ένα βιβλίο για να το διαβάζουν όλοι». Ποιο είναι το περιεχόμενο του τελευταίου βιβλίου «με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο»; Είναι τα 20 πρώτα χρόνια της ζωής μου. Και επειδή σ’ αυτά τα 20 χρόνια συνέβησαν σημαντικά γεγονότα στον τόπο μας, ήθελα να τα αφηγηθώ. Γνώρισα σημαντικούς ανθρώπους. Είπα καιρός είναι να τα πω, ώστε να τα ακούσουν και να τα μάθουν και οι επόμενες γενιές. Δεν μου πήρε πολύ καιρό να το γράψω, αλλά το σκεφτόμουνα. Εγώ το σκέφτομαι και το μαθαίνω σχεδόν απ’έξω αυτό που θέλω να γράψω, ώστε όταν καθίσω να είμαι έτοιμη. Ξεκίνησα Νοέμβριο και τέλη Μαρτίου το είχα γράψει.

Πώς ξεκινήσατε να γράφετε; Πώς αποφασίσατε να γίνετε συγγραφέας; Γράφοντας γράμματα στις υπηρετριούλες της πολυκατοικίας. Έτσι είδα ότι μ’ αρέσει να γράφω, επειδή ήμουν ένα σιωπηλό παιδί και είχα μία αδερφή πολύ φλύαρη. Η Διδώ Σωτηρίου, που έτυχε να είναι θεία μου, μου είπε ότι τις σκέψεις σου μπορείς να τις γράψεις. Εμένα μ’ άρεσε αυτό, γιατί έβρισκα έναν τρόπο να εκδηλωθώ. Ύστερα στο σχολείο, έγραφα στο κουκλοθέατρο και στο περιοδικό του σχολείου. Ο άντρας μου αργότερα με έσπρωχνε συνέχεια προς αυτό, αν και εμένα μου είχε γυαλίσει να πάω στο θέατρο. Εσείς αρχίσατε γράφοντας βιβλία για παιδιά. Στην πορεία πώς αποφασίσατε να γράψετε και για ενηλίκες; Εγώ δεν αποφάσισα να γράψω για παιδιά. Το βιβλίο αποφάσισε, γιατί ήθελα απλούστατα να γράψω αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια. Δεν είχα καμία ιδέα ότι γράφω βιβλία για παιδιά. Γιατί γράφετε; Εννοώ ποιο είναι το κίνητρό σας, ποια είναι η πρόθεση; Δεν έχω αυτό που λένε μερικοί συγγραφείς «θέλω να γράψω, γιατί αλλιώς δεν μπορώ να ζήσω». Εγώ είμαι ευχαριστημένη και όταν δεν γράφω. Γράφω όταν θέλω κάτι να πω και νομίζω ότι είναι ένδιαφέρον να το ακούσει και ο άλλος. Αν δεν το έχω βρει αυτό, δεν κάθομαι να γράψω απλά για να γράψω. Δεν λυτρώνομαι με το γράψιμο. Από μικρή ήθελα να γίνω συγγραφέας και πάντα ρωτούσα όλους τι χρειάζεται για να γίνω καλή συγγραφέας. Το ίδιο θα ρωτήσω και σας. Δεν θυμάμαι ποιος από τους συγγραφείς είπε: «Ο καλύτερος τρόπος για να γράψεις ένα βιβλίο είναι να το γράψεις». Εγώ θα σε συμβούλευα να πάρεις ένα βιβλιαράκι, το «Συμβουλές σε ένα νέο συγγραφέα» του Τσέχωφ. Εγώ το διάβασα πολύ αργά, αλλά είδα ότι χωρίς να το θέλω τον είχα ακολουθήσει. Και σου λέει πολύ ωραία τι να αποφεύγεις. Τι να μην κάνεις. Μόνο γράφοντας, βέβαια, θα μπορέσεις να δεις και να καταλάβεις και εσύ σιγά σιγά μόνος σου τι χρειάζεται, γιατί πρέπει να βρεις το δρόμο σου, τον τρόπο που θες να γράψεις. Σκοπός είναι πώς θα γράψεις ένα βιβλίο και όχι πόσο σπουδαίο θα γίνει ή πόσο κοινό θα έχει.

27


28


ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΑΛΚΗΣ ΖΕΗ (συνέχεια) Με ποια κριτήρια πρέπει να επιλέγουμε ένα βιβλίο για να το διαβάσουμε;

τη Γερμανία για να απελευθερωθεί η Ελλάδα. Τώρα δεν υπάρχει εχθρός, είναι αόρατος.

Δεν ξέρω τα κριτήρια. Να το διαβάζεις και να δεις αν σ’ αρέσει, γιατί άλλο βιβλίο σ’ αρέσει να διαβάζεις εσύ, άλλο εσύ. Διαβάζοντας βρίσκεις τι είναι αυτό που σου αρέσει. Ένα βιβλίο μπορείς να το διαβάσεις ολόκληρο, χιαστί, να το διαβάσεις και μετά να το πετάξεις χωρίς να φτάσεις στο τέλος. Εγώ νόμιζα ότι κάθε βιβλίο πρέπει να το διαβάζεις ως το τέλος και υπέφερα. Η λογοτεχνία είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο. Την εποχή μου δεν υπήρχαν και πολλά άλλα πράγματα. Δεν υπήρχε βέβαια ιντερνέτ και τηλεόραση, δεν πολυπηγαίναμε σινεμά ούτε θέατρο. Η κυριότερη μας διασκέδαση ήταν να διαβάζουμε. Ακόμα και στο σινεμά ΡΕΞ δεν πηγαίναμε για να διασκεδάσουμε, αλλά για να συναντήσουμε αγόρια που δεν συναντούσαμε ποτέ. Το λιγότερο που μας ενδιέφερε ήταν να δούμε την ταινία.

Δηλαδή, οι άνθρωποι δεν συσπειρώνονται; Αυτά τα γεγονότα πρέπει να φέρνουν τους ανθρώπους πιο κοντά...

