Skip to main content

Η Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς

Page 1

Τετράς Η Ξακουστή του Πειραιώς

Η

«Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς» σχηματίστηκε το 1934 στην περίφημη μάντρα του Σαραντόπουλου. Υπήρξε η πρώτη κομπανία με μπουζουκομπαγλαμάδες και αποτελούταν από τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Γιώργο Μπάτη, τον Σμυρνιό Ανέστο Δελιά και τον Αϊβαλιώτη Στράτο Παγιουμτζή. Ο φλογερός και νοσηρός έρωτας του Μάρκου για την πρώτη γυναίκα του Ζιγκοάλα, είναι η βασική, οδυνηρή πηγή έμπνευσης του θεμελιωτή του ρεμπέτικου, στα χρόνια 1932 - 1940. Το πάθος αυτό περνάει διάφορες φάσεις, κορυφώνεται τραγικά μέσα στη φθορά του και ξαναγεννιέται διαρκώς. Είναι η ίδια εποχή που ο Μάρκος, από άσημος εκδοροσφαγεύς, γνωρίζει τη δόξα: γίνεται ο πρωτοπόρος που θα ανοίξει νέους δρόμους στη λαϊκή μουσική και στη διασκέδαση, όντας συνέχεια σε σύγκρουση με τις μουσικές αντιλήψεις της εποχής, τη φτώχεια, τη στείρα παράδοση, τον καθωσπρεπισμό, την αστυνομία, την οικογένειά του, τη γυναίκα του που τον προδίδει και τη δικτατορία του Μεταξά. Κι όλα αυτά, ενώ πλησιάζει σαν αναπότρεπτο ρεφρέν ο πόλεμος...

ΓΙΏΡΓΟΣ ΣΚΑΜΠΑΡΔΏΝΗΣ • ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΚΕΡΑΣΊΔΗΣ

Μία φούντωση, μια φλόγα έχω μέσα στην καρδιά Λες και μάγια μου ‘χεις κάνει Φραγκοσυριανή γλυκιά...

ISBN 978-618-5531-04-1

9 786185 531041 € 12

www.mikrosiros.gr

Τετράς

ΓΙΏΡΓΟΣ ΣΚΑΜΠΑΡΔΏΝΗΣ

ΔΗΜΉΤΡΗΣ ΚΕΡΑΣΊΔΗΣ

Η Ξακουστή του Πειραιώς

Ο

Γιώργος Σκαμπαρδώνης (Θεσσαλονίκη, 1953) είναι πεζογράφος και δημοσιογράφος της Θεσσαλονίκης. Υπήρξε βασικός συνεργάτης και διευθυντής αρκετών περιοδικών και εφημερίδων («Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», «Εντευκτήριο», «Ο Παρατηρητής», «Μακεδονία» κ.α.). Έχει γράψει σενάρια για τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ, όπως Το θέατρο στη Θεσσαλονίκη 1912-1985, Ο Τσιτσάνης της Θεσσαλονίκης και σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη, έγραψε το σενάριο για την ταινία του δεύτερου Όλα είναι Δρόμος. Το 2015, το μυθιστόρημα του Ουζερί Τσιτσάνης μεταφέρθηκε στο θέατρο και στη συνέχεια στον κινηματογράφο, σε σκηνοθεσία Μανούσου Μανουσάκη. Έχει τιμηθεί με πλήθος βραβείων όπως το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή διηγημάτων του Η Στενωπός των Υφασμάτων (1993), με το Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω» το 2004 για τη συλλογή διηγημάτων Επί Ψύλλου Κρεμάμενος, με το Βραβείο Ιδρύματος Μπότση κ.α. Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ολλανδικά, τα τσέχικα, τα εβραϊκά, τα ουγγρικά και τα ιταλικά. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι το μυθιστόρημα Casa Μπιάφρα (Εκδόσεις Πατάκη, 2019).

Ο

Δημήτρης Κερασίδης (Θεσσαλονίκη, 1953) είναι πολιτικός και αθλητικός γελοιογράφος. Έχει συνεργαστεί με πληθώρα εφημερίδων και περιοδικών όπως η «Θεσσαλονίκη», η «Εγνατία», η «Ελευθεροτυπία» και ο «Αγγελιοφόρος». Παράλληλα, συμμετείχε σε διεθνείς εκθέσεις γελοιογραφίας και βραβεύτηκε με τη δεύτερη μόλις συμμετοχή του (οι συμμετοχές ήταν 9179 από 41 χώρες) που διοργάνωσε η μεγαλύτερη τότε σε κυκλοφορία εφημερίδα (3.000.000 φύλλα ημερησίως) του δυτικού κόσμου, η ιαπωνική «Yomiuri Shimbun», με θέμα «Άνδρας-Γυναίκα 1980». Έγραψε και εικονογράφησε 4 βιβλία με τους άθλους του Ηρακλή καθώς και την παιδική τριλογία Οι Περιπέτειες του Ανανία και Ζαχαρία. Ακολούθησαν Το Δάσος που θα Γινόταν Χαρτί και το Ηγηλέων ο Χαμαιλέων. Έχει ασχοληθεί και με την τέχνη των κινουμένων σχεδίων με τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία Η Απόδραση (1983), αλλά και μια σειρά σποτ για αθλητική τηλεοπτική εκπομπή. Το 2012, χρονιά της 100ής επετείου από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, γράφει και εικονογραφεί το λευκωμα Ιστορία της Θεσσαλονίκης, 1912-2012 και το 2014 κυκλοφόρησε το άλμπουμ Κρίση είναι, θα Περάσει; με γελοιογραφίες από την οικονομική κρίση.


Τετράς

Η Ξακουστή του Πειραιώς

Βασισμένο στο έργο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Όλα Βαίνουν Καλώς Εναντίον Μας» Σενάριο: Γιώργος Σκαμπαρδώνης Σχέδιο-Χρώμα: Δημήτρης Κερασίδης Εξωφυλλο: Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης

3


9786185531508


ΤΕΤΡΑΣ

Η ΞΑΚΟΥΣΤΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Η διάσημη φωτογραφία της πρώτης κλασικής ρεμπέτικης κομπανίας: Μπάτης, Μάρκος, Στράτος και Δελιάς, Δραπετσώνα (Κρεμμυδαρού), 1934, Μπαρ - ουζερί «Σαραντόπουλος»

