Skip to main content

Το Δίλημμα

Page 1

140 × 210  SPINE: 11.2  FLAPS: 80

Ο συγγραφέας γεννήθηκε και μεγάλωσε στις κορυφές των βουνών κι όταν έγινε έντεκα χρονών, αναγκάστηκε από τους δασικούς κι από τους νόμους να αφήσει το κοπάδι του και να γραφτεί στην πρώτη δημοτικού. Τέλειωσε δάσκαλος κι αμέσως πήρε την απόφαση, πήρε και τα μάτια του, πήρε κι ένα καράβι που έκανε ταξίδια μακρινά. Μόλις αυτό έδεσε κάπου εκεί στη Βόρεια Αμερική, αυτός, με μια σακούλα πλαστική με τα απαραίτητα στο χέρι, χάθηκε στο πλήθος. Εκεί, πλένοντας πιάτα, φοίτησε σε αγγλόφωνα πανεπιστήμια, φοίτησε και σε γαλλόφωνα, πήρε πτυχίο στα οικονομικά, πήρε κι άλλα πτυχία κι ασταμάτητα έψαχνε να βρει τι είναι εκείνο που όρθιο κρατά τον κόσμο. Μετά από χρόνια στην ξενιτιά, γύρισε στην Ελλάδα. Τις ελεύθερες ώρες, αν δεν διάβαζε, αν δεν έγραφε, αν δεν έπαιζε με τα παιδιά του, έριχνε παραγάδια στο γιαλό ή επισκεπτόταν τις έρημες στρούγκες στα βουνά και με την καραμπίνα του έριχνε κατά τον ουρανό.

ΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝ. ΠΟΥΛΟΣ

Ο

Δήμος κι η Νεφέλη, σπουδαγμένοι κι οι δυο, είναι άνεργοι εδώ και κάτι χρόνια. Από τη μια μεριά του Δήμου βρίσκεται ο ένας του παππούς που πολέμησε στο Γράμμο κι από την άλλη τη μεριά του ο άλλος του ο παππούς, ο συμμορίτης, που ζει κάπου εκεί στην ερημιά. Και μπροστά από τα μάτια των παιδιών η ζωή, ένα ορμητικό ποτάμι. Να αφεθούν στο ρεύμα του ποταμού, αυτά το βλέπουν πως εκείνο δεν τους θέλει. Να κολυμπήσουν κόντρα σε αυτό τρέμουν την ορμή του. Και τα παιδιά άλλη γενιά δεν έχουνε εκτός από τη δική τους!

Το Δίλημμα

ISBN 978-960-564-805-3

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

cover_poulos.indd 1

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

Έχει εκδώσει άλλα δυο βιβλία: • Πορεία προς τον Άνθρωπο, εκδόσεις Λογοθέτη. • Η Ιστορία ενός Ανθρώπου, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

7/9/2019 1:36:31 PM


ΤΙΤΛΟΣ

Το Δίλημμα ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Πούλος Παν. Πούλος ΣΕΙΡΑ

Λογοτεχνία [1358]0719/15 LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2019 Πούλος Παν. Πούλος ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αθήνα, Ιούλιος 2019 ISBN 978-960-564-805-3

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ:

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ.: 210 6431108 ocelotos@ocelotos.gr www.ocelotos.gr


ΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝ. ΠΟΥΛΟΣ

Το Δίλημμα


1

Σ

άββατο απόγευμα, τέλη του Νοέμβρη. Πυκνή συννεφιά έχει σκεπάσει την επαρχιακή πόλη. Βροντά, αστράφτει απανωτά, βρέχει δυνατά κι η ξερή ρεματιά έχει μετατραπεί σε ορμητικό ποτάμι. Μισός αφρός και μισό αίμα είναι τα νερά του. Στη μικρή γειτονιά απόλυτη ησυχία. Η γιαγιά τράβηξε την κουρτίνα, κοίταξε έξω κι είπε στον παππού: «Πω, πω, πω κοράκια, Θεόφιλε! Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα δει τόσα πολλά κοράκια». Ξαφνικά η βροχή δυνάμωσε ακόμα πιο πολύ, ενώ από την απέναντι συνοικία, όπου είναι το γήπεδο της πόλης, ακουγόταν ένα νταούλι που το βάραγε ένας οπαδός, για να ενισχύσει την ομάδα του: Νταμ ντουμ, νταμ ντουμ, νταμ ντουμ. Κάποια στιγμή ακούστηκε από τη μεριά του γηπέδου: Γκοοοολ!... «Μαλάκεεες!...» φώναξε σαν απάντηση στους οπαδούς μια άγρια και δυνατή φωνή από κάποιο ψηλό μπαλκόνι σπάζοντας τη σιωπή της μικρής γειτονιάς στα δυο. «Κάποιος με φωνάζει», είπε ο παππούς στη γριά του φοβισμένα, καθώς νωχελικά κοιτούσε στην τηλεόραση τις ειδήσεις από το εθνικό κανάλι κι έκανε να σηκωθεί. Γκόοολ!... ξανακούστηκε από τη μεριά του γηπέδου κι ο γείτονας ξαναφώναξε με την ίδια δυνατή φωνή: «Μαλάκεεεες!... εδώ μας πηδάνε καθημερινά κι εσείς...» «Δε μου φαίνεται να μιλάει σε εμάς», είπε σιγά η γιαγιά 5


ΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝ. ΠΟΥΛΟΣ

στον άντρα της για να τον καθησυχάσει, χαμηλώνοντας συγχρόνως και την ένταση της τηλεόρασης. «Μάλλον όχι», της απάντησε εκείνος, αναστενάζοντας με ανακούφιση. «Μα ποιος είναι ετούτος ο γείτονας, Θεόφιλε και τι να του συμβαίνει;» ρώτησε η γιαγιά. «Δε βλέπεις πως κοιτάζω ειδήσεις;» Της φώναξε θυμωμένα ο παππούς, ενώ η τηλεόραση συνέχισε τελείως αδιάφορα να μιλάει μόνη της, όπως το είχε συνήθειο τούτα τα χρόνια της παρακμής και να λέει: «...Όπως όλα τα στοιχεία δείχνουν την επόμενη χρονιά ή την άλλη ή την μεθεπόμενη η οικονομική κατάσταση στη χώρα μας θα αρχίσει να βελτιώνεται. Το εθνικό εισόδημα θα αρχίσει να αυξάνεται, στην αρχή σιγά, σιγά, μα έπειτα με άλματα και το μόνο που θα εξακολουθεί να παραμένει σε ψηλά επίπεδα θα είναι η φτώχεια κι η...» Η τηλεόραση συνέχισε να μιλά, μα το μυαλό του παππού κόλλησε σε αυτό που αυτή είπε τελευταία: «Θα αυξάνεται το εθνικό εισόδημα, μα θα εξακολουθεί να υπάρχει η φτώχεια». Δεν μπορούσε να το χωνέψει ο νους του πως είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Βασάνιζε το μυαλό του, αλλά απάντηση δεν εύρισκε καμιά. Κι αργότερα που το ξανασκέφτηκε και το ξανασκέφτηκε, σαν ίσκιος κατάμαυρος πέρασε από το μυαλό του η εφιαλτική σκέψη πως αυτός ο παραλογισμός μπορεί να είναι κι αυτός ένα κομμάτι της μεγάλης τούτης μπόρας που χρόνια τώρα χτυπά τη χώρα μας. Η γιαγιά αργά, αργά άνοιξε το παράθυρο και σιγά, σιγά και φοβισμένα, ίδια χελώνα που υποπτεύεται εχθρό τριγύρω της, έβγαλε το κεφάλι της έξω. Έπειτα τέντωσε τα αυ-

6


ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

τιά της, τα έστριψε δεξιά, τα έστριψε αριστερά και μετά από λίγο είπε: «Θεόφιλε, φοβάμαι πως ο γείτονάς μας μπορεί να έχει τρελαθεί». «Κλείσε τα παντζούρια, κλείσε τα τζάμια, κλείδωσε την πόρτα, αμπάρωσε το στόμα σου. Χίλιες φορές σου το έχω πει: Κοίταζε μονάχα τη δουλειά σου», της απάντησε αυτός θυμωμένα, έτσι δίχως λόγο. Γκόοολ!... Ξανακούστηκε από τη μεριά του γηπέδου κι ο παππούς, αφού ηρέμησε κάπως, είπε: «Κάτι έλεγες για τα κοράκια, γιαγιά... Θυμάμαι τη χρονιά που στο βουνό μας γινόταν ο μεγάλος σκοτωμός, τότε στον συμμοριτοπόλεμο, λέω, είχε γεμίσει ο τόπος μας με κοράκια. Πέντε, πέντε από αυτά, δέκα, δέκα, κοπάδια ολόκληρα πετούσαν από βράχο σε βράχο, από έλατο σε έλατο, με αυτό το απαίσιο κρα, κρα και μαύριζαν τον ουρανό μας, μαύριζαν όλο τον τόπο μας, μαύριζαν τις ψυχές μας». «Ακόμα τα έχεις αυτά στο μυαλό σου, Θεόφιλε; Έχουν περάσει εξήντα τόσα ολόκληρα χρόνια από τότε», του απάντησε η γιαγιά. Και ο παππούς, λες και μιλούσε στον ίδιο τον εαυτόν του, συνέχισε: «Όμως τούτα τα μαύρα πουλιά, τα κατάμαυρα τούτα κοράκια, τι γυρεύουνε και πάλι εδώ στα μέρη τα δικά μας;» Την ίδια στιγμή ο Δήμος, ο εγγονός τους, κατέβαινε από το υπνοδωμάτιό του μιλώντας στο κινητό του. Μόλις αυτός έπαψε να μιλά, η γιαγιά, ρίχνοντάς του μια δειλή ματιά μαζί με ένα γελάκι, σαν μικρή παιδούλα στον «αγαπητικό της», τον ρώτησε τάχα αθώα: «Δήμο, άκουσες κάποιον να φωνάζει;» «Ναι, τον άκουσα, γιαγιά». 7


ΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝ. ΠΟΥΛΟΣ

«Ποιος ήταν αλήθεια;» «Έχει σημασία, γιαγιά, ποιος είναι;» «Μα τι συμβαίνει σε εκείνο τον άνθρωπο, Δήμο;» «Τίποτα δεν του συμβαίνει, μια χαρά είναι». «Και γιατί φωνάζει έτσι;» «Όλοι μας φωνάζουμε, γιαγιά, τούτα τα τελευταία χρόνια. Μερικοί φωνάζουν δυνατά, σαν το γείτονά μας κι αυτοί μου φαίνεται πως είναι οι πιο τυχεροί από όλους μας. Άλλοι τα λένε σιγά, σιγά, άλλοι στον ύπνο τους κι εμείς οι άλλοι τα λέμε από μέσα μας και κινδυνεύουμε να σκάσουμε». «Και γιατί να φωνάζετε, παιδί μου;» είπε η γιαγιά στο Δήμο κι αυτός, λες και δεν την άκουσε καθόλου, πρόσθεσε: «Το κακό με όλους εμάς δεν είναι ότι φωνάζουμε, γιαγιά. Το μεγάλο κακό με εμάς είναι πως ο καθένας μας φωνάζει μόνος του, χώρια από τους άλλους». «Ο θεός να βάλει το χέρι Του», είπε η γιαγιά κάνοντας το σταυρό της κι ο Δήμος πρόσθεσε: «Άκου, γιαγιά! Άκου πώς ακούγονται αυτοί που βρίσκονται στο γήπεδο! Κοίτα πόσο δυνατή που είναι η φωνή του κόσμου, όταν βγαίνει από πολλά στόματα συγχρόνως!» «Κι αν φωνάξτε δυνατά, γιε μου», του απάντησε ήρεμα η γιαγιά, «ποιος θα σας ακούσει; Κι αν σας ακούσει ο φταίχτης τούτης της οικονομικής κρίσης, αυτός το ξέρει το έγκλημά του, τι πρόκειται να κερδίσετε εσείς;» «Φωνή λαού, οργή Θεού!» της απάντησε ο Δήμος, πιάνοντας το πόμολο της πόρτας για να φύγει. «Τα καλόμαθαν, γυναίκα, τα παιδιάαα. Αυτό είναι όλο», είπε ο παππούς ο Θεόφιλος, ακούγοντας το Δήμο έτσι να μιλά. «Βοήθησέ μας, Θεέ μου», είπε κι η γιαγιά κοιτώντας το ταβάνι και κάνοντας και πάλι το σταυρό της. 8


ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

«Άσε, γιαγιά, στην άκρη το Θεό, Αυτός έχει ήδη κάνει την επιλογή του. Αυτός ασχολείται μονάχα με αυτούς του ρετιρέ, τους κάνει όλες τις χάρες, όλες εδώ και τώρα, ενώ τα αιτήματα τα δικά μας θα τα εξετάσει μετά το θάνατό μας», της απάντησε ο Δήμος με ύφος σοβαρό και χύθηκε έξω από το σπίτι. «Τον άκουσες, Θεόφιλε, τι είπε; Ο Θεός έχει κάνει την επιλογή του, τα έχει κάνει πλακάκια με τους πλούσιους τάχα κι έχει ξεχάσει τον κοσμάκη. Ο εγγονός μας μιλάει για το Θεό μας, λες και μιλάει για κάποιο παλιάνθρωπο της γειτονιάς μας!» «Δεν μπορώ να καταλάβω τούτα τα παιδιά, γυναίκα», της απάντησε ο παππούς και συνέχισε: «Τους φταίνε τα πάντα, ακόμα κι ο Θεός ο ίδιος! Μονάχα οι ίδιοι δε φταίνε ποτέ. Εγώ, όταν ήμουν στην ηλικία τους, τίποτα δε φοβόμουν και κανένας δεν μου έφταιγε. Θεοί και διάβολοι, όλοι τους, ήταν έξω από μένα κι αδιαφορούσα τελείως για την ύπαρξή τους, όπως ακριβώς κι εκείνοι για τη δική μου. Δούλευα και τραγούδαγα. Τον ένα μήνα δούλευα οικοδόμος και κάθε μέρα καμάρωνα το κτίριο να ψηλώνει, γιατί όπως ψήλωνε εκείνο, έτσι αισθανόμουν πως ψήλωνα κι εγώ. Τον άλλο μήνα δούλευα ψαράς στα ψαροκάικα. Αμέσως γινόμουνα ο Οδυσσέας της Ιθάκης κι όλα τα θαλασσινά τραγούδια μιλούσανε για μένα. Ό,τι δουλειά κι αν έκανα, γινόμουν ό,τι έκανα, γινόμουνα κάποιος. Κι αυτός ο κάποιος μου άρεσε τόσο πολύ, γιαγιά!» «Άσε τα χρόνια τα δικά μας, Θεόφιλε. Όμως τούτα τα παιδιά, λέω, τα παιδιά τα δικά μας, καφετέρια, τηλεόραση, διαδίκτυο... Τούτα τα παιδιά σκέφτομαι, που τίποτα δεν κάνουν όλη μέρα, τι άνθρωποι άραγε έχουν γίνει, τι άραγε γί-

9


ΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝ. ΠΟΥΛΟΣ

νεται καθημερινά μέσα στην ψυχούλα τους, τι άνθρωποι θα γίνουν». Κι ο παππούς, λες και δεν άκουσε καθόλου τη γιαγιά, συνέχισε να λέει: «Είμαι ογδόντα τόσα χρονών άνθρωπος κι όταν ξυπνώ τη νύχτα, αγωνιώ για το ξημέρωμα. Αγωνιώ να δω το μεγάλο ήλιο μας να προβάλει στο αντικρινό βουνό, πάντα γελαστός, με μάγουλα παχιά κι έπειτα να αρχίζει να ανεβαίνει, να ανεβαίνει σαν σημαία στο γαλανό ουρανό μας. Να ζήσω μια ακόμα μέρα λαχταρώ, μια ακόμα μέρα συναρπαστική επάνω σε τούτα εδώ τα χώματα, κάτω από τέτοιον ήλιο. Μα φοβάμαι πως θα σκάσω από το κακό μου, όταν βλέπω το εγγόνι μου να αρνείται να ξυπνήσει. Ανεβαίνει ο ήλιος μας ψηλά, το φως ξεχύνεται από παντού, φτάνει το μεσημέρι κι αυτό ακόμα κοιμάται!» «Να σηκωθεί να κάνει τι, Θεόφιλε; Να πετάει πέτρες στους περαστικούς;» του απάντησε η γιαγιά κάπως θυμωμένη και συνέχισε με ήρεμη φωνή: «Σήμερα το πρωί πήγα στην εκκλησιά κι άκουσα και το λόγο του παπά. Τι ωραία που τα έλεγε, Θεόφιλε! Μέλι έσταζε από τα άγια χείλη του. Τι ηρεμία, τι καλοσύνη ήταν αυτή, Θεέ μου! Λες και δεν υπάρχει κρίση, λες και τα έχει όλα ασφαλισμένα, λες και ζει σε άλλον κόσμο ο παπάς μας. Μίλησε και για τη νεολαία μας, για τα παιδιά μας. Είπε πως έχουν απομακρυνθεί από την εκκλησιά κι από το λόγο του αληθινού Θεού, πως έχουν ξεχάσει τις μεγάλες αρετές της πίστης μας, την υπομονή του Ιώβ. Είπε ακόμα πως έχουν ξεχάσει και την ασκητική ζωή των αγίων μας, γι’ αυτό και τα θέλουν όλα δικά τους, όλα εδώ και τώρα. Υπομονή και πάλι υπομονή συμβούλεψε τους νέους μας ο παπάς μας, για τον κόσμο όλο ζήτησε ειρήνη και ποτέ να μην ξεχνάμε πως ο Θεός είναι μεγάλος. Υποσχέθηκε επίσης πως αυτός θα είναι πάντα δί10


ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

πλα στα παιδιά μας και πάντα πρόθυμος για να τα βοηθάει πνευματικά σε όλες τις δύσκολες στιγμές τους». «Πνευματική βοήθεια! Αυτό ακριβώς χρειάζονται τα παιδιά μας, από αυτό ακριβώς έχει ανάγκη ο λαός μας τούτη την εποχή της κρίσης. Φώτιση αληθινή, φώτιση από παπά. Ας είναι καλά ο άνθρωπος», πρόσθεσε ο παππούς. Πέρασε αρκετή ώρα δίχως να ειπωθεί κουβέντα. Έπειτα η γιαγιά ρώτησε τον παππού δειλά, δειλά, κατεβάζοντας συγχρόνως τον τόνο της φωνής της: «Λες, Θεόφιλε, όλα τούτα τα κακά που ζούμε τα τελευταία χρόνια να είναι έργα του Θεού; Λες τούτη την οικονομική κρίση να την έχει στείλει ο Θεός ο ίδιος, ας είναι ευλογημένο το όνομά Του, για να μας δοκιμάσει ή μήπως ο διάβολος ο ίδιος έχει βάλει την ουρά του;» «Καλά, το ξέρω», άρχισε να λέει ο παππούς, λες και μιλούσε στον εαυτόν του, ανεβάζοντας συγχρόνως τον τόνο της φωνής του, «το ξέρω πως έχουμε προβλήματα, πως η χώρα μας δεν μπορεί να δώσει πολλά στα παιδιά μας. Όμως ελπίδα; Γιατί άρπαξαν την ελπίδα από τα παιδιά μας; Μα ζει ο νέος χωρίς ελπίδα; Κι από πάνω, γιαγιά», συνέχισε ο παππούς, «για τούτο το κακό που μας έχει βρει, κανένας δεν παίρνει την ευθύνη, κανένας δε μας εξηγεί το γιατί, κανείς δεν ψάχνει για τον ένοχο, κανείς δεν τιμωρείται, λες και δεν υπάρχει έγκλημα, λες κι η αστυνομία κοιμάται, λες κι η δικαιοσύνη έχει μετακομίσει από τούτον εδώ τον τόπο». «Ειρήνη! Ειρήνη πάντα να έχουμε μας συμβούλεψε ο παπάς, Θεόφιλε. Αγάπη κι υπομονή ζήτησε από εμάς να δείχνουμε ο ένας για τον άλλον κι εσύ μιλάς για εγκλήματα, για δίκες και καταδίκες με μια τόσο άγρια φωνή», είπε ήρεμα η γιαγιά στον άντρα της, κάνοντας και πάλι το σταυρό της. 11


ΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝ. ΠΟΥΛΟΣ

«Μα το πιο μεγάλο κακό, γιαγιά», εξακολούθησε ο παππούς με την ίδια ένταση στη φωνή του, «είναι τούτο: Ενώ τα παιδιά μας έχουν καταδικαστεί στην ανεργία και στην καταστροφή, κανένας μας δε θυμώνει, κανένας μας δεν αντιδρά, όλοι μας τα ανεχόμαστε όλα, λες και τούτο το έγκλημα δεν αφορά κανέναν, λες και τούτος ο τόπος δεν έχει πια υπερασπιστές, λες και μέσα στις φλέβες του λαού μας κυλάει νερό της βρύσης». «Και αυτή η τηλεόραση, Θεόφιλε», πήρε το λόγο η γιαγιά, «γιατί δε μας λέει τίποτα; Γιατί δεν μας εξηγεί τούτο το κακό που ζούμε; Πώς μπορεί μέσα σε τόση δυστυχία που μας έχει πλακώσει όλους μας, αυτή να ασχολείται μόνο με κακόγουστες ερωτοδουλειές και με ξεβρακώματα; Κι αυτοί οι μεγάλοι καθηγητάδες των πανεπιστημίων μας, οι άνθρωποι του πνεύματος, καθώς τους λένε, Θεόφιλε, πώς τα καταφέρνουν να μη λένε τίποτα απολύτως όσες ώρες κι αν μιλούν σε αυτή τη ριμάδα τη τηλεόραση;» «Κάτι τέτοια σκέφτομαι κι εγώ, γιαγιά», συνέχισε ο παππούς, «αλλά δεν μπορώ να βγάλω άκρη. Να φανταστείς πως μερικές φορές μου περνάει από το μυαλό μου η τρελή σκέψη πως αυτός που έχει κλέψει τα όνειρα και την ελπίδα από τα παιδιά μας, ο πραγματικός ένοχος για τούτη την καταστροφή, είναι ο ίδιος που κάνει κουμάντο στην αστυνομία, είναι ο ίδιος που φτιάχνει τους νόμους στη βουλή, ο ίδιος που μας λέει τις βραδινές ειδήσεις!...» Ο παππούς σταμάτησε για λίγο να μιλά, μα σε λίγο άρχισε και πάλι να λέει με χαμηλή φωνή: «Πολύ θα ήθελα να ήξερα ποιος φταίει, να ξετρύπωνα τον ένοχο τούτης της καταστροφής θα ήθελα πολύ. Τα άλλα ήταν δικιά μου δουλειά κι ας είμαι σε αυτή την ηλικία!» Κι έπειτα πρόσθεσε ο παππούς με φωνή που μόλις ακουγόταν: «Ακούς εκεί, θα αυξά12


ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

νεται το εθνικό εισόδημα, αλλά η φτώχεια κι η ανεργία θα είναι πάντα εδώ». «Ηρέμησε, Θεόφιλε, πρόσεχε την πίεσή σου. Μάθε συγχώρεση να δίνεις και μην κρίνεις για να μην κριθείς», του είπε με ηρεμία η γιαγιά. Ο παππούς δε μίλησε κι η γιαγιά έβγαλε ένα ελαφρύ αναστεναγμό. Τότε εκείνος, κάπως εμπιστευτικά ρώτησε τη γιαγιά: «Γιαγιά, είσαι σίγουρη πως ο γείτονάς μας δε φώναζε μαλάκα κι εμένα;» Εκείνη ακριβώς τη στιγμή και πριν η γιαγιά προλάβει να απαντήσει, οι καμπάνες της πόλης άρχισαν να χτυπούν όλες μαζί συγχρόνως: Γκαγκ γκουγκ, γκαγκ γκουγκ, γκαγκ γκουγκ!... Μόλις αυτές σταμάτησαν, μίλησε η γιαγιά κι είπε: «Οι καμπάνες! Όταν μιλάνε οι καμπάνες, κανένας άλλος δεν πρέπει μιλά!»

13


140 × 210  SPINE: 11.2  FLAPS: 80

Ο συγγραφέας γεννήθηκε και μεγάλωσε στις κορυφές των βουνών κι όταν έγινε έντεκα χρονών, αναγκάστηκε από τους δασικούς κι από τους νόμους να αφήσει το κοπάδι του και να γραφτεί στην πρώτη δημοτικού. Τέλειωσε δάσκαλος κι αμέσως πήρε την απόφαση, πήρε και τα μάτια του, πήρε κι ένα καράβι που έκανε ταξίδια μακρινά. Μόλις αυτό έδεσε κάπου εκεί στη Βόρεια Αμερική, αυτός, με μια σακούλα πλαστική με τα απαραίτητα στο χέρι, χάθηκε στο πλήθος. Εκεί, πλένοντας πιάτα, φοίτησε σε αγγλόφωνα πανεπιστήμια, φοίτησε και σε γαλλόφωνα, πήρε πτυχίο στα οικονομικά, πήρε κι άλλα πτυχία κι ασταμάτητα έψαχνε να βρει τι είναι εκείνο που όρθιο κρατά τον κόσμο. Μετά από χρόνια στην ξενιτιά, γύρισε στην Ελλάδα. Τις ελεύθερες ώρες, αν δεν διάβαζε, αν δεν έγραφε, αν δεν έπαιζε με τα παιδιά του, έριχνε παραγάδια στο γιαλό ή επισκεπτόταν τις έρημες στρούγκες στα βουνά και με την καραμπίνα του έριχνε κατά τον ουρανό.

ΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝ. ΠΟΥΛΟΣ

Ο

Δήμος κι η Νεφέλη, σπουδαγμένοι κι οι δυο, είναι άνεργοι εδώ και κάτι χρόνια. Από τη μια μεριά του Δήμου βρίσκεται ο ένας του παππούς που πολέμησε στο Γράμμο κι από την άλλη τη μεριά του ο άλλος του ο παππούς, ο συμμορίτης, που ζει κάπου εκεί στην ερημιά. Και μπροστά από τα μάτια των παιδιών η ζωή, ένα ορμητικό ποτάμι. Να αφεθούν στο ρεύμα του ποταμού, αυτά το βλέπουν πως εκείνο δεν τους θέλει. Να κολυμπήσουν κόντρα σε αυτό τρέμουν την ορμή του. Και τα παιδιά άλλη γενιά δεν έχουνε εκτός από τη δική τους!

Το Δίλημμα

ISBN 978-960-564-805-3

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

cover_poulos.indd 1

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

Έχει εκδώσει άλλα δυο βιβλία: • Πορεία προς τον Άνθρωπο, εκδόσεις Λογοθέτη. • Η Ιστορία ενός Ανθρώπου, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

7/9/2019 1:36:31 PM


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Το Δίλημμα by Εκδόσεις Οσελότος - Issuu