160 × 230 SPINE: 22 FLAPS: 70
Διαβάστε επίσης
Ο
Πωλ, το αγόρι με τα αόρατα γαλάζια φτερά, και η φίλη του Μύρα περνούν την Πύλη των Μαύρων Αγγέλων αναζητώντας ό,τι τους λείπει. Εκείνος πρέπει να δει όλα τα χρώματα, εκείνη να ανακαλύψει την αληθινή της ταυτότητα. Όμως, η επιστροφή τους δεν θα είναι εύκολη… Η χώρα αυτή είναι γεμάτη ψευδαισθήσεις, παγίδες και πλάσματα που κρύβουν σκοτεινές προθέσεις. Θα καταφέρουν να ξεφύγουν ή θα χαθούν για πάντα σε έναν κόσμο που τους θέλει φυλακισμένους;
ISBN 978-618-205-762-9
9 786182 057629
Η Άννα-Φλώρα Καψή-Μπελεξή γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949, αλλά μεγάλωσε και τελείωσε το σχολείο στο Κάιρο της Αιγύπτου. Επέστρεψε στην Ελλάδα για να συνεχίσει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου και αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, στο Τμήμα Αρχαιολογίας. Παρόλο που το όνειρό της ήταν να ασχοληθεί ακαδημαϊκά με μικρά παιδιά/νήπια, δεν κατόρθωσε να το εκπληρώσει και εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος σε αεροπορική εταιρεία. Καθότι άνθρωπος που πιστεύει στην προσωπική εξέλιξη και πρόοδο του ατόμου σε οποιαδήποτε ηλικία, μετά τη συνταξιοδότησή της, το 2000, ασχολήθηκε με την τέχνη και τη συγγραφή παραμυθιών ερασιτεχνικά. Προετοιμάστηκε για τις κατατακτήριες εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά λόγοι υγείας την ανάγκασαν να εγκαταλείψει αυτό το όνειρο. Έτσι, αφοσιώθηκε κυρίως στη συγγραφή παραμυθιών για παιδιά από οκτώ ετών και πάνω. Μέχρι σήμερα ζει με τον σύζυγό της Ελευθέριο Μπελεξή στην Αθήνα, έχει μία κόρη και δύο εγγόνια, από τους οποίους εμπνέεται για τη συγγραφή των παραμυθιών.
Η ΣΚΙΑ ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Τα μαύρα φτερά
Τιτλος
Η ΣΚΙΑ Βιβλίο δεύτερο Τα μαύρα φτερά Συγγραφέας
Άννα - Φλώρα Καψή - Μπελεξή Σειρα
Παιδική λογοτεχνία [3358] 0525/24 Επιmελεια - Διορθωση
Όλγα Παλαμήδη Layout - Design Myrtilo, Λένα Παντοπούλου Copyright© 2025 Άννα - Φλώρα Καψή - Μπελεξή Πρώτη Εκδοση
Αθήνα, Μάιος 2025 ISBN 978-618-205-762-9
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ Βατάτζη 55, 114 73 Αθήνα | Τηλ.: 210 64 31 108
ocelotos@ocelotos.gr | www.ocelotos.gr
Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, (Ν. 2121/1993, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και γενικώς αναπαραγωγή, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου χωρίς τη γραπτή άδεια του δικαιούχου συγγραφέα.
αννα - Φλωρα Καψη - Μπελεξη
Η ΣΚΙΑ ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Τα μαύρα φτερά
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην ψυχολόγο μου Τέση , της οποίας η ουσιαστική βοήθεια με οδήγησε στον δρόμο της προσωπικής μου αυτογνωσίας και εξέλιξης.