Π

ολλοί είναι εκείνοι που παρομοιάζουν τον Μάρκο Βαμβακάρη με τον Τζίμι Χέντριξ κυρίως για την ορμητικότητα, τη δεξιοτεχνία και την αστείρευτη έμπνευσή του όταν έπιανε το τρίχορδο μπουζούκι του, όπως και ο συνάδελφός του την ηλεκτρική κιθάρα, αλλά και την τραχιά φωνή του. Την ίδια περίπου εποχή έφυγαν από τη ζωή, ο ένας το 1970, ο άλλος το 1972. Δε «συναντήθηκαν» ούτε μέσω της δισκοθήκης του Χέντριξ, στην οποία η μυθολογία του ροκ εντ ρολ αναφέρει ότι βρέθηκαν δίσκοι του Μανώλη Χιώτη. Όμως και το ρεμπέτικο έχει τη δική του μυθολογία και πίσω της είναι κρυμμένες ατελείωτες ιστορίες μέσα από τις προσωπικές διηγήσεις που πολλές φορές διχάζουν και τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της. Τι κρίμα λοιπόν να μην έχει ακούσει ο Χέντριξ τον «ηλεκτρισμό» της γνήσιας πενιάς του Μάρκου. Και οι δύο καταξιώθηκαν μακριά από τον τόπο γέννησής τους. Ο Χέντριξ όταν μετακόμισε από την

Αμερική στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο Λονδίνο, ενώ ο Μάρκος όταν έφυγε από τη γενέτειρά του, τη Σύρα και πήγε στον Πειραιά. Ο πρώτος δημιούργησε το πιο δυναμικό γκρουπ της εποχής του, τους Experienced και ο Μάρκος τη δημοφιλή κομπανία: «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς». Έτσι έμεινε στην ιστορία. Και οι δύο πέρασαν στους αθανάτους της μουσικής, ανοίγοντας νέους μουσικούς δρόμους και επηρεάζοντας πολλούς μουσικούς. Η «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς» σχηματίστηκε το 1934 και υπήρξε η πρώτη κομπανία με μπουζουκομπαγλαμάδες που αποτελούσαν σπεσιαλίστες μουσικοί. Αποτελούταν από τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Γιώργο Μπάτη που υπήρξε ο «νονός» του ονόματος της ορχήστρας και τους Μικρασιάτες, τον Σμυρνιό Ανέστο Δελιά και τον Αϊβαλιώτη Στράτο Παγιουμτζή. Ο Μάρκος ήταν τότε 29 χρονών, ο Δελιάς 22, ο Στράτος 28 με 30 και ο Μπάτης, από τους πρωτομάστορες του ρεμπέ-

5


τικου, 45 με 50, του οποίου οι ηχογραφήσεις εντοπίζονται από τις αρχές του αιώνα. Μαζί τους έβγαινε στο πάλκο κι ένα πέμπτο μέλος, ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης Σκαρβέλης, ο «Παστρουμάν», που συνόδευε με την κιθάρα του. Ήταν το πρώτο ατόφιο λαϊκό συγκρότημα που εργάστηκε σε «κέντρα διασκέδασης» της εποχής, στην περιοχή Ανάσταση, στο παλιό νεκροταφείο του Πειραιά, πέρα από τον Άγιο Διονύσιο. Ένας προσφυγικός συνοικισμός που στέγασε πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία την περίοδο 1930 - 32, τον οποίο οικοδόμησε ο Αθανασόπουλος που λίγο αργότερα δολοφόνησαν η γυναίκα του μαζί με την πεθερά του κι από εκεί βγήκε το «Καημένε Αθανασόπουλε, τι σου ’μελλε να πάθεις», που έγινε ρεμπέτικο τραγούδι και σουξέ στις 78 στροφές με ερμηνευτή τον Αντώνη Νταλγκά το 1931. Το ξεκίνημά της κομπανίας έγινε στη μάντρα του Σαραντόπουλου, μια ταβέρνα στη Δραπετσώνα, όπου εμφανίζονταν σε επαγγελματική βάση επί 6 μήνες, χωρίς μικρόφωνα. Εκεί γινόταν το αδιαχώρητο κάθε βράδυ. Ερχόταν κόσμος κι από την Αθήνα, από άλλες συνοικίες, ακόμη κι από την επαρχία ν’ ακούσουν την ξακουστή «Τετράδα». Δεν είχε προηγούμενο κάτι τέτοιο. Εκεί ο Μάρκος λανσάρισε καμιά 25αριά καινούρια του τραγούδια, ανάμεσά τους τα Αντιλαλούν οι Φυλακές, Κάν’ τονε, Στάυρο, Κάν’ τονε, Μ’ έκαψες Τσαχπίνα μου Ωραία, Μια Γαλανομάτα μια Τρελή Τσαχπίνα. Ο Μάρκος έπαιρνε το υψηλότερο μεροκάματο, 200 δραχμές τότε και οι άλλοι 65 με 75 δραχμές. Ήταν το αφεντικό εκεί μέσα. Παράλληλα, δούλευε εκδορέας στα σφαγεία του Πειραιά όπου έβγαζε 200 με 500 δραχμές μεροκάματο καθώς πληρωνόταν με το κομμάτι και επίσης ήταν αγαπητικός στα Βούρλα, όπως αναφέρει στην αυτοβιογραφία του. Η αστυνομία δεν καλοέβλεπε το μαγαζί κι ήταν εκεί κάθε βράδυ. Όταν ο Μάρκος θέλησε να βγάλει άδεια να γίνει το μαγαζί δικό του, η αστυνομία ζήτησε να συνεργαστεί μαζί του για να την εγκρίνει. Ο Μάρκος όμως ήταν με τους μάγκες. Έτσι είδε κι αποείδε και το έκλεισε, άλλωστε είχε μπει για τα καλά στη δισκογραφία. Το 1935, η «Τετράδα» ηχογράφησε και κυκλοφόρησε τη θρυλική Φραγκοσυριανή στην Columbia του Λαμπρόπουλου με τη σφραγίδα του Μάρκου, το πιο κλασικό ρεμπέτικο τραγούδι έως σήμερα, το οποίο έγραψε στον Πειραιά. Με τη βοήθεια του Μάνου Χατζιδάκι, το τραγούδι αυτό κυκλοφόρησε και στο εξωτερικό. Να σημειωθεί ότι το 1933, με τη μέθοδο του Blumlein, δημιουργείται στην ΕΜΙ ο πρώτος στερεοφωνικός δίσκος. Η μέθοδος αυτή εξελίχθηκε στο σύστημα που 25 χρόνια αργότερα χρησιμοποιήθηκε στους στερεοφωνικούς δίσκους του εμπορίου. Η Διαφημίσεις κέντρων πορεία της κομπανίας κράτησε έως το διασκέδασης της εποχής

