Skip to main content

Τα Χρυσά Παραμύθια #1-6

Page 1

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΤΙΝΑ ΧΕΛΙΩΤΗ © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε. ISBN: 978-618-206-076-6 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε.: ΑΛΤΑΝΗ 4, 153 51 ΠΑΛΛΗΝΗ ΤΗΛ.: 210-8983824 • E-mail: info@mikrosiros.gr • Site: www.mikrosiros.gr


ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ

Τό μυστικό τής Βασίλισσας ΙΑ φορά κι5 έναν καιρό, σέ μια χώρα του Βορρά, όπου τά χιόνια έλυωναν μόνο ένα μήνα τό χρόνο —τον Ιούλιο—· και τούς έξη μήνες ήταν πάντα νύχτα, ενώ τούς άλλους έξη πάντα μέοα. ξου ο αν ένας βασιλιάς, ό Σβόρεν, και μια βασίλισσα, ή Ματθίλδη... Τό παλάτι τους ήταν καμωμένο μόνο από ξύλα. Ήταν όμως ζεστό καή φιλόξενο για όλους τούς ανθρώπους. ’Εκεΐ μέσα οί ταξιδιώτες έβρισκαν πάντα ζέστη, φαΐ και ξε­ κούραση. Στην μσκρυνή εκείνη χώρα, οι κάτριικοι ήσαν λιγο­ στοί, γιατί τό κοϋο ήταν δυνατό. Ευτυχώς υπήρχαν οι τά­ ρανδοι —κάτι ζώα πού μοιάζουν μέ τά ελάφια— πού τούς έδιναν τό δέρμα τους γιά ρούχα καί τό κρέας τους γιά »Λ φαι. Ήταν ό εικοστός Δεκέμβριος από τότε πού ό Σβόρεν καί ^ Ματθίλδη είχαν παντρευτή, χωρίς όμως ώς τώρα νά φωτίση τό σκοτεινό καί θλιβερό παλάτι τους τό χαμόγελο κανενός παιδιού.


4

ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ

"Ετσι τό εξάμηνο σκοτάδι, που απλωνόταν σέ δλη τους τή χώρα, απλωνόταν, και στις καρδιές τους. Ή βασίλισσα ήταν στείρα. Δεν. έκοονε παιδιά. Τό κα­ κό αυτό ήταν πολύμεγάλο για έναν βασιλιά, που έπρεπε •να τον αγαπούν καί νά τον σέβονται οί υπήκοοί του καί να περιμένουν από αυτόν νά τους χαρίση κάθε χαρά καί ευτυχία. "Έτσι όλοι προσεύχονταν στους θεούς νά τού χα­ ρίση παιδιά. Μά όλες οί ευχές κι5 οι προσευχές τους δεν έφερναν κανένα αποτέλεσμα... Μιά μέρος ή βασίλισσα έπεσε στο κρεββάτι άρρωστη κι\ βασιλιάς - πού την αγαπούσε πολύ . έτρεξε αμέσως κοντά ----της.3 '! —Τί σού συμβαίνει, άγαπηιμένη μου;, τή ρώτησε ά-, κουμπώντοος στό προσκέφαλό της. — Θά πεθάνω!, τού ψιθύρισε ή βασίλισσα μέ χέίλη πού έτρεμαν. Ή λύπη νιά τό παιδί- μας, πού δεν τό έχου­ με, μέ στέλνε'ι στον τάφο! . Ό βασιλιάς Σβόρεν δάκρυσε. — Συμμερίζομαι άγαπημένη μου,, τον πόνο σου, τής είπε παοη^οοητικά. Ξέ-ο'Λ νι^τί ^/ηοπεύει η ζ^ό σου καί τρέχεις στό δρόμο πού οδηγεί στό θάνατο! Σ’ έχει φάει τό μαράζι επειδή δεν απόκτησες παιδί! . .· · Ή βασίλισσα άρχισε νά κλαίη. — Ναί!, ώμολόγησε ή.άρρωστη. Αυτός είναι’ό λόγος πού έχασα την υγεία * ·■'■*/. Τό ·παιδί! Επειδή —είκοσι* χρόνια τώρα— λείπει από κοντά μου! Ό Βασιλιάς Σβόρεν τά έχασε. —. "Εχουμε, λοιπόν, παιδί;· τή ρώτησε κατάπληκτος. — Ναί. "Ενα παλικάρι είκοσι χρόνων. Μά κινδυνεύει από τον Πράσινο Δράκο, καί γι’ αυτό· κρατούσα μυστική τή γέννησί' του κ'αί από σένα. Φοβόμουν πώς. άν στό έλε­ γα, θά μέ ανάγκαζες νά σού πω τό μέρος πού βρίσκεται κι’ έτσι θά τό έχανα.* — Πού άφησες λοιπόν, τό παιδί μας; — Συνχώρησέ με!', στέναξε ή βασίλισσα. Άνακάθησε στό κρεββάτι της καί συνέχισε: — "Οταν έμεινα έγκυος έΦυνες για τον πόλευο. Κι5 όταν μ3 έπιασαν οί πόνοι, βρισκόμουν στό έλκυθρο μέσα στο δάσος. Είχα χάσει ρσ δρόμο μου. γιατί ήταν ή χειμε­ ρινή περίοδος —έξη μήνες όλο σκοτάδι-1— καί οί τάραν­ δοι υρ πήγαιναν πότε εδώ .καί πότε εκεί κι3 ολοένα πιο βαθειά μέσα-στό πυκνό δάσος. Τέλος τα ζώα κουοάστηκαν καί σταμάτησαν μπρος σ3 ένα κρυστάλλινο παλάτι... Φρίκη κυρίεψε τό βασιλιά Σβόρεν. * -


