ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ
8 ΤΕΥΧΗ
ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΤΙΝΑ ΧΕΛΙΩΤΗ © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε. ISBN: 978-618-5531-92-8 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2022 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε.: ΑΛΤΑΝΗ 4, 153 51 ΠΑΛΛΗΝΗ ΤΗΛ.: 210-8983824 • E-mail: info@mikrosiros.gr • Site: www.mikrosiros.gr
:·;·:·:■
:ν§·:
ν.ν.
ΗΗ |ρ$Λρ
^^ί5γ:$ί§·:ΐί;ήίΐ:ί Α« ::£;β® ώΜ$ί«
ίΙίβ1ΐ|«βΙ1 5ί«4^»δ^:Α:ΑΑ·-·!·Ν·:·:·:·Α«Α::· ■·?>»κ«ί·ΛνΛν.:.;.^<^^>ώ:
Μια συνταρακτική πληροφορία...
-μιάσιος Κίνδυνος τής Αμερι κής, είχε κατορθώσει νά δρσ πετεύση, ενώ μετεψέρετο .μέ ΕIΛΗ Σ I που δημοσ ιεύισχυρή συνοδείια στο Άλκατιηίκε «στΐις εφημερίδες τροόζ, νά κλειστή στο κελλι ήταν απίστευτη. "Ολες τών ι μελλοθανάτων, προικει.μέ οί έφιηρερίίιδες σε έκτακτη;νου' εκ ινά έκτελεοΐΒή στις 17 δοσι, ιμιε χτυπητούς τίτλους, Μαρτίου. καί έντυτπωσιακες ψοοτογιρα "Ενα είδος πανικού είχε ψίες, 'άνέγραιφο?ν την συντα άπλοθή στο Σέντραλ Σίτυ. ρακτική πληροφορία. Ό ^Α "Ολιο'ΐ^ ήξεραν πώς ό "Αλαν λαν ^Μπρούκς, ό άδίισταχτοίς Μπρούκς τώρα πού ήταν πά φονιάς και αιμοβσρος έγκλη λι έλιεύθειροίςΐ, 8ά ιξίανάρχ,ιζε ; μάτι ας, ό ύπ’ άριθμάν 1 Δη- τήν έγκλη μαοτιική του δράσι
Η
ΤΙΜΗ ΔΡΑΧ. #
4
κα?ι τά θύΐμίατά του θά ήταν πολλά, "Ομιλοί πολιτών στους δρόμους ικάί στά κέν τρα τής Νέας Ύόρικης, διά βαζαν την ειΤδησι και την σχο Λίαζαν με φοβία]μόνα πρόσω πια. Τό ραδιόφωνο έδ άλλου, κάθε δέκα λεπτά, διέκοιπτε την κανονική εκπομπή του γιά νά ίμιεταδώση νεώ-τερες πληροφορίες γιά την συνταρα κ|τ ΐική άπόδρασ ι. «Τό αστυνομικό καμιόνι, έγραφαν ο! έφηρερίίΐδες,, ;πού ιμετέφερε τον "Άλα/ Μπρουκς σΥίς φυλακές Άλκατιράζ έ πεισε σέ ενέδιρα ίμιας στρατ·άς ιδολοφόινων. "Ολοι γνω ρίζουν δτι ό 'Άλαν Μπρουκς 6 δημιουργός του Συνδικάτου του Εγκλήματος, ε%ε, δικά σ'θή πράχθές από τό δικαστή ριο των ενόρκων καί καταδικάσθηίκε νά ψη|θή στην ήλε1κτιριική καρέκλα. Ή άπόφασι· του ορκωτού δικαστηρίου θά γινόταν στις 17 Μαρτίου και γιά τον λόγο αυτόν ά ποφιαίσίισθηικε μέ κάθε ιμυστυ ικότητα ή ιμίεταφσρά του Μπιρούκς ιστό Άλκάτράζ. Τά μέλη τής συιμίμορίΐας του σ~ ρως—άγνωστο ιμέ ποιό τρό πο—πληιροφορήθηικαν την α κριβή ώρα καί ήμερα τής Ιμε ταφοράς του καί έστησαν Ιενέδρία στους άστυνοιμ ικούς. Οι σάμ'μορΐτες περίιμεναν τό άστυνοριΚό· καμιόνι κοντά στή γέφυρα Χάμιλτον, καί ά κιοιβώς, εκατό ιμιέτρα υστέρα από αυτήν, σέ ίμιαν άτοπομη στροφή του δρόμου Ε κεί ένα φορτηγό που προπο ρευόταν ύπαχρέωσε τους ά-
ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ στυνοιμιικιους νά άνακόψουν ταχύτητα. Τότε ξεπετάχτη καν από τους γύρω λόφους οίί συίμιμόΐργπεις 'ώπλισ μόνοι ιμέ αυτόματα) καί μυδρίαλλιοβόλα. Οι άστυνσμιικόί έδέ ιχθηκαΜ ΐέντελώς αίφνκδ ιαοτ ι κά έναν άγριο καταιγισμό τπυ ρός. Παρ' όλα ταυΤα όμως δεν έχασαν την ψυιχρσιίμίσ τους. ^Εδωσαν (μέ τά όπλα τους την ιαίπάντηΐσι, Άκολού 'θη|σε ιμιά συντρμη άλλά σκλη ρή μάχηγμέγρις εσχάτων. Οι ηρωικοί άνδ'ρες τής άστυνομί ας έπεισαν μέχΐρις ενός έκτελοϋντες τό καθήκον τους, άφοΟ έξολόθρευσαν τριαντα τέσσερις συμιμορΐτες, τά πτώματα τών οποίων ευ.ρέθη κσγ ιείς τον τόπον τής ένεδρας. Άλλα οί άλλοι κακουρ 7οι πού άπόμειινίαν ζωντανοί ελιευθέρωσαν τό ν *Ά λ α ν Μπρουκς καί έ ξαφρίστηκαν. — "Αν ό *Άλαν Μπρουκς, εΐπε κάποιος άττό έκείνους πού διάβαζαν μιά έκτακτη, έκδοσι όφηρερίδος στη γω νία τής Νάσιον Στρητ, αποΦασίση νά έκδίκηιθή, πολλοί έχουν νά κλάψσυν. Ό Τδιος άλλωστε τό εΐχε δηλώσει πώς ο! φίλοι του δεν θ’ άφη ναν (κανόναν' ζωντανό από τόύς άστυινομιικούς ποίύ τον συέλαβαν καί άπ* τους δικα στές καί τους ένορκους που τόν καταδίκασαν σέ θάνατο·. Αυτό ίθά γινόταν αν πέθαινε Γώρα όμως πού εΤναι ζωντα νός, τά πράγματα, θά πάνε πολύ χειρότερα. *0 ίδιος θά βάλη σ’ έφαριμογή τό σχέδιό του...
ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
— Τώρα θά αρχίσουν πά λι καί οι ληστείες στις τρά πεζες ! „ συμ|πλήρρσ1ε ένας άλλος. Είχαμε ιβρή για κάμ ποσο καιρό την ήσυχία μας. Τώρα όμως ή Νέά Ύαρκή 6ά ξαναγίνη Σικάγο. Ό Μπρούκις είχε δυο χρόνια στη φυλακή. Τώρα πού είναι έλευ Βέρος θά ξανιαφτιάξη τό Συν δικατο του έπιστροπεύσντα)ς όλαν τον υπόκοσμο. —· Μά τί κάνει επί τέλους αυτή ή άστυνομία!, έκανε νευρικά μιά ξερακιανή κυρίά ττού είχε παρακολσυθήΐσει τή αυήφΐηΐσι.. , (Πώς τον άφησαν νά τούς φυγής <Κ ι3 άψου τους έφυγε δεν μπόρεσαν νά τον ξαναπιάσαυν; — " Ενας μονάχα θά μπό ρεση νά τον τσουβαλιάσηι, εί πε ιένας ικοντόχοντρος καθώς έφτυνε την τσίίκλα πού μα σούσε. Ό Τζόε^Ντίκ. Σ' αυ τόν θά μπορούσε νά 6ρή τον μάστορα του ό: "Αλαν Μτηρούκς. Άλλα ό Τζόε ΝτΙίΙκ είναι πολύ μίακρυά άπό το Σέντραλ Σιίτυ. — Πού 'βρίακίεττσι; ρώτη σε ή νευρική κυρία. — Τάν σκόώωσαν, κυρία μου! , άναστεναξε κοντό χοντρος κύριος. Πριν ένα μή να τό έγραψαν σι έφημερι1δες. Σέ μιά συμπλοκή μέ κα κάποιους ισττήιν Ινδοκίνα σκο τώθηικε. Ήταν μιά σπείρα πού ικ|ατασκεύαζε πλαστά δολλάριια. Οΐ Ηνωμένες Πο λιτείες χάσανε τον πιο έξυ πνο και τολμηρό ντέτεκτίβ τους.
5 Τό^ μαύρο αότσκίνητο του θανάτου...
ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΙ της αστυνομίας υστερία α πό τήν άτπόδρασι τού ΜΗτρούικς1 ήτάν πρωτοφανής. Άλλα, ττάρ’ όλες τις φιλοτι μίες προσπάθειες των άνδρων τής Ασφαλείας καί τού "Εφ —Μπί—"Αϊ, τίποτα δεν έγι νε. Ό "Αλαν Μπρούκς^ καί ή παρέα του δεν ξαναίβιρόθηκαν. Ήταν σάν νά άνοιξε καί νά τούς κατάπιε ή γης. — Δεν μάς μένει παρά νά περιμένουμε, είπε ό ίνσπεκτορ Τορενσάν Ιστούς άνδρες τής^όμάδος διώξεως. Ή συμ μαρία του ιΜπρσύκς θά ξα ναρχίση χωρίς άμφ ΐ'βίολίσ τή δράσι της. Κάποιος άπό τούς γκάγκστερς θά μπερδευτή ατά πόδια μας κΐάί θά ξαναμΙποΟμε στά ίχνη τού άρχικακούργου. Σ' αύτίό τό μετά ξύ θά ενταθούν οι πείριπάλίες καί θά βρισκόμαστε σε συινεχή συναγερμό:. Ιδιαιτέρως πρέπει νά προσέχουν εκείνοι που είχαν κάποια άνάμιξι στή σύλληψι τού έγκλημ^ατία αυτού. Ό Μπραύκς είναι έ να φίδι. Θά χτυπήιοη ύπου λα. Χρειάζεται λοιπόν προ σοχή ικοό έπαγρύπίνησις. Ήταν πραγματ'ίικά ένα Φίδι ό Μπραύικς καΓι ύστειρα άπό τρεις βδομάδες ψαινομενι κής απραξίας ξανάκσίνε τήν έμφάνισί του. * * * — Ή ιμαυρηι κάντιλλάκ!, ξεφώνησε ό άστυφύλακος καί
6
τά μάτια του στηραγγύ'λΕψοον' από τρόμο. Ή .μαύρη κιοον τιλλάκ πάλι! Τό ιμίαώρο αυτοκίνητο πέράϊσε με ίλιγγιώδη ταχύτητα έξω άπό τό πενταώρσφο κτί ριο ταυ 8ου ποραρτήματος Ασφαλείας τής 14 ης λεωφό ρου με σβυστά όλα τά φώτα. Ο αστυφύλακας, πού στεκό ταΜ σκοπός στήν εξωτερική πόρτα του ικτιιριάυι, ένοιωσε ένα τηαιγωιμιείνο χέρι να τοΟ χαϊδεύη τη ραιχδκοκΚαλιά. — Ή μαύρη κάντ ιλλάκ!, είπε πνιχτά. Δεν μπορούσε νά ξεχωρί ση τον αριθμό της,. Μπορεί νά μήν είχε καί καθόλου ά* ρυθμό. Έΐδε όμως, καθώς τό αυτοκίνητα περνούσε σάν βο λίδα άπό μπροστά του, νά άνοίγηι ή δεξιά πόρτα του. 5 Απο την πόρτα κάτι πετάχτηκιε έξω καί κύλισε ^ σαν σακκί στη ιμέση του δρόμου. Ύστερα ή πόρτα ξανάκλεί σιε καί τό αυτοκίνητα μουγγρίΐζόντηας χάθηκε προς τή μεγάλη λεωφόρο. — "Ενα ιπττώιμα!, γρύλλι σε ό αστυφύλακας. 'Πρίν τρεξη προς τό πτώιμά/ πίεσε τό κουμπί του συ ναγερμού. Ή καμπάνα ήχηισε εκνευριιστιικά ιμιόσα ιστή νύ χτα. Ακούστηκαν φωνές καί παραγγέλματα. Φώτα άνα ψαν άλληλοδ ιάδόχως στα διάφορα πατώματα καί οί αν δρες των ομάδων νυχτερινής περιπολίας ετρεξαν προς την έξοδο ιμέ τά αυτόματα στό χόρΐ'. — Τό ιμίο^ρο αότκ^ίΥητο!,
ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ
είπε 6 ιστκοπός ^ άστυφώλακας δείχνοντας πρός το δάθος τής λεωφόρου. "Από τή μαύ ρη καντιλλάκ ρίξανε ένα πτώ μα ατό δρόμο... Χωρίς νά ζητήσουν περισ σότερες λεπτομέρε ιες οι άστυ νρμικάί ιπήδηριαώ ατ? αύπτορ κίνημα πού περίμ&ναρ έξω άττό τό κτίριο καί ρίχτηκαν πίαιω ιάπό τό ιμαύρο αμάξι Οί σειρήνες τους άρχισαν νά ουρλιάζουν άγρια θριυμματίιζοντας τή γαλήινηι τής νύχτας. Ταυτόχρονα, τά ασύρματα τη|λόφωνα ιμπήκαν σε λειταυρ > ίια καί άρχισαν νά μεταδιιδουν όδηγίιες ικίαί εντολές. — Προσοχή! Προσοχή!, έλεγαν τά άσυρμίατία τηλεφω να. Διαταγή πρός όλα τά πε ριπολικά! Μαύρη καντιλλάκ συμμορίας "Αλαν Μπρούκς ένείφανίοίθη καί πάλιν1. Στα ματήσατε ττάση θυσία μούρην καντιλλάκ κατευθυνομένη, έκ 14ης λεωφόρου πρός πλα τείαν Σράτς. Χρησιμοποιή σατε όπλα εις περίίπτωσίν α νάγκης. 5 Αποκόψατε όλας τάς οδούς του 157 οίκοδομ ιικου τετραγώνου. Έρευινή οατε άπαντα αυτοκίνητα χρώ μοίτίος ιμαύρου τύπου κιαιντιλ λάκ τά 'ότποίϊά έμφρνίζονταΐι εις αυτήν τήιν περιοχήν... *\Επακολούθησαν ιμφικά λε πτά ησυχίας. "Υστερα πάλι τά τήλέψωνό ξανάρχισαν: _— Προσοχή! Προσοχή! 5 Επαναλαμβάνορεν. ΔιαΤανή πρός όλα τά πφιπολικά τής δυτικής πλευράς. Σπεύσατε πρός πλατείαν Σράτς.
τον ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
1
*0 Τζόε Ντικ εμεινε άσάλευτος όταν είδε τον βοηθό του δεμένον...
Σ παρατήστε τπάση θυσία αύ τακίνητον (μαύρου χρύμιατος τύπίοιυι κιοΡτιλΙλάκ. 0\ σειρήνες των άστυνσμι κων αι!τακιινή[των ούρλιαζαν άγρια ιμέσα στή νύχτα,} &Λ το ιμαΟρα (αυτοκίνητα, άδιάφορο για δσ,α συνέβαινοον τπ σω τρυ», εξακολουθούσε νά τρέχη αναπτύσσοντας όιλοέ να κάί μ!εγα1Αύτε|ριη, ταχύτη τα. Στήν πλατεία Σράτς τά λάστιχά ταυ έβγαλαν Ε να άνατριχιασπτικο στηρίγγλισιμια καθώς έστριβε απότομα π>ρας τά ά|ρΐιστερά για Μα ,μττή: στην κατηφορική Τζό ουνς Στρήτ. Άττ5 τήν άπέ ναντι όμως γωνιά φάνηκε την ίδια στιγμή ένα άπό τά
περιπολικά που είχαν λάβει μέ τό άσυιρματτο τηλέφωνο γνωσι τής διαταγής καί 6ο κ'Ιμίαισιε Μα του κλειση· τον δράμρ. Ό δυνατός πιροβολέας που ιβρ «σκόταν στο κοπώ του άοτΓΜνομιιικου αυτοκινήτου έλαμψε στέλνοντας έκτυφλω; τ ικέις δέσιμιες φωτός στή ;μιαιύ ρη κιαντιλλάκ. Μερικές προ ειδοποιητικές 'βίολές ρίχτηκαν κάί πολλές σφαίρες τπέρασαν γύρω άπό τό άγνωιστο άμά ξι σφυρίζοντας όοπαίΐσο. —ΓΑλτ!, διέταξε μια βα ρειά φωνή απτό τό ρεγάψωινο. Σ παρατήστε καί παροή δοθήτε! Διαφορετικά θά μι λήσουν τά αύτόρατα. Ή ροώρη καντ ιλλάκ ρέίι-
ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ
ωοε γιά ^ένα λεπτό τήν ταιχύ τιηίτά της, άλλα δέν σταμά τησε. Ό οδηγός της μέ <μ ΐ'όον επιδέξιία ικίνηΐσι ανέβηκε στό πεζοδρόμιο, έχοντας ατά δεξιά τό άστυνόμικό αυτοκί νητο. Τό χοντρό κρύσταλλο του δεξιού παραθύρου τής καίνιτιλλάκ κατέβηκε γοργά και στο άνοιγμά ταυ πρόβαλίε. ένας άταάλιινος σωλήνας σάν ικάν*νη κάναν ιού. Μια γλωσσά φωτιάς βγήκε ^όπό τό σωλήνα ικι»* ένα τεράστιο φίίδι ίάπό φλόγα ταξίδεψε προς τό ,μιέ|ρος του περιπο λικού αύτοκιινήτου καί τό άγ κάλιασιει. — Φλογοβόλα!, ούρλιασε ό πυροβολητής άστυναμ ιικός που καθόταν δίίττλα στον σωφήρ. Φλογοβόλο! Θά μάς κά ψουν! Ακούστηκαν (μερικές ριπές. Τό ,μίαυρο · αυτοκίνητο πέρα σε πλάι ιάπό τό φλεγό'μιενο άστυνοίμιικό. Μέσα σέ ιμιά κόλασι φωτιάς οί άνδρες του πάλιευΡον άπεγνωσμένα νά ξε φύγουν τον θάνατο. Ό άτσα λένιος σωίλήνας χάθηκε από τό παράθυρα και τό) άγνωστο αμάξι, άφήινοντας πίάω του σύννεφα ιμαύρου καπνού, εκάμψε πάλι άρ κότερά ^ καί, μπαίνοντας σέ ιμιά πάροδό έξαφανίΐστηικέ πέρα άπό τό δημόσιο δρόμο πού έφερνε ατό Φό’ρεστ—Χάουζ... 40
15ος άστυνομικός,..