Εισαγωγή
Ο
Πωλ για αρκετό καιρό απολάμβανε τον εαυτό του. Τα αόρατα γαλάζια φτερά, τα οποία του χάρισαν τα πλάσματα του εσωτερικού του κόσμου, του επέτρεπαν να πετά χαμηλά και σε κοντινές αποστάσεις με αυτοπεποίθηση. Οι κάτοικοι του εσωτερικού του κόσμου του έμαθαν να ζυγίζει τις καταστάσεις, να τις αξιολογεί και να ενεργεί αναλόγως. Η μπάλα Οριοθέτηση Εαυτού δεν τον κούραζε καθόλου. Είχε εγκατασταθεί μόνιμα κάτω από τα πόδια του και είχε γίνει ένα με αυτά. Η μπλε και πράσινη στεφάνη, με τα σκαλιά της ν’ αναβοσβήνουν, ήταν πάντα εκεί στην άκρη του κήπου, έτοιμη να τον καλωσορίσει. Όποτε αποφάσιζε να επισκεφτεί τον εσωτερικό του κόσμο, ανεβοκατέβαινε τις σκάλες της στεφάνης με μεγάλη ευκολία, σαν να ήταν οι σκάλες του σπιτιού του. Τα πράσινα φύλλα της γιαγιάς Βαλανιδιάς, όταν τα φορούσε, γινόντουσαν πράσινα αόρατα μαγικά γυαλιά και τον βοηθούσαν να δει την αλήθεια με τα μάτια της ψυχής. Τον βοηθούσαν, επίσης, να επικοινωνεί με τα πλάσματα του εσωτερικού του κόσμου. Τους έλεγε τι τον απασχολούσε ή τι πρόβλημα αντιμετώπιζε. Άκουγε τη γνώμη τους και πολλές φορές τη διαπραγματευόταν. Όταν δεν τα φορούσε, τα ασφάλιζε στο βάθος κάποιας τσέπης. Και κατά περίεργο τρόπο, ακόμα κι αν τα ξέχναγε και το ρούχο του πλενόταν στο πλυντήριο, αυτά παρέμεναν ζωντανά στη θέση τους. Χωρίς τα πολύτιμα γυαλιά έβλεπε τον εαυτό του όπως ήταν πριν τον ρουφήξει το κρεβάτι του. Έβλεπε την οικογένειά του, έπαιζε καμιά φορά με τον πατέρα του, διάβαζε και πήγαινε σχολείο. Ήταν λες και βρισκόταν συγχρόνως σε δύο διαφορετικούς κόσμους· στον πραγματικό κόσμο και σ’ ένα παράλληλο μυστικό δικό του σύμπαν με μπλε και πράσινες αποχρώσεις.
—7—
Το όνειρο της Μύρας
Τ
ο καλοκαίρι είχε τελειώσει και η νέα σχολική χρονιά είχε αρχίσει. «Τελευταία τάξη του δημοτικού. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς θα κλείσω τα δώδεκα και θα μπω επισήμως πια στην εφηβεία. Έχω λύσει τον γρίφο της γιαγιάς Βαλανιδιάς και αισθάνομαι δυνατός και ευτυχισμένος. Δεν θα μπορούσα να ευχηθώ κάτι καλύτερο για τον εαυτό μου. Στη ζωή μου όλα κυλούν ομαλά και τα πάντα εξελίσσονται όπως ακριβώς θέλω να είναι – από περίφημα έως τέλεια». Ο Πωλ χαμογέλασε στον εαυτό του, τεντώθηκε πάνω στο κρεβάτι του και έριξε ένα μεγαλοπρεπές χασμουρητό. Η μια καταπληκτική μέρα του διαδεχόταν την άλλη εξίσου καταπληκτική ή ακόμα και τέλεια. Και όλα αυτά τα καταπληκτικά συνέβαιναν μέχρι λίγο πριν τελειώσει η σχολική χρονιά. Όμως εδώ και μερικές μέρες ο Πωλ ήταν προβληματισμένος, αισθανόταν αμήχανος και τον διακατείχε μια ανεξήγητη αγωνία. Παρατηρούσε στα κρυφά τη συμμαθήτριά του τη Μύρα. Ήταν λιγομίλητη, κακόκεφη και απόμακρη. Ούτε σ’ εκείνον δεν μιλούσε που τον θεωρούσε κολλητό της. Τα σμαραγδί μάτια της ήταν λυπημένα και μέσα τους καθρεφτίζονταν η αγωνία και ο φόβος. «Τι έχεις; Εσύ ήσουν πάντα χαρούμενη και γελαστή. Εδώ και μέρες δεν παίζεις, δεν μιλάς», αποφάσισε επιτέλους να τη ρωτήσει ο Πωλ μέσα στο σχολικό. «Δεν έχω κάτι, σου φαίνεται! Είμαι μια χαρά στην υγεία μου», του απάντησε εκείνη κοφτά. «Ε, τότε τι; Μήπως έγινε κάτι στο σπίτι ή στο σχολείο;» επέμενε ο Πωλ. «Όλα καλά και στο σπίτι και στο σχολείο», του είπε, αναστέναξε βαθιά και συνέχισε κοιτάζοντάς τον στα μάτια και ζυγίζοντας τα λόγια της. «Νιώθω ότι κάτι περίεργο, αλλά πολύ επικίνδυνο θα συμβεί». «Σαν τι δηλαδή;» «Μακάρι και να ’ξερα. Είναι κάτι ακαθόριστο που μιλάει μέσα στο μυαλό μου χωρίς λόγια και μου προκαλεί φασαρία».
