Skip to main content

Ταγκόρ

Page 1

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΤΙΝΑ ΧΕΛΙΩΤΗ © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε. ISBN: 978-618-206-078-0 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε.: ΑΛΤΑΝΗ 4, 153 51 ΠΑΛΛΗΝΗ ΤΗΛ.: 210-8983824 • E-mail: info@mikrosiros.gr • Site: www.mikrosiros.gr


ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ

παντελονάκι κι* ένα αμοιόχρωμο ινδικό σαρίκι στο κε­ φάλι, πού υπογραμμίζει πιο I ΔΥΟ άνθρωποι, που πολύ τήν αρρενωπή του ομορ­ βαδίζουν^ μέ προφυλά­ φιά. Τό υπόλοιπο κορμί του ξεις αυτή τή νυχτερι­ νή ώρα στον έρημο δρόμο είναι τής γυμνό, ψημένο κι5 αυτό άπ5 τον ήλιο, μέ μυώνες πού παλιάς συνοικίας του Δελχί, δείχνουν άνθρωπο γυμνασμέ­ δεν μοιάζουν καθόλου μεταξύ νο και χειροδύναμο. Ό Τα· τους. Ό ένας, ό Δημήτρης γκόρ έχει κατατομή τέλεια Σάρτας, τό Θρυλικό Ελληνό­ ελληνική κι* ή ομορφιά του πουλο πού είναι γνωστό ανά­ έρχεται σέ μια χτυπητή αντί­ μεσα στους Ινδούς μέ τό ό­ θεα ι μέ τήν άσκημιά εκείνου νομα Τ α γ κ ό ρ και πού μέ πού τον συνοδεύει. τήν παλληκαριά του και τα Ό σύντροφός του σ’ αυτή κατορθώματά του έφτασε αρ­ τή νυχτερινή πορεία, πού γί­ γότερα να γίνη ό ξακουστός νεται μέ τόσες προφυλάξεις, μαχαραγιάς του Κασμίρ, εί­ είναι ένας άντρας μέ κανελλ'ι ναι ένα γεροδεμένο παλληκάπρόσωπο, ένας θεόρατος γί­ ρι δεκάξη πάνω - κάτω χρό­ γαντας, πού ξεπερνάει τα δυο νων, μέ μελαχροινό,^ ψημένο μέτρα σέ ύψος καί φοράει από τούς ήλιους των τροπι­ κών πρόσωπο κι* έξυπνα μά­ χαλκάδες στ5 αυτιά. "Έχει πα τια. Φοράει ένα κοντό, άσπρο χειά χείλη κι* είναι κάπως πιο

©

ΤΙΜΗ ΔΡΑΧΜΕΣ

%


4

ΤΑΓΚΟΙ3

σκούρος οπτό έναν γνήσιο 31 νδό και κάπως τίΐιό* ανοιχτό- · χρωμος από έναν γνήσιο άράπη. Φοράει σαρίκι και μια κοντή κελεμπίσ, που του φτά­ νει ως τα γόνατα, Μπροστά σ’ αυτό τον ανθρώπινο όγκο, τό Ελληνόπουλο .φαίνεται, σαν μωρό! ΚΓ ωστόσο —περίεργο—τό παιδί είναι πού διατάζει κι αυτός έ5ώ ό γίγαντας υ­ πακούει καί τον κυττάζει στα μάτια, σαν ένα πιστό ρωμα­ λέο σκυλί, . πού είναι έτοιμο να κατασπαράξη εκείνον πού θά τολμήση ν’ άγγίξη τον α­ φέντη του. — Είμαστε μακρύά ακό­ μα, Ταγκόρ; ρωτάει ό άντρας. -— Μη βιάζεσαι, Μαλα­ μπάρ!, τον μαλώνει τό παι­ δί. Σε λίγο φτάνουμε. Καί θά ύπάρχη έκεΐ, δπως καταλα­ βαίνεις, πλούσιο τραπέζι. ^— Μπορώ νά φάω έναν ο­ λάκερο ελέφαντα στη σούβλα. Ταγκόρ!, λέει ό Μαλαμπάο καί γλείφεται. Δεν έρριξα τί­ ποτα στο στομάχι μου όπτ’ τό μεσημέρι καί αρχίζω νά ζαλίζουμαι. Ετοιμάζεται καί κάτι άλλο <5οκάμα νά πή, μά τό παιδί τού τραβάει άποτοιμα τό χέρι καί σταματάει. Τρυπώνουν στην κώχη μιας πόρτας καί στέκουν .αμίλητοι. Μιά -περί” πολος * από ’ I νδούς στρατιώ­ τες, μέ επικεφαλής ένα Αγ­ γλο αξιωματικό, έρχεται όπτό την απέναντι γωνιά. Τα βά­ ρε ιά βήματα των άνδρών τα* ραΐζουν την ήσυχία τής νύ­ χτας. Ή περίπολος περνάει

δυο μέτρα μόλις άπό μπρο­ στά τους, μά, καθώς είναι κ ρυμ μένοι στη σκ ιά,' δεν1 τούς βλέπουν. "Ύστερα άπό λίγο, οι στρατιώτες χάνονται 1 στο βάθος του δρόμου κι’ ό Τα­ γκόρ μέ τον Μαλαμπάρ άφίνουν την κρυψώνα τους. — Αγριέψανε οί Εγγλέ­ ζοι τελευταία, λέει ό άντρας. Μά δεν θά καταφέρουν νά σέ πιάσουνε... — "Ας τό έλπίσουμε!,, ά. ναστενάζει τό παιδί. ΕΤμαι σίγουρος πώς ό Θεός είναι μαζί μας·... Αρχίζουν πάλι νά βαδί, ζουν κι’ άπό μακρυά βλέπουν τώρα τό παλιό φρούριο του Σερ - Σάχ. Τό φεγγάρι λού­ ζει μέ τό ασήμι του τα μισογκρεμ ισμένα τείχη καί τή με­ γάλη μαρμάρινη πύλη. • — Ζυγώνουμε, λέει τό Ελ­ ληνόπουλο. Μπαίνουν σέ μιά πάροδο, Έδώ, σέ κάποιο παλιό σπίτι, τούς περιμένει ό άπεστσλμέ­ νος, τού μαχαραγιά Νιρούκτα. Ό Ταγκόρ πήρε, λίγο πριν απ’ τό μεσημέρι, τό βιαστικό μήνυμα πού του ώριζε μιά συνάντησι γιά τά μεσάνυχτα, σ’ ·αύτό τό σπίτι * καί τώρα, έρχεται νά τον άνταμώαή. Ή μικρή ξύλινη πόρτα είναι μι­ σάνοιχτη. "Ομως, ^μέσα άπό τις χαραμάδες του. κλειστού παράθυρου, διακρίνεται φώς. Πρώτος περνάει τό κατώ­ φλι ό Ταγκόρ κι5 άκολουθεί ό Μαλαμπάρ.· Μπαίνουν σέ μια σκοτεινή στενόμακρη αυλή μ^’ έναν έγκαταλελειμμένο^ μικρό κηπάκο καί τό Ελληνόπουλο