Ο ιΠΤΩΜΑ ήταν φοβέ ρα παραμορφωμένο. Τά άνοιιχτά !μάτια του είχαν ίμιαν εκφιρασι τρόιμόυ και
στπό παγωμ'ένο πρόσωπό του υπήρχε ιμιά ιάνατριχιασπΊκή γιφιΐμάτσα ένας τρελΑου γέ λιου. — Καί όμως 6 "Αντανυ ΣιμίΙΘ, είπε ό ίνοπέκτορ Λέ~ μυ Τόρενσιοιν, ήταν ένα άπό τά πιό έξυπνα παιδιά τής 3Ασφάλειας Παλλήκάρι και σβέλτος στο πιστόλι. Αυτή ή έκφρασι των (ματιών του δείχνει πώς κάτι άπαίίσιο και άπείρ ίιγρ απτα σαταν ικό άντίΐκιρυσε λίγες στιγμές πριν πεθάνη. Είναι ό δέκατος πείμ πτας αστυνομικός; που χά νει τη ζωή του (μέσα σέ μιά βδομάδα. "Εχουμε νά κάνου με λοιποίν πάλι /μ3 αυτόν τον αληθινό σατανά τον Μπρούκς^! Είναι ζήτημα τιμής γιά μάς πού ζαύμε νά πάρουμε έκδίκησι γιά τό θάνατο τών συναδέλφων μας, πού έπε σαν έκΤελούντες τό καθήκον των εις τον πόλεμο εναντίον τού εχθρού αυτού τής κοινω νίας. Τό πτώμα τού "Αντωνυ Σμίίθ ήταν ξαπλωμένο στο μάρμαρό τού νεκροτομίείου. Ό ίνσπέκτορ Τόρενσον. μι λούσε καί παρακολουθούσε τον ιατροδικαστή πού έκανε τη νεκροψία. Γύρω οπό τόν Τόρενίσον ήτιαν οι βαθμοφό ροι τού 8ου παραρτήματος τής 14ης λεωφόρΙαυ. Τά προ σωπά τους ήταν θλιμμένα. Μέσα στο βλέμΙμα τους όμως ξεχώριζε ή άπόφασι νά πολε μήσουν ιμέχρις έσχατων, συ νεχίζοντας τόν σκληρό άγώνα έναντίοίν τού μυστηρ ιώδους καί σατανικού Μπρουκς πού
ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
έξαι^λουθαυαε να παραιμένη άσυλληπτος. -— Έχέι τρεις σφαίρες στηοιν αυχένα, είπε ό ίοοτροδι καστής, όταν τελείωσε τη δουλειά του. Π,ράκιειτιαι δη λαδή 'ττειρι πραγματικής έκτελιέσεως. Τά τραύματα είναι έξ επαφής. Τον έδεσαν κ>οΰί τον έξετέλιείσαν. "Ύστερα πή ραν το πτώμα του· καί τό πέ ταξαν (μπροστά απτό κτίριο της Άσφαλείάς... — Δεν υπάρχει Αμρι βό λια!, Αναστέναξε ό Τρρενσον. ΕΤναι οι Ιδιοι πάντα που οργανώνουν και έκτελούν αυτές τις δολοφονίες. Ή ί δια ιμέθοίδος, ό ίδιος τράτας θανάτου. Ό διάβολος νά ϊμιέ τάρη· δον καταλαβαίνω τί! γίνίεπαι! "Οπως κΓ δτν έχη, ό μως το πράγμα, τά καθσρ ίϋατα τής συιμιμ<ορίίας του Μττρουκς του κάνουν τους φόνους θά ψηθούν μιά (μέρα στην ηλεκτρική καρέκλα. —Πολύ Φοβάμαι Ινσπέκτορ, είτε ό ίατροδικαστή,ς, άνάβανΤας τσιγάρο, πώς ώς έκείνηι τή μέρα θά έχουν χα~ 9η τολλά παιδιά τής άστυνο ιμ'ίΐοκς. Κ ι’ ύστερα ^ώπ* τους αστυνομικούς θάρθή ή σειρά των ένόοκων ικαί των δικά ατών. Νομίζω πώς είναι και ,ράς, πριν ισυμβουν χειρότε ρα, νά μίτη στο γλένΗπ 6 Τζαε Ντίίκ. Μονάχα αυτός θά μπρρέση νά άναίμετιρηθη μιέ τον1 "Αλαν Μτηρουκς. Ό άστυνομ ικός έπιθεωρητής Αναστέναξε. — Ό Τζάε Ντίκ, γιατρέ,
είναι νεκρός!, εΤτπε. Μακάρι νά ζαυσε... νΕνσ καινούργιο τηλεγράφημα που ττήραιμιε άτπο την Ινδοκίνα έπιεβεβάίίωσΐε χθες την θλιβερή είδη σι. 'Ο Τζόε Ντίκ κάνει μια έτπσκεψι...
ΤΑΝ περασμένες 9 το ^ βράδυ τής άλλη μέρας, όταν ένα) αυτοκίνητο σταματούσε έξω Από τό σττί τι του Πάτ Ντάρβερ οτήν Λάϊν Στρήτ 32. * Ητοον μιά Αναιχτάχρωμη, Μερσεντές, τε λευταΤο μΙαντέΙλΙοί, ττ(ου έδει χνε πώς ό κάτοχός τηις έπιρε. τπε νά είναι πολύ πλούσιος. ’ λ τη τό αυτοκίνητο πήδησε ένας νέος ως τριάντα χρόνων ιμέ αθλητικό παράστημα. * Η τοον, όπως πάντα κομψά ντυ μένος. Φορούσε ένα, σκληρό μσύοο κάπέλλαμιέ μπόρ στε νό.Τό φίνο Από άκοιβό κ'ασμή ρι κοστούμι του έδειχνε πως ραβόταν σ' έναν από τους ττιΐό» ιφιηΐμίαμένόιυς ραπτικούς οίκους Ανδρικής μόδας τηις Νέας ΎάρΙκης. Μιά γκρίζα γραβάτα, ένα μεταξωτό άοω ματισμένο άσπρο μαντηλάκ ι στην έπάνοα τσέπην του σακκακιου του καί μιά φρέσκια γαιρδένισ στο πέτο συμπλήρω ναν τήν Αριστοκρατιική του έμίφάνι'σι. Φορούσε κΟτρινα γάντια κΙαί στά χέρια του έπαιζε μ* ένα λεπτό μπαΐστου νάκι (μ(έ χρυσή λαβή. ^ Χτύπησε τό κουδούνι κΓ ένας ύπηρέτης ιμέ λιβρέα τού άνοιξε. — Ό κύριός μου σάς περί μένει!, είπε στον νέο κάνον-
Η
10 τοας ίμια βαθειά υπόκλιισι. — "Ω!, έκιανιε εύθυμα 6 νέος. Βλέπω πώς ό στραττηρ >άς άλλαξε (υπιηΐοέτη). Αυτά ήταν έξω άπ’ τις συνήθειές του. Πώς το «έπαυε; (Και ό Τζών; — Ό Τζών άσθένησε ξαφνιΐκά, κύριε, πρίιν μιά βδο μάδα και άπό τότε τον Αντί καθιστώ έγώ. — Φαίνεσαι καλό παιδί! Ό υπηρέτης ύποκλίθηικε πάλι. —* Ή καλωσύνη σας κύ ρ»ε... Ό νέος πέοάσε μέσα κι* υστέρα άπό λίγο ό υπηρέτης τον ώδήγη!σε στο γραφείο του στρατηγοί) Ντάρβερ. Τό γραφείο· του Πάτ Ντάρβερ ήταν στο πίσω μέρος του σπιτιού. Ήταν ένας, κοντόχοίντοο αντριας μέ γκρίζα ,μαΐλ λιά, έξυπνα «μάτια >κια!ι τετρά γωνο πρόσωπο. Πολλοί λ’ί γοι ήξεραν πώς 6 μεσόκοπος αυτός άνθρωπος είχε μια έξαιρίετιικά έμίπΐιστειυτπκή θέσι οπήν Υπηρεσία Ασφαλείας του κράτους καί δτι έπαιονε οδηγίες κατ* εύθείΐαίν άπό τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών για την έξιχνίασι τών πιο σκοτεινών και μΐυ στηιο ιωδών υποθέσεων, τις όποιες δεν ιμ'ττοοούσαν νά δια λευκιάνουιν τα δοκιμασμένα λαγωνικά τού "Εφ—ΜτγΙ— *Άϊ και της τακτικής άστυνομίας. Ό Ντάρβερ, μόλις είδε το νέο νά μπαίνη στο γραφείο του, σηκώθηκε καί τον υπο δέχτηκε άνοιχτόκαρδα.
ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ
— Έπι τέλους, Τζόε!, εί πε ό Ντάρβεο. Σέ ξαναβλέπω ζωντανό. "Ολοι είχαμε1 Φοβη θή τότε, δταν δηρασιεύθηκε τό τηλεγράφημα άπό την Ίν οσκίνα, πώς δεν θά σέ ξανα βλέπαμε. —Είχα τρααμιοτισθή κά πως σοβαρά, άπάνπτησε ό νέ ος. Μά φαίνεται πώς ό Τζόε Ντιικ είναι εφτάψυχος σαν τις γάτες. Τή γλύτωσα. ’Αλ λά αυτή ή ίστοιοίά τού θανά του μου μ(ού άρεσε κι* έτσι δεν φιρόντισα νά ξαναδώσιω σημεία ζωής. Ήοθα σήμερα τά ίμιεστίυφί' ίΥκόννιτα στη Νέα Ύόοκη ιμιέ άλλίο βνομία και μέ άλλη Φ·όπσα όπως κα ^αλαβάίνεις. Κι* έτσι κανείς δεν ιμιέ μιυισίστηικε. * — Χαίιοοίμαι που είσαι καλά, Τζόε Ντίκ! Κάθησε', Τζόε. Ήρθες στην πιο κα τάλληλη στιγμή. Εντελώς τυχαία πήρα τό τηλέφωνό σου σήμεοα τό άπόγευιισ. Κάτι ιμ* έσπρωχνε, κι* έγώ δεν ξέοω τι. καί ττήοοο το σπίτι σου. "Οταν άκουσα τή Φωνή σου καταλαβαίνεις τή χαρά μου... Ό Τζόε Ντιικ κάθηισε και χαμογέλασε καθώς έβγαζε τά γάντια του. — Σου βρήκα μιά σπου δαία βαϋλειά, Τζόε, είπε ό Ντάρβερ. Ό Πρόεδρος τής ?ϊΑμερικής μέ κάλεσε χτες στο Λευκά Οίκο και μέ ποορεκάλεσε νά βοώ κάποιον που θά μπορούσε νά τά βγά λη πέρα ιμ5 αυτόν τον "Αλαν Μπρούκς! 9Ηταν μιά κατα πληκτική εύνοια της μύχιας
ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
πού ξαναγύρισες. "Ο ντέτεκτί'β Τζόε Ντίκ δε μίλησε. "Εβγαλε την χρυσή ταμίπακκέρα του και πρόσψειρε τσιγάρο στο στρατηγό.Ό Ντάρβερ πήρε ένα. Ό Τζάε του έδωσε φωτιά μέ τον χρυσό άναπτήρα του· κι* άναψε ικιΓ αυτός το δικό του. Ρούφηιξε ήδσνιικά τον καπνό κι1 ύστερα βάλθηκε νά παραικολουθή τά γαλάζια δαχτΜλίίδια πού ανέβαιναν στο ταβάνι. — Λο ιπόν ακούσε, Τζόε:, είπε ό Ντάρβερ. "Ενα πιστόλι σταματάει τη συζήτησι...
ΝΤΑΡΒΕΡ άπλωσε ^τό χέρι του καί πήρε ένα φάκελίλιο πού βρισκό ταν απάνω στο γραφείο Τράβηξε ένοο τσαλακωμένο χαρτί άπό .μέσα καί τό έδω σε στον ντίέτεκτυβ. — ^ Διάβασε πρώτα αυτό, του είπε. Ό νέας πήρε τό χαρτί. 9Η ταν μιά (λ ιγόλογη, επιστολή γραμμήνη στη μηχανής Τό βλέμμα του πήγε στην υπο γραφή. Ή υπογραφή ήταν του "Αλαν Μτίραύκις. Κάτω άπρ τήν υπογραφή υπήρχε μιά σφραγίδα. Ή σφραγίδα παρίΐστανε ένα χέρι ττού κρα τουσε ένα πιστόλι-. Δεν ήταν ή πρώτη, φορά πού έβλεπε αυτή τή σφραγίδα ό Τζόε Ντίικ. -—-Πάλι αυτός λοιπόν; ,μουρμοήριισε. —Ναι πάλι αυτός,, Τζόε!^ αναστέναξε ό στραπηγός.Το
Ο
11
αυτό βρέθηκε στην χαρτί τσέπηι του άρχι,φύλακα "Αντωνυ Σμίιθ. Ό ντέτεκτιβ διάβασε τό περιεχόμενο τής επιστολής. «Τό πιστόλι μου έχει πολ λές σφαίρες ακόμα. Γ ιά κ<ά θε σπιούνο τής αστυνομίας 6έν μου χρειάζονται περισσό τερες από τρεις. "Οσοι λο γαριάζουν νά ιμπερδευτούν στά πόδια μου έχουν έξασψα λίρει ένα ταξίδι στην κόλασι μέ τρεις σφαίρες στο σβέρ κο. Με τούς άστυνομ ικού^ τελείωσα. Τώρα έρχεται η σειρά των ένορκων. Μπρουκς». Ό Τζόε διάβασε δυο φορές τό σημείωμα καί τό έπέστρε ψε στον στρατηγό. — "Οπως βλέπεις λοιπόν, Τζόε, τό πράγμα πσράγινε. Ό Μπρουκς όπως είναι φα του. νερό σκέπτεται αφού τελειώ ση τήν έκδίκιησί του νά ξαναοργανώση, τό συνδικόπο του έγκλήματας καί προει δοποιεΐ από τώρα τήν άστυ νομίια. Καταλαβαίνεις τον αντίκτυπο πού έχουν όλα αυ τά στην ψυχολογίια τού κό σμαυ. Τό κύμα τής έγκλημα τιικάτητος απλώθηκε πάλι. Ή Νέα Ύόρκιη κινδυνεύει -νά μεταβληιθή σέ Σ ικάγο, εν νοώ τό Σικάγο τού 1927 ό που εκεί τά πάντα διεύθυναν καί κανόνιζαν οι γκάγκστερς. Οί πολίτες άρχισαν νά ζούν μέ άγχος. Κανείς δέν θεωρεί πιά τιόν εαυτό του ασφαλή. Κάτι έμαθα όμως σήμερα, Τζόε. Κάτι έμαθα που μπο ρεί -νά μάς βάλη στά ϊχνιη του Μπρουκς. Απόψε θά ττα
12 με κάπου μαζί, ίζόε Ντίίκ. 0ά πάμε κάπου νά συναντή οουμε κάποιο πρόσωρτο. Αυ τό το πρόσωπο θά μάς δώΐστη χρήσιμίες πληροφορίες.^ ΕΤ ■ναι ένα παλιό μέλος της συμ μορίίας τού Μπρούκς και θά μάς βοηθήση. Ό ντέτεκτιιβ τίναξε νωχελικά τή οττιάχτηι τού τσιγάρου του ατό σταχτοδοχείο που βρισκόταν μπροστά του καίί δεν μίλησε. "Ακουγε μόνο χωρΙίς νά μιλάηι. 9 Ηταν σά νά ταξίδευαν μιακρυά οι σκέ ψεις του και σά νά ΐμην άκου γε. Στην πραγματικότητα ό μως ό θρυλικός κίακουιργοκονηγός δεν έχασε ούτε μιά λεξι από όλα ασα είπε ό στρατηγός Ντάρβερ. — Τί λες, Τζόε; Πηγαί νουμε; Ό ντέτεκτυβ σηκώθηκε. "Αλλά δεν σηκώθηκε γιά νά φύγουν. Με μιαν απίστευτα γοργή κίίνησι τράβηξε τό τπ στάλι του και σημάδεψε τον άνθρωπο ςπού τού μιλούσε. — Πού έχεις τον στρατη γό ΝτάρβεΡ/ ρώτησε τραχεία.
ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ
χαρακτηριστικά τού προσώ που του. Ή έκφιρασι τού προ σώπαυ του είχε γίνει σκληρή καί τό βλέμμα του άστραφτε σάν άτσάλ ι. "Ολοι οι ιμύς τού αθλητικού κορμιού του είχαν τεντωθή έτοιμοι νά μπουν σέ κίινησι. —ιΠού είναι ό στρατηγός; ξαναρώτησε. Πες (μου πού είναι ό στρατηγός γιατί βέ βαια εσύ δεν είσαι ό Ντάρ βερ. Ό άλλος δοκίμασε νά σηκωθή. — Είσαι τρελλός, Τζόε; έκανε σαστισμένος. — ’ Ακίνητος!, γρύλλισε ό ντέτεκτ ιβ. "Αν κάνης^ πώς ξήνεις τή μύτη σου, σοΰ τήν άναψα, θάχης ακούσει σίγου ρα πώς ό Τζόε Ντίκ δεν κάνει ποτέ οικονομίας στις σφαίρες του. Αοιπόν λέγε, ϊ ι τον έκανες τον Ντάρβερ; Τά μάτια του ανθρώπου σπίθισαν. Δυο κίτρινα διαβο λάκια τρεμόπαιξαν στις κό ρες αυτών τών ματιών. Ό ντέ τεκτιιβ είδε τό χέρι του ινά κι νήται αργά πρός τό ανοιχτό συρτάρι πού όρισκόταν μπρο '0 Τζόε Ντίκ άρχίζει τή δράσι του... ατά του. — Σταμάτα τ ις έξυπνα ΑΝΘΡΩΠΟΣ πού στε 5ες!, ρούγγριισε ό Τζόε κόταν τώρα ορθός με Ντίίκ. Μακρυά τό χέρι σρυ α τό πιστόλι οπό χέρι πό τό συρτάρι. Σήκω ορθός δεν/ ήταν ό αριστοκράτης πο καί τά χέρια ψη(λά! λυεκατομμυρ ιούχος με τά ευ —ςτΜά Τί έπιαθες, Τζόε; γενικά φερσίματΓα καί τις τε αναστέναξε εκείνος. μπόλικες καί βαριυεατημένες — ιΕΤττα! "Ορθός καί τά κινήσεις. 5Από τή μιά στι χέρια ψηλά! Οι πλαστικές γμή στήν άλλη είχε γίνει μιά καταπληκτ ική άλλαγή στα ούσίες ιμέ Τις όποιες έχεις
Ο
ΤΟΥ
13
