ς
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ο σ ε λ ότ ο ς
ΕΚ∆ΟΣΕΙΣ
ο σ ελότο ς
Τιτλος Tα μήλα είναι από το Καζακστάν
Συγγραφέας Christorfer Robbins Σειρα Ξένη Λογοτεχνία [1358]1111/01
Σχεδιασmοσ Μύρτιλο, Λένα Παντοπούλου
Metaφραση Αιμιλία Σκουφάκη
Επιmελεια εκδοσησ εκδόσεις Oσελότος
Copyright© 2011 Christorfer Robbins
Πρώτη Εκδοση Αθήνα, Νοέμβριος 2011 ISBN 978-960-9607-15-5
Το παρόν βιβλίο τυπώθηκε σε χίλια αντίτυπα, για λογαριασμό της Πρεσβείας του Καζακστάν στην Ελλάδα. Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η κατ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ο σ ε λ ότ ο ς
Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα Τηλ. : +30 210 6431108 e-mail: ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Χάρτης
4
Πρόλογος
7
1.
Τα μήλα είναι από το Καζακστάν
12
2.
Ο γείτονάς μου, ο Τρότσκι
40
3.
Εθνικοί θησαυροί
90
4.
Η πόλη της κοιλάδας και της αφανισμένης θάλασσας
114
5.
Ο εξερευνητής, το σκαθάρι και το νέο χρήμα
147
6.
Έρωτας και θάνατος στο παλιό Σεμιπαλάτινσκ
200
7.
Τομάτες τουρσί από το Γκουλάγκ
241
8.
Η κραυγή των λύκων
270
Επίλογος
327
ΡΩΣΙΑ
Πετρο
Πο τ. Βό λγ α
ς
Ουράλσκ
Ποτ. Ο
υράλη ς
Ακτομπέ
Κ α ζ α Ατιράου
Αστραχάν
Θάλασσα Αράλη
Μπαϊκονούρ
Πο τ. Σ υρ Ν
τάρ ια
Κασπία Θάλασσα
ΟΥΖ
ΜΠΕ
ΚΙΣΤ ΑΝ
Πο τ. Α
ΑΖΕΡΜΠΑΪΤΖΑΝ Μπακού
μο
Χίβα
ΤΟΥΡΚΜΕΝΙΣΤΑΝ
ύΝ
τά ρι
α
Μποχκάρα
Ομσκ
ΡΩΣΙΑ
οπαβλόβσκ
Αστανά
Σεμέι
Τερμιτάου Καραγκαντά
Λ. Τενγκίτς
Μ Ο ΓΓ Ο Λ Ι Α
Παβλοντάρ Πο τ. Ποτ. Ομπ Ιρ τίς
Εκιμπαστούζ
(Σεμιπαλάτινσκ)
Όρ
ηΑ
κ σ ταν
λτά ι
Μπαλχάς Έρημος Μπεν-Πακ-Νταλά
Σινγιάνγκ
Λ. Μπαλχάς
Ποτ . Ιλί
Φαράγγι Τσαρίν
Ποτ . Χο
υ
Τουρκεστάν
Αλματί
Κοκ Τερέκ Ταράζ
ΚΙΝΑ
Μπισκέκ
ΙΣΤΑΝ
Τασκένδη
ΚΥΡΓ
η Όρ
Τιέ
αν νΣ
Στους φίλους μου από το Καζακστάν
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Έ
νας πολύ συνηθισμένος άνθρωπος καθόταν δίπλα μου στην πτήση από Λονδίνο για Μόσχα. Καθώς όμως τον ανακαλώ στη μνήμη μου, συνειδητοποιώ ότι παρά την κοινοτυπία του ήταν εκπληκτικός. Είχε στρογγυλό, κοντόχοντρο πρόσωπο με συνεσταλμένο βλέμμα. Πάνω στο σχεδόν φαλακρό κεφάλι του, ισορροπούσε η θλιβερή κατασκευή μιας τούφας γυρισμένης προσεκτικά, ώστε να καλύπτει τη γυμνή περιοχή. Φορούσε θαμπό καφέ αδιάβροχο από συνθετικό ύφασμα, παντελόνι από πολυεστέρα σ’ έναν πιο ανοιχτό τόνο και κρεμ νάιλον κοντομάνικο πουκάμισο με μια σειρά στιλό διαρκείας στην τσέπη του στήθους. Από τον χαιρετισμό που μουρμούρισε καθώς βολευόμασταν στις θέσεις μας, κατάλαβα ότι ήταν Αμερικανός του νότου. Αρχικά, τον πέρασα για μηχανικό που πήγαινε στη Ρωσία με σκοπό να προσφέρει δυτική τεχνογνωσία σε κανένα σκουριασμένο εργοστάσιο από την εποχή του Σοβιέτ. Όταν όμως μας έφεραν τους δίσκους με το πλαστικό φαγητό και πιάσαμε κουβέντα, έγινε φανερό ότι ο συνταξιδιώτης μου ήταν ένας άνθρωπος με ιστορία. Είχε ήδη πετάξει την ίδια μέρα από την Ατλάντα της