Skip to main content

Ένας χρόνος δίσεκτος

Page 1

140 × 210  SPINE: 8  FLAPS: 70

Η Μάγια Ιατρού γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Πριν από τον Δίσεκτο χρόνο της, έγραφε μυθιστορήματα, διηγήματα και ποιήματα, και ζούσε μια απλή καθημερινή ζωή. Μετά τον Δίσεκτο χρόνο της συνεχίζει γράφοντας και ελπίζοντας.

Μάγια Ιατρού

Magiaiatrou@gmail.com

Ένας χρόνος δίσεκτος

Θα μπορούσα να το «γράψω» καλύτερα. Θα μπορούσα να ζητήσω από τον επιμελητή να το «διορθώσει», να το «χτενίσει», να το «κάνει ελκυστικό». Να μην πονάει, να μην ταράζει, να μην τρομάζει, να είναι απόμακρο, εύπεπτο, ανώδυνο. Όμως δεν το ’κανα. Το παρόν δεν φιλοδοξεί να είναι Τέχνη, δεν είναι Τέχνη, είναι Ζωή. Όποιος το διαβάσει, δεν θα διαβάσει ένα μυθιστόρημα. Θα διαβάσει ένα κομμάτι αληθινής ζωής, που συμβαίνει κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, τώρα. Και είναι ζεστό, αιμάτινο, κάποτε φοβερό, κάποτε απελπισμένο, κάποτε με οργή, με απόγνωση, με θυμό, με ελπίδα και λίγο δειλό χαμόγελο, με φόβο, πόνο, και πάλι με ελπίδα. Και για κάτι τέτοιο θα πρέπει να είναι έτοιμος. Το παρόν δεν είναι Τέχνη, είναι Ζωή.

ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ISBN 978-618-205-140-5

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


ΜΆΓΙΑ ΙΑΤΡΟΎ

Ένας χρόνος δίσεκτος

— ΑΘΗΝΑ 2021 —


ΤΙΤΛΟΣ

Ένας χρόνος δίσεκτος ΣΥΓΓΡΑΦΈΑΣ

Μάγια Ιατρού ΕΠΙMΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ

Όλγα Παλαμήδη LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2021

Μάγια Ιατρού

ΠΡΏΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αθήνα, Ιούλιος 2021 ISBN 978-618-205-140-5

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108

ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.


Σε όλους όσους αρρώστησαν Σε όσους ήταν δίπλα τους Στους γιατρούς, που έπαιξαν για λογαριασμό τους την παρτίδα Σε όσους πολεμάνε ακόμα Σε όσους άντεξαν Σε όσους παρέμειναν μαζί τους ως το τέλος Σε όσους εθελοντικά προσφέρουν στους ασθενείς Σε όσους φοβούνται Σε όσους κρύβονται Και σε όσους δεν τολμούν να πουν ή να ακούσουν τη λέξη «Καρκίνος»


Πρόλογος

Η

ιστορία του καρκίνου του μαστού είναι μια ιστο­ ρία που δεν λέγεται. Δεν λέγεται από κανέναν. Οι γιατροί δεν έχουν εκπαιδευτεί να μιλούν γε­ νικώς, ξέρουν να μιλούν μόνο για τις εξετάσεις, τα αντι­ κειμενικά ευρήματα, τα πρωτόκολλα και τις θεραπεί­ ες. Οι ασθενείς δεν αντέχουν, δεν μπορούν, δεν είναι σε θέση να μιλούν, ΠΟΛΕΜΑΝΕ ΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ. Οι συγ­ γενείς και οι φίλοι προτιμούν να μην ξέρουν. Μαντεύ­ ουν, πιθανολογούν, φοβούνται, σοκάρονται, αλλά κυρί­ ως προτιμούν να ξεχάσουν. Και ο «κόσμος»; Ο κόσμος δεν θέλει να μάθει, δεν θέ­ λει να ξέρει, δεν θέλει ν’ ακούσει ούτε να διαβάσει. Ο «κόσμος» δεν θέλει να πλησιάσει καθόλου αυτή την κα­ τάρα, αυτό το φοβερό, το ανίκητο, το φρικτό «πράγμα». Ναι εντάξει, λυπάται, στεναχωριέται, αλλά χτυπάει ξύ­ λο, φτύνει τον κόρφο του, σιωπά περιμένοντας να τε­ λειώσει η συζήτηση, ή αλλάζει θέμα. Αποχαιρετά αμήχα­ να και απομακρύνεται. «Μακριά, Παναγία μου, μακριά από εμάς!» Μια κατάρα που, Παναγία μου, να μην την πλησιάσουμε, για να μη μας πλησιάσει! Η ιστορία του καρκίνου γεννιέται στο γραφείο του γιατρού, αφού εκείνος κοιτάξει αμίλητος για πολλή ώρα τις μαστογραφίες στον κάθετο φωτεινό πίνακα. Μετά, διαλέγοντας τις λέξεις του μία μία, σου τις εκτοξεύει και προσπαθεί να μη σε βρει κατευθείαν στην καρδιά ή στο κεφάλι, για να καταφέρεις να φύγεις τουλάχιστον όρ­ θια απ’ το γραφείο του. Σου αναγγέλλει σιγά σιγά την επερχόμενη καταστροφή. Οι λέξεις, κατ’ αρχάς, σε «βρί­ —5—