Ποια πρόσωπα και γεγονότα σημάδεψαν την ιδεολογική και πνευματική σας πορεία; Ο πόλεμος και κυρίως η αντίσταση. Αυτά σημάδεψαν πολύ τη ζωή μου. Επίσης, όλα τα πρόσωπα που γνώρισα εκείνη την εποχή. Είχατε μία ζωή γεμάτη εμπειρίες και γνωρίσατε σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους, όπως είναι ο Μ. Χατζιδάκις, ο Ν. Γκάτσος, ο Ο. Ελύτης κ.ά. Πώς επέδρασε η παρουσία τους στη ζωή σας; Αυτός ο φιλικός περίγυρος μού άφησε πρώτα πρώτα μια βαθιά γνώση, γιατί αυτοί οι άνθρωποι όταν μαζεύονταν μιλούσαν μόνο για λογοτεχνία και τέχνη. Δεν μίλουσανε για τίποτα άλλο και πολλά πράγματα που για μας ήταν άγνωστα. Μας άνοιγαν ορίζοντες. Και χωρίς ακόμα να έχουν γίνει γνωστοί. Παρ’όλα αυτά, ήταν και πολύ φιλικοί μαζί μας, δεν αισθανόμασταν απόμακρα. Τον μόνο που δεν πλησιάζαμε ήταν ο Σικελιανός. Δεν είχαμε κανένα θάρρος να τον πλησιάσουμε. Πώς βλέπετε τη σημερινή κοινωνία; Είστε αισιόδοξη για το μέλλον; Αισιόδοξη πρέπει να είμαι, γιατί η Ελλάδα έχει περάσει και άλλες πολύ δυσκολότερες καταστάσεις. Η μόνη διαφορά είναι ότι εμείς στις δύσκολες καταστάσεις ήμασταν ευτυχισμένοι, είχαμε βρει τον εαυτό μας, είχαμε ένα όραμα και έναν κοινό εχθρό. Ξέραμε ότι θα παλέψουμε

Φέρνουν τους ανθρώπους, τις οργανώσεις μάλλον, πιο κοντά για να αποφασίσουν όλοι μαζί, γιατί αν ήμασταν όλοι μαζί, θα δείχναμε και πιο μεγάλη δύναμη. Θα ήταν διαφορετικά. Όπως στην κατοχή, όπως στη Χούντα. Στη Χούντα ξαναβγήκαμε όλοι μαζί και απέδωσε αυτό. Ποιες μνήμες εξόριστοι;

κουβαλούν

οι

πολιτικοί

Είναι διαφορετικό να είσαι πολιτική εξόριστη στη Ρωσία, στο Παρίσι και δεν έχει καμία σχέση με τους μετανάστες που ΄ρχονται εδώ. Γιατί εκεί πήγαινες σε μία χώρα που ήσουνα κοντά. Στο Παρίσι, οι Γάλλοι άνοιξαν τα σπίτια τους και μας βοήθησαν πάρα πολύ. Στη Σοβιετική Ένωση το περιβάλλον ήταν πολύ φιλικό, οι άνθρωποι ήταν πολύ ζεστοί. Αλλού δεν είχαμε ιδιαίτερη επαφή. Τι θα συμβουλεύατε τους νέους της ηλικίας μας; Οι νέοι της δικής σας ηλικίας είναι πολύ πιο έξυπνοι απ’ ό,τι ήμασταν εμείς, αλλά έχουνε πιο πολλές προσβάσεις στο να μάθουν πράγματα. Έχετε το ιντερνέτ, μπορείτε να ταξιδεύετε, ενώ εμάς το μεγαλύτερό μας ταξίδι ήταν πλατεία Αμερικής – Ομόνοια. Αλλά, όπως είπα, σας λείπει αυτό το όραμα. Και εσείς αυτό που μπορείτε να κάνετε είναι να είστε μεταξύ σας πιο δεμένοι, να βοηθάει ο ένας τον άλλον και να προσπαθείτε να κάνετε κάτι. Πρέπει με όλες τις δυσκολίες να προσπαθείτε αυτό να κάνετε, γιατί, αν δεν κάνεις και κάτι που θες, δεν μπορείς να είσαι ευτυχισμένος. Μπορεί να κάνεις παράλληλα κάτι άλλο για να βοηθηθείς οικονομικά, αλλά και από την άλλη μεριά να κάνεις αυτό που θες. Πρέπει να προσπαθεί ο καθένας να πραγματοποιεί το όνειρό του. Είναι πολύ δύσκολο, αλλά, αν το έχει βάλει καλά στο νου του, θα γίνει. Σας ευχαριστούμε πολύ! Θάνος Παπαδούδης Γ2 Ανδριάνα Σταμπολή Α1 Κλειώ Τρούγκου Α1

29


«Αποφοίτησα από τη Σχολή Μωραΐτη. Ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής, αλλά δεν γινότανε, γιατί ούτε τόσο καλός ήμουν ως ποδοσφαιριστής και νομίζω θα στενοχωριόντουσαν και οι δικοί μου. Οπότε έγινα φιλόλογος. Μπήκα στη φιλοσοφική, τελείωσα κλασσικός φιλόλογος και παράλληλα, εντελώς τυχαία αν θέλετε, έδωσα εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Λέω τυχαία, γιατί δεν υπολόγιζα ποτέ μου να γίνω ηθοποιός. Τελείωσα τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου, μετά έμεινα στο παλιό Εθνικό Θέατρο, τότε, 10 χρόνια, έμαθα τα βασικά και σημαντικά πράγματα από μεγάλους ηθοποιούς και σκηνοθέτες. Στη συνέχεια, έφυγα από το Εθνικό Θέατρο έχοντας παίξει πάρα πολλούς ρόλους - κυρίως αρχαίου δράματος στην Αρχαία Επίδαυρο. Περιπλανήθηκα στο λεγόμενο ελεύθερο θέατρο. Και μετά επειδή πάλι βαρέθηκα τον εαυτό μου, πήγα σε πιο πρωτοποριακά σχήματα. Γύρω στο 2000 άρχισα να σκηνοθετώ. Πάλι τυχαία έγινε αυτό. Βρέθηκα να είμαι και σκηνοθέτης. Φαντάσου λοιπόν ότι εδώ και 14 χρόνια σκηνοθετώ, παίζω και διδάσκω θέατρο».

