Αλεξάνδρα Ζαχαρή–Καμπουροπούλου Αλεξάνδρα Ζαχαρή–Καμπουροπούλου
Αυτοπροσώπως Αυτοπροσώπως (Ένα χρονικό) (Ένα χρονικό)
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΕΚ∆ΟΣΕΙΣ
ο σ ε λ ότ ο ς
ο σ ε λ ότ ο ς
Αυτοπροσώπως ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ Αλεξάνδρα Ζαχαρή-Καμπουροπούλου Σειρα Βιογραφίες [1059]0113/06
Copyright© 2012 Αλεξάνδρα Ζαχαρή-Καμπουροπούλου
ΤΙΤΛΟΣ
ΠρΩτη Εκδοση Αθήνα, Ιανουάριος 2013 ISBN 978-960-564-024-8 www.kampouropoulou.gr
Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ο σ ε λ ότ ο ς
Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα Τηλ. : 210 6431108 e-mail: ekdoseis. ocelotos@gmail. com www. ocelotos. gr
Στο Γιάννη
“Mais où sont les neiges d’antan?” (Μα πού είναι τα αλλοτινά χιόνια;) (Φρανσουά Βιγιόν, Γάλλος ποιητής του Μεσαίωνα)
4™ αλεξανδρα ζαχαρη – καμπουροπουλου
Πώς... δημιουργήθηκα
Η
28η Οκτωβρίου 1940, που σήμανε την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, σήμανε και την είσοδο της Ελλάδας στο θέατρο του φριχτού Β΄παγκόσμιου πολέμου. Για τους γονείς τους δικούς μου, σήμανε την βίαιη ανατροπή όλου του σχεδιασμού ζωής τους (όπως και της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων). Για μένα, που ήμουνα ακόμα τότε στην κοιλιά της μάνας μου, δεν σήμαινε τίποτε απολύτως. Ο πατέρας μου, Δημήτριος Ζαχαρής, μόνιμος αξιωματικός του πεζικού (με τον βαθμό του υπολοχαγού τότε, )φεύγει, με την κήρυξη του πολέμου, αμέσως για το μέτωπο της Αλβανίας. Την μητέρα μου, Θεοδώρα, επτά μηνών έγκυο, την στέλνει με τη γιαγιά μου Αικατερίνη Αγραφιώτη (τη μητέρα της) και τη γυναίκα ενός στρατηγού, στον Πολύγυρο Χαλκιδικής (για το φόβο ενδεχόμενων βομβαρδισμών της Θεσσαλονίκης από τους Ιταλούς. ) Στην “όμορφη Θεσσαλονίκη” είχαν οι γονείς μου εγκατασταθεί, γιατί εκεί υπηρετούσε ο πατέρας. Είχαν νοικιάσει ένα άνετο διαμέρισμα και το είχαν επιπλώσει με μεράκι: έπιπλα “άρ ντεκό” από μασίφ καρυδιά, το πιάνο της μαμάς (ένα όρθιο μαύρο “Kaps”) όλος ο εξοπλισμός ενός αστικού σπιτιού. Είχε έρθει από την Άρτα και η γιαγιά Αικατερίνη (μικροκαμωμένος άνθρωπος, κατάμαυρα μαλλιά, φιλντισένιο δέρμα) να παρασταθεί στη γέννα της κόρης της. Η θύελλα που ξέσπασε όμως τ’ άλλαξε όλα. Κι εγώ, άβουλο έμβρυο, ακολούθησα αναγκαστικά τη μάνα μου στον Πολύγυρο. Το σχέδιο του πατέρα ήταν να παραμείνουμε εκεί μέχρι τις μέρες του πιθανού τοκετού και τότε εφόσον η Θεσσαλονίκη δεν βομβαρδιζότανε, η μητέρα μου νά ’ρθει αυτοπροσωπωσ
™5
να γεννήσει στην μεγάλη πόλη. Αλλά “άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων άλλα δε έμβρυα κελεύουσι”! Τη μητέρα μου την έπιασαν οι πόνοι τη νύχτα της 30ής Νοεμβρίου 1940. Γιατρός πού; μια μισομεθυσμένη μαμή και η γιαγιά μου βοήθησαν στον τοκετό και τελικά, στο φως μιας λάμπας πετρελαίου (ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικά, ανυπάρκτου) άνοιξα τα ταλαίπωρα μάτια μου τα ξημερώματα της 1ης Δεκεμβρίου του΄40. Η μοίρα τόφερε λοιπόν ώστε από τότε, μια και γράφτηκα αναγκαστικά στα εκεί μητρώα θηλέων, ν’ αποτείνομαι στον Πολύγυρο, σαν ήθελα αντίγραφα ποινικού μητρώου (για οποιαδήποτε γραφειοκρατική αιτία). Στις σαράντα μέρες από τη γέννα, η γιαγιά έφερε τη