Skip to main content

Σοφία Σολομώντος / Σοφία Σειράχ / Εκκλησιαστής / Παροιμίες

Page 1

213 × 286  SPINE: 33  FLAPS: 0

ISBN 978-960-564-371-3

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΚ ΤΩΝ Ο΄ Α. Θ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Ὁ Θανάσης Χαραλαμπίδης γεννήθηκε τὸ 1968 στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου καὶ ζεῖ. Εἶναι ἀπόφοιτος τοῦ Τμήματος Φιλολογίας τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Τιτλος ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ Συγγραφέας Ἀθανάσιος Θ. Χαραλαμπίδης Επιmελεια - Διορθωση Ἀθανάσιος Θ. Χαραλαμπίδης Layout - Design Myrtilo, Λένα Παντοπούλου Copyright© 2016 Ἀθανάσιος Θ. Χαραλαμπίδης Πρώτη Εκδοση Ἀθήνα, Ἀπρίλιος 2016

ISBN 978-960-564-371-3

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ:

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ. : 210 6431108 E-MAIL: ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ �����������������������������������������5 ΣΟΦΙΑ ΣΕΙΡΑΧ ���������������������������������������������������������79 ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ ���������������������������������������������������277 ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ �����������������������������������������������������������327


ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΕΚ ΤΩΝ Ο΄ Α. Θ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ


ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ 7

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ κείμενο τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄) ἀκολουθεῖ πιστὰ τὸ κείμενο τῆς ἔκδοσης τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως αὐτὸ εἶναι καταχωρημένο

στὸν

ἱστότοπο

τῆς

Ἀποστολικῆς

Διακονίας

στὸ

διαδίκτυο

(http://www.apostoliki-diakonia.gr). Οἱ ὅποιες διορθώσεις ἔγιναν σὲ λάθος γραμματικοὺς τύπους ἢ λέξεις τοῦ κειμένου δηλώνονται στὸ τέλος ἑκάστου κεφαλαίου. Ἡ διάταξη τοῦ ἀρχαίου κειμένου σὲ στίχους βασίστηκε στὴν κριτικὴ ἔκδοση τοῦ Alfred Rahlfs (βλ. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη κατὰ τοὺς Ο΄ (Septuaginta), Ἐπιστημονικὴ ἐπιμέλεια Prof. D. Dr. Alfred Rahlfs, Βιβλικὴ Ἐταιρία, Ἀθῆναι), ἐκτὸς ἀπὸ ἐλάχιστες περιπτώσεις, ὅπου αὐτὸ δὲν ἦταν δυνατό, λόγῳ τῶν διαφορῶν ποὺ ὑπάρχουν ἀνάμεσα στὰ δύο κείμενα. Τέλος, ἡ διάταξη τοῦ ἀρχαίου κειμένου σὲ παραγράφους, προκειμένου γιὰ τὴν ἀρχὴ κάθε κεφαλαίου βασίστηκε στὴν κριτικὴ ἔκδοση τοῦ Rahlfs, ἐνῶ προκειμένου γιὰ τὸ ἐσωτερικὸ τῶν κεφαλαίων βασίστηκε στὸ κείμενο τῆς ἔκδοσης τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας. Ἡ μετάφραση ἐκπονήθηκε ἀπὸ Δευτέρα 20 Ὀκτωβρίου 2014 ὡς Κυριακὴ 11 Ἰανουαρίου 2015.


8

ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

1 ΑΓΑΠΗΣΑΤΕ δικαιοσύνην, οἱ κρίνοντες τὴν γῆν, φρονήσατε περὶ τοῦ Κυρίου ἐν ἀγαθότητι, καὶ ἐν ἁπλότητι καρδίας ζητήσατε αὐτόν· 2 ὅτι εὑρίσκεται τοῖς μὴ πειράζουσιν αὐτόν, ἐμφανίζεται δὲ τοῖς μὴ ἀπιστοῦσιν αὐτῷ. 3 σκολιοὶ γὰρ λογισμοὶ χωρίζουσιν ἀπὸ Θεοῦ, δοκιμαζομένη τε ἡ δύναμις ἐλέγχει τοὺς ἄφρονας. 4 ὅτι εἰς κακότεχνον ψυχὴν οὐκ εἰσελεύσεται σοφία, οὐδὲ κατοικήσει ἐν σώματι κατάχρεῳ ἁμαρτίας· 5 ἅγιον γὰρ πνεῦμα παιδείας φεύξεται δόλον καὶ ἀπαναστήσεται ἀπὸ λογισμῶν ἀσυνέτων καὶ ἐλεγχθήσεται ἐπελθούσης ἀδικίας. 6 φιλάνθρωπον γὰρ πνεῦμα σοφία καὶ οὐκ ἀθῳώσει βλάσφημον ἀπὸ χειλέων αὐτοῦ· ὅτι τῶν νεφρῶν αὐτοῦ μάρτυς ὁ Θεὸς καὶ τῆς καρδίας αὐτοῦ ἐπίσκοπος ἀληθὴς καὶ τῆς γλώσσης ἀκουστής· 7 ὅτι πνεῦμα Κυρίου πεπλήρωκε τὴν οἰκουμένην, καὶ τὸ συνέχον τὰ πάντα γνῶσιν ἔχει φωνῆς. 8 διὰ τοῦτο φθεγγόμενος ἄδικα οὐδεὶς μὴ λάθῃ, οὐδὲ μὴ παροδεύσῃ αὐτὸν ἐλέγχουσα ἡ δίκη. 9 ἐν γὰρ διαβουλίοις ἀσεβοῦς ἐξέτασις ἔσται, λόγων δὲ αὐτοῦ ἀκοὴ πρὸς Κύριον ἥξει εἰς ἔλεγχον ἀνομημάτων αὐτοῦ· 10 ὅτι οὖς ζηλώσεως ἀκροᾶται τὰ πάντα, καὶ θροῦς γογγυσμῶν οὐκ ἀποκρύπτεται. 11 φυλάξασθε τοίνυν γογγυσμὸν ἀνωφελῆ καὶ ἀπὸ καταλαλιᾶς φείσασθε γλώσσης· ὅτι φθέγμα λαθραῖον κενὸν οὐ πορεύσεται, στόμα δὲ καταψευδόμενον ἀναιρεῖ ψυχήν. 12 μὴ ζηλοῦτε θάνατον ἐν πλάνῃ ζωῆς ὑμῶν, μηδὲ ἐπισπᾶσθε ὄλεθρον ἔργοις χειρῶν ὑμῶν· 13 ὅτι ὁ Θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων. 14 ἔκτισε γὰρ εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα, καὶ σωτήριοι αἱ γενέσεις τοῦ κόσμου, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν αὐταῖς φάρμακον ὀλέθρου οὔτε ᾅδου βασίλειον ἐπὶ γῆς. 15 δικαιοσύνη γὰρ ἀθάνατός ἐστιν. 16 ᾿Ασεβεῖς δὲ ταῖς χερσὶ καὶ τοῖς λόγοις προσεκαλέσαντο αὐτόν, φίλον ἡγησάμενοι αὐτὸν ἐτάκησαν καὶ συνθήκην ἔθεντο πρὸς αὐτόν, ὅτι ἄξιοί εἰσι τῆς ἐκείνου μερίδος εἶναι.


ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ 9

1 Ἀγαπῆστε τὴν δικαιοσύνη, οἱ ἄρχοντες τῆς γῆς, φρονῆστε γιὰ τὸν Κύριο μὲ ἀγαθότητα, καὶ μὲ ἁπλότητα καρδιᾶς ἀναζητῆστε τον· 2 γιατὶ τὸν βρίσκουνε ὅσοι δὲν τὸν πειράζουνε, ἐμφανίζεται σ’ ὅσους δὲν ἀπιστοῦνε. 3 Λογισμοὶ στρεβλοὶ χωρίζουν ἀπὸ τὸν Θεό, κι ὅταν ἡ δύναμή του δοκιμάζεται, τοὺς ἄφρονες ἐλέγχει. 4 Γιατὶ σοφία σὲ κακόβουλη ψυχὴ δὲ θὰ εἰσέλθει, οὔτε σὲ σῶμα πλῆρες ἁμαρτιῶν θὰ κατοικήσει· 5 γιατὶ τὸ ἅγιο πνεῦμα παιδείας, τὸν δόλο θ’ ἀποφύγει κι ἀπ’ τοὺς ἀσύνετους τοὺς λογισμοὺς μακριὰ θὰ φύγει καὶ θὰ φυγαδευτεῖ ὅταν ἐπέλθει ἀδικία. 6 Πνεῦμα φιλάνθρωπο ἡ σοφία καὶ τὸν βλάσφημο αὐτὴ δὲ θ’ ἀθωώσει ἀπ’ ὅσα ἔχουν τὰ χείλη του ἀρθρώσει· γιατὶ τῶν λογισμῶν του μάρτυς ὁ Θεὸς κι ἐπίσκοπος τῆς καρδιᾶς του ἀληθὴς καὶ θ’ ἀκούσει ὅσα ἡ γλώσσα του θὰ πεῖ· 7 γιατὶ πνεῦμα Κυρίου τὴν οἰκουμένη πληροῖ, κι αὐτὸ ποὺ τὰ πάντα συνέχει, γνώση ἔχει φωνῆς. 8 Γι’ αὐτὸ καὶ λόγο ἄδικο καθεὶς ποὺ ἐκστομίζει, τὴν προσοχή του αὐτὸς δὲ θὰ διαφύγει, οὔτε καὶ θὰ τὸν προσπεράσει δίχως ἔλεγχο ἡ δίκη. 9 Τὰ διαβούλια τοῦ ἀσεβοῦς θὰ ἐξετάσει, καὶ ἡ ἀκοὴ τῶν λόγων του στὸν Κύριο θὰ φτάσει καὶ τ’ ἀνομήματά του θὰ δικάσει· 10 γιατὶ τ’ ἀφτὶ τοῦ ζήλου του τὰ πάντα ἀκροᾶται, καὶ θρόισμα γογγυσμῶν, δὲ μένει αὐτὸ κρυφό. 11 Ἀπ’ τὸν ἀνώφελο, λοιπόν, διαφυλαχτεῖτε λογισμὸ κι ἀπ’ τὴν καταλαλιὰ τὴ γλώσσα συγκρατῆστε· γιατὶ λόγος λαθραῖος, κενὸς δὲ θὰ παρέλθει, καὶ στόμα ποὺ ψευδολογεῖ, θανατώνει τὴν ψυχή. 12 Μὴ μὲ τὴν πλάνη τῆς ζωῆς σας τὸν θάνατο ζητᾶτε, μήτε τὸν ὄλεθρο μὲ τὰ ἔργα τῶν χεριῶν σας ν’ ἀποσπᾶτε· 13 γιατὶ ὁ Θεὸς τὸν θάνατο δὲν ἔκανε, οὔτε καὶ μὲ τῶν ζώντων τὴν ἀπώλεια εὐφραίνεται. 14 Γιατὶ τὰ πάντα στὸ εἶναι, αὐτὸς ἔκτισε κι ἔφερε, καὶ σωτήριες τοῦ κόσμου οἱ γενέσεις, κι ὀλέθρου δηλητήριο δὲν ἦταν τότ’ ἐκεῖ οὔτε τοῦ ἅδη τὸ βασίλειο ἐπὶ γῆς. 15 Γιατὶ ἡ δικαιοσύνη εἶν’ ἀθάνατη ἐσαεί. 16 Ἀλλὰ μὲ πράξεις καὶ μὲ λόγια οἱ ἀσεβεῖς τὸν θάνατο προκάλεσαν αὐτοί, φίλο τους τὸν θεώρησαν κι ἔχουν ἀναλωθεῖ καὶ μαζί του συνάψανε συνθήκη, γιατὶ ἀντάξιοι τῆς μερίδας του ἔχουν γίνει.


10

ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

2 ΕΙΠΟΝ γὰρ ἐν ἑαυτοῖς λογισάμενοι οὐκ ὀρθῶς· ὀλίγος ἐστὶ καὶ λυπηρὸς ὁ βίος ἡμῶν, καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τελευτῇ ἀνθρώπου, καὶ οὐκ ἐγνώσθη ὁ ἀναλύσας ἐξ ᾅδου. 2 ὅτι αὐτοσχεδίως ἐγεννήθημεν, καὶ μετὰ τοῦτο ἐσόμεθα ὡς οὐχ ὑπάρξαντες· ὅτι καπνὸς ἡ πνοὴ ἐν ρισὶν ἡμῶν, καὶ ὁ λόγος σπινθὴρ ἐν κινήσει καρδίας ἡμῶν, 3 οὗ σβεσθέντος τέφρα ἀποβήσεται τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα διαχυθήσεται ὡς χαῦνος ἀήρ. 4 καὶ τὸ ὄνομα ἡμῶν ἐπιλησθήσεται ἐν χρόνῳ, καὶ οὐθεὶς μνημονεύσει τῶν ἔργων ἡμῶν· καὶ παρελεύσεται ὁ βίος ἡμῶν ὡς ἴχνη νεφέλης καὶ ὡς ὁμίχλη διασκεδασθήσεται διωχθεῖσα ὑπὸ ἀκτίνων ἡλίου καὶ ὑπὸ θερμότητος αὐτοῦ βαρυνθεῖσα. 5 σκιᾶς γὰρ πάροδος ὁ βίος ἡμῶν, καὶ οὐκ ἔστιν ἀναποδισμὸς τῆς τελευτῆς ἡμῶν, ὅτι κατεσφραγίσθη, καὶ οὐδείς ἀναστρέφει. 6 δεῦτε οὖν καὶ ἀπολαύσωμεν τῶν ὄντων ἀγαθῶν καὶ χρησώμεθα τῇ κτίσει ὡς ἐν νεότητι σπουδαίως. 7 οἴνου πολυτελοῦς καὶ μύρων πλησθῶμεν, καὶ μὴ παροδευσάτω ἡμᾶς ἄνθος ἔαρος. 8 στεψώμεθα ρόδων κάλυξι πρὶν ἢ μαρανθῆναι. 9 μηδεὶς ἡμῶν ἄμοιρος ἔστω τῆς ἡμετέρας ἀγερωχίας, πανταχῆ καταλίπωμεν σύμβολα τῆς εὐφροσύνης, ὅτι αὕτη ἡ μερὶς ἡμῶν καὶ ὁ κλῆρος οὗτος. 10 καταδυναστεύσωμεν πένητα δίκαιον, μὴ φεισώμεθα χήρας, μηδὲ πρεσβύτου ἐντραπῶμεν πολιὰς πολυχρονίους. 11 ἔστω δὲ ἡμῶν ἡ ἰσχὺς νόμος τῆς δικαιοσύνης, τὸ γὰρ ἀσθενὲς ἄχρηστον ἐλέγχεται. 12 ἐνεδρεύσωμεν δὲ τὸν δίκαιον, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστι καὶ ἐναντιοῦται τοῖς ἔργοις ἡμῶν καὶ ὀνειδίζει ἡμῖν ἁμαρτήματα νόμου καὶ ἐπιφημίζει ἡμῖν ἁμαρτήματα παιδείας ἡμῶν· 13 ἐπαγγέλλεται γνῶσιν ἔχειν Θεοῦ καὶ παῖδα Κυρίου ἑαυτὸν ὀνομάζει· 14 ἐγένετο ἡμῖν εἰς ἔλεγχον ἐννοιῶν ἡμῶν· βαρύς ἐστιν ἡμῖν καὶ βλεπόμενος, 15 ὅτι ἀνόμοιος τοῖς ἄλλοις ὁ βίος αὐτοῦ, καὶ ἐξηλλαγμέναι αἱ τρίβοι αὐτοῦ· 16 εἰς κίβδηλον ἐλογίσθημεν αὐτῷ, καὶ ἀπέχεται τῶν ὁδῶν ἡμῶν ὡς ἀπὸ ἀκαθαρσιῶν· μακαρίζει ἔσχατα δικαίων καὶ ἀλαζονεύεται πατέρα Θεόν. 17 ἴδωμεν εἰ οἱ λόγοι αὐτοῦ ἀληθεῖς, καὶ πειράσωμεν τὰ ἐν ἐκβάσει αὐτοῦ· 18 εἰ γάρ ἐστιν ὁ δίκαιος υἱὸς Θεοῦ, ἀντιλήψεται αὐτοῦ


ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ 11

2 Δίχως ὀρθὰ νὰ τὸ σκεφτοῦν, εἴπανε μέσα τους λοιπόν· ὁ βίος μας βραχὺς καὶ λυπηρός, καὶ ἴαση ἀπ’ τὸν θάνατο δὲν ἔχει, οὔτε κανεὶς ἔχει ἀπ’ τὸν ἅδη ἐπιστρέψει. 2 Τυχαία γεννηθήκαμε, καὶ θά ’ναι μετὰ θάνατον ὡσὰν νὰ μὴν ὑπήρξαμε· καπνὸς εἶν’ ἡ πνοὴ μὲς στὰ ρουθούνια μας, κι ὁ λόγος σπίθα στὶς κινήσεις τῶν καρδιῶν μας, 3 ποὺ ὅταν σβηστεῖ, στάχτη τὸ σῶμα θ’ ἀποβεῖ καὶ σὰν φτενὴ τὸ πνεῦμα μας πνοὴ θὰ διαχυθεῖ. 4 Καὶ τ’ ὄνομά μας σύντομα θ’ ἀπολησμονηθεῖ, καὶ τὰ ἔργα μας δὲ θ’ ἀναφέρει πιὰ κανείς· κι ὁ βίος μας σὰν τὴ νεφέλη θὰ διαβεῖ καὶ σὰν ὁμίχλη ὁλοσχερῶς θὰ διαλυθεῖ ποὺ ἀπ’ τὶς ἀκτίνες τοῦ ἡλίου ἔχει διωχθεῖ κι ἀπ’ τὴ θερμότητά του ἔχει πιὰ διασκορπιστεῖ. 5 Σὰν τὴ σκιὰ ὁ βίος μας, ποὺ ἔχει πλέον παρέλθει, κι ἐπάνοδο ἀπ’ τὸν θάνατο δὲν ἔχει, γιατὶ ἔχει ἑπτάκις σφραγιστεῖ, καὶ οὐδεὶς δὲν ἐπιστρέφει. 6 Ἐμπρός, λοιπόν, κάθε ἀγαθὸ ἂς ἀπολαύσουμε καὶ μὲ τῆς νιότης τὴ σπουδὴ τὴν κτίση ἂς χαροῦμε. 7 Μὲ τὸ ἐκλεκτότερο κρασὶ καὶ μύρα νὰ εὐφρανθοῦμε, τῆς ἄνοιξης τὰ ἄνθη συλλήβδην νὰ ὀσφρανθοῦμε. 8 Μὲ ρόδων, πρὶν νὰ μαραθοῦν, στεφάνι ἂς στολιστοῦμε. 9 Ἀμέτοχος κανείς μας νὰ μὴ μείνει στὸ ξέφρενο τῆς ζωῆς μας πανηγύρι, παντοῦ ἂς ἀφήσουμε ἴχνη μιᾶς τέτοιας εὐφροσύνης, γιατὶ μερίδα μας αὐτὴ καὶ κλῆρος ἔχει γίνει. 10 Ἂς καταδυναστεύσουμε τὸν δίκαιο φτωχό, τὶς χῆρες διόλου ἂς μὴν τὶς λυπηθοῦμε, μήτε τὰ χρόνια τοῦ πολιοῦ πρεσβύτη νὰ ντραποῦμε. 11 Κι ἂς εἶν’ ἡ δύναμή μας νόμος δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἡ ἀδυναμία καμιὰ δὲν ἔχει ἀξία. 12 Ἂς ἐνεδρεύσουμε τὸν δίκαιο, γιατὶ μᾶς εἶναι δύσχρηστος καὶ στὰ ἔργα μας μὲ ζέση ἀντιτίθεται καὶ γιὰ τὶς παραβάσεις μας διαρκῶς μᾶς ὀνειδίζει καὶ τὴν ἐν γένει διαγωγή μας δυσφημίζει· 13 γνώση Θεοῦ πὼς ἔχει ἀποφαίνεται καὶ τὸν ἑαυτό του δοῦλο τοῦ Κυρίου ὀνομάζει· 14 τὶς ἀντιλήψεις καὶ τὶς σκέψεις μας ἐλέγχει· εἶναι βαρὺς γιὰ μᾶς καὶ νὰ τὸν βλέπουμε, 15 γιατὶ δὲ μοιάζει μὲ τῶν ἄλλων ἡ ζωή του, καὶ εἶν’ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι οἱ δρόμοι οἱ δικοί του· 16 κίβδηλοι ἐμεῖς φαντάζουμε στὰ μάτια του, καὶ τὶς ὁδούς μας σὰν κοπριὰ τὶς ἀποστρέφεται· τὰ τέλη τῶν δικαίων μακαρίζει, πὼς τὸν Θεὸ ἔχει πατέρα του ἐπαίρεται. 17 Ἂς δοῦμε ἂν οἱ λόγοι του εἶν’ ὄντως ἀληθεῖς, καὶ σὲ δοκιμασία ἂς τὸν θέσουμε δεινή·


12

ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

καὶ ρύσεται αὐτὸν ἐκ χειρὸς ἀνθεστηκότων. 19 ὕβρει καὶ βασάνῳ ἐτάσωμεν αὐτόν, ἵνα γνῶμεν τὴν ἐπιείκειαν αὐτοῦ καὶ δοκιμάσωμεν τὴν ἀνεξικακίαν αὐτοῦ· 20 θανάτῳ ἀσχήμονι καταδικάσωμεν αὐτόν, ἔσται γὰρ αὐτοῦ ἐπισκοπὴ ἐκ λόγων αὐτοῦ. 21 Ταῦτα ἐλογίσαντο, καὶ ἐπλανήθησαν· ἀπετύφλωσε γὰρ αὐτοὺς ἡ κακία αὐτῶν, 22 καὶ οὐκ ἔγνωσαν μυστήρια Θεοῦ, οὐδὲ μισθὸν ἤλπισαν ὁσιότητος, οὐδὲ ἔκριναν γέρας ψυχῶν ἀμώμων. 23 ὅτι ὁ Θεὸς ἔκτισε τὸν ἄνθρωπον ἐπ᾿ ἀφθαρσίᾳ καὶ εἰκόνα τῆς ἰδίας ἀϊδιότητος ἐποίησεν αὐτόν· 24 φθόνῳ δέ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον, 25 πειράζουσι δὲ αὐτὸν οἱ τῆς ἐκείνου μερίδος ὄντες.

Σημείωση: στὸ ἐδάφιο 9, στίχος 1 τὸ ἀγερωγίας διορθώθηκε σὲ ἀγερωχίας· στὸ ἐδάφιο 19, στίχος 2 τὸ ἐπικείκειαν διορθώθηκε σὲ ἐπιείκειαν. Τέλος, οἱ παρακάτω διορθώσεις ἔγιναν μὲ βάση τὴν κριτικὴ ἔκδοση τοῦ Rahlfs (βλ. Προλογικὸ σημείωμα): στὸ ἐδάφιο 7, στίχος 2 τὸ ἀέρος διορθώθηκε σὲ ἔαρος· στὸ ἐδάφιο 23, στίχος 2 τὸ ἰδιότητος διορθώθηκε σὲ ἀϊδιότητος.


ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ 13

18 ἂν εἶν’ ὁ δίκαιος γιὸς Θεοῦ, θὰ τὸν σκεπάσει κι ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν του θὰ τὸν σώσει. 19 Μὲ ὕβρεις καὶ βασανισμοὺς αὐτὸν ἂς βασανίσουμε, ὥστε τὴν ἐπιείκειά του νὰ γνωρίσουμε, τὴν ἀνεξικακία του σκληρὰ νὰ δοκιμάσουμε· 20 σὲ θάνατο ἐπαίσχυντο ἂς τὸν καταδικάσουμε, ἀφοῦ ἄνωθεν βοήθεια θὰ βρεῖ ὅπως ἔχει πεῖ. 21 Αὐτὰ συλλογιστήκανε, κι ἔχουνε πλανηθεῖ· τόσο ἀπὸ τὴν κακία τους ἔχουνε τυφλωθεῖ, 22 καὶ τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ δὲν τὰ γνωρίσανε, οὔτε καὶ στῶν ὁσίων τὸν μισθὸ αὐτοὶ ἐλπίσανε, οὔτε τῶν ἄμωμων ψυχῶν τὸ γέρας εἴδανε. 23 Τὸν ἄνθρωπο ἔκτισε ὁ Θεός, γιὰ νά ’ναι ἄφθαρτος καὶ κατ’ εἰκόνα του ἀθάνατο τὸν ἔπλασε· 24 ἀπὸ τὸν φθόνο τοῦ διαβόλου, στὸν κόσμο εἰσῆλθε ὁ θάνατος, 25 κι ὅσοι μερίδα του εἶναι, τὸν θάνατο θὰ δρέψουνε.


14

ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

3 ΔΙΚΑΙΩΝ δὲ ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος. 2 ἔδοξαν ἐν ὀφθαλμοῖς ἀφρόνων τεθνάναι, καὶ ἐλογίσθη κάκωσις ἡ ἔξοδος αὐτῶν 3 καί ἡ ἀφ᾿ ἡμῶν πορεία σύντριμμα, οἱ δέ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ. 4 καὶ γὰρ ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν κολασθῶσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης· 5 καὶ ὀλίγα παιδευθέντες μεγάλα εὐεργετηθήσονται, ὅτι ὁ Θεὸς ἐπείρασεν αὐτοὺς καὶ εὗρεν αὐτοὺς ἀξίους ἑαυτοῦ· 6 ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ ἐδοκίμασεν αὐτοὺς καὶ ὡς ὁλοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αὐτούς. 7 καὶ ἐν καιρῷ ἐπισκοπῆς αὐτῶν ἀναλάμψουσι καὶ ὡς σπινθῆρες ἐν καλάμῃ διαδραμοῦνται· 8 κρινοῦσιν ἔθνη καὶ κρατήσουσι λαῶν, καὶ βασιλεύσει αὐτῶν Κύριος εἰς τοὺς αἰῶνας. 9 οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτῷ συνήσουσιν ἀλήθειαν, καὶ οἱ πιστοὶ ἐν ἀγάπῃ προσμενοῦσιν αὐτῷ, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ. 10 Οἱ δὲ ἀσεβεῖς καθὰ ἐλογίσαντο ἕξουσιν ἐπιτιμίαν, οἱ ἀμελήσαντες τοῦ δικαίου καὶ τοῦ Κυρίου ἀποστάντες. 11 σοφίαν γὰρ καὶ παιδείαν ὁ ἐξουθενῶν ταλαίπωρος, καὶ κενὴ ἡ ἐλπὶς αὐτῶν, καὶ οἱ κόποι ἀνόνητοι καὶ ἄχρηστα τὰ ἔργα αὐτῶν· 12 αἱ γυναῖκες αὐτῶν ἄφρονες, καί πονηρὰ τὰ τέκνα αὐτῶν, ἐπικατάρατος ἡ γένεσις αὐτῶν. 13 ὅτι μακαρία στεῖρα ἡ ἀμίαντος, ἥτις οὐκ ἔγνω κοίτην ἐν παραπτώματι, ἕξει καρπόν ἐν ἐπισκοπῇ ψυχῶν, 14 καὶ εὐνοῦχος ὁ μὴ ἐργασάμενος ἐν χειρὶ ἀνόμημα, μηδὲ ἐνθυμηθεὶς κατὰ τοῦ Κυρίου πονηρά, δοθήσεται γὰρ αὐτῷ τῆς πίστεως χάρις ἐκλεκτὴ καὶ κλῆρος ἐν ναῷ Κυρίου θυμηρέστερος. 15 ἀγαθῶν γὰρ πόνων καρπὸς εὐκλεής, καὶ ἀδιάπτωτος ἡ ρίζα τῆς φρονήσεως. 16 τέκνα δὲ μοιχῶν ἀτέλεστα ἔσται, καὶ ἐκ παρανόμου κοίτης σπέρμα ἀφανισθήσεται. 17 ἐάν τε γὰρ μακρόβιοι γένωνται, εἰς οὐθὲν λογισθήσονται, καὶ ἄτιμον ἐπ᾿ ἐσχάτων τὸ γῆρας αὐτῶν· 18 ἐάν τε ὀξέως τελευτήσωσιν, οὐχ ἕξουσιν ἐλπίδα, οὐδὲ ἐν ἡμέρᾳ διαγνώσεως παραμύθιον· 19 γενεᾶς γὰρ ἀδίκου χαλεπὰ τὰ τέλη.

Σημείωση: στὸ ἐδάφιο 4, στίχος 1 τὸ καλασθῶσιν διορθώθηκε σὲ κολασθῶσιν.


ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ 15

3 Τῶν δίκαιων ὅμως οἱ ψυχές, εἶναι στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, καὶ βάσανα δὲν θὰ τοὺς ἀγγίξουνε. 2 Στὰ μάτια τῶν ἀνόητων νεκροὶ θεωρηθήκανε, καὶ ἡ ἔξοδός τους ἀπ’ τὸν κόσμο τιμωρία 3 καὶ ἡ ἀναχώρησή τους ἀπὸ μᾶς πανωλεθρία, αὐτοὶ ὅμως ἀναπαύονται ἐν εἰρήνῃ. 4 Ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων καὶ ἂν τιμωρηθοῦνε, ἡ ἐλπίδα τους ἀθανασίας πλήρης· 5 καὶ λίγο ἂν παιδευτοῦνε, πολὺ θ’ ἀνταμειφθοῦνε, γιατὶ ὁ Θεὸς τοὺς παίδευσε καὶ ἄξιους τοὺς ἀνέδειξε· 6 σὰν τὸν χρυσὸ στὸ χωνευτήρι τοὺς δοκίμασε καὶ σὰν θυσίας ὁλοκαύτωμα τοὺς δέχτηκε. 7 Καὶ ὅταν τοὺς ἐπισκεφτεῖ, σφοδρὰ θὰ λάμψουν καὶ σὰν σπινθῆρες σὲ καλάμια θὰ διαβοῦνε· 8 θὰ κρίνουν ἔθνη καὶ λαοὺς θὰ ἐξουσιάσουν, καὶ στοὺς αἰῶνες θά ’ναι ὁ Κύριος βασιλιάς τους. 9 Ὅσοι σ’ αὐτὸν πιστεύουν, γνώση ἀληθῆ θὰ ἔχουν, καὶ μὲ ἀγάπη οἱ πιστοὶ θὰ τὸν προσμένουν, γιατὶ χάρη καὶ ἔλεος στοὺς ὁσίους θὰ δοθεῖ, καὶ ἡ σκέπη του στοὺς ἐκλεκτούς του θ’ ἁπλωθεῖ. 10 Οἱ δὲ ἀσεβεῖς τὴ δέουσα θὰ λάβουν ἀμοιβή, ὅσοι τὸν δίκαιο ἔχουν λακτίσει κι ἀπὸ τὸν Κύριο ἀποστατήσει. 11 Πόσο ταλαίπωροι αὐτοὶ ποὺ ἐξουθενώνουνε σοφία καὶ παιδεία, καὶ ἡ ἐλπίδα τους κενή, καὶ οἱ κόποι ἀνωφελεῖς καὶ τὰ ἔργα τους ἀνάξια καὶ ἀχρεία· 12 οἱ γυναῖκες τους γεμάτες ἀμυαλιά, καὶ τὰ τέκνα τους στρεβλὰ καὶ πονηρά, κι ἐπικατάρατη τῶν τοιούτων ἡ γενιά. 13 Ἐνῶ μακάρια εἶν’ ἡ στείρα ἡ ἀμόλυντη, ποὺ ἡ κλίνη της εἶναι ἁγνὴ κι ἀμόλευτη, αὐτὴ θὰ λάβει ἀνταμοιβή, ὅταν τοὺς δίκαιους ὁ Θεὸς ἐπισκεφτεῖ· 14 καὶ ὁ εὐνοῦχος ποὺ ἀνόμημα δὲν διέπραξε, μήτε μὲ σκέψεις πονηρὲς στὸν Κύριο ἀσέβησε, θὰ τοῦ δοθεῖ χάρη τῆς πίστεως ἐκλεκτὴ καὶ στοῦ Κυρίου τὸν ναό, ἡδὺς κλῆρος τιμῆς. 15 Γιατὶ ὁ καρπὸς πράξεων καλῶν εἶν’ εὐκλεής, καὶ ἡ ρίζα τῆς φρονήσεως ἀδιάπτωτη, διαρκής. 16 Ἐνῶ τὰ τέκνα τῶν μοιχῶν δὲ θά ’χουν προκοπή, καὶ παρανόμου κλίνης σπέρμα θὰ χαθεῖ. 17 Ἀκόμα κι ἂν μακροημερεύσουν, θά ’ναι οὐτιδανοί, καὶ στὰ ἔσχατα τὸ γῆρας τους θά ’ναι χωρὶς τιμή· 18 κι ἂν τελευτήσουν πρόωρα, δὲ θά ’χουν διόλου ἐλπίδα, οὔτε τῆς κρίσεως τὴ μέρα, θὰ βροῦν παραμυθία· 19 γιατὶ τῆς ἄδικης γενιᾶς θά ’ναι τὰ τέλη χαλεπά.


16

ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

4 ΚΡΕΙΣΣΩΝ ἀτεκνία μετὰ ἀρετῆς· ἀθανασία γάρ ἐστιν ἐν μνήμῃ αὐτῆς, ὅτι καὶ παρὰ Θεῷ γινώσκεται καὶ παρὰ ἀνθρώποις· 2 παροῦσάν τε μιμοῦνται αὐτὴν καὶ ποθοῦσιν ἀπελθοῦσαν· καὶ ἐν τῷ αἰῶνι στεφανηφοροῦσα πομπεύει τὸν τῶν ἀμιάντων ἄθλων ἀγῶνα νικήσασα. 3 πολύγονον δὲ ἀσεβῶν πλῆθος οὐ χρησιμεύσει, καὶ ἐκ νόθων μοσχευμάτων οὐ δώσει ρίζαν εἰς βάθος, οὐδὲ ἀσφαλῆ βάσιν ἑδράσει· 4 κἂν γὰρ ἐν κλάδοις πρὸς καιρὸν ἀναθάλῃ, ἐπισφαλῶς βεβηκότα ὑπὸ ἀνέμου σαλευθήσεται καὶ ὑπὸ βίας ἀνέμων ἐκριζωθήσεται. 5 περικλασθήσονται κλῶνες ἀτέλεστοι, καὶ ὁ καρπὸς αὐτῶν ἄχρηστος, ἄωρος εἰς βρῶσιν καὶ εἰς οὐθὲν ἐπιτήδειος· 6 ἐκ γὰρ ἀνόμων ὕπνων τέκνα γεννώμενα μάρτυρές εἰσι πονηρίας κατὰ γονέων ἐν ἐξετασμῷ αὐτῶν. 7 Δίκαιος δὲ ἐὰν φθάσῃ τελευτῆσαι, ἐν ἀναπαύσει ἔσται· 8 γῆρας γὰρ τίμιον οὐ τὸ πολυχρόνιον οὐδὲ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται· 9 πολιὰ δέ ἐστι φρόνησις ἀνθρώποις καὶ ἡλικία γήρως βίος ἀκηλίδωτος. 10 εὐάρεστος τῷ Θεῷ γενόμενος ἠγαπήθη καὶ ζῶν μεταξὺ ἁμαρτωλῶν μετετέθη· 11 ἡρπάγη, μὴ κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ ἢ δόλος ἀπατήσῃ ψυχὴν αὐτοῦ· 12 βασκανία γὰρ φαυλότητος ἀμαυροῖ τὰ καλά, καὶ ρεμβασμὸς ἐπιθυμίας μεταλλεύει νοῦν ἄκακον. 13 τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς, 14 ἀρεστὴ γὰρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ· διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ἐκ μέσου πονηρίας. οἱ δὲ λαοὶ ἰδόντες καὶ μὴ νοήσαντες, μηδὲ θέντες ἐπὶ διανοίᾳ τὸ τοιοῦτον, 15 ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ. 16 κατακρινεῖ δὲ δίκαιος καμὼν τοὺς ζῶντας ἀσεβεῖς καὶ νεότης τελεσθεῖσα ταχέως πολυετὲς γῆρας ἀδίκου· 17 ὄψονται γὰρ τελευτὴν σοφοῦ καὶ οὐ νοήσουσι τί ἐβουλεύσατο περὶ αὐτοῦ καὶ εἰς τί ἠσφαλίσατο αὐτὸν ὁ Κύριος. 18 ὄψονται καὶ ἐξουθενήσουσιν, αὐτοὺς δὲ ὁ Κύριος ἐκγελάσεται 19 καὶ ἔσονται μετὰ τοῦτο εἰς πτῶμα ἄτιμον καὶ εἰς ὕβριν ἐν νεκροῖς δι᾿ αἰῶνος, ὅτι ρήξει αὐτοὺς ἀφώνους πρηνεῖς καὶ σαλεύσει αὐτοὺς ἐκ θεμελίων καὶ ἕως ἐσχάτου χερσωθήσονται καὶ ἔσονται ἐν ὀδύνῃ,


ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ 17

4 Προτιμότερη ἀτεκνία μὲ ἀρετή· γιατὶ τῆς ἀρετῆς ἡ μνήμη εἶν’ ἀθάνατη, ἀφοῦ κι ἀπ’ τὸν Θεὸ κι ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους αὐτή ’ν’ ἐπαινετή· 2 παροῦσα ὅταν εἶναι τὴ μιμοῦνται κι ὅταν ἀπέλθει, μὲ πόθο τὴ ζητοῦνε· καὶ πορεύεται στεφανωμένη στὸν αἰώνα στῶν ἀμιάντων ἄθλων νικήτρια τὸν ἀγώνα. 3 Τὸ πλῆθος γόνων ἀσεβῶν δὲν ὠφελεῖ, καὶ νόθων μοσχευμάτων ἡ ρίζα δὲν προκόβει, οὔτε σὲ βάση ἀσφαλῆ θὰ ἑδραιωθεῖ· 4 κι ἂν πρὸς στιγμὴν δώσει κλαδιὰ καὶ ἀναθάλλει, ἡ ρίζα εἶναι ἀσταθής, μὲ μιὰ πνοὴ θὰ σαλευτεῖ κι ὅταν φυσήξουν ἄνεμοι σφοδροὶ θὰ ἐκριζωθεῖ. 5 Βιαίως οἱ ἀτελεῖς θὰ σπάσουν κλῶνοι, καὶ ὁ καρπός τους ἄχρηστος, καὶ ἄγουρος πρὸς βρώση κι ὁλότελα ἀκατάλληλος· 6 τὰ τέκνα ποὺ ἀπὸ ἄνομη σπορὰ θὰ γεννηθοῦνε κατὰ τῶν ἴδιων τους γονιῶν μάρτυρες θά ’ναι πονηριᾶς ὅταν αὐτοὶ κριθοῦνε. 7 Ὅμως ὁ δίκαιος, κι ἂν πρόωρα τελευτήσει, θ’ ἀναπαυτεῖ μὲ εἰρήνη· 8 γῆρας πολύτιμο δὲν εἶναι τὸ πολύχρονο οὔτε μὲ τῶν ἐτῶν τὸν ἀριθμὸ θὰ μετρηθεῖ· 9 κόμη λευκὴ στὸν ἄνθρωπο ἡ φρόνηση καὶ ἡλικία γήρατος βίος ἀκηλίδωτος. 10 Ἔγιν’ εὐάρεστος στὸν Θεὸ καὶ ἀγαπήθηκε καὶ ζώντας μεταξὺ ἁμαρτωλῶν μετατέθηκε· 11 ἁρπάχτηκε, μὴν ἡ κακία τὴ σύνεσή του ἀλλάξει ἢ ὁ δόλος τὴν ψυχή του ἐξαπατήσει· 12 ἡ ἐπήρεια τῆς φαυλότητας κάθε καλὸ ἀμαυρώνει, καὶ ρεμβασμὸς ἐπιθυμίας νοῦν ἄκακο διαφθείρει. 13 Τελειώθηκε σὲ διάστημα βραχὺ καὶ εἶναι σὰ νά ’ζησε χρόνια πολλὰ στὴ γῆ, 14 γιατί ’ταν ἡ ψυχή του στὸν Κύριο ἀρεστή· γι’ αὐτὸ γοργὰ ἀπ’ τὴν πονηριὰ ἀπομακρύνθηκε. Καὶ οἱ λαοὶ τὸ εἴδανε καὶ δὲν κατανοήσανε, μήτε τοῦς πέρασε ἀπ’ τὴ διάνοια τὸ ἑξῆς, 15 ὅτι στοὺς ἐκλεκτούς του χάρη κι ἔλεος θὰ δοθεῖ καὶ ἡ σκέπη του στοὺς ὅσιούς του θ’ ἁπλωθεῖ. 16 Θὰ κατακρίνει ὁ δίκαιος ποὺ ἔφυγε, τοὺς ζῶντες ἀσεβεῖς καὶ νεότης ποὺ ἔσβησε γοργά, ἀδίκου ἀνδρὸς γῆρας βαθύ· 17 γιατὶ θὰ δοῦνε τοῦ σοφοῦ τὴν τελευτὴ καὶ δὲ θὰ καταλάβουν τοῦ Κυρίου τὴν βουλὴ καὶ σὲ τὶ ὁ Κύριος τὸν κατέστησε ἀσφαλῆ. 18 Θὰ δοῦνε καὶ θὰ τὸν ἐξουθενώσουν, αὐτοὺς ὅμως ὁ Κύριος θὰ τοὺς περιγελάσει 19 καὶ θά ’ναι ἔπειτα ἀπ’ αὐτό, πτῶμα χωρὶς τιμὴ καὶ στοὺς νεκροὺς ἀνάμεσα χλεύη παντοτινή, γιατὶ ἄφωνους θὰ τοὺς πετάξει στὸ ἔδαφος πρηνεῖς καὶ συθέμελα θὰ τοὺς ταρακουνήσει


18

ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

καὶ ἡ μνήμη αὐτῶν ἀπολεῖται. 20 ἐλεύσονται ἐν συλλογισμῷ ἁμαρτημάτων αὐτῶν δειλοί, καὶ ἐλέγξει αὐτοὺς ἐξεναντίας τὰ ἀνομήματα αὐτῶν.


ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ 19

καὶ χέρσους κι ἔρημους αὐτοὺς θὰ καταστήσει καὶ θά ’ναι σύντροφός τους ἡ ὀδύνη, καὶ ἡ μνήμη τους ἀπὸ τὴ γῆ θὰ σβήσει. 20 Τὶς ἁμαρτίες τους σκεπτόμενοι, θὰ ἔρθουνε δειλοί, καὶ κάθε τους ἀνόμημα μπροστά τους θὰ ἐλεγχθεῖ.


20

ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ

5 ΤΟΤΕ στήσεται ἐν παρρησίᾳ πολλῇ ὁ δίκαιος κατὰ πρόσωπον τῶν θλιψάντων αὐτὸν καὶ τῶν ἀθετούντων τοὺς πόνους αὐτοῦ. 2 ἰδόντες ταραχθήσονται φόβῳ δεινῷ καὶ ἐκστήσονται ἐπὶ τῷ παραδόξῳ τῆς σωτηρίας. 3 ἐροῦσιν ἐν ἑαυτοῖς μετανοοῦντες καὶ διὰ στενοχωρίαν πνεύματος στενάξονται καὶ ἐροῦσιν· 4 οὗτος ἦν ὃν ἔσχομέν ποτε εἰς γέλωτα καὶ εἰς παραβολὴν ὀνειδισμοῦ οἱ ἄφρονες· τὸν βίον αὐτοῦ ἐλογισάμεθα μανίαν καὶ τὴν τελευτὴν αὐτοῦ ἄτιμον. 5 πῶς κατελογίσθη ἐν υἱοῖς Θεοῦ καὶ ἐν ἁγίοις ὁ κλῆρος αὐτοῦ ἐστιν; 6 ἄρα ἐπλανήθημεν ἀπὸ ὁδοῦ ἀληθείας, καὶ τὸ τῆς δικαιοσύνης φῶς οὐκ ἔλαμψεν ἡμῖν, καὶ ὁ ἥλιος οὐκ ἀνέτειλεν ἡμῖν· 7 ἀνομίας ἐνεπλήσθημεν τρίβοις καὶ ἀπωλείας καὶ διωδεύσαμεν ἐρήμους ἀβάτους, τὴν δὲ ὁδὸν Κυρίου οὐκ ἔγνωμεν. 8 τί ὠφέλησεν ἡμᾶς ἡ ὑπερηφανία; καὶ τί πλοῦτος μετὰ ἀλαζονίας συμβέβληται ἡμῖν; 9 παρῆλθεν ἐκεῖναι πάντα ὡς σκιὰ καὶ ὡς ἀγγελία παρατρέχουσα· 10 ὡς ναῦς διερχομένη κυμαινόμενον ὕδωρ, ἧς διαβάσης οὐκ ἔστιν ἴχνος εὑρεῖν, οὐδὲ ἀτραπὸν τρόπιος αὐτῆς ἐν κύμασιν· 11 ἢ ὡς ὀρνέου διαπτάντος ἀέρα οὐθὲν εὑρίσκεται τεκμήριον πορείας, πληγῇ δὲ ταρσῶν μαστιζόμενον πνεῦμα κοῦφον καὶ σχιζόμενον βίᾳ ροίζου, κινουμένων πτερύγων διωδεύθη, καὶ μετὰ τοῦτο οὐχ εὑρέθη σημεῖον ἐπιβάσεως ἐν αὐτῷ· 12 ἢ ὡς βέλους βληθέντος ἐπὶ σκοπόν, τμηθεὶς ὁ ἀὴρ εὐθέως εἰς ἑαυτὸν ἀνελύθη ὡς ἀγνοῆσαι τὴν δίοδον αὐτοῦ. 13 οὕτως καὶ ἡμεῖς γεννηθέντες ἐξελίπομεν καὶ ἀρετῆς μὲν σημεῖον οὐδὲν ἔσχομεν δεῖξαι, ἐν δὲ τῇ κακίᾳ ἡμῶν κατεδαπανήθημεν. 14 ὅτι ἐλπὶς ἀσεβοῦς ὡς φερόμενος χνοῦς ὑπὸ ἀνέμου καὶ ὡς πάχνη ὑπὸ λαίλαπος διωχθεῖσα λεπτὴ καὶ ὡς καπνὸς ὑπό ἀνέμου διεχύθη καὶ ὡς μνεία καταλύτου μονοημέρου παρώδευσε. 15 Δίκαιοι δὲ εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ ἡ φροντὶς αὐτῶν παρὰ ῾Υψίστῳ. 16 διὰ τοῦτο λήψονται τὸ βασίλειον τῆς εὐπρεπείας καὶ τὸ διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρὸς Κυρίου, ὅτι τῇ δεξιᾷ σκεπάσει αὐτοὺς καὶ τῷ βραχίονι ὑπερασπιεῖ αὐτῶν.


ΣΟΦΙΑ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ 21

5 Τότε θὰ σταθεῖ μὲ παρρησία πολλὴ ὁ δίκαιος ἀπέναντι σ’ ἐκείνους ποὺ τὸν θλίψανε καὶ τοὺς κόπους του ἐντελῶς καταφρονήσανε. 2 Ὅταν τὸν δοῦν, σφοδρὰ θὰ ταραχτοῦν καὶ γιὰ τὴ θαυμαστή του σωτηρία θὰ ἐκπλαγοῦν. 3 Μετανοώντας τότε, θὰ στεναχωρηθοῦν κι ἀπὸ τὴ θλίψη θὰ στενάξουν καὶ θὰ ποῦν· 4 αὐτὸς δὲν εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ τὸν περιγελούσαμε καὶ παροιμία κι ὄνειδος οἱ ἄφρονες τὸν εἴχαμε; Θεωρήσαμε τὸν βίο του μανία καὶ τὸ τέλος του χωρὶς τιμὴ καμία. 5 Πῶς αὐτὸς συναριθμήθηκε μὲ τοὺς υἱοὺς Θεοῦ, κι ὁ κλῆρος του μὲ τοὺς ἁγίους τ’ οὐρανοῦ; 6 Ἄρα λοξοδρομήσαμε ἀπ’ τῆς ἀλήθειας τὴν ὁδό, καὶ τῆς δικαιοσύνης πάνω μας δὲν ἔλαμψε τὸ φῶς, κι ὁ ἥλιος δὲν ἀνέτειλε γιὰ μᾶς ὁ ἀληθινός· 7 σὲ τρίβους ἀνομίας κι ἀπώλειας ξεστρατίσαμε καὶ σὲ ἀδιάβατες ἐρήμους πλανηθήκαμε, καὶ τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου δὲ γνωρίσαμε. 8 Σὲ τί, λοιπόν, ἡ περηφάνια μᾶς ὠφέλησε; Καὶ τί ὁ πλοῦτος, ἡ ἀλαζονεία μᾶς προσέφερε; 9 Παρῆλθαν ὅλα ἐκεῖνα σὰν σκιά, σὰν εἴδηση ποὺ πέρασε γοργά· 10 σὰν πλοῖο ποὺ τὰ κύματα τῆς θάλασσας διασχίζει, ποὺ ἀφοῦ διαβεῖ τὰ ἴχνη του κανένας πιὰ δὲ βρίσκει, οὔτε καὶ τῆς καρίνας του τὴν ἀτραπὸ γνωρίζει· 11 ἢ σὰν πτηνὸ ποὺ τὸν ἀέρα σχίζει δίχως τεκμήριο τῆς πορείας του ν’ ἀφήνει, μὰ τὰ φτερὰ χτυπώντας, τὸν ἄνεμο μαστίζει καὶ μὲ ὁρμὴ καὶ συριγμὸ αὐτὸν διασχίζει, κι ἔτσι κουνώντας τὶς φτεροῦγες του διαβαίνει, κι ἕνα σημεῖο ποὺ τὸ διάβα του νὰ μαρτυρᾶ δὲ μένει· 12 ἢ σὰν τὸ βέλος ποὺ ἐκτοξεύτηκε κι ὁδεύει, σχίζει τὸν ἀέρα, ποὺ ἀμέσως ἐπιστρέφει, σὰ νὰ μὴν ἔχει ἐντός του τίποτα διέλθει. 13 Ἔτσι κι ἐμεῖς γεννηθήκαμε κι ἐκλείψαμε κι ἕνα σημεῖο ἀρετῆς δὲν ἔχουμε νὰ δείξουμε, μὰ στὴν κακία ὁλότελα τὴ ζωή μας δαπανήσαμε. 14 Γιατὶ ἡ ἐλπίδα τοῦ ἀσεβοῦς εἶναι σὰ χνούδι ποὺ ὁ ἄνεμος βιαίως στροβιλίζει καὶ σὰν τὴν πάχνη τὴ λεπτὴ ποὺ ἡ λαίλαπα διαλύει καὶ σὰν καπνὸς ποὺ ὁ ἄνεμος σκορπίζει καὶ σὰν μιᾶς μέρας διαμονῆς ἀνάμνηση ἔχει σβήσει. 15 Οἱ δίκαιοι ὅμως ζοῦνε στὸν αἰώνα, καὶ ὁ μισθός τους βρίσκεται στὰ χέρια τοῦ Κυρίου, καὶ ἡ φροντίδα τους εἶν’ ἔργο τοῦ Ὑψίστου. 16 Γι’ αὐτὸ θὰ λάβουν τῆς εὐπρέπειας τὸ βασίλειο καὶ τὸ διάδημα τοῦ κάλλους ἀπ’ τὸ χέρι Κυρίου, γιατὶ αὐτοὺς μὲ τὴ δεξιά του θὰ σκεπάσει,


213 × 286  SPINE: 33  FLAPS: 0

ISBN 978-960-564-371-3

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Σοφία Σολομώντος / Σοφία Σειράχ / Εκκλησιαστής / Παροιμίες by Εκδόσεις Οσελότος - Issuu