-—Στο παλάτι, δηλαδή, του Πράσινου Δράκου; τραύλισε. · I ιατΐ ήξερε ότι τδ τέοας αυτό, ττουιμοιαζε μέ^τεραστια σαύρα και είχε μακρύ κεφάλι, χέρια λετπασμένα και ουρά άγΐ καοωτη, ητυγ ο εςουσιαστής τοϋ τεράστιου δάσους κα όλων των παγωμένων εκτάσεων ώς τδ Βόρειο Πόλο! Ό­ ταν μιλούσε χιόνιζε, κι’ όποιον έφτυνε τον πάγωνε αμέ­ σως! . / — Ναί, είπε ή βασίλισσα Μστθίλδη σφουγγίζοντας τα. δάκρυά της. Ό Δράκος μέ καλωσώρισε καί μέ ωδήγησε τ—ανάμεσα από πάγους— μέσα σ' ένα μεγάλο ^δωμάτιο μέ τρεις' θόλαυς, απ’ δπου κρέμονταν χρωματιστοί σταλαχτιτες. Εκεί μουκανε τον προτασι νά του χαρίσω τδ παι­ δί πού θά γεννήσω καί έκεΐνος νά· μου δείξη τδ δρόμο τής επιστροφής... Μέ πήοο.ν*τά δάκρυα, τής ^ άπογνώσεως; «Όχι! Όχι!», φώναξα. «Προτιμώ νά χαθώ μέ τδ παιδί μου παρά νά τδ αποχωριστώ!»... Δράκος μέ άφησε τότε τρία μερόνυχτα γιά νά σκεφθώ. Κι’ όταν, την τέταρ­ τη μέρα μ’ έσφιξαν οί πόνοι καί γέννησα, ήρθε νά μού πάρη τδ παιδί μας.· ^ · ' * Αγόρι ήταν;, τη διέκοψε μέ αγωνία ό βασιλιάς. —: Αγόρι,, άρχοντα κί’ αφέντη μου, του απάντησε μέ λυγμούς .ή βασίλισσα. Οι τρεις άνθρωποί του, πού στά­ θηκαν στη γέννα μου * μου είπαν πώς τδ, παιδί θά τδ κρα­ τούσε κοντά του ό Πράσινος. Δράκος. Αργότερα όμως, στο δρόμο· τής επιστροφής μου, ακόυσα παιδικά κλάμα­ τα. Σήκωσα την κουβέρτα, πού σκέπαζε τά πόδια μου μέσα στο έλικυθρο, καί είδα στά σπάργανά τον ένα μωρό; "Ενα άγοράκι! — Τότε; έκανε σκεφτικός ό βασιλιάς. Τδ γλύτωσες τδ παιδί μας; · . . Ή βασίλισσα * αναστέναξε: ' . — Που βρίο'κεται, Λοιπόν; , —·Εκείνη τη ' στιγμή· ή χαρά μου καί* ή έκπληξί μου ήταν μεγάλη καί δεν ήδεοα τί άκοιβώς είχε *συμβή. Είχα γεννήσει δίδυμα καί τδ ένα μού τδ πήρε ό Πράσινος Δρά­ κος; 'Ή είχα γεννήσει μόνον ένα καί μού τδ πήρε βάζοντας στη θέσι του ένα ξένο; Αυτό πού τώρα έκλαινε, πετσγμένο μέσα στο έλκυθρό μου, ήταν δικό μου παιδί γ» ξένο; Έδώ ή βασίλισσα διέκοψε την αφή νησί της καί κύτταξε τό βασιλιά. Την καρδιά της την δάγκωσε ένας πό­ νος κι* έφερε στδστήθος τό χέρι της. * · — Πονάς, Ματθίλδη; έκανε ανήσυχος ό βασιλάς Σβόρεν. Πές μου: Ζή τό παιδί μας; · ΖήΙ, τραύλισε ή τραγική μητέρα.


— Και που βρίσκεται; — Στά χέρια φτωχών και τίμιων άνθρωπον... — Καί γιατί μούκρυψες την αλήθεια καί μέ άφησες όλα αυτά τα χρόνια να μέ τυραννή ή σκέψι ότι δέιν έχοο παιδί; Ή βασίλισσα έκρυψε τό πρόσωπό της στο μαξιλάρι καί άρχισε ένα δυνατό κλάμα πού την συγκλόνιζε ολόκλη­ ρη. Ένώ ό βασιλιάς Σβόρεν αναρωτιόταν που βρισκόταν ή αλήθεια, Γιατί όλα αυτά τά τραγικά χρόνια νά του κρά­ τη κρυμμένη την αλήθεια; Μήπως τό παιδί δεν ήταν δι­ κό του, αλλά του Πράσινου Δράκου; Μήπως τό παιδί τους δεν ήταν ένας άνθρωπος αλλά ένα τέρας; — Γ ιατί μούκρυψες την αλήθεια; βρυχήθηκε. Μίλησε! Ή βασίλισσα τότε, μέ κόμπους στη φωνή, του άποκάλυψε την παρακάτω καταπληκτική περιπέτεια της μέσα στο δάσος... Τά τρία ζώα ΟΛΙΣ βρήκε τό μωρό σταμάτησε τό έλκυθρό της, πού αυτή τη φορά τό οδηγούσαν δυο τά­ ρανδοι του Πράσινου Δράκου πού γνώριζαν τό 1 νδρόΐμοτής επιστροφής. Τό σήκ)ωσε διατακτικά από κάτω, καί τό κράτησε στην αγκαλιά της γιά νά τό θαυμάση καί νά τό ήσυχάση.

Μ

Γ6τβ τρία ζώα παρουσιάστηκαν

ξαφνικά μπροστά στη βασίλισσα.


&ΑΙ ΤΟ ΤΕΡΆί

*0 Πράσινος Δράκος ώδηγησε το βασιλόττοΐίλο μέ το ελ'κυθρό του.

Εκείνη τη στιγμή, πλησίασαν στο έλκυθρο τρία ζώα: μιά αρκούδα, μιά αλεπού κι3 ένας λαγός. Και τά τοία^ αυ­ τά ζώα εΐχαν λευκό τρίχωμα καί μόλις ξεχώριζαν άπό το χιόνι. Στην αρχή ή βασίλισσα τρόμαξε. Φοβήθηκε οτι θά τής άρπαζαν τό παιδί. — Τό παιδί σου, τής είπε ή αρκούδα, νά μην τό πας στο παλάτι γιατί 6 Πράσινος Δράκος θά κάνη τ’ αδύνατα δυνατά νά σου τό πάρη. Ή βασίλισσα παραλίγο νά κλάψη άπό τη χαρά της. — Δικό μου εΐναι, λοιπόν, αυτό τό παιδί; Δε μου τό πήρε; . — "Όχι δέ σου τό πήρε, την πληροφόρησε ή αλεπού, γιατί ή αρκούδα άπ’ εδώ πρόλαβε κι5 έκλεψε άπό μιά κα­ λύβα, μέσα στο δάσος, ενα άλλο νεογέννητο· παιδί —ένα κοριτσάκι— καί τοβαλε στη θέσι τού δικού σου. "Ετσι ό Πράσινος Δράκος κράτησε τό ξένο... — ...Καί τό δικό σου, συνέχισε ό λαγός, τό πήραμε καί τό κρύψαμε μέσα στο έλκυθρο σου.... Ή βασίλισσα έσφιξε τό παιδί της στην αγκαλιά της κι3 άρχισε νά τό φιλά. Δάκρυα κυλούσαν στά μάγουλά