λι του τσάκισε τά δάχτυλα τού κρατούσαν τα γκόλτ — ΣιμίΙΘ.^ Είδε τό δπλο νά τρε μούλιάζη, άνάμεσα στα μιατω μένα δάχτυλα και νά πέφτη στό πάτωμα. Ό ψευδό — Ντάρβερ γρύλλισε κι* έσκυψε νά πιάση τό πιστόλι. Ό χέρια! Τζόε 'ΝτίΙκ ρμιως δεν τόν ά Ό άνθρωπος κούνησε τό· φησε. Τινάχτηκε σαν Ελατή κεφάλι και ογκώθηκε (με τά ριο και έπεσε άπάνω του.Με χέρια ψηλά. τό ένα του χέρι άρπαξε το — ΌρΤστε, Τζόεί^ εΐπε. ΕΤιμ-αι περίεργος νά δώ ττοΟ λαιμό του, ένώ μέ τό άλλο, χρηισ ιμοπο ιώντας σαν ρόπα θά φτάσηίς. Ό ντέτεκτ ιιβ ©κάνε ένσ_βή λό τό πιστόλι του, του κα μα προς τό μέρος του. Ξα τάφωρε ένα δυνατό χτύπημα φνικά όμως άνασκίρτηίσε . ^Α άνάμεσα ατά δυο Φρύδια. Ό άγνωσ τ ογ; κούσε την πόίρτα νά άνοίγη μεταμίφ ιεσμένος πίσω του άργά. «Γύρισε άπσ- ιμούγγρισε σά βόδι και τινα τορα και πυροβόλησε. Ό υ χτηΐκε προς τά πίσω. Βλαστήρησε και δοκίμασε νά πηρέτης |μέ τή λιβρέα, πού άντισταθή. Ό ντέτεκτιιβ ό στεκόταν στήν τάρτα μ’ έδέν τόν άφησε, Τό χέρι να έννιάσψαίιοο ατό χέρι, χο μως ροτπηίδη,σε, έβγαλε ένα ουρ του σέ σχήμα γροθιάς κινή θηκε έκ των κάτω πρός τά λιαχτό Μ* έτιασε τήν κοιάνω και προσγε 'ώθηικε στό λιά του. "Ύστερα δ ιτπλωθηκε στομάχι του. ^Εβγαλε μιά στα 56ο κι5 έπεσε ατό πάτω πνιχτή κραυγή, έκανε μερικά μα. Τήν ίδια στιγμή, άκουβήματα σάν μεθυσμένος κι1* στηΐκιε ένας δεύτερος πυρο έπεσε μέ τά μούτρα στό πά βολιισμάς. Μέσα στο μισό τωμα. Ό Τζόε Ντΐκ # κινήθη δευτερόλεπτο πού μεσολάβη κε γοργά. Έβγαλε άπό τήν σε, εκείνος πού (στεκόταν στή τσέπη του μιά σύριγγα }ΐέ θέσι του Ντάρβερι ιμέ ψηλά άναιισθήτικό ύγρό άνασκουμ τά χέρια είχε αρπάξει άπό πωσε τό μανίκι τού σακκατό συρτάρι ένα γκόλτ—κιού τού λ ιποθυμ ισμένου άνΣιμαθ καί πυροβόλησε τον θρώπου και κάρφωσε τή βε ντέτεκτιβ. Ή σφαίρα πέρασε λόνα ιστό μποάτσο του. ξυστά άπό τον άρ ιστερό ώ— Τώρα θά κοίμησής σαν μια του Τζόε Ντίικ. Ό θρυλι- ■ άγγελος δυο τουλάχιστον ώκός ικακουιργοκυνηγός γύρισω. «Μρβς, μουρμούρισε!. Κι* δταν Τά ιμάτια του λάμπανε κιάι ξυπνήσης ξεκουραστος., θά πίεσε τήν σκανδάλη. Ή σφαλ&^σέ κάνω νά λύσης τή γλωσσά ρσ πού βγήκε άπό τό πιστό σου. πασαλείφει τό τηρόσωπτό σου και ή περρούικια πού φο ράς για να παραστήισης τον Ντίάρβερ δεν ιμέ ξεγελούν. Ή φωνή σου μάταια άγωνί^ ζεταΐ' τάσην ώρα να μιμηθή τή φωνή ;έικέ!ί/νοοί. Ψηλά τα
14 Καί τώρα οί δυό μας, "Αλαν Μττρούκς \
ΤΟ
ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ
Μονάχα πού ή παγίδα αυτή δέν σπιοισε. Γ ιατίί άπδ τήν πρώτη ^στιγμή την μυρίστη κε. Πρώτα ή άλλιαγή του Τζών ρ3 έναν' άλίλο άγνωστο υπηρέτη του φάνηκε παράξε τον νη, άφου ήξερε πώς ό στρα τηγός είχε ΙδιάίΗιερηι άδυνα■μία ισ3 αυτόν. Αυτό του δη μιούργησε ίμιαν άόίριίστπη, υπό νοια. νΥστερα βεβαιώθηκε άπολύτως καί άντέδρασε κε οαυναβόλα. "Ήξερε οτι ό Πάτ Ντάρίβερ δέν κάπνιζε. Συχαινότον τον καπνό όπως ό διάβολός τό λιίβάνι. 3 Ενώ ό άλλος, ό ψευτο—Ντάρβερ, πή,οιε ευχαρίστως τό Τσιγάρο πού τού πρόσφορε καί Τό κά πνισε. Αυτό τον έκανε νά κα τάλάβιη κΤ έλαβε τά μέτρα του. Ό ψευτο — Ντάρβερ κατ'3 εντολήν τού Μπίρούκς θά προσπαθούσε νά τόν πα ιράσύρη ικάπου γιά νά συναν τήσουν κάποιον πού θά τούς έδινε πληροφορίες. Αύτιό τό κάπου ήταν χωιρίις άμφ ΐιβολία μιά παγίδα θανάτου. — "Αφού τό θέλεις, "Άλαν Μπρούκις, θά λογαριαστούμε τοορα οι δυό μας!. μουρμού ρισε ό ντεΤεκτιΐβ. Θά γελάση καλά έκεινος πού θά γελά ση τελευταίος...
ΤΖΟΕ 'ΝΤ I Κ έδεσε, με ένα λεπτό ^ άλίλά αθραυ σίτο σκοινί πού είχε μαζί του, χειροπόδαρα άγνωστο κι3 εριρυξε ένα βλ)έ|μ μια ιστόν υπηρέτη, (μιέ τη λιιβρέα τπου ήτάν ξαπλωμένος στιό ικιοοτόοιψίλ ι τής πόρτας. Αυτός δέν είχε καμριά άνάγ κη άττό άναισθητική ένεσι, γιατί άπλούστατα δέν έπρόκειτο νά ξυπνήση, ποτέ. Ή σφαίρα τοΟ ντέτεκτι'β είχε ιζάνει παστρική δουλειά. Ό ι ζόίε ξαναγύρισε πάλι οπόν ψευτο—Ντάρβερ. Τον άναση κωσε στα στί'βαρά του μπρά τσα καίί δγήκε στο δρόμο. Τό αυτοκίνητό του δρισκό τσν έκεΐ. Τον έρΙριξε μέσα στ* αυτοκίνητο και κάθησε αυτός -στο 'βολάν. Δάκια) λεπτά άργότειρα ή μεγαλοπρεπής ιμερσεντές 6 ιέ σιχιιζε τους ^ πολι;|σύχνασταύς δριόμοιυς του Σέντραλ Σ ιού. Ό Τζόε Ντίκ ώδηγούσε και σκεφτόταν. Τό άποψινό έιτει σόίδιο φανέρωνε: δτι 6 Μπρούκς ήξερε πώς ήταν ζωντα νός καί πώς είχε έπ «στρέψει στη Νέα ΎόΐρκΙη. Αυτό δέν του άρεσε. “Όπως δέν του άρεσε καί ή έξαφάνισι του "Ενας κρεμανταλάς πραγματικού1 Πάτ Ντάρίβείρ. μέ εύρύ μέλλον... Ό Ντάρβερ κινδύνευε σοβά- , Ο ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ στα ρά στα γέ]οισ του "Αλαν ν μάτησε ατό πίΐσω μέ Μπρούκς. Ό αιμοδάρος έγ-« ρος ενός σπιτιού. *Ηκλημοπίσς θά τον σκότωνε ^ ταν ένα άπό τά πολλά σπί σίγουρα, δον δέν τον είχε δη σκοτώσει. Τον άπηγαγε^ ||τι.α πού χρησιμοποιούσε ώς κι3 ύστερα έστησε μια έξυ-ή1 μυστικά καταφύγια σε πεφιττνη παγίδα στον ντέτεικτιβ.®* πτώσεις άνάγκης ό Τζόε
Ο
Τ
ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Ντίκ. ΠήΙδηριε άπό τό αυτόκ,ίνιηΓτο κιαίϊ χτύπησε συνθη μστπκά τρεις φορές τίο κου δούνι. Ή τπόριτα άνοιξε. "Ενας κρεμανταλάς ώς ε κεί πάνω μ'ιέ μυωπικά γιαλιά φάνηκε στο κατώφλι. Ό Τζόε Ντιικ πήδησε άπό το άμ'άξι. — 'Αλίλσ, Ρούντυ!, φώνα ξε στον κρεμανταλά. "Ελα νά με βοηίθήι'σηις νά μεταφέρου με κάποιον μέσα. Μεταφέρανε σ’ ένα δωμά τιο τον άνάίαθητο συμμΟρί τη, Τα μάτια του Ρ ου ντο Μπάθ γούρλωσαν πίσω άπό τους χοναιρους. φακίους δταν άναψε τό φώς και είδε τον δειμΙενο χειροπόδαρα άνθρω πο. — Τό σκότωσες, Τζόε; ρώ τησε. — "Οχι, Ρ ουντο! Μου χρειαζόταν ζωντανός. Δεν τον σκότωσα. — Σικάτωσες τον στρατη γός Ντάρβερ; ξαναρώτησε τρόμάντας ό κρεμανταλάς. ΕΤναι φοβερό! _— *Όχι, χρυσέ μου! τον ζάλισα μονάχα. Και πρώτα —πρώτα δεν είναι ό Ντάρβειρι, σ|λλά κάποιος πού θέ λη,σε νά πφαστήση τον Ντάρβερ για νά ;μέ παρασύρη σέ κάποια παγίΐδα. "Έσκυψε και τράβηξε την πεόρούκια πού φορούσε ό ά γνωστος. Κιάτω άπόςΤην γκρί: ζσ περρούκα πού θύμιζε τον στρατηγό Ντάρβερ φάνηκε ένα κεφάλι με κόκκινα μαλ λιά.
