140 × 210
SPINE: 12
FLAPS: 70
Διαβάστε επίσης...
Διάσταση: 14 x 21 | Σελίδες: 310 Έκδοση: 2019| ISBN 978-960-564-877-0
ISBN 978-618-205-223-5
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Delivery Boy
Όλα αγοράζονται, ακόμα και η οικογενειακή ειρήνη και οι σιωπές και οι ενοχές, αρκεί να μη βγαίνει τίποτε παραέξω και να συνεχίζεται η λασπωμένη ρουτίνα με τη γλίτσα της τηλεόρασης και των αγορών στα πολυκαταστήματα. Έτσι και στην ιστορία μας. Η κομπορρημοσύνη στις κοινωνικές συναθροίσεις είχε τον πρώτο ρόλο, ενώ το ξέπλυμα των υποχωρήσεων μέσα στο σπίτι καλά κρατούσε, κι ας έμοιαζε με καζάνι ατμού, με τον δείκτη στα κόκκινα. Στις εφημερίδες, αυτές οι απώλειες – που ο καθένας μπορούσε να φανταστεί τις ιστορίες που σέρνανε πίσω τους– ήτανε μικρά μονόστηλα στις τελευταίες σελίδες. Παιδιά ενός κατώτερου θεού, παραστρατημένα, από χωρισμένες οικογένειες, από γονείς φυλακισμένους ή ναρκομανείς ή περιστασιακούς μικροεγκληματίες, απόνερα της πορνείας, απ’ όλα είχε ο μπαξές της ευνομούμενης, για τους βολεμένους, κοινωνίας.
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ
Τ
ο παπί του, αλυσοδεμένο στην πιλοτή της οικοδομής, πήρε μπρος με την πρώτη. Το κούνησε αρχικά ν’ ακούσει αν παφλάζει η λιγοστή βενζίνη που έβαζε κάθε φορά, και κίνησε για το μαγαζί. Φαστφουντάδικο. Έκλεινε λίγες ώρες το εικοσιτετράωρο και το επόμενο χάραμα ακολουθούσε το ρητό «Το πρωινό πουλί πιάνει το σκουλήκι». Πήρε το κιβώτιο για τις παραγγελίες με τη φίρμα του μαγαζιού σ’ όλες τις πάντες και το στερέωσε στη σχάρα που είχε διαμορφώσει στο μηχανάκι του. Οι πρώτες παραγγελίες είχανε ήδη φύγει. Φόρτωσε την παραγγελία, και με τη διεύθυνση και την απόδειξη στα δόντια, χύθηκε στον δρόμο, από τη Λένορμαν στο Περιστέρι. Χτύπησε και του ανοίξανε ν’ ανεβεί στον τρίτο. Του άνοιξε μια νέα γυναίκα με ένα κοντό νυχτικό που δεν σκέπαζε πολλά, αλλά δεν φαινότανε να τη νοιάζει. Είχε κουρασμένο βλέμμα και απαντούσε ανόρεχτα σε μια αντρική φωνή, βραχνή, βαριά, που ερχότανε από μέσα, μάλλον γεροντική. Τέλειωσε η συναλλαγή, πήρε τα λεφτά με το φιλοδώρημά του κι έφυγε. Ίσα που έπιασε το νεύμα που του έκανε η γυναίκα, αλλά δεν έδωσε σημασία.
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Ο Αντώνης Κηπουρός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1950 και μεγάλωσε στις Σέρρες. Σπούδασε Ιατρική στο Α.Π.Θ. και πήρε την ειδικότητα της ουρολογίας στο Ιπποκράτειο Γ.Ν.Θ. Εργάστηκε ως ιδιώτης στις Σέρρες και το 1985 εντάχθηκε στο Ε.Σ.Υ., από όπου και συνταξιοδοτήθηκε το 2012, με τον βαθμό του διευθυντή, τον οποίο κατείχε για δώδεκα χρόνια. Είναι παντρεμένος με τη Μαρία Ζαχάκη και έχει τρία παιδιά, τη Βασιλική, την Ηλέκτρα και τον Μανώλη. Με τη συγγραφή ασχολείται από τη συνταξιοδότησή του μέχρι και σήμερα.
