ISBN: 978-618-5531-83-6
ΕΚΤΟΡΟΣ ΜΑΑΟ
Ν
*Α ττ ό δ ο σ ι ς Γ. ΜΑΡΜΑΡΙΔΗ
ΦΘΗΝΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
Α Θ Η Ν Α I
Κάποιος βγήκε πίσω απ’ τον ικορμό ένας δέντρου κι’ άρχι σε νά τρέχη.
ΚΕΦΑΛΑ ΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ Ω Σ ΤΑ οκτώ χρόνια μου δεν είχα καταλά βει πώς ήμουν ένα έκθετο παιδί. Μια γυναίκα με να νούριζε σαν μητέρα τις νύχτες ικι9 δταν ό παγωμένος αγέρας τού Δεκέμβρη στοίβαζε τό χιόνι πάνω στα θαμποομένα τζάμια, μού ζέσταινε τά πόδια τρίβοντάς τα μέ τις φούχτες της καί^μού τραγουδούσε έναν σκο πό πού ακόμα τον διατηρώ άχνά στη μνήμη μου. "Ο ταν τριγυρνούσα στον κάμπο μέ τη γελάδα μας κι9 άξαφνα έπιανε δυνατή βροχή, εκείνη έτρεχε, μ9 ένα ζεστό μάλλινο στά χέρια, για νά μέ κουκουλώση. "Ο ταν ερχόμουν στά χέρια μέ κανέναν συνομήλικό μου σ’ αυτήν έλεγα τά παράπονά μου κι9 ευρισκε τον τρό πο νά μού δίνη δίκιο όλες τις φορές.
3
Γι* αυτό ποτέ μου 6έ σκέφ&ηικα πώς μπορούσε νά μην ήταν μητέρα μου και τδμαθα μια μέρα, εντελώς τυχαία. Τό χωριό, πού πέρασα τά πρώτα χρόνια τής ζωής μου, λέγεται Σαβανόν. Είναι άπ3 τά φτωχότερα στην κεντρική Γαλλία, επειδή βρίσκεται σέ μια άγονη πε ριοχή. Το σπίτι μας ήταν στις όχθες ενός ορμητικού ρυάκι ου, πού χύνεται σέ κάποι ον παραπόταμο του Λουάρ. ""Ωσπου έγινα οκτώ χρόνων, δεν είδα καμμιά φορά άντρα έκεΐ μέσα, γιατί ό σύζυγος εκείνης πού θεω ρούσα μητέρα μου, εργαζόταν ώς χτίστης στο Παρί σι, όπως κι3 οι περισσότεροι άντρες του χωρίου. "Ή ξερα μόνο πώς υπήρχε, γιατί πού καί πού μάς έρχον ταν νέα του. Ωστόσο μ ιά κρύα νοεμιβριάτικη μέρα, κατά τό σού ρουπο, στάθηκε έξω από τον φράχτη μας ένας άντρας πού δεν τον είχα ξαναδή. "Έκοβα ξύλα στο κατώφλι εκείνη τήν ώρα κι3 αυτός, δίχως ν3 άνοιξη τήν καγκελόπορτα, παρά μόνο ξετρυπώνοντας τό κεφάλι από πάνω της γιά νά με δή, ρώτησε μήπως έμενε εκεί πέρα ή θεία - Μπαρμπερέν. Τού εΤπα νά περάση. Ό άνθρωπος αυτός έφερνε κακά νέα άπ3 τό Παρί σι. Ό δύστυχος ό Μπαρμπερέν εΐχε πέσει από τή σκα λωσιά κι3 είχε χτυπήσει άσχημα - κατά^τά φαινόμενα θάμενε σακάτης. Τό μεγαλύτερο κακό ήταν πώς τού καταλόγισαν αμέλεια καί δεν θάπαιρνε ούτε σύνταξι. Ζήτησε νά τού στείλουν χρήματα γιά νά κάνη αγωγή στον εργολάβο κι3 επειδή δεν έφτασαν γύρεψε κι3 άλ λα καί μετά πάλι. Στό' τέλος ήρθ'3 ένα γράμμα του, πού τό διάβασε ό παπάς τού χωριού1, όπως τά προη γούμενα, κι3 έλεγε πώς, άν δεν υπήρχαν άλλα λεφτά, έπρεπε νά πουληθή ή αγελάδα, γιά νά εξοικονομη θούν. Κανείς άπ3 αυτούς πού ζοΰν σέ πολιτεία δεν κατα λαβαίνει τή σημασία πού έχει αυτή ή φράσι γιά τον χωριάτη: «Πούλησε τή γελάδα». Ή δική μας, έκτος πού μάς εξασφάλιζε τό βούτυρο γιά τή σούπα μας καί τό ζεστό γάλα, ήταν και μιά πάρα πολύ καλή κι3 άγαπημένη συντρσφισσα, ήταν συνυφασμένη μέ τή ζωή μου, γιατί εκείνη κι* εγώ βρισκόμαστε σχεδόν όλες τις ώρες τής μέρας, οττίς δυο άκρες ενός σκοι νιού... Κι3 όμως έπρεπε νά τήν πουλήσουμε. "Άλλος τρό-
4
ττος για νά γίνη ή δουλειά του Μπαρμπερέν δεν 6ττηρχε. Ηρθε ένας έμπορος καί την εξέταζε, φανερά δυσαρεστημένος, για πολλή ώρα. Τής φόρτωσε τής κα κομοίρας βνα σωρό κουσούρια που δεν τάχε καί κα τέληξε πώς, άν την έπαιρνε, τακανε για νά εξυπηρέ τηση τη θειά - Μπαρμπερέν, επειδή ήταν πονόψυχος. Τό καημένο τό ζωντανό μέ κανέναν τρόπο δέν ήθε λε ν5 άφήση τό στάβλο του. — Πάρε αυτό τό καμτσίκι καί χτυπά την από πί σω!, μουπε ό έμπορος. — Αυτό αποκλείεται!, δήλωσε κοφτά ή θεία — Μπαρμπερέν. Μόνο σάν την αγκάλιασε εκείνη κι5 άρχισε νά τής γλυκσμιλάη, την κατάφερε νά βγή κ^ι3 ό έμπορος την έδεσε στ5 αμάξι του κι9 έτσι αναγκάστηκε νά τον α κόλουθή ση. Γιά ώρα κλεισμένοι στο σπίτι, άκαύγαμε από μακρυά τά λυπητερά μουγγανητά της. Ούτε γάλα ούτε βούτυρο πιά. Αίγες πατάτες νερό βραστες μ3 αλάτι κι* ένα κομμάτι ψωμί τό βράδι. Μ5 όλ3 αυτά ή μανα - Μπαρμπερίνα, όπως τη φώ ναζα, μου φύλαγε μιά έκπληΐξι γιά την Τρίτη τής Τυρινής. Πήρε ένα φλυτζάνι γάλα δανεικό άπό μιά γειτόνισσα - κΓ άς μη δανειζόταν ποτέ της ώς τότε κι3 άπό μιά άλλη; ένα μικρό κομμάτι βούτυρο.