Τζόρτζια, αλλά η καταγωγή του, μου είπε, ήταν από το Λιτλ Ροκ του Άρκανσας. «Όλοι γνωρίζουν υποθέτω, ότι είναι η πατρίδα του Μπιλ Κλίντον» είπε γελώντας. «Όσο είναι η τύχη στο πλευρό σου και το ποτάμι χαμηλά, το Λιτλ Ροκ δεν είναι άσχημο μέρος για να ζεις». Η τύχη όπως κατάλαβα λίγο αργότερα, τον εγκατέλειψε. Και το ποτάμι φούσκωσε. Η γυναίκα του αρρώστησε βαριά, παρέμεινε για αρκετό καιρό άρρωστη και στη συνέχεια πέθανε. Οι ιατροφαρμακευτικοί λογαριασμοί τον αφάνισαν. Όμως δεν
8
τα μηλα ειναι απο το καζακσταν
ήταν τα χρέη, αλλά η μοναξιά της θλίψης που τον έφερε πραγματικά στο αμήν. «Θεέ μου, ήμουν τόσο μόνος!» Ο ευγενικός μα εντελώς επαρχιώτης συνεπιβάτης μου από τον νότο σταμάτησε απότομα να μιλά, λες κι ενστικτωδώς κατάλαβε ότι με τέτοιες προσωπικές αποκαλύψεις παραβίαζε έναν από τους άγραφους κανόνες των αεροπορικών ταξιδιών. Μόνο έπειτα από δική μου παρότρυνση αποφάσισε να συνεχίσει την ιστορία του. Ο κόσμος του χάθηκε παρέα με τη σύζυγο και τις οικονομίες του. Η ζωή δεν είχε πια νόημα. «Έπινα αρκετά. Μια μέρα, καθώς περνούσα με τ’ αυτοκίνητο από τον σταθμό λεωφορείων Γκρέιχαουντ, βλέπω έναν άστεγο να σπρώχνει στο δρόμο ένα καλάθι σουπερμάρκετ όπου είχε στριμώξει όλα του τα υπάρχοντα. Και τότε σκέφτηκα ότι οδεύω κι εγώ προς την ίδια κατεύθυνση. Και η σκέψη αυτή με σόκαρε. Δεν ήθελα να καταλήξω άστεγος με τα πράγματά μου σ’ ένα καλάθι για ψώνια». Έτσι δούλεψε και δούλεψε και δούλεψε, όχι σα μηχανικός όπως είχα φανταστεί, αλλά ως ταπεινός εργάτης εργοστασίου. Διπλές βάρδιες. Ολονύχτιες βάρδιες. Βάρδιες Σαββατοκύριακου. «Όλες τις ώρες του καλού Θεού. Πρέπει να το έκανα αυτό πέντε χρόνια. Ξεχρέωσα όλα τα νοσήλια κι άρχισα να βάζω και κάτι στην άκρη. Δεν ξόδευα τίποτε. Μ’ αυτόν τον τρόπο η ζωή μου μπήκε πάλι σε τάξη. Αλλά ξέρεις τι μ’ έσωσε;» Ανασηκώθηκα στο κάθισμά μου. Από βαρεμάρα και ως αντίδοτο για το άγευστο φαγητό, είχα ευχάριστα αφεθεί ν’ ακούω την ιστορία του ξένου. Τώρα όμως, φαινόταν ότι έπρεπε να πληρώσω ακριβά το τίμημα. Θα μου έλεγε με ποιον τρόπο ακριβώς σώθηκε. Αναλογίστηκα με τρόμο τι θα ακολουθούσε. Ο Κύριος, οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί, το Ισλάμ, οι παραδοσιακοί χοροί; «Το Ίντερνετ», ανακοίνωσε απροσδόκητα ο φίλος μου. «Αυτό μ’ έσωσε!» «Το Ίντερνετ;» είπα με κάποια ανακούφιση. «Αμέ! Το Διαδίκτυο. Πρέπει, μα το Θεό, να ξόδευα δέκα ώρες κάθε νύχτα μπροστά στον υπολογιστή. Κάθε νύχτα. Έβγαινε ο ήλιος, κι εγώ εκεί, ακόμη δικτυωμένος». Η προσωρινή μου ανακούφιση εξανεμίστηκε. Είχε έρθει η ώρα να με ζαλίσει με τον απέραντο νυχτερινό ενθουσιασμό του για όλα
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
