ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ
16 ΤΕΥΧΗ
ISBN: 978-618-206-013-1
ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
0 ΞΑΝΘΟΣ ΤΙ ΜΩΡΟΣ
ΤΗΝ οργιαστική βλά στημη τής ζούγκλας προχωρεί αργά .μια συ νοδεία. Τό απαίσιο σφύριγμα τού μαστιγίαυ αντηχεί συ χνά. Ουρλιαχτά πόνου. το συ νοδεύουν. Φωνές άτογνώσεως δυστυχισμένων νέγρων, πού, ανοίγουν δρόμο μέ τά τσε κούρια τους για, τον λευκό τύραννο πού έρχεται πίσω. —ιΠαλ ιοσατανάβες!, μουγ χρίζει αυτή τή. στιγμή έξαλ λος από θυμό. Βρωμεροί τεμ πέληδες ! Πιο γρήγορα! Πρέ πει νά φτάσωμε πρώτοι καί
θά φτάσωμε, ακόμα κι3 άν χρειαστή. γι’ αύτό νά σάς στεί λω (όλους ιστήν κάλασι! Κσυνηθή τε, μ αύρ α σκυλ ι ά! Τό τρομερό σύμπλεγμα α πό τις λρχ'μίες καί τις πειριπλακάδες, πού πρέπει νά τις κόβουν για νά περάσουν, τε λειώνει κάποτε. Τώρα ή ζούγ κλα γίνεται π ιό ομαλή, μ’ έ να (μεγάλο πλάτωμα πού τό σκιαίζρυν πελώρια}, αιωνόβια δέντρα. λ -αφνιικά, ό λευκός σταμα τά. Μπροστά του βρίσκεται ένας μεγάλος γορίλλας. Δέν έχει άντ ι,ληφθή, καθόλου την παρουσία τού καραβανιού καί παίζει ευτυχισμένος μέ τό μι-
ΤΙΜΗ ΔΡΆΧ. 1
4
κρό γσριλλάκι, τό γυιό του. Ό τυχοδιώκτης ξεκρειμά α πό τον ώμο του την καραμπίνα του. Την διευθύνει προς τό μέρος των δυο ζώων. — Θά σκοτώσω τό μικρό! λέεΐ' ενθουσιασμένος ιμέ τη δια:βολ ΐική. ιδέα του. θμαι περί εργος πώς θά του φανή του πατέρα του! Στηρίζει καλά στον ώμο του τό οπλο-ικάι σημαδεύει». 01 νέγροι κυττάζουν μέ συμ πόνια τά δυο ανύποπτα ζώα, μά κάνεις δεν έχει την τόλμη νά έπέμβη. Ωστόσο ό (Πκάρετ δεν προ λαβαίνει νά πυροβόληση. Τη στιγμή πού τό εγκληματικό δάγτυλό του αρχίζει νά πιέζη την σκανδάλη, ένας (μεγά λος λευκός όγκος πέφτει; στη ράχΗ' του, από τό χαμηλότε,ρο ικλαδί ένός αιωνόβιου δέν τρου. Πρίν ο σκληρός τυχοδι ώκτες ιποολάβηι νά συνέλθη από την έκπληξί του, τό όπλο έχει άποσπασθή. από τά χέ ρια του καί βρίσκεται τώρα στά χέρια του γιγαντόσωμου λευκού άγοριού που έπεσε α πό τό δέντρο. Ό ίΓκάρετ μέ τό ποόσωπο κατσικόκκινο α πό τη λύσσα, κυπάζει τό α προσδόκητο, ουρανοκατέβατο πλάσμα. ιΕΐναι ένα παιδί πού μόνο από τό πρόσωπό του μπορείς νά κατάλάβης ότι δεν είναι μεγαλύτερο ιάπό δεκαεφτά χ,ρονών. Γιατι τό στήθος του είναι- φαρδύ και πελώ»ριο, ενώ τά μπράτσα και τά πόδια του είναι, γεμάτα ατσαλένιους μυς που μαρτυρούν τρομακτική
ΚΑΛ — Ο ΚΥΡΙΟΣ δύναμι. Τό πρόσωπό» του είναι αρρενωπό και συμπαθητικό παίρά τήν κάπως άγρια λάμψι των καταγάλανων ματι»ών του. Τά ολόχρυσα υαλλιά του πέφτουν ανακατεμένα γύρω στό κεφάλα του και τό μόνο του ντύσιίμο είναι ένα πέτσινο μαγιώ <μέ μνά Ητιεοίεργη ζώνη. *
*
*
Τό λευκό αγόρι σηκώνει τήν καοαυπίνα τού τυχοδιώ κτη και τήν τσακίζει στά δύο έρτάνω στο γόνατό του σάν σσνιδάκι,! Πετάει πέρα τά ά χρηστα κομμάτια της καί κυά τάζει θυμωρένα τον άντίίπαλό τρυ. Εκείνου τό χρώμα γίνε ται από κόκκινο μελανί. "Α σπροι άφιροι λύσσας βγαίνουν από .τά χείλη του. — Αυτό πού έκανες θά τό πλήρωσής μέ τή ζωή σου, παλιόσκυλο!, ουρλιάζει». — Ό λεύκός άνθρωπος εί ναι (μοχθηρός και άγριος!, μουγγρίζει τό άγό»οι μέ μιά περίεργη προφ»ορ»ά. Ό Κάλ τον διατάζει νά γυρίζη πίσω ! "Αν δεν υπακούση θά τΐιμωρηθή σκληρά! Ό Γκάρ»ετ γίνεται πραγμα τικό θηρίο από τή λύσίσα. —>Έσεΐς μαύρο ι βιαβόλοι!, βρύχάται άφρ,ίζοντας. Π ι ά στε τον καί ΐμαστιγώστε τον αμέσως, ώσπου νά μή )μείνη »ούτε υιά στάλα αΤματος μέσα στο άθλιο κορμί του! Οι μαύροι όρμουν άμέσω-ς εναντίον τού άγοριού. Μά αυ τός πού έχει ονομάσει τον έαυτό - το»υ Κάλ, άρΙπάζει τον Γκάρετ από τά ρούχα ιμε τά δυο χέρια, τον σηκώνει ψηλά
ΎΗ2 20ΎΓΚΛΑΪ
πάνω ιάητό το κεφάλι του καί τόν τινάζει μέ τρομακτική δύναμι προς το μέρος των επι τιθεμένων! Ό λευκός πεψτε ι επάνω στους άραπάδες καί τους πα ρα^έίρνειί' κι5 αυτούς στην τττώ σι του. Ό Ντάμπο, ό νέγρος κολοσ σός άρχιεπιίστάτης του τυχο διώκτη Βάν Γκάρετ, πηδάει προς τά πλάγια εγκαίρως καί σηκώνοντας την ικαραμπίνα του σημαδεύει το λευίκο άγόρι στην καρδιά. Μα, πριν νά προλάβη, νά πυροβόληση, μια μεγάλη καρύδα έρχεται από τον ουρανό καί σκάει μέ πά ταγο επάνω στο κεφάλκ του; ■— Αυτή την ικαρύδα στην κάνω δώρο για τά γενέθλιά σου!, ακουγεται .μίιά τσιραί* χτή κΐαί αστεία φωνή ανάμε σα Ιάπό τον πράσινο θόλο τών δέντρων. Ό Ντάμπο παρατηρεί ο λόγυρα ·μ ισοζαλισμένος. Το λευκό άγόρι όμως έχει πηδηξει ισάν αίλουρος σ’ ένα κλα δί κι5 έχει γίνει άφαντο. —·λ Ποιος δαίμονας μίλησε; δρυχάται/'Ας ξετρυπώση τή μαυίσσύδα του νά τόν εύχαριστήσω για τό δώρο του!·.. "Ένα στρίγγό καί παράφω νο γέλιο σαν καμμιάς γριάς μάγισσας άκούγεται. Τά φύλ λα ιένίσς (5(έίντρου! παρσμερί!■ζοιυν ξαφνικά καί μια παρδαλή καρακάξα μέ πελώριο άστεΐο ράμφος ψτερουγίζει δυ' νατά ιστόν αέρα κάνοντας δαι μονισμένη φασαρία. Ό Ντάμπο πάνω στη λυσ*σα του πυροβολεί τό πουλί*,
