Skip to main content

Ο Δεκαπενταετής Πλοίαρχος

Page 1

ISBN: 978-618-5531-83-6


ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ

Ο ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΕΤΗΣ ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ Ά ιτ ό δ ο σ ι ς Μ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΦΘΗΝΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

Α Θ Η Ν Α I


Τί είναι εκείνο εκεί; Ρώτησε ό μικρός Τζάκ τον Ντΐκ Σάινιδ.

ΤΟ «ΠΙΛΓΚΡΙΜ»

ν ίιέ

ΤΙ Σ 2 τοΟ Φλεβάρη του 1873, τό μπρί­ κι - γολέτα «Πίλγκριμ» έπλεε σέ 43, 57' μοίρες νό­ τιου πλάτους και 165, 19' μοίρες δυτικού μήκους, αητό τον μεσημβρινό του Γκρηνουϊτς. Ειδικά εξοπλισμένο στο Σαν Φραντσίσκο για τό χοντρό ψάρεμα των νότιων θαλασσών, τό καράβι αυτό ήταν ιδιοκτησία του Τζέϊ.μς Β. Βέλντον, πλούσιου καλιφορνέζου εφοπλιστή. Κυβερνήτης του, έδώ κι5 αρκετά χρόνια, ήταν ό πλοίαρχος Χόλ. Τό «Πίλγκριμ» ήταν ένα από τά πιο μικρά, αλλά ίσως τό καλύτερο απ’ τά τόσα καράβια πού έστελνε κάθε χρόνο ό Βελντον, πιο εκεί άπό τό Βερίγγειο πορ­ θμό, στην Τασμανία, τό Άκρωτήρι Χόρν και τον Α­ τλαντικό Ωκεανό. Σκαρί καλοτάξιδο κι5 ευκίνητο, ήταν κατάλληλο γιά νά ελίσσεται άνάμεσα στα έπικίνδυνα παγάβου-

3


να ττοδ άρμένιζσν στό Ν&τιό ήμι'σφβιφιΰ. Ό πλοίαρχος Χόλ, έμπειρος^ ναυτικός, γνώριζε κά~ λά δλα τά περάσματα των πάγων, πού φτάνουν τό καλοκαίρι ώς τή Νέα Ζηλανδία καί τ’ άκρωτήρι τής Καλής Ελπίδας, σέ γεωγραφικό πλάτος πολύ χαμη­ λότερο από κείνο πού παρατηρεΐται στις βόρειες θά­ λασσες. Ό πλοίαρχος Χολ, πού έκτος των άλλων ήταν α­ συναγώνιστος στον χειρισμό του καμακιού, είχε υπό τις διαταγές του πλήρωμα, πού τό (Αποτελούσαν πέν­ τε άντρες κι* ένας δόκιμος. Φυσικά αυτοί δεν μπορού­ σαν νά φτάσουν για τό κυνήγι τής φάλαινας καί τό κομμάτιασμά της, όμως ό Βέλντον, όπως καί πολλοί άλλοι εφοπλιστές ναυτολογούσε στο Σαν Φραντσίσκο μόνο δσους χρειάζονταν για την κυβέρνησι του σκά­ φους. Στη Νέα Ζηλανδία άφθονουσαν οι άνθρωποι του καμακιού, ναυτικοί απ’ δλα τά μέρη του κόσμου, τυχοδιώκτες, λιποτάκτες κΓ ένα σωρό· άλλοι πού ζη­ τούσαν δουλειά καί τά κατάφερνα πολύ καλά σάν ψαράδες. Στο τέλος τής εποχής του ψαρέματος τούς πλή­ ρωναν καί τούς άφηναν εκεί νά περιμένουν τή νέα περίοδο, πού θά ξανάρχονταν τά φαλαινοθηρικά. Τό ίδιο γινόταν καί στο «Πίλγκριμ». Τή χρονιά αυτή πέρασε την περίοδο του^ ψαρέμα­ τος μέσα στά όρια του πολικού άνταρκτικου κύκλου, αλλά τά βαρέλια του δεν κατάφεραν νά γεμίσουν μέ φαλαινόλαδο κι* ακατέργαστες μπαλένες. Αιτία ήταν πού τά κήτη^ είχαν αρχίσει νά σπανί­ ζουν, από τό εντατικό κυνήγι πού τούς έκαναν, καί τό εΐδος τής γνήσιας φάλαινας κόντευε νά έξαφανιστή. Άπόμεναν μόνο τά «Τζουμπαρτ», τά γιγάντια μαστοφόρα πού οί επιθέσεις τους ήταν εξαιρετικά ε­ πικίνδυνες, κι’ οι ψαράδες αναγκάζονταν νά περιορί­ ζονται σ* αυτά, ενώ παλιότερα τά άπέφευγαν. Κοντολογής ό χρόνος εκείνος στάθηκε άτυχος γιά τό «Πίλγκριμ». Τις πρώτες μέρες του Γενάρη, στήν καρδιά δηλαδή του καλοκαιριού του νότιου ήμισφαίριου, ό πλοίαρχος Χολ (αναγκάστηκε ν’ άφήση τούς ψαρότοπους, γιατί τό ναυτολογημένο στήν τύχη πλή­ ρωμά του του είχε δημιουργήσει ένα σωρό δυσάρε­ στες ιστορίες. "Ανοιξε δλα τά πανιά θέλοντας νά τούς ξεψορτωθή τό γρηγορότερο καί στις 15 του μηνάς τούς ξε-


μίτάρκ&ρε έκεϊ άτι* βιτιόϋ τους είχε ττσραλάβει. Τό μό­ νιμο πλήρωμα όμως δεν ήταν καθόλου ευχαριστημέ­ νο. Αεί πανε^ παραπάνω άπο διακόσια βαρέλια, για νά συμπληρωθή δπως έπρεπε τό φορτίο του καραβιού μέ φαλαινόλαδο. Χειρότερο ψάρεμα δεν είχαν ξανακάνει. Ό πλοίαρχος Χολ λοιπόν έπέ’στρεφε απογοητευ­ μένος. ”Αδικα προσπάθησε νά βρή καινούργιο πλή­ ρωμα στο ’Ώκλαντ γιά νά συνέχιση. Οι ναυτικοί έ­ λειπαν όλοι μέ τ’ άλλα καράβια. Αποφάσισε ν* άφήση οριστικά το "Ωκλαντ. Τότε ακριβώς τέσσερα πρόσωπα του ζήτησαν νά ταξιδέψουν μέ τό «ΓΗ λ γκρι μ». Πρόσωπα στά όποΐα δέν μπορούσε νά άρνηθή. ^Η­ ταν ή γυναίκα του ιδιοκτήτη του καραβιού, κυρία Βέλντον, ό πεντάχρονος γυιός της Τζάκ κι5 ένας συγγε­ νής της πού τον έλεγαν «έξάδελψο - Βενέδικτο», κα­ θώς καί μιά γριά - νέγρα ή Νέν. Μιά κακοτυχία τούς είχε αφήσει στη Νέα Ζηλαν­ δία, γιατί, ενώ έπρόκειτο νά επιστρέφουν ^μαζί μέ τον κύριο Βέλντον στο Σάν Φραντσίσκο, είχε άρρωστήσει βαρειά ό μικρός Τζάκ. Βιαστικές δουλειές α­ νάγκασαν τον πατέροε νά^φύγη μόνος του. •Είχαν περάσει τρεις μήνες άπό τότε. Ό μικρός έ­ γινε καλά κι5 ετοιμάζονταν ήδη γιά την άναχώρησι όταν έφτασε τό «Πίλγκριμ». Γιά νά έπιστρέψη στο Σάν Φραντσί'σκο ή κυρία Βέλντον εκείνη την εποχή, έπρεπε νά πάρη κάποιο άπό τά πλοία πού έκαναν δρομολόγια άπ’ τη Μελ­ βούρνη στον ισθμό τού Παναμά. Φτάνοντας εκεί, έ­ πρεπε νά περιμένη καμμιά δεκαπενταριά μέρες, γιά νά πάρη αμερικάνικο πλοίο, πού έκανε τη γραμμή άπό τον ισθμό μέχρι την Καλιφόρνια. Πολύς χαμένος καιρός καί πολλές άλλαγές πλοίων καί μετακομίσεις. Γιά ν' άποφύγη ολ’ αυτά, ζήτησε άπό τον πλοίαρχο Χόλ νά την πάρη μέ τό «Πίλγκριμ» στην πατρίδα της μαζί μέ την συντροφιά της -τον μικρό Τζάκ, τον έξάδελφό Βενέδικτο καί τη Νέν, πού την είχε μεγαλώσει στά χέρια της άπό μικρή. Μεγάλο τόλμημα νά περάσουν μ ένα ιστιοφόρο τρείς χιλιάδες λεύγες. Τό καράβι του πλοίαρχου Χόλ, δμως, ήταν πολύ καλοτάξιδο κΓ ή εποχή ήταν καλή. Ό καπετάνιος δέχτηκε καί παραχώρησε την καμπίνα του στην κυρία Βέλντον, γιά νά έχη δσο τό δυνατόν περισσότερες ανέσεις.


Ή μόνη καθυστέρησι του «Ηίλγκριμ», ήταν πώς έ­ πρεπε νά «πιάση» στο Βαλπαραΐζο γιά νά ξεφορτώση. Ή .κυρία Βέλντον ήταν μιά πολύ δυνατή γυναίκα. Δεν την τρόμαζε καθόλου ή ιδέα του δύσκολου ταξι­ διού της, μ3 ένα καράβι όχι πολύ βαρύ και όχι αρκετά μεγάλο. "Ήξερε πώς ό σύζυγός της είχε απόλυτη εμ­ πιστοσύνη στον πλοίαρχο Χόλ. Πρέπει όμως νά πούμε δυο λόγια καί γι3 αυτόν τον έξάδελφο Βενέδιικτο, πού θά ταξίδευε μαζί της: ^Ηταν καλός άνθρωπος, πενηντάρης πάνω - κάτω. Παρ3 όλον το μισό αιώνα όμως πού κουβαλούοτ στίς πλάτες του, τό μυαλό του δεν εΐχε πάψει ποτέ νάναι όλότελοο παιδικό. Μάλλον μακρύ μπορούσες νά τον πής, παρά ψηλό καί μόιλλον στενό, παρά αδύνατο. Μεγάλο, κοκκαλιάρικο κεφάλι, μέ πολλά μαλλιά, έ­ δειχνε άπό μακρυά πώς ήταν ένας αγαθός επιστήμο­ νας. Πρέπει νά σημειακή πώς «εξάδελφο Βενέδικτο» τον φώναζε όλος ό κόσμος κι3 όχι μονάχα οί συγγε­ νείς του. Κι3 ήταν αλήθεια άπό κείνους τούς τύπους πού νομίζεις πώς είναι ξαδέλφια μέ όλους τούς αν­ θρώπους. "Αδέξιος, μακροχέρης καί^ μακροπόδαρος, ευχαρι­ στιόταν μέ τό τίποτα, ξεχνούσε πολλές φορές νά φάη καί νά πιή κι3 είχε μιά πλήρη αναισθησία στο κρύο καί στη ζέστη. Έικ πρώτης όψεως έμοιαζε πιο πολύ σάν νά ανήκε στον φυτικό κόσμο, παρά στον ζωϊκό. Εί^ε χρυσή καρδιά καί την πρόθεσι νά βοηθήση όλους τους ανθρώπους, μόνο πού δεν είχε την ικανότητα νά τό κάνη. Ή αδυναμία του αυτή τον έκανε συμπαθέ­ στατο καί ή αγαθότητά του χαριτωμένο. Πρέπει εδώ νά προστεθή πώς ό έξάδελφος Βενέδικτος δύν ήταν κανένας τεμπέλης. "Αντίθετα ήταν έργατικώτατος καί είχε ένα μεγάλο πάθος: Τήν έντο-μολογία. Κι3 ακόμα πιο συγκεκριμένα, τον ένδιέφερε ένας ώρισμένος κλάδος τής εντομολογίας, εκεί­ νος των αρθρωτών. Πρέπει νά ύπολογίσωμε δε πώς αυτή ή ομοταξία διαιρείται σέ δέκα τό ελάχιστο τά­ ξεις, όπως τά όρθόπτερα, τά νευρόπτερα, ύμενόπτερα, λεπιδάπτερα, κολεόπτερα, δίπτερα, θυσανόπτερα κλπ. Σέ μερικές άπό τις τάξεις αυτές, λόγου χάριν στά κολεόπτερα, είναι γνωστά τριάντα χιλιάδες είδη ένώ στά δίπτερα έξήντα. Όλοκάθαρο είναι, ύστερ3 άπ3 αυτά, πώς τό πεδίο


της μελέτης είναι εύρύτατο, τόσο πού φτάνει για νά άσχ αληθή μ* αυτό ένας άνθρωπος σ’ ολόκληρη τη διάρκεια τής λ ζωής του. Κι* ακριβώς ό έ'ξάδελφος Βενέδικτος ήταν αυτός ό άνθρωπος, που είχε αφιερώσει τη ζωή του στον κλά­ δο των άρθρωτών, τής εντομολογίας. * Αδύνατο νά^ μέτρηση κανείς πόσες καρφίτσες βρί­ σκονται διαρκώς χωμένες στα μανίκια, τό κολλάρο καί τό γιλέκο του. "Οταν γύριζε απτό τούς επιστημονι­ κούς του περιπάτους, ό σκούφος του παρουσίαζε οψι συλλογής, έτσι όπως ήταν καταστόλιστός μέσα κι* έξω μέ καρφιτσωμένα έντομα. ΤΙ ρέπει νά πούμε άκόμα πώς τό πάθος του αυτό ήταν πού τον εΐχε κάνει ν* άκολουθήση1 την κυρία Βέλντον στη Νέα Ζηλανδία καί ότι πραγματικά πλού­ τισε αρκετά τη συλλογή του σ’ αυτό τό μέρος. Τώ­ ρα βιαζόταν νά έπιστρέψη στο Σαν Φραντσίσκο γιά νά κάνη την κατάταξι καί ταξινόμηση των εντόμων πού είχε πιάσει·. Καθόλου παράξενο λοιπόν, πού ή βιασύνη του αυ­ τή τον έκανε ν’ άκολουθήση την κυρία Βέλντον στο ταξίδι του γυρισμού μέ τό «Πίλγκριμ». Στις 22 τού Γενάρη ή εξαιρετική αυτή γυναίκα εΐχε απολύσει τούς ντόπιους υπηρέτες της πού είχε προσλάβει στο ’Ώκλαντ καί ήταν καθ’ όλα έτοιμη γιά τον απόπλου. Μπάρκαρε όπως είπαμε μαζί μέ τον μικρό Τζάκ τον γιό της, μέ τον έξάδελφο Βενέδικτο καί τή γριά - νέγρα τή Νέν. Ό έξάδελφος Βενέδικτος έφερε τήν πολύτιμη συλ­ λογή των εντόμων του μέσα σ’ ένα λαμαρινένιο κου­ τί1 καί δέν χρειάζεται νά τονίσω με πώς εΐχε φροντί­ σει νά τό σιγουρέψη: όσο τό δυνατόν καλύτερα, μιά πού λογάριαζε τήν άξία του σχεδόν στο διπλάσιο απ’ όλα τά φαλαινόλαδα καί τό φορτίο τις μπαλένες πού ύπήοχαν στο «Πίλγκριμ». Τήν ώρα πού έπρόκειτο νά σηκώσουν τήν άγκυρα γιά νά σαλπάρουν, ό πλοίαρχος Χολ πλησίασε τήν κυρία Βέλντον. — Κυρία, είπε, τό θελήσατε -μόνη σας νά ταξιδέ­ ψετε μέ τό «Πίλγκριμ» καί γι’ αυτό κάθε ευθύνη, γιά ό,τιδήποτε σάς συμβή, εΐναι δική σας. Εκείνη τον παρατήρησε μέ κάποια ανησυχία καί ρώτησε:

— Τί εννοείται; 7


— 'Απλώς ότι κάνω κάτι χωρίς τη διαταγή του συζύγου σας καί οπωσδήποτε ενα μπρίκι σαν το «Πίλγκριμ» δεν μττορεΐ νά έγγυηθή την ίδια ασφάλεια μέ τά ύπερωκεάνεια τής γραμμής. _ — Πιστεύετε πώς άν ήταν εδώ ό σύζυγός μου, θά δίσταζε νά ταξιδέψη μέ τό «'Πίλγκρί'μ», κύριε ττλοίαρζω ούτ’ εγώ. Μ5 όλο πού πέρασε μια άτυχη περίοδο στο ψάρεμα, τό «Πίλγκριμ» μένει πάντοτε ένα γερό καί καλοτάξιδο καράβι. Με την παρατήρησί μου έ­ κτος των άλλων, ήθελα νά σάς εξηγήσω καί δτι δεν θά βρήτε εδώ τις ανέσεις στις όποΐες είσθε συνηθι­ σμένη... — Έάν πρόκειται γιά τίς ανέσεις, κύριε Χολ, α­ πάντησε ή κυρία Βέλντον, σάς πληροφορώ πώς δέν είμαι καθόλου δύσκολη ταξιδιώτισσα. Έρριξε ,μιά τελευταία ματιά στον γυιό της καί ξανάπε: — Τί περί μένομε λοιπόν; "Ας σαλπάρατ'ε. Τρεις μέρες ΰστερ’ απ’ αυτή τη συζήτηση τό «Πίλγκριμ» συνάντησε δυνατούς αντίθετους ανατολικούς ανέμους καί αναγκάστηκε νά παρεκλίνη από την πο­ ρεία του. Στις 2 Φεβρουάριου λοιπόν, ό πλοίαρχος βρισκό­ ταν πάντα έξοο από τό κανονικό δρομολόγιό του, σαν νά έπρόκειτο νά παρακάμψη τό άκρωτήρι Χόρν, αντί νά πλησιάζη τις ακτές του Νέου Κόσμου. ΝΤΙΚ ΣΑΝΔ ί Ν δέν λογαριάσης την καθυστέρησι από τον δυνατό άνεμο, ή θάλασσα ήταν ήρεμη καί τό ταξί­ δι συνεχιζόταν καλά. Ή κυρία Βέλντον είχε τακτοποιηθή όσο γινόταν κα­ λύτερα μέσα στην καμπίνα του πλοιάρχου, πού εΐχε χρειαστή νά έπιρείνη πάρα πολύ γιά νά την καταφέρη νά τη δεχθή. Μαζί της είχε τον μικρό Τζάκ καί τη γριά Νέν καί γευμάτιζε έκεΐ μέσα μαζί μέ τόν^πλοίαρχο καί τον έξάδελφο Βενέδικτο, γιά τον όποιο είχαν σκαρώσει μιά πρόχειρη καμπίνα στην πλώρη. Ό καπετάνιος κράτησε την καμπίνα πού υπήρχε


άτα «Πίλγκριμ» για τον δεύτερο, Αφού Ακριβώς δεν υπήρχε... δεύτερος πλοίαρχος!λ Τό μπρίκι - γολέτα μπορούσε θαυμάσια νά κάνη καί χωρίς αυτόν. Τό πλήρωμά του τό αποτελούσαν άξιοι ναυτικοί, πολύ αγαπημένοι μεταξύ τους. ^Ηταν όλοι τους οπό τή Δυτική Αμερική και γνωρίζονταν από αρκετά χρό­ νια. Φέρνονταν μ* ευγένεια και σεβασμό στην κυρία Βέλντον, γιατί αγαπούσαν καί σέβονταν τον σύζυγό της. Καθώς ήταν λίγοι, δούλευαν συνήθως πολύ, αλλά ανταμείβονταν πλουσιοπάροχα για τούς κόπους τους, σέ κάθε τέλος περιόδου. Γιά τήν έφετεινή ατυχία τους ήταν έξω φρένων μ5 εκείνους τούς τυχοδιώκτες τής Νέας Ζηλανδίας πού τούς είχαν αναγκάσει νά διακόψουν τό ψάρεμα. Μόνο ένας δεν ήταν ’Αμερικάνος, πάνω στο «Πίλγ­ κριμ». Ό Πορτογάλος μάγειρος Νεγκορό. Ό Νεγκορό είχε προσληφθή τώρα τελευταία, για­ τί ό προηγούμενος μάγειρος τού πλοίου είχε μείνει στο "Ωκλαντ. ΕΤχ-ε παρουσιασθή μόνος του γιά νά ζητήση αυτή τή θέσι - άνθρωπος λιγομίλητος καί σκυ­ θρωπός, καθόλου κοινωνικός, κλεισμένος στον εαυτό του, αλλά καλός στή δουλειά του. Ό πλοίαρχος Χολ δεν ήταν ευχαριστημένος. Ό Νεγκορό δεν τού άρεσε καί στενοχωριόταν πού ή βια­ στική τους άναχώρησι δεν τοΰ είχε επιτρέψει νά ζη­ τήση περισσότερες πληροφορίες γιά τό άτομό του. Ό Πορτογάλος ήταν σαράντα χρόνων πάνω - κάτω ξερακιανός, μέ κατάμαυρα μαλλιά καί εύρωστος. Α­ πό κάτι κουβέντες πού τού ξέφευγαν πότε - πότε μπο­ ρούσες νά ύποθέσης πώς είχε κάποια μόρφωσι. Ποτέ όμως δεν μιλούσε γιά τον εαυτό του καί γιά τήν οίκογένειά του. Άττό που ερχόταν; Πού είχε ζήσει; Τί σκεπτόταν γιά τό μέλλον; Ό Θεός ξέρει. Είχε δηλώσει μόνο πώς θά ξεμπαρκάριζε στο Βαλπαραϊζο. Χωρίς αμφιβολία ήταν παράξενος άνθρωπος. "Ολη τή μέρα ήταν κλεισμένος στήν κουζίνα του καί σπάνια τον έβλεπε τό* κατάστρωμα. Μ’ όλο πού δεν φαινόταν νάχη ξαναδουλέψει ώς μάγειρος σέ κα­ ράβι, ωστόσο δεν τον πείραζε καθόλου ή θάλασσα

9


και μάλιστα έδειχνε πιο ενδιάθετος σαν ξεσηκωνόταν καμριά τρικυμία. Είπαμε όμως πώς, έκτος από τούς πέντε άντρες του «Πίλγκριμ», υπήρχε κι* ένας δόκιμος. Τον έλεγαν Ντϊκ Σόονδ κι* ήταν ένα άγόρι δεκαπέν­ τε χρόνων, από άγνωστο πατέρα και μητέρα. Τον είχαν βρή^ έκθετο αμέσως ύστερα από τη γέννησί του και τον είχε μεγαλώσει ^ή Δημόσια Πρόνοια. Τό μό­ νο σίγουρο, είναι πώς είχε γεννηθη στη Νέα Ύόρκη. Εΐχε μέτριο ανάστημα άλλα ήταν γερός και με δυνατά χέρια. Φαινόταν από μακρυά πώς ή καταγω­ γή του ήταν άγγλοσαξωνική. Τό πρόσωπό του έδει­ χνε εξυπνάδα κι’ ενεργητικότητα. 9Ηταν τολμηρός, άλλα όχι μέχρι απερισκεψίας. Τό γελαστό; αλλά και σοβαρό ταυτόχρονα πρόσωπό του, προκαλοοσε έντύπωσι. Δεν ξεχνούσε την δυσάρεστη κοινωνική του θέσι Φαινόταν όιαως αποφασισμένος νά νικήση τη ζωή και νά γίνη μιά μέρα ξεχωριστός άνθρωπος. Μπορούμε νά πούμε μάλιστα έδώ,^πώς τό είχε κιόλας καταφέ­ ρει ώς ένα σημείο, αφού όλοι τον έλογάριάζαν από τώρα γιά πραγματικόν άντρα, βλέποντάς τον νά έκτελή με προθυμία καί έπιδεξιότητα όποιαδήποτε δουλειά καί νά μην ύποχωρή ποτέ, μπροστά σε όπο ι αδήπ οτ ε δυσκολία. "Ως^ οκτώ χρόνων μεγάλωσε σέ δημόσια ιδρύματα καί πήγε καί__ σέ σχολείο, όπου άρχισε νά μαθαίνη γράμματα. Εΐχε όμως ένα άκατανίκητο πάθος γιά τη θάλασσα καί σ’ αυτή την ίδια ηλικία μπαρκάρισε ώς μούτσος σ’ ένα μεγάλο φορτηγό. Χάρις σέ ώρισμένους άξιωματικούς, πού τον πρό­ σεξαν καί τον φρόντισαν, απέκτησε .μιά αξιόλογη ναυ­ τική μόρφωσι κι* έφτασε νά γίνη δόκιμος. Τότε πού ό πλοίαρχος Χολ ήταν καπετάνιος σ’ ένα φορτηγό καί τον είχε μούτσο, τον πρόσεξε ιδιαίτερα καί τόν συμπάθησε τόσο, ώστε τον παρουσίασε στον έφοπλιστή Τζέϊμς Βέλντον. Αυτός ένδιαφέρθηκε πά­ ρα πολύ γιά τό ορφανό καί τό βοήθησε ν’ άποτελειώση τις σπουδές του καί νά γίνη ένας καλός χριστια­ νός. Αλλά ένας τέλειος ναυτικός δέν έπρεπε νά γνωρίζη μόνο τά μυστικά τής πλοηγήσεως. Τό χοντρό Θα­ λάσσιο ψάρεμα ήταν μιά πολύ καλή προπαρασκευή γιά τή ναυτική του σταδιοδρομία. Έτσι μπάρκαρε ώς δόκιμος στό «Πίλγκριμ», πού

10


τό κυβερνούσε ό προστάτης του, πλοίαρχος Χολ. Εύκολο είναι νά καταλάβηι κανείς, πόσο άφοσιωμένος ήταν ό Ντΐίκ Σάνδ στην οικογένεια Βέλντον, πού της χρωστούσε τό παν. Επομένως ήταν μεγάλη ή χαρά του πού θά ταξίδευε μαζί τους και ή κυρία Βέλντον, πού τη θεωρούσε σαν μητέρα του. Εκείνη μέ τή σειρά της αγαπούσε και εκτιμούσε τόσο τις ίκανότητές του καί την ωριμότητά του, ώστε τού έμπιστευόταν χωρίς κανέναν φόβο τό Τζάκ. Ό Ντίκ Σάνδ έτρεφε λατρεία για τον μικρό πού κ ι’ αυτός τό αγαπούσε σαν νάταν ό μεγάλος άβελφός του. Ό δόικ ιμος είχε συνεχώς μαζί του τον Τζάκ καί τον μάθαινε δ,τι μπορούσε καί δ,τι τού προξενούσε μεγαλύτερο ενδιαφέρον επάνω στο καράβι καί στο ταξίδι. "Έτσι καί ή υγεία του πήγαινε συνεχώς καλύτε­ ρα από τον καθαρό άέρα καί τά μάγουλά του είχαν πάρει νά κοκκινίζουν. Ό πλοίαρχος Χολ, σ’ αυτό τό μεταξύ, κ'ρατούσε για τον εαυτό του την ανησυχία του γιά εκείνον τον σφοδρό άνατολικό άνεμο, πού έννοοοσε νά κρατάη τό σκάφος έξω από την κανονική πορεία του. Φοβόταν περισσότερο έξ αίτιας τής κυρίας Βέλντον - πώς φθάνοντας στον τροπικό τού ΑίγόΙκερεο, μπορούσε νά συ­ ναντήσουν καμμιά_μπουνάτσα πού θά τούς καθυστε­ ρούσε πιο πολύ. Ευχόταν νά συναντήσουν κανένα ύπερωκεάνειο στον δρόμο τους γιά νά τήιν μπαρκάρη, τέτοια όμως πιθανότητα ήταν πάρα πολύ μικρή, για­ τί βρίσκονταν σ’ ένα γεωγραφικό πλάτος πολύ ψη­ λότερο απ’ αυτό πού ακολουθούσαν τά πλοία τής γραμμής εκτός τού ότι οί συγκοινωνίες ήταν καί α­ ραιότατες. "Ολα, λ ο ιπόν^ έδειχναν πώς τίποτα δεν θά τάραζε τη μονοτονία των τελευταίων ημερών, δταν ένα πρωί πού ό μικρός Τζάκ βρισκόταν μαζί μέ τόν Ντίκ Σάνδ στο κατάστρωμα, σήκωσε τό χεράκι του κι’ έδειξε πέρα. Ό Ντίκ στράφηκε χαμογελώντας, έτοιμος νά τού έξηγήση κάποια καινούργια αθώα άπορία του: — Τί πράγμα, Τζάκ; — Νά... Εκεί - κι’ έδειξε πάλι άνάμεσα στο κε­ νό που σχημάτιζαν μπρος τους ό φλόκος κι* ό κόντραφλόκος.


δόκιμος παρατήρησε μέ μεγάλη προσοχή τό σημείο εκείνο. Πετάχτηκε όρθιος, έκανε τά χέρια του χωνί μπρο­ στά στο στόμα και φώναξε: — Ναυάγιο στη θάλασσα! ΝΑΥΑΓΙΟ 0 ΛΟΚΑΗΡΟ τό πλήρωμα ξεσηκώθηκε σ' κείνη τη φωνή. Ό ίδιος καπετάνιος άφησε την κα­ μπίνα του κι5 ώρμησε τρέχοντας προς την πλώρη. Ή κυρία Βέλντον, ή Νέν, ως κι* ό έξάδελφος Βενέδικτος, πού συνήθως, ήταν αδιάφορος για κάθε τι πού δεν είχε σχέσι μέ την εντομολογία, έγειραν στην κου­ παστή για νά παρατηρήσουν καλύτερα τό ναυάγιο, πού είχε πρωταντικρύσει ό μικρός Τζάκ. Μόνο ό Νεγκορό δεν άφησε τήν κουζίνα του κι* ή­ ταν ό μόνος πού δεν ένδιαφέρθηκε καθόλου για όλ5 αυτά. — Τί νά είναι άραγε; ρώτησε ένας ναύτης. — Ασφαλώς κάποια έγκαταλελειμμένη σχεδία, απάντησε ένας άλλος. — "Ισως νά υπάρχουν ναυαγοί επάνω της, είπε ή κυρία Βέλντον. — Θά μάθωμε, δήλωσε ό καπετάνιος. Δεν νομίζω όμως πώς είναι σχεδία. Μοιάζει περισσότερο μέ πλοίο γερμένο στο πλευρό. — Θέ μου! Λες νάναι κανένα θαλάσσιο τέρας πολύ πιθανόν μαστοφόρο; ρώτησε ό έξάδελφος Βενέδικτος. — Δεν φαντάζομαι, απάντησε ό Ντίκ Σάνδ. Ό κύριος Χολ στράφηκε στον τιμονιέρη. — Μπόλτον, είπε, κάντε στροφή γιά νά τό πλησιάσωμε. — Μάλιστα κύριε. — "Ε, κι* έγώ σάς λέω πώς είμαι βέβαιος ότι πρόκειται γιά κήτος!, έκανε πεισματικά ό έξάδελφος Βενέδικτος. — Δεν αποκλείεται, άποκρίθηκε ό πλοίαρχος για­ τί τό βλέπω νά γυαλίζη· στον ήλιο. Ή κυρία Βέλντον είπε χαμογελώντας: — Όπωσδήποτε, εξάδελφε, θά είναι ψόφιο τό θα­ λάσσιο τέρας σας, γιατί δεν μορ φαίνεται νά κουνιέ­ ται καθόλου...


— Μπά! Τι λέτε, έξαδέλφη!, φώναξε πιό πεισμω­ μένος εκείνος. Πρώτη φορά θά δούμε φάλαινα νά κοι­ μάται στην επιφάνεια; — "Όχι, μόνο πού τη φορά τούτη πρόκειται γιά πλοίο!, δήλωσε ό κύριος Χολ. — Θά^ τό ιδοΟμεί^, τσίριξε ό έξάδελφος ^ Βενέδικτος, μέ ύψος μαθητου πού στοιχηματίζει στις κούρ­ σες. — Πρόσεχε, Μπόλτον, είπε ό καπετάνιος. Μή ζυγώσης πάρα πολύ, γιατί μπορεί νά μάς προξενηση καμμιά ζημιά - εμείς δέν φαντάζομαι πώς μπορούμε νά τό βλαψωμε περισσότερο... "Ορτσα! -Μέ μιά άπότομη κίνησι τού τιμονιού, τό «ΐΠίλγκριμ» έστριψε πάνω στά νερά. Ο ναύτες παρατηρούσαν από μακρυά τό ναυάγιο καί σκέπτονταν πώς ίσως είχε πολύτιμο φορτίο, πού θά ήταν δυνατόν νά τό σώσουν, μεταφέροντάς το' στο «Πίλγκριμ», γιατί σ’ αυτή την περίπτωση ^θά,τούς ανήκε τό τρίτο τής αξίας του. "Ισως μ’ αυτό νάβγαζαν τά σπασμένα τής άτυχης χρονιάς στο ψάρεμα.^ Σ’ ένα τέταρτο τής ώρα, τό είχαν πλησιάζει στο μισό μίλι. 9 Ηταν πραγματικά ένα του μπαρ ισμένο καράβι, πού δέν έβλεπες πιά τά κατάρτια του. Πού καί πού διακρίνονταν σχοινιά στά ξάρτια καί μερικές σπασμένες άλυσίδες. Στο δεξιό πλευρό του έχαινε μιά πελώρια τρύπα. — Σίγουρα έχει συγκρουσθή μέ κάποιο άλλο πλοίο!, φώναξε ό Ντίκ Σάνδ. — Ναι, είπε ό καπετάνιος. Καί είναι μυστήριο πώς δέν έχει βουλιάξει άκόμα. — Ελπίζω, είπε ή κυρία Βέλνταν, νά σώθηκε τό πλήρωυά του πάνω στο άλλο πλοίο πού τό χτύπησε. — Μακάρι, κυρία. Μπορεί όμως αυτοί πού τούς χτύπησαν νά συνέχισαν τον δρόμο τους, οπότε θά δο­ κίμασαν νά σωθούν μέ βάρκες. — Φαντάζεστε πώς μπορεί νά γίνη μιά τέτοια τε­ ρατωδία; — Δυστυχώς τά παραδείγματα είναι πολλά κυ­ ρία... Ειδικά γ:5 αυτό τό πλοίο, πιστεύω πώς έτσι θά συνέβη, γιατί δέν βλέπω πουθενά καμμιά οπτό τις βάρκες του... Στην άπόστασι πού βρισκόμαστε από τά νησιά τής Ωκεανίας, δέν φαντάζομαι νά κατάφεραν νά φτάσουν πουθενά, ο! δύστυχοι ναυαγοί...

13


^— Κι* αν υπάρ^η κανείς άκάμα μέσα στο ττλοΐο; ρώτησε ή κυρία Βέλντον. — Σχεδόν αβύνατο, απάντησε 6 Χόλ. Θά μάς είχε δή καί θά μάς έκανε σινιάλο. "Αλλά θά βεβαιωθού­ με... Όρτσα, Μπολ τον... "Ορτσα. Τό «Πίλγκριμ» είχε φτάσει πολύ κοντά καί κανείς ττιά δεν μπορούσε ν’ άμφι'βάλλη: Οί ναύτες είχαν εγ­ κατάλειψη τό ναυάγιο. "Αξαφνα ό Ντίκ Σοονδ έκανε σ’ όλους νόημα νά σωπάσουν. — Ακούστε!, φώναξε. "Έγινε σιωπή· κι’ ύστερα ό δόκιμος ξανάπε: — Μού φαίνεται πώς άκούω γαύγισμα σκύλου! Πραγματικά άκούγονταν γαυγίσματα άπό τό μέ­ ρος τού ναυαγίου. Ωστόσο οί άνθρωποι απ’ τό «ιΠίλγκριμ» δεν μπο­ ρούσαν νά δουν ακόμα τη γέφυρά του καί επομένως ούτε τό ζώο. — Κι* ένα σκυλί μονάχα νά υπάρχη έκεΐ μέσα πρέ­ πει νά τό σώσουμε, είπε ή κυρία Βέλντον. — Ναι! Ναι, μαμά!, φώναξε ό μικρός Τζάκ. Θά τού δώσω νά φάη πολύ κι’ εκείνος θά με άγαπήση νά τό 6ής! Θά τού δώσω κι* ένα μεγάλο γλυκό! —- Σσσστ, μη βιάζεσαι έκανε ή κυρία Βέλντον. Μού φαίνεται πώς τό καημένο τό ζωντανό θά προ­ τιμούσε ένα καλό μπιφτέκι, άπό τό γλυκό σου. — Θά τού δώσω τη μερίδα μου απ’ τή σούπα!, δήλωσε ό μικρός. Τά γαυγίσματα άκούγονταν κσθαρώτερα. Τά δυο καράβια, δεν τά χώριζαν πιά παραπάνω άπό εκατό μέτρα. Τότε εΐδαν ένα μεγάλο σκυλί νά σκαρφαλώνη στο παραπέτο, γαυγίζοντας απελπισμένα.^ Ό καπετάνιος φώναξε στον λοστρόμο: — Χόβικ! Σταθήτε. Ρίξτε μιά βάρκα στη θάλασ­ σα. — Μη. φοβάσαι σκυλάκι μου!, στρίγγλισε ό Τζάκ. Τώρα, ερχόμαστε! Μαζεύτηκαν γρήγορα γρήγορα τά πανιά. Το «Πίλ­ γκριμ» έμεινε άκίνητο στά εκατό μέτρα άπό τό ναυά­ γιο. Στη βάρκα κατέβηικαν ό πλοίαρχος Χόλ, ό Ντίκ Σάνδ καί δυο ναύτες. Ό σκύλος γαύγιζε πάντα δαιμονισμένα καί προ-

14


σπαθοΰσε νά σκαρφαλώστε στο μπροστινό μέρος της πλώρης· Γαύγιζε λυσσασμένα. Θαρρείς και τά γαυγίσματά του δεν ήταν τηά έπίκλησι ττρός τους σωτήρες πού πλησίαζαν, γιατί κυττούσε στη μέση του «Πίλγκριμ», πού δέν υπήρχαν άνθρωποι - έκτος άν ήταν ικανείς κάτω απ’ την κουβέρτα. «’Ίσως νά είναι κάποιος ναυαγός σ’ αυτό τό συν­ τρίμμι», σκεπτόταν ή κυρία Βέλντον. Ή βάρκα πλεύριζε στο ναυάγιο. Ή συμπεριφορά του σκύλου γινόταν όλο καί πιο παράξενη. Γαύγιζε μέ ολοένα μεγαλύτερη^ μανία καί1 όργή. — Τι έχει πάθει; ρώτησε ό πλοίαρχος. Ούτε αυτός, ούτε κανείς άλλος οσΓ τό πλήρωμα, είχε προσέξει ^πώς ή μανία εκείνου του ζώου εΐχε ξε­ σπάσει άκρί'βώς τη στιγμή, πού πάνω στο κατάστρςομα του «Πίλγκριμ», έκανε την έμφάνισί του ό Νεγκορό. Έταν όμως δυνατόν έκεΐνο τό ζώο νά γνώριζε τον μάγειρο του πλοίου; Απίθανο. Ό Πορτογάλος παρατήρησε τό ζώο ατάραχος, γιά μιά στιγμή σούφρωσε τά φρύδια καί ξαναχώθηκε στην κουζίνα του. Ή βάρκα εΐσε ωστόσο παρακάμψει τό ναυάγιο κΓ έφτανε αητό την άλλη πλευρά του, πού ήταν γραμμέ­ νο τό ονομα: «Βάλντεκ». "Αλλο τίποτα. Ούτε ένδειξι του λιμανιού απ’ όπου προερχόταν. Άπό τό σκαρί του καί κάτι άλλες λεπτομέρειες πού μόνο έμπειροι ναυτικοί θά μπορούσαν νά δια­ κρίνουν, ό πλοίαρχος Χολ κατάλαβε πώς ήταν ναυπη­ γημένο στην Αμερική. Καί τό ονομά του βέβαια συ­ νηγορούσε μ’ αυτή την εκδοχή. Έκεΐνο τό τραγικό συντρίμμι, ήταν κάποτε ένα μπρίκι τών πεντακοσίων τόννων. Μέ τό άναποδογύρισμά του, ή τρύπα πού του εΐχε ανοίξει βρέθηκε κον­ τά ένάμισυ μέτρο πάνω άπό την επιφάνεια τής θά­ λασσας κι’ έτσι έξηγιόταν πού δέν εΐχε βουλιάξει ακόμα. Στη γέφυρα, πέρα ώς πέρα, δέν υπήρχε ψυχή. Ό σκύλος άφησε την πλώρη, γλύστρησε στην κεν­ τρική μπουκαπόρτα κι’ άρχισε νά γαυγίζη πάλι άπό κεΐ. — Δέν εΐναι μόνο του στο πλοίο αυτό τό ζώο!, είπε ό δόκιμος. — Έτσι θαρρώ, άπάντησε ό πλοίαρχος. Ή βάρκα άκούμπησε στο ναυάγιο.

15


Μ* ενα δυνατώτερο κύμα τό τελευταίο αυτό θά πήγαινε μονομιάς στον βυθό. Ή γέφυρα του ήταν κατακομ ματιασμένη άπ’ τή μια μεριά ώς την άλλη. Κι" όμως άν παρατηρούσες ολόγυρα τή θάλασσα, δεν υπήρχε ούτε ένα από τά εξαρτήματα του «Βάλντεκ» στό^νερό, σημάδι πού πιστοποιούσε πώς ή σύγκρουσις είχε γίνει εδώ κι* άρκετές μέρες. — Κι* άν γλύτωσε κάποιος, είπε ό πλοίαρχος Χολ σίγουρα θάχη πεθάνει ό δύστυχος από την πείνα και τή δίψα, γιατί τά νερά έχουν φτάσει στην αποθήκη. — Κι5 όμως!, μουρμούρισε ό Ντίκ Σάνδ. Ό σκύ­ λος δεν θά γαύγιζε έτσι... Έκεΐ μέσα υπάρχουν πλά­ σματα ζωντανά! Κή έκανε έναν κρότο μέ τά δάχτυλά του καλώντας τό ζώο, πού πήδησε αμέσως στην κουπαστή βούτηξε στη θάλασσα κι5 άρχισε νά κολυμπάη άργά προς τή βάρκα. Φαινόταν πολύ έξηντλημένο. — Τό κακόμοιρο, είναι ξεθεωμένο στη δίψα!, φώ­ ναξε ό δόκιμος κι* έτρεξε σέ μιά λεκάνη μέ γλυκό νε­ ρό πού υπήρχε στή βάρκα. Και πραγματικά, μόλις σκαρφάλωσε έκεΐ πάνω ώρμησε μέ λαχτάρα προς τό νερό κι* όχι στο ψωμί πού του έδωσαν κάτι ναύτες. Στο μεταξύ άρχισαν ν’ ανεβαίνουν πάνω στο «Βάλντεκ>>. Τό αμπάρι του ήταν πλημμυρισμένο ώς τή μέση μέ νερά. Δεν υπήρχε καθόλου εμπόρευμα. Τό μπρίκι είχε μόνο άμμοσαβούρα, πού τό έκανε νά γέρνη αριστερά, καί νά μένη πάνω στή. θάλασσα σ5 αυτό τό πλευρό του. Κατά συνέπεια δέν υπήρχε καί ναυαγός γιά νά σώσουν. — Κανείς, είπε ό πλοίαρχος. — Κανείς, έπανέλαβε κι* ό δόκιμος, άφου έκανε τό γύρο του αμπαριού. Τό σκυλί όμως εξακολουθούσε νά γαυγίζη παρά­ ξενα, πάνω από τή γέφυρα. ^ — *Άς ανεβούμε πάλι, είπε ό Χολ στον δόκιμο. "Έφτασαν στή γέφυρα. Ό σκύλος έτρεχε καί γαύγιζε. Έλεγες πώς προ­ σπαθούσε νά τούς τραβήξη στήν καμπίνα. Τον άκολούθησαν. Άντίκρυσαν πέντε κορμιά νέγρων - πέντε 1$


-πτώματα - πού βρίσκονταν ξαπλωμένα στο πάτωμα. Ό Ντΐκ Σάνδ δμως παρά την έντύπωσι πού είχαν άλοι στην αρχή, πώς έπρόκειτο γιά νεκρούς, τρέχον­ τα ς άπό τό ένα στο άλλο, διαπίστωσε πώς άνέπνεαν ακόμα. — Στη βάρκα!, φώναξε ό πλοίαρχος. Ήρθαν κι* οι άλλοι δυο ναύτες απ’ αυτήν, γιά νά βοηθήσουν στη μεταφορά των ναυαγών. Σ3 ελάχιστο διάστημα οΐ πέντε μαύροι βρέθηκαν ξαπλωμένοι στο μικρό πλεούμενο. Ήταν όλοι αναί­ σθητοι. Τό «Πίλγκριμ» ευτυχώς ήταν κοντά κι* έφτασαν γρήγορα. Τούς ανέβασαν μέ σχοινιά και τούς ξάπλωσαν στο κατάστρωμα. Τό σκυλί στάθηκε κοντά τους, γρυλλίζοντας λυπητερά. — 01 δύστυχοι!, φώναξε ή κυρία Βέλντον. Ό Ντίκ Σάνδ φώναξε: Ο ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΕΤΗ Σ ΠΛΟΙΑΡΧΟΣ

5


~ Μην άνησυχήτε, κυρία. Εΐναι ζοοντανοι και θά τούς σώσουμε. / Ό πλοίαρχος Χολ γύρισε προς το μέρος της κου­ ζίνας: — Νεγκορό! Στο άκουσμα τού ονόματος τού Πορτογάλου, τό σκυλί τινάχτηκε μέ ορθωμένες τις τρίχες τού κορμιού του κι* έδειξε αγριεμένο τά κοφτερά του δόντια. Ό μάγειρος δεν φάνηκε. — Νεγκορό!, ξαναφώναξε δυνατότερα ό κύριος Χολ. Ό σκύλος μούγγρισε μέ λύσσα. Ό Πορογάλος άφησε^ επί τέλους την κουζίνα. Μό­ λις έμφανίσθηκε στη γέφυρα, τό ζώο ρίχτηκε κατα­ πάνω του μανιασμένο. Πήδηξε ολόισια στον λαιμό του. Ό Νεγκορό πού κρατούσε ένα χοντρό ραβδί, μπό­ ρεσε νά τό άπομακρύνη. Μερικοί ναύτες έτρεξαν κοντά του καί κατάφεραν μέ κόπο νά τό συγκρατήσουν. — Γνωρίζετε αυτόν τόν σκύλο; ρώτησε ό πλοίαρ­ χος τον μάγειρο. — "Οχι δά! - γνωριμίες μέ σκυλιά!, έκανε ό Νεγ­ κορό. Πρώτη φορά τό βλέπω! — Παράξενο!, ψιθύρισε 6 Ντικ Σάνδ. ΟΙ ΝΑΥΑΓΟΙ ΤΟΥ «ΒΑΑΝΤΕΚ» ΟΛΕΣ ^τίς αφρικανικές χώρες τού Ι­ σημερινού,^ εξακολουθεί ακόμα σέ μεγάλη έκτασι τό εμπόριο τών σκλάβων. (*). Καράβια φορτωμένα μέ σκλάβους ξεκινούν κάθε χρόνο από την "Αγκόλα καί Μοζαμβίκη, για νά μεταφέρουν τούς δύστυχους νέ­ γρους στις διάφορες πολιτείες τού Νέου Κόσμου. Ό πλοίαρχος Χολ τό γνώριζε αυτό πολύ καλά. Σκέφθηκε λοιπόν πώς οί πέντε μαύρος πού έσωσαν άττ5 τό «Βάλντεκ», θά άνήκαν άσφαλώς σέ κάποιο φορτίο σκλάβων, πού τούς προόριζαν γιά τίς μακρυνές άκτές τού Ειρηνικού. "Απ" τη στιγμή λοιπόν πού (*) ’Άς μην 'ξεχνάη ό αναγνώστης, ττώς την έττο-χή ίγοΟ γράφτηκε τό β;'6λίο αυτό, τό φρικισστ ικό έμττόρίο τών σκλά­ βων συνεχιζόταν άκόμα.

18


βρέθηκαν σέ αμερικανικό πλοίο, αποκτούσαν αυτο­ μάτως την έλευθερία τους κι’ ό καπετάνιος δεν έβλε­ πε την ώρα νά συνέλθουν, για νά τούς άναγγείλη τό ευχάριστο νέο. λ ^ Πραγματικά, οι ναυαγοί συνήλθαν άπό^τίς ^ακού­ ραστες περιποιήσεις τής κυρίας Βέλντον, τής Νέν και του1 Ντΐκ Σάνβ. Ό πιο ηλικιωμένος απ’ αυτούς ανέκτησε πρώτος τις αισθήσεις του - θαταν πάνω - κάτω έξήντα χρό­ νων - κι* απάντησε στα αγγλικά σ' δ,τι τον ρώτησε ό καπετάνιος του «ίΠίλγκριμ»: — Τό καράβι σας έπεσε θύμα συγκρούσεως; — Μάλιστα. Πάνε δέκα μέρες τώρα... *Ηταν νύ­ χτα κι* είχε δυνατή τρικυμία. Είμαστε κοιμισμένοι. — Τό πλήρωμα του «Βάλντεκ» τι απογίνε; — Καθώς ανεβήκαμε στη γέφυρα οί σύντροφοί μου κι* έγώ δέν υπήρχε πια κανείς έκεΐ πάνω... — Μήπως πέρασαν στο πλοίο πού σάς χτύπησε; — Μακάρι! — Σείς δέν τό είδατε νά γυρίζη γιά νά σάς βοηθήση; — 'Όχι. — Υποθέτεις πώς μπορεί νά βυθίστηκε μετά τη συγκρουσι; — Δέν βούλιαξε, απάντησε ήρεμα ό νέγρος. Τόδαμε νά φεύγη μες στη νύχτα. Αυτό τό βεβαίωσαν καί οί υπόλοιποι ναυαγοί, δσο κι* άν φαινόταν άπίστευτο. — 5Από που ερχόταν· τό «Βάλντεκ;» — 5Απ’ τη Μελβούρνη. — Δεν είστε δούλοι λοιπόν; — "Όχι!, φώναξε περήφανα ό μαύρος. Είμαστε υ­ πήκοοι τής Πενσυλβανίας - ελεύθεροι άμερικανοί πο­ λίτες. — Μήν άνησυχήτε, φίλοι μου. είπε ό πλοίαρχος. Όπωσδήποτε ή έλευθερία σας δέν κινδυνεύει, οσο βρισκόσαστε πάνω στο άμερικανικό μπρίκι «!Πίλγκριμ». Ή Ιστορία των πέντε νέγρων ήταν όπτλή: Μόνο ό πιο ηλικιωμένος άπ5 αυτούς υπήρξε σκλά­ βος,^ ώς την ^ηλικία των έξη χρόνων. Αργότερα ελευ­ θερώθηκε καί οί σύντροφοί του ήταν παιδιά έλευθερωμένων σκλάβων, δηλαδή έλεύθεροι. Δούλευαν στο αγρόκτημα κάποιου Εγγλέζου στη


Μελβούρνη κι9 δταν μάζεψαν αρκετά χρήματα, μπάρ­ καραν στο «Βάλντεκ» για νά έπιατρέψουν στην 9Α­ μερική. Μετά τή συγκρουσι καί δταν έτρεξαν πάνω στο κατάστρωμα; ναύτες καί πλοίαρχος τού πλοίου είχαν έ'ξαφανιστή. Ό μεγαλύτερος λεγόταν Τόμ καί ή αναμφισβήτητη πείρα τής ζωής πού διέθετε, τον είχε κάνει φυσικό αρχηγό τής μικρής συντροφιάς τους. Οί άλλοι ήταν πολύ νεώτεροι, από είκοσιπέντε μέ­ χρι τριανταδυο χρόνων. ?Ηταν 6 Μπάτ - 6 γυιός τού Τόμ, ό "Ακταίων, ό Ώστιν καί ό Ηρακλής. "Ολοι ^ τους γεροδεμένοι καί μεγαλόσωμοι, θά ήταν δίχως^ άλλο περιζήτητοι στις αγορές τής Κεντρικής "Αφρικής. Τις πρώτες μέρες πού εΐχαν άπομείνει πάνω στο «Βάλντεκ» βρήκαν μερικά τρόφιμα άλλα κόντευαν νά πεθάνουν από τή δίψα, γιατί ή δεξαμενή τού πλοίου ήταν πλημμυρισμένη από τήν αρχή καί δέν υπήρχε στάλα νερό. Μ9 άλλα λόγια τό «Πίλγκριμ» έφτασε ακριβώς στήν ώρα. "Έτσι λοιπόν είχαν σωθή πέντε άνθρωποι κι9 ένας σκύλος - ό Δίγκος - πού λυσσούσε δταν έβλεπε τον Νεγκορό. ^Ηταν μολοσσός τού είδους τής Νέας Όλλανδίας. "Ανήκε στον καπετάνιο τού «Βάλντεκ» καί οί νέ­ γροι γνώριζαν πώς αυτός ό τελευταίος τον είχε βρή πριν δυο χρόνια, μισοπεθαμένο από τήν πείνα καί τή δίψα στή δυτική ακτή τής "Αφρικής, κοντά στις εκ­ βολές τού ποταμού Κόγκο. Έκτος από νηστικό καί διψασμένο, ήταν^καί περί­ λυπο, σημάδι μάλλον πώς είχε άποχωριστή αναπάν­ τεχα τό προηγούμενο αφεντικό του. Στο περιλαίμιό του υπήρχαν τ" αρχικά: «Σ. Β.» Λοιπόν ό Δίγκος ήταν ένας υπέροχος έκπρόσωπος τής Νέας Όλλανδίας, ΤΗταν ευκίνητος καί δυνοπός καί δταν σηκωνόταν στα πίσω πόδια του. έφτανε στο ανάστημα ενός άνθρώπου. "Ασφαλώς θά κυνηγούσε ά­ φοβα τζάγκουαρ, πάνθηρες καί αρκούδες. ^ Στον θυμό του ήταν επιβλητικός. Μ" όλο πού δέν έδειχνε κοινωνικός - ιδιαίτερα μέ τον Νεγκορό - κάθε άλλο ήταν παρά κακός. Μπορεί νά μή συμπαθούσε τούς μαύρους καί νά τούς άπέφεύγε - όπως είχε πα­ ρατηρήσει ό Τόμ στο «Βάλντεκ» μά δέν τούς έκανε κακό. Μπορεί νά τον κακομεταχειρίστηκαν οί ίθάγενεΐς 20


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook