160 × 230 SPINE: 16 FLAPS: 70
Διαβάστε επίσης
Ο
Πωλ, παρόλο που είναι ένα σχεδόν εντεκάχρονο μοναχικό αγόρι, έχει έναν ορκισμένο εχθρό. Μια μαυροφορεμένη κουκουλοφόρος Σκιά τον καταδιώκει παντού και πάντα. Τον τρομοκρατεί τόσο πολύ, που του είναι αδύνατον να την αντιμετωπίσει. Εξαιτίας της καταφεύγει στο βάθος του κήπου του σπιτιού του, όπου τον περιμένει πάντα μια γέρικη μαγική Βαλανιδιά. Είναι το μοναδικό ον που τον καταλαβαίνει και μαζί της μοιράζεται όλα του τα μυστικά. Εκείνη του δίνει έναν γρίφο: «Για να είσαι χαρούμενος και δυνατός, πρέπει να βρεις τον δρόμο της απόλυτης ευτυχίας, που δεν είναι απόλυτη, και της απόλυτης δυστυχίας, που δεν είναι απόλυτη». Με τον γρίφο αυτόν στο μυαλό του, απορροφιέται μαζί με τη Σκιά του και μεταφέρεται σ’ έναν κόσμο σκοτεινό, επικίνδυνο και με γιγάντια τέρατα έτοιμα να τον καταβροχθίσουν. Για να τα αντιμετωπίσει και να επιστρέψει στον κόσμο του, χρειάζεται να επιστρατεύσει όλη του την εξυπνάδα. Το να επιβιώσει είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο.
ISBN 978-618-205-649-3
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | Τηλ.: 210 64 31 108 ekdoseis.ocelotos@gmail.com | www.ocelotos.gr
9 786182 056493
Η Άννα-Φλώρα Καψή-Μπελεξή γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949, αλλά μεγάλωσε και τελείωσε το σχολείο στο Κάιρο της Αιγύπτου. Επέστρεψε στην Ελλάδα για να συνεχίσει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου και αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, στο Τμήμα Αρχαιολογίας. Παρόλο που το όνειρό της ήταν να ασχοληθεί ακαδημαϊκά με μικρά παιδιά/νήπια, δεν κατόρθωσε να το εκπληρώσει και εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος σε αεροπορική εταιρεία. Καθότι άνθρωπος που πιστεύει στην προσωπική εξέλιξη και πρόοδο του ατόμου σε οποιαδήποτε ηλικία, μετά τη συνταξιοδότησή της, το 2000, ασχολήθηκε με την τέχνη και τη συγγραφή παραμυθιών ερασιτεχνικά. Προετοιμάστηκε για τις κατατακτήριες εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά λόγοι υγείας την ανάγκασαν να εγκαταλείψει αυτό το όνειρο. Έτσι, αφοσιώθηκε κυρίως στη συγγραφή παραμυθιών για παιδιά από οκτώ ετών και πάνω. Μέχρι σήμερα ζει με τον σύζυγό της Ελευθέριο Μπελεξή στην Αθήνα, έχει μία κόρη και δύο εγγόνια, από τους οποίους εμπνέεται για τη συγγραφή των παραμυθιών.
Η ΣΚΙΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ
Τα γαλάζια φτερά
Τιτλος
Η ΣΚΙΑ Βιβλίο πρώτο Τα γαλάζια φτερά Συγγραφέας
Άννα - Φλώρα Καψή - Μπελεξή Σειρα
Παιδική λογοτεχνία [3358] 0924/29 Επιmελεια - Διορθωση
Όλγα Παλαμήδη Layout - Design Myrtilo, Λένα Παντοπούλου Copyright© 2024 Άννα - Φλώρα Καψή - Μπελεξή Πρώτη Εκδοση
Αθήνα, Σεπτέμβριος 2024 ISBN 978-618-205-649-3
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | Τηλ.: 210 64 31 108
ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.
αννα - Φλωρα Καψη - Μπελεξη
Η ΣΚΙΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ
Τα γαλάζια φτερά
Στον σύζυγό μου Ελευθέριο, ο οποίος είχε την υπομονή να ακούσει την αφήγηση αυτού του βιβλίου, και στην κόρη μου Αρετή, για την ουσιαστική συμμετοχή της και αμέριστη συμπαράστασή της.
Επίσης, στην πολυαγαπημένη μου ανιψιά Άντα Δέρβα, η οποία όχι μόνο διάβασε όλη τη σειρά των βιβλίων, αλλά μου έκανε και εύστοχα, θετικά σχόλια.