^Γυμ νώντας τό μεσημέρι, την είδα νά ρίχνη κάτι σέ μιά πήλινη γαΐβάθα. — Φαρίνα!, φώναξα χαρούμενος τρέχοντας κοντά. — Ναί, μικρέ μου Ρεμύ - ξέρεις τί φτιάχνουν μέ τη φαρίνα; —- Ψωμί. — "Αλλο; — Χυλό. ^ — Κι3 ακόμα κάτι: Σιβίγγους! Πέρσι πουχαμε την καλή μας άγελόοδα - τέτοια μέρα - ξετρελλάθηκες μέ δαύτους. Τό θυμάσαι, μόνο^δέν ήθελες νά τό πής, γιά νά μή μέ λυπήσης, επειδή είσαι καλό παιδί. Δόσε μου τό βούτυρο. (Πήρε ένα κομμάτι σάν καρύδι μέ τήν άκρη του κου ταλιού καί τδρριξε στο τηγάνι, όπου έλυωσε μέ χα ρούμενα τσιρίγματα. Καιρό είχα νά αισθανθώ αυτή τήν υπέροχη μυρου διά, άπό τό βούτυρο, τ3 αυγά, καί τις πατάτες. Πά
νω που τή χαιρόμουνα, Ιναε μπαστούνι χτύπησε^ τ#|ν ττόρτα μας, πού άνοιξε μετά, πριν π,ρολάβη κανείς νά μιλήση. Ή λάμψι τής φωτιάς φώτισε έναν άντρα μέ άσπρη μπλούζα κι' ένα χοντρό ραβδί στο χέρι % — Ποιος είναι; ρώτησε δίχως νά γυρίση τό κεφάλι ή μάνα - Μπαρμπερίνα. — Γιορτή βλέπω! Μην ένσχλήσθε!, είπε ό ξένος. — Θεέ μου! ΌΖερόμ!, φώναξε έκείνη παρατών τας σύξυλη τό τηγάνι. "Υστερα μέ πήρε άπ5 τό χέρι καί μέ πήγε κοντά του. — Ό πατέρας σου!, μοΰπε. Κ ΕΦΑΛΑ1 ΟΝ ΔΕΥΤΕ Ρ ΟΝ ΕΑΗΣΑ νά τον φιλήσω αλλά τέντωσε τό ραβδί του καί μέ σταμάτησε σπρώχνοντας μέ την ά κρη του. — Τ' είν’ έτοΰτος δώ; — ΕΤναι <3 Ρεμύ... — Μά μούλεγες...Γ/ — — Καλά - καλά... "Ομως 5έν ήταν άλήθεια γιατί... — Έτσι έ; Δεν ήταν αλήθεια! Ύψωσε τό ραβδί εναντίον μου μέ τέτοιον τρόπο, πού υποχώρησα τρομαγμένος. Γιατί τέτοια υποδοχή, ενώ πήγαινα νά τον φιλήσω; Τί τούχα κάνει; Δέν βρήκα καιρό νά σκεφθώ τίποτα. — Γιορτάζετε την Τυρινή δπως βλέπω!, εΐπε ό Μπαρμπερέν. Καλό αυτό, γιατί πεινάω σά λύκος. Τι καλά έχεις; — Σβίγγους ετοίμαζα... — Καλά - τό βλέπω αυτό. Έχει γούστο νά δώσης μονάχα σβίγγους σ' έναν άνθρωπο πού περπάτησε εί κοσι χιλιόμετρα στο πόδι! — Δέν υπάρχει τίποτ’ άλλο - δέν ξέραμε πώς 8άρθης. —- Τί θά πή τίποτα; Φαΐ δέν έχεις; Κύτταξε ολόγυρα βλοσυρός. — Όρΐστε βούτυρο!, είπε. Καί μετά σήκωσε πάνω τά μάτια, κεΐ πού κρεμνούσαμε τό λαρδί μιά φορά. Τώρα όμως από χρόνια δέν
υπήρχε πια καί κρεμόταν μονάχα μια πλεξούδα κρεμ μύδια καί σκόρδα άπ" τό ταβάνι. — ΌρΤστε καί κρεμμύδια!, εΐπε και κατέβασε μια πλεξούδα μέ τό ραβδί του. Μέ λίγα κρεμμύδια καί βούτυρο, θά μάς κάνης μια ωραία σούπα. Βγάλε τους σ·6ίγγους άπό κεΐ. Νά έβγαζε τους σβίγγους! Ή μάνα - Μπαρμπερίνα δεν εΤπε τίποτα, μόνο βιά στηκε νά κάνη γρήγορα δ,τι τής έλεγε. Εκείνος θρο νιάστηκε σ’ ένα σκαμνί, στην άκρη του· τζακιού. Δεν εΐχα σαλέψει ακόμα απ’ τό σημείο πού μ5 έ σπρωξε μέ τό ραβδί του καί τόν κύτταζα σάν χαμέ νος άπό την άκρη τού τραπεζιού. θάταν ώς πενήντας χοονώ, μέ σκληοό πρόσωπο, κι* απότομους τρόπους. Τό κεφάλι του ήταν συνεχώς γερμένο δεξιά, λόγω τής πληγής του κι* αυτό τόν έ κανε περισσότερο άποκρουστικό. Ή μάνα - Μπαρμπερίνα έβγαλε τό τηγάνι απ’ τη φωτιά κι9 έφερε τό τσουκάλι. — Θά φτιάξης σούπα μ" αυτό τό βουτυράκι; έκα νε ό Μπαομπερέν. "Άρπαξε μόνος του τό τηγάνι κι* άδειασε τό βού τυρο μέσα στο τσουκάλι. Πάνε οί σβίγγοι! Κι* όμως δέν συλλογιόμουν αυ τούς πιά, παρά μονάχα πώς ό σκληοός έκεΐνος άνθρω πος ήταν ό πατέρας μου. Ποτέ δέν εΐχα σκεφθή τί άκριδώς μπορεί νάναι ένας πατέρας καί τόν φαντα ζόμουνα μέσες - ακοές, σάν μιά μητέρα μέ χοντρήτερη φωνή. Άλλα έκεΐνος, πήγα νά τόν άγκαλιάσω καί μ* έσπρωξε μέ τό ραβδί· του. "Ήμουν πολύ τρομαγμένος. — Άντίς νά στέκεσαι μπάστακας, μουπε ξάφνου, βάλε κανα - πιάτο στο τραπέζι. Τσακίστηκα νά υπακούσω. Ή σούπα έγινε κι* ή μάνα - Μπαρμπερίνα γέμισε τά πιάτα. Ό Μπαρμπερέν άφησε τό τζάκι κι5 ήρθε στο τραπέζ ι. "Άρχισε νά τρώη λαίμαργα καί μέ θόρυβο κι* έκανε στάσι μόνο κάθε τόσο, γιά νά μ" έξετάζη μέ τό βλέμ μα. Άπ* την ταραχή μου δέν μπορούσα νά φάω καί στεκόμουν καί τόν κύτταζα. "Οταν καμμιά Φορά συ ναντιόνταν τά μάτια μας, χαμήλωνα τά δικά μου τρο μαγμένος.