μητέρα μου και εμένα ξανά πίσω στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας εν τω μεταξύ είχε τραυματιστεί (όχι σοβαρά) και βρισκόταν στο νοσοκομείο. Μόλις έμαθε ότι γυρίσαμε, τό ’σκασε από το νοσοκομείο για νά ’ρθει να δει το μωρό του. Ταχύτατα δε αποφασίστηκε να φύγουμε όλοι μαζί για την Άρτα, τόπο καταγωγής και του πατέρα και της μάνας μου. Φεύγοντας, διαλύσανε το όμορφο σπιτικό που είχανε φτιάξει: έπιπλα, χαλιά, ρουχισμός του σπιτιού, σερβίτσια και το πιάνο μεταφέρθηκαν σε μια γειτονική αποθήκη και κλειδώθηκαν. Τα κλειδιά τα εμπιστεύθηκαν σε φίλο γείτονα και έφυγαν μαζί με τη γιαγιά, μ’ εμένα (φυσικά) και με το σκυλάκι τους τον Πήτερ. Απ’ όλα όσα εμπιστεύθηκαν στη φύλαξη του “καλού γείτονα”, μεταπολεμικά δεν περισώθηκαν παρά η κρεβατοκάμαρα και το πιάνο: Ο “καλός γείτονας” είχε εξαφανιστεί μαζί με τα περισσότερα πράγματα. Εδώ όμως πρέπει να μιλήσω λίγο για τον αυτόν τον “Πήτερ”. Πριν από την έναρξη του πολέμου, οι γονείς μου τον είχανε βγάλει “Χίτλερ” για πλάκα! Όταν ξέσπασε ο πόλεμος όμως, ο σκύλος μετονομάστηκε σε “Πήτερ”, προς αποφυγή παρεξηγήσεων. Αυτός ο Πήτερ λοιπόν το πήρε βαριά (όπως μου είπε η μητέρα μου)ότι ήρθε μωρό στο σπίτι και του ’κλεψε τα πολλά χάδια: για δύο εικοσιτετράωρα χώθηκε κάτω από το 6™ αλεξανδρα ζαχαρη – καμπουροπουλου
κρεββάτι και ούτε φωνή ούτε ακρόαση ούτε φαΐ ούτε νερό. Μαύρη μελαγχολία. (Ο Πήτερ όμως – παληότερα – φαίνεται ότι υπήρξε πρότυπο κοινωνικότητας και αποδοχής του ανταγωνιστή. Εν προκειμένω, μιας γατούλας, που είχε επίσης υιοθετηθεί από τους γονείς μου και με την οποία έγινε φιλαράκι. Εκείνη κοιμότανε πάνω στην ουρά του και δεν μαλώσανε ποτέ). ...Τελικά, ο μπαμπάς, η μαμά, ο Πήτερ και εγώ φτάσαμε στην Άρτα και μείναμε στο σπίτι της γιαγιάς μέχρι τα μέσα νομίζω της γερμανικής κατοχής. Η ζωή στην επαρχία, όπως είναι γνωστό, ήταν, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, πολύ καλύτερη από τη ζωή στην Αθήνα. Κι εγώ, βλέποντας τον εαυτό μου σε φωτογραφίες από εκείνη την εποχή, παρακολουθώ ένα χοντρουλό, γελαστό μωρό, που καθώς μούλεγαν καταβρόχθιζε τα πάντα! Ωστόσο, η σχετικά ήσυχη αυτή κατάσταση δεν κράτησε πολύ: καταπώς μου διηγήθηκαν οι γονείς μου, έφτασαν στ ’αυτιά του πατέρα πληροφορίες ότι οι γερμανοί, που είχαν καταλάβει την Άρτα, θα συλλάμβαναν όλους τους αξιωματικούς, που βρίσκονταν εκεί. Και τότε, νύχτα καλοκαιριού, πήραμε τα βουνά: ο πατέρας μ’ εμένα αγκαλιά, από κοντά η μάνα μου, με πέδιλα στα κατσάβραχα, κινδυνεύοντας να τσακιστούν κάθε λεπτό. Σε μια στιγμή μάλιστα εγώ και ο μπαμπάς πέσαμε σ’ ένα χαντάκι και η μαμά, στο σκοτάδι, νόμισε πως πέσαμε σε γκρεμό! Τελικά η οικογένεια τα κατάφερε. Πού φτάσαμε όμως; Δεν ξέρω ακριβώς. Μείναμε κάπου και γυρίσαμε, ύστερα από μέρες, στην Άρτα ; Άγνωστο. Μάλλον θα ήρθαμε με κάποιο τρόπο στην Αθήνα. Όσο για τον Πήτερ, αυτός έμεινε αναγκαστικά στην Άρτα. Δεν μάθαμε ποτέ τι απόγινε. Ίσως να ψόφησε από μελαγχολία. Σκέφτομαι αυτό το σκυλάκι πολλές φορές, αν και το γνώρισα μόνο από φωτογραφίες. Το σκέφτομαι με μια γλυκειά νοσταλγία: ο Πήτερ σημάδεψε την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής των γονιών μου και χάθηκε για πάντα….