μά^ τό· ©πλο ν του . είναι γεμ κ σμόνο μέ βλήμα κι" όχι μέ σκάγια κΐι" έτσι αστοχεί. Ή κωμ ική φωνή ξανακούγεται τότε: — Μανταλένα! Μωρή Μανταλένα! ^ "Έλα πίσω αμέσως καί δεν έχω καμιμιά όρεξι για κηδείες! Στ" ^άλήίθεια, στο· άκουσμα τής φωνής ή. καρακάξα ξαναχώνεται· στίς φυλλωσιές καί χάνεται, "Οσο κι*" άν ψά χνουν οι νέγροι καί ό λυσσα σμένος ίΒάν Γκιάρετ, δεν μπο ρούν ν’ /άνακαλύψουν ψυχή πουθενά γύρω. Ό τυχοδιώ κτης φωνάζει στο τέλος ά γρια: —^Εμπρός! "Αρκετόν και ρό χάσαμε."'Ας πραχωρή>~ σωμε καί τά λέμε στον γυρι σμό μ" αυτούς τούς έξυπνους! ΚΑΛ ΚΑΙ ΧΟΥΠ
ΠΟ ΑΡΚΕΤΗ ώρα ένα παράξενο ζευγάρι πα ρακολουθούσε τό καρα βάνι του Βόα/Τκάρε.τ. Ό ένας ήταν Κάλ, τό λευκό παιδί τής ζούγκλας, πού πηδώντας μέ^τεράστια άλματα (ανάμεσα στις φυλλωσιές άπό τό ένα δέντρο στο άλλο, ακολουθού σε τή συνοδεία χωρίς νά Φαί νεται. Ό δεύτερος ήταν σκσρ φαλωμένος στην πλάτη τού Κάλ καί σέ ' κάθε πήδημα μαύρος τρόμος ζωγραφιζόταν στο .. .κατάμαυρο πρόσωττό του. 15 Ηταν ένας μικροκαμω•μένος πυγμαίος 1 τής φυλής Χαλόα. Πρίν*άπό έννέα χρόνια„όί πολεμιστές τής "φυλής' αυτής
Α
4*
είχαν ίάν^οοκιοολύψείι ρές στή ζούγκλα ένα λευκό άγώρι όκτώ χρόνων. *Ηταν γυμνό, πεινασμένο και πληγωμένο ά ή ο ένα βέλος που είχε καρφωιθη .στον ώμο του. Μια πυ γμαία ιάνέλαβε τότε νά το μεγαλώση ^οζΐ 'μέ τον δικό της γυιό, τον Χούπ. Ό Κάλ έμεινε έξη χρόνια μαζί /με τούς θετούς γονείς του. 'Όταν έφτασε δεκατεσσά ρων χρόνων, τό ύψος του κόν τευε νά είναι διπλάσιο από των πιο μεγαλόσωμων πόλε μι στών τής φυλής. Οί Χαλόα δεν μπορούσαν νά έχουν κον τά του<£ έναν τέτοιο ^γίγαντα τ— που εξακολουθούσε κιό-ι λ ας νά ψηλώνηι συνεχώς. Του έΐπαν πώς έπρεπε νά φύγη άπό τό χωριό τους, μά άν πο τέ χρειαζόταν τή βοήθεια τους ^ά την ζητούσε χωρίς καδένα δισταγμό. Πραγματικά, ό γί γαντας άφησε τούς Χαλόα
*0 Χαυττ χαμογελάει ευτυχισμέ νος γιά τη γροθιά ττου έφοογε!
ΚΑΑ
Ο ΚΥΡΙΟΙ
Κάλ, ό Κύριος τής ζούγκλας
καί γύρισε στη ζούγκλα. Μα ζί του έφυγε ικαί ό Χούπ, πού είχε γίνει αχώριστος σύντρο φός του αφού τούς μεγάλωσε ή ίδια μάνα. Αυτός λοιπόν, δη λαδή ό Χούπ — ήταν σκαρ φαλωμένος στην πλάτη του Κάλ ικαθώς πηδούσε άπό δέν τρο σε δέντρο·. Ό Χούπ έχει ένα ^κωμικό κεφάλι περιέργου σχήματος* Πελώρια .μάγουλα. Όλοστρόγ γυλα -μάτια καί πεταχτά αυ τιά, πού ιστό δεξιό κρέμεται ένας χαλκάς. Ή προβιά πού φοράει αντικαθιστά γι’ αυτόν καί τό πρωινό ντύσιμο καί τού περιπάτου καί τό επίση μο. Στη μέση του κρέμεται ένα παράξενο όπλο, γνωστό ως «μπούμερανγκ». Είναι ά πό σκλη,ρό κέρατο κι* έχευ τό ιδίωμα όταν τό πετάς καί δεν πετύχη τό στόχο του νά στρίιβη στον αέρα καί νά ξαναγυρίζη σ' έσένα γιά νά τό
7
ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ '
ξαναπετάξης ί Ό Χούπ φο ράει κι3 ένα σαραβαλιασμένο ψηιλό κάΐπέλλο και δυο επίση μα λευκά ,μανιικέτια στα γυ μνά του χέρια: Μόνο ό Θεός ξέρει που τά 'βρήκε ό αστείος πυγμαίος και σε ποιόν ιερα πόστολο θα ανήκαν κάποτε. Πάντως ό Χούπ είναι τρομε ρά περήφανος γι3 αυτά καί καμαρώνει σάν διάνος πού τά φοράει. Τέλος, τον άστεΐο πυ γμαΐο έχει ακολουθήσει από τό χωρ ιό των Χαλόσ καή ή Μανταλένα, ' ή έξη/με σωμένη καρακάξα του, πού συνήθως ^βρίσκεται καβαλλ ικεμένη στον ώμο του. Κανείς 5έν έμαθε πώς ό μι κρός Κάλ βρέθηκε έρημος στη ζούγκλα. Αυτός ό ίϊβιός φαί:νέται πώς κάτι θυμάται όπό τά πρώτα του χρόνια καί ώ ρες - ώρες τό πρόσωπό του
Μπέλλα, ή ομορφη λευκή.
παίρνει ένα ύφος όνειροπόλο. Μά τού παίΙρινάει γρήγορα καί ποτέ δεν .μιλάει γι3 αυτό τό θέμα... ΚΙΝΔΥΝΟΣ
ΚΑΛ, γυρνώ ντας στον άστεΐο σύντροφός του μετά την τιμωρία τού Γικάρετ, λέει σοβαρά: — Χούπ, σ3 αυχαριστώ! Μσύ Ισωσες τη ζωή πετώντας την καρύδα στο κεφάλι τού μαύρου γίγαντα. Ό Χούπ παίρνει ηλίθιο ύ φος. — Μά εγώ δεν την πέταξα γιά νά τον χτυπήσω!, διαμσρ τύρεται. Είπα την ^ αλήθεια πώς τού την έκανα δώρο επει δή ,' τον .. ,συιμπ0#ησα! I Ό ιΚάλ χαμογελάει. Αρ πάζει τον Χούπ καί τον καθί ζει στην ράχι του,
Ο
Ό Νάμπο σηκώνει την καραμπινα και πυροβολεί την καρακάξα.
— Εμπρός, λέει. "Ας του δίναμε γιατί έχω αφήσει καί τή Μπέλλα άπό τδ ττρω'Γ καί β5 ανησυχή..*.. — Κι5 δ μένα οί... Χούλες μου, 'φιωνίάζέι>, Τ|ραμαίγ|μένος ο Χούπ, ιθάναι απαρηγόρητος 'τταύ λεί|πω τόΐσες ώρες ! "Εχω άπό προχτές νά φάω σφαλιά ρα απτό τίς αγαπημένες μου καί κοντεύω νά ρέψω! Ό Κάλ μαζί με τό^ εξωφρε νικό φορτίο του πηδώντας α πό δέντρο σέ δέντρο, δεν αρ γεί νά φτάίσή στην κατασκήνωσί τους. Μά φβάνοντα,ς στην σπηλιά τους, στην αχθίη του ποταμού τά μάτια του γεμίζουν άνη,συ χία. Ή νεκρική σιωπή που α πλώνεται γύρω τους του φέρ νει κακά προαισθήματα. — Μπέλλα!, φωνάζει τα ραγμένος, Μπέλλααα!... Δεν παίρνει καμμιά άπάντησι. Ό Χούπ πού στέκει πν σω του τον σκουντάε ι στον ώμο. — Πιο σιγά κύριος!, τού κάνει δυΐσαρεστηΐμένος. Μπο ρεί οι... Χούλες μου νά κοιμώντα,ι καί νά ρέ βλέπουν στον ύπνο τους! Τι αγριοφω νάρες είναι αυτές; Το πρόσωπο όμως τοΰ λευ κού άγοριού παραμένει σο6αρό καί ανήσυχο,. —ΨΤ Μπέλλα δεν βρίσκεται έδώ!, μουρμουρίζει.. Ούτε καί ή Χουλα! Καί δεν ιμ’ άρεσε ι καβόλου αυτό.... —— Λες νά βρήκαν τίποτα μυστήριους καί νά μάς παρα τήσανε; ξεφωνίζει ό Χούπ κατ «τρομαγμένος. Καί καλά, ε
σύ χάνεις ριά γυναίκα, Άμ5 έγώ που χάνω*.. τρεις Ό Κάλ τρέχει γύρω - γύ ρω στην όχθη τού ποταμού ικιάί Ιστό τέλος άνακαλύπτεΐ' τά "ίχνη των δυό γυναικών. Σ5 ένα ση|μεΐο τά χόίρτα είναι σπασμένα καί τσαλαπατημένα σαν νά έχη γίνει κάποια πάλη. Κι5 έκεΐ πέρα ό Κάλ ανακαλύπτει κι5 ενα λευκό κουρελάκι που αναγνωρίζει πώς είναι, άπό το πουκάμισο τής Μπέλλα. Τά μάτια του δείχνουν τρομερή αγωνία. — Έδώ!, φωνάζει. ιΚύττα ξε! Πατήματα άπό αντρικές μπότες! Χούπ, τ'ίς πήρανε! Τίς άπήγαιγαν! Πιοιός όμως, καί γιατί; Τί θέλουν άπό τη Μπέλλα; Ασφαλώς ή ζωή τής θά βρίΐσκεται σέ τρομερό κιν δυνο! Καί ό Κάλ τρέχει προς τη ζούγκλα. Ό Χούπ ανοίγει δσο μπορεί πε)ρ ισσοτερο τά μικρά ποδαράκΐια του γιά νά τον φτάσηι. — "Ελα, μωρή Μανταλέ'να!, λέει στήν ικαρακάξα του πού .ξαφνιάζεται καί φτερουγίζει πάνω άπό τό κεφάλι του "Ελα νά ψάξω με γιά τή μις Μπέλλα πού σου δίνει καί.·, κεχρί! ΜΠΕΛΛΑ ΚΑΙ ΧΟΥΛΑ
Α ΠΡΕΠΕΙ ό ά,ναγνώ στης νά ,μάθη, ποια είναι αυτά τά δυο πρό αωπα γιά τά οποία μιλούν συ νεχώς οι ήρωές μας. Ή Μπέλλα Ρέυνολντς, κό ρη του διάσημου έξερευνητου
Θ
ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ Ρέϋνολντς, κληρονόμησε άπό τον πατέρα της μαζί με την τεράστια περιουσία του κι* έναν χάρτη μιας άγνωστης περιοχής τής Μαύρης Ηπεί ρου. Τον χάρτη αυτόν τον εΐ• χε φτιάξει 6 ίδιος 6 Ρέϋνολντς. Πίΐστευε ^ ττώς στην περιοχή αυτή ήπήρχε κάποια πανάρχαια πολιτεία και τό όνειρό του ήταν νά τήν άνακαλύψη. Καίθώς όυως πέθανε πρίν προ λάβη νά έκπλιηρώση τό όνει ρό του, άνέλαβε νά τό έκτελέση ή κόιρη του Μπέλλα. Διωργάνωσε μια αποστολή καί ιξεκίνηίσε για τήν Αφρική. Μά έκεΐ, όταν έφτασε στα ενδό τερα, ή συνοδέ ίΐα έπεσε σέ ιμιά ένέδρα αγρίων και εξολο θρεύτηκε. Τήν Μπέλλα τήν έσωσε ως έκ θαύματος ή πε λώρια νέγρα υπηρέτρια της ή Χούλα. Ή Χούλα είχε αρ πάξει τήν Μπέλλα καί είχε καταφέρει νά τρυπώση ιμσζί της στη φουντωτή φυλλωσιά ενός θάμνου, ξεφεύγοντας τήν προσοχή των άγριων. *Έτσι, μερικές μέρες αργότερα καί ενώ περιπλανιόνταν χωρίς να ξέρουν πρυ πηγαίνουν, τίς α νακάλυψε μες >στή ζούγκλα ό Κάλ. Τό μυστηριώδες λευκό άγό ρι έμεινε μαγεμένο από τήν ομορφιά τής Μπέλλα. ΚΓ έέκείνη όμως /μαγεύτηκε γρή γορα άπό τήν ομορφιά του Κάλ κι5 άποφάσισε νά μείνη γιά πάντα μαζί του. Φυσικά και ή υπηρέτριά της που τή λάτρευε δέν δέχτηκε νά τήν άποχωριστή. Τό γεγονός αυ τό τό πανηγύρισε ό Χούπ πού
9 ένοιωσε κεραυνσβόλα αγάπη γιά τήν πελώρια Χούλα, ε πειδή — όπως: έλεγε — μόνη της έκανε γιά ...τρεις γυναί κες τής φυλής του μέ τό ύ ψος τ^ς! ΓΓ αυτό τής μιλού σε πάντα σάν νά Ιμήν ήταν μία άλ^λά... τρεις!, και κα θώς ήτόν καί τρομερή φιαγου ^ής κουβαλούσε φαγητά και φρούτα γιά ιμαιά διμοιρία! Ή Χούλα όμως παρά τις πεο ιποιήσειις του τον ευρ ισκε ανυπόφορο και δέν έχανε ευ καιρία νά τον άρχίση στις καρπαζιές. Μά κατά περίεργο τρόπο, κάθε φορά πού έτρωγε τέτοια καρπαζιά έκανε τον θαυμασμό του Χούπ νά μεγαλώνη. Μελαγχολούσε μάλιστα, όταν είχε καιρό νά αίσθσ.θή το πελώριο χέρι τής άγαπημένης του καί του κο βόταν ή όρεξη! Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ Α ΤΙ 'ΕΙΧΕ^ συμ'βή στις δυο γυναίκες; Μιά ώρα «μετά πού τό λευκό αγόρι μέ τον κωμικό φίλο του ξεκίνησαν γιά κυ νήγι, ή νεαρή άμερικανίδα μα ζί ίμέ τή νέγρα υπηρέτριά της έβγαιναν άπό τό ποτάμι πού είχαν πάρει τό μπάνιο τους. Μόλις ντύθηκαν κι5 άνέ/βηκ άνοστη βραχώδη όχθη· τής σπηλιάς τους, βρέθηκαν ιμπρο στά σέ δυο λευκούς. Ό ένας ήταν σωματώδης καί ψηλός μέ πρόΙσωπο χοντρό καί κτη νώδες. Ό άλλος πολύ λεπτό τερος καί πιο κοντός, αλλά μέσα στο βάθος τών ματιών του έλαμπε μιά φλόγα κακί
ΚΑΛ — Ο ΚΥΡΙΟΣ
ΊΟ
ας. Μόλις είδε τις δυο γυναί κες τα χείλη του άνοιξαν σ’ ένα ύπουλο χαμόγελο. Ή Μπέλλα, πού μήνες όλό κλη,ρους τώρα ιμαζί ιμέ τον :Κα)λ δεν είχε δη ούτε έναν άν θρωπο μέσα σ5 εκείνη την ά γρια ζούγκλα, τρόμαξε καί κάτι έσφιξε την καρδιά της. — Μπά! Μ)πά! Μπά;!, φώ
ναξε ό πιο λεπτός από τούς δυο ξένους. Τί ;βλέπω! Τό ίμερος λοιπόν εδώ 'βγάζει καί νεράιδες! Μις Ρέϋναλντς, λέ γομαι Φίλ Τάαμα. Νά σάς συστήσω από δώ καί τον φίλο μου Μπίλ Ρένταν... Ή νέα έκανε -μια τραμαγμέ νη ικίΐνιησι.. Τά μάτια της έλαμφαν έκπληκτα. —- Πώς ξέρετε τ’ όνομά μου, κύριε; μουρμούρισε μέ απορία. — Διάβολε!, φώναξε ό Τά
! ό «Μπούμερανγκ» έρχεται καί χτυπάει κατακέφαλα τον Χούπ!
Ή γροθιά τού Κάλ χτυπάει μέ δύναμι τό λευκό.
σμαν γελώντας. "Ολος ό κό σμος έχει γεμίσει από τή φω τογραφία σας, μις Μπέλλα, καθώς φύγατε για την Αφρι κή καί άπό τότε δεν ξαναβρέ θηκε ούτε ένα τόσο δά σημαδάκι σας! "Ολες οί εφημερί δες δημοσιεύουν τή μεγάλη, προσφορά του θείου σας "Αντυ Ρέϋνολντς·.. — Προσφορά; — Ακριβώς. Δλ/ει διάκοσες χιλιάδες δολλάρια σε ό ποιον κατακρέρη νά σάρ σνα κ αλύψη καί νά σάς όδηγήση σ’ αυτόν ζωντανή ή εκατό, χι λιάδες σε όποιον του δωση πολύτιμες πληροφορίες για την τύχη σας! Ό σύντροφος τού Τάσμαν, πού όμως φαίνεται δεν εΐ^ε γνωρίσει κι’ αυτός όοπό την αρχή τις δυο γυναίκες, φάνηκε νά ενθουσιάζεται. Τό κτη^ νώδες πρόσωπό του καθρέφτι σε ζωηρή συγκίνησι·
ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ
11
— Διακόσα χιλιάρικα!, ξε ψώνισε ιμέ ενθουσιασμό. Δηλα δή,, Φίλ, είναι σά νά βγήκαν ξαφνικά μπροστά μας ιμεσα οπό τό ποτάμι, διακόσα χιλ'άριίκα! — 5 Ακριβώς, Μτΐίίλ! ^ Ή Μπέλλα γέλασε "ανήσυ
χα. ·
— Κύριοι, μουρμούρισε, ευχαριστώ γυά τό ενδιαφέρον σας, αλλά δεν πρόκειται νά γυρίσω πια στην 5 Αμερική. "Αν θέλετε >μιόνο μπορώ νά σάς ύπσγράψω ένα σημείωμα για τον θεΐο :μσυ, ττού φαντά ζομαι, νά σάς ιχρησιιμεύση, αρ κετά. θά τον βγάλη ικΓ αστόν από την ανησυχία του... — Τό σημείωμα αυτό τό πολύ νά μάς άφήση κέρδος ε κατό χιλιάρικα, αλλά και ζη μία άλλα εκατό!, φώναξε ευ θυμα^ό Φίλ Τάσμαν. Γι’ αυτό θά μάς ακολουθήσετε είτε τό θέλετε είτε όχι!
Οι μαύροι κυκλώνουν τή χοντρή Χούλα.
'Ο γορίλλας άφίνει ξαφνικά μια τρομερή κραυγή...
Ό σύντροφός του γέλασε χοντρά. — Δηλαδή άν βρούμε αυ τό πού ψάχνουμε^ ρουγγρ ισε βραχνά, δεν θά .μάς χρειάζον ται ιτιιά τά διακόσια χιλιάρι κά σου!... "Αν δεν τό βρού με όμως, τουλάχιστον νά βγά λουμε ...τά έξοδά μαο^ί Μέσα ιστά .μάτια των δυο αυτών πάλι ανθρώπων ή απλη στία έλαμπε ολοκάθαρα, πού ή Μπέλλα κατάλαβε πώς δεν είχε ικαμ:μ.ιά ελπίδα νά τούς συγκίνηση. "Αρπαξε^ λοιπόν ξαφνικά από τό ιμπράτσο τη νέγρα συντρόφιίσσά της καί νυρνώντας ρίχτηκε με αλη τή δυναμι τών ποδιών της προς ποτάμι.. Οι δυο τυχοδιώ κτες .με άγριες φωνές πατά χτηκαν .και άρχισαν νά τις κυ νηγουν. Τις έφτασαν λίγο^πρΐν ή Μπέλλα πατήση στην όχθη.
η
ΚΑΛ — Ο ΚΥΡΙΟΙ
λύ μεγάλη, φασαρία, άφηνε ι κάθε τόσο ένα ικρώξιμο πού μοιάζει σαν γέλιο γριά- μά^ γιισσας. — Γ ιατί γελάς, μωρή Μαν τολένα; τής λέει ό πυγμαίος δυσαρεστημένος. Μήπως είναι καλύτερη ή δική σου φωνή τού μοιάζει σαν χαλασμένη κόρνα; Γιά τραγούδησε το ε σύ νά σ ακούσω, ...έξυπνοπούλ ι μου! Αναγκάζεται όμως ξαφνι κά νά σταματήρη τή φλυαρία του γιατί έτσι όπως τρέχει σκοντάφτει ξαφνικά επάνω σ’ ένα εμπόδιο πού δεν εΐναι άλ λο παρά ό Κάλ, τό παιδί τής ζούγκλας. — Τι σπάθες καί σταμά τησες, μάτια μου; τού λέει ό Χούπ παράξενε μένος. Φού σκωσε ή σπλήνα σου μήπως; "Εχουν φτάσει πάλι σ5 έ ΤΑ ΙΧΝΗ να στρίψιμο τού ποταμού καί ΣΤΑΜΑΤΟΥΝ τό νερό κατρακυλάει κελαρύ ζοντας μπροστά στα πόδια ΚΑΛ καί ό Χούπ τρ&· τους. χρυν ακόμα μες στη ;— Κ ύτταξε έκεΐ!, λέει ό ζούγκλα. Τό λευκό άγό Κάλ στον φίλο του. Αυτή ή ρι παρακσλουίθεΐ τά ίχνη που χαρακιά επάνω στην άμμο εί έχουν αφήσει στο πέρασμά ναι άπό την ικαρίνα μιας πι τους οί άταγωγεΐς τής όμορ ρόγας ! Ο1! άπαγωγεΐς μαζί ψης Μπέλλας καί τής νέγρας μέ τή Μπέλλα καί τή Χούλα, συντρόφισσάς της. μπήκαν μέσα σ’ αυτήν ! Ό αστείος Χούπ μέ δυσκο — "Α, τούς άτιμους!, τσι λία πάντα φθάνει τον φίλο ρίζει; ό Χούπ, άγανακτησμέτου καί είναι ίδρωμένος καί νος καθώς ή Μανταλένα έρ λαχανιασμένος. Παιρά τό λα χεται· καί __σκαρφαλώνει στον χάνιασμά του όμως τραγου ώμο του. -έρεις τ’ εΐναι μια δάει συνέχεια άπαςηγρρητος ρωμοπΊΐκη βαρκάδα στά πο ένα τραγουδάκι: «Μάς τις πή τάμι; Κίνδυνος θάνατος! Πά ραν καί παν, πάν μανούλα μ* ει! Μάς τά φάγανε τά κορί πάν!». τσια! Πρέπει τώρα εμείς να Ή κωμική καρακάξσ πού ιβρούμε ένα κόττερο καί νά φτερσυγίζει πλάϊ του μέ πο "Αν πηδούσε στο ποτάμι δεν θά ιμποροΰσε πια κανείς να τή φτάση γ ιατί ή κσπέλλα μέ το ΐάγαίλιμιοιτενιο σώμα ήταν πρωταθλήτρια τής κολυμβήσε οος στην πατρίδα της. "Οταν είδε ατι δεν προλά βαινε νά ξεφύγη,, τράβηξε τό μαχαίρι της άπδ τή θήκη τής μέσης της καί γύρισε νά αντι μετώπιση· τον Τάσμαν. Μά ε κείνος ήταν πιο δυνάτός. Την άγρια πάλη που άρχισε άνάμεσα ιστούς δυο άντρες ^ καί τις δυο γυναίκες, την κέρδι σαν οί πρώτοι. Ή Μπέλλα ικΐάί ή Χοΰλα άντιστάθησαν οσο «μπόρεσαν μά άναγκάστη ικα,ν στο τέλος νά ύποκύψουν. 4Υπό την άπειίλή των όπλων των δύο τυχοδιωκτών προχώ ρησαν προς τό εσωτερικό τής παρθένας ζούγκ λ ας...
©
ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ τούς ττάρουμε από πίσω! Μό νο έτσι 'θά κάνομε τό κομμά τι ιμίας καί θά |μα·ς άγαοπήσουν πάλι! Ό Κάλ δεν τον προσέχει* Είναι άτταιρηιγορητος καί σφίγ γει τί-ς γροθιές του με ανήμ πορη λύσσα. — ζιόρεις τί σημαίνει αυ τό; μουρμουρίζει μέ απογοή τευα ι. Σημαίνει πώς χάσαμε τά ίχνη τους! Δεν μπορούμε να τους άκολουθήσωμε πια! Δεν ιξέ)ροιιμε αν $ιευ(θύνθηκαν αντίθετα ή ακολούθησαν τό ρεύμα. Θεέ μου... Τί θά κά νω μιε τώρα; — Νά σου πώ!, του λέει ό Χουπ θριαμβευτικά καί ση κώνει από κάτω μιά μικρή πλατεία πέτρα. Θά τό ρίξωμε στην τύχη από ποια με ριά πήγανε καί θά τούς ακο λουθήσομε. "Έννοια σου κι5 ό
01 δυο λευκοί κακούργοι πυρο βολούν τό γοριλλα,
13
Τό βάζει ατά πόδια μέ την καρακάξα ξοπίσω του.
Θεός θά φανέρωση, την άδικία! Καί φτύνοντας από τη ιμιά με,ριικά την πέτρα του ρωτάει σοβαρά: — Φτυσμένο ή άφτυστο; Ή Μανταλένα βγάζει ένα δυνατό παράφωνο ’Κ,ρώξιμο σά νά διαμαρτύρεται για τη βλα κεία τού αφεντικού της. Ό Κάλ σφίγγει τό ξανθό του κε φάλι ανάμεσα στά δυο χέρια καί από τά χείλη: του θγάίινουν αυθόρμητα κάτι παρά ξενα λόγια σε μια γλώσσα πού ό Χουπ δεν την κατα λαβαίνει. — Πάει κΓ αυτός μαζί μΐέ τούς άλλους!, μουρμουρίζει ό αστείος πυγμαίος. "Εγώ έ χασα τρεις ολόκληρες Χούλες κι·5 όμως διατηρώ την άξισπρέιπειά μου! 3Άϊ, μωρή Μανταλένα, καί θά σομ βρω
14
ΚΑΛ — Ο ΚΥΡΙΟΣ
ικ ι Λ εσενα έναν .. .καρακά ξο, \ για να/μη γέρνω από τον άιρκστειρό ώμο γιατί άρχισες να δαραίνης! — "Ολα αυτά πού συμβαί'ν νουν σήμερα είναι πολύ παρά ί ξενα!, μουρμουρίζει την ϊδια ώρα ό Κάλ. Γιά ,μήνες ολό η κληρους δεν είχε πατήσει τό τπάδι του άνθρωπος σ' αυτό τό μέρος τής ζούγκλας, και σήμερα πού συναντήσαμε τό πρωΐ εκείνον τον απαίσιο τυ χοδιώκτη, πέρασαν ταυτόχρο να κι’ άλλοι δυο από 6ώ δ πέος φαίνεται από τά πατήματα τους... -αψνικά, ό Κάλ σωπαίνει και ιμιά θριαμβευτική φλόγα 'Η Μπέλλα τράβηξε τό μαχαίρι χοροπηδάει στα μάτια του. της, έτοιμη νά έπιτεθή. Ό Χούπ πού μ’ όλη τη βλα κεία του τό παρατηρεί αυτό, — Χούπ !, φωνάζει ^τό παι λέει στη Μσντσλένα: δί τής ζούγκλας· θυΐμάμσι ό — Σώπα και τοϋρθε ή τι όλο τό πρωΐ εκείνος ό τε Θεία Φώτισις! ρατώδης άνθρωπος φώναζε στους μαύρους του νά κάνουν γρήγορα γιατ'ί έπρεπε νά ■φ τ ά σ ου ν πρώτοι! — Μπορεί νά έχουν αγώνες για τό πρωτάθλημα Βορειοδ υτ ικών... ζούγκλων!, . παρα δέχεται ό αστείος πυγμαίος. — Αυτό θά πή, συνεχίζει ό Κάλ χωρίς νά του δίνη, ση μασία, πώς μπορεί οί άπαγωγεΐς τής Μπέλλας και τής Χούλας νά είναι αυτοί πού φοβόταν αυτός ό άνθρωπος μην τόν προλάβουν.... — Καί παρ όλη τη βια σύνη τους είχαν τό νου τους καί στα κορίτσια οι αλητήριοι!, λέει ό Χούπ. Έ καί νά πέση κανείς τους στά χέρια ■μου! Θά τον καρπαζώνω ώ5
'Ο κωμικός Χοίπτ ρίχνει σμένο η άφτυστο»!
«φτυ-
ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ
σττου νά φωνάξη ή μσρτον! Ή άγωνία κοίι πάλι δκχδέίχεται τη χαρά στο βλέμμα του, παιδιού τής ζούγκλας. — ΚΓ άν όλα αυτά πού σκέπτομαι δεν είναι σωστά; μουρμουρίζει. ΚΓ άν ή πα ρουσία των δυο άπαγωγέων τή,ν ΐδια μέρα δεν είναι παρά μια απλή σύμπτωσις ικΓ ε γώ ακολουθήσω τούς άλλους; Τότε δεν θά ξανάβρω ποτέ ιτιά την ίΑπέλλα πού ποιος ξέρει- τι τρομερό κίνδυνο νά διατρέχη... — "Ολο για τη Μπέλλα του κλαψουρίζει, λέει δυσσρεστη;μένος ό άστεΐος πυγμαίος, καί για τις Χουίλες ιμου δεν του καίγεται καρφάκι! Για κάνε μια αναγνωριστική πτήσι μω,ρή Μσνταλένα, εδώ γύ ρω 1 μήπως δής εκείνον τον θε σπέσιισν φιόγκο πού έχουν οι αγαπημένες -μου στο κεφάλι κΓ έλα νά ιμου πής! Μ5 αυτά τά λόγια αρπάζει την ικαρακάξα καί την πετάει οτόν αέρα. -Π ραγιματ ικά τό κωμικό πουλί ρίχνεται κράζον τας παράφωνα πρός τη με ριά τής ζούγκλας καί έξαφανίζεταιι. Τότε ό Χούπ γυρίζει κα'ί -βλέπει έκπληκτος τον φΓ λο του νά απομακρύνεται σι γά - σιγά πρός μια συστάδα δέντρων. — νΕ, άγοράκι!, του φω νάζει ιμέ τρόμο·- Αέν σου φαί νεται δτι> κάτι ξέχασες; — Μείνε έκεΐ πού είσαι καί περίίμενέ ιμε, Χούπ!, του λέει ό Κάλ μέ παράξενη φωνή. Θά γυρίσω! Και μέ τά λόγια αυτά χάνε
15
ται πίσω άπό τά δέντρα. Ό οστειος πυγμαίος κυττάζει την άγρια καί μεγαλόπρεπη έοημιά πού τον τριγυρίζει- καί (μονολογεί: — Καί δεν έχω καί τράπου λα νάρριχνα καμ'μιά πασιέντ ο α ταυλάχ ιστόν! ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΤΑΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ
Ο ΠΑΙΔΙ ΤΗΣλ ΖΟΥΓ; ΚΛΑΣ προχωρεί για λί γο ανάμεσα στα φουντω τά δέντρα καί ύστερα στέκε ται. Γονατίζει κάτω στη γή, σταυρώνει τά χέρια στο στή θος του καί κλείνει τά ,μάτια. Τό πρόσωπό του έχει -μια τρο μερή έκφρασκ αυτή τη στι γμή. Ο! φλέβες του λαιμού του φουσκώνουν σιγά - σιγά καί φαίνεται νά καταβάλη κά ποια τεράστια ψυχική προ σπάθεια. Μά για νά καταλάβη ό αναγνώστης τί προσπα θεί νά πετύχη ό Κάλ, πρέπει νά γυρί σω μ ε μερικά χρόνια πίσω. Την έποχή πού τό λευκό άγσ οι ιμέ τό γιγάντιο παράστημα έφΜγε άπό τούς; πυγμαίους μα ζί μέ τον Χουπ, περιπλανήΙθήκε ,σέ πολλές μάκρυνες καί ά/νωστες περιοχές, ψάχνον τας για κάτι πού ποτέ δεν εί πε στον κωδικό φίλο του τί ήταν, άλλα καί πού ποτέ δεν κστάφερε νά τό 6ρή..· Σέ μια άπό αυτές τίς πε ριπλανήσεις του συνάντησε σέ -μια σπηλιά έναν μ-υστηρι ώδη. -καί σκελετωμένον άσκητή, πού, δπως έμπιστεύθηκε
ΚΑΑ — Ο ΚΥΡΙΟΙ ατό λευκό παιδί, ζούσε έκεΐ άπό τό βάθος των αιώνων καί θά ίζρυσιε ακόμα ώς τό τέίλος τους:.,. Ό άνθρωπος αύτός άντ ίπροσώττειυίε ΊΪό (—Πνεύ μα— Τής— Υπέρτατης — Σοφίας. Τί'ποτε δεν υπήρχε κρυφό άπό τά μάτια του δσο μακρυά κι5 άν συνέβαινε αυ τό. -Ό σοφός καί άγιος ασκη τής διάβασε ιμιά καθαρή καρ διά μέσα άπό τά καταγάλα να μάτια του Κάλ καί άποφάσπε γι1 αυτό νά βαηιθήση τό νέο^ καί νά τον διδάξη πολλά χρήσιμα πράγματα. Κ ιι’ άίλήθεΐα ό γυιός τής ζούγκλας έμεινε έναν ολόκληρο χρόνο κοντά του πηγαίνοντας κάθε πρωΐ> οπή σπηλιά του γέρου χωρίς νά πή τίποτα στον Χούπ γιατί Εκείνος τό είχε απαγορεύσει· Μέσα σ’ αυτό τό χρόνο, ό Κάλ έμαθε πολλά ανεκτίμη τα πράγματα γιά τον δόλο των ανθρώπων καί γιά τίς πα γίδες· που εΤναΐ' ανοιχτές σέ κάθε ,μας βήμα. Τήν ήιμέρα ττού χωρίστηκαν γιά πάντα, αυτός πού ήταν Τό— Πνεύμα —Τής— Υπέρτατης— Σοφί ας, του εΐπε: — "Άν ποτέ χρειαστής τη βοήθεια μου, νεαρέ μου φίλε, ιμέ σέ τρομάξη, ή άπόστασις πού θά μάς χωρίζη... Γονάτι σε, σταύρωσε τά χέρια καί συγκέντρωσε τη σκέψι σου σ’ εμένα... Προσπάθησε νά φέρης εμπρός στά μάτια σου τό πρόσωπό Ιμου. Μόλις τά καταφέρεις, εγώ θ’ άκούσω τή φωνή σου οπού κι’ άν βρί
σκεσαι καί θ5 απαντήσω στην έρώτησί' σου..· Καί τώρα, έ χε γειά, (μικρέ μου φίλε μέ τήν άγνή καΐρδιά, ικαί ό δρόμος τής ζωής σου νάναι ευλογη μένος !.... Δυο χρόνια έχουν περάσει άπό τότε σχεδόν, καί τό λευκό αγόρι των παρθένων δασών ποτέ δέν σκέφτηκε νά ενόχλη ση τον άγιο άσκητή στο μακρυνό έρημητήιριό του, μ" δλο πού πολλές φαοες βρέθηκε σέ δύσκολη θέσι. Τώρα όμως πού ό κίνδυνος του θανάτου άπει λούσε δχι αυτόν αλλά τό προ σφιλέστερό ·του πλάσμα στον κόσμο, τήν όμορφη, Μπέλλα, αποφάσισε νά τό κάνη. Μέσα σέ ·μιά τρομερή ψυ χική υπερέντ ασι προσπαθεί νά φέρη στη μνήμη του κάθε λεπτομέρεια τής^ σκελετωμέ νης μορφής του ΙΓερου. Τά δυο χρόνια πού έχουν περάσει ά πό τότε τον δυσκολεύουν σ’ αυτή του τήν προσπάθεια. Σι γά - σιγά δμως αρχίζει νά θυ μάται..· Μιά - μιά έρχονται στο νσύ του οι βαθειές χαρα κιές πού οι αιώνες έχουν χαχάξει πάνω ατό ξεραμένο δέρ μα τού ασκητή. 'Γιά ιμιά στι γμή του φαίνεται πώς τον βλέπει όλοζώντανο μπροστά του καί κάτι ανεξήγητο τον σπρώχνει ν’ άνοιξη τά μάτια του. Πολύχρωμοι καπνοί στρο6ιλλί|ζονταν έμιπρός τουι έκεΐ πού πριν λίγο δέν ήταν παρά οί άγριοι φουντωτοί θάμνοι. Ανάμεσα άπό τούς καπνούς αυτούς τόν κυττάζετ τό σκε λετωμένο κεφάλι, του Γέρου
ΤΗΣ ΖΟΥΓ-ΚΑΑ1
ΐμέ τά κατοχώνιασιμέίνα στις κόγχες τους μάτια. Ή φωνή του άκούγεται βαθειά από κοσμη, σαν να: φτάσηι άπό τον Κάτω ιΚόσμο: —- "Ωστε δεν μέ ξέ χάσες μικρέ (μΙου φίλε ιμιέ τή,ν αγνή (καρδιά! Βλέπω πώς έγινες σωστός άντρας ιπίά!... Τό κορ ιμιί σου είναιι δεμένο (με άτσάλένιιες ίνες κι5 έχεις άκόμ,α κα θορή την ψυχή, σου, διαφορε τικά ή φωνή σου δεν θά έφτα νε ώς εμένα.·. Τι έχεις να μου ζητήσης; ^— Δάσκαλε, μουρμουρίζει μέ συγκίνησι και δέος τό λευ κέ/ αγόρι, έ(σύ πού ή σκέψι σου καθρεφτίζει Τό— Πνεύ(μα— Τής— Υπέρτατης — Σοφίας, ιβοήθήΐσέ ίμε! Βρίσκο ,μαΐι βυθισμένος σ’ ένα κυκλώ να από κακίες πού έφεραν μα ζί τους στήν πράσινη: πατρίδα μου άνθρωποι πού τό δέρμα τους έχει τό χρώμα του διά κου μου... Βασανίζουν σκλη,ρά τούς δυστυχισμένους μαύ ρους;... Σκοτώνουν ανυπερά σπιστα ζώα όχι για νά χορτά οουν τό κρέας τους αλλά μό νο άίπό σαδισμό·... Άπήγαγαν την κοπέλλα μέ τη μορφή αγ γέλου, πού^ ένα μεγάλο μέρος τής καρδιάς ,μου είναι δικό τηςν. 'Οδήγήσέ με τι νά κάνω Πνεύμα*— Τής— Υπέρτατης —Σοφίας.... — Βλέπω έναν τεράστιο μαγνήτη, μικρέ μου φίλε!, α ποκρίνεται τριεμουλιαστή ή φωνή του Γέρου. “Έναν μα γνήτη πού σκορπίζει πολύ χρωμες λάμψεις και φωτεινές ανταύγειες καί πού έχει τη
%7 δύναμι νά τραβάη τούς άνθρώ πους πού ή καρδιά τους είναι γεμάτη άπληρπία! — Π ολύτι μα πετράδ ;α! 7 μουρμουρίζει μ5 ένα ρίγος ό Κάλ. — Ναι, πολύτιμα πετρά>&ια! Διαμάντια καί ζαφείρια κάί σμαράγδια... Καί βλέπω γ ύρω τους, μ ιικρέ μου φίλε ξοσπρισμένους σκελετούς αν θρώπων μέ απλωμένα ακόμα τά ιχέρια τους πιρός τόν θά^νάσιιμο μαγνήτη ! Μαύρα κο ράκια φτερουγίζουν από πά νω τ ους καί ή απληστία πού τραβηγμένη) ώς έκεί άπό τή. όυναμί τους τούς ώδήγησε στο. χαμό, δεν ζή πια ούτε αυτή. Τίποτα δεν ζή εκεί πέρα πάι δί μου, γιατί ό μεγάλος μα γνήτης μέ τις εκτυφλωτικές λάμψεις, βρίσκεται ’ κλεισμέ νος ιμ έσα στο Βασίλειο του θανάτου ! —* "Εχω ακουστά γιά έναν καταραμένο θησαυρό πού πολ λοί έψαξαν νά τόν βρουν χω ρίς κανείς τους νά γυρίση πμ σω!, μουρμουρίζει μέ δέος ό Κάλ· Πίσω άπό τούς έπτά καταρράκτες!.... — Ναι, πίσω άπό τούς ε πτά καταρράκτες απλώνεται τό Β α ισ ί1 λ ε ι ο τ ο ύ θ α ν ά τ ο υ !, ξαναλέει τρεμάμενη ή φωνή του (Γέρου. Πρόσεξε, μικρέ μου φίλε, γιατί τώρα έ νας άλλος μαγνήτης υπάρξει, πού θά τραβήξη κι5 έσενα προς τά εκεί... "Ενας μαγνή της πού έχει ολόμαυρα μάτια καί μαλλιά σκοτεινά σάν τή νύχτα! ..· — Ή Μπέλλα!, ψιθυρίζει
18
ΚΑΑ — Ο ΚΥΡΙΟΣ
ό ιΚάλ καί ιΐςίρύος ιδρώτας τρέ χει στο ώρα:ΐο του πρόσωπο. — Αυτή μουρμουρίζει Τό Πνεύμα —Τής —Υπέρτατες —Σοφίας. Σ' εκείνο τό μέ ρος, παιδί μου· , ή γη σκορ πίζει αόρατες αναθυμιάσεις πού τό αγκάλιασμά τους εί ναι θανατηφόρο!... "Έχε τ|ό νοΰ ισου>, ,.μιικιρέ μου φίλε.·, καί καλή τύχη... Οί πολύχρωμοι καπνοί αρ χίζουν νά^ ξεφτάνε^ ιμπρος στα .μάτια του παιδιού τής ζούγ κλας καί τό σκελετωμένο α σκητικό πρόσωπο γίνεται έ νας άδιόρατος αχνός πού τον διαλύει μια ανάλαφρη πνοή τού άνέΙμου. Ό Κάλ ,μένει ακίνητος σαν
μίαρμαρωιμένος για μερικές στιγμές άκόιμα καί ύστερα σηκώνεται καί σίγά - σιγά κατευθύνεται προς τό μέρος πού τον περιμένει ό Χούττ. ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΩΝ
ΛΟΚΛΗΡΗ την υπόλοι πη μέρα καθώς καί τήν επομένη τήν έχουν πε ράσει όαδίζόντας μέσα σε α πάτητες περιοχές πού σε κά θε βήμα τους ενεδρεύει ό θά νατος με τή μρρφή ενός φο βερού θηρίου ή ενός δηλητη ριασμένου ερπετού πού ανα δεύεται άνάμεσ'α στά πόδια τους. Οι δυο σληροί τυχοδιώ-
Ο
Μιά γέρικη μορφή κάνει τότε τήν έμφάνισί της
19
ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ
"Ενας πελώριος γορίλλας τους κλείνει το δρόμο.
κτες ^πηγαίνουν πίσω από τις γυναίκες που τις έχουν μπρο στά για να -μπορούν νά τις ε πιβλέπουν. Ή Μπέλλα βαδίζει άφοβα· Περιμένει νά «βρή την κατάλ ληλη στιγμή για νά τό σκα στή από τους οόποογωγεΐς τους. Μά αυτό1! την προσέχουν άγ.ρυ πνα. ιΠΙληρ-υάζει τό βράδυ καί τά μάτια του Τάσμαν φανε ρώνουν ίικανσποίησι αλλά καί ανυπομονησία. — 'Βαδίζομε καλά!, λέει ευχαριστημένος. Έχομε περά σει έξη καταρράκτες στη σει ρά.... Ξαφνικά ή Χούλα βγάζει μια τρομερή φωνή φρίκης. Οί φυλλωσιές ένός πελώριου θά
μνου έχουν τηαΐραμιεριστή α πότομα κΓ εμπρός τους στέ κει ένας τερατώδης γορίλλας πού τό ύψος του ζυγώνει τά τρία μέτρα· Χτυπάει τά χα λύβδινα στήθη, του μέ τίς τι τάνιες γροθιές του καί όλόκίληιρη ή ζούγκλα άντηγεΐ α πό αυτό τό γτήπη)μα. Οί δυο τυχοδιώκτες βλσστη μουν άγρια καί τραβούν τά όπλα τους πού είναι κρεμα σμένα στούς ώμους των. Όλη τους ή προσοχή είναι τώρα στραμμένη προς; τό φοβερό -θηρίο- καί ή Μπέλλα τό βλέ πει αυτό καί τά μάτιια της α στράφτουν. — Έλα!, φωνάζει στ ή Χούλα καί τήν αρπάζει από τό χέρι καί ρίχνονται προς
20
τη ζούγκλα. Ό Μπΐλ Ρέντον τις αντι λαμβάνεται καθώς ξεκινούν και αερίζοντας Από τό κακό του1 κάνει νά γυρίση1 προς τό ίμερος τους για νά τις πυρο βόληση·. Μά ό πελώριος γορίλλας κάνει ένα πήδημα ε μπρός κάί μουγκρίζει άγρια ά ναγικάζοντας τον τυχοδιώκτη νά στροφή πάλι με τρόμο προς τό μέρος του. Ό Τάοιμαν ·άπό δίπλα του πυροβο λεί κι5 εκείνος τον μιμείται. Ιό τέρας βγάζει ένα φοβερό ουρλιαχτό άλλα δεν πέφτει. Αντίθετα όρμάει έναντι ο ν τους μέ μεγαλύτερη μανία και αί δυο σύντροφοι αναγκά ζονται νά πυροβολήσουν γιά δεύτερη φορά· Στο μεταξύ αυτό ή Μπέλλα και ή νέγρα συντρόφ.ισσά της ηχούν χ.αιθή ανάμεσα στη πυκνή βλάστηισι. Ούτε κι5 αυτές οί ίδιες δεν ξέρουν άν είναι μ,ιά ώρα πού τρέχουν^ ή δυό. Ό ήλιος πέ φτει στη δύσι του κάί ή ζούγ κλα αρχίζει νά σκοτεινιάζη όταν πια Αποφασίζουν νά σταίθοϋν. -— Σαν νά μου φαίνεται ό τι γλυτώσαμε καλή μου Χουλα!, .μουρμουρίζει ή Μπέλλα. Δεν προλαβαίνει νά τελειώσ,η τά λόγια της καί πολλά ολόμαυρα χέρια τινάζονται ά νάμεΐσα Από τις φυλλωσιές τών θάμνων καί τις αρπά ζουν ! Ή Χούλα βάζει πάλι τις στιγγές /καί προσπαθεί νά Αντ ισταθή. Οί αντίπαλοί τους είναι πολλοί ικι’ ό ένας
ΚΑΛ — Ο ΚΥΡΙΟΣ Από αυτούς πού κρατούν τή νέγρα]/ είναι ένας μαύρος πο λύ πιο συματώδης ικι’ Από αυ τήν. Κουβαλούν οηΐκωτές καί τις δυό τους σ’ ένα μικρό ξέφωτο μερικά βήματα παραπε ρα, πού είναι στημένη μια σκηνή. Εκεί Απ’ έξω στέκε ται ένας λευκός άνθρωπος πού τά μάτια του λάμπουν Από κα κία καθώς τις βλέπει. — Δυό γυναίκες!, μουγγρίζει με θυμό καί περιφρόνη^σι· Έγώ έλεγα πώς θά είναι εκείνοι οί δυό σατανάδες! Τί γυρεύετε του λόγου σας, μέ σα σ' αυτή την κόλασι; ^ Ή Μπέλλα φαντάζεται πώς θάναι. αστυνομικός πού κυνηγάεΊ τούς Τάσμαν καί Ρέντον. — Μάς είχαν αιχμαλωτίσει δυό τυχοδιώκτες όνόματι Φίλ Τάσμαν καί Μπίλ Ρέντον, α ποκρίνεται- -Καταφέραμε^ πριν δυό ώρες περίπου νά τούς τό σικάσωμε καί νά ελευθερωθού με···· —· Μπά!,, ξεφωνίζει μ’ εν θουσιασμό ό λευκός. Σπου δαίο νέο, κοπέλλα μου! Καί πού ήταν όταν τούς τό σκάσοττε; — Προς τή μεριά τών κα ταρρακτών, ιαπσκρίνεται, ή Μπέλλα καί δείχνει κατά τη δύσι. Είναι επτά καταρρά κτες στη σειρά στο δρόμο τού ποταμού. Τούς Αφήσαμε ακρι βώς (μετά τον έκτσν·.. Τό πρόσωπο τοΰ λευκού α φρίζει Από τό θυμό καί τά μάτια του πετούν φλόγες. — Οί ^άτιμοι!, βογγάει. "Ώστε βρήκαν τούς καταρρά^
ΤΗΧ„ ΖΟΥΓΚΛΑΣ κ,τες τηριν άπό (μας καώ βρί σκονται πτιό (μίπραστά! Γρήγο ρα! Ξεσηκώστε τη σκηνή, δια βόλοι! θα ^ξεκ ινήσωμε άμέσως! θά μας ιόδηγήισουν αυτά τά βύσ θηλυκά ιτού θά τά χρη σιιμαποιήσω καί ώς δόλωμα γιά νά πιάσω τούς δυο βρω μερούς καρχαρίες!... Ή Μπέλλα έχει καταλάβει πια τή γκάψα της, (μά είναι αργά ικαι ούτε, υπάρχει τρό πος .νά την έπανορθώση. ζιέρει μόνα τώρα ότι ξέφυγε άπό τά χέρια των δυΐά τύχοδιωκτών γιά νά ττέστη σε άλλα χειρό τερα καί άπ3 όπου είναι πολύ δυσκολώτερο νά ξεφόγη;. Ό φοβερός άνθρωπος πού ορίζει τώρα τις τύχες τούς ουρλιάζει την ίδια στιγμή ά γρια συνεχίζοντας τις απει λές του: — Νά μή ιμέ λένε Βάν Γκά ρετ, άν δεν τούς ψήσω ζωντα νούς καί τούς δυο! ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΑ ΙΧΝΗ
ΑΛΑ ξεχάσρμε τον χαζο-Χούπ πού περιμένει στην όχθη του ποταμού τον Κάλ. Πριν άπό το λευικό παιδί τής ζούγκλας γυρίζει κοντά στον πυγμαίο ή παρδαλή καρακάξα του κρώζοντας άπελπ ισιμένα. — ιΚατάλαβα, μωρή Μανταλένα!, τής λέει ό Χούπ κου νώντας το κεφάλι του* Τζίφος^. Τί νά κάνωμε; Αυτά έχει ό πόλεμος! Σ τάσου νόςρθη ο στρατηγός τώρα κι’ αυτός θά μάς πή τί σχέδιο θ5 άκολου-
21 Θησσυμε... τ'Ωστε λοιίπόν δεν είδες κανένα φιόγκο πουθενα, ε; Ή εξημερωμένη, καραίκάξα πού είναι πολύ πιο έξυπνη, ά πό τό αφεντικό της, κουνάει δυο φορές τό κεφάλι της αρ νητικά καί κάνει «κρά-κρά» πού σημαίνει πώς δεν είδε τό φιόγκο τής Χσύλας. —Μου φαίνεται πώς θά σέ πάω ιστό στραΙβόγ ιατρό νά σού 'βάλη φακούς ατά γκα βά σου, ,-μωρή Μανταλένα! τής λέει ό Χούπ αυστηρά. 3'Αν είχα εγώ τις φτερούγες σου, κακομοίρα 'μου θά την είχα ιβρή τώιρα κι* αυτήν καί τήν (μις Μπέλλα καί Θά έκανα «σουπρίζ» σ’ εκείνον τον καψούρη τον Κάλ πού κοντεύει νά τρελλαθή άπό τή στενοχώ ρια του!... Τό λευκό παιδί τής ζούγκ>ας εμφανίζεται την ίδια στι γμή ττίσω άπό τίς φυλλωσιές των θάμνων. Στο αδρό πρό σωπό του λάμπει ιμιά καινούργ ια άποφ ασιστ ιικότα. — Αφού ^δέν μπορούμε νά παρακαλουθησωιμε τούς άπαγωγείς τής Μπέλλίας καί τής Χούλας, λέει, θά γυρίσουμε πί σω εκεί πού αφήσαμε τόν λευ κό τυχοδιώκτη; με τή συνοδεία των ιμαύρων του- Τά ίχνη πού θαχουν άφησε ι τόσοι άνθρω ποι θάναι πολλά καί εύκολα θά τά βρούμε. — Δηλαδή ισώνει καί καλά πρέπει κάποιον νά παρακο λούθησης γιά νά σου φύγη τό μεράκι!, κάνει ό Χούπ γούρλώνοντας τά μάτια του σαν φινιστρίνια!