— Τόσο τρώει πάντα αυτός; είπε ξαφνικά ό Μπαρμπερέν καί1 μ* έδειξε μέ τό κουτάλι του. — "Οχι... καλοτρώει. — Τόσο τό χειρότερο! "Αν δεν έτρωγε τουλάχι στο... Ή μάνα - Μπαρμπερίνα πήγαινε κι* ερχόταν γύρω άπ’ τό τραπέζι και πάσχιζε να τον περιττοιηθή καλύ τερα. Πεινάς ή δεν πεινάς; μούπ’ εκείνος. Όχι. — Τράβα νά κοιμηθής τό λοιπόν, μή θυμώσω! Νά κοιμηθής γρήγορα. Ή μάνα - Μπαρμπερίνα μέ κύτταξε και μοϋπε μέ τά μάτια νά κάνω έτσι, χωρίς λόγια. Εννοείς, ή κουζίνα ήταν και κρεββατοκάμαρά μας, όπως γίνεται στά περισσότερα χωριάτικα σπίτια γιά τή ζέστη. Απέναντι στο τζάκι ήταν δεξιά τό κρεββάτι τής μάνας μου και αντίκρυ, αριστερά, τό δικό μου, περικυκλωμένο μ3 ένα κόκκινο πανί, σάν παραβάν. Βιάστηκα νά γδυθώ και νά πέσω. Γιά νά κοιμηθώ δέ γινόταν λόγος. "Ημουν πολύ τα ραγμένος και πολύ δυστυχισμένος. Γιατί μου φερνόταν έτσι σκληρά ό άνθρωπος αυτός πού ήταν πατέρας μου, χωρίς νά τού κάνω απολύτως τίποτα; Είχα κολλήσει τή μύτη στον τοίχο καί ζοριζόμουν νά πάψω νά τά συλλογιέμαι αυτά καί νά κοιμηθώ. * Ηταν αδύνατο. "Οσο πιο πολύ προσπαθούσα τόσο ένοιωθα τον ύπνο πιο μακρύά μου. λ Πέρασε κάμποση ώρα κι5 ακόυσα τό βαρύ του βήμα νά ζυγώνη τό κρεββάτι μου. Μιά καυτή ανάσα έπεσε στο μάγουλό μου. —- Κοιμάσαι; μέ ρώτησε μουλωχτά. Πήγα νά πώ «ναι», από την τρομάρα μου. Τελευ ταία στιγμή κρατήθηκα κΓ έμειν’ ασάλευτος, γιατί θυμήθηκα τό τρομερό ύφος του σάν έλεγε: «Μή θυ μώσω !» — Κοιμάται, είπε ή μάνα - Μπαρμπερίνα/ Κοιμάται^ πάντα μέ τό^ πρώτο. Μή φοβάσαι καί δεν σ’ α κούει. Πώς τά πήγες μέ τή δίκη; — Τήν έχασα! Οί δικαστές βγάλανε άπόφασι πώς έγώ έφταιγα, έπειδή στεκόμουν πολύ άκρη στή σκα λωσιά. Ό εργολάβος, λέει, δέ μου χρωστάει τίποτα... Ή δίκη χάθηκε, τά λεφτά σωθήκανε κι5 έγώ εΤμαι σα
κάτης! Και δέ σώνει αυτό, παρά έρχομαι δω χάμω και βρίσκω κι3 ένα παιδί! Γιατι δεν έκανες δπως σου είπα; — Δεν μπόρεσα... — Αέ μπόρεσες νά τό πας στα έκθετα; — Δεν είν3 εύκολο ν3 άφήσης ένα παιδί που τ’ άνάστησες με τό γάλα σου καί τ3 αγαπάς, — Μωρ3 τί μου λες! Δικό σου ητανε; — "Ακούσε, Ζερόμ... θάκανα αυτό πού μούπες, άλλα μούπεσε κι3 άρρωστο την ίδια εποχή. — Δέ γιατρεύτηκε μετά; _— "Αργησε. Καί ύστερα ήρ'θε κι3 άλλη άρρώστεια; Έβηχε πολύ τό κακομοίρικο. Σχιζότανε ή καρδιά μου. Ό Νικάκης μας έτσι δεν πέθανε; Φοβόμουν πώς τό ίδιο θά πάθαινε κι·3 αυτό, άν τό πήγαινα στην πόλι. Είπα νά περιμένω όσο μπορούσα... — Πόσων χρόνων είναι τώρα; — Όχτώ. — Νά, τί έκανες: Θά πάη στά οχτώ του χρόνια, εκεί πούπρεπε νά πάη από μικρότερο! Καί δεν θά τούναι καθόλου ευχάριστο τώρα πιά. Τί κέρδισες; — "Οχι, Ζερόμ! Δέ θά τό κάνης αυτό! — Γιατί; Ποιος θά μ3 εμπΡδίση νά τό κάνω; Μην έχης τη γνώμη πώς μπορούμε νά τό κρατήσουμε αμα νάτι; Σώπασαν γιά λίγο κι3 εμένα μού είχε πιαστή ή ανάσα. Κάτι μούσφιγγε τό λαιμό. Πνιγόμουν. — Σ3 έκανε άλλο άνθρωπο τό Παρίσι!, είπε ξά φνου ή μάνα - Μπαρμπερίνα. Δεν έλεγες τέτοια λόγια πριν φυγής. — Τό σίγουρο είναι πώς τό Παρίσι μ3 άλλαξε καί μέ σακάτεψε κι3 από πάνω! Πώς θά ζήσουμε οι δυό μας τώρα; Δεν υπάρχει φράγκο - πάει κι3 ή άγελάδαώρες είναι νά πρέπει νά τρέφουμε κι3 ένα ξένο παιδί! — Είναι δικό μου! — Σιγά! Ούτε δικό σου, ούτε δικό μου, ούτε ^κάν χωριατόπαιδο! Τακοβα την ώρα πού τρώγαμε. Είναι λεπτεπίλεπτο κι3 αδύνατο σά γυαλένιο! — Ιό πιο όμορφο αγόρι στο χωριό είναι! — Καί μήπως θά τού γεμίζη καί τό στόμα ή ο μορφιά του, γυναίκα; Σηκώνει νά γίνη εργάτης μ3 αυτούς τούς ώμους πούχει; Είναι παιδί τής πολι τείας - δεν κάνει γιά μάς. — Είναι καλό κι3 έξυπνο, μ3 ευγενική καρδιά. Θά