ΤΑΓΚΟΊ

*

χτυπάει ^ συνθηματικά πέντε Ράκσα, του ψιθυρίζει φορές στην πόρτα του δωμα­ χαμηλόφωνα. Ράκσα! Μ* ά­ τίου, από όπου διακρίνεται τό κου ς; φώς. Καμ-μιά άπάντησι. Εκείνος προσπαθεί ν’ άνοι­ — Περίεργοί, ψιθυρίζει. ξη τά μάτια. Αναπνέει ακό­ Ξαναχτυπάει, άλλα οΰτε μα, άλλα είναι σίγουρο πώς τώρα παίρνει άπάντησι. Γυ­ δέν θ’ άντέξη πολύ. Τό στή­ ρίζει τό πόμολο^ τής πόρτας θος του άνεβοκατεβαίνει μέ καί σπρώχνει. Είναι κι5 αυτή δυσκολία. "Έχει χάσει πολύ ξεκλείδωτη. Μπαίνει στην κά­ αΐμα... Αγωνίζεται νά. συγ­ μαρη κάπως . ανήσυχος και κράτηση τις δυνάμεις του, μονομιάς σταματάει σαν νά πού χάνονται σιγά - σιγά. τον χτύπησε κεραυνός. Ένας ■— Πες μου τί σου συνέβη, άνθρωπος είναι πεσμένος άΡάκσα!, λέει μέ αγωνία τό νάσκελα στο πάτωμα, μέσα παιδί. Ποιοι σέ^χτύπησαν; σέ .μια λίμνη άπό· αίμα. Τ ά χείλη του έτ ο ι μ αθάνα­ — "Ω! ”Ω!, ξεφωνίζει μέ του κινούνται αργά. 'Ό Τατήν' αγριοφωνάρα του ο Μαγκάρ στηλώνει τ’ αυτιά του. λαμπαρ καθώς ^ αναγκάζεται — Ποιοι; ξαναρωτάει. νά σκύψη γιά νά περάση την ^ ' Οι Τέγκ !, αποκρίνεται πόρτα πού δεν χωράει τό μπόϊ μέ φωνή πού μόλις άκούγεται του. Έδώ έγινε μακελλειόΐ έκεΐνος. Πάλι νηστικός θά μείνω! Τον Μιά δυνατή φρικίασι ■ δια­ σφάξανε! περνάει τό κορμί τού παιδιού. Τό δωμάτιο είναι · άνασταΟί Τέγκ λοιπόν μπλέχτηκαν 'τωμένο. Μερικές καρέκλες εί­ σ’ . αυτή τήν ιστορία; Τώρα ναι αναποδογυρισμένες,^ δυο τά π σάγματα μπερδεύονται τρία βάζα άπό πορσελάνη έ­ περισσότερο. Οι Τέγκ, πού χουν γίνει κομμάτια. Μονάχα λατρεύουν τήν αιμοβόρα Κ α­ μιά λάμπα πετρελαίου ρίχνει λί, δέν σταματούν μπροστά τό χλωμό της φώς άκουμπισέ τίποτα! σμένη σ’ ένα τραπέζι, που — Σαχήμπ!, ψιθυρίζει ό βρίσκεται στη γωνιά. Είναι μελλοθάνατος. Σαχήμπ! (Κύ­ φανερό πώς, πριν απ’ τό φό­ ριε!...).^ νο, ό απεσταλμένος του μα­ — Λέγε, Ράκσα. Σέ α­ χαραγιά πάλαιψε μέ τούς δο­ κούω ! ' Και σκύβει πιο κοντά του. λοφόνους του. Τό ' Ελληνόπουλο σκύβει — Σαχήμπ! Ή Ζανγκάρ. κοντά του και προσπαθεί νά Ή Ζανγκάρ είναι στα χέρια τον άνασηκώση. Αέν είναι ή των Τέγκ! Ό άφέντης. μου πρώτη φορά πού βλέπει αυ­ έστειλε νά σέ ειδοποιήσω. Μα τόν τον άνθρωπο. Κι’ άλλοτε δέν πρόφτασα... . — Πού είναι ή Ζανγκάρ; συναντήθηκε μαζί του και πή­ ρωτάει μέ φωνή πού τρέμει τό ρε σημαντικά μηνύματα άπό ' Ελληνόπουλο, τον Ν ιρούκτα.


? Α ΐ « ΰ *

6

α *

<3

— Είναι... Είναι.., — Κάνε κουράγιο, Ράκ* σα!, παρακαλεΐ ό Ταγκόρ. Που βρίσκεται ή Ζανγκάρ; — Στο σταυροδρόμι. Στο σταυροδρόμι του... Τα χείλη, πού άνοιγόκλειναν με δυσκολία, σταματούν. Δεν σαλεύουν πιά. Τά μάτια στη λύνονται σε μια γωνιά τού ταβανιού καί γίνονται γυάλι­ να. Ό Ταγκόρ πιάνει τό σφυγ μό του. Ή καρδιά δεν άκούγεται. Έσβυσε... — Πέθανε! Δεν τον βλέ­ πεις, Τανκόρ; λέει ό Μαλαμπαρ πού σ’ αυτό τό μεταξύ παρακολουθούσε αμίλητος την άγωνία τού άπεσταλίμενου! τού μαχαραγιά. Στο ιχη,ματίζω πώς οί φίλοι πού τον σκότω-

σαν δέν είναι πολύ μακρυά άπό εδώ. —. Είναι οί Τέγκ!, λέει σο­ βαρά τό Ελληνόπουλο. Κα­ ταλαβαίνεις τί θά πή αυτό, Μαλαμπάρ; -—"Οταν έρθη η ώρα, θά τούς περιποιηθοϋμε κι* αυ­ τούς όπως τούς ταιριάζει ί, αποκρίνεται ό γίγαντας άνασηκώνοντας άδιάφορα τούς ώ­ μους. Προς τό παρόν όμως... ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ!

ΑΦΝΙΚΑ σκύβει καί μ: α ένα απότομο σπρώξιμο 0=9 ρίχνει στο πάτωιμα το παιδί. Κάποιος άνοιξε άπ5 έ­ ξω αθόρυβα τό παράθυρο, ποέ βλέπει οπό δρόμο, καί σχε·

Σέ 8ύ® λεπτά, τ© 'Ελληνόπθνλ© θ« εϊνεα νεκρό!


Σφαίρες άρχίζουν νά σφυρίζουν γύρω τους.

δον άμέσως τά κλειστά τζά­ μια σπάζουν μέ πάταγο. Την ίδια στιγμή κάτι βαρύ πεψτει ανάμεσα στα πόδια του Τα» γκόρ. — Μιά χειροβομβίδα!, ξε­ φωνίζει ό Μαλαμπάρ. Φυλά» ξου! Τό Ελληνόπουλο όμως μπο ρεί να ζυγιάση^πιό γρήγορα την κρίσιμη θέσι τους. Το μυαλό του δουλεύει πολύ πιο γοργά απ' τό μυαλό του γί­ γαντα. Μέ σβέλτες κινήσεις αρπάζει στη φούχτα του τη μεταλλική σφαίρα, πού από δευτερόλεπτο σέ δευτερόλεπτο μπορεί νά έκραγή και νά τον κάνη χίλια κομμάτια. Σαλτάρει προς τό παράθυρο και τήν τινάζει μέ δύναμι έξω, στο

δρόμο. Μιά δυνατή έκρηξι καί μιά έκτυφλωτική λάμψι επα­ κολουθούν. Λίγο άκόίμα, μισό δευτερόλεπτο, καί όλα 6ά ή­ ταν χαμένα! Ευτυχώς πού πρόφτασε... — Μά τον " I ντρα!, γρυλλίζει ό Μαλαμπάρ καθώς ση­ κώνεται, ή νύχτα αυτή άρχι­ σε πολύ άσκημα! Καιρός νά του δίνουμε, πρίν φτάσουνε οι περιπολίες μέ τούς Εγγλέ­ ζους. Ό Ταγκόρ 5έ μιλάει. Βγαί­ νουν στο δρόμο μέ προφυλά­ ξεις. Τρεΐς σκιές σαλεύουν στο χώμα. Κάποιο βογγητό άκούγεται. Είναι εκείνοι, πού έρριξρν τή χειροβομβίδα καί παραμόνευαν έξω απ’ το παράθυρο. Τώρα είναι βαρεία


ΐ Α <* Κ Ο Ρ πληγωμένο* ^ καί ; σέρνονται άάν φίδια μέ την κοιλιά στο χώμα, — Χό! Χό!, γελάει ό Μαλαμπάρ'.· Αντί να την πάθουμε' έμεΐς, την πάθανε αυτοί! Την.πάθανε σαν αγράμματοι! Χό! Χό! · . · Τό Ελληνόπουλο καί πάλι 5έ μιλάει. · Σκύβει -πάνω από τούς τρεΐς πληγωμένους. Εί­ ναι 'έιντελώς. άγνωστα μούτρα. Γιά πρώτη φορά τούς βλέπει. Οΐ δυο είναι, πολύ βαρεία χτυ­ πημένοι. Λεν πρόκειται νά ζήσουν. Ό ένας όμως, πού δο­ κιμάζει καθώς βλέπει τό παι­ δί νά σηκωθη, δεν φαίνεται νά έχη πάθει σοβαρά πράγματα. Μικρογρατζουνιές. ' -οπτλώθηκε στο δρόμο ζαλισμένος από τον φόβο περισσότερο παρά., απ’ τά τραύματά. · ·. · ; — Μαλαμπάρ !, φωνάζει ό Τάγκόρ. Ό γίγαντας -τρέχει κοντά, του: . · *··*'. ' — Αυτός μάς χρειάζετα^ι ζωντανός, ^Μαλαμπάρ, του λέει. Μπορεί νά ξέρη ένδιαφέ·. ροντα πράγματα... • -— Κοτάλαβα, άποκρίνεται' έκεΐνος καί τά μεγάλα μάτια του αστράφτουν· από ευχαρί­ στησή Θά. τον πάρουμε πα­ ρέα... * — Ναί, Μαλαμπάρ. Θα τον πάρουμε μαζί· μας. • - Ό γίγαντας σκύβει, ά­ πλωνε ι τη χερούκλα τού καί • άνασηκώνει σάν ^πούπουλο τον άγνωστο. * Έκεΐνος όμως έχει άντιρρήσεις. . Ζητάει^ νά ξεφύγη · καςί προσπαθεί νά Φουχτιάση τη λαβή ένός πι­