Τά τρία ζώα καμάρωναν το υπέροχο· θέαμα" ενθουσι­ ασμένα μέ τό κατόρθωμά τους. Αυτή ή συγκινητική εικόνα κράτησε ένα λεπτό μόνο, γιατί ή -βασίλισσα ένοιωσε μ.ιά ξαφνική υποψία νά τής μαχαιρώνη τήν καρδιά. . · ’ , ' Τραβήχτηκε από τό παιδί που· κρατούσε καί, κυττά­ ζοντας μέ υποψία τά τρία ζώα μέ τό πονηρό χαμόγελο; είπε: . . - Καί πώς μπορώ να ξέρω άν τό παιδί είναι πραγ­ ματικές δικό μου; "Οχι! Δεν μπορεί νά είναι -δικό μου! Άλλοιώς δέ θά μου τό άφηνε ό Δράκος! Θά τό καταλά­ βαινε!· · · · • Καί η βασίλισσα, μισότρελλη από μητρικό πόνο, πέταξε^οπό χιόνι τό· .παιδί πού κρατούσε. Σηκώθηκε όρθια καί ύψωσε το μαστίγιό της νά ·χτυπήση τούς τάρανδους, γιά νά ξεκινήσουν. ' _ Ή-αμφιβολία όμως κράτησε τό μαστίγιό της ακίνητο. ν— Ποιοι εΐσθε λοιπόν, εσείς;, ρώτησε τά τρία ζώα πούστεκαν καί τήν' κύτταζαν, όρθια στα πισινά· τους πό­ δια. "Ανθρωποι ή ζώα; Τέρατα ή στοιχειά; Πέστε μου την. αλήθεια γιά' τό παιδί μου ! · — Είμαστε οί τρεΐς άνθρωποι πού σταθήκαμε στή γέννα σου, βασίλισσα, τής εξήγησε ή αλεπού ενώ ή αρ­ κούδα έπιανε από τό χιόνι τό μωρό καί ό λαγός τό τύλι­ γε προσεχτικά στά λιγοστά ρούχα του. Μιά μαγική ττέτρα, πού είχαμε στήν κατοχή μας καί τώοά τήν ένουμε. χάσει, μάς έφερε μέσα στο παλάτι τού Πράσινου Δράκου. Καί, χωρίς νά*ξέρουμε πώς είναι ό "Αρχοντας τού Πάγου καί τού-Χιονιού τού προψητέψαμε πώς αυτές τις μέρες θά γεννηθή ένα βασιλόπουλο πού, σάν μεγαλώση,, θά. βασιλέψη σέ όλο τον κόσμο. ΚΓ έπειδή έτυχε νά χάσης τό δοόμο καί νά· βρεθήοκοντά του ετοιμόγεννη, πίστεψε στά .λό­ για μας·καί βάλθηκε νά σού κλέψη τό παιδί από Φόβο μήπως χάση τό βασίλειό του... ' ·'— Εμείς όμως, συνέχισε" ή αρκούδα πού κρατούσε ακόμα τό μικρό καί τό κουνούσε για νά κριμηθή, επειδή ξέραμε πόση μεγάλη άξια καί λαμπρό μέλλον, έχει τό παιδί σου, τον γελάσαμε. Σ’ εκείνον παρουσιάσαμε άλλο παιδί καί όχι σέ σένα. Μά τήν τελευταία στιγμή —καί. ευτυχώς όταν τό έλκυθρό σου είχε άπομακρυνθη—' πέσα­ με σέ λόγια μεταξύ μας, πού τ’ ακούσε ό Πράσινος Δρά­ κος.* "Ετσι προδοθήκαμε κι5 ό Δράκος άντελήψθη τήν πα-’ γίδα πού του στήσαμε. Στήν αρχή έκανε νά πνίξη τό κο-


ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ

5

ριτσάχι που του δώσαμε για παιδί .σόυ. Κατόπιν όμως άλλαξε γνώμη. Μάς μεταμόρφωσε σέ ζώα και μάς έρριξε στη. φυλακή για νά μάς άναγκάση νά του μαρτυρήσουμε που κρύψαμε τό επικίνδυνο παιδί. Μά .έμεΐς την ίδια ώρα το σκάσαμε από μια τρύπα πού άρχισε ν5 άνοίγη ό* λαγός κάΐ πού αποτελείωσα .εγώ. μέ τό μουσούδι μου και .τά νύ­ χια μου. *Έτσι τρέξαμε νά σέ προλάβουμε για νά σου εμπιστευθουμε τό μυστικό μας καί νά σου ξαναδώσουμε τη χαρά. —' Δεν είσαστε, ·λοιπόν, πραγματικά ζώα; τραύλισε ή βασίλισσα Ματθίλδη. — "Όχι, την πληροφόρησε πρώτη ή αρκούδα. Είμα­ στε προσκυνητές κι5 ήρθαμε από πολύ μσκουνή χώρα. Κι5 άν θές νά μάθης τό όνομά μου μέ λένε Σίοο.’ - — Κι’ έυένα Νίρο, είπε ή αλεπού. . — Κι’* έμενα, Τίρο, πρόσθεσε ό λαγός. · *

*

%

Στο βασίλειο τοΟ πάγου

*

.

..

ΤΡΟΜΕΡΗ αυτή περιπέτεια τής βασίλισσας Ματθίλδης — έτσι όπως τού τήν διηγήθηκε ή ίδια —είχε · άναστοττώσει' τό βασιλιά Σβόοεν. Τό ■ υέ'τωπό του μούσκευε από τον κρύο ιδρώτα, ολη τήν ώρα πού Την άκουνε. Τό κράτησες, είπες, τό παιδί, Ματθίλδη;, ρώτησε τή βασίλισσα πού ήταν πνιγμένη από τό κλάμα*-καί ,βογγοΰσε από τους* πόνους. Ή βραχνή φωνή της του απάντησε μέ κόπο: -— Νΐαί, τό κράτησα! Πίστεψα " στά τρία ζώα. Μά σάν μητέρα φοβόμουν μή μου τό ξαναπάοη. ο Πράσινος οκος. ’ * · "Ενας σπασμός τίναξε τό -κορμί της. "Επεσε ανάσκε­ λα στο κρεββάτι και μέ σβυσμένη φωνή συνέχισε:. —: Εκείνη τή στιγμή άκούστηκαν· κουδούνια, βαθειά στό δάσος... Κάποιο άλλο έλκυθρο έτρεχε στά χιόνια καί μάς πλησίαζε. Ασφαλώς τό* έλκυθρο μέ τον Πράσινο Δρά­ κο, πού ερχόταν .νά προλάβη τό δικό-.μου ,γιά νά μου ξαναπάρη τό παιδί. Τά τρία ζώα μ,όλις άκούσσν τά κουδού­ νια κατάλαβαν τον κίνδυνο και χάθηκαν... Τελευταία απο­ μακρύνθηκε ή αρκούδα παίρνοντας μαζί; της καί τό παιδί μου, πού τό κρατούσε στήν αγκαλιά της. «Θά. πάω νά τό άφήσω —-πρόλαβε καί .μου είπε— στήν καλύβα απ’ οπού


ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΑ

ιτήρα το κοριτσάκι. Κοντά σου κινδυνεύει..» Και μου είπε πού ακριβώς βρισκόταν· εκείνο τό μέρος. Τώρα ή βασίλισσα ανάσαινε βαοειά. Ή Φωνή της μό­ λις άκουγόταν... Και σέ λίγο ξεψύχησε χωρίς νά μπόρεση νά πή στο δσσ'λ'ά που βοσκόταν τό παιδί τους. Ό Βασιλιάς Σβόρεν ένοιωσε τό σώμα του νά παραλυη. Άνάμιχτα αισθήματα χαράς καί λύπης του πλημμύ­ ριζαν την καρδιά. "Ολα αυτά τά γεγονότα ικτζϊ υέ τά λό­ γιά τής έτοιμοθάνατης γυναίκας του, πού τώρα ήταν πιά νεκρή, περνούσαν από μπροστά του σέ εικόνες. Τ' αυτιά του βούϊζαν. Κι5 άφίνοντας μόνο τό κουφάρι τής γυναίκας του έτρεξε νά βγή έξω. Στις σκάλες μουρμούριζε: —Τά τρία ζώα... Ό Πράσινος Δράκος... Οί τρεις προ­ σκυνητές... Τό παιδί... "Αν δεν τρελλαθώ. θά είναι θαύμα! Ή γυναίκα του γνώριζε που βρισκόταν τό παιδί του. Μά τώρα πιά τό μυστικό της τό είχε πάρει μαζί της στον τάφο. Έν τούτοις μιά κρυφή χαρά τούδινε κάποιο κουοάγιο: Είχε παιδί! Διάδοχο! Καί τό παιδί του αυτό ζουσε!

την ψυχή τους!


ί<Α0 ΤΟ ΤΕΡΑΣ

Μια τρομακτική

11

μονομαχία άρχισε τότε ανάμεσα στο βασιλόττοι/ττουλο και τό Δράκο!

