Issuu on Google+

έτος 2012 Σύνδεσμος Αδελφότητας Οξυάς Ηπείρου “Ο Άγιος Νικόλαος”


Αντί προλόγου Βρες χρόνο για σκέψη - αυτό είναι η πηγή της δύναμης. Βρες χρόνο για παιχνίδι - αυτό είναι το μυστικό της αιώνιας νιότης. Βρες χρόνο να γελάς - αυτό είναι η μουσική της ψυχής. Βρες χρόνο να είσαι παιδί - για να νοιώθεις αυθεντικά ανθρώπινος. (Στίχοι από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Βρες Χρόνο»)

Από τις σελίδες αυτού του ημερολογίου, αναδύεται πολύ φασαρία, πολλές φωνές πολλά τσιριχτά και επιφωνήματα ……. Παιδιά παίζουν …… … και το μόνο που ζητάνε από σένα είναι να παίξεις, να σκούξεις, να γελάσεις, «ταξιδεύοντας» σε χωματένιες πλατείες, σοκάκια και αυλές σε χωράφια και πλαγιές της Οξυάς, από τον “Κρέτσο” ως τα “Λιβάδια”. Μη σκιάζεσαι απ’ τα ματωμένα σου γόνατα, γέλιο δικό σου είναι, η χαρά σου….. Μαθαίνοντας από τα ξεχασμένα παιγνίδια η σκέψη γυρνά τα γρανάζια της μηχανής του χρόνου και θέλει να παρασύρει σε ταξίδι μιας άλλης εποχής, μακαρίζοντας όσους έπαιξαν, μάτωσαν -πάνω στο παιγνίδι- αλλά και δίδαξαν, μέσα από αυτό, αξίες στους επόμενους . Έλα μαζί μας. Παίζουμε όλοι, είναι ο Πετρές, ο Σβίγκος, ο Μουστάκας, ο Πετούλε, ο Ψωμάρας, ο Νάνος, ο Σέκης, ο Χασούρας, ο Γκούντας, ο Γκόλιας, ο Βλαμμένος, ο Βουτσής, ο Σκούρος, ο Φορφόλιας, ο Πολύβιος, ο Δημητρούλης, ο Κοντός, ο Σκιντζάρας, ο Κάσιας, ο Μπαμπογιός, ο Κολοβός, ο Ζάζας, ο Σκαντάλας, ο Τάϊρας, ο Λυκούρης, ο Τσίτσος, ο Καραμάνης, ο Ντρέζγκος, ο Ντάλας, ο Γυφτούλης, ο Πόπης, ο Μαριόλης, ο Αντάρτης, ο παπα-Τσιτούρης, ο Γκαλιάρας, ο Γκεσούλης, ο Σιούμκας, ο Γκέσης, ο Καραφές, ο Τζιούβας, ο μπαμπω-Τσίνο, ο Ντρούγκανος, ο Καζάνας, ο Τέζας, ο Κουρλαμπάς, ο Χρυσόμ’-Χρυσομ’, ο Τζαντίλας, ο Μπλάρας, ο Πύδας, ο Τοτός, ο Νάτσκας, ο Μακάριος, ο Μπίμος, ο Γούλης, ο Νταβέλης, ο Μέλος, ο Τζαμαρίας, ο Τσιόλας, ο Γκουντέλας, ο Χάμουργκας, ο Μουσίτσας, ο Τσιώχος, ο Σιούτκας, ο Τσιβίκας, ο Μπουτζιέκας, ο Τολιαβίδης, το Καζανούλι, το Μουστακούλι, ο Σιντίκας, ο Βλαχάβας, ο Τσιόλα-Φασαρίας, ο Ζντράβος, ο Μπατσίλας, ο Γάϊδαρος, ο Γκαμπράνης & όλα τα κορίτσια …… Πάντως χωρίς την αμέριστη βοήθεια από τις θειάδες Μαριάνθη Λάζου, Ελένη Μπίζου, Αμαλία Τσίμα και τα μπαρμπάδια Νίκο Τσίμα, Χρήστο Πορφύρη, Νίκο Πορφύρη καθώς και το νεότερο Δήμο Πορφύρη, τα γόνατά μας, θα ‘ταν πεντακάθαρα.

Έλα αργήσαμε και το παιγνίδι αρχίζει ………. Καλή Χρονιά Αδελφότητα Οξυάς «Ο Άγιος Νικόλαος»

φιλοξενία στο

www.oxya.gr επικοινωνία στο info@oxya.gr


ΣΙΓΚΟΥΝΑ (ΣΕΓΚΟΥΝΑ)

ΜΑΝΤΗΛΑΚΙ Χωριζόμασταν σε δυο ομάδες και καθόμασταν σε μια σειρά η κάθε ομάδα αντικριστά από την άλλη. Στο κέντρο της απόστασης των ομάδων κάναμε έναν κύκλο και μέσα βάζαμε ένα μαντηλάκι. Υπήρχε ένα παιδί που θα έλεγχε το παιχνίδι. Το κάθε παιδί είχε από ένα νούμερο 1,2,3,4,5…κ.ο.κ.. Το παιδί που είχε τον έλεγχο φώναζε ποια νούμερα (που αντιστιχούσε σε ένα παιδί από κάθε ομάδα) να βγουν και να πάνε εκεί που ήταν το μαντηλάκι. Σκοπός εκείνου – από κάθε ομάδα – που πήγαινε, ήταν να αρπάξει το μαντηλάκι και να τρέξει πίσω γρήγορα στη σειρά του χωρίς να τον πιάσει ο άλλος που έπρεπε να τον κυνηγήσει. Στο τέλος κέρδιζε η Ομάδα που το είχε καταφέρει περισσότερες φορές.

Παιζόταν μόνο από αγόρια. Η Σιγκούνα ήταν ένα κουτί από κονσέρβα ή από γάλα, το χτυπάγαμε, το τσαλαπατούσαμε έως ότου γίνει πλακέ. Στη συνέχεια κάναμε μια γούρνα και μετράγαμε να χωράει μέσα η Σιγκούνα. Παίρναμε ο καθένας από ένα μπαστούνι και προσπαθούσαμε, χτυπώντας τη Σιγκούνα, να τη βάλουμε μέσα στην τρύπα (γούρνα). Εκείνος που δε θα τα κατάφερνε, υπήρχε η εξής συνέπεια-αξία του παιγνιδιού: Καρφώναμε ένα ξύλο μέσα στη γούρνα, το οποίο εξείχε ελάχιστα από αυτήν και ο χαμένος του παιγνιδιού έπρεπε να το βγάλει-τραβήξει με τα δόντια του. Ταυτόχρονα τα υπόλοιπα αγόρια την ώρα που ήταν σκυμμένος και μέχρι να τραβήξει το ξύλο, τον ¨χτυπούσαμε¨ φιλικά στην πλάτη και του λέγαμε «τράβα γάιδαρε τη ρίζα κι αν τη βρεις φάτη». Η Σιγκούνα παίζονταν κυρίως στο λόγγο, στο βουνό εκεί που τα αγόρια «βόσκαγαν» τα κατσίκια, αλλά και στο σχολείο, ειδικά όταν ο δάσκαλος ¨έβγαζε¨ τα παιδιά της Οξυάς εκδρομή και ανταμώνανε με εκείνα της Βούρμπιανης και παιζόταν από όλους αντάμα. Το παιγνίδι σταμάτησε να παίζεται μετά το Εμφύλιο.

Γενάρης Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ

1

2

3

8

9

10 11 12 13 14 15

4

5

6

7

16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31


ΜΑΚΡΙΑ ΓΑΪΔΟΥΡΑ Χωριζόμασταν σε δυο ομάδες. Τα “βγάζαμε” , ποια ομάδα θα ξεκινήσει το παιγνίδι πρώτη. Στήνονταν ένα παιδί για “κεφάλι” που το λέγαμε, και στη συνέχεια ο πρώτος της ομάδας έσκυβε και έβαζε το κεφάλι του στην έξω πλευρά της μέσης εκείνου που στέκονταν όρθιος (το κεφάλι) και ακολούθως ο ένας μετά τον άλλο – σκυμμένοι - ¨δένονταν¨ και σχημάτιζαν -βάζοντας το κεφάλι τους στο πλάι – κατά κάποιο τρόπο μακρύ σώμα ζώου. Οι υπόλοιποι που είχαν κερδίσει στο βγάλσιμο, παίρναμε φόρα ο ένας μετά τον άλλον και πηδούσαν με ανοιχτά τα πόδια από πάνω τους. Πηδάγανε πρώτα οι

δυνατοί ώστε να πάνε όσο το δυνατόν πιο κοντά στον πρώτο και για να μείνει ικανός χώρος για τους τελευταίους να ¨καβαλικέψουν¨ πάνω τους. Τα κορίτσια κάθονταν πίσω – πίσω, έτσι όσο πιο πολύ χώρος έμενε στους τελευταίους τόσο λιγόστευαν οι πιθανότητες να μη χωρέσουν όλοι. Αν κάποιος έπεφτε, έχανε όλη η ομάδα, και αλλάζανε θέση μεταξύ τους οι ομάδες. Όταν ολοκληρωνόταν η διαδικασία και όλοι ήταν ανεβασμένοι πάνω, συνήθως ο πρώτος, είχε οριστεί από πριν, ¨έβαζεέδειχνε¨ με τα δάκτυλα του ενός χεριού ένα νούμερο (από το ένα ως το πέντε) το έβλεπε κάτι σα μάρτυρας αυτός που στεκόταν όρθιος, και ρώταγε τους σκυμμένους «πόσα είναι αυτά;» Το ζητούμενο για την ¨σκυμμένη ομάδα¨ ήταν ένα μέλος της που είχε οριστεί από πριν να κάνει καλή ¨μαντεψιά¨ και να πετύχει το νούμερο. Αν το’ βρισκε αλλάζαμε θέσεις – ρόλους, βγαίναν αυτοί μπαίναμε εμείς. Αν όχι ξαναπαίζαμε το ίδιο, αυτοί κάνανε τη ¨μακριά γαϊδούρα¨ και μεις πηδάγαμε πάνω τους

Φλεβάρης Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10 11 12

13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29


ΜΗΛΑ Το παιγνίδι παιζόταν και από αγόρια και από κορίτσια. Χωριζόμασταν σε δυο ομάδες, τα “βγάζαμε” (μετριόμασταν). Αυτοί που χάνανε χωρίζονταν σε δυο μικρότερες ομάδες και στεκόταν απέναντι η μια από την άλλη αφήνοντας μια απόσταση μεταξύ τους όπου εκεί έμπαινε όλη η ομάδα που είχε αρχικά κερδίσει στο μέτρημα. Η Ομάδα που ήταν απέναντι έπαιρνε μια μπάλα και σημάδευε τα άτομα της άλλης ομάδας που ήταν ενδιάμεσα, πετώντας τους τη μπάλα. Αυτοί που ήταν μέσα κοίταγαν ΚΡΥΦΤΟκαι να μην τους βρει ΝΤΕΝΕΚΕΣ η μπάλα αλλά και να μπορέσουν Παιγνίδι για αγόρια μήπως και και κορίτσια. Τα “βγάζαμε” την συνήθως όπως στο κρυφτό μιας και έχει αρκετές ομοιότητες. Ένας τα φύλαγε. Έκλινε τα μάτια του και μέτραγε μέχρι το 20 συνήθως. Όση ώρα τα φύλαγε πάταγε σε ένα ντενεκέ. Οι υπόλοιποι κρυβόμασταν, όταν τελείωνε το μέτρημα άφηνε το ντενεκέ στο σημείο που τα φύλαγε και ξεκίναγε να βρει τους υπόλοιπους. Οι κρυμμένοι βλέπαμε που πάει και όποιος ήταν κοντά στο ντενεκέ έτρεχε να το κλωτσήσει να πάει μακριά. Πολλές φορές αυτός που τα φύλαγε καταλάβαινε μόνο από το θόρυβο που έκανε ο ντενεκές στη γη ότι την είχε ¨πατήσει¨. Τι να κάνει και ο ίδιος γύρναγε στο αρχικό σημείο μάζευε και ξανάστηνε το ντενεκέ, τα “ξαναφύλαγε” έως ότου βρει κάποιον. Αν μας έβρισκε όλους τότε τα φύλαγε ο πρώτος που είχε βρει.

