Skip to main content

Γεράκι

Page 1

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΤΙΝΑ ΧΕΛΙΩΤΗ © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε. ISBN: 978-618-206-087-2 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε.: ΑΛΤΑΝΗ 4, 153 51 ΠΑΛΛΗΝΗ ΤΗΛ.: 210-8983824 • E-mail: info@mikrosiros.gr • Site: www.mikrosiros.gr


γραφα στην εφημερίδα. Τά περιδένουν για νά βγάλουν παραρτημα! Και νά πής στον κ. 'Έμορυ, τον αρχι­ συντάκτη, ότι τό πόδι μου πάει πολύ καλά. Αύριο, 0ά σηκωθώ από τό κρεββάτι. Πήγαινε κι5 έλπίζω νά μην τά κάνης πάλι θάλασσα! Ό Τζίμ, τό αραπάκι, πού δούλευε κλητήρας στην Υδια εφημερίδα, χαμογέλασε πλα­ τεία δείχνοντας δυό σειρές από κάτασπρα δόντια και α­ πάντησε: —Μείνε ήσυχος, κ. Μάκ! Θά πάω σα'ίττα! Καί χάθηκε από μπροστά του. Θά κρατούσε τήν ύπόσχεσί του ό Τζίμ και θά έ­ φταναν εγκαίρως τά χειρό­ γραφα στον προορισμό τους, άν δέν υπήρχαν... ζαχαροπλα στεΐα! Καθώς βγήκε άπό τό σπί­ τι τού Μάκ καί πέρασε στο Ό Τζίμ Γκάφας κάνει άντικρυνό πεζοδρόμιο, τά μά ...γκάφα! τια του καρφώθηκαν στη με­ ΜΑΚ ΝΤΑΝΥ, 6^ νεαρω- γάλη βιτρίνα ενός ζαχαρο­ τερος ^ αστυνομικός ρέ- πλαστείου, πού ήταν γεμάτη πορτερ τής μεγάλης έψημε­άπό τούρτες! ρίδας «Ντάίηλυ Χέραλντ» —Μεγάλε Θεέ των νέ­ τής Νέας Ύόρκης, άνασηκώ- γρων!, μουρμούρισε. θηκε στο κρεββάτι του κι* έ­ ΚΓ έρριξε... άγκυρα μπρο δωσε ένα χαρτοφύλακα σ’ έ­ στα στη βιτρίνα! να μικρό και σβέλτο αραπά­ Δυό ήσαν τά κυριώτερα κι, που στεκόταν μπροστά χαρακτηριστικά τού μικρού του. Ιζίμ: ή μεγάλη ευπιστία “Θά πας όσο πιο γρή­ του καί ή ασυγκράτητη μα­ γορα μπορείς,^ Τζίμ,^ του εί­ νία του γιά τά γλυκά. "Ό­ πε, νά παραοώσης τά χειρό- ταν άντίκρυζε πάστα, τούρ-

Ο

ΤΙΜΗ ΔΡΑΧ. 2 (παλιές 2·Ι


4

ΓΕΡΑΚΙ,

Ο

ΝΕΟΣ

Λνν\ν^ΛΛ(νννν\ΜΛννν\Λ\ννν\\ν\νΥνννν\Λν\Λ νννΙννννννΛνν\\\ΛΛνν\ΐΛνννν νΛΛ ν\ ν\\Λ.'νν\Λνν,\ ννΛ \\ ΛΑηνίΛ\ ΛΑ\Λννννν\\ V

τα, σοκολάτα, καραμέλες,, τά ήταν άνίκανο νά λειτουργήγόνατά του λύνονταν άπό τη ση κανονικά. λιχουδιά, τά μάτια του άλλ — Καλά, είπε. Κρατήστε λοιθώριζαν καί τό χαζό μυα­ την τσάντα κι3 έφτασα! λό, του έκανε τότε τις. τγιο με­ Καί χώθηκε στό 'ζαχαρο­ γάλες καί . ιτιό απίστευτες πλαστείο. Παράγγειλε δέκα γκάφες τού κόσμου ί πάστες μαζεμένες κι3 άρχισε . Γι' αυτό οί συντάκτες τής νά τίς καταβροχθίζω λαίμαρ­ εφημερίδας του τον είχαν ο­ γα, μουρμουρίζοντας: νομάσει Τζίμ Γκάφα καί του —'?Άααχ!. Σ3^ ευχαριστώ, έδιναν αμέτρητες καρπαζιές μεγάλε θεέ των .νέγρων! ιά τίς γκάφες του καί ψιλο- Άααχ! . ^ · * * ωρήματα. για νά άγοράζη Βρισκόταν στην, τέταρτη πάστες... πάστα, όταν άπό τό κρύσταλ­ —Μεγάλε -Θεέ των νέ­ λο· τής βιτρίνάς .είδε τον άν­ γρων!, μουρμούρισε πάλι τό θρωπο μέ τό .παπίγιον νά α­ αραπάκι μπροστά στή^ βιτρί- πομακρύνεται μέ την τσάντα. να του ζαχαροπλαστείου. Πε Τον είδε νά μπαίνη σ3 ένα Βαίνω για μια παστουλα καί αυτοκίνητο πόυ περίμενε κον-. είμαι αδέκαρος I Κάνε ' τό τά στό πεζοδρόμιο καί. νά ε­ θαύμα σου... * τοιμάζεται νά ξεκινήση. Ό Μια φωνή είπε δίπλα του: Γ κάψας πήγε νά φωνάξη, μά, ιΜ5 έστειλε ό Θεός..των καθώς είχε μπουκωμένο τό νέγρων νά σέ κεράσω δέκα στόμα του, 8έ μπόρεσε νά πάστες! βγάλη λέξι. Τά χείλια του, Κι3 ένα χέρι έβαλε ένα ή μύτη του, τό σαγόνι του ήχαρτονόμισμα στο δικό του. σαν πασαλειμένα μέ άσπρη Μέ τά μάτια γουρλωμένα, κρέμα κι3 ήταν πραγματικά μέ τό στόμα ορθάνοιχτο,, μ.έ νά ξεκαρδίζεται κάνεις στα την άνάσα πιασμένη, 6 Τζίμ γέλια καθώς τον έβλεπε νά γύρισε αργά. Είδε έναν υψη­ κάνη τρομαγμένος κάτι πα­ λό κύριο μέ κόκκινο παπιγι- ράξενους μορφασμούς. όν νά τού χαμογελάη μέ καλό 3Αλλά τό μικρό αραπάκι, σύνη. ; ;δ Τζίμ, 6έν είχε κάμμιά ορε—Γιατί χάνεις την ώρα ξι .για γέλια. Κατάλαβε πώς σου, μικρέ;, τού είπε. Αόσε έπεσε σέ παγ ίδα καί την έμου τό χαρτοφύλακα για νά παθε. Κάτι έπρεπε λοιπόν νά μή σέ δυσκολέψη κι* έμπα νά κάνη, γιατί μέ τό δίκησ του φας τίς πάστες σου! Θά σέ ό Μάκ Ντάνυ θά γινότανε θη­ περιμένω έδώ! ρίο^ γιά· την καινούργια αυτή, Καί άπλώνοντας . τό χέρι γκάφα του. Τό αυτοκίνητο του τράβηξε τό χαρτοφύλακα ξεκινούσε καί σέ λίγο θά χα­ άπό τή μασχάλη τού Τζίμ. νόταν μέσα στό πλήθος των Τό αραπάκι παραξενεύτηκε άμαξιών πού κυκλοφορούσαν γι3 αυτό, μά τό μυαλό του στό δρόμο.


Ϋη%ΡΑΗ$Ρ&η&$

'

■

' ' # *ΗΜ&&Η*44Η*$ν Η4Μηΰ«ηΜ)*ΜΜ¥»'

κη κΰύβσ^ η&υ, ■ π&ύ .' ήταν σταματημένή^ έκεϊ, .και ξεκί­ νησε. Άπ’ τό παράθυρο· είχε διακρίνει τό σχέδιο, τσ χρώ­ μα καί τό· νούμερο τού αυτο­ κινήτου τού γκάγκστερ. "Αλ­ λά,· καί αυτό άν §έν ήταν, θά μπορούσε νά τό ξεχωρίση α­ νάμεσα σέ χίλια άλλα, -α­ φού πίσω του ήταν κρεμασμέ­ νο καί ταξίδευε... δωρεάν τό αραπάκι .παραλειμένο; -ακόμα, μέ κρέμες καί · σοκολάτες-ί : Ό δρόμος ή,ταν' γεμάτος κίνησί καί ό Μάκ Ντάνυ δυ­ σκολευόταν κάπως νά οδήγη­ σή, μά "έπρεπε νά κάνη τ3 α­ δύνατα δυνατά γιά νά προλά βη. εκείνον; πού είχε κλέψει, το χαρτοφύλακα του. Ευτυ­ χώς, σέ κάποια δίασταύρωσι, ■ ’ Ό κύριος με το κόκ­ άναψε τό κόκκινο φώς, τής,, κινο παπιγιόν... τροχαίας καί ή μικρή- κούρ­ σα τού νεαρού ρεπόρτερ καν^ ΤΟ ^μεταξύ, ·ό Μάκ Ντάνυ, τάφερε·.νσ τρυπώση άναμεσα ^^ καθώς ήταν ξαπλωμένος στ5 άλλα αυτοκίνητοι καί νά στο κρεββάτι του πλάϊ. στο παράθυρο, είχε· παρακολου­ ζυγώση τό αμάξι τού άγνω­ στου μέ ^τό κόκκινο παπί γι­ θήσει δλη αυτή τή σκηνή.; ον. Τήν ίδια στιγμή . όμως, —-ΤοΟ' τή σκάσανε -τού1- εσδυσε τό κόκκινο κι5 άναψε Τζίμ!, Ϋρύλλισε. ^Έκλεψαν τό- πράσινο .φώς. Ό δρόμος τα χειρόγραφα... έ κ .ε ? ν ο ι! ήταν πάλι ελεύθερος καί τό . Καί, παρ5 δλο που ό για­ αυτοκίνητο μέ τον * Γκάψα τρός τον είχε συμβουλεύσει στο πίσω μέρος ξεκίνησε α­ νά μείνή ακίνητος είκοσιτέσ-τ μέσως καί τρύπωσε σέ μια σερις ακόμα-ώρες στο κρεβ­ πάροδό. . · · βάτι, ντύθηκε ■ βιαστικά καί,, . Ό Μάκ , τό ακολούθησε. χωρίς νά λογάριάση τούς πό­ Τώρα ό Τζίμ, πού άναγνωρι- 1 νους τού χτυπημένου, του πο­ σε τήν κούρσα τού λευκού φί­ διού πού πριν δυο μέρες τό λου του, κούνησε χαρούμενα είχε 'τραυματίσει, καθώς δο-. τό ένα του χέρι. Αυτή όμως κίμαζε νά πηδήση σ* ένα βα­ ή κίνησι ήταν ' μοιραία γι γόνι τού υπόγειου· σιδηρο­ αυτόν. Τό άλλ© χέρι δέ μπό­ δρόμου, κατέβηκε στό δρομο, ρεσε νά κράτηση τό βάρος μπήκε στή μικρή όεροδνναμι- τού κορμιού του καί ρ μικρός