στολιού, που Ιχει στη μέση του. -— Είσαι καί ζόρικος, βλέ­ πω!, γκρννιάζει ό Μαλαμπάρ καί μέ τό ελεύθερο χέρι, του τού κατεβάζει · γιά γερή κα·« τραπακιά. Νά, .γιά νά γίνης .φρόνιμο · παιδί! . / — Μάς χρειάζεται ζωντα­ νός !, τον μ σελώνει τό ' Ελλη­ νόπουλο.· — Μη φοβάσαι!, αποκρί­ νεται ό γίγαντας. Δεν τον χτύπησα. Τον χαΐδεψα μονά­ χα. Τώρα θά πάψη νά κουνιέ­ ται. Άλλα σε λίγο θά ζωντανέψη πάλι. Καί, καθώς μιλάει, τού παίρνει τό πιστόλι, τό κρύ­ βει κάτω από την κελεμπία του καί τον φορτώνεται σάν άδειο σακκί στούς ώμους τού. Την ίδια στιγμή, άκούγονται ποδοβολητά. Είναι οί στρα­ τιώτες κάποιας περιπόλου, που ακόυσαν την έκρηξι καί τρέχουν προς τό μέρος τους... -— "Έρχονται!.*, λέει ό Ταγκόρ. Εμπρός, δρό·μο! Μέ βιαστικό βήμα βγαίνουν από την πάρο$ο, παίρνουν έ­ να στενό δρομάκο που φέρνε ι­ στό παλιό Δελχί (*) καί άρ(*) Τό Δελχί είναι ή σημερι­ νό πρωτεύουσα των Μνδιών. Στη μεγάλη πεδιάδα, πού εκτείνεται σήμερα , τό^ Δελχί, έχουν χτίστη κατά περιόδους, από τό 3000 προ Χρίστου μέχρι τό 1600- με­ τά Χριστόν, 13 μεγάλες πόλεις, που ακμάσανε και παροικμάσανε. Γι’ αυτό ή μεγάλη πεδιάδα που περιβάλλει τη σημερινό πρωτεύ­ ουσα είναι γεμάτη ερείπια, πύρ­ γους, μισογκρεμισμένα ανάκτορα, υπόγειες στοές, λείψανα πόλεων, ναούς, κατακόμβες, τείχη κλπ.

Τό σημερινό Δελχί χτίστηκε πριν


,ΤΑΓΚΟΡ

9

χίζουν νά τρέχουν. *Όμως άα ’λιάδες ρούπίες (*). Απάνω πόψε, καλά τό είπε ό Μαλατου! Πιάστε τον! μπάρ, δεν έχουν τύχη. Ή νύ­ Ο ΕΓΓΛΕΖΟΣ χτα έχει αρχίσει άσκημα. Κα­ ΚΑ? ΤΟ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ θώς τρέχουν, μια άλλη περί­ Ο ΕΑλΗΝΟΠΟΥΑΟ βλέ πολος· ξεφυτρώνει μπροστά τους. Πηγαίνουν κυ· αυτοί πει τούς στρατιώτες νά τροχάδην στο σημείο πού άτον ζυγώνουν καί. κατά> κούστηκε ή δυνατή έκρηξ,ι. Ό λαβαίνει πώς είναι χαμένος επικεφαλής ■ Εγγλέζος άξιθε­ αν πέση ότά χέρια τους. Τό ματικός, πού βλέπει τό παι­ βλέμμα του, κοφτερό σάν ά­ δί και τον γίγαντα,. μ’ έναν τσαλη· κυττάζει γύρω. Νά γυάνθρωπο πού φαίνεται· νεκρός ρίση πίσω είναι τό ίδιο σάν φαρτωμένον στούς ώμους του, ν’ άποφασίση ν3 αύτοκτονήση. ξαφνιάζεται καί φουχτιάζει τό Θά .πέρη απάνω στην άλλη περίστροφό του. περίπολο, πού θάχη φτάσει —"Αλτ !, ουρλιάζει. 'Απά­ κιόλας στο σπίτι πού βρίσκε­ νω, τά χέρια! ται τό πτώμα τού Ράκσα. Ε­ δώ πάλι, αυτοί οί έξη ώπλιΤό 1 Ελληνόπουλο κι* ό Σασμένοι άντρες, φαίνονται Α­ λαμπάρ σταματούν. Την ίδια ποφασισμένοι νά πυροβολή­ • στιγμή, ό Εγγλέζος μέ τό ε­ σουν, άν δοκιμάση νά κινηθη. λεύθερο χέρι του πιέζει τό Ρίχνει, μια ματιά στόνΜαλακουμπί τού ηλεκτρικού του ψα μπάρ. πρύ στέκει μερικά βήνοοριοΰ καί ένα έκτυφλωτικό φως πέφτει στο πρόσωπο τού • ματα πιο εκεί. Ό γίγαντας, μέ τον λιποθυμισμένο συ μ μ ο* παιδιού καί τού γίγαντα. Τά μάτια τού αξιωματικού . ,ρίτη στον ώμο, .έχει σφίξει τά δόντια καί κυττάζει δεξιά κι3 στρογγυλεύουν άπό την έκαριστερά σάν ένα άγριο ζώο πληξι κι* είναι σά νά μη πι* πού έχει πέσει σέ δόκανο. στεύη σε κεΐνο πού βλέπει μπροστά του. “Ύστερα συ­ — ΜαλαμπάρΙ,' ψιθυρίζει τό παιδί·. Δεν θά τούς αφήνέρχεται. σουιμε νά, μάς πιάσουν! — Παιδιά!, φωνάζει στούς . Ό γίγαντας ’ βγάζει ^ ένα πέντε στρατιώτες του. Αυτός' βρυχηθμό θυμωμένου, ελέφαν­ εδώ ό πιτσιρίκος πού βλέπε­ τα. τε, είναι ό Ταγκόρ! Απόψε — "Οχι,^· βέβαια Π λέε>. κάναμε την τύχη μας. Τό κε­ φάλι αυτού τού παλιόπαιδού . Δεν μού αρέσει νά σέ βλέπω έχει έπικηρυχτή .γιά έξη χιχωρίς κεφάλι! —τ Είπα, απάνω τά χέρια!, 300 χρόνια άπο τον Μεγάλο Μουδιατάζει πάλι ό αξιωματικός γόλο' Σάχ-Τσεγάν. Το επίσημο Ο­ νομα της πρωτευούσης εΐνα·» ΣάχΤσεχάν-Κούλ πού σημαίνει: «'Η πόλις του Βασιλέως του κό­ σμου»:

"

'

-

11

^

(*) 'Η ρούπια· εϊναι ινδικός νό­ μισμα πού Ισοδύναμε! μέ τά 34 της αγγλικής λίρας..


10

ΤΑΓΚΟΡ

πού βρίσκεται τώρα, πολύ κον τά στο ηρωικό Ελληνόπουλο, Παραδόσου, Ταγκόρ! Δέ μπορείς πιά νά ξεφύγης! — Αυτό δεν τό ξέρεις, Εγ­ γλέζε!, μουγγρίζει τό παιδί μέ σφιχτά δόντια καί καθώς μιλάει σαλτάρει απάνω του σαν λιοντάρι. Τό λαστιχένιο κορμί^του τυλίγεται στο κορμί του Α­ ξιωματικοί) σαν ψίδι. Τά γυ­ μνασμένα πόδια του σφίγγουν σαν μια σιδερένια τανάλια τό στήθος του καί του κάνουν δύσκολη την ανάσα. Ταυτόχρονα τά χέρια του δουλεύουν γοργά καί, πριν προφτάση ε­ κείνος νά συνέλθη, τό πιστό­ λι του βρίσκεται στη φούχτα τού παιδιού. — Στο είπα, Εγγλέζε! Ό

Ταγκόο δεν πιάνεται εύκολα! Αυτός, προσπαθώντας ν’ α­ παλλαγή από την ξαφνική τούτη περίπτυξη βλαστημάει καί παλεύει απεγνωσμένα. Μά τό ηρωικό Ελληνόπουλο ξέ­ ρει μερικές λαβές, πού παρα­ λύουν καί τον πιο χειροδύνα­ μο άντρα. Τον κρατάει γιά μι­ σό λεπτό ακίνητο κι’ ύστερα, μονομιάς, βάζει σέ κίνησι Ο­ λους τούς γυμνασμένους μυώ­ νες του καί τον υποχρεώνει νά^πάρη μιά βόλτα στις φτέρνες του, έτσι πού νά σταθή ^σάν Ασπίδα μπροστά του, Ανάμεσα σ’ αυτόν καί τούς στρατιώτες. Τό πιστόλι, που κρατάει τώρα οτά χέρια του ό Τανκόιρ έχει καρφωθή στη ράχη του Εγγλέζου, πού έχει γίνει χλωμός σάν κερί

*0 Τσγκόρ άρπαζε» την Ζανγκάρ κι* Αρχίζει νά τρέχη!


ΤΑΓΚΟ Ρ ψ

11

Τό κεφάλι τής κόμπρας πλησιάζει στο πρόσωπό του!

Οι στρατιώτες, πού είναι έτοιμοι νά πυροβολήσουν, κα­ θώς βλέπουν τό παιδί νά τα­ μ πουρώ νέτα ι γύρω από τον αξιωματικό τους, σταματούν σάν νά τούς χτύπησε αστρο­ πελέκι. — ’Άν ρίξετε, φωνάζει ό Ταγκόρ, έκεΐνος πού θά ττέση πρώτα νεκρός από τις σφαίρες σας, δεν θά είμαι ε­ γώ ! Πρώτα θά σκοτώσετε τον άποσπασματάρχη σας! Πετάξτε τά όπλα καί δρόμο! "Ομως εκείνοι δεν άκουνε. Συνέρχονται σχεδόν αμέσως από την πρώτη έκπληξι καί σκορπίζουν στις άκρες του δρόμου, προσπαθώντας νά ση­ μαδέψουν απ’ τά πλάγια τό τολμτρό παιδί. Τότε πέφτει σά σίφουνας στη μέση ό Μα-

λαμπάρ. Πετάει τό λιποθυμά σμένο συμμορίτη στο χώμα και βάζει σέ κίνησι τις γρο­ θιές του. Άψίνει ένα άγριο ουρλιαχτό καί με την πρώτη γροθιά τινάζει δέκα μέτρα πί­ σω έναν στρατιώτη πού τον ζυγώνει. Σαλπάρει έπειτα α­ πάνω του, τον αρπάζει μέ τις χερούκλες του καί τον πετάει απάνω ατούς δυο άλλους, που ετοιμάζονται νά πυροβολή­ σουν. Σχεδόν αμέσως, τινά­ ζοντας προς τ’ αριστερά το τεράστιο κορμί του, πιάνει α­ πό τό σβέρκο τούς δυο τελευ­ ταίους, πού δείχνουν νά τά έ­ χουν νάσει μ5 αυτή τη θυελ­ λώδη επίθεση έναν μέ κάθε χέρι, καί, σπρώχνοντας τον έ­ ναν απάνω στον άλλον, κάνει τά κρανία τους νάρθοΰν σέ μιά


12

Τ -Α Γ Κ © Ρ

δυνατή σύγκρουσι. Άκούνεται ένα βογγητό καί τα δυο κορμιά σωριάζονται στο έδσ' •ψος πλάϊ -στους - άλλους, πού δεν -μπορούν 'νά σαλέψουν. —- Έν τάξει, Ταγκόρ!, γρυλλίζει ό. Μαλαμπάρ. Τούς κανονίσαμε ! Τον Εγγλέζο τί θά τον-κάνης; — Πάρε τον- λιποθυμισμένό συμμορίτη πάλι στον ώμο σου, Μαλαμπάρ!, διατάζει τό /Ελληνόπουλο. Προχώρησε κι’ έφτασα! _ · .. · Ό γίγαντας κάνει αυτό πού του λένε καί ό Ταγκόρ' περ­ νάει τό πιστόλι πού κρατάει. στη ζώνη του ποη/τελονιού του κΓ' ύστερα σπρώχνει απότομα προς τά έμπρός τον -αξιωμα­ τικό. . — Καί τώρα οι δυό μας!, του λέει χαμογελώντας. Λυ-·. πάμαι πού έχασες τις έξη χι­ λιάδες ρούπιες καί θά λυπήθώ περισσότερο πού θά σε στείλω^ μέ στραπατσαρισμένα τά μούτρα στην αρραβωνιαστι­ κιά σου! · · Μά την ίδια στιγμή ό. Εγ­ γλέζος, πού έχει γυρίσει και βρίσκεται φάτσα μέ φάτσα α­ πέναντι του, τινάζει προς τά έμπρός τή γροθιά του καί^ τό Ελληνόπουλο καθώς σκύβει νά προφυλαχτή δέχεται ένα δυνατό' χτύπημα στο πρόσω­ πο. Αισθάνεται τή γεύσι τού· αΐιματος' στο στόμα του καί μισοκλείνει τά μάτια ζαλισμέ- · νος. "Όμως, μισό .δευτερόλε­ πτο αργότερα, συνέρχεται καί δίνει πίσω τό χτύπημα.^ Το σαγόνι του αξιωματικού δέ­ χεται τό βάρος τής σιδερένιας

πυγμής του παιδιού καί κά­ νει μερικά βήματα προς τά πίσω.· Μονομιάς, ό Ταγκόρ ρίχνεται απάνω του. Οί γρο' θιές του κινούνται μέ απί­ στευτη ταχύτητα καί τό πρό­ σωπο τού Εγγλέζου γίνεται παράξενα μελανό καί κόκκι­ νο. Στηρίζεται στον τοΐχο, έ­ τοιμος νά σωριαστή. -— Τώρα είμαστε ίσα κΓ' ίσα, λεβέντη!, τού φωνάζει ό Ταγκόρ. Γειά σου καί όνειρα γλυκά γιά τις έξη χιλιάδες ρουπιες πού έχασες... Καί γλυστράει στο σκοτά­ δι ακολουθώντας τήν κατεύ­ θυνση πού πήρε πριν από λί­ γο. ό Μαλαμπάρ. ■ —Μέ λένε Μάξγουελ!, φω­ νάζει ό Εγγλέζος. Σημείωσε αυτό τό όνομα στο μυαλό σου, Ταγκόρ ! Τήν άλλη φο­ ρά πού θά συναντηθούμε, δέ θά φύγης ζωντανός απ’ τά' χέ­ ρια μου. Αλλά δέν παίρνει άπάντησι. Ή νύχτα έχει τυλίξει στά σκούρα της κρέπια τό τολμη­ ρό Ελληνόπουλο,. πού τρέχει ανάμεσα στά ερείπια τής πα­ λιάς πολιτείας προς τον σκο­ τεινό όγκο τού μισογκρεμισμένου πύργου τού Σέρ-Σάχ. Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΜΑΧΑΡΑΓΙΑ

Ο. ΣΚΟΤΑΔΙ είναι πη· •χτό σάν τήν κόλασι σ'* αυτά τά χαλάσματα. Τα παιδί όμως προχωρεί μς στα­ θερό βήμα, γιατί· ξέρει καλά όλη αυτή τή μεγάλη πεδιάδα, πού βρίσκεται έξω . από τό

Τ


Τ Α Γ Κ Ο Ρ Νέο Δελχί. Ή μιά της άκρη συνορεύει μέ την πολυθόρυβη ποωτεύουσα, όπου βρίσκεται τό μεγαλοπρεπές κτίριο τού • Αντιβασιλέας των Ινδιών, έ­ να είδος στρατιωτικού διοικητοϋ πού παίρνει κατ’ εύθεΐαν εντολές από τό Λονδίνο. Ή άλλη άκρη χάνεται μαζί μέ • τά ερείπια στη ζούγκλα. Τά θεόρατα δέντρα καί ή άγρια βλάστησι έχουν σκεπάσει έ­ να μέρος από την ποώιά πο­ λιτεία, πού χτίστηκε τρεις χι- ■ λιάδες χρόνια προ Χριστού.α­ πό τον ξακουστό Μαδχάντι πού υνηΐμονεύεται στη Μαχαβαράτα (*); • Στην άνατολικη πλευρά τής πεδιάδας, είναι ό πύργος τΰύ Σέρ - Σάχ^ Καί ο Τα­ . γκόρ, καθώς βαδίζει προς τά εκεί καί ζυγώνει σγή μεγάλη μισοΥκρεμισμένη του· πύλη,' βγάζει τρεΐς κλαψιάρικες κραυγές τσακαλιού: • — Γάου! Γάου! Γάουού! Είναι τό σύνθημα άναγνω· ρίσεως. Γιατί αμέσως, ·άπό την άλλη μεριά, άκούγεται ή άπάντησι. Αυτή τη φορά α­ παντάει ό Μαλαμπάρ, σά μια γέρικη · κουκουβάγια. -Τούτο , σημαίνει πώς όλα είναι εν τά­ ξει καί πώς'τό Ελληνόπουλο μπορεί νά προχωρήση άφοβα. Ό Ταγκόρ περνάει την πύ­ λη, κατευθύνεται σε-μιά στοά, (*) 'Η Μσγαβαράτα_ είναι Ενα από τά μεγάλα επη των Ινδιών καί άποτελεΐται από ^ 200.000 στίχους. Περιγράφει ήρωϊσμους καί κατορθώματα. Είναι κάτι· που θυμίζει την Ίλιάδα καί την Όδύσεια τού 'Ομηρου. Γράφτηκε γύρω στά 500 π· %·