πιάσουν στον αέρα χωρίς να ακουμπήσει κάτω για να κάνουν μήλα. Αν η μπάλα χτύπαγε/άγγιζε κάποιο άτομο της μέσα ομάδας τότε αυτό (το άτομο) έβγαινε από το παιγνίδι. Αν όμως κάποιος από τη μέσα ομάδα έπιανε τη μπάλα τότε ¨έκανε/είχε ένα μήλο¨ . Όσες φορές πιανόταν η μπάλα από τους μέσα τόσα μήλα ¨πιανόταν¨ (μετρημένοι πόντοι). Στο τέλος έμενε ένας και η ομάδα απέξω θα έριχνε έως δέκα μπαλιές με σκοπό να τον πετύχει για να αλλάξουν θέση οι ομάδες. Ο τελευταίος παίκτης είχε στη διάθεσή του όσα μήλα είχαν “πιαστεί” στη διάρκεια του παιχνιδιού από τους συμπαίκτες του (και δεν είχαν “ξοδευτεί” από τους ίδιους). Αν τα κατάφερνε στο τέλος να μην τον πετύχουν κέρδιζε η ομάδα του. Αν όχι, άλλαζαν θέσεις οι ομάδες. Οι μέσα έξω και οι έξω στο κέντρο.

Μάρτης Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ

1

2

3

5

8

9

10 11

6

7

4

12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31


ΜΠΙΖ Παίζαμε αγόρια-κορίτσια στην πλατεία και στα χωράφια - ιδίως όταν σπέρναμε καλαμπόκια. Το βράδυ που τελειώναμε το όργωμα και το σπαρμό τραβάγαμε προς το βουνό να βοσκήσουμε τα βόδια. Συνήθως ήταν βράδυ, αργά. Τα βόδια μας βοσκάγανε και για μας τα παιδιά που τα “φυλάγαμε” πώς να περάσει η ώρα; Το ρίχναμε στο παιγνίδι, στο Μπιζ. Τα βγάζαμε, και εκείνος που έχανε, καθόταν για το Μπιζ. Γύρναγε την πλάτη στους υπόλοιπους και έβαζε την παλάμη του ενός χεριού στο πλάι (της ίδιας πλευράς) στο πρόσωπό του, κρύβοντας ΜΠΙΛΙΕΣ έτσι τα μάτια του για να μη βλέπει (μερικοί ΓΚΑΖΙΕΣ προσπαθούσαν να

ΓΚΑΖΑΚΙΑ

Σκάβαμε τρεις γούβες (τρύπες) και προσπαθούσαμε να βάλουμε ο καθένας τη μπίλια (βώλος) μας σε όλες τις γούβες (γούρνες). Μόλις έβαζες το γκαζάκι/ μπίλια στην πρώτη γούβα, έπαιζε ο άλλος. Αν κατάφερνε να βάλει τη δική του μπίλια και να βγάλει έξω τη δική σου, όταν ερχόταν η σειρά σου, ξανάριχνες πάλι στην ίδια γούβα, μέχρι να την βάλεις πάλι. Κέρδιζε ο πρώτος που θα κατάφερε να βάλει τη μπίλια και στις 3 γούβες

κρυφοκοιτάξουν). Το άλλο του χέρι το πέρναγε από κάτω από τη αντίθετη μασχάλη (δεξί χέρι κάτω από την αριστερή μασχάλη) και «έβγαζε» την παλάμη του δίπλα στη μασχάλη του. Τα υπόλοιπα παιδιά καθόταν πίσω από την πλάτη, παίρνοντας μέτρα προφύλαξης να μην τα βλέπει και μετά από αναμεταξύ μας συνεννόηση κάποιος χτύπαγε με την παλάμη, χρησιμοποιώντας με δύναμη και τέχνη, την ¨εκτεθειμένη¨ παλάμη εκείνου που τα ¨φύλαγε¨. Εκείνος, γυρίζοντας προς εμάς προσπαθούσε να βρει από ποιον ¨την είχε φάει¨ ενώ ταυτόχρονα όλοι εμείς, σηκώνοντας και κουνώντας το δάκτυλο (δείκτη) μας, φωνάζαμε με περιπαικτική διάθεση και ύφος, «Μπιζ» «Μπιζ» «Μπιζ». Αν δε μας έβρισκε τα «ξαναφύλαγε» αν όμως μας έβρισκε, τότε τα φύλαγε αυτός (που τον είχε βρει) για να συνεχιστεί το παιγνίδι. Σταματάγαμε μόλις καταλαβαίναμε ότι κάτι γίνεται με τα βόδια, εκτός και αν κουραζόμασταν εμείς νωρίτερα.