τα βαρετά του Διαδικτύου, για τα γραμματόσημα, τα πυροβόλα όπλα, τη γενεαλογία, τους αριθμούς των τρένων, τις πεταλούδες, την πορνογραφία. Τί σημασία είχε; Κρατήθηκα στη θέση μου και προετοιμάστηκα για το χειρότερο. «Το συναίσθημα της μοναξιάς δε με άφηνε, όσο σκληρά κι αν δούλευα. Έτσι αποφάσισα να βρω μία σύζυγο. Στο Διαδίκτυο. Και τώρα πάω να τη συναντήσω». Ένα κύμα γνήσιας συμπόνιας με κατέκλυσε και άρχισα να παρατηρώ τον συνταξιδιώτη μου πιο προσεκτικά. Ένας καλός άνθρωπος, χωρίς αμφιβολία, που δεν είχε όμως καμία σχέση με το αμερικανικό όνειρο. Ούτε πλούσιος ούτε ωραίος ούτε καν νέος. Σίγουρα θα κατέστρεφε τις καπιταλιστικές φαντασιώσεις οποιασδήποτε διαδικτυακής μνηστής. Αναρωτήθηκα πόσες οικονομίες να είχε μαζέψει και πόσο καιρό θα έπαιρνε σε μια γλυκιά Ρωσίδα κυνηγό συζύγων να τον απαλλάξει απ’ αυτές. Ο ρομαντικός αυτός αφελής από το Άρκανσας, ήταν ένα μοναχικό περιστέρι έτοιμο να το μαδήσουν. «Και βρήκατε σύζυγο στη Μόσχα;» «Όχι! Εκεί θ’ αλλάξω αεροπλάνο. Πάω στο Καζακστάν!» «Καζακστάν! Θεέ και Κύριε!» «Ναι, μπορείτε να το πιστέψετε;» Κούνησε το κεφάλι του σα να μην μπορούσε να το πιστέψει ούτε ο ίδιος. «Σίγουρα δεν περίμενα να βρω την αγάπη στο Καζακστάν, αλλά το Δίκτυο δε γνωρίζει σύνορα. Δεν έψαχνα νεαρή κοπέλα. Ήθελα μια γυναίκα στην ηλικία μου, με εμπειρία ζωής και δικό της μερίδιο στη δυστυχία». Έβγαλε το πορτοφόλι του και μού ’δειξε μια μικρή έγχρωμη φωτογραφία. «Πριν από δεκαοκτώ μήνες βρήκα τη Λιουντμίλα, μια Ρωσίδα χήρα που ζει στο Αλματί. Από τότε αλληλογραφούμε και μιλάμε στο τηλέφωνο. Μου φαίνεται ότι τη γνωρίζω καλύτερα απ’ οποιονδήποτε στον κόσμο, κι ας μην την έχω συναντήσει ποτέ! Η Λιουντμίλα δεν είναι πολύ σίγουρη για την Αμερική. Θέλει να μείνω μαζί της στο Καζακστάν. Θα περιμένουμε λίγο καιρό να δούμε πώς πάνε τα πράγματα και στη συνέχεια, πρώτα ο Θεός, θα παντρευτούμε». Η Λιουντμίλα φαινόταν καλός άνθρωπος, αλλά κάπως απογοητευμένη από το δικό της μερίδιο στη δυστυχία. Δεν ήταν όμορφη. Είχε όμως πλατύ και τίμιο πρόσωπο και μια αφάνα από ακατάστατα
9
10
τα μηλα ειναι απο το καζακσταν
κόκκινα μαλλιά. Μπορούσα εύκολα να τη φανταστώ στα χέρια του φίλου μου. «Εύχομαι να είστε και οι δύο πολύ ευτυχισμένοι», είπα. «Σας ευχαριστώ», είπε εκείνος, βάζοντας τη φωτογραφία στο πορτοφόλι του. «Γνωρίζετε τίποτε για το Καζακστάν;» «Όχι πολλά, όχι». Σχεδόν τίποτε, θα ήταν πιο ειλικρινής απάντηση. Γνώριζα για τον Τζένγκις Χαν με τις ορδές των Μογγόλων, το Δρόμο του Μεταξιού και τα ατελείωτα χιλιόμετρα άδειας στέπας. «Μεγάλος τόπος!» είπε ο φίλος μου με αυτοπεποίθηση για τις γνώσεις του. «Το Τέξας ή η Γαλλία χωράει πέντε φορές μέσα στο Καζακστάν. Ή θα μπορούσατε να πείτε ότι έχει την έκταση όλης της Δυτικής Ευρώπης. Όταν έψαξα να βρω τη χώρα σ’ ένα χάρτη στο Διαδίκτυο, ανακάλυψα ότι η περιοχή εκεί κάτω έχε ένα σωρό “σταν”. Όχι μόνο αυτά που έχετε ακούσει, όπως το Πακιστάν και το Αφγανιστάν, αλλά κι ένα σωρό άλλα, το Ουζμπεκιστάν, το Κιργιστάν, το Τατζικιστάν, το Τουρκμενιστάν». Απήγγειλε τη λίστα