Delivery boy
ΤΙΤΛΟΣ
Delivery boy ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Αντώνης Κηπουρός ΣΕΙΡΑ
Λογοτεχνία [1358] 0122/03 ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ - ΔΙΟΡΘΩΣΗ
Όλγα Παλαμήδη LAYOUT - DESIGN Myrtilo, Λένα Παντοπούλου COPYRIGHT© 2022 Αντώνης Κηπουρός ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ
Αθήνα, Ιανουάριος 2022 ISBN 978-618-205-223-5
Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ:
Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ.: 210 6431108 ocelotos@ocelotos.gr www.ocelotos.gr
Delivery boy ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
—AΘΗΝΑ 2022—
Στον Αντωνάκη, τον αγαπημένο μου εγγονό
1
Δεύτερο εξάμηνο του 2019
Ο
Τίμος έδωσε μια με την παλάμη του στο ξυπνητήρι που έβαλε αποβραδίς, αγουροξυπνημένος ακόμη, να σταματήσει να χτυπάει. Είχε χαράξει – πεντέμισι, άγρια ώρα και για ξύπνημα και για δουλειά. Ετοιμάστηκε αθόρυβα, έριξε μια ματιά στην κυρά και στα παιδιά του, κι έκλεισε πίσω του απαλά την εξώπορτα. Το παπί του, αλυσοδεμένο στην πιλοτή της οικοδομής, πήρε μπρος με την πρώτη. Το κούνησε αρχικά ν’ ακούσει αν παφλάζει η λιγοστή βενζίνη που έβαζε κάθε φορά, και κίνησε για το μαγαζί. Φαστφουντάδικο. Έκλεινε λίγες ώρες το εικοσιτετράωρο και το επόμενο χάραμα ακολουθούσε το ρητό «Το πρωινό πουλί πιάνει το σκουλήκι». Πήρε το κιβώτιο για τις παραγγελίες με τη φίρμα του μαγαζιού σ’ όλες τις πάντες και το στερέωσε στη σχάρα που είχε διαμορφώσει στο μηχανάκι του. Οι πρώτες παραγγελίες είχανε ήδη φύγει. Φόρτωσε την παραγγελία, και με τη διεύθυνση και την απόδειξη στα δόντια, χύθηκε στον δρόμο, από τη Λένορμαν στο Περιστέρι. Χτύπησε και του ανοίξανε ν’ ανεβεί στον τρίτο. Του άνοιξε μια νέα γυναίκα με ένα κοντό νυχτικό που δεν σκέπαζε πολλά, αλλά δεν φαινότανε να τη νοιάζει. Είχε κουρασμένο βλέμμα και απαντούσε ανόρεχτα σε μια αντρική φωνή, βραχνή, βαριά, που ερχότανε από μέσα, μάλλον γεροντική. Τέλειωσε η συναλλαγή, πήρε τα
DELIVERY BOY
7
λεφτά με το φιλοδώρημά του κι έφυγε. Ίσα που έπιασε το νεύμα που του έκανε η γυναίκα, αλλά δεν έδωσε σημασία. Η μέρα του γέμισε με δρομολόγια και παραδόσεις. Το παπί αξιόπιστο, όμως οι ελιγμοί ανάμεσα στ’ αμάξια ήταν κάποιες φορές απαραίτητοι αν ήθελε να φτάνει έγκαιρα. Βέβαια όσο το καβαλούσε, καιροφυλακτούσε και η στραβή. Είχε ρίσκο η δουλειά του. Λίγοι πρόσεχαν τους ντελιβεράδες. Οι πιο πολλοί τους έβριζαν γιατί χώνονταν κάνοντας τρίπλες ή πήγαιναν κόντρα στον μονόδρομο, με το άγχος κάθε φορά να μην τ’ ακούσουνε από το αφεντικό, να μην τους διώξει – οι δουλειές σπανίζανε. Το μηχανάκι δικό του, οι ζημιές δικές του, τα καύσιμα δικά του, οι βλάβες και τα τέλη κυκλοφορίας δικά του. Μόνο με τα φιλοδωρήματα ζούσε, γι’ αυτό και ρίσκαρε στους δρόμους. Η κυρά του τον περίμενε σφιγμένη. Κοίταζε τα παιδιά της και