Skip to main content

Κεραυνός

Page 1

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΤΙΝΑ ΧΕΛΙΩΤΗ © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε. ISBN: 978-618-206-084-1 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε.: ΑΛΤΑΝΗ 4, 153 51 ΠΑΛΛΗΝΗ ΤΗΛ.: 210-8983824 • E-mail: info@mikrosiros.gr • Site: www.mikrosiros.gr


ΕΝΑ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΣ; ΝΑΥΑΓΙΟ

τρομαγμένη, φωνή τού αξιω­ ματικού, που τους διατάζει υά ανεβούν στο κατάστρωμα, ΛΑ πηγαίνουν θαυμά­ τούς χάλασε τή διάθεσι καί σια. Τό ύπερωκεάνειο τούς γεμίζει αγωνία. Κάποι­ «Νιού Σταρ» σκίζει περήφανο τά ήσυχα νερά ος του βρίσκει τό θάρρος του καί ρωτάει: 5Ατλαντικού και οΐ επιβάτες — Μά τί συμβαίνει, επιτέ­ κάτω, στη μεγάλη σάλα του λους; καραβιού, τό έχουν ρίξει στο χορό .καί στο τραγούδι. Μέ­ Δέν προφταίνει όμως νά σα σ’ αυτή τη φασαρία καί τελείωση τή φράσι του, όταν τό θόρυβο, με τις φωνές καί άκουγεται ένας τρομακτκός τά ραδιόφωνα, ανοίγει από­ πάταγος, πού- κλονίζει ολά­ τομα ή πόρτα καί παρουσιά­ κερο τό πλοίο καί ρίχνει κά­ ζεται ένας αξιωματικός. Εί­ τω όσους στέκουν όρθιοι. Αυ­ ναι κατάχλωμος καί τά μάτια τό πού επακολουθεί, δεν μπο­ του είναι, διάπλατα ανοιγμέ­ ρεί κανείς νά τό περιγραφή. να από τον τρόμο·. "Ολοι τους ορμοΰιν για νά πε— "Ολοι στο κατάστρω­ ταχτοΰν έξω από τή σάλα μα!,· φωνάζει. · καί νά ανεβούν στο κατάστρω Οί επιβάτες, ξαφνιασμέ­ μα ,ένώ στα πρόσωπά τους νοι, σταματούν τό χορό. Ή ζωγραφίζεται ό πανικός. Μια

Ο

.

ΤΙΜΗ ΔΡΑΧΜΕΣ 2


4

Κ

ΕΡΑΥ

ΝΟΣ

«««««««««««««««<««««««««««««««*«<«««««««««««««·

φωνή ςεχύνεται παντού, που κάνει πιο τρομερή τή σκηνή, μια σπαραχτική φωνή από δ λα τά στόματα: — Β οήθε ι·α·! Β οήβε ια!... Πνιγόμαστε ί... Μερικοί προλαβαίνουν να πεταχτού ν από τήν ανοιχτή πόρτα και νά ανέβουν στή σκάλα πού όδη,γεΐ στο κατά­ στρωμα. Έκεΐ όμως σταμα­ τούν. "Ενα σύννεφο άπό μαύ­ ρο καπνό τούς κλείνει τό δρό­ μο. Δεν βλέπουν τώρα τίπο­ τε μπροστά τους. Στα τυφλά, προσπαθούν νά ανέβουν, μά δεν τά καταφέρνουν. Ή σκά­ λα έχει καταστροφή ακριβώς στο σημείο πού ενώνεται με τό κατάστρωμα. Πρέπει τώ­ ρα νά μείνουν έκεΐ, φυλοικισμέ νοι μέσα σ5 αυτό τό σκοτάδι του καπνού, μέσα σ5 αυτό τό κύμα τής απελπισίας και τής αγωνίας τού θανάτου, χωρίς νά ξέρουν τί γίνεται γύρω τους, χωρίς νά μπορή νά βοηθήση ό ένας τον άλλο. Μόνο οί σπαραχτικές φωνές γεμί­ ζουν τήν ατμόσφαιρα: — Πνιγόμαστε... Θεέ μου, βουλιάζουμε! Βοήθεια! Βοή­ θεια !... * * * Είκοσι ολόκληρα λεπτά κρατάει αυτή ή απερίγραπτη τραγωδία, πού ζούν οι επι­ βάτες τού «Νιού Σταρ». Κα­ νένας τους δέν ξέρει πώς έγι­ νε αυτή ή έκρηξι, που βρέ­ θηκε αυτός ό μαύρος καπνός όλσγυιρά τους καί δέν τούς άφησε νά βρουν τή σωτηρία

τους μέ τις βάρκες καί τά σωσίβια. 5Αφού πέρασαν τά είκοσι λεπτά, ό κοπτνός-, πού έχει σκεπάσει ένα μεγάλο μέρος τής θάλασσας, αρχίζει σιγάσιγά νά διαλύεται. Μά τό καράβι, μαζί μέ τούς ανθρώ­ πους πού κρατούσε μέσα του, έχει γίνει άφαντο! Τό έχει καταπιή ή θάλασσα καί μόνο μερικά συντρίμμια του πλέ­ ουν πάνω οπήν επιφάνεια... Σιγά - σιγά, τό μέρος αυτό τής τραγωδίας αρχίζει νά γεμίζηι άπό σκυλόψαρα καί καρχαρίες. Σπαθίζουν μέ τήν κοφτή ουρά τους τά κύματα προσπαθώντας νά άνακαλύψουν κάτι, πού θά ντους γέμι­ ση τήν άδεια τους κοιλιά. Πλησιάζουν τις κομματιαισμέ” νιες σανίδες, τούς δίνουν ένα γερό χτύπημα μέ τό ρύγχος τους καί, σαν βλέπουν πώς δέν είναι τίποτε φαγώσιμο, τις άφίνοον καί λοξοδρομούν. Νά όμως που ένας άπό τούς καρχαρίες στέκεται πιο τυχερός. Βλέπει δυο παράξε­ να σώματα νά επιπλέουν καί νά κινούνται πάνω στή Θάλασ σα, κάπου διακόσια μέτρα μσικρυά άπό τό μέρος τού ναυαγίου. Μοιάζουν αυτά τά σώματα σαν δυο θεόρατα βα­ τράχια, μέ χοντρό καί άκανόνιστο κεφάλι, κολλημένο πάνω στο μαύρο τους κορμί. Τά δυο αυτά όντα,, πού ξε­ φύτρωσαν μέσα άπό τούς κα­ πνούς τού ναυαγημένου πλοί­ ου, δέν τά πήρε εϊδησι μόνο ό πεινοοσμένος καρχαρίας.


Κ6^αϋ.^0ϊ

δ

<««««««««<«««««««««««««««««««««««««««««««<««««> Μέσα σ’ αυτή την τραγική ε­ ρημιά του ωκεανού, πού θά νόμιζε κανείς πώς ποτέ δεν θά ξαναδή σημάδι ανθρώπι­ νης ζωής, τριακόσια περίπου μέτρα κάτω από την επιφά­ νεια, ένιαο μεγάλο και ατσάλι­ νο θηρίο κάνει την έμφάνισί του. "Εχει κάπου δεκαπέντε μέτρα μάκρος και έξη πλά­ τος. Οί πλευρές του είναι ά­ λες ίσιες και μοιάζει σάν ενα στενόμακρο κουτί. Μόνο ή μύτη του μπροστά είναι κά­ πως κοομπυλωτή. Τά ψάρια καί τά θηρία του βυθού βλέ­ ποντας τό παράξενο αυτό τέ­ ρας νά σταΐματάη στά νερά τους, παίρνουν αμέσως δρό­ μο καί γίνονται άφαντα από τό φόβο τους. Κανένα ίχνος ζωής δεν μπορεΐ κανείς νά διακρίνη κυττάζοντάς το απ’ έξω. ’Άν όμως κατώρθωνε νά μπή στο εσωτερικό του, θά έβλεπε πέντε ανθρώπους σκυμμένους πάνω σ’ ένα τραπέζι. Είναι παράξενα ντυμένοι, μέ έφαρμοστές φόρμες, κιαί τά πρό­ σωπά τους είναι πολύ χλωμά, λες καί έχει πολλά χρόνια νά τά δη ό ήλιος. Κυττάζουιν πε­ ρίεργα ένα φωτεινό καθρέφτη, πού βρίσκεται κολλημένος στο τραπέζι καί πού μέσα του κινούνται κάτι σκιές. — ’Άρικο, μιλάει ό ένας α­ πό τούς πέντε, σέ μια παρά­ δοξη γλώσσα, πού θυμίζει πολύ τά αρχαία ελληνικά, έ­ χω την έντυπωσι πώς αυτά τά δύο όντα, πού κινούνται στην επιφάνεια καί πού μοιά­

ζουν μέ βατράχια, είναι άν­ θρωποι. "Ανθρωποι τού έξω κόσμου... -—· "Ανθρωποι; Καί τί εί­ δους στολή είναι αυτή πού φορούν; -—- Ποιος ξέρει, ίσως κανέ­ να καινούργιο σχέδιο, πού χρησιμοποιούν για σωσίβιο. —■ Καί τί μάς ενδιαφέρει; απαντάει τώρα ό "Αρκο, πού φαίνεται σάν αρχηγός τοΰ παράξενου αυτού σκάφους. — Καί μένα δεν μέ ενδια­ φέρει, μά μού φαίνεται παρά­ ξενο πώς κατώρθωσαν αυτοί οι δυο νά σωθούν, τη στιγ­ μή πού πνίγηκαν δλοι οί επι­ βάτες. Δεν νομίζεις καί σύ πώς φόρεσαν τά σωσίβιά τους πριν γίνη ή έκρηιξις, σάν νά ήξεραν πώς τό πλοίο θά ναυαγήση; Ό "Αρκο μένει για μιά στιγμή σκεφτικός καί κυττάζει τό σύντροφό του στά μά­ τια. "Εχεις δίκηο, Λοΰντι. Κάτι τέτοιο πρέπει νά συμβαίνη. ’Άν αυτά τά δυο όντα είναι άνθρωποι, μού φαίνεται πολύ ύποπτη, ή σωτηρία τους. Πριν όμως πάρουμε καμμιά απόφαση, πρέπει νά τούς πα­ ρακολουθήσουμε για νά δού­ με τί σκοπεύουν νά κάνουν. ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΩΝ ΧΛΩΜΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

I ΠΕΝΤΕ άνθρωποι, πού αποτελούν τό πλή­ ρωμα τού άτσάλινου αλλόκοτου αυτού ύπο»


6

"

ΚΕΡΑΥΝΟ

ϊ

<««<<<«<<<<<<<<<<«<<<<<<<«<<<<<««<<««<<«<<<<««<<<««<«««««««<<<««<<<

βρυιχίου, σκύβουν ξανά τά κε­ φάλια τους πάνω στον καθρέ­ φτη του τραπέζιου. — Δόστε ακόμη διακόσια •μέτρα άνοδο!, διατάζει ό "Αρκο. Μέ την κίνησι ενός μικρού μοχλού, τό υποβρύχιο αρχί­ ζει νά άνεβαίνη,, ενώ οί σκιές των δυο βατράχων γίνονται σιγά - σιγά πιο μεγάλες και πιο καθαρές μέσα στρν κα­ θρέφτη. Τό υποβρύχιο σταματάει ακριβώς από κάτω τους καί σβυνει τη μηχανή του. — "Ανθρωποι είναι οπωσ­ δήποτε, παρατηρεί ό "Αρκο, προσέχοντας τις κινήσεις

Τονς

ττεονάει

τί ς

τους. Μά... αυτή ή σκιά, ττού τρέχει καταπάνω τους, σαν τί μοιάζει; Λούντι, τό νου σου! Είναι καρχαρίας! Τους μυρίστηκε καί τρέχει· νά τούς καταπιή. Γρήγορα, Αουντι, νά τον προλάβουμε! Ό Αουντι μέ ένα πήδημα φτάνει μπροστά σέ ένα μη­ χάνημα που βρίσκεται στον τοΐχο τού μικρού διαμερίσμα­ τος. Βάζει τό μάτι του πάνω σέ ένα γυαλί καί, ενώ μέ τό αριστερό του χέρι γυρίζει μια μικρή ροδούλα, τό δεξί του σταματάει πάνω σέ ένα μικρό κόκκ ινο κουμπάκι. Οί τέσσερις άλλοι, πού έ­ χουν σκύψει πάνω στον κα­ θρέφτη, παρακολουθούν μέ ά-

χει ρ ο-πεδε ς στα χέρια, κ α ί κ ατ σττ ι ν τ ον ς δέ~ νε.ι τά ιμάιτια.


Κ έ Ρ Α Υ Ν Ο Σ 1 «««««««««4«««<«<«««««««««««««««««««««««««««««<«

■Απέναντι ■ τους άρθάνεται ενςχ' πονυφηλο , παλάτι μέ άμορφους κή πους που μοιάζει σαν παραιμυθένιο.

γωνία τον τεράστιο καρχαρία. Τον βλέπουν νά προχωρή σκί­ ζοντας; μέ ταχύτητα τά νερά, φαίνεται πώς τον πήραν εϊδη>σΐ, γιατί * "χωρίζουν ξαφνικά καί αρχίζουν νά κολυμπούν ό­ σο μπορούν πιο γρήγορα. "Ά­ δικος, κόπος όμως! Ό καρ­ χαρίας, βλέποντας, τους νά χωρίζουν καί νά άπομακρύνωνται, άλλαζει κατεύθυνση διαλέγοντας τον έναν από τούς δυο. Μέ λίγα χτυπήματα τής ουράς, τον πλησιάζει τώ­ ρα, στρίβει- τό λαιμό του καί ανοίγει τό πελώριο στόμα του,.. -· — Λούντι!,· κάνει ό "Άρκο μέ πνιγμένη φωνή, -ένώ ό ί-'

δρώτας αρχίζει νά τρέχη από τό πρόσωπό του. Οί άλλοι σταματούν ως καί την αναπνοή τους ακόμη, α­ πό την αγωνία. Ό Λούντι, χωρίς νά χάση τη γαλήνη από τό πρόσωπό του καί μέ τό μάτι πάντα στηριγμένο πάνω στο μικρό γυαλί, πατάει τό μικρό κόκ­ κινο κουμπάκι. ■ ; Ό ’Άρκο καί οί τρεις σύν­ τροφοί , του βλέττουν μέσα στον καθρέφτη τον καρχαρία νά μένη ακίνητος καί μαρμαρω μένος, μέ ανοι χτό τό στό­ μα, ένώ ή σκιά' τού βατρά­ χου μένει κι5 αυτή για μια στιγμή άκίνητη, κυττάζοντας


«««4«««««<<<««<<«<<«<«<<««««««««««κ««««^««<«<<<««<««« τό νεκρό καρχαρία, χωρίς νά καμμιά ρουφήχτρα. Μέσα σέ μπορή νά καταλάβη πώς έγι­ λίγα δευτερόλεπτα, οί δυο νε αυτό τό θαύμα. "Έπειτα, «βάτραχοι» ρουφήχτηικαν στο μέ μερικές κουρασμένες κινή­ άνοιγμα τού υποβρυχίου. σεις, γλιστράει κοντά στον Μέ τό πάτημα ενός κου­ σύντροφό του. μπιού, ή πλευρά τού σκάφους — Πρέπει νά τούς κατε­ κλείνει πάλι, άφίνοντας μόνο βάσουμε πριν τούς πάρουν μερικές μικρές τρυπίτσες, εΐδησι οί άλλοι καρχαρίες, που από ιμέσα τους πετάγε­ λέει ό "Άρκο. ται μέ ορμή τό νερό, πού είχε — Καί τί τους θέλουμε νά κλειστή μαζί μέ τούς βατρά­ τούς κατεβάσουμε; απαντάει χους στήν κλούβα. "Οταν ένας άλλος. Οί νόμοι μάς α­ βγαίνει καί ή τελευταία στα­ παγορεύουν νά έχουμε συνά­ γόνα, οί τρυπίτσες κλείνουν, φεια μέ τούς ανθρώπους του ενώ μιά πόρτα ανοίγει από έξω κόσμου, εκτός όταν πρό­ τό εσωτερικό μέρος τού α­ κειται νά πάμε μέ ειδική α­ τό άλινου σκάφους. Στο ά­ ποστολή επάνω στή γή. νοιγμά της, παρουσιάζεται ό —- Βέβαια, οί νόμοι μας 5/Αρκο, κρατώντας ένα δυνα­ δεν μάς τό επιτρέπουν, μά, τό φακό στο δεξιό του χέρι, αν αυτοί οί δυο, πού μοιά­ κάί δίπλα του στέκεται ό ζουν μέ βατράχους, είναι άν­ Λούντι. θρωποι, τότε θά πρέπει νά Βλέπουν τούς δυο κακο­ μάθουμε πώς κατόρθωσαν νά φτιαγμένους βατράχους καί γλυτώσουν από τό ναυάγιο. δέν μιλούν. Εκείνοι σηκώνον­ Αυτό μάς ενδιαφέρει πάρα ται όρθιοι, κυττάζουν γιά μιά πολύ. Αουντι, πιάσε τους, σέ στιγμή μέ περιέργεια τούς παρακαλώ, για νά δούμε μέ ανθρώπους πού στέκονται ποιους έχουμε νά κάνουμε. στήν ανοιχτή πόρτα, κι5 έπει­ Πολύ ύποπτη, μΰύ φαίνεται ή τα αρχίζουν νά ξεντύνωνται, σωτηρία τους. νά βγάζουν τό μαύρο· καί Ό Λούντίΐ, χωρίς νά φέρη γυαλιστερό δέρμα τους, πού τήν παραμ ικρή άντ ίρρη σ ι είναι φτιαγμένο από λάστιχο. στον "'Αρκο, κατεβάζει ένα — Μπά!, κάνει ό "Άρκο μοχλό. Τήν ίδια στιγμή, τό βλέποντ ας νά παροοσ ιάζωνυποβρύχιο άρχιζει νά άνεβαίται μπροστά του αντί γιά νη, ενώ ή μιά πλευρά του, πού βάτραχοι> δυο μεγάλα παι­ βρίσκεται προς τήν επιφά­ διά. νεια, ανοίγει ατά δύο. Ό Τό ένα από αυτά είναι λε­ Λούντι κατεβάζει τώρα έναν πτό καί μελαχροινό, μέ μαύ­ δεύτερο μοχλό καί τά δυο σώ­ ρα έξυπνα μάτια καί τό άλ­ ματα αρχίζουν νά κατεβαί­ λο χοντρό, μέ κόκκινο πρόσω­ νουν μέ ταχύτητα προς τά κάτω, λές καί τά τραβάει πο, ξανθά μαλλιά καί νύστα"


ΚΕΡ ΑΥ ΝΟΣ 9 <<<«<<<<<<<<<««<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<«««<««««««««««<«««««

λέα μάτια. Θά είναι ό καθέ­ νας τους δεκαπέντε περίπου χρονώιν. — Τα έχουμε τόσο πολύ χαμένα, αποφασίζει νά μιλήση ό λεπτός, κάνοντας ένα βήιμα μπροστά, ώστε δεν ξέ­ ρουμε πώς νά σάς ευχαριστή­ σουμε καί τί νά σάς πούμε. Αυτό πού κάνατε γιά μάς... Ό "Άρκο τοΰ κάνει νόημα νά σιωπή ση. — 3Ελάτε μαζί μας!, τούς λέει μέ αυστηρή φωνή, μιλών­ τας τήιν άγγλική γλώσσα μέ ξενική προφορά. Τά παιδιά τούς ακολου­ θούν. Τά πρόσωπά τους έ­ χουν πάρει τώρα μιά έκφρασι μουδιασμένη. Κ ατεβαίνουν μιά σιδερένια σκαλίτσα καί μπαίνουν μέσα σ' ένα μικρό διαμέρισμα, πού έχει στ ή μέ­ ση ένα μικρό τραπεζάκι, καί ολόγυρά του μερικά χαμηλά καί αναπαυτικά καθίσματα. Κάθονται καί οί τέσσερις ενώ ή πόρτα κλείνει μονάχη της, χωρίς θόρυβο. — Λοιπόν, σάς άκου με, αρχίζει ό πιο ψηλός. Πήτε μας μέ λίγα λόγια ποιοι εϊσαστε, που πηγαίνατε, πώς έγινε ή έκρηξις ατό πλοίο καί πώς τά καταφέρατε νά γλυ­ τώσετε μονάχα έσεΐς, από τούς τριακόσιους επιβάτες. Προ πάντων όμως, δέ θέλω νά μου πήτε ψέματα, γιατί αλ­ λοίμονο σας! Ή τύχη σας καί ή ζωή σας βρίσκεται αυ­ τή τή στιγμή στά χέρια μου.

ΤΟΜ. 0 ΝΥΣΤΑΛΕΟΣ

Α ΔΥΟ παιδιά, πού δεν περίμεναν ποτέ τους τέ­ τοια υποδοχή, κυττάζονται τρομαγμένα στά μάτια. — "Εμπρός λοιπόν, νά μ ή χάνουμε καιρό!, λέει πάλι ό ψηλός, ενώ ό άλλος τούς κυττάζει επίμονα από τήν κορυ­ φή ώς τά νύχια. — Είμαστε "Αμερικανοί καί κατοικούμε στά περίχω­ ρα τής Νέας Ύόρκης, απαν­ τάει ό μελαχροινός, ενώ ό χον­ τρός φαίνεται σαν νά νυστάζη ή σαν νά τά έχη κυριολε­ κτικά χαμένα. "Εγώ είμαι γυιός τού μεγάλου μηχανικού Τζών Γκόρντον καί ονομάζο­ μαι Μπίλλ. Ό φίλος μου καί συμμαθητής μου, από δώ, ο­ νομάζεται Τόμ Ι< έννεντυ καί είναι γυιός τού περίφημου χη­ μικού τής Νέας Ύόρκης, πού ή ήρε φέτος τό βραβείο Νόμπελ τής φυσικής καί τής χημείας. — Μμ..., κάνει ό ψηλός ενώ ό άλλος βγάζε ι ένα χαρτί καί αρχίζει νά σημειώνη κάτι. Κα] τί ζητούσατε μέσα στο πλοΐο; —Ταξιδεύαμε γιά τήν Ευ­ ρώπη όπως καί οί άλλοι επι­ βάτες. — Μαζί μέ τις οικογένειες σας; — "Όχι, μονάχοι μας. Τό σχολείο μας προκήρυξε τό χειμώνα ένα διαγοονισμό γιά τήν κατασκευή μιάς πρωτό­ τυπης μηχανής. Τό βραβείο ή­ ταν ένα εισιτήριο δωρεάν γιά

Τ


10

ΚΕΡΑΥΝΟΣ

«««««««««««««««««««««<««««««««««<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<««<< την Ευρώπη. Στον δισγωνί" σμο αυτό ηρϋαμε πρώτοι ε­ γώ καί .ό φίλος μου. Ξεκινή­ σαμε- μέ τόση χαρά από τη Νέα Ύόρκη. Που νά ξέραμε όμως . πώς θά μάς στοίχιζε τόσο πολύ! * — Νά όμως, φίλοι μου, που σέ σάς δέν· στοίχισε κα­ θόλου! Αλλά··· πώς φανήκα­ τε τόσο έξυπνοι καί φορέσα­ τε αυτές τις .συσκευές; -— Δεν φανήκαμε καθόλου, έξυπνοι. Είχαμε κατεβή στο αμπάρι του πλοίου έτσι·, από απλή περιέργεια, καί περιερ­ γαζόμαστε τό κάθε τί. Σέ μιά γωνία, βρήκαμε κάτι πε­ ρίεργες στολές, πού έμοιαζαν

μέ βατράχους, κοοΐ τις φορέ­ σαμε μόνο· και μόνο γιά. νά... μασκαρευτουμε καί νά γελά­ σουμε, γιατί μάς φάνηκαν τό­ σο αστείες! Επάνω στα γέ­ λια μας ακούσαμε μια μικρή εκρηξι στο· ίδια διαμέρισμα καί είδαμε ένα σύννεφο κα­ πνού νά πετάγεται από μια γωνιά. Χωρίς νά χάσουμε καιρό, ανεβήκαμε τρεχάλα στο κατάστρωμα' καί. άναφέρισμε τό γεγονός στον πρώτο αξιωματικό πού συναντήσαμε. Εκείνος, μέ τη σειρά του, τό είπε στον καπετάνιο, ό όποιος διέταξε νά σημάνουν συναγερ­ μό·, καί νά ανέβουν όλοι στο κατάστρωμα. Δεν πρόλαβε δ-

"Βνρ; λ άντερο· φως μιαίνει άτό" ·τό ττσ.όάθυοΌ. καί τρία όπλί' ονένα *έρ ι α έτοιμάζο νται να ττνραβοληαονν.


ΚΕΡΑΥΝΟΣ

Μ

««««««««««««««««<«««<«<«««««««««««««««««««««««,

Ό Βάγκ (ιέ τό, πιστόλι στο χέρι βγαίνει οπτό τό τταραβάν και ; ττοογωοεί αργά και άττειλπτι κά... μως καθείς νά άνέβη, γιατί ξαφνικά ακούστηκε .μια δεύ­ τερη, πολύ πιο τρομερή έ<ρηξι και ένα πελώριο σύννεφο καπνού -βγήκε από τό πλοίο και τό τύλιξε ολόκληρο. Χοο·* ρίς·καλά - καλά νά καταλά­ βουμε τί συνέβη, βρεθήκαμε και οι δυό μας μέσα στη. Θά·· λασσ α, φορώντ ας άκό μη τις στολές πού' βρήκαμε στο α­ μπάρι τού πλοίου. Αυτό μάς έσωσε. Είμαστε οι μόνοι πού σωθήκαμε από τό ναυάγιο, μά, δον δεν βρισκόσαστε · ε­ σείς, θά . μάς είχαν καταβρο··. χθΓσει τώρα οί 'καρχαρίες... . • Ό ψηλός σηκώνεται από­ τομα ©πάνω καί χτυπάει τη

γροθιά του στο τραπέζι, ενώ τά μάτια του πετΟυν άγριες φλόγες. : — Ψεύτες!, φωνάζει. Εϊ·· σαστε πρώτης τάξεως ψεύ­ τες! Γιατί δεν μου λέτε την αλήθεια; . Ό χοντρός, όσην ώρά μι­ λούσε ό φίλος του, είχε γεί.·· ρει τό κεφάλι και είχε άποκοιμηθή !· Με. τό θόρυβο δμως, πού έκανε ή..γροθιά τού ψη­ λού πάνω στο τραπέζι, πετά­ γεται απότομα,: κυττάζει για μια στιγμή χαζά γύρω κ·Γ έ­ πειτα κάνει νά ριχτή έπάνω του·. Ό ψηλός, χωρίς νά. χά­ ση καιρό, τού δίνει μια γερή γροθιά καί τόν ξαπλώνει ψαρ·*


12

ΚΕΡΑΥΝΟΣ

«««««««««<«««««««««««««««««««<«««««««««««««««<« δύ - πλατύ κάτω! Ό καημέ­ νος ό χοντρός σηκώνεται πά­ λι επάνω, τρίβει τό χτυπημέ­ νο του πρόσωπο και κάθεται ήσυχα - ήσυχα στο κάθισμά του. Σχεδόν αμέσως χασμου­ ριέται καί τά μάτια του αρχί­ ζουν να γλαρώνουν πάλι. — Μάς απειλείτε κιόλας; ουρλιάζει τώρα ό ψηλός. — Μην παρεξηγήτε τό φί­ λο μου, απαντάει τό μελαχροι νό παιδί,, δεν ήθελε νά σάς κάνη κακό. "Έχει μεγάλη α­ δυναμία στον ύπνο καί δέιν χάνει την ευκαιρία, όπου καί νά βρίσκεται! Ή γροθιά σας στο τραπέζι τον βρήκε κοι­ μισμένο καί, δπως καταλα­ βαίνετε, ξύπνησε απότομα... — Ωραία δικαιολογία ! Ψεύτες! Θά μου πήτε, ναι ή όχι, την αλήθεια; — Ποια αλήθεια; ρωτάει τώρα ό χοντρός καί ανοίγει μέ δυσκολία τά γλαρωμένα μάτια του. — Την αλήθεια πώς έσεΐς βουλιάξατε τό πλοΐο! Έσεΐς πήρατε στο λαιμό σας τόσες ψυχές! Εϊσαστε μικροί ακό­ μη στην ηλικία, μά δεν αίσθανθήκατε καμμιά τΰψι καί στείλατε στον "Αδη τριακόσιους ανθρώπους! Τά παιδιά δεν προλαβαί­ νουν καλά - καλά νά συνέλθουν από την έκπληξί τους καί νά απαντήσουν, δταν α­ νοίγει ή πόρτα καί παρου­ σιάζεται ένας τρίτος άνθρω­ πος, κρατώντας στο χέρι του ένα χαρτί. Τό δίνει στον ψη­ λό κι* άψου τό διαβάζουν καί

αί τρεΐς τους, σέ μιαν άγνω­ στη γλώσσα, αρχίζουν μια ζωηρή συζήτησι αναμεταξύ τους. Τό ξανθό παιδί δεν μπορεί νά καταλάβη τί λένε καί δεν τό πσλυνοιάζει νά μάθη τί γλώσσα είναι αυτή. Ό άλλος δ μ ως έχει τεντώσει τ5 αυτιά του καί φαίνεται πώς κάτι καταλαβαίνει από τό μίλημά τους. Μόλις βγαίνει έξω από τό διαμέρισμα εκείνος πού έφερε τό χαρτί,, ό ψηλός ρίχνει στά παιδιά μιά ματιά, πού μοιά­ ζει σάν κεραυνός. — "Ωστε δεν ανατινάξατε έσεΐς τό πλοΐο; — 5Ασφαλώς δχι! Τί θά είχαμε νά κερδίσουμε κάνον­ τας αυτό τό πράγμα; — Τότε τά μηχανήματα πού είχατε μέσα στη βαλί­ τσα- σας τί τά θέλατε; — Τά μηχανήματα; Μά... αυτά δεν ήταν, παρά δυο α­ θώα ηλεκτροκίνητα παιχνιδάκιια πού τά φτιάξαμε μονάχοι μας καί τά πήραμε μαζί μας γιά νά περνούμε τις ώρες μας στο ταξίδι! Μά... πώς ξέρετε τί είχαμε στη βαλίτσα μας; —· Παιχνιδάκια, έ; Πολύ καλά. Τό βλέπετε αυτό τό χαρτί πού μοΰ έφεραν τώρα; Είναι ένα ραδιογράφημα, πού μού έστειλε ό πράκτοράς μου από τη Νέα Ύόρκη. Άπό ό­ λους τούς επιβάτες τού πλοί­ ου, εσάς βρήκε τούς πιο ύπο­ πτους. "Εχει μεγάλο δίκηο. Εΐσαστε οι μόνοι · πού γλυτώ­ σατε, φορώντας τά σωσίβια.


ΚΕΡΑΥΝΟΣ

13

««««««««««««««<«««««««««««««««««««««««««<««««« Γι5 αυτό και σάς περιμένει ή κρεμάλα! 5Όχι γιατί πνίγη­ καν για χάρι σας τόσοι και τόσοι αθώοι. Αυτό δεν μάς εν­ διαφέρει καθόλου. Έκεΐνο πού μάς ενδιαφέρει είναι νά μά­ θουμε από ποιόν πήρατε τις οδηγίες νά βουλιάξετε τό πλοϊο, πο ιοί συινεργάζοντα ι μαζί σας καί για ποιο σκο­ πό ! Δεν έχω νά σάς πώ πολ­ λά λόγια. Σάς άφίνω λίγο καιρό στή διάθεσί σας γιά νά σκεφ'θήτε καί νά μάς πήτε την αλήθεια. Θέλω μέσα σέ μιά ώρα νά μου φανερώσετε όλα τά πρόσωπα, πού συνερ­ γάζονται μαζί σας καί πού σάς ανέθεσαν νά βυθίσετε τό πλοίο. Καί μη νομίσετε πώς έχετε νά κάνετε μέ τά δικά σας δικαστήρια καί τή δικαιο­ σύνη τής γης. Ή Αίντα^, ή σοφή βασίλισσα- μας, ξέρει νά τ ιμω ρή πάροδε ι γματ ικά τούς προδότες της καί όσους τους βοηθούν στήιν προδοσία τους κιαί στά σχέδιά τους! Λέγοντας αυτά τά λόγια, ανοίγει την πόρτα καί βγαί­ νει έξω από τό διαμέρισμα, μαζί μέ τον άλλο, πού κρα­ τούσε τίς σημειώσεις πάνω στο χαρτί. Ή πόρτα κλείνει αυτόματα, τό ψώς σβύνει καί τό δωμάτιο βυθίζεται στο σκοτάδι. ΜΕ Τ Α ΜΑΤΙΑ ΔΕΜΕΝΑ

ΡΩΤΟΣ αρχίζει νά μιλάη ό χοντρός: — Μπίλλ,, τί πράγ* μίατα είναι αυτά; Πού βρι-

σκόμαστέ; Τί ζητούν αυτοί οί άνθρωποι από μάς; Γιατί είναι έτσι κίτρινοι; Γιατί φο­ ρούν αυτά τά ρούχα; Γ ιατί μέ χτύπησαν; — Γ ιατί είσαι βλάκας! — Μά... τί έκανα; — Ξύπνησες απότομα καί πήγες νά τού έπιτεθής, χω­ ρίς νά ξερής τί κάνεις. Αυτός ό ύπνος σου όλο σέ μπελάδες μάς βάζει. Δεν μπορείς νά κράτησης ανοιχτά τά μάτια σου, καημένε; Έδώ χανόμα­ στε καί σύ τό χαβά σου. — Χανόμαστε; Λές άλήθεια νά χανόμαστε, Μπίλλ; — Χμ... Τί νά σού πώ, Τόμ... Έκεΐνο πού ξέρω είναι πώς την έχοιυμε άσχημα, για^· τί δεν ξέρουμε “μέ ποιους έ­ χουμε νά κάνουμε. Ή συμπε­ ριφορά τους μοβ φαίνεται αρ­ κετά παράξενη. Είδες τίς φυσ ιογνωμ ίες τους; Φ αίνοντα ι σαν νά μην είναι άνθρωπΟΊ τής γής. Τό πρόσωπό τους είναι χλωμό, κιτρινωπό. Τά ρούχα τους δεν μοιάζουν σαν τά δικά μας. Καί φαίνεται πώς τά φτιάχνουν μέ διαφο­ ρετικά υλικά από τά δικά μας. Έκεΐνο όμως, πού μέ παραξενεύει, είναι ή γλώσσα τους, -έρεις σάν ποια μοιά­ ζει; Σάν την * Αρχαία Ελλη­ νική ! — Εκείνη πού .μαθαίνου­ με στο σχολείο; -—- Ναί! Τό κατάλαβα μό­ λις άρχισε νά διαβάζη τό χαρτί, ζεχώρκσα αρκετές λέξεις. -— Άμ’ εκείνη ή Λίίντα, ή


14

ΚΕΡΑΥΝΟΣ

««««<««««««<«*<«««««««««««««««<<««««<*<«<«<«««<«««« τή πάλι; Γιατί έμεινε άκίνητος τή στιγ —- "Η βασίλισσα του τόμή που ήταν έτοιμος . νά σε που τους. ■ Που νά βρίσκεται άρπάξη; "Έπειτα, το σχήμα δμως αυτή ή χώρα; Στοιχητου υποβρυχίου,. τά παρά ζε­ ματίζω πώς έχουμε νά κά- 5 να διαμερίσματά του, τά μη·· νουιμιε με μια ώργανωμένη χανήματά του..·. · Πρόσεξες σπείρα τρελλών άνθρώπων! πόσο - διαφορετικά είναι όλοι — Μπίλλ, φαίνεται πώς αυτά από έκεΐνα πού ξέρουράς παρακολουθούσαν από με. έιμεΐς;. τή Νέα Ύόρκη ακόμη. Γιατί · — Λες νά μην έχουμε νά όμως; Γιατί τά έχουν βάλει κάνουμε μέ ανθρώπους τής μαζί μας;. Ποιος είναι εκείνος γης; πού μάς κατηγορεί και τούς —-Πολύ τό φοβάμαι, Τόμ!. είπε πώς εμείς τινάξαμε τό Ό Θεός, πού μάς- βοήθησε νά θά είχαμε πνίγη, άν δέν εΤ~ χαμέ φορέσει από περιέργεια τις στολές τών βατραχανθρώπων, πού χρησιμοποιούν οι. κολυμβητές, , δταν θέλουν νά μενουν πολλή ώρα μέσα στο βυθό; . — Πρώτα-πρώτα δέν πρέπει νά χάσουμε μέ κανένα τρόπο τό θάρρος μας!, λέει ό Μπίλλ. "Ασφαλώς, κάποια παρεξήγησι συμβαίνει·. Λες νά μάς,κρεμάσουν, τόσο ευκολα; Έκτος πιά, άν πραγμά* τικά είναι τρελλοί. Έκεΐνό πού μου κινεί δμως την περίέργεια> έκτος από τό μίσος πού τρέφουν . απέναντι μας καί την παράξενη συΐμπεριφορά τους, είναι καί τά μυστήρια πρύ τούς περιβάλλουν. — Ποια μυστήρια; ρωτάει. μέ αφέλεια ό Τόμ κΓ αρχίζει ν ά χασμουριέται.· -__ —- Ποιά μυστήρια; -έχασες πώς λίγο έλειψε νά σέ

. ξουμε κυζ από αυτούς τούς ανθρώπους, Τά'παιδιά σοοπαίνουν και βυθίζονται σέ σκέψεις^ κάνον τας τις πιο απίθανες ύποθέσεις μέσα στο μυαλό τους, ΓΟσο κγ άν προσπαθούν δμως,. δεν μπορούν τίποτε νά καταλάβουν γιά τό παράξενο -αυτό υποβρύχιο και γιά την περίεργη, συμπεριφορά τών ανθρώπων του απέναντι τους, Οι στοχασμοί τους αύτοί δέν κρατούν γιά ττολύ. Ή πόρ τα ανοίγει καί παρουσιάζεται πάλι ό' ψηλός μέ τό σύντρο·· φό του. ' —— Λοιπόν, ~ αποφασίσατε νά μάς πήτε την αλήθεια; ρωτάει. — Ή αλήθεια είναι έκείνη τρού σάς είπαμε, απαντάει 6 Μπίλλ.. Είμαστε δυό ταξιδιώ■ τες κόοΐ δεν έχουμε την ■ πα­ ραμιικρή ιδέα γΐιά όσα μάς κατηγορείτε.· Τό μόνο πού ξέρουμε είναι δτι σωθήκαμε μό-


ΚΕΡΑΥΝΟΣ

15

«««««««««««««««««««««««««««««««««<«««<«««««««« νο και μόνο γιατί είχαμε την περιέργεια νά φορέσουμε τή στολή των βατραχανθρώπων. Τίποτε άλλο δεν ξέρουμε νά σάς πούμε. Ό δεύτερος άντρας, χωρίς : νά προφέρη λέξι, τούς πλη­ σιάζει και τούς περνάει χει­ ροπέδες στά χέρια. "Επειτα τούς δένει καί τα μάτια. . -— Ή σημερινή ήμερα εί­ ναι ή τελευταία τής ζωής σας πού άντ ικρύσατε τό φώς τού ήλιου!,, τούς λέει ό ψηλός. — Γιατί;... Δεν πρόκειται νά μάς λύσετε ποτέ τά μά­ τια; ρωτάει παραξενεμένος ό Τόμ. Μια γερή σπρωξιά τούς βγάζει καί τούς δυο από τό διαμέρισμα. Τίποτε δεν βλέ­ πουν τώρα γύρω τους. Άκούν μονάχα πιο πολλές ψωνές, καί, κοντά σ’ αυτές, τή φωνή τού ψηλού πού όλο καί κάτι λέει, λες καί δίΐνει διαταγές στους άλλους. Τό υποβρύχιο τώρα φαίνεται πώς έχει λιγο­ στέψει τήν ταχύτητά του. Σέ μιά στιγμή, άκούγεται ένα έντονο κουδούνισμα καί τό υ­ ποβρύχιο σταματάει λές καί κόλλησε ξαφνικά στο βυθό. Περνούν αρκετά λεπτά σ’ αυ­ τήν τήν άκινησία κΓ έπειτα τά δυο παιδιά νοιώθουν ένα μεγάλο τράνταγμα καί κρα­ τιούνται γερά από τά καθίσματά τους για νά μή πέ­ σουν. Τό υποβρύχιο μένει πάλι ακίνητο,, ενώ οί άνδοες του ανεβοκατεβάζουν κάτι μο­ χλούς, κι3 αρχίζουν όλοι μα­

ζί ένα μελωδικό τραγούδι σέ παράξενη γλώσσα. Ό Μπίλλ νοιώθει ένα χέρι νά πιάινη τό μπράτσο του. — Σηκωθήτε, νεαροί μου! Είναι καιρός πιά νά βγαί­ νουμε. Μέ τά χέρια δεμένα καί τά μάτια πάντα κλειστά, σηκώ­ νονται καί οί δυο τους. Βα­ δίζουν επάνω σέ σανίδες πού τραμπαλίζονται*, καί σέ λί­ γο πατουν σέ στερεό έδαφος. 5Εκεί τούς λύνουν τά μάτια καί τούς ελευθερώνουν τά χέ­ ρια. Τά παιδιά ανοίγουν περί­ εργα τά μάτια τους, γιά νά δουν πού βρίσκονται. Βλέ­ πουν, δίπλα τους, τό άτσάλινιο υποβρύχιο ακίνητο μέσα σέ μιά μεγάλη δεξαμενή. Κοντά στή δεξαμενή, υψώνε­ ται ένα μεγάλο σπίτι, πού τά παράθυρά του είναι ολό­ φωτα. Όλόγυρά τους, βρί­ σκονται μεγάλα καί περίερ­ γα μη,χανήματα, πολύ διαφο­ ρετικά από τά μηχανήματα τής γης. ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΧΩΡΑ

Ο

ΜΠΙΛΛ σηκώνει τό βλέμμα του προς τον ουρανό. Βλέπει ένα θόλο λευκό σαν μάρμαρο, α­ πέραντο, χωρίς άκρη, νά τον στολίζουν χιλιάδες φώτα, σέ παράξενα σχήματα! ’Άν δεν έβλεπε αυτά τά φώτα κι’ αυ­ τόν τον κστάλευκο ουρανό, θά νόμιζε πώς βρισκόταν σ’ ένα μέρος τής γης, πού τό λου-


16

ΚΕΡΑΥΝΟΣ

«««<<<«««<<«««««««<<«<««<«<««<<<««««««<««<«««<«««««<<««<, ζει ό^χρυσός ήλιος. "Ομως ε­ δώ τδ περιβάλλον ξεχωρίζει τόσο πολύ από τή γή! Τούς πλησιάζουν δυο άν­ τρες, κατ άχλωροι κι5 αυτοί, ντυμένο ΐι μέ την ίδιο εφαρμο­ στή φόρμα. Μονάχα στο πέ­ το τους έχουν καρφιτσωμένο ένα λευκό αστέρι. Χαιρετούν τους ανάριες του υποβρυχίου, κυττάζουν περίεργα τά παι­ διά κι* έπειτα υπογράφουν κάτι^ χαρτιά. Αφού λένε με­ ταξύ ^τους -μερικές φράσεις, οι δυο άντρες ξαναμπαίνουν στο μεγάλο κτίριο, ενώ ο! υπό­ λοιποι μαζί μέ τον Μπίλλ καί τον Τόιμ, μπαίνουν μέσα σ’ ένα παράξενο όχημα, πού εχ«τ σχήμα χελώνας. Τό καβούκ ι τού αλλόκοτου αυτού αύτοκ ιινήτου , είναι δ ιαφ ανές καί ο:ί ρόδες του δεν φαίνον­ ται. 0! άντρες άφίνουν τά παιδιά να περάσουν πρώτα καί κατόπιν μπαίνουν κι’ αυ­ τοί. Ή πόρτα τού οχήματος κλείνε,ι> απότομα, χωρίς νά άγγίιξη, κανένας τους τίποτε, καί τό εξωτικό αυτοκίνητο ξεκινάει μέ ταχύτητα, χωρίς ?ά τό όδηιγή κανένας! 3Από τό τζάμι ό Μπίλλ κυττάζεΐι έξω. Πιο πέρα από τον πλατύ καί πεντακάθαρο δρόμο, άπλώνονται απέραν­ τες φυτείες μέ χαμηλά δέν­ τρα, πού μοιάζουν σαν τά σ­ ι μπόλια τής γης τό φθινόπω­ ρο, όταν κιτρινίζουν τά φύλλα τους. Προσέχει1 κοΓΓάπληκτος δτι στην αλλόκοτη αυτή χώ­ ρα, έκτος από τούς κανονι­

κούς δρόμους, ύπάρχουν καί άλλοι εναέριοι, πού εκτείνον­ ται προς κάθε καπεύθυνα ι, πολύ πάνω άπό την έπιφάνεια τού εδάφους! — Πού βρισκόμαστε; τολ­ μάει νά ρωτήση. — Θά τό μάθης, αργά ή γρήγορα, του άπαντά ό ψη­ λός. "Αν δέν πεθάνης πριν τό μάθης!... Ό Μπίλλ δέν ξαναρωτάει. Κυττάζει μονάχα ολόγυρά του μέ θαυμασμό. Αρχίζουν τώρα νά ξεφυτρώνουν κάτι τε­ τράγωνα μικρά κτίρια, χτι­ σμένα στη σειρά, μέ τάξι καί μέ γούστο. Ό ουρανός οστό ψηλά απλώνεται πάντα κατάλευκος καί απέραντος, χωρίς άκρη. — Μπ ίλλ !, φώναζε ι - ξαφν ι κά ό Τόμ. Κυτταξε! Μπροστά τους, παρουσιά­ ζεται ένα άλλο αυτοκίνητο, πού τρέχει όλόϊσια καταπάνω τους μέ μεγάλη, ταχύτητα. Τά δυο αυτοκίνητα σέ λιγάκι θά συγκρουσθούν! Δεν τούς χω­ ρίζουν παρά λίγα μέτρα α­ κόμη,... % , Ό Μπίλλ κυττάζει μέ α­ γωνία τά πρόσωπα των συν­ τρόφων του. Τούς βλέπει νά γελιουν. Ρίχνει τώρα τό βλέμ­ μα του μπροστά. Τά δυο πα­ ράξενα αυτοκίνητα μόλις φτά νουν σέ άπόστασι πέντε μέ­ τρων τό ένα από τ’ άλλο, κά­ νουν καί τά δυο μια διαφορε­ τική στροφή κι’ έτσι δέν γίνε­ ται ή σύγκρουσις! — Μά πώς είναι δυνατόν; ξαναρωτά 6 Μπίλλ. Μήπως ύ-


ΚΕΡΑΥΝΟΣ

πάρχείί καδένας κρυμμένος ο­ δηγός και έστριψε τό βολάν; -— Υπάρχει τό ήλεκτρομαγνητ ιικό μάτιι!, ταυ άπαν­ τά ό ψηλός. "Αντικαθιστά καί τον πιο έμπειρο οδηγό τής γης. "Εδώ δεν συμβαίνουν πο­ τέ^ δυστυχήματα, όπως σέ σάς. Τά αυτοκίνητά μας ξε­ κινούν καί σέ κατεβάζουν ε­ κεί πού θέλεις μοναχά τους, χωρίς νά ικάνσυν ποτέ λάθος! Σέ λίγο, τό αυτοκίνητο σταματάει καί ή πόρτα ανοί­ γει πάλι. Κατεβαίνουν όλοι τους. Μόλις πατούν τό πόδι τους στη γη, τό αυτοκίνητο παίρνει μπρος μοναχό του καί', σέ λίγα δευτερόλεπτα!, γίνεται άφαντο από τά μάτια τους. Γυρω τους άπλώνεται τώ­ ρα μια μεγάλη πλατεία, ενώ ένα πλήθος κόσμου τούς πε ­ ριμένει. Μόλις βλέπουν τά δυο παιδιά, τά πλησιάζουν κι5 αρχίζει μια μεγάλη φασα­ ρία από φωνές καί τραγού­ δια. "Ολοι αύτοα οί άνθρωποι γύρω τους, μοιάζουν μέ τούς ανθρώπους τής γής, μόνο πού είναι λεπτοί στο σώμα, χλω­ μοί στο πρόσωπο καί τά μαλ­ λιά τους είναι πολύ ξανθά. Φαίνονται όλοι τους1 χαρού­ μενοι. Στά μάτια τους δμως ζωγραφίζεται ή περιέργεια, μπροστά στά δυο παιδιά, πού ξεχωρίζουν καί στο χρώ­ μα καί στά ρούχα. — Ποιοι είναι οί επισκέ­ πτες πού μάς φέρνεις από τό ταξίδι σου, "Άρκο; ρωτάει κάποιος.