αυτόματα – ονόματα που είχε αποστηθίσει από το Ίντερνετ, χώρες που έμοιαζαν ανύπαρκτες και για τους δυο μας. Η διάθεσή του άλλαξε ξαφνικά, κι ο ενθουσιασμός παραχώρησε τη θέση του στην αμφιβολία. «Μερικές απ’ αυτές τις χώρες έχουν προβλήματα. Απαγωγές και δολοφονίες, ταραχές κι εξεγέρσεις, ισλαμιστές φονταμενταλιστές, τέτοια πράγματα. Αλλά η Λιουντμίλα λέει ότι στο Καζακστάν δεν είναι έτσι. Εκεί όλων των ειδών οι ομάδες τα φέρνουν βόλτα μαζί». Στο υπόλοιπο της πτήσης ο φίλος μου επανέλαβε τις λίγες ρώσικες λέξεις που είχε μάθει, μετρώντας με αβεβαιότητα ως το δέκα και ονοματίζοντας τις μέρες της εβδομάδας και τους μήνες του έτους. Είπε για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, όταν κατέθεσε αίτηση για βίζα μακράς διάρκειας, και για τα πολλά ταξίδια που χρειάστηκε να κάνει στην Ουάσινγκτον μέχρι να την παραλάβει. Ταξίδια που μάλλον ήταν τα μόνα που είχε κάνει έξω από την πολιτεία του Άρκανσας. Έπειτα σώπασε κι έδειχνε ανήσυχος.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Προσπάθησα να φανταστώ πώς θα ήταν η μελλοντική του ζωή στο Καζακστάν. Προσπάθησα να φανταστώ πώς θα μπορούσε να είναι το ίδιο το Καζακστάν. Δεν κατέληξα πουθενά. Μου φάνηκε περίεργο να γνωρίζουμε τόσο λίγα για ένα μέρος τόσο μεγάλο. Ζήτησα από τον συνεπιβάτη μου μια σχετική ενημέρωση. «Τα παλικάρια εκεί πέρα κάνουν ιππασία μέσα στη χιονισμένη στέπα πάνω σε κοντόχοντρα πόνι, κυνηγώντας αλεπούδες με τη βοήθεια αετών», είπε με ανανεωμένη δύναμη. «Χρυσοί αετοί κουρνιάζουν στα χέρια τους! Πουλιά με φτερούγες μεγάλες όσο ένας άνθρωπος. Η χώρα αυτή έχει χρυσό κι οποιοδήποτε άλλο μέταλλο και περισσότερο πετρέλαιο από τους Άραβες. Και χτίζουν στη μέση της στέπας μια λαμπρή, νέα πρωτεύουσα, όμορφη σα ζωγραφιά». «Μιλάτε σα να ζείτε μια περιπέτεια», είπα. «Μα το Θεό, αυτή είναι η αλήθεια». Η ιδέα φάνηκε να τον φοβίζει λίγο, ενώ για άλλη μια φορά, οι αμφιβολίες επισκίασαν τον παιδικό του ενθουσιασμό. Μείναμε σιωπηλοί για το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου ταξιδιού. Καθώς πλησιάζαμε στη Μόσχα, εξέφρασε την ανησυχία του μήπως δεν μπορέσει να βρει μέσα στο αεροδρόμιο την πτήση ανταπόκρισης, αλλά έτρεφε την ελπίδα ότι κάποιος πράκτορας της αεροπορικής εταιρίας θα είχε ειδοποιηθεί, ώστε να τον καθοδηγήσει σχετικά. «Αυτό το ρωσικό αλφάβητο! Δεν μπορεί κανείς να βγάλει νόημα!» Ο ρόλος του ρομαντικού τυχοδιώκτη μπροστά στο απόλυτο άγνωστο, έπεφτε βαρύς πάνω στους στρογγυλούς του ώμους. Αλλά η τόλμη που έδειχνε, του προσέδιδε κάτι το ηρωικό. Του ευχήθηκα καλή τύχη και το εννοούσα ειλικρινά. Μόλις ο φίλος από το Άρκανσας παρέλαβε το καινούργιο ογκώδες κόκκινο σακ-βουαγιάζ του από τον ιμάντα των αποσκευών, γύρισε κι έκανε μια μικρή παρατήρηση που τότε μου φάνηκε ασήμαντη. Τα τελευταία λόγια που μου απηύθυνε ήταν: «Τα μήλα είναι από το Καζακστάν».
11
Κεφάλαιο 1
Τα μήλα είναι από το Καζακστάν
Η
φράση για τα μήλα έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μου. Κάθε φορά που πήγαινα στον μανάβη κι έβλεπα σωρούς από διάφορες ποικιλίες μήλων όπως μπράμλεϊ, πινκ άντυ και κοξ, σκεφτόμουν εκείνον τον ρομαντικό τύπο από το Άρκανσας και το Καζακστάν. Η ιδέα ότι η χώρα ήταν γενέτειρα του μήλου είχε κυριεύσει κατά κάποιο τρόπο τη φαντασία μου, αν και δεν είχα ιδέα κατά πόσο ήταν αλήθεια. Τα μήλα, φυσικά, βρίσκονται σ’ όλα τα ράφια οπωρολαχανικών σ’ όλες τις χώρες του κόσμου, αλλά ποτέ δε σκέφτηκα ότι από κάπου συγκεκριμένα πρέπει να προήλθαν. Εξομολογήθηκα τη σκέψη αυτή στον μανάβη της γειτονιάς μου, στο Χέμπστεντ, αφού είχα αγοράσει έξι μήλα από την αγγλική ποικιλία. «Γνωρίζετε ότι τα μήλα ήρθαν από το Καζακστάν;» «Από πού;» «Από το Καζακστάν». «Αλήθεια;» Ακουγόταν δύσπιστος. «Αυτά είναι από το Σόμερσετ. Εκείνα είναι από τη Χιλή κι εκείνα από τη Νέα Ζηλανδία», είπε. Κάποιο βράδυ, δειπνώντας μ’ έναν φίλο, του μίλησα σχετικά με την προέλευση του μήλου και τη συνάντησή μου με τον Ρωμαίο από το Άρκανσας, ο οποίος πετούσε προς το άγνωστο για να βρει τη διαδικτυακή Ιουλιέττα του και να ποντάρει τη μοναχική του καρδιά στον έρωτα μέσω υπολογιστή. Δήλωσα με ύφος αυθεντίας ότι το Καζακστάν ήταν μεγαλύτερο από τη Δυτική Ευρώπη (δεν είχα ψάξει ακόμη τη χώρα στον άτλαντα, επομένως υιοθέτησα την πληροφορία καλή τη πίστη) και παρατήρησα ότι κατά παράξενο τρόπο κανένας δε
Τα μήλα είναι από το Καζακστάν
φαινόταν να γνωρίζει τίποτε για τον τόπο αυτό. Ο φίλος μου έμεινε ασυγκίνητος από την ιστορία αγάπης κι αδιάφορος για τη γενέτειρα του μήλου, αλλά ανέφερε ότι συμπτωματικά είχε ένα ραντεβού για μπιλιάρδο μ’ έναν τραπεζίτη από το Χονγκ Κονγκ που είχε συνέταιρο από το Καζακστάν. Και οι τρεις θα έπαιζαν μαζί στο RAC Club την επόμενη εβδομάδα. «Γιατί δεν έρχεσαι να μας βρεις, ώστε να είμαστε τέσσερις;» «Δεν είμαι πολύ καλός στο σνούκερ». «Ούτε εγώ», είπε ο φίλος μου. «Και προφανώς εκείνος ο Καζάκος δεν έχει παίξει ποτέ στη ζωή του». Οι πρωτάρηδες συναντηθήκαμε, όπως είχαμε συμφωνήσει, στην καλύτερα εξοπλισμένη αίθουσα μπιλιάρδου στο Λονδίνο, σε ένα ήσυχο, σοβαρό μέρος όπου σύχναζαν άνθρωποι που σπατάλησαν τα νιάτα τους, ακονίζοντας τις δεξιότητές τους στο παιχνίδι. Η σχέση της παρέας μας με το άθλημα ήταν μηδαμινή. Έτσι αναγκαστήκαμε να ζητήσουμε από τον γιο ενός μέλους νά ’ρθει και να μας τοποθετήσει σωστά τις χρωματιστές μπάλες πάνω στο τραπέζι. Ο Ουμπέτοφ, ο Καζάκος επιχειρηματίας, μιλούσε άπταιστα αγγλικά κι είχε εμπειρία στα ταξίδια, αλλά ήταν αρχάριος στο σνούκερ. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, φάνηκε αντιαθλητικό εκ μέρους του τραπεζίτη από το Χονγκ Κονγκ να προτείνει στοίχημα πενήντα λίρες ανά άτομο, αλλά τί άλλο να περιμένει κανείς από έναν τραπεζίτη; Ο Καζάκος όμως απέκρυψε το γεγονός ότι ήταν ειδικός στο ρώσικο μπιλιάρδο, παιχνίδι απαιτητικό, που παίζεται σε τραπέζι παρόμοιου μεγέθους με δεκαπέντε αριθμημένες λευκές μπάλες και μία κόκκινη. Οι μπάλες είναι μεγαλύτερες από τις μπάλες του σνούκερ και μετά βίας χωρούν στις τριγωνικές υποδοχές με τις σκληρές γωνίες. Ένας ικανός παίκτης μπορεί να μεταφέρει άνετα την τεχνική του στο σνούκερ, κι ο Ουμπέτοφ μπήκε στο παιχνίδι λες κι ήταν θαμώνας του Pot Black1. Επίσης, αποδείχθηκε εξαιρετικά ανταγωνιστικός με βαθιά ριζωμένη την επιθυμία για νίκη. Βγάζοντας το ένα δύσκολο χτύπημα μετά το άλλο, έβαζε τις μπάλες στην υποδοχή. Ο τραπεζίτης από το 1
Βρετανική σειρά τηλεοπτικών τουρνουά σνούκερ του BBC που προβλήθηκε πό το 1969 έως το 1986 και ενίσχυσε σημαντικά τη δημοτικότητα του αθλήματος.
13
14
τα μηλα ειναι απο το καζακσταν
Χονγκ Κονγκ γρήγορα αντέγραψε την τακτική του και σκόραρε κι εκείνος δύο φορές. Ο Ουμπέτοφ πήρε πενήντα λίρες από τον καθένα μας. «Στην Αμερική θα ήσασταν αυτό που λέμε pool hustler2», του εξήγησα τον όρο κι κι εκείνος χαμογέλασε για τη φιλοφρόνηση. Όταν καθίσαμε για ποτό τον ρώτησα για τα μήλα. «Ναι, τα μήλα προέρχονται από το Καζακστάν. Και οι τουλίπες επίσης. Αναρωτιέμαι, για ποιον λόγο το βρίσκουν τόσο ενδιαφέρον οι άνθρωποι. Οι περισσότεροι θέλουν να ξέρουν για το πετρέλαιο, αφού η Κασπία έχει ενδεχομένως μέχρι και το ένα τέταρτο των αποθεμάτων του πλανήτη. Αλλά ο πραγματικός πλούτος της χώρας είναι άλλα ορυκτά, όπως ο άνθρακας, ο χαλκός, το ουράνιο, η πλατίνα... ο χρυσός». Τον ρώτησα γιατί άραγε ο κόσμος έδειχνε να γνωρίζει τόσο λίγα για μια τόσο μεγάλη χώρα. «Τον 19ο αιώνα, όταν η αυτοκρατορία τους επεκτάθηκε προς τα ανατολικά, οι Ρώσοι τσάροι απέκλεισαν τη χώρα στους ξένους. Στη συνέχεια, οι Σοβιετικοί τη σφράγισαν για άλλα εβδομήντα χρόνια». Ανασήκωσε τους ώμους. «Η χώρα εξαφανίστηκε». «Αυτό κι αν είναι κόλπο». Πώς θα μπορούσε κανείς να εξαφανίσει μια χώρα στο μέγεθος της Δυτικής Ευρώπης και να την κρατήσει κρυμμένη μακριά από τα μάτια και τη σκέψη της Δύσης για περισσότερο από εκατό χρόνια; Έπρεπε να ομολογήσω ότι δεν ήξερα πού ακριβώς έπεφτε αυτή η τεράστια έκταση ξηράς στον παγκόσμιο χάρτη. Και δεν ήμουν μόνος μέσα στην άγνοιά μου. Ακόμα και άνθρωποι που θα περίμενα να ξέρουν κάτι για τον τόπο, δημοσιογράφοι, ταξιδιώτες, άνθρωποι που υποτίθεται ότι γνώριζαν ένα δυο πράγματα, δεν ήταν σαφείς ούτε συγκεκριμένοι όταν τους ρώτησα. Ήταν εκείνη η χώρα, της οποίας ο πρόεδρος έβραζε ζωντανούς τους εχθρούς του; Όχι, αυτή η φήμη κυκλοφορούσε για τον πρόεδρο του Ουζμπεκιστάν, στα νότια σύνορα του Καζακστάν. Ήταν ο τόπος όπου ο πρόεδρος έφτιαξε χρυσά αγάλματα καθ’ ομοίωσίν του και τα τοποθέτησε σε περιστρεφόμενες πλατφόρμες για να καθοδηγούν τον ήλιο; Όχι και πάλι. Αυτό συνέβη δίπλα, στο Τουρκμενιστάν. Ήταν ένα αναρχικό κράτος διεφθαρμένο από τα ναρκωτικά και σε μόνιμη κατάσταση εμφύλιου πολέμου; Όχι, αυτή ήταν η μοίρα της φτωχής και άτυχης 2
Επαγγελματίας παίκτης που εμφανίζεται ως πρωτάρης ή ερασιτέχνης για να εισπράξει στοιχήματα.
Τα μήλα είναι από το Καζακστάν
χώρας του Τατζικιστάν. Κάποιος μου είπε ότι είχε παρακολουθήσει πρόσφατα μια συναρπαστική διάλεξη για το Καζακστάν, αλλά στη συνέχεια, μου έστειλε ένα μήνυμα ζητώντας συγγνώμη: επρόκειτο για το Αζερμπαϊτζάν. Ορισμένοι επιχειρηματίες ήξεραν τουλάχιστον ότι το Καζακστάν είχε πολύ χρυσό και πετρέλαιο, αλλά μόνο μέχρι εκεί έφταναν οι γνώσεις τους. Άρχισα να διαβάζω για τη χώρα αυτή και περιστασιακά συνάντησα ανθρώπους που την είχαν επισκεφθεί. Μια γυναίκα είχε πάει στη βόρεια στέπα για να δει δεκάδες χιλιάδες ροζ φλαμίνγκο που μεταναστεύουν στις αλμυρές λίμνες το καλοκαίρι. Ένα ζευγάρι είχε περάσει ένα ειδυλλιακό δεκαήμερο, περπατώντας σε παρθένα, απάτητα βουνά, την εποχή που ανθίζουν οι άγριες τουλίπες. Ένας ειδικός στα πετρέλαια δούλευε σε μια εγκατάσταση εξόρυξης στην περιοχή της Κασπίας και κατηγορήθηκε άδικα από την αστυνομία για αθεώρητη βίζα εξόδου. Ένα ζευγάρι είχε υιοθετήσει ένα μωρό από