Skip to main content

Τα βαριά χαρτιά

Page 1

143 × 210  SPINE: 10.6  FLAPS: 80

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΑΠΑΛΙΑΡΗΣ

Μ

Ο Βασίλης Τσαπαλιάρης σπούδασε κοινωνιολογία και πολιτικές επιστήμες. Εργάστηκε, μεταξύ άλλων, ως εκδότης περιοδικού και ως ειδικός επιστήμονας. Έχει δημοσιεύσει μελέτες σε συλλογικούς τόμους και άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά για τον ελληνισμό της διασποράς και άλλα θέματα, και λογοτεχνικά κείμενα στο περιοδικό «Μύρτιλο» και σε άλλα έντυπα.

Τα βαριά χαρτιά

ε την παρούσα συλλογή διηγημάτων, κλείνει ένας εκκρεμής λογαριασμός του συγγραφέα, φιλοξενώντας διηγήματα από τρεις μικρές συλλογές του. «Τα βαριά χαρτιά», έχοντας ως φόντο την ελληνική πραγματικότητα, διερευνούν και απεικονίζουν τις στάσεις και τα ενεργήματα των χαρακτήρων μπροστά στη ζωή, στον φόβο του θανάτου και στους υποβολείς του φόβου, στον έρωτα και στη μοναχικότητα του βίου. Αλλά και σε αξίες όπως ο πλούτος και οι πειρασμοί του, με τη χρήση, τις λειτουργίες, την απληστία και τα παράγωγα του χρήματος. Κινούμενα, χωρίς πειραματισμούς γραφής, σε αυτή την ψυχολογική κλίμακα, τα διηγήματα της συλλογής βοηθούν, να καταλάβουμε καλύτερα την πολυσημία της ανθρώπινης εμπειρίας και μέσω αυτής τους ίδιους μας τους εαυτούς, καθώς η λογοτεχνία, μεταξύ των άλλων, αποτελεί ένα μέσο ερμηνείας της κοινωνικής ζωής. Του έλλογου και του άλογου της καθημερινότητάς μας.

ISBN 978-960-564-773-5

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


ΤΙΤΛΟΣ

Τα βαριά χαρτιά ΣΥΓΓΡΑΦΈΑΣ

Βασίλης Τσαπαλιάρης ΣΕΙΡΑ

Ελληνική λογοτεχνία [1358]0419/09 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ

Σωκράτης Τσαπαλιάρης ΕΠΙMΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ

Όλγα Παλαμήδη LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2019 Βασίλης Τσαπαλιάρης ΠΡΏΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αθήνα, Μάιος 2019 ISBN 978-960-564-773-5

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108

ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.


ΒΑΣΊΛΗΣ ΤΣΑΠΑΛΙΆΡΗΣ

Τα βαριά χαρτιά

Διηγήματα


Α

Τα βαριά χαρτιά ����������������������������������������������������������������������� 7 Όπου βραδιάζει και πατρίς ����������������������������������������������������15 Η γκαντεμιά και το «φράκταλ» ατόπημα ��������������������������21 Η μεγάλη χρηματιστική «ευκαιρία» �������������������������������������31

Α

5


Τα βαριά χαρτιά

Ο

υδράργυρος ανέβαινε συνέχεια τις τελευταίες μέ­ ρες, ακολουθώντας τις ακροβασίες της σκέψης του. Όλες οι διαδρομές, όλες τις μέρες, απόπνεαν ιδρώτα και ένταση. Ακόμα και το ταμπλό στην αίθουσα του Χρη­ ματιστηρίου, κι η μουσική από το ραδιόφωνο στην κονσόλα του οδηγού. Εντέλει, κι η ίδια η σκέψη του, διατρέχοντας τα σημεία αναφοράς της προσοχής του, ξεκινώντας από το κινητό του τηλέφωνο, μεταπηδώντας στα «μωρά» της Συγγρού και στην ιδιόλεκτο της νύχτας, καταλήγοντας ν’ ανεβάζει από φανάρι σε φανάρι τους δείκτες της τεστοστε­ ρόνης του, κυνηγώντας την τύχη του. Όσο έτρεχε από τη Βουλιαγμένης προς το Δυτικό Αερο­ δρόμιο και ο πελάτης βιαζότανε κι έπαιζε το ραδιόφωνο στον FM, τόσο ανέβαινε το κύμα του καύσωνα και ο πυ­ ρετός της προσοχής του. Το μάτι του, εν εγρηγόρσει, έτρε­ χε και ξανάτρεχε αδιάλειπτα από την κορδέλα του δρόμου στην κονσόλα, στο ανοιχτό κινητό τηλέφωνο, βρισκόμενος σε «διαδικασία κατεπείγοντος», πότε θα χτυπήσει, αισθα­ νόμενος σαν κυνηγός που κυνηγάει την τύχη του με το του­ φέκι. Μόλο που οι παραστάσεις της νύχτας, με τα «ατελείω­ τα μωρά» της Συγγρού δεν τον αφήνανε σε ησυχία, σαν να ’χαν σφηνωθεί ξανά στο μυαλό του, με τη χαρακτηριστική αργκό από την πιάτσα της νύχτας. «Νυχτωμένος». Ξενύχτης, κατευθείαν από το «LIBIDO CATS» της Συγγρού στο ταξί, από την ώρα που άνοιξε την πόρτα να μπει ο πρώτος πελάτης. Ένιωθε τη ζέστη ν’ ανε­ βαίνει μέχρι τον ουρανίσκο του, κι από κει να κατεβαίνει στο στομάχι του, με μια πνιγηρή γεύση και μυρωδιά χωμα­ τερής, ανάκατη από τα σφηνάκια του κέντρου και τη δυσω­

Τα βαριά χαρτιά

7


δία της σήψης των καρπουζιών στους κάδους των σκουπι­ διών. Aπ’ τη στιγμή που τον παρακάλεσε ν’ αλλάξει συχνό­ τητα ο πελάτης –ο τύπος με το σβηστό τσιμπούκι στα χέ­ ρια, τον παναμά και το κοντό μαύρο γένι–, το ραδιόφωνο έπαιζε στον ίδιο σταθμό. Έπειτα από ένα μουσικό διάλειμ­ μα, κι ενώ φτάνανε στο αεροδρόμιο, άρχισε μια εκπομπή με ειδήσεις και αναλύσεις των ειδικών για τις εξελίξεις της μέ­ ρας. Άνοιξε τη δική του πόρτα για να κατεβεί, να του βγάλει τις βαλίτσες, όμως o άλλος –αυτός ο «Τσι-Μπου-Κι», όπως του ερχόταν να τον σαρκάσει, καθώς του έδινε την εντύ­ πωση Ασιάτη, παρά ντόπιου– σαν να ’χε τρομοκρατηθεί με το πρώτο κύμα του καύσωνα που μπήκε από την πόρτα του οδηγού – δεν έκανε ούτε μια κίνηση ν’ ανοίξει τη δική του. Αντί να τον ρωτήσει για τα κόμιστρα, να ψαχτεί, να βγάλει λεφτά να τον πληρώσει, να κάνει μια κίνηση να βγει, έσκυ­ ψε αριστερά του στην κονσόλα κι έστησε το αυτί του στο ραδιόφωνο, χώνοντας τη σβησμένη πίπα στο στόμα. Πρώτη φορά τού συνέβαινε πελάτης που βιαζότανε να ταξιδέψει με αεροπλάνο, να μη βιάζεται να κατεβεί. Έτσι, έκλεισε κι εκείνος τη δική του πόρτα κι έσκυψε με τη σειρά του πάνω από το ραδιόφωνο. Τα κεφάλια τους, γέρνοντας με φούρια και μετά ισορροπώντας στην ίδια ευθεία, σμίξα­ νε αδιαχώρητα, λες ως ένα και το αυτό κεφάλι από κούκλες «Mapet Show». Αισθάνθηκε το γείσο από το ψαθάκι του επιβάτη να τον αγγίζει σε μια παλιά ουλή κάτω από το φρύδι του, που ορι­ σμένες φορές αισθανόταν ακόμα να τον τσούζει. Του μύρι­ ζε «Paddock Fresh», ένα είδος κολόνιας που τον απωθού­ σε, ανάκατα με την καρβουνίλα του σβησμένου καπνού απ’ την πίπα του. Του ερχόταν φαγούρα, διάθεση ν’ ανοίξει την πόρτα και να τον πετάξει έξω, αλλά οι ειδήσεις, όσο απί­

8

BΑΣΊΛΗΣ ΤΣΑΠΑΛΙΆΡΗΣ


στευτες και να φαίνονταν, τον έκαναν να κατευνάσει τη δυ­ σφορία του. «Ο δείκτης στη Σοφοκλέους παρουσίασε απρόβλεπτη πτώση, ύστερα από μια περίοδο που έδειχνε να ανεβαίνει, να κλείνει σε ύψη ρεκόρ και να ανεβαίνουν σε υψηλά επίπε­ δα οι μετοχές των περισσότερων κατασκευαστικών εταιρι­ ών… Ο Σταθμός θα επανέλθει στο θέμα με ζωντανά ρεπορ­ τάζ και σχόλια των ειδικών». Αδύνατον των αδυνάτων! Τ’ άκουγε και δεν μπορούσε να το πιστέψει. Μόνο η πα­ ρεμβολή και η παραφραστική επινόηση κάποιου δαιμόνι­ ου φαρσέρ ραδιοπειρατή θα μπορούσε να φέρει τα πάνω κάτω στις βεβαιότητές του και στις παραδοχές ολόκληρης της πόλης –που για καιρό ανέβαζε ρίγη στις μαζώξεις και στους δέκτες της τηλεόρασης, όπως στις εξέδρες των γηπέ­ δων του κέντρου–, η σχεδόν κλισέ είδηση που άκουγε και του άρεσε να του χαϊδεύει τ’ αυτιά, τα πρωινά. Η είδηση που με αυτήν κοιμόταν και σηκωνόταν, σαν να ’χε γίνει ένα με το μόριό του, δεύτερη φύση του: «Ο δείκτης στη Σοφο­ κλέους έκλεισε εχθές σε ύψος ρεκόρ… Αναμένεται και άλ­ λη άνοδος στις μετοχές των περισσότερων κατασκευαστι­ κών εταιριών…» Ζέστη. Με μισάνοιχτη τη δική του πόρτα, το κύμα της ζέστης τον έλουσε. Έσταζε, αλλά τώρα του φαινόταν να δροσίζεται από τον ίδιο του τον ιδρώτα. Σαν να κολυμπού­ σε γυμνός, αντί να κάθεται στη θέση του οδηγού, όπως η Σουηδή τουρίστρια που θυμότανε να πέφτει στο σιντριβά­ νι της Ομόνοιας πριν πιάσουν τα έργα του μετρό. Τότε που ήταν το μόνο σημείο που δρόσιζε καθώς πέρναγε, όταν δεν είχε ακόμα κλιματισμό στο ταξί και δεν συναντούσε άλλο κοντινό σημείο με πίδακες στην πόλη. Απασχολημένοι με τις ειδήσεις, θυμήθηκαν ξαφνιασμέ­ νοι πως βρίσκονταν στο τέλος της διαδρομής, τη στιγμή

Τα βαριά χαρτιά

9


που άρχισε να κάνει παράσιτα, και σκέφτηκε να κλείσει το ραδιόφωνο. Κοιτάχτηκαν κι οι δυο απορημένοι που ήταν ακόμα εκεί, ο ένας έχοντας να πετάξει με το αεροπλάνο, κι ο άλλος περιμένοντάς τον να βγει και στη συνέχεια να κοι­ τάξει να βρει πελάτη για άλλη κούρσα. Κοίταξε το ρολόι του, μισάνοιξε την πόρτα και την κρά­ τησε για να βγει, αλλά ο πελάτης, ενώ του ’δωσε τα κόμι­ στρα, δεν έκανε καμιά κίνηση να βγει έξω. «Κάτι ξέχασα. Σε παρακαλώ, με γυρνάς πίσω;» τον ρώ­ τησε καθώς του έδινε τα ρέστα και τον περίμενε να βγει, ώστε να βγει κι ο ίδιος μαζί του, για να του κατεβάσει τις βαλίτσες. Τώρα που αυτός τον καθυστερούσε κι εκείνος βιαζόταν να τον ξεφορτωθεί, να βρει άλλον πελάτη, να «σενιάρει» το «μηχάνημα», και να τηλεφωνήσει στον αδελφό του και στον συνέταιρό του, του ερχόταν να τον πνίξει, αλλά υπά­ κουσε. «Ξαναγύρνα με στη Σοφοκλέους, κοντά στη διασταύ­ ρωση με την Αριστείδου. Και παρακαλώ, βάλε ξανά το ρα­ διόφωνο στον ίδιο σταθμό, μετά την Πλατεία Ευρώπης, από κει που δεν κάνουν παράσιτα οι σταθμοί!» Η διαδρομή πίσω τού φαινόταν αιώνας. Σκεφτότανε να επικοινωνούσε το συντομότερο με τον αδελφό του και με­ τά με τον χρηματιστή του δικηγόρου του, καθώς η είδη­ ση, αναστατώνοντάς τον, τον περιέλουσε σαν ένα νέο κύμα καύσωνα, τη στιγμή που ως άλλος Σόρος έκανε σχέδια επί σχεδίων, προσβλέποντας στα φημολογούμενα «βαριά χαρ­ τιά» και στις αποδόσεις τους. Τις μετοχές του συμπληρω­ ματικού πακέτου που προγραμμάτιζε να αγοράσει και δεν έμενε παρά να βρει και να πληρώσει το απαιτούμενο ποσό, κατ’ ανάγκη δανειζόμενος όσο όσο, για να βρεθεί πρόσω­ πο με πρόσωπο με την τύχη του στους δείκτες του Χρημα­ τιστηρίου.

10

BΑΣΊΛΗΣ ΤΣΑΠΑΛΙΆΡΗΣ


Αυτός, τηρουμένων των αναλογιών, δεν είχε στον νου του τα χρηματικά παιχνίδια του γνωστού επενδυτή, που δεν θα μπορούσε να αγγίξει ούτε στις πιο παρακινδυνευ­ μένες διαδρομές των ονείρων του τις ώρες που κοιμότανε. Ήταν απλά κι «εδώ και τώρα» τα όσα ήθελε, αν οι μετο­ χές δεν ήταν φούσκες και είχανε τα αναμενόμενα κέρδη της χρηματιστηριακής αγοράς. Μέσα σ’ ένα βράδυ θα άλλαζε τη ζωή του για όσες φορές και για όσα πράγματα είχε ονει­ ρευτεί και δεν είχε καταφέρει νύχτες και νύχτες, και είχε χά­ σει ξυπνώντας το πρωί. Αρκούσε τα χαρτιά που θ’ αγόραζαν να κάνανε πολλά «λίμιτ απ» – «λίμιτ» και «λίμιτ απ», σύμ­ φωνα με τη γλώσσα του χρηματιστή του δικηγόρου του και τα λεγόμενα του συνεταίρου του. Αν φέρνανε τις αναμενόμενες αποδόσεις, θα μπορούσε, εντελώς για πλάκα, να κάνει ό,τι του ερχότανε, χωρίς περι­ στροφές, σκεφτόμενος το παροιμιώδες διάβημα του αδελ­ φού του που, μην έχοντας πάρει ποτέ κανονικό μισθό προ­ τού πάει μετανάστης, είχε κάψει στη φωτιά τα λεφτά του πρώτου μισθού του, στο Moulamein, στην Αυστραλία, κα­ ταλήγοντας να ζει με δανεικά απ’ τα ξαδέλφια του, πριν κα­ ταφέρει να πάρει τον δεύτερο τακτικό μισθό της ζωής του! Με τη φημολογούμενη απόδοση κερδών, όση τον έφτα­ νε, όλες οι εκδοχές ήτανε ανοιχτές. Θα μπορούσε, καθώς το ’βαζε στο φαντασιακό του, είχε δεν είχε πελάτη, να πα­ τούσε φρένο στη μέση του δρόμου, να κατέβαζε τις πινακί­ δες και ν’ άφηνε το ταξί ως αγνώστου ιδιοκτησίας, για τα συνεργεία του δήμου και τις μάνδρες του ΟΔΔΥ, να απο­ ζημίωνε για την πλάκα του τον συνέταιρό του, να ναύλω­ νε αποκλειστικά για κείνονε και τους φίλους του ένα βρά­ δυ το «LIBIDO CATS» της Συγγρού, ν’ αγόραζε μονοκα­ τοικία και διαμερίσματα για τα παιδιά του, και πριν από αυ­ τό μια μηχανή Harley Davinson για τον πρωτότοκο γιο του, να «πετάει»!

Τα βαριά χαρτιά

11


143 × 210  SPINE: 10.6  FLAPS: 80

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΑΠΑΛΙΑΡΗΣ

Μ

Ο Βασίλης Τσαπαλιάρης σπούδασε κοινωνιολογία και πολιτικές επιστήμες. Εργάστηκε, μεταξύ άλλων, ως εκδότης περιοδικού και ως ειδικός επιστήμονας. Έχει δημοσιεύσει μελέτες σε συλλογικούς τόμους και άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά για τον ελληνισμό της διασποράς και άλλα θέματα, και λογοτεχνικά κείμενα στο περιοδικό «Μύρτιλο» και σε άλλα έντυπα.

Τα βαριά χαρτιά

ε την παρούσα συλλογή διηγημάτων, κλείνει ένας εκκρεμής λογαριασμός του συγγραφέα, φιλοξενώντας διηγήματα από τρεις μικρές συλλογές του. «Τα βαριά χαρτιά», έχοντας ως φόντο την ελληνική πραγματικότητα, διερευνούν και απεικονίζουν τις στάσεις και τα ενεργήματα των χαρακτήρων μπροστά στη ζωή, στον φόβο του θανάτου και στους υποβολείς του φόβου, στον έρωτα και στη μοναχικότητα του βίου. Αλλά και σε αξίες όπως ο πλούτος και οι πειρασμοί του, με τη χρήση, τις λειτουργίες, την απληστία και τα παράγωγα του χρήματος. Κινούμενα, χωρίς πειραματισμούς γραφής, σε αυτή την ψυχολογική κλίμακα, τα διηγήματα της συλλογής βοηθούν, να καταλάβουμε καλύτερα την πολυσημία της ανθρώπινης εμπειρίας και μέσω αυτής τους ίδιους μας τους εαυτούς, καθώς η λογοτεχνία, μεταξύ των άλλων, αποτελεί ένα μέσο ερμηνείας της κοινωνικής ζωής. Του έλλογου και του άλογου της καθημερινότητάς μας.

ISBN 978-960-564-773-5

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Τα βαριά χαρτιά by Εκδόσεις Οσελότος - Issuu