δούλεψη για μάς, Ζερόμ. — Και πιο μπροστά, θά δουλεύουμ3 έμεΐς για δαϋτο. Λοιπόν εγώ δεν μπορώ νά δουλέψω! — Και τι Θά πής στους γονείς του άν τό γυρέ ψουν ; λ— "Ασε με, κυρά μου! Ποιο] γονείς; Που . τούς ηυρε; Όχτώ χρόνια δεν μάς τό γύρευαν και 8ά τό γυ ρέψουν τώρα, επειδή Θά τό δώσουμε; Δίκιά μου ή κου ταμάρα πού πίστεψα πώς Θάχε πλούσιο σόϊ και πώς μιά μέρα θά μάς πλήρωναν γιά τον κόπο μας νά τ' άναθρέψωμε. Έπειδής ήτανε, νά πούμε, τυλιγμένο μέ νταντελωτά σπάργανα! Ηλίθιε, Ζερόμ! "Ακου πού σου λέω: Τάχουν τινάξει προ πολλού! — Κι1 άν ζούν; "Αν έρθουν ένα πρωί και τό γυρέ ψουν; 4Η καρδιά μου μου λέει πώς θάρθουν. — Μηνυτή συνερίζεσαι. — Καλά, μά πές πώς έρχονται. — Ωραία. Λοιπόν κι3 έμεΐς τότε, θά τούς στείλουμε στο Ιδρυμα νά τό παραλάδουν. Δέ θά τό σκο τώσουμε! Θά^πάω αύριο κιόλα στον Δήμαρχο. Τώρα πηγαίνο.) νά δώ τον Φρανσουά, νά τού πώ πώς ήρθα. Τό πολύ πολύ σε μιά ώρα θάμαι πίσω. Ή πόρτα άνοιξε και ξανάκλεισε. Τότε πετάχθηκα όρθιος κι3 άρχισα νά κλαίω. Ή μάνα - Μπαρμπερίνα έτρεξε κοντά μου μέ λαχτάρα. — Δέ θά μ3 άφήσης νά πάω στο 'Ίδρυμα μανα Μπαρμπερίνα! — "Οχι, μικρούλη μου Ρεμύ. Μή φοβάσαι. Και μέ φίλησε μ3 αγάπη σφίγγοντάς με στην αγ καλιά της. — Δέν κοιμόσουν, παιδάκι μου; —- Δέν μπορούσα νά κοιμηθώ. — Δέ θά σέ μαλώσω... Λοιπόν τάκουσες όλα... — Ναι... Δέν είσαι μάνα μου... 3Αλλά δέν είναι πα τέρας μου κι3 εκείνος. Χωρίς νά τό θέλω είχε άλλοιώτικο τόνο ή φωνή μου σάν είπα αυτά τά λόγια και φανέρωσα τ3 αληθινά αίσθήματά μου. ^ "Ομως ή μανα - Μπαρμπερίνα δέ φάνηκε νά τό κα τάλαβε. — 3/Α, μικρούλη μου!, είπε σιγά. "Επρεπε νά σούχα πή^ πώς δέν ήμουν αληθινή μητέρα σου μά δέν μπορούσα νά τό κάνω, γιατί σ3 ένοιωθα τόσο πολύ σάν παιδί μου!... Γιά τούς πραγματικούς σου γονείς δέν
10
ξέρομε τίποτα. Σέ βρήκε ό Ζερόμ ένα πρωί, όπως πή γαινε στή δουλειά του. Περνούσε έναν πολύ μεγάλο δρόμο στο Παρίσι - έκεί στους μεγάλους δρόμους τούς λένε λεωφόρους. Περνούσε στη λεωφόρο Μπρετέϊγ λοι πόν κι9 ακούσε κλάματα μωρού, -ημερώματα ήτανε, Φλεβάρης μήνας. Βρήκε ένα μωρουδάκι πούκλαιγε ξα πλωμένο στο κατώφλι μιανής πόρτας. "Οπως σήκωσε σαστισμένος τό κεφάλι νά κυττάξη ολόγυρα, εΐδε κά ποιον πού βγήκε πίσω από τον κορμό ένού δέντρου καί τόβαλε στά πόδια. Σίγουρα περίμενε νά δή τί θ9 απογινόταν μέ τό μωρό εκείνος ό άνθρωπος. Ό ίδιος θά τόχε αφήσει. Κοντολογής μαζεύτηκαν κι9 άλλοι άν θρωποι άπ9 τά, κλάματα καί είπαν νά πάνε τό μωρό στην αστυνομία. Εκεί πέρα φώναξαν μιά γυναίκα καί τό θήλασε. *Ητοα/ πολύ πεινασμένο τό κακόμοιρο. Εί δαν πώς εΐγε πλούσια σπάργανα. Ό άστυνόμος δή λωσε πώς θά ταστελνε στο "Ιδρυμα, άν δεν δεχόταν κανείς άπ9 όλους πούχαν μαζευτή νά τό κρατήση. Γερό καί καλοκαμωμένο μωρό, από μεγάλο σπίτι α σφαλώς, σίγουρα θά τό ζητούσαν μιά μέρα καί θά πλήρωναν καλά εκείνον πού τ9 ανάθρεψε. "Έτσι είπε ό Ζερό μ πώς σέ κρατάει εκείνος, μιά καί σέ βρήκε... Είχα κι9 έγώ ένα μωρό στην ηλικία του τότε... Τί μέ πείραζε ν9 αναθρέψω καί δύο; -— Ό, μ^αμά! — Νά: "Υστερα άπό τρεΐς μήνες, τδχασα τό μω ρό μου. Μούμεινες έσύ, Ρεμύ μου, καί σ9 αγάπησα. Ούτε θυμόμουν πώς δεν ήσουν γιός μου στ9 αλήθεια. Τό θυμήθηκε όμως ό Ζερόμ. Τρία χρόνια περίμενε κι9 όταν είδε πώς δέν σέ ζήτησαν, είπε νά σέ πήγαινα στο "Ιδρυμα— Όχι! 'Τίχι στο "Ιδρυμα!, φώναξα σπαρακτικά. Σέ παρακαλώ, μάνα Μπαρμπερίνα, όχι στο "Ιδρυμα! *— "Όχι, παιδάκι μου. Μή φοβάσαι. Δέν είναι κα κός ό Ζερόμ, μόνο έχει φουντώσει άπό την αδικία τού τες τις μέρες. Έγώ τό κατάλαβα. Θά τά κανονίσω θά δής. Μόνο θά δουλέψουμε - κι9 έσύ, Ρεμύ μου. — Ναί, ναΠ Ό,τι θέλεις, μάνα - Μπαρμπερίνα, άλλα όχι οπό "Ίδρυμα! *— Καλά, καλά... Μέ μιά συμφωνία όμως: Θά πό σης καί θά κοιμηθής άμέσως, νά μή σέ βρή ξυπνητόν, τώρα πού θά γυρίση ό άντρας μου. Μέ φίλησε καί μέ ξάπλωσε μέ τά μούτρα στον τοί-
11