17

Τον ρωτάει μέ τη δική τους γλώσσα. Ό Τόμ δεν μπορεί νά ξεχωρίση ούτε λέξι, Ό Μπίλλ όμως καταλαβαίνει την έρώτησι. — Είναι αιχμάλωτοι τής Αίντας, απαντάει στο περίερ­ γο πλήθος ό ψηλός άντρας του υποβρυχίου, κάνοντας νόημα στά παιδιά νά τον α­ κολουθήσουν. Ό Μπίλλ καί ό Τόμ, σαν υ­ πνωτισμένοι άπό τον παρά­ ξενο καί όμορφο κόσμο πού βλέπουν γύρω τους, τόιν ακο­ λουθούν ενώ ξωπίσω τους έρ­ χεται ό δεύτερος άντρας τού υποβρυχίου. Απέναντι τους, ορθώνεται ένα πανύψηλο πα­ λάτι μέ περίεργη αρχιτεκτο­ νική, που τό ζώνει ένας ό­ μορφος κήπος μέ λουλούδια καί μέ δέντρα λογής - λ ο γής. Δέντρα όμως μέ αλλόκοτα φύλλα καί σχήματα, πού δέν θά μπορούσε κανείς νά δή σέ κανένα μέρος τής γής. "Ανεβαίνουν τά όμορφα, κατάλευκα σκαλοπάτια του παλατιού αυτού, πού μοιάζει σαν παραμυθένιο, καί σταμα­ τούν μπροστά στη μεγάλη του πόρτα. "Αμέσως, ή πόρτα ανοίγει καί παρουσιάζεται έ­ νας άνθρωπος. Κυττάζει κα­ λά - καλά τούς νεο*φερυένους κι" αφού λέει μερικές λέξεις στον "Άρκϋ', χάνεται στο βά­ θος ενός μεγάλου διοδρόπου. Σέ λίγο παρουσιάζεται πάλι. -— Ή βασίλισσα θέλει νά σάς δή αμέσως, "Άρκο. "Α­ κολουθήστε με. Τά δυο παιδιά ακολουθούν


Ιβίϋΐιιΐϋ

Ι11ΙΙΙΙΙΙΙ1Ι18

¥ή9:%ί$:ίίΑ

:·:·:·:·:·:·:·:·:·:·:■

■'·:···:

χ·:·:·:·:·:·:·χ·:·ν·:·ι·:·νν:::·>:;:::.

ΙΙΙΙΙΙΙίΑ

,ν.ν

·:·:·>:·

Λ^'

Μέ λίγα χτυπήματα τής ουράς πλησιάζει τον &να άπό τούς δύο, στρίβει το λαιμό του, καί άνοί γει τό π-ελώοιο στόμα του.


20

ΚΕΡΑΥΝΟΙ

<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<«<<<<<<<<<<<<<<<<<<<<«<<<<<<<<<<<<<ι:<<<<α<<<\<<<<< <««««« τον/ άνθρωπο πού προχωρεί μπροστά, ενώ μά αγωνία τούς κόβει την ανάσα. "Ολα τούς φαίνονται παράξενα καί απίθανα, λες καί ζούν σε κα­ νένα παραμύθι. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕ ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ

ΙΑ μεγάλη πόρτα άΙΙ&μΆ νοίγεί' καί παρουσιάανϊΙ ζεται μπροστά στά έκπληκτα -μάτια των παιδιών μιά απλόχωρη σάλα. Στη μέ­ ση ακριβώς, πάνω σέ ένα θρόνο, κάθεται μιά όμορφη καί νέα γυναίκα με κατάξανθα μαλλιά κάί μέ λαμπερά μάτια, πού μοιάζει σάν νε­ ράιδαν — Αγαπητέ μου "Αρκο, λέει μέ .μελωδική φωνή, έλα­ βα ένα ραδιογράφημά σου καί περίμενα μέ αγωνία τούς αιχμαλώτους σου. Πές μου, σέ παρακαλώ, τί συμβαίνει: Ό "Αρκσ κάνει μιά υπό­ κλισή κι5 αρχίζει: -— Ό πράκτοράς μας πού βρίσκεταιι στη Νέα. Ύόρκη, μέ πληροφόρησε μέ τον ασύρ­ ματο, όταν ακόμη βρισκόμουν στον ωκεανό μέ τό υποβρύ­ χιο, πώς κάποιοι τον παρα­ κολουθούσαν καί μέ ειδοποίη­ σε πώς, για νά ξεγελάση τούς ανθρώπους πού τον πα­ ρακολουθούσαν, θά έκανε πώς βγάζει εισιτήρια γιά νά τα­ ξί δέψη στην Ευρώπη μέ τό ύπερωκεάνε ι ο « Ν ιού Σ τ άρ». Πραγματικά, κατάφερε νά τούς ξεγελάση πώς θά ταξί­ δευε, ένώ αυτός έμεινε πίσω.

Έγώ αποφάσισα τότε νά πα­ ρακολουθήσω τό πλοίο, γιατί σκέφτηκα πώς οί κατάσκοποι θά πήγαιναν κι5 αυτά στην Ευρώπη. Στη μέση όμως τού ;Ατλαντικού, είδα το «Νιού Σταρ» νά τινάζεται στον αέ­ ρα! "Ολοι οι επιβάτες του πνίγηκαν, έκτος από τά δυο αύτά παιδιά, πού είχαν φο­ ρέσει από πριν μιά στολή των βατραχανθρώπων. Ρίχνει μιά σκυθρωπή μα­ τιά στά παιδιά καί συνεχίζει: —Νομίζω, βασίλισσα μου·, πώς 5έν χρειάζεται νά μά­ θουμε ποιοι εΐναι οί άνθρωποι πού κατασκόπευαν τον πρά­ κτορα μας. "Ενα δεύτερο σή­ μα πού έλαβα, επιβεβαιώνει τις υποψίες μου. Βγάζει από την τσέπη του ένα χαρτί καί τό δίνει· στη βασίλισσα. — Ή βόμβα, προσθέτει, πού βουλίαξε τό πλοίο·, ήταν τού δικούμσις τύπου, γιατ'ί, όπως τό ώμολόγησαν καί οί ίδιοι, έγινε πριν από τη με­ γάλη έκρηξι μιά μικρότερη. Φαίνεται καθαρά πώς τούς την έδωσε κάποιος δικός μας, προδότης! Σάς τούς ερερα λοιπόν εδώ γιά νά τούς κά­ νετε νά μιλήσουν καί ν’ απο­ φασίσετε γιά την τύχη τους... Ό Μπίλλ κυττάζει θαρρε­ τά την ξανθά βασίλισσα στά μάτια καί ετοιμάζεται νά μιλήση. — Οχι εσυ, του λεει εκεί­ νη στην αγγλική γλώσσα. Μου φαίνεσαι άρκετά πονη-


