Skip to main content

Δεκατρία

Page 1

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: ΤΙΝΑ ΧΕΛΙΩΤΗ © ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε. ISBN: 978-618-206-089-6 ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2021 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ Ε.Ε.: ΑΛΤΑΝΗ 4, 153 51 ΠΑΛΛΗΝΗ ΤΗΛ.: 210-8983824 • E-mail: info@mikrosiros.gr • Site: www.mikrosiros.gr


Ο ΤΡΙΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ Β. ΡΟΥΤΣΟΥ (*) Δεκατρείς μπύρες...

' — Μια , μπάρα. μέ χαμη­ λό κολλά,ρο. "Αϊντε λοιπόν. 5Ακόμα να την πιάσης;

ΊΌ .ΠΥΡΣΟΝ — μια από τις λαϊκές συνοι­ κίες τής Νέας Ύόρκης (*) *0 Νΐκος Β. Ρουτσος, δημι­ — ώρα εφτά τό απόγευμα. ουργός του Τζών Γ κ,ρήκ και συγγραΌ Χάρρυ Μίλλορ .μπαίνει φους (μέχρι της 12ης ιτερΐίττετεκχς) —σαν στο σπίτι του— στο του κιυκίλοΦΌΐριοΟ'ντΌ ς ομωνύμου τεύ­ χους., άπιοχωρήσας της έταιρίας ,μπόορ του γέρο Μττόιμπ. «Πελαργός» ητις τό εκδίδει, συγ­ — Κάτι νωρίς απόψε, α­ γράφει ηδη άπτοκλειατιΐκχος .και μό­ πορεί ό ρπάρμ,αιν. νον τά κείμενα τού τεύχους «ΔΕ­ Ό πελάτης μουρμουρίζει ΚΑΤΡΙΑ». Μέ τά τεύχη· τού Τζών β ισστ ικός σκαρφαλώνοντας Γικρη'κ οόδεμίαν άλλην ο.χέαΐν έχε; μέ κάποια δυσκολία στο ιμη ττλήν της ιδιοκτησίας του τίτλου των. λό σκαμνί;;

Σ

ΤΙΜΗ ΔΡΑΧ. 2


4 Την πίνει γρήγορα και ξα νακατεβαίνει. — Φεύγεις Χάρρυ; Μ3 έ­ να ποδάρι ήρθες; — "Οχι-. Μά ούτε κιαΐ μέ δώδεκα ττού φεύγω κάθε βρά δυ... Μή στεναχωιΟ'ΐέσαι ό­ μως, θά ξαναγυρίαω... Πάω νά πάρω δυο μπριζόλες νά φάμε ιμέ τή^ «μικρή»... Τη μιπμρα θά στην πληρώσω με τις άλλες έντεκα πού θά πιω. . . ■Περνάνε δυο ολόκληρες ώ­ ρες. Κοντεύει τώρα εννέα... Ό Χάρρυ Μίλλορ ξανσγυ ρίζει στο μπαρ. — "Αργησες, μουρμουρί ζει ό Μπόμπ. —Ναί, του κάνει σκαρ­ φαλώνοντας πάλι στο ψηλό σκαμνί. Είχα. κάτι, φασαρίες απόψε ιμέ την παλιοδουλειά μου... Τί φταίω έγώ; Τά νύ­ χια μου θά μυρίζω άν είναι κλεμμένα; 3Εσύ πουλάς, έ­ γώ άγοοάζω. Εμπόριο του ποδαοιοΰ είν* αυτό! Τ ιμολό για θά κόβουμε; "Αιντε γέ­ ρο: ,Πιάσε μιά μπύρα μέ χα­ μηλό κολλάρο... Στο τρίτο ποτήρι βγάζει το πορτοφόλι του νά πληρώση. — <Γιατί έτσι νωρίς από­ ψε, Χάρρυ; παραξενεύεται ό μπσρμαν. Μιά ντουζίνα μπύ ρες δεν πίνεις κάθε βράδυ; "Εχεις άλλες οχτώ νά πιής... — Ή Ντόρυ έχει δίκηο, μουομθυμίζει έκεΐνος σά νά μιλάη μέ τον εαυτό του. Δώ­ δεκα ποτήρια μπύρα είναι πολλά για το στομάχι ένός

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ πενηντάρη ικαι γιά τό πορ τοψόλι ένός μικρομεταπράτη, σαν κι3 έμιένα... ’Άς μή τής χαλάσω τό χατήρι·. Κορίτσι πράγμα είναι τό κσικόμοιρο. ιΜήν ξεχνάς πώς είμαστε και νε ιάπαντρο ι. Ο ύτ3 έ ξά μη νο δεν κλείσαμε ακόμα... ώραΐο λοιπόν είναι νά γυρίζω κάθε βράδυ πιωμένος; "Αιντε γέρο, πιάσ3 ένα ποτήρι ακόμα, κομμάτια νά γίνη... Τρεις καί μιά τέσσερις. "Ως τις δώδεκα, θάχω άκτώ μπτύρες οικονομία. Λίιγες είναι; Ό Μπόμπ τον διορθώνεις —- Έψτά,,θέλεις νά πής... -εχνάς φαίνεται την πρώτη. — Ούτε την πρώτη, ούτε την τελευταία ξεχνάω κι3 αυ­ τά νά σου λείπουν. Ό Χάορυ κορόϊδο δεν πιάνεται: πλη ρώνει όσες πίνει! .Χά, χά, ιχά! 3Εβίβα λοιπόν τό τέ* ταρτο! ■Κι3 άδειάζοντας μονορρουψι τό ποτήρι, συνεχίζει τό μονόλογό του: — Θά μου πής: γιατί νά παντρευτώ σ αυτή την ηλι­ κία; "Ελα ντε! -έρω κι3 έ­ γώ; "Αγάπησε λέει τά γκρΝ ζα μου μαλλιά! Μέγας είσαι κύριε! Τά σημερινά κορίτσ'α είναι νά τραβάς τά μαλλιά σου είτε μαύρα είναι, είτε γκρίζα, είτε κάτασπρα! Χά, χά, χά!. "Αιντε γέρο: Βάλε καί τό πέμπτο νά δούμε τί θά γίνουμε! — Τό έκτο, θέλεις νά πής. ^Κοντεύουνε μεσάνυχτα. Ό Χάρρυ Μίλλορ πεταει ένα χαρτονάμ ισμα:


5 Τρίτοι

άνθρωπος

— Κ,ράτα δώδεκα μπάρες. —· Δεκατρείς, χασμούριε ται 6 γέρο Μποιμητ. Και μια άπό πριν. ' 0 μ ισομεθυΐσμένο ς πελά της παραξενεύεται: — 7ί θα π ή «πριν»; *Όλες «πριν» τις ήπια. Μόνο την τεΛευταία ήπια «τώρα». — Είπα: δεκατρείς!, άρ* χίζει νά άγριεάη, 6 μπάρμαν. Ό Χάρρυ Μίλλορ υποχω­ ρεί: — Δεκατρείς θέλεις, δέκα τρεΐς θά πληρώσω. Μια μπά­ ρα παραπάνω τί ψυχή έχει... Μόνο πού τό δεκατρία είναι κακός αριθμός! Και καθώς φεύγει μουρμου ρίζει ιμεθυσμένα: — Θές νά πάω «και νά βρω καν έναν άλλο Χάρρυ; Και δεν θάχη άδικο ή γυναίκα μου, έοώ πού τά λέμε... Ε­ πιτρέπεται νειόπαντρος άν θρωπος νά γυρίζω μεσάνυ χτα και μεθυσμένος; — *Έ, Χάρρυ, _του φωνά­ ζει ό μπάρμαν. -έχασες τό πακέτο σου. Ό παράξενος πελάτης ξα ναγυρίζει: ^ -— Ναι; γέρο μου, φ«έρζ το εδώ... Δυο μπριζόλες είναι γιά τό αποψινό μας δείπνο... "Απ’ τό μεσημέρι τ'ίς έχω πάρει «καί τις σέρνω «μαζί μου... Σίγουρα θάχουνε μυ* ρίσει. Χά,} χά, χά!... Καλός είμαι ικΓ εγώ! Γειά σου... Στο δρόμο ένα αδύνατο καί αδέσποτο σκυλί τον παίρνει από πίσω. Είναι ψα νερό πώς οι μπριζόλες, άγο-