το Καζακστάν. Ένας δικηγόρος είχε μείνει στην πρωτεύουσα για δύο χρόνια τη δεκαετία του ’90 κι εργάστηκε πάνω στις ιδιωτικοποιήσεις. Αλλά ως επί το πλείστον, οι άνθρωποι γνώριζαν μόνο τον Μπόρατ, το δημιούργημα του κωμικού Σάσα Μπάρον Κόεν, ο οποίος παριστάνει μια καζάκικη «προσωπικότητα των μέσων ενημέρωσης». Το αστείο βασίζεται στην απόλυτη άγνοια του θεατή για το Καζακστάν και τον πολιτισμό του. Έκανα ένα κάπως πολιτικά ορθό σχόλιο σε μια γυναίκα φαν του Μπόρατ, ότι κανένας κωμικός δε θα τολμούσε να αμαυρώσει την υπόσταση των Εβραίων, των Αφροαμερικανών ή των Ουαλών με τόσο άγριο τρόπο. «Καλά, σίγουρα όχι» μου απάντησε μπερδεμένη, «γι’ αυτό επινόησε μια ολόκληρη χώρα!» Το σύγχρονο Καζακστάν βρίσκεται σε μια περιοχή της Κεντρικής Ασίας, που όχι μόνο δεν αντιπροσωπεύει τίποτε στο μυαλό των περισσότερων δυτικών, αλλά και την κάλυπτε ένα πέπλο μυστηρίου από την αρχή της Ιστορίας. Για τους αρχαίους, ήταν ένας ανεξερεύνητος κι απρόσιτος κόσμος, περισσότερο μύθος παρά πραγματικότητα, προφανώς μια χώρα δράκων και τεράτων. Ο Ηρόδοτος έγραψε για αδιαπέραστες ερήμους κι αδιάβατα βουνά τυλιγμένα σε αιώνια ομίχλη, καθώς και για μια πολεμική φυλή άγριων γυναικών, τις περίφημες Αμαζόνες. Αυτή ήταν η γη των Σκυθών και των Σαρματών,
15
16
τα μηλα ειναι απο το καζακσταν
των αρχαίων εθνών που εξαφανίστηκαν από προσώπου γης. Ο Μέγας
Αλέξανδρος είχε περάσει το μεγάλο ποτάμι τηςτην Κεντρικής «Το οδοιπορικό του Ρόμπινς αναδεικνύει ιστορίαΑσίας, τον Ώξο, αλλά ποτέ δε διείσδυσε στα εδάφη σημερινού με ενθουσιώδη τρόπο, διαχέοντάς τητου μέσα σ’ ένα Καζακστάν. Ο Μάρκοπαρατηρήσεων Πόλο κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, έβλεπε τις πανύχαρμάνι και μίνι βιογραφιών… ψηλες κορυφές των βουνών, αλλά ποτέ δεν τις διέσχισε. Ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα με αξιοσημείωτη Άρχισα να ζηλεύω τον αφελή τυχοδιώκτη από το Άρκανσας. Δεν αμεροληψία, διατυπωμένη απλά, σε μετρημένη, καλά ήταν μόνο που πήγαινε σε μια άγνωστη χώρα, αλλά έκανε κι ένα ταεπεξεργασμένη πρόζα». ξίδι ανακάλυψης ενός χαμένου κόσμου, με τα–πετρέλαιά του και τον Kirkus Reviews
χρυσό, με τους νομάδες ιππείς και τους χρυσούς αετούς και τη λαμπρή νέα πόλη στη μέση της στέπας. Μια αόριστη ιδέα σχηματίστηκε στο μυαλό μου: να βαδίσω στα χνάρια εκείνου του ασυνήθιστου ταξιδιώ«Ένα ευχάριστο, επιδέξιο οδοιπορικό… που συνδυάζει τη. Θα πήγαινα ν’ ανακαλύψω το Καζακστάν! σοβαρά θέματα με άλλα, λιγότερο σοβαρά, πάντα Αγόρασα ένα φτηνό σημειωματάριο με απαράδεκτο, τιρκουάζ όμως με δόση συνιστούμε κάλυμμα,μια πουγερή άρχισε να ευφυΐας… ξεφλουδίζει Το κατά περίεργο τρόπο σχεδόν ανεπιφύλακτα». αμέσως. (Η τελετουργική αγορά του σημειωματάριου είναι πάντα το – Library Journal Στην πρώτο βήμα μου στο μακρύ ταξίδι της συγγραφής ενός βιβλίου). πρώτη σελίδα έγραψα ως τίτλο εργασίας: «Τα μήλα είναι από το Κα«(Μια) σημαντικότατη προσθήκη στην ταξιδιωτική ζακστάν». Μέσα στο σημειωματάριο άρχισα να καταγράφω πρόχειλογοτεχνία». ρες σημειώσεις που τις μάζευα από δω και από κει, ένα συνονθύλευμα – Observer από στοιχεία κι αριθμούς, ονόματα ξενοδοχείων, τηλέφωνα(UK) πιθανών επαφών, στατιστικά στοιχεία, κομμάτια της Ιστορίας και της σύγχρο«Συναρπαστικό Εξαιρετικά διασκεδαστικό νης πολιτικής του ανάγνωσμα… τόπου και εκατοντάδες ερωτήσεις – σημειώσεις που θα μπορούσαν τελικά να οδηγήσουν σ’ ένα βιβλίο. Μια μέρα. Ίσως. και ενημερωτικό…». Μετά από λίγο, παράτησα το σημειωματάριο σε κάποιο(UK) ράφι. – Daily Telegraph 8 Πέρασαν πάνω από δύο χρόνια. Απροσδόκητα εκείνο το διάστημα, η αρχική αδύναμη περιέργεια εξελίχθηκε σε πραγματικό ενδιαφέρον και συνέχισε ν’ αναπτύσσεται σταθερά, μέχρι που εν τέλει αποφάσισα να επισκεφτώ την πατρίδα του μήλου. Η απόφαση να πάω στο ΚαζακISBN 978-960-9607-15-5 στάν στηρίχτηκε στο σχεδιασμό που είχα κάνει δύο χρόνια πριν. Με το ξεφτισμένο, τιρκουάζ σημειωματάριο στο χέρι, ξεκίνησα για την ∆ΟΣΕΙΣ αποστολήοΕ Κμου. σ ε λ ότ ο ς Η απευθείας πτήση από το Λονδίνο διαρκεί οκτώ ώρες. Τέσσερις ώρες για να διασχίσει κανείς την Ευρώπη κι άλλες τέσσερις ώρες πτήση πάνω από ΤΗΛ το .:έδαφος του Καζακστάν. Το αεροπλάνο έκανε Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα +30 210 6431108
E-MAIL: ekdoseis.ocelotos@gmail.com www. ocelotos. gr
Τα μήλα είναι από το Καζακστάν
στάση τις πρώτες πρωινές ώρες στο Γεκατερίνμπουργκ, μέσα στη Ρωσία, στην πόλη όπου o Νικόλαος ο Β’, ο τελευταίος τσάρος της χώρας, οδηγήθηκε σ’ ένα υπόγειο κελάρι και δολοφονήθηκε μαζί με την οικογένειά του. Οι περισσότεροι επιβάτες κοιμόντουσαν, όταν οι νεοφερμένοι επιβιβάστηκαν και κάθισαν στις θέσεις τους. Σε λίγο ήμασταν και πάλι στον αέρα, κατευθυνόμενοι νότια, προς το Καζακστάν, διασχίζοντας τη στέπα. Το μέγεθος της χώρας άρχισε να φαίνεται ακόμη κι από ψηλά, πετώντας με το αεροπλάνο. Η απέραντη θάλασσα γρασιδιού από κάτω, πιο μεγάλη από τους κάμπους της Αμερικής και την πάμπα της Αργεντινής, είναι η ουσία των πάντων στο Καζακστάν. Μακριά από τη θάλασσα, με ελάχιστες βροχοπτώσεις, περικλειόμενη από ορεινούς όγκους, η στέπα ορίζεται ως έδαφος μεταξύ δάσους και ερήμου, πάρα πολύ ξηρό ώστε να συντηρεί την παραδοσιακή γεωργία. Ο άνθρωπος τη διέσχιζε με άλογο εδώ και χιλιάδες χρόνια, οδηγώντας κοπάδια από πρόβατα, βοοειδή και κατσίκια. Η σχέση των Καζάκων με τη στέπα είναι σαν αυτή του ψαριού με τη θάλασσα και το κάθε τι στον πολιτισμό τους παραπέμπει σ’ αυτήν. Ήταν ξημερώματα καθώς πλησιάζαμε προς το Αλματί, την παλιά πρωτεύουσα της χώρας, χτισμένη απέναντι από τα μεγάλα βουνά του Τιέν Σαν που υψώνονται προς τα νότια σαν ένα απότομο μαύρο τείχος. Πετάξαμε πάνω από τα προάστια της πόλης που αποτελούσαν ένα αλλόκοτο μίγμα από ετοιμόρροπα, ξύλινα σπίτια της σοβιετικής εποχής και γειτονιές ολοκαίνουργιων, αμερικανικού τύπου, μεταμοντέρνων κτηρίων. Το αεροδρόμιο είχε σχήμα περίεργο, κάτι μεταξύ σύγχρονου και λαϊκού. Αργότερα έμαθα ότι είχε σχεδιαστεί από κάποιον Ιάπωνα αρχιτέκτονα, έτσι ώστε να μοιάζει με το παραδοσιακό καπέλο των Καζάκων. Ο τερματικός σταθμός ήταν απογοητευτικά σύγχρονος. Δεν έβλεπες πουθενά ούτε έναν νομάδα. Οι αξιωματούχοι των τελωνείων και του ελέγχου διαβατηρίων διατηρούσαν τις ρωσικές στολές τους, αλλά είχαν χάσει το συνοφρυωμένο βλέμμα του Ψυχρού Πολέμου, εκείνο της καχυποψίας και του εκφοβισμού που κάποτε αντιμετώπιζε οποιοσδήποτε ξένος. Μεταξύ τους υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός νεαρών γυναικών με με-
17