140 × 210 SPINE: 10 FLAPS: 70
Έργα της ιδίας ΕΦΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΟΡΡΕ
Σ
τεκόταν στη πλαγιά του βουνού ανάμεσα σε δέντρα που πύκνωναν προς τα κάτω, προς τους πρόποδες, σχηματίζοντας ένα μεγάλο δάσος. Σήκωσε το βλέμμα ψηλά και τον έπιασε δέος. Τα δέντρα αραίωναν σταδιακά προς την κορυφή και παραχωρούσαν τη θέση τους σε ξερούς άγριους θάμνους που κι αυτοί με τη σειρά τους λιγόστευαν καθώς το βλέμμα του ανέβαινε ολοένα ψηλότερα, όπου γυμνοί γκρίζοι βράχοι δέσποζαν τεράστιοι και τρομακτικοί. Και ακόμα πιο πάνω, πολύ πιο ψηλά, εκεί που η πλαγιά χανόταν μέσα στον ασπρογάλανο ουρανό, ξεχώριζαν χιονισμένες μύτες που σμίγανε με τα σύννεφα. «Θεέ μου, από εκεί πάνω έπεσα;» αναρωτήθηκε με τρόμο. «Και πως είμαι ακόμα ζωντανός; Ή μήπως δεν είμαι…»
Η Έφη Παπανδρέου γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε. Τελείωσε την σχολή «ΜΩΡΑΪΤΗ» και σπούδασε «Διοίκηση Επιχειρήσεων» στο «DEREE COLLEGE». Δεν ασχολήθηκε όμως επαγγελματικά με τον κλάδο αυτό διότι παντρεύτηκε και για τα επόμενα δεκαεπτά χρόνια δούλεψε ως Art Director στην οικογενειακή επιχείρηση εκδόσεως περιοδικών. Στη συνέχεια, κύρια ασχολία της ήταν να μεγαλώσει τα δυο παιδιά της, ενώ παράλληλα άρχισε να γράφει διηγήματα και μυθιστορήματα. Κυκλοφορούν δυο παιδικά της μυθιστορήματα, το πρώτο με τίτλο: «Πετώντας με τους δράκους», από τις εκδόσεις Καστανιώτη και το δεύτερο, με τίτλο: «Η φυλή των Πεχόνε», από τις εκδόσεις Άγκυρα. Επίσης τα μυθιστόρηματά της: «Ρόδος-Αθήνα μετ’ επιστροφής» από τις εκδόσεις Μαγνήτης και «Μια στιγμή απροσεξίας» από τις εκδόσεις Οσελότος.
ISBN 978-960-564-820-6
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | Τηλ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
cover_vorres.indd 1
9 789605 648206
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ο σ ε λ ότ ο ς 30/7/2019 12:11:30 μμ
Τιτλος
Το ανεξήγητο τροχαίο του Λεωνίδα Βορρέ Συγγραφέας
Έφη Παπανδρέου Σειρα
Ελληνική λογοτεχνία {1358}0719/18 Layout - Design Myrtilo, Λένα Παντοπούλου Copyright© 2019 Έφη Παπανδρέου Πρώτη Εκδοση
Αθήνα, Αύγουστος 2019 ISBN 978-960-564-820-6
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | Τηλ.: 210 64 31 108
ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.