15
— Κατάλαβες τώρα, Ρούν τυ; —- Όκέϋ, Τζόε. ίΚατάλαβα. Ό στρατηγός Παττ Ντάρ βερ μάς δούλευε τόσον και ρό. ίΤαράσταινε τον γκρίζο μΐάΐλίλη ενώ είχε κόκκινα μαλ λιά. ·Κ,σΐλά γιατί τό έκανε αυτό; ΎΑάς πέρασε γιά τό σο κάρόιϊδα; — Έτσι φαίνεται!, άπάν τησε προσπαθώντας νά μη χθ3μογελάση ό Υπέτεκτιβ. Πρόσεχε τον μΐονάχα δσο νά συνέλθη.· θά έπ ιατρέψω σέ λίΐγίο. θά κάνω ένα τηλεφώ νημα στον ίνσ’πέκτορα Τόρεν σον. χ — Έν τάξει, άρχηιγέ. Θά τόν προσέχω. "Οταν έμεινε μόνος ξάπλω σε τεμπέλικα σέ ένα κάθι σμα έχοντας απέναντι του τόν αναίσθητο συμμορίτη και άναψε τσιγάρο. ’Άν ό Ρούντυ Μπάθ είχε μικρότερη: μύ τη, άν τά κανιά του δέν ή ταν ύψους εκατόν τριάκοντα πόντους κι5 άν τά μάτια του τού στόλιζαν τό μακρύ άλο γίίσιο πρόσωίττό του 6έν άλλοι θώοιζαν ελαφιρώς πίσω άπό τούς χοντρούς μυωπικούς φακούς πού Φορούσε, θά μπο οούσε νά πή κανείς πώς ό Ρούντυ ήταν όμορφος. Τώρα ρμιως -έμοιαζε μ.5 ένα κακό φτιαγμένο φαίσουλή. Τό δνει ρο του Ρούντυ Μπάθ ήταν νά γίνη άστυνομικός καί άμέίίλι κτος διώκτης τού έγκίληματος. Άλλα δέν κάτάφερε καί μεγάλα πράγματα παρ’ δλο τηού πλησ-ίαζε τά σαράντα. Εμεινε υπηρέτης του Τζόε
16
Ντΐικ κιοοί που ικ?α!ί που τό βε ωραΟσε μεγάλη· τιμή του ό ταν ό Ντίκ τον χρησιμοποι ούσε ώς βοηθό του. Γιατΐ ό Τζόε Ντίκ είχε μια έξαιρετι κή άδυνρμία ο5 αυτόν τον συμπαθητικό κρέμαν τ αλά. Μολονότι του σκάρωνε κάθε τάσια άπερίγραπτες λαχτάρες δεν θά δεχόταν ττοτέ νά τον άποχωρισθή. Γ ιατι ικατ·ά τα άλλα ό Ρούντυ Μτπάθ ήταν έ να χρυσό ιταιδίι. Μπορεί νά ήταν δειλός και νά φοβόταν νά μίπλέξη σε φασαρίες. ^Ο ταν όμως δεν υπήρχε τρόπος νά τό στρίιψη, ή νά τρυπώση κάπου νά κρυφτή, τότε θέ λοντας καί μη. θυμόταν πώς είχε χέρια καί πόδια πού τά χρησιμοποιούσε κατά ένα άξ ι οθαύιμίάστο τρόπο σκορπί ζοντας γροθιές γύρω του καί τσινώντας σαν άλογο. "Ασχε τα άν τίς περισσότερες φο ρές τον σακάτευαν στό ξύ λο. Στον Ρούντυ Μπάθ συνέ* βαίνε κάτι πάράξενο. λΑέ την πρώτη γροθιά πού άρπαζε κατακούτελα ζαλιζότανε καί τσβαζε στά πόδια, άν μπο ρούσε φυσικά. Μέ τή δεύτε ρη άρχιζε νά θυμώνη. Μέ την τρίΐτη κάί τέταρτη άγρ:ίευε καί τότε άρχιζε τό γλέντι... Εκείνο όμως πού θά μπο ρούσε νά άμίφ ισβητήση κα νείς στον Ρούντυ ήταν ότι εΐχε μυαλό. -Κάτω άπό τό άλογΙίσιο μούτρο του δούλευε μυαλό πού κατέβαλε πολλές Φορές ιμεγαλεπήιβολες ιδέες.Μέ μιά μονάχα διαφορά. Πώς τό μυαλό αυτό σπάνια άποφάσιζε νά έργασθή!
ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ
Τορρ02 λοιπόν καθώς κάπνι ζε καί παρακολουθούσε τόν αναίσθητο συμμορίτη ένοιωσε ξαφνικά νά δούλεύη τό μυα λό του. — Θαρρώ πώς ό Τζόε δεν έκανε καλά τή δουλειά του, σκέφτηκε.Δέν μου είπε άν τον έψαξε. Αύτό< ’λοιίπόίν πρέπειι νά τό κάνω εγώ. Ένας κα λός ντέτεκτιβ άπό έκεΐ άρχίζει. Έσβυσε τό τσιγάρο του κα'ί σηκώθηκε. "Επρεπε νά κάνη γρήγορα πρ'ίν έπιστρέψη ό Τζόε Ντίκ. *0 Ρούντυ κάνει τό θαύμα του...
ΤΑΝ όμως ύστερα άπό δέκα λεπτά έπέστρεψε Τζόε Ντΐικ λίγο έλειψε νά πάθη συγκοπή. Χει ροπόδαρα δεμένος σ’ ένα κά 8ίαμα, ήταν ό κρεμανταλάς Ρούντυ) σέ μιά άξιοθρήνητη κστάστασι. Τά γυάλιά του ήταν πεσμένα στό πάτωμα. Τό άριίστερό του μάτι ήταν μπλε—μοιρέν καί ή μύτη, του πρησμένη σαν μελιτζάνα. Τό στόμια του ήταν μπουκωμένο μ’ ένα μαντήλι καί μούγγξΗ ζε σαν ελέφαντας. Τό παρά θυρο πού έβλεπε στό δρόμο ήταν ανοιχτό κάί ό κοκκινο μάλλης συμμρρίί^ης είχε έξαφανιστή. Ό Τζόε ^ μέ μιά γοργή ματιά κατάλαβε τ’ί εΐχε συρβή. Βλαστήμησε καί έτρεξε προς τό παράθυ ρο. Ό δρόμος ήταν έρημος. Ό σωσίας τού στρατηγού Ντάρβερ εΐχε χαθή.