ΚΕΡΑΥΝΟΣ 21 ««<««««<««<<<«««««««««««««««««««««««««««««<«««««< ρός. Θά ρωτήσω τον άλλο. Ό Τόιμ ξεροκαταπίνει και κοκκινίζει ώς τ’ αυτιά. Τά έ­ χει εντελώς χαμένα και δεν μπορεί νά καταλάβη τί συμ­ βαίνει γύιρω του. "Αχ! Πώς θά ήθελε νά τελείωση, δλη αυ­ τή ή φασαρία γιά νά τό ρίξη...ιστόν ύπνο συνέχεια δώ­ δεκα ολόκληρες ώρες! Μέ κόπο κρατάει τά μάτια του ανοιχτά! Πρέπει όμως νά μή τον πάρη ό ύπνος ώσπου νά τά βγάλη πέρα μ5 αυτούς τούς ανθρώπους, μέ τούς ό­ ποιους έμπλεξαν χωρίς νά τό περ ιμένουν. Εκείνη τη στιγμή χτυπάει ή πόρτα. Στο άνοιγμά της παιρουσιάζεται ένας άνθρω­ πος. Είναι ένας ψηλός άντρας καί στο άριοτερό του μάγουλο, κοντά στο μάτι, έχει ένα σημάδι, μιά ουλή, σαν σταυ­ ρό. Κάνει μιά ύπόκλισι καί κυττάζει ένα - ένα μέ προ­ σοχή τά δυο παιδιά. — Καιρό έχω νά σε δώ, Βάγκ, τού λέει ή βασίλισσα. —"Εμεινα λίγες μέρες στο κρεβάτι), απαντάει ό Βάγκ. Φοβήθηκα μήπως είναι τίπο­ τε σοβαρό, άλλά ευτυχώς μου πέρασε. Μιά μ ικροαδιαθεσία. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, χωρίς κανείς νά τό περιιμένη, ό νυσταγμένος Τό)μ τινάζεπαΐι καί γουρλώνει τά γλαρωμένα μάτια του. Μέ έ­ να πήδημα βρίσκεται μπρο­ στά στο νεσφερμένο καί τον κυττάζει επίμονα στο μέρος

του προσώπου του πού έχει τό σημάδι. — Πόσες μέρες έμεινες στο κρεβάτι σου; τον ρωτάει θαρρετά. • Ό Μπίλλ τά χάνει. Δεν μπορεί νά καπαλάβη τί θέ­ λει νά πή καί πού θά καπα­ λή ξη ό φίλος του. Μήπως του ήρθε καμιμιά τρέλλα έτσι α­ πότομα; Μήπως είδε κανένα κακό όνειρο έτσι όπως κοι­ μόταν ολόρθος; — Γιατί ρωτάς; απαντάει αυστηρά ή βασίλισσα. — Θά ήθελα νά μάθω, με­ γάλη μου βασίλισσα, άν τό κρεβάτι του κυρίου είναι εδώ, στην παράξενη πολιτεία σας, ή στή Νέα Ύόρκη! "Ολοι τους κυττάζονται μέ απορία. Ό Μπίλλ αρχίζει τώρα νά καταλαβαίνη. Ό άν­ θρωπος αυτός, μέ τό σημαδε­ μένο πρόσωπο, είναι γνωστός του! Κάπου τον έχει συναν­ τήσει! —Τί θέλεις νά πής; μοογγρίζει απειλητικά ό σημαδε­ μένος. — Θέλω νά πώ ότι, πριν ξεκινήση τό «Νιου Σταρ» α­ πό τό λιμάνι τής Νέας Ύόρ­ κη ς, σέ είδα νά βγαίνης μέσα άπό τό πλοίο ντυμένος σάν άξ ι ωμ ατ ικός τού ναυτ ιικού! Όρκίζομαι στο Θεό πώς σέ θυμάμαι πολύ καλά. "Ετσι δεν είναι, Μπίλλ; — Ναι, Τόμ,.τώρα τον θυ­ μήθηκα κι5 εγώ! Ή βασίλισσα γυρίζει καί κυττάζει ερωτηματικά τον Βάγκ. Εκείνος, χωρίς νά τής


22

ΚΕΡΑΥ

ΝΟΣ

«««««««««««<«««<«««««««««<<«<««<««<«<<««««««««<<««<<

δώση σημασία, όρμάει προς τον Τόμ -με σηκωμένη, τη γρο­ θιά του: Είναι φοβερός καί απαίσιος στην όψι. Ό Τόμ προσπαθεί νά ξεψύγη, μά φαί νεται πώς δέ θά τά καταφέρη. Τήν ϊδιια. στ ιγμή, ό Μπίλλ, μέ μια γρηγοράδα σαν αστρα­ πή, πετιέται μπροστά του καί, χωρίς δισταγμό, του δί­ νει μια δυνατή κι* επιδέξια γροθιά στο πρόσωπο. Ό Βάγκ, που δεν- πειρίμενε αυτό τά χτύπημα,, λυγίζει απότο­ μα καί σωριάζεται κάτω. — Μπράβο, Μπίλλ !, φω­ νάζει ό Τόμ με ενθουσιασμό. Μπράβο Κεραυνέ μου ! Καί προσθέτει γυρίζοντας στη. βασίλισσα: — Ξέρετε, στο σχολείο ό­ λοι λέμε Κεραυνό τον Μπίλλ, γιατί ή γροθιά του είναι* σ,,ο­ στό ς ·. κεραυνός Ι­ Ό Βάγκ στριφογυρίζει δυο φορές στο πάτωμα καί πετιέται επάνω κρατώντας στο χέρι ένα μικρό πιστόλι. Ό Μπίλλ φοβάται πώς θά τον πυροβόληση καί ετοιμά­ ζεται νά ριχτή στα πόδια του, μά εκείνος σκοπεύει τό λαμπιόνι πού κρέμεται στταβάνι. Χωρίς νά ακουστή ό ττοροΙμ ικρός θόρυβος, τό φως σβύνει καί τό σκοτάδι πλημ­ μυρίζει τό δωμάτιο. — Βάγκ!, φωνάζει ό *Άρ~ κο πιανιόντας τήν πόρτα. Βάγκ, παραδόσου, γιατί θά πεθάνης! ΛοΟντι,, άναψε τό φακό σου! — Αστειεύεσαι, νΑρκο; ά­ παντά ό ΛοΟντι. Θέλεις νά μου

βρή π ιό εύκολα τό στόχο; — Βάγκ, γιατί δεν μιλάς; φωνάζει ή βασίλισσα κρύβον­ τας τό σώμα της πίσω από τήν πόρτα. Που ήσουνα αυ­ τές τις μέρε)ς] που έλειπες; Στο κρεββάτ ι σου ή στή Νέα Ύόρκη; Πώς βγήκες από τή χώρα μας, Βάγκ; Μέ ποιόν τρόπο έφτασες εκεί καί ξανάγύρισες πάλι; Έσύ είσαι ό προδότης τού βασιλείου μου; ΤΟ ΚΟΛΠΟ ΤΟΥ ΚΕΡΑΥΝΟΥ

ΐΒΑΓΚ δεν βγάζει τσι ιμουβιά.. Ούτε ό παρα­ μικρός θόρυβος · δεν άκούγετοΊΐ μέσα στο δωμά­ τιο: Άκςμα καί οί αναπνοές φαίνεται πώς έχουν σταματή­ σει. "Ολοι προσπαθούν νά άντιληφθ'οΟν τή θέσι τού ανθρώ­ που μέ τό σημαδεμένο πρό­ σωπο. Ή αγωνία, όσα περ­ νούν τά λεπτά, φτάνει στο καταχόροφο: Μά δεν κρατάει γιά πολύ. "Ενα λαμπερό φως μπαίνει από τό παράθυρα, που κάποιος άνοιξε ξαφνικά απ' έξω. "Ολοι κυττόζουν τιά­ ρα γιά νά δουν τό Βάγκ, ενώ τρία ώπλισμένα χέρια , έχουν, σηικωθή έτοιμα νά πυροβολή­ σουν. Ό Βάγκ όμως έχει γίνει άφαντος: Δεν υπάρχει πουθε­ νά.! Ό Μπίλλ γυρίζει τό μάτι του, δεξιά καί αριστερά. "Α­ κριβώς πίσω, του διακρίνει έ­ να παραβάν. Τό δείχνει αμί­ λητος οπή βασίλισσα. Εκείνη κουνάει τό κεφάλι της κυτ* τάζοντας τον "Άρκο;

Ο


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Κεραυνός by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ / MIKROS IROS PUBLICATIONS - Issuu