αυτοπροσωπωσ
™7
Η Αθήνα
Κ
αι νά που η τριμελής οικογένειά μου φτάνει στην Αθήνα της Κατοχής. Ένας από τους αδελφούς του πατέρα, ο Γιάννης Ζαχαρής, δικηγόρος και “εξ απορρήτων” ιδιαίτερος γραμματέας του γνωστού κτηματία της Γλυφάδας Καραπάνου, είχε νοικιάσει ένα δυάρι στα Εξάρχεια (στην Καλλιδρομίου, νομίζω). Εκεί μείναμε όλοι μαζί, για αρκετό διάστημα. Ο άλλος αδελφός του πατέρα μου, Κων/νος Ζαχαρής, δικαστής, είχε ήδη παντρευτεί την Ουρανία Σκούφου, (κόρη του Καθηγητή Πανεπιστημίου Θεόδωρου Σκούφου) και έμενε στο πατρικό της γυναίκας του, στην οδό Ασκληπιού 67 (απέναντι από τον Άγιο Νικόλαο). Αυτό ήταν ένα παληό, δίπατο, αρχοντικό σπίτι με υπόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο με μεγάλα και πολλά δωμάτια και έναν πρώτο όροφο, όπου βρισκόταν η μεγάλη ταράτσα και ένα μικρό διαμέρισμα, που έβγαινε στην ταράτσα αυτή. Σ’ αυτό το μικρό διαμέρισμα κατοικούσε τότε ο θείος Κώστας με τη θεία Ουρανία. Στο ισόγειο έμενε ο αδελφός της θείας Ουρανίας, μικροβιολόγος Γιώργος Σκούφος, που είχε εκεί και το μικροβιολογικό του εργαστήριο. Το υπόγειο ήταν νοικιασμένο. Πολύ αργότερα, μετά την απελευθέρωση, η οικογένεια του θείου Κώστα κατέβηκε στο ισόγειο και συγκατοίκησε με τον Γιώργο Σκούφο και την μητέρα της θείας μου Ελένη Σκούφου. (Το όμορφο αυτό παληό σπίτι έχει από καιρό γίνει πολυκατοικία.) Υπήρχε αγωνία και ένταση στην οικογένεια. Και πολλή, πάρα πολλή ταλαιπωρία. Θυμάμαι, ακόμη και τώρα, ότι, για ένα διάστημα, κοιμόμουνα κατάχαμα, σε στρατιωτική κουβέρτα, χωρίς σεντόνια. Θυμάμαι επίσης τη φρικαλέα “σούπα του μπακάλη”, που μαγείρευε καμιά φορά η θεία Ουρανία και βρωμούσε όλο το σπίτι της! Κάποιο
8™ αλεξανδρα ζαχαρη – καμπουροπουλου
“κορν μπηφ”, που έφερνε πότε πότε στο σπίτι της Καλλιδρομίου ο θείος Γιάννης (ποιος ξέρει πώς το εξοικονομούσε), μας φαινόταν σαν πασχαλινό αρνί: το τσακίζαμε! Και πρώτη εγώ, που η όρεξή μου ήταν το κάτι άλλο: η μητέρα δεν έπαυε να διηγείται πάντα πως, όταν μέναμε ακόμα στην Άρτα, η αφεντιά μου έπινε μιάμιση οκά γάλα την ημέρα και βούταγε ό, τι άλλο εύρισκε πρόχειρο στο τραπέζι! Στην ταράτσα του σπιτιού της θείας Ουρανίας (το θυμάμαι σαν τώρα) υποδεχτήκαμε με χαρά την απελευθέρωση. Εγώ τραγουδούσα “Ιτς ε λάγκουε του τιπερέρυ” (όπως άκουγα εγώ το εγγλέζικο τραγούδι “It’s a long way to Tipperery”). Οι μεγάλοι (οι γονείς μου, ο θείος Γιάννης, ο θείος Κώστας, η θεία Ουρανία)ένοιωθαν ανακούφιση αλλά και ανησυχία: έφταναν στ’ αυτιά μας μακρυνοί πυροβολισμοί. Πλανιόταν κιόλας ένα καινούργιο κακό στο αέρα: αυτό της εμφύλιας διαμάχης… Εγώ ήμουνα πολύ μικρή, για να προσέξω ή να θυμάμαι οτιδήποτε άλλο. Οι πολλές αγκαλιές των γονιών και των συγγενών μου με γέμιζαν χαρά και οι στερήσεις στο φαγητό δεν μ’ ένοιαζαν καθόλου: μπορούσα να φάω ο,τιδήποτε! Σε λίγο καιρό από την απελευθέρωση γεννήθηκε και η κόρη του θείου Κώστα και της θείας Ουρανίας, η Βάνα. Έχει το το όνομα της γιαγιάς μας από τους πατεράδες μας, της Παρασκευής. Το “Παρασκευή” μετατράπηκε σε “Βάνα”, επί το κομψότερον και το αστικότερον. Το δικό μου όνομα –Αλεξάνδρα– ήταν το όνομα μιας αποθανούσης σε εφηβική ηλικία αδελφής του πατέρα μου. Το όνομα αυτό, πολύ σύντομα, μου το μετάλλαξαν σε “Τέτα” (άγνωστο γιατί) πράγμα που, στην ενήλικη ζωή μου, δεν με πολυευχαριστούσε, και, ευκαιρίας δοθείσης, το επανέφερα στην αρχική του κατάσταση. (Η λέξη “τέτα” στα Ιταλικά και τα Ισπανικά σημαίνει “μαστός” αλλά σε πιο … χυδαία απόδοση!) Δεν θυμάμαι πού περάσαμε τα Δεκεμβριανά: ίσως στα Εξάρχεια, στο σπίτι του θείου Γιάννη, ίσως στην Ασκληπιού, στο σπίτι της θείας Ουρανίας. Το μόνο που θυμάμαι, από αυτοπροσωπωσ
™9
τις διηγήσεις των γονιών μου βέβαια, είναι πως ο πατέρας παρακάλεσε τότε κάποιον απόστρατο στρατηγό, τραυματία πολέμου (είχε και γυάλινο το ένα μάτι), ιδιοκτήτη μιας μικρής πολυκατοικίας στο Κολωνάκι, στην οδό Ιατρίδου 1 (απέναντι από αυτό που έγινε αργότερα το σπίτι της Μελίνας Μερκούρη) και αυτός ο στρατηγός μας παραχώρησε ένα ημιϋπόγειο δυάρι, έναντι ελάχιστου ενοικίου. Εκεί εγκατασταθήκαμε, οι γονείς μου και εγώ, που ήμουνα πια πέντε χρονών. Το δυάρι αυτό έμελλε να μας στεγάσει ως το 1953. Και έγραψε σελίδες πολύ ζωντανές στη μνήμη μου και στη ζωή μου.
10™ αλεξανδρα ζαχαρη – καμπουροπουλου
Η οδός Ιατρίδου και η Μαρία
Ε
κτός του γεγονότος ότι η κατοικία μας βρισκόταν σε εξαιρετική περιοχή από άποψη γειτονιάς και περιβάλλοντος, ήταν τότε και εξαιρετικός παιδότοπος! Χωματόδρομοι ένα γύρω (εκτός από την Δεινοκράτους), αυτοκίνητο μηδέν, ο Λυκαβηττός σε απόσταση αναπνοής, πιτσιρίκια ένα σωρό! Βέβαια στο δυάρι μας οι ανέσεις ήταν ανύπαρκτες: καλοριφέρ υπήρχε αλλά ποτέ δεν λειτούργησε (ψοφούσαμε στο κρύο!) Θερμοσίφωνας φυσικά δεν υπήρχε ούτε αυτός: ζεσταίναμε νερό για να πλυθούμε (στο κατά τα άλλα πλήρες μπάνιο). Υπήρχε όμως ηλεκτρική κουζίνα και ένα ψυγείο πάγου. Πλανόδιοι μικροπωλητές περνούσαν συνέχεια στην περιοχή και πουλούσαν από χερούλια για ομπρέλες μέχρι ξύδι και βότανα. Πολλές γάτες σεργιανούσαν ανενόχλητες (όσο τα αγοράκια της ολόγυρα πιτσιρικαρίας δεν τις κυνηγούσανε, για να τις δούνε να το σκάνε με άγρια νιαουρίσματα). Το δυάρι αυτό είχε και μια άλλη ιστορία: όπως μάθαμε, στην Κατοχή το είχανε επιτάξει και μένανε εκεί Γερμανοί. Καθόλου ασυνήθιστο. Το ασυνήθιστο είναι άλλο: στο τρίτο και τελευταίο πάτωμα της μικρής πολυκατοικίας (ένα οροφοδιαμέρισμα πέντε δωματίων) έμενε (και συνέχισε να κατοικεί μέχρι το θάνατό του, αρχές της δεκαετίας του ’70) ο Ιωάννης Πελτέκης, αρχηγός της λεγόμενης “χρυσής αντίστασης”. Δηλαδή μάλλον αρχικατάσκοπος των Άγγλων, διαχειριστής χρηματικών ποσών για τις ανάγκες της αντίστασης κατά των Γερμανών. Αυτός ο άφοβος άνθρωπος έκρυβε ασυρμάτους στο …μπάνιο του, ενώ στο υπόγειο μένανε Γερμανοί! Ο ίδιος αυτός άνθρωπος έμελλε να είναι ο θείος της πιο στενής μου φίλης (μέχρι που φύγαμε από την αυτοπροσωπωσ
™11
γειτονιά, το 1953), της Μαρίας Βελίνη, κόρης της αδελφής του Πελτέκη, της Δανάης Βελίνη. Η Δανάη και η Μαρία Βελίνη ήρθαν να μείνουν στο σπίτι του Πελτέκη, μετά τον χωρισμό της Δανάης από τον συμβολαιογράφο Βελίνη, τον σύζυγό της. (Δεν νομίζω ότι υπήρξε διαζύγιο). Κι’ εγώ απόκτησα μια αγαπημένη φίλη, ενώ μέχρι τότε όλα τα άμεσα γειτονόπουλα ήταν αγόρια, που με ταλαιπωρούσανε: “Δεν γίνεται ν’ ανέβεις στο Λυκαβηττό χωρίς να φας τούμπα ;” ή “Τα κορίτσια δεν αξίζουνε τίποτα. Ούτε μπάλα δεν παίζεις της προκοπής!” Δεν θα ξεχάσω την πρώτη μέρα που γνωριστήκαμε με τη Μαρία. Φαίνεται πως η μητέρα της της είπε ότι στο υπόγειο μένει ένα κοριτσάκι της ηλικίας της και εκείνη κατέβηκε τις σκάλες, χτύπησε το κουδούνι μας και όταν άνοιξα, έκανε μια υπόκλιση καλοαναθρεμένης δεσποινίδας και η φιλία μας ξεκίνησε. Η Μαρία είχε όλα τα παιχνίδια, που μπορούσε να ονειρευτεί ένα κοριτσάκι: κούκλες που μιλούσανε, σερβιτσάκια για το τραπέζι της κούκλας, κουζίνα για την κούκλα και άλλα πολλά. Εγώ δεν είχα σχεδόν τίποτε. (Γι’ αυτό όταν, πολύ αργότερα, αρραβωνιάστηκα τον άντρα μου, τον παρακάλεσα να μου κάνει δώρο μια μικρή κοκκάλινη κούκλα, έτσι σαν φετίχ!) Η φίλη μου η Μαρία ήταν μεγαλόσωμη για την ηλικία της και έμελλε να γίνει πολύ ψηλή: 1, 75 περίπου. Και αρκετά σωματώδης. Ο θείος και η μητέρα της Μαρίας την πήγανε μάλιστα στην Ελβετία, λίγο αργότερα, για να βεβαιωθούν ότι η ανάπτυξή της δεν θα οδηγήσει σε “γιγαντισμό”. Στην Ελβετία, ευτυχώς τους καθησύχασαν πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Τέτοια ανάπτυξη ήταν η εξαίρεση για τα συνομήλικά μου κορίτσια εκείνης της εποχής (που φυσικά δεν είχανε φάει ούτε αρκετό κρέας ούτε αρκετή ζάχαρη). Το ύψος και η σωματική διάπλαση της Μαρίας όμως δεν έπαιξε κανέναν απολύτως ρόλο στη φιλία μας: αγαπιόμαστε ειλικρινά και γίναμε αχώριστες φίλες για πολλά χρόνια. Ούτε το διαφορετικό κοινωνικό επίπεδο έπαιξε ποτέ (ούτε τότε ούτε 12™ αλεξανδρα ζαχαρη – καμπουροπουλου
αργότερα) κανένα ρόλο. Όσο για τα παιχνίδια μας: πάσης φύσεως! Από το παιχνίδι της “χήνας” (ένα επιτραπέζιο με ζάρια και πιόνια)έως διάφορα “θεατρικά” με τις κούκλες αλλά και αργότερα Monopoly. Σκαρώναμε όμως και θεατρικές παραστάσεις, με κείμενα δικά μας και τραγουδούσαμε παραφράσεις ελαφρών τραγουδιών της εποχής (όπως το γαλλικό “c’ est si bon”, που το κάναμε “c’ est si βρώμ’” ). Η μητέρα μου (βαθειά θρησκευόμενη γυναίκα) μας πήγαινε τακτικά, εμένα και τη Μαρία, στην εκκλησία της Μονής Πετράκη. Η μητέρα της Μαρίας με χαρά έδινε την συγκατάθεσή της, αν και νομίζω ότι εκείνη δεν θρησκευότανε. Ήθελε όμως –σίγουρα– η φιλία των δύο κοριτσιών να είναι ανεπηρέαστη από τις όποιες πεποιθήσεις των μεγάλων.