"Ηθελα νά κοιμηθώ, μά δεν μπορούσα, θυμόμουν δυο παιδιά στο χωριό, πού είχαν μια τενεκεδένια ταυ τότητα στο λαιμό τους κι* έλεγαν πώς ήταν παιδιά του Ιδρύματος. *Ηταν πάντα βρώμικα καί τ’ άλλα παιδιά τά κοροΐδευαν καί τά χτυπούσαν. — Όχι! Δεν ήθελα νά νίνω κι5 εγώ ένα τέτοιο παι δί καί νά τρέχουν πίσω μου στον δρόμο καί νά μου φωνάζουν: «Στο "Ιδρυμα! Στο "Ιδρυμα!» 'Ωστόσο δεν ακόυσα πότε γύρισε ό Μπαρμπερέν. ΚΕΦΑΛΑIΟΝ ΤΡΙΤΟΝ Τ
ΑΑΑΟ πρωΐ δεν έγινε κουβέντα από κα
νόναν γι5 αυτό τό ζήτηιμα καί έκανα τη σκέψι πώς ή μάναΜπαρμπερίνα θάχε καταφέρει τον Μπαρμπερέν νά μέ κρατήσουν. Εκείνος όμως τό μεσημέρι μέ φώναξε βλοσυρός καί μούπε νά φορέσω τό κασκέτο μου καί νά τον ακολουθήσω. Τρομαγμένος γύρεψα βοήθεια μέ τό βλέμμα από τη μάνα - Μπαρμπερίνα κι5 εκείνη πάλι μέ τον ίδιο τρόπο μούδωσε νά καταλάβω πώς έπρεπε νά υπα κούσω^ καί δέν είχα νά φοβάμαι. Βγήκα στον δρόμο δίχως μιλιά. 5Απ' τό σπίτι ως τό χωριό, ήταν κάπου μισή ώρα. Αέξι δέ μούπε σ5 όλο αυτό τό διάστημα. Μόνο έστρε φε μονοκόματος πού καί πού γιά νά εξακρίβωση άν ήμουν ^άκόμα μαζί του. Αυτό μ5 έκανε νά σκεφθ’ώ νά τό σκάσω κι* άρχισα νά μένω πίσω, αλλά τότε φαί νεται πώς κι* αυτός κατάλαβε την πρόθεσί μου, για τί ήρθε καί μ* επιασε άπ* τό χέρι. Μπήκαμε στο χωριό. Φτάνοντας στο καφενείο, μ5 επιασε άπ5 τ5 αυτί του καί μ’ έσπρωξε μέσα. Ησύχασα κάπως. Δέ θεωρούσα τό καφενείο επι κίνδυνο μέρος κι* εΤχα από καιρό επιθυμία νά μπω σ’ ένα καφενείο. Τίς περισσότερες φορές πού περνούσα άπ5 έξω άκουγα τρανταχτά τραγούδια κι5 είχα δή συ χνά ανθρώπους νά βγαίνουν παραπατώντας άπ5 αυ τό, μέ πρόσωπα άναψοκοκκινισμένα. ^ Ό Μπαρμπερέν κάθησε σ’ ένα τραπέζι μαζί μέ τον ιδιοκτήτη τού μαγαζιού κι5 άρχισαν νά κουβεν τιάζουν. Όλο μέ κυττούσαν καί κατάλαβα πώς μιλούσαν γιά μένα.
Πήγα και τρύπωσα κοντά στο τζάκι και κύτταξα μέ περιέργεια., Απέναντι1 μου καθόταν ένας παράξενος άνθρωποςένας γέρος μέ μακρυά, άσπρα γένεια, που ποτέ μου δεν εΐχα ξαναδή ένα ντύσιμο σαν τό δικό του. Τά άσπρα μαλλιά του έπεφταν στους ώμους του μπούκλες - μπούκλες και φόραγε κι* ένα ψηλό καπέλλο σταχτί, γαρνιρισμένο μέ πρασινοκόκκινα φτε ρά. Στη μέση του έσφιγγε μια προβιά μέ τό μαλλί από μέσα κι3 αυτή ή προβιά δέν είχε μανίκια κι* άπ3 τούς ώμους του ξεπετούσαν τά χέρια του, ντυμένα μ3 ένα βελούδο, πού φαίνεται πώς κάποτε θάταν γαλάζιο. Κάτι μακρυές μάλλινες γκέτες έφταναν στα γόνατά του κι9 ήταν δεμένες μέ κόκκινες λουρίδες, πού δια σταυρώνονταν γύρω στις γάμπες του. *Ακουμποΰσε τό πηγούνι του πάνω στη δεξιά του παλάμη, μεστόν άγκώνα στηριγμένο στο γόνατό του. Ποτέ δέν είχα ξαναδή ζωντανό πρόσωπο καί νάναι τόσο ήρεμο. Μου θύμισε τά ξύλινα αγάλματα των α γίων, πού έβλεπα ταχτικά στην εκκλησία μας. Κάτω άπ3 τήν^ καρέκλα του στριμώχνονταν τρία σκυλιά. "Ενα μαύρο, ένα άσπρο κι* ένα σταχτί. Τό άσπρο φορούσε ένα παλτουδάκι κι3 ένα πηλήκιο χω ροφύλακα, στερεωμένο μέ λουρί κάτω άπ3 τό σαγόνι του. -έχασα μιά στιγμής τον γέρο, γιοττί έφτασαν στ3 αυτιά μου τά λόγια τού Μπαρμπερέν. "Έλεγε στον άλ λον πώς θά μέ πήγαινε στον Δήμαρχο, γιά νά γυρέψη εκείνος άπ3 τό Γ Ιδρυμα νά τού δίνη ένα μηνιάτικο, γ:ά νά μέ κρατήση αυτός. Αυτό βέβαια τσχε πετύχει ή μάνα - Μπαρμπερίνα από τον άντρα της καί κα τάλαβα πώς, άν ό Μπαρμπερέν είχε συμφέρον νά μέ νω κοντά του, δέν είχα πιά νά φοβηθώ. ^ Πρόσεξα πώς κι3 ό γέρος άκουγε τη δική τους συ ζήτηση μέ τό ίδιο ενδιαφέρον πού την άκουγα κι3 εγώ. -σφνικά, άπλωσε τό χέρι καί μ3 έδειξε στον Μπαρ μπερέν, λέγοντας του μέ παράξενη προφορά: — Αυτό είναι τό παιδί πού σάς φέρνει σέ δυσκολία; — Μάλιστα, αυτό. — Αοιπόν, νομίζω πώς δέν θά πετύχετε ποτέ τη διατροφή πού λέτε. ,— Τότε θά πάη στο "Ιδρυμα. "Αλλοιώτικα τό πετάω στο δρόμο καί ξεγλυτώνω.
Υπάρχει κι" άλλος τρόπος ν* άτταλλαγηττε άμέσως^ τούπε^ό γέρος. ^ —- "Αν μ;ου βρή"τε τέτοιον τρόπο του λόγου σας, κερνάω μ* δλρ μου την καρδιά ένα μπουκάλι κρασί. — Πέστε νά φέρουν το κρασί κι* ή δουλειά μας κλείνει! — Σοβαρά; —- Σοβαρότατα. λΌ ασπρομάλλης παράτησε την καρέκλα του καί πήγε καί κάθησε μαζί μέ τον Μπαρμπερέν. ΕΤπε: — 5Αφού δεν το θέλετε τό παιδί, τό παίρνω έγώ. — Πως τό παίρνετε; — Τί θά πή «πως»; Νά τό ξεφαρτωθήτε δεν θέ λετε; — Νά πάρετε ένα τέτοιο άμορφο παιδί; Γιά κυττάτε^το! Ρεμύ, έλα δω. Ζύγωσα τρεμ όντας. — Μη φοβάσαι μικρέ, μουπε ό γέρος. Αέ λέω ποϋναι άσχημο παιδί. "Αν ήταν δεν θά τοθελα. — Είναι φίνος γιά δουλειά. — Είναι πάρα πολύ αδύνατος. — Ποιος; Αυτός; Τί κουβεντιάζουμε; Είναι δυνα τός σάν άντρας από τά τώρα, -ανάδατε τόσ® ίσιες γάμπες; - κι3 άνσσήκωσε τό παντελόνι μου. — Πάρα πολύ άδυνατες, ξ,ανάπε ό γέρος. — Δήτε τά μπράτσα του! — Κι3 αυτά είναι σάν τίς γάμπες του. Δεν βα στάει πολλή κούραση ούτε φτώχεια. — Ό Ρεμύ δέ βαστάει; Μά γιά κυττάχτε τον κα λά! Ό γέρος μέ ψαχούλεψε κι3 έδώ κι3 εκεί μέ τό κοκκαλιάρικο χέρι του. Είχα παρακολουθήσει μιά άνάλογη σκηνή, τότε μέ^ τον έμπορο πού πήρε τη γελά δα μας. "Ιδια κι3 εκείνος είχε κουνήσει τό κεφάλι, φωνάζοντας πώς ή άγελάδα δεν ήταν καλή καί στο τέ λος την είχεξαγοράσει. Μήπως θά μ3 αγόραζε τώρα ό γέρος καί θά μ3 έπαιρνε μαζί του; μάνα - Μπαρμπερίνα! — Είναι σάν άλα τά παιδιά, είπε 6 άσπρομάλλης. Είναι όμως παιδί από πολιτεία καί ποτέ δέ θά μπό ρεση νά δουλέψη στά χωράφια. — Αυτός έδώ; Μά γιά κυττάχτε τον! — Τόν καλρκύτταζα. "Ας είναι. Τον παίρνε -
τον Αγοράζω! - τον νοικιάζω όμως, νά πούμε, για εί κοσι φράγκα τό χρόνο. — Είκοσι φράγκα! — Είναι πολύ1 καλά. Και θά πληρώσω^ μπροστά. — "Αν τον κρατήσω, τό “Ίδρυμα θά μου δώσηι δέ κα τον μήνα. ^ — Τό πολύ εφτά, αλλά θά πρέπη καί νά τό τρέ ψετε.
— Θά έργαστή. — "Αν φανταζόσαστε πώς μπορούσε νά έργαστή δεν 8ά τό διώχνατε. Κανείς δεν παίρνει απ’ τό “Ίδρυ μα παιδιά γιά τη διατροφή παρά μονάχα γιά τη δου λειά. Αυτή Αφήνει τό κέρδος - νά: Έβγαλε ένα πέτσινο πουγγί απ’ τήν τσέπη του καί πήρε τέσσερα Ασημένια πεντόφραγκα άπό μέσα, πού τ άράδιασε στο τραπέζι. — Λάβετε ύπ5 οψι πώς αυτό τό παιδί θάχη μιά μέ ρα τούς γονείς του!, είπε διατακτικά ό Μπαρμπερέν. — Καί ^λοιπόν; — Έκεΐνοι πού τό μεγάλωσαν θά πληρωθούν. "Αν δεν λογάριαζα αυτό τό πράγμα, ποτέ μου δεν θά τον εΐχα φορτωθή. Τον συχάθηκα περισσότερο σ’ εκείνα τά λόγια. Τί κακός άνθρωπος! -— Δεν υπολογίζετε στούς γονείς του πιά καί γι' αυτό τό διώχνετε, είπε ό γέρος. “Οπωσδήποτε καί νά ψάξουν μιά μέρα γι’ αυτό, σ5 εσάς θάρθουν βέβαια, πού τό μεγαλώσατε. — Κι* άν τούς βρήτε του λόγου σας; — Σ’ αυτή τήν περίπτωση συμφωνάμε τήν αμοιβή στά μισά - ορίστε: Δίνω τριάντα φράγκα. ^— Σαράντα!, είπε ό Μπαρμπερέν πού γυάλισε τό μάτι του. — Πάει πολύ γιά τή δουλειά πού τό θέλω. — Καί γιά τί τό θέλετε; — Νά μου κάνη παρέα. Είμαι γέρος καί σάν κου ράζομαι πολύ, στενοχωριέμαι μοναχός τό βράδι. Θά μέ διασκεδάζη. ^ — ΓΥ αυτή τή δουλειά αντέχουν οί γάμπες του μέ τό παραπάνω. —Λ"Οχι, γιατί θάχη κι* άλλη δουλειά. Θά του βγή ή γλώσσα στο χορό καί στο πήδημα. Κοντολογής προσλαμβάνεται στον θίασο τού σινιόρ Βιτάλη. — Καί που είναι αυτός ό θίασος;
15