Ο
ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Με σφιχτά δόντια ελευθέ ρωσε τον κρεμ α ν τ οο λ α Μπάθ (άπιο τά σκοινιά που τον κρατούσαν δεμένο και τοΟ έβγαλε τό μαντήλι απτό τό σπόρα. — Τί έγινε; τον ρώτησε άγρια. — Μοϋ τήν έσκασε ό ά τιμος, Τζοε!, άναστιέναξε ό Ρούντυ. — Ποιος τον έλυσε; — Έγώ% Τζόε, τον έλυ σα. 3 Αλλά δεν υπήρχει λόγος νά εκνευρίζεσαι ^άρχηγέ. Θά σου εξηγήσω. Δώσε μου πρώ τα κάτι νά βρέξω τό λαρύγ γι μου. Ό Τζόε ευχαρίστως θά στραγγάλιζε αυτή τήν ώρα τον ήοηθό' τρυι. ,άλλά συγ κροτήθηκε καί του έδωσε κάτ ι νά πιή. -— Τώρα, λέγε, ηλίθιε!, γριύλλιοε· — Εΐχα τό λόγο μου πού τον έλυσα Τζόε,, είπε. Τον έ λυσα άλλά μου τήν έσκασε ό -άτιμας. Τό; σχέδιό μου πέ τυχε. 3Αλλά τήν τελευταία στιγμή τήν έπαίθα. Ό ντέτεκτιβ δαγκώθηκε. ^ — Εξήγησε μου που νά σέ ιπάρη ό διάβολος, βλάκα! Ποια κουταμάρα πάλι πήγες νά κάνης καί τον άφησες νά ξεψυγη ιάπό τά χέρια μας; ^ — Τόν... τον... έλυσα γιά νά τό,ν ψάξω. Έτσι πού ή ταν φασκιωμένος μέ τό σκοιέί, όπως καταλαβαίνεις, δεν μπορούσα νά κάνω έρευνα. Τόν έλυσα καί του αναποδο γύρισα τις τσέπες, 1 Βρήκα
17
μερικά πράγματα καί τά κρά τησα. Εννοείται πώς ήταν αναίσθητος καί καθόταν φρό νιμος σάν αγγελούδι. "Οταν τελείίίωσα τήν έρευνα άρχισα πάλι νά τόν δένω. 5Αλλά ξα φνικά συνήλθε καί μου ρί χτηκε. ΤοΟ ρίίχτηΐκα^ κΓ εγώ κΓ αρπαχτήκαμε. Τόν τάρα ξα στις γροθιές καί στίς κλωτσιές. —Τ-ό ^ βλέπω! ^ Ρ ίξε} μ^ιά ματιά στον καθιρέφτη κΓ δ τον καμαρώσης τά χάλια σου), θά βειβαιιωθής πόσο ω ραία τόν έδειρες. — "ΑΧ, ^Τζόε! τον έδειρα αλλά στο τέλος μέ κατάφερε. " Οτ αν... ξύπνησα, βρέθηκα δεμένος χειροπόδαρα σ3 αυ τή τή,ν καρέκλα. ’Άν δέν τηρό φταινες θά εΐχια τπάθει άσφυξία από τό βρωμομάντηίλό του που εχωσε στο ιστομια μου. — Τά θαλάσσωσες πάλι, Ρούντυ! , μούγγρασε ό Τζόε Ντίίίκ:. Γιά ποιο λόγο νά τόν ψάξης; Βρήκες τουλάχιστον τίίπίατσ; — ιΝαί, Τζόε. Κάτι βρήκα πού θαρρώ ΙτΗώς μπορεί νά ο ου χρειάζεται. "Εβγαλε από τήν τσέπη του· ένα τσαλακωμένο χαρτί κΓ ένα μτφούτζινο κέρμα. Ό ντέτεκτιβ έρριξε μια ματιά στο ικέρμια καίί άνασκήρτησε, Κάί στίς δύο όψεις του τό κέρμα είχε ένα παράξενο σχέδιο. "Ενα χιήριι που κ'ρατ ο υίσε ένα π ιστόλ ι. — Τό σήμια του "Αλαν Μπρούκς !, μουρμούρισε. Δεν υπήρχε άμφιβόλίσ πώς ή α παγωγή του Ντάρβερ ήταν
δουλειά του Μπρσύκς. Μά τώρα ιβεβάιωνόταν. Έρριξε τό κέίμμα στην τσέ τπη του καί διάβασε μερικές λέξεις πού ήταν/ γραμμένες στο χαρτί. *Ηταν ένα λιγόλογιο σημείωμα. «Θά πας τον Ντίκ Τζόε στο γνωστά ,μέρος. "Υστερα από τρεις μέ ρες συνάντησι στό «Γιοκαχρίμα». Θά δοθούν νέες οδη γίας.» Το ικατσουψ ι ασμένο μού τρο του ντέτεκτιβ ξαστέρω σε. "Ενα χαμόγελο κρεμαστή κε ατά χείλη του. — Όκέύ, Ρούντυ!, είπε. Αυτά τά δυο πραγ ματάκια πού έβγαλες από την τσέπη τού ισυμρορίιίτη ίσως μάς βά λουν στό σωστό δρόμο. Κα λά έκανες πού τον έψαξες. Πήγαινε τώρα νά βάλης ζε στές καμττρέσσες στό μάτι σου. "Αγρια καταδίωξις μέσα στη νύχτα
Ο Π Ρ ΑΓΜΑ κρατήιθηκ ε μυστικό >άπό τις έφημε ρίδες. Κανείς^ εκτός α πό τον πρόεδρο των Ηνωμέ νων Πολιτειών <μέ τον όποΐο έπ ιικο ιινώνηίσε τήλ εψοο ν ικώς ό Τζόε Ντίκ 6έν έμαθε τιήν α παγωγή του Πάτ Ντάρβερ. Τό ϊδιο όμως εκείνο 'βράδυ— τό πρώτο μετά την άπαγωγήκάτι έγινε καί αυτή τή φορά, οι εφημερίδες βγήκαν μέ π,ρω τοσέλιδα άρθρα πού άνέφε^· ραν την άνεύρ,εσι τού πτώμα τος του ιΠάτ Ντάρβερ μέ τρεις σφαίρες στον αυχένα. 01 έφηιμε)ρί(δες δέν ήξεραν πε ρισσότερες λεπτομέρειες καί
Τ
*Η καντ ιλλάκ τού θανάτου άνίπτυξε ίλιγγιώδη ταχύτητα άφίνοντας πίσω της τό περιπολικό τής αστυνομίας στις φλόγες...
άπέδιβαν τόν φόνο σέ λόγους ληστείας. "Ενας ιμονάχα ήξερε την αλήθεια. Ό Τζόε Ντίκ. Ό 'ντέτεκτιιβ είχε πιροβλέψει τί έπρόικειτο νά συμίβή^ καί τό •βράδυ έικείνης τής μέρας περίμενε την έμφάνισι του μυ στηριώδους μαύρου αύτοκινή του. "Ήξερε ό Τζόε Ντίκ δτι ό άρχ «κακούργος Μπιρουκς πετούσε τά πτώματα τών θυ μιάτων του ιέξω από τά στηί τια τους, ατά καταστήματα τους ή τά γραφεία τής ύπη' ρεσίας τους όπως εΤχε συ)μ6 ή (μέχρι τώρα μέ τούς άστυ νομικούς. 5Από νωρίς λοιπόν είχε αράξει τό μιικιρο θωραικιισιμίόνο αύτακίί(νηπό του τύ που σεντάν σέ ιμιά σκοτεινή πάροδο απέναντι άκριβώς άπό τό σπίτι του Ντάρβερ κοοί περίμενε. Μέ τά δάχτυλα τυ λιγμένα στό βολάν παρακο λουθούσε μέ μάτι άγρυπνο την ικίνηισι τού δρόμου έτοι,-μος νά πατήσιη τό πεντάλ νά ριχτή πίσω άτπό τούς κα κούργους άν έκαναν την έμΦ'άνισίι τους. Τά άσχημα προαισθήματα πού είχε δεν τόν δ ιέψευσαν. ΑίΙγο πρΙίν από τά μεσάνυ χτα, ξανάκανε την εμφάνι σή του στους δρό(μους τού Σέντραλ Σίτυ τό μαύρο αυ τοκίνητο. Διέσχισε τις πολύ συχναστες λεωφόρους καί μπή κε στην Λάϊν Στρήτ. Έξω α ϊτό τόν άριθμό 32 τό αύτσκί νητο άνεκοψε ταχύτητα κι" ά νοιξε τή δεξιά του πόρτα. Οι επιβάτες του πέταξαν τό πτώμα: τού στρατηγού Ντάρ βερ στο πεζοδρόμιο καί ύσιτε ρσ ανέπτυξαν πάλι ταχότητ
20 τα ίμιέ κοπεύθυνσι πρός την ΛίΙνκολν Στρήτ. Τά (μάτια- του Τζόε Ντΐικ αστράψανε στο σκοτάδι και το αμάξι του ρίίχτηικε σά 6ο λάβα -π^ίΐσω τους. Τά δυο αυ τοκίνητα τό ένα πίσω άπό τ’ άλλο, διέσχισαν με ΐλιγ γιώδη ταχύτητα τή;ν Λίδικολν Στ|ρήτ κάΐ /βγήκαν στην 27η οδό. ε Αγνοώντας όλα τά σή ματα της τροχαίΙας ικάΐ τριεχοντας μέ έκστόν πενήντα χι λιόμεπρα τό καθένα κινδύ νευαν απτό στιγμή σέ στιγμή νά άνατραποϋν νά γίνουν >^ι λ ιού κομμάτια. "Εκείνοι που ώδηγούσαν τό μαύρο αύτοικί. 'νητίο είχαν άντιληφθή; τώρα πώς .τό μικρό πράσινο άμά ξι του ντέτεκτιβ του ς^ είχε πάρει τό κατόπιν και ζόρι ζαν τή ιμίηιχανή τους, γιατΓι εί χαν λόγους—-φαίνεται— νά άποφυγουν τή χρήισι των ό πλων τους. Ό Τζόε άπό την άλλη μεριά γαντζωμένος στο δολάν ώδηγοϋσε έχοντας σέ συναγερμό όλες του τις αι σθήσεις. ΌΛόκίληρσ τό άμά ξι έτρεμε άπό τό δογγητό του μοτέρ. Ό δείκτης των ταχυτήτων έλεγε ολοένα καί μεγαλύτερα νούμερα. 5Από στι/γμή σέ στιγμή μπορούσε νά τιναχτή στον αέρα. Κάθε δευτειρόλείτττο κινδύνευε νά συγκ|ρου)σ1θή μέ^ άλλα^ όχήματα. ^Ορως τρ βολάν (μέσα στά επιδέξια χέρια του έκα νε θαύματα. Δέν ήθελε για κανένα λόγο νά χάση τό μαύ ιρο αυτοκίνητο άπό τά μά; τια. Θά προτιμούσε νά πεθά νη παρά νά γίνη αυτό.
ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ 'Ο Τζόε Ντίκ παίζει κορώνα γράμματα τή ζωή του.