Απρίλης Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ

1

2

3

8

9

10 11 12 13 14 15

4

5

6

7

16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30


ΜΠΑΚΑΛΑ Μαστόρικο παιγνίδι, που παιζόταν στην πλατεία στα χωράφια στο σχολειό από αγόρια και κορίτσια. Μαζεύαμε πέντε μπάκαλα (μικρές στρογγυλές πέτρες, ποταμίσιες οι καλύτερες). Κάναμε στο χώμα έναν μικρό κύκλο και βάζαμε μέσα τις τέσσερις. Τη μια τη βαστούσαμε στο ένα μας χέρι (π.χ. στο αριστερό) και σκοπός μας ήταν να καταφέρουμε με το άλλο (π.χ. το δεξί) να σηκώσουμε–πάρουμε από κάτω όλες τις πέτρες μια προς μια, χωρίς να αγγίζουμε αυτές που μένουν, ενώ ταυτόχρονα με αριστερό μας χέρι πετούσαμε στον αέρα την πρώτη μας πέτρα και επιδιώκαμε να την ξαναπιάσουμε, με το ίδιο χέρι. Αν μας έπεφτε χάναμε και έπαιρνε σειρά ο επόμενος. Ένα χέρι πέταγε στον αέρα την πέτρα και την ξανάπιανε και το άλλο σήκωνε από κάτω τις πέτρες μια προς μια. Την πέτρα που είχαμε σηκώσει από κάτω την αφήναμε στην

άκρη και συνεχίζαμε για την επόμενη μέχρι να τελειώσουμε και με τις τέσσερις. Κάθε φορά που σηκώναμε το μπάκαλο λέγαμε ο παπάς (για την πρώτο), η παπαδιά (για το δεύτερο) οι χριστιανοί (για το τρίτο), η λειτουργιά (για το τέταρτο). Όταν τα καταφέρναμε, “κοιτάγαμε” να σηκώσουμε πάλι με την ίδια τακτική δυο – δυο μπάκαλα, μετά τρεία–ένα και τέλος και τα τέσσερα, με μια κίνηση. Για το λόγο αυτό βάζαμε τα μπάκαλα με τέχνη ώστε και εύκολα να πιάνονταν αλλά και να μην αγγίξουμε κάποιο από τα υπόλιπα, γιατί αλλιώς... “πάπαλα”, χάναμε τη σειρά μας. Αυτός που κατάφερνε “να κάνει τα πιο πολλά”, να σηκώσει δηλ. με τη μια και τα τέσσερα μπάκαλα αφού πριν είχε πάρει τα υπόλοιπα κατά σειρά ένα-ένα μετά δυο–δυο και έπειτα τρεια-ένα, νικούσε. Αλλά αν δε το πιάναμε και μας έπεφτε κάτω το μπάκαλο που πετάγαμε (π.χ. με το αριστερό χέρι) στον αέρα ή αν μας γλίστραγε κάποιο από εκείνα που προσπαθούσαμε να σηκώσουμε από κάτω με το άλλο (π.χ. δεξί χέρι) ή αν αγγίζαμε κάποιο από τα κάτω, τότε χάναμε και έπαιρνε σειρά ο επόμενος.

Μάης Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10 11 12 13

14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31


ΣΚΛΙΝΤΖΑΡΙΑ Παιγνίδι ιδιαίτερα διαδεδομένο με διαχρονική αξία, μιας και για όλα σχεδόν τα χρόνια ήταν καθημερινή ασχολία για τα παιδία στην Οξυά. Παιζόταν από αγόρια και κορίτσια χωρισμένοι σε δυο ομάδες. Για το παιγνίδι χρειαζόμασταν δυο ξύλα ένα μεγαλύτερο ενός (1) περ. μέτρου το δεκανίκι (ονομασία ως τη κατοχή) και ενός μικρότερου 25 περ. πόντων τη σκλέντζα (ονομασία ως την κατοχή), το οποίο ήταν πελεκημένο–λαξευμένο στις δυο του άκρες, για να είναι μυτερό. Μετά την κατοχή που ξαναγέμισε παιδιά το χωριό, οι ονομασίες άλλαξαν και το μεγάλο ξύλο λέγονταν σκλέντζα και το μικρότερο σκλιντζαρ’ (σκλιντζάρι) . Ανοίγαμε στο χώμα μια μικρή τρύπα, βάζαμε το σκλιντζάρι δίπλα κατά τέτοιο τρόπο ώστε η άκρη του να έμενε ελεύθερη πάνω από την τρύπα για να μπορεί εκείνος που ήταν η σειρά του για να παίξει να τη χτύπησε με τη σκλέντζα. Άλλες φορές το σκλιντζάρι το βάζαμε πάνω σε μια μικρή πέτρα αλλά να εξέχουν οι άκρες του. Ξεκίναγε ένα παιδί, χτύπαγε με τη σκλέντζα το σκλιντζάρι, εκείνο σηκωνόταν στον αέρα (κάνοντας φούρλες) και ο ίδιος προσπαθούσε να το ξαναχτυπήσει στον αέρα για να το στείλει όσο πιο μακριά μπορούσε. Εδώ μπορούσε, πριν το τελικό χτύπημα, να το χτυπήσει και δυο και τρεις φορές, χωρίς όμως να πέσει