Το** 'ά Γ^φας |6αλ£ Ιλη 'τή'δύναμί του, κατάπιε όλά* κερη -την πάστα που είχε ©τό στόμα του κΓ άρχισε νά τρέχη. Μπερδεύτηκε _ στα πόδια μερικών διαβατών, αναποδο­ γύρισε .μια "...χοντρή κυρίά, , τρύπωσε κάτω από τά σκέλια ένός ψηλού πόλισμαν πού κα­ νόνιζε τήν τροχαία. κΓ έφτα­ σε το αυτοκίνητο. Σκαρφάλω­ σε στ© πίσω του - μέρος καί, μονάδά όταν- γαντζώθηκε κα­ λά, ησύχασε... ■ .—“Τώρα θά'μέ 8ή_ σά φάν­ τη μπαστούνι μπροστά του, σκέψθηκε, καί θά τού πάρω τά χαρτιά. "Αμ, βέν τήν πα­ θαίνει εύκολα ο Τζίμ Γκά­ ψας ! · λ


6 νέγρος

Ρ^ΑΚί,

Ο

Ν£0ί

κατρακύλησε ^ μέσα

—Την έκανες πάλι τή βλα

στο δρόμο σάν βαρελάκι! -—Στάσου, κύριε Μάκ!, φώναξε και σηκώθηκε. Στάσου! Ό νεαρός ρεπόρτερ, παρ’ δλα τά νεύρα πού είχε, "φρε­ νάρισε. Είχε μια παράξενη αδυναμία σ^ αυτό τό παιδί, πού ήταν στιγμές - στιγμές έξυπνο, άλλα πού τον πιο πολύ καιρό θύμιζε μια ανόη­ τη χήνα. .

κεία σου, Γκάφα!, του είπε καθώς τον έρριχνε μέσα στ’ αμάξι χωρίς να σταματήση έντελώς. Θά φάς πάλι τις καρπαζιές σου! Στο λέω για να μην έχης παράπονο! Σ’ αυτό τό μεταξύ, τό άλ­ λο αυτοκίνητο είχε σταματή­ σει έξω από μια μεγάλη σι­ δερένια πόρτα, στο βάθος του δρόμου. Ό άνθρωπος μέ τό παπιγιόν βγήκε μέ τον χαρτοφύλακα στα χέρια του. "Ανοιξε τή σιδερένια πόρ­ τα μ’ ένα κλειδί πού έβγαλε από την τσέπη του, έρριξε μια ματιά δεξιά κι’ αριστε­ ρά, πριν περάση μέσα, εΐδε τό αυτοκίνητο του δημοσιο­ γράφου, δέν έδωσε σημασία, προχώρησε καί χάθηκε άπ’ τά μάτια τους... —Έσύ θά μέ περιμένης ε­ δώ! είπε ό Μάκ στον Τζίμ. Δέν θά τό κουνήσης από τό αυτοκίνητο, άν δέν γυρίσω. "Αν ξανακάνης γκάφα, θά άπολυθής! Ή γροθιά τοϋ Μακ κά­ νει θαύματα...

\ΗΣΙΑΣΕ στο σπίτι μέ προφυλάξεις. ^ Ό δρόμος δέν ήταν πολυσύχναστος καί αυτό τοΰ άρεσε. Απότομα ό­ μως ξαφνιάστηκε. Αναζήτη­ σε μέ τό βλέμμα κάτι στά δάχτυλά του καί δέν τό βρή­ κε. '—"Αν είχα μαζί μου τό δαχτυλίδι, είπε μονολογών­ τας, όλα θά είχαν τελειώσει τώρα. Αλλά μέ τή βιασύνη μου τό ξέχασα καί δέν έχω

Π

Ό ιτατέρας του Μάκ τοΰ^ εδειξε δυο ' δοτχταλίδια με πετράδια,..


νι*%ν*ν*Λ«Μ'ί*ν&νννΐ4&νΗ%ηΦΐΜ'ΐη<Η'νΜΐν τόν καιρό να γυρίσω σπίτι νά τό πάρω! Νά δούμε πώς θά τά καταφέρω τώρα.,. Σ καρφάλωσε σάν αίλου­ ρος στα κάγκελα του μικρού κήπου κι" έφτασε στην έσωτερική πόρτα. ^Ηταν κλει­ στή. Μά τό άνοιγμά της ή­ ταν ένα παιχνιδάκι για τον δαιμόνιο νεαρό αστυνομικό ρεπόρτερ. "Έβγαλε ένα μι­ κρό εργαλείο και σέ λίγο α­ θόρυβα βρέθηκε σ’ ένα ευρύ­ χωρο χώλ. "Ακούσε κάποιον πού ^μιλούσε μεγαλόφωνα. Πλησίασε προς τά εκεί κΤ α­ πό μια μισάνοιχτη πόρτα εί­ δε τόν άγνωστο μέ τό παπίγιον νά τηλεψωνή σε κάποιον ευχαριστημένος. -—"Έχουμε τά χειρόγραφα του μωρού στά χέρια μας, έ­ λεγε. Μή σέ νοιάζει! ΓΥ α­ πόψε τουλάχιστον πρέπει νά ήσυχάσης. Δέν θά δημασιευθή τίποτα. Τό «Νταΐλυ Χέραλντ» θά κυκλοφορήση, χωρίς τό άρθρο του. 'Ως αύριο έ­ χουμε, λοιπόν, καιρό.- *Η δουλειά μας θά έχη τελειώσει καί τότε μπορεί νά γράφη δ,τι του γουστάρει, άν εΐναι ...ζωντανός! Τό αεροπλάνο είναι έτοιμο; Ωραία! Ό Μάκ έμεινε ακίνητος. Τον ^άφησε νά τελείώση, για­ τί δέν ήθελε νά πληροφορηθή 6 άλλος που βρισκόταν στην άλλη άκρη του σύρματος τί έπρόκειτο νά συμβη, και ό­ ταν τόν είδε νά ξαναβάζη τό ακουστικό στη Θέσι του, έ­ σπρωξε την πόρτα καί χύμηξε απάνω του. Ή πρώτη γρο 9ιά του Μάκ Ντάνυ βρήκε

ί;Χ;¥; Μ ίίή*ί

ιιριβί^ιιΐιιιβΐ

»ΐΐΤ^ιΐΙΙ

»ν·ν«

.ν.νΛν

*

’^Υιί'χ Τό Γεηάκ ι, 6 Ν έο ς ' Υττερ άνθρωητο ς αρΊταξΈ τόν ά3τό άττό τό λαιμό!

τόν άνθρωπο μέ τό κόκκινο παπιγιόν στο σαγόνι. Ή δεύ τερη ήταν στο στομάχι καί ή τρίτη τού ξεβίδωσε την κάτω μασέλα. Εκείνος ξαφνιασμέ­ νος από την απρόοπτη επίθεσι παραπάτησε σάν μεθυ­ σμένος καί πήγε καί άκουμπησε τή ράχη του στον α­ πέναντι τοίχο βλαστημώντας, —Τώρα είμαστέ πάτσ ι, φίλε!, του είπε ό ρεπόρτερ*


I, 6

^Ιόϊ’