(ρασμένες άπό τό μεσημέρι, θάχουν άρχίαει^ νά μυρίζουν. Ό Χάρρυ Μίλλορ ξεοιπλώ νει τό πακέτο ζαρώνοντας τή μύτη του καί του πεταει τη μιά απ' αυτές: — «Νά, φίλε... Πάρε τό δικό μου μερτικό. Μέ τις μπύ ρες πού ήπια μου κόπηκε ή όρεξη.. Ό σκάλας την καταβροχθί ζει έν κινήσει καί συνεχίζει νά τον ακόλουθή μουγγριζον τας παρακλητικά. Ό μεθυσμένος του πετάει καί τή δεύτερη μπριζόλα δι πλωμένη καθώς εΐναι στο χαρτιι. ^ -—'Άϊντε, ^ περιδρόμ ιασε καί τό μερτικό τής Ντόρυ, Τέτοια ώρα θάχη φάει καί ϋα ροχαλίζη ή παληοάπναροϋ! Αυτός κΤ 6 Εαυτός του

ΘΥΡΩΡΟΣ τής λαϊ κής πολυκατοικίας πα ραξενεύεται πολύ όταν όΛέπη τον Χάρρυ ΜίΛλορ να ψθάνη: -— Μπάσα! Πότε ξανάψυ­ χες, «καλέ; Δεν σε είδα νά κατεβαίνης... Πριν πέντε λε­ πτά όέν ήρθες μπάρμπα Χάρ ρυ; Έκεΐνος σταματάει κι5 άγριοκυττάζει τά μάτια της: ^— «Μπάρμπα Χάρρυ» μέ λέγανε πριν παντρευτώ... Τώ ρα μέ λένε «Κύριε Χάρρυ». Κατάλαβες; -— Ναί, «μικρούλη»^ μου, χαμογελάει ή θυρωρός μέ φαρμακερή ειρωνεία. Ό νοικάρης ανεβαίνει στα

Η


6 ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΟΠΟΣ θερά τά ξύλινα σκαλοπάτια καί φθάνει στην πόρτα του μικρού διαμερίσροητός του;. Βγάζεΐ’ άτττό την τσέπη* ^ τό μοναδικό κλειδί ττού σέρνει πάντα πάνω του ικοοι προσπια θεΐ νά την άνοιξη. Στέκεται άδύναττον όμως γιατί τό κλει δί του δεν ταιριάζει καθόλου σ’ αυτή την κλειδαριά. *Ακχυ ναίσιθητα σηκώνει τό κεφάλι κιαί κυττάζει τον άριθμό του διαμερίσματος. Είναι τηραγιμα τιικσ τό τριάντα τέσσερα, αυτό πού μένει. Κι* από τό κρύσταλλο τής πόρτας φαί­ νεται ,στό βάθος φως. Ό Χάρρυ κτυπάει τό κου­ δούνι. Ή ττάρτα ανοίγει γρή γορα καί στο κατώφλι της παρουσιάζεται μια νέα, όμορ φη καί ττολύ σωματώδης γυ­ ναίκα ιμέ ρόμττ ντε σάμπρ. — Με συγχωρής, Ντόρυ... Ή κλειδαριά μας έχει απόψε τά νεύρα της. Καληώρα όπως θά τάχης καί τού λόγου σου πού γυρίζω έτσι αργά, έ; Ή νέα γυναίκα μένει ακί­ νητη για λίγες στιγμές κυττάζοντάς τον μέ μάτια ορθά­ νοιχτα. "Υστερα γυρίζει τό κεφάλι της προς τό εσωτερι­ κό τού διαμερίσματος καί φωνάζει: -—Χάρρυ... Γιά έλα νά δής. "Ενας άλλος άνδρας πλησι άζεΐ' γρήγορα. Ή γυναίκα τον μαλλώνει: — Μπράβο, Χάρρυ!... Π ο τέ δεν μου μίλησες πώς έχεις ένα δίδυμο άδελφό άού μοιά­ ζετε τόσο πολύ! Ό νεοφερμένος πού βρίσκε Τςχι άπ’ έξω γουρλώνει τά μά­

τια του. Μέσα στο σπίτι αν­ τικρίζει έναν άνδρα ίδιον καί άπαράλλαχτον μ’ αυτόν. "Ε­ ναν άλλον εαυτό του. — Μέγας είσαι Κύριε!, υουρμουρίζει. Έγώ δέν έχω κανένα δίδυμο αδελφό!... Καί γυρίζοντας ιρωτάει ψυχρά τον επισκέπτη: — ιΠοιός είσθε κύριε; Τί ζητάτε τέτοια ώρα στο σπίτι μου; — Στο σπίτι σου; ψιθυρί); ζει χαμένα ό άλλος. Στό σπί τι σου ή στό σπίτι μου; Χαί σ5 ένα άπότομο ξέσπα σμα, ρωτάει τη γυναίκα: — Πές μου Ντόρυ μου: Έγώ δέν είμαι ό άντρας σου; Τι ζητάει αυτός εδώ; ^ Ή Ντόρυ τον κυττάζει έξεταστικά: —Αέν σάς γνωρίζω, κύ­ ριε! Καί κάνει νά τού κλείση την πόρτα στα μούτρα. __ Ό Χάρρυ· Μίιλλορ γίνεται έξω φρενών. — Έγώ σέ γνωρίζω όμως. Είσαι ή Ντόρυ ή γυναίκα μου κι' έδώ μέσα είναι τό σπίτι ιμου! Άκούτε; Είναι τό σπί­ τι μου! Σπρώχνει βάναυσα τη νέα γυναίκα καί κάνει νά περάση στό διαμέρισμα. Ό άλλος ό­ μως Χάρρυ Μίλλρρ τού κόβει τή φόρα μέ (μια γροθιά στό σαγόνι·. Οι β'υό Χάρρυ Μίλλρρ πιά νονται ιστά χέρια καί κτυπι·* ώνται μέ λύσσα. Ή σωματώ* δης νέα γυναίκα βγάζει σπα«* ρακτικά ξεφωνητά: — Βοήθεια! Σκοτώνουν


Ο ΤΡΙΤΟΙ ΑΝΘΡΟΠΟΪ

7

τον άντρα μου1! Οι ένοικοι ξυπνούν. Πόρτες ανοίγουν δεξιά κι5 αριστερά. Ή λαϊκή πολυκατοικία ανα­ στατώνεται. Πεντακόσιες χιλιάθες δολλάρια

-*♦*·'.«· ΗΝ ΙΔΙΑ νύκτα και την ίδια περίπου ώρα. « Ό αστυνομικός Επιθε­ ωρητής ,Κούκ Μπέρι μ αν, έ­ χε ι ικαλέσει Επειγόντως στο γραφείο του τον ντέτεκτιβ Μάιξ Μπώρ και τή δημοσιο­ γράφο ικι’ έρασιτέχνιδα ντέτεκτι-β Τζιν ’Άστορ. Τούς δι­ αβάζει (με στόμφο τό φινάλε τοϋ νέου.αστυνομικού μυθιστο ρήματός του: —...και ό αστυνόμος Μπέρ, επιθέτων την στιβάράν χεΐραν του επί τού ώμου τού κακούρ γοι^, ύποτονθορίζει: «Τζάικ τρομερέ! Έν όνο μάτι- τού νό μου σε συλλαμβάνω ώς... άθώον!» Πρωτότυπο, ε; Θά συνταράξη τά πλ,ήίθη! Ό Μάξ Μπώρ και ή Τζιν ’Άστορ συμφωνούν με πανηγυ ρικούς καγχασμούς! — Χά, χά, χά!...^ Πολύ ^ πρωτότυπο! Θά γελάση, και τό παρδαλό κατσίικι! Τό κουδούνισμα τής τηλε­ φωνικής συσκευής έρχεται νά διακόψη τά γέλια τους. Ό ε­ πιθεωρητής παρατάει στο τρα πέζι τά χειρόγραφα καί σηκώ νει τό άκουστικό. — Κούκ Μπέριμαν. Άστυ νρμικός συγγραφευς καί επι­ θεωρητής. Λέγετε παρακαλώ. Ό -Κούκ είναι ένας άνδρας ώς πενηνταπέντε χρόνων, πο-

*0 ντέτεκτιβ Μάξ Μπώρ

λύ ψηλός, αδύνατος σά σπάγ γος καί με δυσανάλογα μεγά λο κεφάλι καί πατούσες. Πρό σωπο σοβαρό;/ μαλλιά σάν βούρτσα;, γυαλιά συρματένια στήν άκρη τής μύτης του1 καί ξυρισμένος. Μαύρη ατσαλά­ κωτη ρεντικότα καί κατέλλο κλάκ πού δεν τό βγάζει ούτε στο ιμπάνιο του. Κολλάρο ψη­ λό σκληρό μέ μαύρο παπιγιόν καί σκληρά άισπρα μανικέτια, εμπριμέ άπό τις πολλές ση­ μειώσεις πού ικρατάει, μέ τό στύλο του, πάνω σ’ αυτά σέ στιγμές συγγραφικών έμιπνεύ σεων. Στο πέτο του πάντοτε ένα μεγάλο εντυπωσιακό λαυ


