Issuu on Google+

2011

Ασφάλιση Ευθύνης Προϊόντων Ασφαλιστικές Πτυχές Όλα όσα θα θέλατε να ξέρετε για την ασφάλιση Ευθύνης Προϊόντων και τον Περί Ελαττωματικών Προϊόντων (Αστική Ευθύνη) Νόμος του 1995 (Ν.105 (1)/95)

Compiled By: Savvas Christoforou CLU FLMI LUTCF CIC MBA Chartered Insurer 1/1/2011


2


Νομικές και Ασφαλιστικές Πτυχές 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Στις 29 Δεκεμβρίου 1995 δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας ο Περί Ελαττωματικών Προϊόντων (Αστική Ευθύνη) Νόμος του 1995 (Ν.105 (1)/95), ύστερα από τη θέσπιση του σε Νόμο από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Ο Νόμος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1997.

Με την νέα αυτή νομοθεσία γίνεται κατανοητό ότι δημιουργούνται νέες ευθύνες παραγωγών, εισαγωγέων και προμηθευτών προϊόντων από τη δημιουργία νέας βάσης αγωγής για τους καταναλωτές.

Η θέσπιση τέτοιας νομοθεσίας Περί Ελαττωματικών Προϊόντων υποστηρίχτηκε γενικά στην Ευρώπη αλλά και στην Κύπρο, ότι κατέστη αναγκαία για τους πιο κάτω, κυρίως, λόγους: 1.Για εναρμόνιση της Κυπριακής Νομοθεσίας με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία σε σχέση με την ευθύνη του παραγωγού έναντι του Καταναλωτή. 2.Το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς δημιούργησε μη αποδεκτές ανωμαλίες, όπως: (α) διαφοροποίηση μεταξύ των θεραπειών που εδικαιούτο να ζητήσει ο αγοραστής εμπορεύματος έναντι του μη αγοραστή εμπορεύματος, του τελευταίου υποχρεωμένου πάντοτε να αποδείξει αμέλεια έναντι του πωλητή. (β) ήταν ευχερέστερο να αποδεικτεί ευθύνη έναντι του πωλητή παρά έναντι του κατασκευαστή , ο οποίος (κατασκευαστής) ήταν σε τελευταία ανάλυση το πρόσωπο που κυρίως ευθυνόταν για το ελαττωματικό προϊόν . 3. Η Αμερικανική πρακτική η οποία απέδειξε ότι ήταν δυνατό να καθιερωθεί αυστηρή ευθύνη για ελαττωματικά προϊόντα ως αστικό αδίκημα πάνω στους κατασκευαστές, και 4. Η κοινή αντιμετώπιση όλων των κατασκευαστών μέσα στις Ευρωπαϊκές Χώρες της ίδιας νομικής ευθύνης για ελαττωματικά προϊόντα κατά τρόπο που θα αποφεύγετο ο ανταγωνισμός ο οποίος ήταν δυνατό να δημιουργηθεί μεταξύ κατασκευαστών οι οποίοι αντιμετώπιζαν διαφορετική ευθύνη σε σχέση με τα ίδια τα προϊόντα σε διαφορετικές νομοθεσίες στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2. ΕΥΘΥΝΗ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥ Ι Γενικά Την καρδιά της νέας νομοθεσίας αποτελεί το άρθρο 5 του Νόμου που προβλέπει πως στις περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται ότι οποιαδήποτε ζημιά προκλήθηκε από ελαττωματικό προϊόν, ο παραγωγός προϊόντος ευθύνεται για την ζημιά που προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο. Οι βασικές πτυχές για την ευθύνη του παραγωγού είναι: • Απόδειξη ζημιάς • Η ζημιά να προκλήθηκε ολικά ή μερικά από ελαττωματικό προϊόν • Η ευθύνη ανήκει στον παραγωγό του προϊόντος

3


ΙΙ Απόδειξη Ζημιάς Ο Ενάγων σε ενδεχόμενη δικαστική διαδικασία θα πρέπει να αποδείξει ότι έχει υποστεί ζημιά. Αν δεν μπορεί ν’ αποδεικτεί η πρόκληση ζημιάς από το ελαττωματικό προϊόν, ο νόμος δεν εφαρμόζεται. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο καταναλωτής δεν μπορεί να έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του παραγωγού για την πώληση του ελαττωματικού προϊόντος, κάτω από άλλη νομοθεσία.

Η ζημιά καθορίζεται (άρθρο 2 του Νόμου) ως η ζημιά που προκαλείται λόγω του θανάτου ή προσωπικών βλαβών ή οποιαδήποτε απώλεια οποιασδήποτε περιουσίας ή ζημιά στην περιουσία (περιλαμβανόμενης ακίνητης περιουσίας), η οποία κατά τον χρόνο της απώλειας της ή της πρόκλησης ζημιάς σε αυτή:

(α) είναι είδος περιουσίας που συνήθως προορίζεται για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση, (β) χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση από πρόσωπο που υφίσταται την απώλεια ή τη ζημιά. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε δυσκολία στην απόδειξη ζημιάς από θάνατο ή προσωπική βλάβη που προκαλείται στον καταναλωτή, και τα ερωτήματα τα οποία περιορίζονται εδώ για προβληματισμό έχουν άμεση σχέση με την απόδειξη ζημιάς σε περιουσία. Σε σχέση με το θέμα της ζημιάς σημειώνουμε ότι δεν επιδικάζεται οποιαδήποτε αποζημίωση στον καταναλωτή αναφορικά με: (α) οποιαδήποτε ζημιά που προκλήθηκε στο ίδιο το προϊόν από ελάττωμα του, σε ολόκληρο ή μέρος του προϊόντος, από ελάττωμα άλλου προϊόντος το οποίο αποτελούσε μέρος αυτού κατά το χρόνο που το προμηθεύτηκε ή (β) για οποιαδήποτε ζημιά σε περιουσία στις περιπτώσεις που το ποσό το οποίο θα επιδικαζόταν από το Δικαστήριο στο πρόσωπο αυτό δεν θα υπερέβαινε τις £250, Συνεπώς 1. Όσον αφορά ζημιά σε περιουσία ο νόμος εξαιρεί αποζημίωση μέχρι ποσού £250 2.Απαιτήσεις για καθαρά οικονομική ζημιά (pure economic loss) και συνεπακόλουθη οικονομική ζημιά αν και δεν είναι βέβαιο πρέπει να θεωρείται ότι δεν μπορούν να επιδικαστούν. 3.Η ζημιά που προκλήθηκε στο ίδιο το ελαττωματικό προϊόν δεν αποζημιώνεται με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Επίσης δεν καλύπτεται οποιαδήποτε ζημιά σε προϊόν από ελάττωμα άλλου προϊόντος το οποίο αποτελούσε μέρος αυτού κατά το χρόνο που το προμηθεύτηκε. Συνεπακόλουθα ένα ελαττωματικό ελαστικό αυτοκινήτου όταν εκρήγνυται και προκαλεί ζημιά, α) στο ίδιο το ελαστικό, β) στο αυτοκίνητο, τότε ούτε η ζημιά στο ελαστικό ούτε στο όχημα καλύπτεται υποθέτοντας βέβαια ότι το ελαστικό αποτελούσε μέρος του οχήματος κατά τον χρόνο που το προμηθεύτηκε ο καταναλωτής. Βέβαια η πιο πάνω θέση είναι διαφορετική στις περιπτώσεις που το ελαστικό με την έκρηξη του προκαλεί σωματική βλάβη στον ιδιοκτήτη του. Διαφορετική είναι η περίπτωση επίσης που το ελαστικό αγοράστηκε ξεχωριστά από το αυτοκίνητο, σε μεταγενέστερο χρόνο για παράδειγμα, οπότε η ζημιά στο αυτοκίνητο είναι ανακτήσιμη. Σημειώνουμε επίσης ότι η ευθύνη για ζημιά σε περιουσία μπορεί να επιδικαστεί μόνο αν η περιουσία κατά το χρόνο της απώλειας της ή της πρόκλησης της ζημιάς σε αυτή, είναι είδος περιουσίας που συνήθως προορίζεται για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση από το πρόσωπο που υφίσταται την απώλεια ή τη ζημιά.

4


Κατά συνέπεια είναι φανερό πως ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι η περιουσία συνήθως προορίζεται για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση και περαιτέρω ότι χρησιμοποιείτο κατά κύριο λόγο από τον ίδιο για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση από τον ίδιο. ΙΙΙ Ζημιά πρέπει να προκαλείται από ελαττωματικό προϊόν Έννοια προϊόντος Δύο είναι τα σημαντικά στοιχεία που πρέπει να εξεταστούν κάτω από αυτό το κεφάλαιο. Πρώτο η έννοια «Προϊόν» και δεύτερον, «Ελαττωματικό Προϊόν».

Ο όρος προϊόν ερμηνεύεται στο Νόμο με πολύ ευρεία έννοια. Προϊόν θεωρείται οποιοδήποτε κινητό αγαθό, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε προϊόν το οποίο περιέχεται σε άλλο προϊόν, ως συστατικό μέρος, ή ως πρώτη ύλη αυτού ή ακόμα είναι ενσωματωμένο σε ακίνητη περιουσία. Προϊόν θεωρούνται επίσης ο ηλεκτρισμός και το υγραέριο περιλαμβανομένου της ειδικής συσκευασίας τους.

1. Γενικά μπορεί να λεχτεί πως για τους σκοπούς του Νόμου, προϊόν θεωρείται κάθε αγαθό εκτός από τα ρητά εξαιρούμενα αγαθά που θ’ αναφέρω πιο κάτω. Είναι όμως δυνατόν να εγείρονται και σ’ αυτό το θέμα σοβαρά ερωτηματικά κατά πόσο δηλαδή ορισμένα αγαθά εμπίπτουν στον ορισμό του προϊόντος. Για παράδειγμα, το ανθρώπινο αίμα ή το computer software, τα οποία γενικά θεωρούνται αγαθά, μπορεί να θεωρούνται ότι εμπίπτουν στις πρόνοιες του νόμου; Αν και είναι εξειδικευμένα θέματα τα οποία χρειάζονται ειδική ολοκληρωμένη ανάλυση, γενικά όμως και για σκοπούς προβληματισμού, και σ’ ένδειξη των δυσκολιών που θα παρουσιαστούν για μελλοντική ερμηνεία από τα πιο κάτω: Ο καθηγητής Atiyan στο σύγγραμμα του Sale of Goods, 8th Edition, υποστηρίζει ότι το ανθρώπινο αίμα, δεν καλύπτεται από τη Νομοθεσία περί Πωλήσεως Αγαθών και κατά συνέπεια πρέπει να θεωρείται ότι εξαιρείται από το Νόμο. Αναφορικά με το computer software, πιστεύω ότι θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ software το οποίο παράγεται εμπορικά και πωλείται «από το ράφι» και αυτού που κατασκευάζεται ειδικά για τις ανάγκες συγκεκριμένου πελάτη. Στην πρώτη περίπτωση το προϊόν τίθεται σε κυκλοφορία και ο παραγωγός είναι σε θέση να ελέγξει τους κινδύνους. Στην δεύτερη περίπτωση το θέμα προσαρμόζει περισσότερο με προσφορά επαγγελματικών υπηρεσιών η οποία γενικά πρέπει ν’ αντιμετωπίζονται στα πλαίσια του δικαίου της αμέλειας. Όμως ο συγγραφέας ή ο εκδότης ενός βιβλίου είναι υπεύθυνος για «ελαττωματικά βιβλία» των οποίων το ελάττωμα έγκειται στο πνευματικό περιεχόμενο της εργασίας, παρά στην φυσική του κατασκευή; Είναι κινητό αγαθό και θεωρείται προϊών ή όχι; Τ’ ότι είναι πνευματικό αγαθό μπορεί να εξαιρείται; 2. Ρητά εξαιρούνται από τις πρόνοιες του νόμου τα πρωτογενή γεωργικά προϊόντα και τα προϊόντα κυνηγίου. Υπογραμμίζουμε την προϋπόθεση πρωτογενή γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποκλειστούν εκ προοιμίου όλα τα γεωργικά προϊόντα ή προϊόντα κυνηγίου. Η αναφορά σε πρωτογενή γεωργικά προϊόντα ή προϊόντα κυνηγίου συνιστά αναφορά σε οποιαδήποτε προϊόν του εδάφους, της κτηνοτροφίας ή της αλιείας ή σε προϊόν κυνηγίου το οποίο δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε βιομηχανική ή άλλη ανάλογη επεξεργασία. Υποστηρίζεται στην Αγγλική βιβλιογραφία επί του θέματος ότι πρέπει να θεωρείται ότι περιλαμβάνει επεξεργασία όπως pre-cooking – packaging, Canning και πιθανώς κατάψυξη.

5


Κατά συνέπεια δεν υπάρχει ευθύνη κάτω από το Νόμο για φρέσκα κρέατα, ψάρι ή κοτόπουλα τα οποία φτάνουν στον καταναλωτή, όμως πολύ πιθανόν να θεωρηθεί ότι υπάρχει ευθύνη για κατεψυγμένο κρέας, κοτόπουλο, ή ψάρι κλπ τα οποία πιθανόν να θεωρούνται ότι με την κατάψυξη, έχουν υποστεί βιομηχανική επεξεργασία ή ��ουλάχιστον άλλη ανάλογη επεξεργασία. Μπορεί όμως να αναπτυχθεί και αντίθετη επιχειρηματολογία ότι με την κατάψυξη δεν διαφοροποιούνται τα βασικά χαρακτηριστικά του προϊόντος και κατά συνέπεια δεν έχουν υποστεί οποιαδήποτε βιομηχανική επεξεργασία. ΙV Ελαττωματικό Προϊόν

Ελαττωματικό θεωρείται ένα προϊόν όταν δεν παρέχει ασφάλεια αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες το προϊόν κατέχεται, χρησιμοποιείται ή καταναλώνεται.

Μεταξύ άλλων περιλαμβάνει: (1) τον τρόπο με τον οποίο, και τους σκοπούς για τους οποίους το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία. (2) Την παροχή οποιωνδήποτε οδηγιών ή προειδοποιήσεων. (3) Τη χρήση επί του προϊόντος ή σε σχέση με αυτό οπουδήποτε σήματος το οποίο αναφέρεται ή σχετίζεται με την ασφάλεια του και (4) Τον χρόνο κατά τον οποίο το προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία. Η Αμερικάνικη πρακτική και πείρα η οποία φαίνεται να υιοθετείται και στην Αγγλία έχει κατατάξει τα προϊόντα , σε σχέση με την ασφάλεια τους, σε τρεις κατηγορίες: (α) Κατασκευαστικά ελαττώματα (manufacturing defects) Σ’ αυτή τη κατηγορία γενικά κατατάσσονται τα προϊόντα που δεν συμμορφώνονται με το σχεδιασμό και τις προδιαγραφές του ίδιου του κατασκευαστή. Σημειώνουμε ότι, δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε μη συμμόρφωση ,αυτόματα κατατάσσει το προϊόν ως ελαττωματικό. (β) Ελαττώματα σχεδιασμού (Design Defects) Σ’ αυτή τη κατηγορία μπορεί να καταταχθούν τα προϊόντα τα οποία ο κατασκευαστής θέτει σε κυκλοφορία στα οποία όμως αποδίδονται ανασφαλείς ιδιότητες και κάτω από αυτήν την κατηγορία μπορούν να γίνουν απαιτήσεις για ελαττωματικότητα των προϊόντων λόγω αυτών των (ανασφαλών) ιδιοτήτων. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ την πρόνοια του άρθρου 2 του Νόμου σε σχέση με τον ορισμό ασφαλές του προϊόντος και την πρόνοια «ο οποίος κατά κανόνα δεν αναμένεται αντικειμενικά και εύλογα ότι θα επέλθει από αυτή» για να σημειώσουμε την δυσκολία η οποία υπάρχει στον τρόπο ερμηνείας αυτής της πρόνοιας. (γ) Ελαττώματα που οφείλονται σε μη ικανοποιητικές προειδοποιήσεις ή οδηγίες (-inadequate warnings or instructions)

6


Σ’ αυτή τη κατηγορία μπορούν να καταταχτούν τα προϊόντα που λόγω απουσίας ή ελλιπών οδηγιών ή προειδοποιήσεων αναφορικά με τη χρήση, κατοχή ή κατανάλωση της προκαλούν ζημιά στον καταναλωτή. Γενικές παρατηρήσεις 1. Αρκετά προϊόντα είναι από τη φύση τους ελαττωματικά υπό την έννοια ότι περιέχουν κάποιο στοιχείο κινδύνου από μόνα τους. Για παράδειγμα ένα μαχαίρι κουζίνας περιέχει από μόνο του κίνδυνο. Το γεγονός αυτό και μόνο ότι ορισμένα προϊόντα από μόνα τους ενέχουν κίνδυνο δεν σημαίνει ότι είναι και ελαττωματικά κάτω από το Νόμο. 2. Ασφαλώς είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι οι κατασκευαστές γενικά αναμένουν ότι προϊόντα θα χρησιμοποιούνται για το σκοπό για τον οποίο τίθενται σε κυκλοφορία και μπορεί να αποδειχτούν ότι είναι ελαττωματικά εάν δεν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά είτε σύμφωνα με τις οδηγίες ή σύμφωνα με τις υποδείξεις και προειδοποιήσεις τους. 3. Υπογραμμίζεται ότι η ελαττωματικότητα του προϊόντος δεν έχει σχέση με την ποσότητα. Παράπονα σε σχέση με την ποιότητα είναι θέματα που διέπονται από το Νόμο περί Πωλήσεως Αγαθών ή των αρχών του κοινοδικαίου της αμέλειας και στο βαθμό που αυτά καλύπτονται από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμων. 4. Αναφορικά με το βάρος απόδειξης, ο Νόμος σιωπά, αλλά’ εφαρμόζοντας την αρχή ότι αυτός που επικαλείται πρέπει ν’ αποδεικνύει, πιστεύω ότι, το βάρος απόδειξης για την ελαττωματικότητα του προϊόντος είναι στους ώμους τους Καταναλωτή. 5. Είναι σημαντικό θα διαπιστωθεί ο σκοπός για τον οποίο συγκεκριμένο προϊόν τίθεται σε κυκλοφορία από τον παραγωγό. Για παράδειγμα αναμένονται λογικά ψηλότερα επίπεδα ασφάλειας για προϊόν το οποίο προορίζεται για κατανάλωση από παιδιά παρά από ενήλικους. Ο σκοπός του τέθηκε προϊόν σε κυκλοφορία είναι επίσης σημαντικός και για άλλους λόγους. Είναι πιθανό να θεωρηθεί και το δικαστήριο να ισοζυγήσει τα έξοδα κατασκευής σε σύγκριση με τον σκοπό του παραγωγού ο οποίος θέτει σε κυκλοφορία συγκεκριμένο προϊόν ισοζυγίζοντας αυτό με τον κίνδυνο που περιέχουν. 6. Σχετική επίσης είναι η εξέταση του ελαττωματικού προϊόντος εάν και εφόσον έχει τεθεί στην κυκλοφορία μαζί με ικανοποιητικές οδηγίες αναφορικά με την χρήση του και τις κατάλληλες προειδοποιήσεις σε σχέση με γνωστούς κινδύνους. Εάν ο παραγωγός δίδει τις κατάλληλες οδηγίες σε σχέση με την χρήση ή τις πρέπουσες προειδοποιήσεις, είναι πιθανό ανάλογα με τα γεγονότα της συγκεκριμένης περίπτωσης να απαλλάξουν το συγκεκριμένο παραγωγό. 7. Ακόμα ένα σχετικό στοιχείο το οποίο έχει άμεση σχέση με τη χρήση των προϊόντων είναι ότι ο καταναλωτής ο οποίος χρησιμοποιεί ένα προϊόν κατά τρόπο ο οποίος δεν αναμένεται, είναι δυνατό ο συγκεκριμένος παραγωγός να απαλλαγεί. Για παράδειγμα δεν είναι δυνατό ο παραγωγός θα θεωρηθεί υπεύθυνος για τον θάνατο ενός σκύλου ο οποίος έχει ζεσταθεί μέσα σε φούρνο microwave. Κατά παρόμοιο τρόπο ο κατασκευαστής ή ο παραγωγός βιομηχανικού οινοπνεύματος στο οποίο τοποθετεί κατάλληλη προειδοποίηση ότι είναι για βιομηχανική κατανάλωση δεν μπορεί να βρεθεί υπεύθυνος για τη χρήση του εν λόγω οινοπνεύματος σε κοκτέιλ πάρτυ.

7


8. Ο χρόνος που τέθηκε το προϊόν σε κυκλοφορία είναι επίσης αποφασιστικός. Αυτό προστατεύει τον κατασκευαστή του προϊόντος από μεταγενέστερες εξελίξεις σε σχέση με την ασφάλεια των προϊόντων. Σημειώνεται ότι δεν είναι δυνατό ο παραγωγός να ευρεθεί ένοχος από το γεγονός και μόνο ότι άλλο ασφαλέστερο προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία σε μεταγενέστερο χρόνο. Ο χρόνος είναι επίσης σημαντικός αναφορικά με τον χρόνο διάθεσης του προϊόντος.

V Υπεύθυνα Πρόσωπα Η Τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση κάτω από το Νόμο είναι ότι για το τελευταίο προϊόν υπεύθυνος είναι ο παραγωγός του προϊόντος. Ποιοι όμως θεωρούνται υπεύθυνοι κάτω από τον Νόμο; 1.Ο παραγωγός 2.Ο εισαγωγέας 3.Ο προμηθευτής του προϊόντος Πρωταρχική ευθύνη κάτω από το Νόμο όπως διαπιστώνεται σε σχέση μ’ ελαττωματικό προϊόν φέρει ο κατασκευαστής του προϊόντος παρά ο προμηθευτής. Σε ιδανικές περιπτώσεις θα έπρεπε να υπάρχει ένας μόνο παραγωγός προϊόντος ο οποίος και θ’ αναμενόταν να ασφαλίσει το προϊόν έναντι πιθανής ευθύνης που θα δημιουργείτο από βλάβη στον καταναλωτή. Αυτό θα περιόριζε τη θέση ότι όλοι όσοι ασχολούνται με την παραγωγή μέχρι και τη διάθεση του προϊόντος θα πρέπει να έχουν ασφαλιστική κάλυψη.

Με βάση ρητή πρόνοια του Νόμου ορισμός «παραγωγός» περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατασκευάζει το προϊόν ή συστατικό μέρος αυτού περιλαμβανομένης της πρώτης ύλης ή εμφανίζεται ως παραγωγός αυτού με την τοποθέτηση του ονόματος του ή με τη χρήση εμπορικού σήματος ή άλλου διακριτικού σήματος σε σχέση με τον εν λόγω προϊόν.

Ο εισαγωγέας είναι πάντοτε υπεύθυνος νοουμένου ότι κατά την διεξαγωγή των εργασιών του διάθεσε το προϊόν εντός της Δημοκρατίας με σκοπό να το προμηθεύσει σε άλλο. Ο προμηθευτής του προϊόντος είναι υπεύθυνος εκτός εάν έχει κληθεί γραπτώς από το πρόσωπο το οποίο έχει υποστεί τη ζημιά για να αποκαλύψει την ταυτότητα του παραγωγού ή του προμηθευτή και μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την πρόκληση της ζημιάς ειδοποιεί σχετικά το πρόσωπο το οποίο έχει υποστεί ζημιά. Εν πάση περιπτώσει η ευθύνη μεταξύ προσώπων για συγκεκριμένη ζημιά έναντι του ζημιωθέντος είναι κοινή και κεχωρισμένη. Βέβαια το δικαίωμα οπουδήποτε προσώπου που απορρέει από οποιοδήποτε κανόνα δικαίου να αξιώσει κάλυψη ή συνεισφορά από οποιοδήποτε συνυπεύθυνο πρόσωπο δεν επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο από τις διατάξεις αυτού του Νόμου. Α.ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ Στην έννοια του ορισμού παραγωγός σε σχέση με την κατασκευή περιλαμβάνεται επίσης και το πρόσωπο που αναφέρεται στο σχεδιασμό ή στην κατασκευή του προϊόντος ή στην εφαρμογή οποιασδήποτε βιομηχανικής επεξεργασίας σε αυτό ή σε οποιοδήποτε συστατικό μέρος αυτού περιλαμβανομένης επίσης και πρώτης ύλης. 8


Είναι φανερό με βάση τα πιο πάνω πως είναι δυνατό να υπάρχουν περισσότεροι του ενός «παραγωγού» ελαττωματικού προϊόντος μέσα στην έννοια του νόμου. Και αυτό λόγω του ορισμού που δίδεται στον όρο «παραγωγός» και στο «προϊόν» που περιλαμβάνει επίσης το τελειωμένο προϊόν όπως επίσης και οποιαδήποτε συστατικά μέρη αυτού και πρώτης ύλης. Κατά συνέπεια εάν ένα προϊόν είναι ελαττωματικό λόγω ελαττωματικότητας μέρους αυτού, τόσο ο παραγωγός του τελικού προϊόντος, όσο και οποιουδήποτε συστατικού μέρους του θεωρούνται υπεύθυνοι θεωρώντας βέβαια ότι ο καθένας έχει θέσει σε κυκλοφορία το σχετικό προϊόν. Δυσκολίες είναι δυνατό να αναφύουν στην εξέταση του ποιος είναι υπεύθυνος για το τελικό προϊόν το οποίο είναι ελαττωματικό λόγω του ότι μέρος του το οποίον εφοδιάστηκε από άλλο πρόσωπο είναι ελαττωματικό. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις ο κατασκευαστής του τελικού προϊόντος θα πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνος. Συνήθως ο κατασκευαστής του τελικού προϊόντος θεωρείται υπεύθυνος σε σχέση με την προμήθεια του προϊόντος νοουμένου ότι αυτό καλύπτεται από τις πρόνοιες του νόμου. Β. ΕΙΣΑΓΩΓΕΑΣ Ο Εισαγωγέας του προϊόντος, ο οποίος έχει εισάξει το προϊόν στη Δημοκρατία με σκοπό να το προμηθεύσει σε άλλο ευθύνεται επίσης ως ο παραγωγός του προϊόντος. Γ. ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΗΣ Υπεύθυνος μπορεί να είναι επίσης ο προμηθευτής. Για ��ην απόδειξη ευθύνης του προμηθευτή θα πρέπει να αποδεικνύονται τρεις προϋποθέσεις: (1) ότι ο καταναλωτής ζήτησε το όνομα του παραγωγού από τον προμηθευτή. (2) αυτή η απαίτηση του καταναλωτή έγινε μέσα σε λογικό χρονικό διάστημα από την ημέρα που έχει επισυμβεί η ζημιά. (3) ο προμηθευτής παρέλειψε μέσα σε λογικό χρονικό διάστημα να συμμορφωθεί με την απαίτηση του καταναλωτή και να τον ενημερώσει για το όνομα του παραγωγού. Αυτές οι πρόνοιες είναι ιδιαίτερα σημαντικές και είναι συμβουλεύσιμο για τους προμηθευτές να κρατούν αρχεία των αγορών για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα κατά την αρχική προμήθεια στους καταναλωτές ούτως ώστε να μπορούν να ενημερώνουν σχετικά τους καταναλωτές σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και να αποφεύγουν οι ίδιοι την ευθύνη. Ένα θέμα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι το λογικό χρονικό διάστημα. Ο νομοθέτης δεν εξειδικεύει τι σημαίνει λογικό χρονικό διάστημα και κατά συνέπεια θα πρέπει αυτό να εξετάζεται κάτω από τις περιστάσεις της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. 3. ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΙΣ Οι υπερασπίσεις που μπορεί να προβάλει πρόσωπο το οποίο ενάγεται κάτω από το Νόμο, είναι περιορισμένες και ειδικά προβλεπόμενες στο Νόμο. Δεν μπορεί ο Εναγόμενος να προβάλει οποιεσδήποτε άλλες υπερασπίσεις που δεν προβλέπονται, στο Νόμο, για παράδειγμα ο κατασκευαστής ότι επέδειξε την δέουσα φροντίδα και προσοχή κατά την κατασκευή του προϊόντος (δηλ δεν ήταν αμελής). Αυτές οι ειδικές υπερασπίσεις είναι:

9


1. Ότι δεν κατασκεύασε, ή δεν εισήγαγε το προϊόν προς πώληση ή το διέθεσε κατά τη διεξαγωγή οποιασδήποτε εργασίας. 2. Δεν έθεσε το προιον σε κυκλοφορία, δηλαδή κατά την διεξαγωγή των εργασιών του ο παραγωγός δεν κατέστησε το προϊόν διαθέσιμο για προμήθεια σε άλλο. Κατά συνέπεια παραγωγός ο οποίος προέβη σε δωρεές νοουμένου ότι θα ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης, δεν μπορεί να ευρεθεί υπεύθυνος κάτω από το Νόμο. Επίσης ελαττωματικό προϊόν το οποίο για παράδειγμα έχει κλαπεί και χρησιμοποιήθηκε από τρίτα πρόσωπα προκαλώντας ζημιά, δεν μπορεί να τηρεί τις προϋποθέσεις του Νόμου. 3. Το προϊόν περιείχετο σε άλλο προϊόν και το ελάττωμα οφείλεται εξ’ ολοκλήρου στο σχεδιασμό του άλλου προϊόντος ή εκ μέρους του συμμόρφωση με οδηγίες που δόθηκαν από τον παραγωγό του άλλου προϊόντος. 4. Το ίδιο το ελάττωμα οφείλεται εξ ολοκλήρου στην εκ μέρους του παραγωγού συμμόρφωση με όρους που επιβάλλονται δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης. 5. Το ελάττωμα δεν υπήρχε στο προϊόν κατά το χρόνο που βρισκόταν υπό τον έλεγχο του παραγωγού ή ότι αυτό δημιουργήθηκε σε κάποιο μεταγενέστερο χρόνο. Περιπτώσεις όπου το ελάττωμα παρουσιάστηκε μετά, και οφείλεται σε φυσική φθορά ή κακή χρήση από τον καταναλωτή ή σε άλλο πρόσωπο συνιστά υπεράσπιση. 6. Χωρίς να είναι ο παραγωγός ή ο εισαγωγέας του προϊόντος, δηλ. είναι ο προμηθευτής του προϊόντος, αποκάλυψε την ταυτότητα του παραγωγού ή του προσώπου που προμήθευσε το προϊόν σε αυτόν. 7. Όταν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία το επίπεδο των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων δεν επέτρεπε να διαπιστωθεί η ύπαρξη του ελαττώματος.(the state of the art defense). Για να μπορέσει ν’ αποφύγει ευθύνη ο παραγωγός θα πρέπει να αποδείξει ότι το επίπεδο των γνώσεων (επιστημονικών και τεχνικών) ήταν τέτοιο που δεν μπορούσε να διαπιστωθεί η ύπαρξη του ελαττώματος. Αυτό φαίνεται να υπονοεί ότι ευθύνη υπάρχει εάν κάπου οι επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις οδήγησαν στην ανακάλυψη του ελαττώματος, έστω και αν αυτό δεν ήταν λογικά αποκαλύψιμο από τον παραγωγό. Άγγλοι Νομικοί υποστηρίζουν ότι αυτή η ευθύνη δεν μπορεί να υπάρξει απλώς και μόνον επειδή κάπου στον κόσμο ένας καλός ερευνητής έχει τη σχετική γνώση στο μυαλό του, ή δημοσίευσε κάποιο άρθρο επί του θέματος σ’ επιστημονικό περιοδικό. Υποστηρίζουν ακόμη ότι οι επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις υπάρχουν μόνο, εάν είναι εύλογα αποκαλύψιμες γνώσεις. 4. ΜΕΙΩΣΗ Ή ΕΚΜΗΔΕΝΙΣΗ ΕΥΘΥΝΗΣ 1. Η ευθύνη κάτω από το Νόμο δεν μπορεί να αποκλεισθεί με οποιοδήποτε συμβατικό όρο ή με οποιοδήποτε ειδοποίηση που δίδεται με οποιοδήποτε τρόπο. Οποιαδήποτε τέτοια πρόνοια σε σύμβαση οπωσδήποτε είναι άκυρη και χωρίς καμιά νομική ισχύ.

10


Η ζημιά του προσώπου μπορεί να μειωθεί ή να εκμηδενιστεί στις 2. περιπτώσεις όπου αφού ληφθούν υπόψη οι σχετικές περιστάσεις, η ζημιά έχει προκληθεί τόσο από ελαττωματικό προϊόν όσο και από υπαιτιότητα του ζημιωθέντος ή τρίτου προσώπου που ενεργεί υπό την ευθύνη αυτού.

Είναι φανερό ότι εισάγονται με αυτή την πρόνοια του Νόμου οι σχετικές περί αμέλειας διατάξεις με βάση τις οποίες είναι δυνατόν κάποιος να θεωρηθεί ότι εθελούσια έχει υποστεί ζημιά (volenti non fit injuria) ή είναι υπεύθυνος συντρέχουσας αμέλειας (contributory negligence). 3. Η ζημιά που προκαλείται από ελαττωματικό προϊόν και από πράξη παράλειψη τρίτου προσώπου δεν μειώνεται κάτω από τις πρόνοιες του Νόμου, τούτο όμως δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του έναντι του τρίτου προσώπου. 5. ΑΛΛΕΣ ΑΙΤΙΕΣ ΑΓΩΓΗΣ Τα οποιαδήποτε δικαιώματα του καταναλωτή δεν επηρεάζονται από τον παρόντα Νόμο. Αυτό σημαίνει πως τα οποιοδήποτε δικαιώματα του με βάση αιτίες αγωγής όπως για παράδειγμα παράβαση συμφωνίας ή αιτία αγωγής από αμέλεια όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας, δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του Νόμου. 6. ΧΡΟΝΙΚΑ ΟΡΙΑ ΓΙΑ ΕΓΕΡΣΗ ΑΓΩΓΗΣ 1. Δεν μπορεί να ασκηθεί αγωγή μετά την παρέλευση τριών χρόνων από το χρόνο που το πρόσωπο έλαβε γνώση του ελαττώματος και της ταυτότητας του παραγωγού του ελαττωματικού προϊόντος από το ελάττωμα του οποίου προκλήθηκε η ζημιά. 2. Σε κάθε περίπτωση αποσβένεται με την πάροδο δέκα χρόνων, από το χρόνο κατά τον οποίο το συγκεκριμένο ελαττωματικό προϊόν τέθηκε σε κυκλοφορία εκτός αν: (α) ο παραγωγός ή ο εισαγωγέας έδωσε ρητή εγγύηση ότι το προϊόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μεγαλύτερη χρονική περίοδο (β) Η βλάβη προκλήθηκε μέσα στη περίοδο των δέκα ετών αλλά δεν μπορούσε εύλογα να ανακαλυφτεί παρά μόνο σε μεταγενέστερο χρόνο. 7. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦEIΑ ( CAUSATION) Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του Νόμου είναι: 1. ότι ο παραγωγός έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία, 2. ότι το προϊόν είναι ελαττωματικό και 3. ότι η ελαττωματικότητα του προϊόντος προκάλεσε ζημιά μέσα στην έννοια του Νόμου. Ενώ αυτή είναι η υπόθεση και παράλειψη από μέρους του παραγωγού δεν είναι αναγκαίο να αποδειχτεί το πρόβλημα της αιτιώδους συνάφειας παραμένει και είναι θέμα το οποίο πρέπει να εξετάζεται κάτω από τις συνήθεις πρόνοιες του Νόμου για αμέλεια. Από το λεκτικό του νόμου πρέπει να συνάγεται ότι ο καταναλωτής φέρει το βάρος απόδειξης ότι το ελάττωμα στο προϊόν μερικά ή ολικά προκάλεσε τη ζημιά για την οποία παραπονιέται. Επίσης είναι φανερό ότι με την νέα νομοθεσία τα προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε ο καταναλωτής σε αγωγή για αμέλεια και ειδικότερα την 11