Φέρε *δν χβιηύφυΧακ® (*έ., τά. ί& νά κανθόν βόλτες γύρω απ’ χαρτιά αν · 8έν θέληή. νά Λ ,μώσω περισσότερο!... το ■του. I». .»/· είναι /—/Μ1 ^Εφαγες, βυζανιάρι­ καλά φυλαγμένος ί, άποκρ'ίκο!, τού είπε σκουπίζοντας θηκε εκείνος κι* έβαλε τό χέ-·\ τά ματωμένα του χείλια. Άλ­ ρι στην, τσέπη. Τώρα θα μου λη φορά όμως θά τά κουβεν­ τιάσου με. , ·' τό πλήρωσής αυτό πού έκα­ νες,· μωρό! Θά μου , τό ■ πλή­ -Ό ρεπόρτερ - έσκυψε καί ρωσής και αμέσως μάλιστα!. πήρε τό πιστόλι. .—-Πού είναι ο χαρτοφύλα­ Ό Μακ Ντάνυ· είδε τότε· τή σκοτεινή κάννη ένός πιστο­ κας; ρώτησε. Εκείνος έδειξε τό δεξιό λιού νά τον σημαδεύη και πή­ δησε πλάγια; Ή σφαίρα ^πή­ . συρτάρι ένός τραπεζιού. . —Εκεί μέσα είναι! γε και καρφώθηκε στην άλλη πλευρά του τοίχου. Ό Μακ προχώρησε , πρός -—-Ακόμα ■ δεν έβαλες . μυα- ■ τό συρτάρι πού τού έδειξε καί τ’ άνοιξε. Ό χαρτοφύλα­ λοί, -του. φώναξε ό ρεπόρτερ* Π έταξε -αυτό τό παιχνίδι που κας ήταν πραγματικά εκεί. Δεν τον είχε γελάσει. Άπλω­ κροετάς στά χέρια σου, αν 5έ θέλεις αύριο νά σου κάνουν - σε τό χέρι να τον πάρη, μ.ά την ίδια στιγμή, άπλωσε κι5 κηδεία... μετά μουσικής! ό άλλος τό-χέρι στον τοίχο Μά ό άλλος ξαναπίεσε τή καί γύρισε ένα κουμπί, πού σκανδάλη. Ό Μάκ Ντάνυ/ ο νεαρώτερος ρεπόρτερ τής Νέ­ έμοιαζε μέ ηλεκτρικό διακό­ πτη. Τότε, ό Μάκ αισθάνθηκε ας Ύόρκης, είδε μιά και­ νούργια γλώσσα φωτιάς κι* - ένα κομμάτι οπτό τό πάτωμα ένοιωσε ένα κάψιμό οπό Α­ ' νά υποχωρή κάτω από τά πόριστερό αυτί. Τώρα θύμωσε, · δια του και νά βρίσκεται στό πιο. πολύ καί, παρ’ όλο πού .κενό.,.. "Ενοιωσε νά πέφτη σ' ένα τον πονοΰσε δυνατά τό πλη­ γωμένο του πόδι, ώρμησε. τσιμεντένιο υπόγειο.; Ή κα­ σάν λεοπάρδαλη -απάνω του. . ταπακτή ξάνάκλεισέ καί ό Μάκ βρέθηκε τυλιγμένος μέ­ Ή' σιδερένια . . τανάλια" των σα σ'* ένα βαθύ σκοτάδι. Τώ­ δάχτυλων του τύλίχ&ηκε στον καρπό του , ώπλισ μενού χε­ ρα ξαναθυμήθηκε * τό Βαχτυλίδι. Για την ακρίβεια δυο ριού καί τό πιστόλι ξέψυγε από εκείνον πού τό κρατούσε δαχτυλίδια θυμήθηκε. "Ενά μέ μιά γαλάζια πέτρα κι* ένα κι5 έπεσε στό πάτωμα. Μέ τό άλλο χέρι ό Μάκ -τού έδωσε . μέ. πράσινη.· Τά^ φορούσε στά μια·· καινούργια γροθιά .ανά­ . δάχτυλά του καί; δεν. τά απο­ μεσα στά -φρύδια, καί ό . άν- · χωριζότανε ποτέ. Μά τούτες τις δυο τελευταίες μέρες, πού θρωπος μέ τό κόκκινο παπ'ιβρέθηκε μέ πληγωμένο πόδι γιόν μούγκρισε σαν πληγω­ μένο βόδι καί είδε δέκα χιλι- στό κρεββάτι, τά έβγαλε καί


Υ η Ε> Α Ν Θ Ρ ηπ ΟΧ *ν ■ ·" .· -ν. . · .9 ννν\\^\\\νννΐ*ννΛνν,νννννννν'ΐννν\\%νννννννΐΛΜΛΛνΐ\\νΜΛΛΛ>νΐΛΛι\νί\ί\ΛΜΜ'Ι^ΜΛΜΛίΛ^Μ'\4\νΐ.νΐΛΛΛίΥ1^Μινΐ'Ιν\νννΜΛ^ν

τα εκρυψε στο συρτάρι του κομοδίνου του., υέ την βεβαι­ ότητα δτί δέν θα τα χρειαζό­ ταν, μιά και Αναγκάστηκε να βρίσκεται ·'κλεισμένος στο "σπίτι..,. Πόσο είχε πεσει ς■ξωΤ; ’ · ·' \ , . / / . -

Το. Γεράκι, ·ό .Νέος 'Τπ ερ άνθρωπος,.; ; ;. ;

ΛΛΑ . άς πάρουμε ... τα πράγ ματα μέ τη σε ιρά τους. Ό Μάκ Ντάνυ ήταν ό νεαρότερος ρεπόρτερ .του «Νταΐηλν Χέραλντ», μά αυτό δεν τό εμπόδιζε να έχη κατα­ πληκτικές επιτυχίες στο α­ στυνομικό ρεπορτάζ, τόσες πού. έκαναν τον Αρχισυντά­ κτη του τον κ. Πήτερ 'Έμορυ νά λέη κάθε τόσο: /■“Αυτό τό παιδί Αποτελεί για., μένα ένα μυστήριο..· Εί­ ναι μαθητευόμενος δημοσιο­ γράφος, μάτό μυαλό του λει­ τουργεί σαν τρ μυαλό. ενός παληού ρεπόρτερ κι* έχει μύ­ τη .πού θά τή ζήλευε τό καλύ­ τερο λαγωνικό τής μυστικής . 'Η γφε&ίά τον -Μάκ χτύηττίίΓί· 1 τόν • . $\<%?·&>τγο μέ το ΐτ-^ττ! γ ί ό·ν! αστυνομίας. Νά μέ κρεμά­ σουν Ανάποδα, - αν αυτό τό μωρό δέν γίνη μια μέρα ένας χορό, κυνηγώντας τούς έγκλη ρπό. τούς μεγαλύτερους ντέ- ματιές που ήθελαν νά βλά­ ψουν την κοινών ία../Άφοβος, τεκτιβ τού κόσμου!... „ Ό Μάκ ήταν ενα γεροδε­ τολμηρός, ασυγκράτητος, α­ μένο παλληκάρι δεκαοκτώ ληθινά γενναίος, . αμείλικτος περίπου χρόνων, μέ ξανθά διώκτης τού εγκλήματος, δε σγουρά μαλλιά καί μπλε μά­ λογάριαζε ποτέ τή ζωή του, τια καί μ’ ένα παιδιάστικο όταν ήταν νά ριχτή στη σκλη­ πρόσωπο γεμάτο καλοσύνη ρής μάχη. Τότε κανείς δέ μπο­ κι* ευγένεια. "Ομως τούτα ρούσε ν' Αστειευτή μαζί τού. τά μάτια . καί τό πρόσωπο 0/Οσοι κακούργοι είχαν γνω­ συννέφιαζαν κι* έμοιαζαν μέ ρίσει τή σιδερένια του γρο^ Ουρανό γεμάτον * καταιγίδες, θιά καί τό κελάϊδημα τού η­ ρταν ό Ντάνυ έμπαινε στο μιαυτόματου πιστολιού του


10

ρ

ΓΕΡΑΚΙ,

Ο

ΝΕΟΣ

'»ν«Λ^νννν\ν(Λννννΐ\·ννν^ΜΛΛ^νΛν«ΛΛ/ννν^νν\\%Λνννννν\ν^ν^Λ^νΐνννΐννΐΛ'Λνννΐ'νν!Λν\'.·ν>Λίννΐ.ν^'νννννΐ/νννννννννννν»'ϊ

είχαν νά τό κάνουν καί, μά την αλήθεια, δεν ήταν και πολύ ευχαριστημένοι από αυτή τή γνωριμία. Το δνομά του Μάκ Ντάνυ ήταν σ3 δλα τά στόματα κι5 οι "Αμερικανοί κΓ οι "'Ελληνες—γιατί ό. νεαρός ήρωας ή­ ταν από Έλληνιδα μητέρα— μιλούσαν μέ ενθουσιασμό και καμάρι για την πσλληκαριά του. "Όπως μιλούσαν μέ θαυμασμό για τό θρυλικό

"Έπεσε στο βάθος ενός τσιμδντένιον υπογείου!