30


ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΓΝΑΔΗΣ Τι σημαίνει για σας το θέατρο; Όταν ήμουνα πιο μικρός, μπορούσα να απαντήσω πιο εύκολα: σημαίνει αυτό. Τώρα δεν ξέρω να σου δώσω έναν τίτλο για το τι σημαίνει στη ζωή μου. Πάντως, το θέατρο θέλοντας και μη, και το τονίζω αυτό, είναι η ζωή μου. Μετράω αυτή τη στιγμή 29 χρόνια δουλειάς στο θέατρο. Αυτό σημαίνει ότι για να έχω επιλέξει να είμαι στο θέατρο τόσα πολλά χρόνια, προφανώς είναι κάτι που ήθελα. Το ερώτημα για τον καλλιτέχνη είναι αν, όσο μεγαλώνει, όντως αγαπάει το θέατρο ως μία τέχνη ή αν το έχει ανάγκη. Δεν μπορώ να αποφασίσω, αν πραγματικά το αγαπάω το θέατρο ή αν έχει γίνει μια ανάγκη να εκφράσω πράγματα που δεν μπορώ να βρω στη ζωή μου. Ή αν καλύπτει κάποια κενά στη ζωή μου, την προσωπική, στις σχέσεις μου, στα συναισθήματά μου. Το θέατρο είναι μια πλαστή πραγματικότητα, ένας ψεύτικός κόσμος, στον οποίο εμείς οι ηθοποιοί λέμε μεγάλες αλήθειες. Δηλαδή, στον ψεύτικο κόσμο του θεάτρου εγώ νιώθω πιο αληθινός απ’ ό,τι στον αληθινό κόσμο της ζωής. Τώρα που υπάρχει μια γενικότερη κατάσταση φθοράς σε πολλά επίπεδα, πιστεύετε πως το θέατρο και γενικότερα οι τέχνες μπορούν να συμβάλουν στο να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση; Κάνε μία χρονική αναδρομή και πήγαινε στην Κατοχή που οι άνθρωποι δεν είχαν 400 ευρώ. Ούτε τα μισά δεν είχανε. Αν τους έλεγες «το 2014 περνάμε δύσκολα», θα σου έλεγαν, «καλά με δουλεύεις;». Πάντοτε οι εποχές είχαν τις δυσκολίες τους και κάθε γενιά θεωρεί ότι έχει τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Επομένως, το ερώτημα «σε μια δύσκολη εποχή τι έχει να πει το θέατρο;» είναι ένα ερώτημα 2500 χρόνων. Κάθε εποχή είναι δύσκολη, άλλη λιγότερο και άλλη περισσότερο. Ωστόσο, έχω να πω ότι γενικά το θέατρο σαν εκπαιδευτική διαδικασία, δηλαδή σαν παιδεία, όπως και όλες οι τέχνες, παίζει ένα ρόλο στην πρόοδο του πολιτισμού, στην πρόοδο του πνεύματος και της ψυχής. Όμως, κανένας αληθινός καλλιτέχνης δεν κάνει τέχνη για να εκπαιδεύσει κάποιον. Κάνει τέχνη για να εκφραστεί. Εγώ δεν κάνω θέατρο για να κάνω εσένα καλύτερο άνθρωπο, κάνω για να εκφραστώ.

Γενικά τώρα το κράτος στηρίζει το θέατρο και γενικότερα τις τέχνες; Όχι, και είναι αλήθεια πως το επίσημο ελληνικό κράτος ελάχιστα έχει στηρίξει το κεφάλαιο «τέχνες, πολιτισμός και γράμματα». Εκτός από την αρχαιότητα, που η πολιτική ήταν συνυφασμένη με την καλλιτεχνική διαδικασία, που οι πλούσιοι μέσω των χορηγιών υπο-χρεώνονταν να πληρώνουν τα θεάματα, ποτέ το κράτος δεν βοήθησε ουσιαστικά τις τέχνες. Ίσως και συνειδητά, γιατί οι τέχνες σε κάνουν να ξυπνήσεις, σε αφυπνίζουν.... Φαντάσου λοιπόν ένα κράτος που θέλει να διοικήσει, να αφυπνίζει τον κάθε πολίτη και να τον κάνει να έχει τη δική του προσωπικότητα, το δικό του πολιτιστικό ορίζοντα. Είναι λίγο επικίνδυνο αυτό. Γι’ αυτό και το εκάστοτε κράτος πάντοτε θεωρούσε πολυτέλεια τον πολιτισμό. Το κράτος βοηθάει με κάποια ψίχουλα. Αυτό όμως έχει και το καλό του, γιατί ο καλλιτέχνης δεν περιμένει να τον θρέψει το γάλα της μάνας-κράτος, αλλά προσπαθεί να κάνει μόνος του πράγματα. Έχει τη δυσκολία του αυτό, άλλα έχει και την κατάκτηση ότι κάνω κάτι μόνος μου. Γενικά, να σας πω κάτι; Η τέχνη είναι για την τέχνη. Η τέχνη είναι η επικοινωνία μιας έκφρασης. Η τέχνη δεν μπορεί να γίνει θεσμός: πάρε τόσα και κάνε τέχνη. Μπορεί ένα κράτος να αγκαλιάσει αυτό που λέμε τέχνη, και να δώσει ευκαιρίες σε ανθρώπους, να δώσει ίσως μεγαλύτερα κονδύλια, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα κάνει και καλύτερη τέχνη. Τι θα συμβουλεύατε τους νέους που θέλουν να ασχοληθούν με τις τέχνες; Το να ασχοληθεί κανείς με το θέατρο προϋποθέτει ότι έχει δει θέατρο, ξέρει τι σημαίνει. Τώρα τα παιδιά έχουν δει talent shows, άπειρο Youtube, άπειρα βιντεάκια και έχουν μια θολή εικόνα περί του τι σημαίνει θέατρο. Τα περισσότερα παιδιά λένε θέατρο και εννοούν το σόου, τη σόου μπιζ, δηλαδή το να εμφανισθούν κάπου ή το να κάνουν μια γρήγορη επιτυχία. Επομένως, αυτό που θα συμβούλευα ένα νέο είναι να ξεκαθαρίσει τι εννοεί όταν λέει θέατρο. Το δεύτερο που θα του έλεγα είναι ότι πρέπει να κοπιάσεις πολύ, να ματώσεις για να κάνεις αυτό που θέλεις. Δεν θα στο φέρουν έτοιμο. Επομένως, υπομονή,