προσπαθούσε να διώξει τη μαύρη σκέψη της αναποδιάς. Θα μένανε στον δρόμο, δουλειά δεν είχε. Μεγάλωνε τα παιδιά της. Ξεβράκωτοι παντρεύτηκαν· κλέφτηκαν. Με τα χρόνια, βλέπανε ότι ο θησαυρός που κυνηγούσανε, ήτανε πολύ καλά κρυμμένος και ήθελε ίσως και μια ζωή να νιώσουνε μια ασφάλεια, να φάνε μια μπουκιά ψωμί χωρίς κόμπο στο στομάχι, ν’ ανοίξουνε τα χείλη τους σ’ ένα γεμάτο γέλιο. Προς το παρόν δουλεύανε σαν φρέσκοι νεοσύλλεκτοι στις Ειδικές Δυνάμεις – ο καθένας στο πόστο του αγόγγυστα. Μόνο το βράδυ, εκεί που έπινε ένα ποτήρι κρασί με τα πόδια ψηλά να ξεπρηστούνε, μόνο εκεί ανάσαινε κι άφηνε τον νου του να ταξιδέψει, να ξεφύγει. Η κυρά του κατανοούσε την κατάστασή τους και δεν τον ζόριζε με όσα έβλεπε στην τηλεόραση πως ξεσηκώνανε τα θηλυκά, τρελαίνοντάς τα να ζητάνε τ’ άπιαστα, τα αταίριαστα. Το σμίξιμό τους στα μουλωχτά, να μην ξυπνήσουν τα μικρά, κρατούσε ακόμη κάτι από την πρώτη τους θέρμη. Αυτό ήτανε ένα από τα λίγα κρατήματα που είχε για να τα φέρνει βόλ8
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ
τα κάθε μέρα. Δεν τους είχανε πάρει τα χρόνια, αλλά δεν είχανε και ελευθέρας στον χρόνο. Ένα πρωί, μέρες μετά την παράδοση στο Περιστέρι, πήγε καινούργια παραγγελία. Του άνοιξε πάλι η ίδια γυναίκα, με τα εσώρουχα μόνο, χωρίς να νοιάζεται για τη μόστρα της. Από μέσα ακούγονταν δυο αντρικές φωνές, μια νεανική και η γνωστή γεροντική. Τα λόγια ήτανε σκληρά και τα μάτια της γεμίσανε και τρέχανε. «Θέλω βοήθεια», του είπε ψιθυριστά κι έκλεισε την πόρτα. Ακίνητος κι απορημένος περίμενε κάνα λεπτό έξω από την πόρτα της μήπως ξεμυτίσει για κάτι περισσότερο, αλλά τίποτε. Σφιχτή η κατάσταση στο εσωτερικό μέτωπο. Το αδιόρατο νεύμα που έπιασε την προηγουμένη, είχε πάρει σχήμα και μορφή, ακουστικά τουλάχιστον. Ήτανε ξεκάθαρη απειλή, η γυναίκα κινδύνευε. Έμοιαζε με σκηνικό σκλαβιάς. Έφυγε με το μυαλό φορτωμένο. Άργησε κάπως να γυρίσει στο μαγαζί και το αφεντικό τον κοίταξε όπως δεν ήθελε να τον κοιτάζει. Η μέρα του πέρασε με τη σκέψη τού πρωινού συμβάντος. Το βράδυ στο σπίτι το κλίμα βάρυνε. Στην κυρά του δεν είπε τίποτε, μην αρχίσει να βάζει διάφορα με τον νου της, αλλά δεν σταμάτησε να ζυγίζει την κατάσταση. Τέτοια περίπτωση δεν του είχε ξανατύχει. Μια γυναίκα να ζητάει βοήθεια, χαράματα, στα μουλωχτά και όπως να ’ναι ντυμένη, χωρίς να τη νοιάζει φανερά, δεν το συναντάς κάθε μέρα. Τα στραβά στον κόσμο συμβαίνουνε όποτε να ’ναι. Ο Τίμος εστίασε στην εικόνα της και θυμήθηκε ότι φορούσε στον αστράγαλό της κάτι σαν βραχιόλι. Δεν έμοιαζε με κόσμημα, κάτι άλλο ήτανε που δεν το γνώριζε. Σκεφτότανε να πάει στην Αστυνομία ν’ αναφέρει το περιστατικό, κάτι που θα έκανε ο καθένας. Από το μυαλό του περνούσε η σκέψη της κακοποίησης, που είχε ένα σωρό μορφές. Τη DELIVERY BOY
9
140 × 210
SPINE: 12
FLAPS: 70
Διαβάστε επίσης...
Διάσταση: 14 x 21 | Σελίδες: 310 Έκδοση: 2019| ISBN 978-960-564-877-0
ISBN 978-618-205-223-5
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | ΤΗΛ.: 210 64 31 108 ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Delivery Boy
Όλα αγοράζονται, ακόμα και η οικογενειακή ειρήνη και οι σιωπές και οι ενοχές, αρκεί να μη βγαίνει τίποτε παραέξω και να συνεχίζεται η λασπωμένη ρουτίνα με τη γλίτσα της τηλεόρασης και των αγορών στα πολυκαταστήματα. Έτσι και στην ιστορία μας. Η κομπορρημοσύνη στις κοινωνικές συναθροίσεις είχε τον πρώτο ρόλο, ενώ το ξέπλυμα των υποχωρήσεων μέσα στο σπίτι καλά κρατούσε, κι ας έμοιαζε με καζάνι ατμού, με τον δείκτη στα κόκκινα. Στις εφημερίδες, αυτές οι απώλειες – που ο καθένας μπορούσε να φανταστεί τις ιστορίες που σέρνανε πίσω τους– ήτανε μικρά μονόστηλα στις τελευταίες σελίδες. Παιδιά ενός κατώτερου θεού, παραστρατημένα, από χωρισμένες οικογένειες, από γονείς φυλακισμένους ή ναρκομανείς ή περιστασιακούς μικροεγκληματίες, απόνερα της πορνείας, απ’ όλα είχε ο μπαξές της ευνομούμενης, για τους βολεμένους, κοινωνίας.
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΗΠΟΥΡΟΣ
Τ
ο παπί του, αλυσοδεμένο στην πιλοτή της οικοδομής, πήρε μπρος με την πρώτη. Το κούνησε αρχικά ν’ ακούσει αν παφλάζει η λιγοστή βενζίνη που έβαζε κάθε φορά, και κίνησε για το μαγαζί. Φαστφουντάδικο. Έκλεινε λίγες ώρες το εικοσιτετράωρο και το επόμενο χάραμα ακολουθούσε το ρητό «Το πρωινό πουλί πιάνει το σκουλήκι». Πήρε το κιβώτιο για τις παραγγελίες με τη φίρμα του μαγαζιού σ’ όλες τις πάντες και το στερέωσε στη σχάρα που είχε διαμορφώσει στο μηχανάκι του. Οι πρώτες παραγγελίες είχανε ήδη φύγει. Φόρτωσε την παραγγελία, και με τη διεύθυνση και την απόδειξη στα δόντια, χύθηκε στον δρόμο, από τη Λένορμαν στο Περιστέρι. Χτύπησε και του ανοίξανε ν’ ανεβεί στον τρίτο. Του άνοιξε μια νέα γυναίκα με ένα κοντό νυχτικό που δεν σκέπαζε πολλά, αλλά δεν φαινότανε να τη νοιάζει. Είχε κουρασμένο βλέμμα και απαντούσε ανόρεχτα σε μια αντρική φωνή, βραχνή, βαριά, που ερχότανε από μέσα, μάλλον γεροντική. Τέλειωσε η συναλλαγή, πήρε τα λεφτά με το φιλοδώρημά του κι έφυγε. Ίσα που έπιασε το νεύμα που του έκανε η γυναίκα, αλλά δεν έδωσε σημασία.
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Ο Αντώνης Κηπουρός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1950 και μεγάλωσε στις Σέρρες. Σπούδασε Ιατρική στο Α.Π.Θ. και πήρε την ειδικότητα της ουρολογίας στο Ιπποκράτειο Γ.Ν.Θ. Εργάστηκε ως ιδιώτης στις Σέρρες και το 1985 εντάχθηκε στο Ε.Σ.Υ., από όπου και συνταξιοδοτήθηκε το 2012, με τον βαθμό του διευθυντή, τον οποίο κατείχε για δώδεκα χρόνια. Είναι παντρεμένος με τη Μαρία Ζαχάκη και έχει τρία παιδιά, τη Βασιλική, την Ηλέκτρα και τον Μανώλη. Με τη συγγραφή ασχολείται από τη συνταξιοδότησή του μέχρι και σήμερα.