Γ εράκι, τον Νέον Υπε­ ράνθρωπο, τον ατσάλινο προ­ στάτη τού Δικαίου, χωρίς νά πηγαίνη ό νους τους πώς 6 Μάκ Ντάνυ και τό Γεράκι ή2τ ταν ενα και τό αυτό πρόσω­ πο. Πραγματικά, μόνο 5υό άνθρωποι στις Ηνωμένες Πολιτείες ήξεραν τό μεγάλο μυστικό πώς 6 Μάκ Ντάνυ ήταν τό Γεράκι καί τό Γερά­ κι ό Μάκ Ντάνυ, ό νεαρός ρέποοτερ τού «Νταΐηλυ Χέραλντ». Τό μυστικό τού Γερακιού ερχόταν από πολύ μακρυά, μέσα από τά βάθη τής "Απω "Ανατολής. Ό πατέρας τού Μάκ ήταν ενας^ πολυταξιδε­ μένος σοφός καί, λίγο πρίν πεθάνη, τον κάλεσε στο κρεββάτι του καί τού φανέοωσε κάτι έκπληκτικό, πού τό εί­ χε μάθει από τό στόμα ένός ιερέα τού Βού88α, στις * Ιν­ δίες. —Ένώ θά πεθάνω σέ λί­ γο, γυιέ μου, τού είπε. *Αλλά, ποίν κλείσω τά μάτια μου, θά σου εκμυστηρευτώ τό μεγάλο μου μυστικό. Θέ­ λω ουως νά μου όοκιστής πώς 8,τι κΓ άν συμβή δεν πρόκειται νά τό χρησιμοποί­ ησης παρά μονάνα για τό καλό τής ανθρωπότητας... —Σου τό ηοκίίουσι, πα­ τέρα, είπε μέ δακρυσμένα μά τ*.α ό Μάκ. Τότε ό πατέοας του έβγα­ λε δυο χρυσά δαχτυλίδια πού Φορούσε στο χέρι καί του τά έδωκε. —Πέρασε τα στά δάχτυ­ λά σου, τού είπε. Τό ενα, δ-


ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ 11 ννννννννΐα^Λ^ΜΛΟ^ννννννΐΛ^\ατ.Λ^^%<^\νννΐ\\νΐν'ηΜΛ\'ίΛνν^'1.'ΐ.’ΐ'ν'4ν>Λ'ν-α'νΐνΐ·\Λ»'ν'\,'ν'»,\\\νΙ,:ιΛ'1’1,\Α.ΛνννΛ'ν'νΛ.<1,νν-'ννΐΛΛ'ν

πως βλέπεις, έχει μια μπλε πέτρα τό άλλο μια πράσινη. Κάτω από τις πέτρες αυτές κρύβεται τό μεγάλο μυστι­ κό. Οι πέτρες ανοιγοκλεί­ νουν σαν καπάκια καί κρύ­ βουν κάτω τους ένα υγρό. Ή μια ή μπλέ, κρύβει τό υγρό πού δίνει δύναμι καί σβελ­ τάδα σέ κείνον πού θά βάλη στο στόμα του έστω καί μια απειροελάχιστη σταγόνα του. Τον κάνει άτρωτο από τις σφαίρες, μέ σιδερένια μπράτσα, υπεράνθρωπο ικα­ νό νά ταξιδεύη στον αέρα σαν γεράκι, νά περπατάη στη θάλασσα, νά τσακίζη μέ μιά γροθιά ένα μεγάλο κανό­ νι, ικανό μ" ένα λόγο νά πραγματοποιή τά πιο απίθα­ να καί απίστευτα πράγμα­ τα. Ή άλλη, ή πράσινη, κρύ­ βει τό άλλο υγρό. Τό αντί­ δοτο. Μιά απειροελάχιστη σταγόνα απ’ αυτό ξαναφέρ­ νει τον άνθρωπο στη φυσική του κατάστασι... Σταμάτησε γιά μιά στιγ­ μή νά μιλάη γιατί κουράστη­ κε. Ό Μάκ τον κοίταζε μέ κατάπληξι. Τά έξυπνα γαλα­ νά του μάτια ήταν γεμάτα θαυμασμό. Δέ μπορούσε νά πιστέψη στ’ αυτιά του. "Ήξε­ ρε λοιπόν ένα τόσο μεγάλο μυστικό ό πατέρας του καί κανείς ως τά τώρα δέν τό είχε υποψιαστή! Τούτος ό λιγνός άνθρωπος μέ τά ά­ σπρα μαλλιά καί τό ήμερο πρόσωπο, πού έ^αγε τή ζωή του καί ξόδεψε τη μεγάλη πε ριουσία του ταξιδεύοντας καί μελετώντας διάφορά παλιά

Τό υπόγειο άρχισε να γεμίζη σι» γά - σιγά μέ νερό!

βιβλία, γραμμένα από διά­ σημους σοφούς καί άλχημιστες τού μεσαίωνα, ήταν κά­ τοχος ένός τόσο σπουδαίου μυστικού, πού μπορούσε νά τον κάνη ττολυεκατομμυριοΰχο καί τώρα πέθαινε σχεδόν πάμπτωχος!... ^—Θέλω νά σοΰ πώ ακόμα κάτι, Μάκ, συνέχισε ό ετοι­ μοθάνατος. Στο έργαστήοιό μου θά βρής κρυμμένα δυο


12

: -·

·. ; ·

- ίΈ Ρ Α Κ

Ο

ΝΈΟ'Σ

Λνννννννννν\νννννννν·νν\νννννννΙ·ννν\/ννΙννννννννν\γννν\ννννννν\\νννννν\ ΛΛ-ν\ννννννν^ν^ννν^ννΜΛν\^ννννννΐΛννν

πια μι­ μπουκάλια τγίοχ»> απ’ την που­ χρόνων. Δεν είσαι κρός, -Μάθε νά' φέρνεσαι σαν λιά βιβλιοθήκη. Στο καθένα άντρας. , Χτύπησε τούς κα­ απ’ σύτσ υπάρχει ^ μεγάλη κούς καί βοήθησε έτους κα­ ποσότητα υγρού που μ* άύτό λούς κάί ·. τίμιους ανθρώπους θά μπορείς κάθε τόσο νά ξρόκαί νά μην ξεχνάς πώς· είσαι ναγεμίξης τά δαχτυΑίδια. Το · . πράα ι νο μπουκάλ ι έίνά ι για : "Ελληνας! ·.· α ■ .· ■ .. —Στο υπόσχομαι πατέ­ τό δαχτυλίδι μέ την όμοιόχρωμη πέτρα. Τό .μπλε μπου-: ρα; είπε ό Μάκ καί ή· φωνή του έτρεμε από τή συγκίνησι κάλι είναι για το άλλο, Μπο­ ρούν νά σου κρατήσουν πολ- . που τον πλημμύριζε. ' . ’ —Τώρα μπορώ : νά πέθάνω λά χρόνια. Δέ χρειάζεται πο­ ήσυχος* είπε εκείνος.' Φώναξε λύ για νά πετύχης εκείνο πού .ζητάς. ^Λίγο νά βρέξης μο- ' τή .μητέρα σου νά την άπο~ χαιρετήσω... νάχα την· άκρη τής γλώσσας 1 σου είναι αρκετό. Μέ μια μι■ ; ' Τό Γ·εράκι ^αηρνεπόν.-;, κρή σταγόνα απ’ το μπλε ύ- " :■ ■·, ται για πρώτη1 φορά..:. . γρο γίνεσαι/ ,υπεράνθρωπος/ Τούτο μπορεί νά δισρκέση .· ΠΡΩΤΗ -φορά που δοκί­ μασε την υπερφυσική δύ^ πέντε ώς. εξη ώρες. "Έπειτα* ξαναγίνεται κανείς ■ όπως .νάμι ,τών δαχτυ Αηδιών 6 Μάκ πριν. ΤΑν. χρειαστής νά συ-, Ντάνυ*/ ήταν, ένα μήνα.υστέ­ νεχίσης, δεν έχεις παρά νά ρα από τό θάνατο του πατέ­ βρέξης πάλι τή γλώσσα σου ρα του. ΤΗταν ένα ξημέρωμα με υγρό,./*Αν όμως θέλης νω*. που γύριζε απ’ , τά γραφεία ρίτερα νά ξάναγίνής φυσι­ /τής,εφημερίδας. Δεν. είχε^χα­ κός άνθρωπός*, λίγο, υγρό α­ ράξει ακόμα. Οί δρόμοι ήσαν πό τό πράομνο δαχτυλίδι και έρημοι. Τότε καθώς /.βάδιζε βρίσκεις -πάλι , τον εαυτό του ήρθε, ή ιδέα. Έφερε ^στοσου... ; . . στόμα, του τήν; μπλε πέτρα Πήρε μια βαθειά ανάσα του ’ δαχτυλίδιου καί απότο­ καί. συνέχισε;: μα αίσθάνθηκε τή μαγική ' ε­ —Τώρα καί κάτι - άλλο.. νέργεια του μυστικού υγρού. Δεν πρέπει νά ξεχάσπς πώς Μέσα, σ.£ διάστημα μικρό­ μέσα σου υπάρχει κι αίμα - τερο από ένα δευτερόλεπτό* ελληνικό: - Δεν.? είναι ανάγκη ένοιωσε τά . μπράτσα που ,νά νά σου τό- υπενθυμίσω * αφού δένονται, σαν ατσάλι* νά πυτό· ξέρεις. Είναι Έλληνίδα ή . . λίγεται ... ολάκερο τό -κορμί ■μητέρα σου. Τώρα λοιπόν που· •του σ’ έναν αόρατό θώρακα* νά γέμίζη ή ψυχή του από πεθαίνω·* σ’ αφήνω “μοναδικό προστάτη της.;· Φρόντισε κάί ένα^ πρωτοφανέρωτο θάρρος-! κάνε δ*τι μπορείς νά τής γλυΚαί τότε, στη μέση αύτοΰ. • κάνης τρ μεγάλο πόνο.. Δόσέ . τού δρόμου μέ τούς μεγάλουςτης κουράγιο ν’ άντέξη στη . ουρανοξύστες*· είδε τον εαυτό; δοκιμασία. Είσαι 1 δεκαεφτά ■του μέ μια παράξενη στολή: ;

Η


ΥΠΕΡΑ.ΝΦΡΠΠ.ΟΧ ν-

""·

.13

Λν ι ν ννίΛΛ νν\, -νν ν'-ΛΛ.ννννιι,νι.-νννννννχνννΛ.ΐΙ/ννννννννν,νΐ'λννίΛΛΛΛΛν* 1Λ,ννν\ΐνν\ν1ΛννΗνν\'ν\νΐννν\\νΗΗννν\νλ\Μ

