ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ
ΚΟΜΙΣΤΡΑ
ΑΘΗΝΑ 2023
2
ΚΟΜΙΣΤΡΑ ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ ISBN: 978-618-5609-08-5
3
Ποιητικά γεγονότα… Ουδέτερα αναγνώθω πια την ανάγκη Πληρούνται τα πάντα αντηχούν Μια σκέψη έχει πάντα αντίκρισμα Ακούγεται που εκφωνείται απ’ τον ουρανό Μεγαλειώδης. Το ‘’γεγονός’’ τροφοδοτεί την αγρύπνια μου Καταφατικά είμαι εκείνος που πεθαίνει Ραγίζει και αμφισβητεί τους νόμους τούτο το φεγγάρι Που με δικαίωσε να επιμένω σε θαύματα. Κι όταν η Ποίηση ασφυκτιά Μέσα σε λέξεις που έχουν χάσει την βαρύτητα Είναι ο ουρανός μια γεννήτρια Που τα νοήματα με ρεύμα ανατροφοδοτεί Για να ξαφνιάσουνε τους πάντες!
Ζυγισμένο… Δήθεν συνάντηση που δεν ήτανε τίποτα άλλο από στάχτη· γέμισαν υποκρισία τα δευτερόλεπτα· είχα την τύχη την κακή της συμφοράς· μεγεθύνονταν τα λόγια για να μετατραπούν σε ματαιωμένα φληναφήματα· τολμώ να κρίνω πάλι λες και εξουσιάζω· Όμως το ξέρω πόσο ζυγίζει η χαρά και η αξιοπρέπεια· έχω απόψεις κρυστάλλινες· Ο χρόνος που περνά πάνω απ’ όλα είναι ειρωνικός και γδέρνει το ντελικάτο δέρμα των θνητών κολασμένων· Εγώ που είμαι εγώ δεν είμαι εσύ κι ας είμαστε ένα αστείο μέγεθος κάτω από την επικράτεια του ήλιου, κάτω απ΄ το βασίλειο της λύπης και της ζωής… 9/1/2023 4
Χαλάς τα αλφάδια και ζεις τα ντουζένια σου, μάγισσα Των καημών, ένα ξωτικό είσαι Που καίει τις συλλαβές των δισταγμών μου!
Τσακισμένο μανιφέστο μιας Στιγμής.. Υπενθυμίζονται οι λέξεις για να μην χαθούνε· Πολλά σχεδίασα που ‘’δεν μου βγήκανε’’ ποτέ Τώρα καθεύδω αντιφατικά ο ίδιος που ήμουνα Κι ας έχω αλλάξει σίγουρα πολύ· Στον πυρετό της έννοιας σκύβω το κεφάλι Με σημαδεύει ξίφος κι αν αντιμιλώ Είναι που αναρχεύουν μέσα μου οι στιχομυθίες Σαν για να φτιάξουν κάτι πιο σαρωτικό· Πώς θα θρησκεύω σε πενήντα χρόνια Σαν υφιστάμενα αστείος σκελετός-πώς Θα με ζώνουν φίδια όταν θα μιλώ για άλλη Παρουσία Και ρήματα θα ξεστομίζω βλάσφημα αισχρά…· Θα μείνω άραγε ο ταπεινός επαίτης Που με τον λόγο του κάποιον παρακαλεί, Ή θα ακολουθώ πορεία ενός που μέσα του ξοφλήσαν όλα Και μένει άστεγος και με φραγμένο τον λαιμό.. Α λέξη λέξη έφτιαξα ένα κουκούλι Μέσα του κλείστηκα και το πληρώνω εδώ Έφτασα να είναι οι αγωνίες φως μου και στα σκοτάδια που με φόβισαν μοιράστηκα… Ώσπου να δω πίσω από κείνα που δεν βλέπω 5
ώσπου να φέρω σ’ ένα ζύγι την Στιγμή σκεπάσου βεβαιότητες αμφιβολίας καρδιά μου και έλα να συμπεράνουμε αγάπη μες τον μιαρό καιρό…
Αλαζονεία προ της μαντεψιάς και προ της συντριβής… Ντύνεται λούστρο η Αλήθεια και χυμά στα χυτήρια των μύθων. Όλα δακρύβρεχτα τα αγωνιστικά σενάρια - λες Και δεν αλλάζει τίποτα μες τις αλαζονείες μας. Χρωματισμένα με μπαρούτι λόγια που υπέπεσαν από τον έρωτα Και ζούνε μες τον σάλαγο της αστραπής. Στα κοντέρ οι ταχύτητες είναι αυτές που δεν έπρεπε διόλου να είναιΤαυτόχρονα πεθαίνουμε και ταυτόχρονα Ζούμε:-σαν να κανιβαλίζει πάνω μας και η φθορά και μια υπερφίαλη ατζαμοσύνη. Όσο το ψάχνω τόσο φεύγω πιο συνένοχος στο μυστικό. Εξομοιώνομαι με κείνο που δεν μπόρεσα να ενστερνιστώ. Κι απ’ τα ποιήματα μου μένει Το κατακάθι όπως του καφέ που είναι έτοιμος να μαρτυρήσει Ανούσιες μαντείες, που δεν μ’ αφορούν, ειρωνικά…
Κυνικό φιλοσοφικό μεσημέρι Τραμπαλίζεται εύγλωττο και καγχάζει Με τον δικαιωματικό εγωισμό τουΣτον αέρα είναι υποψία Στο νερό είναι πνιγμός Στην γη είναι αόριστος θάνατος6
Ομιλεί με παρρησία και λέει αλήθειες καυτές Την ώρα που οι θεοί εκστασιάζονται και ρουφούν Το τσιπουράκι τους αμέριμνοι για το τι μέλλει γενέσθαι…
Κρυφή συνάντηση!.. Διαφανές το μέρος μας που δεν ερμηνεύεταιΚαι το αναμοχλεύουν συγκερασμοί ποιητικοί Λες κι ο Δημιουργός κάπου το παραμέλησε το θαύμα του Και ‘’ την πατήσαμε’’ – Μια νύχτα περπατούσα έξω απ’ τα κοιμητήρια Οι νυχτερίδες τσούρμο πάνω απ’ την σκιά μου Ζάλιζαν το μυαλό μου και το κούραζανΤι αμερόληπτος που είναι ο θάνατος! Σκεφτόμουνα· Τι ισοπεδωτικός! Ενώ μια μελωδία του φεγγαριού ίσα που ακούγονταν και έμοιαζε απομεινάρι από ποίημα της Σαπφούς που κρυφογέλαγε με το μελαχρινό μουτράκι της πέρα απ’ τον ελαιώνα!
* Πιόνι αόρατοίσα που γλυτώνω την συντριβή! Ιδού που είμαι ανίσχυρος να χτίσω ή να γκρεμίσω Μια χίμαιρα· 7
Όλα τα όμορφα κουσούρια μου Με κάνουν να γελώ Ε ρε μια πλάκα που έχουν τα μαρτύρια και τα τεχνάσματά μου! Όταν τα απομυθοποιώ και γίνεται μια ξαφνική συντέλεια Από προθέσεις κι αυταπάτες! Πύλος 10/1/2023
Τι δείχνεις άνεμε;.. Στιλβώνει το βερνίκι τα πατούμενα του ανέμου Γυαλίζουνε στο ακρογιάλι μέσα στα πλεγμένα φύκια Στο Ναβαρίνο που απλώνεται σαν με την ιστορία του καθημαγμένηΌλα στην υγρασία που φέρνει το πρωί· Και τα ελιόδεντρα που φτιάχνουν στο τοπίο Κάτι από γεωμετρίας ψέματα που διαλαλούνε Μια λιπαρή εξουσία βαριοφορτωμένηΜελίρρυτος χειμώνας σφριγηλός Σφυρίζει αδιάφορα μες την σαγήνη Την πρωινή γυαλάδα που αναμοχλεύει πάθη που θεριέψανε Από θανάτους και αφανισμόΠώς μελετώ αυτό που ήταν λύπη ή και φρικαλέο Και έγινε καημός και μια μελαγχολία δαιμονική! Πώς να την πεις την θάλασσα που τόσα παλικάρια τα κατάπιε Αφήνοντας να σμίγουν στον αφρό της Το φως και το σκοτάδι πριν και αφού;…Πύλος 11/1/2023
8
* Κάποιοι χρεώνονται ελπίδες κάποιοι τις απελπισίες τους· Ακούγεται η σφυρίχτρα του διαιτητή των ουρανίων· Στο μεσημέρι ο ήλιος με τα σύννεφα ξιφομαχούνε· Είναι το ποίημα ούριος στοχασμός· Όμορφα που μορφάζει κάθε στίχος πριν αφανιστεί! Πύλος 11/1/2023
Πλούτος ο αληθινός!.. Ορθογραφία είναι να μην σου ταιριάζει τίποτα Που είναι έγκαυμα ούτως ή άλλωςΝα τι επικύρωσε η ζωή στο διάβα της: Να εμμένεις σε α μένεις και να σου ταιριάζουν τα άτιμα Έσωθεν όλα ενορχηστρώνονται Σου κλέβουν κάτι όλοι κι όμως μένεις πλουσιότερος… Σε φωταγώγησε ωραία η Ποίηση! Πύλος 13/1/2023
* Κάτι μουρμούρισα κι ανοίγοντας το βήμα μου βρέθηκα πάνω στην πλαγιά 9
κάτω από τα φορτωμένα ήλιο ελιόδεντρα. Ήσυχος κόλπος και μικρός, σαν κολασμένο πατητήρι που έλιωσαν μέσα του αμέτρητες ψυχές. Όλα τα συλλογίζομαι και τα πριμοδοτώ με σκέψη. Πίνω νερό, η μέρα είναι μία καταγραφή που μόνο εμένανε δεν περικλείει…. Ανήκουστο να με μπερδεύει μία χειμωνιάτικη Άνοιξη! Ανήκουστο!