- ίΜ ί

3

λούδι άξιο νά προκ άλεση ζω ή,ρο ενδιαφέρον στις τάξεις τών υπομονετικών τετραπόδων με τά 1 μεγάλα αυτιά. Α­ πό τό αριστερό του- μπράτσο κρέμεται, ανεξαρτήτως καιρού <μιά άμπρέλλα. Γενικά: έμφάνισις κωμική σχολαστικού δη ΐμοδιδασκάλου παλιαιάς επο­ χής. Μόνο πού μιά έξέχουσσ ανωμαλία στο πίσω μέρος τής χυτής ρεντικότας του προ δίνει την ϋπαριξι τεράστιας πιστόλας μέ μύλο, παλαιού ΐμαυροβουνιώτικου τύπου. 'Ο Κούικ ακούει εκείνον πού τηλεφωνεί και ψιθυρίζει θαυμαστικά: — Λαμπρά!... Αυτό είναι ένα υπέροχο θέμα αστυνομι­ κού μυθιστορήματος! Θά συν ταιράξη, τά πλήθη!... Μπορεί­ τε νά ιμοϋ τό έπαναλάβετε; 5 Από την άρχή όμως, σάς πα ρακσλώ'. Μέχρι ς ότου ό άγνωστος πού τηλεφωνεί έπαναλάβη α­ πό την αρχή σσα είπε, έχου­ με τον καιρό νά ρίξουμε μια ματιά και στά άλλα δυο πρό­ σωπα πού βρίσκονται μέσα στο αστυνομικό γραφείο. Στο διάσημο Έλληνοαμ&ρι κ α νό ντέτεκτιβ Μάξ Μπώρ καί στή Μεξικανή δημοσιογράφο καί άσπονδη φίλη του Τζίν "Αστορ. Ό πρώτος είναι ένας νέος όμορφος μελαχροινός άνδρας μέ φαρδειές πλάτες καί άθλη τιική ικορμοστάσιά. ^Ίτύσιμο σπόρ καί στ’ αριστερό πέτο τού σοκκακιού του ένα χρυσό τετράφ υλλο τρ ιφ-ύλλ ι. Μάτ ια μαύρα λαμπερά καί μαλλιά

·■■■

— —----------—*νν. >ΙΙρ -I Π ■

ιΓ,ι -.ηι-' Ί'*-*-» ·’·-· ··Λ·- ■ι-Γ>-1>~.·ΤίνΤι,> »

ό τριτο ςΑνθρωπος σγουρά κΓ άχτένιστα. Ή άλλη, νέα μελαχροινή, κοπέλλα, εξωτικά όμορφη, μέ (μεγάλα μαυρσπράσινα μάτια, μενεξοδένιες βλεφαρίδες, καί κορμί πολύ γεροδεμένο. Στ’ αυτιά της δυο μεγάλοι χρυσοί κρ ίκοκ. Μαλλ ι ά κατάμαυρα, ελαφρώς σγουρά, μακρυά κι.’ άνεμίζοντα. Τό ντύσιμό της απλό καί μοντέρνο: "Ασπρο ανοικτό πουκάμισο μέ κοντά μανίκια καί μαύρο μίακρύ άν δριικό πανταλόνι. Ό επιθεωρητής τελειώνει τήν τηλεφωνική συνδιάλεξι: — Λαμπρά, φίλτατείά. Θά ενεργήσω αμέσως καί θά συλλάβω τούς άγνωστους μό λ ιις γίνουν ... γνωστό ί! Αμέσως κλείνει, τ’ άκουστι κό κι1 αποτείνεται στο Μάξ καί στή Τζίν: — Μιά εϊδησις πού θά συν ταιράξη τά πλήθη! Ό Χρήμα τιιστής Χάρι-μιαν, άλλοτε άξιωματτικός τού αμερικανικού στρατού, έδολοφονήθη: μέσα ατό γραφείο του μ5 ένα κτύ­ πημα ιστό κεφάλι καί έληστεύ θη τό χρηματοκιβώτιό του μέ πεντακόσιες χιλιάδες δαλλάρια σε μετρητά καί τίτλους* Ό δολοφόνος καί ληρτής έχει αφήσει πληθωρικά καί παντού τά δακτυλικά του άποτυπώμα τα. Στο γραφείο τού θύματος βρέθηκε ένα ανδρικό μανικετόκουμπο μέ τά αρχικά ψηφία X. Μ. Τό κουμπί αυτό 6έν έλτλείπε από τά μανικέτια τού (δολοφονημένου χρηματ ιστή,* Ώραΐο θέμα γιά άστυνοιμικό μυθιστόρημα! Ό Μάξ Μπώρ καί ή Τζίν


Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ *Αστορ πετιώνται οοθιοι. Ό πρώτος οωτάει ιΤ ένδιαφέοον. — Πότε συνέβησαν σύτά^; — 3 Απόψε. Ποιν μιά δυο ώρες. Κατά τις δέκα ιμέ έντε­ κα τή νύχτα. Ρωτάει τώοα ή Τζίν: — Γτγγι 5έν σάς είδοποίη σαν αμέσως; —'Αυέσως μέ ειδοποίησαν. Μόλις τώιοα άνεκάλυψε τό έγ­ κλημα η θυοωοός. Αίγο^πρίν τά ,μεσάνυγτα κλείνει την έξωτεοικη είσοδο του κτ ίσιου. Ποσσε^ε αυως πώς τό νιοσΦεϊο του Χάριμαν εξακολουθούσε νά είναι Φωτισμένο... Κτυπησε την πόστα ιμά κανείς δεν Απαντούσε. "Ετσι Αναγκάστη κε ν3 άνοίιξη,... ^Ενεχ δεύτερο τηλεφώνημα

9

του Πυρσόν άναφέοει πώς στη λαϊκή πολυκατοικία Γουλκερ συνεπλάκησαν δυό ένοικοι που μοιάζουν Απόλυτα (μετα­ ξύ τους κι* επιμένουν κι3 οι δυό πώς λέγονται Χάρου Μίλ λο,ρ... — *Ας τους νά τσακώνων ται, ιμσυοιμουοίζει ό Κούκ καί προγωοεί ποός την έξοδο του γραφείου του. Ό Μάξ Μπώρ ξαναίρωτάει άδιάΦαοα τάγα: —Πώς είπες πώς λέγονται Τζίν; — Χάοου ΜίλλοοΙ, έπσναλαμβάνει η νέα. Μά στο άκου­ σμα των δυό ονομάτων, που ή ίδια ποόιφεοε, τά μεγάλα μου ροποάσινσ μάτια της φωτίζον ται παράξενα.

“Όταν σέ λίνο ικι* οί τοεϊς κατεβαίνουν Από τον ουοανοξύστηι καί βοίΐσκονται στη λε« ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ Κούκ ωΦόοο. ή Τζίν "Αστο,ρ αδιαθε μέ τον Μάξ καί την τεΐ Απότομα: Τζίν ετοιμάζονται νά ξεκινήσουν για τό γραφείο — 3 Εγώ λυπάμαιι, ιμά θά στεοηθώ τη συντοοφιά σας... του Χάιοιμαν, όταν ένα δεύτε “Ένας ξαφνικός πονοκέφαλος. ρο τηλεφώνημα έρχεται νά Θά πάοω κανένα ταξί νά πάω τούς καθυστέρηση. νά ξαπλώσω... -— Ποιος διάβολος είναι πάλι; Αναοωτιέται ό ΜπέριΌ Μάξ Μπώρ χαμογελάει ΐμσν. Μάς φτάνει ενα ένκλημα αινιγματικά: γι5 άττόιυε. Δεν χρειαζόμαστε — *Άν είχα τό άυάξι μου άλλο... ιΓιά κυττα ποιος είναι θά σέ πετούσα ε>'ώ ώς τό διΤζίν. αμιέοισμά σου Τζίν... Πεοίίμε Ή μις "Αστορ σηκώνει τό νε όμως. Θά τοέξω στον Αντί άκουστΊκό: κουνό οπαθπό νά σου1 στείλω —- Γοαφεΐον έπιθεωρητού ένα ταξί... 3Εσύ Κούκ μη χα­ Μπέριμαν. Αέγετε πασακαλώ. σομεράς. Πήγαινε στον τόπο "Ακούει για λίΐνο (μ3 ένδιαΗ τού εγκλήματος καί σέ λίγο φ'έρον και ποοσογη. Τέλος θά βοιίσκουαι κι3 εγώ έκε?\. κλείνει τό ακουστικό και γυ­ Ό έπιθεωοητης μπαίνει ρίζει στους δυο άνδοες. στο αμάξι του. υοντέλλο του -— Τό Αστυνομικό Τίμημα 1948, ένώ ό ντέτεκτίιβ τσακΐ

Ο


10 ζεται νά τρέξη στον άντικρυνό -σταθμό αυτοκινήτων. Ή δημοσιογράφος περιμένει κά­ πως ανήσυχη,. Ό Κούκ Μπέρ ίμιαν καθώς ■βάζει· μπρος το γερααμένο μ ο τερ τής σακαράκας του, χα­ μογελάει στην όμορφη μελάχροινή κοπέλλα: — "Έτσι είναι ι ό έρωτας Τζίν. Συνταράζει τά πλήθη-! Κύττα τον: Πονοκέφαλο άκου σε και τρέχει σαν τρελΙλός!... Ή νέα αναστενάζει: — Οι ερωτευμένοι μιλάνε, Μαιτρ... Ό Μάξ δεν μου εχει πή ποτέ τίποτα! — Έσύ του έχεις πή; — Μά όχι, βέβαια... 'Ο Κούκ ξεκινάει γελώντας. — Δεν πειράζει!. Χά, χά, χά!... θά τά πήτε (μαζεμένα! * Η ερασιτέχνης ντέτεκτ ι β συλλογιέται τώρα ψιθυριστά: —Ό φόνος και ή ληστεία του χοηιματιστού Μάρκ Χάριιμαν είναι αδύνατο νά μην ένη σχέσι μέ τον καυγά των δυο Χάορυ Μίίλλορ!... Πρέπει νά τρέξω γρήγορα στην πολυκα­ τοικία Γοόλκεο. θά πιάσω με­ γάλο «λαυράκι» γιά την έφηυε ριδα μου! Ευτυχώς πού δεν μυρίστηκε τίποτα ό Μάξ. 9Αλ­ λο ιώς δεν θά ξεκολλούσε άπό κοντά μου... Τούς συλλογισμούς της δι ακόπτει ένα ταξί πού φρενά­ ρει άπότομα μπροστά της."Ε­ νας μεσόκοπος μουστακαλής σωφφέρ μέ σηκωμένο νισκά και τοαγιάσκα, τής ανοίγει την πόοτα. —· Πέοασε. κυοά... "Ενας κύριος μου είπε νά Ιρθω έδώ

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ και νά πάρω τη δεσποινίς πού περιμένει... Ή Τζίν μπαίνει μέσα κάι μουρμούριζε ι·: —- Στο Πυρσόν γρήγορα. Στην πολυκατοικία ΓοΟλκερ. Ό αγροίκος σωφφέρ ξεκι­ νάει: — "Οπου γουστάρεις σέ πάω. Φτάνει νά γράφηι τό ρο­ λόι... Σέ δέκα λεπτά τής ώρας τό ταξί βρίσκεται στην _κια)κόφημη λαϊκή συνοικία. ~σφνικά όμως, και σέ άοκετή άπόστσίσι άπό την πολυκατοικία, σταματάει σ’ ένα απόμερο και σκοτεινό δρομάκι. Ό σωφφέρ ιμέ την τραγιά­ σκα μουρμουρίζει- μιά βλαστή­ μια κάτω άπό τά μουστάκια του και βγαίνει έξω. Κλειδώ νει τΙς πόστες του αυτοκινή­ του καί δίνει τό κλειδί στην πελάτισσά του. — Μυστήριο αμάξι, κυρά! Μόλις τού σωθή ή βενζίνα σταματάει σάν πεισματάρης γάιδαρος, μέ τό συιμπάθειο! 9Εδώ κοντά έχει ένα γκαράζ. θά πεταχτώ νά φέρω ένα μπι τόνι.^ Πάρε τό κλειδί μή χρει αστή νά κατέβης ώσπου νά γυρίσω. Καλά θά κάνης όμως νά ιμείνης κλε Ιδωμένη μέσα... Ή γειτονιά εδώ είναι λιγάκι ...άριστσχιραιτική κΓ όταν δου νε γυναίκα μονάχη, της... Εί­ σαι κΓ ομασΦούλα, βλέπεις! Ή Τζίν ’Άστορ παίρνει τό κλειδί άπό τό κστεβασμένο κρύσταλλο τού παοσθύοου, ικΓ άνοίγοντας τό τσαντάκι της ιβγάζει έπ δεικτικά ένα πλοϊκέ πιστόλι:


ΤΡΙΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

11

I δυο Χάρρυ Μίλλορ πιάνονται στα χέρια και κτιπτιώνται μέ λύσσα

— (Πήγαινε τώρα... "Αν άρ γήσης θά ικστέίβο νά πάρω άλ ο ταξί. Ό σωφφέρ χαμογελάει^ — Όταν βρής, νά. μου τη λεγραφήσης! Χά, χά, χά!...

σπαθώντας νά θυιμηθη κορμιά βλαστήμια άττ5 αυτές πού άκούει συχνά νά λένε οί άνόρες. Μά ούτε τό δρόμο ξέρει, ου τε ικαί κανένα διαβάτη: βρί­ σκει τέτοιια ώρα για νά ρωτη4Ο σωφέρ άργεΐ ση. ιΠεριπλανιέται άσκοπα ε­ δώ κι5 όκεΐ ικΓ όταν καμίμιά φο ΕΡ ΝΑΝΕ ενα, δυό, τρία,, τέσίσερα, πέντε ρά φτάνη στην πολυκατοικία Γούλικερ, έχουν περάσει άλλα λεπτά τής ώρας... Ό λεπτά τής ώρας. οχοφψερ ακόμη νά φανή... είκοσι Ή Τζΐν χάνει ττιά την υπομονήΤέλος τή βλαστήμια πού της. Καλά πού τής έχει αφή­ ζητούσε νά θυμιηθή τή βρίσκει σει το .κλειδί του αμαξιού. ■μόλις φθάνοντας στο διαμέρι Άλλοιώς έκεΐ θά ξηιμε,ρωνότα σμα «34» βλέπει νά την υπο­ νε... δέχεται χαμογελαστός ό Μάξ Μπώρ. "Ετσι, ανοίγει νευρ ιαίσιμίέ— Μπά;! Σου πέρασε λοι νη(/ βγαίνει έξω κιαί συνεχίζει πον ό πονοκέφαλος, άγοοπητή το διράμο ιμέ τά πόδια, προ­

π


Ο ΤΡΙΤΟΙ ΑΝΘΡΠΠΟΙ Τζίν; Αυτό είναι πολύ ευχά­ ριστο. / Ή δημοσιογράφος τον κυττάζει χαμένα: — που έοώ; Γιατί ήρθες;

— Μα για τον ΐόιο Αογο ττού ή ροές κΓ εσύ, άιγαπη,τή μου. Ιια τό μανικετοκουμπο του Μαρικ Χάριμαν πού είχε τ' αρχικά ψηφία Χ.Μ. Δηλα­ δή Χαρρυ ΜίΑλορ'. Ή Τζίν ΓΑστορ τον κυττάζει> σά να είναι έτοιμη να τον ικατασπσραςη · — ώγω όμως τό σκέφθηκα πρώτη! Γι' αυτό προφασί στηκα πως μ5 έπιασε πονοκε ψΟΛος... Ό δαιμόνιος ντέτεκτιιβ χα μογελαει: — Μ" εγώ γι’ αύτό προ­ φασίστηκα πως μοΰ ...σώθηκε ή Οενζινη. -ΚΓ ενώ ή δημοσιογράφος γουρλώνει τα μαυροπρασινα μεγαλα ματ ιια της και μένει άκινητη σα νά τη κτύπησε κεραυνός στο ικεφ'άλη τή ρω ταει μέ σσδισμό: — 'ΑΛήαεια Τζίν, δεν σε ρώτησα: I ίως σου ψανήκα μέ τά ...μουστάκια καί τήν τραγνάσκα; Ή όερμοαιμη Μεξικάνα τι νάζει ξαφνικά την παλάμη της καί όινοντας του ένα ήχηρότα το χαστούκι, αποκρίνεται ταυ τόχρονα στην έρωτησί του: —Ί Ιολύ χαριτωμένος, Μάξ! Ό νέος τρίβει χαμογελών­ τας τό μάγουλό του: — Εύ χαριστώ, Τζίν. Τό χαστούκι αύτό θά μου θυμίζη παντα τη μεγαλύτερη γκαφα τής ζωής σου. Χά, χά, χά,!

— Λοιπόν, τον ρωτάει φι­ λικά ή νέα, σά νά μην είχε συμδή τίποτα. Τί γίνονται οί δυο Χάρρυ Μίιλλορ; Είναι α­ λήθεια πώς μοιάζουν τόσο πο λύ; — Μέσα βρίσκονται. Τους έχω περάσει χειροπέδες. Πά­ με νά τούς δής... Τηλεφώνησα καί στον Μπεριμαν. Ιέ λίγο θά βρίσκεται εδώ... Στην είσοδο τού διαμερί­ σματος στέκει ένας βλοσυρός άστυφύλακας. Ή Τζίν "Αστορ καί ό Μάξ Μπώρ' πειρνάνε μέ­ σα. Στο χώλ βρίσκονται μιά νέα μεγαλόσωμη γυναίκα μέ ρόιμπ ντε σαμπρ καί όυο άν5ρες καταπληκτικά όμοιοι ό ένας .μέ τόν άλλον. "Όχι μονά χα ,στά χαρακτηριστικά, στη έκφραση και στη σωματική δι άπλασι», μά καί στην πιο μι­ κρή ικΓ ασήμαντη λεπτομέρεια τού ντυσίματός των. θάλεγε κανείς πως είναι ό ίδιος άν­ θρωπος πού τόν βλέπει δυό φα ρές. "Ακόμα καί ή χρυσή κο­ ρώνα πού είχε ό ένας στον πρώτον αριστερό τραπεζίτη του πάνω σαγονιού, έχει κι* ό άλλος στο ίόιο ακρ ιβώς δόν τι. Ή Τζίν, προσέχει ότι τά πιατέλαν ια καί τών όυο έχουν ένα μικρό πρόχειρο μοντάρι­ σμα, μέ τήν ίύια κλωστή στο όεξί ρεβέρ τους. Ό ντέτεκτιιβ τής ύποδείκνύ ει καί κάτι πού ίσως νά μην έχη παρατηρήσει: — Κύτταςε, Τζίν... Βρί­ σκεις καμμιά διαφορά στούς δυό αυτούς ανθρώπους;


Ο ΤΡΙΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ — Μα), όχι^Μάξ... Δεν ύ­ παρχε ι διαφαρά... —· Ευτυχώς υπάρχει μ'ίΐοο, Τζίν. ’Αλλοιώς δεν θά μίπσρού σαμε νά τους ξεχωρίζουμε... — Δηλαδή; — Νά. Ό ένας έχει τό σιη μάδι τής γροθιάς στα σαγόνι κι3 άλλος οχ ι... Αυτός μέ το σημάδι είναι ό Χάορυ Μίλλορ ττού ήρθε δεύτερος ιστό δισμιέ ,ρισμια. Ή θυρωρός μου είπε πώς ό άλλος; πού δρέθηικε μέ σος, εΐχε εοθει μόνο πέντε λε­ πτά πριν οπτό αυτόν. Τή γρο θ'ά την έδωσε ό πρώτος και την έφαγε ό δεύτερος. Ή δημοσιογράφος άνησυχεΐ: — Μά ή κοκκινίλα τής γρο θιάς θά πεοάση γρήγορα Μάξ και τότε πώς... — "Εχω φροντίσει καί γι' αυτό Τζίν. Σ έίρνω πάντα μοε6 μου δυο ζευγάρια χειοοπέ 6ες με διάκοιτικδ ψηφίο. Στόν Χάίριρυ Μίλλοο που βρέθηκε μέσα στο σπίτι, φόρεσα τις χειροπέδες μέ τό ψηφίο "Αλ­ φα. Στόν άλλον πού ήριθε με­ τά κι3 έχει ττοοσωρινά τό ση μάδι τής γροθιάς, πέοασα τις άλλες ιμέ τό ψηφίο Βήττα. "Α ρα ό Α είναι ό πρώτος καί ό Β εΐναΐ' ό δεύτερος. Ή Τζίν "Αστοσ ζηλεύει α­ φάνταστα έπαγγελματικά τον Μάξ Μττώο; Κι3 άττό τά κερα­ σένια χειλάκια της άφήνει νά στάξη. αμέσως τό φαρμάκι: — Μτηοάβο Μάξ! Τυχαία κοίμίμιά φορά κάνεις και κάτι έξυπνο... — Ένώ ©συ, ατό κεφάλαιο

ρυτό; εΤσαι πάντοτε

άτυχη,,

αποκρίνεται ό τετραπέρατος ντέτεκτιβ. Σύμπλεγμα περί πεπλ εγ μ ένων...

ΚΥΡ IΑ ιΝτόΙρυ, η σύζυ γος ενός από τους δυο Χάιρρυ Μίίλλορ κάθεται ίάμίλη,τη καί συλλογισμένη σέ ιμιά πολυθρόνα τού ίδιου δω­ ματίου. Ρίχνει εξεταστικές ματιές πότε οπόν άνδοα της και πότε ιστόν απαράλλακτο σωσία του — ιμέ τό σημάδι στο σαγόνι — πού ήρθε τόσο απρόοπτα νά ταράξη την οι­ κογενειακή τους γαλήνη. Στο μεταξύ καταφθάνει έ­ ξω φρένων ό έπιθεω ρ η τ ή ς Κουκ Μπεριμαν... — Ααμπρά!... αυτό που κάνατε κι3 οί δυό σας ήταν σωστή ποοδοσία! Προπαντός έσύ, κ. Μάξ, πού δεν με προει* Ιδοποίησες και σέ περί μένα σάν κουτός! — Μήπως σέ προειδοποίΐγ σε ή Τζίν; ρωτάει χαμόγελών τας ό νέος. — Βεβαίως. Μου είπε του λάχιστόν πώς την έπισσε ξα­ φνικός πονοκέφαλος. Αυτό ή­ ταν άοικετό γιά νά καταλάβω πώς θά έτρεχε έδώ γιά νά ξε τρυπώση καμίυιά ειδηισούλα γιά νά συνταοάξη τά πλήθη. 3Ενώ έσύ... Δεν βαριέσαι ό­ μως: Καλύτερη συμπεριφορά δεν υπορουσα νά πεοιμένω άπό έναν ντέτεκτιβ. 3Αποοώ γι ατι σάς ανέχεται τό Κράτος! — Μά γιά νά μποοεΐτε νά συγγράφετε έσεΐς αστυνομικά μυθιστορήματα καί νά συντα* ραΐζετε τά πλήθη·, αγαπητέ

Η


14 Κούκ, -Αποκρίνεται γελώντας καλόκαρδα ό Μάξ Μπώρ. Ό ντέτεκτιβ κατατοπίζει β .αστικά τον έπιθεωρητή σέ όσα εΐχε μέχρι στιγμής πληίροφορηθή καί ή άνάκρισις Αρ­ χίζει. Ό Κούικ εξετάζει πρώτα τον Α, δηλαδή τον ανδρα πού βρισκόταν ιμέσα στο σπίτι, ό­ ταν παρουσιάστηκε ό σχασίας του. — Πώς λέγεσαι; — Χάρρυ Μίλλορ. — Ετών; — Πενήντα ένός. — Επάγγελμα; — Μεταπράτης. Δουλειές του ποδαριού... — Πότε ήρθες έδώ; ^ —Μά κατά τά [μεσάνυχτα. — Πού ιβριισκόσουν ώς αυ­ τή τήν ώρα; — Στις δούλε ιός μου, δε­ ξιά ικι’ Αριστερά... Το μεσημέ ρι δεν έοχαμαι στο σπίτι... Τό βράδυ κατά τις έννέα πού τελείωσα. πέριασα Ατπό τό μπαρ του γιέοο Μπόμπ, στήν πλατεία Ράζ. ΈκεΤ σιγά-σινά ήπια δώδεκα μπέσες. Σαν έκανα νά πληρώσω όυως μου ζητούσε δεκατρείς. Εΐχα, λέ­ ει, κι* άλλη μια μπύρα άπό π,οίιν. Πότε «άπό πρίν»; Τις χθεσινές τις είχα πληρώσει. Καυγαδίσαμε λίγο μά στο τέ λος τήν πλήρωσα. Τί νά κά­ νω; Τώρα συλλογιέμαι καί λέω: Βρέ (μήπως κι* είχε πάε^ι πιο μπροστά ό κύριος άπό δώ καί τήν ήπιε χωρίς νά τήν πλήρωσή; Καί φυσικά ό γέρο Μπόμπ — έτσι πού μοιάζου

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ με — θά νόμισε πώς ήμουν εγω! — "Υστερα; ρωτάει ό Μπέ ρ ίμιαν... — "Υστερα ξεκίνησε* γιά τό σπίτι μέ τις δυο μπριζόλες πού μου είχε πή ή Ντόρυ ν5 αγοράσω γι* απόψε. "Ετσι Ντόρυ; Μά στο δρόμο Απάν­ τησα ένα πεινασμιένο σκυ­ λάκι καί τού τις πέταξα. Έΐχαν αρχίσει νά μοσχοβολά νε Απελπιστικά. "Αλλωστε ε­ γώ δεν πεινούσα πιά κι* ή γυ­ ναίκα μου σίγουρα θά είχε φάει καί θά κοιμόταν τέτοια ώρα. Τί> νά τις έκανα; "Ημου­ να βέβαια καί μισοζαλισμένος Από τις μπάρες... Τέλο^ σαν έφτασα εδώ, ή υπνοοου Ντόρυ ήταν ξύπνα. "Ετσι Ντόρυ; Αέν πρόφτασε λοιπόν νά μ'* Αρχίση στην γκρίνια καί ντρρρ τό κουδούνι τής πόρ τας. Ήταν ό κύριος άπό δω πού μού μοιάζει καί λέει πώς αυτός εΐναΐι έγώ! Ό Κούκ Μπέοτμαν γυιοίζει τώρα στόν Β. τον άνδρα δηλα δη πού ήρθε δεύτερος στο δια μέρισμα κι·5 είχε ^ τό έλαφ-ρό σημάδι τής γροθιάς στο σαρ­ γόν ι-: — Έσύ πώς λέγεσαι; — Χάρου Μίλλορ. — Ετών; — Πενήντα ένός. — Επάγγελμα; — Μεταποάτης. Δουλειές τού ποδαριού. — Πότε ήοθες έδώ; Ό Β τον διακόπτει: — Μη σκοτίζεστε άδικα, κ. Αστυνόμε... "Ο,τι σάς εΐπε ό κύριος, θά σάς πώ κΓ έ—


Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ γώ. Ακριβώς τά ίδια. Έγώ δμως έχω ταυτότητα τής άστυνομίας ιμέ φωτογραφίια^κοΐί σφραγίδα πού λέει πώς εΤμοει ο Χάρρυ Μίλλορ βατό το Τέριμαν, γεννηθείς το 1907 καί επάγγελμα έμπορος. "Αν έχη >κΓ αυτός τέτοια ταυτότητα, τότε πάω πάσσο! Λύστε μου τά χέρια νά σάς την δώσω. Ό Μάξ Μττώρ άντί νά του λύση τά χέρια, τον ψάχνει ό ■ίδιος. Ταυτότητα δμως δεν βρίσκει κσμμιά έπάνω του. — Πεοίεργο, μουρμουρίζει ό «Β». Πάντα στην άοιστερη μέσα τσέπη· του σακικσκιού μου την έβαζα. Πώς διάβολο χάθηκε; Στο μετσίξύ ό έπιθεωρητής ρωτάει τον «Α»: — Έσύ έχεις ταυτότητα; —Ναΐι... Στην άριΟτερή με σια τσέπη, του σακκακιού μου βρίσκεται. )3άλτε τό χέρι σας και πάρτε την. 10 Κ ούκ βάζε ι πραγ ματικά τό χέρι του ικαίΐ βγάζει μιά κόκκινη* ταυτότητα. Τής ρί­ χνει μιά γρήγορη ματιά καί τή δείχνει στόν^«Β»: — Μήπως είναι αυτή που έχασες έσύ; — "Οχι. Ή. δική μου ήταν πράσινηι. Πάντως ένα σάς λέω νά μιέ πιστέψετε: Μπο­ ρεί ό διάβολος νά τδφερε νά μοιάζουμε τόσο^ πολύ μ5 αυτό τό μιασκαρά. Είναι δμως αδύ­ νατο νά λεγόμαστε κι5 οί δυο Χάρρυ Μίλλορ, νάχουμε γεννηθή κι* οι δυο τό 1907,^ νάμαστέ ικύ οί δυο μεταπράτες, νά μένουμε στο ίδιο σπίτι, νάχουμε παντρευτή την ίδια

15

'Ο μικρός Γιούπυ

γυναίκα καιϊ... Ό έπιθεωρητής τον διακό­ πτει : — Λαμπρά! Πού θέλεις νά κατάληξης; —Ήά έξετάσετε τήν ταυ­ τότητα τού κυρίου. Θά εΤνα] πλαστή. Γνήσια ήταν ή δική μου, αλλά τήν έχασα... Ό Κουκ Μπρριμαν βγάζει το φακό του κι1 εξετάζει τά μυστικά σημάδια τής σφρα­ γίδας στην ταυτότητα. Διάπι στώνεί; πώς πραγματικά εΐναι πλαστή καί άκουμπάει έπίση μα τό (χέρι στον ώμο τού «Α». — Λαμπρά! Έν όνάματι


16 του νόμου σέ συλλαμβάνω, έττι του παοόντος. ώς ττλσστο γράψον! Μ3 έννοεΐς; Ή σύζυγος

γνωμοπ-ευεϊ ΙΑΖΟΣΑΣΤΕ, ,κ. Έπιθεωαητά. του ψιθυοίζει σιγά στ* αυτί ή Τ£ίν. — Παέπει νά κατσπλήξω τα πίλήθηι. της άπα^οίνεται. Στο μεταξύ, δ Μάξ Μπώρ ψάχνοντας τδ «Β» για την ταυ τόση τα, βούσχει στην τσέπη του ένα κλειδί. —Τί κλειδί είναι αυτός τδν ρωτάει. — Τής εισόδου. — Καί γιατί δεν άνοιξες να μπης, άλλα χτύπησες τό κουδούνι; —Τό δσκίίυαίσα καί δεν ταίιοισζε. Κάπο’σς θά μού τό έχη άλλαξει. Σίγουρα αυτός ό πσλισνθοωπος! Ό έπιθεωοητής νυούζει τώ \οα στην' Ντόου Μίλλοο ττού ■έξακολουθεί νά ο’ίχνη έξεταστικές ματιές πότε στον ένα καί πότε στον άλλον άνδρα. — 'ΜίποοεΤς νά υάς πης ποιός άπό τούς δυο είναι 6 άν δρσς σου; Ή νέα γυναίκα ρίχνει άπό μιά τέλευταίΙα ματιά καί στους δυο κι3 άποκοίνεται: — Στην άοχη νόμισα πώς αυτός που είχε έοθει ποώτος έιταν 6 Χάρρυ, ό άνδρας μου. Τώοα δυως που κυττάζω τον άλλον, βλέπω πώς εΐγσ κάνει λάθος. Ό άλλος που ήοθε με­ τά είναι ό πραγματικός άν­ δρας μου. Μπορώ όμως νά το

Β

Ο ΤΡΙΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ (μάθω άυέσως. Κατάλαβες; — Π ώς; Μ έ πο ι ό τ οόπο; — Σηυηοα τό ποωΐ που ντυνόταν είδα πώς άπό τό που κάυισο του έλλειπε τό τελευ­ ταίο ποός τά κάτω κουυπί'. Τού έοοαψα ένα άλλο, μιά έπει δη δεν εΐγα άσποη. κλωστή υεταγειιρίΐστηκα μαύρη,. ^Αν λοιπόν τό τελευταίο κουμπί τού άσποου πουκαμίσου του είναι ραμμένο μέ υαύρη κλω­ στή τότε αυτός είναι ό Χαο,ρυ Μίλλορ, ό άνδρας μου. Κα τάλαβες; *0 ντέτεκτιθ ξεκουμπώνει τό γιλέκο τού «Β» καί τραβά ει έξω τό πουκάμισό του. Πρα γματικά: Τό τελευταίο κου­ μπί είναι ραμμένο με κλωστή μαύοη·. 'Ο Κούκ ΜπεοΊμαν κάνει τό ίδιο καί στον «Α». Μά^δλα τά κουμπιά τού πουκαμίσου του ε?ναι ραρμένα ιμέ άσπρη κλωστή, Ή μεναλόσωνη, Ντόιου πε τιέται δοθισ κι* άνοιευένη κιαΐ ποίν ποοφτάση, νά την συγκοατήαη κανείς, δίνει δυο χα στούκια δυνατά, στο πρόσω­ πο τού «Α>. — Κτήνος!... ’Ηοθες έδώ πρώτος καί σέ δέχτηκα σάν άνδρα μου! Κατάλαβες; νΙ­ σως νά τό είχες ξανακάνει αυ­ τό κι3 δταν έλλειπε σέ ταξί­ δια ο Χάσου!... "Η μεοικά με σημέοΊ’α πού ερχόταν ξαφνικά ό «άνδρας» ιιου, χωρίς νά τον περιμένω. 3Εσύ θά τού έκλε­ ψες την ταυτότητα για νά μην μ πόση ν3 απόδειξη ποιός είναι.^ 3Εσύ θά τού άλλαξες καί τό κλειδί γιά νά τον ένο-