ΕΦΗ ΠΑΠΑΝ ΔΡ ΕΟΥ
Το ανεξήγητο τροχαίο του Λεωνίδα Βορρέ
— ΑΘΗΝΑ —
Στον Δημήτρη
Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ 1
Ο
Λεωνίδας Βορρές άνοιξε τα μάτια. Ήταν πεσμένος μπρούμυτα σ’ ένα έδαφος υγρό που μύριζε λασπωμένο χώμα. Το κεφάλι του πονούσε και τα αφτιά του βούιζαν. Τέντωσε αργά τα χέρια του, με προσοχή να δει αν ήταν εντάξει. Ευτυχώς δουλεύανε. Έκανε το ίδιο με τα πόδια του και σκέφτηκε ότι αν είχαν σπάσει σίγουρα θα το ένιωθε. Ανακάθισε προσεκτικά απορώντας που όλα ήταν στη θέση τους ακόμα, και δεν είχαν διαλυθεί σε μικρά-μικρά κομματάκια. Σιγά-σιγά το μυαλό του πήρε να καθαρίζει και όπως οι αισθήσεις του ζωντάνευαν, άρχισε να αντιλαμβάνεται όλο και πιο καθαρά τους διάφορους ήχους γύρω του, όπως το τιτίβισμα των πουλιών, το θρόισμα των φύλλων και το μαστίγωμα του ανέμου στα ψηλότερα κλαδιά των δέντρων. Σκέφτηκε ότι το χοντρό μπουφάν του, που τώρα τον προστάτευε από το κρύο, τον είχε σίγουρα προφυλάξει και στη πτώση του. Αρπάχτηκε από ένα χαμηλό κλαδί και στηρίχτηκε στα πόδια του. Ένας ίλιγγος τον κυρίεψε και τα μάτια του θάμπωσαν, αλλά σιγά-σιγά η θολούρα υποχώρησε και έκανε μερικά διστακτικά βήματα παρατηρώντας το τοπίο γύρω του. Στεκόταν στη πλαγιά του βουνού ανάµεσα σε δέντρα που πύκνωναν προς τα κάτω, προς τους πρόποδες, —7—
ΕΦΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
σχηµατίζοντας ένα µεγάλο δάσος. Σήκωσε το βλέµµα ψηλά και τον έπιασε δέος. Τα δέντρα αραίωναν σταδιακά προς την κορυφή και παραχωρούσαν τη θέση τους σε ξερούς άγριους θάµνους που κι αυτοί µε τη σειρά τους λιγόστευαν καθώς το βλέµµα του ανέβαινε ολοένα ψηλότερα, εκεί όπου γυµνοί γκρίζοι βράχοι δέσποζαν τεράστιοι και τροµακτικοί. Και ακόµα πιο πάνω, πολύ ψηλότερα, εκεί που η πλαγιά χανόταν µέσα στον ασπρογάλανο ουρανό, ξεχώριζαν χιονισµένες µύτες που σµίγανε µε τα σύννεφα. «Θεέ µου, από ’κεί πάνω έπεσα;» αναρωτήθηκε µε τρόµο. «Και πως είµαι ακόµα ζωντανός; Ή µήπως δεν είµαι…» Ξανακοίταξε κάτω. Το δάσος κατέληγε σε µια στενή κοιλάδα που χώριζε το βουνό από τον απέναντι λόφο, ενώ δεξιά κι αριστερά όσο έβλεπε το µάτι, σειρές από υψώµατα σχηµάτιζαν ένα φυσικό τείχος, λουσµένο στο ανελέητο και εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Και µέσα σε αυτό το άγριο και επιβλητικό σκηνικό, ένα ποτάµι στο βάθος της κοιλάδας σερνόταν ανάµεσα στα βουνά σαν ασηµένια κορδέλα. Έστρεψε το βλέµµα στα βόρεια κι ένιωσε µια δυνατή κλωτσιά µέσα στο στήθος. Η κουβαριασµένη σιλουέτα της Αλεξάνδρας πλάι