—8—
«Και σαν τι σου λέει ο κύριος ακαθόριστος;» την πείραξε για να ελαφρύνει την αγωνία της, ενώ από μέσα του σκεφτόταν: «Άδικα προβληματίστηκα! Παιδικές ανοησίες». «Μοιάζει σαν να με διώχνει από αυτόν τον κόσμο και να θέλει να πάω κάπου αλλού. Ίσως σε κάποιο άλλο σύμπαν. Νιώθω ότι κάποιος κάπου αλλού με φωνάζει να τον βοηθήσω». «Καλά, αποφάσισε εσύ σε ποιο σύμπαν θέλεις να πας, και εγώ μαζί σου!» της απάντησε ο Πωλ χωρίς να δώσει καμία σημασία στα λόγια της. Η Μύρα ήταν γνωστή για την αχαλιναγώγητη φαντασία της. «Το ξέρω αυτό το υφάκι, εσύ νομίζεις ότι όλα αυτά είναι της φαντασίας μου, ε;» «Όχι, προς Θεού! Τι λες τώρα!» την ειρωνεύτηκε και χαμογέλασε σφίγγοντας τα χείλη του για να συγκρατηθεί να μη γελάσει. «Ναι, καλά, κορόιδευε εσύ. Εγώ είδα ένα πολύ περίεργο και ζωντανό όνειρο χθες». «Είχες εφιάλτες;» «Όχι ακριβώς. Είδα μια πολύ γλυκιά γοργόνα με λευκά ιριδίζοντα λέπια και στο πρόσωπό της φόραγε μια πράσινη μάσκα σαν δύο μεγάλα φύλλα βαλανιδιάς. Μου χάρισε ένα βιβλίο που στο εξώφυλλό του είχε την εικόνα μιας γοργόνας η οποία κρατούσε στα χέρια της μια χρυσή σφαίρα και μου είπε: »“Διάβασέ το! Είσαι έτοιμη να έρθεις να με βρεις, να με ελευθερώσεις από το ανθρώπινο σώμα μου, για να μπορώ να σε βοηθήσω να βρεις τον αληθινό εαυτό σου. Και μόνο τότε θα είσαι έτοιμη να αναχωρήσεις για τον κόσμο μας”. »“Είμαι πολύ μικρή”, της απάντησα, “και το βιβλίο που μου χάρισες δεν μπορώ να το διαβάσω γιατί δυσκολεύομαι στην ανάγνωση”. »“Είσαι έτοιμη να λάβεις όση βοήθεια χρειαστείς”, μου αποκρίθηκε. »Κάτω από τη μάσκα της φαινόντουσαν δύο σμαραγδί πράσινα μάτια που μου χαμογελούσαν. Μετά εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω της μια χρυσοπράσινη σκόνη από μικροσκοπικά φύλλα βαλανιδιάς».