επιμονή και γνώση του αντικειμένου και, συνολικά, θα του έλεγα: «Είσαι πραγματικά νέος;». Τι σημαίνει αυτό; Πρώτον, διάθεση να μάθεις, ακόμα κι αν οι κλειστές πόρτες που πρόκειται να ανοίξεις έχουνε μέσα τέρατα. Το ρίσκο είναι του νέου. Επομένως, άνοιξε όσες πιο πολλές κλειστές πόρτες σε φοβίζουν, πήγαινε κόντρα στους φόβους σου και το κυριότερο μη μασάς, γίνε καλύτερος από εμάς. It is not a question of money. Θα μου πει με 400 ευρώ; Και με 4 μπορείς να ζήσεις αν είσαι ερωτευμένος. Και με 4 ευρώ, αρκεί να έχεις μία ιδέα ή ένα συναίσθημα να σε τρέφει. Το θέμα, νέε μου, είναι: άλλαξε τον κόσμο και ξεκίνα... Ποια, κατά τη γνώμη σας, είναι τα χαρακτηριστικά των νέων; Είσαι νέος; Θέλω απόδειξη. Πού είναι η φιλομάθεια, πού είναι η ευθεία για το άγνωστο; Άγνωστο είναι και η γνώση, που είναι κλειστές πόρτες. Για άνοιξέ την. Take the risk. Μπορεί και να καταστραφείς. Δεν θέλεις να καταστραφείς; Κανείς δεν θέλει να καταστραφείς, αλλά μπορεί. Πήγαινε όμως. Στο κάτω κάτω, είσαι 20 χρονών, θα μηδενίσεις το κοντέρ, θα ξαναρχίσεις από την αρχή. Οι επαναστάσεις ξέρετε γιατί απέτυχαν; Οι επαναστάσεις απέτυχαν γιατί ξεκινήσαμε την επανάσταση από τους γύρω μας. Θέλουμε να αλλάξουμε τους γύρω μας. Δεν επαναστατήσαμε όμως ποτέ απέναντι στον εαυτό μας. Αυτό δεν λέγεται επανάσταση, αυτό λέγεται φόβος. Δεν ρισκάραμε. Και τουλάχιστον της δικής σας γενιάς αυτή είναι ίσως η ασθένειά της. Η δική σας η γενιά έμαθε να έχει κι όχι να ζητάει. Άλλοι πέθαναν για τις ιδέες τους, έχασαν τη ζωή τους, ενώ εσύ θέλεις και να καλύψεις τη συνείδησή σου ότι κάνεις επανάσταση και να μην πάθεις τίποτα. Αυτό είναι γεροντικό, δεν είναι νεανικό. Λοιπόν αυτό θα συμβούλευα το νέο. Είσαι νέος; Απόδειξέ το. Είναι δύσκολο, ναι, ποιος σου είπε όμως, νέε, ότι σε έχω για τα εύκολα; Σας ευχαριστούμε πολύ! Ανδριάνα Σταμπολή Α1 Κλειώ Τρούγκου Α1

31


ΠΙΣΩ ΣΤΑ ΘΡΑΝΙΑ 32


ΠΙΣΩ ΣΤΑ ΘΡΑΝΙΑ

ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ ‘77 Με ποιο τρόπο θυμάστε το σχολείο; Το σχολείο το θυμάμαι με δύο συστήματα. Tο ένα είναι η πειθαρχία και η τάξη. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε με τον Αντώνη Μωραΐτη. Το δεύτερο είναι η τρέλα και το παιχνιδιάρικο. Μου αρέσουν και τα δύο όπως τα έχω στην ανάμνησή μου. Και ήταν και το χαλαρό και η τρέλα, η πλάκα και οι ζαβολιές. Κάναμε, ας πούμε, τις καρδερίνες στην τάξη. Αλλά και στις αυλές και στα γήπεδα κάναμε αρκετά πράγματα και τσαχπινιές. Στη γυμναστική κάναμε τους body builders. Με αυτόν τον τρόπο ξεδίναμε. Τι θεωρείτε ότι σας έχει προσφέρει η Σχολή Μωραΐτη; Το σχολείο μού έχει προσφέρει την οικειότητα και μία άνευ ορίων αυτονόητη επαφή που έρχεται χωρίς εμπόδια με τους αποφοίτους της περιόδου μου. Το αυτονόητο της επαφής. Η επαφή με αυτούς τους ανθρώπους έχει χτιστεί από τότε. Μετά από τόσα χρόνια ξαναβρισκόμαστε, στο Πανηγύρι για παρά-δειγμα, και υπάρχει κλίμα επαφής. Το εκτιμώ αυτό, το να έχει γίνει ένα σιωπηλό χτισιματάκι από τότε, με την πλάκα, τις εμπειρίες. Μου αρέσει αυτή η επαφή που έχει χτιστεί και ξαναγεννιέται, που είπαμε για παράδειγμα να κάνουμε μια ομάδα συγχορευτών αποφοίτων. Είναι αυτονόητη, δεν έχει να το ψάξεις.

νοσταλγία για τα ξέγνοιαστα χρόνια. Ξεγνοιασιά με κόμπο. Ένα κομμάτι αγνό που έχει μείνει. Δεν του έχω βάλει φτιασίδια. Δεν έχει καμία μπερδεψιά με τα τωρινά, με την ενήλικη ζωή. Έχει μείνει απαράλλαχτο, το κόμπιασμα, το φοβισμενούλι, το αγνό όταν πηγαίνω στο σχολείο. Το θεωρώ μία πολύ καλή αίσθηση. Δεν είναι μόνο ένα σφίξιμο, είναι και ένας σεβασμός μιας κατάστασης και ενός τρόπου ζωής. Το σφίξιμο είναι ένας σεβασμός που έχει προσφερθεί από το σχολείο. Νιώθω τον κόμπο του μαθητή, είμαι ακόμα ένα παιδί που μπαίνει στο σχολείο. Συνεχίζω να είμαι μαθητής, μαζί με όλα. Δεν σταματάει αυτή η περιέργεια, μία ροή ενέργειας που δεν κόβεται. Είναι μια συνήθεια που δεν κόβεται από το σχολείο. Μέσα στο δομημένο περιβάλλον υπήρχε και το «Όσο θες να τα ανοίξεις τα φτερά, άνοιξε τα». «Εμένα με ενδιαφέρει αυτό και για να δούμε και αυτό, πάμε στη βιβλιοθήκη να ερευνήσουμε και αυτό». Για παράδειγμα, αν και ήμουν πρακτικό παιδί, κάποτε είχα χωθεί στις βιβλιοθήκες για να γράψω μία εργασία για τον υπερ-ρεαλισμό για τον Έφηβο. Είναι ένα καλό κλίμα που εμπεριέχεται στην παιδεία στη Σχολή Μωραΐτη. Ψάξε, βρες τα και όσο θες πήγαινε. Πέτρος Κασιμάτης (απόφοιτος ‘77) Σύμβουλος – Εκπαιδευτής Οργανισμών και Ενηλίκων

Ένα ακόμα, είναι ένα κόμπιασμα στο στομάχι όταν πάω στο σχολείο. Ένα παιδικό συναίσθημα που νιώθω όταν μπαίνω στο σχολείο. Μια ατμόσφαιρα του μαθητικού και του πειθαρχημένου, η αίσθηση ότι έρχονται εξετάσεις. Από όλα αυτά κάτι έχει μείνει. Σαν