Σε αυτή την καταπληκτική φωτογραφία διακρίνουμε δυο από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του ρεμπέτικου τραγουδιού ανάμεσα σε μια παρεά φίλων μουσικών και περαστικών. Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στου Καραϊσκάκη στον Πειραιά μπροστά σε ένα από τα πολλά καφενεδάκια που άνοιγε κατα καιρούς ο Μπάτης στην περιοχή. Στην πρώτη σειρά καθιστοί, ο Γιάννης ο Αϊβαλιώτης (κρατάει μπαγλαμά), ο Παναγιώτης Δήμας, δύο άγνωστοι με μπαγλαμά, ο Παντέλος ο πρεζάκιας και ο Θάνος με κιθάρα. 1936-37, όταν ο Μεταξάς επέβαλε δικτατορία και λογοκρισία στίχων, απαγορεύοντας τα ρεμπέτικα τραγούδια. Κάθε τραγούδι τους κι ένας δρόμος, μια ιστορία, ένα νταλκάς. Η τετράδα αυτή έγινε διάσημη στην εποχή της, στον στενό κύκλο της ρεμπέτικης μουσικής, όπως και το μπλουζ - ροκ που έπαιζε ο Χέντριξ δεν ήταν ο mainstream ήχος της εποχής του. Το ρεμπέτικο δεν ήταν η μουσική που καταλάβαινε ο πολύς ο κόσμος. Άλλωστε είχε τους δικούς του κανόνες. Ήταν μια κλειστή κοινωνία γεμάτη άγραφους νόμους συμπεριφοράς, ομιλίας, εμφάνισης και ντυσίματος, που δεν ήταν αποδεκτή από την καθωσπρέπει κοινωνία της εποχής. Όπως και οι ροκάδες δηλαδή στα τέλη του ‘60 και στη δεκαετία του ‘70. Οι ρεμπέτες ήταν οι μάγκες. Άλλωστε, τους στίχους που τραγουδούσαν δεν τους καταλάβαιναν οι πολλοί, αλλά και ούτε απευθύνονταν τα τραγούδια τους σ’ αυτούς. Πολλά από τα τραγούδια του Μάρκου ήταν ένα «κατηγορώ» για τις κυβερνήσεις και τους αστούς. Ο Μάρκος Βαμβακάρης δεν ήταν μόνο ο αρχηγός του συγκροτήματος που έγραφε, έπαιζε και τραγουδούσε τα τραγούδια του καθώς και άλλων, αλλά αυτός που είχε τη δύναμη να κατακρίνει την κοινωνία με τη στάση και τον δυναμικό του χαρακτήρα. Ο πρώτος μεγάλος δίσκος του κυκλοφόρησε το 1966 με τίτλο Σαράντα Χρόνια, περίπου έναν χρόνο πριν τον θάνατό του, μια συλλογή με τα καλύτερα τραγούδια του, κι ας είχε ήδη σαράντα χρόνια ιστορίας πίσω του. Αυτό φανερώνει πολλά για την αντιμετώπιση της μουσικής βιομηχανίας στο ρεμπέτικο, του οποίου υπήρξε πρωτοπόρος. Βέβαια, η κυκλοφορία δίσκων του στις 78 και 45 στροφές ήταν παραγωγική έως τότε. Σε πείσμα ωστόσο εκείνων που απέφευγαν, για να διατηρούν

6


και άρχισε η αντίστροφη μέτρηση γι’ αυτόν. Όταν ο Ανέστος έγινε πρεζάκιας, η υπόλοιπη τετράδα τον έκανε πέρα, αφού δεν κατάφερε να τον πείσει να ξεφύγει από αυτό τον διάολο. Το ζευγάρι Ανέστος Σκουλαρικού έσβησαν από την ηρωίνη κι ο φίλος της «Τετράδας», ο Μήτσος ο Καρυδάκιας, από τη μορφίνη. Υπήρχε κι αυτή. Το πάθος του τραγούδησε ο Δέλιας: Απ’ τον καιρό που άρχισα την πρέζα να φουμάρω ο κόσμος μ’ απαρνήθηκε δεν ξέρω τι να κάνω. Απ’τις μυτιές που τράβαγα άρχισα και βελόνι και το κορμί μου άρχισε σιγά σιγά να λιώνει. Τίποτε δεν μ’ απόμεινε στον κόσμο για να κάνω αφού η πρέζα μ’ έκανε στους δρόμους να πεθάνω... Στους ρεμπέτες μπορεί να έκανε θραύση το χασίσι, ωστόσο η πρέζα δεν ήταν διαδεδομένη αρκετά τότε στον Πειραιά. Πολλοί εξαρτημένοι κοιμόντουσαν στους υπονόμους που το χειμώνα έβγαζαν ζέστη και πολλοί πέθαναν στα βαγόνια του σιδηροδρομικού σταθμού, όπου σύχναζαν, για να μη γίνονται αντιληπτοί. Τους πρεζάκηδες τους κυνηγούσε ο θρυλικός αστυνόμος Μπαϊρακτάρης και τους έκοβε τα μανίκια, όπως και στους φουκαράδες την μπατατούκα. Μπροστά στους μάγκες όμως έκοβε δρόμο. Κάποιοι μάγκες του την έστηναν με κουμπούρια… Οι βαρύμαγκες σύχναζαν στην Τρούμπα. Εκεί δούλευε o Στράτος ο Παγιουμτζής. Στου Λιναρά, με τ’ όνομα. Λίγο πιο πέρα από του Λιναρά, είχε μια τρόμπα και από εκεί πήρε τ’ όνομα η Τρούμπα, γιατί τρόμπαραν το νερό. Το στέκι αυτό δεν έκλεινε καθόλου, κρατούσε ως το πρωί. Όποιος προλάβαινε νωρίς, έπινε χασίσι, πριν πλακώσει η αστυνομία… Ο Μπάτης είχε ένα δικό του καφενεδάκι στου Καραϊσκάκη, που χωρούσε λίγα μετρημένα τραπεζάκια μέσα και διέθετε πολλά όργανα στο πατάρι του, από την πλούσια συλλογή του. Σε έναν από τους δύο χώρους του μαγαζιού υπήρχε ένα χώρισμα. Ο πρώτος χώρος ήταν το καφενεδάκι κι ο άλλος ο τεκές, με όλα τα σύνεργα του αργιλέ. Εκεί μια μέρα ο Μπάτης συνελήφθη, καθώς στην αιφνιδιαστική έφοδο ενός αστυφύλακα, τα σύνεργα κρύφθηκαν γρήγορα, αλλά το στόμα

Πίσω τους όρθιοι, ο ταχυδρόμος της γειτονιάς, το Αριστειδάκι με μαντολίνο, ο Μάρκος Βαμβακάρης με μπουζούκι, δίπλα του ο Συριανός. Στο κέντρο με την κιθάρα στον ώμο, ο διευθυντής της αυτοσχέδιας ορχήστρας, καφετζής, μουσικός και πολλές άλλες ειδικότητες χαμογελάει και διευθύνει, ο ένας και αξεπέραστος Γιώργος Μπάτης. Ο Αντώνης Μπόγρης δίπλα του με μπουζούκι, ο νταής Θανάσης Γκότσης, ο Αντώνης ο θερμαστής με μπουζούκι και ο Κώστας Μπούρας με μαντολίνο. ένα ψεύτικο αίσθημα υπεροχής, τους ρεμπέτες ή δεν παραδέχονταν το ρεμπέτικο τραγούδι, η «Θρυλική Τετράς» επέβαλε τον ήχο της διαχρονικά. Η αστική κοινωνία, με το πέρασμα του χρόνου αγκάλιασε τους μάγκες που ήταν στο περιθώριο και σήμερα ο αυθεντικός ήχος τους συγκινεί και όσους δεν τον καταλαβαίνουν ή δεν τον αισθάνονται όπως αυτά τα «κακοποιά στοιχεία», έτσι τους αποκαλούσαν στην εποχή τους, προπολεμικά. Επίσης, το ρεμπέτικο τραγούδι είναι διαδεδομένο και περισσότερο αναγνωρίσιμο κι από το λαϊκό τραγούδι ανά τον κόσμο, αν δεχτούμε την κατηγοριοποίηση αυτή, ώστε να γίνει περισσότερο κατανοητή η μουσική των ρεμπετών. Να σημειωθεί όμως ότι τότε, οι ρεμπέτες, τα τραγούδια δεν τα αποκαλούσαν ρεμπέτικα, αλλά λαϊκά. Η «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς» σχηματίστηκε το 1934, τριάντα χρόνια ακριβώς πριν φθάσει ο ήχος των Beatles σε όλο τον κόσμο. Αν υποθέσουμε, λόγω της πρωτοπορίας και των δύο ορχηστρών, μια φανταστική αντιστοιχία των αναγνωρίσιμων μελών των «σκαθαριών», ο Μάρκος μάλλον θα ήταν ο Τζον Λένον, ο Στράτος ο επονομαζόμενος «τραγουδισταράς», ο Πωλ ΜακΚάρτνεϋ, ο Μπάτης ο πιο εναλλακτικός, ο Τζορτζ Χάρισον και ο πιο αδύναμος κρίκος, ο Ανέστης, θα ήταν ο Ρίνγκο Σταρ. Ευνόητα θα αναρωτηθεί κανείς γιατί να ήταν ο πιο αδύναμος παρ’ ότι προικισμένος και αυθεντικός, όπως και ο Εγγλέζος ντράμερ. Ίσως λόγω του πάθους του με την πρέζα. Από εκεί είχε και το παρατσούκλι «ο πρεζάκιας». Ήταν ο μόνος ρεμπέτης στην εποχή του που πέθανε από αυτή την κακή συνήθεια. Σε αυτό το χούι τον οδήγησε μια αραπίνα πόρνη, η Σκουλαρικού, με την οποία διατηρούσε δεσμό, σύμφωνα με μαρτυρία του μικρότερου της παρέας αυτής, Μιχάλη Γενίτσαρη, προπολεμικού επίσης ρεμπέτη. Κάθε βράδυ του έβαζε στον ύπνο του σκόνη στη μύτη, μέχρι που εθίστηκε

Γραπτό αίτημα του Τούντα προς την Columbia για την πληρωμή των τραγουδιών του 7


γραφικών δίσκων, με αποτέλεσμα πολλά τραγούδια να αναφέρονται στα ναρκωτικά σε ένα ποσοστό του 40% της παραγωγής, αλλά και στη ζωή του τεκέ σε ποσοστό 33%. Αυτό δείχνει την εξάπλωσή τους κυρίως στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών, καταδίκες για παραβιάσεις σχετικές με την ηρωίνη εμφανίζονται για πρώτη φορά, σε μικρό αριθμό, στα τέλη της δεκαετίας του ‘20 και σταδιακά αυξάνονται. Έως το 1932, οι παραβιάσεις για ηρωίνη ξεπερνούν αυτές που αφορούν το χασίσι (στατιστικά στοιχεία που παραθέτει ο Στάθης Δαμιανάκος στην Κοινωνιολογία του Ρεμπέτικου). Οι ρεμπέτες στη δεκαετία του ‘30 ηχογραφούσαν τα τραγούδια με λάμπες, μια κι έξω, για δίσκους γραμμοφώνου (78 στροφές), σε Ο Βαμβακάρης επί το έργον μια περίοδο που πρωτοστατούσε η Columbia. Ένα τέτοιο χειροκίνητο γραμμόφωνο που το ενεργοποιούσε το γύρισμα της ρομβίας (μανιβέλα) του που ήταν γεμάτο καπνούς τον πρόδωσε. Έξω από το στέκι του υπήρχε και στο χοροδιδασκαλείο του Μάρκου, όπως αποκαλούταν αυτό είχαν βγει οι περισσότερες σήμερα σωζόμενες φωτογραφίες της ο χώρος συνεύρεσης της τετράδας του Πειραιά. Με τη μουσική από εποχής του ρεμπέτικου με τον Μπάτη συνήθως να φορά την άσπρη το γραμμόφωνο χόρευαν τα ζευγάρια. Ο Μάρκος Βαμβακάρης τότε ποδιά του καφετζή. Στα μαγαζιά τότε έπιναν ούζο, κονιάκ, κρασί και δούλευε στα σφαγεία στον Πειραιά και κίνο (αναψυκτικό). Πολλά τραγούδια γράφτηκαν για την περιοχή Καραϊσκάκη όπως μόλις σχόλαγε έτρεχε Το Σακάκι του Ανέστου Δελιά, (Ανέστο τον φώναζαν), που αφηγείται γεμάτος λαχτάρα κι την ιστορία ενός κλεμμένου σακακιού. Στην περιοχή αυτή υπήρχαν έμπαινε στο μαγαζί μικρομάγαζα και παλιατζίδικα στα οποία ο Μπάτης προμήθευε παλιά φορώντας την ποδιά πράματα, μπουζούκια, κιθάρες, κομπολόγια, ενώ άνοιξε και δικό του που ήταν γεμάτη παλιατζίδικο όπου ονομάτιζε τα όργανα που πουλούσε με ανδρικά αίματα κι έπιανε το ονόματα, σύμφωνα με μαρτυρίες του Μάρκου, με τον οποίο ήταν μπουζούκι. Κι όταν κολλητοί φίλοι. Ήταν ο Μπάτης με τ’ όνομα. Έξυπνος άνθρωπος. Ήταν γίνεται λόγος για ο άνθρωπος που είχε πάντα λεφτά στην τσέπη του και κάλυπτε όταν μπουζούκι, είναι Ανακοινώσεις Δισκογραφικών χρειαζόταν την τετράδα, μέχρι να του τα επιστρέψει. αυστηρά τρίχορδο. Εταιρειών το 1930 Στου Καραϊσκάκη σύχναζαν άνθρωποι του λιμανιού, μάγκες, Δεν το αποχωριλωποδύτες, πόρνες, χασικλήδες και πρεζάκηδες. Η περιοχή ξεκαθά- ζόταν με τίποτα. Η ρισε όπως λέγεται όταν της έβαλε φωτιά ο δικτάτορας Μεταξάς με μετάβαση αργότερα στο τετράχορδο μπουζούκι έφερε τέτοια γκρίνια, την αστυνομία το 1937 για να απομακρύνει τα «κακοποιά στοιχεία». όπως αυτή όταν ο Μπομπ Ντύλαν, το 1966, άφησε την ακουστική Η παραβατική ζωή των αντικοινωνικών αυτών στοιχείων, όπως ήταν κιθάρα κι έπιασε την ηλεκτρική. οι ρεμπέτες στα μάτια των εκάστοτε αρχών, γινότανε τραγούδι από Το ρεμπέτικο τραγούδι ανδρώθηκε όπως είναι γνωστό σήμερα τους ρεμπέτες. με την αυθεντικότητα και την εκφραστικότητά του, κυρίως στον ΠειΤη δεύτερη αυτή περίοδο του ρεμπέτικου από το 1922 έως το ραιά που ήταν η μητρόπολη του ρεμπέτικου. Οι τέσσερις από τους 1937 δεν υπήρχε κανενός είδος λογοκρισίας στην παραγωγή φωνο- κυριότερους δημιουργούς και ερμηνευτές του συναντήθηκαν στην κομπανία «Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς», μια ανεπανάληπτη παρέα, ένα σούπερ γκρουπ στην εποχή του. Ο έρωτας φυσικά και υπήρχε στα τραγούδια τους. Η ίδια όμως η ζωή άφηνε περιθώρια για μεγάλους έρωτες; Μιλάμε για μια καταθλιπτική εποχή με απερίγραπτη φτώχεια, με τον κόσμο να βλέπει τα καράβια να φεύγουν από το λιμάνι και να μελαγχολεί, αλλά και να ονειρεύεται, να «ταξιδεύει» στους τεκέδες, να μπαινοβγαίνει στις φυλακές, με πολλές γυναίκες να πουλάνε το κορμί τους υποταγμένες στους κουτσαβάκηδες και στη μοίρα τους, σε μια εποχή που ακόμη και όσες δεν είχαν αυτή την καθημερινότητα, η ζωή τους δεν άφηνε πολλά περιθώρια για να ξεφύγουν από τη ρουτίνα και τη μιζέρια. Και τα τέσσερα μέλη της κομπανίας σύχναζαν Φωτογραφία των αρχών του 20ου αιώνα. Πλατεία Καραϊσκάκη, στους τεκέδες μαζί με τους φίλους τους και τραγουΛεμονάδικη, Ακτή Τζελέπη

8


δούσαν εκεί και μαζί, ένα τσούρμο άντρες, γύριζαν και στα πορνεία. Ο Στράτος με τον Μάρκο μέσα σ’ έναν τεκέ γνωρίστηκαν. Όπως αναφέρει στην αυτοβιογραφία του ο Μάρκος: «Ο Στράτος ετραγούδαγε τότες κι εγώ έπαιζα μπουζούκι. Δούλευε στο λιμάνι του Πειραιώς, στην ΕΛΠΑ. Ήταν βαρκάρης, κάτι έκανε, δεν μπορώ να τα ξέρω όλα, τι ήταν η δουλειά του. Ήταν ένα καλό παιδί, ησυχότατος άνθρωπος, ερχότανε κάθε βράδυ και μ’ αντάΑνακοίνωση της «Καθημερινής» για μωνε… Ήταν πιο ανοιχτός απαγόρευση ρεμπέτικων τραγουδιών άνθρωπος, ενώ εγώ ήμουν πιο βαρύς, πιο σοβαρός. Για να μου πάρεις κουβέντα μπορεί να κάνεις μια ώρα».

διεκπεραιώσει κάτι αγορές εκ μέρους του. Του ζήτησε να τα παρατήσει όλα και να φύγουν μαζί. Όμως μια φορά ρεμπέτης, για πάντα ρεμπέτης. Της έβγαλε σουγιά και την έδιωξε… Το ρεμπέτικο τραγούδι όπως και η δημοτική παραδοσιακή μουσική είναι κομμάτι συνέχειας στον μουσικό κορμό της ελληνικής λαϊκής μουσικής. Οι ρεμπέτες και η μουσική τους Έργο του Σταμ. Λαζάρου που μέσα στην κοινωνική αναπαριστά το πρώτο πάλκο των και πολιτιστική απομόνωση δημιούργησαν το μπουζουξήδων δικό τους οχυρό με τους δικούς τους κανόνες σε μια «υπόγα» που είχε μέσα της αλήθεια και ψυχή.

Αν μ’ αξιώσει ο Θεός λεφτά και αποχτήσω θα χτίσω ένα μέγαρο τους πλούσιους να ελκύσω Θα’ ρχόντουσαν πελάτες μου κορίτσα να ’χουν τρέλες κι ο Βίλλυ Φριτς θα σκάρωνε αφράτους αργιλέδες. Κι η Γκρέτα Γκάρμπο, μάγκα μου, θ’ ανάβει το τσιμπούκι κι ο Ζαν Κεπούρας στη γωνιά θα παίζει το μπουζούκι. Κι ο Τζίμη Λόντος για νταής θα κάθεται στις τσίλιες κι η Λιλιάν η Χάρβεϋ θα διώχνει τις μπασκίνες. Πρέπει να χτίσω ένα τζαμί για όλα τα ντερβίσια και με κουμπέ πολίτικο θα ’ρχόνται τα κορίτσα...

Μπουζούκι μου, παράνομο σε λέγαν τόσα χρόνια /μα τώρα σε κατάλαβαν και σε πήγαν στα σαλόνια / ρεμπέτικους σκοπούς όλοι τραγουδάνε / και τους παλιούς τους δάσκαλους πάλι ξαναζητάμε / μέσα από τη φτώχεια βγήκανε ρεμπέτες ξακουσμένοι / κι όμως στην ψάθα πέθαναν φτωχοί κι αδικημένοι...

Όλοι ήθελαν να ξεφύγουν από την αβάσταχτη φτώχεια και σκαρφίζονταν διάφορα μέχρι να αποδεχτούν τη μοίρα τους. Φυσικά και υπάρχει το ερωτικό στοιχείο στην προπολεμική αυτή εποχή, όπως και σε κάθε εποχή, γιατί η καρδιά πάντα λαχταράει. Πολλές φορές, οι συνθήκες δεν ήταν ειδυλλιακές, αλλά γινόταν η δουλειά. Όπως στην άγνωστη ιστορία ενός προπολεμικού ρεμπέτη που διαμήνυσε μέσω ενός φίλου του την ώρα που έπαιζε μουσική στο μαγαζί, να δει διακριτικά μια όμορφη γυναίκα που διέκρινε κάτω στα τραπέζια με την παρέα της, έξω από το μαγαζί σ’ ένα διάλειμμά του. Εκείνη ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά του και εκείνος την περίμενε στο πίσω μέρος του μαγαζιού, έξω από την τουαλέτα. Έτσι ξεκίνησε μια ιστορία αγάπης, αλλά και μίσους. Η γυναίκα όμως αργότερα αθέτησε τον όρκο αφοσίωσης απέναντί του κι έφυγε για τη μεγάλη ζωή μαζί μ’ έναν επιστήμονα στην Αμερική. Ο πόνος και το φέρσιμό της ήταν ανυπόφορο για τον ρεμπέτη που δε σήκωνε τέτοια. Πέρασαν κοντά πενήντα χρόνια κι εκεί που είχε ξεχαστεί η ιστορία, τουλάχιστον από τον ρεμπέτη, έγινε το απρόσμενο. Ήταν η σειρά της να του διαμηνύσει μέσω κάποιου ότι τον περιμένει σ’ έναν καφενέ, εκεί κοντά στο λιμάνι. Κι εκείνος πήγε. Δεν την αναγνώριζε πια, δεν ήταν σίγουρος ότι ήταν εκείνη. Κι όμως ήταν αυτή. Είχε λεφτά, πολλά λεφτά, σε μια βαλίτσα. Εκατομμύρια. Ήταν του άντρα της, αλλά διαχειρίσιμα πια από την ίδια, αρκεί να έλεγε το ναι ο πρώην αγαπημένος της. Είχε έρθει στην Ελλάδα να

Σημερινή φωτογραφία από τις προσφυγικές κατοικίες όπου έζησε ο Μάρκος Βαμβακάρης 9


Τα Μέλη της Κομπανίας ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ Γεννήθηκε στην Άνω Σύρο, στη συνοικία Σκαλί στις 10 Μαΐου του 1905 από πολύ φτωχούς γονείς. Μπήκε νωρίς στη βιοπάλη και αφού έκανε πολλές δουλειές, τελικά εργάστηκε σαν εκδοροσφαγέας στον Πειραιά, όπου είχε εγκατασταθεί από το 1917, φεύγοντας από τη Σύρο σε ηλικία 12-13 χρονών. Άρχισε να παίζει μπουζούκι από το 1925, όταν έκανε το στρατιωτικό του και σύντομα έγινε ασυναγώνιστος. Τα πρώτα του τραγούδια τα έγραψε πριν το 1930, πολλά από τα οποία αργότερα κυκλοφόρησαν σε δίσκους 33, 45 και 78 στροφών. Και ξεπερνάνε τα 500, όλα με δικούς του στίχους. Τα τραγουδούσε ο ίδιος, ωστόσο, σε δίσκους του είπε τραγούδια και άλλων συνθετών. Αναμφισβήτητα, είναι ο μεγαλύτερος συνθέτης του ρεμπέτικου τραγουδιού. Από τον δεύτερο γάμο του απέκτησε τρεις γιους, τον Βασίλη, τον Στέλιο και τον Δομένικο. Οι δύο τελευταίοι ακολούθησαν τον δρόμο του Μάρκου παίζοντας μπουζούκι και συνθέτοντας τραγούδια. Η γυναίκα του, Ευαγγελία, στάθηκε στο πλευρό του πολύτιμη σύντροφος. Ο Μάρκος πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου 1972 σε ηλικία 67 ετών.

ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ Ο Στράτος, ο «τεμπέλης», όπως ήταν το παρατσούκλι του, γεννήθηκε στο Αϊβαλί, στις Κυδωνιές της Σμύρνης όπως λέγονται, το 1904, σύμφωνα με την πιθανή ημερομηνία. Ήταν ψαράς κι είχε καΐκια στο Αϊβαλί. Με τους κυνηγημένους Μικρασιάτες πήγε στη Μυτιλήνη, στα 15 του χρόνια και εκεί δημιούργησαν την αποικία της Καλλονής, όπου έβγαιναν σαρδέλες. Εκεί έμενε σ’ ένα σπιτάκι ξύλινο στην παραλία και τραγούδαγε μέσα στις βάρκες. Διδάχθηκε βυζαντινή μουσική και μικρός τραγουδούσε αμανέδες. Μετά από περίπου τρία χρόνια, έφυγε οικογενειακώς για μια καλύτερη τύχη στον Πειραιά, το 1918-19. Εγκαταστάθηκαν στα προσφυγικά, στην Ανάσταση της Δραπετσώνας. Δούλευε ταξιτζής στις βάρκες. Τον ανακάλυψε ένα στέλεχος της Columbia τον οποίο μετέφερε με τη βάρκα του στη στεριά όταν εκείνος ήρθε με το πλοίο στον Πειραιά κι άκουσε τους αμανέδες του. Εν συνεχεία, εντυπωσιασμένος, πήγε και τον άκουσε στο καφενείο του Μπάτη, όπου μαζεύονταν και τραγουδούσαν ως «Τετράδα», πριν δουλέψουν μαζί επαγγελματικά. Τον Στράτο χαρακτήριζε το χιούμορ του. Μετά την επιτυχία της «Τετράδας», έκανε περιοδεία σ’ όλη την Ελλάδα. Το 1939 παντρεύτηκε τη Ζωή Φούντου κι έκαναν τρία παιδιά. Τα δύο απεβίωσαν από τύφο στην Κατοχή. Πριν τον πόλεμο γνώρισε τον Βασίλη Τσιτσάνη ως φαντάρο στη Θεσσαλονίκη, με τον οποίο συνεργάστηκε τραγουδώντας σημαντικά τραγούδια του.

Συνεργάστηκε επίσης μεταξύ άλλων με τους Κώστα Καλδάρα, Μανώλη Χιώτη, Κώστα Μητσάκη, Γιώργο Ζαμπέτα. Πέθανε τραγουδώντας στις 16 Νοεμβρίου 1971, από έμφραγμα, στο κέντρο «Σπηλιά» της Νέας Υόρκης.

ΑΝΕΣΤΟΣ ΔΕΛΙΑΣ Γεννήθηκε στην Αγ. Φωτεινή της Σμύρνης το 1912 και το πραγματικό του όνομα ήταν Αναστάσιος Δέλιος. Πρόσφυγας, βρέθηκε στον Αγ. Διονύσιο, στη Δραπετσώνα του Πειραιά, το 1920. Σύχναζε στο καφενείο του Μάρκου Βαμβακάρη κι έπαιζε μπουζούκι. Αυτοδίδακτος. Τα παρατσούκλι του ήταν «Αρτέμης». Συνέβαλε καθοριστικά στην εξέλιξη του ρεμπέτικου τραγουδιού ως συνθέτης, οργανοπαίκτης και τραγουδιστής. Το πιο γνωστό τραγούδι του ήταν το Μέσα στης Πόλης το Χαμάμ του 1935. Στις εμφανίσεις του με την «Τετράδα» παρουσίασε τα πρώτα του τραγούδια. Δεν πρόλαβε να ηχογραφήσει πολλά τραγούδια λόγω της λογοκρισίας επί Μεταξά. Το 1938 εξορίστηκε στην Ίο ως τοξικομανής, παρέα με τον Μιχάλη Γενίτσαρη που τον έσπασε στο ξύλο, μαζί μ’ έναν άλλον γιατί έφεραν σκόνη στο κελί. Πέθανε στις 31 Ιουλίου 1944, λίγο πριν την απελευθέρωση από τη γερμανική Κατοχή, σε ηλικία 32 ετών από υπερβολική δόση και βρέθηκε έξω από έναν τεκέ στο Μεταξουργείο με το μπουζούκι του στα χέρια.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΤΗΣ Γεννήθηκε το 1885 στα Μέθανα και σε ηλικία 8 ετών μετακόμισε οικογενειακώς στον Πειραιά. Υπήρξε από τους σημαντικότερους ρεμπέτες και πιο γνωστούς μάγκες του Πειραιά. Από τους πρώτους που άνοιξαν χοροδιδασκαλείο, όπως ονομαζόταν ο χώρος που έπαιζαν μουσική και χόρευαν, ακούγοντας μουσική από το γραμμόφωνο, την «Κάρμεν». Το 1931 άνοιξε το καφενείο «Ζωρζ Μπατέ», από τα σημαντικότερα στέκια των ρεμπετών. Έκανε διάφορες άλλες δουλειές, όπως πωλητής αυτοσχέδιων φαρμάκων κατά του πονόδοντου, οδοντογιατρός εκ του προχείρου, μικροπωλητής και ενεχυροδανειστής. Ο ήχος του μπουζουκιού του πρωτοηχογράφηθηκε το 1933, άλλα έμελλε να δισκογραφήσει μόλις 17 τραγούδια, καθώς σταμάτησε αναγκαστικά το 1937 λόγω της δικτατορίας του Μεταξά, αρνούμενος να λογοκρίνονται τα τραγούδια του. Πέθανε στις 10 Μαρτίου 1967 και κηδεύτηκε αγκαλιά με τον αγαπημένο του μπαγλαμά, όπως ο ίδιος είχε ζητήσει.

10

Γιάννης Αλεξίου Μουσικός δημοσιογράφος Ιούνιος 2020


ΠΕΙΡΑΙΑΣ, 1932. ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΑΤΗ.

ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΜΑΓΚΕΣ, ΚΟΠΡΟΜΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΣΚΥΛΟΜΑΓΚΕΣ, ΑΠΟΨΕ ΕΧΟΥΜΕ ΑΠΑΡΤΙΑ... ΡΕ, ΑΝΕΣΤΑΚΙ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΑΡΚΟΣ;

ΕΕ... ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ, ΡΕ ΜΠΑΤΗ; ΠΟΥ ΘΑ ΕΙΝ­­ΑΙ Ο ΤΡΕΛΟΚΑΨΟΥΡΗΣ; ΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΤΗΣ ΔΙΚΙΑΣ ΤΟΥ.

Ο ΜΑΡΙΝΟΣ, Ο ΜΟΥΣΤΑΚΙΑΣ. ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΟΣΟΙ ΦΟΝΟΙ ΚΑΙ ΦΥΛΑΚΑΙ...

ΑΣΤΟΝ... ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΑΡΓΟΤΕΡΑ... ΤΟ ΛΟΙΠΟΝ... ΑΠΟΨΕ ΕΧΟΥΜΕ ΑΠΑΡΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΓΚΙΑΣ...

Ο ΜΠΟΥΖΟΥΞΗΣ, Ο ΚΕΡΟΜΥΤΗΣ...

Ο ΜΕΓΑΣ ΣΚΡΙΒΑΝΟΣ, ΠΟΥ ΣΕ ΣΦΑΖΕΙ, ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΕΠΕΙΔΗΣ ΤΟΥ ΕΙΠΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΑ...

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΠΑΠΑΪΩΑnΝΟΥ, ΨΗΛΕΑΣ, ΜΠΑΛΑΔΟΡΟΣ ΚΑΙ ΚΑΛΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΝΙΑ... Ο ΣΤΡΑΤΟΣ, Ο ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ Ή ΤΕΜΠΕΛΗΣ... ΜΕ ΤΟ ΘΕΪΚΟ ΛΑΡΥΓΓΙ...

Ο ΝΙΚΟΣ, Ο ΜΑΘΕΣΗΣ Ή ΤΡΕΛΑΚΙΑΣ, ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΠΡΩΤΗΣ...

11

... ΚΙ’ ΟΛΟΙ ΑΥΤΟΙ ΗΡΘΑΝΕ ΑΠΟΨΕ Ν’ ΑΚΟΥΣΟΥΝΕ ΜΙΑ ΦΩΝΗ. ΤΗ ΡΙΤΑ, ΤΗΝ ΑΜΠΑΤΖΗ. ΚΑΙ ΠΟΥ ΕΙΣΤΕ ΜΑΓΚΕΣ, ΔΕ ΘΕΛΩ ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΚΑΙ ΜΠΙΣΤΟΛΙΑ ΑΠΟΨΕ, ΕΝΤΑΞΕΙ; ΘΑ ΤΗ ΒΡΟΥΜΕ ΣΤΗ ΖΟΥΛΑ. ΠΑΝΑΓΙΕΣ.


ΑΝΤΕ, ΑΝΕΣΤΑΚΙ, ΡΙΧΤΟ... ΚΑΙ ΕΧΩ ΕΝΑ ΤΡΙΦΥΛΛΟ... ΠΡΟΥΣΑΛΙΟ, ΜΑΥΡΑΚΙ ΧΑΡΜΑ. ΕΛΑ, ΡΙΤΑ, ΕΜΠΑΙΝΕ!

ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΠΟΥ ΜΟΥ ‘ΧΕΙΣ ΚΑΜΩΜΕΝΑ...

ΓΕΙΑ ΣΟΥ, ΣΜΥΡΝΗ ΜΕ ΤΑ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙΑ ΣΟΥ.

ΑΑ... ΡΕ ΡΙΤΑ, ΤΙ ΜΟΥ ΘΥΜΗΣΕΣ. ΤΗΝ ΚΙΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ, ΕΚΕΙ ΠΕΡΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΠΟΝΤΙΔΑ.

ΔΕ ΣΕ ΘΕΛΩ ΠΙΑ... ΔΕ ΣΕ ΘΕΛΩ ΠΙΑ...

ΤΑ ΣΩΘΙΚΑ ΜΟΥ ΤΑ ΄ΧΕΙΣ ΜΑΥΡΙΣΜΕΝΑ… ΔΕ ΣΕ ΘΕΛΩ ΠΙΑ... ΔΕ ΣΕ ΘΕΛΩ ΠΙΑ...

12


ΡΕ ΑΝΕΣΤΑΚΙ... ΔΕΝ ΕΙΠΑΜΕ ΤΕΡΜΑ Η ΠΡΕΖΑ;

ΛΟΙΠΟΝ, ΜΑΓΚΕΣ... ΤΕΡΜΑ ΤΑ ΔΙΦΡΑΓΚΑ. ΜΕΙΝΑΜΕ ΜΟΝΟΙ ΚΑΙ ΩΡΑΙΟΙ.

ΠΟΥ ΒΡΗΚΕΣ ΔΟΣΗ ΠΑΛΙ, ΡΕ. ΠΟΙΟΣ ΤΗΝ ΕΦΕΡΕ;

ΒΡΕ ΚΑΛΩΣ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ.

ΑΣΕ... ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ... ΣΥΝΕΡΧΟΜΑΙ... ΘΑ ΤΗΝ ΚΟΨΩ.

ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, ΡΕ ΜΑΓΚΕΣ;

Η ΓΚΟΜΕΝΑ. Η ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΟΥ; ΑΥΤΗ ΣΤΟ ΕΜΑΘΕ; ΝΑΙ... ΔΕΝ ΞΕΡΩ. ΤΟ ΚΟΒΩ, ΞΑΝΑΠΕΦΤΩ. ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΒΓΩ. ΜΗΠΩΣ ΣΟΥ ΚΑΝΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΣΟΥ; ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΣΑΙ; ΜΠΑ... ΔΕ ΝΟΜΙΖΩ.

ΑΝΤΕ, ΡΕ ΜΑΓΚΕΣ... ΑΡΧΙΝΑΤΕ ΝΑ ΤΗ ΣΑΚΟΥΛΕΥΤΟΥΜΕ.

Ε... ΝΑ, ΜΑΖΕΥΤΗΚΑΜΕ ΕΔΩ... ΗΡΘΕ ΝΑ ΜΑΣ ΑΚΟΥΣΕΙ ΚΙ ΕΝΑ ΦΙΛΑΡΑΚΙ, ΜΠΑΣ ΚΑΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΜΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ. ΝΑ ΣΑΣ ΣΥΣΤΗΣΩ. Ο ΜΑΡΚΟΣ... Ο ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ.

ΩΡΕΣ ΜΕ ΘΡΕΦΕΙ Ο ΛΟΥΛΑΣ, ΩΡΕΣ ΑΔΥΝΑΤΑΩ, ΩΡΕΣ ΜΕ ΡΙΧΝΕΙ ΣΤΟ ΝΤΑΛΚΑ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΔΕ ΜΙΛΑΩ...

13


ΓΙ’ ΑΥΤΟ Σ’ ΕΦΕΡΑ, ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΕ. ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΙΑ ΚΟΜΠΑΝΙΑ. ΤΙ ΛΕΣ; ΘΑ ΡΙΞΕΙΣ ΚΑΝΑ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ; ΡΕ ΣΥ, ΜΠΑΤΗ, ΕΙΣΤΕ ΠΟΛΥ ΖΟΡΙΚΟΙ. ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΡΧΕΣΤΕ ΝΑ ΠΑΙΞΕΤΕ ΣΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΜΟΥ... ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΜΑΝΤΡΑ, ΝΑ ΝΤΑΛΚΑΔΙΑΣΟΥΝΕ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΓΚΕΣ;

ΓΙΑ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ ΔΕΝ ΞΕΡΩ, ΑΛΛΑ ΘΑ ΣΑΣ ΜΠΑΛΩΣΩ. ΚΑΙ ΟΣΟ ΝΑ ’ΝΑΙ ΠΕΦΤΕΙ ΚΑΙ ΚΑΜΙΑ ΧΑΡΤΟΥΡΑ.

ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΑ ΤΗΝ ΠΕΙΤΕ ΤΗΝ ΚΟΜΠΑΝΙΑ; ΑΝΕΣΤΑΚΙ... ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΝΟΥΝΟΣ!

ΤΟΥ ΜΟΥΝΙΟΥ ΤΑ ΘΥΡΑΝΟΙΞΙΑ.

.. ΧΑ. ... ΧΑ

ΡΕ ΜΠΑΤΗ, ΓΙΑΤΙ ΚΡΕΜΑΣ ΤΟΝ ΜΠΑΓΛΑΜΑ; ΔΕ ΘΑ ΠΑΙΞΕΤΕ ΑΛΛΟ;

ΘΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ ΟΣΟ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙΣ. ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΠΗΡΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΜΠΑΓΛΑΜΑ... ΓΙΑ ΔΕΣ ΦΙΛΝΤΙΣΙΑ... ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΚΑΒΑΛΑΡH ΕΒΑΛΑ ΑΣΗΜΙ. ΚΙ ΑΠΟ ΦΩΝΗ; ΠΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ !

ΜΕ ΠΙΚΡΕΣ ΚΑΙ ΜΕ ΒΑΣΑΝΑ ΜΕ ΠΡΟΙΚΙΣΕ Η ΦΥΣΗ, ΜΑ ΟΛΑ ΠΕΡΝΟΥΝ ΚΑΙ ΧΑΝΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΟ ΧΑΣΙΣΙ...

14


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Η Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ / MIKROS IROS PUBLICATIONS - Issuu