^Μέ μιας αποφάσισε νά τρέξη μόνος νά συνάντηση τον Πράσινο Δράκο. Φυσικά τό τόλμημα ήταν επικίνδυνο. — Μπορώ νά διαπραγματευτώ μαζί του!, συλλογί­ στηκε. . Καί, χωρίς νά σκεφθή τί είδους συμβιβασμό μπορού­ σε νά κάνη με αυτό τό Τέρας, μπήκε αμέσως σ’ ένα έλκυθρο και ξεκίνησε γιά τό απέραντο δάσος, όπου άλλοτε— πριν είκοσι χρόνια—ή νεκρή γυναίκα του είχε δοκιμάσει εκείνη τη σκληρή περιπέτεια, πού τώρα τής έφερε πρόω­ ρα τό θάνατο. Τίποτε δεν ήταν ικανό νά τον κράτηση πιά στο παλάτι του. Κι5 ήταν αποφασισμένος, άν δεν έβρισκε τό παιδί του, ή άν τδβρισκε καί δέν τό έφερνε πίσω μαζί του, νά μή ξαναγυρίση. "Ηξερε δτι ό αγώνας πού άνελάμβανε ή­ ταν _δύσκολος... ιόν Πράσινο Δράκο τον γνώριζε. Την πρώτη του γνω­ ριμία τήιν εΐχε κάνει δταν, μικρός, συνώδευε τον πατέρα του στά κυνήγια του. Τότε είχε φοβηθή. Μά ό πατέρας του του εΐχε εξηγήσει δτι μαζί τουεΐχε φιλικές σχέσεις^, γιατί είχαν χωρίσει τά σύνορά τους: Ό Πράσινος Δράκος έξουσίαζε δλο τό απέραντο δάσος μέ τά παράξενα δέντρα,


Μ

.

'

'

ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ

καθώς^ και δλη την παγωμένη έκτασι·, ως το Βόρειο Πόλο. Νά όμως πού ή. μοΐρα τον υποχρέωνε τώρα .νά παρα­ βίαση. τά σύνορα, που χώριζαν τήχώρα του άπό τη χοορα του Πράσινου Δράκου.. Προχωρούσε . αδίστακτα, ολοένα και πιο βαθειά μέσα, στο δάσος, χωρίς νά ξέρη τί θά τού σύνέβαινε σέ κάθε λεπτό πού * περνούσε. Παντού χιόνια και πάγοι. Και. στην ατμόσφαιρα, χυ­ μένο σαν λυωμένη μαύρη· πίσσα, τό σκοτάδι. · —’Άν ό Πράσινος Δράκος, συλλογίστηκε ό βασιλιάς Σβόρεν, όπως διέσχιζε σαν σαΐτα τό δάσος, -δεν μέ βοηη θήση, δεν θά διστάσω νά τον τρυπήσω μέ τό σπαθί μου!. • Τόση ήταν ή επιθυμία του ν’ άνταμώση τό παιδί του, πού δέ λογάριαζε τή μαγική δύναμι τού/Άρχοντα τού Χιονιού και .τού Πάγου. - ^ —Νσί!, βροντοφώνησε μέσα στο σκοτάδι. Ή φλόγα τής καρδιάς μου θά λυώση την παγωνιά .γύρω. Δεν θ5 άφήσω νά μέ παγώση τό Τέρας ! Και μ5 ενθουσιασμό για τον ιερό σκοπό πού έκτελούσε, συνέχισε την πορεία του. Πόσες ώρες γλυστρούσε τό έλκυθρό του .μέσα στο σκο­ τεινό- δάσος, δεν τό ήξερε. Τό· μυαλό του 'ήτασν συνεπαρμένο από τό όραμα τού παιδιού του. -αφνικά θυμήθηκε κάτι και τό πρόσωπό του φωτίστηκε: —Ή μαγική πέτρα!, ψιθύρισε.- Τί νά είχε αυτή ή πέτρα των προσκυνητών, πούκανε τον Πράσινο Δράκο νά μισή τό παιδί μου καί νά θέλη· την έξόντωσί του; Καί ποιοι ήσαν εκείνοι οί τρεΐς προσκυνητές, πού τήν έφεραν από τή μακρυνή χώρα για νά καταστρέψουν τή γαλήνη του παλατιού μου καί τής καρδιάς μου; Αίχμάλωτος τοΟ Πράσινου Δράκου V

ΠΕΙΤΑ από λίγο τό έλκυθρο σταμάτησε. Τώοα. ό βασιλιάς Σβόρεν αντίκρυζε τό παλάτι τού Πράσι•νου Δράκου. · ·

Ε

Πήδησε στο χιόνι κι5 άνέβηκε’τά παγωμένα σκα-' λιά τού παλατιού πού ήταν—-όπως είπαμε—καμωμένο μό­ νο από πάγο. Διέσχισε τις μεγάλες καί κρύες αϊθουσές του μέ τό χέρι του στή λαβή τού σπαθιού,του. Δέν άργησε νά βρεθή μπρος στο. Τέρας. Ό Δράκος ή­ ταν ξαπλωμένος έπάνω στο θρόνο του, πού ήταν χοντρά κρύσταλλα πάγου, καί, μόλις· είδε τό βασιλιά Σβόρεν, ά~ ναγάλιασε άπό τή χαρά του. Είχε κατοελάβει τήν αιτία τού έρχομού του στο παλά~


ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ

13

τι του: Είχε έρθει γιά νά μάθη που βρισκόταν τό παιδί του, πράγμα πού κι* έκεΐνος — ό Πράσινος Δράκος—επι­ θυμούσε όλα αυτά τά χρόνια νά μάθη. Μόλις λοιπόν τον είδε νά πλησιάζη στον παγωμένο θρόνο του φοβισμένος, τουπέ ' βασιλιά Σβόρεν, γιά ποιο λόγο ριψοκινδύνε­ ψες κι ήρθες στο παλάτι* μου: Ζητάς νά βρής τό παιδί σου. , . —Καλα τό κατάλαβες, Τέρας!, του εξήγησε ό βασι­ λιάς με θάρρος. Λεγε, λοιπόν: ’Ή τό παιδί μου ή τή ζωή σου! · Και. τράβηξε τό. σπαθί του. Πράσινος Δράκος' γέλασε μέ την αστεία αυτή απει­ λή, τού βασιλιά κι5 όλο τό παλάτι τραντάχτηκε από τά χάχανά του. · η Ωστε . έτσι, ^λοιπόν; τουπέ. Ζητάς τό παιδί σου;· Μάθε τότε, άρχοντά μου, ότι —είκοσι χρόνια τώρα— τό πα^ιδί σου ζητώ νά βρω κι* εγώ... ΚΓ επειδή ό ερχομός .σου έδώ είναι γιά μένα μιά πρώτης τάξεως ευκαιρία, θά σέ κρατήσω αιχμάλωτο ώσπου νά τό βρω. Δεν πιστεύω στα λόγια σου. Κάνεις τον ανήξερο γιά νά μάθης ίσως τό. μυ­ στικό τής μαγικής .πέτρας. Σέ πληροφορώ, λοιπόν, ότι ή μαγική πέτρα δέ βρίσκεται· στήν κατοχή μου. Κι' δλα αυ­ τά τά είκοσι χρόνια βρίσκομαι σέ μεγάλη ανησυχία. Οί τρεις -μάγοί, ποΰρθαν τότε στο παλάτι μου και μου προφήτεψαν τό κακό πού θά μ5 έβρισκε από τό παιδί σου, μέ γέλασαν*: Μου πήραν καί τή μαγική πέτρα και τό παιδκ σου κι5 άπό τότε ψάχνω γιά νά βρω και τά δυό. Ναι! Μέ· ξάφνιασαν αυτοί οίτρεΐςμάγοι μέ τήν απειλητική πληροφο­ ρία, τους καί ζώ σέ μεγάλη’ανησυχία. Μέ γέλασαν, ^άλλά κι5 έγώ τούς τιμώρησα. Τούς πρόσθεσα άπό άλλα δυο πό­ δια στά δυό πού είχε ό καθένας καί τούς μάκρυνα λίγο, τ’ αυτιά... Τούς έκανα ζώα! ' . Ό βασιλιάς Σβόρεν όμως δέν πρόσεχε- τά λόγια τού Πράσινου Δράκου. Είχε τό βλέμμα του στηλωμένο σέ μιά ωραία ξανθή' κοπέλλα ποϋστεκε σάν άγαλμα πλάϊ του. Αργότερα, ό βασιλιάς Σβόρεν βρέθηκε μόνος,· μέ τή νέα εκείνη, φυλακισμένος σ’ ένα διαμέρισμα τού κρυστάλ­ λινου παλατιού. —Ξέρεις τίποτε* άπ5 όλη τήν κακοτυχία πού μάς δέρ­ νει; τή ρώτησε ό βασιλιάς επειδή υποπτευόταν ποιά ήταν καί ποιό ρόλο μπορούσε νά.παίξη τώρα. * Ασφαλώς ό’ Πράσινος Δράκος τούς άφησε επίτηδες


14

Τ© 1ΑΧΙΛ0Π0ΥΑ0

μαζί. Μήπως ανταλλάξουν καμμιά κουβέντα, πού θά ήταν χρήσιιιη πληροφορία γι’ αυτόν. Ή νέα του απάντησε μέ δυσκολία. Μόλις μπορούσε νά κουνήση τά χείλη της καί τη γλώσσα της. 7 Εκείνο πού ξέρω, καλέ μου άνθρωπε, είναι ότι μό­ λις τώρα αρχίζω νά ξεπαγώνω... Κι5 άν σου πώ ό,τι ζη­ τάς νά μάθης, φοβάμαι ότι πάλι θά παγώσω καί θά γίνω άγαλμα,.. Πάντως σέ πληροφορώ ότι, ό Πράσινος Δράκος πάει ^νά τρελλαθή από το κακό του επειδή έχασε μέσα από τά χέρια του τό παιδί σου. ΓΓ αυτό έβγαλε σέ μένα τό άχτι του... Τώρα ή γλώσσα της, καί σιγά-σιγά όλο της τό κορμί, άρχισε νά ζεσταίνεται καί νά κιινήται ,πιό άνετα. Μιλούσε γρήγορα από φόβο μήπως παγώση πάλι. ΤούΛεγε...τούλεγε γιά όλα τά βάσοα/α πού περνούσε στά είκοσι αυτά χρό­ νια... Δάκρυσαν τά μάτια της κι5 άρχισε νά κλαίη... Τέλος ξ αναπάγωσε. Σφράγισε τό στόμα της καί στάθηκε πάλι άκίνητη μπροστά του, Τό άσχημο ήταν ότι τώρα άρχισε νά παγώνη κι5 ό βα­ σιλιάς Σβόρεν. Ναί! "Ένοιωθε νά κρυώνουν τά χέρια του καί τά πόδια του. Καί ήξερε πώς, όταν τό κρύο θά έφτανε στο κεφάλι του καί στήν καρδιά του, θά έπαυε νά ύπάρχη. Είχε όμως μάθει τί ακριβώς εΐχε'συμβή μέσα στο παλάτι του Πράσινου Δράκου εκείνον τον καιρό: Ή παγωμένη κοπέλλα τού είχε μεταβιβάσει τά λόγια, πού τής είχε ψιθυ­ ρίσει ή αρκούδα, πού από μωρό τήν είχε κλέψει από τήν κούνια της καί τήν είχε φέρει εδώ. Τότε πού τήν έκλεψε, δεν ήταν αρκούδα αλλά άνθρωπος. "Οταν όμως ξανάρθε γιά νά τήν πάρη πίσω καί νά τήν πάη έκιεΐ απ’ όπου τήν είχε πάρει από μωρό—κοντά δηλαδή στον πατέρα της καί τή μητέρα της—ήταν μιά αρκούδα. Καί της είπε: «^Ήρ­ θα νά σέ πάρω μαζί μου γιά νά έπανορθώσω τήν αδικία πού σούκανα!» Τότε όμως ή κοπέλλα ήταν μικρή—πέντε χοονών—καί δέν πίστεψε στά λόγια τής άρκούδας. Τή φοβήθηκε. Ειδο­ ποίησε τον Πράσινο Δράκο, πού τον θεωρούσε πατέρα της. "Εκείνος τότε κυνήγησε τήν αρκούδα μ1 ένα τσεκούρι καί πρόλαβε καί τής έκοψε τό ένα πόδι. Ή ^παγωμένη κοπέλλα είπε στο βασιλιά Σβόρεν καί γιά μια μαγική πέτρα. Γι’ αυτήν κυρίως είχε έρθει τότε ή άρκουδα. Γιά νά τήν βρή καί νά την πάοη υοΤί της.

«"Αν τήν βρής και μου τή δώσης,—τής ψιθύρισε οπτή


II

ΙΚΑ5 Τ© ΤΕΡΑΣ

αυτί, ή άρκούδα—θά ξαναγίνω άνθρωπος, έγώ και οί σύν­ τροφοί μου, και θά σέ γλυτώσουμε άπό τά βάσανά σου!» Μά τό κοριτσάκι, τρομοκρατημένο άττό την έμφάνισι τής αρκούδας, κάθησε κι3 ώμολόγησε στον Πράσινο Δράκο δλα τά λόγια της κι3 έτσι εκείνος, αφού δεν πρόλαβε νά σκοτώση την αρκούδα, πάγωσε τό κορίτσι φτύνοντάς το. 3Έτσι δεν θά ξανάβγαιναν άπό τό στόμα του τά Τδια λόγια. Αυτές τις σκέψεις ξανάφερνε στο νού του ό βασιληάς Σ βόρεν. Τώρα δμως ή παγωνιά ανέβαινε στην κοιλιά του καί σέ λίγο θά πάγωνε ολόκληρος. Κι3 δπως τό κρύο πλησίαζε στά χείλη του, ό άτυχος βασιληάς φώναξε μέ απελπισίας —Τό παιδί μου! Πού βρίσκεται τό παιδί μου; Πού βρίσκεται ή μαγική πέτρα πού δλους θά μάς σώση; Αυτά τά λόγια πρόφθασε νά πή μόνο. Κατόπιν πά­ γωσε καί μετεβλήθη σέ άγαλμα. Ή μαγική πέτρα ΗΝ Τδια σκοτεινή ήμερα πού ό βασιληάς Σβόρεν ξεκίνησε άπό τό παλάτι του γιά νά βρή τό', γιό του, άπό ένα άλλο μακρυνό μέρος -—- καί συγκε­ κριμένα άπό μιά καλύβα πού άπεΐχε πολλές μέρες μέ τά πόδια άπό τό παλάτι—ένας νέος θέ άθλητικό κορμί καί λιονταρίσια ψυχή ξεκίνησε γιά νά βρή τόν πατέρα του. Τό παλικάρι αυτό μέ τά ξανθά καί σγουρά μαλλιά λε­ γόταν Τάμπις καί ήξερε πώς ήταν ένα βασιλόπουλο. Είχε μιά καταπληκτική δοναμι γιατί άπό μικρός έρριχνε τό λίθο, τή σφαίρα, καί τό άκόντιο. Πάλευε μέ τά μεγάλα ζώα καί μέ τούς ώμους του έρριχνε τά πιο χοντρά δέντρα. "Ολοι στο δάσος τόν φοβόνταν, γιατί κάποτε μέ μιά γροθιά είχε σκοτώσει ένα βουβάλι. Ωστόσο, ήταν καλός σέ σημείο πού εκείνοι πού τόν είχαν άναθρέψει νά τόν α­ γαπούν, μολονότι ήξεραν ότι δέν ήταν δικό τους παιδί. Ό Τόμπις δμως ήταν πολύ δυστυχής. Ή συνείδησί του τόν βάραινε γιατί εξ αιτίας του υπέφερε τό παιδί των καλών άνθρώπων, πού τόν είχαν μεγαλώσει καί τόν είχαν προφυλάξει άπό κάθε άρρώστεια καί κακουχία τής ζωής. Τού είχαν μιλήσει οί δυο γέροι—θετοί γονείς του, γιά τήν άρκούδα πού τόν έφερε στήν κούνια όπου είχαν τό κο­ ριτσάκι τους. Ή άρκούδα τούς είχε πή πώς τό παιδί ήταν ένα βασιλόπουλο^ χωρίς δμως ν3 άπρκαλύψη τό δνομα

Τ


16

ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ

του' πατέρα του και ττοιός ήταν δ κλέφτης του παιδιού τους. Ό Τόμπις δμως δεν απογοητευόταν.... Κι5 ένα πρωΤ άποχαιρέτησε τους δυο θετούς γονείς του καί ξεκίνησε για νά βρή τή νέα, πού τής εΐχε πάρε4 τη θέσι ^στήν κού­ νια και στην καρδιά των δυο καλών αυτών ανθρώπων, πού τά βασανισμένα χρόνια τής ζωής τους κύρτωναν τώρα τα κορμιά τους. * · Γιά νά μή χαθή μέσα στη σκοτεινιά του μεγάλου δά­ σους ό Τόμπις δέχτηκε νά πάρη μαζί του κι5 ένα σακκί μέ φασόλια, πού βρέθηκαν μέσα σε μιά παλιό - κασέλλα, όπου οι θετοί γονείς του φύλαγαν από πολλά χρόνια τά ρούχα του. . . Προχώρησε .μέ τόλμη βαθειά μέσα στο σκοτεινό καί χιονισμένο δάσος..., Ξαφνικά το μέρος γύρω έλαμψε λες καί φωτίστηκε από τον ήλιο. Ό Τόμπις τά έχασε κι* έπεσε γονατιστός. 5Από που .ερχόταν ένα τόσο δυνατό φως, αφού ήταν χειμώνας ; Μά πριν προλάβη νά βρή στον ουρανό τή φωτεινή πηγή του, ρίχτηκε επάνω .του μιά μεγάλη άσπρη άρκουδα και τόν πέταξε ανάσκελα! Πάλεψε μαζί της άγρια και τέλος τήν κατέβαλε. Αλλά επειδή είδε νά τής λείπη τό ένα πόδι τή λυπήθηκε και δεν τήν σκότωσε. .Τήν άφησε νά σηκωθή στά πόδια της .καί τής τράβηξε φιλικά τό 'αύτί. Τότε ή αρκούδα του... μ'ίλησε ! · Ό Τόμπις έμεινε μέ ανοιχτό τό στόμα, επειδή πρώτη Φορά στή ζωή του άκουγε αρκούδα νά μιλάη σάν άν­ θρωπος. "Η αρκούδα του. είπε.: -—Γύριζα όλα τά χρόνια τής ζωής μου για. νά σέ βρώ. Κάποτε σέ βρήκα. Μά σέ ξανάχασα. —Τί .ζητάς από μένα; ρώτησε ό Τόμπις. —Τή μαγική πέτρα! Πλάϊ της τώρα στέκονταν και δυο άλλα ζώα: Μιά αλε­ πού κι5 ένας "λαγός. Τά τρία ζώα, συναδελφωμένα, θαύμαζαν τόν Τόμπις πού τόν κύκλωνε ένα δυνατό φώς σάν φωτοστέφανος. -τ-Τή μαγική πέτοα; έπανέλαβε ό Τόμπις. Ποιά μα­ γική πέτρα; Καί τί δουλειά έχει ή μαγική πέτρα μέ μένα καί ποια δουλειά έχω έχω μαζί της; —Τό σώμα σου φωτίζει όλο τόν ουρανό καί · όλο τό δάσος,^ άνέλαβε νά του έξηγήση ή αλεπού, κΓ αυτό μάς αποδείχνει οτι είσαι ό άνθρωπος πού ψάχνουμε νά βρούμε


1/

ΚΑΙ · ΤΟ ΤΕΡΑ!

δλα αυτά τά χρόνια πού πλανιόμαστε στο δάσος.^ Ό άν­ θρωπος πού περιμένουμε, νά πέση από τον ουρανό. •.—"Ηρθαμε από ·μιά ζεστή χώρα, συνέχισε ό λαγός : Τήν Περσία, δον την έχης ακουστά. Κι5 αυτό τό^φώς πού τώρα σέ φωτίζει, άλλοτε φώτιζε το δρόμο, μας και τή σκέψι. μας. Μά κάποια .μέρα -έσβυσε γιατί χάσαμε τή μαγική πέτρα κι5 από τότε γινήκαμε ζώα: Τά-τρία ζώα που τώρα σέ· κυττάζουν καί τά κυττάζεις! Ό Τόμπις άκουγε τά παράξενα αότά λόγια των ζώων σαστισμένος. Μά πριν προλάβη νά τά πλησιάση με μιας έγιν.ε σκοτάδι Κι' εκείνα φοβήθηκαν καί χάθηκαν από μπρο­ στά του. "Ετσι συνέχισε τό δρόμο του πικραμένος. Που νά φαντασθή ότι τό φώς αυτό έστελνε τίς δυνατές αχτίδες του μέσα από τό σακκί του μέ τά φασόλια. 5Εκεί μέσα βρισκόταν ή' μαγική πέτρα! * Μέσα στο δάσος, τό σκοτεινό, τό χιονισμένο καί τό α­ πέραντο, πλανιόταν τώρα τρεις μέρες καί· τρεις νύχτες. Θά. χανόταν κι* .ό Τόμπις, δπως χάθηκε άλλοτε ή μητέρα του καί τώρα ό .πατέρας του; ’Ή θά υπερνικούσε ·τά εμπόδια καί τέλος θά· έβγαινε νικητής; —-Γιοιά νάναι τάχα αυτή . ή ■ μαγική -πέτρα; αναρωτιό­ ταν κάθε βράδυ πούπεφτε νά κοιιμηθή. Καί γιατί, δταν έ­ γινε φώς, παρουσιάστηκαν τά τρία ζώα,; ^ ΤΗταν όμως έξυπνος , καί ^προνοητικός. Και από τότε πού έγκατέλειψε τήν -καλύβα .όπου μεγάλωσε έρριχνε κάθε τόσο από τό σακκούλι του κι' ένα φασόλι στο χιονισμένο έδαφος. "Ελπιζε ότι μέ αύτό τον τρόπο θάβρισκε τό δρόμο τής ^επιστροφής γιατί τά φασόλια" ή θά είχαν φυτρώση ή θά ήταν ακόμα ^απείραχτα· στο έδαφος. Φυσικά λογάριαζε νά έπιστρέψη^τή θερινή περίοδο καί μάλιστα τον μήνα Ι­ ούλιο. Τότε δέ θά μπορούσε νά διακρίνη τά ίχνη πού ά,φηνε τώρα, γιατί τά χιόνια θά είχαν λυώσει καί θά ήταν ή μέρα συνεχώς. Ός τότε^δμως τί θά γινόταν; Θά συναντούσε τον πα­ τέρα του καί τή μητέρα του; "Θά συναντούσε τήν άτυχη κοπέλλα πού. τόσο είχε ,άδ-ικήσει άθελά του; . , -άφνικά ό νους ταυ πήγε στήν αρκούδα μέ τό κομ­ μένο πόδι. ΝαΠ Αυτή θά.ήτοεν ή άρκούδα πού τον είχε φέρει , στήν άγκαλιά της- καί τον είχε άκουμπήσει, μωρό στήν άδεια