σε ένα θάµνο, έµοιαζε µε µικρό λοφάκι από ανάκατα ρούχα και µαλλιά. Έτρεξε σαν τρελός προς το µέρος της και γονατίζοντας είδε τα µάτια της ανοιχτά να κοιτούν τον ουρανό. Για ένα ατελείωτο δευτερόλεπτο ένιωσε να παγώνει ως το κόκαλο µα ξαφνικά οι κόρες της κινήθηκαν αργά και ήρθαν και σταµάτησαν στο πρόσωπό του. «Πεθάναµε;» Η φωνή της έµοιαζε µε ψίθυρο «Όχι, δεν νοµίζω. Πολύ προσεκτικά και πολύ αργά,
—8—
ΤΟ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΟΡΡΕ
προσπάθησε να κουνήσεις τα πόδια και τα χέρια σου και πες µου τι νιώθεις». Υπακούοντας η Αλεξάνδρα τεντώθηκε κάνοντας ένα µορφασµό και ο Λεωνίδας την βοήθησε να σηκωθεί αργά όρθια. Εκείνη µόλις στάθηκε στα πόδια της αρπάχτηκε από πάνω του. «Το κεφάλι µου… γυρίζει…» «Ξέρω, το έπαθα κι εγώ, θα περάσει σε λίγο, στο υπόσχομαι. Τι θυμάσαι;»μ «Θυμάµαι ότι ξαφνικά το έδαφος άρχισε να τρέµει κάτω από τα πόδια µας κι ύστερα φάνηκε µια τεράστια ρωγµή πάνω στους πάγους και µια χαράδρα… που µας κατάπινε…» Ο Λεωνίδας αισθάνθηκε ξανά τα δάχτυλά του να σφίγγονται µε δύναµη γύρω από το τιµόνι σε µια απελπισµένη προσπάθεια να συγκρατήσει το αυτοκίνητο που γλιστρούσε ανεξέλεγκτο προς το κενό που ανοιγόταν µπροστά τους έτοιµο να τους καταπιεί. Κοίταξε τα µάτια της και είδε το βλέµµα της σιγά-σιγά να καθαρίζει. «Που είναι ο Άλκης;» ρώτησε εκείνη. «Δεν έχω ιδέα, µόλις τώρα συνήλθα κι εγώ». Στάθηκαν πλάι-πλάι κοιτάζοντας γύρω τους και όταν η κοπέλα έστρεψε το κεφάλι προς τα πάνω ο Λεωνίδας είδε τα χείλη της να πανιάζουν. «Χριστούλη µου! Δεν είναι δυνατόν να ζούµε!» «Αυτό σκέφτηκα κι εγώ». Η Αλεξάνδρα έκανε τα χέρια της χωνί κι άρχισε να φωνάζει τον αδελφό της. Ο Λεωνίδας µετά από ένα µικρό δισταγµό την µιµήθηκε νιώθοντας ταυτόχρονα ένοχος που βεβήλωνε έτσι βάρβαρα την ησυχία του βουνού. Τρία µέτρα πιο κάτω τον είδαν να ξεπροβάλει πίσω από τα δέντρα κρατώντας το κεφάλι του. —9—
ΕΦΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
«Σκάστε επιτέλους! Το κεφάλι µου θα ανοίξει σαν καρπούζι». Τον πλησίασαν ανακουφισµένοι και για λίγο κοιτάχτηκαν και οι τρεις παραξενεµένοι, ευλογώντας την ανέλπιστη τύχη τους. «Χµ, πολύ φθηνά τη γλιτώσαµε» είπε τελικά ο Άλκης παρατηρώντας τις βουνοκορφές. «Το αυτοκίνητο που είναι;» Ο Λεωνίδας αναπήδησε κοιτάζοντας γύρω του ένοχα. Πως ήταν δυνατόν να µην το έχει αναζητήσει τόση ώρα; Που είχε το µυαλό του; Με ένα αίσθηµα ντροπής µουρµούρισε ότι δεν είχε ιδέα, ενώ τα µάτια του σάρωναν την γύρω περιοχή. «Δεν βλέπω τίποτα» παραδέχθηκε τελικά. Βάλθηκαν και οι τρεις να ψάχνουν τα αποµεινάρια του αυτοκινήτου χωρίς αποτέλεσµα, µέχρι που αναγκάστηκαν να δεχτούν ότι ήταν µάταιο, αφού δεν διέκριναν τίποτα που να θυµίζει λαµαρίνα, όσο έφτανε το µάτι. «Μα πως γίνεται εµείς να µην πάθαµε ούτε γρατζουνιά πέφτοντας από εκεί πάνω και το αυτοκίνητο να εξαϋλώθηκε;» απόρησε η Αλεξάνδρα. «Θα έχει κατρακυλήσει στη χαράδρα ή θα έχει σφηνώσει σε καµιά κρυφή σχισµή που δεν φαίνεται από εδώ» συµπέρανε ο Άλκης. «Οπωσδήποτε θα υπάρχει κάποια λογική εξήγηση, να είσαι σίγουρη». «Για το αυτοκίνητο θα υπάρχει», µουρµούρισε µπερδεµένος ο Λεωνίδας. «Για εµάς όµως ειλικρινά παραµένει µυστήριο το πως ζούµε». «Λοιπόν, ακούω» τον έκοψε ανυπόµονα ο Άλκης. «Τι κάνουµε τώρα; Δεν πιστεύω να θέλετε να σκαρφαλώσουµε πάλι εκεί πάνω…» «Όχι βέβαια», έφριξε ο Λεωνίδας, «και να θέλαµε άλ— 10 —
ΤΟ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΟΡΡΕ
λωστε, δεν βλέπω πως θα το κατορθώναµε. Θα κατέβουµε προς τα κάτω µέχρι να βρεθούµε στον πολιτισµό και µετά κάποιον θα ειδοποιήσουµε να έρθει να µας πάρει». «Σταθείτε να πάρω τους δικούς µου τηλέφωνο», έκανε η Αλεξάνδρα βάζοντας το χέρι της στην τσέπη, «να τους πω τουλάχιστον ότι είµαστε καλά και ότι θα αργήσουµε, για να µην ανησυχούν», µα το ίδιο λεπτό το µέτωπό της συννέφιασε. «Άκυρον. Ξέχασα το κινητό µου στο αυτοκίνητο, στη θήκη πίσω από το κάθισµα του συνοδηγού», τους ανακοίνωσε µε περίλυπο ύφος. Με µια απόλυτα συγχρονισµένη κίνηση οι δυο άντρες τράβηξαν σαν εξάσφαιρα τα κινητά τους από την τσέπη και βάλθηκαν να πληκτρολογούν µε µανία. Σύντοµα απέµειναν να τα κοιτάνε βλοσυροί. «Το δικό µου δεν µοιάζει σπασµένο» µουρµούρισε ο Λεωνίδας, «αλλά δεν έχει σήµα». «Το ίδιο και µένα, δεν βλέπω να ανοίγει καν». «Ε, είπαµε ότι είναι ανθεκτικά» χαµογέλασε η Αλεξάνδρα, «αλλά όχι και να τα ρίχνουµε από την κορυφή του Ολύµπου…» «Λοιπόν κύριοι, ανασκουµπωθείτε γιατί έχουµε πολύ, πολύ, πολύ δρόµο µπροστά µας. Εµπρός µαρς». Ο Λεωνίδας κατέβασε το φερµουάρ του µπουφάν του, έχωσε το άχρηστο κινητό στην πίσω τσέπη και ξεκίνησε να κατηφορίζει την πλαγιά του βουνού προσεκτικά. Όσο κατέβαιναν τα πεύκα λιγόστευαν και παραχωρούσαν τη θέση τους σε βελανιδιές και πυκνούς θάµνους, ενώ η κλίση της πλαγιάς γινόταν ολοένα και πιο απότοµη. Γλίστρησαν κι έπεσαν κάµποσες φορές, αλλά σε λίγο έπαψαν να διαµαρτύρονται και συγκέντρωσαν τη προσοχή τους στο επόµενο βήµα. Όσο πιο βαθιά προχω— 11 —
ΕΦΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