Διαπίστωση!.. Ξαναθροίζω μηδενικά - ελαχιστοποιούνται Οι αιχμές· τα συμβάντα δεν με αφορούν- κι όμως Έξω δεν ζω από καμιά πραγματικότητα· η φαντασία μου πλατειάζει Λειτουργεί σαν παλίμψηστο Ορμή από φως έχουν οι λέξεις Γεμίζουν ερημιά και έρωτα Κατορθώνουν μια λεπτή λάμα μαχαιριού που στομώνει Πάνω στον λίθο τον ατσαλάκωτο Στο στήθος του νεκρού είναι ανούσια τα ρόδα Είναι καμπάνες δίχως ήχο και φωνή Όταν χαράζει σκορπούν έναν ήχο αρώματος Πλακωμένο με χώμα και ενάντιο σκουλήκι Όλα με παρρησία εξαφανίζονται Συγχαίροντας την Ομορφιά Όλη η ζωή μια φάρσα είναι Ξεκαρδιστική.. Πύλος 13/1/2023
10
* Όλα ενάντια! Μένω σε παραγκούπολη ονείρων. Πείσμα χρειάζομαι κι υπομονή. Απ’ το ανύπαρκτο παράθυρο εισβάλει Κρύο φεγγάρι εγκληματικό. Έχει το νόημά της η αγρύπνια μου. Ο κόσμος μοιάζει με πληγή που δεν θα κλείσει. Ακούω την ψυχή του. Αυτήν ζωγραφίζω. Η γη το ίδιο περιστρέφεται η τρελή. Όλο το παραμύθι γύρω μου όπως ξετυλίγεται κάνει μια δόλια Αλήθεια να αναστενάζει. Α ρε ταλαίπωρε ντουνιά!
Το τελευταίο της ήττας.. Απλά ηττημένο το σκοτάδι κι όπως Τώρα υποχωρεί σαρώνοντας το φως τα τελευταία απομεινάρια του, φωνάζει Για μια σιωπή καθιερωτική! Πλούσια Τα χτένια του ήλιου· Φέρνουν τις ηλιαχτίδες μες τον κόρφο Της Παναγίας- αντέχουμε στον αμοίραστο πλούτο που καθιερώνει των γεγονότων τον διαξιφισμόπόσο πονούν μέσα στα ποιήματα οι ζωές των ποιητών! Σκληραίνουν με τα χρόνια· ανάβω τα κεράκια μου για κείνους που έφυγαν· ένα μνημόσυνο κάνω μυστικά· ζαλισμένος είμαι μέσα σε μια ομολογούμενη μοναξιά που με θρέφει και με εκμηδενίζει όπως γομολάστιχα που σβήνει 11
όλες τις αρετές μου στήνοντας με στον τοίχο, μπροστά από το εκτελεστικό απόσπασμα μιας μνήμης που δεν συγχωρεί…
Νεφεληγερέτης… Στον ήλιο είναι η δίψα μεγαλύτερη: για τον καιρό για την μέρα για τα πράγματα· η ύλη με πονά, είναι μια μυστική επάρατη κατάσταση Συνεισφέρω στην γένεση της ‘’αστραπής’’ Ξαφνικά μετά συννεφιάζει Σκίζονται οι κουρτίνες του φωτός Προωθείται μελαγχολία ζόρικη Κάτι παράξενοι άγγελοι σουρώνουν το άμεμπτο πέλαγος Η ατμόσφαιρα συντρίβει την γαλήνη που ήταν Εκτελεί η θερμοκρασία το βλέμμα και την ατμόσφαιρα Κλείνω τα λυρικά παράθυρα μου Καθεύδω Πυκνώνεται η σιωπή Κοντρολάρω την τιμιότητα των ουρανών Με στίχους Η επίκαιρη λέξη είναι ‘’Ζωή! Α ζωή, χαρά μου!’’ Εύθρυπτος όταν θα μελαγχολήσω Καθιζάνω μέσα στην περιρρέουσα λύπη Σκαρώνω ποιήματα ουδέτερης γραφής Αγαπώ τα σύνορα που δεν με χώρεσαν ποτέ τους Ποντάρω στην στιχομυθία των νεφώνΝτελικάτος ο αισυμνήτης ο νεφεληγερέτης!
* Ακόμα εδώ, στην λασπωμένη κοίτη του τοπίου, ανήκοντας όμως αλλού, και μοιρασμένος 12
δίχα: σε κείνο που ευτελές πριόνισε το ‘’κάτι’’ κι εκείνο που ψηλά θα στόχευσε, την ώρα που του ποιήματος η αξία σοβάρεψε όλη την φασαρία της νύχτας για να μείνει πιο φωταγωγημένο το στερέωμα πιο λάγνο…
* Ακόμα εδώ, στην λασπωμένη κοίτη του τοπίου, ανήκοντας όμως αλλού, και μοιρασμένος δίχα: σε κείνο που ευτελές πριόνισε το ‘’κάτι’’ κι εκείνο που ψηλά θα στόχευσε, την ώρα που του ποιήματος η αξία σοβάρεψε όλη την φασαρία της νύχτας για να μείνει πιο φωταγωγημένο το στερέωμα πιο λάγνο…
* Η νύχτα είναι λύση. Είναι το ευρύ στέρνο όπου αναπνέω. Ω δυνατότητα να είμαι αυτός που επιθυμώ! Ξαφνικό φως να φανερωθούν τα σπλάχνα μου μπολιασμένα με την έμπνευση της αστραπής. Α δυνατότητα! Και εκείνη η αγάπη που σου έχω Ξετυλίγοντας το νήμα του αινίγματος Φτάνοντας ως το απώτατο μυστικό σου Κρυμμένο καλά στο στήθος σου που πάλλεται μεγεθύνοντας τον πόθο μουΑ δυνατότητα! Η νύχτα είναι η καταφυγή μου, η φυσική μου εκπλήρωση… 13
* Πρωινός πάντα στο ξύπνημα, ιδρύω τις εκκλησίες των ουρανών. Αξιότερο το σύννεφο της αυγής, ενορχηστρώνει μία βροχερή ελπίδα. Γουργουρίζει ο γάτος, ο κόκορας τελαλίζει εγρήγορση, αφήνονται όλα στην τύχη τους. Είναι και η σιωπή η μακρόσυρτη, με την αυγή, που μπαλώνει το ξηλωμένο ρούχο της νύχτας. Δανείστηκα σημερινά καμώματα για να πώ εκείνα που με ξεπερνάνε. Ο οίκος μου είναι ο οίκος σας, γελαστός και ποτέ δεν πεθαίνει. Μέσα στην Ποίηση αφρός που μουρμουρίζει λόγια όπως φλοίσβος σε ακρογιάλι θαλασσοδαρμένο…
Εντολοδόχος πάντα ο καημός…
Θα τραφώ με σιωπή αποκαθηλώνοντας την όμορφη απεραντοσύνη που μπουκώνει το στόμα μου με καημό. Αγέννητος μες την αιωνιότητα θα προφέρω την ρημαγμένη θύελλα των αριθμών. Με όλα διαφώνησα που είπατε. Μόνο να αγαπιόμαστε συμφώνησα, μόνο μ’ αυτό! Τώρα εργάζομαι πάνω σε θάνατο αποφασιστικό. Σφυρίζουν σφαίρες γύρω μου απ’ τους πολέμους σας. Κι εγώ που αδιαφορώ για τα εφήμερα, γελώ και προσποιούμαι τον λεβέντη που στο δέρμα του εχτύπησε σε τατουάζ μια αθυρόστομη ελευθερία!