αυτοπροσωπωσ
™13
Η οικογένεια της Μαρίας και η οικογένεια Ζακυθηνού
Η
μητέρα της Μαρίας, η Δανάη Βελίνη, ήταν θυμάμαι η εικόνα της ραφινάτης δέσποινας: μακρυά, σκούρα μαλλιά, πιασμένα πάντα σε κότσο, σχεδόν πάντοτε άβαφτη, με μυωπικά γυαλιά (μυωπία που κληρονόμησε και η Μαρία) λεπτή και ψηλή, προφέροντας πάντα το “ρο” όπως οι Γάλλοι (πράγμα που το είχε και οι μητέρα μου εκ γενετής, όπως και δυο τρεις συγγενείς της). Πίνακας, που απεικόνιζε την Δανάη Βελίνη με τη μικρή τότε Μαρία(κατάξανθη), να κρατάει ένα μήλο, ζωγραφισμένος από τον Γιάννη Μόραλη, δέσποζε στο χωλ του διαμερίσματος της Ιατρίδου 1. Πρόσφατα, σε μια έκθεση ζωγραφικής με τίτλο “Η Ελληνίδα μάνα”, έκθεση που προέβαλε και η τηλεόραση, είδα και αυτόν τον πίνακα του Μόραλη. Μπορεί κανείς να τον βρει και στο Internet. (Αυτό έκανα και εγώ). Η Δανάη Βελίνη μιλούσε άψογα γαλλικά και γερμανικά και είχε για πολλά χρόνια, όπως μου είπε, μελετήσει βιολί. Η συμπεριφορά της ήταν τόσο απλή και ευγενική και το διαμέρισμα απέπνεε μια τέτοια γνήσια αρχοντιά –εννοώ παιδείας και ανατροφής– που ακόμα θυμάμαι πόσο πολύ ήθελα να βρίσκομαι εκεί. Την γλυκειά, αθώα και γεμάτη καλωσύνη μάνα μου την συμπαθούσε η Δανάη Βελίνη πάρα πολύ και ποτέ, μα ποτέ, δεν έδειξε απέναντί της την παραμικρή έπαρση. Αντίθετα! (Τέτοια ήταν τότε η αγωγή κάποιων ανθρώπων. ) Η ανώτερη τάξη τότε (αριστοκράτες, διανοούμενοι κλπ. ) συνήθιζε κάποιες γλωσσικές “εξτραβαγκάντσες”. Π.χ. λέγεται ότι ο Δημήτρης Χορν ανακάτευε λόγιες λέξεις με εκφράσεις της “πιάτσας” όπως: “Τι σουξέ ήταν αυτό Βαγγελίστρα μου!”. Η φίλη μου η Μαρία φώναζε τη γιαγιά της
14™ αλεξανδρα ζαχαρη – καμπουροπουλου
“γιάγιου” και μια φίλη της κυρίας Βελίνη αποκαλούσε τη Δανάη Βελίνη “Ντάνω”. Συνηθιζόταν σ’ αυτούς τους κύκλους και η λέξη “απόεμα” αντί για “απόγευμα”. Τον Ιωάννη Πελτέκη, τον θείο της Μαρίας (που η φίλη μου τον φώναζε “Γιώτα Πί”, από τα αρχικά του ονόματός του) δεν τον έβλεπα πολύ, όταν ήμουν στο σπίτι της. Όταν όμως τύχαινε να τον συναντήσω, δείλιαζα λιγάκι, όχι τόσο εξ αιτίας της φήμης του (δεν είχα τότε ιδέα για τη δράση του στην Κατοχή), όσο γιατί ο άνθρωπος αυτός είχε μια τέτοια αύρα δύναμης και θάρρους χωρίς να κάνει τίποτε, που με φόβιζε λίγο (εντελώς αδικαιολόγητα, γιατί, πάρα πολλά χρόνια αργότερα, όταν με τον άντρα μου τον συναντήσαμε και φάγαμε μαζί, μου είπε τόσα καλά λόγια, που συγκινήθηκα. ) Ο Ιωάννης Πελτέκης, εκτός από εξαιρετικά θαρραλέος άνθρωπος, ήταν φαίνεται και μέγας εραστής των γυναικών της τότε καλής κοινωνίας. Από το παράθυρό μας, στο ημιϋπόγειο, βλέπαμε συχνά κομψές, αρωματισμένες υπάρξεις να έρχονται στην πολυκατοικία, ενώ είχαν ήδη βγει έξω η αδελφή και η ανηψιά του. Για την… δράση του αυτή άλλωστε μας μίλησε –χωρίς ονόματα φυσικά– και ο ίδιος, όταν ξανασυναντηθήκαμε όπως είπα καμιά εικοσιπενταριά χρόνια μετά! Ένα πρόσωπο όμως στο διαμέρισμα της οικογένειας της Μαρίας, που με έκανε κυριολεκτικά να φοβάμαι (πάλι χωρίς να υπάρχει κανένας απολύτως λόγος) ήταν η γιαγιά της από την μητέρα και το θείο της. Ξεχνώ το μικρό της όνομα (η φίλη μου την φώναζε, όπως είπα, “γιάγιου”). Η φήμη της γηραιάς κυρίας την έφερε ερωμένη του Κάιζερ στα νιάτα της! Και τείνω να το πιστέψω, γιατί αυτή η ευθυτενής γραία με το μπαστούνι (λόγω ημιπληγίας), με τα μάτια που άστραφταν, το αγέλαστο πρόσωπο (ίσως πάλι λόγω ημιπληγίας) και τα υπέροχα, “διπλής όψεως” μακρυά μαλλιά (λέω “διπλής όψεως”γιατί η επιφάνειά τους ήταν ασημένια και από κάτω το χρώμα τους ήταν ανοιχτοκάστανο), μόλις έμπαινε αυτοπροσωπωσ
™15
στο δωμάτιο που παίζαμε με τη φίλη μου (πολύ σπάνια), νόμιζες ότι έμπαινε η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας! Ενδεικτικό του χαρακτήρα μάνας και γυιού ήταν αυτό που μου διηγήθηκε αργότερα (στα χρόνια της εφηβείας μας) η Μαρία: ότι δηλαδή ο Ιωάννης Πελτέκης ήταν τόσο ζωηρός και ατίθασος, που η μάνα του τον έδενε σ’ ένα δέντρο για να τον κάνει ζάφτι! Ο Πελτέκης δοκίμασε, όπως έμαθα, να πολιτευτεί δυό φορές μετά τον πόλεμο (με κεντρώα κόμματα) αλλά απέτυχε να εκλεγεί. Στην μετά από 25 χρόνιασυνάντησή μου μαζί του, εξομολογήθηκε, παραπατώντας κάπως από το ουΐσκυ: ”Δύο πράγματα φοβήθηκα στη ζωή μου: την κοινωνία και τη Φρειδερίκη!” Στο διαμέρισμα της Μαρίας (όταν ήμαστε 7-8 χρονών) ήρθε μια μέρα για επίσκεψη, ενώ ήμουν και εγώ εκεί, ένα πολύ όμορφο και καλοαναθρεμένο κοριτσάκι, που –όπως θυμάμαι –είπε ότι θα πήγαινε στο κομμωτήριο “Άγγελος” να κόψει τα μαλλιά της, την ίδια εκείνη μέρα. Το κοριτσάκι αυτό λεγόταν Σοφία Κανελλοπούλου (της οικογένειας που είχε το γνωστό κτήμα στη Βάρη Αττικής) και έγινε αργότερα η πασίγνωστη γλύπτρια Σοφία Βάρη, σύζυγος του Φερνάντο Μποτέρο, επίσης γλύπτη. Στο άλλο οροφοδιαμέρισμα πέντε δωματίων του δευτέρου ορόφου (κάτω από της φίλης μου) ζούσε ο Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Διονύσιος Ζακυθηνός (ο οποίος ως γνωστόν υπήρξε και δάσκαλος της Ελένης Αρβελέρ). Ο Ζακυθηνός ζούσε εκεί με τη γυναίκα του και το γυιό του Αλέξη (τον μετέπειτα πρόωρα αποθανόντα διπλωμάτη, για ένα διάστημα πρέσβη της Ελλάδας στη Βραζιλία και πολύ αξιόλογο ποιητή και διανοούμενο γενικώς, αρκετά καλό δε πιανίστα). Τραγούδια του συνθέτη Γιάννη Ανδρέου Παπαϊωάννου, σε ποίηση Αλέξη Ζακυθη-
16™ αλεξανδρα ζαχαρη – καμπουροπουλου
νού, τραγούδησα και ηχογραφήσαμε σε δίσκο μαζί με τους: Βύρωνα Φιδετζή (βιολοντσέλο), Νίνα Πατρικίδου (βιολί), Στάθη Κιοσόγλου (κλαρινέττο) και Ντιάνα Βρανούση (πιάνο). Ο Αλέξης Ζακυθηνός πρέπει να με περνούσε έξη χρόνια περίπου. Η οικογένεια Ζακυθηνού αποτελούσε –ας μου επιτραπεί– η έκφραση μεγάλη “ατραξιόν” για τη γειτονιά. Η κυρία Ζακυθηνού, μια μεγαλόσωμη γυναίκα, πολύ καλλιεργημένη (ζωγράφιζε, ήξερε πιάνο και γλώσσες) ωστόσο αρκετά… γραφική ενδυματολογικά και όχι μόνον. Οι καυγάδες της με τον σύζυγο ακούγονταν ως έξω, αλλά και οι εκρήξεις της θυμού προς τα αγοράκια της γειτονιάς, τα οποία χαρακτήριζε “εγκληματίες”, γιατί νόμιζε ότι βασάνιζαν τα αδέσποτα γατιά, ενώ, είμαι σε θέση να βεβαιώσω, ότι τα κυνηγούσανε μανιωδώς, μόνο γιατί τους άρεσε να βλέπουν το αστραπιαίο φευγιό τους! Το μεγάλο θεατρικό “χάπενινγκ” της κυρίας Ζακυθηνού όμως έλαβε χώρα όταν ο Αλέξης ήταν 14 χρονών νομίζω και εγώ θα ήμουνα οκτώ. Ήταν κατακαλόκαιρο, θυμάμαι, και φαίνεται ότι ο Αλέξης είχε πάει για μπάνιο με την παρέα του, φυσικά με την συγκοινωνία. Ήρθε το μεσημέρι, η ώρα προχωρούσε και ο Αλέξης πουθενά. Πήγε η ώρα επτά και απών ακόμα ο Αλέξης. Τότε η κυρία Ζακυθηνού, με τη ρόμπα και κρατώντας αγκαλιά τα περισσότερα ρούχα του γυιού της, κατέβηκε τις σκάλες της πολυκατοικίας, βγήκε μεγαλόπρεπα στο δρόμο, στην Ιατρίδου (χωματόδρομος τότε, μήν το ξεχνάμε!) και εις επήκοον όλων των γειτόνων (που είχανε βγει στα παράθυρα, να μη χάσουνε το θέαμα) ανέκραξε φωνήν μεγάλην, ως η τραγωδός Παξινού: “Αλέξη μου, θα σ’ εκδικήσω!” (sic). Τώρα τι σήμαινε αυτό το “θα σ’ εκδικήσω”, δεν μπόρεσα να καταλάβω. Προφανώς θα πίστευε ότι ο γυιός της μπορεί να είχε κάποιο ατύχημα Αλλά αυτή η φράση ακόμα και σήμερα μου ηχεί λίγο
αυτοπροσωπωσ
™17
σουρρεαλιστική! Τέλος πάντων, αφικνείται με το σούρουπο ο Αλέξης (που μάλλον θα καθυστέρησε με την παρέα του). Τότε η τραγωδός μάνα αφήνει να πέσουν μες στη μέση της Ιατρίδου (χωματόδρομου)όλα τα ρούχα του εξαφανισθέντος υιού και κράζουσα πάλι φωνήν μεγάλην (ανακούφισης) τον εναγκαλίζεται περιπαθώς, υπό τα όμματα καμιάς τριανταριάς περιοίκων, που απολάμβαναν το αναπάντεχο θεατρικό “event”!
18™ αλεξανδρα ζαχαρη – καμπουροπουλου
Oι λοιποί γείτονες και εμείς
Ά
λλο ένα σπίτι στην οδό Ιατρίδου ήταν αυτό στη γωνία Ιατρίδου και Δημοχάρους. Εκεί έμενε η οικογένεια του δερματολόγου γιατρού Αναστάσιου Κοκκινόπουλου (που, όντας κομμουνιστής, εἰχε πάει και εξορία μαζί με τον Πασαλίδη). Ο Κοκκινόπουλος διατηρούσε δερματολογικό ιατρείο στο κέντρο της Αθήνας και είχε σύζυγο και τρία παιδιά, όλα αγόρια: τον Ηλία (που με περνούσε ένα χρόνο), τον Βασίλη (που τον περνούσα ένα χρόνο) και τον μικρό Ιπποκράτη (που τον περνούσα τεσσεράμισυ χρόνια). O κύριος Κοκκινόπουλος είχε σπουδάσει στη Γαλλία και ήταν πολύ ευγενής και καλλιεργημένος. Θυμάμαι που τραγουδούσε στα παιδιά του τη “Φλαμουριά” του Σούμπερτ (το γνωστό “Lindenbaum”). Περαιτέρω συνέπειες, εκτός από την εξορία, δεν είχε, νομίζω, στη ζωή του εξ αιτίας των πεποιθήσεών του (απ’ όσο μπορώ να ξέρω). Η κυρία Πόπη Κοκκινοπούλου ήταν μια χαριτωμένη, αεικίνητη και αξιοθαύμαστη γυναίκα. Αιγυπτιώτισα την καταγωγή (και πολύ καλομαθημένη στα νιάτα της)προσαρμόστηκε τέλεια στο ζόρι της καθημερινότητάς της: ένα μεγάλο σπίτι (που το έβγαζε πέρα όλο μόνη της), τρία ζωηρότατα αγόρια, και η βοήθεια στο ιατρείο του συζύγου. Η μητέρα μου την έλεγε “βερβερίτσα” (ένα μικρό, αεικίνητο ζωάκι). Με τα τρία Κοκκινοπουλάκια έπαιζα συχνά, αλλά ήταν λίγο δύσκολο να τα βρούμε, γιατί τα αγορίστικα παιχνίδια δεν μου πολυπήγαιναν. Έτρωγα δε και αρκετή καζούρα από τα τρία αγόρια. Όταν ήρθε η Μαρία στη γειτονιά, σπάνια πια έπαιζα μαζί τους. Έμαθα πολύ αργότερα ότι ο Ηλίας έγινε χειρουργός και ο Βασίλης τέλειωσε Πολυτεχνείο. (Δεν θυμάμαι το επάγγελμα του Ιπποκράτη). αυτοπροσωπωσ
™19
Ο ιδιοκτήτης της πολυκατοικίας, όπου έμενα, ήταν όπως προανέφερα απόστρατος στρατηγός, τραυματίας πολέμου, με γυάλινο το ένα μάτι. Μανιάτης την καταγωγή. Λεγότανε Χουσάκος. Είχε σύζυγο και μια όμορφη μοναχοκόρη, τη Μιράντα, περίπου 6-7 χρόνια μεγαλύτερή μου. Η κόρη του πήγαινε στο Β΄ Γυμνάσιο Θηλέων, δίπλα στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία. Όταν η Μιράντα τελείωσε το σχολείο και “και ήλθε εις ηλικίαν γάμου”, την ζήτησε ένας τύπος που δήλωσε “Έληνας επιχειρηματίας με έδρα την Κεϋλάνη” (σήμερα Σρι –Λάνκα). Ερχόταν και την έπαιρνε πάντα με ταξί (τα ιδιωτικά αυτοκίνητα ακόμη ανύπαρκτα), την πήγαινε στα καλύτερα κέντρα εκείνης της εποχής και γενικά εμφανιζόταν να μπορεί να προσφέρει στη Μιράντα τη μεγάλη ζωή! Βέβαια, η κοπέλλα μετά το γάμο, θα πήγαινε να ζήσει μαζί του στην (τότε) Κεϋλάνη. Ο πατέρας της έδωσε την συγκατάθεσή του (παρά τις αντίθετες, λογικές συμβουλές του πατέρα μου), ο οποίος του είχε πει επί λέξει: “Έχεις μια μοναχοκόρη, νέα, όμορφη, με μια πολυκατοικία στο Κολωνάκι για προίκα και θα την στείλεις στην άλλη άκρη του κόσμου; Για ποιο λόγο;” Και ο στρατηγός Χουσάκος του απάντησε τότε: “Όπως ίσως θα καταλαβαίνετε, κύριε Ζαχαρή, το πάν σήμερα είναι το χρήμα. Και ο γαμπρός αυτός φαίνεται να τον φυσάει τον παρά!” Ευφυέστατο… Για να αποδειχθεί, μετά τον γάμο και την εγκατάσταση των νεονύμφων στο εξωτικό νησί, ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά φούμαρα! Ο Χουσάκος αναγκάστηκε να πάει στην (τότε) Κεϋλάνη αυτοπροσώπως και να πιέσει για το διαζύγιο της κόρης του. (Αργότερα έμαθα ότι η όμορφη Μιράντα ξαναπαντρεύτηκε και έκανε παιδιά. Δεν ξέρω άν ζει ακόμη). ISBN 978-960-564-024-8 Xάρις στον Χουσάκο (που μας παραχώρησε με πάμφθηνο ενοίκιο το ημιϋπόγειο Εδυάρι) στεγαστήκαμε στην Αθήνα Κ∆ΟΣΕΙΣ ο σ ε λ ότ ο ς εκείνα τα δύσκολα χρόνια και κάπως ησυχάσαμε. Είχε έρθει και η κρεββατοκάμαρα της μαμάς και το πιάνο της. Ζούσαμε στριμωγμένα αλλά με ασφάλεια, σε ήσυχη γειτονιά. Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ. : 210 6431108 E-MAIL: ekdoseis.ocelotos@gmail.com Δηλαδή “ζούσαμε” εγώ και η μητέρα μου, γιατί ο πατέρας www. ocelotos. gr
20™ αλεξανδρα ζαχαρη – καμπουροπουλου
έφυγε πάλι για τα διάφορα μέτωπα του εμφυλίου (αλλά και μετά το τέλος του, σε διάφορα πόστα) μια και ήτανε μόνιμος αξιωματικός. Μόνο με σύντομες άδειες ερχότανε να μας δεί! Όλες τις έγνοιες για μένα, τις αρρώστιες μου, τις οικονομικές δυσκολίες, την μοναξιά και το κλείσιμο στο σπίτι (μιάς και δεν είχε πού να μ’ αφήσει), τα πέρασε η μάνα μου αγόγγυστα και με αφοσιωμένη εγκαρτέρηση. Πολλές φορές, όταν αναπολώ την τότε ζωή μας, νομίζω ότι θα με πνίξουν οι τύψεις, για την κατάσταση στην οποία έφερα τη μητέρα μου (άθελά μου, βέβαια). Η γειτονιά μας, τώρα που το σκέφτομαι, στην Ιατρίδου ήταν πανσπερμία πολιτικών πεποιθήσεων: ακροδεξιός– μάλλον ο ιδιοκτήτης Χουσάκος, φιλελεύθερων πεποιθήσεων ο πατέρας μου και η μαμά, αγγλόφιλος αλλά και λίαν προοδευτικός ο Πελτέκης, κομμουνιστής ο γιατρός Κοκκινόπουλος! Όλοι αυτοί διαβιούσαν εκεί μια χαρά και δεν θυμάμαι ποτέ να έγιναν, με οποιαδήποτε αφορμή, πολιτικοί καυγάδες. Ούτε κάν οποιοιδήποτε υπαινιγμοί! Στην αγοροπαρέα της γειτονιάς συμμετείχε (ως “αντεπιστέλλον μέλος”) και ένα αγοράκι, συνομήλικο μάλλον του Ιπποκράτη Κοκκινόπουλου. Το αγοράκι, που έμενε στην οδό Δημοχάρους, είχε Γαλλίδα μητέρα και τον έλεγαν Jean –Claude. Οι λοιποί πιτσιρικάδες όμως εύρισκαν δύσκολο το όνομά του (ίσως και να το σνομπάριζαν, ως ξενικό) και τον φώναζαν “Τσικλώρη”! Αυτό το ζωηρό και συμπαθητικό αγόρι είναι τώρα ο κύριος Γιάννης Πολύζος, καθηγητής του ΕΜΠ και ο διευθύνων το εργαστήριο Αστικού Περιβάλλοντος στο Πολυτεχνείο.
αυτοπροσωπωσ
™21