ρούσαν στη κοιλάδα τόσο η δύναµη του ανέµου κόπαζε, αλλά και το φως της µέρας λιγόστευε. Όταν επιτέλους έφτασαν στην όχθη του ποταµού ο ήλιος κόντευε να δύσει. «Ανώφελο να συνεχίσουµε µέσα στο σκοτάδι» δήλωσε ο Λεωνίδας καρφώνοντας το κλαδί που χρησιµοποιούσε για µπαστούνι µέσα στο χώµα. «Πρέπει να αποφασίσουµε που θα περάσουµε τη νύχτα». «Δεν έχουµε και πολλές επιλογές» ξεφύσηξε κουρασµένα ο Άλκης, «δεν βλέπω καµία φιλόξενη σπηλιά εδώ γύρω». «Εγώ πάντως, αποκλείεται να κοιµηθώ χάµω, µέσα στα φίδια και τις αράχνες» δήλωσε η Αλεξάνδρα. «Να φτιάξουµε µια πρόχειρη καλύβα» πρότεινε ο αδελφός της. «Δύσκολο, µέσα σε µισή ώρα που µας αποµένει, να µαζέψουµε ξύλα, να πλέξουµε σχοινί από τις ίνες των φυτών για να τα δέσουµε, και να στοιβάξουµε κι ένα αφράτο στρώµα από φύλλα για να κοιµηθούµε» ειρωνεύτηκε ο Λεωνίδας. «Πάντως ξύλα έχει άφθονα εδώ …» επέµεινε ο Άλκης δείχνοντας γύρω του. «Ναι, γι’ αυτό προτείνω να µαζέψουµε τα πιο γερά και να διαλέξουµε ένα από αυτά τα πελώρια πλατάνια για να φτιάξουµε ένα πρόχειρο πάτωµα πάνω στα κλαδιά, να σκαρφαλώσουµε και να κουρνιάσουµε εκεί πάνω να νιώθουµε κάπως πιο ασφαλείς». Τα δυο αδέλφια συµφώνησαν χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασµό και βάλθηκαν να µαζεύουν τα πιο µακριά και γερά κλαδιά της περιοχής. Ο Λεωνίδας σκαρφαλωµένος πάνω στο γέρικο πλα-
— 12 —
ΤΟ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΟΡΡΕ
τάνι που επέλεξαν, σφήνωνε τα ξύλα που του προµήθευαν οι άλλοι δυο µουρµουρίζοντας. «Αυτός ο κορµός… νιώθω σαν να κάθοµαι πάνω στη ράχη ελέφαντα, θα κάνουµε έναν ύπνο, άλλο πράγµα…» Το φως είχε γίνει µια γλυκιά ανάµνηση όταν ανέβηκαν και οι τρεις και στριµώχτηκαν ο ένας πλάι στον άλλο προσπαθώντας να βολευτούν όσο το δυνατόν καλύτερα, ενώ η Αλεξάνδρα δήλωνε όλο αισιοδοξία. «Εγώ πάντως δεν πρόκειται να κλείσω µάτι όλη νύχτα. Άσε την πείνα που έχω…» «Αυτό το τελευταίο, µπορούσες και να µην το έχεις αναφέρει» διαµαρτυρήθηκε απότοµα ο Άλκης νιώθοντας τα γουργουρητά στο στοµάχι του, που τόση ώρα πάλευε να αγνοήσει, να δυναµώνουν. Άρχισαν να µιλάνε, λέγοντας όποιες απίθανες ιστορίες σκεφτόταν ο καθένας προσπαθώντας να διώξουν τον εκνευρισµό και την πείνα τους, αλλά όπως το σκοτάδι πύκνωνε οι φωνές τους χαµήλωναν ασυναίσθητα σαν να φοβόντουσαν µην ξυπνήσουν τους άγνωστους κατοίκους της περιοχής. Σιγά-σιγά έπαψαν να µιλούν καθώς τους νίκησε η κούραση κι αποκοιµήθηκαν µε πρώτη απ’ όλους την κοπέλα, παρ’ όλες τις βαρύγδουπες δηλώσεις της.
— 13 —
2
Ο
ι ώρες κύλησαν και θα πρέπει να ήταν λίγο µετά τα µεσάνυχτα, όταν ξαφνικά τινάχτηκαν ταυτόχρονα και ξύπνησαν από ένα άγριο τράνταγµα που παραλίγο να τους ρίξει κάτω από το δέντρο. «Σεισµός!» ψιθύρισε έντροµος ο Άλκης κι αρπάχτηκε από τα κλαδιά. Ένα δεύτερο τράνταγµα έκανε τα δόντια τους να χτυπήσουν και η Αλεξάνδρα ψιθύρισε τροµαγµένη: «Μήπως κάποιο ζώο κουτουλάει το δέντρο και προσπαθεί να µας ρίξει κάτω;» Αφουγκράστηκαν και οι τρεις µε προσοχή, αλλά δεν άκουσαν τίποτα. Ούτε ανάσες, ούτε θροΐσµατα. Το δε σκοτάδι ήταν τόσο πηχτό που µόλις και ξεχώριζαν τα κλαδιά πάνω στα οποία καθόντουσαν. Σαν ναυαγοί πάνω σε σχεδία, στο κέντρο µιας µαύρης πλατιάς θάλασσας. Ένιωσαν άλλες δυο δονήσεις, αλλά πολύ πιο αδύναµες κι ύστερα όλα ησύχασαν. Παρ’ όλο τον φόβο και τον εκνευρισµό τους, η κούραση τους νίκησε ξανά και αποκοιµήθηκαν ως το πρωί, που οι ακτίνες του ήλιου πέρασαν σαν λόγχες ανάµεσα από τα φυλλώµατα και ήρθαν να τους ξυπνήσουν. Κατέβηκαν και έτρεξαν στο ποτάµι να πλυθούν. Το νερό ήταν σκέτος πάγος, αλλά τους ξύπνησε για τα καλά. Αποφάσισαν να ακολουθήσουν τη διαδροµή του, βαδίζοντας παράλληλα µε την όχθη, ελπίζοντας ότι θα πέρναγε πλάι από κάποια κατοικηµένη περιοχή. Μετά από µια — 14 —
ΤΟ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΟΡΡΕ
ώρα περίπου, το τοπίο άλλαξε. Το ποτάµι αποχαιρέτησε το δάσος και µε µια απότοµη στροφή συνέχισε προς τα κάτω. Η παρέα αποφάσισε να ακολουθήσει την ακροποταµιά βαδίζοντας στο άγνωστο µονοπάτι µε τις αισθήσεις σε επιφυλακή. Λίγο πιο κάτω, ξαφνικά και εντελώς αναπάντεχα βρέθηκαν µπροστά σε µια ξύλινη γέφυρα, κατεστραµµένη εντελώς. Στάθηκαν να την περιεργαστούν και ο Λεωνίδας πρώτος είπε δυνατά αυτό που και οι τρεις σκέφτηκαν ταυτόχρονα. «Πως είναι δυνατόν να έσπασε αυτό το πράγµα βρε παιδιά. Είκοσι µέτρα γέφυρα και έχει γίνει κοµµάτια. Κοίτα τους πασσάλους που στηρίζεται, έχουν το πάχος ανθρώπινου ποδιού και είναι σπασµένοι σαν σπιρτόξυλα. Μόνο µε έκρηξη γίνεται αυτό». Η Αλεξάνδρα τον άρπαξε από το µανίκι. «Κοίτα απέναντι. Στην άλλη πλευρά. Εκεί πρέπει να ήταν κανονικά ο δρόµος που οδηγεί στην γέφυρα…» Ο Λεωνίδας κοίταξε και τρόµαξε. Κάποια άγνωστη δύναµη είχε σκάψει µια φοβερή αυλακιά δέκα µέτρα φαρδιά και είχε ξεριζώσει τα δέντρα σαν να ήταν χάρτινα. Τα πεσµένα φύλλα και τα κλαδιά των δέντρων