33


ΕΜΙΛΥ Φτάνει κάποτε η μέρα που περνάς έξω από το σχολείο σου, ξέροντας πως μετά από δώδεκα χρόνια δεν ανήκεις πια εκεί. Περίεργο συναίσθημα. Στέκεσαι έξω από το δασάκι, βλέπεις τα παιδιά να παίζουν, και θυμάσαι εσένα και τους φίλους σου να τρέχετε και να παίζετε τις ώρες του διαλείμματος. Και τώρα είσαι εκεί, έξω από τα κάγκελα – από την άλλη πλευρά του παιχνιδιού. Δεν έχεις τη σχολική τσάντα στον ώμο, ούτε τα τετράδιά σου στο χέρι. Κι όμως, δεν έχουν περάσει παρά λίγοι μήνες ουσιαστικά από την τελευταία φορά που περνούσα έξω από αυτό το δασάκι ως μαθήτρια και εγώ. Λίγοι μήνες που όμως φαίνονται σαν πολύς καιρός. Στο διάστημα αυτό άλλαξαν πολλά πράγματα. Το κυριότερο όμωςείναι πως άλλαξα εγώ. Και άλλαξα αρκετά. Η αποφοίτηση τον περασμένο Ιούλιο έφερε ένα τέλος σε έναν πολύ ουσιαστικό και όμορφο κύκλο, ανοίγοντας ταυτόχρονα έναν καινούριο, το μέγεθος του οποίου ακόμα εξερευνώ και ανακαλύπτω. Η απόφαση να φύγεις από το σπίτι, την οικογένειά σου και τη χώρα σου στα δεκαοχτώ ήταν πολύ σημαντική και καθοριστική. Ήταν μία μετάβαση και μία υπενθύμιση για το πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος...

34


ΠΙΣΩ ΣΤΑ ΘΡΑΝΙΑ

ΛΟΥΪΖΟΥ ‘13 ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ

...Η μετακόμιση στο Λονδίνο άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο έβλεπα τον εαυτό μου σε σχέση με τους γύρω μου και τη ζωή μου γενικότερα. Οι εμπειρίες, οι άνθρωποι, ο νέος ρυθμός ζωής με άλλαξαν πολύ. Με μεγάλωσαν. Σκέφτομαι ότι πλέον ξέρω πως μπορώ να επιβιώσω μόνη μου σε μία ξένη χώρα, να δοκιμαστώ, να δοκιμάσω, να ξεκινήσω ουσιαστικά μια νέα ζωή. Γιατί η ζωή στο Λονδίνο είναι καινούρια. Είναι διαφορετική. Πανεπιστήμιο, μαθήματα, δουλειά, διάβασμα, φίλοι, βόλτες... θέατρο. Για κάποιο λόγο βέβαια όλα καταλήγουν πάντα εκεί... στο θέατρο! Αυτό τουλάχιστον δεν άλλαξε! Εξελίχθηκε όμως σημαντικά. Πια στο Λονδίνο έχω βρει έναν διαφορετικό τρόπο να δημιουργώ, να ψάχνω για νέες ευκαιρίες και εμπειρίες, να προσπαθώ να ανοίξω ένα δρόμο που θα με οδηγήσει κάπου. Και είναι όμορφο να ανακαλύπτεις τον εαυτό σου, να συναντάς ανθρώπους που μοιράζονται το ίδιο πάθος, όνειρα και ανησυχίες, να θέτεις στόχους, να ρισκάρεις. Και το βασικότερο, να μαθαίνεις να δέχεσαι – και να κερδίζεις – τόσο από μία επιτυχία όσο και από μία αποτυχία. Δεν είναι εύκολο να φεύγεις μακριά από την ασφάλεια που θεωρούσες δεδομένη για πολλά χρόνια. Άλλοι βέβαια βλέπουν την απόφαση αυτή ως φυγή και ως αδυναμία αντιμετώπισης της δύσκολης κατάστασης. Ακούω πολλούς να αναρωτιούνται... «Μα είναι λύση να φύγεις; Τα προβλήματα δεν λύνονται με το να φεύγεις μακριά τους. Και η Ελλάδα χρειάζεται τους νέους με τα όνειρα τους.» Ναι, πράγματι. Όμως, τα προβλήματα δεν λύνονται και με το να κάθεσαι δίπλα τους με σταυρωμένα χέρια. Και τα όνειρα χρειάζονται έδαφος για να καλλιεργηθούν, να μεγαλώσουν και να πραγματοποιηθούν. Έφυγα όχι από αδιαφορία, αλλά επειδή ήθελα να αναζητήσω μια καινούρια εμπειρία σε ένα ξένο, διαφορετικό μέρος, που – τουλάχιστον στην προκειμένη φάση – ίσως έχει να μου προσφέρει περισσότερα. Στόχος μου όμως είναι αυτά τα περισσότερα που θα μου προσφέρει να τα προσφέρω και εγώ μετά στην Ελλάδα. Πιστεύω πως, όπως και πολλοί συμμαθητές μου, φύγαμε για να μάθουμε πράγματα, να βελτιωθούμε, να εξελιχθούμε, να γεμίσουμε από εμπειρίες και ιδέες, ώστε μετά να γυρίσουμε έχοντας να δώσουμε κάτι. Κάτι νέο. Ίσως έτσι – με νέες ιδέες και νέο τρόπο σκέψης – έρθει και η γενικότερη αλλαγή που χρειαζόμαστε ως χώρα και κοινωνία.

Στέκομαι ακόμα έξω από το δασάκι. Τα παιδάκια συνεχίζουν να τρέχουν και να παίζουν. Γέλια, φωνές... και κάπου εκεί ακούω και το κουδούνι να χτυπά, το οποίο βέβαια δεν φαίνεται να επηρεάζει ιδιαίτερα τα παιδιά και το παιχνίδι τους! Εμένα πάντως με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Κοιτώ ξανά το κτήριο του Σχολείου μας να προβάλλει πίσω από το δασάκι. Εικόνες από τα δώδεκα αυτά χρόνια που πέρασα μέσα εκεί ξαναέρχονται στο μυαλό και με κάνουν να εκτιμήσω το πόσο μεγάλη πηγή έμπνευσης και δημιουργικότητας στάθηκε αυτό το Σχολείο και οι άνθρωποί του για μένα. Δεν θα ξεχάσω το πώς μου έμαθε να κάνω συνεχώς καινούρια πράγματα, να δημιουργώ, να ταξιδεύω μεταφορικά και κυριολεκτικά. Τα παιδιά συνεχίζουν να παίζουν και να τρέχουν στο δασάκι, παρότι το κουδούνι έχει χτυπήσει εδώ και ώρα. Σε λίγα λεπτά οι δάσκαλοί τους θα μαζευτούν στο προαύλιο για να τους βάλουν σε δυάδες, να ανέβουν τις σκάλες και να πάνε στις τάξεις τους για να συνεχίσουν το μάθημα. Αυτό μέχρι το επόμενο διάλειμμα και το καινούριο παιχνίδι! Τελικά, εγώ μπορεί να άλλαξα πολύ, αλλά συνειδητοποιώ πως κάποια πράγματα δεν θα αλλάξουν ποτέ. Το κουδούνι θα συνεχίσει να χτυπάει, τα παιδάκια να τρέχουν στο δασάκι και ο χρόνος να περνάει θυμίζοντας μας πως είμαστε εδώ για να χαμογελάμε και να πηγαίνουμε παρακάτω. Αφήνω το δασάκι πίσω μου και κατηφορίζω προς την Κηφισίας. Η κίνηση του δρόμου με επαναφέρει λίγο στην πραγματικότητα της Αθήνας, αλλά οι φωνές των παιδιών στο δασάκι είναι ακόμα στα αφτιά μου. Φωνές γεμάτες όρεξη, ενέργεια, και ζωή. Ευτυχώς, όσο κι αν μεγάλωσα, όσο κι αν άλλαξα, μέσα μου ακούω και τη δική μου παιδική φωνούλα να μου φωνάζει να μη σταματήσω ποτέ: να μη σταματήσω να προσπαθώ και να ονειρεύομαι. Στο Εκκρεμές μου. Για όλες τις όμορφες δημιουργικές μας συναντήσεις, και για όλα τα τεύχη που έχουμε κάνει και για τα οποία είμαι τόσο περήφανη. Έμιλυ Λουΐζου (απόφοιτος ‘13)

35


ΘΕΑΤΡΟ

36


ΘΕΑΤΡΟ

ΦΑΟΥΣΤ Του Γκαίτε Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών 26 Ιανουαρίου 2014 Σκηνοθεσία: Μ. Μαρμαρινός Στις 26 Ιανουαρίου 2014 παρακολουθήσαμε με την Πολιτιστική Ομάδα του Λυκείου την παράσταση Φάουστ του Γκαίτε, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού. Ο Φάουστ ήταν πραγματικό πρόσωπο που έζησε από το 1480 μέχρι το 1538 στη Γερμανία. Για το άτομό του δημιουργήθηκαν πολλοί θρύλοι και μύθοι, με αποτέλεσμα πολλά στοιχεία για αυτόν να χαθούν για πάντα. Ο γνωστότερος, ίσως, μύθος ήταν αυτός σύμφωνα με τον οποίο είχε συνάψει συμφωνία με το Διάβολο, ένα «σύμφωνο αμοιβαίας υποστήριξης και συμμαχίας». Ο Γκαίτε επεξεργάστηκε τη δική του εκδοχή του μύθου του Φάουστ πάνω από εξήντα χρόνια. Την ολοκλήρωσε και την εξέδωσε ένα χρόνο πριν το θάνατό του, το 1832. Ο κατά Γκαίτε Φάουστ παρουσιάζεται ως ένας γιατρός που ζει αποκομμένος από τον κόσμο και βυθισμένος στα βιβλία και τις επιστήμες, αναζητώντας την αληθινή ουσία της ζωής. Απογοητευμένος συνάπτει συμφωνία με το Διάβολο (Μεφιστοφελή) που του υπόσχεται να τον μυήσει στις χαρές και στις απολαύσεις της πραγματικής ζωής. Μετά τη συμφωνία, αρχίζουν να περιοδεύουν μαζί στη Γερμανία και στη Δυτική Ευρώπη και να συσσωρεύουν όλων των ειδών τις εμπειρίες. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, ο Φάουστ ερωτεύεται τη Μαργαρίτα, μία νεαρή και σεμνή κοπέλα. Ο έρωτας είναι αμοιβαίος και οδηγεί στην εγκυμοσύνη της Μαργαρίτας. Το δράμα κορυφώνεται όταν η Μαργαρίτα, βρισκόμενη σε σύγχυση, σκοτώνει το μωρό της, οπότε καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη και αυτοκτονεί, παραμελημένη από το Φάουστ.

Το ανέβασμα της παράστασης μας ενθουσίασε με το πλήθος, την εναλλαγή και την ένταση των συναισθημάτων και των σκέψεων που μας προκάλεσε. Παρά τα λιτά σκηνικά, το γεγονός ότι ο ίδιος ρόλος παιζόταν από πολλούς ηθοποιούς και την έλλειψη αφηγηματικής συνέχειας, το κλίμα της εποχής του συγγραφέα και το περιεχόμενο του μύθου αναδείχθηκαν ουσιαστικά. Το υποκριτικό ταλέντο των ηθοποιών, η χρήση σύγχρονων οπτικών μέσων και το έντονο εικαστικό στοιχείο συνετέλεσαν στην ολοκληρωμένη απόδοση του αισθήματος της τραγικότητας και του πάθους των ηρώων. Παρόλο που το ανέβασμα της παράστασης δεν ήταν «παραδοσιακό», πρόσφερε στους θεατές μια ξεχωριστή εμπειρία. Παρά τη μεγάλη της διάρκεια, μας κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον και μας εξέπληξε με την αμεσότητα των βιωμάτων των χαρακτήρων, που τα νιώσαμε κι εμείς οι ίδιοι. Βασίλης Τρούγκος Γ3

37


Ο ΠΟΥΠΟΥΛΕΝΙΟΣ Του Μάρτιν ΜακΝτόνα Θέατρο Αθηνών 7 Μαρτίου 2014 Σκηνοθεσία: Κ. Μαρκουλάκης Στις 7 Μαρτίου 2014 παρακολουθήσαμε με την Πολιτιστική Ομάδα του Λυκείου την παράσταση Ο Πουπουλένιος του Μ. ΜακΝτόνα, στο Θέατρο Αθηνών, σε σκηνοθεσία Κ. Μαρκουλάκη. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει έστω και λίγο το θέμα του έργου μονάχα από τον τίτλο. Πρόκειται για ένα ευφάνταστο παραμύθι, ένα ρομαντικό θεατρικό κείμενο ή μήπως τίποτα από τα παραπάνω; Η αλήθεια κρύβεται μακριά, σε έναν τόπο που διοικείται από ένα σκοτεινό, αυταρχικό καθεστώς, που οραματίστηκε ο Ιρλανδός συγγραφέας Μάρτιν ΜακΝτόνα. Η πόλη, κλονίζεται από τους φόνους τριών παιδιών που,… τι σύμπτωση, περιγράφονται ακριβώς στα βιβλία ενός μάλλον παράξενου συγγραφέα. Άραγε, υπάρχει απάντηση στο μυστήριο ή μήπως όλα στηρίζονται σε ποικίλες, συχνά συγκινητικές ανατροπές βγαλμένες μέσα από την τραυματική ζωή, όχι μόνο του συγγραφέα και του νοητικά καθυστερημένου αδελφού του, αλλά και των αστυνομικών που τους ανακρίνουν; Δεν πρόκειται για μία ανάλαφρη αστυνομική ιστορία, που οδηγεί ευθύγραμμα τους θεατές στην εξιχνίαση των εγκλημάτων. Θεμέλιο της παράστασης αποτελεί ένα οικογενειακό δράμα, οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην ψυχοσύνθεση των παιδιών και φυσικά τα απανταχού τραυματισμένα παιδιά. Σίγουρα, τα βίαια αυτά βιώματα δεν αποτελούν μια συνηθισμένη καθημερινότητα. Ωστόσο, χάρη στις εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών οι θεατές νιώθουν και αυτοί θύματα και δεν παύουν να αναρωτιούνται μήπως όλα όσα διαδραματίζονται μπροστά μας δεν είναι παρά ιστορίες που διηγείται ο συγγραφέας - πρωταγωνιστής.

