ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΤΙΝΑ ΧΕΛΙΩΤΗ © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε. ISBN: 978-618-206-073-5 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε.: ΑΛΤΑΝΗ 4, 153 51 ΠΑΛΛΗΝΗ ΤΗΛ.: 210-8983824 • E-mail: info@mikrosiros.gr • Site: www.mikrosiros.gr
Ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ ΤΟΥ ΖΟΡΡΟ 'Ο Ζορρό είναι παρών!
Φ
Ο-ΒΕΡΗ δυστυχία έ χει χτυπήσει τή μικρή -κωμό•πάλι τής Άλτα Καλιφόρνια, τον τελευταίο καιρό. Είναι τρεΐς μήνες τώρα, πού ούτε μιά άμαξα δεν κατάφερε νά φθάση ή νά φυγή· απ’ αυτήν, χωρίς νά πέση-, ατά χέρια τής άπαίσιας συμμορίας, ττου λυ μαίνεται την περιοχή;! "Όλοι οι δρόμο: είναι κλεισμένοι α πό άγνωστους προσωπιδοφόρους, ττου πηδούν σάν διάβο λοι επάνω στους ταξιδιώτες, γιά νά κλέψουν ο,τι πολύτι μο έχουν καί νά σκορπήσουν τον θάνατο. Τον αρχηγό των ληστών δεν τον έχει δή ποτέ κανείς. Τό π:ο παράξενο ό μως γι’ αυτόν, -είναι πώς γνω ρίζει όλα όσα πρόκειται νά συμβοΰν: Γΐοιά άμαξα θά φυ γή ή θά·ρ!δ!η! καί από ποιόν, δρό'μο! 5Ακόμα καί τις κινή>σεις τής Χωροφυλακής! Κ ά θε -φορά που σί χωροφυλακές κ.νοΰνται εναντίον του, εκεί νος, μαζί με τή συμμορία του έχουν γίνει άφαντοι! "Ενας από τούς πλουσιώτερους εύγενείς; τής Άλτα 'Καλιφόρνια, 6 Δόν Ρομπέρτο Ραμιρέζ, τολμάει τότε νά δηλώση ανοιχτά πώς σίγουρα κάποι ος (αξιωματικός τής Χωροφυ λακής είναι ό προδότης, που γνωρίζει τόσο καλά κάθε κίίνησι. Άλλα ό διοικητής αυ τής τής τελευταίας, ό συντα-
ΤΙΜΗ ΔΡΑΧ, §
4
Ο
ΜΙΚΡΟΣ
γματάρχης Φερνάρντο Ρ ιάθ, συλλαμβάνει τον Ραμιρέζ. Τον δικάζει ολομόναχος. Τον κα τηγορεί δτι επίτηδες συκοφαν τεΤ την Χωροφυλακή για νά έρεθίση τον λαό· και νά τον ξεσηκώση σε έπανάστασι κα τά τής Ί σπάνιάς! Μ1" αυτό τό αιτιολογικό τον καταδικά ζει σέ θάνατο επί έσχατη προ δοσία! Ή ώρα πλησιάζει δέκα τό βράδι. Γύρω άπο τό φιρούριο Σάντα 'Ράζα, οπού θά πέρα ση, τήν τελευταία του νύχτα ό Ρομπέρτο 'Ραμιρέιζ, πηγαινοέρχσνται άγρυπνοι, ένοπλοι χωροφύλακες. Έχουν τά δά χτυλά τους στιΐς σκανδάλες των π [σταλιών τους. Πάνω στά τείχη) άλλοι φρουροί τρι γυρίζουν ασταμάτητα, κρα τώντας έτοιμα τά τουφέκια τους. ■Μέσα στο σαλόνι του φρου ρίου ο συνταγματάρχης Ριάθ είναι ντυμένος μέ τη μεγάλη στολή του, μέ Τις χρυσές έπωμίδες. Εμπρός του στέ κουν τέσσερις ηλικιωμένοι ευ πατρίδες. (Κρατούν μέ σεβα σμό τά σομπρέρος στά χέ ρια τους· "Έχουν έρθει νά ζη τήσουν χάοι γιά τον Ρομπέρ το ιΡαμιρέζ. —Σκεφθήτε τι ταραχές, μπο ρεΐ ν* ακολουθήσουν!, λέει έ νας άπ" αυτούς, ο Δον ;Πέντρο Φάσκα. Ό λαός είναι ά γαν ακτισ μένος καί μπορεϊ νά ξεσηκωθή! —ιΠοιός θά 'ξεσηκώση τον λαό; αποκρίνεται σαρκαστι κά ό Ριάθ. Ό ένας πού θά μπορούσε νά τό κάνη, θά ε
Ζ
Ο
Ρ
Ρ
Ο
κτελεστή αύριο τό πρωΐ! Ό δεύτερος, είναι ό αυτοαποκαλουμένος Μασκοφόρος Εκδι κητήςκαί ίΠ ροστάτης του Λαού, ό Ζορρό! Στην πρα γματικότητα όμως, δέν είναι παρά ένας κοινός1 ληστής καί (απατεώνας! "Έχει αποκτήσει τήν εμπιστοσύνη· των αγραμ μάτων χωρικών, μέ σκοπό νά πλουτίση άπό' τήν αφέλειά τους... Γρήγορα όμως δέν θά ιύπάρχη πιά! — Μήν <ξεχνάτε, σενόρ, μουρμουρίζει ένας άλλος άπ" τούς τέσσερις ευγενεΐς ό Δον 'Κάρλο, πώς^αύτός ό Ζορρό, ιδ,τι κι" άν είναι σάς έχει ει δοποιήσει... —Έως άν δέν δώσω χάρι στον Ρομπέρτο Ραμιρέζ θά, έρθη νά τον πάρη μόνος του ιάπό τό φρούριο απόψε!, φω νάζει γελώντας (ό Ριάθ. Πι στεύετε οτι θάρθη; —θάρθη!, αποκρίνεται μέ ψυχρή, βεβαιότητα ό Δον 'Κάρ λος. —'Κι5 εγώ σάς λέω πώς δέν θάρθη! ιΚαί πώς ό Ρα μιρέζ θά τουφέκι στ ή αύριο τό πρω'ί', σύμφωνα μέ τήν άπόφασι τού Δικαστηρίου! —«Άπάφασι Δικαστηρίου!» λέει κατακό'κκινος από οργή ό Δον Φάσκα. Πώς τολμάτε νά άποκαλήτε «ίΑπόφασι Δι καστηρίου», τήν δική σας άπόψασι, πού πάρθηκε χωρίς ένορκους καί χωρίς έξέτασιν μαρτύρων; — Έσεΐς πώς τολμάτε νά μέ ελέγχετε; ρωτάει σαρκα στικά ό Ριάθ· "Ή μήπως επι θυμείτε ν* ακολουθήσετε τήν τύχη τού Ραμιρέζ;
I Ό Δόν Κάλλος Πιάνει άπό 1-6 μπράτσο τον Δον Φάσκα. —ΗΜΙήν παραφερθής, τού λέει ήρεμα. Αυτό· επιδιώκει! "Άφησε λοιπόν τον σενόρ Ζαρ ρό< νά τελείωση; αυτό τό ζή τημα ! —Αδίκως περιμένετε αυτό τον αγύρτηι!, κάνει γελώντας μέ την καρδιά του ό συντα γματάρχης. Σάς είπα πώς 6έ θάρθη! Καί, μάλιστα δεν προ κειται νά έμφανισθή πουθενά καί ποτέ πιά! Την ίδια στιγμή πού λέέι αυτά, τά μάτια του άστράιφτουν παράξενα, βλέποντας έναν γιγαντόσωμο νεαρό α ξιωματικό νά μπαίνη στο* σα λόνι·. —Λοιπόν, ύπολοχαγέ; .ρω τάει ανυπόμονα. Πώς πηγαί1νει ή υγεία τού Δον Βέγκα; Ό ύπολοχαγός, στέκεται προσοχή, καί αποκρίνεται: —Ό Δον Ντιέγκο βέγκα.. πείθανε, κύριε Διοικητά! Μό λις πριν από λίγο! Ό Ριάθ αναπηδά. Τά .μά τια του λάμπουν πιο διαβο λικά από κάθε άλλη φορά. —ιΠέθανε!, κραυγάζει εν θουσιασμένος. Τίι... κρίμα! Είσαι βέβαιος για τό θάνα τό του; —Μάλιστα, σενόρ. Τον δι απίστωσα μόνος μου. Ούτε καρδιά, ούτε σφυγμός. Ό πάτερ - "Αντώνιο τού έκλεισε τά μάτια γιά πάντα. —Καλά ύπολοχαγέ! Πο λύ καλά! ΙΝά ειδοποιηθούν λοιπόν ιδλες οι περίπολοι νά έπιατρέψουν στην πόλι. Καί ιδλες οί έκτακτες σκοπιές τού Φρουρίου νά διαλυθούν καί
νά ΐτ&ν£ γιά υπνό4 Αέν πρό κειται· νά μάς έπισκεφθή ό Ζορρό· απόψε.;. Καί ποτέ!... Έπη πλέον ύπολοχαγέ νά μού θυμίαης αύριο τό πρωί, νά ίέκφράσίωι τά συλλυπητή ριά μου στην οικογένεια των Β έγκα \, —Μάλ ιστός κυρι ε Διοι κφ τά! κι* ό νεαρός ύπολοχαγός φεύγει, αφού χαιρετάει στρά^ τιωτικά, χτυπώντας τά τακού νια του· Ό Ριάθ γελώντας σατανι κά, στρέφει· προς τους τέσσερ ι ς ήιλικι ωμένους γα ιόκτήμο'νίες. ..:—Κύριοι, λέει· σαρκαστι κά νά μού Επιτρέψετε νά πάω γιά ύπνο, επειδή ό σενόρ Ζορ ρό... πιθανόν ν’ άργήση! "Άν θέλετε, μπορείτε νά τόν περι μένετε μόνοι σας εδώ καί μό λις έρθει νά μέ ειδοποιήσε τε Ό Δον ιΠέντρο Φάσκα ανα σκιρτάει τότε καί δείχνει μέ τό δάχτυλο, τό σκοτεινό βά θος τού σαλονιού. Απαγγέλ λει μέ παγερή καί έπίσημη φωνή: ^— Σενόρ Ρ ιάθ, ό Ζορρό είναι παρών! Τέσσερα ζευγάρια μάτια στρέφουν αυτόματα π,οός τό μέρος οπού κυττάζει κι* ό Φά σκα, ενώ ένα γρύλλισμα -μα νίας βγαίνει άπ’ τον λαιμό τού Ριάθ..·.
Ό Ζορρό ΠΟΕΙ οτό
φρούριο
Μ ΙΑ όλόμαυρη σκιά ά-
ποσπάται ξαφνικά άττό έ&εϊ»
να φο οημέϊο* Πβοχωρέί ττρός
τό^σημεΐρ που τό ετηααε!
το μέρος τόσς. —Ό σενόρ Ζορρό!, ψιθυρί!ζ·ο«υν με δέος οί τρεις άλλοι γαιοκτήμονες. —Ό σενόρ Ζορρό, έ; ουρ λιάζει ό 'Ριάβ άγρια- Δεν εί ναι ό Ζορρό αυτός, μά κά ποιος απατεώνας! Ό Ζορρό πέθανε! .Καί, τώρα αμέσως θά πεισθίητε! Και μ5 αυτά τά λόγια ό συνταγματάρχης αρπάζει ένα μεταξωτό σκοινί που κρέμε ται στον τοίχο, πίσω από τή ράχι του και τό τραβάει. Τό τραβάει καί τόι σκοινί... του μένει, στο· χέρι, γιατί γοργό σαν σαΐτα τό σπαθί που κρατάει ό μασκοφσρος σχίζει ξα φνικά τον αέρα καί τό κόβει, λίγους πόντους ψηλότερα απ’
"Ενα καινούργιο μαυγγρη,τό> λύσσας βγαίνει άπ* τό λαρύγγι του Ριάθ. Τό χέρι του τινάζεται γοργά, νά άρπάξη ιή λαβή τού πιστολιού του, πού βρίσκεται στη θήκη τής. ζώνης του. Πιάνει όμως μονάχα τον αέρα, γιατί πιο γοργή ή λεπίδα του σπαθιού τού Ζορρό, έχει κόψει τό λ ου ρί τής Θήκης καί τό όπλο κυ λάει στο δάπεδο! —-Τράβηξε τό σπάθιίί σου σενόρ Ρ ιάθ !, τού λέει, τότε ό Μασ κοφόρός Εκδικητής. " Ε μαθα πώς είσαι καλός ξιφο μάχος! "Έξω φρένων, ό συνταγμα τάρχης τραβάει πραγματικά τό' σπαθί; του καί1 στέκεται α πέναντι στον Ζορρό.^Τά μά-
Στο μέτωπό του σχηματίζεται ένα αίμάτινο καυτό «Ζ». τια του είναιι γουρλωμένα. —Αύτή: ή φωνή!, μουρμου ρίζει. Αυτή, ή φωνή, τή γνωρί ζω πολύ καλά! Είναι ή φωνή του Ζορρό!... 'Πως διάβολο! Είναι δυνατόν νά γελάστηκα; Αλλά... ό Ζορρό ττέθανε! Θα αποδείξω πώς είσαι Απατεώ νας! Θά σου δώσω ένα καλό μάθημα ξιφομαχίας τό οποίο όμως δεν θα σου χρησιμευση γιατί θά είσαι νεκρός! —Εμπρός λοιπόν, συντα-
γματάρχα!
Με μιά σφυριχτή κραυγή μίσους ό Ριάθ χύνεται κατα πάνω στον Μασκοφόρο Εκδι κητή. 01 δυο ατσάλινες λεπί δες διασταυρώνονται μέ μα νία. ΟΓι τέσσερις ηλικιωμένοι γα ιοκτή μ ονες σκορπίζοντα ι, στις τέσσερις γωνιές τής σάλ λας, γιά νά τούς κάνουν χώ ρο. (Παρακολουθούν με διά πλατα άπό τό δέος .μάτια, αύ τή τή μονομαχία. -έρουν πώς ό Φερνάρντο Ριάθ θεωρείται
ξιφομάχος τής
'ξη τό^ χέρι του^ χσρίίξσνΦα|
"Αλτα Καλίφάρν-ια. ^ Έδώ 6^ιως τον βλέπουν νά ΐτάίρνή ένα σκληρό μάθημα από τον μυστηριώδη, αντίπαλό του. ^ Κι αλήθεια: "Υστερα από τις πρώτες σπαθιές, ό Ριάθ ιςχει αρχίσει νά υποχωρή. Ό Ζορρό μάχεται μέ απίστευτη επιθετικότητα και λύσσα. Τά μ άπαρτου, πίσω άπό τις τρύ πες της μαύρης προσωπίδας, πετουν περισσότερες λάμψεις άπό τις ατσάλινες λεπίδες των σπαθών. Του κακού ό συνταγματάρχης ψάχνει νά τον βρή σε ,μιά στιγμή ακά λυπτο, για νά χτυπήση. Ε κείνος πηδάει πέρα - δώθε σά στοιχειό. Ή ταχυτης του εί ναι τρομακτική- Ή ευκινησία του σάν τού αίλουρου καί ή όρμητικότης του σάν του πάν Θήρα. Ό 'Ριάθ άρχίίζει κιόλας νά λαχανιάζη καί ν’ άγκομαχάη. Τά μάτια του στριφογυρίζουν έντρουα μες στό> μεγάλο δω μάτιο. Ψάχνει απελπισμένα, νά βρή τη σωτηρία αλλά δεν υπάρχει πουθενά. :Καί ξαφνι κά, μ5 ένα αστραπιαίο καί έν τεχνο χτύπημα ό Ζορρό· του πετάει τό σπαθί από το χέ ρι. Ή λεπίδα του δ'κου του σπαθ.ου βρίσκεται σκαλωμέ νη στο λαιμό του συνταγμα τάρχη πού πιστεύει πώς έχει φτάσει τό τέλος του καί κλεί νει τά μάτια.
τον θάνατό στον άντίπαλό του. Την ίδια στιγμή όμως ά κου γε τα ι ήρεμη άλλα έπίσήμ μή κι:" αυστηρή, ή φωνή, τού Δόν Κάρλο: —Θά τον σκοτώσετε λοι πόν, σενόρ Ζορρό·; Καί τί θ’ άπογίνη ύστερα ό Δόν Ρ·ομπέρτο Ραμιρέζ; Ό μασκοφόρος συγκρατεί τό χέρι του—"Έχετε^ δίκιο, λέει απλά. Λοιπόν, Ριάθ, σάς δίνεται ή ευκαιρία ν5 ανταλλάξετε τήν ζωή. σας, μέ μιά που αξίζει πολύ περισσότερο άπα τή δι κή σας. Τού Ρομπέρτο Ραμι ρέζ! Διατάξτε νά τον φέρουν αμέσως ιέδώ! Προσέξτε μόνο, μην κάνετε καμμιά άνοησία! Ήά μήν φανή παράξενο τό γε γσνός! Οί άνθρωποί σας νά τό· πιστέψουν πώς είσακουσθη καν - επιτέλους! Οί παρα κλήσεις των εκπροσώπων τού λαού.·. Καί, λέγοντας έτσι, όπίσθο χωρεΐ^πίσω ιάπό μιά βαρειά ντουλάπα. Τραβά τό· πιστόλι του καί βάζει τό σπαθί στή θήκη του. —Γρήγορα!, διατάζει σκλη ρά, σημαδεύοντας τον Ριάθ κατάστηθα. Εκείνος μένει μόνο μιά στι γμή αναποφάσιστος. "Υστε ρα χτυπάει τά χέρια.. Ή πόρ τα ανοίγει καί μπαίνει ένας φρουρός. Στέκεται προσοχή, π ε ρ; μ ένοντας δ; αταγές. —Φέρτε μου τον Ραμιρέζ ,έδώ!, δι στάζει μέ ψυχρή φω νήώ· Ριάθ. Ό φρουρός τον παρατηρεί κάπως έκπληκτος. "Υστερα
ό καλύτερος
* **
Τρομερός θυμός φαίνεται νεται μέσα στο βλέμμα μες στις κινήσεις ακόμα τού Μασκοφόρου Εκδικητή. Στ5 α λήθεια είναι έτοιμος νά σπρώ
ο
ΜΙΚΡΟΙ
ίάμως, χτυπάει τά τακούνια του, υποκλίνεται κάνει μετα βολή και φεύγει. —-ίΔέν θά κερδίσετε τίπο τα μ* αυτά!; λέει σκληιρά ό συνταγματάρχης στους εύγενεΤς, μόλις ή πόρτα κλείνει πίσω από τον φρουρό. "Αντί θετα θά χάσετε.·., θά χάσετε τή ζωή σας, γιατί θά χαρακτηρισθήτε σύνεργο ί, σέ αν ταρσία ! —Μην ξεχνάς σέναο Ριάθ, πώς πρώτα άπ" όλα κινδυ νεύει ή δική σου ζωή !, τού λέει ψυχρά ό Μασκοφόρος Έκ δ κητής.
"Ενα μέ τη νύχτα
π
ΕΡ'ΝΟΥΝ λίγα λεπτά χωρίς νά μιλήση κανείς. 01 τέσσερις ηλικιωμένοι γαιο κτήμονες είναι και πάλι μα ζεμένοι σ" ένα μέρος και πε ριμένουν. ί Κάποια ανησυχία στά πρόσωπά τους δείχνει, πώς λογαριάζουν σοβαρά την απειλή τού Ριάθ. "Όμως στά μάτια τους είναι χαραγμένη ή αποφασ: στικότητα... -αφνικά, ή πόρτα ανοίγει, -αναμπαίνει ό ίδιος φρουρός σπρώχνοντας εμπρός του ένα ψηλό και επιβλητικό άνθρω πο. Ό Ρομπέρτο Ραμιρέζ είναι σωστός γίγαντας. Παρ’ δλ" α^υτά τά χαρακτηριστικά του είναι λεπτά καί ευγενικά. Τό πηγούνι του φανερώνει ακα τάβλητη δυναμι, αλλά τά μά τια του μαοτυρουν άπέραντη καλωσύνη. "Έχει άκατάστατα γέν.α. Τά ρούχα του είναι σέ
Ζ
Ο
Ρ
Ρ
Ο
9
άσχημη κατάστασι καί δεί χνουν πώς έχει περάσει πολ λές κακουχίεςΌ φρουρός κυττάζει τον συνταγματάρχη του καί ό Ριάθ κυττάζει τον σε νόρ Ζορ ρό, ποή είναι κρυμμένος πί σω από τή /ντουλάπα. Αυτός τού κάνει ένα εκφραστικό νό ημα. _ — -εκλείδωσε τά δεσμά του!, δ'ατάζει ό Διοικητής. Ό Φρουρός πάλι μέ κά ποια ιέκπληξι, υπακούει χω ρίς καμμιά άντίρρησι. Σέ λί γα δευτερόλεπτα ό Ρομπέρ το Ραμιοέζ είναι έλεύθερος. Τότε ό Ριάθ, σέ καινούργιο νεύμα τού Ζορρό, διατάζει τό φρουρό νά πηγαίνη. Μένουν πάλι μόνοι. Ό κατάδικος δέν έχει δη άκόμα τή: σκοτεινή σιλουέττα τού μασκοφόΐρου. Βλέπει τούς τέσσερις γαιοκτήμονες κοντά του καί τούς χαμογε λάει μέ συγκίνησι. — Σάς ευχσο'ΐστώι Φίλοι υσυ!, μουρμουρίζει. "Ώσπε λ οπόν, σάς χρωστώ τή ζωή καί τήν ελευθερίά μου; —"Όχι π έυάς Ρομπέρτο. Σ’ αυτόν εκεί!, τού λέει ό Φάσκα. Ό Ραμιρέζ ακολουθεί τό βλέμμα του καί άθελα ανατι νάζεται ζαφνασμένος. Τά μά τια του γουρλώνουν. — Ό Ζοορό!, μουρμουρίζεΐν/Ώστε ό σενόρ Ριάθ1 μέ ελευθερώνει κατ" ανάγκην καί όχι επειδή υπερίσχυσε ή λο γική... —Όπωσδήποτε είσαι έλεύ θέρος Ρομπέρτο. "Έλα μαζί μας...
10
ο
ΜΙΚΡΟΣ
—Μά αν μάς ξαναπιάσοονε; Θά ύποστήτε την ίδια τύ χη μ5 εμένα φ-ίλοι μου! —5 Ελάτε, ^ (Δον ^ Ρ α;μ ιρέζ!, φωνάζει ό Δον Κάρλο. Μην ιξεχνάτε πώς, καθυστερώντας ■βάζομε σέ μεγαλύτερο κίνδυ νο κάί τον σωτήρα σας! Ε λάτε νά φύγωμε! Ελάτε σενορ' Ζορρο1! —Έσεΐς πηγαίνετε!, λέει ψύχρα -μα; ό· Μασκοφόρος Εκ δικητής. Έγώ θά μείνω εδώ μαζί με τον συνταγματάρχη;. Θά του κάνω παρέα τόση] ώ ρα ώσπου· νά βρεθήτε μακρυά από- κάθε κίνδυνο· —'ΚιΓ έσεΐς; Ιφωνάζει έκ πληκτος ό Ραμιρέζ. —Έγώ εμπιστεύομαι την τύχη τού λαού τής 'Άλτα ιΚαλιφάρνια, στά χέρια σας
Ζ
Ο
Ρ
Ρ
Ο
Δον Ρσμπέρτο! — Καί την τύχη τη δική σας; ρωτάει συγκινημένος ε κείνος. —Στο σπαθί καί στά πιστόλ; α μ ου!, άποκ ρίνετα ι· ξε ρά ιό Ζ ορρό. Πηγαίνετε τώ ρα! Ό σενόρ Ρ ιάθ θά διατό'ξη νά μη σάς ένοχλήση κα νείς, καθώς θά φεύγετε! Καί πραγματικά, ό συντα γματάρχης δεν φαίνεται δια τεθειμένος γιά την παραμικρή «αταξία». Αέν έχει πιά καμμιά άμφ'.βολίά πώς έχει νά κάνη με τον τρομερό Ζορρο, τον αληθινό1 Ζορρο τον προ στάτη των αδυνάτων καί των κατατρεγμένων. Δεν έχε: ωστόσο πάψει νά είναι βέβαιος γιά τη μυστική του υποψία: Πώς ό Ζορρο κι"
Ό ταβερνιάρης κατρακυλάει πίσω άπό τον μπάγκο.
6
Μ
I
Κ
Ρ
Ο
1
ι
ύ
ρ
ρ
ύ
11
Γίνεται ή κηδεία του Αόν Ντιέγκο μέ μεγάλη λαμπρότητα. ό Δον Ντιέ’γκο Βέγκα, είναι ένα καί το αΐυτό πρόσωπο. "Απλώς πιστεύει· ότι γελαστή κε 6 νεαρός άνθυπολοχαγός. "Οτι 6 Δον Μτιέγκο τον κο ροΐδεψε παρασταίνοντας τον πεθαμένα ενώ είναι τώρα στο πλάϊ του ολοζώντανος! Διατάζει λοιπόν τον φρου ρό ν’ άιφιήσαυν ’έλεύίθίερους τούς πέντε ηλικιωμένους άν τρες. "Ολοι φεύγουν. Μέσα στη μεγάλη σάλλα, μένουν ο λομόναχοι ό συνταγματάρχης μέ τον Ζορρό. —"Ας πάμε στή; βεράντα, να εξακρ ι βώσου με αν έκτελ'έστηκαν σωστά οι διαταγές σας σενόρ!, τού λέει ό Μα σκοφόρος Εκδικητής. Κάΐ ταυτόχρονα τό σπρώ
χνει με την καννη του πιστο λιού του, αναγκάζοντας τον νά προχωρήση προς την τζα μόπορτα τής. βεράντας. Ε κείνη τη στιγμή, στο φώς του πολυελαίου πού βρίσκεται δί1 πλα του, ό ΡιάΟ στρέφει καί κυττάζει προσεκτικά τά μάτα τού Ζορρό. Τάχει δη κι* άλλες φορές ά'πό· κοντά αυτά τά μάτια καί τά γνωρίζει πο λύ καλά· «1 ΕΤνα ι αυτός !», συλλογίζε τα; άνατρ: χ: άζόντας. «Είναι, τά ίδια μάτια! Είναι ό Δον Ντιέγκο Βέγκα καί είναι ζων τανός!... Δεν Θά μού ξεφύγη αυτή τη φορά!...» Αλλά, σπρωγμένος από· τό όπλο του Ζορρό βρίσκεται στη βεράντα. Καί είναι και
12
6
ΜΙΚΡΟΙ
ρός, γιατί μερικά δευτερόλε πτα αργότερα, πέντε καβαλλάρηδες βγαίνουν από τήν κεντρική πόλη του φρουρίου Σ άντα Ρ άζα. Άπομακρύνονται μέ γοργό καλπασμό, ώ^ σπου χάνονται στο βάθος του δρόμου. _Τά μάτια του Μασκοφόρου Έκδ ικητού αστράφτουν· από ίκανοποίησι. Άλλα ξαφνικά γίνεται κά τι, που δεν -μπορούσε νά τό περιμένη: Ή πόρτα τής βεράντας α νοίγει καί παρουσιάζεται στό άνοιγμά της ό φρουρός που ψάχνει- γιά τόν Διοικητή του. Μόλις βλέπει τόν Ζορρό νά άστειλή μέ τό πιστόλι τό συν ταγματάρχη τό χέρι του κα τεβαίνει στη λαβή του πι στολιού του. Ό Ζορρό χαμογελάει- Άν θέλη. μπορεί νά τόν σκοτώση σέ μιά στιγμή, γιατί τά πι στόλια των χωροφυλάκων βρί σκονται σέ κουμπωμένη θήκη κι> ώσπου νά τήν άνοιξη ό φρουρός χρειάζονται ένα — δυο δευτερόλεπτα. Προτιμάει όμως νά διακινδυνεόση τήν ζωή, του, παρά νά πυροβόλη ση! όργανα του νόμου. —Άντιός σενόρ!, φωνάζει εύθυμα στον Ριάθ' κάί συγ χρόνως κάνει ένα βήμα προς τό μέρος του. Τόν σπρώχνει μέ τό ελεύ θερο χέρι στό στήθος. "Έχε^ι όμως τόση δόνα μι αυτό τό σπρώξιμο, πού ό συνταγμα τάρχης τινάζεται προς τά πίσω. Πέφτει έπάνω στον υφι στάμενό του, τήν ώρα που έκεΐνος έχει πια τραβήξει τό
2
5
Ρ
Ρ
6
πιστόλι. Λεν προλαβαίνει βέ βαια νά τό χρησιμοποιήση, γιατί κουτρουβαλιάζονται καί1 ■οΐ δύο κάτω. Ό Ρ ιάθ βλαστημάει- άγρια. Ό Ζορρό τρέχει προς τό βάθος τής βεράντας. Μέ δυο πηδιές έχει φτάσει στήν άκρη της όπου βρίσκεται ή σημαία του φρουρίου. Στρέφει καί κοιτάζει. Ό χωροφύλακας έχει πεταχτή όρθιος κι* αυτή; τή στιγμή; υ ψώνει τό ώπλισμένο χέρι του νά τόν πυροβολ ή ση · Ό Μασκοφόρος ΈκδικηΓ τής κάνει ένα άπίστεοτο πή δημα: Τό κορμί του βρίσκε ται στον αέρα, επάνω· απ’ τό χαμηλό τοίχο τής βεράντας. ΙΓά μιά στιγμή αίωρεΐται στό κενό, τουλάχιστον δεκαπέ'ντε μέτρα^ ψηλά, άπό τά πλακά κια τής κεντρικής αυλής. Μιά φωνή θριάμβου λ βγαί νει απ’ τό λαρύγγι· τού συν ταγματάρχου Ριάθ. Νομίζει, πώς ό Ζορρό στη βιασύνη του νά αποφυγή τόν πυροβολισμό δεν πρόσεξε πού πηδούσε. Είναι βέβαιος ότι· σέ δυο δευ τερόλεπτα τό κορμί τού θα νάσιμου άντιπάλου του, θάχη τσακιστή στό πλακόστρωτο. Αλλά τά άτσαλένια χέρια τού Ζορρό αρπάζουν τήν ά κρη της σημαίας, τήν ώρα πού φτερουγίζει σαν τό· που λί. Τό χοντρό κοντάρι· λυγί ζει επικίνδυνα άλλα δέν σπάει Αντίθετα χρησιμοποιείται σά ελατήριο καί δίνει ένα κατα πληκτικό τίναγμα στό αίωρού μενο κορμί, πού τινάζεται έ τσι στη διπλανή βεράντα πού βγάζει σ* ένα άπό τά γρα-
Ο
ΜΙΚΡΟΙ
φεΐα τού φρουρίου! •Κραυγές Λύσσας σαν α γρίου θηρίου, ξεφεύγουν άπ3 το στόμα τού Ρ άθ, ττού μέ τά μάτια διάπλατα ανοιγμέ να άττό' έκπληξι κιι3 άθελο θαυ μασμό βλέπει τον αντίπαλό του ζωντανό να τού ξεφεύγη μέσ3 άπ3 τά χόρια. Ό φρουρός ωστόσο, ύστε ρα άπό την πρώτη! του κατάπληΐξι -κι* εκείνος, πυροβολεί τον Μασκοφόρο Εκδικητή. ΕΤ ναι αργά όμως για νά τον χτυπήση. Ό Ζορρό έχει· χωθη άπ3 την πόρτα στο εσω τερικό τού γραφείου. Έτσι κι3 ό Ριάθ κι3 ό φρουρός ρί χνονται κι.3 ιέ κείνοι στο εσω τερικό τού σαλονιού για νά τον κυνηγήσουν άπό μέσα. Ταυτόχρονα 6 συνταγματάρ χης ουρλιάζει μ3 όλη του τή δύναμη ξεσηκώνοντας όλους τους φρουρούς πού υπάρχουν· στο φρούριο. ★★★ Ό μασκοφόρος Τιμωρός τή στγμή πού ό Ριάθ κι3 ό χω ροφύλακας ρίχνονται άπ3 την μπαλκονόπορτα στο σαλόνι, •βγαίνειπάλι στη βεράντα. Τά μάτια του αστράφτουν ά πό πονηρία -και είρωνείά. "Αν μπορούσε κάνεις^ νά διακρινή κάτω άπό τό .μαύρο πανί πού τού σκεπάζει· τό πρόσωπο, θά τόν έβλεπε νά χαμογελάη γε μάτος ευθυμία! Κατεβάζει γρήγορα - γρήγορα την ση μαία παίρνει τό- σχοινί της, τό δένει στη βάσι τού καντα ριού κι3 άρχίση νά γλυστράη προς τά κάτω. "Οταν φτάνη στο τέρμα τού σχοινιού βρί-
ακόμα
πίντρ μέτρα
ΖΟΡΡΟ
13
πάνω άπό τή γή. Αέν σκοτίται όμως πολύ γι’ αυτό. 3Α φήνει τά χέρια του1 καί πέφτει (Μόλις τά πόδια του αγγίζουν1 κάτω, τά λυγίζει ελαφρά, παίρνει, μια κουτρουβάλα καί1 τινάζεται όρθιος, σαν λάστι-ΐ
χο. Τήν ίδια στιγμή πετιέται1 πίσω άπό έναν τοΤχο καί κολ λάει. τό κορμί του επάνω σ3 αυτόν, φροντίζοντας να βρί σκεται στη σκιά. Τέσσερις χωροφύλακες - -φρουροί περ νούν μέ βιαστικό· βήμα άπό μπρος του, χωρίς νά τόν άντιληφθούν. Φεύγει- άπ3 τη θέσι· του καί τρέχει- προς τό ε ξωτερικό τοίχος. "Ανεβαίνει στά νύχια, μιά στενή πέτρι νη σκάλα, βρίσκεται· πίσω α κριβώς άπό1 έναν -φρουρό πού στέκεται, σκυμμένος καί κυττάζει· έξω άπό τό φρούριο. Τόν σκουντάει με τό δάχτυ λο στην πλάτη, ενώ ψιθυρίζει στ3 αυτί του: —"Αμίγο! Ό φρουρός στρέφει ξαφνια σ μένος. —Τί τρέχ ε ι; προλαβαίνει·, νά πή. Κατόπιν ή γροθιά τού Μα σκοφόρο υ Εκδικητή πέφτει στο σαγόνι- του σαν κεραυνός κι-3 ό σκοπός σωριάζεται, κά τω, φαρδύς πλατύς. Ό Ζορρό τραβάει τότε τό μαστί'γιό του τίού βρίσκεται στη ζώνη του. Τό ξετυλίγει. Δένει γρήγορα - γρήγορα τήν άκρη του σέ μιά πολεμίστρα μ3 ένα παράξενο κόμπο. Τήν ίδια στιγμή άκούγσνται- ττυοο βόλι σ μ σι καί οι σφαίρες περ νούν ξηστά έπάνω άπό το κε»
14
Ο
ΜΙΚΡΟΣ
φάλι του. Ένα τσούρμο χω ροφύλακες γεμίζουν· την αυλή. καί1 τρέχουν εναντίον του. Π η δάει- πάνω· από το τοίχος καί ρίχνεται έξω. Πιασμένος από τό μακρύ μαστίγιο γλυστράει ώς κάτω. Τινάζει μέ δίύναμι μετά τή λαβή του. Ό κόμπος λύνεται καί το μαστίγιο βρί σκεται στο χέρι του. Τό τυ λίγει· βιαστικά καί, τρέχον τος τό ξαναπερνάει, στη ζώνη του. Στο μεταξύ καί οί φρουροί πού έχουν σκαρφαλώσει στα τείχη, τον πυροβολούν πάλι·. Οι σφαίρες σφυρίζουν δίπλα του, σάν μέλισσες. Ό Ζορρό εκεί πού τρέχει συναντάει έ να όλο μαύρ ο άλογο. Πη,δάεί στην πλάτη; του καί ξεκινάει· σάν αστραπή· —Κυνηγήστε τον!, άκούγε τα;· λυσσασμένη; ή φωνή τού Ρσθ. Μή σάς ξεφύγηι! Σκο τώστε τον! Φέρτε τον ζωντα νό ή πεθαμένο! Ή πύλη τού φρουρίου ά νοιγε· σέ μερικά δευτερόλε πτα. Καμμιά εικοσαριά καβαλλάρηδες χύνονται έξω. Ό Ζορρό δεν έχει ξεμακρύνει α κόμα πάρα πολύ. Ρίχνονται· πίσω του. Ό Μασκοφόρος Τι μωρός, παρακάμπτει την κωμόπολι, καί βγαίνει στον ανοιχτό κά μπο. Την ίδια στιγμή όμως βγαίνει καί τό φεγγάρι καί τον φώτιζε1 καλύτερα. Τώρα πιά είνα· δύσκολο νά κρυφτή από τούς διώκτες του, σ" ένα υέρος μάλιστα γυμνό από δέν τρα. Αυτό καταλαβαίνουν κι5 έκεΐνοι· καί ξεσπούν σέ θρι αμβευτικές κραυγές, κεντρί
Ζ
Ο
Ρ
Ρ
Ο
ζοντας πιο δυνατά τ* άλογά τους. "Έχουν αρχίσει καί κ ε ρδ ίζουν έδαφο ς. Ό Ζορρό μή βρίσκοντας άλλη διέξοδο, χύνεται ατό ά νοιγμα μιας μικρής χαρά δρας. ΟΊ χωροφύλακες τον α κολουθούν· Καθώς μάλιστα, φτάνουν ιέκεΐ ένας απ’ αυτούς φωνάζει γελώντας: —Τό1 νού σας παιδιά! Πι άστηκε σάν ποντικός στη φά κα ό φίλος! Τό φαράγγι τού το είναι άδ'έξοδο! Σταμα τάει λίγο παρακάτω μπρο στά σ' έναν όρθ.ο βρόχινο τοΐ χο! Ποοσέχετε μή χτυπήση κανένα!... Θά τον πιάσου με ζωντανό1! 'Μέ καινούργιες ζητωκραυ γές οί χωροφύλακες προχω ρούν εμπρός. "Οσο για τον Ζορρό φθά νει την Τδ α στιγμή στο· τέ λος τού φαραγγιού. Κι* αλή θεια ένας βρόχινος τοίχος τό κλείνε· σ’ έκεΐνο τό ιαέρος.Δεν υπάρχει καμμιά διέξοδος. Τό άλογο υψώνεται στα πισινά του πόδ σ καί χλιμιντρίζει δυ νατά. "Αλλά όταν στο ίδιο ακρι βώς· σημείο φτάνουν καί οί χωροφύλακες, μετά από δυο λεπτά, τρομερές κραυγές έκπλήξεως αντηχούν, γιατί τό μέρος είναι εντελώς έρημο: Ό Ζορρό έχε: χαθή σάν νάγίνε ένα μέ τή νύχτα! Νβκρός.ο*
Τ
ΗΝ ίδια ώρα όμως, μια άλλη.· μικρότερη ομάδα ιππέων τρέχει προς τή μικρή
Ο
ΜΙΚΡΟΙ
κωμόπολη Την διασχίζει καί •φτάνοντας στα προάστια >βρί σκέτα ι στο μεγάλο άγρόίκτημα των 'Βέγκας. Επικεφαλής1 είναι ό συν ταγματάρχης Ρ ιάθ. λΑαζί του έχει τον γιγαντόσωμο νεαρό αξιωματικό καί δυο χωροφύ λακες· Στο αγρόκτημα επι κρατεί μ.’ά παράξενη σιωπή. ίΚανείς δεν μιλάει φωναχτά, παρ’ όλο πού τό προσωπικό ξαγρυπνάει·. Που1 καί πού ά κου γονται ψίθυροι· καί πνιγμέ νο: λυγμοί. Ό συνταγματάρχης δεν δί νει καμμ'ΐά σημασία. Πηδάει βιαστικά από τό άλογό του καί τρέχει, προς τό αρχοντι κό των Βεγκας. Ό ύπολ οχ ά γος καί οι χωροφύλακες τον ακολουθούν. "Ένας υπηρέτης βρίσκεται εμπρός^ του, στην είσοδο τού σπιτιού. —Πού είναι 6 κύριός σου; τον ρωτάει ξερά ό Ρ ιάθ. -— 'Έ,ξοχώτατε, τραυλίζει εκείνος ό καημένος ό Δον Ντι έγκο!... —Πού είναι; γαυγίζει ά γρα ό άλλος. -— Προς θεού,^ Εξοχότα τε! Μη φωνάζετε έτσι! Συλλογισθήτε τη Δόνα Ισαβέλ λα, τη χήρα του! — Χήρα; κάνει· ψυχρά ό Ρ'άθ. Θές νά πής πώς ό Δον Ντ'έγκο Βέγκα, πέθανε; —Τί μεγάλη δυστυχία, Ε ξοχότατε ! —Αυτό 8ά τό δούμε!, φω νάζει σαρκαστικά ό συντα γματάρχης. •Καί σπρώχνοντας βάναυ σα τον υπηρέτη, τον πετάει ΙΡΠΤΡ' έμπρός τον καί χύνεται
I
©
Ρ
Ρ
Ο
15
πρός τό δωμάτιο τού Ντι έγκο ■Βέγκα, πού τό γνωρίζει» πολύ κολά. Μαζίί του έρχονται παν τα καί οι άντρες του. Δεν αρ γούν. Καθώς: σπρώχνει· ορμη τικά μ ιά πόρτα, -μένει μα-ρμα .ρω-μένος. Σ3 αυτό έδώ^τό- δω μάτιο πού είναι· γεμάτο κε ριά, βρίσκεται» μόνο μ·ιά μαυ ροφόρε μένη γυναίκα. Είναι γονατ ισμ-ένη πλάϊ σ’ ένα κρεβ βάτι κι’ επάνω- σ* αυτό ανα παύεται νεκρικά ακίνητος ό Δον Ντιέγκο Βέγκα. ;Ό Φερνάρντο Ριάθ1 τον κυττάζεΐ' μέ γουρλωμένα μά τια καί κάνει· μιά κίύησι- άυιηχανίας. Στο- τέλος όμως, νικάει» κάθε δισταγμό »κάΙ ρί χνεται· πρός τό κρεββάτι. 1 Α πλώνει τό χέρι. "Αγγίζει τό μέτωπο τού ξαπλωμένου αν θρώπου. Ανατριχιάζει απ’ τη κρυάδα του καί πιάνει» ^κάί τό χέρι» του. Είναι κι-5 εκείνο ξυ λιασμένο καί κρύο. Δεν ύπάρ χει» καμ-μ-ιά άμφ-ιβολίΐα, πώς είναι νεκρός! —Σενόρ Ριάθ1!, ακούει την Τδ α στιγμή την έκπληκτη καί αυστηρή φωνή τής Δόνας "Ι σαβέλλας, πού έχει· άνασηκθύ σει- τό κεφάλι της. Τί ζητάτε 'έδώ; —Δεν·.. Δηλαδή, σενιό-'ρα, ψελλίζει σαστισμένος ό συν ταγματάρχης, ό Δον Ντιέγκο ήταν πολύ καλός μου φίλος! Δεν πίστευα... Δεν μπορούσα νά πιστέψω.. ν Τέλος! "Ηθελα νά σάς έκφράσω την παλυ με γάλη μου λύπη! — Ευχαριστώ· άλλά^εΤχα δώσει» εντολή νά μή μπή κα νείς ·έδώ ως τό πρω>ί!, απο κρίνεται »ή Δόνα 31 σσβέλλςρ
16
Ο
ΜΙΚΡΟΣ
ΖΟΡΡΟ
Δεν μπορώ ούτε αυτή την τε θάνατό του! Πάλι καλά ό μως, που διαπιστώσατε τό λευταία νύχτα, να μείνω μό φοβερό λάθος σας, έστω καί νη μου με τον άντροο μου; —Έχετε δίκιο. Να με συγ τήν τελευταία στιγμή! Καί τώρα σάς παρακαλώ, πηγαί χωρήτε σενιόρα!, τραυλίζει ζεματισμένος ό Ριάθ. Βλέπε νετε ! τε όμως... (Που να παρ' ή ευ Ό Φερνάρντο Ριάθ ύποκλί χή!.·. 'Βλέπετε, άπόψε, έκανε νεταΐ' ψυχρά καί κάνει μετα την έμφάνισί' του εκείνος ό κα βολή γιά νά φύγηι. Βρίσκεται ταραμένος ό Ζορρό! Έρθε όμως αντιμέτωπος μ5 ένα νεα μες στο φρούριο καΓι ελευθέ ρό μελαχροινιό παλληκάρι πε ρωσε τον Ραμιρέζ. ρίπου δεκαεφτά χρονών πού Ή μαύρο φορεμένη χήρα α στέκεται μπροστά στήν πόρ νασκιρτάει κατάπληκτη καί τα. Καί πλάϊ στον νέο αυτόν, φωνάζει άθελα: που είναι ντυμένος μέ παλυτε —Ό Ζορρό! Δέν... δεν εί λέστατα οουχα καί σύμφωνα ναι· δυνατόν! μέ τήν τελευταία λέξί της μόΛ Τά μάτια τού Ριάθ αστρά δας τής... Μαδρίτης., στέκεται φτουν θριαμβευτικά. κι5 ένας πραγματικός κολοσ —ΊΗ είπατε; φωνάζει·. «Δέν σός, πού από τά ρούχα του, έΐναι δυνατόν;» Και γιατί φαίνεται υπηρέτης. σάς παρακαλώ; Γιατί βοίίσκε Ό υπηρέτης αυτός έχει η τε αδύνατον νά έμΦανι-σθή τώ ράκλεια μπράτσα καί πελώρα πια ό σενόο Ζορρό; Ε ρα στήθος, τό: πρό'σωπό του πειδή· πέθανε ό σύζυγός σας; όμως δέν Φανερώνει ίχνος ε Τά μάτια τής Δόνας Ισα ξυπνάδας. Τά ολοστρόγγυλα βέλλας γεμίζουν θυμό. "Ολη μάτια του είναι γεμάτα αφέ ή έκπληξίς της έχει περάσει λεια, σαν ενός παιδιού πέντε πιά. Του λέει οργισμένη άλ χρονών. Αντίθετα τά μάτια λα ψυχρά: του αρχοντικά ντυμένου παλ—'Συνταγματάοχα, τό θρά ληκαριου πετουν αληθινές σπί σος σας μ'έ εκπλήττει ! Έ'γώ θες έξυπνάδας καί θ'υμου δ!έν είπα ότι δέν είναι·· δυνα ταυτόχρονα αυτή τη στιγμή. τόν νά έμψανισ'θή ό Ζορρό, —Γ ι’ αυτό πού κάνατε συν ΕΤπα· πώς δέν είναι δυνατόν ταγμστάρχα Ριάθ, λέει μέ φω νά μ5 ένοχλήτε σέ μια τέτοια νή πού τρέμει από οργή, έχω στιγμή, νά παραβιάζετε τό δικαίωμα νά σάς σκοτώσω! οικογενειακό μου άσυλο, μόΜπήκατε μέ τη βία μέσα στο νο καί μόνο για εκείνη την Υε σπίτι· Ισπανού ευ γένους! λοία αιώνια υποψία σας, ότι — Ποιος είσαι πάλι- εσύ; ό ίάντοας μου καί ό Ζορρό, νουλλίζει μανιασμένος, ό ήταν ένα καί τό αυτό πρόσω Ριάθ. πο! Μ5 αυτή τήν υποφίά τον , ε —Μιλάτε μέ_^ τον κύριο αύκυνηγήσατε ως τον θάνατο. Έλπιζα νά σταματήσετε νά^Υ τού τού σπιτιού! , λέει ψυχρά
τον ^νηγ«τ? κφ] ·μετα
τον
ή Αόνο;
’! σοϋΦέλλο: πλησιά-
Ο
ΜΙΚΡΟΙ
ζ όντας. Είναι 6 γιυός μου, Δον "Αλεσάντρσ Βέγκα! Ό γιος
του Ζ©ββά
Τ
ΟΝ Μασκοφόρο Εκδι κητή, ωστόσο δεν τον κστάττιε ήι γή, ούτε διαλύθηκε στον άέ ρσ, όπως πιστεύουν οΐ δεισιδαί μονές χωροφύλακες, πού ιέπ ι στρέφουν παν; κόβλητο ι α πό τή, χαράδρα. * Απλώς, μό λις φθάνει στό' αδιέξοδο πη δάει· από τό άλογό του. Πιά νει έναν πελώρΌ βράχο κοά τον σπρώχνει μέ δύναμι. Ό βράχος ύποχωρεΤ σαν να στρι φογυρίζη επάνω σ' έναν αό ρατο άξονα. "Αφήνει ένα άνοι γμα τόσο μεγάλο που χωράει νά περάση και τό άλογο. "Ο ταν περνούν καί οι δυό, ξα νακλείνει· τον βράχο από· τή •μέσα μεριά μέ τον ίδιο τρό πο. Έχει βρεθιή τώρα σέ μια σκοτεινή στοά, που κατηφο ρίζει. Μ" όλο πού δέν διακρίχ νει τίποτα προχωρεί αδίστα κτα και τό άλογο τον ακο λουθεί. Μετά από καμμιά δια κοσαριά μέτρα, φτάνει σ" ένα ευρύχωρο τετράγωνο θάλαμο, φωτισμένον από; έναν δαυλό, στον πέτρινο τοίχο του. Εκεί μέσα υπάρχει* θέσι καί τροφή γιά τό άλογό του. Υπάρχει καί μιά πολυτελής φορεσιά, κρεμασμένη σ" ένα καρφί1. Ό Ζορρό βγάζει τό ·καπέλ λα, τή μαύοη, μάσκα και τον μανδύα του. "Άν αυτή τή στι γμή βρισκόταν εδώ μέσα ό Φερνάρντο Ριάθ, θά έβγαζε μιά δυνατή κραυγή έκπλήξεως και λύσσας, γιατί θά εξα
1
Ο
Ρ
ψ
ο
17
κρίβωνε πώς ό Μασκοφόρος Εκδικητής δέν είναι παρά έ να δέκα εφτάχρονο παιδί: Ό Δον "Αλεσάντρο Βέγκα! Καί έτσι βέβαια, θά εξακρίβωνε πώς καί ή υποψία του ήταν σωστή,: Δηλαδή πώς ό Ζορρό τόσα χρόνια τώρα, ήταν ό πα τέρας ταυ "Αλεσάντρο, ό Ντιέγκο Βέγκα! ■Που όμως ήταν αυτός: ό Δον "Αλεσάντρο Βέγκα τόσον καιρό; Πώς: βρέθηκε ντυμένος μέ τή. στολή του Ζορρό φέρ νοντας σέ αίσιο πέρας μιά τόσο δύσκολη καί επικίνδυνη αποστολή; Θά τό έξηγήσωμε μέ λίγα λόγια: Ό Δον Ντιέγκο Βέγκα υ ποχρεωμένος νά μεταμφιέζε ται σέ Ζορρό, κάθε φορά πού τό απαιτούσε ή περίστασις, γιά νά βοηθήση τους αδυνά τους καί κατατρεγμένους ή γιά νά τιμωρήση σατανικούς δολοφόνους καί βασανιστές, κατάλαβε ότι τό- νά έχηί κον τά του τον γιό του θά ήταν ένα μεγάλο εμπόδιο στις κι νήσεις του. ΓΥ αυτό τον έ στειλε στη Στρατιωτική Σχο λή στη Μαδρίτη, εκεί όπου εί χε φοιτήσει κι" ό ίδιος στά νιάτα του. "Ολα τ’ άλλα παι διά γίνονταν δεκτά από· δέκα πέντε χρόνων κι" επάνω. Τον "Αλεσάντρο όμως - που όλοι τον φωνάζοΟν γιά συντομία Σ άντρο - τον δέχτηκαν από δώδεκα λόγω- των εκπληκτι κών σωματικών καί δ-ιανοητικών του προσόντων! "Έτσι λοιπόν στά δεκαεφτά του χρό νια άποφοίτησε κιόλας καί έπέστρεψε στην πατρίδα του, "Έφτασε όμως, επάνω σέ μιά
■ ί> * *Τ? «'■■*· * '
•X* ί.Ίι-
^ΙΙΙΙΙΙΐ
·>ο
** \ **
*
ΜτΧτ* ·
7 ΓιβΓ
^ \
1ϊ *
Γχ·ν·
—Ακίνητος Δον Ντιάζ! Δεν ήλθα για να σέ σκοτώσω! 7Ηλθα ΤΓΟΛϋ τραγικήι στιγμή για την "'Αλτα 'Καλιφόρνια όπως εΓίοαυε. Επίσης σέ πολύ θλιόεοή ώρα, για την οικογένεια του. Β·ρήκε τον πατέρα του τοαυματισμένον βαρεία. Του
είπαν πώς 6 τραυματισμός του ήταν ένα κυνηγετικό α τύχημα. Άλλα ό ίδιος ό Δον Ντιέγκο Βέγκα, φώναξε μυ στικά μια μέρα τον Σάντρο στο δωμάτιό του. Δεν ήταν
για νά σου προτείνω μια συμμαχία, δσο κΓ αν φαίνεται παράξενο. στο κρεβδάτι του. Καθόταν σέ μια πολυθρόνα κι* σμως, ήξερε πώς του έ μ εν εν λίγες ώρες ζωής. Στην αρχή, φανέ ρωσε τό παιδί του όλη την αλήθεια, για τη δεύτερη ταυ
τότητά του. —Αυτό δεν πρέπει νά τό μάθη κάνεις ποτέ!, του είπε. 1 ;ά τις έπίσημες Αρχές εί μαι ένας έκτος Νόμου κι* άν μαθευτή πώς ήμουν ό Ζορρό,
ϊύ
6
ΙΛ
\
α
Ρ
θά δημεύσουν την περιουσία «μου, έστω καί μετά τον θά νατό μου κάί ή μητέρα σου κι* έσύ, θά μείνετε στο δρό-ι μ ο..· Έπί πλέον τ' όνομά μας θά άτιμασθή γιατί τά καλά ξεχνιώνται γρήγορα, ένω οί κηλίδες μένουν. "Αν σου φα νέρωσα την αλήθεια Σάντρο, είναι επειδή θέλω νάσαι περή φανός γιά^ τον πατέρα σου. Κι* άν σου μένη καμμιά αμ φιβολία, γιά το ποιος πρα γματικά ήταν ό Ζορρο βγές καί ρώτησε όλους τους α πλούς και τίμιους άνθρώπαυς. Ρώτησε τους φτωχούς καί τούς δυστυχισμένους. Ρώτησε τούς βασανισμένους δουλοπά ροικους πού τώρα πιά εΐν* ε λεύθεροι... —Πατέρα, μουρμούρισε μέ συγκινησία ό Σάντρο, μη κου ράζεσαι ! "Ολος ό κό'σμος τά γνωρίζει αύτά κι·* είμαι ευτυ χής πού μαθαίνω ποιος είναι ό πατέρας μου! Ό Δον Ντιέγκο χαμογέλα σε μέ ανακούφιση σάν κάποιο φοβερό βάρος νά έφυγε ιάπό τό στήθος του. —Θά πέθαινα απόλυτα εύ τυχισμενος ψιθύρισε. 5Αλλά... —Τι σου συμβαίνει πατέ
ρα;
—Σάντρο μου, δεν ήταν α τύχημα αυτό πού θά μέ φέρη στον τάφο!, άποκρΓνεται ό ετοιμοθάνατος μετά μικρό δι σταγμός τ Ηταν μιά δολοφο νική, απόπειρα πού πέτυχε! Ό νέος τινάχτηκε όρθιος. Τό πρόσωπό του χλώμιασε, σέ μια στιγμή. Τά μάτια του σκοτείνιασαν σάν τον ουρανό πριν (από την καταιγίδα. "Ο
ύ
±
2
0
Ρ
Ρ
Ο
λα έκεΐνα πού δέν πρόλαβε ,».νά ρωτήση τό στόμα του καΙθρεφτίάτηκαν σ’ αυτά τά μάϊτια. Γι* αυτό ό πατέρας του ? άποκρίθηκε. I —Έμαθες γιά τον καημέ'νο τον Ρομπέρτο Ραμιρέζ. ’Τόν σκοτώνει ό Ριάθ, επειδή είπε τήν αλήθεια! 5Από έναν ηλίθιο έγωϊσμό στρατιωτικού. Έχει>^ τυφλωθή καί δέν βλέ πει πώς τον προδίδει κάποιος ιάπό τούς στενούς συνεργάτες του... "Ισως ένας νεαρός ύπολοχαγός πού τοί/χε* μεγά λη; αδυναμία. Είναι πραγμα τικό κτήνος καί σαδιστής. "Ι σως αυτός... Πάντως εγώ ώς Ζορρό, ειδοποίησα τον Ριάθ πώς θά ελευθερώσω τον Ραμιρέζ. Πώς απόψε τό βράδι, θά πάω αυτοπροσώπως: στο φρούριο Σάντα Ρόζα νά τον πάρω·! Αλλά μέ χτύπησαν ύπουλα τήν ώρα πού Ιππευα στο δάσος ώς Ντιέγκο <Βέγκα. Θά πρέπη; λοιπόν νά τόκανε κάποιος πού υποψιάζον ταν τήν αλήθεια... Ό Ριάθ τήν υποψιαζόταν πάντα. "Ι σως φανέρωσε τήν υποψία* του στον άλλον Ερρίκο Ντιάζ τον λένε. Δέν ξέρω τι νά πώ. Ή δυστυχία μου είναι πώς πρώτη φορά δ' Ζορρό δέν θά φανή συνεπής στο λόγο του καί δέν θά πάη απόψε στο Σάντα Ρόζα. Τά μάτια του Σάντρο ά στραψαν πάλι. —Ό Ζορρό πρέπει ^νά φα νή συνεπής πατέρα !, φώνα ξε ζωηρά· Λοιπόν, πρέπει νά πάη στο ραντεβού του! Ό ετοιμοθάνατος τον πα ρατήρησε άναυδος.
Ο
ΜΙΚΡΟΙ
—Έσύ; μουρμούρισε. Θ'ές νά πής νά πας έσύ, παιδί μου; Τρελλάθηικες! Νομίζεις πώς είναι παιγνίδι; Άπσ φω τιά καί σίδερο πρέπει να περάσο κάνεις για νά Φτάσηι στο Σάντα Ρόζσ. Πρέπει το σπαθί σου νσναι γοργό1 σαν την αστραπή! —Είναι* πατέρα:!, φώναξε ό Σ άντρο μέ πεποίβηίσι. Κι5 αρπάζοντας ένα πορ τοκάλι, τό1 τίναξε ψηλά. "Υ στερα: τράβηξε το σπαθί του που- άστραψε στον αέρα μέ μιά κίνησι τόσο γοργή πού ό Δον Ντιέγκο δεν πρόλαβε νά τή 5ή, Τό πορτοκάλι δμως έπεσε στα χέοια του. Ό τοαυ ματίας το πήρε καί γούρλω σε τά μάτια: Πάνω στη φλου δα του, ήταν χαραγμένο ένα κεφαλαίο «Ζ»! —Διάβολε!, υουομούρισε. Δύσκολα θά ^τάβγσζα πέρα 'ΐσζί_σου, γ’έ μου, στο σπα θί1! -έρειο' όμως. νά μεταχει ρίζεσαι τό μαστί’γιο; —Πρέπει νά σου ομολογή σω πατέοα, άποκρίθηκε πο νηρά ό Σ άντρο, δτι ασχολή θηκα τόσο πολύ -μέ την έκγυμνασι στό* μαστίγιο ώστε... παραμέλησα λιγάκι* τό σπαΘΠ' —Χμ ! Β λέπω στι δουλεύει και τό κεφάλι σου νιέ υου!, εΐπε περήφσνοο ό Δον Ντιέγ κο. Δεν σέ οωτώ άν είσαι* κα λόν καβαλλάρης, γιατί θά μου φωνσδης πώς είσαι άριπτος..., 'Έξ ιάλλου γι'* αυτό δεν άμφ-ιβάλλω κιόλας. Άλλα στο πστόλι; —Στη Σχολή πατέρα, έπάρει άλσ τά πρδτ® βρα
1
ΟΡΡΟ
21
βεία σκοποβολής!, άποκρίνεται μέ λαχτάρα ό Σάντρο. Κι·* ό Δον Ντιέγκο Βέγκα τον κύτταξε μ’ ένα βλέμμα ιάλλόκοτο γιατί έκλεινε μέσα του δλα τά συναισθήματα. Ανησυχία, αγάπη, υπερηφά νεια, συγκίνηισι„ θαυμασμό! Ωστόσο είχε πάρει την άπόφασί1 του. Του φανέρωσε τά πάντα για τη μυστική κρύ πτη πού άλλαξε τά ρούχα του, για τό αδιέξοδο φαράγ γι, ακόμα καί για τον δρόμο πού θ* ακολουθούσε για νά φτάση ατό Σάντα Ρόζα χω ρίς νά τον άντΔηίφθοΰν οι πε ρίπολοι. ιΚαϊ πώς θά άνέβαινε μυστικά στό φρούριο κι* από πού. Καί για τή. διαοουθυ ση τού φρουρίου... "Ολα. Ακόυα μίλησε πολλές φορές :μιέ τή φωνή πού μεταχειριζό ταν ώς Ζορρο και ό Σάντρο, μετά από μερικές προσπάθειες, κατάΦερε νά τή μιμηίθή στήν εντέλεια.
Ό Ριάθ και οίββ. οποοκευές Λ ΛΟΙΠΟΝ ποιος Λ ναι 6 Δον Άλεσάντρο Βέγκα ό- νεαρός πού στέκει γεμάτος οργή, έμποος στον σύνταγμα τάρχη. Κι* , Ριάθ δταν^άΚούει μέ ποιόν έχει νά κάνη/ζάναγ-· κ άζετα: νά ύπ οκλ ιθή. τ'υπ ικά άλλη υιά φορά· —-Μέ συγχωρής μουρμου ρίζει. Δέν σέ γνώρισα παλλη κάοι υου·.. 'Ωστόσο, δμως κι·? έσύ νά προσπαθήσης νά έχης στό έξης, πιο λίγα τά λόγια ΐ^ον!
Μην ξεχνάς ττ&ς
12
ο
ΜΙΚΡΟΙ
διοικητής τής: Χωροφυλακής και διοικητής τής "Αλτα Καλιφόρνια ώσπου νά φτάσηι ό σντ ι κ αταστάτη ς του παλ ι ο0, που πέθανε! — Εσείς ξεχνάτε συνταγματάρχα άποκρίνεται ό Σαν τρο πώς ένα εύγενής μιλάει πάντα στον πληθυντικά! Κι5 ακόμα σάς λέω πώς κάθε Ι σπανός εύγενής, είναι διοικη τής μέσα στο σπίτι του. Μή θυμώνετε περισσότερο λοιπόν γ ατί μπορεί νά τό μετανοιώσετε πικρά! Τσακιστήτε α πό δώ μέσα καί γρήγορα! Ό Ριάθ γίλεται κατακίτρι νος από* μανία, σέ μια στι
γμή.
—*Τί έκανε λέει; στριγγλί ζετε "Α \ Αυτό θά μου- τό πλη ρ ώση ς! Ύ πολοχαγέ Ν τ ιάζ, νά τον συλλάβετε αμέσως! ΑΛ5 ένα μοχθηρό χαμόγελο, ό Ντ,άζ πού στέκει δυο βή ματα π .ό πίσω, μαζί με τούς δύο χωροφύλακες προχωρεί καί άκου* μ πάει- βαρύ τό χέρι του στον ώμο τού Σ άντρο. 5Αλλά τότε γίνεται κάτι τρο μερό. Ό πελώριος άνθρωπος πού στέκει δίπλα στον Σ άν τρο, αρπάζει τον ύπολοχαγό άπ3 τή μέση: τον σηκώνει ψηιλά σαν νά είναι κούκλα καί μ1· ένα πέταμα τον σφενδονίζε: έ,ξω από τήν πόρτα, πού απέχει τέσσερα μέτρα από κοντά τους! Άκούγεται μιά κοαυγή φρίκης κι5 ένας δια βολεμένος γδούπος- "Υστερα τίποτα. Οί δυο χωροφύλακες όρμούν τότε προς τό μέρος του γίγαντα, ξεκρεμώντας τά (τουφέκιαι άπό^ τούς ώμους ροι/ς. Πριν προλάβουν ρμςρς
2
Ο
Ρ
Ρ
©
νά τελειώσουν τήν κίνησί τους, ό^φσβερός σωματοφύλα κας τού Σ άντρο τούς άρπάζε; άπ" τούς γιακάδες καί τούς δυο μαζί1. Τούς σηκώνει ψηλά καί., τσουγκρίζει τά κεφάλια μεταξύ τους. Μένουν αναίσθητοι· καί ό γίγας τούς πηγαίνει σηκωτούς σάν βαλί τσες στή,ν πόρτα καί τούς πετάει κι5 εκείνους έξω. Ό Ριάθ έχει γίνει τώρα ά σπρος σάν πανί. , —θέλετε νά πω τού Γαλέρα νά σάς... συνοδεύση κι3 ε σάς ώς, τήν έξοδο; ρωτάει ει ρωνικά ό νεαρός οικοδεσπό της. Ό Ράθ ύποχωρεζ ένα βή μα μπροστά σ5 εκείνο τό·... θηρίο, πού τον κυττάζει άπειλητ.κά. —Όπωσδήποτε θά τιμωρη θήτε γ;3 αυτό-!, λέει άβέιβαα στον Σ άντρο. 3 Εκ εΐνο ς χ α; μο γελάει. Φέρ νε: ένα αρωματισμένο δαντελέν ο μαντηλάκι στή μύτη του 3Αναπνέε ι β αθει ά, άναστενάζει καί ξαναβάζει- τό μαντηλάκι στο μανίκι του. ^—Ελάτε αυνταγματάρχα ! λέει βαρυεστημένσ. Πώς θά τ.μωρηθώ, αφού εχω δικαίω μα καί νά σάς σκοτώσω για τί μπήκατε μέ τή^βία στο ·σ~ττίτι μου; "Αν πω μιά λέξι τού Γαλέρα, τελειώνει τό ζή τημα καί κανείς δεν θά μου πή τίποτα... Είσθε όμως τυ χερός, γιατί μισώ τή 'βία καί άπεχθάνομαι τά αίματα! Γ ι3 αυτό, μέ τήν ευκαιρία πού ό υπηρέτης μου πήγε τίς„. βα λίτσες σας έξω, μπορείτε νά πηγαίνρτρ κι3 §ςτ^ΐς!