σκουν» στ’ αυτιά. Χάνεις την ακοή σου, κοιτάζεις το στό­ μα του που κινείται και περισσότερο μαντεύεις ή υποθέ­ τεις τι λέει, παρά ακούς. Μετά σου ανεβαίνει η πίεση, τα μηνίγγια σου χτυπάνε, το πρόσωπό σου γίνεται κατακόκ­ κινο και καίει, ζαλίζεσαι και χάνεις την ισορροπία σου. Σε πιάνει με έμπειρο τρόπο από το χέρι και σε συγκρατεί ή σου λέει να καθίσεις. Κάποτε τελειώνουν οι εξηγήσεις και πρέπει να φύγεις. Τότε ο καρκίνος… φωλιάζει στα έντρομα μάτια σου και μετά… Μετά κουτρουβαλάει τον δρόμο από το γραφείο του γιατρού μέχρι το αυτοκίνητο, μουγκός, δολοφονικός και αμίλητος. Τρεχαλητός. Λαχανιασμένος. Είναι κολ­ λημένος στην τσέπη σου, στην τσάντα σου, στο παλτό σου, στις σφιγμένες γροθιές σου, στο μπράτσο που κρα­ τάς σφιχτά, στη βροχή που πέφτει ασταμάτητα παντού. Μετά κλείνεται στη θέση του συνοδηγού όπου κάθεσαι, κι εκεί γίνεται ποτάμι, καταρράκτης, θάλασσα. Βρέχει το κάθισμα. Γλιστράει και πέφτει στο χαλάκι του αυτοκινή­ του. Τον κλοτσάς για να τον κρύψεις σε μια γωνίτσα και προσπαθείς να τον εξαφανίσεις στη διαδρομή και να μεί­ νει εκεί, να μην ανέβει μαζί σου στο σπίτι. Εκείνος όμως φωλιάζει επίμονα στα έκπληκτα μάτια του συζύγου, του συντρόφου, της κόρης, του γιου, της φί­ λης, του φίλου –όποιου σε συνοδεύει–, και ενώ ο καθέ­ νας απ’ αυτούς προσπαθεί να τον κάνει να δραπετεύσει από το μισάνοιχτο παράθυρο του οδηγού, πριν τραβήξει το χειρόφρενο και βγάλει το κλειδί. Μάταια. Εκείνος φωλιάζει όλο και πιο πολύ. Φωλιά­ ζει ύπουλα και στους δύο συντρόφους, σαν κακό παρά­ σιτο, ανεξέλεγκτα πολλαπλασιαζόμενο, επώδυνο και βα­ σανιστικό, και ποτίζει τα πάντα. Το βλέμμα τους, το σώμα

—6—


τους, τις κινήσεις τους, τις διαθέσεις τους, τον ύπνο τους, τη σχέση τους, το σπίτι τους, ολόκληρη την ύπαρξή τους. Μετά βάφει τους τοίχους της κουζίνας, που σιγά σιγά υγραίνονται τόσο πολύ που θαρρείς θα πέσουν. Βάφει το ταβάνι της κρεβατοκάμαρας, κάθε νύχτα – η «μπογιά» κρεμάει σε χιλιάδες «δάκρυα». Και μετά βάφει το ταβά­ νι του σαλονιού, κάθε νύχτα. Ύστερα βάφει το μπαλκόνι. Και συνεχίζει και βάφει τον νυχτερινό ουρανό, κάθε νύ­ χτα, μέχρι το πρωί, με επιμέλεια. Αφού έχει βάψει όλους τους χώρους, περιμένεις να έχει στερέψει απ’ τα μάτια σου, όμως όχι. Είναι εκεί. Ασάλευ­ τος. Πυκνός. Παχύρρευστος. Όπως την πρώτη στιγμή. Κάθεται εκεί· η ιστορία του καρκίνου, τρομακτική, απει­ λητική, ισοπεδωτική, ολέθρια, αλλά κρυφή, σιωπηλή. Όταν γύρισα σπίτι, νόμιζα ότι θα τρελαθώ. Πεινούσα, είχα όρεξη να κάνω πλάκα, σηκωνόμουν να μαγειρέψω, ήθελα να γελάσω, να πάω να ψωνίσω, να κάτσω στον υπο­ λογιστή, να αγκαλιάσω τα παιδιά μου, να μαλώσω, να φι­ λήσω τον άντρα μου… Ήθελα να συνεχίσω να ζω φυσιο­ λογικά. Δεν ένιωθα τίποτα. Η μέρα και η νύχτα κυλούσε κανονικά και η ζωή το ίδιο. Όλοι ήταν κανονικοί και τό­ τε… ήξερα, χωρίς να το νιώθω, ότι εγώ δεν ήμουν. Εγώ είχα κάτι έξτρα μέσα μου που δεν φαινόταν, δεν το έβλε­ πα, δεν το ήξερα, δεν το ήθελα, δεν το προκάλεσα, αλλά αυτό το κάτι τα άλλαζε όλα. Άλλαζε όλη τη ζωή μου. Και μάλιστα μπορούσε, έτσι ήσυχα και αθόρυβα, χωρίς πολ­ λές πολλές διαδικασίες και να την τερμάτιζε. Την άλλη μέρα, μόλις ξύπνησα και αμέσως το ξανα­ σκέφτηκα, αισθάνθηκα να πνίγομαι. Ένιωθα την ανάγκη να το φωνάζω. Να το φωνάζω μπας και το πιστέψω; Μου ερχόταν να μπαίνω στα μαγαζιά και σε όποιον με ήξερε να λέω: «Λένε ότι έχω καρκίνο». Να βγω στο μπαλκόνι και —7—


να φωνάξω: «Λένε ότι έχω καρκίνο». Και αυτό που είχα ανάγκη, ήταν, όλοι μα όλοι –οι αδιάφοροι γείτονες, αυτοί που δεν βγαίνουν ούτε αν φωνάξεις τα μεσάνυχτα «Βο­ ήθεια» ή «Φωτιά», και οι μαγαζάτορες, και η σνομπ κομ­ μώτρια της γωνίας, αυτή που νομίζει ότι χτενίζει καθημε­ ρινά το Χόλιγουντ και σπανίως σου λέει μισή κουβέντα– να σταματήσουν ό,τι έκαναν και να φωνάξουν: «Δεν έχεις! Δεν έχεις! Δεν έχεις! Είναι λάθος οι εξετά­ σεις! Είναι λάθος! Λάθος! Είναι χαλασμένο το μηχάνη­ μα! “Τα παίρνουν”, γι’ αυτό το λένε! Εκμετάλλευση! Ξέ­ ρεις τι εκατομμύρια παίζονται; ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ! ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ!» Αυτό ήθελα, αυτό είχα ανάγκη. Τότε ήταν που ενώ μέσα μου επικρατούσε θύελλα, για πρώτη φορά μου πέρασε από το μυαλό μια σκέψη: «Ο καρκίνος θέλει να σου πάρει το σώμα, κράτα κόντρα, για­ τί πρώτα θα σου πάρει το μυαλό». Είχα κάνει χρόνια και χρόνια προσπάθειες για να εί­ μαι «εντός του πλαισίου». Να είμαι στην «κεντρική πα­ ρέλαση» και να περπατάω στοιχημένα και αρμονικά, και όχι να χαζεύω απ’ το πεζοδρόμιο, βλέποντας μόνο τα κα­ κώς κείμενα και καυτηριάζοντας ανώδυνα, χωρίς συμβι­ βασμούς. Ήθελα να μπορώ να έχω την ευθύνη, την υπευ­ θυνότητα και τη δυνατότητα να έχω παιδιά και να υπο­ λογίζουν σε μένα, στα καλά και στ’ άσχημα. Είχα δώσει μάχες με τον θάνατο στήθος με στήθος και του είχα αρ­ πάξει απ’ τα χέρια και το παιδί μου και τη μάνα μου. Δεν μπορούσα να τα αφήσω όλα λοιπόν στη μοίρα τους και να τρελαθώ. Επιπλέον, είχα έναν σύντροφο ζωής που ήταν ιστός:

—8—


… Ο ιστός της γυαλιστερός, ασημένιος, χρυσός, σιδερένιος. Όλα αυτά μαζί. Στερεωμένος γερά στο σκαρί. Χτισμένος. Ακλόνητος σε κάθε λογής άνεμο και σε κάθε καταιγίδα. Καταφύγιο κι ασφάλιστρο. Σταθερότητα αλλά και θέση και θέα από ψηλά. Δώρο πολύτιμο η δυνατότητα να ανεμίζεις. Η σημαία, Άλλοτε κατακόκκινη, φλογερή, ερωτική, εριστική, της επανάστασης και του έρωτα. Άλλοτε καταπράσινη, της Άνοιξης, της φύσης και της ελπίδας. Άλλοτε κατακίτρινη, σπονδή στο βασιλιά ήλιο και στον πάνω κόσμο. Άλλοτε γαλανή, της θάλασσας και των συναισθημάτων, βαριά φορτωμένη παράταιρα με το μεταξωτό πανί, έτοιμη να βουλιάξει σ’ όλες τις θάλασσες, τις παλιές, τις αρχέγονες και τις καινούργιες τις φουρτουνιασμένες και τις θολές τις ανομολόγητες. Άλλοτε κατάμαυρη, πειρατική και έτοιμη για μάχες (κάποτε απ’ την αρχή χαμένες κι άλλες, ματωμένες, μα νικηφόρες). Άλλοτε άσπρη, κατάλευκη, της ανακωχής, αλλά ποτέ της παράδοσης (ίσα να θάψουμε τα λείψανα και να τιμήσουμε τους νεκρούς, όνειρα και ιδέες)… Στη συγκεκριμένη στιγμή, ο ιστός έγινε ιστός ατσάλι­ νος, αλλά μαζί ο ίδιος και σημαιοφόρος, και ο ίδιος παρέ­ λαση ολάκερη. Έκανε γρήγορα γρήγορα, χωρίς τις τυπι­ κές διαδικασίες, «Έπαρση σημαίας», και χωρίς να υπολο­ γίσει ότι η σημαία του ήταν ένα κουρελιασμένο, σκισμέ­ νο πανί, χωρίς δύναμη, χωρίς παιάνες, χωρίς διάθεση και —9—


140 × 210  SPINE: 8  FLAPS: 70

Η Μάγια Ιατρού γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Πριν από τον Δίσεκτο χρόνο της, έγραφε μυθιστορήματα, διηγήματα και ποιήματα, και ζούσε μια απλή καθημερινή ζωή. Μετά τον Δίσεκτο χρόνο της συνεχίζει γράφοντας και ελπίζοντας.

Μάγια Ιατρού

Magiaiatrou@gmail.com

Ένας χρόνος δίσεκτος

Θα μπορούσα να το «γράψω» καλύτερα. Θα μπορούσα να ζητήσω από τον επιμελητή να το «διορθώσει», να το «χτενίσει», να το «κάνει ελκυστικό». Να μην πονάει, να μην ταράζει, να μην τρομάζει, να είναι απόμακρο, εύπεπτο, ανώδυνο. Όμως δεν το ’κανα. Το παρόν δεν φιλοδοξεί να είναι Τέχνη, δεν είναι Τέχνη, είναι Ζωή. Όποιος το διαβάσει, δεν θα διαβάσει ένα μυθιστόρημα. Θα διαβάσει ένα κομμάτι αληθινής ζωής, που συμβαίνει κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, τώρα. Και είναι ζεστό, αιμάτινο, κάποτε φοβερό, κάποτε απελπισμένο, κάποτε με οργή, με απόγνωση, με θυμό, με ελπίδα και λίγο δειλό χαμόγελο, με φόβο, πόνο, και πάλι με ελπίδα. Και για κάτι τέτοιο θα πρέπει να είναι έτοιμος. Το παρόν δεν είναι Τέχνη, είναι Ζωή.

ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ISBN 978-618-205-140-5

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Ένας χρόνος δίσεκτος by Εκδόσεις Οσελότος - Issuu