13

άνεβαίνει μερικές πέτρινες σκάλες καί κάποιος ϊσκιος σα~ λεύει, καθώς μπαίνει σέ μιά μεγάλη κυκλική κάμαρη.. — Έσύ, Ταγκόρ; — Έν τάξει, Μαλαμπάρ..." . Άκούγεται τό.τρίξιμο πού κάνει 'ένα σπίρτο,, καθώς τρί· βεται στον τοΐχα, καί μιά α­ δύνατη κίτρινη φλόγα σπάζει τό σκοτάδι. —"Άναψε τό λύχνο, Μοώαμπάρ!/ διατάζει τό παιδί. Θέλω νά δώ καθαρά τό μού­ τρο τού -μουσαφίρη μας. Ό γίγαντας ανάβει τό λύ­ χνο καί ζμγώνει προς τό μέρος τού Ταγκόρ. Κάτω στις πλάκες ,έίναι ξοατλωμένος ό συμμορίτης, πού.έχουν μεταφέρει ώς εδώ ύστερα από τό­ σες περιπέτειες. Τό 4Ελληνό­ πουλο παίρνει 'τό λύχνο καί σκύβει πάνώ άπό τόν'λιποθυμισμένο άνθρωπο. Εΐναι ένας άντρας μέ κοντοκομ μένα μαύ­ ρα γένέια καί σκληρά, χαρα­ κτηριστικά. ; — Νά τον ξυπνήσω, Τα­ γκόρ; ρωτάει ό γίγαντας. -— -υπνησέ τον, Μαλα­ μπάρ! Σού ξοτναθυμίζω μο­ νάχα πώς μάς χρειάζεται. ζο>ν τανός. Δεν χρειάζεται... νά τον χαϊδέψης καί πολύ! . Ό σύντροφος, τού "Ελληνό­ πουλου κουνάει ·τό κεφάλυ Σκύβει, * φουχτιάζει οπτό τά γένεια τον λιποθυμισμένο συμ ■ μο ρ ίτη-, , τον άνσσηκώνε ι ραί τον στήνει ορθό στον τοΐχο. "Ύστερα μέ τό ελεύθερο χέ­ ρι του τόν...χαϊδεύει ελαφρά στο πρόσωπο. Ό άνθρωπος άνοίγει τά μάτια. Κυττάζει


14

ΤΑΓΚΟΡ

γύρω του καί μέσα στο μισο­ σκόταδο προσπαθεί νά μ αν» τέψη που βρίσκεται. "Ύστερα θυμδται καί τό βλέμμα του, γεμάτο λύσσα, καρφώνεται πάνω στο παιδί. —Ό "Ελληνας!, γρυλλίζει. Ό Ταγκόρ! — "Ολάκερος, καθώς βλέ­ πεις!.. χαμογελάει τό Ελλη­ νόπουλο. ^— Τί θέλεις από μένα; ρο3τάει. — Που είναι ή Ζανγκάρ, ή κόρη τοΰ Νιρούκτα; κάνει απότομα τό παιδί. "Ενα άσκημο χαμόγελο σχε βιάζεται στο τΤρόσωπο του συμμορίτη. —Μά τή θεά Κάλι (*) που μέ προστατεύει, πολλά ζη­ τάς ! "Έχω ακουστά πώς ά.γαπάς την όμορφη μοναχοκό­ ρη τού Μαχαραγιά, μά άπό μένα δε θά μάθης πού θά τή βρής. Οι Τέγκ δεν προδίνουν! — ΕΤσαι ένας Τέγκ λοι­ πόν; Δέ γελάστηκα! — Ναί. Είμαι ένας Τέγκ! — Τώρα θά δούμε, άν θ’ άνοιξης τό στόμα σου! Τό "Ελληνόπουλο γυρίζει στον γίγαντα. (*) ( ιΗ Θεά Κάλι (ή Μαύρη) είναι η πρώτη άττο τις τρεις γυ­ ναίκες τοΟ^Θεου Σίβα. Είναι η πιο αίμοβόρα Θεά^ του ινδικού πανθέου. Έτη χιλιάδες^ νοόνια, έσφαζαν στα πόδια^ του ειδώλου της ανθρώπους. Σήμερα ^ στην παληά παγόδα της που υπάρχει σ:ρν Καλκούτα αντί άνθρο:ποθυο-ίες γίνονται θυσίες ζώων., Γυ­ μνοί οος τη μέση, οι Ιερείς κάνουν αυτές τις θυσίες, που επιτρέπε­ ται νά τις παρακολουθούν καί οί

ξένοι.

— Μαλαμπάρ, κάνε τή γλώσσα του νά λυθή! — Έν τάξει, Ταγκόρ! ^Ε­ φτασα !... Χάνεται στή σκιά κι’ άκούγεται κάποιο γλυκό σφύριγ­ μα. "Ο Μαλαμπάρ σφυρίζει παράξενα. "Ενας ασυνήθιστος θόρυβος φτάνει άπό μιά σκο­ τεινή άκρη τής μισογκρεμισμένης αυτής κάμαρης. Κ Π ύ­ στερα ξαναφαίνεται ό γίγαν­ τας. Κρατάει στα χέρια ένα μεγάλο φίδι μέ πλατύ κεφάλι. — Μιά κόμπρα!, ξεφωνίζει τρομαγμένος ό Τέγκ. Μιά κό­ μπρα! . — Χό! Χό!, γελάει ό Μα­ λαμπάρ καθώς τό φίδι κου­ λούρι άζεται και ξεκουλουριάζεται στά γυμνά μπράτσα του. "Έχω ακούσει πώς οί Τέγκ στραγγαλίζουν τούς αν­ θρώπους μέ τό ρυμάλ, ένα με­ ταξωτό μαντήλι πού έχουν πάντα γύρω άπό τή μέση τους. Έγώ δέν έχω ρυμάλ, μά τούτη ή κόμπρα θά περιποιηθή τό λαιμό σου... Καί, καθώς μιλάει, ζυγώ­ νει όλο και περισσότερο. Τά χάντ-ρινα μάτια τού δηλητη­ ριώδους φιδιού καρφώνονται απάνω ατό χλωμό συμμορίτη. Δυο μεγάλα σουβλερά δόντια φαίνονται, καθώς- ή κόμπρα ανοίγει τό στόμα της. Μέσα σ’ αυτό υπάρχει τό κεραυνο­ βόλο δηλητήριο... — Μήπως θυμήθηκες τώρα πού είναι ή Ζανγκάρ; άκούγεται ή φωνή τοΰ παιδιού. "Ο Τέγκ τρέμει. Τό βλέμ­ μα του καθρεφτίζει τον τρό­ μο, πού έχει φουντώσει μέσα


Τ Α Γ Κ Ο Ρ του., Μά είναι πεισματάρης κι*, έχει ^άποφασίσει νά μην ά­ νοιξη τό στόμα του. —- Θά σέ ψιλήση γλυκά γλυκά στο λαιμό ή φιλενάδα μου, λέει ό Μαλαμπάρ. Κι’ ό­ ταν πάψη νά σέ φιλάη, δυο μικρές κόκκινες τελείες σάν τό κεφάλι μιας καρφίτσας θά μείνουν στο πετσί σου. "Υστε­ ρα θ5 άρχίσης νά χοροπηδάς σάν τρελλός όσο νά παράλυ­ σης ολάκερος καί νά πεθάνης. — Που είναι ή Ζανγκάρ; ξαναρωτάει ό Ταγκόρ. -— Πάρε τό φίδι από κοντά μου!, ουρλιάζει ό Τέγκ τρέμοντας. Θά μιλήσω! Ό γίγαντας κάνει μερικά βήματα πίσω. — Έν τάξει, φίλε! Μτγορεΐς τώρα νά μιλήσης έλεύθερα, του λέει. Τό παιδί πηγαίνει κοντά του. — Ή κόρη τοϋ Μαχαρα­ γιά είναι στο σταυροδρόμι του Τζάλ -,Τζαμί, αρχίζει νά μιλάη_ ό Τέγκ. Έκεΐ θά την βρής. Την κρατάει αιχμάλω­ τη ό Ναντίρ-Χο, ό Μονγόλος.' — Ό Ναντίρ-Χό; ξαφνιά­ ζεται τό Ελληνόπουλο. Ό Ναντίρ - Χό είναι νεκρός! — Ό Ναντίρ δεν πέθανε ποτέ, λέει ό Τέγκ. Ή μεγάλη Κάλι τον προστατεύει "Αρ­ παξε τη Ζανγκάρ καί την κρα τάει αιχμάλωτη όσο νά μάθη τό μυστικό του πατέρα της. Ό μαχαραγιάς , Νιρούκτα, που τώρα ξεσηκώθηκε εναν­ τίον των Εγγλέζων, έχε· ένα μεγάλο θησαυρό κρυμμένο στη ζούγκλα. Ό Ναντίρ τον

15

®έλει γιά τους Τέγκ! Ό Ταγκόρ γυρίζει οπόν γί­ γαντα, που στέκει παράμερα. — Στείλε τό φίδι σου νά κοιμηθή, Μαλαμπάρ, τού λέει. Ό μουσαφίρης μας είναι έν τάξει. Μάς είπε^τήν άλήθεια. — Δεν θά σου χρειαστή ό­ μως αύτή ή άλήθεια, Ταγκόρ, γιατί ύστερα από λίγο θά ταξιδεύης στην κόλασι! „ άκούγεται μιά βαρειά φωνή. ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Ο ΠΑ]ΔΙ γυρίζει, ξα­ φνιασμένο. Τρεΐς ίσκιοι στέκουν στο άνοιγμα της πόρτας. Ό ένας από τους τρεΐς είναι πού μιλάει. Ό Ταγκόρ κάνει ένα βήμα πίσω καί με μιάν απότομη κίνησι ρίχνει στις πλάκες τον λύχνο πού είναι κρεμασμένος οπόν τοίχο. Ή κάμαρη γεμίζει άπότομα σκοτάδι. Μά σχεδόν αμέσως, τρεΐς αστραπές έρ­ χονται από τό μέρος τής πόρ­ τας. ’Ακούγεται μιά κραυγή πόνου καί ό βαρύς γδούπος ενός κορμιού πού πέφτει στο έδαφος. Είναι ό Τέγκ, πού εί­ χε σαλτάρει προς τό μέρος τοΰ παιδιού. Σημαδεύοντας ιόν Ταγκόρ τον χτύπησαν, χωρίς νά τό καταλάβουν, ο’ϊ σύντροφοί του πού ήρθαν νά τον έλευθερώσουν. — Πρόσεξε, Μαλαμπάρ !, φωνάζει τό 1 Ελληνόπουλο. Μη προχωρής προς την πόρτα! "Ενας βρυχηθμός ελέφαντα φτάνει απ’ τό σκοτάδι. — Έν τάξει, Ταγκόρ! Κα­

Τ

τάλαβα !


16

ΤΑΓΚΘΡ

Οί χερούκλες του μέ σφιγμέ­ Και την ίδια στιγμή τδ πι­ στόλι του Εγγλέζου, πού έ­ νες γροθιές στριφογυρνάνε χει στη μέση του τό1 παιδί,. .στον άέρ,σ καί πέφτουν, βαπερνάει στο δεξιό του χέρι. ρειά σέ μερικά κεφάλια. *Ακαί έξη άπανωτές .βροντές κούγονται κραυγές καί βλα­ στέλνρυν Ισάριθμα καυτά μο­ στήμιες. Ταυτόχρονα ό άσυγλύβια προς τό μέρος τής πόρ­ κράτητος γίγαντας, χρησιμο­ τας. Κάπριος- πέφτει άφίνονποιώντας τά. τεράστια πόδια τας ένα πνιχτό βογγητό. Ό του, άνατρέπει τούς πρώτους Ταγκόρ γλυστράει πλάγια. τρεΐς. Εκείνοι πέφτουν άνάσκελα καί, καθώς γκρεμίζον­ Δυό γλώσσες φωτιάς σπάνε τό σκοτάδι. Οί σφαίρες τρυ­ ται στην απότομη σκάλα, πα­ πουν τον άέρα' στο σημείο α­ ρασύρουν σ’ ένα άγριο κατοακύλισμα κι5 αυτούς, πού βρί­ κριβώς, πού ένα δευτερόλεπτο σκονται πίσω τους. Μερικές πριν στεκόταν τό ηρωικό παι­ δί. Τό Ελληνόπουλο· σέρνε-, πιστολιές πέφτουν άκόυα καί ται μέ την κοιλιά στο βάθος απότομα γίνεται σιωπή. τής κυκλικής κάμαρης. Τώρα—- Θά ξαναγυρίσουν, Μαμπορεί νά σημαδέψη καλύτε­ λαμπάρ!, φωνάζει τό παιδί. ρα. Πιέζει, την σκανδάλη. "Ε­ "Ενας δρόμος μονάχα μάς μέ­ νας ξερός κρότος μετάλλου νει. Νά γλυστρήσουμε άπό τό •άκούγετ'αι. Τό περίστροφο δεν παράθυρο. Είμαστε άοπλος έχει άλλες σφαίρες. Τό πεκι’ εκείνοι είναι πολλοί · καί τάει κι* ή καρδιά του αρχί­ ώπλισμένοε ζει νά χτυπάη βιαστικά, κα­ Ό γίγαντας καταλαβαίνει. θώς βλέπει καινούργιους Τ Τρέχουν τώρα κι" οί δυό στο σκιους νά γεμίζουν τό άνοιγ­ βάθος τής κάμαρης, , περνούν μα τής πόρτας. μια χαμηλή στοά καί βρίσκονΤούς παρακολούθησαν ώς • ται σέ μια στενόμακρη ,έρειέδώ οί Τέγκ, χωρίς· νά τό μ υβ­ πωμένη αίθουσα μέ πολλά πα­ ριστούν, καί τούς έκλεισαν έ­ ράθυρα. Ό Μαλαμπάρ κρατσι σέ άσκημο δόκανο. τάει κιόλας ένα χοντρό σκοι­ νί στα χέρια του. Σέ -τούτο — Παραδόσου, Ταγκόρ!, τον έοειπωμένο πύργο, πού άκούγεται πάλι ή βαρειά φω­ νή. Δέ μπορείς νά ξεφύγης! χρησιμοποιούν κατά· καιρούς "Αν είσαι φρόνιμος, δεν έχεις για κρυψώνα, έχουν όλα τά νά φοβηθής τίποτα. χρειαζούμενα γιά περίπτωσι ανάγκης.Δένουν τό ' σκοινί 'σέ Τό παιδί δε μιλάει. Ό Μα-· κάποιο κάγκελο, ρίχνουν την λαμπάρ δμως αρχίζει νά θυάλλη άκρη τόυ^στήν έξωτεριμώνη καί άφίνει ένα καινούρ­ κή πλευρά , τού πύργου καί γιο ουρλιαχτό. Καί, ξαφνικά, γλυστρουν έξω άπ’ τό παρά­ σαλτάρει προς την πόρτα, θυρο. Πιασμένοι άπό τό σκοι­ χωρίς νά λογάριάζη τις σφαί­ νί, άρχίζουν νά κατεβαίνουν. ρες πού σφυρίζουν γύρω του.


ΤΑΓΚΟΡ Πρώτος, ό γίγαντας Μαλαμπάρ., δεύτερο τό τολμηρό, η­ ρωικό ' Ελληνόπουλο. Κάτω α­ πό τά πόδια τους, σέ βάθος πενήντα και παραπάνω μέ­ τρων, είναι ή γ.ή. Κατεβαίνουν όσο γίνεται πιο γρήγο-ρά:. Ξαφνικά όμως, μια σφαίρα · περνάει δίπλα απ’ τ’ αυτιά τους σφυρίζοντας. Κι* ύστερα άλλη κι5 άλλη. 'Ο Ταγκόρ εί­ χε δίκηο. ζιαναγύρισαν και πυ­ ροβολούν τώρα απ’ τό παρά­ θυρο. · Τό παιδί καί ό γίγαν­ τας αισθάνονται άσκημα. Μο­ νάχα ένας Θεός ξέρει άν θά προφτάσουν νά πατήσουν στο έδαφος. Καί σαν νά μην έφτα­ ναν οί σφαίρες, εκείνοι που τούς κυνηγούν άποφασίζουν τώρα κάτι πιο σίγουρο. Μ5 έ­ να μαχαίρι άρχίζουν νά κόβουν τό σκοινί πού κρέμεται απ' τό παράθυρο ί Ό Ταγκόρ, πού άνασηκώνει τά μάτια καί βλέ­ πει, αισθάνεται -ένα παγερό ρΐγος νά τον κυριεύη. "Αν κο­ πή τό σκοινί, θά κατρακυλή­ σουν κι5· οί δυο, αυτός κι* ό Μαλαυπάρ, στο κενό καί εί­ ναι χαιμένοι. Τούτη την κρίσι­ μη στιγμή πού βρίσκεται α­ νάμεσα ζωής καί θανάτου, ό Ταγκόρ θυμάται τούς γονείς του. "Ενα παρόμοιο τραγικό περιστατικό τερμάτισε την καριέρα τού πατέρα καί τής μητέρας του. Κάποιο σκο'νί έσπασε καί τότε κι5 έμεινε ορ­ φανός κι5 απροστάτευτος σε τούτη την αχανή καί μυστη­ ριώδη χώρα,' τις Ινδίες...-

17

Η ΙΣΤΟΡΙΑ •ΤΟΥ ΤΑΓΚΟΡ

Ρ IΝ. έξη χρόν ι α, ό Δη** ΜΠΤρης Σάρπας, πού χ έγινε αργότερα ό ξα­ κουστός Ταγκόρ, αποτελούσε μαζί μέ τον πατέρα του, Πα­ ναγιώτη Σάρπα καί τη μητέ­ ρα του ^ Μαρία Σάρπα, μιά θαυμαστή ακροβατική- ομάδα στο περίφημο τσίρκο Πιεραντόνι, πού έκανε τό γύρο τού κόσμου. Κάποιο βράδυ· όμως, όταν τό ιπποδρόμιο έδινε πα­ ραστάσεις στήν Καλκούτα, έ­ χασε τούς γονείς του. "Ενα σκοινί έσπασε, τή στιγμή α­ κριβώς πού έκτελούσαν 'τό νούμερο «Πήδημα τού θανά­ του», κι5 έπεσαν άπό ψηλά καί σκοτώθηκαν. Ό Δημήτρης, πού ήταν τό­ τε σχεδόν δέκα χρόνων, έκλά­ ψε πικρά. Μιά καί δέ μπορού­ σε όμως νά κάνη διαφορετικά, εξακολούθησε νά δουλεύη στο τσίρκο, ταξιδεύοντας μαζί του άτίό τή μιά πολιτεία στήν άλ­ λη. "Ενα ξημέρωμα, τά. τρο­ χόσπιτα τού ιπποδρομίου πη­ γαίνοντας γιά ^τό Μπεναρές, την ιερή πόλι των Ι νδών, περ­ νούσαν άπό τό στενό μονο­ πάτι μιας ζούγκλας. Καί τό­ τε έγινε κάτι πού άλλαξε τή μοΐρα τόύ μικρού Ελληνόπου­ λου. Τά άλογα πού. σέρνανε τ5 αμάξια αφήνιασαν άντικρύζοντας έναν άγριο ελέφαντα καί ό Δημήτρης τινάχτηκε έ­ ξω άπό την ανοιχτή πόρτα έ· νός τροχόσπιτου κι5 έπεσε .βα­ ρεία στο- χώμα. "Εχασε τις αισθήσεις του κι* όταν συνήλ-

Ο


■|Μ| ΒιΒΒΙΙ

(1···

1111

®%<<·χ·:*:5ί5ίί:'ή·κ<*«ίί*¥:':·:· «ι * :*<·:■

&>:·>:'·:ν

■I %;.·.·«

4&νθρ«*π·ς

*ιτ**τ«λμέν©β *

§1ναι

7Γεβτμένος

χ«μ«* $αρ®ι« ττληγωμένθς I


Τ Α Γ Κ ©. Ρ θε^βρέθηκε ολομόναχος στη ζούγκλα. /Ένας δυνατός φόβος τόν> 'κυρίεψε κι5 άρχισε νά τρέχη, κλαίγοντας και ζητώντας βο­ ήθεια. Μά κανείς δεν ήταν να τον άκούση σ’ αυτή την ερη­ μιά, πού σέ κάθε σκοτεινή γω­ νιά της παραμόνευε 'ό .θάνα­ τός.’ΤΡ μόνο πού κατάφερε ή­ ταν νά περί πλάνη θή περισσό­ τερο καί νά χαθή μέσα στο πυκνό δάσος. Δεν·είχε παρά ένα μαχαίρι μαζί του κι* όλο βάδιζε, άνοί>όντας δρόμο ανάμεσα στους, κορμούς των αιωνόβιων δέν­ τρων καί στούς πυκνούς θά­ μνους. Που καί που, τό αργό σύρσιμο κάποιου φιδιού, που περνούσε άπό μπροστά του. τόν έκανε νά σταιματάη. "Ήξε­ ρε πώς τά φίδια δεν έπιτίθεν* τα.ι, άν δεν τά 'πειράξης. 5 Απ' τά^ κλαριά, ξεπηδουσαν που­ λιά μέ παράξενα χρώματα. Μερικοί άσπροι πίθηκοι, κρε­ μασμένοι απάνω στά δέντρα, τον κυτταζαν ξαφνιασμένοι μέ τά περίεργα μάτια τους. Βάδιζε, βάβιζε, βάδιζε. "Αλλα πουθενά δεν μπορούσε νά βρή μια έξοδο. Ή ζούγκλα είχε αποφασίσει νά τόν κρά­ τηση αιχμάλωτο! Κατά τό σούρουπο, άπελπισμένος καί κατάκοπος, έπεσε καί ξαπλώ­ θηκε κάτω άπό ένα άρτάδεν­ τρο. "Ενας γλυκός ύπνος άρ­ χισε νά κλεινή τά μάτια του. ζαΦνιικά ανατρίχιασε. "Ενα πνιχτό ουρλιαχτό τόν έκανε νά τη/οχτή τρομαγμένος. ? Η­ ταν ένας βρυχηθμός λιοντα­ ριού. "Ενα ουρλιαχτό όμως

παράξενο καί· θλ ι μ μένα. Κ ύτ ■ τάξε γύρω του προσπαθώντας νά ραντέψη σέ ποιο μέρος βρι σκόταν’τό φοβερό αγρίμι πού ούρλιαζε καί, θέλοντας νά τ' άποφύγη, άρχισε νά τρέχη χω­ ρίς νά ξέρη· άν είχε πάρει το σωστό δρόμο ή όχι.:. Καθώς έτρεχε, καρφώθηκε στη θέσι του σά ^νά τόν χτύ­ πησε κεραυνός. Είχε πέσει α­ πάνω στο λιοντάρι, πού ϊσσΤσα ήθελε. / άποφύγη. ■ Μά πράγιμ α^ περ ίεργο: Τό ύπερήφανο ζώο ήταν ξαπλωμένο πλάγια πάνω σέ σωρούς ξε­ ρών Φύλλων, ακίνητο, καί γύ­ ρω του πεντέξη πίθηκοι, χο­ ροπηδούσαν καί τό κοροΐδευ­ αν βγάζοντας παράξενα ουρ­ λιαχτά... * Ό Ταγκόρ τότε θέλησε νά φύγηΐ Μά πάλι σταμάτησε. Γιοττί τό λιοντάρι έστρεψε τά μάτια του πρός τό μέρος του καί κύτταξε τό παιδί θλιμμέ­ να κι’ έβγαλε έναν καινούργιο παραπονιάρικο βρυχηθμό, ίό Ελληνόπουλο ήξερε άπό λιον­ τάρια,. άφου στο τσίρκο πού δούλευε είχαν κάμποσα άπ: αυτά μέσα σέ μεγάλες σιδε­ ρένιες κλούβες. Κατάλαβε λοι­ πόν την παρακλητική ματιά του αγριμιού. Τότε πήρε κου­ ράγιο καί πλησίασε περισσό­ τερό κοντά του. Μ’ ένα κλα­ ρί που έκοψε άπό κάποιο δέν'·· τρο, έδιωξε τούς πιθήκους χτυπώντας δεξιά αριστερά καί τούς έκανε νά χαθούν τρο­ μαγμένοι, γρυλλίζοντας θυ­ μωμένα, μέσα · στις πυκνές φυλλωσιές. • Τώρα, τό παιδί ήταν μόνο