μπέρτα νά πέφτη από τόν Το σπόρ κοστούμι που φο­ ουρανό στην αυλή της, έβγα­ ρούσε χάθηκε και. πήρε τή θέσί του μιά γαλάζια ψόρ.μα- λε μιά τρομαγμένη, κραυγή. Τότε έκεΐνος γέλασε, έφερε μ" ένα κεντημένο από χρυσά­ στα χείλη τήν/πράσινη πέ-·· φι κεραυνό στα στήθος ; και τρα του άλλου ,δα.χτυλίδιου μιά κόκκινη μπέρτα· κρεμα­ καί . αστραπιαία ξανάγινέ ό σμένη- ατούς ^μους του, .·· Μάκ Ντάνυ, ό όμορφος έφη­ -—Είναι καταπληκτικό αυ­ βος μέ τά γαλάζία μάτια καί τό που αισθάνομαι!, εΐπε μι­ τό- καλοραμμένο σπόρ κοστοϋ λώντας ' μόνος τού. ; Ποτέ . δέ 6ό:χ μπορούσα νά τό φαντα-, μι. Ή μητέρα τρυ· σταυροκοστώ πώς εγώ ό Μάκ Ντάνυ * πήθηκε. - . —"Έλα Χριστέ καί Πανα­ θά γινόμουν μιά μέρα Υπε­ γιά I, είπε'. Θαρρώ- πώς όνειράνθρωπος..- , ; ρεύουμαι. Έσύ είσαι, Μάκ; Σήκωσε τά. χέρια και τίνα­ ■—Έγώ ολόκληρος, χρυσή ξε :τά πόδια του. Κατάλαβε, μέ μιά / ασυγκράτητη χαρά μου μητερουλα! ,. ' Τήν αγκάλιασε καί τή φί­ καί συγκίνησι, πώς άπογειλησε, καί τής έκμύστηρεύτη■ωνόταν. "Ωρμησε σά γεράκι πάνω από τις στέγες των ού­ . κέ τό μεγάλο μυστικό. ΤΗταν ό πρώτος άνθρωπος πού γνώ­ ρα νοξυστών κι5 ύστερα, γέρ­ ρισε τό Γεράκι, στη Κέα Ύνοντας· -πλάγια,/· άρχισε νά ταξιδεύη ' παράλληλα, , πρός ,. όρκη/' Ό -δεύτερος ή σαν ο -μι­ κρός Τζίμ Γκάψας, τό χαζό τό έδαφος. "Ενα υπέροχο θέ­ αμα παρουσιάστηκε μπρο­ αραπάκι, = πού δούλευε ώ.ς, στά του. "Από εδώ ψηλά πού . κλητήρας στά .γραφεία του βρισκόταν, είδε τον ήλιο πού «Νταιηλυ Χέράλντ». Μιά μέ­ άνέτελλε, σκορπώντας το ρα ό Τζίμ καί ό Μάκ,. πού εί­ -χρυσάφι τών αχτίνων του χε τόν μικρό νέγρο υπό τήν στη -μεγάλη πολιτεία.' ·. -:· .· : , προστασία του καί τόν ε-· Π έταξε. έτσι κάμποσην ώ­ παίρνε- μαζί του σ" όλες τις ρα πάνω από τά μεγάλη πο-: ■ δημοσι ογραφι κές, άποστολές λιτεία καταμάγεμένος από πού αναλάμβανε, βρέθηκαν στην περιοχή τής Ταγκανίτό ασύγκριτο αυτό θέαμα. Κι*., ύστερα, όταν από'ν ψηλά κας. ^Ηταν μεσημέρι καί· κάθησανV άναπαυθοΰν στο ξέ-' είδε πώς βρισκόταν πάνω α­ πό τό σπίτι του, αποφάσισε σκεπο ενός δάσους. Ό Μάκ νά ποοσγειωθή. "Έκανε μιά ■ξάπλωσε κάτω, άπ,ό τή σκιά βουτιά1 καί σέ μισό λεπτό ' ενός, δέντρου. ^ Ό λιχούδηςπατούσε στον μικρό κηπάκο . Τζίμ όμως, πού είχε . καιρό τους. ΛΗ μητέρά του, πού εΤ- , ■ νά φάη γλυκό, :εΐδε ένα κοκ­ χ.ε ξυπνήσει -νωρίς καί . ' τον κοφοίνικα. έκε» κοντά, φορτω­ περίμενε, όταν είδε αυτόν μένο μέ γλυκούς καρπούς, . τσν’ περίεργο άνθρωπο, ρέ·· τή καί του άναψαν τά αίματα. -μπλε φόρμα καί τήν κόκκινη 1 —’ Αχ, νά είχα μερικές •

\

··

I "


14

ΓΕΡΑΚΙ,

Ο

ΝΕΟΣ

νΐ\νΐ^\νννν\\\\ν\ννν\\Μ'νΐ\ννν%\νΗν^ν»\νΛνΛ\νννν*ννννηννννν^\\νννΓΛΛ\ν\\\\\νΛννν^«ννννΐ/νννννΐ'ηννν»,νΐΛΛΛ\ν καρύδες απ’ αύτές^!, άναστένσξε. Νά στηλωθή λίγο ή καρδούλα μου! —Κάθησε εκεί πού κάθε­ σαι !, του είπε ό Μάκ. Είναι επικίνδυνο νά σκαρφαλώνης στά δέντρα. Υπάρχουν φαρ­ μακερά φίδια και άλλα ά­ γρια θηρία. Ό Γκάφας δέ μίλησε, άλ­ λα σέ λίγο, δταν ο λευκός φί­ λος του έκλεισε τά μάτια κΓ αποκοιμήθηκε, γλύστρησε α­ θόρυβα από κοντά του και πήγε καί σκαρφάλωσε στο ψηλό δέντρο. Ανέβηκε στην κορυφή του και άρχιο'ε νά κόβη τούς γλυκούς καρπούς. Ξαφνικά όμως ένα τεράστιο πουλί, κάτι πού έμοιαζε μέ αετό και γύπα μαζί, φάνηκε νά φτεροκοπάει από πάνω του, κάνοντας βόλτες... —Μεγάλε θεέ * των νέ­ γρων!, έκανε ό Γκάφας. Χά­ θηκα! Και τό μαύρο μούτρο του άρχισε νά γίνεται άσπρο α­ πό τό φόβο καί νά χτυπούν τά δόντια του. Δοκίμασε νά κατεβή, μά τό πουλί δεν τον άφησε. 'Ώρμησε απάνω του, τον άρπαξε με τά γαμψά νύ­ χια του καί ξαφνικά 6 μικρός άραπάκος βρέθηκε στον αέ­ ρα. —Θεούλη μου, θά μέ φάη! Κύριε Μάκ! Κύριε Μάκ! Βο­ ήθεια! Ό νεαρός ρεπόρτερ τινά­ χτηκε^ ξαφνιασμένος. Είδε τό αραπάκι στά νύχια τού με­ γάλου πουλιού καί ξεκαρδί­ στηκε απ’ τά γέλια. Μά την ίδια στιγμή συνήλθε, κατα­

λαβαίνοντας πώς τό πράγμα 6έν ήταν κο:9όλου αστείο. Τό άγριο όρνιο σίγουρα θά μετεφερε οπή φωλιά του τον μι­ κρός νέγρο καί θά τον κατα­ σπάραζε ! —Πρέπει νά τον σώσω!, σκέφθηκε. ’Έψερε την μπλε πέτρα στο στόμα του καί σέ μισό δευτερόλεπτο απογειώθηκε σαν βολίδα προς τον ουρανό. Τό μεγάλο πουλί ταξίδευε μέ μεγάλη ταχύτητα. Μά τό Γεράκι ήταν πιο γρήγορο α­ πό κάθε άλλο πετούμενο. Ή κόκκινη μπέρτα του άνέμιζε στον αέρα καί τό κορμί του τυλιγμένο στην μπλέ φόρμα, ταξίδευε σάν^ κεραυνός ^ στο διάστημα. Σέ λίγο βρέθηκε μπροστό στο πουλί καί τούκοψε τό · δρόμο. Εκείνο, πα» ραξενεμένο από την περίερ­ γη αυτή έμφάνισι, άφησε έ­ ναν άγριο κρωγμό καί μέ τό γαμψό ράμφος του δοκίμασε νά χτυπήση τον Νέο Υπε­ ράνθρωπο. Μά τό Γεράκι, χά ρις στό μαγικό υγρό πού έ­ κρυβε ή μπλε πέτρα τού 6αχτυλιβιοΰ πού φορούσε, ήταν άτρωτο. Τό ράμφος χτύπησε στο στήθος τού Νέου Ύπεραν θρώπου κΓ ήταν σά νά συνάν τησε έναν αδιαπέραστο βαλυβδινο ^θώρακα. Ό Μάκ ά­ πλωσε τό χέρι του καί τά δά­ χτυλά του χούφτιασαν τον χοντοό λαιμό τού πουλιού. Εκείνο προσπάθησε ν* άντισταθή, μά τίποτα πια δέν μπορούσε νά τό. γλυτώση απ’ τό θάνατο. Τό Γεράκι έσφΐ*? ξε τά δάχτυλά του καί τό δ*


ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

15

Λν\νννννΐΜΛΗννννι^\\νννννΐΜΛνννννννν%

νες... θεέ των νέγρων! θά ριο ©ρνεο^ παρέλυσε. Την ΐμου στρίψη! ια στιγμή, με τό άλλο του —Την καλύτερη δουλειά χέρι ό Μάκ άρπαξε τάν Γκάπου έχεις νά κάνης Τζίμ,^εί­ ψα, που είχε ^χάσει τή φωνή ναι νά βουλώσης τό στόμα του άττό τό φοβο καί την εκσου, τού είπε ό Μάκ. Ούτε λέ ττληξι. ξι σέ κανέναν από όσα εί­ —"Έπρεπε νά σ* σφήσω, δες!... νό: πεθάνης λιχούδη!, του εί­ πε όταν υστέρα από λίγο ] Ιοοσοχη ! 1 Ιοοσοχή! προσγειώθηκαν. Γιά νά μά3 Εκλάπ η ύ5 ο ογ ονο 6ό ιιθης, άλλη φορά ν’ άκοΰς τί 6α! σου λένε. ΤΑΝ γύρισαν πάλι στη —Δεν θά τό ξανακάνω, Νέα Ύορκη, ^τό Γεράκι κύριε Μάκ!, εκανε κλαψιάρι­ άρχισε τις συχνές εμφανί­ κα τό αραπάκι. Αέν θά... σεις του. (ό κόσμος μάθαι­ Ξαφνικά σταμάτησε και νε κάθε τόσο πώς οι πιο βογούρλωσε τά μάτια του.^ Τώ­ βεροΐ εγκληματίες είχαν έρα γιά πρώτη φορά πρόσεξε ξοντωθή από τό Γεράκι, τό πώς ό φίλος του φορούσε ε­ Νέο Υπεράνθρωπο, που 6έν κείνα τά παράξενα ρούχα και δείλιαζε μπροστά σέ κανένα τώρα μόλις θυμήθηκε πώς τόν εΐδε νά πετάει στον αέ­ καί σέ τίποτα. Κανείς δεν ή­ ξερε όμως έκτος από τή μη­ ρα και νά τόν άρπάζη από τά νύχια του πουλιού. τέρα τού Μάκ και τόν μικρό νέγρο, ποιος πραγματικά — Μά πώς είσαι έτσι κύ­ ριε Μάκ; τραύλισε. Τί ρού­ κρυβόταν κάτω από τό κοκιανογάλαζο κοστούμι, που χα είναι αυτά που φορείς; έκανε τόσα θαύματα στον πό Αέν είναι δυνατόν! Θά όνειρεύουραι! Βρίσκουμαι ^στό . λεμο εναντίον τού εγκλήμα­ στομάχι του πουλιού καί ότος. Ούτε αυτός ό τετραπέ­ ρατος ό αρχισυντάκτης του, νειρεύουμαι. Θεέ_ των νέγρων, ό κ. Πήτερ "Έμορυ, μπορού­ βοήθεια! Μέ φάγανε! Ό νεαρός ρέπορτερ τότε σε νά φαντασυή πώς αυτός θυμήθηκε. "Έφερε στό^ στόμα ό έφηβος μέ τά ξανθά σγου­ του τό δαχτυλίδι μέ την πρά­ ρά μαλλιά πού μπαινόβγαινε στο γραφείο του κάθε μέ­ σινη πέτρα και αμέσως όλα άλλαξαν. Μέσα σέ μια στιγ­ σα ήταν ό Νέος Υπεράνθρω­ πος, τό θρυλικό Γεράκι μέ μή, ξανάγινε ό Μάκ Ντάνυ, τις Απίστευτες ικανότητες! μέ τό σπορ κοστούμι και τά Χάρις στο Γεράκι όμως, ό παιδιάστικα χαρακτηριστι° ρέπορτερ Μάκ Ντάνυ έκανε κά. —- Πώ! Πώ!, ξεφώνησε ό περίφημα τή δουλειά του. Οί Τζίμ. Θά ^τρελλσθώ ! Πριν έπιτυχίες του καί τά άρθρα μιά στιγμή ήσουν τόσο δια­ του δημοσιεύονταν στην πρώ­ τη σελίδα τής εφημερίδας φορετικός και τώρα ξσνάγι-

Ο


16

.....

· . Γ Ε Ρ Α Κ Ι,

Ο

ΝΕΟΣ

γνν\\ννν\\ν\Λνννν\νγ\ν\ν\ννν\\γ\ν\\ννν\\\\ν\\νΛΑ'ν\ν\νν\\ννν\\\\χν*\γ\ \ΥΥ\ννννν\Λνν\νΙννννν\ν\ν\ννννν\\νηΐΛΛΜΛ'

Ατομικής..1 ' Ενεργεί ας μίαν που ή κυκλοφορία της άνέβάι υδρογονοβόμβαν ανυπολογί­ νε κάθε μέρα καίπϊο πολύ. στου έκρηκτικής δυνάμεως. Ή επιτυχίες του ή σαν μεγά­ Δέν είναι. έξηκριβωμένον α­ λες. Και σέ μια τέτοια έπιτυ κόμα πού μετεφέρθη ή βόμβα χία χρωστούσε τό γεγονός αυτή καί κανείς δέν γνωρίζει ότι τώρα βρισκόταν φυλακι­ τούς σκοπούς τών αγνώστων σμένος :μέσ« σ’ ενα τσιμεν­ δραστών; Ειδοποιούνται . οί τένιο υπόγειο. * πολίται τών· Ηνωμενών Πο­ Την τελευτά ία βδομάδα ό λιτειών νά τελούν έν επιφυ­ Μάκ Ντάνυ είχε μυριστή πώς λακή διά παν ενδεχόμενον. κάτι ύποπτο συνέβαινε στη Προσοχή! · Προσοχή! Εκεί­ μεγάλη αυτή πολιτεία.^/Από νοι πού. δύνανται .νά. παρά­ κάτι μίσόλογα, που είχε α­ σχουν· διαφωτιστικάς -πληρο­ κούσει και από μερικές πλη­ φορίας, είτε- διότι είδαν τίροφορίες ν που συγκέντρωσε ποτέ ύποπτον, είτε διότι ■ α­ κάνοντας $ επορτάζ, έβγαλε κόυσαν κάτι σχετικόν, νά τό συμπέρασμα πώς μια ά­ σπεύσουν νά τηλεφωνήσουν γνωστη. ώς τά τώρα συμμο­ ρία ξένων, κατασκόπων, πού •στο- "Ομοσπονδιακόν Γραφείον Έγκλη ματολογ ικών Έρευ δούλευε γιά λογαριασμό μι­ Αριθμός.* τηλεφώνου· ας. μεγάλης' δυνάμεως, προε­ • νών. τοίμαζε κάτι τρ· φοβερό. Τί 693-369...» ^ / Ό Μάκ σήκωσε αμέσως τό όμως ακριβώς ήταν αυτό τό ακουστικό τού τηλεφώνου καί κάτι δέν μπορούσε νά πή. Ή σχημάτισε στο καντράν τό δυνατή όσφρησί .του, τό δη­ μοσιογραφικό του δαιμόνιο νούμερο πού -είπε τό ράδιό-. τον προειδοποιούσαν, μά δέν- Φωνο.. Ζήτησε τόν αρμόδιο αξιωματικό καί τού ·εξέθεσε καθόριζαν καί τό είδος τού μερικές πληροφορίες πού έΐ^ μεγάλου κινδύνου. 7Ηταν βέ χε καί μερικές υποψίες του. βαιος μόνο ότι ή εγκληματι­ 5Απο την άλλη όμως άκρη κή αυτή κατασκοπευτ ι κή όρτού σύρματος,. ό· αξιωματι­ γάνώσις είχε απλώσει τους κός πού-τόν άκουγε ξέσπασε πλοκάμους της παντού σαν σ' ένα δυνατό γέλιο.. ένα τεράστιο - χταπόδι καί • -—Είσαι . φαντασιόπληκτος περίμενελτήν κατάλληλη ευ­ Μάκ Ντάνυ!, τού είπε. "Όλα καιρία νά δράση. αυτά πού μάς λές είναι πα­ Καί τότε, μια μέρα, ό ρα­ ραμύθια! ξέρεις τίποτα "νά διοσταθμός τής Νέας Ύόρκης έκανε μια επείγουσα ά- 1 μάς πής γιά τή βόμβα; ^Ε­ νακοίνώσι: μαθες πόύ βρίσκεται αυτό τό ' «Π ροσοχή ! Π ροσοχή!, ' εΐ-. : πραγματάκι .πού μπορεί νά τινάξη στον άέοα ολάκερη τή πε ό έκφωνητής με φωνή πού έτρεμε από τή συγκίνησι. Νέα Ύορκη; . "Αν ξερής •τί­ Αγνωστοι επέτυχαν νά κλέ­ ποτα τέτοιο, μάλιστα, μάς ψουν από -τά εργαστήρια· τής ενδιαφέρει! . · “


ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

'

}7

θεια. Μά τότε, άν είναι αυτή ή αλήθεια πού φαντάζομαι.. . . Ανατρίχιασε στην ιδέα πώς μπορούσε νά πραγματοποιηθή εκείνο πού ^>°βόταν κγ ένοιωσε ένα παγωμένο ρί­ γος σ' ολόκληρο τό κορμί... ' * —Είμαι σίγουρος ότι βρί σκομαι στα χέρια τής συμ­ μορίας/ πού έκλεψε τήν υδρο­ γονοβόμβα από τά εργαστή­ ρια . τής 5Ατο μ ι κή ς Λ Ε νεργε ιας'. Χίλία τά έκατό.* Πρέπει κάτι νά κάνω γιά νά προλά­ βω τήν ανεπανόρθωτη κατα­ στροφή. ' , Τήν ίδια στιγμή ό Γκάφας ακουμπισμένος στο . βολάν του αυτοκινήτου τού Μάκ, πε ρίμενε τήν έπιστροφή τού φίλου του; Κάθε τόσο κύτταζε τό νικέλινο ρολόι του · χε­ ριού του/ —Μά τί κάνει τόσην ώρα εκεί μέσα ό κύριος. Μάκ; άναρωτήθηκε χάνοντας τήν υ­ πομονή του. 'Έπιασε, φαίνε­ • 'ϋ Τξίμ Γκάίεας’ χά , ται, την κουβέντα καί μέ ξέ.· . κάνει πάλι θάλασσα!.,. χάσε. Αέν είναι καθόλου έν ^ΤΣΙ άρχισε η περιπέτεια τάξει! · «Μην τό κουνήσης’ α­ άκαυτη του Μάκ .Ντάνυ κι* πό τό αυτοκίνητο» ■ σου λέει .έτσι ό νεαρός ρέπορτερ βρέ­ καί .χάνεται. Γιά σπάσου! θηκε .κλειόμενος σ’ ένα σκο­ •Μέ διέταξε νά μην τό κουνή­ τεινό τσιμεντένιο, υπόγειο, σω από τό αυτοκίνητο. Αέ

