Issuu on Google+

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Διαθεματική Εργασία Μαθητών Ε’ Τάξης Μάιος 2014


Εισαγωγή Με μεγάλη χαρά και ιδιαίτερη συγκίνηση οι μαθητές και οι μαθήτριες της Ε’ τάξης του Γ’ Αρσακείου-Τοσιτσείου Δημοτικού Εκάλης σας προσκαλούν να μοιραστείτε μαζί τους μια ενδιαφέρουσα ομαδική εργασία για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, η οποία αναδύθηκε μέσα από ώρες δημιουργίας, ομαδικής αναζήτησης και έρευνας στο Εργαστήριο Πληροφορικής. Οι μαθητές μυήθηκαν στη διαδικασία της αναζήτησης και αντιπαραβολής ιστορικών πηγών, ενώ παράλληλα ενσάρκωσαν ρόλους αρχαιολόγου, ιστορικού μελετητή, λαογράφου και χρονικογράφου. Το αποτέλεσμα της εργασίας τους μπορείτε να το «ξεφυλλίσετε» στις ηλεκτρονικές σελίδες που ακολουθούν. Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στο βιωματικό χαρακτήρα της όλης διαδικασίας. Το χιλιοειπωμένο «ακούω και ξεχνώ, βλέπω και θυμάμαι, κάνω και καταλαβαίνω» για άλλη μια φορά επιβεβαιώνει τη διαχρονικότητά του. Εξάλλου με ποιον άλλον τρόπο πέρα από τη δημιουργική έκφραση, θα μπορούσαν τα παιδιά να αισθανθούν το βάθος του πόνου που κρύβουν τα λόγια τόσων δημοτικών τραγουδιών για την άλωση της Πόλης; «Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα επουράνια, σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι... η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες... Εκείνη η μέρα η σκοτεινή, αστραποκαϊμένη της τρίτης της ασβολερής, της μαυρογελασμένης, της θεοκαρβουνόκαυστης, πουμπαρδοχαλασμένης...» Ας ταξιδέψουμε λοιπόν, στην Πόλη εκείνη, τη ζηλευτή κι ωραία, που τόσο η ακμή της όσο κι η πτώση της έμειναν φωλιασμένες για πάντα στις καρδιές μας, πότε σαν πικρή διαπίστωση, πότε σα νοσταλγία μπολιασμένη με ένα παιδικό, παραπονιάρικο «Γιατί;» και πότε σαν κρυφή, συχνά ανομολόγητη ελπίδα: «Πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικιά μας θα΄ ναι...»

Πλουμιδάκη Πωλίνα, Καθηγήτρια Πληροφορικής Αρσακείων-Τοσιτσείων Δημοτικών Εκάλης


1453-2014: 561 χρόνια από την Άλωση της Πόλης

1. Λίγα λόγια για την Κωνσταντινούπολη Κωνσταντινούπολη, η βασιλεύουσα των πόλεων, το στολίδι της Ανατολής και της Δύσης. Δημιουργήθηκε από το Μέγα Κωνσταντίνο και αλώθηκε επί βασιλείας Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ο Μέγας Κωνσταντίνος προτίμησε το Βυζάντιο ως νέα πρωτεύουσα το οποίο ήταν στο σταυροδρόμι δυο ηπείρων και στο πέρασμα μεγάλων χερσαίων και θαλάσσιων εμπορικών οδών και αποδείχτηκε άξιο της μακραίωνης πολιτικής του ιστορίας. Η Κωνσταντινούπολη από τις τρεις πλευρές περικλείεται από θάλασσα (Προποντίδα, Βόσπορος, Κεράτιος κόλπος), ενώ από την τέταρτη μπορούσε να οχυρωθεί εύκολα με τείχος. Χάρη στα απόρθητα τείχη της και στην ισχύ του βυζαντινού κράτους, η Κωνσταντινούπολη έμεινε απόρθητη για σχεδόν 1000 χρόνια, γνωρίζοντας όλες τις τροπές της μοίρας: δόξα, μεγαλείο, κατάπτωση. Γνώρισε πολλές πολιορκίες από τους Αβάρους, τους Άραβες, τους Ρώσους, τους Βουλγάρους, αλλά έμελλε να πέσει για πρώτη φορά το 1204 στα χέρια των Σταυροφόρων, οι οποίοι κατευθύνονταν προς την Παλαιστίνη για να ελευθερώσουν τους Αγίους Τόπους. Πολλοί αυτοκράτορες και αυτοκρατόρισσες κάθισαν στο θρόνο του Μ. Κωνσταντίνου και λάμπρυναν την πρωτεύουσα με κτήρια, με εκκλησίες και αγωνίστηκαν για τη διατήρηση της μεγάλης και [1]


λαμπρής αυτοκρατορίας. Το σύμβολο όμως του Βυζαντίου ζωντανεύει με τη μορφή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, του τελευταίου αυτοκράτορα, του μαρμαρωμένου βασιλιά, όπως λένε οι θρύλοι που έπεσε με το σπαθί στο χέρι στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, η ψυχή του Ελληνισμού, με την υπέρτατη θυσία του, αφενός εξάγνισε την εθνική συνείδηση, αφετέρου ενσάρκωσε και συμβόλισε τη συνείδηση χιλιάδων χρόνων Ιστορίας. Σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας της Πόλης από τους Τούρκους αγωνιζόταν ως απλός στρατιώτης με θάρρος και ανδρεία στα τείχη. Το παράδειγμά του έδινε θάρρος στους άλλους μαχόμενους που ξεπερνούσαν τους εαυτούς τους στην υπεράσπιση της Βασιλεύουσας. Όταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αντιλήφθηκε ότι οι Τούρκοι είχαν μπει στην εσωτερική πλευρά των τειχών από την Κερκόπορτα, έβγαλε τα βασιλικά του ρούχα και όλα τα σύμβολα της αυτοκρατορικής του εξουσίας και παίρνοντας ένα σπαθί και μια ασπίδα, κατευθύνθηκε στην Πύλη του Ρωμανού για να αγωνιστεί μέχρι θανάτου, αφού η μάχη φαινόταν χαμένη.

[2]


2. Χρονικό της Άλωσης «Η πόλις εάλω! Αλίμονον, όμως εάν την αφήσωμεν να αλωθεί εντός μας» (Καθηγητής Ν. Τωμαδάκης)

Χειμώνας 1452: Ο Μωάμεθ Β', νεαρός σουλτάνος στο κράτος των Οθωμανών, που είχαν πλέον μεταφέρει την πρωτεύουσά τους στην Αδριανούπολη, αποφασίζει να γυρίσει και την τελευταία σελίδα στη σύγκρουση με τους ελληνόφωνους Ρωμαίους χριστιανούς που συνέχιζαν να έχουν υπό τον έλεγχό τους τη μεγαλύτερη πόλη της Ανατολής, την Κωνσταντινούπολη. Στο περιβάλλον του υπάρχουν ο μετριοπαθής βεζίρης (πρωθυπουργός) Χαλίλ, που εκφράζει τη συντηρητική τάση, και οι στρατηγοί του, ο εξισλαμισμένος Ρωμιός Ζαγανός και ο Τουραχάν. 12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1452: Σε μια προσπάθεια να κινητοποιηθούν οι Δυτικοί για να βοηθήσουν την απειλούμενη Κωνσταντινούπολη, λαμβάνει χώρο το «ενωτικό συλλείτουργο» με τον καρδινάλιο Ισίδωρο, απεσταλμένο του Πάπα. Οι ανθενωτικοί εξεγείρονται και ο Λουκάς Νοταράς θα πει μια φράση που θα μείνει στην Ιστορία: «Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν τη μέση τη πόλει φακίολον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν», που σε ακριβή μετάφραση των εννοιών σημαίνει «Καλύτερα μουσουλμανικό σαρίκι παρά καθολική τιάρα στην Κωνσταντινούπολη». ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1453: Ο Μωάμεθ ανακοινώνει την απόφασή του για επιχείρηση κατάληψης της Κωνσταντινούπολης σε συγκέντρωση όλων των Οθωμανών αξιωματούχων στην Αδριανούπολη.

[3]


29 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1453: Στην Κωνσταντινούπολη καταφθάνει με 700 πολεμιστές ο Γενοβέζος πολέμαρχος Ιουστινιάνης (Τζιοβάνι Τζιουστινιάνι Λόγκο). Τον ίδιο μήνα, ο Ούγγρος μηχανικός Ουρβανός κατασκευάζει για το Μωάμεθ το πρώτο κανόνι. Ένα τεράστιο πυροβόλο όπλο, με διάμετρο ένα μέτρο, που δεχόταν βλήματα 400 κιλών.

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1453: Ο Νταγί Καραντζά μπέης, που ηγείται των οθωμανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, επιτίθεται στις τελευταίες βυζαντινές κτήσεις στην Ανατολική Θράκη. Η Σηλυβρία και η Πέρινθος, που αντιστέκονται, καταστρέφονται και λεηλατούνται, ενώ η Αγχίαλος και η Μεσημβρία παραδίδονται. 24 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1453: Η Βενετία αποφασίζει να βοηθήσει την απειλούμενη Κωνσταντινούπολη, αποστέλλοντας επιστολές προς τον Πάπα Νικόλαο και τους χριστιανούς βασιλείς της Δύσης για άμεση αποστολή βοήθειας. Όμως δύο ημέρες μετά, οι 700 Βενετοί στρατιώτες που βρίσκονται στην Πόλη δραπετεύουν με επτά πλοία, φοβούμενοι την πολιορκία. ΜΑΡΤΙΟΣ 1453: Ο Μωάμεθ αποκλείει τα Στενά, συγκεντρώνοντας στόλο στην Καλλίπολη. Ο στόλος αποτελείται από έξι τριήρεις, δέκα διήρεις, πενήντα γαλέρες με κουπιά κ.λπ. Επικεφαλής του στόλου τίθεται ο εξισλαμισμένος Βούλγαρος Σουλεϊμάν Μπαλτόγλου. Ο Μωάμεθ συγκεντρώνει στρατό περίπου 100.000 ανδρών, που αποτελείται από 20.000 επίλεκτους γενίτσαρους, δηλαδή εξισλαμισμένους χριστιανούς από το παιδομάζωμα, 60.000 τακτικό στρατό και 20.000 άτακτους πολεμιστές. Οι Δυτικοί δεν καταφέρνουν να συμφωνήσουν για τις λεπτομέρειες της αποστολής βοήθειας. 23 ΜΑΡΤΙΟΥ 1453: Ο Μωάμεθ αναχωρεί από την Αδριανούπολη επικεφαλής του στρατού του. Η Κωνσταντινούπολη περικυκλώνεται από τη θάλασσα από το στόλο που έρχεται από την Καλλίπολη και από την ξηρά από την πλευρά της

[4]


Θράκης. Απέναντι στα οθωμανικά στρατεύματα οι Βυζαντινοί θα παρατάξουν στρατό επτά χιλιάδων ανδρών, από τους οποίους οι δύο χιλιάδες είναι Λατίνοι. 30 ΜΑΡΤΙΟΥ 1453: Τρία πλοία αναχωρούν από τη Γένοβα με πολεμοφόδια και τρόφιμα για την Κωνσταντινούπολη, μισθωμένα από τον Πάπα Νικόλαο. Τα χριστιανικά κράτη δεν μπορούν ή δεν θέλουν να συντρέξουν τους Βυζαντινούς στον αγώνα. Αυτοί θα δώσουν σχεδόν μόνοι τους την ύστατη μάχη. 2 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1453: Αρχίζει η πολιορκία της Πόλης. Ο σουλτάνος στρατοπεδεύει έξω από την πύλη του Αγίου Ρωμανού. Τα οθωμανικά στρατεύματα από τη Δύση έχουν επικεφαλής τον εξισλαμισμένο Ρωμιό Ζαγανό πασά, τα στρατεύματα της Ανατολής έχουν επικεφαλής τον εξισλαμισμένο Μαχμούτ πασά, που προέρχεται από την οικογένεια των Αγγέλων και ο οθωμανικός στόλος τον εξισλαμισμένο Βούλγαρο ναύαρχο Μπαλτόγλου. Οι Βυζαντινοί αποκλείουν το λιμάνι με μια βαριά σιδερένια αλυσίδα. Μέσα στον Κεράτιο βρίσκονται 10 ελληνικά και 5 βενετικά πλοία. Ο αυτοκράτορας και οι καλύτεροι από τους βυζαντινούς πολεμιστές αναλαμβάνουν την υπεράσπιση του Μεσοτειχίου και των Πυλών του Αγίου Ρωμανού και της Αγίας Κυριακής, που θα δεχτούν τον κύριο όγκο της οθωμανικής επίθεσης.

5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1453: Όλος ο οθωμανικός στρατός βρίσκεται μπροστά στα τείχη, έχοντας περικυκλώσει τα 29 χιλιόμετρα της περιμέτρου της Πόλης. Ο σουλτάνος ζητεί την ειρηνική παράδοση, σύμφωνα με τους κανόνες του Ισλάμ. Υπόσχεται σεβασμό της ζωής, της τιμής και της περιουσίας των κατοίκων. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος απορρίπτει τις προτάσεις και δίνει τη μνημειώδη απάντηση: «Το δε την Πόλιν σοι δούναι, ουτ' εμόν εστί ούτε άλλου των κατοικούντων εν αυτή... [5]


Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών...».

6 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1453: Οι Οθωμανοί αρχίζουν το βομβαρδισμό της Πόλης από 14 σημεία. 7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1453: Ξεκινά η μάχη των λαγουμιών. Οι Οθωμανοί σκάβουν λαγούμια για να εισέλθουν απ' αυτά στην π��λη. Τους αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη επιτυχία ο Σκοτσέζος Τζον Γκραντ. Ο Γκραντ, έμπειρος μηχανικός, είχε έρθει στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Ιουστινιάνη. 9-10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1453: Οι Οθωμανοί αποτυγχάνουν να διασπάσουν την αλυσίδα του Κεράτιου Κόλπου. Καταλαμβάνουν όμως τρία μικρά κάστρα που βρίσκονται έξω από τα τείχη: των Θεραπειών, του Στουδίου στην Προποντίδα και της Πριγκίπου στα Πριγκιπόννησα. 12 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1453: Ο βομβαρδισμός των τειχών συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Τα κανόνια του Ουρβανού ρίχνουν 7 βολές το καθένα την ημέρα, προκαλώντας μεγάλες ζημιές. Το μεγαλύτερο απ' αυτά θα αυτοκαταστραφεί με έκρηξη, σκοτώνοντας τους χρήστες πυροβολητές. Ο Μωάμεθ δίνει εντολή για κατασκευή μεγαλύτερου κανονιού. Οι πολιορκημένοι καταφέρνουν να επιδιορθώσουν τα κατεστραμμένα τμήματα [6]


του τείχους. Ο οθωμανικός στόλος αποτυγχάνει για άλλη μία φορά, με μεγάλες απώλειες, να διαρρήξει την άμυνα των χριστιανικών πλοίων και να σπάσει την αλυσίδα. 18 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1453: Έπειτα από σφοδρή επίθεση με το νέο κανόνι του Ουρβανού, ο Μωάμεθ διατάζει επίθεση εναντίον των τειχών του Μεσοτειχίου, που τα υπερασπίζεται ο ίδιος ο Παλαιολόγος. Οι Οθωμανοί καταφέρνουν να εισχωρήσουν στα τείχη, όμως απωθούνται από Έλληνες και Λατίνους, αφήνοντας 200 νεκρούς πίσω τους. Και η δεύτερη επίθεση την επόμενη ημέρα καταλήγει άδοξα για τους επιτιθεμένους. 20 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1453: Τέσσερα πλοία, τρία γενοβέζικα και ένα βυζαντινό, με επικεφαλής τον Φλαντανελά, φορτωμένα με σιτάρι και όπλα, επιχειρούν να προσεγγίσουν την Κωνσταντινούπολη. Παρά την προσπάθεια του οθωμανικού στόλου και τον πολλαπλάσιο αριθμό πλοίων που διέθετε, τα χριστιανικά πλοία θα καταφέρουν να εισέλθουν στην Πόλη έχοντας προκαλέσει μεγάλες απώλειες στους αντιπάλους τους.