38

Η εκπληκτική αυτή παράσταση, που την παρακολουθήσαμε κυριολεκτικά με κομμένη την ανάσα, δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερο τέλος για μας από μία τελείως φιλική συνέντευξη από τον πρωταγωνιστή και σκηνοθέτη, Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη. Συζητήσαμε, αναλύσαμε, ρωτήσαμε και μάθαμε πολλά και αισθανθήκαμε πολύ οικεία, σαν να μιλούσαμε με συμμαθητή μας! Παραθέτω, λοιπόν, λίγα αποσπάσματα από την κουβέντα μας. Αρχικά, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης μας περιέγραψε πολύ γλαφυρά την καθημερινότητα του ηθοποιού: «Είναι αρκετά δύσκολη, με πολύ παράξενα ωράρια, εντελώς αντίθετα από των περισσότερων ανθρώπων». Δεν χρειάστηκε να τον ρωτήσουμε γιατί την υπομένει, δεδομένου ότι ήταν πολύ ξεκάθαρος: «για να γίνει κάποιος ηθοποιός πρέπει να μην μπορεί να ζήσει χωρίς να ανεβαίνει κάθε μέρα στη σκηνή». Μας εξήγησε επίσης πως «η επιτυχία στην ηθοποιία βασίζεται στην δοκιμή... Είναι σαν την μαγειρική, δοκιμάζοντας μαθαίνεις». Τέλος, όταν μοιραστήκαμε μαζί του την απογοήτευσή μας για τη μικρή συμμετοχή συμμαθητών μας στην Πολιτιστική ομάδα, τόνισε πως δεν συμφωνεί καθόλου μαζί μας, λέγοντας: «πάρτε το απόφαση – δεν είναι όλα… για όλους». Νεφέλη Παπαγιαννοπούλου Α5


ΘΕΑΤΡΟ

Ο ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ Του Γ. Σαίξπηρ Θέατρο Ακροπόλ 27 Δεκεμβρίου 2013 Σκηνοθεσία: Σπ. Ευαγγελάτος Στις 27 Δεκεμβρίου 2013 παρακολουθήσαμε με την Πολιτιστική Ομάδα του Λυκείου την παράσταση Ο Έμπορος της Βενετίας του Γ. Σαίξπηρ, στο θέατρο Ακροπόλ, σε σκηνοθεσία Σπ. Ευαγγελάτου. Πρόκειται για ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του Σαίξπηρ. Ο Μπασάνο, ένας νεαρός από τη Βενετία, θέλει να ταξιδέψει στο Μπελμόντε για να πολιορκήσει την όμορφη και πλούσια κληρονόμο Πόρσια. Μην έχοντας αρκετά χρήματα, ζητά από τον έμπορο φίλο του Αντόνιο να του δανείσει 3000 δουκάτα για τα έξοδα του ταξιδιού. Καθώς τα πλοία του Αντόνιο δεν έχουν ολοκληρώσει τα εμπορικά ταξίδια που θα του απέφεραν σημαντικά έσοδα, ο Μπασάνο αναγκάζεται να ζητήσει δάνειο από τον Εβραίο τοκογλύφο Σάιλοκ. Ο Αντόνιο ορίζεται εγγυητής στη συμφωνία στο πλαίσιο της οποίας ο Σάιλοκ θέτει την ακόλουθη μακάβρια ρήτρα. Αν ο Αντόνιο δεν μπορέσει να ξεπληρώσει το χρέος, θα πρέπει να δώσει στον Σάιλοκ ένα κομμάτι από την ίδια του τη σάρκα! Εν τω μεταξύ, στο Μπελμόντε, ο Μπασάνο καταφέρνει να κερδίσει την καρδιά της όμορφης Πόρσια. Όμως, στη Βενετία μαθαίνεται πως τα καράβια του Αντόνιο χάθηκαν στη θάλασσα, με αποτέλεσμα ο ιδιοκτήτης τους να μην μπορεί να ξεπληρώσει το χρέος του στον Σάιλοκ. Ο Σάιλοκ συλλαμβάνει τον Αντόνιο αποφασισμένος να εκδικηθεί στο πρόσωπό του τους Χριστιανούς της Βενετίας, την υποκρισία τους και την καχυποψία τους απέναντι στους Εβραίους. Οι νιόπαντροι φίλοι του Αντόνιο, Μπασάνο και Γκρατσιάνο, επιστρέφουν εσπευσμένα στη Βενετία. Οι πανέξυπνες σύζυγοί τους, Πόρσια και Νερίσα, μεταμφιέζονται κρυφά σε άνδρες δικηγόρους και δικαστές, και υπερασπίζονται δεξιοτεχνικά τον Αντόνιο στο δικαστήριο, στη Βενετία. Έτσι, ο Αντόνιο γλιτώνει και ο Σάιλοκ τιμωρείται.

Ο σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος κατάφερε να ανταποκριθεί με επιτυχία στην πρόκληση του ανεβάσματος ενός κλασικού έργου, ισορροπώντας την κωμωδία, το παραμύθι, τα ρομαντικά στοιχεία, το σασπένς και τους κοινωνικο - φυλετικούς υπαινιγμούς. Τα σκηνικά και τα κοστούμια ήταν ιδιαίτερα πλούσια και εντυπωσιακά χωρίς, ωστόσο, να επισκιάσουν το ρόλο του κειμένου στην παράσταση. Απολαύσαμε ιδιαίτερα τις υποκριτικές ικανότητες των πρωταγωνιστών, ενώ το έργο μας έδωσε την ευκαιρία να συζητήσουμε μετά την παράσταση θέματα όπως ο αντισημιτισμός, η περιθωριοποίηση και η έννοια της δικαιοσύνης. Ειρήνη Φυτίλη Β3

39


CATS Μετά από σχεδόν 10 ολόκληρα χρόνια, το μιούζικαλ Cats επιστρέφει στην ανανεωμένη από την προηγούμενη φορά σκηνή του θεάτρου Badminton και βεβαίως δεν χάσαμε την ευκαιρία να το παρακολουθήσουμε. Η παράσταση - δημιούργημα του συνθέτη Andrew Lloyd Weber (The Phantom of the Opera, Evita, Jesus Christ Superstar) έχει ξεπεράσει κάθε ρεκόρ, αφού δεν έχει σταματήσει να παίζεται ανά τον κόσμο τα τελευταία 30 χρόνια. Το Cats αφηγείται την πιο σημαντική νύχτα της φυλής των γατών Jellicle, τη νύχτα που ο αρχηγός της φυλής Δευτερονόμιος επιλέγει μία γάτα της φυλής, η οποία θα ξαναγεννηθεί ως Jellicle γάτα. Με το που συγκεντρώνονται όλες οι γάτες επί σκήνης, οι υποψήφιες για την επιλογή παρουσιάζονται στους θέατες. Οι πιο χαρακτηριστικές γάτες της παράστασης τραγουδάνε γνωστά τραγούδια του μιούζικαλ, όπως τα The Rum Tum Tugger, Memory και Mr. Mistoffelees. Μετά την παρουσίαση όλων των γατών αλλά και το συγκινητικό καλωσόρισμα μιας πρώην Jellicle γάτας, ο Δευτερονόμιος επιλέγει τη γάτα αυτής της χρονιάς. Αυτή είναι η Grisabella, η ερμηνεύτρια του Memory! Παρόλο που το έργο ήταν ευχάριστο και σε πολλά σημεία αρκετά αστείο, η επανάληψη του Memory γινόταν κουραστική. Το τραγούδι ακουγόταν αποσπασματικά μέχρι το τέλος και ολοκληρωνόταν σταδιακά. Η τελευταία ερμηνεία του τραγουδιού ήταν η καλύτερη, αφού η ηθοποιός έδωσε όλο της τον εαυτό και για αυτό το λόγο το θέατρο δεν σταματούσε να χειροκροτάει! Προς το τέλος του έργου, μία από τις γάτες τραγούδησε σόλο ένα αποσπασμα του Memory στα ελληνικά. Στο σύνολό της, η παράσταση ήταν καταπληκτική. Η μουσική του Weber γέμιζε την αίθουσα, ενώ ο φωτισμός του θεάτρου έδινε άλλη οπτική στην παράσταση. Αναμφισβήτητα, το Cats είναι ένα από τα έργα της χρονιάς. Μαρία Ραβαζούλα ΙΒ1

40


ΘΕΑΤΡΟ

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΕΡΝΑ ΑΠΟ ΜΕΣΑ Του Ιάκωβου Καμπανέλλη (1921- 2011) ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ Σκηνοθεσία: Δ. Χρονόπουλος Παίζουν: Γ. Φέρτης, Χ. Κουτσουδάκη κ.ά. Το έργο, γραμμένο το 1990, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και ωριμότερα έργα του συγγραφέα. Ένας γηραιός αστός, ο κ.Ποριώτης, φορέας των παλαιών αρχών, είναι προσκολλημένος στο παρελθόν και στις αξίες μιας άλλης εποχής. Από την άλλη, ένας νέος, ο κ. Αντωνάκος, εισβάλλει στο αρχοντικό του πρώτου έτοιμος να εκποιήσει – δήθεν αξιοποιώντας – τα αμφιβόλου αξίας παλαιά του αντικείμενα. Ο νεαρός, που διαθέτει επιχειρηματικό πνεύμα, πείθει τον ιδιοκτήτη να μετατρέψει ένα μέρος του σπιτιού σε παλαιοπωλείο. Χρησιμοποιώντας κάθε μέσο και συχνά παραπλανώντας τους πελάτες του επιδιώκει το εύκολο κέρδος και το γρήγορο πλουτισμό. Για να πετύχει το σκοπό του εξαναγκάζει και την όμορφη αλλά άβουλη σύζυγό του να μεταχειρίζεται και αυτή τα ίδια τεχνάσματα. Στο τέλος, όμως, αποκαλύπτεται ο ανέντιμος χαρακτήρας του και μαζί του καταρρέει ένας ολόκληρος κόσμος ψεύτικος, αδίστακτος και ακαλλιέργητος. Ένας κόσμος που ανάγει τα πάντα σε εμπορεύσιμα είδη, χωρίς ηθικές αξίες, χωρίς συναισθήματα, ο κόσμος του νεόπλουτου κ. Αντωνάκου.

Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης γράφει για το έργο του: «Αν με ρωτήσετε αν «Ο δρόμος περνά από μέσα» είναι δράμα ή κωμωδία, θα σας απαντήσω και τα δύο, αφού κανένας μας δεν είναι μόνο σοβαρός ή μόνο αστείoς». «Γράφω μόνο όταν αυτό που γράφω με συναρπάζει, μόνο εφόσον η συναρπαγή εξακολουθεί μέχρι τέλους και το παραδίδω για παράσταση μόνο εάν πιστεύω στο αποτέλεσμα.» Ο σκηνοθέτης Κάρολος Κουν για τον Ιάκωβο Καμπανέλλη: Tα έργα του Καμπανέλλη είχαν πάντα τη σφραγίδα της ποιότητας του δημιουργού τους και πάντα σημείωσαν επιτυχία, γιατί πάντα είχαν κάτι σημαντικό να προσθέσουν στο θεατρικό μας χώρο […] Ο Καμπανέλλης και οι άλλοι νέοι συγγραφείς καταφέρνουν να δημιουργήσουν στα έργα τους αυθεντικούς ελληνικούς χαρακτήρες, μορφές που μας είναι οικείες και που γι΄αυτό το λόγο εύκολα μπορούμε να τις αναγνωρίσουμε. Το στοιχείο της ελληνικότητας βρίσκεται στους ανθρώπινους τύπους που έχουμε γύρω μας. Και οι συγγραφείς αυτοί βασίζονται πολύ στον τύπο του μέσου και λαϊκού Έλληνα, γιατί αυτός είναι και ο πιο ζωντανός [...] Θάνος Παπαδούδης Γ2

41


42


43


44


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook