ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΤΙΝΑ ΧΕΛΙΩΤΗ © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε. ISBN: 978-618-206-080-3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε.: ΑΛΤΑΝΗ 4, 153 51 ΠΑΛΛΗΝΗ ΤΗΛ.: 210-8983824 • E-mail: info@mikrosiros.gr • Site: www.mikrosiros.gr
ΜΥΣΤΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ
• ΝΑΣ καβαλλάρης. φτά νει αργά τη νύχτα στον στενό και έρημο δρόμο, ■ πού βρίσκεται πίσω από τό Λούβρο, τό όνομαστό παλάτ* του Παρισιού οπού υιένουν αυ τή- την εποχή οι Βασιληάδες τής Γαλλίας. Δέν. έχει άντιληφθή ακόμα πώς τρεις ίσκιοι, · κρυμμένοι στο σκοτάδι, παρα μονεύουν τις κινήσεις του. Πρέ πει ώς τόσο να φοβάται, για τί, καθώς ξεπεζεύει από τό ά λογό του, στέκει μερικές στι/ μες ασάλευτος καί ρίχνει δια περαστικές ματιές δεξιά κι* · άριστερά, προσπαθώντας νά ξεχωρίση άν ύπάρχη τίποτα ύποπτο γύρω του. "Ολα δείχνουν ήσυχα καί γοώήνια. ·Ή νύχτα είναι γλυΤΙΜΗ ΔΡΑΧΜΕΣ 2..
κειά καί τό ασήμι των άστρων σκορπίζει μιά θαμπή- ανταύ γεια πάνω από τό κοιμισμέ νο Παρίσι καί τυλίγει σ' ένα διαφανή βαθυγάλαζο πέπλο τό γεμάτο μεγαλοπρέπεια α νάκτορο του · Λουδοβίκου τού - 13ου καί τής άμορφης καί νε αρής γυναίκας του τής "Αν νας τής Αυστριακής. Κανείς . δέν υποψιάζεται πώς εδώ κάπου κοντά παρα μονεύει απόψε ό θάνατος. Μά ό νυχτερινός -καβαλλάρης, πού φορεΐ πλατύγυρο καπέλλο μέ φτερό στο κεφάλι κι5 έχει το χέρι στή λαβή τού σπαθιού του; δέν φαίνεται νά τον λο γαριάζει πολύ. Αφήνει τό άλογό του σέ μιά συστάδα • δέντρων καί ρίχνει μιά τελευ ταία ματιά γύρω του. — "Ολα θά πάνε καλά, ψι-
4
Ο
ΜΙΚΡΟΣ
««<««««««««««««««««««««««««««««««««««««««««««4 θυρίζει χαμογελώντας. Τά πλοκάμια του Καρδιναλίου δεν έφτασαν άττόψε στο Λού βρο. "Υστερα, διασχίζει μέ ε λαφρό καί βιαστικό βήμα τον έρημο δρόμο καί „φτάνει έξω από τή χαμηλή άνεπίσημη πόρτα τοϋ παλατιού. Στέκει καί χτυπάει τρεΐς φορές συν θηματικά. Ή πόρτα ανοίγει αθόρυβα. Περνάει μέσα καί ή πόρτα τό ϊδιο αθόρυβα κλεί νει πίσω του. Μιά γυναίκα του παλατιού τον υποδέχεται. — "Ήρθατε επί τέλους, κύ ριε ντε Σαμπριέν. Πνίγεται από ανυπομονησία ή βασίλισ σα. Φοβήθηκε μήπως τής συ νέβη τίποτα κακό, του λέει. Ελάτε μαζί μου. Σάς περιμέ νει. Ό νυχτερινός επισκέπτης ακολουθεί σιωπηλός τή γυναί κα. "Ανεβαίνουν μερικές σκο τεινές, σκάλες, περνούν ένα στενό διάδρομο πού φωτίζε ται άμυδρά καί στέκουν έξω από την πόρτα ενός δωμα τίου. Ή γυναίκα χτυπάει ελα φρά. — Είναι μέσα καί σάς πε ριμένει, τοϋ λέει, καί απομα κρύνεται. Μέσα στο δωμάτιο είναι πραγματικά μόνη της ή Βα σίλισσα. Ό ντέ Σαμπριέν, καθώς περνάει τό κατώφλι, κάνει μιά βαθειά υπόκλισι βγάζοντας τό καπέλλο του. — Ταπεινότατος δούλος σας, λέει. "Έλαβα τήν είβοποίησί σας. Περιμένω διαταγές άπό τήν Μεγάλειότητά σας. Ή *Άννα ή Αυστριακή τον
κυττάζει μερικές στιγμές α μίλητη. Ό νεαρός αυτός ευ πατρίδης είναι ένας άπό τούς πιο άφοσιωμένους φίλους της. Ώς τόσο μέσα της υπάρχει αύτή τήν κρίσιμη στιγμή κάπο'ιος δισταγμός. Δεν ξέρει άν είναι σωστό νά τοϋ άναθέση μιά τόσο επικίνδυνη απο στολή. "Αλλά δέν έχει καιρό νά διαλέξη. — Μπορείτε νά ταξιδέψετε απόψε; τον ρωτάει. — Καί στήν άκρη τοϋ κό σμου είμαι έτοιμος νά ταξι δέψω, απαντάει. Φτάνει νά τό διατάξη ή Βασίλισσά μου. — "Ώ! "Όχι. Δέν πρόκεται γιά τόσο μακρυά!, λέει εκείνη καί προσπαθεί νά χαμογελάση. Υπάρχει δμως έ νας σοβαρός λόγος νά ταξιδέ ψετε απόψε γιά τήν "Αμιένη. Είναι δυο λέξεις πού πρέπει νά μάθη άπό τό στόμα σας ο δούκας τοϋ Σαίντ "Ετιέν. Υ πολογίζω ότι· τά ξημερώματα θά βρίσκεται έκεΐ, συνεχίζον τας τό ταξίδι του γιά τό Πα ρίσι. Πρέπει νά τον προειδο ποιήσουμε. Ή άφιξί του έδώ θά τοϋ στοιχίση τή ζωή. Ό Καρδινάλιος τον συκοφάντη σε στον Βασιλέα καί, μόλις φτάσει στο Παρίσι, θά τον πιάσουν. -έρετε τί τον περιμέ νει ύστερα. Ή Βαστίλη, τά βασανιστήρια, ό θάνατος... Καί όλα αυτά γιατί είναι έ νας άπό τούς άφωσιωμένους φίλους μου. Τί λέτε, κύριε ντέ Σαμπριέν; — Ή Μεγαλειότης σας νά μείνη ήσυχη. Θά ξεκινήσω άμέσως.
ΙΠΠΟΤΗΣ
.
ί
— "Έχετε ύπ3 οψι σας πώς
Θά του τό δείξετε και Θά κα;
ή άπαστολή σας αυτή είναι γεμάτη κινδύνους; — Θά τούς υπερπηδήσω! — Και ότι μπορεί εκείνοι πού μέ μισούν νά σάς στήσουν ένέδρες; — Οι εχθροί τής Μεγαλει ότητας σας είναι καί δικοί μου!... — Καί ότι μπορεί πολε μώντας μαζί τους νά χάσετε τη ζωή σας; — "Αν χρειαστή νά πεθάνω, θά είμαι ευτυχείς γιατί θυσίασα τη ζωή μου γιά τή Βασίλισσα τής Γαλλίας!... — Σάς ευχαριστώ, κύριε ντε Σ αμπρί εν. ΕΤσθε ένας γεν ναίος ευπατρίδης... —· Ποιά εΐναι τά λόγια πού πρέπει νά πώ στον δούκα, Μεγάλε ιοτάτ η; Ή Βασίλισσα μένει γιά λί γο σκεπτική. — Θά του πήτε, λέει ύστε ρα άπό μιά μικρή σιωπή, αυ τές τις δυο λέξεις: «Συνάντησις ματαιοΰται». Τίποτε άλ λο. Κι5 εκείνος θά καταλάβη. — ΕΤ<μαι έτοιμος νά ξεκι νήσω γιά την Άμιένη, Μεγά λε ιοτάτη ! — Μιά στιγμή!, κάνει ή Βασίλισσα. Πρέπει νά έχετε κάτι μαζί σας. ένα σημάδι άναγνωρίσεως ώστε ό δούκας νά πιστέψη τά λόγια σας καί νά πεισθή πώς είστε άπεσταλυένος μου. Καί, καθώς μιλάει, ξεκρεμάει άπό τό λαιμό της ένα κολλιέ μέ μαργαριτάρια καί τού τό δίνει. — Π άρτε αυτό, τού λέει.
ταλάβη. "Οταν γυρίσετε μου τό έπιατρέψετε, — Θά μού δόσετε τό κολ ■ λιέ σας; ρωτάει παραξενεμένος ό ευπατρίδης. — Είμαι βέβαια ότι δέν πρόκειται νά χαθή, λέει εκεί νη χαμογελώντας. Είναι δώρο τού Βασιλέως. Μού τό χάρι σε την ημέρα τών γενεθλίων μου πριν άπό καιρό, όταν άκόμα ζούσαμε άγαπημένοι καί δέν είχε απλώσει τά δί χτυα του γύρω άπό τό παλά τι ό Καρδινάλιος. Ό δούκας ήταν σ’ αυτή τή γιορτή καί τό γνωρίζει. Ό Θεός μαζί σας, κύριε ντε Σαμπριέν. Ό ευπατρίδης κάνει μιά καινούργια ύπόκλισι καί κρύ βει τό κολλιέ στον έπενδύτη του. — Ελπίζω σύντομα νά έχε τε ευχάριστα νέα μου, Μεγαλειοτάτη, λέει. Χαίρετε. "Υστερα άπό λίγο, άνοίγει πάλι άθόρυβα ή μικρή πόρτα τού παλατιού καί ό ντέ Σα μπριέν γλυστράει στον έρημο δρόμο. "Ολα είναι πάντα ή συχα καί γαλήνια καί τίποτα δέν υποψιάζεται. Προχωρεί μέ γοργό βήμα προς τή συστάδα τών δέντρων, όπου πριν λίγη ώρα άψησε τ’ άλογό του, σαλ τάρει άπόα/ω του καί τραβάει τά γκέμια. "Υστερα άπό δυό λεπτά καλπάζει στή μεγάλη λεωφόρο πού φέρνει στήν έξο δο τής πόλεως. Ούτε καί τώρα άντιλαμβάνεται πώς τρεΐς καβαλλάρη δες, πού φορούν στολές τής σωμοποφυλακής τού Καρδι
£ Ο 'Μ ί Κ Ρ Ο I «<<<<«<«<<««<^<<<<<<<<<«<«^<<<«<«<<<<«<«<<«<<<«<<«<«<<<<<<<<«<<««««^ ναλίου , (*) τον έχουν πάρει τό κατόπι από μακ,ρυά και δεν τον αφήνουν από τά μάτια τους. Ούτε φυσικά μπορεί νά 5ή τό απαίσιο χαμόγελο·πού κρέμεται στά πρόσωπά τους; (*) ! Ο 5 Αριμ άνδο ς ν τ ύ^ Πλς σ ί ς, ό καρδινάλιος δούξ του Ρισελιέ ( 1585—1642), γέμισε μια με γάλη περίοδο τής Ιστορίας τής Γαλλίας μέ τή δράσι του. Άφοΰ σπούδασε^ την στρατιωτική /τέ χνη κΓ ήταν γίνη αξιωματι κός, ξαφνικά άλλαξε γνώμη κι5 έ γινε ιερωμένος. Τό 1622, άφοΰ πέρασε από διάφορα αξιώματα, έ γινε καρδινάλιος του Ρισελιέ καί τό 1624 ό Βσσιληάς τής Γαλλί ας Λουδοβίκος ό 13ος τον έκανε πρωθυπουργό του. Άπό τότε αρ χίζει ή παντοδυναμία του πρώην καρδιναλίου. Οί μηχανοραφίες δί νουν καί παίρνουν. Αρχίζουν οΐ πολιτικές δολοφίες, τις όποιες ό
Καθώς
όμως
άβουλος καί αδύνατος ^ Βασιλέας Λουδοβίκος αδυνατεί νά στοοματη ση. Ή σκοτεινή φυσιογνωμία του Ρισελιέ διευθύνει τά πάντα. Κα νείς από τό παλάτι δέν τολμάει νά τον αντιμετώπιση. εκτός άπό τη Βασίλισσα πού του φέρνεται μέ περιφρόνησι. 57Αννα η Αυ στριακή είναι μι'ά δυναμική γυ ναίκα παρ’ όλο τό νεαρό τής ήλικίας της —αυτή τήν εποχή εί ναι 23 χρόνων— καί δέν παραδέ χεται τις μεθόδους του Ρισελιέ. Προσπαθεί νά πείση ^ τον σύζυγό της νά τον άπομακρύνη άπό τήν εξουσία. Αλλά ό Λουδοβίκος εί ναι τυλιγμένος στά δύχτια τού καρδιναλίου — πρωθυπουργού καί δέν μπορεί νά σαλέψη. Ό Ρισελιε μισεί θανάσιμα τήν "Αννα τήν Αυστριακή. "Ενας σιωπηλός άλ λα φοβερός πόλεμος ξεσπάει με ταξύ αυτού καί τής Βασίλισσας. Στον πόλεμο αυτό δέν υπάρχει έλεος; Ό ένας άπό τούς δυο πρέ-, πει νά λείψη άπό τή, μέση.- Κάθε φίλος τής "Αννας είναι θανάσι-
έτοιμάζεται νά πηδήση στο άλογό του δέχεται μιά ξαφνική έπίθεσι.
ΙΠ
Π
Ο
Τ
Η
Σ
.
*
/
«««««««««<«««««<«««««««««««««««««««««««««««««« !Α*Λν«
ΙΜΑΜι
ί&ί&ί:
ΜΒββΙΪΙΙ
^!^·χ?&ν:’:ν·"'·5Χ·χ«·χ·!·χ·χ·χ"Γ·&·χ";·:·:ϊ;·'Λ·!'Χ·χ·χ«
«*:■
«•χ-
'0 μικρός Άνρυ Ντυβερνουά βλέπει μέ ανησυχία πλοίο που τους πλησιάζει. Η «ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΡΕΜΣ»
ΠΑΝΩ στη γέψυρα του τρικάταρτου «Παναγία του Ρέμς», πού διασχί ζει αυτό τό δειλινό του 1624 τό στενό τής Μάγχης μέ κατεύθυνσι προς τις γαλλικές ακτές, δυο άνθρωποι κυττάζουν ανήσυχα προς ένα ση.μεΐο του πελάγους, δπου δια γράφεται ή σιλουέττα ένός πλοίου. Τό πλοΐο αύτό εχει μος εχθρός του Ρισελιέ *Η σύκο, φαντία οργιάζει. Οί Γάλλοι γυ ρίζονται σε δύο στρατόπεδα. Τό αΐμα βάφ&ι τοός δρόμους, 'Ο έμΦύλιος πόλεμος εχει ^ φουντώσει. Σ’ αυτό τό σημείο βρίσκονται τά πράγματα στη Γαλλία τη στιγ μή που άρχίζει ή ιστορία μας.
τό
άγνωστο
ανοιχτά δλα του τά πανιά κου φαίνεται πώς έρχεται προς τό μέρος τους. Ό πλοίαρχός του τρικά ταρτου, ό καπιταίν Πώλ Φερνέ, ένας γερός θαλασσόλυκος άπό τη Βρεττάνη, κυττάζει μέ ιό κανοκυάλι στερεωμένο στά μάτια,, προσπαθώντας νά ςεχωρίση τό σκαρί καί τη ση μαία του αγνώστου σκάφους, πού ολοένα καί τούς πλησιά ζει. Δίπλα του στέκει ένα παι δί, ό ’Ανρύ Ντυβερνουά, ένα αγόρι δεκάξη πάνω - κάτω χρόνων, πού άποτελεΐ μιά χτυπητή αντίθεαι μέ τό γέρο θοώασσινό. Είναι ενα όμορ φο παιδί μέ λίγες φακίδες στο πρόσωπο κι* ευγενικό πάρουν
I σκχοπικό. Φοράει Ιναν γκρίζο δερμάτινο επενδυτή χωρίς μα νίκια, πλατύγυρο καπέλλο μέ φτερό στο κεφάλι, σύμφωνα μέ τή μόδα τής εποχής, κοντή κι λότα, μακρυές μεταξωτές κάλ τες και μαλακές δερμάτινες μπότες πού φτάνουν λίγο πιο κάτω από τά γόνατά του. 5 Απ’ τό ζωστήρα του κρέμεται ένα σπαθί. Ό Φερνέ αφήνει τό κανοκυάλι καί γυρίζει προς τό μέρος του. — Είναι γαλλικό, κύριε Ντυβερνουά, του λέει. "Έχει τήν κιτρινοκόκκινη παντιέρα στο πλωριό άλμπουρο. Πολύ φοβάμαι πώς θά έχουμε φα σαρίες ύστερα από λίγο! — "Ισως είναι για μένα, λέει ήρεμα τό παιδί. — Χμ! Αυτό είναι ίσα ίσα πού φοβάμαι. Κάποιος πληροφόρησε τό Ρισελιέ πώς γυρίζεις στή Γαλλία κι5 εκεί νος στέλνει τώρα ένα περιπο λικό τής αστυνομίας μέ τούς σωματοφυλακές του νά σέ συλ λάβουν. Ανέκαθεν δεν τού α ρέσουν οί Ντυβερνουά, πού στάθηκαν αφυπνισμένοι φίλοι τής Βασίλισσας. Αφού σκό τωσε τόσο ύπουλα τον πατέ ρα σου στιγματίζοντάς τον μέ μιαν άτιμη κατηγορία, ζητάει τοορα νά εξόντωση καί σένα! Τό παιδί αναστενάζει. Ή άνάμνησι τού αγαπημένου του πατέρα πού δέν ζεΐ πιά τον γεμίζει μελαγχολία. — Θά πουλήσω ακριβά τή ζωή μου, πλοίαρχε!, λέει. Δέν πρόκειται νά τούς άφήσω νά μέ πιάσουν ζωντανό.
ο
Μ
I
Κ
Ρ
Ο
ί
Ό καπετάνιος τόν κυττάζει ξαφνιασμένος. — Τί; Θέλεις νά χτυπηθής μαζί τους; ρωτάει. — Ναι!, αποκρίνεται το παιδί καί τό βλέμμα του δεί χνει μια σιδερένια θέλησι. Θά χτυπηθώ μαζί τους. — Αυτό δέ γίνεται!, λέει ό Φερνέ. — Γιατί; Ποιος θά^μ’ ε μποδίσω νά τούς χτυπήσω; Ό Θαλασσόλυκος χαμογε λάει. — Μά τό Θεό, μ’ αρέσεις έτσι πού μιλάς, κύριε Ντυβερ νουά. "Ομως δέ θά σ’ άφήσω νά τα βάλης μέ τά κοράκια του Ρισελιέ. Θά σέ σκοτώ σουν τό δίχως άλλο. Κι5 εγώ έδωκα τό λόγο μου στον λόρ δο Μπούκκινχαμ, τόν προστά τη σου καί φίλο τού πατέρα σου, νά σέ αποβιβάσω ζωντα νό στή Γαλλία. Μονάχα σέ έσχατη ανάγκη θά χρησιμο ποίησης τό σπαθί σου. Τότε θά μπω στο γλέντι κι5 έγώ καί δλο τό πλήρωμα τής «Πανα γίας». Θά τούς χτυπήσουμε παρέα. "Εχω κάποιο σχέδιο στο νοϋ μου. Φώναξε τόν υπη ρέτη σου. Τό παιδί δεν φέρνει άντίρρησι. — "Ισως έχεις δίκηο, πλοί αρχε, λέει. Δέν πρέπει νά βά λω σέ μπελάδες τό καράβι σου... Θά κάνω δ,τι μου πής. Μονάχα σέ έσχατη ανάγκη... — Τό καράβι δέ λογαριά ζεται !, αποκρίνεται άνασηκώνοντας τούς ώμους ό Φερνέ. Έμενα μ5 ενδιαφέρει πριν απ’ δλ« ή ζωή σου. Είμαστε δλοι
ΙΠΠΟΤΗΣ > 9 4<««««««««««««««««««««««««««««««<«««««««««««<«« μέ τό μέρος τής Βασίλισσας και ξέρω πώς έσύ χρειάζεσαι στο έθνος. Σέ έσχατη ανάγκη όμως θά παλαίψουμε. Φώναξε τον Τριμπουσόν.... Άλλα ό Τριμπουσόν, ό υ πηρέτης του μιικρού Άνρυ Ντυβενουά, δεν τον ακούει. "Έ τους ναύτες κάτω στην πΛωρη. Τούς έχει... ζαλίσει μέ την ...κεραυνοβόλα δράσι του! — Έγώ λοιπόν δέν εΐμα» ό πρώτος τυ^όντας, τής λέει. Είμαι... πολύ ζάρικος καί δέ λογαριάζω τίποτα δταν μέ πιάσει τό... μπουρίνι! "Έτσι κι’ εκείνη τή μέρα βλέπω καβάλλα στ" άλογο δέκα ασκημο μούρηδες ληστές νά έρχονται κατά πάνω υου. «"Άλτ!» μου φώναζαν. «Απάνω τά χέρια!» Τότε έγώ τραβάω τό σπαθί μου «"Εμένα μέ λένε Τριμπουσόν!» τούς φωνάζω. «Καί ό Τριμπουσόν δέν παραδίνεται! Πολεμάει σά λιοντάρι καί δέν υποχωρεί ποτέ! Παραμέρισε νά περάθω!» Μά εκείνοι τό πήρανε στ" άστεΐα καί αρχί σαμε νά κοροϊδεύουνε. Τότε θυμώνω περισσότερο. Πατάω τά σπηρούνια στά πλευρά του άλογου μου καί έψορμώ... — Μόνος σου; ρωτάει μέ θαυιμασμό ένας ναύτης. — Μόνος μου! Ό Τριμπου σόν σέ τέτοιες στιγμές δέ θέ λει κανένα παρέα. "Εφορμώ λοιπόν καί έφορμοΰν κι" αυ τοί. Δέκα εκείνοι, ένας έγώ. "Απάνω μου έκεΐνοι, απάνω τους έγώ. «Πίσω καί σάς έ φαγα!» τούς φωνάζω. Καί τι
νάζω τό σπαθί μου προς τά έμπρός καί σουβλίζω τον πρώ το. Τον πετάω τον πρώτο καί αρπάζω τον δεύτερο. Τού κα τεβάζω μιά σπαθιά καί τον κόβω στη μέση. "Έρχεται ή σειρά τού τρίτου. Αυτός ήτανε λίγο ζόρικος. Μέ παίδεψε πεντέξη δευτερόλεπτα. Τον ξοφλάω όμως κι" αυτόν καί πιάνω τον τέταρτο. Τό σπαθί μου διασταυρώνεται μέ τό σπαθί του. Τον κάνω κιμαδιαστο καί πιάνω τον έβδομο καί τον όγδοο. •— Καλά. Ό πέμπτος κι" ό έκτος τί έγιναν; ρωτάει κά ποιος. Ό Τριμπουσόν ξεφυσάει. — Ό πέμπτος κι" ό έκτος ...πάθανε συγκοπή άπό τό φό βο τους! Κατάλαβες; — Ναί. Κατάλαβα. — Βγάζω λοιπόν άπό τή μέση τον έβδομο καί τον όγ δοο καί σβερκώνω τούς δυο τελευταίους. Αυτούς τούς γλέν τησα μέ την ψυχή μου. Που σέ πονεΐ καί πού σέ σφάζει. Τούς έκανα μπλέ - μαρέν στο ξύ λο. — Είσαι θηρίο, Τριμπουσόν! — Είμαι καί φαίνουμαι!, λέει υπερήφανα έκεΐνος. "Όλη η Γαλλία τό ξέρει ποιος είναι ό Τριμπουσόν. "Όταν φτάσου με στο Ρουέν, θά βγούνε νά μέ υποδεχτούνε μέ τις μουσι κές, γιατί ξέρουνε ότι τέτοια παλληκάρια σάν καί μένα μο νάχα κάθε χίλια χρόνια βγαί νουνε ! Καθώς μιλάει όμως, τό κα ράβι συναντάει κάποιο μεγα-
10
Ο : Μ
I
Κ
Ρ
Ο
Σ
««««««««««««««<«««««««««««««««««<«<«««««««««««
Οι 1 ναύτες ξεκαρδίζονται λυτερο κύμα και κουνιέται α πότομα. "Ενας, άδειος τενεκές στά γέλια καί προσπαθούν να του λαδιού^ πού βρίσκεται κά τον καθησυχάσουν. που εκεί κοντά στη ' σκάλα —- Δέν· είναι τίποτα, Τρι.μπουσόν ! " Ενας τενεκές έπε τού καταστρώιματός, κατρακυ σε. λάει καί, καθώς πέφτει άπο σκαλοπάτι · σέ ' σκαλοπάτι, Ό κοντόχοντρος υπηρέτης, · τοΰ Ντυβερνουά ρίχνει δεξιά κάνει έναν διαβολεμένο θόρυ κι* αριστερά* τούς πρσβολςΐς· βο. .. .των γουρλωρέ νων ματιών Ό Τριμπουσόν γίνεται πρά του κι5 όταν βεβαιώνεται πώς σινο-ικίτρινος, τινάζεται τρο μαγμένος από τή θέσι του, τοΰ λένε την αλήθεια, βγαίνει σταματάει την κουβέντα στη άπ5 τά σακκιά.· μέση και τρυπώνει πίσω από — ν Ελεγα κι5 έγώ!, λέει κάτι σακκιά. και φουσκώνει σά διάνος. ^Ε — Χριστούλη μου!, ξεφω λεγα κι5 έγώ πώς τολμήσανε νίζει.· Κουρσάροι πλακώσανε ' νά φανούνε κουρσάροι στη καί μάς ρίχνουνε κανονιές! Μάγχη άφού ξέρουνε πώς τα Βοήθεια καί μέ φάγανε μπα ξιδεύω... έγώ! μπέσικα ! Κι5 ετοιμάζεται ν5 άρχίση
Στέκει ξαφνικά καί βλέττει εναν κοντόχοντρο άντρα ιτον στιγώνει £νας ληστης.·
τον
μα
ΙΠΠΟΤΗΣ
11
Μ ·
<««<«««««««««««<<««««««««««««««««««««««««««««««
—- Άν κρύψεις αύτον τηού £η τσμε, λέει άνοια ό αξιωματικός, •θά το πληρώσής μέ τό κεφάλι σου.!
πάλι μιά Ιστορία για ένα α πό τά... καταπληκτικώτξρα κατορθώιματά του στη Μεσό γειο, άλλα σταματάει γιατί επί τέλους ακούει πού τον φω νάζουν. — Τριπουσόν, ό αφέντης σου ξελάρρυγγιάστηκε να σέ ζητάει. Σέ περιμένει στη γέ φυρα!, του λέει ό τιμονιέρης πού έχει φτάσει ώς εδώ κάτω για να τον άνακαλύψη. — ’Έφτασεεεε!, αποκρίνε ται σέρνοντας τη φωνή του ό Τριμπουσόν. 'Έφτασεεεε!... Καί, ολοστρόγγυλος κα* θώς εΐναι, αρχίζει να σκαρφαλώνη μέ χωρικές κινήσεις σ^ή σκάλα... άναβάλλοντας - γιά
άλλη φορά την κουρσάρικη ι στορία του... «ΕΝ Ο Ν Ο ΜΑΤI ΤΟΥ ΒΑΙΙΛΕΩΣ»
ΙΑ ώρα άργότερα έ'χει νυχτώσει. Τώρα, τό ά γνωστο πλοΐο, πού δεν εΐναι άλλο άπό τό «Κρουά Μπλέ», τό καταδιωκτικό, πού άνήκει στην προσωπική φρου ρά τού καρδιναλίου, βρίσκεται εκατό μέτρα μονάχα μακρυά άπό τό τρικάταρτο τού καπιταίν Φερνέ. Άπό τη γέφυρα του σηκώνουν φωτεινά σήματα άναγνωρίσεως καί μιά βαρεία φωνή άκούγεται άπό τον τη λεβόα : —Έδώ περιπολικό «Κρουά
Μ
\ϊ
6
Μ
ί
Κ
Ρ
Ο
ϊ
««««««««««««««««<<«««««««««««««««««««««««««<««« Μπλέ». Έν όνο μάτι τοΰ Βασιλέως σάς διατάσσουμε νά στα ματήσετε. "Εχουμε ένταλμα συλλήψεως για εναν επιβάτη σας. — Δεν υπάρχει κανένας έπιβάτης στο καράβι μου!, α παντάει φωνάζοντας θυμωμέ να ό Φερνέ. Έκτος από έμενα καί τό πλήρωμά μου δεν υ πάρχει άλλος στο πλοΐο μου... — Αυτό θά τό δούμε σε λί γο !, έρχεται κοφτή ή άπάντησι από τον τηλεβόα. Σταμα τήστε ! — Ό διάολος νά σάς πάρη κανάγηδες!, λέει μέσα από τά δόντια του ό γέρο θαλασσόλυκος. 5Αφού δεν μπορώ νά κάνω διαφορετικά, θά σταμα τήσω. Αλλά νά μη με λένε Φερνέ, άν δεν γυρίσετε μέ ά δεια χέρια στον αφεντικό σας... ΚΓ υστέρα φωναχτά δίνει διαταγές στους ναύτες νά μα νουβράρουν τά πανιά καί ή «Παναγία του Ρέμς» σταμα τάει καταμεσής στο πέλαγος. Σ5 αυτό τό μεταξύ, μιά βάρ κα ξεκινάει από τό άλλο πλοίο φορτωμένη σωματοφύλακες, πού έχουν άνάμεσά τους κά* ποιον πού φοράει στολή λοχα γού. Ή βάρκα πλησιάζει τό τρικάταρτο καί οι επιβάτες της σκαρφαλώνουν από μιά σκοινένια σκάλα πού τούς ρί χνουν άπό τό κατάστρωμα. Είναι δέκα ώπλισμένοι μέχρι τά δόντια άνδρες, πού κυτταζουν μέ άσκημο μάτι τον κα πετάνιο καί τό πλήρωμα. — Έσύ είναι ό καπετάνιος «■’ αυτό τό πλοΐο; ρωτάει ό ά-
ξιωματικός τον ασπρομάλλη ναυτικό καί τού ρίχνει μιά λο ξή ματιά. — Ή αφεντιά μου είναι. Μάλιστα!, αποκρίνεται ό Φερ νέ. — 3Από πού έρχεστε; — Άπό τό Ντόβερ. Φορτώ σαμε δέματα μέ μαλλί καί τά πάμε στο Καλαί. Δέν είναι ή πρώτη φορά που κάνουμε αυ τό τό ταξίδι. Επιβάτες δέν έχουμε! — Είμαι ό λοχαγός Ροσεφόρ!, λέει ό άξιωμοπΊκός. Α νήκω στήν υπηρεσία τής Αυ τού Πανιερώτητος τοΰ Καρδι ναλίου καί έχω ένταλμα συλ λήψεως γιά κάποιον Άνρύ Ντυβερνουά πού ταξιδεύει μ’ αυτό τό πλοίο. — Άνρύ Ντυβερνουά; ρω τάει μέ τό άθωότερο ύφος τού κόσμου ό Φερνέ καί αλλάζει ένα βλέμμα συνεννοήσεως μέ τούς ναύτες πού βρίσκονται συγκεντρωμένοι στο κατάστρω μα. Πρώτη φορά ακούω αύτό τό όνομα. 'Όσοι ταξιδεύουν μέ τό καράβι μου είναι μπρο* στά σας. Ό Ροσεφόρ ζαρώνει τά φρύ δια. —- "Αν τον κρύβης, θά κρε μαστής μαζί του!, λέει άγρια. Αυτό στο λέω γιά νά τό ξε ρής. Δέν υπάρχει κανείς στή Γαλλία πού νά καυχιέται πώς κοροΐδεψε τον Καρδινάλιο. Ρίχνει ένα διαπεραστικό βλέμμα στο πλήρωμα καί κο:τόπι γυρίζει στούς σωματοφύ λάκες. — Εφτά άπό σάς άρχίστε τις έρευνες!, διατάζει.
ΙΠΠΟΤΗΣ
13
<««««««««««««««««««««««««<«««««««««««««««««««« Κ,ι’ δταν εκείνοι ψεύγουν στρέφεται προς τούς άλλους πού περιμένουν. — Δέστε αυτούς τούς πει ρατές!, λέει καί δείχνει τον πλοίαρχο και τούς ναύτες του. Έτσι θά είμαστε πιο ήσυχοι. Το βλέμμα του γεροθαλασ.σόλυικου σκοτεινάζει. —- Δεν πιστεύω νά μιλάς σοβαρά, λοχαγέ!, λέει. Έκεΐνος δεν καταδέχεται νά άπαντήση. Κυττάζει μονά\ ^ χα τους στρατιώτες του. — Κάνετε αυτό πού σάς είπα!, διατάζει. Οΐ σωματοφύλακες πηγαί νουν προς τό μέρος του πλοι άρχου. 3 Αλλά δεν έχουν λογάριασει καλά τά πράγματα, γιατί ό ασπρομάλλης θαλασ σινός5 είναι πολύ πεισματά ρης καί χειροδύναμος. 3Αφήνει νά τον ζυγώσουν κι3 δταν φτά νουν κοντά του, σαλτάρει πλά για καί οί βαρείες γροθιές του διαγράφουν ένα φοβερό τόξο στον άέοα καί κάνουν τά σα γόνια των δύο στρατιωτών πού ετοιμάζοντας νά τον δέσουν νά φεύγουν άπ’ τη θέσι τους. — Απάνω τους παιδιά!, φωνάζει. Οι άνδρες τού καπετάν Φερνέ δεν προ-σκηνάνε ! Εμπρός, παλληκάρια μου! Καί τότε γίνεται κάτι πού δεν τό περιμένει κανείς. Οί ναύτες, πού μέχρι εκείνη τη στιγμή έχουν ένα;μισοκακόμοι ρο ύφος, αλλάζουν απότομα, ηλεκτρισμένοι άπ3 τη φωνή τού καπετάνιου τους, σκορπίζουν καί κινούνται γοργά. Είναι ά οπλοι μ5 αυτό δεν τό λογαριά ζουν αυτή τήν ώρα. Ρίχνονται
στούς σωματοφύλακες καί μια άγρια, μά άνιση πάλη αρχί ζει στο σκοτάδι. Τήν ίδια στιγμή ό Ροσεφόρ τρίζει τά δόντια. — Σκοτώστε τους!, διατά ζει. Δε μάς χρειάζεται κανείς ζωντανός 2 "Υστερα, ξεχωρίζοντας τον Φερνέ ανάμεσα στούς άλλους, όρμάει μέ γυμνό τό ξίφος ε ναντίον του. -έρει πώς αυτόν πρέπει νά χτυπήση γιά νά ύποκύψουν οί ναύτες του. -—- Είσαι ένας γερο-ήλίθι ός!, φωνάζει. Στο είχα πή. Οί εξυπνάδες δεν περνάνε στον Καρδινάλιο. Παραδόσου! Μά ό Φερνέ κρατάει στά χέρια του ένα τσεκούρι καί δέν παραδίνεται. — Ζητώ ό Βασιληάς!, φω νάζει. Καί, καθώς βλέπει τό μα κρύ σπαθί ν3 άστράφτη πάνω άπ3 τό κεφάλι του, τινάζεται προς τά πίσω καί αποφεύγει τό χτύπημα. Ό Ροσεφόρ ό μως δέν τον αφήνει. Τά μάτια του άστράφτουν γεμάτα έχθρα καί τό ώπλισμένο χέρι του ση μαδεύει τήν καρδιά τού γέροθαλασσόλυκου. Ό Φερνέ βλέ πει τον κίνδυνο. Είναι χαμέ νος. Κάνει μιά απελπισμένη κίνησι. Πετάει τό τσεκούρι προς τό μέρος του. Μά εκεί νος είναι σβέλτος καί έξυπνος. Σκύβει καί μένει άνέγγιχτος. — "Εφτασε ή τελευταία στιγμή σου!, μουγγρίζει ό α ξιωματικός. — "Οχι ακόμα, κύριε!, άκούγεται μιά παιδική φωνή στο σκοτάδι.
14
Ο
Μ
I
Κ
Ρ
Ο
Σ
«««<«<«<«<<<<«««<<««««««<«<«««<«<<«««<«««<<«<<««<««««««<< Ό Ροσεφορ γυρίζει ξαφνια σθένος καί τά μάτια του γε μίζουν έκπληξι. -εχνάει τον πλοίαρχο καί κυττάζει τούτον το νέο., ΊΓΓ·ού στέκει μπροστά του με ξεγυμνωμένο τό ξίφος του. — Ποιος είσαι εσύ; ρωτάει άγρια. — Με λένε "Ανρύ Ντυβερνουά !, άποκρίκεται τό παι* δί. Καί σπούδασα ξιφασκία στην ξιφασκιακή Ακαδημία τού·Λονδίνου. ΈκεΤ μ5 έμαθαν μαζί με τ’ άλλα νά μη δολο φονώ άοπλους ανθρώπους! — Έσύ, λοιπόν, είσαι ,ό Ντυβερνουά; — Όλόκληρος, κύριε. Στη διάθεσί σας. — Σε συλλαμβάνω!5 λέει κΓ ή φωνή του μοιάζει σά σφύριγμα φιδιού. Παραδόσου γυιέ τού προδότη! Καί, καθώς μιλάει, σαλτάρει σαν αίλουρος προσπαθών-' τας νά τον χτυπήση με τό σπα ποκρουει με τέχνη το χτύπη μα. -— Αυτό που είπες δέν θά τό ξαναπής, χαφιέ τού Καρδι νάλιου!, λέει με σφιχτά δόν τια. Κανείς Ντυβερνουά δέν πρόδοσε τη Γαλλία! Καί επιτίθεται. Τά ξίφη βροντούν στο σκοτάδι, δια σταυρώνονται καί βγάζουν χρυσές σπίθες. Είναι γερός στο σπαθί ό Ροσεφορ. Μά κι* ό 'Ανρύ δέν πάει πίσω. Τό λα στιχένιο κορμί του τινάζεται πότε εμπρός καί πότε πλάγια καί τό ώπλισμένο του χέρι κι νείται άνετα καί τεχνικά. Αυ
τό ζη τό δά λη
κάνει τον Ροσεφορ νά άφρίαπό λύσσα. Δέν μπορεί νά παραδεχτή πώς ένα τόσο παιδί τόλμησε νά τά βάμαζί του.! . -—- Είμαι τό πρώτο παιδί τής Γαλλίας!, λεει προσπα θώντας νά χαμογελάση. Τό πιο σωστό λοιπόν είναι νά πετάξης αυτό τό σίδερο.πού κρα τάς καί νά σηκώσης τά χέ ρια. 5Έτσι υπάρχει ελπίδα νά φτάσης ζωντανός στη στερηά! — Τώρα πού-θά σέ στείλω. στην κόλασι, άποκρίνεται τό παιδί καθώς αποκρούει ένα πλάγιο ' χτύπημα, θά πάψης νά λές κουταμάρες! Νά θυ μάσαι. πάντα πώς μέ λένε Ντυβερνουά! — Κι5 εμένα μέ λένε Ροσε φόρ ! Μην τό ξεχνάς! Πολεμάνε κι5 οί δυο άγρια. Γύ.ρω τους, δεξιά κι5 αριστε ρά τους, πολεμάνε οι άλλοι. Οί ναύτες κι5 οι σωματοφύλακες τού Ρισελιέ. Βλαστημάνε καί ξεφωνίζουν. Τά.ουρλιαχτά κι5 οί βρισιές τους γεμίζουν τό σκοτάδι. Μά τούτοι εδώ οί δυο, ό άντρας καί τό παιδί, αδιαφορούνε γιά δ,τι γίνεται γύρω τους. Χτυπιούνται μέ λύσσα. "Έχουν αρχίσει μ·ά μάχη χωρίς οίκτο καί έλεος. Τά σπαθιά ανταμώνονται στον αέρα, σχηματίζουν γωνίες καί τόξα, αγγίζουν τό στήθος, περνούν -ξυστά από τά πλευ ρά καί τούς ώμους τους, σφυ ρίζουν απαίσια. Ό αγώνας εί ναι γιά ζωή ή γιά Θάαντο. Μ ο νάχα εκεΐνο-ς που θά κερδίση σ5 αυτή τή μάχη έχ.ει ελπίδες νά ζήση!
ΙΠΠΟΤΗΣ
15
«<««««««««««««««<«««««««««««««<««««««««««««<««« ΤΡΙΜΠΟΥΣΟΝ, Ο ΤΡΟΜΕΡΟΣ
ΤΟ μεταξύ όμως,—ενώ ό σκληρός αγώνας' συ νεχίζεται στο κατάστρω μα— .κάτω, μέσα στο σκάφος του τρικάταρτου, "συμβαίνουν μερικά τταράδοξα πράγματα. Ό παλληκαράς χονδρο-Τριμπουσόν... τρέμει σά νά τον επιασαν ξαφνικά θέρμες ! Τά δόντια του βροντούνε άγρια καί κινδυνεύει από τι ,μιά στιν μή στην άλλη νά... καταπιή τη γλώσσα του! — Πα. * Πα... Πα... να... να.:, γι... γι... γι.,.ά μου! τραυλίζει. Τί γί... γί... γί... νε... *νέ... ται... ται... έ... έ.. ■ 6ώ! ·" 1 Λίγη ώ.ρα πριν πλησιάση τό περιπολικό τού Καρδινα λίου, ό πλοίαρχος Φερνέ έδωκε ώρισμένες οδηγίες στο πλή ρωμα. "Υστερα βρήκε μιά κρυ ψώνα γιά τον Άνρύ Ντυβερνουά, απάνω στο πλωριό, άλ μπουρο, δπου, δσο καί άν έψα χναν, δε θά μπορούσαν νά τον άνακαλύψο.υν οί σωματοφύλα κες. Τό παιδί δέχτηκε νά κρυ φτή. Μα. δπως είδαμε, δταν άρχισαν οι φασαρίες, στο κα τάστρωμα μπήκε στη μέση καί άρχισε νά χτυπιέται μέ τον Ροσεφόρ. Ό Φερνέ κατό πιν βρήκε καί μιά κρυψώνα γιά τον Τριμπόυσόν. — Έσυ θά κρυφτής κάτω στη σεντίνα, είπε στον υπη ρέτη. Έκεΐ δε θά μπορέσουν νά σέ βρουν οί άνθρωποι τού Ρισελιέ. Ό Τριμπόυσόν χαμογελάει
και φουσκώνει σαν διανος. — 5Εγώ νά κρυφτώ; Δεν μέ ξέρεις φαίνεται καλά, πλοί αρχε! Ό Τριμπόυσόν δεν κρύβεται ποτέ... των ποτών! "Εχω δρεξι νά χτυπηθώ μ’^ έ να ολάκερο στράτευμα απ’ αυτούς τούς μισθοφόρους τού Κ αρδινάλίου. Ό Φερνέ προσποιείται πώς τον πιστεύει καί, επειδή ξέρει δτι ό υπηρέτης τού ’Ανρύ εί ναι λίγο «τρελλούτσ ικος» καί μπορεΐ νά κάνη καμμιά κουτά μάρα, τον πιάνει μέ τό καλό. — ξέρω Τριμπόυσόν παιδί μου, τού λέει. Θά χτυ πήσουμε τούς σωματοφύλα κες. Μην αμφιβάλλεις γι’ αυ τό. Αλλά δλα θά γίνουν μέ κάποιο σχέδιο. Τό σχέδιο αυ τό προβλέπει δτι εσύ θ’ άναλάβης τη φρούρησι τής... σεντίνας (*). Ό Τριμπόυσόν.... μαλακώ νει αμέσως. — "Αν πρόκειται γιά σχέ διο, λέει, αλλάζει τό πράγμα. Αναλαμβάνω την φρούρησι τής σεντίνας ύπευθύνως. Θά Υην υπερασπίσω... μέχρι θα νάτου ! Καί, δταν φτάνει ή ώ ρα, ό Τριμπόυσόν μπαίνει στην κρυψώνα του,, βέβαιος πώς δεν... κρύβεται, αλλά έκτελεΐ. πολεμική ύπηρεσίαΓ Κρύβεται λοιπόν καί περιμέ νει μέσα στο κατασκότεινο καί (*) Σέντινα λέγονται στα ■πλοία τά διπυθμένα. ^Το κατώτε ρο δηλαδή Μέρος του καραβ ι ου. ενα εΐδος μακρό-ατενου νατ.μηλοΟ τούνελ,, δπου νύνονται δλα τά βρωμά νερά καί τά λάδια.
«Ο
Ο
ΜΙΚΡΟΣ
««««««««««««<««««<«««««««««««««««««<««««««««««< γεμάτο βρω-μόνερα διαμέρι σμα αυτό τοΟ σκάφους, δχτου είναι κάτι παραπάνω από άσφαλές. Κάνεις δεν θά σκεφθή νά τον άναζ ιτήση εδώ κά τω... Πρίν προχωρήσουμε όμως καί για νά κογ τλάβη ό άναγνώστ.,ς ποιος ακριβώς είναι ό ξακουστός αυτός παλληκαράς ό Τοιμπουσόν. είναι ανάγ κη νά τον περιγράφουμε. Φαντασθήτε ένα βαρέλι πού στη ρίζεται απάνω σέ δυο λιγνά πόδια πού μοιάζουν σά σπιρ τόξυλα. Στο απάνω μέρος του βαρελιού τοποθετήστε ένα κοντό λαιμό κι5 ένα χοντρό κε φάλι και έχετε μιά καρικατού ρα του... άνεκδιήγητου αυτού υπηρέτη. Τό πρόσωπό του στο λίζεται άπό μιά ύπεοβολικά μεγάλη καμπουοωτή μύτη πού θυμίζει παπαγάλο. Κάτω άπό τη μύτη υπάρχει ένα κομμάτι ...ιμαδη υένης οδοντόβουρτσας, πού πρέπει νά είναι τό μου στάκι του. Πιο κάτω, ύστεοα άπό δυο σαρκώδη χείλια, στο σαγόνι του κρέμεται ένα κοντό καί λεπτό ύπογένειο ό μοιο μέ... ποντικοουιρά. 'Ως καί στά μάτια του είναι... πρω τότυπος ό Τριμπουσόν! Τό έ να του μάτι, τό δεξί, είναι ςέ Θωρο γαλανό καί τό άλλο, τό άριστεοό, είναι κοασάτο καί κυττάζει πάντα δεξιά. Έτσι, όταν κουβεντιάζει σέ σένα, τό βλέμμα του ταξιδεύει στον δι πλανό του καί, όταν κουβεν τιάζει στο διπλανό του, τό μά τι του καοφώνεται σέ σένα. Παρ’ όλα όμως αυτά τά εξω τερικά του χάλια, ό Τριμπου-
σόν έχει καλή καρδιά κι9 εύ· γενικά αισθήματα. Μονάχα πού στιγμές - στιγμές δειλιά ζει καί τά κάνει... θάλασσα! Του άρέσει νά λέη ιστορίες πιο άπίστευτες κι’ άπ’ τά πα ραμύθια, γιά κατορθώματα του πού... ποτέ δέν έγιναν στην πραγματικότητα καί πού μονάχα τά... ονειρεύεται. Κατά τά άλλα ό Τριμπουσόν είναι ένας πολύ άξιοπρεπής ύπηρέτης, πού ξέρει νά γιαλύζει τίς μπότες του κυ ρίου του, νά ράβη τά κουμπιά τού επενδυτή του όταν ξυλώνονται, νά σιδερώνη ρούχα, νά περιποιήται τό άλογο, νά μη ζητάει μισθό καί νά μη δια μαρτύρεται όταν... πεινάει. Τό μοναδικό ελάττωμά του εί ναι τά... χέρια του. "Οταν άποφασίζει καιμμιά φορά πραγ ματικά νά πολεμήση, οι γρο θιές του γίνονται σιδερένια σφυριά πού συντρίβουν καί τό σπαθί του ρομφαία άκατανί κητη... Στην υπηρεσία του νεαρού Άνρύ Ντυβερνουά μπήκε υπό περίεργες συνθήκες. Γνωριστή κάνε ύστερα άπό ένα γερό... ξυλοδαρμό! Τό παιδί είχε ξε κινήσει άπ’ τό Ρουέν, την πα τρίδα του, γιά την Αγγλία, όπου θά σπούδαζε τη στρατι ωτική τέχνη. Ένα μεσημέρι, περνώντας άπ’ τον δημόσιο δρόμο, άκούει άνθρώπινα βογγητά. Κατέβηκε άπό τ’ άλογό του καί μπήκε στο δάσος. Τό τε είδε τον Τριμπουσόν γονα τιστό, γυμνό ως τή μέση μέ δεμένα τά χέρια στον κορμό ενός δέντρου... νά τρώη τής
ΙΠΠΟΤΗΣ 17 ««««««««««««««««««««««««<««««««««««««««««««««< χρονιάς του! "Ενας κακομού τσουνος άντρας τον χτυπούσε μ’ ένα βαρύ μαστίγιο. Κι5 αυ τός βογγούσε καί ζητούσε βο ήθεια. Ό Άνρύ τον λυπήθηκε, μπήκε στη μέση, διασταύρωσε τό σπαθί του με τον άγνωστο, πού δπως έμαθε κατόπιν ήταν ένας ληστής, τον τραυμάτισε κι* δτοα/ εκείνος χάθηκε τρέχοντας μέσα στο δάσος, ελευ θέρωσε τον Τριμπουσόν. "Υστερα από δλα αυτά θά νόμιζε κανείς πώς ό Τριμπουσόν θά ευχαριστούσε καί θά φιλούσε τά χέρια τού σωτήρα του... "Ομως ό Τριμπουσόν... θύμωσε! — "Επρεπε νά μ* άφή σης!, είπε στο παιδί. Δεν εί σαι έν τάξει. — Νά σ’ άφήσω; παραξε νεύτηκε. Νά σ’ άφήσω νά σε δέρνη; — Ναι. Θά τον κανόνιζα μιά χαρά, αλλά μπήκες εσύ στη μέση καί μού χάλασες τη δουλειά... Δεν πρόφτασα νά... θυμώσω! — Δηλαδή; — Είχα τό σχέδιό μου ε γώ! Εμένα μέ λένε Τρκμπουσόν καί δεν τό βάζω κάτω εύ κολα! Αλλά βλέπεις μού την έσκασε μπαμπέσικα. Μ5 έπιά σε, μ5 έδεσε καί μέ σακάτεψε στο ξύλο. "Ωχ! Ή πλάτη μου. "Επρεπε νά μ’ άφήσης νά φάω κι5 άλλο ξύλο νά... θυμώσω περισσότερο... νά τού ριχτώ! Ό νεαρός Άνρύ Ντυβερνουά σταυροκοπήθηκε. —Καλά, αφού είναι έτσι, γειά σου... Μέ συγχωρεΐς... Άλλα, καθώς έτοιμάστηκε
νά σ αλτ άρει στη σέλα τού α λόγου του, είδε τον Τριμπου* σόν νά χάνη τό... χρώμα του. — Τί; Θά μ’ άφήσης τώ ρα μόνο; ρώτησε. Κι5 άν ξαναγυρίση πάλι καί μέ γραπώ σει; Τό παιδί χαμογέλασε. Μά δέν μού είπες πώς θά τον... κανόνιζες μιά χαρά άν είχες λυτά τά χέρια σου; Νά πού τώρα δέν είσαι πιά δεμέ νος. Ό Τριμπουσόν έξυσε τό κε φάλι του μέ αμηχανία. —Γιά καλό καί γιά κακό πάρε με μαζί σου... γιατί δέν έχω θυμώσει άκό-μα αρκετά!, είπε. Ό Άνρύ κατάλαβε. Τον λυ πήθηκε καί τον πήρε μαζί του. Στο δρόμο έμαθε την ιστορία του. Ήταν ένας φουκαράς, πού δέν είχε κανένα στον κό σμο καί πού ζοϋσε από μικρό κλοπές. Είχαν ρημάξει τά χω ριάτικα κοτέτσια μέ τον άλ λον, εκείνον πού τον έδερνε. Ήτανε συνεταίροι μά την η μέρα εκείνη ό Τριμπουσόν ξα φνικά αποφάσισε νά διαλύση... τον συνεταιρισμό καί νά γίνη τίμιος άνθρωπος. Αυτό δέν άρεσε στον σύντροφό του καί τον τιμώρησε μέ μαστίγω μα πού θά συνεχιζόταν ακό μα, άν δέν έμπαινε στη μέση τό παιδί. — Καί τώρα τί θά κάνης; τόν ρώτησε ό ’Ανρύ. — Χμ ! Δέν ξέρω ακόμα, άποκρίθηκε αναστενάζοντας. — "Ερχεσαι μαζί μου; "Ε χω ανάγκη από έναν υπηρέτη. Τά μάτια τού Τριμπουσόν
Λβ#»» ΙΙ11^*βί®1®8 Ϋ4^®?Μ0® ·ψφΜ,'' ■' ν:,*·'· ,Η Ρ% νΐΜ^ ΜΜ :(·:ί<·:·:·:
1 τ··^<
&»§§
ϋ3Ρ§
ν«?: ·:--·'<·
·:·μο ΛΜΛ;
β·:^
ΙΚϋ»! §§1§1$§| ϋΐϋ
ίί·ί:5?ν
ΡΡ» §§»/
Χ'.!>ώΓ
§ί«$ Λ·ώ*ί«%«κ
ΜΙ
δυο γυναίκες ξεφωνίζουν τρομαγμένες ένώ
μικ:τΓττοτϊ)ς Βι «σταυρώνει το στκχ&ί του με
τους ·<χγνωστούς
;|Ι%ι ,ί.-χ-χ-ν:.·:·:·:·
ί:ίΛ':·;^’?ίκ*>
20 αστράψανε άττό χαρά. — Μέ θέλετε; άρχισε τώρα νά μιλάει στον πληθυντικό. Μου τό λέτε σοβαρά; — Έν τάξει, Τριμπουσόνί 3Από σήμερα άνήκεις στην υ πηρεσία μου !, είπε μέ έπίση μο ύψος τό παιδί. Μέ λένε 3Ανρύ Ντυβερνουά... Κι3 έτσι ό 3Ανρύ^πήρε μαζί του στην Αγγλία τον Τριμπου σόν και τώρα ξαναγυρίζει πά λι μαζί στη ί αλλία, υστέρα άπό άπουσία δυο χρόνων, μέ τό τρικάταρτο του καπετάν Φερνέ. Ο ΤΡΙΜΗΟΥΣΟΝ ΑΝΔΡΑΓΑΘΕΙ
ΥΤΟΣ λοιπόν είναι ό περίφημος Τριμπουσόν καί αυτή είναι ή άληθινή του ιστορία. Καί τώρα, πού είναι τρυπωμένος στη σεντίνα τής «Παναγίας του Ρέμς» καί ακούει άπ3 τό κα τάστρωμα τις φωνές καί τό ποδοβολητό των σωματοφυλά κων, πού έρχονται άπό τό άλ λο πλοίο νά συλλάβουν τον Μικρό Ιππότη — έτσι συνηθί ζει νά λέη τον κύριό του ό Τρι μπουσόν—, ετοιμάζεται νά... δράση! Μά ξαφνικά ένας παράξε νος θόρυβος φτάνει στ3 αυτιά του. Είναι ένας θόρυβος πού έρχεται άπό πολύ ' κοντά. Γουρλώνει τό γαλανό του μά τι καί μισοκλείνει τό κρασάτο, προσπαθώντας ν3 άντιληφθή τί ακριβώς συμβαίνει, καί άπό» τομα άοχίζει νά τρέμη καί κιν δυνεύει νά καταπιή τη γλώστ®υ.
Ο
ΜΙΚΡΟΣ
— Πα... Πα... Πα... να..., να... γι... γι... ά μου!, τραυ λίζει._Τί... Τί... γί... γί... γί... νε.. νε ται εδώ μέσα; Ό θόρυβος είναι δίπλα του. Κάποιος εχθρός λοιπόν πρέ πει ύπουλα νά τον έχη ζυγώ σει στο σκοτάδι. 3/Ισως κιό λας νά τον σημαδεύη μέ τό σπαθί του έτοιμος νά τού τρυπήση την καρδιά. — Πίσω, άθλιε!, φωνάζει παίρνοντας θάρρος άπό την ίδια του τή φωνή. Πίσω καί σ: έφαγα! 3Αλλά ό θόρυβος δέ σταμα τάει. "Ολο καί πλησιάζει πιο πολύ προς τό μέρος του καί, ξαφνικά, ό Τρί'μπουσόν νοιώ θει κάτι σουβλερό νά άκουμπάει στην γάμπα του. Τώ ρα είναι βέβαιος πώς τον άγγίζει ή αιχμή ενός ξίφους καί ...ξαναχάνη τή φωνή του! — Βο... Βο... ή... η... θει.. θει... α!..., τραυλίζει. Καί τό βάζει στά πόδια. Τσαλαβουτάει στά βρωμόνερα, σκοντάφτει, σηκώνεται, ξα νασκουντάφτει, πέφτει καί δέν τολμάει νά γυρίση πίσω του. Τρέχει μέ τή ψυχή στο στό μα, βγαίνει απ’ τή σεντίνα, σκαρφαλώνει σέ μ νά σκάλα καί τότε μονάχα καταλαβαί νει πώς... ένα ποντίκι είναι αυτό πού τον έτρεψε σέ άτα κτη φυγή καί έρχεται ξωπίσω του! 3 Αλλά ό Τρι μπουσόν έ χει πάρει τώρα φόρα καί δέν σταματάει. 3Ανεβαίνει τή σκά λα καί τρυπώνει πίσω άπό έ να σωρό δέματα., ν3 άνασάνη. Έδώ τον περιμένει όμως μια καινούργια λαχτάρα! Τ®
ΙΠΠΟΤΗΣ 21 «««««««««<««««««<«««««««««<<««««««<««<<«««<«<<«<«<<«««« άμπάρι —γιατί δίπλα σ’ ένα άντιληφθούν. Θά τον δουν καί αμπάρι βρίσκεται— είναι γε θά πέσουν απάνω του σάν... μάτο σωματοφύλακες πού πα τά κοράκια! ραμερίζουν τα δέματα καί ψά — Αναθεματισμένο ποντί χνουν μέ τή φασαρία τους ν’ κι, τί μου έκανες!, λέει μέσα άνακαλύψουν τον Άνρυ. από τά δόντια του. Αλλά νά Τώρα αρχίζει ένα καινούρ μ ή μέ λένε Τριμπουσόν, άν γιο... τρέμουλο. 5Από τή θέσι δέν σ' εκδικηθώ άγρια... πού βρίσκεται, βλέπει τους Καθώς όμωξ μιλάει, κάτι σωματοφύλακες ν’ άνασημώ γίνεται πού του κόβει τό αίμα. νουν τό κεφάλι του^ προς τ’ Ένά δέμα από αυτά πού βρί απάνω καί να κυτταζουν τό σκόνται στο χείλος τού άμπα βουνό μέ τα δέμοπα. ριοΰ απ’ τό πολύ... τρέμουλο —Σαν ν' ακόυσα βήματα!, φεύγει από τή θέσι του καί λέει ένας. πέφτει βαρύ απάνω στούς σω — Λες να είναι αυτός πού μοίτο-φύλαικε-ς. ι'Ακούγετα(ι έ ζητάμε; ρωτάει ένας άλλλος. να άγριο ουρλιαχτό καί ό Τρι•— 'Αμ'^ ποιος άλλλος; Νά μπουσόν παρακαλάει ν’ άνοι δής πού κάπου εδώ γύρω μας ξη ή θάλασσα νά τον κατακρύβεται, λέει ένας τρίτος. πιή! Μά, πριν προφτάσει νά — Μέ εύχαρίστησί μου θά τελειώση τήν προσευχή του, τον περάσω στο σπαθί μου, ένα δεύτερο δέμα πέφτει στ5 άν τον πιάσουμε!, άκούγεται αμπάρι. Κι’ ύστερα αμέσως πάλι νά μιλάει ό πρώτος. Δι άλλο κι’ άλλο. Όλάκερο τό ψάω γιά αίμα απόψε! βουνό πού έχουν σχηματίσει Ό φουκαράς ό Τριμπουτούτα τά δέματα πέφτει στ’ σόν, μ' όλα τούτα τά λόγια αμπάρι καί θάβει κάτω από πού φτάνουν σάν κανονιές τό ασήκωτο βάρος του τούς στ5 αυτιά του, γίνεται χειρό σωματοφύλακες τού Ρισελιέ, τερα. πού φωνάζουν απεγνωσμένα — Αμάν! Θά πάω άδικα καθώς βλέπουν δτι πέσανε σέ σάν τό σκυλί στ5 αμπέλι!, δόκανο... συλλογίζεται. Θεούλη μου, κά Ό μόνος πού δέν μιλάει εί νε με νά... θυμώσω... ναι ό Τριμπουσόν. Καθώς βλέ Αλλά, αντί νά θυμώση, πει τά δέματα νά φεύγουν κά τρέμει περισσότερο καί τό τω από τά πόδια του, άρπάζε τρέμουλο τού κορμιού του με ^αι από ένα σκοινί καί κρέυεταδίδεται στά δέματα πού άται στον αέρα. ^Υστερα, όταν νάμεσά τους έχει τρυπώσει κι* καταλαβαίνει τί έχει συμβή, αρχίζουν νά τρέμουν κι' αυτά! σαλτάρει καί ρίχνει μιά περι Καί, καθώς τρέμουν, αρχίζουν φρονητική ματιά στο αμπάρι, νά κουνιούνται καί κουνιέται — Άμ’ τί νομίζατε!, λέει μαζί τους κι5 ό Τριμπουσόν! κι’ ένα χαμόγελο θριάμβου ζω Τώρα τό βλέπει πώς είναι χα γραφίζεται στο χοντρό πρό μένος! Δέν γίνεται νά μην τον σωπό του. Νομίζατε πώς θα
22
Ο
Μ
I
Κ
Ρ
Ο
Ζ
<<<<««<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<«<<<<<<<<<<<<<<<<<«<«<<<<<<<<<<<<<<«<<«<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<
θέσι. Τον στριμώχνει -στην ά τά βγάλετε πέρα μέ τον Τοικρη τής κουπαστής και δλοι μπουσόν; Κορόϊδα! Τό τρε μούλα... ήταν προδιαγεγραμ πού παρακολουθούν τούτη τή μάχη ξεφωνίζουν χαρούμενα. μένο σχέδιο! "Έτρεμα αλλά είχα τό σκοπό μου πού... έτρε — Μπράβο, μικρέ! μα. Τώρα εκεΐ μέσα που βρι :— Απάνω του Ανρύ ! σκόσαστε ούτε δέκα βίντζια δέ — Γειά σου, μικρέ Ιππό μπορούν να σάς βγάλουν... τη ! "Όχι, παίζουμε! Ό Ροσεφόρ μέσα στο σκο Φτύνει περιφρονητικά προς τάδι τρίζει τά δόντια του υέ τό μέρος τού αμπαριού και λύσσα. Είναι ή πρώτη φορά σεινάμενος και καμαρωτός αρ • που αυτός, πού είναι όνομα χίζει ν’ ανεβαίνει ' τή σκάλα στός ως τό «πρώτο σπαθί» τής γιά ν’ άναγγείλη στους άλ Γαλλίας, τήν παθαίνει· καί έλους πού βρίσκονται στο κα ξευτελίζεται άπό ένα παιδί. τάστρωμα τον θρίαμβό του. Αλλά δέν θ’ άφήση νά ' τον. χτυπήση. Αγαπάει τή ζωή ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ του ό λοχαγός τού Ρισελιέ. ΤΟ κατάστρωμα όμως/ή Καί, καθώς ό Νίτυβερνουά δρσυμπλοκή . βρίσκεται μάει απάνω του μέ προτετα στο τέρμα της. Οι σω μένο τό ξίφος γιά τό τελευ ματοφύλακες πατάχτηκαν από ταίο χτύπημα, γέρνει απότο τούς ναύτες στη θάλασσα κι’ μα προς τά πίσω έξω άπό τά εκείνοι πού παλεύουν τώρα α κάγκελα τής κουπαστής, πα·ίρ πεγνωσμένα κι’ δσο γίνεται . νει μιά-τούμπα στον αέρα καί. πιο άγρια είναι ό. Ροσεψόρ και πέφτει στή θάλασσα. τό παιδί, — Είσαι ένας δειλός κι’ έΌ καπιταιν Φερνέ και μερι νας τιποτένιος!, τού φωνάζε·ι κοί από τούς άντρες του θέ ό μικρός Ιππότης καθώς σκσλουν νά βοηθήσούν τον μικρό βει έξω άπό τά κάγκελα καί Ντυβερνουά. "Αλλά εκείνος δέ προσπαθή νά τον διακρίνη στο σκοτάδι. Μά ελπίζω νά σέ συ τούς αφήνει. ναντήσω πάλι.' — Αφήστε με! Αυτός μού * — *Αν δέν τον φάνε τά σκυ ανήκει!, φωνάζξΐ. λόψαρά!, φωνάζει ό καπιταιν Ό λοχαγός τού Ρισελιέ εί Φερνέ. Θά καλοπεράση. ναι χλωμός τώρα. Τό ·πρόσοιΚαί άυέσως γυρίζει στού^ πό του έχει τσακίσει από την ναύτες του. κούρασι καί είναι φανερό πώς — Εμπρός, παιδιά... ’Α• άπό λεπτό σέ λεπτό εξαντλούν .νοΐχτε τά πανιά. Θά ξεκινή1 ται οι δυνάμεις του. "Ολα δεί σου με κι’ ό Θεός βοηθός. Βλέ χνουν πώς δεν θ’ άντέξη πο πω πώς κατεβάζουν· δεύτερη λύ. Καί πραγματικά μ’ ένα βάρκα'άπό τό περιπολικό. Μυ τεχνικό χτύπημα ό μικρός ίπρίστηκαν πώς έγιναν φασαρίπότης τον φέρνει σέ δύσκολη