—■’Όχι δεν ξέρω!, είπε 6 Μάκ. —’Έ! Τότε γειά σου, Μάκ; καί... όνειρα γλυκά! . Τότε ό νεαρός ρεπόρτερ κάθήσε κι\ έγραψε τό άρθρο του. 9Ηταν ένα αποκαλυπτι­ κό άρθρο πού θά τυπωνόταν στην πρώτη σελίδα τής έκτα κτου έκδόσεως του «Νταΐηλυ Χέραλντ». ''Εκανέ μάλιστα κι5 ενα τηλεφώνημα στάν κ. "Εμορΰ νά τό περί μένη μέ τον μικρό νέγρο, μια και αυ­ τός δεν ήταν σέ θέσι νά σηκωθή αμέσως άττ.· τό κρεββάτι. —Αφού αυτοί πού διευθύ­ νουν τό ιΟμοσπονδιακό. Γρα­ φείο, είπε, δέν μέ πιστεύουν,, έχω ύπαχρέωσι νά ειδοποιή­ σω .τον . κόσμο νά φυλαχθή. Χίλια.τα έκατό είμαι βέβαιο.£ γι’ αυτά πού γράφω. Λεν ξέρω μονάχα ποιοι είναι μέο*α σ' αυτή τη ’ συμμορία..*, .

•

"I

*

Ι

πού έμοιαζε σάν πηγάδι, α­ νίκανος νά δράση, αφού δέν είχε μαζί του τό δαχτυλίδι μέ τό μαγικό υγρό. . ·. 1—Για · νά ένδιαφέρωνται τσσό γιά τά χειρόγραφά μου, σκεπτόταν, καί γιά νά σκα­ ρώσουν όλήν αυτή την ιστό-, ρία γιά νά τά πάρουν στα χέρια τους, θά πη · πώς φο­ βούνται ότι ξέρω . τήν αλή­

μένως, δέ.θά παραβώ τη δια­ ταγή του άν κάνω μιά βόλτα μέ τό αυτοκίνητο, ώς τό ζαχα ρόπλαστεΐο, όπου παράτησα έξη όλόκληρες πάστες αφά­ γωτες ! · ■ '· · ' · Πατάει τό πετάλι τού γκα ζιοΰ καί τό ά^άξι ξεκίνησε. Ήξερε κάτι λίγα πράγματα


13

από αυτοκίνητο καί στην αρ­ χή δέν τά κατάψερε άσκημα. Ύστερα όμως, όταν μπήκε στις μεγάλες λεωφόρους μέ τή μεγάλη κι νησί, άρχισε νά ζαλίζεται. Τά αυτοκίνητα περνούσαν δίπλα του μέ με­ γάλη τοιχύτητα, τά κορναρί-

Ματοικοιλίσ, βούηκιρα, βάζα, γιαοάρτιο: καταπλάκωσαν τον Τζίμ Ϋ

σματα τον ξεκού^αιναν, τά φωτεινά σήματα της τροχαί­ ας τον μπέρδευαν. —Θεέ των νέγρων!, μουρ­ μούρισε. Δέν τά πάμε καλα! "Ας γυρίσω πίσω.

ΓΕΡΑΚΙ,

Ο

ΝΕΟΣ

νννννννννννννν%Αν*νννννν»ΑΑ%ιννννννννννΜΛ* "Έκανε μιά απότομη στρ© φή, ^άλλά ήτανε τόσο αδέξιος αυτός ό χειρισμός, ώστε το φρένο στραπατσαρίστηκε ^αί κάποιο μικρό βιδάκι λασκά­ ρισε στο σύστημα των ταχυ­ τήτων. Και τότε έγινε κάτι τό περίεργο. Ή μικρή κούρ­ σα τού νεαρού ρεπόρτερ μέ σωφέρ τό αραπάκι, άρχισε νά πηγαίνη σάν μεθυσμένη εδώ κι’ εκεί, νά τρακάρη μέ άλλα αμάξια, ν’ άνεβαίνη καί νά κατεβαίνη στά πεζοδρό­ μια, νά σπάζη βιτρίνες, νά ξανακατεβαίνη στο δρόμο, να παρασύρη τούς πόλισμαν τής τροχαίας, νά κάνη μ* ένα λόγο ένα φοβερό σαματά και μιά απερίγραπτη άναστάτωσι. Ό φουκαράς ό Τζίμ, ριγ­ μένος απάνω στο τιμόνι, μά­ ταια αγωνιζόταν νά κράτηση τό φρένο, νά σταματήση αυ­ τός ό χαλασμός. Τά^ μεγάλα |ΐάτια του πηγαινοέρχονταν εδώ κι' εκεί τρομαγμένα^ καί τό γυαλιστερό ραύρο μούτρο του είχε μουσκέψει απ’ τον Ιδρώτα. —Θεούλη μου!, παρακαλούσε κλαψιάρικα, βάλε ^τό χέρι σου νά σταματήση αυτό τό αυτοκίνητο πού τρελλάθτ^κε. Βάλε τό χέρι σου κι5 έγω θά σου ανάψω μιά λαμπάδα σάν τό μπόϊ μου... ^3Αλλά κανείς δέν έβαζε τό χέρι του καί τό αυτοκίνητο συνέχιζε τον έξωφρενικό δρό­ μο του καί πίσω του άκολουθούσαν αστυνομικοί μέ μοτοο’υκλέττες για νά τό σταμα­ τήσουν καί νά συλλάβουν τον οδηγό πού τον νόμιζαν μεθυ-


Υη Ε Ρ Α Ν β Ρ ΩΠ Ο X

19

''^νΜ^ννννν\ΐννΜΜΜ\ν\Μ\\ν\\\ν«νΐΜ\\ΐνΜνΐνννν\νΜ4^ν\\νν\ν ,νΛ^ννν\^Μ/ν\νΜ\ννΐΛ\\1\ΜΜΙΙΜΜΐν σμέν©0 Περισσότερο- από μί­ ση ώρα συνεχίστηκε αυτό το κυνηγητό καί οί αστυνομικές σειρήνες χαλούσαν τον κό­ σμο καί ειδοποιούσαν τό κοι­ νό νά φυλαχτή από τό αυτο­ κίνητο, που εξακολουθούσε ν' άνεβοκατεβαίνη στα πεζο­ δρόμια καί νά τά κάνη ©λα θάλασσα. ^ Ξαφνικά τό αυτοκίνητο α­ νέβηκε πάλι σ' ένα πεζοδρό­ μιο, αναποδογύρισε ενα ταψί^μέ μπακλαβάδες^ πού κρα­ τούσε κάποιος στα χέρια του χτύπησε στη βιτρίνα ενός γυαλοπωλείου καί τρύπωσε σ2 ένα... γαλατάδικο! Τό τί επακολούθησε είναι άδύνοιτο να περιγραφή, Τενεκέδες με γάλο:, μποτιλιες, φρέσκο βού τυρό, γιαούρτια, βάζα μέ μαρμέλαδες, τζάμια, καρέ­ κλες, τραπέζια, καθρέπτες, βιτρίνες έγιναν ένας άμορ­ φος σωρός καί σκέπασαν τό αυτοκίνητο καί τον Τζίμ Γ κάψα. •—-Επιτέλους σταμάτησε!, αναστέναξε ό άραπάκος κα­ θώς προσπαθούσε νά βγή άπό^ τά ερείπια, ' Μπράβο, Τζίμ, κστάφερες νά δαμάσης αυτό τό τρελλό αυτοκίνητο! Καί δοκίμασε νά σηκωθη. Αλλά την ίδια στιγμή μια χερούκλα ένός γίγαντα αστυ­ φύλακα τον σβέρκωσε καί τόν σήκωσε σαν πούπουλο στον αέρα, Ό Τζίμ φάνηκε τότε σέ μιά παράξενη κατάστασι, πού έκανε όλους ε­ κείνους πού τόν κυνηγούσαν τόση ώρα εξαγριωμένοι, νά βάλουν τά γέλια. "Ένας με­

γάλος τενεκές μέ γάλα κι8 έ­ νας άλλος με γιαούρτι τόν είχαν περιλούσει καί τόν εί­ χαν κάνει αγνώριστο. Τό μαύρο μούτρο του, πού έκανε τρομαγμένους καί μαζί κω­ μικούς μορφασμούς καθώς ή-

'Ο Μακ εφίΞ.οε τότε στό στόιμα του τή μττλέ πέτρα τοϋ' δακτυλιδιού!

ταν πασαλειμένο, δύσκολα μπορούσε νά τό ξεχωρίση κα νείς. Γά γουρλωμένα ματια του πού κύτταζαν όλους τούς γύρω μέ μιαν ηλίθια έκφρασι, τά χοντρά του χείλια, τά


20

■'

'

-

ΓΕΡΑΚΙ;

0

ΝΕΟΣ

^\νν^Λ\\ν^ννννν\\ν^\νν^νννΗν^νν^^χ^ΐΛ'ν%ν'ν%\'νννι^.'ΜΛΐΛννννν:ν'νν η«ννι»νΜΜΜ\νηνιΛνννννΜΐνννννννίι^ •

.

>

χέρια του . καί τα πόδια· του νο. · Στύλωσε τό, αυτί και από που τινάζονταν καθώς ό ά-' -τις κινήσεις που άκρυγε. μπ© στυφύλακας τον κρατούσε ψη­ ρεσε νά λογαριάση ότι οι άν­ λά από τό γιακά του σακκα- θρωποι που πηγαινοέρχονταν κ.ιοΰ του τον έκαναν νά^μοιά- πάνω απ’ τό κεφάλι του ήσαν ζη πολύ μ" εκείνους τους· μι­ τέσσερις ή πέντε.· "Ακούσε κρούς ψασουλήδες και παληά νά μιλούν, μά δέ .μπορούσε τσους που πουλάνε την πρω­ νά ξεχωρίση τά λόγια τους. "Επρεπε όμως μέ κάθε τρό­ τοχρονιά. • —Διαμαρτύρομαι! Φώνα­ πο νά άκούση τις κουβέντες ξε όταν κατάφερε νά βρή τή τους. "Αν είχε πέσει στα χέ­ μιλιά του. Είμαι Αμερικα­ ρια τής. συμμορίας, που εκλενός πολίτης και δεν επιτρέ­ .ψε την υδρογονοβόμβα, -έστω πω -νά μου φέρνονται έτσι. καί μερικές λέξεις· θά· είχαν, Δηλαδή, δε, φτάνει που κατά- γι’ αυτόν- τεράστια σημασία. φερσ νά βρω τό φρένο... Ευτυχώς είχε τό στυλό μα Αλλά δεν πρόστασε . νά ζί του, που ήταν κονδυλοφό­ τελείωση. Μια γερή κατραπα ρος καί μια μικροσκοπική συ κιά του αστυφύλακα τον έκα­ σκευή μικροφώνου συγχρό* νε νά συνέλθη. "Υστερα τον νως. "Αν μπορούσε νά φτάση βούτηξαν σ’ ένα βαρέλι * μέ τό ταβάνι, ολα θά πήγαιναν, νερό καί, παρά τις διαμαρ­ καλά. Άλλα πώς νά σκαρφ’ατυρίες -του, τον .1 -ξαναβουτη- λώση ώς· εκεί, νά κάρφώση κά ξαν οσό νά βρή τό πραγματι­ που τό στυλό του, ν’ άι<ουση κό του- μρώμα. * · ο,τι του .χρειαζόταν; Σαν ένα Σέ λίγο μια μεγάλη Βιαδή λιοντάρι, που είναι κλεισμέ­ λωσι διέσχιζε ; τους δρόμους νο σ’ ένα .στενόχωρο σιδεμέ^ τής Νέας Ύόρκης. Μπροστά νιό κλουβί, άρχισε νά κάνη ό Τζίμ Γκάφας μέ τον αστυ­ βόλτες μέσα '· στο τσι μεντέφύλακα και πίσω Αογής -· Αονι-ο υπόγειό, προσπαθώντας γης. άνθρωποι, γαλατάδες, νά βρή κάποια . προεξοχή, αυτοκινητιστές, μαγαζάτο­ που θά του έπετρέπε νά άναρ ρες, ζαχαροπλάστες, όλοι θυ ριχηθή -έστω καί για 'λί,γα ματα^ του μικρού άραπάκου, λεπτά, νά φτάση τό ταβάνι. που δέν μπόρεσε νά κράτηση Μέσα στο πηχτό σκοτάδι τά φρένα ένός , αυτοκινήτου • που τόν τριγύριζε, ψηλαφών­ και τά εκανε γής Μαδιάμ!... τας μέ τά χέρια, πηγαινοερ­ χότανε από τή μιά · πλευρά στην άλλη, ψάχνοντας τούς τοίχους, καί 'ζητώντας μέ*'τή:ν Μάκ^ άνασήκωσε τό κεφά­ αφή ν’ άνακαλύψη κάτι πού λι "Ακούσε .βήματα, Κά- ' θά τόν βοηθούσε στο σχέδιό πριοι ιιπήκαν στην κάμαρα,του. Αγωνιζόταν κάμποσην ώ­ πάνω από τό υπόγειό όπου τον κρατούσαν φυλακισμέ­ ρα. Έπί τέλους κάτι άνακά'Ο Μ αχ ακούει - φοβεοα πράγματα

Ο


ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΙ

21

ινννννννννννννν\ϋν\'νν»Λ/ν\ν\·νν'ννννΐ\νίΛΛ\ΛινννννννΐΛ\'νν\\νΐιν^'νν\'ννν'ν'ννν'Λν\\·ννν.ΜννννννΐΛ.1ΛΛ\\ν\^'ΛΛ5\.ννΐΛ\ν\ΛΛ/νν%ν

λυψε. ?Ηταν ένα μικρό βαθού λωμα στον άριστερό. τοίχο/ Πάτησε τό πόδι του και· δοκί μασε . ν’ άνασηκωθή. Μά γλύστρησέ και κατρακύλησε άνά σκελα- στο γεμάτο υγρασία τσιμέντο. Καθώς.έπεσε δμως κάτι. μετάλλινο αντήχησε., θυ μήθηκε τό πιστόλι του άνθρώ που· μέ τό "κόκκινο παπιγιόν, που -είχε βάλει στην' τσέπη του: : - , . λ. Πλησίασε πάλι στον τοί­ χο και μέ την κάννη του ^πε­ ριστρόφου άρχισε να σκάβη, να .κάνη πιο. βαθειά την κοι­ λότητα. Μάί,-^τώ,οα μπορού­ σε νά στηριχθή κάπως, Πάτη σε καί στερεώθηκε. Τώρα τα χέρια του· έφταναν τό. ταβά­ νι.. Στερέωσε τό μικροσκοπικό μικρόφωνό σ’ ένσ^ σημείο που- λογάριασε, πώς ήταν" τό καλύτερο και έβαλε ενα λε-, πτό χαλύβδινο σύρμα στ’ αυτί του. "Η συζήτηστς .βρι­ σκόταν, όπως κατάλαβε, στο τέλος της. Αλλά δ,τι κι’ άν άκουγε θα ήταν .κέρδος. ΤΗ­ ταν σε θέσι νά παρακολούθη­ ση -δλες· τις κουβέντες1 τους.· —Λοιπόν, είμαστε σύμφω­ νοι;, ρώτησε· μια φωνή. ^ , .“-—-Ναι σύμφωνοι, αρχηγέ!,, απάντησε "κάποιος. Κάνεις 6έ ■ μπορεί, νά έχη άντίρηρτ. Εί­ ναι- μιά .έκδίκησι που -πρέπει νά πάρουμε. Όφθαλμό αντί οφθαλμού! Αυτή ή · νύχτα θά μείνη αξέχαστη σέ δσούς κα­ ταφέρουν·" νά έπιζήσουν. Γιά­ τι φαντάζομαι .πώς ελάχιστοι θα είναι, εκείνοι που θα μεί­ νουν ζωντανοί! ’Άν ' πετέχου­ με, 0ά είναι - διπλό τό κέρδος

μας.· Θά εκδικηθούμε από τη μιά μέρια κι’ άπό τήν /άλλη θά πάρουμε ένα μεγάλο δώ­ ρο από εκείνους πού μάς πλη ρώνουν: γιά τή δουλειά μαςί —Τί ώρα .Απογειωνόμα­ στε; ρώτησε ένας άλλος, —Μιά ώρα υστέρα άπό τα μεσάνυχτα πρέπει νά βρισκό ■ μαστέ στον αέρα, ακούστηκε πάλι ή φωνή του αρχηγού. "Όλοι θά ' βρεθούν απροετοί­ μαστοι, δταν θά πέση ή 6όμβαί ' " \ ' -—-’Άν δεν, πετυχαίναμε" νά ■ πάρουμε τά χειρόγραφα αυ­ τού τού μωρού ή «Έπιχείρη-, σις ,Μπρούκλιν» θά. 81έτρεχε , τον κίνδυνο ν’ άποτόχη, είπε "κάποιος. -—Τί άπόγεινε ·ό δημοσιο­ γράφος·;, ρώτησε ό αρχηγός, —Βρίσκεται στο πηγάδι. Αλήθεια δεν είπε κανείς τί πρέπει νά κάνουμε μ’ αυτόν. —Πριν φυγής άπό τό «σπί­ τι άνοιξε τό. κλειδί·, διέταξε; ή πρώτη φωνή. · ·* "Ύστερα κανείς πια δε μί­ λησε. Ό , Μάκ Ντάνυ άκουσε βήματα ν’ · απομακρύνονται. 5/Εγινε ησυχία. Τά δσα άκουσέ ήταν αρκετά γιά·νά κατα. λάβη. Κάτι τό απερίγραπτο • προετοίμαζαν- ; αυτοί οί κα' κοΰργοι εις βάρος των άνυπόπτων κατοίκων Της, μεγαλύ• 'τερης πόλεως ' τού κόσμου/ Πήδησε άπό εκεί πού κρεμό­ ταν, έβαλε τό στυλό - μικρό­ φωνο στην-, τσέπη του 'παντελο ■ νι ου του καί προσπάθησε νά συγκεντρώση τή σκέψι του.· Είχε μάθει τό τρομερό, μυστι κό, · είχε μαντέψει την υπσυλη


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Γεράκι by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ / MIKROS IROS PUBLICATIONS - Issuu