πρόκληση της ζημιάς η οποία ήταν αποτέλεσμα μερικώς από το τελικό προϊόν και μερικώς από συστατικό μέρος του προϊόντος εξαφανίζονται. Είναι όμως ικανοποιητικό για τον παραγωγό να αποδείξει ότι δεν είναι υπεύθυνος για τη ζημιά που προκλήθηκε. Ο καταναλωτής με βάση τα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης και με την εφαρμογή των αρχών της συντρέχουσας αμέλειας μπορεί να πετύχει μόνον σε μειωμένες αποζημιώσεις. Για παράδειγμα η έννοια αιτιώδους συνάφειας είναι συνδεδεμένη με την έννοια της ελαττωματικότητας του προϊόντος. Οι καταναλωτές γενικά αναμένεται ότι λογικά θα κάνουν χρήση των προϊόντων με βάση τον σκοπό για τον οποίο τίθενται σε κυκλοφορία και όχι για οποιοδήποτε άλλο σκοπό. Ακόμα ότι θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις οδηγίες ή προειδοποιήσεις που δίνονται από τον παραγωγό. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο παραγωγός μπορεί να επιχειρηματολογήσει είτε ότι η πρόκληση της ζημιάς δεν οφείλεται στην ελαττωματικότητα του προϊόντος ή ακόμα ότι το προϊόν το ίδιο δεν ήταν ελαττωματικό. 8. ΣΧΕΣΗ ΑΓΩΓΗΣ ΜΕ ΑΜΕΛΕΙΑ Σε υποθέσεις που εγείρονται με βάση τις πρόνοιες αυτής της νομοθεσίας τα θέματα υπολογισμού της ζημιάς και των αποζημιώσεων υπολογίζονται και αποφασίζονται με βάση το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Περαιτέρω θέματα τα οποία έχουν σχέση με αιτιώδη συνάφεια, συντρέχουσα αμέλεια, συνεισφορά μεταξύ συνυπεύθυνων όπως και τα πρόσωπα που αποκτούν αγώγιμο δικαίωμα σε περίπτωση θανάτου από ελαττωματικό προϊόν, αποφασίζονται με βάση τις ίδιες αρχές. 9. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Συμπερασματικά θα μπορούσαν να επισημανθούν τα πιο κάτω:  Με το Νόμο, δημιουργείται ένας νέος τομέας ευθύνης του παραγωγού, του εισαγωγέα και προμηθευτή αγαθών.  Ο καταναλωτής έχει στα χέρια του μια νέα βάση αγωγής εναντίων των εν λόγω προσώπων. Δεν απαιτείται ούτε να επικαλεστεί και να αποδείξει παράβαση συμβατικού όρου ή εγγυητικής διαβεβαίωσης σε σχέση με το προϊόν που προμηθεύτηκε ούτε ν’ αποδείξει αμέλεια.  Μπορεί να προωθήσει αγωγή εναντίον των πιο πάνω προσώπων νοουμένου, ότι αποδεικνύει ότι έχει υποστεί ζημιά από ελαττωματικό προϊόν.  Ο παραγωγός, προμηθευτής και εισαγωγέας μπορούν να υπερασπιστούν αγωγή εναντίον τους μόνο στη βάση των ειδικών υπερασπίσεων που προβλέπονται στο Νόμο.  Οι Κύπριοι παραγωγοί πέραν από την ανάγκη απασχόλησης εξειδικευμένου προσωπικού με επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, πρέπει να παρέχουν οπωσδήποτε κατάλληλες προειδοποιήσεις και οδηγίες στα προϊόντα τους. Σημαντικό επίσης είναι όπως ο καθένας, είτε παραγωγός, είτε εισαγωγέας είτε προμηθευτής θα πρέπει να έχει σε ισχύ Ασφαλιστική κάλυψη Ευθύνης Προϊόντων η οποία σε δεδομένο χρόνο θα του παράσχει οικονομική κάλυψη από ενδεχόμενη ευθύνη του. ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ Η πιο πάνω ανάλυση έχει παρθεί από την νομοθεσία περί Ελαττωματικών Προϊόντων (Αστική Ευθύνη) Νόμος του 1995 (Ν.105 (1)/95) και άλλες Ασφαλιστικες και Νομικες πηγές και προορίζεται μονό για σκοπούς γενικής ενημέρωσης , και δεν αποσκοπεί στο να αντικαταστήσει νομική ή άλλη συμβουλή που μπορεί πάρει κάποιος σχετικά με την ευθύνη του από οποιαδήποτε προϊόντα παράγει, εισάγει η προμηθεύει το καταναλωτικό κοινό.

12


ΕΥΘΥΝΗ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