κάτω, για να κάνει παραπανίσιους πόντους (μπάζες). Στόχος ήταν ο παίκτης να το χτυπήσει με δύναμη για να πάει όσο το δυνατόν πιο μακριά για να είναι δύσκολη η επαναφορά, από την άλλη ομάδα. Δεν ήταν όμως και λίγες οι φορές που δεν τα κατάφερνε να το βρει καθόλου για να το χτυπήσει και το σκλιντζάρι έπεφτε ταπιπκα (κάτω). Τότε άλλαζαν σειρά οι Ομάδες στο παιγνίδι. Σκοπός της αντίπαλης Ομάδας (που στεκόταν σε κάποια λογική απόσταση) ήταν την ώρα που το σκλιντζάρι ¨ταξίδευε¨ να προσπαθήσει να το πιάσει στον αέρα (πράγμα όχι και τόσο εύκολο) μιας και εκτός από τη δύναμη και ταχύτητα που είχε το σκλιντζάρι παρεμποδίζονταν από τους αντιπάλους τους, που μπαίνανε μπροστά τους ¨ως φυσικά εμπόδια¨ και τους δυσκόλευαν να το πιάσουν. Αν το πιάνανε τότε το παιδί που αρχικά το είχε χτυπήσει, άφηνε τη σκλέντζα του στο έδαφος -πάνω από τη γούρνατρύπα ή την πέτρα- και αυτός που είχε πιάσει το σκλιντζάρι το πέταγε από το σημείο που το έπιασε σημαδεύοντας τη σκλέντζα. Αν δεν το πιάνανε και εκείνο “προσγειώνονταν” στο έδαφος τότε κάποιος από τους παίκτες της Ομάδας που το “κυνηγούσε” το πέταγε από εκείνο το σημείο με σκοπό να σημαδέψει τη σκλέντζα που ήταν αφημένη στο έδαφος (πάνο από τη γούρνα-τρύπα ή την πέτρα) στο σημείο που είχε γίνει το πρώτο χτύπημα. Και στις δυο περιπτώσεις αν τα καταφέρνανε η Ομάδα τους κέρδιζε πόντους (έκανε μπάζες) αλλά και άλλαζαν σειρά στο παιγνίδι οι Ομάδες, αν όχι, συνέχιζαν να «κυνηγάνε» το επόμενο κ.ο.κ. Κέρδιζε η ομάδα που έκανε τις πιο πολλές μπάζες είτε από τα 2α ή και 3α χτυπήματα είτε από την αποτυχία της αντίπαλης να πιάσουν – προτού πέσει κάτω – το σκλιντζάρι στο τελικό μεγάλο χτύπημα.

Ιούνης Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ

1

2

3

4

8

9

10

5

6

7

11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30


ΛΟΥΜΑΔΕΣ Παιζόταν κυρίως από αγόρια, τα κορίτσια σπάνια το’παιζαν . Στήναμε στο χώμα ένα ντενεκέ και πάνω του βάζαμε 6-7 μέτριες πλακέ πέτρες τη μια πάνω στην άλλη. Πιο πριν τα “βγάζαμε” ποιος θα παίξει πρώτος κ.ο.κ. Πως τα “βγάζαμε” ; Όλοι μας είχαμε από μια λουμάδα (πλακέ μικρή πέτρα) την οποία τη ρίχναμε για να πάει όσο πιο κοντά στον τοίχο που ενδεχομένως να υπήρχε (αν παίζαμε στην πλατεία που είχε τοίχο), αν παίζαμε στα χωράφια ή σε δρόμο που δεν υπήρχε τοίχος τότε φτιάχναμε με ένα ξύλο στο χώμα μια γραμμή και ρίχναμε από μακριά ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ: ο καθένας τη κάναμε 1 γραμμή στο λουμάδα χώμα πίσω από τις πέτρες. του για Στόχος του παιγνιδιού ήταν να να ρίξουμε τις περισσότερες πέτρες.

πάει όσο το δυνατόν πιο κοντά στη γραμμή. Οποιανού η λουμάδα πέρναγε τη γραμμή έχανε και έπαιζε τελευταίος. Με τη σειρά λοιπόν ο πρώτος πέταγε τη λουμάδα με σκοπό να χτυπήσει το ντενεκέ ώστε να πέσουν ΟΛΕΣ οι πέτρες που ήταν πάνω του. Ο τελευταίος “φύλαγε” το ντενεκέ με τις πέτρες. Όταν κάποιος πετύχαινε τον τενεκέ και έριχνε κάτω πέτρες όλοι οι υπόλοιποι τρέχαμε να κρυφτούμε. Την ίδια ώρα ο φύλακας κοίταγε να μαζέψει από κάτω τις πέτρες και να τις ξαναστήσει και στη συνέχεια να ψάξει να βρει εμάς που ήμασταν κρυμμένοι. Συνεπώς όσο πιο γρήγορα τις μάζευε και τις έστηνε τόσο πιο λίγο περιθώριο είχαμε εμείς να κρυφτούμε άρα και έτσι εκείνος μας έβρισκε πιο γρήγορα. Σκοπός ήταν εκείνος που θα σημάδευε το ντενεκέ έπρεπε να βάλει δύναμη και μαεστρία για να σκορπιστούν όσο πιο μακριά γινόταν οι πέτρες. Αν ο φύλακας δε μας έβρισκε όλους τότε ο ερχόταν η σειρά του επόμενου παιδιού για να γκρεμίσει ντενεκέ και πέτρες και ο φύλακας τα ¨ξαναφύλαγε¨ μαζεύοντας τις γρήγορα από κάτω. Αν μας έβρισκε έπαιρνε τη θέση του εκείνος που ο φύλακας είχε βρει πρώτο. Αν πάλι κάποιο παιδί δεν πετύχαινε το ντενεκέ τα φύλαγε το ίδιο. Δεν ήμασταν πάντα εύστοχοι.

Αν πήγαινε στη γραμμή η λουμάδα χωρίς να ρίξουμε καμία πέτρα, χάναμε.

Ιούλης Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ

1

2

3

8

9

10 11 12 13 14 15

4

5

6

7

16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31


ΣΚΛΑΒΑΚΙΑ Τα παίζαμε στο σχολείο αλλά και στην πλατεία και συμμετείχαν αγόρια και κορίτσια. Χωριζόμασταν σε δυο ομάδες και η κάθε μία πιανόταν γερά χέρι-χέρι σε ίσια γραμμή. Οι δυο ομάδες καθόμασταν αντικριστά η μια απέναντι από την άλλη, έχοντας μεταξύ τους μια καλή απόσταση. Ρίχναμε τον κλήρο και σε όποιον έλαχε άρχιζε πρώτα το παιγνίδι. Μια ομάδα διάλεγε από εκείνη που άρχιζε πρώτη ένα άτομο το οποίο παίρνοντας φόρα επεδίωκε να σπάσει τα δεσμό των χεριών μεταξύ των παιδιών ΤΟ της απέναντι ομάδας. ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ Αν τα καταφέρναμε πιάναμε Παιζόταν από αγόρια και ¨αιχμάλωτο¨ από κορίτσια. ένα από Συνήθως κάναμε όλοι έναν τα δυο κύκλο και ο ένας δίπλα στον άλλον, κρατάγαμε ανοιχτές τις χούφτες μας (παλάμες). Μέσα τον κύκλο υπήρχαν δυο άτομα. Ο ένας κράταγε στην κλειστή του χούφτα ένα δακτυλίδι και τραγουδώντας «που ‘ντο , που ‘ντο, το δαχτυλίδι, ψάξε, ψάξε δεν θα το βρεις….» έριχνε τυχαία το δαχτυλίδι μέσα σε μία χούφτα – ανοίγοντας το κάτω μέρος της δικής του από τα παιδιά χωρίς να το καταλάβει ο άλλος που βρισκόταν μαζί του στον κύκλο. Ο δεύτερος που ήταν μέσα στον κύκλο επεδίωκε να βρει σε ποιον από τα παιδιά του κύκλου το είχε αφήσει, ενώ ο πρώτος δε σταμάταγε το τραγούδι. Αν δεν το έβρισκε, άρχιζε το παιγνίδι πάλι από την αρχή. Αν όμως το έβρισκε, τότε εκείνος που το ��ίχε τον κυνηγούσε και εκτός κύκλου. Το παιγνίδι παιζόταν και χωρίς να κάνουμε κύκλο σε κοντινή απόσταση.

παιδιά που ανάμεσά τους είχαμε περάσει και τον δίναμε στην ομάδα μας ως ¨σκλάβο¨. Μάλιστα τον βάζαμε έξω από τη σειρά αλλά κοντά μας και τον φυλάγαμε μην και μας τον πάρουν οι άλλοι. Συνεχίζαμε πάλι εμείς με σκοπό να τους πάρουμε όλους ως ¨σκλαβάκια¨. Αν όμως δεν καταφέρναμε να σπάσουμε το δεσμό, τότε – εκείνον που έχανε – τον κράταγε ως ¨σκλαβάκι¨ η άλλη ομάδα και έπαιρνε φόρα με τη σειρά της κάποιο μέλος από τους άλλους να σπάσει το δεσμό από δικά μας χέρια. Ανάλογα με την κατάληξη ή τον πιάναμε ή μας έπαιρνε ¨σκλαβάκι¨. Την ώρα του παιγνιδιού και οι δυο ομάδες ¨κοίταγαν¨ παράλληλα και πως να ελευθερώσουν τους δικούς τους ¨σκλάβους¨ αλλά και πως να κρατήσουν ως ¨σκλάβους¨ τους άλλους. Η Ομάδα που κατάφερνε να πιάσει ¨σκλαβάκια¨ όλους τους αντιπάλους - εκτός από τον τελευταίο - κέρδιζε. Πάντως, ποτέ αγόρι δεν πήγαινε να «κόψει» δεσμό που βρισκόταν κορίτσι, ….αξία στο παιγνίδι

Αύγουστος Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10 11 12

13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31


ΚΡΥΦΤΟ

έπεφτε ο κλήρος με τη λέξη ….εσύ, τα φιλούσε.

Παίζαμε αγόρια και κορίτσια κυρίως λίγο μετά το σούρουπο να’ ναι και λίγο σκοτεινά. Μαζευόμασταν, κάνοντας ένα κύκλο και τα ¨βγάζαμε¨ για το ποιος θα τα φυλάξει. Ξεκίναγε ένας από τον κύκλο, δείχνοντας έναν προς έναν τους υπόλοιπους συλλαβίζοντας το:

Ακουμπούσε σε ένα σταθερό σημείο π.χ. σε ένα τοίχο χωρίς να κοιτάει προς τα υπόλοιπα παιδιά και μετρούσε 1,2, 3, 4, ………, 18, 19, 20 ενημέρωνε με ¨φτου και βγαίνω¨, ενώ οι υπόλοιποι στο διάστημα αυτό φρόντιζαν να κρυφτούν σε μέρος που δύσκολα θα τους έβρισκε. Με το ¨φτου και βγαίνω¨ άρχιζε να ψάχνει για τους υπόλοιπους με σκοπό να τους ανακαλύψει και να προλάβει να πει ¨φτου και το όνομα¨ (αυτού που βρήκε) στο σημείο που τα φύλαγε, πριν προλάβει κάποιος από τους υπόλοιπους που κρυβόμασταν, να κάνει το ίδιο. Τον πρώτο που θα έβρισκε - ¨έφτυνε¨ θα ήταν υποψήφιος όταν τελείωνε το παιγνίδι να τα φυλάξει εκείνος. Ο τελευταίος που έμενε είχε στόχο να πάει πρώτος ο ίδιος (πριν από αυτόν που τα φύλαγε) για να κάνει «Φτου ξελευτερία» που σήμαινε ότι ¨ελευθέρωνε¨ όλους τους υπόλοιπους και τα ξαναφύλαγε αυτός που ήταν πριν. Αλλιώς, τα φύλαγε όποιον είχε βρει -¨φτύσει¨ πρώτο.

Α μπε μπα μπλομ, του κίθε μπλομ, α μπε μπα μπλομ, του κίθε μπλομ, μπλιμ μπλομ Σαν θα πας εκεί, στη βόρεια Αμερική, να βρεις και τον ελέφαντα που παίζει μουσική Όλα τα κοιτώ, σαν παιδί κουτό, την Ακρόπολη και το Λυκαβητό. ΣΧΟΙΝΑΚΙ Βγαίνω εγώ και τα φυλάς εσύ! Παιζόταν συνήθως από κορίτσια και σε εκείνον σπανιότερα από αγόρια. Τα που βγάζαμε και οι δυο χαμένοι πιάνανε το σχοινάκι – κυρίως μεγάλη τριχιά – από τις δυο του άκρες και το γυρνάγαμε περιστροφικά για να γίνει ένας νοητός κύκλος. Τα υπόλοιπα παιδιά σταδιακά πηδούσαν με φόρα μέσα στον κύκλο που σχηματιζόταν από την περιστροφή του σχοινιού και όταν το σχοινί άγγιζε το χώμα, αναπηδούσαν για να μην το πατήσουν και όταν το σχοινί ήταν ψηλά σκύβανε για να μη ¨βρει¨ το κεφάλι τους. Αν κάποιο από τα παιδιά μπερδευόταν, δεν αναπηδούσε ή ακουμπούσε, πατούσε ή άγγιζε το σχοινάκι έχανε και έβγαινε από το παιγνίδι αλλάζοντας θέση με κάποιον από εκείνους που το γυρνούσαν για να συνεχιστεί το παιγνίδι….

Σεπτέμβρης Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ

1

2

3

8

9

4

5

6

7

10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30


ΚΑΧΤΕΣ Αγόρια το παίζαμε το Σεπτέμβρη ή Οχτώβρη όταν μαζεύαμε τις κάχτες (καρύδες). Συμφωνούσαμε πόσες κάχτες θα βάλει ο καθένας ως υποθήκη & τις στήναμε : είτε όλες σε μια αράδα (ευθεία γραμμή), είτε σε διάταξη 3 μπροστά 3 από πίσω τους κ.ο.κ. και πίσω-πίσω μια Μαζευόμασταν πέρα στα σκαμνάκια αλλά και στην πλατεία, που ήταν ίσιος τόπος για να κυλάει καλύτερα ο τζιόλος (μεγάλη κάχτα-καρύδα, που κρατούσαν στο χέρι τους όσοι παίζανε). Ο τζιόλος ήταν η καλύτερη κάχτα που ο καθένας είχε στη διάθεσή του. Πρώτος έριχνε εκείνος που διάλεγε τη μεγαλύτερη απόσταση από το σημείο που ήταν στημένες οι κάχτες. ¨Έριχνε¨ (στο χώμα) λοιπόν το τζιόλο με σκοπό να βρει κάποια κάχτα από τις στημένες. Αν δεν έβρισκε καμία ως τίμημα έδινε όσες κάχτες είχε συμφωνηθεί εξ αρχής από όλους και

έδινε τη σειρά του στον επόμενο. Αν έβρισκε (έκοβε) κάχτες όμως, έπαιρνε ως κέρδος όσες κάχτες ήταν από εκείνη που πέτυχε και πίσω (π.χ. αν υπήρχαν 15 κάχτες και έβρισκε την 8η έπαιρνε όλες πίσω από την 8η). Η πρώτη στη σειρά κάχτα και η καλύτερη λέγονταν μπαζ ή δεύτερη παραμπάζ. Τζουγκλές λέγονταν όσες δεν ήταν μεγάλες και γι αυτό τις βάζαμε προς το τέλος, μιας και ήταν κόστριαβες (μικρές, όχι καλοφτιαγμένες). Δεν επιτρεπόταν όμως να βάλει κανείς (ως υποθήκη) κούφια κάχτα. Συνεπώς όσο πιο μπροστά σημάδευες και κυρίως πετύχαινες τόσο πιο καλύτερες κάχτες κέρδισες. Όσοι χάνανε τις κάχτες τους αποχωρούσαν ή και δανείζονταν. Αργότερα, στα τέλη δεκαετίας του ‘60, το παιγνίδι παιζόταν με μια μικρή παραλλαγή. Μπήγαμε (καρφώναμε) στο έδαφος μια πρόκα και τα μεγαλύτερα παιδιά που ζούσαν σε μεγάλες πόλεις όταν ερχόταν στο χωριό, βάζανε πάνω στο καρφί κέρματα τάλιρο, δεκάρικο, άντε το πολύ εικοσάρικο. Δούλευαν και είχαν δραχμές. Οι μικρότεροι –πρώτος εκείνος που διάλεγε τη μεγαλύτερη απόσταση -ρίχναμε το τζιόλο με σκοπό να πετύχουμε το καρφί και να πέσει το κέρμα για να το πάρουμε. Αν χάναμε όμως τους δίναμε κάχτες. Συνήθως φεύγαμε με λιγότερες κάχτες απ’ όσες είχαμε αρχικά.

Οκτώβρης Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ 1

2

3

4

5

6

7

8

9

10 11 12 13 14

15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31


ΚΟΥΤΣΟΣ Παιζόταν κυρίως από κορίτσια, τα αγόρια πιο σπάνια παίζανε αυτό το παιγνίδι. Κάναμε στο χώμα (με ξύλο ή με πέτρα), ή σε τσιμεντένιες αυλές (με κιμωλία από το σχολείο), στη σειρά πέντε, (5) τετράγωνα ίσων διαστάσεων. 1, 2, 3, 4, 5. Παίρναμε μια στρογγυλή πλακέ πέτρα – λουμάδα λεγόταν – και τη ρίχναμε με το χέρι στο πρώτο (1ο) τετράγωνο προσπαθώντας να μην ¨κάτσει¨αγγίξει στη γραμμή (περίμετρο τετραγώνου). Αν καθόταν-άγγιζε τη γραμμή χάναμε και ξεκίναγε άλλο κορίτσι. Μπαίναμε στο πρώτο τετράγωνο, με το ένα πόδι μέσα και το άλλο μαζεμένο (κουτσό). Με το ένα πόδι να χτυπήσουμε τη λουμάδα για να πάει στο επόμενο τετράγωνο και εμείς να προχωρήσουμε με κουτσό. Αν η πέτρα ακουμπούσε στη γραμμή, ή πατούσαμε εμείς στη γραμμή, χάναμε και έπαιζε ο επόμενος. Αν φτάναμε μέχρι το 5 και δεν είχαμε χάσει, συνεχίζαμε, και ξεκινούσαμε πάλι από την αρχή, έως ότου να χάναμε.

ΨΗΛΗ ΓΚΑΜΗΛΑ Χωριζόμασταν σε δύο ομάδες, και είχαμε και ένα σχοινί μεγάλο. Στην ομάδα που ξεκινάγαμε το παιγνίδι, πιανόμασταν-αγκαλιαζόμασταν όλοι μαζί και σκύβαμε κάνοντας μια ομπρέλα. Γυρνάγαμε γύρα-γύρα και ο πρώτος κρατούσε τη μια άκρη του (μεγάλου) σκοινιού. Την άλλη άκρη την κράταγε ο φύλακας που λέγαμε, που έφερνε (το τύλιγε) το σκοινί γύρα-γύρα απ’ την ομάδα αυτή που ήταν σκυμμένη, Η άλλη ομάδα, έπρεπε να πηδήξουν απάνω σε εμάς που ήμασταν αγκαλιασμένοι και ο φύλακας να μην αφήσει κανέναν να πηδήξει απάνω. Αν όμως τα κατάφερναν ο φύλακας δεν μπορούσεεπιτρεπόταν να τους κάνει τίποτα. Εμείς που ήμασταν σκυμμένοι κάναμε την ¨ψηλή γκαμήλα¨ και επίτηδες δε σκύβαμε πολύ (ψηλή γκαμήλα) ώστε αν κάποιος σκαρφάλωνε πάνω μας να μη προλάβαινε να στερεωνόταν καλά και να πιανόταν όσο το δυνατόν πιο χαμηλά ώστε φέρνοντας εμείς γύρα-γύρα να κουραζόταν και να έπεφτε κάτω. Αν τα κατάφερναν και πηδάγανε ψηλά και στερεωνόταν χάναμε εμείς που ήμασταν αγκαλιασμένοι, αν δεν τα κατάφερναν κάθονταν αυτοί και πηδούσαμε εμείς. Το παιχνίδι αυτό το παίζαμε μόνο αγόρια, στο σχολείο, στα κατσίκια αλλά και στις εκδρομές.

Νοέμβρης Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ

1

2

3

5

8

9

10 11

6

7

4

12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30


ΧΤΥΠΑΡΑ

Ήταν μια κατασκευή με χαρακτήρα παιγνιδιού και τη φτιάχνανε αγόρια. Κόβαμε ένα χοντρό κορμό από βούζιο γύρω στους 25-30 πόντους. Βγάζαμε την ψίχα από μέσα και γινόταν τρύπα και να ‘την η χτυπάρα. Στη συνέχεια κόβαμε από κρανιά ένα λεπτό (για να χωρά στην τρύπα) ξύλο (περ. 5 πόντους μεγαλύτερο από τη χτυπάρα), που ήταν το κοντάκι. Χτυπούσαμε το μπροστινό του ΠΑΤΙΝΙΑ μέρος κάτω σε μια πλάκα Τιμητική, ως κατασκευή με για να φτιάξουμε χαρακτήρα παιγνιδιού μαλλί- τρίχες να είχε και ¨τύπου¨ το κάνουμε μηχανοκίνητα όπως ήταν τα κάτι σαν πατίνια. Μάστορες για τον πέρα μαχαλά ο Τσίτσος και για τον κάτω μαχαλά ο Ντρέζγκος. Είχανε από δυο ρουλεμάν που τα ¨βάλανε¨ για ρόδες μια μπρος μια πίσω. Πήραν κι από μια τάβλα 50 περ. πόντων, τις άνοιξαν δυο υποδοχές για να μπουν οι ρόδες, τις ¨έδεσαν¨ με δυο πύρους, βάλανε και για κάθετο σκελετό μια δεύτερη τάβλα, δέσανε με συστοιχία πύρων τις δυο τάβλες (οριζόντια και κάθετη) έβαλαν και από ένα τιμονάκι, σπαστό κιόλας και τσουπ τα δυο πρώτα πατίνια στην Οξυά, να ξεχύνονται στους μαχαλάδες, στην αρχή τα οδηγούσαν οι αρχιμάστορες και μετά οι υπόλοιποι. Τώρα αν αναρωτιέστε πως σταματάγαμε στην κατηφόρα, σας λέμε αν έπιανε το πόδι στο πίσω ρουλεμάν έχει καλώς, αλλιώς…. αφήστε τα …

Αλλά όπως χωρίς ¨γκίλισμα¨ δε μαθαίνεις πατίνι…. έτσι και χωρίς να ματώσεις γόνατα δε μαθαίνεις να παίζεις παιγνίδια ….

¨έμβολο¨. Μόλις τελειώναμε δοκιμάζαμε το κοντάκι, (να μην είναι ούτε μικρό ούτε μεγάλο) άμα χωράει (περνάει) άνετα στη χτυπάρα. Στο μπροστινό μέρος της χτυπάρας βάζαμε κιτρομπόμπολα (καρπούς κέδρου), σαλιώναμ�� χτυπάρα και κοντάκι, κάνοντας 2-3 φορές παλινδρόμηση (χαρακτηριστικός ο ήχος της, κάτι ανάλογος με ήχο φελλού που βγαίνει). Στη συνέχεια σημαδεύαμε και χτυπώντας απότομα στο πίσω μέρος το κοντάκι εκείνο, μέσω του κενού αέρος της χτυπάρας, ωθούσε με δύναμη το κιτρομπόμπολα προς το στόχο. Παιγνίδι για όλες τις εποχές μιας και βρίσκαμε ή φυλάγαμε βούζια και κιτρομπόμπολα σχεδόν πάντα.

Δεκέμβρης Δε Τρ Τε Πε Πα Σα Κυ

1

2

3

8

9

4

5

6

7

10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30 31


Oxya imerologio2012