22 προς 23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1453: Ο Μωάμεθ καταφέρνει με τις συμβουλές ενός Ιταλού μισθοφόρου να υπερκεράσει τον Κεράτιο Κόλπο και να μεταφέρει 70 πλοία σ' αυτόν διά ξηράς, με «υπερνεώλκηση». Έτσι, θέτοντας οι Οθωμανοί υπό τον έλεγχό τους τον Κεράτιο Κόλπο, αποκτούν ένα μεγάλο θαλάσσιο πλεονέκτημα. 7 ΜΑΪΟΥ 1453: Ύστερα από ακατάπαυστο βομβαρδισμό των τειχών, οι γενίτσαροι εφορμούν στο Μεσοτείχιο με πολιορκητικές μηχανές, σκάλες και γάντζους. Η επίθεση αποκρούστηκε από τους πολιορκημένους. [7]


18 ΜΑΪΟΥ 1453: Ένας τεράστιος οθωμανικός ξύλινος προμαχώνας ορθώνεται μπροστά στα τείχη, ξεπερνώντας τα σε ύψος. Ο στόχος του είναι να πλησιάσει τα τείχη και να κατεβάσει τον καταπέλτη, ώστε να εισχωρήσουν οι πολιορκητές μέσω των τειχών. Με καταδρομική βραδινή αποστολή οι πολιορκημένοι καταφέρνουν να τον πυρπολήσουν. 23 ΜΑΪΟΥ 1453: Με επικεφαλής τον μηχανικό Γκραντ, οι πολιορκημένοι καταφέρνουν να καταστρέψουν όλα τα λαγούμια που σκάβουν οι Οθωμανοί. 24 ΜΑΪΟΥ 1453: Λιτανεία στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης με την εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών, ενώ στο οθωμανικό στρατόπεδο ετοιμάζονται για τη μεγάλη επίθεση. 25 ΜΑΪΟΥ 1453: Απαισιοδοξία επικρατεί και στα δύο στρατόπεδα. Ο Μωάμεθ στέλνει στην Πόλη τον Ισμαήλ, γιο εξισλαμισμένου Έλληνα από τη Σινώπη, με προσφορές ειρήνης. Η αρνητική απάντηση εξοργίζει τον Μωάμεθ. Φέρεται να λέει: «Μια επιλογή μένει στους Ρωμιούς. Είτε να παραδοθούν είτε να ασπαστούν την αληθινή πίστη του Αλλάχ είτε να χαθούν από το σπαθί και το τσεκούρι». 26 ΜΑΪΟΥ 1453: Σε σύσκεψη του Μωάμεθ με τους συμβούλους του ακούγεται η λύση της υποχώρησης. Ο μετριοπαθής βεζίρης Χαλίλ ζητεί από τον σουλτάνο να συμβιβαστεί, προσφέροντας ευνοϊκούς όρους στους Βυζαντινούς, και να λύσει την πολιορκία. Την αντίθετη θέση υποστηρίζει ο στρατηγός του Ζαγανός, εξισλαμισμένος Έλληνας, επικαλούμενος τον Μέγα Αλέξανδρο: «Στα αρχαία χρόνια, ο βασιλιάς Αλέξανδρος, με στρατό πολύ μικρότερο του δικού μας, υπέταξε τη μισή οικουμένη. Εμείς θα φοβηθούμε τώρα;». Έτσι, αποφασίστηκε η συνέχιση της πολιορκίας.

[8]


27 ΜΑΪΟΥ 1453: Οργανώνεται η οθωμανική επίθεση. Ο Μωάμεθ, σε λόγο του προς το στρατό του, αναφέρεται στα οφέλη που θα έχουν τόσο όσοι σκοτωθούν όσο και αυτοί που θα ζήσουν. Αναφέρει ότι στην ανταπόδοση που προβλέπει το Κοράνι για όσους σκοτωθούν «όποιος σκοτώνεται στον πόλεμο πηγαίνει κατ' ευθείαν στον παράδεισο, για να τρώει και να πίνει εκεί μαζί με τον Μωάμεθ, να αναπαύεται σε καταπράσινους ανθισμένους τόπους μαζί με αγόρια, ωραίες γυναίκες και κορίτσια, να λούζεται μέσα σε υπέροχα λουτρά». Από την πλευρά του υπόσχεται διπλάσιο μισθό σε στρατιώτες και αξιωματικούς και επιπλέον τους επιτρέπει να λεηλατήσουν την πόλη: «Θα αφήσω την πόλη τρεις ημέρες να τη λεηλατήσετε». 28 ΜΑΪΟΥ 1453: Έπειτα από λιτανεία των Βυζαντινών γύρω από τα τείχη, ο Παλαιολόγος εκφωνεί τον τελευταίο του λόγο στους «απογόνους Ελλήνων και Ρωμαίων»: «Ξέρετε καλά, αδέρφια, ότι για τέσσερις λόγους οφείλουμε όλοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή: πρώτον, για την πίστη και την ευσέβειά μας· δεύτερον, για την πατρίδα· τρίτον, για τον βασιλέα και τον Χριστό· και τέταρτον, για τους συγγενείς και φίλους...». 29 ΜΑΪΟΥ 1453: Αρχίζει η τελική επίθεση των Οθωμανών. Εφορμούν στα τείχη, στέλνοντας πρώτα τους άτακτους Βασιβουζούκους (οι οποίοι θεωρούνται οι μόνοι αυθεντικοί Τούρκοι) μαζί με τους συμμάχους τους Σέρβους, Ούγγρους, Γερμανούς, Ιταλούς, ακόμα και Έλληνες. Μετά την απόκρουση αυτής της επίθεσης εφόρμησε η δεύτερη γραμμή των Οθωμανών, η οποία επίσης αποκρούστηκε. Τελικά, επιτέθηκαν τα επίλεκτα σώματα των γενίτσαρων, τα οποία επίσης αποκρούστηκαν, αλλά μια μικρή πύλη, που οι Βυζαντινοί την άνοιγαν για να εξαπολύουν αντεπιθέσεις, είχε μείνει ανοιχτή. Από τη μικρή αυτή [9]


πόρτα, την Κερκόπορτα, εισέβαλαν στρατιώτες του Μωάμεθ. Ο τραυματισμός του Ιουστινιάνη και η αποχώρηση των Γενοβέζων από τη μάχη ευνοούν τις οθωμανικές επιθέσεις. Στις δυόμισι το μεσημέρι η Πόλη έχει καταληφθεί από τους Οθωμανούς.

3. Οι αντίπαλοι ηγέτες 3.1) Μωάμεθ Β’ Από το 1361 η πρωτεύουσα των Οθωμανών Τούρκων ήταν η Αδριανούπολη. Αργότερα το Διδυμότειχο έγινε η θερινή κατοικία του σουλτάνου. Εκεί πριν την Άλωση γεννήθηκαν τρεις σουλτάνοι, σπουδαιότερος από τους οποίους ήταν ο Μωάμεθ Β΄, ο οποίος μόλις σε ηλικία 12 ετών διαδέχθηκε τον πατέρα του, τον Μουράτ Β΄ (Φεβρουάριος 1444). Όμως, τα χριστιανικά κράτη της Ευρώπης, η Ουγγαρία, η Βλαχία, η Βενετία, βλέποντας την παρουσία ενός άπειρου σουλτάνου ως επικεφαλή των Οθωμανών, δημιούργησαν στρατιωτικό συνασπισμό και ξεκίνησαν πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον του. Ο Μεγάλος Βεζύρης Τσανταρλί Χαλίλ επεδίωξε και πέτυχε την επάνοδο του πατέρα του Μουράτ Β', ο οποίος και νίκησε το χριστιανικό στρατό. Όταν ο Μουράτ πέθανε το 1451, ανέβηκε και πάλι στο θρόνο ο Μωάμεθ. Ο πατέρας του είχε φροντίσει να εξασφαλίσει για το γιο του τα μεγάλα λιμάνια (Βάρνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Δυρράχιο) και να ταπεινώσει στα μάτια των Δυτικών την οικογένεια των Παλαιολόγων. Όνειρο του νεαρού σουλτάνου ήταν η δημιουργία μιας αυτοκρατορίας παρόμοιας με εκείνη των Ρωμαίων. Άλλωστε το Οθωμανικό κράτος χρειαζόταν μια πρωτεύουσα αντάξια της έκτασης και της δύναμής της. Επίσης, στην πόλη αυτή είχαν βρει καταφύγιο πολλοί διεκδικητές του οθωμανικού θρόνου. Έτσι, έθεσε ως στόχο του την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Στο οθωμανικό στρατόπεδο, ο Μωάμεθ Β', είκοσι ενός μόλις ετών (το 1453), χαρακτήρας, όπως υποστηρίζει ο βυζαντινολόγος Βασίλιεφ, ιδιαίτερα σκληροτράχηλος και φιλοπόλεμος, υπέκυπτε γενικά σε κατώτερα πάθη, ταυτόχρονα όμως έδειχνε ενδιαφέρον για την επιστήμη και τη μόρφωση, ενώ κατείχε και τα χαρίσματα του στρατηγού, του πολιτικού και του οργανωτή. Ο Γ. Σφραντζής αναφέρει ότι ασχολούνταν με ιδιαίτερο ζήλο με τις επιστήμες, [10]


κυρίως την αστρολογία, διάβαζε παραμύθια και μιλούσε εκτός από τουρκικά και άλλες πέντε γλώσσες. Οι μουσουλμανικές πηγές εξυμνούν την ευσέβειά του και την προστασία που παρείχε στους ομόθρησκούς του λογίους. Η επιθυμία να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη είχε γίνει έμμονη ιδέα για τον νεαρό σουλτάνο: διασώζεται ότι έμενε άυπνος για συνεχείς νύχτες, χαράσσοντας στο χαρτί το σχέδιο της πόλης και σημειώνοντας τα σημεία που μπορούσαν να προσβληθούν ευκολότερα. Αφού αποφάσισε να δώσει το τελικό χτύπημα στην Πόλη, ο Μωάμεθ άρχισε να εργάζεται με εξαιρετική προσοχή. Πρώτα έκτισε, στα βόρεια της πόλης, στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου, στο πιο στενό σημείο του, ένα ισχυρό φρούριο, το Ρούμελι Χισάρ [ή Μπογάζ Κεσέν στα τουρκικά ("Λαιμοκόφτης")]. Τα κανόνια που τοποθετήθηκαν εκεί ήταν ό,τι πιο προηγμένο είχε να επιδείξει η πολεμική τεχνολογία της εποχής. Αυτή η ενέργεια προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία στους Βυζαντινούς, που πίστεψαν πια ότι πλησιάζει το τέλος τους. Το οχυρωματικό αυτό έργο απέκοπτε, σε συνδυασμό με το προϋπάρχον οχυρό στην απέναντι ασιατική ακτή (Ανατολού-Χισάρ), τη θαλάσσια επικοινωνία της Κωνσταντινούπολης με τα λιμάνια του Εύξεινου Πόντου, στερώντας έτσι πολύτιμες ενισχύσεις και εφόδια για την πόλη. Αμέσως μετά, ο Μωάμεθ Β' έστειλε τον Τουραχάν μπέη να εισβάλει στις βυζαντινές περιοχές της Πελοποννήσου, για να εμποδίσει την αποστολή ενισχύσεων από τους αδελφούς του Κωνσταντίνου, οι οποίοι διοικούσαν το Δεσποτάτο του Μυστρά. Η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών στις 29 Μαΐου 1453 ύστερα από γενική επίθεση και λεηλατήθηκε σκληρά. Ο σουλτάνος εισήλθε στην Πόλη την επόμενη ημέρα, πήρε τον τίτλο του Πορθητή (Fatih) και μετέτρεψε την Αγιά Σοφιά σε τζαμί. Προσπάθησε να ξαναδώσει στην Κωνσταντινούπολη (την οποία μετονόμασε σε Ισταμπούλ, από το ελληνικό "Εις την Πόλιν") την χαμένη της αίγλη κατασκευάζοντας παλάτια, τζαμιά, αγορές και εποικίζοντάς την με πληθυσμό από άλλες πόλεις που καταλάμβανε. Πρόσθεσε στους τίτλους του αυτόν του Ρωμαίου Καίσαρα. Τα επόμενα χρόνια έκανε πολλούς πολέμους, κατέλαβε και τα τελευταία υπολείμματα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και πολλά εδάφη από τα γειτονικά κράτη. Αναδιοργάνωσε τη διοίκηση του κράτους τοποθετώντας δικούς του ανθρώπους σε όλες τις θέσεις κλειδιά. Έτσι, όρισε Μεγάλο Βεζύρη τον Ζαγάνο Μεχμέτ πασά, υποστήριξε ως Οικουμενικό Πατριάρχη τον ανθενωτικό Γεώργιο Σχολάριο Γεννάδιο Β', εγκατέστησε Εβραίο μεγάλο ραβίνο και Αρμένιο πατριάρχη. Δεν διακρινόταν για την ευσέβειά του στην ισλαμική πίστη, αντίθετα θαύμαζε την [11]


τέχνη της δυτικής Ευρώπης και συγκέντρωσε στην αυλή του πλήθος Ευρωπαίων καλλιτεχνών. Δήμευσε πολλά εκκλησιαστικά κτήματα και τα έδωσε σε αξιωματικούς, τους σπαχήδες. Επέβαλλε σειρά νέων φόρων στο εξωτερικό εμπόριο με αποτέλεσμα να περάσει το μεγαλύτερο μέρος του στα χέρια των Οθωμανών. Πέθανε το 1481 σε ηλικία 49 ετών και τον διαδέχθηκε ο γιος του, Βαγιαζήτ Β'.

3.2) Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος Τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, στο πρόσωπο του οποίου η λαϊκή παράδοση έπλασε το μύθο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, ο οποίος θα ξαναζωντανέψει, όταν η Κωνσταντινούπολη θα ξαναγυρίσει στην κατοχή των Ελλήνων. Γεννήθηκε το 1405. Ήταν ο τέταρτος γιος του Μανουήλ Β' Παλαιολόγου και της Ελένης Δραγάση, πριγκίπισσας της Σερβίας. Όταν ήταν ακόμη νεαρός, ο πατέρας του Μανουήλ του είχε αναθέσει τη διοίκηση πόλεων του Ευξείνου Πόντου. Ξαναγύρισε στην Ελλάδα το 1427 όπου ανέλαβε με επιτυχία της δεσποτεία της Βοστίτσας. Η δεσποτεία του ήταν ένας διαρκής αγώνας κατά των Φράγκων και των Τούρκων. Στο διάστημα 1435-1441 μετέβη στην Ιταλία, όπου μετείχε στις επιτροπές των Βυζαντινών, που προσπαθούσαν να πετύχουν την ένωση των Εκκλησιών (Ορθοδόξων-Καθολικών). Τον Οκτώβριο του 1443 ανέλαβε δεσπότης του Μυστρά. Σκοπός του ήταν να δημιουργήσει ένα ισχυρό κράτος με κέντρο την Πελοπόννησο και πρωτεύουσα τον Μυστρά. Οικοδόμησε τα τείχη του Εξαμιλίου στον Ισθμό της Πελοποννήσου, και επέκτεινε το δεσποτάτο του κατακτώντας τη Βοιωτία και τη Φωκίδα. Όμως, ο Μουράτ Β' οργάνωσε μια μεγάλη εκστρατεία εναντίον του. Κατέστρεψε το φρούριο στο Εξαμίλιο, την Κόρινθο και την Πάτρα. Ο Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να ζητήσει ειρήνη και να γίνει φόρου υποτελής στον Τούρκο σουλτάνο. Τον Οκτώβριο του 1448 ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Η' πέθανε και ο λαός και η εκκλησία εξέλεξαν νέο αυτοκράτορα τον Κωνσταντίνο. Το βυζαντινό κράτος που παρέλαβε αποτελούνταν ουσιαστικά από την ίδια την Πόλη, κάποιες [12]


πόλεις στον Εύξεινο Πόντο και κάποια νησιά του Αιγαίου. Ο Κωνσταντίνος, κατανοώντας ότι ο νέος Οθωμανός σουλτάνος, Μωάμεθ, επιζητούσε την κατάληψη της Πόλης, περίμενε βοήθεια από τη Δύση υπενθυμίζοντας την ένωση των Εκκλησιών. Όμως σημαντική βοήθεια δεν έφτασε ποτέ. Αντί για στρατιωτική βοήθεια στην Κωνσταντινούπολη έφθασε ένας καρδινάλιος ελληνικής καταγωγής, ο Ισίδωρος, που είχε λάβει παλαιότερα μέρος στην Σύνοδο της Φλωρεντίας. Ο Ισίδωρος τέλεσε και μια λειτουργία στην Αγία Σοφία, το γεγονός αυτό όμως προκάλεσε μεγάλη αναταραχή μεταξύ του πληθυσμού της πόλης. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' κατέβαλε γενναιόδωρες προσπάθειες να περισώσει από την Αυτοκρατορία ό,τι ήταν δυνατό, ο ίδιος ως χαρακτήρας διακρινόταν για την ενεργητικότητα και την ανδρεία του. Ένας Ιταλός ανθρωπιστής, ο Φραντσέσκο Φίλελφο, τον χαρακτηρίζει ως άνθρωπο «με ευσεβές και ανώτερο πνεύμα». Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο βυζαντινός Αυτοκράτορας κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια σε αυτόν τον άνισο αγώνα, μετέφερε στην πόλη όλες τις ποσότητες σιτηρών που ήταν δυνατόν να συγκεντρωθούν και επισκεύασε τα τείχη της πόλης. Η είσοδος του Κεράτιου κόλπου κλείσθηκε με βαριά αλυσίδα, όπως συνέβαινε κάθε φορά σε επικείμενες καταστάσεις πολιορκίας για να αποτραπεί η διείσδυση του εχθρικού στόλου. Η φρουρά της πόλης όμως, μόλις έφθανε τις λίγες χιλιάδες. Όμως το βαρύ πυροβολικό του Μωάμεθ προξένησε μεγάλα ρήγματα στα τείχη. Όταν η Πόλη έπεσε, ο Κωνσταντίνος ΙΑ' προτίμησε να πέσει ως απλός στρατιώτης στο πεδίο της μάχης, παρά να διαφύγει.

