Skip to main content

Χρονικό της Μεροπίδας (1978-1980)

Page 1

140 × 210  SPINE: 16  FLAPS: 80

ISBN 978-960-564-604-2

ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΕΡΟΠΙΔΑΣ (1978-1980)

Και ενώ όλων οι ιστορίες μοιάζουν στην αρχή ανεξάρτητες, σιγά σιγά μπλέκονται η μια με την άλλη και στο τέλος τίποτα δεν θα είναι όπως πρώτα.

ΚΥΚΛΟΣ ΙΙ: ΟΙ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑΝΤΗΔΕΣ

Αφετηρία της ιστορίας μας είναι το 1925, η αφήγηση όμως επικεντρώνεται σε γεγονότα που εκτυλίσσονται μεταξύ των ετών 1978-1980. Κεντρικοί ήρωες είναι οι Χατζηκωσταντήδες, μια παλιά και σημαντική οικογένεια του νησιού. Ο Περικλής, ένας πετυχημένος επιχειρηματίας, που στιγματίζεται από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Η ξαδέρφη του η Μελιώ που καθώς ετοιμάζεται να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, μετασχηματίζεται από κορίτσι σε γυναίκα. Η μητέρα της η Μερόπη, που την καθημερινότητά της έρχεται να συγκλονίσει ένας επισκέπτης από το παρελθόν, και ο πατέρας της ο Θρασύβουλος, που από πετυχημένος γιατρός θέτει υποψηφιότητα για δήμαρχος της Μεροπίδας. Το «ψηφιδωτό» αυτό συμπληρώνεται από ένα αινιγματικό πρόσωπο που όλοι νομίζουν πεθαμένο, έναν σκηνοθέτη που καταγράφει τη δράση του προσώπου αυτού στην Αντίσταση, και τον Λευτέρη, μέλος του ΚΚΕ, που έρχεται από την Αθήνα και προσπαθεί να ενσωματωθεί στη ζωή του νησιού για να επιτελέσει την αποστολή του.

ΤΑΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣ

Τ

ο «Χρονικό της Μεροπίδας» διαδραματίζεται στη Μεροπίδα, ένα φανταστικό ελληνικό νησί κάπου στα Δωδεκάνησα.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ. : 210 6431108 ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr

cover_meropida.indd 1

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

12/2/2018 1:31:56 μμ


Τιτλος ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΕΡΟΠΙΔΑΣ (1978-1980) ΚΥΚΛΟΣ ΙΙ: ΟΙ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑΝΤΗΔΕΣ Συγγραφέας Τάκης Δικαίος Σειρα Λογοτεχνία [1358]0218/04 Επιmελεια - Διορθωση Όλγα Παλαμήδη Layout - Design Myrtilo, Λένα Παντοπούλου Copyright© 2018 Τάκης Δικαίος Πρώτη Εκδοση Αθήνα, Φεβρουάριος 2018 ISBN 978-960-564-604-2

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ:

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ. : 210 6431108 E-MAIL: ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr


Τάκης Δικαίος

ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΕΡΟΠΙΔΑΣ (1978-1980) ΚΥΚΛΟΣ ΙΙ: ΟΙ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑΝΤΗΔΕΣ


Στη Λούλα Κάρις


Ό

ταν θες ν’ αφηγηθείς τη ζωή μιας οικογένειας, την ιστορία της δηλαδή μέσα στον χρόνο και στο γίγνεσθαι του τόπου όπου έζησε, έχεις πολλές δυσκολίες. Η κυριότερη είναι ότι αναγκάζεσαι να επινοήσεις, στη διήγησή σου αυτή, μια αρχή κι ένα τέλος, προκειμένου να δώσεις μια αυτοτέλεια στην ιστορία σου. Ποια όμως μπορεί να είναι η αρχή όταν, απ’ όπου κι αν αρχίσεις, αργά ή γρήγορα θα πρέπει να αναφέρεις κάτι από το παρελθόν για να εξηγήσεις πράξεις και λόγια, χαρακτήρες και προσωπικότητες; Και προπάντων, ποιο είναι το τέλος της ιστορίας σου αυτής, όταν τίποτα στη ζωή δεν τελειώνει, αν αφήνει τα ίχνη του, παρά χαράζει ανεξίτηλα τις ζωές όχι μόνο όσων συμμετείχαν, αλλά και όσων απλώς άκουσαν, χωρίς άμεσα να βιώσουν; Συνήθως, λένε, η περιγραφή συμπυκνώνεται σε γεγονότα τα οποία άλλαξαν καθοριστικά τις ζωές αυτών που τα έζησαν. Κι αυτό όμως πολύ σχετικό είναι καθώς ποτέ δεν θα ’χουμε τη δυνατότητα να συγκρίνουμε τις ζωές των ίδιων ανθρώπων, με και χωρίς τα γεγονότα στα οποία αναφερόμαστε. Έτσι, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να δούμε στην ουσία τους, εκ του αποτελέσματος δηλαδή, ποια είναι τα γεγονότα εκείνα που είναι και ποια που δεν είναι καθοριστικά. Ίσως τελικά, όλα μέσα στο κεφάλι μας να γίνονται ή να μη γίνονται σημαντικά, απλά και μόνο γιατί χρειαζόμαστε κάποιο σημείο αναφοράς, κάτι που να δώσει νόημα στη ζωή μας και να τονίσει τη μοναδικότητά μας. Έτσι λοιπόν, όποιος έχει την υπομονή να διαβάσει μέχρι 7


τέλους την ιστορία μας, πρέπει να έχει πάντα κατά νου ότι για τους ίδιους τους πρωταγωνιστές –παρά την αποσπασματικότητα της διήγησης και την προσπάθεια να δοθεί αυτοτέλεια σε κάτι που δεν μπορεί να έχει– όλοι ένιωθαν ότι η διετία 1978-1980, άλλαξε τις ζωές τους για πάντα. Όπως και να ’χει όμως στην πραγματικότητα, κι όσο σχετικά κι αν είναι όλα, κανένας δεν θα μπορέσει να αμφισβητήσει τον σημαντικό ρόλο που έπαιξαν στη ζωή των Χατζηκωσταντήδων τα γεγονότα που θα εξιστορήσουμε.

8


Χειμώνας 1925

Α

ν και ο χειμώνας στο νησί δεν ήταν ποτέ τόσο βαρύς όσο σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, η υγρασία έκανε τους δέκα βαθμούς να τους νιώθεις σαν δύο ή τρεις. Κι όταν φυσούσε κι αυτός ο αέρας, τότε δεν σε προστάτευε τίποτα. Η Κυριακή Χατζηκωσταντή, μια ψηλή καστανόξανθη κοπέλα δεκαοκτώ χρόνων, με όμορφα αλλά ψυχρά χαρακτηριστικά και αγέρωχο περπάτημα, έκλεισε πίσω της βιαστικά την πόρτα του αρχοντικού της οικογένειάς της και αφού σιγουρεύτηκε ότι κανένας δεν την ακολουθούσε, περπάτησε βιαστικά κατά το λιμάνι, έχοντας τυλιγμένο στο κεφάλι της ένα μαύρο μαντίλι. Μπήκε στη βάρκα που την περίμενε και ξεκίνησαν. Ευτυχώς δεν φύσαγε και θα φτάναν πιο γρήγορα. Έπειτα από ταξίδι περίπου μισής ώρας, άραξαν σ’ έναν φυσικό όρμο που σχηματιζόταν ανάμεσα στα βράχια, στην πίσω μεριά του νησιού, κάτω από το βουνό. Η Κυριακή έτρεξε προς το σπιτάκι που ίσα ίσα φαινότανε πίσω από κάτι δέντρα. Χτύπησε και μπήκε. «Ο άντρας σου λείπει, κυρ’ Αννιώ; Είδα και η βάρκα του που δεν είναι έξω», είπε στην κατά δέκα περίπου χρόνια μεγαλύτερή της κοπέλα που καθάριζε ένα ψάρι στη γούρνα που είχαν έξω από το κουζινάκι. Η κυρ’ Αννιώ της έγνεψε καταφατικά και η Κυριακή τη ρώτησε αμέσως μετά: 9


«Πού είναι τώρα, κοιμάται; Πάω να το δω. Μέσα δεν είναι;» Και κατευθύνθηκε με ανυπομονησία στο υπνοδωμάτιο, πήρε το μικρό αγοράκι στην αγκαλιά της και το έσφιξε. Αφού το φίλησε και το ξαναφίλησε, βγήκε με βουρκωμένα μάτια από το υπνοδωμάτιο και έβγαλε από την τσέπη της μια χούφτα χρυσά νομίσματα, που τα έδωσε στην κυρ’ Αννιώ. «Πάρ’ τα, κυρ’ Αννιώ, είναι τα τελευταία μου. Μόνο αν έχεις μεγάλη ανάγκη να με ενοχλήσεις, γιατί ο πατέρας μου νομίζω ότι έχει υποπτευθεί πως κάτι τρέχει. Την άλλη βδομάδα παντρεύομαι, καταλαβαίνεις... Δεν πρέπει κανείς να μάθει ποτέ τίποτα. Εντάξει;» «Μην ανησυχείς, κυρία Κυριακή. Όπως τα είπαμε. Κι αυτά που μου έφερες, άχρηστα είναι. Το δώρο που μου έκανες είναι το μεγαλύτερο. Αφού δεν με αξίωσε ο Θεός...» είπε δείχνοντας με το κεφάλι της προς το υπνοδωμάτιο. Οι δύο κοπέλες χαιρετήθηκαν και η Κυριακή ξαναμπήκε στη βάρκα που θα την πήγαινε στο λιμάνι της Μεροπίδας. Σ’ όλη τη διαδρομή δεν μπορούσε να κρατήσει το κλάμα της. Το άλλο πρωί, ξύπνησε πάλι έτσι νωρίς και ξαναπήγε στο λιμάνι. Το βλέμμα της ήταν προσηλωμένο στο καράβι που ήταν αραγμένο στον κεντρικό μόλο. Είχε σταθεί πίσω από ένα δέντρο λίγο πιο κάτω προσπαθώντας να μην τη δει κανείς. Λίγα λεπτά αργότερα, λίγος κόσμος, περίπου τριάντα άτομα, είχαν μαζευτεί έξω από το καράβι κρατώντας από μια βαλίτσα στα χέρια. Κι ήταν κι άλλοι που τους αγκάλιαζαν και τους χαιρετούσαν. Ένας νεαρός ανάμεσά τους κοιτούσε γύρω του μπας και φανεί κάποιος που περίμενε, αλλά μάταια. Σε λίγο, επιβιβάστηκαν. Ο νεαρός ξαναφάνηκε από την πρύμνη, ψηλά στο κατάστρωμα όπου είχε ανέβει. Τότε 10


η Κυριακή βγήκε από την κρυψώνα της πίσω από το δέντρο και του κούνησε το χέρι της. Εκείνος μόλις την κατάλαβε, της έγνεψε πίσω κι έφερε τα χέρια του στο στόμα του φιλώντας την από μακριά. Το καράβι είχε χαθεί πια στο Αιγαίο όταν η Κυριακή ξεκίνησε για το σπίτι της. Περπατούσε αργά, σκουπίζοντας κάθε λίγο τα μάτια της από τα κλάματα...

11


Μάρτης 1978

Τ

ην ώρα που έφτασε το «Αλκυώνα» στο λιμάνι της Μεροπίδας, πέντε το πρωί της Τετάρτης, οι μόνοι που κυκλοφορούσαν στον παραλιακό δρόμο ήταν κάποιοι μισομεθυσμένοι τουρίστες που γυρνούσαν από τα νυχτερινά κλαμπ. Ο Λευτέρης, μόλις αποβιβάστηκε από το σαπιοκάραβο που συνέδεε τη Μεροπίδα με τον Πειραιά, δεν δυσκολεύτηκε να εντοπίσει το πάρκο που βρισκόταν «αριστερά, αμέσως μετά το τελωνείο», όπως λέγανε οι οδηγίες που του έδωσαν από την Αθήνα. Κουκουλωμένος στο στρατιωτικό –στιλ Τσε Γκεβάρα– μπουφάν του και με το τσιγάρο να κρέμεται από το στόμα του, κατευθύνθηκε προς τα κει αναζητώντας τον σύνδεσμό του. Στο πρώτο παγκάκι που είδε κάποιον να κάθεται, θεώρησε ότι εκεί θα τον περίμενε ο σύντροφός του. Σιγά σιγά πλησίασε, ώσπου ο μεσήλικας που καθόταν εκεί τον αντιλήφθηκε και αφού σηκώθηκε, πήγε κοντά του και του είπε: «Αγοράκι, θες να μου κάνεις παρέα απόψε;» Τρομαγμένος λίγο, κι ακόμα περισσότερο σοκαρισμένος, ο Λευτέρης απομακρύνθηκε και στάθηκε κάτω από έναν στύλο της ΔΕΗ, καθώς τέτοιες διαστροφές αγοραίου ή μη έρωτα βρίσκονταν πολύ έξω από το σύστημα αξιών με το οποίο είχε γαλουχηθεί στην ΚΝΕ και αργότερα στη Μόσχα όπου σπούδασε Χημεία. Η ώρα περνούσε, αλλά κανένας δεν τον πλησίαζε. Κόντευε να ξημερώσει και ήταν έτοιμος να φύγει, να βρει τηλεφωνικό θάλαμο και να μεταβιβάσει στην Αθήνα πως οι σύντροφοι της Μεροπίδας τους πούλησαν. Ξαφνικά, ένα σφύριγμα του τράβηξε την προσοχή. Γυρ13


νώντας, διέκρινε έναν εικοσιπεντάρη περίπου, ψηλό και σοβαρό, που του είπε συνωμοτικά: «Καλή μέρα φαίνεται θα κάνει σήμερα». «Αν κρίνω από το προηγούμενο βράδυ, μάλλον το καλοκαίρι μπήκε για τα καλά», απάντησε αμέσως με ανυπομονησία ο Λευτέρης, αποσπώντας το χαμόγελο του νεαρού. «Καλώς όρισες στη Μεροπίδα, σύντροφε. Γιάννης», του συστήθηκε και του έδωσε το χέρι του. «Καλώς σε βρήκα, σύντροφε. Εμένα με λένε Λευτέρη». «Πάμε εδώ στο καφενείο του μπαρμπα-Θόδωρου να τα πούμε. Μετά το ταξίδι, φαντάζομαι ένα καφεδάκι θα είναι ό,τι πρέπει». Κατευθύνθηκαν προς την αντίθετη μεριά από αυτή όπου ήταν το παρκάκι έξω από το οποίο συναντήθηκαν. Στον δρόμο, ο Γιάννης προσπάθησε να ανοίξει την κουβέντα λέγοντας πως δεν καταλάβαινε τι νόημα είχε αυτή η μυστικοπάθεια που επέβαλλε ακόμα η οργάνωση, μια και η Χούντα πια είχε φύγει για τα καλά και, όπως τα πράγματα έδειχναν, δεν επρόκειτο να επιστρέψει. Όμως ο Λευτέρης σύντομα του ξεκαθάρισε πως η οργάνωση θα είχε σίγουρα τους λόγους της και η αμφισβήτηση των επιταγών της μόνο κακό μπορούσε να κάνει στους σκοπούς τους. Ο Γιάννης σκέφτηκε, χωρίς όμως να πει τίποτα, πως επρόκειτο μάλλον για έναν ακόμα σκληροπυρηνικό της Αθήνας, που νόμιζε πως ακόμα είχαμε Δικτατορία ή ακόμα περισσότερο Εμφύλιο. Έτσι, συνέχισαν αμίλητοι το περπάτημά τους. Φτάνοντας στο καφενείο του μπαρμπα-Θόδωρου και αφότου παρήγγειλαν τους ελληνικούς τους, ο Γιάννης, που δεν μπορούσε να κρύψει άλλο την περιέργειά του, ρώτησε: «Λοιπόν, Λευτέρη, τι σε φέρνει στα μέρη μας; Δουλειά της οργάνωσης ή... προσωπικοί λόγοι, που κι εμείς από τη μεριά μας δείχνουμε την πρέπουσα αλληλεγγύη στα μέλη 14


του κόμματος. Σου κανονίσαμε πάντως να δουλέψεις σαν χημικός στο φροντιστήριο του Αντωνούρη. Πράγµα που πρέπει να σου πω πως δεν ήταν και τόσο εύκολο, δεδομένου ότι ξεκινάς μέσα στον Απρίλη. Χαλάλι όμως. Ό,τι και να ’ναι, είπαμε, δεν ρωτούμε λεπτομέρειες». Ο Λευτέρης, ενοχλημένος από τον υπαινιγμό του Γιάννη, απάντησε με αυστηρό ύφος. «Μου είπαν, Γιάννη, πως μπορώ να σ’ εμπιστευτώ, κι έτσι θα σου πω. Τον έχεις ακούσει τον Άνθιμο Σαραντάρη; Συμπατριώτης σου είναι». «Μα και βέβαια. Τον καπετάνιο όλοι τον ξέρουμε εδώ. Και είμαστε και περήφανοι που είναι ντόπιος. Λένε πως λίγο πριν τελειώσει η Χούντα, έφυγε στο εξωτερικό, στη Βουδαπέστη, και από τότε ζει εκεί. Τι σχέση έχεις εσύ μ’ αυτόν;» «Λοιπόν, πρόσεξε καλά αυτά που θα σου πω, μα κουβέντα πουθενά. Λίγοι ξέρουν πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε ο καπετάν Άνθιμος στον αγώνα κατά της Χούντας. Όλα τα αρχεία του αγώνα τα είχε εκείνος. Λεπτομέρειες για τα χτυπήματά μας, για τους πληροφοριοδότες μας, καθώς και για τους πουλημένους που μας πρόδιδαν, όλα κατέληγαν σ’ εκείνον. Κι αυτός με τη σειρά του τα αποκωδικοποιούσε και τα ταξινομούσε. Η πραγματική ιστορία της Ελλάδας για τα δύσκολα αυτά χρόνια είναι γραμμένη στα αρχεία αυτά...» Ο Γιάννης τον κοίταζε απορημένος. Προσπάθησε να τον διακόψει, μα ο Λευτέρης δεν τον άφησε και συνέχισε. «Θυμάσαι που το ’70 τον είχαν συλλάβει τον Άνθιμο γιατί δήθεν έβαλε βόμβα έξω από τα γραφεία της Ασφάλειας στο Αγρίνιο;» «Το θυμάμαι, πώς δεν το θυμάμαι. Εγώ τότε πήγαινα στην πέμπτη γυμνασίου και μόλις είχα γραφτεί στην οργάνωση. Ο Άνθιμος ήταν ο ήρωάς μας. Δεν τον είχαμε δει ποτέ οι περισσότεροι, γιατί είχε να έρθει στη Μεροπίδα από πριν 15


140 × 210  SPINE: 16  FLAPS: 80

ISBN 978-960-564-604-2

ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΜΕΡΟΠΙΔΑΣ (1978-1980)

Και ενώ όλων οι ιστορίες μοιάζουν στην αρχή ανεξάρτητες, σιγά σιγά μπλέκονται η μια με την άλλη και στο τέλος τίποτα δεν θα είναι όπως πρώτα.

ΚΥΚΛΟΣ ΙΙ: ΟΙ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑΝΤΗΔΕΣ

Αφετηρία της ιστορίας μας είναι το 1925, η αφήγηση όμως επικεντρώνεται σε γεγονότα που εκτυλίσσονται μεταξύ των ετών 1978-1980. Κεντρικοί ήρωες είναι οι Χατζηκωσταντήδες, μια παλιά και σημαντική οικογένεια του νησιού. Ο Περικλής, ένας πετυχημένος επιχειρηματίας, που στιγματίζεται από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Η ξαδέρφη του η Μελιώ που καθώς ετοιμάζεται να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, μετασχηματίζεται από κορίτσι σε γυναίκα. Η μητέρα της η Μερόπη, που την καθημερινότητά της έρχεται να συγκλονίσει ένας επισκέπτης από το παρελθόν, και ο πατέρας της ο Θρασύβουλος, που από πετυχημένος γιατρός θέτει υποψηφιότητα για δήμαρχος της Μεροπίδας. Το «ψηφιδωτό» αυτό συμπληρώνεται από ένα αινιγματικό πρόσωπο που όλοι νομίζουν πεθαμένο, έναν σκηνοθέτη που καταγράφει τη δράση του προσώπου αυτού στην Αντίσταση, και τον Λευτέρη, μέλος του ΚΚΕ, που έρχεται από την Αθήνα και προσπαθεί να ενσωματωθεί στη ζωή του νησιού για να επιτελέσει την αποστολή του.

ΤΑΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣ

Τ

ο «Χρονικό της Μεροπίδας» διαδραματίζεται στη Μεροπίδα, ένα φανταστικό ελληνικό νησί κάπου στα Δωδεκάνησα.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ. : 210 6431108 ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr

cover_meropida.indd 1

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

12/2/2018 1:31:56 μμ


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Χρονικό της Μεροπίδας (1978-1980) by Εκδόσεις Οσελότος - Issuu