Skip to main content

Η λάμψη της πρώτης ματιάς!

Page 1

150 × 230  SPINE: 33  FLAPS: 70

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

Η λάμψη τηςπρώτηςματιάς!

ISBN 978-618-205-046-0

ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

Ό

ταν η στιγμή δεν έρχεται απλά για να υπάρξει, να φύγει και να προσπεράσει! Όταν η εικόνα του άλλου μέσα σου γίνεται εμμονή! Όταν το συναίσθημα μπορεί να αντέξει στην σύγκρουση, με τα στερεότυπα και το κοινωνικό κατεστημένο! Τότε και μόνο μπορείς να ξεστομίσεις την μεγάλη κουβέντα και να πεις, είμαι ερωτευμένος. Μια κουβέντα που μπορεί η ίδια από μόνη της να σε ταξιδέψει, να σε μεταφέρει σε ένα ονειρικό κόσμο και να σε κάνει να κατανοήσεις χωρίς καθόλου κόπο, την μαγεία γιατί υπάρχεις και ζεις! Ένα ακραίο ρομαντικό μυθιστόρημα που έρχεται να επιβεβαιώσει ότι ο αληθινός έρωτας υπάρχει και επιβιώνει ακόμα και μέσα στις πιο πεζές και ρηχές εποχές! Ένα βιβλίο ύμνος στο ερωτικό συναίσθημα, που ζει και βασιλεύει στους αιώνες και που ο καθένας το νιώθει με τον δικό του τρόπο, αλλά που μόνο λίγοι έχουν την ικανότητα και το χάρισμα να αφεθούν και να νιώσουν την μαγεία του.. Ένα συναίσθημα που θα ζήσουν το μεγαλείο της ομορφιάς του, μόνο όσοι είναι αληθινοί! Μέσα σ αυτές τις σελίδες θα ανακαλύψεις την έξαψη της λάμψης της πρώτης ματιάς, την έλξη της χημείας των συναισθημάτων, την δύναμη της αγάπης και του πάθους. Μέσα από αυτές τις σελίδες θα αποκρυπτογραφήσεις τι πάει να πει ερωτική ανάταση! Και όλα αυτά δοσμένα με ένα πολύ απλοϊκό αλλά παραστατικό τρόπο, με λεπτομερή περιγραφή των εικόνων, που μοιάζει σαν να τις αποτυπώνει με λέξεις ο φακός κάποιας κινηματογραφικής μηχανής, όπου το αποτέλεσμα θα είναι όταν διαβάσεις αυτό το βιβλίο, να μοιάζει σαν να είδες κινηματογραφική ταινία!

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Σε αυτήν εδώ την θέση είθισται να γράφεται το βιογραφικό του συγγραφέα. Όμως εγώ δεν βλέπω τον λόγο, που θα ενδιέφερε τον αναγνώστη το βιογραφικό μου. Ίσως εάν επρόκειτο για ένα επιστημονικό βιβλίο, να ήταν αναγκαίο να παραθέσω τις γνώσεις μου και τις διαπιστεύσεις μου, προκειμένου να πείσω για την εγκυρότητα των γραφομένων μου. Όμως το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ένα μυθιστόρημα και η αξία του κρίνεται από το πόσο ενδιαφέρον είναι το περιεχόμενο του και όχι από το πόσο πλούσιο ή φτωχό είναι το βιογραφικό του συγγραφέα. Αυτό όμως που θα ήθελα να σας αναφέρω και να εκμυστηρευτώ, είναι ότι οι ιδέες και τα νοήματα που βγαίνουν μέσα από αυτό το βιβλίο συμβαδίζουν με τον τρόπο ζωής μου! Προσπάθησα και εν μέρει κατάφερα να μην προδώσω τις όποιες αξίες και ιδανικά μου, που ερχόντουσαν σε σύγκρουση με την υποκριτική ηθική του κακού και του καλού σύμφωνα με την γενική αντίληψη του αστικού κατεστημένου, άσχετα βέβαια εάν στο τέλος με πρόδωσαν οι ίδιες οι αξίες μου και με κατέστησαν ρομαντικό! Τώρα, αν παρόλα αυτά θέλετε να μάθετε κάποια λίγα στοιχεία από το βιογραφικό μου, δεν έχετε να κάνετε τίποτα άλλο από το να επισκεφθείτε τις ιστοσελίδες μου www.psarogiannis.com και www.cinebox.org.gr


Η λάμψη της πρώτης ματιάς!


ΤΙΤΛΟΣ

Η λάμψη της πρώτης ματιάς! ΣΥΓΓΡΑΦΈΑΣ

Γιώργος Ψαρογιάννης ΣΕΙΡΑ

Ελληνική λογοτεχνία [1358] 0121/01 ΕΠΙMΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ

Γιώργος Ψαρογιάννης LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2020 Γιώργος Ψαρογιάννης ΠΡΏΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αθήνα, Ιανουάριος 2021 ISBN 978-618-205-046-0

Οι διορθώσεις και η επιμέλεια του βιβλίου έγιναν σκοπίμως από μένα τον ίδιο τον συγγραφέα, προκειμένου να μην αλλοιωθεί ο χαρακτήρας και ο τρόπος γραφής μου. Προτίμησα να το παρουσιάσω αυτούσιο, σχεδόν έτσι όπως το έγραψα στην αρχική του μορφή, με την γλώσσα που χρησιμοποιώ εγώ και να μην χρησιμοποιήσω εξιδεικευμένους διορθωτές, καθότι δεν ήθελα να μετατραπεί σε ένα άλλο βιβλίο, ναι μεν γλωσσικά πιο άρτιο που όμως δεν θα με αντιπροσώπευε, γιατί αυτή η γλώσσα δεν θα ήταν η δική μου και θα έμοιαζε ξύλινη και ξένη προς εμένα. Θα ήθελα να ευχαριστήσω την κυρία Ρόϊδω Μητούλα, καθηγήτρια του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου για την βοήθεια και συμμετοχή της, στην επιμέλεια και τις διορθώσεις αυτές.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108

ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.


ΓΙΏΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΆΝΝΗΣ

Η λάμψη της πρώτης ματιάς!

— ΑΘΗΝΑ 2021 —


Πρόλογος

Αυτός ο πρόλογος απευθύνεται κυρίως σε σένα φίλε αναγνώστη, που στέκεσαι σε κάποιο βιβλιοπωλείο και κρατάς στα χέρια σου και ξεφυλλίζεις αυτό το βιβλίο, ώστε αν πρόκειται να το αγοράσεις, να ξέρεις τι ακριβώς θα διαβάσεις. Το μυθιστόρημα αυτό εξυμνεί την δύναμη και την αξεπέραστη ομορφιά του ερωτικού συναισθήματος, πέρα από την κοινή λογική και τα κοινωνικά στερεότυπα που αλυσοδένουν την φαντασία, την δημιουργικότητα και την ψυχή του ανθρώπου. Αν επιζητάς να διαβάσεις ένα βιβλίο ελαφρού περιεχομένου θα σε απογοητεύσω, γιατί αυτό το μυθιστόρημα δεν προβάλλει την ερωτική ελαφρότητα, μέσα από ένα κόσμο ψεύτικο και κομψό έντεχνα κατασκευασμένο, αλλά την βαρύτητα της πραγματικότητας και την σημαντικότητα που έχει η ερωτική έλξη στην ζωή μας, καθώς τις περισσότερες φορές έρχεται να συγκρουστεί με το κοινωνικό κατεστημένο. Ο ακραίος ρομαντισμός σ’ αυτό το βιβλίο δεν πηγάζει μόνο μέσα από ακρογιαλιές κι ολόγιομα φεγγάρια, αλλά από την στάση των βασικών ηρώων που γίνεται τρόπος ζωής. Δεν πηγάζει ακόμα μέσα από εκλεπτυσμένα αντικείμενα και κόκκινα τριαντάφυλλα, αλλά μέσα από την προσπάθεια των ηρώων να καταφέρουν να κάνουν το ανέφικτο εφικτό. Άλλωστε αυτή είναι και η κεντρική ιδέα του ρομαντισμού, η συνεχής προσπάθεια και ο αγώνας να κάνεις το ανέφικτο εφικτό, άσχετα αν αυτό που επιλέγεις είναι ουτοπικό! Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του θα δεχθείς έναν καταιγισμό εικόνων, που θα εξάψουν τις αισθήσεις και την φαντασία σου και θα σε ταξιδέψουν, ενώ ταυτόχρονα θα σε προβληματίσουν για το τι τελικά αξίζει και τι δεν αξίζει και ποιο είναι το νόημα του έρωτα, μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Η ομορφιά της ιστορίας, δεν επαφίεται στην πλοκή και τις εντάσεις, ούτε σε πέπλα μυστηρίου και μηχανορραφιών με σασπένς, καθότι ο αληθινός έρωτας δεν χρειάζεται τίποτα από τα —5—


ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

παραπάνω για να εκφραστεί! Η ομορφιά της ιστορίας βασίζεται στον πλούτο των συναισθημάτων, αλλά και στα νοήματα που βγαίνουν από την ίδια την ζωή, γιατί η ζωή είναι αυτή που σε διδάσκει μέσα από το πέρασμα του χρόνου, με τις χαμένες προσδοκίες, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και τον πόνο που προκαλεί το αβίωτο και το απωθημένο. Έπειτα οι χαρακτήρες που παρουσιάζονται σ’ αυτό το μυθιστόρημα είναι απλοϊκοί, καθημερινοί άνθρωποι, όμως ξεχωριστοί και προικισμένοι με πλούσια και σύνθετα συναισθήματα, που αντιλαμβάνονται με τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο την ζωή. Επίσης σ’ αυτό το μυθιστόρημα επικρατεί η υπερβολή, όχι όμως σε σχέση με την εξέλιξη των συμβάντων και των γεγονότων, αλλά στην ένταση και τον δυναμισμό του συναισθήματος που νιώθουν οι ήρωες. Γενικά περιγράφω την σύγκρουση της λογικής με το συναίσθημα και ποιο το αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης, δηλαδή που οδηγεί και πως καταστρέφει την ζωή των ανθρώπων ή την φτιάχνει, ανάλογα με τον χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου και το πως ο κάθε άνθρωπος αυτήν την σύγκρουση θα την διαχειριστεί. Τώρα από τεχνικής άποψης, χρησιμοποιώ λυτή γραφή, χωρίς πολλά βαρύγδουπα και φανταχτερά κοσμητικά επίθετα, χωρίς το πάθος της βιβλιοδιφικής λεξιλαγνείας. Ο τρόπος που αφηγούμαι τις σκηνές και τις εικόνες του μυθιστορήματος, είναι ένας δικός μου τρόπος και είναι άκρως λεπτομερής, που θα μπορούσα να τον ονοματίσω με την φράση, κινηματογραφική αφήγηση. Αυτή ακριβώς είναι και η ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει την γραφή μου, δηλαδή να περιγράφω τις εικόνες και τους τόπους που αυτές εξελίσσονται με την παραμικρή λεπτομέρεια, σαν να τους αποτυπώνει φακός κινηματογραφικής μηχανής. Ακόμα μέσα στους διαλόγους περιγράφω τις εκφράσεις που παίρνουν τα πρόσωπα των ηρώων καθώς μιλούν και εκφράζουν τα συναισθήματα τους. Γενικά περιγράφω όλα όσα ένας άνθρωπος μπορεί να νιώσει με τις πέντε αισθήσεις του, από εικόνες, ήχους, γεύσεις, κρύο, ζέστη ακόμα και οσμές. Αποτέλεσμα όποιος διαβάσει αυτό το μυθιστόρημα, άσχετα αν του αρέσει ή όχι, είναι στο τέλος να έχει την ψευδαίσθηση ότι είδε μια ταινία και όχι ότι διάβασε ένα βιβλίο. —6—


Η ΛΆΜΨΗ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΜΑΤΙΆΣ

Αυτά τα λίγα σχετικά με το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου, η συνέχεια επί των σελίδων με την ελπίδα ότι η ανάγνωση τους, θα σου εξάψει την φαντασία και θα σου αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής!

—7—


Κεφάλαιο Α

Μιλάνο φθινόπωρο 2053.

Α

πόγευμα σε ένα βρεγμένο ερημικό, φαρδύ πλακόστρωτο δρόμο. Δεξιά και αριστερά ψηλές δεντροστοιχίες μπροστά από τα νεοκλασικά κτήρια, στολίζουν την περιοχή. Ο ελαφρύς αέρας παρασέρνει τα πεσμένα κίτρινα φύλλα των δέντρων πάνω στο δρόμο, τα οποία αφήνουν ένα χαρακτηριστικό ήχο από το σύρσιμο τους. Ζεστά χρυσαφιά χρώματα από τις απογευματινές αχτίνες του ήλιου, ξετυλίγονται πάνω στα κτήρια που καθρεφτίζονται στο βρεγμένο δρόμο. Την ησυχία έρχεται να σπάσει ο θόρυβος από τη μηχανή ενός αυτοκινήτου. Εμφανίζεται ένα ταξί που σταματάει μπροστά από την είσοδο ενός παλιού νεοκλασικού κτηρίου. Η πόρτα του ταξί ανοίγει αργά και εμφανίζεται μια ηλικιωμένη γυναίκα, που είναι κομψή και καλοστεκούμενη! Φοράει ένα σκουρόχρωμο ταγιέρ που της προσδίδει μια πολύ αριστοκρατική εμφάνιση! Η κυρία βηματίζει αργά στο πλακόστρωτο, φτάνει στην είσοδο του κτηρίου και χτυπάει το κουδούνι… Ακούγεται ο χαρακτηριστικός ήχος από το άνοιγμα της πόρτας και μπαίνει στο κτήριο. Στέκεται μπροστά σε ένα παλαιού τύπου ασανσέρ, αυτά με το διάφανο από συρμάτινα πλέγματα κουβούκλιο, που θυμίζουν εποχή του μεσοπολέμου… Καθώς καλεί το ασανσέρ και περιμένει, περιεργάζεται το χώρο γύρο της, στρέφοντας το πρόσωπο της δεξιά και αριστερά. Φτάνει το ασανσέρ, μπαίνει μέσα και πιέζει το κουμπί του δευτέρου ορόφου. Όταν μετά από λίγο το ασανσέρ φτάνει στον όροφο, η κυρία ανοίγει την πόρτα και κατεβαίνει. Στέκεται σαστισμένη στο διάδρομο και με ερευνητικό βλέμμα ψάχνει να βρει την είσοδο του γραφείου που πρέπει να μπει. Μία πόρτα ανοίγει ξαφνικά στο διάδρομο και μια νέα, όμορφη και ελκυστική γυναίκα με καστανά μακριά μαλλιά και ντυμένη με ένα κλασικό στενό μαύρο ταγιέρ εμφανίζεται και την υποδέχεται, λέγοντας της μεγαλόφωνα. —8—


Η ΛΆΜΨΗ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΜΑΤΙΆΣ

— Από εδώ ελάτε… εδώ είμαστε. Η νέα γυναίκα μπαίνει σε ένα γραφείο, ενώ η ηλικιωμένη την ακολουθεί. Είναι ένας ευρύχωρος προθάλαμος γραφείου, ψηλοτάβανος με αναπαλαιωμένα πολυτελή έπιπλα. Στη μέση της αίθουσας υπάρχει ένα κλασικό δερμάτινο σαλόνι, ένα ξυλόγλυπτο με λεπτό φινίρισμα τραπεζάκι και ακριβώς δίπλα ένα ξύλινο γραφείο όπου πάνω του υπάρχει ένα κομπιούτερ, διάσπαρτα κλασέρ, σημειώσεις και χαρτιά… Μια περίεργη γλυκιά οσμή του χώρου και μια αίσθηση υγρής ατμόσφαιρας διαχέεται παντού. Ο φωτισμός αδύναμος και ατμοσφαιρικός, πέφτει στο πρόσωπο της κυρίας και περιγράφει με θερμά χρώματα τα όμορφα ευγενικά και φινετσάτα χαρακτηριστικά που έχουν παραμείνει. Στέκεται στη μέση της αίθουσας και περιεργάζεται με ένα γρήγορο βλέμμα το χώρο. Με ευγενικό ύφος καλησπερίζει τη νέα γυναίκα. — Καλησπέρα σας. Είμαι η Ελεάνα Παπαπέτρου. — Καλησπέρα σας! (Αυθόρμητα) Ναι, το γνωρίζω. Σας περίμενα. (Την οδηγεί στο σαλόνι) Καθίστε παρακαλώ. Καθίστε εδώ για να είσαστε κοντά μου. Αφού η κυρία κάθισε στην πολυθρόνα, μετά πηγαίνει και η νεαρά γραμματέας και κάθεται στο γραφείο της και της συστήνεται χαμογελαστά. — Είμαι η Antonella Taviani, η γραμματέας του κυρίου Francesco Rossini, του διευθυντή της Γκαλερί μας. Ο κύριος Rossini μου μίλησε για εσάς. Αυτή τη στιγμή είναι στο γραφείο του με κάποιο ραντεβού, όμως πολύ σύντομα θα τελειώσει. Σας πειράζει να περιμένετε πέντε δέκα λεπτά; — Όχι, όχι καθόλου. — Να σας προσφέρω κάτι να πιείτε, ένα καφέ, ένα χυμό, ένα τσάι; — Να μην σας κουράζω! — Μα τι λέτε, μου είναι πολύ εύκολο. — Σας ευχαριστώ. Ένα τσάι θα το έπινα με ευχαρίστηση. Η Antonella σηκώνεται από το γραφείο, βηματίζει αργά στο πολυτελές ξύλινο πάτωμα και πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο λέγοντας. — Σε πέντε λεπτά θα είναι έτοιμο. —9—


ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

Η Ελεάνα μένει μόνη της στη μεγάλη αίθουσα και συνεχίζει να εξερευνά το χώρο. Το κεφάλι της τώρα στρέφεται προς τα πάνω και κοιτάζει τον μεγάλο κρυστάλλινο πολυέλαιο που κρέμεται από το ξυλόγλυπτο ταβάνι με τις ζωγραφισμένες παραστάσεις. Πράγματι, το χώρο χαρακτηρίζει η πολυτέλεια και η μεγαλοπρέπεια, που θυμίζει μια άλλη εποχή! Μετά από πέντε λεπτά η Antonella επιστρέφει κρατώντας έναν ασημένιο δίσκο που περιέχει ένα πορσελάνινο λευκό φλιτζάνι, ένα ποτήρι νερό και μια ζαχαριέρα… Αφήνει το δίσκο δίπλα στην Ελεάνα, κάθεται στο γραφείο της και τη ρωτάει. — (με γλυκό χαμόγελο και ευγενική φωνή) Είχατε όμορφο ταξίδι; — (με φυσικό και ήρεμο τόνο φωνής) Ήταν αρκετά καλό, αν εξαιρέσουμε κάποια λιγοστά κενά αέρος και κάποια μικρά τραντάγματα. Όμως, σε γενικές γραμμές καλό ήταν. Η Antonella τη ρωτάει ξανά παραξενεμένα, ενώ η Ελεάνα την ίδια στιγμή παίρνει το φλιτζάνι, βάζει τη ζάχαρη με το κουταλάκι και αρχίζει να την ανακατεύει. — Πώς και ήρθατε μόνη σας; (κομπιάζοντας) Δηλαδή, θέλω να πω.. Η Ελεάνα τη διακόπτει, έχοντας στο πρόσωπο της ένα έντονο χαμόγελο. — Μην κουράζεστε, κατάλαβα τι θέλετε να πείτε. Εννοείτε πως και ήρθα μόνη μου σε ένα ξένο τόπο σε αυτήν την ηλικία, χωρίς να έχω κανέναν να με συνοδεύει; Αν αυτό με φοβίζει; Αυτό δεν θέλετε να πείτε; Η Antonella απαντάει με αμήχανο ύφος και τρόπο. — Συγνώμη δε θέλω να σας προσβάλω, αλλά κάτι τέτοιο εννοώ. Η Ελεάνα συνεχίζει να χαμογελά έντονα και εξηγεί με ήρεμο βλέμμα και τόνο φωνής. — Δε φοβάμαι… (αποφασιστικά) Δε φοβάμαι… Είμαι αρκετά καλά στην υγεία μου και μπορώ και τα καταφέρνω ακόμα… Άλλωστε δε θα μείνω για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μόλις δύο ημέρες. Τη συζήτηση έρχεται να διακόψει το άνοιγμα της πόρτας του κυρίως γραφείου του Francesco Rossini, από την οποία βγαίνει — 10 —


Η ΛΆΜΨΗ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΜΑΤΙΆΣ

ένας κομψοντυμένος κύριος, ο οποίος κοιτάζει προς το γραφείο της Antonella και λέει. (Ικανοποιημένα) Τελειώσαμε. Όλα καλά. Σας ευχαριστώ πολύ!! — Εντάξει; Όλα καλά; — Ναι, ναι όλα καλά τέλεια… Καλή σας νύχτα. — Καληνύχτα σας. Ο κομψοντυμένος κύριος ανοίγει την πόρτα και φεύγει από το γραφείο και στο χώρο απομένουν και πάλι μόνες τους η Ελεάνα με την Antonella. Η Antonella κοιτάζει την Ελεάνα στα μάτια και λέει με ευγενικό χαμόγελο. — Εντάξει, τώρα μπορούμε να δούμε τον κύριο Rossini. Δεν προλάβατε να πιείτε το τσάι σας, αλλά μην ανησυχείτε θα σας το φέρω εγώ μέσα… Λοιπόν, είστε έτοιμη; — Φυσικά! Σας ευχαριστώ πολύ! Οι δύο γυναίκες σηκώνονται ταυτόχρονα και η Antonella, κρατώντας το δίσκο με το τσάι, οδηγεί την Ελεάνα στο γραφείο του κυρίου Rossini. Είναι ένα τεράστιο γραφείο με ξύλινο πάτωμα και δερμάτινα έπιπλα. Τα πάντα είναι στα χρώματα του καφέ, του χρυσαφί και του μπεζ… Δύο τεράστια παράθυρα με μισόκλειστες κουρτίνες, αφήνουν να διαπερνούν κάποιες από τις λιγοστές τελευταίες ακτίνες του ήλιου που έρχονται και σμίγουν με το διακριτικό φως που βγαίνει από δύο κλασικά μπρούτζινα αμπαζούρ. Ο κύριος Rossini είναι μεσήλικας κοντά στα εξήντα, με πολύ εκλεπτυσμένο παρουσιαστικό και φινετσάτο ντύσιμο, αλλά κατά κάποιον τρόπο εκκεντρικό, όπως ακριβώς ταιριάζει σε έναν γκαλερίστα… Κάθεται στο γραφείο του και απορροφημένος ξεφυλλίζει ένα κλασέρ με κάποιες σελίδες. Την προσοχή του διασπά ο ελαφρύς χτύπος της πόρτας από το χέρι της Antonella,. Ο κύριος Rossini αμέσως απαντά στο χτύπημα της πόρτας, ενώ ταυτόχρονα σηκώνεται από το γραφείο του. — Ναι ελάτε!! Οι δύο κυρίες μπαίνουν στο γραφείο και αμέσως η Antonella λέει στον κύριο Rossini. — Να σας συστήσω είναι η κυρία… Ο κύριος Rossini δεν την αφήνει να ολοκληρώσει. — 11 —


ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

— Δεν χρειάζεται να μου πείτε, ξέρω, ξέρω. Γυρνάει το πρόσωπο του προς την Ελεάνα και της λέει με ύφος γεμάτο φινέτσα και ευγένεια δείχνοντας την με το δάχτυλο! — Είσαστε η κυρία Ελεάνα Παπαπέτρου. Σωστά; Η Ελεάνα απαντάει με χαμόγελο. — Σωστά, δεν κάνετε λάθος. Ανταλλάσσουν χειραψία. — Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω. Ελάτε να καθίσετε. Μη στέκεστε όρθια. Καθίστε εδώ στην πολυθρόνα, κοντά στο γραφείο μου. Ο κύριος Rossini και η Ελεάνα κάθονται, ενώ η Antonella αφήνει το δίσκο με το τσάι στο μικρό τραπεζάκι που είναι μπροστά από το γραφείο του κυρίου Rossini και απομακρύνεται από το χώρο λέγοντας. — Εμένα θα με συγχωρήσετε, αλλά πρέπει να σας αφήσω … (γυρνάει το πρόσωπο της προς τον κύριο Rossini και τον ρωτάει) Με θέλετε κάτι άλλο; — Όχι Antonella, σε ευχαριστώ. Αν χρειαστώ κάτι θα σε καλέσω. Η Antonella φεύγει. Επικρατούν λίγα δευτερόλεπτα απόλυτης ησυχίας και ο κύριος Rossini σπάει την αμηχανία που επικρατεί λέγοντας. — Απ’ ότι γνωρίζω είστε η μοναδική κληρονόμος των πέντε πορτρέτων που άφησε ο εκλιπών μας ζωγράφος Alexander Lombardo, τα οποία όπως είναι γνωστό εδώ και χρόνια, φιλοξενεί η γκαλερί μας και οίκος δημοπρασιών Louise Arte Gallery Di Latina. (Με πιο σοβαρό ύφος) Γνωρίζετε ότι αυτοί οι πίνακες αξίζουν μια περιουσία; — Όχι, αλλά το φαντάζομαι! Ο Rossini ξεδιπλώνει τα δάχτυλα των χεριών του και χαμογελώντας τη ρωτάει. — Δηλαδή πόσο νομίζετε ότι κοστίζουν; Τι φαντάζεστε; — Τι να σας πω! Γνωρίζω πως ο Αλέξανδρος ήταν πολύ καλός και παγκοσμίως γνωστός ζωγράφος. (Με αμήχανο τρόπο διστακτικά) Το φαντάζομαι… δε ξέρω, τι να σας πω. — Μα καλά… ο δικηγόρος, δε σας ενημέρωσε περί τίνος πρόκειται; — 12 —


Η ΛΆΜΨΗ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΜΑΤΙΆΣ

— Όχι δε μου είπε. (Με ήρεμη φωνή και επεξηγηματικό τρόπο) Για να μην σας μπερδεύω όμως θα σας τα πω όλα από την αρχή. Επικρατεί σιγή λίγων δευτερολέπτων, ενώ ο Rossini την κοιτάει μέσα στα μάτια με απορία, περιμένοντας να ακούσει τι θα του πει. — Ήταν δύο εβδομάδες πριν, όταν έλαβα μια συστημένη επιστολή από το γραφείο του δικηγόρου Giorgio Vitale στη Ρώμη, όπου με ενημέρωνε ότι ήμουν η μοναδική κληρονόμος πέντε έργων τέχνης που ανήκαν στο μεγάλο ζωγράφο Alexander Lombardo. Είχα πληροφορηθεί φυσικά ότι ο Αλέξανδρος αυτοκτόνησε και αυτό μου στοίχισε πολύ! (Στοχαστικά, συγκινημένα) Πολύ… μα πάρα πολύ… Όμως ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα με είχε συμπεριλάβει στη διαθήκη του και ότι θα μου είχε αφήσει ως κληρονομιά αυτά τα έργα τέχνης. Όταν λοιπόν το έμαθα σοκαρίστηκα γιατί δεν το περίμενα. — Γιατί δεν το περιμένατε; — Γιατί δεν το περίμενα… (Με σαστισμένο επεξηγηματικό τρόπο) Γιατί έτσι απλά δεν το περίμενα, τι άλλο να σας πω. Για να μη σας λέω λεπτομέρειες, όμως, ήρθα σε επικοινωνία με το δικηγορικό γραφείο του κυρίου Giorgio Vitale και κανονίσαμε να έρθω στη Ρώμη για να μου δώσει τους τίτλους μεταβίβασης και κυριότητας των έργων… αν το διατυπώνω σωστά… έτσι δεν το λένε; — Καλά το είπατε. (Με ήρεμο φυσικό ύφος και τρόπο) Κάπως έτσι. Όμως, δεν είναι εκεί το θέμα μας, προχωρήστε παρακαλώ, πείτε μου. — Κανόνισα, λοιπόν και ήρθα στη Ρώμη χτες το πρωί, όπου και συναντήθηκα με τον κύριο Vitale, ο οποίος αφού με έβαλε και υπέγραψα κάποια χαρτιά, μου παρέδωσε κάποια πιστοποιητικά παραλαβής και με έστειλε σε σας… Μου είπε μάλιστα ότι θα επικοινωνήσει μαζί σας και θα μου κλείσει για σήμερα ένα ραντεβού κατά τις έξι το απόγευμα. Όπως και έγινε… και να, είμαι τώρα εδώ μαζί σας. Η Ελεάνα παίρνει το ποτήρι με το νερό από τον ασημένιο δίσκο που είναι δίπλα της, πίνει μια γουλιά. Αμέσως μετά ανοίγει την τσάντα της με αργές κινήσεις, βγάζει μια διάφανη ζελατίνη με κάποια έγγραφα, τα οποία δίνει με διστακτικό μεν, αλλά ευγενικό τρόπο στον Rossini. — 13 —


ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

— Αυτά είναι και τα χαρτιά της παραλαβής. Ο Rossini παίρνει από το χέρι της Ελεάνας τη ζελατίνη με τα έγγραφα, τα ανοίγει και αφού ρίχνει μια βιαστική ματιά σε αυτά γυρίζει προς την Ελεάνα και της λέει. — Ναι εντάξει, θα τα δούμε μαζί μετά. (Με ύφος απορημένο) Μα καλά, δεν σας ενημέρωσε ο δικηγόρος τι πρέπει να κάνετε; Δεν σας είπε τίποτε άλλο, απλά σας έκλεισε το ραντεβού μαζί μου χωρίς να σας ενημερώσει; (Κάνει μια μικρή παύση και μετά λέει αμήχανα) Δηλαδή δεν έχετε προγραμματίσει τι θα κάνετε; Όμως και εμένα για να είμαι ειλικρινής δεν με ενημέρωσε κανείς! Η Ελεάνα κοιτάζει με βλέμμα αμήχανο και ένοχο τον Rossini και λέει κάπως φοβισμένα και απορημένα. — Συγνώμη, θα έπρεπε να κάνω κάτι άλλο; Ο Rossini κοιτάει στο κενό αφηρημένα, κουνάει το κεφάλι του και στρέφοντας το πρόσωπο του στην Ελεάνα της λέει παρήγορα. — Όχι κυρία μου. Όχι, ο μόνος άνθρωπος που δεν ήταν απαραίτητο να κάνει είσαστε εσείς… πώς είναι δυνατόν να γνωρίζετε εσείς τις διαδικασίες… Η καθοδήγησή σας ήταν υποχρέωση του δικηγορικού γραφείου. Τέλος πάντων, θα σας ενημερώσω εγώ και θα σας βοηθήσω όσο μπορώ. — Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Rossini, (Ανακουφισμένα) σας ευχαριστώ. — Παρακαλώ! Κανένα πρόβλημα. — (Επεξηγηματικά, απολογητικά) Πάντως δεν φταίω εγώ… εγώ νόμιζα ότι ο δικηγόρος, σας ειδοποίησε. — (Καθησυχαστικά) Μη στεναχωριέστε κυρία Παπαπέτρου και προπάντων μην απολογείστε. Απλά έγινε κακή συνεννόηση ή για να πω την αλήθεια, δε συνεννοηθήκαμε καθόλου. Τέλος πάντων, ας μην επανερχόμαστε στα ίδια. O Rossini σηκώνεται από το γραφείο του, κάνει δύο τρία μικρά βήματα για να ξεμουδιάσει, στέκεται λίγο και μετά λέει με τρόπο κατατοπιστικό και ύφος επεξηγηματικό! — Λοιπόν, να σας εξηγήσω για να καταλάβετε πως έχει η όλη κατάσταση και τι θα πρέπει να κάνετε. Ας υποθέσουμε ότι σας δίνω και τώρα τους πίνακες, τι θα τους κάνετε, πώς θα τους μεταφέρετε, πού θα τους πάτε; (Με φαρδύ πλατύ χαμόγελο) Οι πίνακες — 14 —


Η ΛΆΜΨΗ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΜΑΤΙΆΣ

δεν είναι “βαζάκια” για να σας τα τυλίξω, να τα βάλω σε μια σακούλα, να τα πάρετε και να φύγετε. (Με ύφος σοβαρό) Οι πίνακες αυτοί για να μεταφερθούν, θέλουν ολόκληρη διαδικασία. Δηλαδή θα πρέπει να γίνει συσκευασία από ειδικούς, να συμφωνήσουμε από κοινού το μεταφορικό γραφείο που θα τα μεταφέρει. Μετά να κανονίσουμε τα ασφαλιστήρια συμβόλαια μεταφοράς με την ασφαλιστική εταιρία, αφού έρθει ο εκτιμητής έργων τέχνης για να εκτιμήσει το ποσό για το οποίο θα ασφαλιστούν. Όλες αυτές οι διαδικασίες θα πάρουν αρκετό χρόνο. Θα μπορούσα να πω, τουλάχιστον πέντε μέρες. — Ναι καταλαβαίνω, θα πάρει χρόνο. Επικρατεί μια μικρή σιγή, η Ελεάνα σκέφτεται ενώ ο Rossini συνεχίζει παρήγορα. — Εντάξει, εντάξει, μην πανικοβάλλεστε… θα βρούμε τον τρόπο, θα σας προτείνω κάποιες λύσεις και εσείς αφού το σκεφτείτε καλά μπορείτε να αποφασίσετε. Καταρχήν ας ξεκαθαρίσουμε κάτι… εσείς θέλετε να κρατήσετε ή να πουλήσετε τους πίνακες; — Δεν ξέρω τι να σας πω, δε το έχω σκεφτεί. Αν τους κρατήσετε θα επιβαρυνθείτε με τα έξοδα της μεταφοράς και της ασφάλισης. Επίσης θα πρέπει να τους ασφαλίσετε όπου και αν τους τοποθετήσετε και βέβαια επιβάλλεται και να τους συντηρείτε… Βλέπετε αυτοί οι πίνακες δεν είναι κάποιοι συνηθισμένοι που αγοράσατε από ένα κατάστημα. Αυτοί οι πίνακες έχουν μεγάλη αξία (Τονισμένα έντονα) Πάρα πολύ μεγάλη αξία!!! — Δηλαδή πόσο μεγάλη αξία! — Δε μπορώ να σας πω με απόλυτη ακρίβεια, γιατί αυτό εξαρτάτε από τον συλλέκτη, δηλαδή τον αγοραστή. Πάντως το ποσό για το οποίο θα μπορούσαμε να μιλάμε είναι πάνω από ενάμιση εκατομμύριο ευρώ. — (Ενθουσιασμένα και με έκπληξη) Μα τι λέτε τώρα; Ενάμιση εκατομμύριο ευρώ; — Γιατί εσείς τι νομίζετε; Εδώ μιλάμε για πίνακες Alexander Lombardo! Έχετε υπόψη σας πόσο τους κοστολογούν στην αγορά; — Όχι για να είμαι ειλικρινής δεν γνωρίζω.

— 15 —


ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

O κύριος Rossini σκύβει κοντά στο πρόσωπο της και της λέει με χαμηλή φωνή και ύφος σοβαρό! — Κυρία μου είναι πάρα πολύ ακριβοί αυτοί οι πίνακες που περιήλθαν στην κατοχή σας! Και σας είπα ένα ποσό κατά προσέγγιση, καθότι δεν δύναμαι να γνωρίζω το ενδιαφέρον των συλλεκτών, μετά από το θάνατο του ζωγράφου. (Σηκώνεται μπροστά από το πρόσωπο της και λέει με έντονο τρόπο) Οι τιμές μπορεί να απογειωθούν!!! — Δηλαδή μπήκα σε μπελάδες; — Όχι φυσικά! Τι εννοείτε “μπήκατε σε μπελάδες”! Χρήματα θα βγάλετε! — Δεν εννοώ αυτό, εννοώ σε σκέψεις με το τι θα τους κάνω! — (Περιπαικτικά) Μην ανησυχείτε. (Καθησυχαστικά με ήρεμο τρόπο) Μη σας τρομάζει! Θα σας καθοδηγήσω εγώ για το πως θα τους αξιοποιήσετε! Θα βρούμε λύση. Φεύγει από τη θέση του και κατευθύνεται προς ένα πολύ όμορφο trolley bar, από λουστραρισμένο ξύλο, που βρίσκεται πλάγια του γραφείου. Πάνω του έχει πολλά κρυστάλλινα μπουκάλια με ποτά και σκαλιστά κρυστάλλινα ποτήρια. Κατευθυνόμενος προς αυτό λέει με δυνατή φωνή. — Με συγχωρείτε εγώ θα βάλω ένα ποτηράκι ουίσκι. Θα θέλατε να βάλω κάτι και σε σας να πιείτε; Η Ελεάνα το σκέφτεται και λέει διστακτικά φωνάζοντας πιο δυνατά για να ακουστεί. — Αν υπάρχει λίγο λικέρ θα το προτιμούσα! — Σαφώς και υπάρχει λικέρ! Ο Rossini αφού ετοιμάζει τα δύο ποτήρια με τα ποτά, δίνει το ποτηράκι στην Ελεάνα και κάθεται στο γραφείο του λέγοντας. — Στην υγειά σας. — Σας ευχαριστώ πολύ… στην υγειά σας. Πίνουν και οι δύο από μια γουλιά και συνεχίζουν. — Λοιπόν καταρχήν θα σας μιλήσω για την επιχείρηση μας … (Με ύφος επεξηγηματικό, σίγουρο και σοβαρό) Είμαστε μια επιχείρηση που ιδρύθηκε στα μέσα του περασμένου αιώνα. Το αντικείμενο μας είναι οι δημοπρασίες και η συντήρηση έργων τέχνης και πολυτίμων αντικειμένων. (Σμίγει ξανά τις παλάμες του και ακουμπάει πάνω σε αυτές το κεφάλι του) Ο οίκος μας είναι γνωστός — 16 —


Η ΛΆΜΨΗ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΜΑΤΙΆΣ

σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και έχουμε πελάτες σε όλο τον πλανήτη. Ο κυριότερος λόγος που μας εμπιστεύονται είναι η εντιμότητα μας. (Λύνει τα χέρια του και λέει με δυνατή φωνή και τρόπο κατηγορηματικό) Ποτέ, μα ποτέ δεν βρέθηκε κάποιος για να μας κατηγορήσει για το παραμικρό. Ποτέ δε δώσαμε ψεύτικες ή λάθος πληροφορίες, ποτέ δεν εκμεταλλευτήκαμε την άγνοια των πελατών μας και κανενός άλλου. (Τονισμένα και κουνώντας το δάχτυλο με πάθος) Πάντα, μα πάντα, διαθέταμε το πιο έμπειρο προσωπικό. Όλοι αυθεντίες στο είδος τους! (Με γρήγορο ρυθμό) Συντηρητές, δημοπράτες, εκτιμητές, εμπειρογνώμονες, ιστορικοί τέχνης, οι καλύτεροι από όλους. (Με ένταση) Σε μας δεν υπήρξε ποτέ, τίποτε πλαστό! Τα πάντα ήταν και είναι αυθεντικά, είτε αυτό είναι πίνακας, είτε αντίκα, είτε δημοπρασία, είτε κόσμημα. Τρεις είναι οι λέξεις οι οποίες χαρακτηρίζουν τον οίκο μας. Εντιμότητα, εμπειρία, γνησιότητα. (Επανέρχεται με πιο ήρεμο τόνο φωνής και λέει με ευγένεια) Καταλάβατε; Η Ελεάνα χαλαρώνει λίγο από την ένταση, εκπνέει ένα μικρό φυσητό και λέει με ήρεμο τόνο. — Πως, πως σας καταλαβαίνω, δεν αντιλέγω! (Με αγωνία) Αλλά πείτε μου σας παρακαλώ γιατί μου τα λέτε όλα αυτά! Για ένα και μοναδικό απλούστατο λόγο, για να καταλάβετε ότι εμείς δεν θα σας εξαπατήσουμε κι ας έχετε άγνοια από αγοραπωλησία και εκτιμήσεις πινάκων. Θα κάνουμε για σας το καλύτερο… — (Με ευγενικό τρόπο και χαμόγελο) Ναι εντάξει, σας ευχαριστώ πάρα μα πάρα πολύ για όσα κάνετε για μένα, αλλά σας παρακαλώ ενημερώστε με εγώ τι θα πρέπει να κάνω; — Εγώ δε μπορώ να σας πω τι θα πρέπει να κάνετε. Εσείς θα μου πείτε τι θέλετε και επιθυμείτε να κάνετε, μετά από αυτά που θα σας προτείνω… Εγώ απλά θα σας ενημερώσω και θα σας συμβουλεύσω τι είναι προτιμότερο να κάνετε και εσείς απλά θα αποφασίσετε. — (Με χαμόγελο) Σας ευχαριστώ, συνεχίστε παρακαλώ! Ο Κύριος Rossini κάνει μια μικρή παύση, παίρνει το ποτήρι με το ουίσκι του, το φέρνει μπροστά στη μύτη του και το μυρίζει αφηρημένα με ύφος που προδίδει ότι σκέφτεται… Το ποτήρι παίρνει το χρώμα της ώχρας από τα χρώματα και το φως, που πέφτουν πάνω του! Στη συνέχεια ο Rossini σέρνει ασυναίσθητα τα — 17 —


ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

δάχτυλα του πάνω στα σκαλίσματα του ποτηριού και αφού πίνει μια γουλιά σπάει τη μικρής διάρκειας σιωπή του. — Λοιπόν είναι απλό,. Η πρώτη λύση, εάν και εφόσον αποφασίσετε να κρατήσετε τους πίνακες, είναι να κάνουμε εμείς όλες τις απαιτούμενες ενέργειες ως ειδικοί που είμαστε και να σας τους στείλουμε στην κατοικία σας. (Με ύφος και τρόπο επεξηγηματικό) Δηλαδή, εμείς να φροντίσουμε για όλα. Για το αμπαλάρισμα, την ασφάλιση και για την αποστολή τους… εσείς αφού φτιάξουμε τα χαρτιά μας, απλά θα τα παραλάβετε εκεί που θα μας πείτε… Φυσικά θα σας επιβαρύνει το κόστος για όλα τα παραπάνω που σας ανέφερα και μια ανεπαίσθητη αμοιβή για τον Οίκο μας. — (Με απόλυτα φυσικό τρόπο) Ναι καταλαβαίνω, θα κάνετε σημαντική δουλειά κι εσείς. Και αυτό είναι και το σωστό. Και πάλι σας ευχαριστώ πολύ! — Η άλλη λύση είναι. (Κάνει μια μικρή παύση ξανά και λέει με ύφος φυσικό και σοβαρό μαζί) Αν φυσικά δε θέλετε να τους κρατήσετε και αποφασίσετε να τους πουλήσετε, να τους βγάλουμε εμείς σε πλειστηριασμό. Σε αυτήν την περίπτωση θα φροντίσω εγώ προσωπικά να κάνω για σας ότι καλύτερο. Επαναλαμβάνω, ότι καλύτερο με ότι συνεπάγεται αυτό. Δηλαδή τα ποσοστά μας επί των πωλήσεων θα είναι τα χαμηλότερα… και αυτό γιατί με τον ζωγράφο γνωριζόμαστε πάρα πολύ καλά εδώ και χρόνια και δε θα ήθελα να σας δυσαρεστήσω. Γνωρίζω ότι για τον ζωγράφο ήσασταν ένα πρόσωπο πολύ σημαντικό και αγαπητό. — (Ξαφνιασμένα και απορημένα) Και εσείς πώς το γνωρίζετε; — Τι πάει να πει πώς το γνωρίζω; Πολύ απλά… σας άφησε μια ολόκληρη περιουσία… — (Ανακουφισμένα με ύφος χαμογελαστό) Ναι έχετε δίκιο, εδώ όπως λέτε και εσείς ολόκληρη περιουσία μου αφήνει, ξένη θα ήμουν; Σωστά! — Αυτές οι δύο λύσεις που σας προτείνω είναι οι καλύτερες … Θα μπορούσαμε τους πίνακες αυτούς να τους αγοράσουμε απευθείας από εσάς εμείς … αλλά δεν σας το προτείνω γιατί δεν είναι το καλύτερο, καθότι πιστεύω ότι στη δημοπρασία θα πετύχετε πολύ καλύτερη τιμή. Ήδη γνωρίζω ανθρώπους που θα επιθυμούσαν να τους είχαν στη συλλογή τους.

— 18 —


Η ΛΆΜΨΗ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΜΑΤΙΆΣ

— Εντάξει κύριε Rossini, έχετε κερδίσει την εμπιστοσύνη μου και θα αφήσω να το διαχειριστείτε εσείς εν λευκώ. — Λοιπόν κυρία Παπαπέτρου, τι λέτε; Έχετε αποφασίσει; — (Σκεπτικά και με δισταγμό) Όχι, τι να σας πω… ξέρετε, για μένα δεν είναι κάτι τόσο εύκολο και απλό… Θα μπορούσα να σας ρωτήσω κάτι; — Ναι βεβαίως πείτε μου σας παρακαλώ! — Θα μπορούσα πριν αποφασίσω, πρώτα να δω τους πίνακες; — Μα το ρωτάτε; Φυσικά μπορείτε. Δικοί σας είναι οι πίνακες! — Ξέρετε νομίζω ότι αυτό θα με βοηθήσει να αποφασίσω! — Κανένα πρόβλημα, αύριο το πρωί μπορείτε να περάσετε από την Γκαλερί να τους δείτε. Ο Rossini παίρνει μια κάρτα από το γραφείο του και τη δίνει στην Ελεάνα λέγοντας της με χαμόγελο και ύφος διευκρινιστικό. — Αυτή είναι η διεύθυνση που θα έρθετε για να δείτε τους πίνακες. Σε αυτή τη διεύθυνση είναι η γκαλερί μας, τα εργαστήρια και οι αποθήκες της επιχείρησης μας. (Με απλό και σοβαρό ύφος) Λοιπόν, θα έρθετε μετά από τις εννιά η ώρα το πρωί, ότι ώρα εσείς θέλετε!

Την άλλη μέρα το πρωί στις δέκα, στην Louise Arte Gallery Di Latina. Είναι ένα ηλιόλουστο πρωινό μπροστά στο κατώφλι ενός νεοκλασικού επιβλητικού κτηρίου, με κρεμαστά μπαλκόνια, μαρμάρινα σκαλιστά περβάζια και κίονες που ενώνονται μεταξύ τους με αψίδες που σχηματίζουν τοξοειδή καμάρες. Εκεί εμφανίζεται η Ελεάνα μπροστά στα σκαλιά του κτηρίου και αρχίζει να ανεβαίνει αργά αργά τα σκαλοπάτια. Φοράει μια μπεζ καπαρντίνα και γόβες με χοντρά τακούνια. Αμέσως φτάνει στην κεντρική είσοδο του κτηρίου, σπρώχνει την ανοιχτή κυκλικά κυλιόμενη πόρτα και μπαίνει σε μια, μεγαλοπρεπή θεόρατη ψηλοτάβανη αίθουσα σε νεοκλασικό ρυθμό, με πατώματα από λευκό και μαύρο μάρμαρο σε σχήμα καρό. Άπλετο φως μπαίνει από τις μεγάλες μπαλκονόπορτες γοτθικού ρυθμού, που τις διακοσμούν τζάμια βιτρό, με παραστάσεις φυτών. Η Αίθουσα είναι τελείως άδεια. Υπάρχει μόνο ένα γκισέ στο βάθος και κάποια — 19 —


ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

μπρούτζινα αγάλματα με μυθικά πρόσωπα να στολίζουν τις εσοχές στους τοίχους. Την ησυχία της κενής αίθουσα έρχεται και σπάει ο ήχος των βημάτων από τους πολλούς εργάτες, που ντυμένοι με λευκές φόρμες περιφέρονται και μεταφέρουν ογκώδη αντικείμενα. Όλα φανερώνουν πως η αίθουσα αυτή είναι απλά ο χώρος υποδοχής και καταγραφής των έργων τέχνης, που θα μεταφερθούν μετά σε άλλες αίθουσες!! Η Ελεάνα διασχίζει με αργά βήματα την αίθουσα και πηγαίνει και στέκεται στο γκισέ, μπροστά από τον νεαρό που εργάζεται στην υποδοχή και του λέει. — Καλημέρα σας. — (Με δυνατή φωνή) Καλημέρα σας. — (Με ευγενικό χαμόγελο, περιπαιχτικά) Μην φωνάζετε ακούω! Ο νεαρός χαμογελά και η Ελεάνα συνεχίζει. — Λέγομαι Ελεάνα Παπαπέτρου και έχω έρθει για να συναντήσω τον κύριο Rossini. — Ναι, ναι το γνωρίζω, έχω ενημερωθεί. (Καλοσυνάτα) Περιμένετε μισό λεπτό να ειδοποιήσω τον κύριο Rossini για να έρθει. Δε θα αργήσει (Σηκώνει το ακουστικό του τηλεφώνου τα δάχτυλα του πατούν τα πλήκτρα, περιμένει για λίγο και μετά συνεχίζει) Κύριε Rossini, ήρθε η κυρία που μου είπατε! … Ναι εντάξει… (Κλείνει το τηλέφωνο, κοιτάζει την Ελεάνα και λέει) Έρχεται. Δεν προλαβαίνουν να περάσουν τρία λεπτά και εμφανίζεται ο κύριος Rossini, ντυμένος με ένα σκούρο μπλε σταυροκούμπωτο κουστούμι, με θαλασσί πουκάμισο και σκούρα γκρενά γραβάτα. — Καλημέρα σας κυρία Παπαπέτρου, (Με ενδιαφέρον) Είχατε ένα ευχάριστο βράδυ; Πως περάσατε; — Μια χαρά, δεν πήγα πουθενά, έμεινα στο ξενοδοχείο και ξεκουράστηκα, έφαγα και μετά είδα λίγο τηλεόραση και κοιμήθηκα, άλλωστε ήμουν τόσο κουρασμένη από το ταξίδι, που απέφυγα να βγω. — Ναι σωστά. Πάμε να σας δείξω τους πίνακες; — Ναι πάμε, ανυπομονώ να τους δω. — (Με χαμόγελο καθησυχαστικά) Θα τους δείτε, θα τους δείτε, πάμε. Ο Κύριος Rossini παίρνει αγκαζέ την κυρία Ελεάνα και την — 20 —


Η ΛΆΜΨΗ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΜΑΤΙΆΣ

οδηγεί μπροστά από μια πόρτα ασφαλείας μιας άλλης αίθουσας. Βγάζει ένα κλειδί από την τσέπη του, ξεκλειδώνει την πόρτα και μπαίνουν μέσα. Η αίθουσα αυτή είναι επίσης τεράστια και ψηλοτάβανη, σε αντίθεση όμως με την άλλη, βρίσκεται βυθισμένη σε ένα ημίφως. Το λιγοστό φως που μπαίνει μέσα από τις γρίλιες από τα κλειστά παραθυρόφυλλα, δημιουργεί ακαθόριστες σκιές. Αμέσως ο Rossini με βιαστικά βήματα και κινήσεις πηγαίνει στο συναγερμό και πληκτρολογεί στο καντράν τον κωδικό… μετά ανοίγει ένα διακόπτη και διακριτικό φως ξεχύνεται σε όλη την αίθουσα, όπου αρχίζουν να διακρίνονται και να παίρνουν σαφήνεια οι όγκοι από τα διάφορα σκόρπια αντικείμενα. Άλλα αντικείμενα είναι σκεπασμένα με λευκά καλύμματα και άλλα ξεσκέπαστα, αποκαλύπτουν την σπανιότητα και ιδιαιτερότητα τους. Μεγάλα και μικρά αντικείμενα, όλα παλιά περασμένων εποχών και μεγαλείων. Μπρούτζινα αγάλματα, αγάλματα από μάρμαρο, ξυλόγλυπτα σαλόνια, τραπεζάκια, πολυθρόνες του μεσοπολέμου, μηχανικά ρολόγια, αναγεννησιακές κονσόλες, πορσελάνες πάνω σε τραπέζια και πολλοί πίνακες στους τοίχους, δηλαδή ένα τεράστιο παλαιοπωλείο. Η Ελεάνα με βλέμμα ερευνητικό, περιεργάζεται και εξερευνά την αίθουσα με θαυμασμό και με αδηφάγα περιέργεια, περιστρέφοντας το κεφάλι της αργά προς όλες τις κατευθύνσεις. Αφού μένει σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα, μετά απευθύνεται απορημένα στον Rossini. — Αλήθεια; Τι είναι εδώ μέσα; Σαν παλαιοπωλείο μοιάζει! Ο Rossini γελάει και μετά της εξηγεί. — Θα μπορούσε να είναι και παλαιοπωλείο, όμως δεν είναι. Μη σας νοιάζει θα σας ξεναγήσω! Εδώ είναι μια από τις 18 αίθουσες με καλλιτεχνήματα του οίκου μας, με τη διαφορά ότι σε αυτήν την αίθουσα έρχονται όλα τα έργα τέχνης και αντικείμενα που έχουν ήδη πωληθεί. Εκτός αυτού εδώ έρχονται και έργα τέχνης που πρόκειται να πάνε στα εργαστήρια για να συντηρηθούν ή να επιδιορθωθούν (Με χαμόγελο και επεξηγηματικό ύφος και χαμηλόφωνα) Πώς να σας το εξηγήσω. (Σκέφτεται για δύο τρία δευτερόλεπτα και μετά συνεχίζει) Δηλαδή εδώ είναι σαν ένας σταθμός

— 21 —


ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

τραίνου… Τα φέρνουμε εδώ, στέκονται για λίγο και μετά φεύγουν. — Α έτσι εξηγείται! Και οι πίνακες μου, που είναι; — Μη βιάζεστε εδώ είναι … θα τους δείτε. Ελάτε μαζί μου. Ο Rossini αρχίζει να βηματίζει και πίσω του τον ακολουθεί η Ελεάνα. Αφού φτάνουν σε ένα σημείο ενός θεόρατου υποφωτισμένου τοίχου, o Rossini πατάει ένα διακόπτη και ανοίγουν πέντε φωτιστικά σποτ. Αμέσως πέφτουν πέντε δέσμες φωτός πάνω στον τοίχο και φωτίζουν πέντε πίνακες που είναι ο ένας πλάι στον άλλο. Κάνοντας κινήσεις με το χέρι του αρχίζει να παρουσιάζει τους πίνακες, ενώ ταυτόχρονα λέει με στόμφο και χαρούμενη δυνατή φωνή. — Κυρία μου επιτρέψτε μου να σας παρουσιάσω τους πιο αγαπημένους πίνακες του μεγάλου ζωγράφου Alexander Lombardo ή Ελληνιστί Αλέξανδρου Λομβάρδου. (Με πιο ήρεμο τόνο και ευγενική φωνή) Μπορείτε να τους θαυμάσετε όση ώρα θέλετε, άλλωστε δικοί σας πίνακες είναι, σας ανήκουν!!! Η Ελεάνα μένει άφωνη και με επίμονο βλέμμα κοιτάει τους πίνακες αχόρταγα, ενώ αμέσως βγάζει τα γυαλιά της από τη τσάντα και τα φοράει. — Πώς σας φαίνονται, σας αρέσουν; Η Ελεάνα συνεχίζει να κοιτάει τους πίνακες. Η έκφραση του προσώπου της γεμίζει με πόνο και νοσταλγία, ενώ στα μάγουλα της κυλούν δάκρυα συγκίνησης. — (Με έκφραση μελαγχολική νοσταλγική και θλιμμένο χαμόγελο) Μόνο μου αρέσουν; Το μου αρέσει είναι απλά μια φράση. (Τον κοιτάει επίμονα μέσα στα μάτια και του λέει με ένταση και φορτισμένη φωνή) Αυτοί οι πίνακες είναι κομμάτια δικά μου, είναι μέρη της ψυχής μου, είναι ζωγραφισμένη η ζωή μου… (Παύση δευτερολέπτων) Ξέρετε ποιο είναι αυτό το νέο κορίτσι που παρουσιάζεται στα πορτραίτα, ξέρετε; Ο Rossini στρέφει αργά με θλιμμένο ύφος αλλού το πρόσωπο του. Την ίδια στιγμή που εξελίσσεται αυτή η σκηνή μπαίνουν στο χώρο δύο εργάτες με λευκές φόρμες, οι οποίοι πηγαίνουν και στέκονται μπροστά στον Rossini και περιμένουν να πάρουν οδηγίες. — Α ήρθατε κι εσείς. Λοιπόν πάρτε δύο πολυθρόνες από την

— 22 —


Η ΛΆΜΨΗ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΜΑΤΙΆΣ

αίθουσα και ένα τραπεζάκι και βάλτε τα εδώ μπροστά να κοιτούν προς τους πίνακες. Οι εργάτες πηγαίνουν και παίρνουν από το διπλανό χώρο δυο αναπαυτικές πολυθρόνες και ένα τραπεζάκι και τα μεταφέρουν μπροστά από τους πίνακες. — Εντάξει μπορείτε να πηγαίνετε. Οι εργάτες φεύγουν και μένουν ξανά μόνοι τους ο Rossini με την Ελεάνα. Επικρατεί σιγή λίγων δευτερολέπτων και μετά λέει στην Ελεάνα. — Καθίστε παρακαλώ, καθίστε. Η Ελεάνα κάθεται στην πολυθρόνα και αμέσως στρέφει το βλέμμα της πάλι στους πίνακες. Αμέσως μετά ο Rossini πηγαίνει κι αυτός και κάθεται στην διπλανή πολυθρόνα. Τώρα τα βλέμματα και των δύο είναι στραμμένα προς τους πίνακες και αρχίζουν να συνομιλούν χωρίς να κοιτάζει ο ένας τον άλλον. — Με ρωτήσατε αν ξέρω ποιο είναι το νέο κορίτσι που βλέπω στους πίνακες. (Με απλότητα και αφημένο το βλέμμα του να κοιτάει αόριστα στον πίνακα) Ναι το γνωρίζω. Και όχι τώρα, σας γνώρισα από την πρώτη στιγμή που σας είδα. Ας έχουν περάσει τόσα χρόνια η παρουσία σας ακόμα το μαρτυρεί… Και δεν είναι μόνο αυτό το ότι σας μοιάζει… Ο ίδιος ο Αλέξανδρος μου το είχε εκμυστηρευτεί. Εξ άλλου γι’ αυτό μου εμπιστεύτηκε και τους πίνακες του. Οι σχέσεις μας δεν ήταν μόνο εμπορικές ήταν και πάρα πολύ φιλικές. Μα πάρα πολύ! Η Ελεάνα στρέφει το πρόσωπο της προς τον Rossini, τον κοιτάει και του λέει με ύφος ήρεμο αλλά απορημένο. — Δηλαδή; Τον γνωρίζατε πολύ καλά; (Με θλιμμένο χαμόγελο) Και τι σας έχει πει; Ο Rossini τώρα κοιτάει και αυτός την Ελεάνα κατά πρόσωπο και πάνω που πάει να της μιλήσει ακούγεται ο ήχος από το κινητό του τηλέφωνο, όπου αποσπάει και των δύο την προσοχή! Αμέσως βγάζει το κινητό από την τσέπη του και απαντά. — Ναι πες μου. (Γίνεται μια μικρή παύση και αμέσως ξαναρχίζει να μιλά) Εντάξει, εντάξει έρχομαι εκεί. Ο Rossini σηκώνεται από τη θέση του, κοιτάει την Ελεάνα και λέει με ύφος απολογητικό και ευγενική φωνή! — 23 —


ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

— Εμένα θα μου επιτρέψετε, πρέπει να λείψω για λίγο. Είναι κάτι πολύ σημαντικό. Όμως αυτό εσάς μην σας στεναχωρεί, θα φωνάξω να σας φέρουν κάτι να πιείτε ή γιατί όχι και να φάτε και πιστεύω ότι σε ένα εικοσάλεπτο το πολύ θα είμαι και πάλι κοντά σας… Εξάλλου είναι και μια ευκαιρία για να απολαύσετε τους πίνακες, καθώς επίσης και για να αποφασίσετε τι θα κάνετε με αυτούς… Εντάξει; — Ναι, εντάξει κανένα πρόβλημα. Μην ενοχλείστε κάντε τη δουλειά σας. — Αν τώρα θελήσετε κάτι, ειδοποιήστε με στο κινητό. — Μα τι να θελήσω; — Τι να σας πω δεν ξέρω, ότι θελήσετε. Τέλος πάντων, τα λέμε ξανά σε λίγο. (Ξαφνιασμένα) Α! Με συγχωρείτε! Τι να σας παραγγείλω να πιείτε. — Αν έχετε την ευγενή καλοσύνη κι αν υπάρχει φυσικά, ας μου φέρουν ένα ουίσκι. — (Με πλατύ χαμόγελο και με έκφραση απορίας) Ναι. Και βέβαια, υπάρχει. Όμως πώς κι έτσι, πρωί ουίσκι; — (Χαμογελαστά περιπαικτικά) Γιατί πειράζει, μήπως δεν πρέπει; — Μα τι λέτε! Δεν πειράζει καθόλου! (Κουνάει το χέρι του) Το είπα επειδή είναι πρωί… κανένα πρόβλημα. — Σας ευχαριστώ πολύ!! — Παρακαλώ! Λοιπόν φεύγω, πιστεύω σε είκοσι λεπτά να είμαι πίσω. — Εντάξει μια χαρά είμαι εγώ εδώ. (Δείχνει την πολυθρόνα και γελάει) Αναπαυτικότατα… δε θα μπορούσα να είμαι καλύτερα ούτε στο σπίτι μου! Ο Rossini γελάει κι αυτός και μετά αποχωρεί από την αίθουσα. Η Ελεάνα μένει μόνη στην αίθουσα. Αμέσως μετά σηκώνεται από την πολυθρόνα και σπάει τη σιγή που επικρατεί με τον ήχο από τα βήματα της. Φτάνει μπροστά στον πρώτο πίνακα και τον περιεργάζεται Το βλέμμα της γίνεται νοσταλγικό. Είναι σαν να εισχωρεί μέσα σε αυτόν. Ο πίνακας παρουσιάζει το πορτραίτο ενός νέου κοριτσιού, περίπου είκοσι δύο χρονών, με εκθαμβωτική λάμψη και ομορφιά, που παρόλο που φοράει ένα απλό ζαχαρί αμάνικο υφαντό με μικρά πικέ πουκαμισάκι, εκπέμπει τόση γοητεία και — 24 —


Η ΛΆΜΨΗ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΜΑΤΙΆΣ

μεγαλοπρέπεια… Τα μάτια του σχιστά και τα μαλλιά του καστανόχρωμα, ενώ το δέρμα του ανοιχτόχρωμο. Έχει ένα όμορφο αμυδρό ελκυστικό χαμόγελο στα χείλη του, ενώ ο πίνακας έχει πίσω ως φόντο τις Πυραμίδες στο Κάιρο. Ο πίνακας είναι ζωγραφισμένος στα χρώματα της σέπια, με μια απαράμιλλη φωτορεαλιστική λεπτομέρεια!!! Λες και το κορίτσι είναι ζωντανό και θα σου μιλήσει. Όμως ο πίνακας παρότι έχει ζωγραφιστεί περίπου εξήντα χρόνια πριν, μοιάζει να φιλοτεχνήθηκε πολύ μα πολύ παλαιότερα, σαν να είναι πίνακας του μεσοπολέμου. Άλλωστε αυτό ήταν το μυστικό της επιτυχίας της τεχνοτροπίας του ζωγράφου που τον έκανε τόσο διάσημο!! Έφτιαχνε όλους τους πίνακες τους σαν να ήταν τέλειες φωτογραφίες, βγαλμένες όμως από το παρελθόν… ότι και να ζωγράφιζε ότι και να ήταν αυτό, είτε πορτραίτο, είτε τοπίο, σταθμός τρένου, θάλασσα, αντικείμενα, έμοιαζαν με παλιές φθαρμένες φωτογραφίες που θα τις ζήλευε και ο καλύτερος φωτογράφος. Και όλα δοσμένα με τον καλύτερο τρόπο, όγκοι χρώματα και σκιές “βουτηγμένα” μέσα σε ένα απέραντο συναίσθημα… Πίνακες μοναδικοί και ιδιαίτεροι, που αν τους αντίκριζες έστω και για μια φορά, θα παρέμεναν στο μυαλό σου ανεξίτηλοι για μια ζωή. Αφού η Ελεάνα θαύμασε τον πρώτο πίνακα, συγκινήθηκε και δάκρια άρχισαν να κυλούν από τα μάτια της. Αμέσως μετά βημάτισε για να δει και τους επόμενους. Πάντα ο ήχος των βημάτων της έσπαγε την απόλυτη σιγή της αίθουσας. Για αρκετή ώρα στεκόταν όρθια και κοιτούσε από κοντά έναν ένα όλους τους πίνακες, πηγαίνοντας πότε στον έναν και πότε στον άλλον. Την ίδια όμως στιγμή που κοιτάει τους πίνακες ακούγεται το άνοιγμα της πόρτας της αίθουσας. Αμέσως η Ελεάνα στρέφει το βλέμμα της προς την πόρτα και βλέπει έναν καλοντυμένο άντρα να μπαίνει στην αίθουσα κρατώντας στα χέρια του ένα παλιό ασημένιο δίσκο με ένα κρυστάλλινο ποτήρι με ουίσκι, ένα μπολ με ξηρούς καρπούς και ένα κρυστάλλινο βάζο με τσιμπίδα και πάγους. Βηματίζει μέσα στην αίθουσα και αφού φτάνει κοντά στην Ελεάνα της λέει με χαμόγελο. — Το ουίσκι σας. Να σας το αφήσω στο τραπεζάκι; — Ναι, ναι αφήστε το εδώ… Σας ευχαριστώ πολύ. — 25 —


ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

Ό άντρας αφήνει το ουίσκι και τα συνοδευτικά στο τραπεζάκι και φεύγει. Η Ελεάνα μένει ξανά μόνη της στην αίθουσα και με αργά βήματα πηγαίνει και κάθεται στην πολυθρόνα δίπλα από το τραπεζάκι. Αμέσως μετά παίρνει το ποτήρι με το ουίσκι και το φέρνει στη μύτη της και το μυρίζει, αισθάνεται την μυρωδιά του που διαχέεται στον χώρο. Παίρνει από την παγωνιέρα τον πάγο και ρίχνει ένα παγάκι στο ποτήρι, όπου ακούγεται ο χαρακτηριστικός ήχος του πάγου που πέφτει στο υγρό. Αμέσως μετά περιστρέφει στα χέρια της το ποτήρι για να ανακατευτεί το ουίσκι με τον πάγο και πίνει μια μικρή γουλιά. Στρέφει ξανά το βλέμμα της προς τους φωτισμένους πίνακες και τους κοιτάει με απλανές βλέμμα σαν να έχει χωθεί μέσα τους… Τα πάντα θολώνουν και χάνονται από γύρω της και με την θύμηση της μεταφέρεται αλλού… σε άλλη εποχή.

Αθήνα Σεπτέμβριος 1991 Κεντρικό κατάστημα Εθνικής Τραπέζης επί της Αιόλου. Μια σάλα σε νεοκλασικό στυλ τεραστίων διαστάσεων, υπέρμετρα ψηλοτάβανη με πολλούς κίονες δεξιά και αριστερά που μαζί με τα μαρμάρινα γκισέ, χωρίζουν την κυρίως αίθουσα από τις άλλες αίθουσες γραφείων. Στη σάλα αυτή υπάρχουν μόνο ένα μεγάλο κλασικό ξύλινο τραπέζι σε στυλ γραφείου και ξύλινες καρέκλες με δέρμα. Είναι το γραφείο που μπορεί να κάτσει το κοινό για να διεκπεραιώσει τις προς στιγμή εργασίες που θα του τύχουν. Στις άλλες αίθουσες που είναι ορατές από την κυρίως σάλα και χωρίζονται από γκισέ, υπάρχουν πολλά γραφεία με υπαλλήλους να εργάζονται και να εξυπηρετούν όσους πελάτες περιμένουν έξω από τα γκισέ. Σε ένα από αυτά τα παλαιομοδίτικα ξύλινα γραφεία, κάθεται ένας νέος στην ηλικία περίπου των τριάντα τριών ετών… Είναι ένας καστανόχρωμος άνδρας, μετρίου αναστήματος με καστανά μάτια και μαλλιά, μια συμπαθητική φυσιογνωμία με λεπτά και όμορφα χαρακτηριστικά. Κάθεται στο γραφείο του, ανακατεύει χαρτιά και φακέλους και είναι αρκετά απορροφημένος με τη δουλειά. Την ίδια στιγμή έρχεται κοντά του μια μελαχρινή γυναίκα γύρω στα σαράντα πέντε, στέκεται από πάνω του και του λέει. — 26 —


Η ΛΆΜΨΗ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΜΑΤΙΆΣ

— Αλέξανδρε, Αλέξανδρε; Ο Αλέξανδρος παίρνει το βλέμμα του από τα χαρτιά και το στρέφει προς τη γυναίκα. — Έλα Αρετή τι θέλεις; Η Αρετή αρχίζει να του λέει χαμηλόφωνα αλλά με ανήσυχη και ενοχλημένη φωνή. — Αυτά τα εμβάσματα είναι αδύνατον να βγουν όλα μέχρι το μεσημέρι. Να δεις που θα μας βάλει να καθίσουμε υπερωρία μέχρι το απόγευμα, (Μικρή Παύση) και έχουμε μείνει “τρεις και ο κούκος”! Πες μου τώρα βγαίνει τόση δουλειά από τρείς ανθρώπους; Πες μου βγαίνει; Την κοιτάει με ύφος βαριεστημένο και της λέει με φωνή που δηλώνει απογοήτευση. — Να σου πω την αλήθεια Αρετή; … Να σου πω; Βαρέθηκα εδώ μέσα, βαρέθηκα! Βαρέθηκα τη δουλειά, βαρέθηκα την κλεισούρα εδώ μέσα. Βαρέθηκα τη γκρίνια σου, τη γκρίνια του διευθυντή και εμένα με βαρέθηκα και θα ήθελα να φύγω από εδώ μέσα. (Με πιο έντονη φωνή και εμφανή την δυσαρέσκεια) Αλλά όμως τι να κάνουμε; (Την κοιτάει και επαναλαμβάνει τονισμένα την ίδια φράση) Τι να κά-νου-με! Βλέπεις δεν γεννηθήκαμε εφοπλιστές και πρέπει να δουλέψουμε. Και θα δουλέψουμε… και υπερωρίες θα κάνουμε! (Στρέφει τα μάτια του αλλού και της λέει με πιο χαμηλό τόνο φωνής) Γι’ αυτό λοιπόν σταμάτα και δούλευε. Η Αρετή παίρνει ένα παραπονιάρικο ύφος και αρχίζει να λέει με φυσικό τόνο φωνής! — Ναι καλά, ότι κι αν σου πουν εσένα κάτι θα βρεις για να πεις. Σιγά μην με υποστηρίξεις! Α και κάτι άλλο! Την εκδρομή στο Κάιρο υπάρχει περίπτωση να την αναβάλλουν. — Γιατί; — Δεν συμπληρώνουν τα άτομα λένε… (Μικρή παύση) Όμως στο τουριστικό γραφείο σκέφτονται μήπως συγχωνεύσουν εμάς τους υπάλληλους της Εθνικής Τράπεζας μαζί με τους υπαλλήλους μιας Χρηματιστηριακής επιχείρησης για να αποφευχθεί η αναβολή. Να σου πω την αλήθεια δεν κατάλαβα και καλά… Ο Αλέξανδρος σηκώνεται από το γραφείο του όρθιος και ρωτάει χαμογελώντας έντονα. — Υπάλληλοι χρηματιστηριακής; Δηλαδή τι είναι αυτοί; — 27 —


ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

— Δε ξέρω τι να σου πω, κάτι σαν brokers είναι… λένε ότι οι περισσότεροι απ’ αυτούς εργάζονται σε μια μεγάλη εταιρεία στη Θεσσαλονίκη. — Α κατάλαβα, κατάλαβα! — Τι κατάλαβες. — Τίποτα “θείτσες” θα είναι. — Γιατί να είναι “θείτσες” δεν το καταλαβαίνω. Τι να σου πω δε γνωρίζω. Εγώ αυτά έμαθα αυτά και σου λέω. Ο Αλέξανδρος στηρίζει το σώμα του λίγο στην κόχη της έδρας του γραφείου και μετά κοιτώντας αλλού λέει με ύφος βαριεστημένο και απογοητευμένη φωνή. — Να σου πω την αλήθεια και εγώ δε ξέρω αν θα πάω. Μπορεί να το ακυρώσω. — Γιατί βρε Αλέξανδρε, γιατί; Θα μας αφήσεις και εσύ; Εδώ είδαμε και πάθαμε για να συγκεντρωθούμε αυτά τα άτομα που συγκεντρωθήκαμε και μας λες και εσύ ότι δε θα έρθεις, γιατί; — Τι γιατί; (Απογοητευμένα, βαριεστημένα) Κατ’ αρχήν κάτι δεν πάει καλά με την Ελένη. Βρίσκει δικαιολογίες και δε θέλει να έρθει. Είναι καιρός τώρα που όλο μου τα μασάει. (Στιγμιαία παύση) Ούτε και αυτή δεν ξέρει τι θέλει. — Κοίταξε Αλέξανδρε εγώ σου μιλάω σαν φίλη. Αυτά πρέπει να τα ξεκαθαρίζεις. Όχι μόνο για την εκδρομή. Γενικά μιλάω. Δεν πρέπει να τα αφήνεις να αιωρούνται. Η Ελένη δεν είναι κάποια τυχαία, είναι αρραβωνιαστικιά σου. Θα πρέπει ναι είναι μαζί σου ξεκάθαρη. — Δεν ξέρω. (Στενάχωρα, βαριεστημένα απεγνωσμένα) Τι να σου πω; Τα πράγματα είναι κάπως μπλεγμένα. — Αν είναι μπλεγμένα και μπερδεμένα να τα ξεμπερδέψετε. (Επεξηγηματικά) Θα πρέπει να μιλήσετε. Εκτός αν έχει κάτι άλλο και στο κρύβει. Ο Αλέξανδρος την κοιτάει και συνεχίζει να λέει με απογοητευμένη και κουρασμένη φωνή. — Δε νομίζω Αρετή, απλά μέσα στη σχέση μας φαίνεται να είναι κάπως κουρασμένη. — Τι πάει να πει κουρασμένη, (Επικριτικά) δύο χρόνια σχέση και είναι κουρασμένη; Δηλαδή όταν παντρευτείτε τι θα γίνει;

— 28 —


Η ΛΆΜΨΗ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΜΑΤΙΆΣ

Ο Αλέξανδρος χαμογελάει στωικά, την κοιτάει κατάματα και της λέει με φυσικό και ήρεμο τόνο φωνής. — Τι να σου πω Αρετή, την ξέρεις την παροιμία που λέει “όποιος δεν θέλει να ζυμώσει…” Καταλαβαίνεις! — Συγνώμη, αλλά με όλο το θάρρος που σου έχω, αυτά δεν είναι δικαιολογίες. Θα σου μιλήσω στα ίσα χωρίς περιστροφές. Αν θέλεις την άποψη μου! Αν ενδιαφέρεστε ο ένας για τον άλλον θα πρέπει να τα βρείτε! (Με ένταση και περισσότερο πάθος) Αν όχι και τότε πάλι πρέπει να βρείτε το θάρρος και να το πείτε ο ένας στον άλλον. Δεν έχει καμιά αξία να το κρύβετε… Με το να σκεπάζετε το πρόβλημα δεν κερδίζετε τίποτα, απλά το χρόνο σας σπαταλάτε. — Κάποια στιγμή θα γίνει και αυτό. — Ποιο; — Βρε Αρετή; Πριν λίγο δε μου έλεγες ότι δεν προλαβαίνεις να κάνεις τα εμβάσματα και τώρα θέλεις να ανοίξουμε κουβεντούλα; Άντε να κάνουμε και καμιά δουλειά, αρκετά είπαμε, αρκετά! Η Αρετή τον κοιτάει με φαρδύ χαμόγελο. Μετά σοβαρεύει και του λέει. — Ένα τελευταίο θα σου πω… αν ενδιαφέρεσαι γι’ αυτήν πραγματικά, να έρθεις στην εκδρομή έστω και μόνος σου! Κάνε την να ζηλέψει. Αν δεν θελήσει να έρθει κι αυτή μαζί, μην την αφήσεις να της περάσει. Εσύ να έρθεις. — Να σου πω την αλήθεια, εδώ που τα λέμε έχεις και το δίκιο σου. Θα δω, θα δω.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας στο σπίτι του Αλέξανδρου. Ένα συμπαθητικό μικροαστικό διαμέρισμα, αρκετά ευρύχωρο. Ο απογευματινός ήλιος με ζεστά κίτρινα χρώματα μπαίνει στο μεγάλο σαλόνι και πέφτει πάνω στα σκουρόχρωμα μάρμαρα που τα κάνει τόσο γυαλιστερά ώστε να ανακλώνται τα έπιπλα. Όλα στα χρώματα του μαύρου και του κόκκινου, δηλαδή ξύλο σε μαύρη λάκα και κόκκινο βελούδο. Όλα, μα όλα και το σαλόνι και το σύνθετο και η τραπεζαρία, τα πάντα θυμίζουν το κλασικό στυλ μοντέρνας επίπλωσης της δεκαετίας του ογδόντα. Σε μια γωνιά του σαλονιού είναι ένα πιάνο βουτηγμένο στη μαύρη λάκα κι αυτό, — 29 —


ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

ενώ στο σκαμπό του είναι καθισμένος ο Αλέξανδρος και παίζει ένα ρομαντικό κομμάτι του Richard Clayderman, το Ballade Pour Adeline. Τα δάχτυλα του Αλέξανδρου κυλούν με απαλότητα και αρμονία πάνω στα μαυρόασπρα πλήκτρα του πιάνου και πηγαινοέρχονται πάνω, κάτω στο κλαβιέ, κάνοντας το πιάνο να βγάζει μια γλυκιά ατμοσφαιρική μελωδία! Σε λίγο, το κομμάτι που παίζει τελειώνει και ο Αλέξανδρος παίρνει μια άλλη παρτιτούρα και αρχίζει να τη ξεφυλλίζει. Την ίδια στιγμή μπαίνει στην δωμάτιο η μητέρα του Αλέξανδρου. Είναι μια ξανθιά γυναίκα γύρω στα εξήντα πέντε, αδύνατη και μετρίου αναστήματος. Αφού πλησιάζει κοντά στο πιάνο, λέει στον Αλέξανδρο με φυσιολογική ήρεμη φωνή. — Πήρε τηλέφωνο από το Μιλάνο ο πατέρας σου. — Α μπράβο, Πότε πήρε; Έχει να με πάρει τηλέφωνο δύο μήνες. Με θυμήθηκε επιτέλους; — Για να είμαστε ειλικρινείς Αλέξανδρε αυτός σε παίρνει τηλέφωνο. Εσύ είσαι αυτός που δεν τον παίρνεις ποτέ!!! — (Απολογητικά) Καλά, καλά. Θα τον πάρω τηλέφωνο το βράδυ εγώ, αφού δε με βρήκε! Άλλωστε ήθελα να τον ακούσω και να μάθω τι κάνει. Ο Αλέξανδρος σηκώνεται από το σκαμπό και πηγαίνει και στέκεται χαλαρά μπροστά στη μητέρα του την Θάλεια, ενώ εκείνη του λέει. — Θα έρθει για να σε δει. Μου είπε ότι θα μείνει καμιά δεκαριά μέρες. Έβγαλε και τα εισιτήρια του. Ο Αλέξανδρος απαντάει με ενθουσιασμό και ύφος γεμάτο χαρά. — Επιτέλους να έρθει να τον δούμε και λίγο. Να σου πω την αλήθεια μου έλειψε. Έχω να τον δω από τα Χριστούγεννα… (Στεναχωρημένα) Αρκεί όμως να μην έρθει στις τρεις του Οκτώβρη, γιατί δε θα είμαι εδώ. Θα λείπω ταξίδι και μετά θα πρέπει να πάω εγώ στο Μιλάνο για να τον δω. — Μην στεναχωριέσαι εσύ θα φύγεις ταξίδι στις αρχές του Οκτώβρη, ενώ ο Alfredo έρχεται μετά από δύο μήνες. (Κάνει μια μικρή παύση, σκέφτεται λίγο και μετά συνεχίζει) Μα καλά εσύ δεν μου είπες πως αν δεν μπορέσει να έρθει η Ελένη θα το αναβάλεις; Την ώρα που τα λέει αυτά ο Αλέξανδρος, έχει πάρει μια παρτι— 30 —


Η ΛΆΜΨΗ ΤΗΣ ΠΡΏΤΗΣ ΜΑΤΙΆΣ

τούρα και την ξεφυλλίζει. Μετά γυρίζει το πρόσωπο του και κοιτάει στα μάτια την μητέρα του με ύφος ενοχλημένο και λέει με ελαφρώς εκνευρισμένη φωνή! — Κοίταξε να σου πω. Βαρέθηκα! (Μικρή παύση) Και τα νάζια της Ελένης βαρέθηκα, τη μια να λέει θα έρθω και την άλλη δε μπορώ να έρθω… Βαρέθηκα που δε ξέρει τι θέλει. Και εσένα βαρέθηκα να ρωτάς και να ελέγχεις, ακόμα και μένα με βαρέθηκα να κάνω τα γούστα της Ελενίτσας. (Παρατάει εκνευρισμένα τις παρτιτούρες πάνω στο πιάνο και λέει με έντονη φωνή) Αν θέλει να πάμε έχει καλώς… αν πάλι δε θέλει να πάμε, εγώ θα φύγω και θα πάω έστω και μόνος μου! Δηλαδή τι πρέπει να κάνω, να πέσω στα πόδια της με παρακάλια; — Πάντως εγώ δεν το βρίσκω λογικό να πας μόνος σου. Ο Αλέξανδρος εκνευρίζεται ακόμα περισσότερο και αρχίζει να μιλάει ακόμα πιο έντονα κουνώντας τα χέρια του, προσπαθώντας να της δώσει να καταλάβει. — Τι λες ρε μάνα, τι λες; Γιατί να μην πάω; Το έχω ανάγκη. Χρειάζομαι να πάω ένα ταξιδάκι να ξεσκάσω. Θέλει να έρθει; Έρχεται. Δε θέλει; Πάω και μόνος μου. Εξ άλλου παρέα θα έχω! Με τους συναδέλφους μου θα πάω. — Εντάξει παιδάκι μου, να πας. Να πας. Εγώ μια κουβέντα είπα γιατί … Ο Αλέξανδρος τη διακόπτει και συνεχίζει με εκνευρισμένο ύφος και τόνο φωνής. Γιατί, τι; Να μην την πεις την κουβέντα να μην την πεις! — Εντάξει παιδάκι μου, εντάξει!

Την ίδια στιγμή σε μια Μεζονέτα στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης. Μια όμορφη μεγάλη δίπατη μεζονέτα, με μεγάλες αυλές και βεράντες. Ένα μεγάλο σαλόνι με ξύλινα πατώματα και μπαλκονόπορτες, με ενιαίους τεράστιους υαλοπίνακες που αφήνουν να διαπερνά άπλετα το φως από το λυκόφως και να λούζει όλο το χώρο. Η διακόσμηση προσεγμένη στα χρώματα του παστέλ και του κρεμ. Όλα τα έπιπλα σε ρομαντικό στυλ, το σαλόνι με εμφανές ξύλο και ντυμένο με ζαχαρί ύφασμα, το ίδιο και οι καρέκλες της — 31 —


150 × 230  SPINE: 33  FLAPS: 70

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

Η λάμψη τηςπρώτηςματιάς!

ISBN 978-618-205-046-0

ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ

Ό

ταν η στιγμή δεν έρχεται απλά για να υπάρξει, να φύγει και να προσπεράσει! Όταν η εικόνα του άλλου μέσα σου γίνεται εμμονή! Όταν το συναίσθημα μπορεί να αντέξει στην σύγκρουση, με τα στερεότυπα και το κοινωνικό κατεστημένο! Τότε και μόνο μπορείς να ξεστομίσεις την μεγάλη κουβέντα και να πεις, είμαι ερωτευμένος. Μια κουβέντα που μπορεί η ίδια από μόνη της να σε ταξιδέψει, να σε μεταφέρει σε ένα ονειρικό κόσμο και να σε κάνει να κατανοήσεις χωρίς καθόλου κόπο, την μαγεία γιατί υπάρχεις και ζεις! Ένα ακραίο ρομαντικό μυθιστόρημα που έρχεται να επιβεβαιώσει ότι ο αληθινός έρωτας υπάρχει και επιβιώνει ακόμα και μέσα στις πιο πεζές και ρηχές εποχές! Ένα βιβλίο ύμνος στο ερωτικό συναίσθημα, που ζει και βασιλεύει στους αιώνες και που ο καθένας το νιώθει με τον δικό του τρόπο, αλλά που μόνο λίγοι έχουν την ικανότητα και το χάρισμα να αφεθούν και να νιώσουν την μαγεία του.. Ένα συναίσθημα που θα ζήσουν το μεγαλείο της ομορφιάς του, μόνο όσοι είναι αληθινοί! Μέσα σ αυτές τις σελίδες θα ανακαλύψεις την έξαψη της λάμψης της πρώτης ματιάς, την έλξη της χημείας των συναισθημάτων, την δύναμη της αγάπης και του πάθους. Μέσα από αυτές τις σελίδες θα αποκρυπτογραφήσεις τι πάει να πει ερωτική ανάταση! Και όλα αυτά δοσμένα με ένα πολύ απλοϊκό αλλά παραστατικό τρόπο, με λεπτομερή περιγραφή των εικόνων, που μοιάζει σαν να τις αποτυπώνει με λέξεις ο φακός κάποιας κινηματογραφικής μηχανής, όπου το αποτέλεσμα θα είναι όταν διαβάσεις αυτό το βιβλίο, να μοιάζει σαν να είδες κινηματογραφική ταινία!

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Σε αυτήν εδώ την θέση είθισται να γράφεται το βιογραφικό του συγγραφέα. Όμως εγώ δεν βλέπω τον λόγο, που θα ενδιέφερε τον αναγνώστη το βιογραφικό μου. Ίσως εάν επρόκειτο για ένα επιστημονικό βιβλίο, να ήταν αναγκαίο να παραθέσω τις γνώσεις μου και τις διαπιστεύσεις μου, προκειμένου να πείσω για την εγκυρότητα των γραφομένων μου. Όμως το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ένα μυθιστόρημα και η αξία του κρίνεται από το πόσο ενδιαφέρον είναι το περιεχόμενο του και όχι από το πόσο πλούσιο ή φτωχό είναι το βιογραφικό του συγγραφέα. Αυτό όμως που θα ήθελα να σας αναφέρω και να εκμυστηρευτώ, είναι ότι οι ιδέες και τα νοήματα που βγαίνουν μέσα από αυτό το βιβλίο συμβαδίζουν με τον τρόπο ζωής μου! Προσπάθησα και εν μέρει κατάφερα να μην προδώσω τις όποιες αξίες και ιδανικά μου, που ερχόντουσαν σε σύγκρουση με την υποκριτική ηθική του κακού και του καλού σύμφωνα με την γενική αντίληψη του αστικού κατεστημένου, άσχετα βέβαια εάν στο τέλος με πρόδωσαν οι ίδιες οι αξίες μου και με κατέστησαν ρομαντικό! Τώρα, αν παρόλα αυτά θέλετε να μάθετε κάποια λίγα στοιχεία από το βιογραφικό μου, δεν έχετε να κάνετε τίποτα άλλο από το να επισκεφθείτε τις ιστοσελίδες μου www.psarogiannis.com και www.cinebox.org.gr


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Η λάμψη της πρώτης ματιάς! by Εκδόσεις Οσελότος - Issuu