Δεν άργησε ν’ άποδειχτή πώς ό σινιόρ Βιτάλης ή ταν ό ίδιος ό γέρος και θίασός του εκείνα τά τρία σκυλιά που βρίσκονταν κάτω απ’ την καρέκλα του και μια μαϊμού πού βρισκόταν κάτω άπ’ την προβιά του απ’ την αρχή είχα προσέξει πώς σαν κάτι νά σάλευε οπτό κεΐ κάτω. Πρέπει νά πω πώς οί μαθητές του σινιόρ - Βιτάλη ήταν πολύ διασκεδαστικοί, άφού κατάφερναν νά μέ κάνουν νά γελάσω μέ τά καμώματά τους, την ώρα πού τούς σύσταινε, παρά την τρομερή δυστυχία πού ένοιωθα. Σκεπτόμουν όμως πώς, άν άρνιόμουν νά πάω μέ τον γέρο, θά μ’ έστελναν στο "Ιδρυμα, παρά τή θέλησι τής μάνα - Μπαρμπερίνας. Αυτή ή ιδέα μου προκαλούσε τή μεγαλύτερη φρίκη, — Λοιπόν γιά νά μήν ξεχνάμε καί τή δουλειά μας, είπε ό Βιτάλης στο τέλος, σάς δίνω τριάντα φράγκα. — Σαράντα. Ό γέρος μούρριξε μιά ματιά. — Θά στενοχωριέται τόση, ώρα τό παιδί εδώ μέσα, είπε. Γιατί δέν πάει νά παίξη στήν αυλή; ΚΓ έκανε ένα νόημα στον Μπαρμπερέν. — Σωστά, έκανε αυτός. Πήγαινε στήν αυλή, εσύ, μήν κουνηθης όμως πριν σέ φωνάξω, γιατί άλλοιώτικα θά θυμώσω! Φυσικά υπάκουσα καί γρήγορα! Ούτε είχα όρεξι γιά παιγνίδια όμως, μόνο κάθησα πάνω σέ μιά πέτρα καί περί μένα. Δέ θυμάμαι άν έτρεμα από τήν αγωνία ή απ’ τό κρύο. Στο τέλος βγήκε ό Μπαρμπερέν καί μου είπε νά πάμε γιά τό σπίτι. ’Ήλπιζα πώς δέν θά χώριζα όσιό τή μάνα - Μπαρμπερίνα, αλλά δέν τόλμησα νά τον ρωτήσω σχετικά, γιατί ήταν πάρα πολύ κατσούφης καί δέν έβγαλε λέξι σ’ όλο τον δρόμο. Μόνο λίγο πριν φτάσουμε στο σπίτι, μ’ άρπαξε απ’ τ’ αυτί καί δήλωσε ξερά: — ’Άκου δώ: Μήν πής ούτε μιά λέξι απ’ αυτά πού ακόυσες, καημένε, γιατί θά τό πληρώσης άσχημα έχε τό νου σου! ΚΕΦΑΛΑ ΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ ΦΥΣΙΚΑ'οΰτε αύτή τή φορά τόλμησα νά παρακούσω. Τήν άλλη μέρα, τό πρωί, όταν σηκώθηκα,
16
ή μάνα-Μπαρμπερεν έλειπε από τό σπίτι κι* ό άντρας της μου δήλωσε πώς ήταν για δουλειά στο χωριό και δέν θά γύριζε πριν από τ5 απόγευμα. Με κυττουσε παράξενα συνεχώς κι* αυτό τό πράμα μέ γέμιζε ανησυχία. Βγήκα στον κήπο γά νά μη βλέ πω τά μάτια του. Έμεινα πολλές ώρες έκεΐ, κοντά στις γλυκοπατάτες ποϋχα φυτέψει κρυφά, γιά νά τις παρουσιάσω μιά μέρα στη μάνα - Μπαρμπερίνα και νά_τής κάνω έκπληξι. -άψνου άκουσ5 από μέσα τον Μπαρμπερέν που μέ φώναζε. Δέν μπορούσα νά σκεφθώ τι μέ ήθελε, ωστόσο βιά στηκα νά γυρίσω στο σπίτι. θδα τον Βιτάλη κοντά στο τζάκι, μαζί μέ τά σκυ λιά του καί κατάλαβα αμέσως τί μέ ήθελε ό Μπαρ μπερέν. Ό γέρος θά μ5 έπαιρνε μαζί του καί γιά νά μην τους έμποοίση ή μάνα - Μπαρμπερίνα, ό άντρας της είχε φροντίσει νά την άπομακρύνη από τό σπίτι. ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
* Ενοιωσα ττώς δεν μπορούσα νά περιμένω κάμμιά βοήθεια απ’ αυτόν και έτρεξα απελπισμένος στόν Βιτάλη, — Σάς παρακαλώ, μη με παίρνετε, κύριε!, φώνα ξα σπαρακτικά. ;— Λεν θάο'αι δυστυχισμένος κοντά μου, παιδί μου μούπε συμπονετικά. Οί μαθητές μου θά σου κάνουν σπουδαία συντροφιά κι5 εγώ δεν δέρνω ποτέ τά παιδιά Γ; ατΐ στενοχωρ: έσα ι; — Μάνα - Μπαρμπερίνα! ^— "Οπως και νάχη, δεν πρόκειται νά μείνης δώ πέρα!, φώναξε μέ θυμό ό Μπαρμπερέν. ’Ή μέ τον κύριο θά πας η στο Ιδρυμα. Μπορείς νά διάλεξης! — "Οχι! Μάνα - Μπαρμπερίνα! —·’Ά! με σκότισες νά^σού πώ! "Αν θές νά σέ διώ ξω μέ ραβδιές από δώ πέρα, έτοιμάσου! — Τό παιδί ζητάει τή μάνα - Μπαρμπερέν, είπε ήσυχα ό Β^ιτάλης. Δέν κάνει νά τό χτυπήσετε έπειδη έχει καρδιά. Αυτό είναι καλό. — Χμ ! Τέτοια πέστε του, νά τσιρίξη περισσότερο! — "Ελα στη δουλειά μας, είπ’ ό γέρος. Κι* άφησε οχτώ πεντόφραγκα πάνω στο τραπέζι, πού ό Μπαρμπερέν τά φούχτωσε στη στιγμή. Μετά μουδωσε ένα γαλάζιο μαντήλι δεμένο στις άκρες, πού είχε μέσα δυο παλιά πουκάμισα κι5 ένα παντελόνι. — Πώς σέ λένε, μικρέ μου; ρώτησε ό Βπάλης. — Ρεμύ. — Πέρασε μπροστά στόν Κάπη, λοιπόν, Ρεμύ. Μπρος μάρς! Τά μάτια μου είχαν πνίγη στά δάκρυα. "Εβλεπα τον κόσμο μπερδεμένο, καθώς βρέθηκα ολόγυρα καί κότταζα απελπισμένος πέρα - δώθε. "Αρχισα νά φωνάζω μ’ δλη μου τη βύναμι: — Μάνα - Μπαρμπερίνα! Μάνα - Μπαρμπερίνα! Κανείς δέν άποκρίθηκε στις φωνές μου, πού πνί γηκαν σέ λυγμούς. Ό Βιτάλης μ’ έπιασε απ’ τό χέρι καί μέ τράβηξε μαλακά. — Καλό ταξίδι!, φώναξε ό Μπαρμπερέν καί χώ θηκε στο σπίτι. Αλλοίμονο! "Ολα τέλειωσαν! — Προχώρα, παιδί μου Ρεμύ, είπε ό Βιτάλης. ^ Καί μέ τράβηξε πάλι. Ευτυχώς δέν περπατούσε πολύ γρήγορα καί μπορώ νά πώ πώς μάλλον μέτρου-
ό£ μέ το δικό μου βήμα τό βήμα του. Πήραμε τον δρόμο πού ανειβαινε ατό λόφο μέ κορδέλλες και στην κάθε στροφή ξανάβλεττα όλο και ττιό απόμακρα,^ όλο και πιο μικρό τό σπιτάκι^ τής μάνα Μπαρμπερίνας. Είχα κάνει πολλές φορές αυτή τή διαδρομή. Ήξερα πώς σαν θά φτάναμε στην τελευ ταία στροφή, θάβλεπα για τελευταία φορά ακόμα τό σπίτι κι* υστέρα πια δέν θά τό ξανάβλεπα. "Οσο κι* άν ήταν μακρύς έκεΐνος ό άνηφορικός δρόμος, φτάσα με £ μ ιά φορά στο τέρμα του. Ό Βιταλης μου κρατούσε πάντα τό χέρι. — Μ* άφήνετε λίγο νά ξεκουραστώ; τού είπα. — Γιατί όχι, μικρέ μου; Και μ* άφησε τό χέρι γιά πρώτη φορά, δ μ ως τον είδα πούκανε ένα νόημα στον σκύλο τον Κάπη κι* έ κεΐνος ήρθε και στάθηκε πλάϊ μου. Κάθησα άπογοητευμένος στη χορταριασμένη άκρη του δρόμου και μέ τά θαμπωμένα μάτια μου, έψαξα νά βρω τό σπίτι τής μάνα - Μπαρμπερίνας. Πόσο είχε μικρύνει από την άπόστασι! "Ενα βήμα παραπάνω στον δρόμο και θά χανό ταν γιά πάντα. -αφνικά, είδα νά κινιέται ένα λευκό κεφαλομάντηλο στο δρόμο πού έφερνε από τό χωριό . Μισοφαινόταν και μισοχανόταν ανάμεσα στά φύλλα των δέντρων, ό μως είναι στιγμές πού ή καρδιά βλέπει πολύ καλύτερ* από τά μάτια. "Ήμουνα βέβαιος πώς ήταν ή μάνα — Μπαρμπερίνα. — Λοιπόν, κύριε, ξεκινάμε; μέ ρώτησε ό Β πάλης. — Σάς^ παρακαλώ! — Μπά! Νά, πού μουπαν ψέματα πώς είσαι γε ρός, άφου κουράστηκες τόσο γρήγορα, μέ μιά ανη φόρα. Δέν άποκρίθη,κα, μόνο κύτταζα. Ή γυναίκα μέ τό μαντήλι μπήκε στο σπίτι μας και ξαναβγήκε σχεδόν αμέσως./Άρχισε νά τρέχη εδώ κι* έκεΐ, μέ ζωηρές χειρονομίες σάν τρελλή. _*Έψαχνε γιά μένα.^ "Έσκυψα οσο μπορούσα κΓ άρχισα νά ξεφωνίζω μ’ δλη μου τή δύναμι: — Μάνα - Μπαρμπερίνα! Μάνα Μπαρμπερίνα! — Τ’ εΐν* αυτά; μούπ* ό Βιτάλης συνοφρυωμένος και κύτταξε κι* αυτός κάτω. Πρόσθεσε τότε μέ σιγανή φωνή:
— Κακόμοιρο παιδί ! •Και μ5 έπιασε από τό χέρι και με κατέβασε στον δρόμο. Προσπάθησα να τού ξεφύγω αλλά μ5 έσφιξε περισσότερο. — Κόρη!, φώναξε. Ζερμπίνο! Τα δυο σκυλιά ήρθαν και στάθηκαν δεξιά κι5 αρι στερά μου. Κάναμε^ λίγα βήματα κι9 υστέρα γύρισα πίσω πά λι τό κεφάλι, μά είχαμε περάσει την κορυφή του λό φου και δεν είδα πιά ούτε τό σπίτι μας ούτε τον κά μπο. Μπροστά κι5 απόμακρα, κάτι λόφοι πασκίζανε νά σκαρφαλώσουνε στον ουρανό. Κ ΕΦΑΛΑ! ΟΝ Π ΕΜΠ ΤΟΝ ^0 'ΒΙΤΑΑΗΣ δεν ήταν κακός, πράγμα σπά νιο^ γιά άνθρωπο πού αγοράζει παιδιά. Τό κατάλαβα γρήγορα. Θάχαμε που περπατούσαμε κανα - τέταρτο τής^ώ,ρας πάνω - κάτω καί τότε μ5 άφησε τό χέρι κι9 είπε ήρεμα: — Περπάτα δίπλα μου, παιδί μου. Νάχης μόνο στο νοΟ σου πώς ό Κάπη κι9 ό Ζερμπίνο αγρυπνούν. Καταλάβαινα πώς δεν μπορούσα πιά νά φύγω κι9 αναστέναξα. — I ό ξέρω πούσαι πολύ λυπηρένος - δέ μπορού σες άλλοιώς. "Αν σοΰ κάνη κέφι, κλάψε νά ξεθ'υμάνης. Μόνο πρέπει νά πιστέψης πώς δεν σέ πήρα γιά νά σού κάνω κακό. Δεν ήταν πατέρας καί μάνα σου οι άνθρωποι πού σέ μεγάλωσαν καί θά πήγαινες οπωσ δήποτε στο "Ιδρυμα. Μπορεί νάταν καλή ή γυναίκα ή μαμά σου, πού λές - καί νά τήν αγαπούσες. Πονάει ή καρδιά σου πού τήν άφησες. Αυτά δλα είναι καλά. Μόνο δεν θά μπορούσε νά σέ κρατήο'η αφού δέν ^ σ9 ήθελε ό Μπαρμπερέν. Κι9 αυτός μπορεί νά μήν είναι τόσο κακός πού πιστεύεις. Είναι φτωχός κι9 είναι σα κάτης καί δέν μπορεί νά δουλέψη καί δέν τ’ αρέσει νά πεθάνη άπ9 τήν πείνα γιά χάρι σου. Μάθε, μικρέ μου, πώς ή ζοοή καμμιά φορά είναι ένας σκληρός αγώνας καί δέν βολεΐ στον καθένα νά κάνη αυτό πού τ9 αρέσει. Τά λόγια αυτά ήταν αληθινά, αλλά υπήρχε κάτι πιο δυνατό άπ9 τά λόγια: Ό χωρισμός.