Skip to main content

Ο Πελαργός στο Πεζοδρόμιο

Page 1

140 × 210  SPINE: 20.1  FLAPS: 80

Ό

λα αγοράζονται, ακόμα και η οικογενειακή ειρήνη και οι σιωπές και οι ενοχές, αρκεί να μη βγαίνει τίποτε παραέξω και να συνεχίζεται η λασπωμένη ρουτίνα με τη γλίτσα της τηλεόρασης και των αγορών στα πολυκαταστήματα. Έτσι και στην ιστορία μας. Η κομπορρημοσύνη στις κοινωνικές συναθροίσεις είχε τον πρώτο ρόλο, ενώ το ξέπλυμα των υποχωρήσεων μέσα στο σπίτι καλά κρατούσε, κι ας έμοιαζε με καζάνι ατμού, με τον δείκτη στα κόκκινα. Στις εφημερίδες, αυτές οι απώλειες –που ο καθένας μπορούσε να φανταστεί τις ιστορίες που σέρνανε πίσω τους– ήτανε μικρά μονόστηλα στις τελευταίες σελίδες. Παιδιά ενός κατώτερου θεού, παραστρατημένα, από χωρισμένες οικογένειες, από γονείς φυλακισμένους ή ναρκομανείς ή περιστασιακούς μικροεγκληματίες, απόνερα της πορνείας, απ’ όλα είχε ο μπαξές της ευνομούμενης, για τους βολεμένους, κοινωνίας.

Ο Αντώνης Κηπουρός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1950 και μεγάλωσε στις Σέρρες. Σπούδασε Ιατρική στο Α.Π.Θ. και πήρε την ειδικότητα της ουρολογίας στο Ιπποκράτειο Γ.Ν.Θ.. Εργάστηκε ως ιδιώτης στις Σέρρες και το 1985 εντάχθηκε στο Ε.Σ.Υ., από όπου και συνταξιοδοτήθηκε το 2012, με τον βαθμό του διευθυντή, τον οποίο κατείχε για δώδεκα χρόνια. Είναι παντρεμένος με τη Μαρία Ζαχάκη και έχει τρία παιδιά, τη Βασιλική, την Ηλέκτρα και τον Μανώλη. Με τη συγγραφή ασχολείται από τη συνταξιοδότησή του μέχρι και σήμερα.

ISBN 978-960-564-877-0

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

0_cover_pelargos.indd 1

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

12/6/2019 4:50:07 PM


ΤΙΤΛΟΣ

Ο Πελαργός στο Πεζοδρόμιο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Αντώνης Κηπουρός ΣΕΙΡΑ

Λογοτεχνία [1358]1219/28 ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ

Όλγα Παλαμήδη LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2019 Αντώνης Κηπουρός ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αθήνα, Δεκέμβριος 2019 ISBN 978-960-564-877-0

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ:

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ.: 210 6431108 ocelotos@ocelotos.gr www.ocelotos.gr


ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


Στη μνήμη των γονέων μου και στην οικογένειά μου.


1.

Τ

ο ζεστό νερό τη σκέπασε, όπως το ’ριχνε με ένα κατσαρολάκι απανωτά, και της θύμιζε πού είχε χτυπήσει και γδαρθεί, γιατί τα σημεία εκείνα τσούζανε. Το σαπούνι έκανε τη δουλειά του και της έδωσε την αίσθηση ότι πετούσε από πάνω της όλα τα άσχημα της προηγούμενης νύχτας. Στράγγισε τα μαλλιά της και τα άφησε ξέπλεκα στον ήλιο να στεγνώσουν. Ο αστυνομικός που την πλησίασε αποβραδίς, της έριχνε λίγα χρόνια, αλλά δεν του φαινότανε. Ήτανε σαν συνομήλικοι έτσι όπως συνομιλούσανε ψιλοσυνωμοτικά και με κλεφτές ματιές αυτή δεξιά κι αριστερά. Ήταν καλοφτιαγμένος, μελαχρινός, με περιποιημένο μουστάκι και καλοξυρισμένος. Τον έκανες για Κρητικό στα σίγουρα. Φύγανε μαζί στο σκοτάδι. Της άρεσε αυτός. Της άρεσε που ερχότανε με τη στολή του, επίσημα, με τα κουμπιά της που γυαλίζανε, με την τσάκιση στο παντελόνι ξουράφι, περιποιημένος. Το περιτύλιγμα ήταν ικανοποιητικό. Το περιεχόμενο βέβαια ήθελε προσεκτικό ψάξιμο γιατί ακούγονταν πολλά και δεν ήθελε μπλεξίματα. Προτιμούσε να κρατάει χαμηλό προφίλ, να μην ενοχλεί. Πάντως από το βραδινό τους σμίξιμο, καμιά δυο φορές έχασε τον κόσμο. Καλό σημάδι, δεν το περνάς αψήφιστα. Τώρα που καταστάλαξε ποια ρότα θα κρατούσε, όσο να ’ναι ένα στήριγμα το χρειαζότανε, σταθερό, για τις δύσκολες τις ώρες. Φοβότανε μόνο μήπως την ερωτευτεί κι αρχίσει τις ζήλιες και τον απαγορευτικό απόπλου. Δεν ήτανε για τέτοια, θα τον σχόλαγε. Αν τα κατάφερνε. Το να τον ερωτευτεί αυτή, το έβλεπε πάρα πολύ μακρινό, δεν το ήθελε καθόλου, αλλά η ζωή δεν συμμεριζόταν τις απόψεις της σ’ αυτό το θέμα. Χάιδεψε απαλά τη γάμπα της σέρνοντας το χέρι της κόΟ ΠΕΛΑΡΓΟΣ ΣΤΟ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ

7


ντρα. Είχε μόνο απαλές μικρές τρίχες, καθόλου ενοχλητικές. Δεν ήθελε ξυρίσματα κι αποτριχώσεις, όπως άκουγε άλλες να βασανίζονται κάθε τόσο. Ήταν καστανόξανθη, με πράσινα μάτια, οβάλ πρόσωπο και θελκτικά χαρακτηριστικά. Στο χωριό της στη Σπάρτη, όπου έπαιρναν κεφάλι οι μαυρομαλλούσες άσχετα από την ομορφιά τους, ήτανε δακτυλοδεικτούμενη. Τη λέγανε «ξανθόψειρα» και «ξανθομπάμπουρα». Ήτανε κι αυτός ένας απ’ τους λόγους που την κάνανε να θέλει να τινάξει από πάνω της το χωριό, να χαθεί μέσα στην πολυκοσμία της Αθήνας, να παίρνει ανάσα ελεύθερα. Δεν ήξερε πώς να τα καταφέρει. Στα γράμματα δεν ήτανε δυνατή. Με πολλά ζόρια οι δικοί της τη στείλανε σε ιδιωτική σχολή στενογραφίας, να ξεστραβωθεί, να πάρει ένα κωλόχαρτο να βγάζει το ψωμί της, αλλιώς, το βλέπανε το κακό να έρχεται έτσι καλοφτιαγμένη που ήταν, αλλά δεν το ομολογούσανε ούτε στον εαυτό τους. Η ίδια το ήξερε ότι ξεπερνούσε τις άλλες του χωριού στην εμφάνιση και στ’ άλλα, τα κοριτσίστικα τσαλίμια, έβλεπε και στην τηλεόραση πώς περνούσαν οι κουκλάρες, με τα ινστιτούτα αισθητικής, τα γυμναστήρια, τα ακριβά τα ρούχα και τα ποικίλα γούστα τους, που τα ψυχανεμιζόταν, και όπως και να το κάνει κανείς, γυναίκα νέα κι όμορφη, όσο να ’ναι, τον έχει τον διάολο μέσα της. Η αλυσίδα που τον δένει, διαφέρει στο πάχος. Το βραδάκι είχανε ραντεβού μ’ αυτόν, να πάνε σε κάνα μπαράκι, ή και να προηγηθεί ταβέρνα. Θα βλέπανε. Έβαλε τα ρούχα που την κάνανε φωτιά παραχωμένη –απέξω θεούσα, από μέσα τσουλί– και κοίταξε στην τσάντα της για λεφτά, καλλυντικά, καμιά περίσσια κιλότα και κραγιόν φωτιά. Λεφτά πάντα έπαιρνε, ήθελε να είναι ανεξάρτητη ώστε άμα έπεφτε σε κάνα μαλάκα, να την κοπανήσει πληρώνοντας για την πάρτη της. Δεν ήθελε υποχρεώσεις που θα τη δένανε ίσως με κάποια ανεπιθύμητη συνέχεια. Από τον τέταρτο όροφο όπου ήταν το διαμέρισμά της, στην Παλαμηδίου, στον Κολωνό, έβλεπε στο σταυροδρόμι όπου είχανε συμφωνήσει να βρεθούνε. Ήταν εκεί, στημένος, με τη στολή του, με το παράστημά του. Άναψε τσιγάρο και τον χά8

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ


ζευε που κοιτούσε δεξιά κι αριστερά, ψάχνοντας από ποια γωνιά θα ξεπροβάλει το αισθησιακό του όνειρο. Τον άφησε να περιμένει ένα τέταρτο, έτσι όπως είχε ακούσει ότι έπρεπε να κάνει μια γυναίκα για να τον δέσει καλύτερα τον άντρα, να μην τη νομίζει εύκολη, ότι σφυράει και τρέχει. Αργότερα που κύλησε πολύ νερό στο ποτάμι, κατάλαβε ότι άλλα ήταν εκείνα που κάνανε τον άντρα να μη φεύγει, κι ας ήτανε λυμένος. Τον πλησίασε από μια γωνία που δεν την περίμενε, κάνοντας τη λαχανιασμένη, και με κομμένη την ανάσα τού είπε ότι το ταξί βρήκε μποτιλιάρισμα στην Αθηνάς και μέχρι το Μεταξουργείο πήγαινε σημειωτόν. Το ’φαγε, δεν το ’φαγε ο άλλος, δεν την ενδιέφερε και πολύ. Άλλωστε η συνάντησή τους είχε, από την πλευρά της τουλάχιστον, διερευνητικό χαρακτήρα και αν πηγαίνανε καλά τα πράγματα, θα του έδινε και το γλυκό του, που το περίμενε σαν γάτος τον Γενάρη. Το πήρανε με το πόδι προς τον Κεραμεικό, να έχουνε χρόνο για καμιά κουβέντα. Αυτή ένιωθε να έχει τον έλεγχο του αέρα που ανέπνεε αυτός, σαν κολαουζιέρης του, ένα πράμα. Εκείνος προσπαθούσε να παίξει τον ανέμελο, αλλά όλο σκούπιζε τις παλάμες του που ιδρώνανε ασταμάτητα. Μέχρι την Πειραιώς δεν είπανε λέξη. Πόλεμος χαρακωμάτων. Περιμένανε ποιος θα πει την πρώτη αμήχανη κουβέντα, που συνήθως κουβαλάει μεγάλο φορτίο βλακείας, αλλά δεν την υπολογίζει κανείς γιατί και οι δυο τους ξέρουνε τη συναισθηματική φόρτιση των στιγμών και την αντιμετωπίζουν με κατανόηση, ίσως και με κάποια συμπάθεια, τέτοια που να γελάνε ύστερα από καιρό, όταν θυμούνται τα πρώτα τους, πάντα στην περίπτωση που τα πράγματα θα εξελιχθούν όπως τα θέλει η γυναίκα, κυρίως αυτή. «Α, να που φτάσαμε», είπε εκείνος με ανακούφιση, που θα είχε πλέον και με κάτι να ασχοληθεί, όπως ποια ταβέρνα θα τους χαιρότανε, τι θα παραγγέλνανε, πώς θα της τράβαγε την καρέκλα να καθίσει, τέτοια σημαντικά, αλλά που δίνουνε χρόνο να σκεφτεί την επόμενη κίνηση. «Να πούμε και καμιά κουβέντα, βρε αδελφέ. Απ’ την ώρα που κινήσαμε, τσιμουδιά, σαν να είχαμε όρκο σιωπής». Ο ΠΕΛΑΡΓΟΣ ΣΤΟ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ

9


Τον γονάτισε, του έσπασε τον τσαμπουκά, ό,τι είχε ετοιμάσει από αυτά που φτιάχνουνε το κλίμα, τα ξέχασε και βυθίστηκε σε μια σιωπή λίγων δευτερολέπτων από αυτές που εγκυμονούν αποφάσεις. Η άλλη το κατάλαβε πως τον στρίμωξε άσχημα και πιάνοντάς του το μπράτσο απαλά τον τράβηξε κοντά της λέγοντάς του: «Έλα δω, βρε χαζούλη, που παρεξηγήθηκες κιόλας, πλάκα έκανα». Αυτός ένιωσε να του έγινε μια τονωτική ένεση, κάτι σαν μια τεράστια οξυγόνωση στα πνευμόνια του και όλος ενέργεια είπε: «Να, εδώ καλά δεν είναι; Έχει και σούβλα». Εκείνη γέλασε έχοντάς τον στη φαντασία της περασμένο στη σούβλα – κατά κει πήγαινε το πράγμα. Αυτά που παράγγειλαν ήταν τόσο νόστιμα, που έγιναν αφορμή να περιοριστεί ο διάλογός τους σε βρυχηθμούς ικανοποίησης, με πλαταγίσματα γλώσσας από μέρους του, ενώ από μέρους της, η θέση της ήταν η επιτηδευμένη αποστασιοποίηση από την επιδρομή. Τον έβλεπε να βγάζει τον χωροφύλακα από μέσα του με τον τρόπο που έτρωγε. Η βαρβατίλα έχει τραχύτητα που δεν κρύβεται και για τον λόγο που τον ήθελε, ικανοποιούσε τις προδιαγραφές, τουλάχιστον μέχρι εκείνη τη στιγμή. Λένε πως αν μπορείς να συγκρατηθείς, να χαλιναγωγήσεις το ένστικτο της πείνας, τότε έχεις αυξημένο αυτοέλεγχο. Αυτή τσιμπούσε προσεγμένα, λίγο ψητό σε μικρές μπουκίτσες, λίγη σαλάτα, αλλά έριχνε βαθιές γουλιές από το κοκκινέλι το σπατανέικο. Αυτός τη θαύμαζε που το κατρακυλούσε, χωρίς να υποψιάζεται το αφ’ υψηλού βλέμμα της στον τρόπο που καταβρόχθιζε. Του είχε φύγει και το άγχος και όλες οι αναστολές, ώστε να συμπεριφέρεται κόσμια στην πρώτη τους έξοδο, εκεί που θα τον βαθμολογούσε στο γκομενικό. «Σιγά, καλέ, θα πνιγείς», του είπε σε μια στιγμή χαμογελώντας περιπαικτικά και με έναν τόνο συμπάθειας ώστε να μην τον θίξει. «Είναι τόσο νόστιμο, το άτιμο, που με παρέσυρε, με συγ10

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ


χωρείς», της απάντησε και βιάστηκε να σκουπίσει το στόμα και το σαγόνι του που ήταν στρωμένα με τη λίγδα του ψητού. «Λοιπόν; Τι λες; Σου άρεσε εδώ που σ’ έφερα; Ωραία δεν είναι; Ζαχαρωτό μου εσύ!» Το τελευταίο του ξάνοιγμα την έκανε να κοκκινίσει λιγάκι. Όχι πως δεν της άρεσε, αλλά δεν ήθελε από την αρχή κιόλας να ξεπεραστούν ένα σωρό εμπόδια που είχε σκοπό να βάλει στην πορεία του ώσπου να φτάσουν στα μέλια και τα κανακέματα. «Ναι, καλά είναι, δεν λέω, αλλά δεν πιστεύω να θέλεις να ερχόμαστε συνέχεια εδώ; Έχει κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια». Αυτός χλόμιασε. Αυτή η κουβέντα τον έφερε σε αμηχανία – ήξερε πότε την έλεγε ο κόσμος. «Τι θες να πεις δηλαδή;» «Τι να θέλω να πω, βρε παιδί μου; Έχει κι αλλού καλές ταβέρνες, θα ψάξουμε κι αλλού, αυτό θέλω να πω». Τον έπαιζε στην άβολη θέση του. «Όχι, γιατί αυτό με τις πορτοκαλιές πάει αλλού». Εκείνη γέλασε και τον έπιασε λίγο πιο πάνω από το γόνατο. «Είσαι πονηρούλης, τα πιάνεις στο φτερό». «Προσέχω για να έχω». Αυτή σηκώθηκε απότομα και κίνησε για το εσωτερικό του μαγαζιού λέγοντάς του: «Πάω για τηλέφωνο». Την έβλεπε από πίσω και ήθελε να της δαγκώσει το διαφορικό έτσι που κουνιότανε. Πού να τηλεφωνούσε άραγε; Γκόμενος να μην ήταν, κι όπου ήθελε ας ήταν. Γύρισε σχετικά γρήγορα στο τραπέζι. Δεν ταίριαζε με γυναικείο τηλεφώνημα. Του μπήκανε ψύλλοι στ’ αυτιά. Τι διάολο, συνθηματικά μίλησε; Ας είναι, θα το εξιχνίαζε ο Πουαρό που έκρυβε μέσα του. Έτσι νόμιζε. «Τι έγινε; Όλα καλά;» «Ναι, μωρέ, η μάνα μου, αυτήν πήρα να δω πώς πάει μ’ ένα

Ο ΠΕΛΑΡΓΟΣ ΣΤΟ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ

11


κρύωμα που έπιασε τελευταία και τη χτύπησε στα πνευμόνια». «Εύχομαι περαστικά». «Ευχαριστώ». Έπεσε σιωπή. Ο καθένας για λίγο βυθίστηκε στις σκέψεις του. Αυτός αναρωτιότανε πώς ήταν δυνατόν να φωνάξουν τη μάνα της στο τηλέφωνο του χωριού ή στο περίπτερο, ανήμπορη γυναίκα, και η δικιά του να γυρίσει τόσο γρήγορα. Η μάνα της δεν πετούσε και η λογική έλεγε πως είχανε τηλέφωνο στο σπίτι τους. Αυτή πάλι σκεφτότανε πώς θα ρύθμιζε την κατάσταση με τον βραδινό πελάτη της χωρίς να ψυλλιαστεί κάτι ο χωροφύλακας. Καλό το γκομενικό, αλλά πάνω απ’ όλα η δουλειά και η ασφάλεια που της παρείχε. «Το βράδυ θα πάω από τη θεία μου να μείνω μαζί της. Δεν είναι πολύ καλά και χρειάζεται κάποιον να τη φροντίζει», είπε κοιτώντας το τραπέζι με τη λερωμένη λαδόκολλα και κάνοντας σχέδια πάνω της με μια οδοντογλυφίδα. «Όχι, ρε γαμώτο, δεν γίνεται να πας νωρίτερα και να ’μαστε μαζί το βράδυ;» «Άλλη φορά, βρε Σώτο μου, για σήμερα άσ’ το. Ήδη αισθάνομαι άσχημα που είναι όλη μέρα μονάχη της», του απάντησε φορώντας το γλυκό, το υποσχετικό της χαμόγελο με την κατάλευκη οδοντοστοιχία και την αδιαπραγμάτευτη αποφασιστικότητα που είχαν τα λόγια της. Τι να κάνει κι αυτός, υποχώρησε. «Ας είναι. Αύριο όμως; Αύριο θα φάμε γλυκό, έτσι;» «Ίσως…» του είπε αφήνοντας μια αόριστη υπόσχεση. Το πήρανε για πίσω, πάλι με τα πόδια, ελπίζοντας αυτός να σκεφτεί καμιά κουβέντα για μεγαλύτερο δέσιμο μαζί της από αυτό του κρεβατιού. Τη γούσταρε πολύ. Ήταν όμορφη, αλλά και άπιαστη. Είχε όρια που δεν τον άφηνε να τα περάσει. Οι άλλες που είχε γνωρίσει, μετά το κρεβάτωμα ήταν άγραφες σελίδες. Αυτή ήτανε –έτσι νόμιζε εκείνος– πυκνογραμμένο βιβλίο. Προσπαθούσε να το εξηγήσει, όμως κατέληγε πάντα στο ίδιο συμπέρασμα, που δεν ήθελε με τίποτε να το πιστέ12

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ


ψει. Μόνο μια πολυδουλεμένη στον έρωτα θα έβαζε σαν τελευταίο της οχυρό την αγάπη, το δόσιμο στη ζωή, όχι μόνο στο κρεβάτι. Ποιες ήταν όμως αυτές οι ολοκληρωμένες γυναίκες; Μόνο οι πουτάνες. Αυτές είχανε χορτάσει κρεβάτι με πολλούς και διάφορους. Είχαν απομυθοποιήσει την προίκα που κουβαλάει κάθε γυναίκα στα σκέλια της. Αυτές δεν θα φαντασιώνονταν άλλους άντρες στο κρεβάτι τους όταν θα τις καβαλούσε ο δικός τους. Η κοινωνία φρενάριζε στο κρεβάτωμα. Το παραπέρα την ενοχλούσε, δεν το ήθελε, γιατί άνοιγε το μυαλό στην ελεύθερη σκέψη, στην ανατροπή των δομών της. «Να είναι πουτάνα;» αναρωτιόταν ο χωροφύλακας. Αν ήταν, θα την ήξερε, ή θα την ήξεραν οι συνάδελφοί του που τις ήξεραν όλες. Μήπως ήταν καμιά κρυφή; Καμιά αδήλωτη; Τόσο καιρό που ήτανε μαζί της, δεν είδε κάτι σε νταβατζή να τη γυροφέρνει. Τους ξέρει αυτούς τους τύπους, θα τον έκοβε αμέσως. Είναι ύαινες που τρώνε ό,τι αφήνει ο πελάτης. Κι αν ήταν έτσι; Αυτός δηλαδή τον έχωνε εκεί που της τον χώνανε και οι άλλοι; Οι όποιοι άλλοι; Ανακάθισε στην καρέκλα του γραφείου του με αφηρημένο βλέμμα, καρφωμένο στις φωτογραφίες του βασιλικού ζεύγους που στόλιζαν τους τοίχους του Αστυνομικού Τμήματος.

Η Πέννυ –το καλλιτεχνικό της Πηνελόπης, το μόνο που τη συνέδεε με τη συνονόματή της από την Ιθάκη, μαζί με την ομορφιά– κατέβηκε από το ταξί στο σταυροδρόμι της Αιόλου με την Ευριπίδου και προχώρησε στην Αγίου Μάρκου, προς την εκκλησία. Σταμάτησε στην είσοδο μιας μονοκατοικίας και χτύπησε το κουδούνι. Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά, κανείς δεν την είχε ακολουθήσει. Η πόρτα άνοιξε χωρίς το φως της εισόδου. Προσεγμένη κίνηση. Ο άντρας μέσα από την πόρτα την καλωσόρισε και έκλεισε πίσω της την πόρτα. Η Πέννυ ήταν συνειδητοποιημένη επαγγελματίας. Δούλευε με πελάτες της επιλογής της, που τους γνώριζε από προΟ ΠΕΛΑΡΓΟΣ ΣΤΟ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ

13


140 × 210  SPINE: 20.1  FLAPS: 80

Ό

λα αγοράζονται, ακόμα και η οικογενειακή ειρήνη και οι σιωπές και οι ενοχές, αρκεί να μη βγαίνει τίποτε παραέξω και να συνεχίζεται η λασπωμένη ρουτίνα με τη γλίτσα της τηλεόρασης και των αγορών στα πολυκαταστήματα. Έτσι και στην ιστορία μας. Η κομπορρημοσύνη στις κοινωνικές συναθροίσεις είχε τον πρώτο ρόλο, ενώ το ξέπλυμα των υποχωρήσεων μέσα στο σπίτι καλά κρατούσε, κι ας έμοιαζε με καζάνι ατμού, με τον δείκτη στα κόκκινα. Στις εφημερίδες, αυτές οι απώλειες –που ο καθένας μπορούσε να φανταστεί τις ιστορίες που σέρνανε πίσω τους– ήτανε μικρά μονόστηλα στις τελευταίες σελίδες. Παιδιά ενός κατώτερου θεού, παραστρατημένα, από χωρισμένες οικογένειες, από γονείς φυλακισμένους ή ναρκομανείς ή περιστασιακούς μικροεγκληματίες, απόνερα της πορνείας, απ’ όλα είχε ο μπαξές της ευνομούμενης, για τους βολεμένους, κοινωνίας.

Ο Αντώνης Κηπουρός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1950 και μεγάλωσε στις Σέρρες. Σπούδασε Ιατρική στο Α.Π.Θ. και πήρε την ειδικότητα της ουρολογίας στο Ιπποκράτειο Γ.Ν.Θ.. Εργάστηκε ως ιδιώτης στις Σέρρες και το 1985 εντάχθηκε στο Ε.Σ.Υ., από όπου και συνταξιοδοτήθηκε το 2012, με τον βαθμό του διευθυντή, τον οποίο κατείχε για δώδεκα χρόνια. Είναι παντρεμένος με τη Μαρία Ζαχάκη και έχει τρία παιδιά, τη Βασιλική, την Ηλέκτρα και τον Μανώλη. Με τη συγγραφή ασχολείται από τη συνταξιοδότησή του μέχρι και σήμερα.

ISBN 978-960-564-877-0

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

0_cover_pelargos.indd 1

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

12/6/2019 4:50:07 PM


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook