Skip to main content

Το κονσέρτο του Αρανχουέθ

Page 1

Κώστας Ρόιχ Κώστας Ρόιχ το το κονσέρτο κονσέρτο του του

Αρανχουέθ

Μιαμικρή μικρήκαι καιανόητη ανόητηιστορία ιστορία Μια

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ

ο σ ε λ ότ ο ς


Τιτλος Συγγραφέας Σειρα Copyright© 2012 Διόρθωση Πρώτη Εκδοση ISBN

Το Κονσέρτο του Αρανχουέθ Κώστας Ρόιχ Ελληνική Λογοτεχνία [1358]031205 Κώστας Ρόιχ Όλγα Παλαμήδη Αθήνα, Απρίλιος 2012 978-960-9607-45-2

Η επιμέλεια της έκδοσης έγινε από τις εκδόσεις οσελότος

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ο σ ε λ ότ ο ς

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα Τηλ. : 210 6431108 ekdoseis.ocelotos@gmail.com, ocelotos@otenet.gr www. ocelotos. gr

e-mail:


Σ’ εκείνους κι εκείνες που μοιραστήκαμε ένα χαμόγελο, ένα δάκρυ, ένα όνειρο, ένα τσιγάρο ή ένα ποτήρι μπίρας. Όχι γιατί δεν είχαμε άλλη επιλογή, αλλά, επειδή νιώσαμε πως έτσι ήταν το σωστό.


Πρόλογος

Λ

ένε ότι η ζωή του συγγραφέα πρέπει να έχει πιο ενδιαφέρον απ’ ό,τι τα βιβλία του. Στη δική μου περίπτωση, η ζωή μου αυτή τη στιγμή θα έλεγα ότι μοιάζει με αγώνα μπάντμιντον. Αδιάφορη και βαρετή δηλαδή. Εντάξει, δεν με παίρνει από κάτω, ούτως ή άλλως στη Φέικταουν λίγο πολύ το ίδιο βαρετές και παντελώς αδιάφορες ζωές περνάμε όλοι. Ο χρόνος κυλάει αμείλικτος και πριν προλάβεις να καταλάβεις τον σκοπό της ύπαρξής σου, δεν υπάρχεις πια. Το περίεργο με τους ανθρώπους της Φέικταουν είναι η πεποίθηση που έχουν ότι είναι σπουδαίοι και τρανοί – ενώ στην πραγματικότητα είναι τόσο σπουδαίοι όσο η γάτα του γείτονα που νιαουρίζει αυτή τη στιγμή και μου σπάει τα νεύρα. Σε κάθε γωνιά της πόλης θα βρεις φαντασμένους μαλάκες, κάθε λογής ηλικίας, που πιστεύουν ότι αυτή η ιπτάμενη σφαίρα που αποκαλούμε «γη», τους ανήκει. Δεν τους αδικώ όμως και πολύ. Όλοι οι άνθρωποι θεωρούν τον εαυτό τους σπουδαίο. Και εγώ κάποτε ένιωσα έτσι για την αφεντιά μου, πριν από μερικά χρόνια. Το θέμα είναι να μπορείς να αποδράς από τις ψευδαισθήσεις. Όσον αφορά τα βιβλία μου, εάν κρίνω από τις μηδενικές πωλήσεις, καθώς και από τις εξαιρετικές κριτικές που δέχτηκαν κατά καιρούς από τους ειδήμονες της λογοτεχνίας, τότε οι χαρακτηρισμοί: «βαρετά», «ανιαρά», «κουραστικά», θα πρέπει να έχουν ελάσσονα σημασία μπροστά τους. Θυμάμαι σε μια παρουσίαση ενός βιβλίου μου σ’ ένα

Το Κονσέρτο του Αρανχουέθ ™5


κεντρικό βιβλιοπωλείο της Φέικταουν, μια ευτραφής κυρία με γυαλιά μ’ είχε πλησιάσει και μου εξομολογήθηκε πως ήμουν ο αγαπημένος της συγγραφέας. Ήταν γύρω στα σαράντα πέντε, τα μαλλιά της απεριποίητα, πιασμένα κότσο, και φορούσε μια κελεμπία, που θα μπορούσε να καλύψει επτά νάνους εκεί μέσα... ίσως και τη Χιονάτη. Μου είπε πως το βιβλίο μου Ιπτάμενοι τυφλοπόντικες, με καρέ μαλλιά της είχε αλλάξει τη ζωή προς το καλύτερο. Την ξανακοίταξα πιο προσεχτικά, μπας και μου είχε ξεφύγει κάτι. Μετά, άρχισε να μου λέει πράγματα που δεν μου έκαναν διόλου εντύπωση, όπως ότι δεν είχε γνωρίσει άλλον άντρα στη ζωή της από τη μέρα που την εγκατέλειψε ο πρώτος της έρωτας, καθώς και ότι έπασχε από μια πάθηση του θυρεοειδούς και παρ’ όλο που έτρωγε μια σαλάτα τη μέρα, εξακολουθούσε να βάζει κιλά. Εγώ την άκουγα αμίλητος με βλέμμα γεμάτο κατανόηση, ενώ ταυτόχρονα έριχνα κλεφτές ματιές μπας και πεταγόταν από την κελεμπία κανένας νάνος και το απόγευμά μου αποκτούσε ενδιαφέρον. Έπειτα, μου έδωσε το βιβλίο που μόλις είχε αγοράσει και με παρακάλεσε να της το υπογράψω: «Στη φίλη μου Λίτσα και στην επταμελή παρέα της. Με αγάπη, Μάρκος». Με κοίταξε λίγο περίεργα. Ίσως παρεξήγησε το «Με αγάπη» και πίστεψε ότι της την πέφτω. Έγνεψε συγκαταβατικά και εξαφανίστηκε. Μετά απ’ αυτό το περιστατικό πήρα την απόφαση να μην ξανασχοληθώ με τη συγγραφή. Αποφάσισα να γίνω εκπαιδευτής περιστεριών. Καθώς όμως δεν είχα πολλή πελατεία, γρήγορα άλλαξα επαγγελματική σταδιοδρομία και κατευθύνθηκα στον κλάδο της ιατρικής. Έγινα θεραπευτής τραυματισμένων σαλιγκαριών. Είχα βάλει και σχετική αγγελία στην τοπική εφημερίδα. Καθόμουν στο σπίτι μου και περίμενα την πελατεία πίνο-

6™ Κωστασ ροΪχ


ντας τζιν με στυμμένο λεμόνι. Τότε ήταν που έγινα αλκοολικός. Σε λιγότερο από έναν μήνα ξαναγύρισα στη συγγραφή και άρχισα την ποίηση. Τουλάχιστον με το να γράφω ποιήματα δεν χρειαζόταν ν’ απαντάω στην ερώτηση: «Πόσο είναι το εισόδημά σου;» ή «έχεις καλές συνθήκες εργασίας;», «σου κολλάνε ένσημα;» Άμα δηλώνεις καλλιτέχνης, συγγραφέας ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο, ο κόσμος σε βλέπει με άλλο μάτι. Δεν χρειάζεται να έχεις κάμπριο αμάξι στο γκαράζ σου ή κότερο, ώστε να κερδίσεις τον σεβασμό τους. Πιστεύουν ότι μια μέρα μπορεί να γίνεις διάσημος και κρατάνε μια πισινή προτού σε κράξουν ολωσδιόλου.

• Εντάξει, δεν γεννήθηκα συγγραφέας, ούτε πιστεύω ότι ήμουν προορισμένος να γίνω. Το ταλέντο ποτέ δεν μου περίσσευε. Οι λέξεις πάντα έβγαιναν με δυσκολία. Αλλά τι στο διάολο, κάτι έπρεπε να γίνω! Θυμάμαι στο σχολείο μάς ρωτούσε η δασκάλα τι θέλουμε να γίνουμε όταν θα μεγαλώσουμε. Όλα τα παιδάκια είχαν έτοιμη την απάντηση στο στόμα τους. Οι πιο πολλοί δήλωναν ιατροί, δικηγόροι, αεροπόροι, ποδοσφαιριστές, στρατιωτικοί, χορευτές belly dance κι άλλα γουστόζικα πράγματα. Εγώ δεν ήθελα να γίνω τίποτα. Το είχα δηλώσει μια φορά ενώπιον όλης της τάξης και με κοιτούσαν περίεργα σαν να ήμουν Νεφελίμ. Μετά, απλώς απαντούσα ότι ήμουν ακόμα μικρός για να έχω αποφασίσει και ότι είχα όλο τον χρόνο μπροστά μου ώστε να διαλέξω το κατάλληλο επάγγελμα για μένα. Στην πραγματικότητα δεν έλεγα την αλήθεια υπό τον φόβο ότι θα έρθει μια μέρα εκείνος ο περίεργος τύπος που πουλούσε βιβλία στην τηλεόραση και θα με κλείσει στα έγκατα της γης μαζί με τ’ άλλα ρυπαρά έθνη.

Το Κονσέρτο του Αρανχουέθ ™7


Δεν λέω, προσπάθησα να γίνω ευυπόληπτος πολίτης κάμποσες φορές. Εννοώ να έχω μια πραγματική δουλειά και σταθερό εισόδημα. Τις περισσότερες φορές το έκανα για χάρη της μητέρας μου, η οποία πάντα με παίνευε για τα πνευματικά μου χαρίσματα. Πίστευε ότι ήμουν προορισμένος για μεγάλα πράγματα. Δεν ήθελα να την απογοητεύσω, και έτσι υπήρχαν διαστήματα κατά τα οποία μεταμφιεζόμουν σε ασφαλιστή, διαφημιστή, τουριστικό πράκτορα, πλασιέ, τηλεφωνητή· γρήγορα όμως επανερχόμουν στα φυσιολογικά μου και αποσυρόμουν από τα συγκεκριμένα πόστα. Εντάξει, ξέρω τι θα πείτε τώρα. Ότι είμαι ένας κακομαθημένος τεμπέλης. Και ξέρετε κάτι; To ίδιο πράγμα πιστεύω και εγώ για τον εαυτό μου, αλλά δεν με ενοχλεί διόλου. Ας είναι καλά ο συγχωρεμένος ο παππούς μου, ο οποίος μου άφησε κληρονομιά ένα μικρό κατάστημα στο κέντρο της Φέικταουν και όταν ζορίζουν τα πράγματα, έχω ένα αποκούμπι. Όχι σπουδαία πράγματα δηλαδή, αλλά μου αρκούν για τις βασικές μου ανάγκες. Όσο για τα εισοδήματα που μου φέρνει η ενασχόλησή μου με τη συγγραφή, ούτε λόγος. Το τελευταίο μου βιβλίο έχει πουλήσει είκοσι επτά αντίτυπα σε όλη τη χώρα. Δεν πτοούμαι όμως. Το ξέρω ότι όταν θα πεθάνω θα πουλήσω εκατομμύρια αντίτυπα, θα μεταφραστώ σε είκοσι επτά γλώσσες και θα γίνω ένας σούπερ-ντούπερ συγγραφέας, που θα βρίσκεται σε κάθε σαλόνι δίπλα στον Προυστ, στον Σαίξπηρ, στον Τολστόι και στους άλλους κλασικούς. Μπορεί να με κάνουν και άγαλμα στη Φέικταουν!... Ποιος ξέρει; Θα περνάνε οι μανάδες με τα παιδιά τους και θα λένε: «Να ένα πραγματικά φωτισμένο μυαλό, ένας άνθρωπος με όραμα!» Πλάκα έχει η ζωή... Το ξέρω, φλυαρώ, γι’ αυτό κάπου εδώ πρέπει να

8™ Κωστασ ροΪχ


βάλω ένα τέλος σε αυτόν τον πρόλογο. Θα προχωρήσω στο κυρίως θέμα και έπειτα στον επίλογο, όπως μου έμαθαν να κάνω οι συμπαθέστατοι φιλόλογοί μου. Οχ! Σαν να τους ακούω τώρα: «Μη επαρκής ανάλυση του θέματος», «ελλιπής ανάπτυξη», «γίνε πιο περιγραφικός», «προβληματική δομή». Θα χαρώ πολύ, εάν αυτή τη φορά μού έβαζαν πάνω από τη βάση.

Υ.Γ.: Το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί προϊόν λογοτεχνίας. Προλαβαίνετε ακόμη να επιστρέψετε τούτο το συγγραφικό έκτρωμα στον βιβλιοπώλη σας, στον περίεργο γείτονά σας, στο πρεζάκι του πάρκου, στον κάδο σκουπιδιών, ή τέλος πάντων εκεί που το βρήκατε.

Το Κονσέρτο του Αρανχουέθ ™9


1

Ο

ήλιος ξεπρόβαλε μ’ έπαρση πάνω από τον λόφο και σαν άλλος αρχαίος πολεμιστής, πέταξε τις μακριές καυτές του σάρισες στους δρόμους και στις ακτές της Φέικταουν, χαρίζοντας απλόχερα μια μη υποφερτή θερμότητα, καθώς και ένα χρυσοκίτρινο χρώμα στην πόλη. Ή μάλλον... Το λαμπρότερο σώμα του ουρανού έκανε αισθητή την παρουσία του και ξεκινώντας από τα ανατολικά της πόλης την αργή και συνάμα σταθερή πορεία του, δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο αντίδρασης στα λιγοστά νέφη ώστε να κάμψουν την έξοχη πορεία της ακτινοβολίας του, που φάνταζε σήμερα πιο αποπνιχτική από τις άλλες φορές. Εν πάση περιπτώσει, είχε γαμωζέστη. Κόντευε μεσημέρι όταν με ξύπνησε το τηλέφωνο. «Μάρκο, ακόμα να σηκωθείς;» ούρλιαξε η μάνα μου στο ακουστικό. «Ντύσου και έλα από εδώ. Πρέπει να μιλήσουμε για το μέλλον σου». «Εμμ... Δεν κοιμόμουν, διάβαζα ένα άρθρο στην εφημερίδα σχετικά με την προώθηση πωλήσεων και την ανάπτυξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Σε δέκα λεπτά είμαι εκεί». «Καλά. Μην αργείς και φόρα καπέλο, έχει πολλή ζέστη σήμερα». Έβαλα μια βερμούδα και βρήκα ένα μαύρο μπλουζάκι στο πάτωμα, που είχε τυπωμένο πάνω του μια γυμνή γυναίκα που την έζωναν κάτι μεγάλα φίδια. Ηλίθια μπλούζα. Μου την είχε κάνει δώρο μια γκόμενα που είχα παλιά. Πίστευε ότι είμαι σκληρός τύπος και τα ρέστα και ότι θα μου άρεσαν τέτοιου είδους μπλούζες. Καθώς οι υπόλοιπες ήταν στα άπλυτα, τη φόρεσα και

10™ Κωστασ ροΪχ


πήγα στο μπάνιο. Κατούρησα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Καμιά τριανταριά τρίχες έκαναν την εμφάνισή τους σιγά σιγά πάνω από τα χείλη μου. Στο υπόλοιπο σώμα ήμουν σχεδόν άτριχος. Γαμημένη εφηβεία. Μπήκα στο κατάστημα ένδυσης που διατηρούσε η οικογένειά μου. Μαζί μου μπήκε και ένας τύπος που κρατούσε ομπρέλα. Τι στο διάολο την ήθελε; Αφού την έκλεισε με μια σβέλτη κίνηση, κατευθύνθηκε, χωρίς να μιλήσει, στο μέρος όπου ήταν κρεμασμένες οι ζώνες. Έβαλε τη μύτη του πάνω απ’ αυτές και βάλθηκε να τις μυρίζει. Τις μύριζε με τέτοιο πάθος, που είχα αρχίσει να πιστεύω ότι το επόμενό του βήμα θα ήταν να αρπάξει καμιά ζώνη και να αρχίσει να συνουσιάζεται μαζί της σε καμιά γωνία. Κάποια στιγμή σταμάτησε, πήρε το ύφος του ξερόλα κι είπε: «Δερμάτινες είναι;» «Ναι», αποκρίθηκε η μητέρα μου. Ξανάχωσε τη μουσούδα του ανάμεσα στις ζώνες. Έπειτα, άνοιξε την ομπρέλα του και έγινε καπνός. Περίεργος κόσμος... «Μάρκο, πρέπει να συζητήσουμε για τις σπουδές σου. Ο ξάδερφός σου ο Μάριος σπουδάζει σε ένα ιδιωτικό κολέγιο στη Νόρθταουν». «Μπράβο του. Τι ακριβώς σπουδάζει;» «Δεν ξέρω. Κάτι με οικονομικά έχει σχέση. Έχουμε κάποια λεφτά στην άκρη και σκεφτόμουν να πας κι εσύ εκεί. Τι λες;» «Δεν ξέρω...» «Όλα τα παιδιά της ηλικίας σου φεύγουν για σπουδές. Η κόρη της περιπτερούς πέρασε στη νομική, ο γιος του φούρναρη ιατρική, ο γιος της Σταματούλας θα πάει σ’ ένα ΙΕΚ κομμωτικής».

Το Κονσέρτο του Αρανχουέθ ™11


«Ο γιος της Σταματούλας είναι μια αδερφάρα του κερατά». «Σοβαρέψου επιτέλους, Μάρκο. Είσαι πλέον δεκαοχτώ. Έχεις δύο επιλογές. Ή θα πας για σπουδές ή φεύγεις φαντάρος». «Θα το σκεφτώ». «Δεν έχεις πολλές μέρες για να το σκεφτείς. Οι εγγραφές τελειώνουν στις 15 Σεπτεμβρίου. Είκοσι μέρες μείνανε». «O έρωτας και το αλκοόλ μοιάζουν. Και τα δύο σού «Οκέι». προκαλούν ζάλη. Μια όμορφη όμως ζάλη, που χωρίς Πήρα τον δρόμο για το σπίτι, όταν χτύπησε το τηαυτή δεν θα μπορούσε άνθρωπος να αντεπεξέλθει λέφωνο. Ήταν ο Ντένις. Από παιδιά μαζί μεγαλώσαμε, στη βαναυσότητα της καθημερινότητας. Έχουμε ανάαν και έναν χρόνο μεγαλύτερός μου. Παίζαμε ποδόγκη να ξεφεύγουμε πού και πού· να απογειωνόμαστε σφαιρο στις αλάνες και πάντα με κέρδιζε ο καργιόλης. από τη χώρα του κυνισμού, των προβλημάτων, της Από τότε βέβαια έχουν αλλάξει πολλά πράγματα, με υποκρισίας, και να προσγειωνόμαστε στον πλανήτη πρώτο και βασικότερο τα εκατόν δέκα κιλά που είχαν εκείνο που ονειρευτήκαμε όταν αρχίσαμε να βλέπουτοποθετηθεί με περίσσια χάρη γύρω από τον σκελετό με τις πρώτες μας ταινίες, όταν αρχίσαμε να ακούμε του. τα πρώτα μας τραγούδια, όταν αρχίσαμε να διαβά«Ε, φίλε, τι κάνεις;» είπε. ζουμε τα πρώτα μας ποιήματα. Σε εκείνον τον πλανή«Ζεσταίνομαι. Εσύ;» τη θέλουμε να οδηγηθούμε, και μπορούμε μόνο μέσω «Άκου, με πήρε πριν από λίγο τηλέφωνο η Αφροτου αλκοόλ ή του έρωτα. Για μένα οι έρωτες πέρασαν. δίτη. Έρχεται αύριο η ξαδέρφη της η Νάντια από την Μου έμεινε μόνο το αλκοόλ. Όταν βλέπεις κάποιον Μπίγκταουν. Θα κάτσει μερικές μέρες εδώ και σκέφτονα πίνει, μην τον κακολογείς. Μπορεί απλά να του νται να πάνε αυτό το Σαββατοκύριακο για κατασκήλείπει ο έρωτας», είπε και συνέχισε. «Εδώ είναι η στάνωση στο Χίπι Άιλαντ. Τι λες, το ψήνεις;» ση μου. Πρέπει να κατέβω». «Έχω κάποια πράγματα να διευθετήσω. Δεν ξέρω αν μπορώ να τα καταφέρω. Θα σε πάρω τηλέφωνο αργότερα». Η Αφροδίτη ήταν το νταραβέρι του Ντένι. Τα είχαν φτιάξει εδώ και τρεις μήνες και από τότε τον είχαμε χάσει τον χοντρούλη από την παρέα. Έτρεχε πίσω ISBN από 978-960-9607-45-2 της σαν σκυλάκι, μα το πιο εκνευριστικό απ’ όλα ήταν ΕΚ∆ΟΣΕΙΣ ο σ ε λ ότ ο ς ότι συμφωνούσε πάντα μαζί της σε ό,τι μαλακία κι αν

12™

Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα ΤΗΛ. : 210 6431108 E-MAIL: ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr Κωστασ ροΪχ


έλεγε. Είχαμε βγει ένα βράδυ οι τρεις μας και η κουβέντα πήγε σε ταινίες και ηθοποιούς. Έλεγε η Αφροδίτη: «Πολύ καλή ταινία η Νύχτα που σφύριξε το τρένο». «Ναι, ναι, πολύ καλή», συμπλήρωνε ο Ντένις. «Και καταπληκτικός ηθοποιός ο Τζον Φλέικμπεκ», συνέχιζε αυτή. «Καταπληκτικός, πράγματι», απαντούσε ο Ντένις. «Μα τι έξοχα που χόρευε ο Τζέιμς Κάθρουντ στη Λεγεώνα των καταραμένων». «Έξοχος. Πράγματι, είναι έξοχος χορευτής». Με αηδίαζε η τύπισσα. Είχε βάλει για τα καλά τον Ντένι μέσα στο υπερμέγεθες κιλοτάκι της και τον έσερνε. Η ξαδέρφη της όμως ήταν αστέρι! Για χάρη της θα μπορούσα να ανεχτώ την παρέα της χοντροκώλας Αφροδίτης. Επίσης, για χάρη της θα μπορούσα να κάνω σπαγγάτο στον αέρα, κάμψεις με το ένα χέρι, να φορέσω το βρακί μου ανάποδα και άλλα extreme sports. Την είχα γνωρίσει πριν από κάνα μήνα. Μελαχρινή, ίσια μακριά μαλλιά, πόδια λαμπάδα και μια απίστευτη γλυκιά φατσούλα με δύο πράσινα γατίσια μάτια. Δύο νύχτες μαζί της στην ίδια σκηνή... Έπιασα το λαχείο! Κάθισα μπροστά στον υπολογιστή και βάλθηκα να ψάχνω πληροφορίες για το κολέγιο. Δεν άργησα να βρω το επίσημο site του. Στην αρχική σελίδα ένα μήνυμα με τεράστια γράμματα έλεγε: «I.G.U.S. 22 ΧΡΟΝΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΜΕ ΗΓΕΤΕΣ». Εντυπωσιάστηκα! Σκέφτηκα τον εαυτό μου ηγέτη, στρατηγό, comandante, να καθοδηγώ τα πλήθη καθώς γυμνόστηθες τύπισσες θα μου έκαναν τεμενάδες. Συνέχισα παρακάτω. Μπήκα στις φωτογραφίες από την τελετή αποφοίτησης του περασμένου έτους. Κάτι φλώροι με ψεύτικα χαμόγελα καμάρωναν μπροστά στον φακό κρατώντας το πτυχίο

Το Κονσέρτο του Αρανχουέθ ™13


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Το κονσέρτο του Αρανχουέθ by Εκδόσεις Οσελότος - Issuu