—9—
Ο Πωλ ανατρίχιασε. «Η γιαγιά Βαλανιδιά εμφανίστηκε στη Μύρα. Τι να θέλει άραγε;» σκέφτηκε. Τότε στο μυαλό του εμφανίστηκε μια παλιά ξεχασμένη εικόνα της Μύρας. Ήταν μέσα στην τάξη. Μπροστά της είχε κάτι μουτζουρωμένα χαρτιά. Από κάτω διέκρινε όμορφες ζωγραφιές. Μια γοργόνα και θάλασσα με ψάρια. Εκείνος τα έβλεπε γιατί φόραγε τα πράσινα γυαλιά του. Ήταν η στιγμή που προσπαθούσε να την ξυπνήσει και να τη σώσει από τα Σκοταδοτέρατα και τους σεισμούς. Είδε τη σκηνή του αποχωρισμού τους όταν η Σκιά του και η δική της η πέτρινη τους τράβηξαν αντίστοιχα η καθεμιά προς το μέρος της. «Θα ξανασυναντηθούμε», είχαν φωνάξει ο ένας στον άλλον καθώς απομακρυνόντουσαν. Η σκηνή χάθηκε. Ο Πωλ αναστέναξε. «Τι περίεργη σύνδεση είναι αυτή του τότε με το τώρα;» μουρμούρισε προβληματισμένος. «Τι μουρμουρίζεις; Με ρώτησες κάτι;» τον σκούντησε η Μύρα. «Ναι. Το βιβλίο το έχεις;» «Όχι. Το έψαχνα όλο το πρωί στο δωμάτιό μου, μα δεν βρήκα τίποτα. Ρώτησα και τη μαμά μου, αλλά μου απάντησε ότι ποτέ δεν είχαμε κάποιο παραμύθι με γοργόνες… Έφτασα σπίτι μου. Σ’ ευχαριστώ». Η Μύρα σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την πόρτα του σχολικού. «Για ποιο πράγμα;» της έκανε νόημα με το χέρι του. «Που με άκουσες και δεν με κορόιδεψες», του απάντησε. «Όχι πολύ…» συμπλήρωσε και κατέβηκε βιαστικά στη στάση της. Ο Πωλ φρικαρισμένος την κοίταζε από το παράθυρο καθώς απομακρυνόταν. Η επόμενη μέρα ήταν Σάββατο. Είχε κακοκοιμηθεί και δεν είχε όρεξη για διάβασμα. Πήγε στο βάθος του κήπου. Η γιαγιά Βαλανιδιά είχε αναχωρήσει πριν από αρκετό καιρό, όμως στη θέση της είχε δημιουργηθεί μια μπλε και πράσινη στεφάνη με μια κυκλική σκάλα η οποία, όποτε την κατέβαινε, τον οδηγούσε στον εσωτερικό του κόσμο. Αυτή εδώ και καιρό αναβόσβηνε σαν να τον καλούσε. Στάθηκε μπροστά της και την κοίταζε αναποφάσιστος. Ήθελε
— 10 —
να κατέβει, μα δίσταζε, αμφιταλαντευόταν. Χρειαζόταν μια επιβεβαίωση και αρκετό κουράγιο. Η μικρή Μύρα είχε καταφέρει να τον τρομάξει αρκετά με το όνειρό της. Δεν ήξερε τι άλλο θα μπορούσε να συναντήσει εκτός από τα πλάσματα του εσωτερικού του κόσμου, τα οποία γνώριζε και ήταν πλέον φίλοι του. Η Σκιά στεκόταν πίσω του. Άπλωσε τον μανδύα της. Ο Πωλ γύρισε και την κοίταξε. Τα μάτια της ήταν καλοσυνάτα, ενέπνεαν εμπιστοσύνη και σιγουριά. Ασυναίσθητα κράτησε τον μανδύα της και την άφησε να τον οδηγήσει. Πέρασαν μαζί μέσα από τη στεφάνη και κατέβηκαν τη σκάλα. Τα πλάσματα του εσωτερικού του κόσμου πήγαν να τον προϋπαντήσουν. Το νανάκι ο Φόβος, με τον αδελφό του τον Άγχος και τις δύο κόρες του, τη Φυγή και την Επίθεση. Τα δύο γλυκά πλέον χταποδάκια, η Οργή και ο Θυμός, τον πλησίασαν χοροπηδώντας χαρούμενα. Έκαναν μαζί τη γνωστή διαδρομή ως τη λιμνούλα και πίσω στη Μουγκή Βαλανιδιά. Ο Πωλ κάθισε σ’ ένα πεζουλάκι κοντά στις ρίζες της. Η Μουγκή Βαλανιδιά χαμήλωσε τα κλαδιά της και τα ακούμπησε στον ώμο του σαν χάδι. Τα πλάσματα του εσωτερικού του κόσμου κάθισαν κι αυτά δίπλα του. Εκείνος μίλησε λίγο με όλους και αισθάνθηκε ασφάλεια. Όλα ήταν γαλήνια, όπως τα ήξερε κάθε φορά που κατέβαινε να τα επισκεφτεί. Στύλωσε τα μάτια του στο μπλε και πράσινο χρώμα του τοπίου. Χαλάρωσε, αφαιρέθηκε και αναστέναξε βαθιά. «Θα ήθελα στον εσωτερικό μου κόσμο να υπήρχαν όλα τα χρώματα, ακόμα και οι αποχρώσεις των χρωμάτων», σκέφτηκε χωρίς να το ξεστομίσει. Η σκέψη του διαπέρασε τη Μουγκή Βαλανιδιά, την έκανε να τρέμει από την ταραχή της τόσο, που άθελά της τον χτύπησε με τα κλαδιά της. Οι κάτοικοι του εσωτερικού του κόσμου τον περικύκλωσαν και τον έκρυψαν, σαν να ήθελαν να τον προστατέψουν από κάποιον αόρατο εχθρό. Με το χέρι του άνοιξε τον χώρο γύρω του με δυσκολία. Κανένα πλάσμα δεν ήθελε να απομακρυνθεί από κοντά του. «Τι συμβαίνει; Πώς κάνετε έτσι;» απόρησε ο Πωλ.
— 11 —
160 × 230 SPINE: 22 FLAPS: 70
Διαβάστε επίσης
Ο
Πωλ, το αγόρι με τα αόρατα γαλάζια φτερά, και η φίλη του Μύρα περνούν την Πύλη των Μαύρων Αγγέλων αναζητώντας ό,τι τους λείπει. Εκείνος πρέπει να δει όλα τα χρώματα, εκείνη να ανακαλύψει την αληθινή της ταυτότητα. Όμως, η επιστροφή τους δεν θα είναι εύκολη… Η χώρα αυτή είναι γεμάτη ψευδαισθήσεις, παγίδες και πλάσματα που κρύβουν σκοτεινές προθέσεις. Θα καταφέρουν να ξεφύγουν ή θα χαθούν για πάντα σε έναν κόσμο που τους θέλει φυλακισμένους;
ISBN 978-618-205-762-9
9 786182 057629
Η Άννα-Φλώρα Καψή-Μπελεξή γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949, αλλά μεγάλωσε και τελείωσε το σχολείο στο Κάιρο της Αιγύπτου. Επέστρεψε στην Ελλάδα για να συνεχίσει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου και αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, στο Τμήμα Αρχαιολογίας. Παρόλο που το όνειρό της ήταν να ασχοληθεί ακαδημαϊκά με μικρά παιδιά/νήπια, δεν κατόρθωσε να το εκπληρώσει και εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος σε αεροπορική εταιρεία. Καθότι άνθρωπος που πιστεύει στην προσωπική εξέλιξη και πρόοδο του ατόμου σε οποιαδήποτε ηλικία, μετά τη συνταξιοδότησή της, το 2000, ασχολήθηκε με την τέχνη και τη συγγραφή παραμυθιών ερασιτεχνικά. Προετοιμάστηκε για τις κατατακτήριες εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών, αλλά λόγοι υγείας την ανάγκασαν να εγκαταλείψει αυτό το όνειρο. Έτσι, αφοσιώθηκε κυρίως στη συγγραφή παραμυθιών για παιδιά από οκτώ ετών και πάνω. Μέχρι σήμερα ζει με τον σύζυγό της Ελευθέριο Μπελεξή στην Αθήνα, έχει μία κόρη και δύο εγγόνια, από τους οποίους εμπνέεται για τη συγγραφή των παραμυθιών.