κούνια! Τώρα θυμήθηκε τά λόγια τής θετής του μητέρας, ττού τον έπαιρνε στην αγκαλιά της και τον νανούριζε λέ­ γοντας του τό ϊδιο πάντα παραμύθι πού άρχιζε έτσι: «... Μιά φορά κι* εναν καιρό ήταν μιά αρκούδα μέ τρία πόδια. Εκείνη ή αρκούδα έκλεψε τό^ παιδάκι ενός βασιλιά και τδψερε στην άδεια κούνια μιας φτωχής γυ­ ναίκας πού είχε χάσει τό δικό της παιδί...». Βαρειά λύπη τού πίεσε τό στήθος. Καί μέ δάκρυα στά μάτια συνέχισε τον κουραστικό δρόμο του, προχωρώντας στά τυφλά μέσα στο δάσος. "Οταν πιά τό σακκί μέ τά φασόλια είχε φτάσει στη μέση τό μαγικό φως ξαναφώτισε την περιοχή. Ό Τόμπις πλημμύρισε από χαρά. —Θά φανερωθούν ξανά τά ζώα!, συλλογίστηκε. Δυστυχώς όμως αυτή τη φορά δέν έγινε αυτό πού πε­ ρί μενε, γιατί άκουσε νά κουδουνίζη ένα έλκυθρο από μα-

Γό'τε μιά αχτίδα άττό ^τό γλυκό (αί λαιμττεοό άστρο του ουρανού Γτύτττ(σιε τον Πράσινο Δράκο!

κρυά καί σέ λίγο σταμάτησε μπροστά του ό Πράσινος Δράκος! Καθόταν μόνος στο έλκυθρο του, πού τ’ ώδηγοΰσοον δυο τάρανδοι. Βλέποντας τον Τόμπις νά τον πλημμυρίζη τό φώς, τον ρώτησε έκπληκτος: —Ποιος είσαι έσύ καί τί γυρεύεις μέσα στο βασί­ λειό μου ; ν —Ψάχνω νά^ βρώ τον πατέρα μου καί τη μητέρα μου, τού άπάντησε τό βασιλόπουλο. Ό Τόμπις έσφιξε τίς γροθιές του έτοιμος νά προλάβη κάθε κακό σκοπό αυτού τού τερατόμορφου πλάσματος. Ό Πράσινος Δράκος τότε κατέβηκε χαρούμενος από τό έλκυθρό του καί πλησίασε τον Τόμπις. —Μήπως στο δρόμο σου συνάντησες καμμιά αρκού­ δα ; τον ρώτησε. Ό Τόμπις δέν ήξερε τί άπάντησι νά δώση. Τέλος προ­ τίμησε νά σωπάση. Κι’ ό Πράσινος Δράκος, ποΰβλεπε δτι τό βασιλόπουλο δέν τοΰ απαντούσε, κατάλαβε πώς ήταν θεάνθρωπος πού ζητούσε νά βρή τόσα χρόνια. Τό μαγικό φως τής πέτρας πού είχε γίνει ό όδηγός τοΰ Δράκου καί τον είχε φέρει ως εδώ, τοΰ απόδειχνε πώς αυτός ό νέος ήταν τό επικίνδυνο παιδί πού θά τούπαιρνε τό θρόνο και τη δύναμι.


ΤΟ

20

ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ

—Δόσε μου τη μαγική πέτρα!. του αγρίεψε. . Ό Τόμπις έμπηξε τά γέλια. - / —Ποια πέτρα μου ζητάς τέρας,του άπαντησε. Δεν έχω ιδέα. Έγώ είμαι ένα φτωχό καί άρφανό παιδί: Ναί! "Όλη μου ή περιουσία είναι αυτό τό σακκουλι μισογεμάτο άπό φασόλια! ’ * Λ ν Λ „ -εκρέμασε άπό. τον ώμο του 'τό σακκοΰλι και το .ά­ πλωσε προς τό μέρος του: —Τό θέλεις; . Ό Πράσινος· Δράκος σκέφθηκε με πονηριά. Ήξερε δτι τό παράξενο αυτό φως είχε πρσδώσει την παρουσία στο δάσος εκείνου πού έξουσίαζε τώρα τή μαγική πέτρα; Ήταν, λοιπόν, βέβαιος πώς αντίκρυ του είχε τον εχθρό του. Μά για νά τον έξοντώση έπρεπε πρώτα νά έχη στήν κατοχή του τή μαγική πέτρα, πούβγαζε αυτό τό δυνατό φως και φώτιζε όλο τό δάσος. Γιά νά .την πάρη δμως έ­ πρεπε νά μάθη πού ακριβώς βρισκόταν. Καί γιά νά τό μάθη αυτό έπρεπε νά παρασύρη. στά δίχτυα του τό θύμα του. . * · ; · ’ —Ανέβα στο έλκυθρό μου, του είπε, καί κράτα τό σακκουλι σου! Δεν τό χρειάζομαι. Θά σου δείξω που. βρί­ σκεται ό πατέρας σου... Γιά τή μητέρα σου, δεν ξέρω. Ξέρω δμως γιά μ ιά όμορφη' νέα: τή Ζασμίν. * —Κι αυτήν ζητώ!, φώναξε χαρούμενος, ό Τόμπις.· Όρφανή δεν είναι σάν κι’ έμένα ; .Ό Πράσινος Δράκος δεν απαντούσε. Γιατί τό λοξό μάτι του άντελήφθη,· κρυμμένα .πίσω άπό ένά χοντρό δέν­ τρο, τά τρία ζώα νά παραμονεύουνΤήν αρκούδα, τήν α­ λεπού καί τό λαγό. ... Τό^ φώς τής μαγικής πέτρας τά είχε φέρει εδώ, δπως είχε· φέρει καί τον Πράσινο Δράκο. -—Οι φίλοι μου μυρίστηκαν το ψητό κι έτρεξαν!, μουρ­ μούρισε τό απαίσιο τέρας. Δεν πρόλαβαν δμως νά φτά­ σουν πρώτοι, κι5 έτσι τήν έπαθαν. Χά! Χά! Χά! Τό δάσος βούϊζε άπό τά γέλια τού Δράκου. ΚΓ δπως τό έλκυθρό του · απομακρυνόταν μαζί με τον ανύποπτο Τό•μπις, τά τρία ζώα έβλεπαν μέ χαρά δτι πίσω άπό τό έλκυθρο^έπεφταν ένα - ένα στή. σειρά τά φασόλια άπό τό σακκουλι τού βασιλόπουλου, πού τά έρριχνε κρυφά γιά-νά μπορέση αργότερα νά δρή τό δρόμο... • Ή αλεπού έκλεισε τό μάτι της στο λαγό:' —Αυτή τή φορά, άμα σβύση τό φώς τής μαγικής πέ­ τρας καί σκοτεινιάσει τό-δάσος, είπε, ·δεν πρόκειται νά χάσοομε' τό βασιλόπουλο. 5


21

ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ

• —Οΰτε τον Πράσινο Δράκο, πρδσθεσε ό λαγός. —Ούτε τή μαγική πέτρα συμπλήρωσε ή άρκούδα. Κι* έτρεξαν το κατόπι τους.

·

Τά τρία Αγάλματα ΑΘΩΣ ώδηγουσε τον Τόμπις^ στο παλάτι του, ό Πράσινος· Δράκος κύτταΐζε αδιάκοπα πίσω του. Τον ανησυχούσε ή· παρουσία , των τριών · ζώων. "Αν οι. μάγοι κατάφςρναν νά πάρουν την πέτρα, ή*ταν χαμένος*! ^ Μέ τή μαγική πέτρα, οί τρεΤς μάγοι θά τον έξώντωναν. Οι πάγοι θά έλυωναν μαζί μέ' ολόκληρο τό παλάτι του κι' ό νέος βασιλιάς, ό Τόμπις, θά τουπαιρνε δλη τή δόξά και τάπλούτη. . . .· ^ Πριν είκοσι χρόνια είχε σταθή κάπως τυχερός: Μπόρεσε καί τούς παραμόρφωσε σέ ζώα, γιατί φαίνε­ ται πώς θά είχαν χάσει κι εκείνοι τή μοο/ική πέτρα γι’ αυτό είχε επικρατήσει ή δική του μαγική δύνα^μι. Κι5 α­ σφαλώς κάτι τέτοιο θά είχε συμβή, γιατί ό Δράκος, θυμό­ ταν πώς είχε σκοτεινιάσει τότε πού μυρίστήκε τό παιχνίδι πού τουχαν παίξει οι* τρεις μάγοι μέ τά δυο παιδιά. Γιά νά βρή τήν πέτρα, έπειτα από πέντε χρόνια, γύρισε ή αρ­ κούδα καί κουβέντιασε μέ τό κοριτσάκι, τή Ζασμίν: . Τή ρώτησε άν ήξερε που βρισκόταν ή πέτρα. Τό ίδιο καί τώ-, ρα : Είδαν τά τρία ζώα τό φώς κι’ έτρεξαν κοντά στο βα­ σιλόπουλο, ελπίζοντας νά βρουν τή μαγική· πέτρα!

Κ

.. "Ως ένα σημείο του δάσους, τό μαγικό φώς ήταν α­ ναμμένο καί οι τάρανδοι, πού δέν ήσαν μαθημένοι νά δια­ σχίζουν αυτή τήν χειμωνιάτικη εποχή τό δάσος μέ δυνατό φώς^ προχωρούσαν αργά; ’Έτσι τό έλκυθρο γλυστρούσε αργά ’έπάνω στο χιόνι. /Αλλωστε, τό βάρος πού τραβού­ σαν ήταν μεγάλο, γιατί μόνος του ό Πράσινος Δράκος ζύ­ γιζε έναν τόνο. · · : Εννοείται δτι ό Τόμπις φρόντιζε νά ρίχνη. πίσω του τά φασόλια. Επίσης τά τρία ζώα ακολουθούσαν τό έλκσθρο κρατώντας σταθερή άπόστασι απ’ αυτό. Μά ό Πρά­ σινος Δράκος, πού υποπτευόταν αυτή τήν επικίνδυνη πα­ ρακολούθηση. εΐχε λάβει τά μέτρα του. * . • -—Φτάσαμε! είπε στον Τόμπις. · Καί κατέβηκε από τό σταματηιμένο έλκυθρο. " Μόλις τό .βασιλόπουλο πήδησε ·στό χιόνι, ό Πράσινός Δράκος έδιωξε τούς δυο ταράνδους πού τραβούσαν τό έλ­ κυθρο. ’ · . · . ..


ΤΟ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ

Εκείνη δμως τή στιγμή τό μαγικό φως έσδυσε ξα­ φνικά. Βαθύ σκοτάδι απλώθηκε παντού. Τά δέντρα έγιναν μαύρες σκιές κι* άπόλυτη σιωπή έπικρατούσε σέ δλο τό δάσος. Ό Τόμπις φοβήθηκε. Τό σκοτάδι τούλεγε δτι άπ’ εδώ και πέρα βρισκόταν στή διάθεσι τού Τέρατος. Τον ίδιο δ­ μως φόβο δοκίμαζε καί ό Πράσινος Δράκος γιατί τό σκο­ τάδι τού μαρτυρούσε δτι ή ή μαγική πέτρα δεν βρισκόταν κοντά τους, ή δτι προειδοποιούσε τό βασιλόπουλο για τον κίνδυνο πού διέτρεχε. Ξαφνικά ό Τόμπις άφησε μιά κραυγή άπελπισίας. —Τό σακκί μου! φώναξε. Τό ξέχασα στο έλκυθρο! Ό Πράσινος Δράκος γέλασε. —Μήν άνησυχής, τουπέ. Θά τό βρούμε δταν φτάσουμε στο παλάτι μου. "Ηξερε τώρα πού βρισκόταν ή μαγική πέτρα καί ή χαρά του ήταν μεγάλη. Κύτταξε γύρω του μέ προσοχή καί σφύριξε σά φίδι. Μπροστά του βρισκόταν μιά μεγάλη πέτρα. Ό Πράσινος Δράκος τή χτύπησε τρεΐς φορές μέ τή βαρειά ουρά του. Ή πέτρα τότε παραμέρισε καί φάνηκε μιά μεγάλη καταπακτή, πούμοιαζε ιμέ τό στόμιο μιας σπηλιάς. Ό Πράσινος Δράκος έπιασε γερά από τό μπράτσο τον Τόμπις καί τουπέ: —ΆκολούΟησέ με! Πυκνό σκοτάδι τούς τριγύριζε καί ή παγωνιά δυνάμα> νε. Αυτό δμως δέν εμπόδιζε τον Πράσινο Δράκο νά βλέπη. Κατέβαιναν, κατέβαιναν... ώσπου έφτασαν σ5 ένα τε­ ράστιο θόλο. 9Εδώ τό μέρος φωτιζόταν από ένα λιγοστό πράσινο φως, πού στά μάτια τού έκπληκτου Τόμπις μαρ­ τυρούσε πώς βρισκόταν σ’ εναν άλλον άγνωστο κόσμο. Τοίχωμα καί τό νερό, τά δέντρα καί τά φυτά, τά που­ λιά καί τά ζώα, δλα ήσοα/ πράσινα καί ποτέ άλλοτε δέν τά είχε ξαναδή. 'Ό,τι δμως περισσότερο τον τρόμαζε ή­ ταν ή άπόλυτη ησυχία πού έπικοατούσε παντού. Δέν άκουγόταν ό παραμικρός ήχος. Μέσα στήν πράσινη ανταύ­ γεια, έβλεπε εδώ κι1 έκεΐ επάνω στά κλαδιά, διάφορα που­ λιά πού έμεναν άκίνητα, σαν άπολιθωμένα. Τά σκυλιά ά­ νοιγαν τό στόμα τους νά γαβγίσουν μά κανένα γάβγισμα δέν έφτανε στ5 αυτιά τού Τόμπις. Τό πράσινο νερό ^κυλούσε άθόρυβα στά ρυάκια. Τό ίδιο κΓ 6 άνεμος: Κουνούσε τίς κορφές τών δέντρων δίχως νά


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Τα Χρυσά Παραμύθια #1-6 by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ / MIKROS IROS PUBLICATIONS - Issuu