Ο ΤΡΙΐΟΧ ΑΝΘΡΩΠΟΪ -«· χοττο ιή σης!... Κατάλαβες, . Τ,,ρα καί κυττάζει τον ντέτεκτίβ Ί α έξυπνα μαύρα μάτια 1 ^θαυμαστικά: τού Μάξ Μττώρ λάμπουν ξα- 1 ^— Μπράβο Μάξ!... Μια φνίικά παράξενα. Αμέσως φευ ρμέρα θά κατάπληξης τά πλήγει από τό χώλ καί φτάνει βι­ Κ 6η! αστικός στην .κουζίνα. Ανάβει Γ υρίίζοντας άμέσως στον τό γκάζι και βάζει πάνω στις Χάρρυ Μίλλορ πού είχε έλθει φλόγες του1 μια μικρή κατσα­ δεύτερος στο διαμέρισμα, του ρόλα μέ νερό κι5 αλάτι. Μόλις λέει: χλιαίνει τό αδειάζει^ σε όυτ ^^ Κί’ οί^ δυο είχατε πη ποτήρια και ξαναγυρίζει στο πώς ήπιατε από δώδεκα μπύχώλ. Φέρνει τό ένα στα χείλη, του «Α» καί τό άλλο στα χεί­ ρες. Ό σωσίας σου τό απέ­ δειξε μέ τον εμετό του. Οί δι­ λη τού «Β», διατάζοντας τους. κές σου μπύρες πού είναι; Ε­ — Πιέτε τα. Αμέσως καί σύ, όπως φαίνεται δεν έχεις ιμονορρούφι! \ πιή ούτε νερό. Ό επιθεωρητής παραξενεύ Ή Τζίν "Αστορ πού έχει εται: λυσσάξει από τή ζήλεια της — Τ’ αναψυκτικά Ο5 άρχΑ για τό κόλπο τού Μάξ Μπώρ, σουμε τώρα Μάξ; "Ασε με, μουρμουρίζει: σέ παρακαλώ, νά κάνω τή οου — Αυτό δέν ©χει σημασία. λειά ,μου. Μπορεί ό άνθρωπος νά έκανε — -Πιέτε τα, φωνάζει, πιο εμετό ^στό δρόμο... πριν φτά δυνατά κΓ άγρια ό Μπώρ. Οι δυο άνδρες τρομοκρα­ ση εδώ:... — Ναί, ναί! Εμετό έκα­ τούνται κι5 άνοιγοντας τα χει να}, επιβεβαιώνει ό «Β»; μέ τό λια τους αρχίζουν νά πίνουν σημάδι- τής γροθιάς στο σα­ τό χλιαρό όολατόνερο πού εί­ ναι τό πιο πρόχειρο καί σί­ γόνι. — Πού έκανες τον εμετό1; γουρο εμετικό. ρωτάει μ' ενδιαφέρον ό ντέτεκτι-β. θά τρέξω αμέσως νά Τό μπλέξιμο κυττάξω άν λές αλήθεια... προχωρεί Ό <<Β», πού ή Ντόρυ τον άναγνώρ ισε γ ιά πραγ ματ ικό Καί νά. Δεν προφθοοίισύζυγό της — ακόμα κι" από νουν νά καταπιούν με­ τή ιμαύρη κλωστή τού κουμπι­ ρικές γουλιές καί τό ού — αργεί ν' άποκριθή. θαύμα γίνεται: Ό «Β» βγά?Ή δημοσιογράφος ©πεμβαίνε, ζει λίγη ,μισοχωνεμένη στερεά πάλι: τροφή. Ένώ ατό το στόμα τού «Α» ξεχύνεται ένας υγρός — Πού νά θυμάται ό άν­ χείμαρρος πού γεμίζει τό δω* θρωπος; Μεθυσμένος ήτανε! ράτιο .με μυρωδιά ξυνισμένης ^ Ό έ γγ ι-θεωρητή ς πλησ ι άζε ι μπάρας. τώρα τον «ιό» καί άκουμπώνΌ Κούκ καταλαβαίνει τώ~ τας ιμ5 επισημότητα τό δεξιό


Ο ΤΡΙΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

του χέρι στον ώμο του, μουρ­ μουρίζει : — Λαμπρά! Έν όνόματι τού νόμου σέ συλλαμβάνω ε­ πί πλαίστοπροσιωπείια. Μ5 έννόεΐς; Και γυρίζοντας αμέσως στον «Α» μέ ΤΓ)ν πλαστή ταυ τότηται, πρόσθετε ι: — ΊΞισύ ξεσυλλα)μ(βάνεσαι. Τέλος ξαναγυρίζοντας στον «43» μέ τό φεύτιικο άλλοθι, τον συμβουλεύει: — Δεν σου ιμένει τώρα πια ρα νά αμολογήισης τη δολοψο νία τού ιχιριηιματ ιστού Μάρκ Χάριμαν ικιαι τη Ιληστείια των πεντακοσίων χιλιάδων δολλαρίων. Ό «Β» τά χάνει:

— Έγώ; Ληστεία; Δολο­ φονία; ιΠότε την έκανα; _ Ό Κούκ Μπέρημαν έχει τήν άπάντησι έτοιμη: — Απόψε τη νύχτα. "Όταν ό πραγματικός Χάρρυ Μίλλορ ετινε τις δώδεκα μπύρες του μέσα στο μπαρ τού γέρο Μπόμπ. ίΚα'ί βγάζοντας άπό την τσέπη του· τό 'μαν ιικετόικου μπο πού βρέθηκε ατό γραφείο τού θύματος, προσθέτει: —1 Είσαι πολύ ανόητος πού δεν ομολογείς, ΌρίΙστε κιαΐ το ικουιμ,τι πού σου έπεσε μέ τό μονόγραμμά σου (Χ.Μ.), Χάρ ρυ Μίλλορ. Ό «Β» διαμαρτύρεται: — Όρίστε, 'Κ. * Αστυνόμε.

-βθ Μά§ Μπώρ τούς διατάζει: —«Πιέτε τα# γρήγορα!»


Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΟΡΟΠΟΣ

Ο τρομερός Γιούπυ χαστουκίζει την κοντόχοντρη γόησσα μέ την άλογοουρά.

Έγώ έχω καί τά δυο κουμπιά Δεν ιμοΰ λείπει κανένα. Ό επιθεωρητής ρίχνει ιμιά ματιά στά δεμένα χερίια του και διαπκσπώνει πώς λέει την αλήθεια. Αμέσως γυρίζει ατό «Α» Χάρρυ -Μίιλλορ και παρατηιρεΤ κάτι πού δεν είχε προσέξει μέχρι τότε: Και τά δυο κουμπιά των μανικετιών του λείίπαυν. — "Ωστε έτσι λοπόν; του κάνεΐι. Σου έπεσε τό ένα κου­ μπί την ώρα του εγκλήματος και γιά νά μήν ένοχοπο ιηβης έξαφάνισες και τό άλλο. Κι5 άκουμπώντας πάλι τό χέρι στον ώμο του, μουρμου­ ρίζει έπίσημα: — Έν όνόματι του Νόμου,

ξανοσι/λλαμβάνεσοα! —Μέγας είσαι Κύριε!, κά­ νει κατάπληκτος ό «Λ». Καί δείιχνοντάς του ιμέ τά μάτια του την εταζέρα του χώλ προ αθετεί: — Είχα αρχίσει νά γδυνωμαι γιά νά πλαγιάσω όταν χτύπησε τό κουδούνι ό σωσίας μου. Επειδή όμως τό πρωί- θ’ άλλαζα πουκάμισο, έβγαλα τά μανικετόκουμπα καί τ’ ά­ φησα έκεΐ. Νά τα,.. Τά μυστήρια των μυστηρίων

Ο

ΡΑΓΜΑΤΙιΚΑ ένα φθη­ νό ζευγάρι κουμπιά μέ τά ψηφία «Χ.Μ.» βρί­ σκονται πάνω στήν εταζέρα.


20 Ό Μάξ και ή Τζιν χαμογε­ λάνε ειρωνικά. Ό Κούκ Μττέριμαν, έξω φρένων μέ ^τή γκά •φα του; ξεσπάει τά νεύρα του στον « ξανασυλληφθέντα». — Νά σέ πάρη, ό διάβολος. Τί' σού^ ήρθε νά βγάλης τά κουμπιά νυχτιάττιικα και νά μέ μπερβεύης; Δεν τ’ άφηνες για τό πρωί, π ανάθεμά σε! Ή Τζιν "Αστορ παίρνει α­ πό τά χέρια του έπιθεωρητού τό ξενόκουμπο πού είχε βρεθή στο γραφείο του δολοφο­ νημένου χρηματ ιστού. Τό πε­ ριεργάζεται για λίγο με πεπο ιίθηισι: — Είναι πλατινένιο μέ γνή σιο μαργαριτάρι. Τέτοια μανικετόκουμπα είναι αδύνατο νά φοράνε αυτοί οι φτωχοί άνθρωποι. — Κι’ όμως, μουρμουρίζει σκεπτικός ό Κούκ, τό κουμπί έχει τό ^ -μονόγραμμά τους : Χ.Μ. Χάρρυ Μίλλορ! Στο μεταξύ δυο αστυνομι­ κοί^ τής Σημάνσεως, ειδικοί γιά τά δακτυλικά αποτυπώμα­ τα, φθάνουν στο διαμέρισμα τής λαϊκής πολ υκατο ικίας Γ’ουλκερ. Παίρνουν τά δακτυλικά α­ ποτυπώματα των δυο Χάρρυ Μίλλορ καί τά συγκρίνουν μ’ έκεΐνα πού βρέθηκαν στο γρα φείο τού δολοφονημένου χρηματιστή... ^— Λοιπόν; ρωτάει ό Κούκ μ’ αγωνία. Τίίνος είναι τ’ απο­ τυπώματα; ^ Οΐ αστυνομικοί δείχνουν τον «Α» Χάρρυ Μίλλορ. Έκεϊ νον^ δηλαδή πού είχε φθάσει πρώτος στο διαμέρισμα. Αυ­

Ο ΤΡΙΤΟΙ ΑΝΘΡΠΠΟΣ τόν πού έκανε ιμέν έμετό τις μπάρες, αλλά τό τελευταίο κουμπί του άσπρου πουκαμί­ σου του δεν ήταν ραμμένο μέ μαύρη κλωστή. —Λαμπρά!, κάνει τρελλός από χαρά ό Κούκ. "Ωστε κα­ λά^ τον ξανασυνέλαβα εγώ έν όνόιματι του Νόμου! "Ω, μά είσθε^ υπέροχοι, κύριοι! Ή γνωμάτευσί σας θά συνταρά ξη τά πλήθη ! Καί διατάζει τούς άστι> νομικούς: —Οί δυο άνδρες νά απο­ μονωθούν στά κρατητήρια τής ^Αστυνομίας. Ή γυναίκα ν5 άφεθή ελεύθερα... Ό Γιούττυ καί ή Μπουλ

ΩΡΑ έχει περάσει. Εί­ ναι ^ πιά δυο μετά τά μεσάνυχτα. Ή Τζιν "Αστορ γυρίζει ιμ’ ένα ταξί στο διαμέρισμα της πού βρίσκεται στο ίοιο κτίριο στον ίδιο όροφο καί ακριβώς πλάϊ από τό διαμέρισμα τού άσπονδου φίλου της, Μάξ Μπώρ. Λογαριάζει νά γράψη εκεί την εϊόησι καί νά τηλεφω νηση τό κείμενο στους διανοκτερεύοντες συντάκτες τής ε­ φημερίδας της. “ ϋ έττ ιΡεωρητής Μπέρ ι μαν κι* ό ντέτεκτιβ Μάξ Μπώρ φευ γουν μέ τό αυτοκίνητο τού πρώτου γιά τό γραφείο του στον ουρανοξύστη τής ομο­ σπονδιακής αστυνομίας. Ό καιρός έχει αρχίσει νά χαλάη. Μαύρα σύννεφα μα­ ζεύονται σιγά - σιγά οπόν ού ρανό τής Νέας Ύόρκης. Μα-

Η


21

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ κρυνές άστοαπές φωτίζουν τά βάθη του όρίζοντα. "Οταν ή Τζίν "Αστορ φθάνπ στο διαμέρισμά της ή Μττούλ, τό χαζό κοντόχοντρο κορίτσι πού έχει πεοκμιαζέψει άπό τούς δρόμους, βρίσκεται ξύπνια και με συντροφιά. Μαζί τηρ εΤναι ό Γ ιούπυ ένα τε­ τραπέρατο καί γεροδεμένο ά γόοι πού ζη στο πλαϊνό διαμΐεοισμ'α μαζί με τον διάισημο ντέτεκτιβ. Ό πιτσιρίκος αυτός ήταν γιος ένός Φοβεοού κακοποιού πού ό Μάξ Μπώο τον εΐγε στείλε^ στην ήλεκτοική καρέ­ κλα. Ό ντέτεκτιβ. πεοιυάζεψε τό παιδί αυτό θαυμάζοντας την καταπληκτική νοημοσύνη του καί τις άυέτοητες φυσι­ κός του ικανότητες. Ό Γ ιούπυ, παρ’ όλο πού άπό τό μακαρίτη πατέοα του είχε ιμιάθει καλά ολόκληρη τη θεωοία καί την τεχνική του έγκλήιματος, δεν δείχνει καμμιά διάθεσι νά άκολουθηση τό πατρικό έπάγγελμία. Άντίθε τα ονειρεύεται νά γίνη ντέτεκτιβ καί τρομερός κυνηγός των κακούργων. Ή δημοσιογράφος παραξε­ νεύεται βλέποντας τον στο δι­ αμέρισμά της. — Τί ζητάς έδώ τέτοια ώ­ ρα; — Προγυμνάζω αυτό τό βλακόμουτρο τη Μπούλ, τής αποκρίνεται. —— ΜπάI Σε τί° — Στην έξυπνάδα! ^"Οταν μεγαλώσω καί γίνω ντέτεκτιβ λεω νά την πάοω βοηθό μου, νά Φάη κΓ αυτή ψωμάκι, Μά

έχει βλακεία άγιάτοευργ Φο­ βάμαι πώς θά μου τά κάνη θάλασσα! Ή θερμόαιμη Μεξικάνα τον σπρώχνει βάναυσα* —"Εξω. παληόπσιδο! "Αν σε ξαναδώ εδώ μέσα θά σε πετάξω άπό τό παοάθυοο! Ό Γ ιούπυ κοντοστέκεται· καί την κυττάζει άγέίρωχα: — Δέν δοκιμάζεις νά δού­ με; Θά φάς νσοθιά «Μσξυττωρέϊκ ι οώ> πού θά συντσράξη τά πλήθη όπως λέει κι* ό μπάρ­ μπα Κούκος! Καί φεύνοντας άογά Ραναγυρίζει στο πλαϊνό διαμέρι­ σμα τού ντέτεκτιβ. Ή Μπούλ, μόλις φεύγει ό Γ ιούπυ, άρχιζε ι νά ψευτοκλαίη: — Νά τον δείιοης καλέ κυ ιρά... Έγώ τού άπάντησα σω στά. κι* αυτός μοΰ έδωσε δυο χαστούκια στά μαγουλάκια μου! — Γιατί σέ χτύπησε; — Νά: Με ρώτησε αν έ­ νας άνθοωπος σκοτώση κάποκ ον άλλον, ποιόε είναι τό ΘΟμ'α ό σκοτωμένος ή ό ζωντανός; — Κυ’ έσύ τί τού είπες; — Ό ζωντανός... Οί κλέφτες των τηλεφωνημάτων

ΗΝ ΙΔΙΑ στιγμή ό άδύνατος ήχος ενός άθέατου βομβητοϋ ειδοποιεί τή νέα πώς κάποιος καλεΐ τό τη, λέφωνο τού πλαϊνού διαμερίσματος πού μένει ό Μάξ Μπώρ. ΕΤναι μια κρυφή ένωσι πού έχει κάνει ή σατανική Μεξικάνα για νά πςψακρλον'-

Τ ;

»

>


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Δεκατρία by ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ / MIKROS IROS PUBLICATIONS - Issuu