ΙΧΑΝ (μ/πή τώρα στο μεγάλο δημόσιο δρόμο. Τό εκτυφλωτικό φώς τών προβολέων τού αυτοκινήτου τού ντέτεκτιβ αγκάλιασε τό μαύρο αμάξι πού προπορευ όταν πεντακόσια (μέτρα ιμπρο ατά. Ό Τζοε 'Ντιΐικ έτρι,ξε τά δόντια καΓι ιμπούκωσε τή μη χανή του μέ περισσότερη δεν ζίνα. "Αν κατάφ'ερνε νά τους προφτάση εδώ τουλάχιστον... Ξαφνικά ένοιωσε νά χοροπηδάη> ή καρδιά του. Τό ιμαύ ρο αυτοκίνητο πήρε μιαν άπότρμη στροφή ικάί τού έδει ξε τή δεξιά πλευρά του. "Α πό τό δεξιό παράθυρο φάνηΓ καν γλώσσες φωτιάς. Μερι κές σφαίρες δρόΙντησαν στο κρύσταλλο τού αστυνομικού αυτοκινήτου άλλά δέν του έ καναν τίίποτα. Το αύτοκίνηΓ τοτ(ού ντέτεκτιδ ήταύ θωρακιι σμιένο καί όλα τά κίρύσταλλά του ήταν άδιαπέραστα άπό σφαίρες. Τά μάτια που τρεμόπαυξαν καθώς είδε τό μαύ ρο αμάξι νά άφήνη τον άτ σφολταστρωίμένο δρό)μο καί νά τρυπώνη μέσα σ" ένα μ%ΐ" -κιρό δάσος πού έφ'ερνε στους καταρράχτες. Τό πόδι του πάτησε τό γκάζι νεύρικα- και άπεγνωσμέίνα. Τό δολάν πή ρε ιμιά βόλτα στά χέρια του κάΐ τό αυτοκίνητό του άκαλούθησε τό πρώτο. Ο! δυνα-.όΐ προβολείς σάρωσαν την δενδιροφυτευμένη· ©κ,τασι κΤ έρριξαν άπλετο φώς σέ πυ κνούς θάμνους κσΐΐ χοντρούς
Ε
ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
κορμούς δέντρων. Το μαύρο αυτοκίνητο δεν φαινόταν που θενά. Φρενάρισε.. έσβυσε τα φώτα καί πήδησε όοττό τό α μάξι του. Καί νά ήθελε δεν ήταν δυνατό νά προχωρήση περισσότερο. Τά πυκνά δέν τρα του έκοβαν τό δρόμο. Κύτταξε γύρω του προσπα θώντας νά έξηίγήση, τήν αίφίνι δία έξαφάνισι τού μαύρου αυτοκινήτου. Κανένας δράμίος δεν ύπήρχε έκεΐ πού νά (μίτο ρεΐ νά πεοάση ένα τόίσο με γάλο αμάξι. Απότομα όμως στήλωσε τ5 αυτί του. Κάτι ακούσε. Κάποιο κλαδί έσπαισε κάπου έκεΐ κοντά. Ό θό ρυβος αυτός έφτασε σαν ιμιά τηροειδοττοΟηισι θανάτου· στ’ αυτιά του. ίΕΤδε (λάμψεις άττό ικάννες πισπαλιών κιαί αντή χησαν πυροβολισμοίΈσκιυψε. Οι σφαίρες σφύριξαν σάν ,μανιασ] μόνες σφήκες γύρω του. Τίράβηξε το “πιστόλι- του μά δεν πυροβόλησε. ΓΤερΡμιενε. "Ολα τά νεύρα του βρί σκονταν σέ υπειρδίίέγερσι κάϊί τά (μάτια του πετούσαν φλό γες καθώς έψαχναν το σκο τάδι. Στήλωσε τ3 αυτί. Κά ποιος πλησίαζε. Μιά σκιά φάνηκε.. Σήκωσε τό πιστόλα και πυροβόλησε. Ή σκιά χά θηικε καί ακούστηκαν 'βλαστη μιες. Ό Τζόε τινάχτηκε προς τά εμπρός. Τό πόδι του ό μως κάπου μπερδεύτηκε. Σκόνταψε σ' έναν πεισμένο κορμό δέντρου ικιαί κλονίστη κε. "Επεσε ,μέ τά μίαύτρ'α στό χώμα. Τά χέρια του ,μίάτοασσν άπό τά άγκάθια τών θά-
21
ΐμνωνν Δοκίμασε *νά σηκωθη >μά δεν πρόφτασε. Ή καρδιά του χοροπήδησε. Κάτι σκλη ρό -καρφώθηκε στη ράχη του-. ' — ^Πέίταξε^ αυτό τό πιστό λι πού κρατάς, Τζόε Ντίκ!, διέταξε ιμιά βαρεία φωνή. Καί φρόνιμα! Ό ντέτεικτίιβ όμως δεν ά> κουσε τή διαταγή, Μέ ^μιά γορίγή κιίνησι πλάγια, κύλη^σε καί πυροβόλησε. ΕΤδ-ε κά ποιον νά πηδάηι δεξιά καί τι νάχτηκε ορθός. "Ωρμησε άπάνω του χωρίς νά διστάση. Μά την ίδια στιγμή κάποια λαίβή πιστολιού έπεισε μέ δύ ναμι στό πίσω μέρος του κρανίίου του. Ό Τζόε Ντίκ βόγγησε ιάπό τόν πόνο. Τό πιστόλι (έφυγε ιάπό τά χέρια του καί γονάτισε. ^— Αυτό ^γιά νά -ξερής νά κάθεσαι φρόνιμό!, εΤπε σάρ καστικά κάποιος. Τώρα θά κάνης κάμΙποσην ώρα νά ξυπνήσης. Στην καντιλλάκ του θανάτου
ΛΛΑ ό Τζόε Ντίικ εΤχε συνελθεί κΓ όλα^. Κ σ τοάν ικώντσς τόν πονο καί τήν λιποθυμία κράτησε άγρυ πνες όλες τίς αισθήσεις του. "Εμεινε όμως άσάλευτος σάν πείθαμένος ιμέ κλειστά τά μάτια. Δεν ηθείλε νά υποψια στούν πώς συνήλθε. "Εμεινε έτσι περιδένοντας τήν εύικαιρίία νά δράση. — Φόρτωσε τον οπόν ώμο σου., Μάκ, εΤπε κάποιος. Φύτεψέ ταυ- 6υο σφαίρες στό σβέρκο πριν ξυπνήσηι κι* δ-
Α
22 στερα (ρίΐΐχτονιε στο γκρεμό. Κουνήσου» λοιπόν! Θα! σέ περ ΐιμΙένουμε έδώ. — ΌικΙέϋ!, ιάπτάντηισε ε κείνος ττου λεγόταν Μάκ. Θα τόν περ ποιηθώ όπως πρέπει. Δεν θά άργήσω. Ό Τζόε Ντίικ ένοιωσε δυο γέρνα νά τον αρπάζουν καί νά τον άνασηκώνουν. Ούτε τώρα έδειξε πώς συνήλθε. Το ιμυαΙλό του υονάχα δου λευε γοργά. Τά πράγματα είχαν έρθει πολύ καλύτερα άττό δ,τι λογάριιαζε. Σέ λίγο έτπαψε νά άκούη τις κουβέν τες τών άλλων συμίμρριτών. Ό συυίμορίίτης άγκομαχώντας κάτω άττίο το βάρος του απομακρυνόταν μέ άργό βή μα. Πέντε λεπτά άργότερα σταμάτησε. Ό ντέτεκτιιβ μισάνοιξε τά ιυιάτια, ΕΤχσν φτάσει στην άκρη: ένας γκιρε μου. Ό συμμορίτης τον ξε Φορτώθηκε πετώντας τον στο χώιαα. Βέβαιος πώς ό Τζόε Ντιικ εξακολουθούσε νά είναι λ ι ποθυ μ ισ μένος δεν φ α ι'νόταν καβάλου1 βιαστικός. Μέ άονές κινήσεις σκιουπίισε τον ι δρώτα ττου μούσκευε τό τηοό σωπτό του κι’ υστέρα έβγαλε τό πιστόλι του. Ό Τζόε κράτησε την άνάσα του. “"Ολα τά νεύρα του τεντώθηκαν και τό λαστιχέ νιο κορμί του τινάχτηκε ορ θό. Ή γροθιά του βρόντησε σά σιδερένιο σφυρί στή,ν κοι λιά του κακοποιού. Ό ουμμορίίΐτης βόγγτηίσιε άλΐλά δεν 'έπιεσε. Σήκωσε τό (χέρι καί πυροβόλησε. Ό ντέτεκτιβ ξέφ-υγε τις σφαίρες καί τη*
ΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ
δησε άττάνω του. Ό κακούρ γος δεν πρόστασε νά ξανοοπυ ρΡβολήισιηι. Τά δίάχτι^λα του άρι στείρου χεριού του ντέτεικτιιβ τυλίχτηκαν (σάν μια σι δερένια τανάλια στο ώπλ/ισυΙέΜο χέοι του συμμορίτη, ένώ τό δεξιό του χέρι ιμΐέ τεν τωμένη την παλάμη τον χτύ -ττηΐσε δυνατά στό λαιμό. * Η ταν ένα μελετημένο χτύπημα Ζίου—Ζίτσαυ κάί ό συμμο ρίτης βγάζοντας μιιά πνιχτή κραυγή γονάτισε καί σωριά στηκε στό χώμα. Ό Τζόε Ντίκ πήρε μια βαθειά άναττνοή. "Ολα· αυτά είχαν γίνει πολύ σύντομα, μέσα σέ λίγα δευτερόλεπτα, καί κανείς α πό τούς συμμορίτες πού ττερίμεναν δεν είχε» άντιληφθή τί ποτά. Ό ντέτεκτιβ έρρι-ξε: ένα βλέμμα γύρω του κάί άμέσως μίέ γοργές κίνησε ις^άρχι σε νά κάνη, μια πολύ γνώριμη δουλειά σ’ αυτόν. Άπό μια μυστική τσέπη- του σακκακιου του -έβγαλε ίμια θήκη, μέσα στήν οποία υπήρχαν πλαστικές ουσίες καί διάφο ρα έλάσματσ. -άπλωσε ανά σκελα τον αναίσθητο συμμο ρίτη καί μελιετώ'ντσς τά χα ρακτηιριίστικά του άρχισε νά κινή τά δάχτυλά του μΐέ κα ταπληκτική έπ(δεξιότητα χιραη σιμοποιώντσς τις πλαστικές ουσίες. Σέ ίλίίγο- ό Τζόε ^ΝτίΙκ είχε τό ίδιο πρόσωπο μέ τον -κακοποιό καί κανείς δεν θά μπορούσε νά ξεχωρΐση. ποιόις απτό τούς δυο ήταν ό αληθι νός. Υστερα :ό ντέτεκτ ιιβ έ γδυσε τον συμμορίτη, καί φό ■ρεσε τό κοστούμι του. Δυδ