Ευχαριστήρια στις επιστήθιες φίλες μου, οι οποίες είχαν την ευγενή καλοσύνη να το διαβάσουν.
Η οικογένεια του Πωλ και το σχολείο
«Α
παπαπά! Ξύπνα! Ξύπνα, Πωλ», φώναξε στον εαυτό του και άνοιξε απότομα τα μάτια του. Αγουροξυπνημένος από έναν μόνιμο, φοβερό εφιάλτη, ανακάθισε στο κρεβάτι του και έτριψε τα μάτια του. «Όλα τα παιδάκια του κόσμου έχουν φανταστικούς φίλους, απ’ ό,τι μου λένε. Εγώ θα έπρεπε να είμαι η εξαίρεση; Πού να το πω και ποιος θα με πιστέψει! Εγώ είχα, έχω και μάλλον θα έχω για πάντα έναν φανταστικό εχθρό! Τη Σκιά. Μια μαυροφορεμένη φιγούρα σαν σκιά κυκλοφορεί γύρω μου, μ’ έναν μανδύα με κουκούλα. Δίχως πρόσωπο, και το σώμα της, μια άυλη μάζα σαν μαύρος, πυκνός και αδιαπέραστος καπνός», μονολόγησε μέσα από τα δόντια του. Έτριψε πάλι τα μάτια του, μήπως και συνηθίσουν το απόλυτο σκοτάδι της κρεβατοκάμαράς του. Το μόνο που είδε καθαρά ήταν η μαυροφορεμένη Σκιά να τον παραμονεύει από τη γωνία του δωματίου του. «Εδώ και κάμποσο καιρό ψάχνω να βρω τρόπο να την πετάξω από τη ζωή μου και να την ξεφορτωθώ μια για πάντα. Πού θα μου πάει! Κάποια μέρα θα τον βρω. Και τότε αλίμονό της», σκέφτηκε, για να πάρει κουράγιο. «Ακούω και τις σκέψεις σου! Πρόσεχε τι λες και τι σκέφτεσαι!» ήχησε μέσα στο κεφάλι του η απάντηση της Σκιάς. «Σταμάτα πια να με ακολουθείς, να με παραμονεύεις και να με παρακολουθείς. Δεν βαρέθηκες να είσαι συνεχώς μπροστά μου; Πίσω μου; Στα πλάγια μου και πάνω από το κεφάλι μου; Και γενικά σε βλέπω μπροστά μου όπου και να κοιτάξω. Είσαι πανταχού παρών! Λες και είσαι ο Θεός. Απορώ μαζί σου! Αφού δεν έχεις πρόσωπο, πώς καταφέρνεις να μιλάς μέσα στο μυαλό μου; Με φρικάρεις!» της φώναξε από μέσα του. Και απέξω του
—7—
φούσκωσε, ξεφούσκωσε τα μάγουλά του, ανοιγόκλεισε τα ρουθούνια του και αναστέναξε βαθιά. «Αν θέλεις να μη σε φρικάρω, πρέπει να έρθεις στον κόσμο μου, να με γνωρίσεις, να δεις τι κρύβεται πίσω από αυτή την άυλη μάζα, όπως με αποκαλείς. Και τότε ίσως να γίνουμε φίλοι. Μην τολμήσεις όμως ποτέ να μου επιτεθείς, γιατί θα το μετανιώσεις πικρά!» του απάντησε η Σκιά. «Τόσα χρόνια μπροστά μου είσαι, “Θεέ”, σε ξέρω πολύ καλά. Με φρικάρεις και μόνο που σε βλέπω. Παίρνεις ό,τι σχήμα θέλεις και όποτε το θέλεις. Κάνεις αυτό το άυλο που έχεις να μοιάζει με άνθρωπο που φοράει μαύρο μανδύα με κουκούλα. Ψηλώνεις, μικραίνεις, αραιώνεις, πυκνώνεις, κρύβεσαι και εμφανίζεσαι όπως και όποτε σου αρέσει. Δεν έχεις πρόσωπο και όμως εγώ νιώθω τα μάτια σου να με παρακολουθούν, διαβάζεις τις σκέψεις και με το ανύπαρκτο στόμα σου στέλνεις τις απαντήσεις να ηχούν καθαρά μέσα στο κεφάλι μου. Δεν χρειάζεται και να σε πλησιάσω για να σε δω καλύτερα». «Τότε δεν θα με πετάξεις ποτέ από τη ζωή σου!» Αυτά ήταν τα στερεότυπα λόγια που της έλεγε και η στερεότυπη απάντηση που έπαιρνε κάθε φορά που φρίκαρε. Ο Πωλ αποκαλούσε τη Σκιά του «Ο πανταχού παρών Θεός» γιατί ήθελε να την καλοπιάσει. Καταλάβαινε πολύ καλά ότι ήταν ένας επικίνδυνος εχθρός. Τη φοβόταν, δεν ήξερε τι φοβερό θα μπορούσε να του συμβεί αν συγκρουόταν μαζί της. Το βέβαιο ήταν ότι ο «Θεός» την καταδίωξη την είχε στο αίμα του. Όταν ξεκουραζόταν, ήταν απλώς εκεί. Όσο και να προσπαθούσε, δεν μπορούσε να την ξεφορτωθεί. Η Σκιά του ήταν παρούσα, παντού και πάντα. Κόντευε τα έντεκά του χρόνια. Λεπτός, κοκκινομάλλης, με σχιστά πράσινα μάτια, κάπως πρησμένα, και σχετικά ψηλό παιδί για την ηλικία του. Το όνομά του απέφευγε να το λέει ολόκληρο. Το «Πολύδωρος» του χάλαγε ακόμη περισσότερο την εικόνα του εαυτού του. Ήταν το όνομα του παππού του και καθώς ήταν το πρώτο εγγόνι στην οικογένεια, έπρεπε να το λουστεί. Ευτυχώς δεν άρεσε και στη μητέρα του και απέκτησε το υποκοριστικό «Πωλ», με το οποίο ήταν πλήρως ικανοποιημένος.
—8—
Ξάπλωσε ανάσκελα, χαρτογραφώντας το ταβάνι. Συλλογιζόταν τη ζωή του και περίμενε το πρώτο φως της ημέρας για να ηρεμήσει. «Ούτε λίγο παραπάνω φως δεν μπορεί να έχει κανείς μέσα σε αυτό το σπίτι!» γκρίνιαξε στον εαυτό του. Και να ήθελε περισσότερο φως, ήταν αδύνατον να το έχει. Στο σπίτι του πουθενά δεν υπήρχαν δυνατά φώτα. Ούτε δίπλα στα κομοδίνα, ούτε κεντρικά στο ταβάνι. Και τα μοναδικά αδύναμα φωτάκια που έφεγγαν με χρονοδιακόπτη κάτω από τα κομοδίνα για να μη σκοντάφτουν, αν κάποιος σηκωνόταν το βράδυ, είχαν σβήσει. «Μάλλον σε λίγο ξημερώνει», μονολόγησε. Συνέχισε να σκέφτεται τι άλλο περίεργο είχε η οικογένειά του. Έφερε στα μάτια του την εικόνα της αδελφής του και του πατέρα του, δεν βρήκε κάτι το αξιοπερίεργο. Σταμάτησε στην εικόνα της μαμάς του. Τα χοντρά γυαλιά μυωπίας τής έκρυβαν σχεδόν όλο το πρόσωπο. Το μυαλό του φωτίστηκε και έδωσε την εξήγηση για το περίεργο σπίτι του. «Η μαμά έφτιαξε το σπίτι σύμφωνα με τις δικές της ανάγκες, μάλλον τα μάτια της δεν αντέχουν το δυνατό φως». Χαμογέλασε ευχαριστημένος με την επόμενη σκέψη του. «Ευτυχώς, για το διάβασμά μου προνόησαν να μου βάλουν μια λάμπα που φωτίζει μόνο επάνω στα βιβλία μου». Με αυτές τις σκέψεις και με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι, συνήλθε από τον εφιάλτη του και τον έπιασε ένα γλυκό γλάρωμα. Αυτό του πρωινού, του «λίγο ακόμη, πριν ξεκινήσω τις τρεχάλες». «Πωλ! Σήκω! Πλύσου! Ντύσου! Και κατέβα για πρωινό. Τα ρούχα σου είναι επάνω στην καρέκλα», ακούστηκε η πρώτη πρωινή προειδοποιητική, επιβλητική φωνή της μαμάς του από τον κάτω όροφο. Στο δωμάτιό του, πάνω στην καρέκλα ήταν ακουμπισμένα τα ρούχα που θα φόραγε. Προκαθορισμένα! Τα είχε διαλέξει η μητέρα του. Αγνοώντας τα πήγε, έπλυνε το πρόσωπό του και τα δόντια του και επέστρεψε στο κρεβάτι του. «ΟΧ! Και πάλι οχ! Και χίλιες φορές οχ! Οχ! Οχ! Να δούμε
—9—
πώς θα τα βολέψω», φύσαγε και ξεφύσαγε με αγανάκτηση. «Για ακόμη μία φορά δεν μπορώ να καταλάβω τη μάνα μου. Μένουμε στο καλύτερο προάστιο του τόπου, έχουμε τεράστιο σπίτι με μεγάλο κήπο, πισίνα, νταντά, γυναίκα για τις δουλειές του σπιτιού, κηπουρό. Κάνουμε χειμερινά σπορ και κρουαζιέρες το καλοκαίρι (αφού πρώτα πιω το πικρό ποτήρι της κατασκήνωσης για να γίνω εργατικός). Στα ρούχα μας βρήκε να εφαρμόσει το πνεύμα οικονομίας που τη διακατέχει! Σοβαρά τώρα; Μας λέει ότι αυτό το κάνει για να μη μας παραχαϊδέψει και να βγούμε σωστοί άνθρωποι στην κοινωνία. Ας γελάσω!» Κοίταξε πάλι τα ρούχα του με αηδία και έπνιξε την κραυγή απελπισίας του μέσα σ’ ένα βογκητό. «Φοράμε μόνο ακριβές μάρκες. Και σε ρούχα και σε παπούτσια, πρέπει να το παραδεχτώ. Αλλά! Υπάρχει πάντα ένα αξεπέραστο “αλλά”. Τα ρούχα μας πρέπει να τα φοράμε για τουλάχιστον τέσσερα συνεχόμενα χρόνια, κι ας μας έχουν κοντύνει». Χαμογέλασε με πικρία. «Ευτυχώς τα δικά μου ρούχα δεν είναι ελαστικά, όπως της αδελφής μου. Αυτή φοράει το ίδιο παντελονάκι από τότε που ήταν ενός. Στην αρχή παντελονάκι, μετά κάπρι, σορτσάκι, και τώρα μικροσκοπικό σορτσάκι». Η αναδρομή στη ζωή του διακόπηκε απότομα από τη δεύτερη ηχηρή προειδοποίηση. «Κάνε γρήγορα, μην αργείς!» ήχησε στ’ αυτιά του η φωνή της μητέρας του. Ήταν λες και είχε βάλει μεγάφωνα – την άκουγε μέσα στο δωμάτιό του. «Ναι, μαμά!» απάντησε με μια φοβερή ατονία. Κοίταξε τα ρούχα που φορούσε και έκανε έναν μορφασμό αηδίας. «Ας γινόταν έστω για μία φορά να μη φορέσω αυτό το αηδιαστικό μπλε με καφέ καρό πουκάμισο και το μπλε σκούρο αμάνικο πουλοβεράκι με τη στρογγυλή λαιμόκοψη, που μου έρχεται πλέον μόνο τέσσερα δάχτυλα κάτω από τη μέση μου. Πάλι το καταραμένο γούστο της μάνας μου, του περασμένου αιώνα. Το ρεζίλι του σχολείου έχω γίνει πια!» σκέφτηκε αναστενάζοντας. «Κοντεύω έντεκα. Θεωρώ ότι είμαι αρκετά μεγάλος για να
— 10 —
μπορώ να επιλέγω τι να βάλω και τι όχι. Δεν το βλέπει;» μονολόγησε. Ο θυμός του είχε ξεχειλίσει. Με δυσκολία κατάφερε να τον εμποδίσει να πεταχτεί ολόκληρος έξω. Η μαύρη Σκιά είχε βγει από τη θέση της, κουνιόταν αέρινη και τον πλησίαζε. «Πώς θα ήθελα να βάλω τη μαύρη μπλούζα με τον τρομακτικό δεινόσαυρο, με το τζιν και τα αθλητικά μου... Αλλά εγώ την ξέρω καλά, αυτά θα χαριστούν καινούρια γιατί απλώς δεν τα εγκρίνει». Ένας ακόμα αναστεναγμός βγήκε από τα βάθη της ψυχής του. Οι μαύρες σκέψεις του και ο μονόλογος με τον εαυτό του συνεχίστηκαν σιωπηλά. «Όμως όχι! Εγώ δεν έχω αυτή την επιλογή. Τα ρούχα που πρέπει να βάλω είναι εκεί, στην καρέκλα, και με περιμένουν να με γελοιοποιήσουν για ακόμη μία φορά. Δεν τα θέλω! Δεν τα θέλω!» είπε χαμηλόφωνα με πείσμα. Ο θυμός του φούντωσε, έγινε ορμητικό ποτάμι έτοιμο να σπάσει το φράγμα που τον συγκρατούσε, να ξεχυθεί και να καταστρέψει ό,τι υπήρχε στο πέρασμά του. Η μαυροφορεμένη Σκιά όμως είχε άλλη άποψη. Του έβαζε λογοκρισία και του σταμάταγε τον θυμό με έναν μοναδικό δικό της τρόπο. Χωρίς χέρια, τύλιγε μόνο τα μανίκια της από καπνό γύρω από τον λαιμό του σαν να ήθελε να τον στραγγαλίσει. Και με το κάτω μέρος του μανδύα της τον πάταγε στο στήθος σαν γιγάντιο βαρίδι. Ύστερα από κάθε θυμό, η αναπνοή του κοβόταν και ακολουθούσε το σπρέι για το άσθμα του. «Καλά! Θα δω τι γίνεται με το παντελόνι μου», είπε σαν να μίλαγε στη Σκιά και την ίδια στιγμή χτύπησε τα μάγουλά του. «Δεν είναι δυνατόν! Αυτό το φόραγα σαν παράνυμφος πριν από τρία χρόνια». Πήρε το παντελόνι του και το φόρεσε. Ήταν στενό και τον έσφιγγε αρκετά. Ντύθηκε και πήγε πάλι στο μπάνιο. «Ας φτιάξω τουλάχιστον τα μαλλιά μου». «Πωλ!» Η τρίτη προειδοποίηση έμοιαζε περισσότερο με στριγκλιά. «Πού είσαι; Κατέβα για πρωινό!»
— 11 —
160 × 230 SPINE: 16 FLAPS: 70
Διαβάστε επίσης
Ο
Πωλ, παρόλο που είναι ένα σχεδόν εντεκάχρονο μοναχικό αγόρι, έχει έναν ορκισμένο εχθρό. Μια μαυροφορεμένη κουκουλοφόρος Σκιά τον καταδιώκει παντού και πάντα. Τον τρομοκρατεί τόσο πολύ, που του είναι αδύνατον να την αντιμετωπίσει. Εξαιτίας της καταφεύγει στο βάθος του κήπου του σπιτιού του, όπου τον περιμένει πάντα μια γέρικη μαγική Βαλανιδιά. Είναι το μοναδικό ον που τον καταλαβαίνει και μαζί της μοιράζεται όλα του τα μυστικά. Εκείνη του δίνει έναν γρίφο: «Για να είσαι χαρούμενος και δυνατός, πρέπει να βρεις τον δρόμο της απόλυτης ευτυχίας, που δεν είναι απόλυτη, και της απόλυτης δυστυχίας, που δεν είναι απόλυτη». Με τον γρίφο αυτόν στο μυαλό του, απορροφιέται μαζί με τη Σκιά του και μεταφέρεται σ’ έναν κόσμο σκοτεινό, επικίνδυνο και με γιγάντια τέρατα έτοιμα να τον καταβροχθίσουν. Για να τα αντιμετωπίσει και να επιστρέψει στον κόσμο του, χρειάζεται να επιστρατεύσει όλη του την εξυπνάδα. Το να επιβιώσει είναι δύσκολο έως ακατόρθωτο.
ISBN 978-618-205-649-3
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | Τηλ.: 210 64 31 108 ekdoseis.ocelotos@gmail.com | www.ocelotos.gr
9 786182 056493
Η Άννα-Φλώρα Καψή-Μπελεξή γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949, αλλά μεγάλωσε και τελείωσε το σχολείο στο Κάιρο της Αιγύπτου. Επέστρεψε στην Ελλάδα για να συνεχίσει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου και αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, στο Τμήμα Αρχαιολογίας. Παρόλο που το όνειρό της ήταν να ασχοληθεί ακαδημαϊκά με μικρά παιδιά/νήπια, δεν κατόρθωσε να το εκπληρώσει και εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος σε αεροπορική εταιρεία. Καθότι άνθρωπος που πιστεύει στην προσωπική εξέλιξη και πρόοδο του ατόμου σε οποιαδήποτε ηλικία, μετά τη συνταξιοδότησή της, το 2000, ασχολήθηκε με την τέχνη και τη συγγραφή παραμυθιών ερασιτεχνικά. Προετοιμάστηκε για τις κατατακτήριες εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά λόγοι υγείας την ανάγκασαν να εγκαταλείψει αυτό το όνειρο. Έτσι, αφοσιώθηκε κυρίως στη συγγραφή παραμυθιών για παιδιά από οκτώ ετών και πάνω. Μέχρι σήμερα ζει με τον σύζυγό της Ελευθέριο Μπελεξή στην Αθήνα, έχει μία κόρη και δύο εγγόνια, από τους οποίους εμπνέεται για τη συγγραφή των παραμυθιών.