14
Με ψυχολογία θολή και ρημαγμένη… Μικρόψυχος κόσμος, αιμοδιψήςΚάπου αναστατώνει κάπου αναστατώνεται· Δεν ξέρω αν γελιέμαι, πάντως και ποτέ του δεν έφτιαξε, Οκνηρός προσεγγίζει μια τιποτένια μεταμόρφωση. Πόσο σκοτάδι με παραφυλά που ερμηνεύω Αγωνίες βιοποριστικές, σοσιαλίζοντας ή και με ιδεολογία ακόμη Νωπή και νεόκοπη, από ποιότητα γενέσεως κόσμουΤο φτερωτό άλογό μου Πετά πάνω από σεισμούς που σε φαντασία συμβαίνουνε Με κατακρεουργεί μια οφθαλμοφανής πραγματικότητα Δαγκώνει την ψυχολογία μου μια ρίμα που φλερτάρει με την μουσική Πολύχρωμα. Σε κάποια κάμαρα ο αέρας πνιγηρός και με βουλιάζει. Ποιά ηλικία έχω; Δεν γνωρίζω. Αγγίζω το ταβάνι της ψευδαίσθησης. Ω status που επιφυλάσσεις Ερήμωση σε κείνους που περήφανα ονειρεύτηκαν! Νιώθω στο σώμα μου τριγύρω τις αναίτιες πεταλούδες Που γκρεμίζουν στην όραση το σκοτεινό παραπέτασμα Βάζοντας τα πιόνια τα θρασύδειλα ‘’στην θέση τους’’… Ορέγομαι μια λύπη που δεν με χωρά Είναι βροτή και την κατέχω! * Αυγή μες τον άνεμο, η νύχτα σε καμπόση ώρα θα φύγει, Κυνηγώ την οσμή που αφήνει στο ρουθούνι μου αψάδα, Κρυώνω λίγο, το ποίημα θέλησε να γεννηθεί Μεσάνυχτα και κάτι, πίσω απ’ τις σκιές, στον αργυρό περίβολο του φεγγαριού. Όσο σιωπήσαμε σιωπήσαμε, τώρα νιώθω Ότι μας κυνηγά μια ανάμνηση Από εκείνες που δεν θα συλλάβισαν ποτέ ερώτων δυνατές προσεγγίσεις· Μένω να σκέφτομαι που λίγο ακόμα και θα βρω μια ησυχία παράξενη, Μια ησυχία δικαιωμένη, Πίσω απ’ όλες τις πραγματικότητες, στον χαμηλό Γιαλό και δίπλα στα αναμαλλιασμένα αρμυρίκια…
15
* Ο ουρανός δεν δακρύζει, σέβεται Τους απογοητευμένους ποιητέςΔεν κρίνω κανέναν είμαι λυπημένος, αμύνομαι Σκεπτόμενος μόνοΚαταργούνται οι επιθυμίες Με τον καιρό Μια φλόγα που υπήρχε Δεν υπάρχει πιαΗ επανάσταση είναι ονειρικό ντεκόρ πάντα θα το θέλουμεΑ πόσο μικραίνουμε μεγαλώνοντας! Γινόμαστε μια οδυνηρή αυταπάτη που παίζει ζάρια μέσα στο αίμα μας…
Το πραγματικά καίριο ερώτημα… Φυσάει κλείνοντας τους κύκλους και αναστατώνοντας τις ασθενείς ισορροπίες, Κάπου αγνόησα και κάπου παρανόησα, μάζεψα την συρρικνωμένη ελπίδα μου Κινητοποίησα την λέξη· Είναι το ποίημα φυλακή ή είναι απελευθέρωση;- ποιός ο δεσμώτης, ο πραγματικός φονιάς, ο θύτης Ή το κατακρεουργημένο θύμα; Μάγισσα ξιπασμένη αλλοπρόσαλλη Πού στέκεσαι; ποιά είναι η γη που την πατάς και που την ονειρεύεσαι; Όλα σαλεύουν γύρω σου αργά Και ντεραπάρονταιμένει να πει κανείς πού θα κατασταλάξει διψώντας αίγλη των νεφών…
16
Βεβαιότητες πριν γίνουν σκουριασμένες αλυσίδες…
Και το να υποψιάζομαι ελευθερίες Μια εγρήγορση είναι Του χρόνου και του επιφωνήματος. Ποιότητες όπως οι αλλοτινές Φέρνει και παίρνει πίσω το φεγγάρι. Οι φαντασίες μου ταλαιπωρούν ένα παράξενο όνειρο. Ουράνια δόρατα κάνουν τον πόλεμο των ιδεών να φαίνεται πανεύκολος! Προελαύνω πίσω από των δέντρων τις ταξιαρχίες. Έχω τόση αγάπη στο φως που καμία σκιά δεν θα αμαυρώσει ούτε τον κλέφτικο ύπνο μου… Η πεταλούδα του εαυτού η άτσαλη χορεύτρια.. Αργώ να κοιμηθώ και, στην ουσία, Από κάπου δραπέτευσα. Οι επιδιώξεις μου Σφίγγουνε τον ουρανό. Α τι μελετηρός υπήρξα! Νύχτες ολόκληρες σε παρατηρώ ουρανέ, Τι άστρο Θεέ μου έχω ήπια καταναλώσει Για να τσούζει ακόμα το αίμα μου Μπαρουτοκαπνισμένο! Πίσω από τοίχους που ομιλούνε, Στο μέσον ενός οκνηρού βραδιού, Εγκαταλείπω την φερεγγυότητα των λέξεων και ψάχνω Μέσα στην γαλαρία του καπνού για κάτι Απροσδιόριστο. Κάπου η αγρύπνια μου εξοπλίζει φαντασία Κάπου ανέβηκε ο μαύρος πυρετός, Βάρος μίας μυθολογίας φορτώθηκα Έλαμψαν όλα μέσα μου, κάτι γυαλίζει Και να! Η νύχτα 17
Ραγίζεται κι αποφλοιώνεται σαν το αυγό που υπόσχεται γεννήσεις και ελπίδα. Κι έτσι Όπως τα γεγονότα τρέχουνε ξεθυμασμένα Γύρω μου, δεν είμαι ο ίδιος Που ήμουνα, μια λάμψη Έρχεται στα μάτια μου, μια λάμψη Που με δηλώνει ήρωα σε ένα φάλτσο παραμύθιΜιλώ και δεν μιλώ το ίδιο είναι Και όσο κρύβομαι να μην μ’ ανακαλύψουνε οι ανίδεοι Μια νυχτοπεταλούδα είμαι που ζητά το φως και έτσι ολέθρια Στο φως το ίδιο θα καεί…
* Κουβεντιάζουμε και για να κουβεντιάζουμε Πρέπει να ζούμε με αναστατωμένη ύπαρξη. Είναι νυσταλέα η φύση. Ανασκουμπώνομαι Και κρατώ την καρδιά μου ψηλά. Λιακάδα και αέρας. Γυμνότερη η σκέψη, ταπεινότερη. Ευχαριστώ που με συντρόφεψες και πήγαμε πολύ μακριά, Μέσα σε κόσμους που όλοι θα φοβόνταν. Είναι των νοημάτων το βασίλειο πιο κραταιό απόναν λίθο που κερδίζει σε διάρκεια την ερημιά. Ξαπλώνω μέσα στο ανοιγμένο βλέφαρο του ουρανού…
* Στον ορίζοντα όλα κρουστά Με γουρλωμένα μάτια ξύπνησε ο Ιανουάριος. Βήχουν οι ενεστωτικοί εαυτοί του. Έχω μία σιωπή βαρύγδουπη να ταριχεύσω την νεκρή Άνοιξη. Οι ορθάνοικτες πύλες των ποιημάτων απάγουν 18
την έμπνευση ενώ μια κωδωνοκρουσία των αριθμών νικά του μηδενός την τραχύτητα. Κρατιέμαι από αστεϊσμούς των ρόδων για να αντέχω. Οι μηχανές του αέρα σκηνοθετούν μεταμόρφωση. Α Αχιλλέα λάφυρο που είναι αλλά δεν είναι η Χρυσηίδα σου! Ζυγίζει αιώνια η ανταλλαγή και στην μεγάλη πλάστιγγα η Βρισηίδα… Πόσο να λαφυραγωγήσω την ζωή μου, πόσο; Με τσαλακώνει μια περίτρανη Ομορφιά!
* Λησμόνησα να τραγουδώ, δίκοπα είναι τα μαχαίρια σου Χρόνε· έγιναν από λύπη οι ιδέες μου, Ζυγίζω λάσπη και το σώμα πλάθεται ολοζώντανο· Αυτό το παίγνιο του ανέμου έρχεται από μια σκοτεινή παρομοίωση Που έρωτας είναι ο θάνατος και ο θάνατος σ’ έρωτα πάντα μου μοιάζει. Όσα ωραία μηχανεύτηκα θα με προδώσουν Σε έναν στίχο παραμελειμένο οξυδερκή… * Κυριακή σεμνή και ατόφια. Σαν μία λύρα που γεμίζει τον αέρα μουσική. Ξιφομαχήσαμε αρκετά- τώρα ας πιούμε στην υγειά του ήλιου. Ο θάνατος δεν ξεγράφεται -μην ακούς τι λένε- ο θάνατος έχει μια κυριαρχία που δεν τελειώνει. Όσες αγάπες αγαπούμε ας τιμηθούν με το γλυκό φιλί Του έρωτα!
* Σαν ένα σαλιγκάρι που είναι κλίμακα να ανεβείς στον ουρανό… Η νύχτα και η θάλασσα το ξέβγαλαν Στα ρηχά του ονείρου. Πρόσεχε! Θα ανατραπούνε όλα τα προγνωστικά. Ή θα νικήσουμε ή θα νικηθούμε! Αδιάφορο…
19
Η ζωντανή μας παρουσία! Δεν εξηγώ τίποτα, όλα ευανάγνωστα τα βρίσκω· Νόημα έχουν οι προσεγγίσεις όταν σε αγγίζουνε· Μέτρησα, είδα, είπα· Όλα αποκαθήλωση των ΙδεώνΚι ακόμα Σκάβουμε τόσες γαλαρίες, πουθενά δεν εξαντλήθηκε Η γλώσσα· Νταμάρι που σκαλίζει η γεωμετρία των αποκαθηλώσεων! Αυτό που είναι όνομα γεννά το κωμικό μας παρατσούκλι· Νταμάρι που το σκάβουμε και δεν απέδωσε ποτέ αυτό που θέλαμε· Η ψυχή ορθογραφείται πίσω από μια φυγόκεντρη έμπνευση που ανακατεύει Τον ρου της ιστορίας τον πριν και τον μετά… Η ζωντανή μας παρουσία! Αθήνα 22/1/2023 * Ζεμένο μες το πριονίδι δύσμοιρο Το ξύλο το στρεβλό αντιστέκεται Στο αποφασισμένο πλάνισμα. Παράξενα ορμούν τα δευτερόλεπτα Να πιούν την υγρασία μόνο. Το αφράτο χώμα είναι πάντα προσταγή. Όσο γεωμετρούν οι ξυλουργοί κανένας δεν το κάνει. Είναι οι εκμεταλλευτές ενός αρχέγονου παραμυθιού. Κανένανε μην απογοητεύσεις σμίλη Καθαρή που δίνεις ομιλία στο άμορφο! Εκείνο που θαυμάζω θα ‘ρθει να με βρει Ζώντας μέσα στην ύλη κι έξω από τον χρόνο. Τίποτα να πιστέψω πριν να δω την όψη του. Το δύστοκο παρόν ένας απρόσμενος σκαντζόχοιρος…
* Πόσο ωραία ‘’σκαλώνουμε’’ στις ψευδαισθήσεις! Έχοντας ένδυμα την ψίχα της λέξης- κατά τα άλλα, θεόγυμνοι, 20
Και ακουμπώντας το νεκρό Σώμα της Πραγματικότητας! Για χρόνια φλέρταρα με την Αστραπή. Πώς να τα πεις εκείνα που συνέχεια σου διαφεύγουν; Αρκετά φλυάρησα και η αυγή με βρίσκει συνεχώς να συρικνώνομαι Ανοίγοντας κι άλλες αγκύλες πίσω από τα γεγονότα!
Έκαστος μόνος του!... Ντύνεται άμφια της αυγής η νύχτα. Όπου περπάταγα εχτές έγινε ξαφνικό επεισόδιο. Βάρβαρος χρόνος η αβεβαιότητα. Σκορπώ με ένταση τις προκαταλήψεις μου. Μακριά του κόσμου, σε αυτήν την αγροικία που εισβάλει ο καημός Και το φεγγάρι Οργανώνω την συγκέντρωση των ισχυρών ανέμων Ξεπλένουνε τα πάντα μέσα στο κεφάλι μου Ευτυχισμένα!
* Ευτύχημα: λείπει ένα σύμφωνο της νύχτας και Ξημερώματα, κάπου απουσιάζω Μέσα σε αφάνταστα διαστήματα. Είναι ο παράλληλος κόσμος κι ο παράλληλος Βίος μου. Αγχέμαχο φεγγάρι και ψιλή βροχή, Ο ύπνος όλες τις ώρες, ξεφούσκωτος, Κλονίζει του παραμυθιού την δράση πριν την φαντασία..
21
* Άμφια της χαράς εφόρεσε η μαργαρίτα· Με έναν ήλιο ενέχυρο, μια ψυχή βελουδένια. Και το ξεφύλλισμα ο έρωτας ν’ αποκριθεί αν μ’ αγαπάς ή όχι Σαράκι μέσα στην καρδιά. Πού να ποντάρω για την ευτυχία; Όλο τρομάζω που μου λείπουν κάτι που σου έκλεψα φιλιά!
Συνειδητοποίηση… Για κανένα κέρδος δεν έτρεξα. Απροστάτευτος έμεινα έξω από νόμους της αγοράς. Ω ταραγμένο σπλάχνο μου πόσες αγωνίες φιλτράρισες! Μένω με την αθώα σκέψη μου να επιβιώσω Κάτω από το δέντρο της Γνώσης! Ηλιόλουστες στιχομυθίες που κατόρθωσαν ωραία να με σαγηνεύσουν Πίσω από νεκρές πραγματικότητες Αφάνταστα πριόνισα την μοναξιά Και τόρνευσα μονόλογους όπως το χορικό μιας τραγωδίας Διαρκούς. Στο στέρνο μου περπάτησαν οι λεγεώνες της υπερηφάνειας Εκστρατεύοντας για μια πατρίδα καταματωμένη Είδα το θαλερό λουλούδι που μου μήνυσε ερημιά Και της μελαγχολίας τον διάλογο. Διαιρώ τώρα και προσθέτω και αφαιρώ και πολλαπλασιάζω τα ψηφία Που το αρχέγονο συνθέτουν κομπολόι μου Χτυπώ τις χάντρες σαν παλιόφιλος που όλοι αναγνωρίζετε Είμαι κοντά σας, είμαι φίλος και αδερφός Είμαι αυτό που ήμουνα πριν γεννηθώ και υπάρξω!
Είναι… Πίσω από τους ήχους του νερού είναι μια ξηρασία εκπεφρασμένη Με φρυγμένο χώμα και αόρατο παλμό. Τυλίγονται οι κισσοί επάνω στα ψηλότερα πεύκα Και συνωμοτούν για μια προφύλαξη εποικοδομητική. Σμήνη κουνούπια τρέμουνε μες τα στιλπνά φύλλα 22
Που αφήνονται να τα λογχίζει ο ήλιος. Βάλλω και βάλλομαι. Και στην ατμόσφαιρα ο χρόνος ανατρέπει τα καθέκασταΕίναι η Στιγμή είναι η Ποίηση είναι η ζωηράδα μιας αντίφασης είναι η διαλεκτική και είναι η νεόκοπη Κοσμοθεωρία είναι η λήγουσα κι η παραλήγουσα είναι η οξείδωση η μυστική πριν την φθορά είναι ο τζαναμπέτης άνεμος που κάνει ρίμες με τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα είναι η συνεργασία μου με το Αόρατο είναι η τέχνη να απουσιάζω είναι Είναι όσα δεν μπόρεσα να είμαι εγώ…
Ο έρωτας… Ήμουν εκεί που δεν είναι τίποτα, ανασαίνοντας μόνον ελπίδες. Ήμουν στην σκοτεινή μεριά του φεγγαριού, ζώντας σαν πληγωμένος του θανάτου. Τότε με επισκέφτηκε ο έρωτας. Αντιστάθηκα. Έχασα Λες τον μπούσουλά μου. Μετά με νίκησε, με έζωσε με τα πλοκάμια του, Νικάς με νικώ σε προχωρήσαμε αφήνοντας Έξω τους εαυτούς μας, στην φωτεινή γαλαρία της ζωής. Α παιχνιδάκι ωραίο που είναι να σου κλέβουν την φωνή Των φιλιών οι διεκδικήσεις! Κι έτσι Γλυκά παραδόθηκα στο πλάσμα που ήσουν στον χρόνο που ζήσαμε στον ήσυχο Εκμηδενισμό του εγωισμού μας, ευτυχισμένοι Στην άλλη άποψη της ζωής, αφήνοντας τον έρωτα να μας σπουδαιώνει…
* Γεμίζει πληθυντικές αφίσες το πρωί Σαν τσιχλόφουσκες υπερτονισμένες που σπάζουν Η ατμόσφαιρα νιώθει μια ταραχή Χαράζει σμίγοντας την ατολμία μας με το ημίφως Ο καιροσκόπος άνεμος τσαλακώνει την ντροπή των φυτών 23
Πλησιάζουν την ευτυχία αρίθμητα έντομα Μια σκοτεινή φιγούρα περπατά στον μουσκεμένο δρόμο Οι ατσίδες του φωτός υμνολογούν την πλάση Χαρούμενα πουλιά που ενστερνίστηκαν την ευδία..
* Διπλώνω την ηλιαχτίδα και την βάζω στην τσέπη μου Όταν μιλάς κοιτάζω τα χείλια σου Ο ουρανός συμπίπτει με τα αισθήματά μου Κορυφώνονται οι σχέσεις μας καθώς σαλπάρω πάνω σε ένα σύννεφο για το Πουθενά!. * Στην κόψη του μαχαιριού μένει ο φόνος κολασμένος. Διαγράφονται τσακισμένοι θύτες να περπατούν στην παραλία μήπως και η θάλασσα τους καταπιεί. Τι να σου κάνει κι η θάλασσα; Αυτή μόνο να μουρμουρίζει ξέρει: Τον γρίφο της την σκέψη που δεν εξιλεώνει κανέναν την αγάπη που δεν θα γυρίσει πια…
* Έχω τον εγωισμό μου, χαίρομαι Αυτήν την ταπεινή γνώμη μου που διατρανώνεται Σαν χλωροφύλλη μέσα στα φυτά, και ανεβαίνει Σιγανά σαν φωνήεν θαρραλέο Σε σχηματισμό που συντηρεί τον πόθο Και κάνει τα ρόδα να ανθίζουν Γλυκά και πικραμένα. Όπως καρποφορώ ιδέες είμαι Φιγούρα που εξαϋλώνεται και πάει Μέσα στην φλόγα την ερωτική· στο φεγγαρόφωτο Νιώθω ευλογημένος μες τον έρωτα σέρνω την θνητότητά μου πάνω Στο ανερμήνευτο νόημα που αφήνει 24
Το αχνάρι μου να είναι μία κραυγή που σφάζει Τις αναμνήσεις μου από μια ηλικία που δεν έζησα ποτέ…
*
Το χάραμα μένει σφηνωμένο στο υγρό χώμα της νύχτας ανοίγοντας Τον δρόμο για μια αδυσώπητη υγρασία. Ησυχία απόλυτη. Τρίζουνε μόνον τα κηπευτικά που μεγαλώνουν διεκδικώντας κάτι σαν οφθαλμαπάτη. Κάνω ένα βήμα μπροστά- μετά μαζεύομαι. Ο χρόνος γράφει επάνω μου- κι όμως άγραφος είμαι. Ανοίγω τις νέες προοπτικές. Διαβάζω το πρώτο φως και δοξάζω την μέρα..
Νιώθω… Μέσα μου η ειρήνη Κι ο πόλεμος μέσα μου. Ανθίζουν οι σκέψεις μου κι η φασαρία Του κόσμου ζαλίζει την εικόνα στον νου μου που έχω. Αθήνα βροχερή Διατρανώνει την μελαγχολία της, ζει σε ακμαιότατο πυρετό, Αιχμηρή και με ικμάδα. Απόγευμα τώρα. Με βουλοκέρι και με ταλαίπωρη έμπνευση. Τόσο αποκαθηλώνω την ευαισθησία μου που με κοντράρει ο ουρανόςνιώθω σαν αορτή που γέμισε πραγματικότητες και θα σπάσει!
* Σκιρτάει ο κόσμος -σαν σπλάχνο σε ταραχή, Η ώρα μπαλώνεται όπου την τρύπησε η μελαγχολία, Χειμώνιασε για τα καλά, έσβησε η μνήμη απ’ το καλοκαίρι, Ορθόπλωρα κυπαρίσσια ανοίγουν την κοιλιά του ουρανού, 25
Σαν λόγχες άπονες· Κι αυτός ο δαίμονας ο εγωιστικός Μέσα μας φωλιασμένος με κατάνυξη Πείσμα για όλα που έχει! Κάτι λίγο πριν ξημερώσει Η νύχτα αφήνει μια κραυγή τελειώνοντας το ζοφερό μεράκι της επάνω Σε ένα άστροΜε το μολύβι μου ανήκω σε μιαν επανάσταση άλλη, Όλο το χνότο μου μυρίζει σαν παράξενα καθήκοντα…
* Καμία σχέση πια με την πίκρα. Μην απατάσαιφυλακή είναι η φυλακή- κι εσύ δεν γλυτώνεις· νόμοι του εγκλεισμού μόνο απ’ τον αγέρα θα καταπατηθούν· συννεφιασμένο πρωινό, όλες επάνω μας καταστρέφονται οι συγκυρίες· Μιλάμε σβήνοντας την ομιλία, σκορπίζεται η χαρά επάνω σε ληγμένα δευτερόλεπτα Μας γοητεύουν πεθαμένοι Προσαρτήσεις τιποτένιες επάνω σε νεκρό πεδίο Κι εμείς αποτυγχάνουμε να ζήσουμε Είναι η ζωή μια φυλακή Σκεπάζουμε με σαντιγί εκείνους που μας πίκραναν αιώνες…
* Συννεφένιο μεσημέρι, βροτό· Ακουμπά τις πλάτες του πάνω στον ήλιο Ξεγελά τα άφρονα λιθάρια Και μοιάζει με πλοήγηση χαρούμενη. Συμπεραίνω λεπτομέρειες εκατονταετηρίδας· Νοικιάζω λίγο άνεμο Και καταφθάνω εκεί όπου δεν ομιλεί κανείς Μόνο ακούνε οι ιεραπόστολοι και τα χλωμά κορίτσια των ερώτων. Αχ κόσμος δίχως στήριγμα στην λύση του αινίγματος 26
Κάθετος κόσμος παραπλανημένος Αυθαδιά και νόμισε θα βρει το δίκιο του Ψηφίζοντας πολιτικάντηδες διεφθαρμένους! Κάθομαι και τον μελετώ Η λύπη του είναι η λύπη μου Πώς αναγνώθω μια ελπίδα-έτσι τον καταλαβαίνω που πονά Κι ενώ ούτε συμπλέουμε ούτε και μας ανήκει η ίδια θέληση Τον περιγράφω κι αυτοκαταστρέφομαι!
* Γυρίζοντας αναίτια κάτω από έναν θόλο Που γκρεμίζεται, αγωνιώ Αναπνέοντας την υγρασία του Ιανουαρίου, τεκμηριώνω την αφή μου και τα πράγματα Μου επιστρέφουν εκείνη την αίσθηση ότι έχω πεθάνει και θα με σαβανώσουν Οι τελευταίες σκέψεις μου οι λυπητερές. Μετά Έρχεται ένας απρόσμενος ήλιος Και τρεκλίζω σαν αλλοπαρμένος κυνηγώντας το όνειρο Και αναδιπλώνομαι αφήνοντας Να με κερδίζει η μέρα Η ζωή και ο ήλιος της…
Ταξίδι μες τον μισητό εαυτό μου… Ανασκουμπώνομαι, αγιάζω Και δεν αγιάζω, βέβηλος και προσβλητικός Γδέρνω τις έννοιες και κάθομαι Έξω από το εκκλησάκι των ανέμων, ζω με ειρωνική φωτιά, έχω Κολάσει την ειρήνη του τοπίου, προσέβαλα Την χαραυγή, φόρτωσα πάθη Πάνω στα πάθη μου, εγώ Που υπήρξα μοναστηριακός καλόγερος καλοβαλμένος Μες την κατάνυξη του όρθρου, μισώ Και χλευάζω την κιθάρα της λιακάδας, αυγαταίνω Τα πλούτη μου, πόσο χρυσάφι εγωισμού αποταμίευσα και τώρα 27
Ηδονίζομαι να το κοιτώ, μεγάλωσα Την ματαιοδοξία μου, ανευλαβής στα ιερά των ακουσμάτων, τρυπώνω Κάτω από την Βίβλο την μεγίστη Των θρησκειών, και φτιάχνω Ετούτο το τζιμάνι ποίημα μου που ασωτεύει Μέσα στην άχρονη ευαισθησία μου Εντελώς κολασμένο!
* Ο χρόνος άπιστος και οδυνηρός. Θορύβους έχει η μέρα και καπνό λικνιζόμενο στον γαλανό ουρανό. Φτύνει η καρακάξα το κουκούτσι Του φρούτου, φτύνει Το κοκαλάκι από το ψοφίμι της. Σε εφεδρεία μπαίνουν τα πουλιά· μελετούν μιαν ανάγκη, Και πάνε όμορφα την μουσική, να την μεταγλωττίσουν Σε μια άσκοπη γλώσσα. Ο θεός είναι θεατρική ανάμνησηΦυγοδικεί και δέχεται βραβεία ανυπαρξίας. Βουρ για την άχρονη συντέλεια που σφύζει Από αγίνωτες πραγματικότητες!
Με συνείδηση μόνον… Παρασύρονται τα μάτια μου σε μια στιχομυθία Επική. Και ενώ γερνάω με πλημμυρίζουν Απίθανες γενναιότητες! Άγγελοι στοχαστικοί που γελούν μες τον ύπνο μου Και άλογα γοργά και χορτασμένα. Γύρω από κείνο που σκαρώνω περίεργοι Θαμώνες ενός καφενείου του κόσμου Παρουσιάζουν την ασχήμια τους Ωραιοποιημένη. Έξω απ’ τον ήσυχο όρμο Κοιτώ την θάλασσα που υπόσχεται. Κοιτώ την λέξη 28
Που δεν γεννήθηκε. Ξέρω πως όλοι θέλουν να δικάσουν. Το μεσημέρι έχει πρόσβαση στα αόρατα. Ακούγονται θόρυβοι ουρανίων ψιθύρων. Η γη το δέντρο αγαπά και τον λαμπρόν αέρα. Η ηδονή είναι η μάννα των νερών. Τα πάντα επιβλέπω λείποντας και ωσεί παρόντας. Πετώ τα γκέμια μου στον ουρανό…
Η μέρα χτενίζεται επάνω στο μπαλκόνι της Στον καθρέφτη της περνούν πουλιά Φευγαλέα Λάμπει στα χέρια το χτενάκι της Κι οι άγγελοι αποφασίζουν μια χαρά εκπεφρασμένη…
* Κρατάω σημειώσεις για να μην χαθώ Αγγίζω την ψίχα μου Όσον κυβέρνησα θάνατο μου τον επέστρεψε πιο αποφασισμένο η ζωή Έγραψα τα ψηλά καθήκοντά μου Κατάπια εαυτόν και πόνο Συρρικνώθηκα Τώρα είμαι ένα ληγμένο σύννεφο που ούτε μια βροχή δεν μπόρεσε να φέρει…
Με προσοχή… Από το πέλαγο εξέχει μία τρίαινα Ένα φεγγάρι είναι σφηνωμένο στα βουνά Ακούγεται ένας που μουρμουράει θεός Ακόμη δεν ξημέρωσε Σινιάλα κάνει κάποιος στην αγάπη Οι φρυκτωρίες όλα τα μαρτύρησαν Μπελάς οι σκέψεις η ζωή μπελάς Η Ποίηση αντιπαρέρχεται όλες τις σαχλαμάρες 29
Αφήνει ματαιοδοξίες σε ωραίο λήθαργο Γελά· Το χέρι του ανέμου αρπάζει μία συλλαβή και άψογα την διαστέλλει Όσοι φιλοσοφούν γεμίζουν ψώρα καταθλιπτική Ξέρουν πως αν τα ‘’παρακάτω’’ αποβούν ‘’παραπάνω’’ Πάλι ‘’την βάψαμε’’Εμείς προσέχουμε μην καταλάβει κάτι περισσότερο κανείς..
Γιατί έτσι… Πίσω από το σύνορο του νου σου είσαι μια επανάσταση που δεν χωλαίνει, Είσαι εντυπωσιακή φωτιά που γράφει ύμνους στα μελλούμενα, είσαι ρήμα Ενεστωτικό, βαθύ μεράκι της προσήλωσης, μια ουτοπία Που συνομιλεί με τον κόσμο Αφήνοντας εκτεθειμένο το περιεχόμενό τηςΚαι μάχεσαι ακτινοβόλα να σκεπάσεις την μιαρότητα του ντουνιά, αφαιρείς Τα πυώδη του αποστήματα, χρωματίζεις Τα χείλη σου και την ευγένεια που η μορφή σου πλαισιώνει….
* Κουβεντιάζουμε γύρω από μία περιγραφή Της ζωής-όχι την ζωή την ίδια· Η καταγωγή μας είναι από φόβο και κρύσταλλο Ταυτόχρονα και τα δύο μοιάζει να σπάζουν Αφήνοντάς μας έρμαια σε ένα μπουκωμένο Πουθενά…
* Ζόρικο εξοντωτικό εικοσιτετράωροΑπόλυτο όπως μαχαίρι που κόβειΒλέπω την ανωφέρειά σου και ωστόσο Στην κατωφέρειά σου περπατώ!
30
* Μπόλικο σκοτάδι βαρύ Αφήνει αιχμές για ένα πένθος της κολάσεως Όταν ξημερώνει ανήκουν φώτα στην αισιοδοξία της μέρας Και ένας γκαστρωμένος ουρανός Δένει την γη με σύννεφα…
* Εικονίζω μια ανεμοδαρμένη οικία που συνέτριψε ο βοριάς· Όλα τα μυστικοπαθή άνθη βρεθήκαν στον κήπο της· Τυχαία· Έζησα λαβώνοντας την καρδιά μου· Αγάπησα τα τριαντάφυλλα και το βέβηλο αγέρι Που ανατριχιάζει την χλόη και σηκώνει Τις φούστες των κοριτσιών! Συμπέρανα ηδονές φευγάτες…
* Ανώφελα συναπαντήματα και ούτε η βροχή ξεπλένει την υποκρισία. Παράλογα οργανώθηκαν οι αμφιβολίες. Σηκώνει υπερβολικά φορτία η αιωνιότητα. Αιωρούνται οι Ιδέες πάνω απ’ τα κεφάλια μας-δεν τολμούν πια επανάσταση. Μάλλον ο άνθρωπος φριχτά πάντα προδίδει…
* Ολοένα χάνω ύψος σαν ξεφούσκωτη ελπίδα. Με απομυζά η βδέλλα του Χρόνου. Οι λέξεις ξεφυτρώνουν από το αίμα μου Σαν ανάγωγες χίμαιρες που περιγελούνε. Η γένεση των ποιημάτων είναι μια ρήση που τις έννοιες καθελκύει και τα αισθήματα. Μέσα μου αιωρούνται οι ραγισμένες Αλήθειες και τα ακούραστα διαστήματα..
31
Όσος ο ορίζοντας… Σήμαντρο εωθινό και την ώρα την γλυκιά που χαράζει Ακούγεται του πουλιού ο ύμνος Μέσα από τα γυαλισμένα φυλλώματα Ακέραια ακραιφνής. Ξέρω τότε ότι το κάθε αίνιγμα έχει δυο ερμηνείες, μια φωτεινή Μια σκοτεινή και ότι αναρπάζονται Μες απ’ τον ύπνο μου οι ελευθερίες Σκλαβώνοντάς με σε σπουδαία σχήματα Ενός βαρύγδουπου θανάτου. Ο γέροντας θεός βρίσκει στον ντόρο της αυγής τον εαυτό του Και γράφει αισιοδοξίες στο στερέωμα. Ηχεί φωτιά εντεταλμένη όλους τους υπερβολικούς εγωισμούς μας να εξουδετερώσει. Ίχνος αφήνει ντροπαλό Το μολύβι μου. Γεμίζει επικοινωνίες το δωμάτιο. Κι απ’ την οθόνη ξεπηδούν τολμήματα σωστά. Μεθώ από συμμετοχή σ’ αυτό το αιώνιο παραμύθιΚαι σβήνομαι Στου καθαρού ουρανού την ήρεμη επιφάνεια.. 3/2/2023
* Στην υφή του ο αέρας έχει ένα απόλυτο κουσούρι μουρμουρά αλλά Είναι λυτρωτικός και τούτο όλα τα άλλα εξαφανίζει, βγάζει Τον πιο καλό του τρόπο να σφυρίζει μέσα στα κλειστά παραθυρόφυλλα Ευθαρσώς. Εδώ Που σχήμα πόθου δίνουν οι ανάσες του στα όμηρα ρόδα Μέσα στων κήπων τις εμπνεύσεις και ο ήλιος Κάνει τα μεσημέρια ποιήματα ιλαρά. 32
Να ο καρπός της ώρας, να το καθαρό νερό, να Η συντελεσμένη υπεροψίαΑνέγγιχτο είναι το γενναίο στήθος της κοπέλας και ωραία συλλαβίζει Το νυν της ευτυχίας έστω Κι αν είναι ο θάνατος πολύ κοντά… * Για το μέλλον της πεταλούδας κανείς δεν κόπτεται κι εκείνη Κινεί έναν χορό φαντασμαγορικό όπως για να μην μπορεί ακολουθήσει κανένας. Λαμβάνει χώρα μια μυστική τελετή φωνηέντων που σπιθίζουνε. Πάντα μια άκαιρη πυγολαμπίδα η ζωή. Παράξενη που είναι η φωτιά της! Κοιτάζω και αφαιρούμαι. Με ψυχολογικό τραμπάλισμα κάτω από το μάγμα το καυτό μιας ερωτοπαθούς φωτιάς. Για το μέλλον το κραταιό της αστραπής Του Ποιητή η καρδιά και σχίζεται και ματώνει Διαμηνώντας πως σε έναν στίχο στερεώνεται ο κόσμος και ομορφαίνει…
* Καθώς συνήθισα μιλώ με το φεγγάρι Ο ύπνος είναι μία μυσταγωγία επική ούτε στιγμή δεν τον καταλαβαίνωΞόδεψα πάθος και πονάει η ραχοκοκαλιά μου Τι ρημαγμένος που είναι ο πολιτισμός Όταν τον ερμηνεύσεις δίκαια! Είναι που ξυλουργώ και μέσα απ’ τα ροκανίδια Αυγάζει η Ιδέα που κανονιοβολεί…
* 33
Εξηγούνται τα Σάββατα με μια φούρια που υποδαυλίζει τον Χρόνο Κι εμείς τα χαιρόμαστε σε μιαν άκρη άλλη της λογικής ξανοίγοντας Λίγο στο πέλαγος. Την ώρα που μιλιέται ο αέρας που χλευάζει το νυχτερινό τοπίο, Κονταροχτυπιούνται οι ρόλοι μας και πάλι σε κομπάρσους υποβιβαζόμαστε που έχουν να τους βρουν πολλά, πριν κιόλας ξημερώσει… * Αξίνα είναι η Στιγμή και σκάβει να ανταμώσει της γης τα πέρατα. Τούτη την όμορφη ομολογία την κατέχω. Σε είδα που έπλενες τα φρούτα, ξέβγαλες με άφθονο νερό Την όψη τους. Τσούζει για τα καλά τούτες τις μέρες ο χειμώνας. Θέλω να απαλείψω καθετί που δεν γνωρίζει από κουκούτσι. Ακόμα και η ευτυχία μας Κουκούτσι πρέπει να έχει. Έτσι. Σωστά…
* Λάμπει το φως μέσα στον μοσχοβολιστόν αέρα. Ο ήλιος Αρραβωνιάζεται την μέρα και η ώρα κατορθώνει Μια χίμαιρα. Στον δρόμο περπατώ Ανέστιος, μόνος. Και ναι, η ζωή, α η ζωή Πόσο καλά μας πληγώνει! Εξαφανίζομαι αποστηθίζοντας φαιδρές ανεμώνες Που κρατούν τον βοριά μακριά και μου δίνουν ελπίδα. Το κρύο περονιάζει του ποιήματος την λεοντή. Φυτεύω μνήμες για να φτάσουν στην πραγματικότητα. Μπολιάζω τα λεξιλόγια με αίμα…
34
Εμφανίσου… Εμφανίσου Κάτω από τις λεμονιές, μέσα στην αμαρτία του πρωινού, στην κατάληξη των ονομάτων, Εμφανίσου Στον λαγαρόν αέρα Στον ζαλισμένο περίγυρο της φαντασίας Στον κήπο της αυγής, στην κατανυκτική ευκρίνεια του όρθρου Εμφανίσου Πίσω από τις κρυφές σκέψεις μου, στου αυγερινού την ψαλμωδία, Στο φαράγγι του πόνου, στην ανθισμένη μυγδαλιά Στον εγωισμό που ασώτεψε, στην κρυφή γαλαρία Που σμίγει και ενώνει τα βουνά- εμφανίσου Στο ρήμα στο επίρρημα και στην γραμματική Στα φιλήματα στα αγγίγματα στων ερώτων την πρωταρχική συνουσία Εμφανίσου Στην καθαρή κουβέντα μας, στων ματιών τον ψίθυρο Στο κλέος των αγώνων, στο σπαθί του οπλαρχηγού Στο χρέος που δεν σβήνεται, στον αποκαλυπτικό ουρανό Εμφανίσου Κάνοντας το ρύζι χορταστικό, το ροσόλι θαυμάσιο Στον ανθό των συμπερασμάτων, στα φτερά μιας περαστικής πεταλούδας Στον προ Θεού Χρόνο και γράψε τον πόθο μου στον θεμέλιο λίθο Που γίνεται λεπίδα κοφτερή και σκοτώνει Την πίκρα σου… Αθήνα 4/2/2023
Παραλήρημα… Σαν τρύπια πεντάρα γυάλισε η νύχτα και ομορφαίνει Με απλότητα μες την ατμόσφαιρα ενός γυμνού πυρετού Ένθεν. Ο κύκλος έκλεισε και ξεφουσκώνει η μοίρα του κόσμου κι ό,τι σε φράσεις ένθεν απομένει. Ετούτο που πάνω στο μάρμαρο του φεγγαριού Καθρεφτίζει την λευκότητα Σπέρνει όμορφα ψέματα που κωλυσιεργούνε Μην γίνει το μηδέν μας απειλητικό. Κανένας ποιητής μην ζήσει το μαρτύριο35
Φεύγει η νύχτα και ο ύπνος δεν έρχεται, Σχίζω χαρτιά και ζω απόλυτα πελαγωμένος Ψάχνω μια λέξη στρογγυλή μία ευθεία τεθλασμένη Που να ακουμπά το νόημα και σε νοήματα ουδαμώς και δεν μπαίνει, Πού διαψεύσθηκε η κάθε θρησκεία κι έσπειρε Μίση μονάχα και αφανισμόΆκου ανθρωπάκο! Μίση δημιούργησες, Πώς να σε κρύψω τώρα στο φεγγάρι; Έχει καλύψει και εκείνο τον αδερφοσκοτωμό Πολλοί νεκροί αθώοι δεν χωράνε, Μένω εδώ και εμμένω σε εκείνα που θα με σταυρώσουνε Αφήνοντάςμε σάρκα και μια γούβα που θα πέσω να με στρώσουνε με χώμα τα κοράκια του ντουνιά…
Μνήμη Εσχάτη… Μάλλον με ένα Τίποτα κληροδοτημένο Απόμεινα και πέρα μακριά Έξω από δρόμους του τσαγιού μέσα στο καθαρό μετάξιΜόνη της όπως ξάστερος ακόμα ουρανός Μια Αλεξάνδρεια Εσχάτη, βουλιαγμένη στον μύθο περισσότερο και την απώτατη ξεθωριασμένη της πραγματικότητα απλή και νοσταλγώντας Ένα των παρορμήσεων αρχαίο βασιλιά Που άκαιρα εκοιμήθη᾿.. Εδώ ο μύθος ο καλός και η ελπίδα! Βγαίνει ο ήλιος πάνω από τα τείχη, Σε άλλους χρόνους Ίωνας βαθύ χαράκι Περίκλειστο μες τα τραχιά βουνά. Όσο μιλάει το αίμα μου τόσο κρατώ τα μυστικά μου διαπιστευτήρια Και ζω ανήκοντας σε ιστορία κατορθωμένη… Σβήνει η γομολάστιχα τα μέλλοντα Κάθεται το πουλί σ’ένα κλαδάκι και ζητάει μιαν ελπίδα Σηκώνει τα οροπέδια ψηλά το ατσάκιστο αεράκι Κι η νύχτα όλα τα πολιορκεί στην αυταπάτηΖούμε ριζώνοντας στον σεβασμό κρυπτής Ελλάδας…
* 36
Ανταμείβονται οι κόποι μας και ο συνοφρυωμένος Χρόνος στηρίζει μία άποψη απλοποιημένου θανάτου. Εξαντλούμε τα ορυχεία της γλώσσας με έναν ρυθμό που πεθαίνει. Η κάθε λέξη οργανώνει την κηδεία τηςΚαι Ύστερα Έρχεται μια Ανάσταση παράφορη. Παίζουν σενάρια οικουμενικά στον δυσανάγνωστο ποιητικό καθρέφτη Η λύπη η μελαγχολία εύκολα κυριαρχείΚυρίαρχος ο έρωτας επάνω στην ειδή Των πραγμάτων, στην υλική Φιλοσοφία των γεγονότων. Και να, το Ποίημα!
* Κόβω ένα μικρό ανθάκι Πάντου είσαι Γερνάω μέσα σε κάτασπρη αιωνιότητα Σε συναντώ και ας λείπειςΓιατί σε λέει η γη και η θάλασσα Σε λέει ο ουρανός Τα παραμύθια που αγαπάω σε λένε Κι ας είμαι εγώ ο αφηγητής που κλαίει ολοένα Για μιαν αγάπη που έχασε!
* Ασφυκτικό διφορούμενο αίνιγμα ξεκαλουπώνει το σθένος του κόσμου. Ανατέλλει ο νους επάνω απ’ τα βουνά Η αισιοδοξία σχίζει το σεντόνι του ορίζοντα Οι πράξεις μας απόλυτα μας χαρακτηρίζουν Εμπαίζουμε τον εαυτό μας και τον αποσβησμένο θεό. Χαιρόμαστε σβήνοντας… Κι αυτή η κατ’ αντιπαλότητα επιβίωση Πατάς με πατώ σε και να μην μπορεί Να στοιχειοθετήσει κάποιος μια σωστή κατηγορία 37
Για μας τους δύσμοιρους, Τι φρίκη!
* Η πραγματικότητα σαν ώριμο ψέμα βάφεται κατακόκκινη και εκπυρσοκροτεί. Χρώματα της μέρας βαρύγδουπα αμελούν να στολίσουν την διάθεσή μας και ξεθωριάζουν. Με αγωνίες ζούμε και με κυρίαρχο βιοπορισμό. Εδώ ανυπολόγιστα βουλιάζουμε κι όποιος αντέξει. Τούτο το βασανάκι άστραψε και βρόντηξε Μες τους μπαρουτοκαπνισμένους ουρανούς και τους αιθέρες…
* Ανατέλλει μια σκέψη και πάνω στο πρόσωπό σου ωραία εδράζεται Η φωτοσύνθεση των αξιών! Κρεμάμενα ρόδα στον κήπο της Αναστάσεως φλογίζουν την ζωή μας την μυθιστορηματική. Υπάρχουμε. Και μέσα στην σιγή μια αυτοκρατορία των αισθήσεων μας κάνει πιο ερωτευμένους και πιο λεύτερους. Εκεί συμπίπτει η μουσική κι εκείνο που θα ήτανε για έναν πρωτόγονο Αξία δια της σιωπής εκπεφρασμένη. Κι έρχεται τότε και η γεύση να επιβεβαιώσει Με ένα σάλεμα και ένα ρίγος σαν μελιού στον ουρανίσκο Εκείνο που ένα φρούτο Πολύχυμο προσφέρει Πριν θεραπεύσει και την πείνα και την δίψα μας…
Ανάγνωση στο ποιητικό οροπέδιο… Καμωμένος από λύπη, μαγεύτηκα ανασαίνοντας οξυγόνο της πεδιάδας. Περίκλειστος μέσα στα αψηλά βουνά 38
Είδα και είπα την αψιά μορφή τους. Αυτοί οι φράχτες που αφήνουν να μην ξεθυμαίνει ούτε μια σκέψη Αυτά τα άσβηστα ωραία σύνορα Δυνατά χιονισμένα. Φυσάει ο αέρας με μαγνητισμό που σπινθηρίζει Και παρασέρνει ‘’κάτι’’ που θα μπορούσε να ήταν κάπου προσευχήθροΐζουν τα φυλλώματα των δέντρων μιλούν και δεν μιλούν για αλήθειες που τις σέβομαι έρχεται το πουλί και συλλαβίζει έναν κελαηδισμό με όμορφα μικρά τσαλίμια η καρδερίνα αυτομολεί προς την ευφράδεια του κάμπου. Κοιτώ και εμμένω. Αναγνώθω τις παλιές μου προτεραιότητες. Η έκπληξη ξανά με κεντρώνει. Υπήρξα πάντα μαθητής και τούτη είναι πάλι Ανάγνωση! Ωραία την νιώθω!
Με κρίση και με προτροπή… Ωραία επισκεπτήρια κάτω από το βλέμμα το άγρυπνο του Θεού, γυμνωμένη θέληση κι επιθυμία, σάλος μες το μασκαραλίκι των κοινωνιών που αγαπούν να παρεκτρέπονται. Ωραία ένας κελαηδισμός που σκίζει την αφράτη ερημιά, ωραία που ένας που μένει ταπεινός οσμίζεται τον κίνδυνο από απονιά και πέρα φεύγει. Διακρίνω χρεοκοπημένα συστήματα και φτώχειες που δεν συμμαζεύονται. Διακρίνω μια χίμαιρα που με κυνηγά και με υποδουλώνει σε στίχους που σχετίζουν την λύπη μου με την χαρά σου. Λέω - και όσα λέω είναι ένα ανοιχτήρι που αφαιρεί τον παλαιό φελλό που σφράγισε το όμορφο κρασί της ευτυχίας. Πιες! Στην υγεία μας τούτη η προσήλωση!
Αβελτηρία… Να προβλέψω ουτοπίες σημαντικές Και ύδωρ δνοφερόν ερχόμενο απ’ τους αιώνες. 39
Βάλει κατά του εαυτού του ο άνθρωπος. Κι αν πεις Να τον ψυχολογήσεις, μάλλον έχασες. Εδώ είναι τα άλυτα μυστήρια και του παντός Πράγματος η αχνή πραγματικότητα. Λες μόνον: ‘’αλίμονο!’’ και μετά τρέχεις Να φυλαχτείς από εκείνα που δεν λέγονταιΚι εσύ, αμέριμνος κι αυθόρμητα, τα είπες…
Πρωινή ευτυχία!... Ραγισμένο πρωινό σαν σε αναίσθητο καθρέφτη. Κάποιοι φεύγουν μες την αυγή. Τελεσίδικα. Οι άλλοι ανασκουμπώνονται λες θα παλέψουν. Μηδέν από μηδέν- μηδέν. Ούτως ή άλλως. Έτσι που πλησιάζουμε την ουτοπία. Σκεβρωμένο το Τίποτα όπως μας παραδίδεται. Ούτως ή άλλως χαμένοι για χαμένοι πάν’ οι ποιητές. Μέσα στην γλιστερή πάχνη περπατώ με τα άρβυλά μου. Μου στήνει ενέδρα ένα πουλί. Με αφοπλίζει. Είναι ο κόσμος μου ένα αντάμωμα της μουσικής με τον αέρα. Κι η θάλασσα η μαγική ένας Γλυκασμός για να πεθάνω πιο ευτυχισμένα! Πύλος 11/2/2023
* Σκοτεινό σταυρόλεξο που με υποτάσσειςΣτα δύσκολα τετράγωνά σου ζω μιαν αγωνίαΚερδίζω ή χάνω πια δεν έχει σημασίαΕίμαι το θύμα που επάνω του ποντάρουν λυσσασμένες μοίρες. Και σκουντουφλώ σε μιαν ανάγκη κολασμένη, Με μύθο περιέβαλες τα πεπραγμένα μου μα κάνεις λάθος Αρνήθηκα να ζω με τον ρυθμό σου και το πάθος Και φανερώνω την βουλή μου και την αδικία. Αν βρεις που έχω σφάλλει σκούντα με και ειδοποία… Μπα σε καλό μου που δεν έχω τίποτα και για πολλά κατηγορούμαι 40
Όπως σκαντζόχοιρος θα περπατώ εις το εξής αφηνιασμένος Θα τρέχω να κρυφτώ κι ας μείνουνε οι θύτες μου παραπονούμενοι και λυσσασμένοι… Εξουσία φωτός… Σαν ένα ανθισμένο μεγάφωνο ο ουρανός ανοίγει τα αίγλης μάτια του και ομιλεί ελληνικά. Ακούω την καλλικέλαδη φωνή της ημέρας. Α μέλισσα φευγάτη, περιπλανώμενη μέσα στις αστραπές των θαυμάτων, Συναντάς την ιερότητα των Στιγμών και παίζεις ευτυχίες πάνω στα τρεμάμενα φτερά σου. Και ψυχή μου Καθαιρεμένη από του βίου τους δισταγμούς Τολμηρή και άτολμη, νίβοντας τας χείρας σου μέσα στις αντιφάσεις Γλυκύ γλυκύτερο είναι το ανοιξιάτικο πάθος σου Κι αν σβήσει ο χειμώνας, πιο δοξαστικό. Ιδού εγώ λοιπόν που σέβομαι και το κορμί και το σταφύλι Και την νεροσταγόνα που εφορμά Την γη την άμεμπτη ακέραια να δροσίσει. Λαλεί ο αλέκτωρ και ξυπνά του έρωτα τον πυρετόΑνατέλλει απ’ των φιλιών το καθαρτήριο Κάθε θρησκεία αγέραστη μες τους αιώνεςΟ θάνατος αργεί και όλα είναι απρόσμενα παραδεκτά τα θάρρη!
* Άηχο φως που εξασθενείΚαι απόγευμα ανεκλάλητο εκπεφρασμένο με αρώματα σκίνου και ανάσες μελισσών· Απηχούν θεωρίες επαναστατικές τα δάση Και αποστασιοποιούνται από των ανθρώπων τις κοινωνίες τις κούφιες· Στο σούρουπο μια ιστορία γραμμένη στα σύννεφα Συντρίβεται από ένα αεράκι θνησιγενές Που σβήνεται προτού η καθομιλουμένη ήσυχα το περιγράψει Που είναι όπως πάθος και καημός…
41
Ιστορίας ανάγνωσμα.. Εδώ στην όψη σου αναρριχάται ένας νάρκισσος μπελαλής Και στον ύπνο σου κάθε όνειρο κρυφογελά στο φεγγάρι Ο χειμώνας τρεκλίζει σαν μεθυσμένος σάτυρος και κάτι καμώνεται πως πράττει Ενώ ένα τσακάλι εγγαστρίμυθο κρυφογυρνά τις νύχτες Έξω απ’ τα κοτέτσια των χωριών. Επαρχία με τα βάσανα της κάθε επαρχίας Επαρχία μοναχική, έξω από τα πλαίσια κάθε ερήμωσης Επαρχία συντριπτική- σαν κάταγμα θλιβερό και αόριστο Ζεύεις τα σκουριασμένα άροτρά σου στην σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού Και οργώνεις την κατάθλιψη πλάι στην μελαγχολία την άγονη. Θεέ μου υπάρχεις έξω από όλες τις πραγματικότητεςΕίσαι σαν προϊόν μιας ευγονίας Και διακωμωδείς τα βασανάκια των θνητών Αέναα… Σ’ αυτό το ποίημα μου δεν βγαίνεις επικεφαλής, Εγώ σκαλίζω άλλες κοίτες και προγκάω τους ρουφιάνους, Όλα τα ανθισμένα ρήματα που συντηρώ Μυρίζουν σαν βασιλικού αγνότητα και τρέμουν Μες την λιακάδα την ασύγκριτη την χειμωνιάτικη Που όλες τις καρδιές ζεσταίνει και θωπεύει την Ελλάδα… Εδώ η μνήμη έχει σχήμα ολοζώντανο, Αφήνει έκθετα τα χρώματα ο Χρόνος Κι όσο και αν ασχημονούν οι σκέψεις που κολάζονται Με μία μάχαιρα αποδίδει την δικαιοσύνη του ο δικαστής χειμώνας… Πύλος 10/2/2023
Πρωινό κρεσέντο.. Εις τους αιώνες ζει η μουσική Και σαν ξινό μήλο Στον ουρανίσκο Μας αναστατώνει· κοίτα να δεις που αυτό που είναι πέρασμα Ταυτόχρονα αφήνει ίζημα συμπέρασμα Και είναι νότα εν τη γενέσει της, απελευθερωμένη. Σηκώθηκα νωρίς, γυάλισα τα παπούτσια μου· 42
Κρύο απ’του χειμώνα την καρδιά, αφράτο κρύο· Όπως μιας γάτας η ωραία ντροπαλότητα και μια κιθάρα Γρατζουνώντας ήρθε το ωραίο χάραμα· Βγήκα να περπατήσω στην ανάσταση της γης· Παράξενα ηχούν οι σιωπές που ακούω· Σε κάθε βήμα αποκωδικοποιώ μιαν αγάπη· Καλόγνωμη ωραία ΚυριακήΝτύνει με τούλια τον οντά της· Με το μολύβι μου αρχίζω την παράσταση· Όλο το βάσανο του κόσμου είναι μια λύπη ξεγραμμένη· Θα μείνω εδώ, στην θέση που κανονιοβολούν τα αισθήματα· Θα μείνω εδώ, απόλυτος κι εντεταλμένος!
* Συνοψίζω όλες τις ευγνωμονούσες μαργαρίτες μέσα σε ένα ανθογυάλι περίτεχνο· Η ατμόσφαιρα αντιγράφει τις προθέσεις μου· Κλέος από το αγέραστο φως του μεσημεριού επάνω Στο ηθικό παλάτι των φυτών· Στα χείλη σου μια αρυτίδωτη αιωνιότητα· Στα χείλη μου ένας πόθος· Στην μυρωμένη σου υποτάσσομαι επιδερμίδα Όπως υπόδικος και έτοιμος, για τούτη την ακραία ηδονή που μου χαρίζεις, να εκτελεστώ!
* Ξημερώνει το άνθος της φωνής μου επάνω από τα κοιμητήρια των συντρόφωνΌλοι σιγά σιγά απομακρύνθηκαν μες το σκοτάδι του θανάτου· Απηχώ τις φωνές τους τις κραταιές, Νιώθω να μου μιλά το αίμα τουςΚαθώς κι η απουσία τους μια παρουσία είναι Δακρυσμένη… * 43
Έχω νερό και δοξασμένο το όνομά σου Ουρανέ πολύ σε υπολήπτομαι. Όμορφο μεσημέρι αγλαΐζουν τα άνθη την ζωή μου ολάκερη. Κάτι δευτερόλεπτα φαιδρά τρέχουν να παραβγούν με την αιωνιότητα την ξιπασμένη. Αναίσχυντα αδιαφορώ. Τρέμει ένα αεράκι μες τις φυστικιές Μπλαβίζει κάνοντας πιο παρατεταμένο τον χειμώνα. Θρησκεύω μελετώντας τις ανοίξεις που θα ῤθουν. Είμαι βραχμάνος που σε έρωτα θρησκεύει…
* Αναστενάζουν οι συλλαβές γραπώνοντας το καρδιοχτύπι του έρωτα. Καλόσχημα λουλούδια ανατρέπουν όλα τα προγνωστικά της ζωής. Σ’ ένα φιλί ποντάρω σε μια καθηλωμένη λέξη που δεν εκμαυλίζεται. Έρημος σε μεγάλη ερημία Εξουθενώνω εαυτούς που δεν μου ανήκουνε. Γύρω απ’ το ποίημα η ακαθιέρωτη σελήνη Συντρίβει τα ειωθότα και τα καθέκαστα. Αρχαιολατρώ. Και μάλλον κωφεύω στην ανάποδη μεριά του σκοτωμού. Με σύνεργα της λησμονιάς Υπάρχω μες τον βαθυκύανο αέρα. Οι πληγές μου παντού…
* Κρίνοντας τις μέρες από την ειδή τους Περνάμε μια ζωή που άπτεται της σιωπής. Και, ύστερα, μια μελαγχολία έρχεται. Εισβάλει ξαφνικά και ένας τέλειος έρωτας Και συμπληρώνονται τελεσίδικα όλα. Λίγοι εμμένουν να συνομιλούν Με στίχους που μπαγιάτεψαν- οι αποδέλοιποι Γκρεμίζουν φυλακές της επιθυμίας Και ασωτεύουν. Κατάληξη των γεγονότων, ο καημός. 44
Κι ο πόνος, όπως μένουμε συντετριμμένοι Και μας απορροφά ένα ευέξαπτο τοπίο…
* Εκείνο που αντέχει μες τον αναστεναγμό είναι μια λύση τεχνηέντως που κάνει τα λευκά τριαντάφυλλα να ερυθριούν. Ω τι αρχιτεκτονική των κήπων και το άρωμα πόσο μηχανικά εξαπλώνεται μες την άμορφη μάζα του φευγάτου αέρα! Δημιουργούνται υπόνοιες ότι κάπου θα σφάλλουμε οι άνθρωποι.. Βρε λες; Και τι συμπερασματικό θα αφήσουμε στους κληρονόμους; Πανάθεμα! Όσο τα ψάχνω τόσο αστοχώ… Ίσως φυγοδικώ για εκείνα που αργότερα θα με δικάσουν οι πιο αθώοι αλήτες του ουρανού!
Τοπίο νυχτερινό… Κακόθυμος ο ουρανός· αλλά η νύχτα ένα μένος που σιγά. Τρεμουλιάζουν τα άστρα πίσω από το γάλα το σκοτεινό. Κι ο Χρόνος Παντού ένα μνημείο. Συμμορφώσου με τις βουλήσεις του αόρατου θεού Και μίλησε. Είναι που σκιρτά ωραία κι απόψε η καρδιά σου. Μαγεύεσαι από την μουσική του φωτόςΠίσω από τις πικροδάφνες το γατί μιαν ώρα ψάχνει Που ένα θραύσμα άστρου έπεσε και επίμονα το κυνηγά Να φτιάξει με ετούτο το δικό του παραμύθι…
Πρωινές διαπιστώσεις.. Το χάραμα κρύβει ένα σπάνιο επιφώνημα συντριβής. Αν θρησκεύεις αγνά το καταλαβαίνεις, Βάζεις τα παπούτσια σου και βγαίνεις να περπατήσεις Μέσα στην ησυχία, στον απλωμένο γύρω διάκοσμο της ψυχής. 45
Ω πόσα συντελέστηκαν ερήμην μου και δεν τα ορίζω! Και πόσο παραξένεψα με τα χρόνια και έγινα Ένας καλόγερος που με κανέναν πια δεν θυμώνει! Συλλέγω χίμαιρες και ζω στην καθαρή Ουτοπία. Αιχμηρό είναι το καθετί που προσεγγίζω. Και η ζωή μου όπου σφάλλει είναι μια μετάφραση των παθών Όπως πάντα είναι όλα τα ανθρώπινα. Ανήκω λοιπόν με έναν τρόπο στους λιποτάκτες: Εκείνους που αφήνουν το σπαθί της μάχης και κρατούν την πένα Να γράψουν τα μεράκια του ουρανού. Όσοι ανάγνωσαν ποτέ φεγγάρι θα καταλαβαίνουν. Είναι που δεν σε αφήνει αυτό το ύψος της μελέτης του θανάτου να δεχτείς να είσαι Κάτι λιγότερο από μια τραγωδία που διακωμωδείται…
* Αιωρούνται σαν άπεφθο μυστικό και συγκεντρώνονται Γύρω απ’ τον κρουνό της αγάπης. Μιλούν οι ψυχές από το υπερπέραν Και σαλεύουν πίσω απ’ τον ορίζοντα αφήνοντας Μιαν οσμή από λιβάνι και νάρδο. Ταξιδιώτη του Σύμπαντος, συναντάς Την ιστορία τους καταγεγραμμένη Στο αζιμούθιο των άστρων. Καλώς ειπώθηκαν οι προσεγγίσεις. Ευρύτερα από το Τίποτα η γη χλευάζει Την ατολμία μας να δούμε πιο καλά. Εκεί που μας συντρίβουνε οι σκέψεις Μόνο μια λύπη μένει κι όταν συναντούμε μια ρακένδυτη ελπίδα…
* Η αριστοκρατία της βούλησης είναι μία τσουγκράνα που σκαλίζει τα χώματα της ευγένειας. 46
Να – σαν όπως ένα λουλούδι που ανθεί περιφρονώντας Του χειμώνα το κρύο. Εδώ έλα, να δεις και να πεις πόση εχεμύθεια χρειάζεται για να υπερασπιστείς Ενός πουλιού την γέννησηΑφήνοντας εκτεθειμένο Τον εαυτό σου Στα βέλη της Ποίησης…
* Από βαθύ αναστεναγμό το μεσημέρι ξέφυγε και τρέχει Στην κατωφέρεια του κόσμου. Τερπνόν μετά ωφελίμου.. Κι αν δεις Ωραία είναι πάντα η κατάληξη Με την κατάπληξη προσιδιάζοντας… Κι η μουσική Οργανωμένη θύελλα από άφταστο βινύλιο Καθοδηγείται από ένα πουλί Που πολύ ωραία εσκέφθη᾿….
* Τίποτα δεν συμβαίνει από αυτά που συμβαίνουνΣαν να ρημάχτηκε εντελώς η πραγματικότητα· Καταλαβαίνω την απουσία ειλικρίνειας μέσα της· Ασπάζομαι ένα γέλιο που θα καταλήξει σε κλάματα..
47
Στρατής Παρέλης ISBN: 978-618-5609-08-5
48
49
50