στη γη ήταν ακόµα πράσινα και φουντωτά, µαρτυρώντας πως το κακό είχε γίνει πριν από λίγες µόνο ώρες. «Τι είναι αυτό;» µουρµούρισε. «Ποιος έκανε αυτή την καταστροφή;» «Νοµίζω ότι πολύ προσεκτικά µπορούµε ένας-ένας να περάσουµε απέναντι» δήλωσε ο Άλκης εξετάζοντας προσεκτικά τα αποµεινάρια, «να δούµε από κοντά τι έχει γίνει. Έτσι κι αλλιώς και η γέφυρα και ο πρώην δρόµος είναι έργα ανθρώπων, άρα βρισκόµαστε κοντά σε κάποια πόλη». — 15 —
140 × 210 SPINE: 10 FLAPS: 70
Έργα της ιδίας ΕΦΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΟΡΡΕ
Σ
τεκόταν στη πλαγιά του βουνού ανάμεσα σε δέντρα που πύκνωναν προς τα κάτω, προς τους πρόποδες, σχηματίζοντας ένα μεγάλο δάσος. Σήκωσε το βλέμμα ψηλά και τον έπιασε δέος. Τα δέντρα αραίωναν σταδιακά προς την κορυφή και παραχωρούσαν τη θέση τους σε ξερούς άγριους θάμνους που κι αυτοί με τη σειρά τους λιγόστευαν καθώς το βλέμμα του ανέβαινε ολοένα ψηλότερα, όπου γυμνοί γκρίζοι βράχοι δέσποζαν τεράστιοι και τρομακτικοί. Και ακόμα πιο πάνω, πολύ πιο ψηλά, εκεί που η πλαγιά χανόταν μέσα στον ασπρογάλανο ουρανό, ξεχώριζαν χιονισμένες μύτες που σμίγανε με τα σύννεφα. «Θεέ μου, από εκεί πάνω έπεσα;» αναρωτήθηκε με τρόμο. «Και πως είμαι ακόμα ζωντανός; Ή μήπως δεν είμαι…»
Η Έφη Παπανδρέου γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε. Τελείωσε την σχολή «ΜΩΡΑΪΤΗ» και σπούδασε «Διοίκηση Επιχειρήσεων» στο «DEREE COLLEGE». Δεν ασχολήθηκε όμως επαγγελματικά με τον κλάδο αυτό διότι παντρεύτηκε και για τα επόμενα δεκαεπτά χρόνια δούλεψε ως Art Director στην οικογενειακή επιχείρηση εκδόσεως περιοδικών. Στη συνέχεια, κύρια ασχολία της ήταν να μεγαλώσει τα δυο παιδιά της, ενώ παράλληλα άρχισε να γράφει διηγήματα και μυθιστορήματα. Κυκλοφορούν δυο παιδικά της μυθιστορήματα, το πρώτο με τίτλο: «Πετώντας με τους δράκους», από τις εκδόσεις Καστανιώτη και το δεύτερο, με τίτλο: «Η φυλή των Πεχόνε», από τις εκδόσεις Άγκυρα. Επίσης τα μυθιστόρηματά της: «Ρόδος-Αθήνα μετ’ επιστροφής» από τις εκδόσεις Μαγνήτης και «Μια στιγμή απροσεξίας» από τις εκδόσεις Οσελότος.
ISBN 978-960-564-820-6
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | Τηλ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
cover_vorres.indd 1
9 789605 648206
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ο σ ε λ ότ ο ς 30/7/2019 12:11:30 μμ