ΤΑ ΓΚΟΡ' μέ τό λιοντάρι..Φάτσα μέ φά­ τσα. "Ενα χτύπημα μέ τά χοντρά νύχια του1 θά ήταν άρκετό νά του συντρίψη το κε­ φάλι. Μά τό ένστικτό του δεν τον γελούσε. Τό ζώο τον κύτταζε παρακλητικά κι* έδειχνε πώς είχε την άνάγκη του.^Ε­ μενε ασάλευτο και βονγουσε. Τό Ελληνόπουλο, διώχνον-. τας κάθε φόβο, πήγε πιο πο- · λυ κοντά του. Και τότε κατά­ λαβε. Δυο πόδια του· άγριμιοΰ, ένα μπροστινό κΓ ένα πισινό, ήταν τσακισμένα από σφαίρες! Κάποιος κυνηγός τό είχε, πληγώσει κι* εκείνο κα~ τάφερε νά φτάση καί νά κρυ­ φτή ως εδώ, άλλά έτση κα­ θώς δέ .μπορούσε τπά νά σαλέψη/ ήταν καταδικασμένο σέ θάνατο... · Ό Δημήτρης- είχε παρακο­ λουθήσει πολλές φορές τό θη­ ριοδαμαστή του τσίρκου, ό­ ταν περιποιόταν τά λιοντάρια του,, κι5 είχε μάθει αρκετά για­ τροσόφια.. Χαΐδεψε λοιπόν τό υπερήφανο ζώο στο κεφάλι^κι5 έκεΐνο σαν άνθρωπος, μέ δακρυσμένα μάτια, έγλειψε^μέ τή γλώσσα του τό χέρι του παι­ διού. — Έν τάξει, φίλε!., εΐπε 6 . Δημήτρης πού ξέχασε κιόλας τούς φόβους του καί τή δύ­ σκολη θέσι πού βρισκόταν χαμένος μέσα στη ζούγκλα. Θά σέ γιατρέψω πολύ σύντο­ μα! Εύτυχώς, έκεΐ κοντά, υπήρ­ χε μιά πηγή. Μούσκεψε τό μαντήλι·του κι5 έπλυνε μέ προ σοχή τις πληγές του λιοντα­ ριού. Τό ζώο άνακουφίοτηκε

%ϊ

κάπως καί κούνησε μ’ ευγνω­ μοσύνη τήν ουρά του. ^Υστε­ ρα, έκοψε μέ τό μαχαίρι. του δυο ίσια κλαριά, τά καθάρισε άπό τά φύλλα καί άρχισε μιά παράξενη δουλειά, πού θά τή ζήλευε ακόμα κι* ένας χει­ ρουργός μέ . μεγάλη πείρα. Πρώτα, έφερε· στή θέσι του τό σπασμένο κόκκαλο του μπροστινού ποδιού, ένωσε τις δυο του άκρες- καί, γιά νά μή ξεφύγουν άπό τή θέσι τους, τοποθέτησε πλάϊ. τους τό ένα κλαρί καί τό έδεσε σφιχτά μέ πολλές ' βόλτες, χρησιμοποι­ ώντας αντί γιά σκοινί μερικά πλατειά καί μακρυά φύλλα δέντρου. Τό ίδιο έκανε καί γιά τό άλλο πόδι. "Υστερα έφτια­ ξε μιά πηχτή λάσπη άπό ά­ σπρο χώμα, πού βρισκόταν πλάϊ στήν πηγή, κάτι πού έ­ μοιαζε πολύ μέ. γύψο, καί τύ­ λιξε μ5 ένα χοντρό στρώμα απ’ αυτή τά ξύλα καί τά μέ­ ρη τών σπασμένων ποδιών. . —Σέ μιά^ βδομάδα, είπε χαϊδεύοντας τό λιοντάρι, θά περπατάς όπως πριν.. Μη στενοχωριέσαι! Έκεΐνο έβγαλε- ένα ^ βρυ­ χηθμό ευγνωμοσύνης καί κού· νησε τήν ούρα τρυ. Τήν έπόμενη στιγμή τό παιδί, χρησι­ μοποιώντας γιά δοχείο μιά μεγάλη καί πλατειά φλούδα κάποιου άγνωστου καρπού, βαθουλωτή σαν λεκάνη,, έφε­ ρε νερό στο ζώο. Τό λιοντάρι άρχισε μέ λαιμαργία νά πίνη. Χρειάστηκε νά κάνη επτά δρόμους ό Δημήτρης γιά νά χορτάση τή δίψα τού λιοντα­ ριού κι*' υστέρα σποκαμωμέ-


22

ΤΑΓΚΟΡ

πάρδαλι πού, παρακούοντας τίς εντολές τού λιονταριού., θέλησε νά τού έπιτεθή ύπου­ λα... Τό γυμνασμένο από τό τσίρκο κορμί του, ελεύθερο μέσα στην παρθένα τούτη φύσι, έδεσε περισσότερο. Δυ­ νάμωσαν τά χέρια καί τά πό­ δια του καί απέκτησε μιά κα­ ταπληκτική δύναμι. Σιγά-σιγά, τά ζώα, βλέποντας την υπεροχή καί την εξυπνάδα του, ήρθαν κΤ έγιναν φίλοι του. "Εμαθε τή γλώσσα τών άγριμιών καί μ5 ένα σφύριγ­ μά του ή έναν λαρυγγισμό του έτρεχαν κοντά του τά πιο ά­ Η ΖΑΝΓΚΑΡ γρια καί αίμοβάοα θηρία. ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ Στενός του δμως φίλος έ­ μεινε ^ πάντα τό λιοντάρι, ό ΣΤΕΡΑ από μια εβδο­ Άσικάγκα, δπως τόν ώνόμά­ μάδα, τό λιοντάρι άρ­ σε, πού θά πή «άφοβος». "Ο­ χισε νά περπατάη. Τό σο μακρυά κι* άν ήταν, ό 3Α* Ελληνόπουλο καί τό υπερή­ σικάγκα έτρεχε σάν αστραπή φανο ζώο έγιναν στενοί φίλοι. κοντά στον Ταγκόρ καί ξά­ Τό λιοντάρι μέ τούς βρυχηθ­ πλωνε μπροστά του, δταν άμούς του ειδοποίησε όλα τ5 α­ κουγε νά τόν φωνάζη. γρίμια τής ζούγκλας πώς κα­ νείς δεν έπρεπε νά πειράξη "Εθη ολάκερα χοόνια πέρα­ τό παιδί, πού του έσωσε τή σαν έτσι, ώσπου ένα πρωΐ τό ζωή καί πού ήταν τώρα υπό 4 Ελληνόπουλο γνώρ ι σε τήν την προστασία του. Ό ΤαΖανγκάρ, ένα όμορφο μελσγκόρ τρεφόταν μέ καρπούς, χροινό ^κορίτσι, την μοναχο­ έκανε συχνά περιπάτους κακόρη τού^ όνο μ αστού μαχαρα­ βάλλα στή ράχη τού μεγάλου γιά Νιρούκτα. Είχαν βγή μαζί φίλου του καί τ3 άλλα ζώα τής μέ τόν ποττέρα της κυνήγι, ζούγκλας τόν κύτταζαν μέ καί μιά μεγάλη ακολουθία α­ θαυμασμό. "Εμαθε νά σκαρπό ώπλισμένους Ινδούς ήταν ψαλώνη στά δέντρα, νά σαλ­ μαζί τους. "Ομως τό κορίτσι ιάρη από κλαδί σέ κλαδί, νά σέ μιά στιγμή άπομακρύνθηκε πραγματοποιή απίθανα πηδή­ άπό τούς άλλους καί μιά άματα, νά παλεύη μέ τούς με­ γοιεμένη τίγρις τής έπετέθη, γάλους άσπρους πιθήκους καί Ό Ταγκόρ, πού βρισκόταν κάποτε μέ μιά γροθιά σκότω­ κάπου εκεί κοντά, άκουσε τήν σε μιά μαύρη πεινασμένη λεο­ κραυγή τής νέας κι3 ή καρδιά νος ξάπλωσε δίπλα στο ζώο. Τό σκοτάδι είχε άοχίσει νά πέφτη και ή ζούγκλα γέμισε γυαλιστερά μάτια και ουρλια­ χτά. Τά αγρίμια έβγαιναν γιά τό νυχτερινό τους κυνήγι. Τό παιδί όμως ήταν τόσο κου­ ρασμένο. πού δεν τά λονάριασε. -άπλωσε καί κοιμήθηκε. "Αγρυπνο δμως έμεινε, προ­ στατεύοντας τή ζωή^ του, τό μεγάλο λιοντάρι πού αισθα­ νόταν μιά δυνατή ευγνωμοσύ­ νη καί μιά περίεργη αγάπη γι’ αυτόν τόν μικρό άνθρωπάκο, πού του φέρθηκε μέ τόση στοργή.

Υ


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Ταγκόρ by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ / MIKROS IROS PUBLICATIONS - Issuu