[13]


4. Ο Οθωμανικός στρατός

Ίσως να θεωρείται βέβαιο από τις πηγές ότι ο στρατός του Μωάμεθ Β' ήταν τουλάχιστον 150.000 άντρες. Σύμφωνα όμως με νεότερους ιστορικούς τα τακτικά στρατεύματα πρέπει να έφταναν τους 80.000-100.000 στρατιώτες, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν από τις ευρωπαϊκές και ασιατικές επαρχίες. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν το επίλεκτο σώμα 12.000 γενιτσάρων και αρκετοί χριστιανοί υποτελείς των Οθωμανών. Το στράτευμα συνίστατο σε πεζικό, ιππικό και πυροβολικό. Επίσης υπήρχαν ελαφρά σώματα από τοξότες, σφενδονιστές και ακοντιστές. Όλοι οι πολεμιστές ήταν πολύ καλά εξοπλισμένοι με κάθε είδους όπλο, αμυντικό ή επιθετικό και έφεραν ασπίδες επενδυμένες με σίδερο, κράνη, τόξα και βέλη, ξίφη και οτιδήποτε άλλο θεωρούνταν κατάλληλο για τειχομαχία. Ο στρατός ήταν άριστα εκπαιδευμένος και οργανωμένος και επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός. Ο οθωμανικός στρατός φαινόταν πολύ μεγαλύτερος γιατί τον ακολουθούσε μεγάλος αριθμός από επικουρικό προσωπικό. Επί πλέον είχαν συγκεντρωθεί ατελείωτα πλήθη Τούρκων ατάκτων, που τους προσέλκυσε η προοπτική της λεηλασίας. Επίσης πολυάριθμοι φανατικοί μουσουλμάνοι μοναχοί (δερβίσηδες) και ιερωμένοι κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους στρατιώτες και με κηρύγματα τόνωναν την πολεμική ορμή τους. Ο Μωάμεθ γνώριζε ότι, χωρίς να μπορέσει πρώτα να ελέγξει την θαλάσσια περιοχή της πόλης, πολύ δύσκολα θα κατάφερνε την άλωσή της μόνο από την ξηρά. Γι΄ αυτό αποφάσισε να δημιουργήσει ένα ισχυρό στόλο που αποτελούνταν από 6 τριήρεις (οι οποίες αντί για τρεις παράλληλες σειρές κωπηλατών που είχαν οι αρχαίες, αυτές είχαν μία με τρεις κωπηλάτες), 10 διήρεις, περίπου 15 γαλέρες, περίπου 70 φούστες, 20 παραντάρια και έναν άγνωστο αριθμό από καΐκια και κότερα. Το μέγεθός του πρέπει να έφτανε τις 150 μονάδες. Ο σουλτάνος προσωπικά επέλεξε με προσοχή τους αξιωματικούς που θα τον [14]


στελέχωναν, ενώ ως διοικητή του επέλεξε έναν Βούλγαρο εξωμότη, τον Σουλεϊμάν Μπαλτόγλου. Όμως εκεί που έδωσε τη μεγαλύτερη προσοχή ο σουλτάνος ήταν στην κατασκευή πυροβόλων που θα μπορούσαν να καταστρέψουν τα ισχυρά τείχη που προστάτευαν την Κωνσταντινούπολη. Ο Μωάμεθ Β' υπήρξε ο πρώτος στρατιωτικός ηγέτης που είχε στην διάθεσή του πραγματικά οργανωμένο πυροβολικό. Ο άνθρωπος που το αναβάθμισε και το έκανε το καλύτερο της εποχής του ήταν ένας επιδέξιος τεχνίτης, ο Ουρβανός, ο οποίος ήταν ουγγρικής ή σαξονικής καταγωγής. Το μεγαλύτερο πυροβόλο που έφτιαξε ο Ουρβανός είχε μήκος 8 μέτρα και εκτόξευε πέτρινα βλήματα βάρους περίπου 400 κιλών. Συνολικά το οθωμανικό πυροβολικό είχε 70 πυροβόλα από τα οποία τα 11 εκτόξευαν βλήματα 250 κιλών και πάνω από 50 χρησιμοποιούσαν βλήματα 100 κιλών. Με αυτά ο Μωάμεθ σχημάτισε 14 πυροβολαρχίες, 9 από τις οποίες περιλάμβαναν μικρότερου διαμετρήματος πυροβόλα και 5 που περιλάμβαναν τα μεγαλύτερα πυροβόλα. Ο ιστορικός Κριτόβουλος χαρακτηριστικά αναφέρει ότι οι υπόνομοι και οι υπόγειοι διάδρομοι που άνοιγαν οι Τούρκοι κάτω από τα τείχη αποδείχθηκαν εντελώς περιττοί καθώς τα κανόνια έδωσαν τη λύση στο θέμα. Ακόμη και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν ορατά σε πολλά σημεία της πόλης τα τεράστια βλήματα που βρίσκονταν στην ίδια θέση που είχαν πέσει το 1453.

5. Οι Οθωμανοί προ των τειχών

Τα πρώτα οθωμανικά αποσπάσματα έκαναν την εμφάνισή τους στις 2 Απριλίου, ενώ ολόκληρο το στράτευμα έφτασε σταδιακά έξω από τα τείχη της πόλης έως τις 5 Απριλίου. Την ίδια ημερομηνία έφτασε και ο σουλτάνος με τις τελευταίες μονάδες και αμέσως απέκλεισε την πόλη από στεριά και θάλασσα. Όσον αφορά την διάταξη των αντιπάλων, ο αυτοκράτορας με τα καλύτερα στρατεύματά του ανέλαβε την υπεράσπιση του μεσαίου τμήματος των [15]


χερσαίων τειχών (Μεσοτειχίου), που ήταν και τα πιο ευπρόσβλητα, γιατί σ΄ εκείνο το σημείο τα διέσχιζε κάθετα ο χείμαρρος Λύκος. Απέναντί του παρατάχθηκε ο σουλτάνος με τους γενίτσαρους και άλλες επίλεκτες μονάδες, καθώς και το μεγάλο κανόνι που κατασκεύασε ο Ουρβανός.

Αριστερά του αυτοκράτορα, προς την Προποντίδα, ήταν ο Καττενάο με τα γενοβέζικα στρατεύματά του, ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο οποίος μαζί με μερικούς βυζαντινούς φύλασσε την πύλη των Πηγών, ο Φίλιππος Κονταρίνι που ήταν υπεύθυνος για το τμήμα από την πύλη των Πηγών μέχρι τη Χρυσή πύλη, στην οποία ήταν ο Γενοβέζος Μανουήλ, ενώ λίγο πιο κάτω, δίπλα στα θαλάσσια τείχη, ήταν ο Δημήτριος Καντακουζηνός. Απέναντί τους οι Οθωμανοί παρέταξαν τα μικρασιατικά στρατεύματα υπό τον Ισάκ πασά. Δεξιά του αυτοκράτορα, προς τον Κεράτιο Κόλπο, στο τμήμα των τειχών που ονομάζονταν Μυριάνδριον παρατάχθηκε ο Ιουστινιάνης, ο οποίος λίγο μετά μετακινήθηκε στο σημείο που ήταν ο αυτοκράτορας. Αντικαταστάθηκε από ένα τμήμα υπό τους αδελφούς Μποκκιάρντι. Πιο πάνω, στο παλάτι των Βλαχερνών, εγκαταστάθηκε ο Βενετός βάιλος Μιννότο, ενώ ένας συμπατριώτης του, ο Τεόντορο Καρίστο, στρατοπέδευσε μαζί με τους άντρες του στο τμήμα των τειχών μεταξύ της πύλης Καλιγαρίας και του Θεοδοσιανού τείχους. Ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος μαζί με τους αδελφούς Λανγκάσκο ήταν πίσω από την τάφρο στο σημείο που κατέληγε στον Κεράτιο. Όλοι αυτοί είχαν να αντιμετωπίσουν τα ευρωπαϊκά στρατεύματα των Οθωμανών, υπό τον Καρατζά πασά. Τα θαλάσσια τείχη φυλάσσονταν από την πλευρά της Προποντίδας από τον Τζιάκομο Κονταρίνι, ο οποίος αμυνόταν στην περιοχή του Στουδίου. Δίπλα του υπήρχε ένα τμήμα από Έλληνες καλόγερους. Στο λιμάνι του Ελευθερίου ήταν ο [16]


πρίγκιπας Ορχάν με τους Τούρκους του, ενώ στο ανατολικό παράλιο της Προποντίδας εγκαταστάθηκαν άντρες της καταλανικής παροικίας υπό τον Περέ Χούλια. Ο καρδινάλιος Ισίδωρος με 200 τοξότες υπεράσπιζε το ακρωτήριο της ακρόπολης. Τις ακτές του Κερατίου κόλπου φύλασσαν 700 Βενετοί και Γενοβέζοι ναύτες υπό τον Γκαμπριέλε Τρεβιζάνο. Στον Αλβίζο Ντιέντο παραχωρήθηκε η διοίκηση των πλοίων που ήταν στον κόλπο. Απέναντί τους είχαν τον Ζαγανός πασά με ένα τμήμα του Οθωμανικού στρατού, το οποίο παρατάχθηκε στο σημείο όπου τα χερσαία τείχη ενώνονταν με τα τείχη του Κεράτιου. Μέσα στην πόλη υπήρχαν δύο αποσπάσματα ως εφεδρεία: ένα υπό τον Λουκά Νοταρά, που στάθμευε στην συνοικία της Πέτρας, και το άλλο, υπό τον Νικηφόρο Παλαιολόγο, κοντά στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων.

Στις 6 Απριλίου κηρύχθηκε επίσημα η πολιορκία από τον Μωάμεθ Β', αφού πρώτα, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, η πρότασή του για να παραδοθεί η πόλη υποσχόμενος ότι θα σέβονταν τη ζωή και την περιουσία των κατοίκων, απορρίφθηκε από τους βυζαντινούς. Αμέσως ξεκίνησε ο κανονιοβολισμός, με αποτέλεσμα ένα τμήμα των τειχών κοντά στη Χαρίσια πύλη να καταστραφεί, όμως οι υπερασπιστές κατάφεραν να το επισκευάσουν γρήγορα. Ταυτόχρονα οι Οθωμανοί άρχισαν εργασίες για να παραγεμίσουν την τάφρο, ώστε σε περίπτωση ρήγματος των τειχών να μπορούν να επιτεθούν με ευκολία. Επίσης αναλήφθηκαν υπονομευτικές εργασίες εναντίον των τμημάτων των τειχών που το έδαφος ήταν κατάλληλο. Στη θάλασσα τα πλοία έκαναν την πρώτη τους επίθεση, πιθανόν στις 9 Απριλίου, χωρίς επιτυχία, με αποτέλεσμα ο Μπαλτόγλου να περιμένει την άφιξη της μοίρας του Ευξείνου για να σχεδιάσει νέες επιχειρήσεις. Το διάστημα μεταξύ 6 με 11 Απριλίου ο Μωάμεθ πήρε μερικά στρατεύματα και κυρίευσε δύο φρούρια που υπήρχαν έξω από την πόλη, το Θεράπειο και Στουδίου, ενώ την ίδια περίοδο ο Μπαλτόγλου επιτέθηκε και κατέλαβε τα Πριγκιπόννησα. [17]


Στις 12 κατέφθασε ο τουρκικός στόλος από την Καλλίπολη και αγκυροβόλησε στο Διπλοκιόνιο. Ήταν ο πρώτος πραγματικά αξιόμαχος στόλος που είχαν αποκτήσει οι Οθωμανοί. Την ίδια μέρα ξεκίνησε ο βομβαρδισμός με τα κανόνια, που συνεχίστηκε αδιάκοπα σε όλο το διάστημα της πολιορκίας. Οι Βυζαντινοί δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα δικά τους κανόνια, που άλλωστε ήταν πολύ κατώτερα από τα τουρκικά, τα οποία είχαν τοποθετήσει πάνω στα τείχη για να βάλλουν εναντίον των πολιορκητών, αλλά γρήγορα διαπίστωσαν ότι κάθε βολή τους προκαλούσε ρωγμές στα ίδια τα τείχη. Ωστόσο η άμυνα τις πρώτες βδομάδες διεξαγόταν με επιτυχία. Τη νύχτα της 18ης Απριλίου οι Οθωμανοί επιτέθηκαν με αλαλαγμούς και τυμπανοκρουσίες στο Μεσοτείχιο. Καθώς το σημείο επίθεσης ήταν στενό, η αριθμητική υπεροχή των Τούρκων ήταν χωρίς νόημα, ενώ η ανώτερη θωράκιση των βυζαντινών, όπως και η ηγετική ικανότητα του Τζουστινιάνι, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην νικηφόρα απόκρουση της επίθεσης. Μετά από τέσσερις ώρες οι Οθωμανοί υποχώρησαν, έχοντας 200 νεκρούς ενώ οι υπερασπιστές κανέναν.

Στις 20 Απριλίου σημειώθηκε ένα αναπάντεχα ευχάριστο γεγονός για τους πολιορκημένους: τρία γενουατικά πλοία και ένα βυζαντινό, μετά από νικηφόρα σύγκρουση με τον αριθμητικά υπέρτερο τουρκικό στόλο, ήλθαν να ενισχύσουν τους Βυζαντινούς. Ο σουλτάνος είχε τόσο αναστατωθεί από την ναυμαχία αυτή που προχώρησε έφιππος στην θάλασσα. Το γεγονός αυτό ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για την ψυχολογία των πολιορκημένων, οι οποίοι πίστευαν ότι η ευνοϊκή έκβαση της πολιορκίας ήταν πλέον ορατή.

[18]


Στις 22 Απριλίου ο στόλος των Τούρκων, ύστερα από επιχείρηση της προηγούμενης νύχτας, κατάφερε να διεισδύσει εντός του Κεράτιου κόλπου. Για τον σκοπό αυτό είχε κατασκευαστεί στην κοιλάδα μεταξύ των λόγγων, ένα είδος ξύλινης εξέδρας, επάνω από την οποία σύρθηκαν- με τη βοήθεια πλήθους ανθρώπων που ήταν στη διάθεση του Μωάμεθ Β΄- τα οθωμανικά πλοία, που είχαν τοποθετηθεί πάνω σε τροχούς. Για να μη γίνει αντιληπτό το εγχείρημα, τα κανόνια βομβάρδιζαν ακατάπαυστα το χερσαίο τείχος. Ο στόλος των Βυζαντινών και των Ιταλών συμμάχων τους, που στάθμευε εντός του Κεράτιου κόλπου, βρέθηκε ανάμεσα σε δύο πυρά και η κατάσταση της πόλης έγινε κρίσιμη. Τότε οργανώθηκε σχέδιο για να πυρποληθεί ο τουρκικός στόλος με υγρό πυρ την επόμενη νύχτα, όμως το σχέδιο προδόθηκε και έτσι δεν πραγματοποιήθηκε. Επιπλέον, η άμυνα της πόλης εξασθενούσε, καθώς έπρεπε να τοποθετηθούν δυνάμεις στο τείχος του Κερατίου που ως τότε δεν είχε ανάγκη από ιδιαίτερη περιφρούρηση.

Στο μεταξύ στη βυζαντινή πρωτεύουσα είχε γίνει ιδιαίτερα αισθητή η έλλειψη τροφίμων. Οι πολεμιστές είχαν αρχίζει να κουράζονται με τις αλλεπάλληλες εχθρικές επιθέσεις. Επίσης Βενετοί και Γενουάτες διαπληκτίζονταν, κατηγορώντας οι πρώτοι τους δεύτερους για συνεργασία με τον εχθρό. Υπήρχαν φήμες ότι οι Γενουάτες του Γαλατά, ο οποίος έμεινε ανέγγιχτος από τους Τούρκους σε όλο το διάστημα της πολιορκίας, βοηθούσαν τον σουλτάνο. Επίσης πολλοί Βυζαντινοί αλλά και ξένοι συμβούλευαν τον Αυτοκράτορα να διαφύγει, όμως ο Κωνσταντίνος με θάρρος και αξιοπρέπεια απέρριπτε την ταπεινωτική αυτή λύση. Ο συνεχής βομβαρδισμός της πόλης, που δεν διακόπηκε για αρκετές βδομάδες καθόλου, εξάντλησε εντελώς τον πληθυσμό, άντρες, γυναίκες παιδιά, ιερείς, μοναχοί προσπαθούσαν να αποκαταστήσουν τις πολυάριθμες ρωγμές του τείχους. Η πολιορκία είχε ήδη διαρκέσει πενήντα μέρες. Ταυτόχρονα στο οθωμανικό στρατόπεδο επικρατούσαν φήμες, πιθανόν ψεύτικες, για την πιθανή

[19]


άφιξη πολυάριθμου χριστιανικού στόλου από τη Δύση, κάτι που ανάγκασε τον Μωάμεθ να εντείνει την προσπάθεια για κατάληψη της πόλης. Στις 21 Μαΐου, ο σουλτάνος έστειλε πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη. Ζητούσε την παράδοση της πόλης, με την υπόσχεση να επιτρέψει στον Αυτοκράτορα και σε όσους το επιθυμούσαν να φύγουν με τα υπάρχοντά τους. Επίσης, θα αναγνώριζε τον Κωνσταντίνο ως ηγεμόνα της Πελοποννήσου. Τέλος, εγγυόταν για την ασφάλεια του πληθυσμού που θα παρέμενε στην πόλη. Οι αντιπροτάσεις του Κωνσταντίνου διαπνέονταν από πνεύμα αξιοπρέπειας και αποφασιστικότητας. Δεχόταν να πληρώσει υψηλότερους φόρους υποτέλειας και να παραμείνουν στα χέρια των Τούρκων όλα τα κάστρα και τα εδάφη που είχαν στο μεταξύ κατακτήσει. Για την Κωνσταντινούπολη όμως δήλωσε: «Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ' ἐμὸν ἐστίν οὔτ' ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ, κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.» Δηλαδή, σε σύγχρονη απόδοση: « Το να σου (παρα)δώσω όμως την πόλη ούτε σε εμένα επαφίεται ούτε σε άλλον από τους κατοίκους της, διότι με κοινή απόφαση οι πάντες θα αποθάνουμε αυτοπροαίρετα και δεν θα υπολογίσομε τη ζωή μας.»

[20]


6. Η τελική επίθεση

Ύστερα από την αποτυχημένη προσέγγιση, ο Μωάμεθ Β' κάλεσε πολεμικό συμβούλιο και κατόπιν έβγαλε λόγο προς τους στρατιώτες του, ζητώντας τους θάρρος και σταθερότητα. Τόνισε ότι υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις για έναν επιτυχή πόλεμο: η επιθυμία (για τη νίκη), η ντροπή (για την ήττα) και η υπακοή στους ηγέτες. Επίσης δήλωσε με όρκο πως ο ίδιος θέλει μόνο τα τείχη και τα οικοδομήματα της πόλης και πως αφήνει στο στρατό του όλα τα άλλα. Υπογράμμισε πως υπάρχουν θησαυροί μέσα στα κτήρια και κυρίως στις εκκλησίες και πως θα επωφεληθούν από τον εξανδραποδισμό των κατοίκων, καθώς ανάμεσά τους υπήρχαν πολλές νέες γυναίκες. Τέλος διέταξε νηστεία και προσευχή. Η επίθεση ορίστηκε για τη νύχτα της 29ης Μαΐου. Στις 28 Μαΐου συντελέστηκε μεγάλη ακολουθία στην Αγία Σοφία, η τελευταία χριστιανική ακολουθία που πραγματοποιήθηκε στην περίφημη εκκλησία της πόλης, την οποία παρακολούθησε πλήθος αξιωματούχων και πιστών. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' σε λόγο προς τον λαό του, όπως τον διασώζει ο Σφραντζής, τον προέτρεψε να αντισταθεί γενναία, λέγοντας ότι οι Τούρκοι «υποστηρίζονται από όπλα, ιππικό, πυροβολικό και την αριθμητική τους υπεροχή, εμείς όμως στηριζόμεθα πρώτα στον Θεό και Σωτήρα μας και κατόπιν στα χέρια μας και στην δύναμή μας που μας έχει χαρίσει ο ίδιος ο Θεός». Ο Κωνσταντίνος ολοκλήρωσε την ομιλία του ως εξής:

[21]


...Γνωρίσατε λοιπόν τούτο: Εάν ειλικρινά υπακούσετε ό,τι σας διέταξα, ελπίζω ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία Του, που κρέμεται επάνω μας.

Την Τρίτη το βράδυ, 29 Μαΐου, μεταξύ 01.00 και 02.00, εκδηλώθηκε γενική τουρκική επίθεση. Μόλις δόθηκε το σύνθημα, η πόλη υπέστη συνδυασμένη επίθεση από τρεις πλευρές συγχρόνως. Οι Βυζαντινοί κατάφεραν να αποκόψουν τις υπόγειες σήραγγες απ' όπου οι Τούρκοι προσπάθησαν να περάσουν κάτω από τα τείχη. Παρόλο που στις επιθέσεις ήταν περισσότεροι αριθμητικά, οι Βυζαντινοί τους απώθησαν αρκετές φορές προκαλώντας τους τρομερές απώλειες. Οι δύο πρώτες επιθέσεις αποκρούστηκαν. Όμως ο Μωάμεθ Β' οργάνωσε πολύ προσεκτικά την τρίτη και τελευταία επίθεση. Με ιδιαίτερη επιμονή οι Τούρκοι επιτέθηκαν κατά του μέρους των τειχών το οποίο ήταν κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού (Πέμπτον), όπου πολεμούσε και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας. Ένας από τους κύριους υπερασπιστές της πόλης, ο Γενουάτης Ιουστινιάνι, τραυματίστηκε σοβαρά και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον αγώνα. Αυτή η απώλεια υπήρξε ανεπανόρθωτη για τους Βυζαντινούς. Στα τείχη δημιουργούνταν συνεχώς ρήγματα και ο Αυτοκράτορας, πολεμώντας ως απλός στρατιώτης, έπεσε στην μάχη. Δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για τον θάνατό του και για τον λόγο αυτό ο θάνατός του έγινε γρήγορα θέμα ενός θρύλου που έχει συσκοτίσει την ιστορική πραγματικότητα. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, οι Τούρκοι δεν κατάφεραν να σπάσουν τη γραμμή άμυνας των τειχών, παρά μόνο όταν από εσωτερική προδοσία μπήκαν από την Κερκόπορτα και περικύκλωσαν τους αμυνόμενους. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μόνο κατ' όνομα υπήρχε τις παραμονές της Άλωσης. Ήταν περιορισμένη, κυρίως στην περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη και σε κάποιες σκόρπιες περιοχές, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά. Οι [22]


θρησκευτικές έριδες, οι εμφύλιες διαμάχες, οι σταυροφορίες, η επικράτηση του φεουδαρχισμού και η εμφάνιση πολλών και επικίνδυνων εχθρών στα σύνορά της είχαν καταστήσει την πάλαι ποτέ Αυτοκρατορία ένα «φάντασμα» του ένδοξου παρελθόντος της. Το Βυζάντιο σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του με την οθωμανική λαίλαπα προ των πυλών του, δεν μπορούσε να ελπίζει παρά μόνο στη βοήθεια της καθολικής Ευρώπης, η οποία όμως ήταν μισητή στους κατοίκους της Κωνσταντινούπολης. Η ύπαρξη «Ενωτικών» και «Ανθενωτικών» δίχαζε τους Βυζαντινούς. Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έκανε μια απέλπιδα προσπάθεια, στέλνοντας πρεσβεία στον πάπα Νικόλαο Ε' για να ζητήσει βοήθεια. Ο Πάπας έβαλε και πάλι ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αποδέχθηκε το αίτημα του αυτοκράτορα να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ιερείς, προκειμένου να πείσουν τον λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης. Οι απεσταλμένοι του Πάπα, καρδινάλιος Ισίδωρος και ο αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, λειτούργησαν στην Αγία Σοφία, προκαλώντας την αντίδραση του κόσμου, που ξεχύθηκε στους δρόμους και γέμισε τις εκκλησίες, όπου λειτουργούσαν οι ανθενωτικοί με επικεφαλής τον μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «Την γαρ Λατίνων ούτε βοήθειαν ούτε την ένωσιν χρήζομεν. Απέστω αφ' ημών η των αζύμων λατρεία». Το μίσος για τους Λατίνους δεν απέρρεε μόνο από δογματικούς λόγους. Η λαϊκή ψυχή δεν είχε ξεχάσει τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην Πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ενώ αντιδρούσε στην οικονομική διείσδυση της Βενετίας και της Γένουας, που είχε φέρει στα πρόθυρα εξαθλίωσης τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας, αλλά και στην καταπίεση των ορθοδόξων στις περιοχές, όπου κυριαρχούσαν οι καθολικοί. Αντίθετα, οι Οθωμανοί φαίνεται ότι συμπεριφέρονταν καλύτερα προς τους χριστιανούς. Πολλοί χριστιανοί είχαν υψηλές θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, ακόμη και στο στράτευμα, ενώ κυριαρχούσαν στο εμπόριο. Οι χωρικοί πλήρωναν λιγότερους φόρους και ζούσαν με ασφάλεια. Έτσι, στην Κωνσταντινούπολη είχε σχηματισθεί μία μερίδα που διέκειτο ευνοϊκά προς τους Οθωμανούς. Από τις αρχές του 1453 ο Μωάμεθ προετοιμαζόταν για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Με έδρα την Αδριανούπολη συγκρότησε στρατό και ναυτικό. Ξεχώριζε το πυροβολικό του, που ήταν ό,τι πιο σύγχρονο για εκείνη την εποχή και ιδιαίτερα το τεράστιο πολιορκητικό κανόνι, που είχαν φτιάξει Σάξωνες τεχνίτες. Στις 7 Απριλίου, ο σουλτάνος έστησε τη σκηνή του μπροστά από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού και κήρυξε επίσημα την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης.

[23]


Ο αγώνας ήταν άνισος για τους Βυζαντινούς, που είχαν να αντιπαρατάξουν μόλις 7.000 άνδρες, οι 2000 από τους οποίους μισθοφόροι, κυρίως Ενετοί και Γενουάτες, ενώ στην Πόλη είχαν απομείνει περίπου 50.000 κάτοικοι με προβλήματα επισιτισμού. Η Βασιλεύουσα περιβαλλόταν από ξηράς με διπλό τείχος και τάφρο. Το τείχος αυτό, που επί 1000 χρόνια είχε βοηθήσει την Κωνσταντινούπολη να αποκρούσει νικηφόρα όλες τις επιθέσεις των εχθρών της, τώρα ήταν έρμαιο του πυροβολικού του σουλτάνου, που από τις 12 Απριλίου άρχισε καθημερινούς κανονιοβολισμούς. Οι Τούρκοι προσπάθησαν πολλές φορές να σπάσουν την αλυσίδα που έφραζε τον Κεράτιο κόλπο και προστάτευε την ανατολική πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Στις 20 Απριλίου ένας στολίσκος με εφόδια υπό τον πλοίαρχο Φλαντανελλά κατορθώνει να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό μετά από φοβερή ναυμαχία και να εισέλθει στον Κεράτιο, αναπτερώνοντας τις ελπίδες των πολιορκούμενων. Ο Μωάμεθ κατάλαβε αμέσως ότι μόνο το πυροβολικό του δεν έφθανε για την εκπόρθηση της Πόλης, εφόσον παρέμεινε απρόσβλητος ο Κεράτιος. Με τη βοήθεια ενός Ιταλού μηχανικού κατασκεύασε δίολκο και τη νύχτα της 21ης προς την 22α Απριλίου, 70 περίπου πλοία σύρθηκαν από τον Βόσπορο προς τον Κεράτιο. Η κατάσταση για τους πολιορκούμενους έγινε πλέον απελπιστική, καθώς έπρεπε να αποσπάσουν δυνάμεις από τα τείχη για να προστατεύσουν την Πόλη από την πλευρά του Κεράτιου, όπου δεν υπήρχαν τείχη. Η τελική έφοδος των Οθωμανών έγινε το πρωί της 29ης Μαΐου 1453. Κατά χιλιάδες οι στρατιώτες του Μωάμεθ εφόρμησαν στη σχεδόν ανυπεράσπιστη πόλη και την κατέλαβαν μέσα σε λίγες ώρες. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, που νωρίτερα απέκρουσε με υπερηφάνεια τις προτάσεις συνθηκολόγησης του Μωάμεθ, έπεσε ηρωικά μαχόμενος. Αφού έσφαξαν τους υπερασπιστές της Πόλης, οι Οθωμανοί Τούρκοι προέβησαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και εξανδραποδισμούς. Το βράδυ, ο Μωάμεθ ο Πορθητής εισήλθε πανηγυρικά στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε στον Αλλάχ «αναβάς επί της Αγίας Τραπέζης», όπως αναφέρουν οι χρονικογράφοι της εποχής.

[24]


7. Θρύλοι για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Παραδοσιακοί και θαυμαστοί θρύλοι, αναπτύχθηκαν γύρω από την άλωση της Πόλης, για να θρέψουν τις ελπίδες και το θάρρος του έθνους επί αιώνες: «ΠΑΛΙ ΜΕ ΧΡΟΝΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΙΡΟΥΣ, ΠΑΛΙ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΘΑ’ ΝΑΙ» Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, ένα πουλί ανέλαβε να πάει ένα γραπτό μήνυμα στην Τραπεζούντα, στη Χριστιανική Αυτοκρατορία του Πόντου για την Άλωση της Πόλης. Μόλις έφτασε εκεί, πήγε κατευθείαν στη Μητρόπολη που λειτουργούσε ο Πατριάρχης και άφησε το χαρτί με το μήνυμα πάνω στην Αγία Τράπεζα. Κανείς δεν τολμούσε να πάει να διαβάσει το μήνυμα. Τότε πήγε ένα παλικάρι, γιος μιας χήρας, και διάβασε το άσχημο μαντάτο: «Πάρθεν η Πόλη, Πάρθεν η Ρωμανία». Το εκκλησίασμα και ο Πατριάρχης άρχισαν τον θρήνο, αλλά ο νέος τους απάντησε: «Κι αν η Πόλη έπεσε, κι αν πάρθεν η Ρωμανία, πάλι με χρόνους και καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι». «Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ» Ο θρύλος λέει ότι τη στιγμή που ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Παλαιολόγος περικυκλώθηκε από τους Τούρκους, ένας άγγελος του Κυρίου τον άρπαξε και τον έκρυψε σε μια σπηλιά, αφού πρώτα τον μαρμάρωσε. Στη σπηλιά αυτή περιμένει για αιώνες ο «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς» για να ξαναέρθει την κατάλληλη στιγμή το «πλήρωμα του χρόνου». Τότε, ο άγγελος Κυρίου θα του ξαναδώσει τη ζωή και το σπαθί του για να διώξει τους Τούρκους από την Κωνσταντινούπολη και να τους κυνηγήσει μέχρι την Κόκκινη Μηλιά. Στη μάχη που θα γίνει οι Τούρκοι θα νικηθούν. Ο θρύλος προσθέτει ακόμα, ότι οι Τούρκοι ψάχνουν συνεχώς να ανακαλύψουν τη σπηλιά, όπου βρίσκεται ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς, για να χτίσουν την είσοδό της, ώστε να μην μπορεί να ξαναβγεί από εκεί. Όμως, οι προσπάθειές τους είναι συνεχώς άκαρπες, αφού ο [25]


άγγελος Κυρίου προστατεύει τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά και περιμένει την εντολή του Θεού για να τον ξυπνήσει. «Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΟΠΟΡΤΑΣ» Στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στο Παλάτι του Κωνσταντίνου Ζ' Πορφυρογέννητου υπήρχε μια μικρή πόρτα. Η μισή ήταν κάτω από το επίπεδο του εδάφους και λεγόταν Κερκόπορτα ή πύλη του κίρκου, επειδή οδηγούσε σε ένα ιπποδρόμιο έξω από τα τείχη. Κατά την παράδοση, από αυτήν την πύλη εισήλθαν στην Πόλη οι γενίτσαροι κατά τη μεγάλη έφοδο στις 29 Μαΐου 1453, διασπώντας έτσι την άμυνα των πολιορκούμενων και προκαλώντας την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. «ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΝΑ ΚΥΛΑΕΙ» Οι περισσότεροι τοπικοί θρύλοι για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης μοιάζουν σε ένα σημείο: όλοι δείχνουν ότι ο χρόνος σταμάτησε με την κατάληψη της ιερής πόλης της Ορθοδοξίας από τους άπιστους Τούρκους και ότι η τάξη στον κόσμο θα επανέλθει με την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Έλληνες. Έτσι, και στην Ήπειρο υπάρχει μια αντίστοιχη λαϊκή δοξασία. Συγκεκριμένα, ένα πουλί έφερε την αναγγελία της πτώσης της Πόλης σε μια ομάδα βοσκών που εκείνη τη στιγμή πότιζαν τα κοπάδια τους σε ένα ποτάμι. Ο θρύλος λέει ότι στο άκουσμα της φοβερής είδησης τα νερά του ποταμού σταμάτησαν να κυλάνε, αφού και το φυσικό στοιχείο θεώρησε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν κάτι το ανήκουστο. Το ποτάμι θα συνεχίσει και πάλι να κυλάει, μόλις απελευθερωθεί η Πόλη. «ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ» Κάποιος καλόγερος είχε ψαρέψει σε ένα ποτάμι ψάρια και τα τηγάνιζε κοντά στην όχθη του ποταμού. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε από ένα πουλί το μήνυμα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους. Ο καλόγερος σάστισε και αμέσως τα μισοτηγανισμένα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι και ξαναβρέθηκαν στο ποτάμι. Εκεί ζουν αιώνια, μέχρι τη στιγμή της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, οπότε και θα ξαναβγούν για να συνεχιστεί το τηγάνισμά τους. «Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΑΣ» Στα κάστρα του Διδυμότειχου ένας κυκλικός πύργος που είναι ο ψηλότερος ονομάζεται «πύργος της βασιλοπούλας». Η παράδοση λέει πως κάποτε ο βασιλιάς πήγε για κυνήγι και στη θέση του ως υπεύθυνη στο κάστρο άφησε την κόρη του. Όταν τον ειδοποίησαν ότι έρχονται οι Τούρκοι, είχε τόση εμπιστοσύνη στην οχυρότητα του κάστρου, ώστε δεν ταράχτηκε και απλά είπε: «αν σηκωθεί από τη χύτρα ο κόκορας και λαλήσει, θα πιστέψω ότι κυριεύτηκε η πόλη». Οι [26]


Τούρκοι όμως χρησιμοποίησαν δόλο και αφού έφτασαν στο κάστρο, έδειξαν το χρυσοκέντητο μαντήλι του βασιλιά στην κόρη του. Αυτή μόλις το είδε, τους παρέδωσε το κλειδί του κάστρου κι έγινε αιτία της Άλωσης. Όταν κατάλαβε πως την ξεγέλασαν, δεν άντεξε την ντροπή και αυτοκτόνησε, πέφτοντας από τον πύργο. Από τότε ο πύργος λέγεται πύργος της βασιλοπούλας. «ΟI ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ» Έναν από τους πύργους των τειχών της Πόλης τον υπεράσπιζαν τρία αδέρφια, άρχοντες Κρητικοί που πολεμούσαν με το μέρος των Βενετών (η Κρήτη τότε ήταν κάτω από την κυριαρχία των Βενετών). Μετά την πτώση της πόλης τα τρία αδέρφια και οι άντρες τους εξακολουθούσαν να πολεμούν και παρά τις λυσσώδεις προσπάθειές τους, οι Τούρκοι δεν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν τον πύργο. Για το περιστατικό αυτό ενημερώθηκε ο Σουλτάνος και εντυπωσιάστηκε από την παλικαριά τους. Αποφάσισε, λοιπόν, να τους επιτρέψει να φύγουν με ασφάλεια από τον πύργο, παίρνοντας ένα καράβι με τους άντρες τους, ώστε να γυρίσουν στην Κρήτη. Πραγματικά η πρότασή του έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι έπρεπε να μείνουν ζωντανοί για να πολεμήσουν και να ξαναπάρουν τη Βασιλεύουσα πίσω από τους άπιστους. Έτσι, οι Κρητικοί επιβιβάστηκαν στο πλοίο τους και ξεκίνησαν για το νησί τους. Το πλοίο δεν έφτασε ποτέ στην Κρήτη και ο θρύλος λέει ότι περιπλανιούνται αιώνια στο πέλαγος, μέχρι τη στιγμή που θα ξεκινήσει η μάχη για την ανακατάληψη της Πόλης από τους Έλληνες. Τότε το πλοίο των Κρητικών θα τους ξαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουν και αυτοί μέρος στη μάχη, να ολοκληρώσουν την αποστολή τους και το ελληνικό έθνος να ξανακερδίσει την Πόλη. «Η ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ» Εκείνη την τρομερή ημέρα που λεηλατήθηκαν τόσες εκκλησίες και βεβηλώθηκαν τόσα ιερά σκεύη, οι Βυζαντινοί, όπως λέει ο θρύλος, προσπάθησαν να κρύψουν από τους άπιστους την άγια εικόνα την Αγίας του Θεού Σοφίας και όλα τα πολύτιμα λείψανα, που ήταν στο ιερό της. Γύρω απ' αυτό, διηγούνται μια παράξενη ιστορία: Την ημέρα που πάρθηκε η Πόλη, βιάστηκαν να φορτώσουν την Αγία Τράπεζα σε ένα πλοίο για να την πάνε στη χώρα των Φράγκων. Στη θάλασσα του Μαρμαρά όμως, το πλοίο βρήκε μεγάλη φουρτούνα. Καθώς το είχαν ετοιμάσει πολύ βιαστικά και το φορτίο του ήταν βαρύ, δεν μπόρεσε ν' αντέξει και βούλιαξε στα κύματα, όπως ήταν. Έτσι η Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας ξέφυγε από τη βεβήλωση, όχι με τον τρόπο που είχαν ελπίσει οι Βυζαντινοί, αλλά όπως άρεσε στο Θεό. Η Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας αναπαύεται στο βυθό της θάλασσας, πάνω στην άμμο και στα κοχύλια. Το σημείο όπου βούλιαξε το καράβι το ξέρουν καλά οι ναυτικοί και εύκολα το βρίσκουν. Πραγματικά, ακόμα κι όταν η πιο άγρια τρικυμία, φουσκώνει ολόγυρα τα κύματα και κάνει τη θάλασσα να μουγκρίζει, εκεί επικρατεί γαλήνη και ησυχία. Από τη λεία και λαμπρή επιφάνεια του νερού [27]


ανεβαίνουν γλυκές ευωδιές και αντίλαλος από αγγελικές ψαλμωδίες. Πολλοί άξιοι δύτες που μαζεύουν κοράλλια ή ψαρεύουν σφουγγάρια, προσπάθησαν να κατέβουν για να δουν το ναυαγισμένο καράβι. Κανείς δεν τα κατάφερε. Η θάλασσα, πολύ βαθιά σ' αυτό το μέρος, φυλάει την Αγία Τράπεζα και τα λείψανα των Αγίων από κάθε βέβηλο μάτι. Όταν όμως θα ξαναπάρουμε την Πόλη, η Αγία Τράπεζα, που μένει στην άμμο του βυθού, θ' ανέβει στην επιφάνεια όπως ανεβαίνει ο δύτης. Θα αρμενίσει μόνη της κατά το Βυζάντιο και θα την πάρουμε από κει που θ' αράξει. Θα την ξαναφέρουμε στην Αγία Σοφία και με χαρούμενους ύμνους, θα την αφιερώσουμε πάλι στη Σοφία του Θεού. Τότε, μέσα στη Βασιλική που έχτισε ο μεγάλος Ιουστινιανός, θα λάμψουν πάλι τα μωσαϊκά, οι εικόνες των Αγίων, τα λόγια του Ευαγγελίου, και ο σταυρός θα ξαναφανεί πάνω από το μαρμάρινο τραπέζι που ξέπλυναν τα κύματα. «ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΝΤΑΝ» Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη, ξεκίνησαν να καταστρέφουν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Στην Αγία Σοφία είχε καταφύγει πολύ λαός, κυρίως γυναικόπαιδα, για να αποφύγουν τον θάνατο. Όμως η παρουσία τους εκεί δεν τους έσωσε, καθώς φανατισμένοι από τους δερβίσηδες μωαμεθανοί μπήκαν στην εκκλησία και άρχισαν να σφάζουν αδιακρίτως όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Ο σωρός των πτωμάτων έφτασε τα δέκα μέτρα. Όταν μάλιστα ο Σουλτάνος Μωάμεθ προσπάθησε να μπει στο ναό, το άλογό του σκόνταψε πάνω στα πτώματα. Με την οπλή του το άλογο άφησε ένα σημάδι στην κορυφή ενός στύλου, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα. Τις πιο πολλές εικόνες και τοιχογραφίες της Αγία Σοφίας τις κατέστρεψαν οι Τούρκοι. Όταν, όμως, οι άπιστοι εισβολείς έφτασαν στον εξώστη - γυναικωνίτη και ένας τσαούσης (Τούρκος αξιωματικός) προσπάθησε με έναν πέλεκυ να καταστρέψει μια τοιχογραφία της Παναγίας που κρατά στα χέρια της τον Ιησού μωρό, έγινε το θαύμα! Τη στιγμή που ο Τούρκος προσπάθησε να καταφέρει το πρώτο χτύπημα στην τοιχογραφία κεραυνοβολήθηκε κι έπεσε νεκρός. Τη θέση του πήρε ένας άλλος Τούρκος, αλλά την ίδια στιγμή κι εκείνος είχε την ίδια τύχη. Οι υπόλοιποι βάρβαροι πανικοβλήθηκαν απ' το πρωτόγνωρο για αυτούς θαύμα και γεμάτοι τρόμο, αλλά και σεβασμό, εγκατέλειψαν την ανόσια προσπάθειά τους. Η συγκεκριμένη τοιχογραφία σώζεται μέχρι σήμερα στον δεξή εξώστη της Αγία Σοφίας. «Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ» Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στη Βασιλική Εκκλησία, ένας ιερέας τελούσε τη Θεία Λειτουργία. Βλέποντας τους άπιστους να μπαίνουν, δε σκεπτόταν παρά πώς να σώσει από τη βεβήλωση τον ιερό άρτο και το πολύτιμο Αίμα του Χριστού. Ανέβηκε, λοιπόν, βιαστικός στον Άμβωνα, κρατώντας το Άγιο Δισκοπότηρο κι εξαφανίστηκε σε μια μικρή πόρτα. Την έκλεισε πίσω του, μα δυστυχώς οι Τούρκοι τον είχαν δει κι έτρεξαν να τον προφτάσουν. Όταν όμως έφθασαν στο σημείο που θα έπρεπε να βρίσκεται η πόρτα, ξαφνιάστηκαν γιατί δεν είδαν παρά [28]


μόνο μια γυμνή, λεία επιφάνεια χωρίς το παραμικρό σημάδι ανοίγματος. Αγριεμένοι, προσπάθησαν να γκρεμίσουν τον τοίχο, αλλά έσπασαν τα όπλα τους, χωρίς να καταφέρουν τίποτε! «Ας φέρουν τους χτίστες του στρατού μας», αποφάσισε ο Σουλτάνος. Οι χτίστες ήρθαν με τα εργαλεία τους κι άρχισαν να χτυπούν τον τοίχο. Παρόλες τις προσπάθειές τους όμως, δεν μπόρεσαν ούτε να τον τρυπήσουν κι ομολόγησαν πως σίγουρα υπήρχε κάποιο τεχνικό μέσο, που τους ήταν άγνωστο. «Είστε ανίκανοι», φώναξε καταθυμωμένος ο Σουλτάνος. «Να έρθουν βυζαντινοί χτίστες!». Τότε έφεραν βιαστικά όσους μπόρεσαν και απειλώντας τους με θάνατο, τους πρόσταζαν να ρίξουν αυτόν τον τοίχο. Μα, ούτε κι αυτοί δεν τα κατάφεραν! Γιατί, το θέλημα του Θεού, πιο δυνατό από κάθε ανθρώπινη δύναμη, κρατούσε αυτές τις πέτρες δεμένες γερά, για να προστατεύει τον ιερέα. Όλους αυτούς τους αιώνες, ο ιερέας αγρυπνεί, σφίγγοντας το δισκοπότηρο, που τους προστάτευσε από τους άπιστους. Μα, όταν θα ξαναπάρουμε την Πόλη, η πόρτα θα ξανανοίξει μόνη της, ο ιερέας θα βγει, θα ξαναμπεί στο ιερό και θα συνεχίσει τα λόγια της λειτουργίας, από κει ακριβώς που είχε σταματήσει!

[29]


8. Ποιήματα-Θρήνοι για την Άλωση

Της Αγιά Σοφιάς (Δημοτικό τραγούδι) Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα επουράνια, σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι, με τετρακόσια σήμαντρα, κι εξηνταδυό καμπάνες. Κάθε καμπάνα και Παπάς, κάθε Παπάς και Διάκος. Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης, κι απ' την πολλή την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες. Nα μπούνε στο Χερουβικό και να βγει ο Βασιλέας. φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα: "Πάψετε το Χερουβικό, κι ας χαμηλώσουν τ' Άγια, παπάδες πάρτε τα ιερά, και σεις κεριά σβηστείτε, γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει. Μον' στείλτε λόγο στη Φραγκιά να 'ρθουνε τρία καράβια, τό 'να να πάρει το Σταυρό, και τ' άλλο το Ευαγγέλιο, το τρίτο το καλύτερο την Άγια Τράπεζά μας, μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν". H Δέσποινα εταράχτηκε, και δάκρυσαν οι εικόνες. -Σώπασε Κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας θα 'ναι.

Μαρμαρωμένε Βασιλιά (Κωνσταντίνος Καρυωτάκης) Και ρίχτηκε με τ' άτι του μες στων εχθρών τα πλήθια, το πύρινο το βλέμμα του σκορπούσε την τρομάρα, και το σπαθί του τη θανή. Στα χάλκινά του στήθια, εξέσπασε η όργητα σε βροντερή κατάρα. Εθόλωσαν τα μάτια του. Τ' αγνό το μέτωπό του, θαρρείς ο φωτοστέφανος της Δόξας τ' αγκαλιάζει. Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε το χαμό του. Μα, μη! Σε τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει. Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Κυλίστηκε στο χώμα, ένας Τιτάν π' ακόμα χτες εστόλιζ' ένα θρόνο, κι εσφάλισε - οϊμένανε! - για πάντ' αυτό το στόμα, που κάθε πίκρα ρούφαγε κι έχυν' ελπίδες μόνο, Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις. Ένα πρωί απ' τα νερά του Βόσπορου κει πέρα θε να προβάλει λαμπερός, μιας Λευτεριάς χαμένης, ο ασημένιος ήλιος. Ω, δοξασμένη μέρα!

[30]


Ο τελευταίος Παλαιολόγος (Γεώργιος Βιζυηνός-1882) - Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά τον Βασιλέα ή μήπως και σου φάνηκε, σαν όνειρο να πούμε, σαν παραμύθι τάχα; - Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και σένα νέα, Πα να γενώ εκατό χρονών, κι ακόμα το θυμούμαι σαν νάταν χθες μονάχα. - Απέθανε, γιαγιά; - Ποτέ, παιδάκι μου, κοιμάται. - Και τώρα πια δεν ημπορεί γιαγιάκα να ξυπνήση; - Ω, βέβαια! Καιρούς καιρούς, σηκώνει το κεφάλι, και βλεπ' αν ήρθεν η στιγμή, πόχει ο Θεός ορίσει. - Πότε, γιαγιά μου, πότε; - Οταν τρανέψης, γιόκα μου, να αρματωθείς, και κάμης, τον όρκο στην Ελευθεριά, συ κι όλη η νεολαία, θα σώσετε την χώρα. Κι ο βασιλιάς θα σηκωθεί τον Τούρκο να χτυπήση. Και χτύπα-χτύπα, θα τον πα πίσω στην κόκκινη μηλιά, και πίσω από τον ήλιο, που πια να μη γυρίση!

Ανακάλημα Κωνσταντινουπόλεως (Ε. Κριαράς) "Καράβιν πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;" "Έρκομαι ακ τ' ανάθεμα κ' εκ το βαρύν το σκότος, ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην· από την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην. Εγώ γομάρι δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα: Οι Τούρκοι ότε ήρθασιν, επήρασιν την Πόλην απώλεσαν τους χριστιανούς εκεί και πανταχόθεν".

[31]


Θρήνος της Κωνσταντινουπόλεως (W. Wagner) Εκείνη η μέρα η σκοτεινή, αστραποκαϊμένη της τρίτης της ασβολερής, της μαυρογελασμένης, της θεοκαρβουνόκαυστης, πουμπαρδοχαλασμένης, έχασε μάνα το παιδί και το παιδίν τη μάναν, και των κυρούδων τα παιδιά υπάν ασβολωμένα, δεμένα από το σφόνδυλα όλα αλυσοδεμένα δεμένα από τον τράχηλον και το ουαί φωνάζουν. με την τρομάραν την πολλήν, με θρηνισμόν καρδίας· [. . .] να πάτε όλοι κατ' εχθρών, κατά των Μουσουλμάνων, και δεύτε εις εκδίκησιν, τρέχετε μη σταθήτε, τον Μαχουμέτην σφάξετε, μηδέν αναμελείτε, την πίστιν των την σκυλικήν να την λακτοπατήτε. [. . .] ω, Κωνσταντίνε Δράγαζη, κακήν τύχην οπού 'χες, και τι να λέγω, ουκ ημπορώ, και τι να γράφω ουκ οίδα, σκοτίζει μου το λογισμόν ο χαλασμός της πόλης

Πάρθεν η Ρωμανία (Δημοτικό απόσπασμα) Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλην° ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια, επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον. Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον, εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον, Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης° έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει. Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν. "Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!" Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται, -Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι -Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν. -Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο. (Δημοτικό τραγούδι του Πόντου) Το ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη, Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις. Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία, το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους. Τις το 'πεν; Τις το μήνυσε; Πότε 'λθεν το μαντάτο; [32]


Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το: -"Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;" -"Ερκομαι ακ τα' ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος, ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην° απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην. Εγώ γομάριν Δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα.

Θεόφιλος Παλαιολόγος (Κωνσταντίνος Π. Καβάφης) Ο τελευταίος χρόνος είν' αυτός. Ο τελευταίος των Γραικών αυτοκρατόρων είν' αυτός. Κι' αλλοίμονον τι θλιβερά που ομιλούν πλησίον του. Εν τη απογνώσει του, εν τη οδύνη ο Κυρ Θεόφιλος Παλαιολόγος λέγει «Θέλω θανείν μάλλον ή ζην». Α Κυρ Θεόφιλε Παλαιολόγο πόσον καϋμό του γένους μας, και πόση εξάντλησι (πόσην απηύδησιν από αδικίες και κατατρεγμό) η τραγικές σου πέντε λέξεις περιείχαν. Πάρθεν Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια, για τ' άθλα των κλεφτών και τους πολέμους, πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά. Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης «Πήραν την Πόλη,πήραν την· πήραν την Σαλονίκη». Και την Φωνή που εκεί που οι δυο εψέλναν, «ζερβά ο βασιληάς, δεξιά ο πατριάρχης», ακούσθηκε κ' είπε να πάψουν πια «πάψτε παπάδες τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια» πήραν την Πόλη, πήραν την· πήραν την Σαλονίκη. Όμως απ' τ' άλλα πιο πολύ με άγγιξε το άσμα το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα και με την λύπη των Γραικών των μακρυνών εκείνων που ίσως όλο πίστευαν που θα σωθούμε ακόμη. Μα αλοίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται» με στο «φτερούλιν αθε χαρτίν περιγραμμένον κι ουδέ στην άμπελον κονεύ' μηδέ στο περιβόλι επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ' την ρίζαν». Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν «Χέρας υιός Γιανίκας έν» αυτός το παίρνει το χαρτί, [33]


και το διαβάζει κι ολοφύρεται. «Σίτ' αναγνώθ' σίτ' ανακλαίγ' σίτ' ανακρούγ' την κάρδιαν. Ν' αοιλλή εμάς να βάϊ εμάς η Ρωμανία πάρθεν».

ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ (Οδυσσέα Ελύτη) Ι Έτσι καθώς εστέκονταν ορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μες στη λύπη του. Μακριά του κόσμου, που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει στο φάρδος Παραδείσου. Και σκληρός πιο κι απ' την πέτρα που, δεν τον είχανε κοιτάξει τρυφερά ποτέ, κάποτε τα στραβά δόντια του άσπριζαν παράξενα. Κι όπως περνούσε με το βλέμμα του λίγο πιο πάνω απ' τους ανθρώπους κι έβγανε απ' όλους Έναν που του χαμογελούσε, τον Αληθινόν που ο χάρος δεν τον έπιανε. Πρόσεχε, να προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα, έτσι που να γυαλίσουν μέσα της όλα τα δελφίνια. Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο Θεός κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν' ανεβαίνει! Νέος ακόμα, είχε δει στους ώμους των μεγάλων, τα χρυσά να λάμπουν και να φεύγουν. Και μια νύχτα θυμάται, σ' ώρα μεγάλης τρικυμίας, βόγκηξε ο λαιμός του πόντου τόσο, που ‘θολώθη μα δεν έστερξε να του σταθεί! Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε. II Θεέ μου και τώρα τι που 'χε με χίλιους να παλέψει, χώρια με τη μοναξιά του, ποιός αυτός που 'ξερε μ' ένα λόγο του να δώσει ολάκερης της γης να ξεδιψάσει τι; Που όλα του τα 'χαν πάρει και τα πέδιλά του τα σταυροδετά και το τρικράνι του το μυτερό και το τοιχίο που καβαλούσε κάθε απομεσήμερο, να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό, σαν ζόρικο και πηδηχτό βαρκάκι. Και μια φούχτα λουίζα, που την είχε τρίψει στα μάγουλα ενός κοριτσιού μεσάνυχτα να το φιλήσει (πως κουρναλίζαν τα νερά του φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια τρεις γκρεμούς πάνω απ' τη θάλασσα...) Μεσημέρι από νύχτα και μήτ' ένας πλάι του. Μονάχα οι λέξεις του οι πιστές, που 'σμιγαν όλα τους τα χρώματα ν' αφήσουν μες στο χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως! Και αντίκρυ σ' όλο των τειχών το μάκρος μυρμηκιά οι χυμένες μες στο γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του... «Μεσημέρι από νύχτα - όλ' η ζωή μια λάμψη!» φώναξε κι όρμησε μες στο σωρό, σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη. Και αμέσως ένιωσε ξεκινημένη από μακριά η στερνή χλωμάδα να τον κυριεύει... [34]


III Τώρα καθώς του ήλιου η φτερωτή, ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγορα, οι αυλές βουτούσαν μέσα στο χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατακόκκινες απ' τα γεράνια Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες, έφταναν κάθε φορά και πιο ψηλά στ' ασήμια, που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας γι' άλλων καιρών πιο μακρινών το εικόνισμα. Κόρες παρθένες φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών, σταλάζοντας ιώδιο τα κλωνάρια. Του 'φερναν, ενώ κάτω απ' τα πόδια του άκουγε στη μεγάλη καταβόθρα, να καταποντίζονται πλώρες μαύρων καραβιών, τ' αρχαία και καπνισμένα ξύλα, όθε με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεομήτορες επιτιμούσανε. Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα, σωρός τα χτίσματα μικρά μεγάλα, θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μες στον αέρα! Πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του άσπαστη κειτάμενος. Αυτός ο τελευταίος Έλληνας!

[35]


[36]


Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ (θεατρική διασκευή του βιβλίου « Ιστορίες από το Βυζάντιο», Σοφία Μαυροειδή- Παπαδάκη, Εκδόσεις Πατάκη)

Αφηγητής 1: 29 Μαΐου 1453, μαύρη μέρα για τον Ελληνισμό! Έπεσε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία από τους Οθωμανούς. Θρήνος, στεναγμός και λύπη. Αφηγητής 2: Χάνουμε το σπίτι μας, την Πόλη μας, το θάρρος μας! Τρείς νύχτες κατά σειρά, στις 26, 27 και στις 28 του Μάη, αντιλαλεί από άγριες ιαχές το στρατόπεδο του Μωάμεθ, που αστράφτει μέσα σε φωταψίες αφάνταστες. Η μέρα έχει γίνει η νύχτα. Τι θόρυβος, τι αλαλαγμός. Κι οι φωνές και οι κραυγές και τα φώτα κυριαρχούν σε θάλασσα και στεριά. Τα καράβια λαμποκοπούν. Είναι φανερό πως ετοιμάζεται η μεγάλη επίθεση. Στρατιώτης 1: Φτάνουμε στο τέλος; Αφηγητής 1: Είναι φαίνεται θέλημα Θεού. Βλέπεις, είναι ατελείωτη η Ασία και όλο φέρνουν νέους στρατιώτες για να πάρουν τη θέση των σκοτωμένων. Ενώ η δική μας δύναμη όλο και μικραίνει, σαν το φεγγάρι στη λίγωση. Στρατιώτης 1: Έχεις δίκιο. Στερεύει η θάλασσα; Όλο κουβαλάνε ασκέρια. Δε μένει παρά ο θάνατος! Είναι χρέος και τιμή μας! Ένας θάνατος τιμημένος είναι στα μάτια της Ιστορίας μια νίκη! Κήρυκας: Φεύγεις από την Πόλη με όλους τους άρχοντες και όλα τα αγαθά σας, να ζήσετε ήσυχοι όπου θέλετε ή επιμένεις στην αντίσταση, οπότε η πόλη θα γίνει σκόνη κι εσείς θα πεθάνετε όλοι και οι κάτοικοι θα διασπαρθούν αιχμάλωτοι σ’ όλη τη γη; Παλαιολόγος 1: Αν θέλεις να έχεις ειρήνη μαζί μας, κράτησε τα φρούρια και τη γη που μας άρπαξες άδικα, όρισε φόρο κατά τη δύναμή μας και πήγαινε στο καλό. Το να σου δώσουμε όμως την Πόλη δεν είναι στο χέρι μου, ούτε στο χέρι των άλλων που ζούνε εδώ μέσα. Γιατί το ‘χουμε όλοι ομόφωνα αποφασίσει: ελεύθεροι, δίχως καταπίεση από κανέναν. Εδώ θα πεθάνουμε!

[37]


Κήρυκας: Έξω φρενών ο Μωάμεθ, σαν διάβασε την περήφανη εκείνη απάντηση του Παλαιολόγου, φώναξε το γενικό του επιτελείο και πρόσταξε για την αυριανή μέρα – 29 του Μάη- γενική έφοδο. Η επίθεση θα άρχιζε πριν ακόμα καλά καλά ξημερώσει. Αφηγητής 3: Νύχτα δραματική για τη Βασιλεύουσα. Για να τονώσει το ηθικό του λαού, ο αυτοκράτορας κάλεσε τους αρχιερείς και τους κληρικούς να κάνουν στα τείχη μια δέηση, μεταφέροντας και την Παναγία την Οδηγήτρια, που ήταν πάντα της Πόλης υπέρμαχος στρατηγός. Και η κατανυκτική λιτανεία ξεκίνησε με ξοπίσω της όλο το λαό, που ακολουθούσε συγκινημένος. Αφηγητής 4: Σώσον, Κύριε το λαόν Σου, ικέτευαν όλοι με δάκρυα. Όταν τελείωσε η περιφορά της άγιας εικόνας στα τείχη, ο λαός κατευθύνθηκε σύσσωμος στην Αγία Σοφία. Και η Αγία Σοφία, η μεγάλη του γένους κιβωτός, με τα τετρακόσια σήμαντρα και τις εξήντα δυο καμπάνες, έκλεισε εκείνη τη νύχτα όλο το σπαραγμό και την αγωνία του έθνους στην τελευταία θρησκευτική εκδήλωση. Αφηγητής 5:Ένα πλήθος αμέτρητο την πλημμύρισε άξαφνα, για να βρει προστασία κάτω από τη σκέπη της. Ιερείς, αυλικοί, και λαός γονατίζουν στα μάρμαρα του δαπέδου και δέονται. Μπαίνει και ο βασιλιάς, χωρίς πορφυρά σανδάλια. Ένας θνητός, σαν τους άλλους, που ετοιμάζεται για το αναπόφευκτο τέλος και ζητά τη συγχώρεση απ΄ τον Παντοδύναμο. Η ψαλμωδία αρχίζει. Αφηγητής 6:Κι είναι οι ύμνοι τόσο σπαρακτικοί, που θαρρείς πως δεν ψέλνουν μονάχα οι άνθρωποι, αλλά και οι κολόνες, και οι τοίχοι και ο θόλος της εκκλησίας. Ένα έθνος πανάρχαιο και τρισένδοξο εμπιστεύεται όλη του την αγωνία στο Θεό. Η παράδοση θέλει ατελείωτη τη στερνή αυτή λειτουργία. Αφηγητής 7: Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆς, σημαίνουν τὰ ἐπουράνια, σημαίνει κι ἡ Ἁγιά-Σοφιά, τὸ μέγα μοναστήρι, μὲ τετρακόσια σήμαντρα κι ἑξήντα δυὸ καμπάνες, κάθε καμπάνα καὶ παπᾶς, κάθε παπᾶς καὶ διάκος. Ψάλλει ζερβὰ ὁ βασιλιάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης,

[38]


κι ἀπ᾿ τὴν πολλὴ τὴν ψαλμουδιὰ ἐσειόντανε οἱ κολόνες. Νὰ μποῦνε στὸ χερουβικὸ καὶ νά ῾βγει ὁ βασιλέας, φωνὴ τοὺς ἦρθε ἐξ οὐρανοῦ κι ἀπ᾿ ἀρχαγγέλου στόμα.

Αφηγητής 8: «Πάψετε τὸ χερουβικὸ κι ἂς χαμηλώσουν τ᾿ Ἅγια, παπάδες πᾶρτε τὰ ἱερὰ καὶ σεῖς κεριὰ σβηστῆτε, γιατί ῾ναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει. Μόν᾿ στεῖλτε λόγο στὴ Φραγκιά, νὰ ῾ρθοῦν τρία καράβια, τό ῾να νὰ πάρει τὸ σταυρὸ καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ βαγγέλιο, τὸ τρίτο τὸ καλύτερο, τὴν ἅγια Τράπεζά μας, μὴ μᾶς τὴν πάρουν τὰ σκυλιὰ καὶ μᾶς τὴ μαγαρίσουν». Ἡ Δέσποινα ταράχτηκε καὶ δάκρυσαν οἱ εἰκόνες. «Σώπασε κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴ πολυδακρύζῃς, πάλι μὲ χρόνους, μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ῾ναι».

Αφηγητής 9: Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος διέταξε να μεταφέρουν την Αγία Τράπεζα και όλα τα κειμήλια της Αγίας Σοφίας μακριά από την Πόλη για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Τρία καράβια Ενετικά λοιπόν ξεκίνησαν από την πόλη γεμάτα με όλα αυτά τα κειμήλια, όπως λέει και ο θρύλος, αλλά το τρίτο από αυτά που μετέφερε την αγία τράπεζα βυθίστηκε στα νερά του Βοσπόρου στην περιοχή του Μαρμαρά. Αφηγητής 10: Από τότε μέχρι σήμερα στο σημείο εκείνο που είναι βυθισμένη η Αγία Τράπεζα, τα νερά της θάλασσας είναι πάντοτε ήρεμα και γαλήνια, ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην γύρω περιοχή. Από τη λεία και λαμπρή επιφάνεια του νερού ανεβαίνουν γλυκές ευωδιές και αντίλαλος από αγγελικές ψαλμωδίες. Αφηγητής 11: Πραγματικά, ακόμα κι όταν η πιο άγρια τρικυμία, φουσκώνει ολόγυρα τα κύματα και κάνει τη θάλασσα να μουγκρίζει, εκεί υπάρχει γαλήνη [39]


και ησυχία. Πολλοί άξιοι δύτες που μαζεύουν κοράλλια ή ψαρεύουν σφουγγάρια, προσπάθησαν να κατέβουν και να δουν το ναυαγισμένο καράβι. Κανείς δεν τα κατάφερε. Η θάλασσα, πολύ βαθιά σ αυτό το μέρος, φυλάει την Αγία Τράπεζα και τα λείψανα των Αγίων. Αφηγητής 12: Όταν όμως θα ξαναπάρουμε την Πόλη, η Αγία Τράπεζα, που μένει στην άμμο του βυθού, θ ανέβει στην επιφάνεια όπως ανεβαίνει ο δύτης. Θ’ αρμενίσει μόνη της κατά το Βυζάντιο και θα την πάρουμε από κει που θ ‘αράξει. Θα την ξαναφέρουμε στην Αγία Σοφία και με χαρούμενους ύμνους, θα την αφιερώσουμε πάλι στη Σοφία του Θεού. Τότε, θα λάμψουν πάλι τα μωσαϊκά, οι εικόνες των Αγίων, τα λόγια του Ευαγγελίου, και ο σταυρός θα ξαναφανεί πάνω από το μαρμάρινο τραπέζι που ξέπλυναν τα κύματα. Αφηγητής 13: Εκείνη η λειτουργία, η τελευταία ολονυκτία είναι ιστορική! Ο Παλαιολόγος, όταν είδε πως όλα χάθηκαν και άλλο δεν έμενε παρά ένας θάνατος τιμημένος, έδωσε το παράδειγμα της αυτοθυσίας και της γαλήνης στον πονεμένο λαό του. Πλησίασε στην Ωραία Πύλη, όπου τον πρόσμενε ο αρχιερέας με το άγιο δισκοπότηρο. Παλαιολόγος 2: Χριστιανοί, συγχωρήστε τις αμαρτίες μου, κι ο Θεός ας σας συγχωρέσει και εσάς τις δικές σας. Αφηγητής 13: Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Κωνσταντίνος! Παλαιολόγος 2: Και τώρα στα τείχη, Φραντζή. Να ρίξουμε μια τελευταία ματιά. Θέλω να πάμε οι δυο μας μονάχοι. Έτσι δεν θέλησες; Να΄μαστε αχώριστοι ως το τέλος! Φραντζής: Ναι, να πεθάνω κοντά σου! Στρατιώτης 2: Όλοι είναι στις θέσεις τους, βασιλιά μου. Γυρίσαμε όλες τις πύλες, επιθεωρήσαμε κάθε έπαλξη, κάθε προμαχώνα! Φραντζής: Είμαστε όλοι έτοιμοι. Ας έρθουν λοιπόν! Φοβάσαι το θάνατο στρατιώτη; Στρατιώτης 2: Το παράδειγμά του δε μας αφήνει να φοβηθούμε το θάνατο!

[40]


Παλαιολόγος 2: Τα χείλη μου λένε πως τα έχουμε χάσει όλα. Η καρδιά μου όμως δεν το πιστεύει ολότελα. Τι είναι ο άνθρωπος! Πόσο βαθιά είναι μέσα του ριζωμένη η ελπίδα! Στρατιώτης 2: Ο Θεός αγωνίζεται απόψε μαζί μας! Αν είναι θέλημά Του να πεθάνουμε, ας τιμήσουμε τη βούλησή του! Χίλιες φορές να πεθάνω, όταν εσύ πεθαίνεις για όλο το έθνος! Αφηγητής 14: Είχε λαλήσει ο δεύτερος πετεινός, όταν αντιλάλησαν, έξω από την Πόλη, απ΄ το στρατόπεδο των εχθρών, βροντερά, μανιασμένα σαλπίσματα. Ανταριάστηκαν οι στρατιώτες, πήραν τις προκαθορισμένες θέσεις οι πρόμαχοι. Ο βασιλιάς ορθώθηκε σ΄όλο του το ύψος και σφίγγοντας το σπαθί του γερά είπε Παλαιολόγος 2: Ήρθε η ώρα! Εμπρός, γενναίοι μου φίλοι, να νικήσουμε ή να πεθάνουμε μαζί με την Πόλη! Εμπρός για την Πίστη! Εμπρός για το Γένος! Αφηγητής 15: Τρεις ομάδες, από πενήντα η καθεμιά, όρμησαν χτυπώντας με πείσμα τους κουρασμένους και απελπισμένους Βυζαντινούς. Μωάμεθ B’: Πιστοί του Μωάμεθ, λίγο ακόμα και η πλούσια πόλη της οικουμένης θα γίνει δική σας. Η Πόλη αυτή, που είναι ο ήλιος του κόσμου, θα γίνει το κόσμημα το λαμπρό του πανίσχυρου θρόνου μου. Πολεμήστε για να γίνουν όλα δικά μας! Θάνατος στους γκιαούρηδες… Θάνατος στους γκιαούρηδες… Θάνατος στους γκιαούρηδες… Αφηγητής 15: Πόσα δεν είχαν ακούσει για εκείνη την πόλη! Την πλούσια, την τρανή, τη μεγάλη, όπου μαζεύτηκαν όλης της οικουμένης τα πλούτη, που θα ‘ταν σε λίγο δικά τους. Αφηγητής 15: Καβάλα στο άλογό του, ωραίος σαν Άρης, ο βασιλιάς! Ορμάει μες τη φωτιά, φτερωτός, κι η ορμή του, ο πόθος του, δίνει και στο άλογό του φτερούγες. Αφηγητής 16: Λες και ζητούν να πετάξουν και οι δύο, καβαλάρης και άλογο. Χίλιες φωτιές καίνε στη ματιά του και ο ιδρώτας σταλάζει ποτάμι από το κορμί του!

[41]


Παλαιολόγος 2: Αδελφοί μου, δική μας η νίκη, δική μας η νίκη! Ιουστινιάνη, τι έπαθες; Έχεις λαβωθεί; Πού πας; Στάσου! Υπόμεινε λίγο ακόμα, γενναίε μου! Μείνε εδώ, μαζί μου. Το είχες ορκιστεί! Φραντζής: Κακό το παράδειγμα ετούτο. Πολλούς θα παρακινήσει αυτή η φυγή να κάνουν το ίδιο. Αφηγητής 16: Υπάρχει μια πύλη μικρή στο κάτω μέρος του τείχους, υπόγεια, που την είχαν ανοίξει πριν από λίγες μέρες, για να κάνουν τη νύχτα μια έξοδο, να αιφνιδιάσουν τους εχθρούς. Καθώς είναι πολύ μικρή, ξέχασαν να την κλείσουν ξανά. Κερκόπορτα την λένε και κανείς δεν δίνει σημασία. Φραντζής: Το τέλος πλησιάζει! Κι όμως, αυτή η πορτούλα είναι μοιραίο να φέρει το τέλος της πιο τρανής αυτοκρατορίας. Το τέλος πλησιάζει! Αφηγητής 17: Μέσα στις τόσες προσπάθειες να ανέβουνε στα τείχη και να ανοίξουν μια είσοδο, βρίσκουν ανοιχτή την Κερκόπορτα, χιμάνε μέσα, το τέλος πλησιάζει, κυκλώνουν τους Βυζαντινούς και τους χτυπούν δίχως έλεος! ΠΑΡΘΗΚΕ Η ΠΟΛΗ! Αφηγητής 18: Η κραυγή του βασιλιά αντιλάλησε μονομιάς από μύρια στόματα! Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, που νωρίτερα απέκρουσε με υπερηφάνεια τις προτάσεις συνθηκολόγησης του Μωάμεθ, έπεσε ηρωικά μαχόμενος. Αφηγητής 17: Κανείς δεν τον ξανάδε πια. Ανώνυμος μέσα στο πλήθος των συμπολεμιστών του. Εάλω η Πόλις! Ο μαρτυρικός αυτοκράτορας έσβησε για πάντα κάτω από τη λάμψη των σπαθιών του εχθρού. Εάλω η Πόλις! Αφηγητής 18: Κραυγή φοβερή, που κανένας δεν θέλει, δεν μπορεί να πιστέψει. Η καρδιά του ελληνισμού σταμάτησε! Μα πώς γίνεται; Κι όμως, γυναίκες, παιδιά, γέροι, νέοι, όσοι απόμειναν ζωντανοί, χύνονται στους δρόμους θρηνώντας.. Εάλω την Πόλις!

[42]


Ποίημα του Γεώργιου Βιζυηνού «Το Μπαλουκλί» Αφηγητής 19:

Σαράντα μέρες πολεμά ο Μωχαμέτ να πάρη την Πόλη την

μεγάλη. Σαράντα μέρες έκαμεν ο 'γούμενος το ψάρι στα χείλη του να βάλη. Απ' τες σαράντα κι ύστερα, πεθύμησε να φάγη τηγανισμένο ψάρι. Καλόγερος: Αν μας φυλάγ' η Παναγιά καθώς μας εφυλάγει, την Πόλη ποιος θα πάρη; Αφηγητής 19: Ρίχτει τα δίχτυα στον γιαλό, τρία ψαράκια πιάνει. Καλόγερος: Θεός να τα βλογήση! Αφηγητής 19: Το λάδι βάλλει στην φωτιά μες στ' αργυρό τηγάνι, για να τα τηγανίση. Τα τηγανίζ' από την μια, και πά' να τα γυρίση κι από το άλλο μέρος. Ο παραγιός του βιαστικά πετά να του μιλήση, και τάχασεν ο γέρος! Παραγιός: Μην τηγανίζης, γέροντα, και μόσχισε το ψάρι στην Πόλη την μεγάλη! Την Πόλη την εξακουστή οι Τούρκοι έχουν πάρει, μας κόβουν το κεφάλι! Καλόγερος: Στην Πόλη Τούρκου δεν πατούν κι Αγαρηνού ποδάρια! Με φαίνεται σαν ψεύμα! Μ' αν είν' αλήθεια το κακό, να σηκωθούν τα ψάρια να πέσουν μες στο ρεύμα! Αφηγητής 19: Και εκείνα τα ψάρια, λέει ο θρύλος, πήδηξαν μονομιάς μέσα στη λίμνη και άρχισαν να κόβουν βόλτες στο νερό. Αφηγητής 20: Ακόμα και σήμερα, στην αγιασμένη αυτή λιμνούλα του Μπαλουκλί, βλέπει κανείς ψάρια μαυριδερά από το ένα πλευρό και ασημένια από το άλλο. Σύμφωνα με την παράδοση πρόκειται για τους απόγονους των μισοτηγανισμένων

ψαριών

του

καλόγερου.

Όταν

ελευθερωθεί

η

Κωσταντινούπολη τα ψάρια θα επιστρέψουν και πάλι στο τηγάνι. Καλόγερος: Μα ο λαός δεν τον θέλει πεθαμένο, τον τελευταίο Βυζαντινό βασιλιά! Είναι κρυμμένος εκεί στη μεγάλη την εκκλησία. Οι ώρες αναμονής τον “μαρμάρωσαν” και τον προσμένουμε να ξυπνήσει μόλις ελευθερωθεί η Πόλη.

[43]


Ποίημα του Κωνσταντίνου Καρυωτάκη - Μαρμαρωμένε Βασιλιά

Αφηγητής 21: Και ρίχτηκε μὲ τ᾿ άτι του μὲς στών εχθρών τὰ πλήθια, το πύρινο το βλέμμα του σκορπούσε τὴν τρομάρα, και το σπαθί του τη θανή. Στα χάλκινά του στήθια, εξέσπασε η όργητα σε βροντερὴ κατάρα.

Αφηγητής 22: Εθόλωσαν τα μάτια του. Τ᾿ αγνὸ το μέτωπό του, θαρρείς ο φωτοστέφανος της Δόξας τ᾿ ἀγκαλιάζει. Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε το χαμό του. Μα, μη! Σὲ τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει.

Αφηγητής 21: Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Κυλίστηκε στο χῶμα, ένας Τιτάν π᾿ ακόμα χτές εστόλιζ᾿ ένα θρόνο, κι εσφάλισε για πάντ᾿ αυτὸ τὸ στόμα, που κάθε πίκρα ρούφαγε κι έχυν᾿ ἐλπίδες μόνο.

Αφηγητής 22: Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολὺ δὲ θὰ προσμένεις. Ένα πρωὶ απ᾿ τὰ νερὰ τοῦ Βόσπορου κεί πέρα θε να προβάλει λαμπερός, μιας λευτεριάς χαμένης, ο ασημένιος ήλιος. Ω, δοξασμένη μέρα!

[44]


Αφηγητής 20: Κατά χιλιάδες οι στρατιώτες του Μωάμεθ εφόρμησαν στη σχεδόν ανυπεράσπιστη πόλη και την κατέλαβαν μέσα σε λίγες ώρες. Αφηγητής 23: Σε όλη την Πόλη τίποτε άλλο δεν έβλεπες παρά αυτούς που σκότωναν και αυτούς που σκοτώνονταν, αυτούς που κυνηγούσαν και εκείνους που έφευγαν. Αφηγητής 24: Η χιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το σύμβολο του Ελληνισμού και Χριστιανισμού, είχε καταλυθεί. Αφηγητής 23: Κουρασμένοι, γεμάτοι απόγνωση, οι κάτοικοι μπήκαν στην Αγία Σοφία, που φάνταζε το μόνο καταφύγιο. Είχαν την ελπίδα πως οι κατακτητές θα σεβόντουσαν το ναό. Αφηγητής 24: Όταν οι Οθωμανοί μπήκαν στη Βασιλική Εκκλησία, ένας ιερέας τελούσε τη Θεία Λειτουργία. Βλέποντας τους άπιστους να μπαίνουν, δε σκεπτόταν παρά πώς να σώσει από τη βεβήλωση τον ιερό άρτο και το πολύτιμο Αίμα του Χριστού. Ανέβηκε, λοιπόν, βιαστικός στον Άμβωνα, κρατώντας τ’ Άγιο Δισκοπότηρο κι εξαφανίστηκε σε μια μικρή πόρτα. Αφηγητής 25: Την έκλεισε πίσω του, μα δυστυχώς οι Τούρκοι τον είχαν δει κι έτρεξαν να τον προφτάσουν. Όταν όμως έφθασαν στο σημείο που θα έπρεπε να βρίσκεται η πόρτα, ξαφνιάστηκαν γιατί δεν είδαν παρά μόνο μια γυμνή, λεία επιφάνεια χωρίς το παραμικρό σημάδι ανοίγματος. Αγριεμένοι, προσπάθησαν να γκρεμίσουν τον τοίχο, αλλά έσπασαν τα όπλα τους, χωρίς να καταφέρουν τίποτε! Mωάμεθ Β’: Ας φέρουν τους χτίστες του στρατού μας. Έτσι θα δούμε τι είναι πίσω απ’ αυτόν τον τοίχο. Αφηγητής 26: Οι χτίστες ήρθαν με τα εργαλεία τους κι άρχισαν να χτυπούν τον τοίχο. Παρ’ όλες τους τις προσπάθειες όμως, δεν μπόρεσαν ούτε να τον τρυπήσουν κι ομολόγησαν πως σίγουρα υπήρχε κάποιο τεχνικό μέσο, που τους ήταν άγνωστο. Mωάμεθ Β’: Είστε ανίκανοι και θα τιμωρηθείτε! Να φέρουν βυζαντινούς χτίστες!

[45]


Αφηγητής 23: Τότε έφεραν βιαστικά όσους μπόρεσαν και απειλώντας τους με θάνατο, τους πρόσταζαν να ρίξουν αυτόν τον τοίχο! Μα, ούτε κι αυτοί δεν τα κατάφεραν! Αφηγητής 27: Γιατί, το θέλημα του Θεού, πιο δυνατό από κάθε ανθρώπινη δύναμη, κρατούσε αυτές τις πέτρες δεμένες γερά, για να προστατεύει τον ιερέα. Όλους αυτούς τους αιώνες, ο ιερέας αγρυπνεί, σφίγγοντας το δισκοπότηρο, που προστάτευσε από τους εχθρούς! Αφηγητής 26: Μα, όταν θα ξαναπάρουμε την Πόλη, η πόρτα θα ξανανοίξει μόνη της, ο ιερέας θα βγει, θα ξαναμπεί στο ιερό και θα συνεχίσει τα λόγια της λειτουργίας, από κει ακριβώς που είχε σταματήσει..

Το Δισκοπότηρο της ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ (Ιωάννου Πολέμη) Αφηγητής 28: ΄Ηταν μια φορά κι΄έναν καιρό, μεσ΄την Εκκλησιά την τρισυπόστατη, ήταν το χρυσό και τ΄αργυρό τ΄αχτινοδεμένο δισκοπότηρο, ήταν μια φορά κι΄έναν καιρό, μια φορά κι΄έναν καιρό. Κι΄όταν λειτουργούσε ο Παπάς, τη στιγμή που μόνος επροσκόμιζε, κάποιος του το πήρε, "που το πας, τ΄αχτινοδεμένο δισκοπότηρο;" στράφηκε και ρώτησ΄ο Παπάς,

[46]


Αφηγητής 29: Μια φορά κι΄ έναν καιρό. Αχ! Η Ωραία Πύλη θα κλειστή και θα γκρεμιστή κι η Αγιά Τράπεζα και θα λαχταρήσουν οι Πιστοί τ΄ αχτινοδεμένο δισκοπότηρο η Ωραία Πύλη όταν κλειστή.

Έτσι με την Θεία Κοινωνία θα το κρύψω μέσα στον Παράδεισο και στην πιο κρινόσπαρτη γωνία τ΄αχτινοδεμένο δισκοπότηρο, έτσι με την Θεία Κοινωνία.

Αφηγητής 30: Θα μεταλαβαίνουν οι ψυχές των Μαρτύρων, που έχυσαν το αίμα των και θ΄ακούη ανήκουστες ευχές τ΄αχτινοδεμένο δισκοπότηρο από των Μαρτύρων τις ψυχές. Ως που νάρθη ή ώρα κι΄η στιγμή που θε ν΄ακουστούν οι ευχές οι ανήκουστες να το ξαναφέρει με τιμή τ΄αχτινοδεμένο δισκοπότηρο.

Αφηγητής 28: Πότε θά’ ρθη η ώρα κ΄η στιγμή; Αφηγητής 30: Θά’ρθη η ώρα κι η στιγμή. [47]


Αφηγητής 27: Παραδοσιακοί και θαυμαστοί θρύλοι, αναπτύχθηκαν γύρω από την άλωση της Πόλης, για να θρέψουν τις ελπίδες και το θάρρος του έθνους επί αιώνες. Αφηγητής 31: Λένε πως οι θρύλοι είναι τροφός για την ψυχή των υπόδουλων. Είναι τα λυτρωτικά όνειρα που μας κρατάνε ζωντανούς και μας βοηθούν να αντέχουμε όλα τα δεινά. Αφηγητής 27: Ο χρόνος σταμάτησε.. Αφηγητής 31: Κάποτε θα έρθει η ώρα που πνοή Θεού θα δώσει δύναμη και ζωή ξανά στη Βασιλεύουσα και όλα θα ξαναγίνουν από την αρχή. Η Πόλη θα είναι και πάλι ελεύθερη. Αφηγητής 32: 29 Μαΐου 1453: Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ! Η χιλιόχρονη αυτοκρατορία έπεσε. Ο θρύλος λέει ότι "ήτανε θέλημα Θεού". Αφηγητής 31: Από τότε το φρόνημα των Ελλήνων το κρατάνε ζωντανό ακριβώς αυτοί οι θρύλοι για την επανάκτησή της. Αφηγητής 32: "Κάποτε η Αγιά Σοφιά θα λειτουργηθεί ξανά από τους χριστιανούς"

τα ψάρια θα επιστρέψουν στο τηγάνι και ο μαρμαρωμένος

βασιλιάς θα ξυπνήσει...". Πάλι με χρόνια με καιρούς... πάλι δικά μας θα ’ναι"!

Γεώργιος Βιζυηνός - Ὁ τελευταίος Παλαιολόγος Εγγόνι: Τὸν εἶδες μὲ τὰ μάτια σου, γιαγιὰ τὸν Βασιλέα ἢ μήπως καὶ σοῦ φάνηκε, σὰν ὄνειρο νὰ ποῦμε, σὰν παραμύθι τάχα; Γιαγιά 1: Τὸν εἶδα μὲ τὰ μάτια μου, ὡσὰν καὶ σένα νέα, Πὰ νὰ γενῶ ἑκατὸ χρονῶν, κι ἀκόμα τὸ θυμοῦμαι σὰν νἄταν χθὲς μονάχα. Στὴν Πόλη, στὴν Χρυσόπορτα, στὸν πύργον ἀπὸ κάτου, εἶν᾿ ἕνα σπήλαιο πλατύ, στρωμένο σὰν παλάτι, [48]


σὰν ἅγιο παρακκλήσι; Κανένας Τοῦρκος δὲν μπορεῖ νὰ κρατηθῇ κοντά του, κανεὶς τῆς σιδερόπορτας ναὕρη τὸ μονοπάτι, νὰ πὰ νὰ τὸ μηνύσῃ. Γιαγιά 2: Μόνο κανένας Χριστιανός, κανένας ποὺ τὸ ξέρει, περνᾷ π᾿ αὐτοῦ κρυφὰ κρυφὰ καὶ τὸν σταυρό του κάνει μὲ φόβο καὶ μ᾿ ἐλπίδα. Ἔτσι κι᾿ ἐγώ, βαστούμενη στὸ πατρικό μου χέρι, ἐπῆγα καὶ προσκύνησα. Καὶ ἐδ᾿ αὐτοῦ μ᾿ ἐφάνηὌχι μ᾿ ἐφάνη! Εἶδα: : Μέσ᾿ στὸ σκοτάδι τὸ βαθὺ ἕν᾿ ἄστρο, σὰν λυχνάρι, σὰν μία φλόγα μυστική, ἀπ᾿ τὸν Θεὸ ἀναμμένη. γαλάζια λάμψι χύνει. Γιαγιά 3: Καὶ φέγγει τὴν λευκόχλωμη τοῦ Βασιλέως χάρι, ποὺ μὲ κλεισμένα βλέφαρα ἐξαπλωμένος μένει στὴν ἀργυρή του κλίνη.

Eγγόνι: Ἀπέθανε, γιαγιά;

Γιαγιά 3: Ποτέ, παιδάκι μου, κοιμᾶται, κοιμᾶται μόνο! Τὴν χρυσὴ κορῶνα στὸ κεφάλι, τὸ σκῆπτρο του στὸ χέρι.. Ἐπάν᾿ ἀπ᾿ τὸ κεφάλι του, ἡ ἀσπίδα παραστέκει, κι᾿ ἐκεῖ ποὺ τὸ χρυσόπλεκτο, τὸ ψηφωτὸ ζωνάρι τὴν μέση του κατέχει, [49]


Γιαγιά 4: σὰν ἀστραπὴ π᾿ ἀπέμεινε χωρὶς ἀστροπελέκι, ζερβιά, ὡς κάτου κρέμεται τ᾿ ἀστραφτερὸ θηκάριμέσα σπαθὶ δὲν ἔχει!

Εγγόνι: Γιατί, γιαγιά; Ποῦ εἶναι τό;

Γιαγιά 4: Βαμμένο μέσ᾿ στὸ αἷμα, ἀκόμ᾿ ὡς τώρα βρίσκεται σ᾿ ἑνὸς ἀγγέλου χέρι, στὸν οὐρανὸ ἐπάνου... Ἤτανε τότε ποὺ ἡ Τουρκιὰ τὴν Πόλην ἐπολέμα. Γιαγιά 5: Μέσα μία φοῦχτα ἐλεύθεροι, ἀπ᾿ ἔξω μύριο ἀσκέρι, οἱ σκλάβοι τοῦ Σουλτάνου. Κι᾿ ὁ Μωχαμὲτ ὁ ἴδιος του πὰ στ᾿ ἄγριό του ἄτι -Δός μου τῆς Πόλης τὰ κλειδιά! τοῦ Κωνσταντίνου κράζει, καὶ τὸ σπαθί σου δός μου! -Ἔλα καὶ πάρ᾿ τα! λέγ᾿ αὐτός, τοῦ Τούρκου τοῦ μουχτάτη Ἐγὼ δὲν δίνω τίποτε! Τίποτ᾿ ἐνόσῳ βράζει μία στάλλα γαῖμα ἐντός μου! Γιαγιά 6: Κι᾿ ἐπρόβαλαν τὰ λάβαρα, κι᾿ ἀρχίνησεν ἡ μάχη! Σαράντα μέραις πολεμοῦν, σαράντα μερονύχτια χτυπιοῦνται καὶ χτυποῦνε [50]


Ἔξ᾿ ἀπ᾿ τὸ κάστρο χύνεται μὲ σπάθα γυμνωμένη, Μὰ ἦτ᾿ ὀλίγος ὁ στρατός, κι᾿ οἱ πρῶτοι λαβωμένοι! Ἔπεσαν τ᾿ ἀρχοντόπουλα ἔφυγαν οἱ Ρηγάδες, κι᾿ ἀπέμεινεν ἀτός του. Γιαγιά 7: Ὅσο τὸν ζώνουν τὰ σκυλιά, τόσο χτυπᾷ καὶ σφάζει, σὰν πληγωμένος λέοντας, σὰν τίγρη τῆς ἐρήμου, ποὺ τὰ παιδιά της σκώσουν. Μὰ κεῖ τοῦ πέφτει τ᾿ ἄλογο! Καὶ πέφτ᾿ αὐτὸς καὶ κράζει. -Δὲν βρίσκετ᾿ ἕνας Χριστιανὸς νὰ πάρ᾿ τὴν κεφαλή μου, πρὶν πᾶν καὶ μὲ σκλαβώσουν;Μιὰ τρίχα καὶ τὸν σκότωνεν Ἀράπικη λεπίδα! Μὰ δὲν τὸ ἤθελ᾿ ὁ Θεός. Γιαγιά 8: Δὲν ἤθελε ν᾿ ἀφίσῃ τῶν Χριστιανῶν τὸ Γένος αἰώνια δίχως βασιλιᾶ κι᾿ ἐ��ευθεριᾶς ἐλπίδα. Γι᾿ αὐτὸ προστάζ᾿ ἕν᾿ ἄγγελο νὰ πὰ νὰ τὸν βοηθήση, σὰν ἦταν κυκλωμένος. Κι᾿ αὐτὸς τὸν Μαῦρο λακπατᾷ, τὸν Βασιλὲ γλυτώνει. τὸ κοφτερό του τὸ σπαθί του παίρν᾿ ἀπὸ τὸ χέρι, τοὺς Τούρκους διασκορπίζει. Γιαγιά 9: Πὰ στὰ λευκά του τὰ φτερὰ τὸν Βασιλέα σκώνει, μέσ᾿ στὸ πλατὺ τὸ σπήλαιο, ποὺ σ᾿ εἶπα, τόνε φέρει, κι᾿ ἐκεῖ τόνε κοιμίζει.

[51]


Eγγόνι: Καὶ τώρα πιὰ δὲν εἰμπορεῖ, γιαγιάκα, νὰ ξυπνήσῃ;

Γιαγιά 9: Ὢ βέβαια! Καιροὺς καιρούς, σηκώνει τὸ κεφάλι, στὸν ὕπνο τὸν βαθύ του, καὶ βλέπ᾿ ἂν ἦρθεν ἡ στιγμή, πὤχ᾿ ὁ Θεὸς ὁρίσει, καὶ βλέπ᾿ ἂν ἦρθ᾿ ὁ ἄγγελος γιὰ νὰ τοῦ φέρῃ πάλι τὸ κοφτερὸ σπαθί του.

Eγγόνι: Καὶ θἄρθη, ναί, γιαγιάκα μου;

Γιαγιά 10: Θἄρθη, παιδί μου, θἄρθη. Καὶ ὅταν ἔρθῆ, τί χαρὰ στὴν γῆ, στὴν οἰκουμένη, σ᾿ ὅποιους θὰ ζοῦνε τότε! Διπλό, τριπλὸ θὰ πάρουμεν αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐπάρθη, κι᾿ ἡ Πόλη, κι᾿ ἡ Ἁγιασοφιὰ δική μας θένα γένη.

Εγγόνι: Πότε, γιαγιά μου; Πότε;

Γιαγιά 10: Ὅταν τρανέψῃς, γυόκα μου, κι᾿ ἀρματωθῇς καὶ κάμῃς τὸν ὅρκο στὴν Ἐλευθεριά, σὺ κι᾿ ὅλ᾿ ἡ νεολαία, νὰ σώσετε τὴν χώρα. Τότε θὲ νἄρθ᾿ ὁ ἄγγελος κι᾿ ἀγγελικαὶ δυνάμεις, νὰ μποῦνε, νὰ ξυπνήσουνε, νὰ ποῦν στὸν Βασιλέα, πὼς ᾖλθε πιὰ ἡ ὥρα! [52]


Εγγόνι: Έστειλα δύο πουλιά στην κόκκινη μηλιά που λένε τα γραμμένα Το ΄να σκοτώθηκε, τ᾿ άλλο λαβώθηκε δε γύρισε κανένα.

ΤΕΛΟΣ

[53]


Ε ρ γ ά σ τ η κ α ν

ο ι

μ α θ η τ έ ς :

Α. Το Χρονικό της Άλωσης: Αναγνωστόπουλος Κίμωνας, Αρβανιτίδης Στέλιος, Διαμαντοπούλου Ναταλία, Έξαρχος Νικόλας, Καλύβας-Χαβιάρας Ιάσονας, Κανταράκης Γιώργος, Κορδαλής Βασίλης, Μαυραγάνη Ροδόπη, Μπάλτα Μαρία-Ελένη, Ράγκου Ανθή, Σταυράκη Μαρία

Β. Θρύλοι για την Άλωση: Βλαχάκη Ιωάννα, Γερασιμίδου Σοφία-Μαρία, Γιαννοπούλου Χριστιάννα, Διαμαντοπούλου Μελίνα, Δόξα Κατερίνα, Θεοδώρου Ελένη, Κουτσούκου Λωρήν, Τζαβέλλα Χρυσάνθη, Τρύφωνα Νίκη, Φυτά Νάνσυ

Γ. Ποιήματα για την Άλωση: Λάσκαρη Κατερίνα, Λεβαντή Σοφία, Μανωλοπούλου Νίκη, Μουκάκου Ελευθερία, Σμπαρούνη Ανδριάνα, Σπάνια Μίνα, Σύρου Πηνελόπη

Δ. Μωάμεθ Β’: Γεωργιάδης Ανδρέας, Γιατράκος Μίλτος, Θεοχαρόπουλος Νίκος, Κυριακόπουλος Ιάσων, Κωνσταντινίδης Βασίλης, Μαμάης Νικήτας, Σιαμίδης Γιάννης, Χατζηγιάννης Μιχάλης

Ε. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος: Βιτουλαδίτης Νικόλας, Καχριμανίδη Μαρία, Λώλης Αλέξης, Μάου Ηλιάνα, Μουτζούρης Βασίλης

Στ. Τελική Επίθεση: Εξάρχου Αλεξάνδρα, Ζαχαροπούλου Πέρσα, Ζορμπά Δήμητρα, Καρδαμάκης Γιάννης, Λέος Βασίλης, Μπουρλής Σταύρος, Παπαπαναγιώτου Απόλλων

Ζ. Οθωμανικός Στρατός: Κωτσιάκης Βασίλης, Μαρνιέρος Κωνσταντίνος, Πετρούτσος Αλέξανδρος


Π Η Γ Ε Σ - Ι Σ Τ Ο Σ Ε Λ Ι Δ Ε Σ

1. Phorum.gr, «Θρῆνοι καί θρύλοι γιά τήν Ἅλωση τῆς Πόλης» 2. www.manesis.gr/alosi/alosi.htm 3. constantinople.ehw.gr/Forms/fLemmaBody.aspx?lemmaid=10825 4. 6lk.mysch.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=810:2013 -03-07-16-02-59&catid=44:e-projects&Itemid=125 5. 6lykkaval.kav.sch.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=791:2 013-02-22-12-27-32&catid=75:2011-12-25-17-20-56&Itemid=216 6. www.livepedia.gr/index.php/alosi 7. www.hri.org/MPA/gr/other/1453/ealo.html 8. istoria.pblogs.gr/2007/03/58715.html 9. www.netschoolbook.gr/1453-elytis.html 10. el.wikipedia.org/wiki/alosi_(1453) 11. noiazomai.agrino.org/1453.html 12. news247.gr/eidiseis/afieromata/29_maioy_1453_h_alwsh_ths_polhs_apo_ ton_othwmaniko_strato.2272748.html 13. www.matia.gr/7/74/74_1_6.html 14. www.kathimerini.gr/40821/article/epikairothta/ellada/1453-2013-560xronia-apo-thn-lwsh-ths-kwnstantinoypolhs 15. www.iefimerida.gr/news/52795/29-5-1453 16. history-pages.blogspot.gr/2011/10/1453.html 17. www.hri.org/MPA/gr/other/1453/songs.html 18. www.agiasofia.com/greek/alosis2.html 19. www.digenis.net/alosi/ 20. www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=151537 21. national-pride.org/2013/05/29


Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης