Issuu on Google+


"Ο σνγγραψΓα^ κοι Λ τίτλο*, οτήν κροποιί'κη έκδοοη.

Α.Μ ΛΚΛΡΕΗ ΚΟ

ΠΕΛΑΓΟΓΜ^ΕΟΚΑίΙ

Π03ΜΑ

Μ ετάφραση: Ζ ήνω ν Ζ ο ρ ζο β ίλ η ς 'Ε π ιμ έλεια : Θ όδω ρος Λ ιακόπουλος Ή μετάφραση Εγινε άττό την ίκδοση του ’Εκδοτικού -Σ οβιέτσ κιι Π ισάιε? ·


Α. Σ. MAKAPENKO

ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΖΩΗ

ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΕΚ Δ Ο ΣΕΙΣ «ΣΥ ΓΧ ΡΟ Ν Η Ε Π Ο Χ Η » Α Θ Η Ν Α 19X1


Copyright Ίικ ό ό α π ,; - Ι Υ Γ Χ Ρ Ο Ν Η I'M). ' Α Ο ή ν ο

I'i]/ JfOdMS- .Vi23 ΜΊ

Γ Γ Κ >X11


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ


1. ΕΝΑ ΚΑΝΑΤΙ ΓΑΛΑ Π εράσαμε στό δεύτερο Σταθμό μιά όμ ορφ η, ζεστή σ χεδόν κ α λοκ α ιρ ιά τικ η μέρα. Οί πρ άσ ινες φ υλλω σιές τω ν δέντρω ν δια τηρ ούνταν άκόμα, τό χό ρ το π ρασ ίνιζε, περνώ ντας τή δεύτερη νιότη του, φ ρ εσ καρισ μένη ά π ’ τίς πρώ τες φ θινοπ ω ριάτικες μέ­ ρες. Καί ό δεύτερος Σταθμός μας αύτή τή ν περίοδο έμοιαζε μέ τριαντάρα όμορφ ογυναίκα: ό χ ι μόνο γ ιά τούς άλλους, μά όμορφη καί γ ιά τόν έαυτό της, ή σ υ χη κι ευτυχισ μ ένη, σίγουρη γιά τή ν ό μ ορφ ιά της. ' Ο Κ αλομάκ άγκάλιαζε τό Σταθμό σ χεδόν ά π ’όλες τίς μεριές, έξω ά π ’τό πέρασμα τή ς Γ κ οντσ αρόφ κα. Πάνω ά π ’ τόν Κ αλομάκ, κρέμονταν σ ιγανομουρμ ουρίζοντα ς οί πυκνές καί πλούσ ιες φ υλλω σιές τού πάρκου μας, καί π ολλές ήταν οί άπόκρυφ ες κι Ισκιω μένες γω νιές, πού μπορούσε νά κάνει μιά χαρά κανένας τό μπάνιο του, νά κουβα λήσ ει νεράιδες, νά πιάσει ψ άρια, καί σέ μιάν άνάγκη, νά κ ρυφ ομ ιλήσ ει μ ’Ενα σύντροφ ό του. Τά κυριότερα ά π ’τά χ τίρ ια τού Σταθμού όρθώνονταν σ τή ν άκρη μιας ψ η λή ς ό χθη ς, καί οί έφ ευρετικοί καί άδιάντροπ οι π ιτσ ιρ ίκ ο ι, βουτάγανε ΐσ ια ά π ’τά παράθυρα στό ποτάμι, άφ ήνοντα ς στό περβάζι τά ρο υχαλά κια τους. Α π 'τ ί ς άλλες μεριές, όπου ξαπλω νόταν ό π αλιός κήπος, ή κατηφ όρα στό ποτάμι κοβόταν μέ πλατώ ματα, πού τό τελευταίο πρόφτασε καί τό κατέλαβε ό Σέρε. ’Εδώ είχε άπλα κι ή λ ιο , ό Καλομάκ ή τα ν πλατύς κι ήρεμος, μά τό μέρος έτούτο δέν ήταν καθόλου κ α τά λλη λ ο γ ιά νεράιδες, μήτε καί γιά ψάρεμα, καί γενικά δέν ήτα ν καθόλου γ ιά ποιητές. ’ Α ντί γιά π ο ίη σ η , άνθίζανε δώ λά χα να καί μαύρα φ ραγκοστάφ υλα. Ο ί τρ όφ ιμ οι, μόνο γ ιά δουλιά έρ χο ντα ν έδώ, πότε μέ τό φτυάρι, πότε μέ τό τσαπί, καί πότε - πότε μαζί τους κουβαλούσαν μέ δυσ κ ολία τό 7


Γεράκι ή τή Μ παντίτκα ζεμένα σ τ ’άλέτρι. Σ ’αύτό τό μέρος ήταν καί ή άποβάθρα μας, τρεις σανίδες δλες - δλες σ τη ρ ιγμ έ­ νες πάνω ά π ’τό κύμα του Κ αλομάκ, τρία μέτρα ά π ’τό μουράγιο. Λ ίγο πιό πέρα, στό γύρισ μα κατά τή ν άνα το λή , ό Κ αλομάκ, ά ν ο ιχ το χ έ ρ η ς ξάπλω νε μπρός στά μάτια μας, κάμποσα έκτάρια παχύ λιβά δι, κυκλωμένο άπό δασω μένα καί θάμνους. Κ ατεβαίνα­ με στό λιβάδι ισ ια ά π ’τόν καινο ύ ρ γιο μας κήπο κι ή καταπράσ ινη αύτή κ α τη φ ο ρ ιά σ ο υ ’ παίρνε τό μυαλό μέ τήν ό μ ορφ ιά της, καί σέ καλοΰσε νά κυλισ τείς σ τό χο ρ τά ρ ι της, σ τό ν ίσ κ ιο της κ ά τ ’άπό κείνα τ ’άλ α ρ γινά της λευκάδια καί νά χα ίρ εσ α ι ά χόρ ταγα καί τό λιβά δι, καί τά δασάκια, καί τόν ουρανό, κι έκείνη τή ν άκρινή γ ειτο νιά τή ς Γ κοντσ αρόφ κα σ τόν ό ρίζοντα. Ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς άγαποΰσε πολύ αύτό τό μέρος, κι άπό καιρό σέ καιρό τίς Κ υριακές τά μεσ ημ έρια, μέ τραβούσε κι έμένα κα­ τά δώ. Μ ’άρεσε νά κουβεντιάζω μαζί του γιά τούς μουζίκους καί γ ιά τίς έπισ κευές, τίς άδικίες τή ς ζωής καί τά μελλούμενα. Μ προστά μας ξάπλω νε τό λιβά δι, κι αύτό ξεσ τράτιζε κάπου κάπου τόν Κ αλίνα /Ιβ ά ν ο β ιτ ς άΤϊ’τόν ισ ιο φ ιλ ο σ ο φ ικ ό του δρόμο: — Ξ έρεις, άγαπητέ μου, ή ζωή είνα ι σάν τή γυναίκα. Μ ήν περιμένεις ά π ’ αύτή δικαιοσ ύνη. "Ο π ο ιο ς τό ’χει σ τρ ιφ τό τό μουστάκι, θά τόν κεράσει καί πίτα, καί γλυκό, καί βότκα, κι δ π ο ιο ς πάλι κατάλαβες, ούτε γενάκι δέν έχει, ή άθλια, ουτε νερό δέ θά τού δόσει νά πιει. "Ο ταν ήμουνα στούς ουσάρους... “Α χ σκύλας γιέ, που τό ’χ εις τό κεφ άλι σου; Τ ό ’φαγες μέ ψωμί ή τό ξέχα σ ες σ τό τρ α ίνο ; Πού τ ’ ά μ ό λη σ ες, παράσ ιτο, τ ’ άλ ογο, πού νά σέ πάρει καί νά σέ σ ηκώ σ ει; Μ έσα στά λά χα να σού ’φυγε; ' Ο Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς τελειώ νει τό λόγο του μακριά κιόλας άπό μένα καί κουνάει ά π ειλη τικ ά τό τσ ιμπούκι του. Τ ρ α κ ό σ ια μέτρα πιό κεί, μαυρίζει μές στό χο ρ τά ρ ι μιά κ ο κ κ ινό τρ ιχη ρ ά χη , μά κανένας «σκύλας γιός» δέ φ αίνεται. ’Ό μ ω ς, ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς δέν κάνει λάθος στή διεύθυνση. Τό λιβάδι είναι τό βα σ ίλ ειο τού Μ πράτσενκο, δπου β ρίσκετα ι πάντα άθέατος κι ό λό γο ς τού Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς , γ ιά νά πούμε τήν άλήθεια, είνα ι σάν τό ξόρκι. Λέει άλλα δυό - τρία κατεβατά κι ό Μ πράτσενκο υλο π ο ιείτα ι, καί σ ’ άπόλυτη συμφω νία μέ τά μ υστήρια τού πνευματισμού, δέν έμφ ανίζεται πλάι σ τ ’ άλογο, μ ’άπό πίσω μας, ά π ’ τό περιβόλι. 8


— Μά τί πάθατε καί κουνάτε τά χ έρ ια σά μαέστρος, Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς ; ΠοΟ’ναι τό λά χα νο καί π ο ύ ’ ναι τό άλογο; ’ Α ρ χίζει ζω ηρή σ υ ζή τη σ η πού κι ό πιό άγράμματος άκόμα στά ζη τή μ α τα τή ς βοσ κής, μπορεί νά καταλάβει πώς παραγέρασε πιά ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς , πώς πολύ λ ίγο χα μ π α ρ ίζει ά π ’ τήν τοπογρ αφ ία του Στάθμου, καί πώς ξέχασ ε πραγματικά που βρίσ κ ετα ι τό χω ράφ ι μέ τά λάχανα. Τά παιδιά άφ ηναν τό ν Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς νά γερνάει ή σ υχος. Μέ τίς άγρ ο τικ ές δουλιές ά σ χο λ ο ΰ ντα ν ά π ο κ λ εισ τικ ά ό Σέρε, καί τό μόνο πού ’ κανε ό Κ αλίνα ’ Ιβάνοβιτς, ήτα ν νά χώ νει άπό καιρό σέ καιρό τή γέρ ικ η μύτη του σ ’ αύτές τίς δουλιές άπό καμιά χαραμάδα, μέ καμιά υψ ηλή καί σ χ ο λ α σ τικ ή έκ των υστέρω ν κ ρ ιτικ ή . Ό Σέρε ήξερε νά μαγκώ νει αύτή τή μύτη, μ ’ ένα π ρ ό σ χα ρ ο ό χι καί πολύ τσ ο υχτερ ό άσ τεϊο καί τότε ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς παραδινόταν. Μ ά στή γενική δ ια χ ε ίρ ισ η , ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς όλο καί π ερ ισ σ ότερ ο ζύγωνε τό πόσ το τού βασ ιλιά τή ς 'Α γ γ λ ία ς — βασίλευε, μά δέν κυβερνούσε. "Ο λοι μας άναγνω ρίζαμε τήν κα τα π λη χτικ ή νοικ ο κυρ ο σ ύνη του, ύπ οκ λινόμ α σ ταν μέ σεβα­ σμό μ προσ τά στά ρητά πού άράδιαζε, κάνοντας ά π ’ τή ν ά λλη τή δουλιά μας όπω ς τή ν καταλαβαίναμε μεΐς ο Π δ ιο ι. Ούτε καί τού κακοφ αινόταν αύτό τού Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς , μιά κι άπό φυσικού του δέν είχ ε κείνο τόν άρ ρ ω σ τιά ρικο έγω ισμό, κι έξω ά π ’αύτό, άκριβότερα ά π ’ όλα ήτα ν γ Γ αύτόν τά προσ ω πικά του άποφθέγματα, τόσ ο όσ ο σ τό βα σ ιλ ιά τή ς ’Α γγλία ς τά β α σ ιλικ ά λιλιά . "Οπως καί πρίν, ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς συνέχιζε νά πηγαίνει σ τή ν π όλη, μά αύτά τά τα ξιδάκια του τώρα παίρναν κάποιο π α νη γυρ ικό χαρ α κ τή ρ α , γ ια τί ήτανε πισ τός όπαδός τή ς παλιας πολυτέλεια ς, καί τά παιδιά ήξερ αν τό άπόφθεγμά του: — Τ ’ άμάξι τού τσ ιφ λικ ά είναι τής μόδας κι άς είναι νη σ τικ ά τ ' ά λ ο γά του, ένώ ό φ ουκαράς ό χ ω ρ ιά τη ς έχει τό κάρο του φ τω χό μά τ ’ άλογά του χορτασμένα. Τ ό π α λιό άμάξι πού ’ μοιάζε μέ νεκρόκασ α, τό έστρω ναν τά παιδιά μέ φ ρέσ κο σανό καί τό σ κέπαζαν μέ καθαρό καναβάτσο. “Εζευαν τό καλύτερο άλογο καί τό σταματούσαν μ προσ τά στό κατώ φλι τού Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς . "Ο λα τά υπεύθυνα κι άρμόδια πρόσω πα είχ α ν κάνει κιόλα ς τίς ά π αρα ίτη τες έτοιμ ασίες: στήν τσέπη τού βοηθού τού δ ια χειρ ισ τή Ν τενίς Κ ουντλάτι βρίσκεται κιόλας ή κ ατάσ τασ η γ ιά τίς δουλιές πού ’χ α ν νά κάνουν σ τή ν πόλη, ό Ά λ ιό σ κ α Β όλκοφ χώ νει κάτω ά π ’ τό σανό τά κασόνια, 9


τά τσουβάλια, τά σ κ ο ιν ιά καί τ ’ άλλα σ ύνεργα συσκευασίας. ' Ο Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς κρατάει τ ’ άμάξι μ προστά σ τό κατώ φλι του τρία - τέσσερα λεφτά, μετά βγαίνει ντυμένος τή ν καθαρούχσικη καί σιδερω μένη μουσαμαδιά του, άνάβει μ ’ ένα σ πίρ το τό τσιμπούκι του, πού τό ’χει ά π ’ τά πριν έτοιμο, ρ ίχν ει μιά γρή γο ρ η ματιά στ ’ άλ ογο ή στ ’ άμάξι, πετώντας κάποτε σοβαρά - σοβαρά μ έ σ ’ ά π ’ τά δόντια του: — Π όσες φορές δέ σ τό ’χω πει: μή φοράς σ τή ν πόλη αύτό τόν παλιοσκούφ ο! Μ ά, πού νά τό καταλάβεις έσύ!... Ώ σ ό τ ο υ , ν ’ άλλάξει ό Ν τενίς μέ κάποιο σύντροφ ό του τό σκούφ ο του, ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς σκαρφ αλώ νει στό κάθισμα καί διατάζει: — Φ ύγαμε, τό λοιπόν. Σ τήν πόλη ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς κάθεται τόν π ερισ σ ότερο καιρό σ τό γραφ είο κάποιου μεγαλοϋπεύθυνου έ π ισ ιτισ τή , βα­ στάει ψ ηλά τό κεφάλι του καί προσ παθεί νά έκπ ρ ο σ ω πή σ ει μέ τιμή τή δυνατή καί π λούσ ια έπικράτεια: τό Σταθμό Γ κόρκι. ΓΓ αύτό ακριβώ ς καί ο ί λό γο ι, πού βγάζει άφοροΰν π ερ ισ σ ότερ ο ζητήμ ατα γενικ ή ς π ο λιτικ ή ς: — Οί μουζίκοι τά ’χουν όλα. Σάς τό δηλώ νω αύτό κ α τη γο ­ ρηματικά. Τ ή ν ίδ ια ώρα ό Ν τενίς Κ ουντλάντι, φορώ ντας τόν ξένο σκούφ ο κολυμπάει καί κάνει βουτιές στή θάλασσα των έπ ισ ιτισ τικώ ν γραφ είω ν, πού βρίσ κ ο ντα ι στό παραπάνω πάτωμα: παίρνει δια τα χτικ ές, μαλώνει μέ τούς διευθυντές καί τούς ύπαλλήλους των γραφ είω ν, φορτώ νει σ τ ’ άμάξι τά σακιά καί τά κασόνια, άφ ήνοντας ά θ ιχ τη τή θέση τού Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς , ταΐζει τ ’ άλογο, καί σ τίς τρ εις ή ώρα μπουκάρει στό γρα φ είο γεμάτος άλεύρια καί ροκανίδια: — Μ πορούμε νά φύγουμε, Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς. Τό πρόσω πο τού Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς λάμπει άπό ένα διπλω ­ ματικότατο χα μ ό γελο , σφ ίγγει τό χέρ ι τή ς διεύθυνσης καί ρωτάει τόν Ν τενίς: — Τά φ όρτω σες όλα, όσα έπρεπε; Γ υρίζοντας σ τό Σταθμό ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς , πού ’χει άποκάμει ξεκουράζεται, ένώ ό Ν τενίς άφού φάει στά γρή γο ρ α τό μ εσ ημ εριανό του κρύο, περιφ έρει ώς άρ γά τό βράδυ τή μ ο γ γ ο λ ι­ κή φ υσιογνω μία του σ τίς διάφορες υπηρεσ ίες έπ ισ ιτισ μ ο ύ τού Σταθμού, καί τρώ γεται μ ’ όλους σ ά γριά. * 0 Κ ουντλάτι άπό φυσικού του δέν άνεχόταν νά βλέπει 10


πεταμένο τό παραμικρό. ' Υπόφερε σάν ά π ’ τό κάρο κρέμονταν καί πέφτανε τ ’ άχυρα, άν χάθηκε άπό κάπου ένα λουκέτο ή άν οί πόρτες του σταύλου ��ρέμονται σ ’ £να μεντεσέ. Τ σ ιγγο ύ νη ς στά χαμ όγελα, μά χω ρίς κακία ποτέ του, ρ ιχν ό τα ν σ τό ν καθένα πού σπαταλοϋσε τά κοινά, μά αύτό, πάντα μέ τό καλό, καί πάντα μέ μιά θαυμαστή καί σ υγκροτη μένη πεισ τικό τητα. “Η ξερε νά φέρνει βόλτα τούς έλαφ ρόμυαλους π ιτσ ιρ ίκ ο υ ς, πού ’ χα ν τήν άφέλεια νά πισ τεύουν πώς ήτα ν πολύ σπουδαίο πράγμα τό σκαρφάλω μα στά δέντρα καί υπέρτατη έπίδειξη τή ς άνθρώ πινης δ ρ α σ τη ρ ιό τη τα ς. Μ ” £να του μόνο νεϋμα ό Ν τενίς τούς κατέβαζε άπ* τό δέντρο: — Μ ά, για τί τό ’χ εις τό κεφάλι σου; Γιά νά κουβαλάς τό σκούφο; Γ ρ ή γο ρα θά σέ παντρέψ ουμε, κι έσύ κάθεσαι πάνω σ τή ν ιτιά καί σ χ ίζεις τό π αντελόνι σου; Πάμε νά σου δόσω άλλο! — Τ ί λο γιώ άλλο; τόν π ιτσ ιρ ίκ ο τόν κόβει κρύος Ιδρώτας. — Θ ά τό ’χ εις σ ά φ όρμα γ ιά ν ’ άνεβαίνεις σ τά δέντρα. Πές μου, σέ παρακαλώ , ποΰ είδες έσύ άνθρωπο ν ’ άνεβ αίνει στά δέντρα μέ καινο ύρ γιο παντελόνι; Είδες πουθενά; ' Ο Ν τενίς είχε τό νο ικ ο κ υ ρ ίσ τικ ο πνεϋμα μέσα σ τό α\μα του γΓ αύτό καί δέ μπορούσε νά καταλάβει τίς άνθρώ πινες λόξες. Δέ μπορούσε νά καταλάβει Ενα τόσ ο άπλό καί άνθρώ πινο σ υναί­ σθημα: ό π ιτσ ιρ ίκ ο ς σκαρφ άλω νε στό δέντρο, άκριβώ ς γ ια τί ένθουσιάσ τη κε μέ τό καινούργιο παντελόνι. Τ ό π αντελόνι καί τό δέντρο ήτα ν σ χ εδ ό ν £να πράγμα, ένώ γιά τόν Ν τενίς ήταν δυό άλ λιώ τικα κι άσυμβίβαστα. 'Ω σ τ ό σ ο , ή αυσ τη ρή π ο λιτικ ή του Κ ουντλάτι ήτα ν άπαραίτη τη , μιά κι ή φ τώ χεια μας άπαιτοΰσε αιμα τηρές οίκονομίες. Γ Γ α ύ τό καί τό συμβούλιο των διο ικη τώ ν είχ ε μόνιμα βοηθό δ ια χειρ ισ τή τόν Κ ουντλάτι, ά π ο ρ ρ ίπ το ντα ς κ α τη γο ρ η μ α τικά τά μ ικ ρόψ υχα παράπονα των πιτσ ιρ ίκ ω ν, γ ιά τίς π ιέσ εις τά χα του Ν τενίς σ χ ετικ ά μέ τά παντελόνια. Ό Κ αραμπάνοφ, ό Μ πελούχιν , ό Β έρσνιεφ, ό Μ πουρούν καί ή άλλη γερουσία, έκτιμ οΰσαν πολύ τή δουλιά τού Κ ουντλάτι καί υποτά σ σ οντα ν χω ρ ίς άντίρρηση ΰτα ν ό Ν τενίς τήν ά νο ιξη στή γενικ ή συνέλευση πρόσταrr . ν·· — Α ύριο νά παραδόσετε τά παπούτσια σ τή ν ά π οθή κη, γ ια τί to κ α λοκαίρι μ πορείτε νά περπατάτε καί ξυπ ό λη το ι. 'Ο Ν τενίς δούλεψε πολύ τόν ’ Ο χτώ βρη τού 1923. Τ ά δέκα τμήματα των τροφ ίμω ν είχα ν τα χτο π ο ιη θ εί μέ δυσκολία στά 11


χ τίρ ια , πού *χαν έτοιμ ασ τεί. Στό π α λιό παλάτι τοϋ τσ ιφ λικ ά , πού τό λέγαμε «ό λευκός οίκος» ήτα ν οί θάλαμοι καί τό σ χ ο λ ε ιό , ένώ ή μεγάλη σάλα πού ήταν πρώτα βεράντα, έγινε ξυλουργείο. Ή τραπεζαρία κατέβηκε σ τό υ π όγειο τού δεύτερου σ π ιτιο ύ όπου τά δω μάτια τού προσω πικού. Μ πορούσαν νά τρώ νε σ ’ αυτήν ό χ ι παραπάνω άπό τρ ιά ντα άνθρω ποι τα υτόχρονα , γΓ αύτό καί τρώ γαμε σέ τρ εΐς βάρδιες. Τ ό τσ α γκ αράδικο, τό κ α ροποιεϊο καί τό ραφ είο είχ α ν σ τρ ιμ ω χτεΐ σ τίς γω νιές καί πολύ λ ίγο μοιάζανε γιά συνεργεία. Σ τό Σταθμό ζούσαμε σ τενό ­ χω ρα, παιδιά καί προσ ω πικό. Κ αί σά γ ιά νά μας θυμίζει πάντα τή μελλούμενη εύημερία μας, σ τό ν κα ινο ύ ρ γιο κήπο ύψ ω νόταν τό διώ ροφο «άμπίρ»* κεντρίζοντας τή φ αντασ ία μας μέ τή ν άπλα πού ’χα ν τά ψ η λοτά βα να δωμάτιά του, τίς σ κ α λισ τές γύψ ινες κορνίζες τους, καί τήν εύρύχω ρη ά ν ο ιχτή βεράντα του πού ά πλω νόταν πάνω ά π ’ τόν κήπο. Χ ρειαζόταν νά φτιάξουμε έδώ πατώματα, παράθυρα, πόρτες, σ κάλες, θέρμανση, καί θά 'χ α μ ε θαυμάσιους θαλάμους γιά έκατόν είκ ο σ ι άνθρώ πους, έλευθερώ νοντας τ ’ ά λ λα χ τίρ ια γιά τίς ά λ λες παιδα γω γικές άνάγκες. Μά γ ιά μιά τέτια δο υ λιά μάς έλειπ α ν έξι χ ιλ ιά δ ες ρούβλια καί τά τρ έχοντα έσοδά μας πή γα ινα ν όλα σ τή μάχη γ ιά τή ν έξάλειψ η των κατά λοιπω ν τ ή ς παλιάς μας φ τώ χειας, πού θά ’ ταν φ οβερό νά μάς ξαναβρεϊ. Ή έπίθεση πού κάναμε σ ’ αύτό τό μέτω πο, είχ ε πιά έξαφ ανίσ ει τά π αλιοσ άκακα, τούς ξεφ τισ μένους σκούφ ους, τά κρεβάτια έκσ τρα τείας, τά παπλώ ματα έ π ο χ ή ς τού τελευταίου των Ρομανόφ καί τά κουρελοτυλιγμ ένα ποδάρια. “Α ρ χ ισ ε τώρα νά μάς έρχετα ι καί κουρέας δυό φορές τό μήνα καί, παρόλο πού έπαιρνε γ ιά κάθε κούρεμα μέ τή μ ηχανή δέκα καπίκια καί γ ιά τό χτένισ μ α είκ ο σ ι, μπορούσαμε νά έπιτρέπουμε σ τό ν έαυτό μας τή ν πολυτέλεια νά καλλιεργούμε σ τά κεφ άλια των τροφ ίμω ν τίς μ οντέρνες χ τε ν ισ ιέ ς, καρπούς τή ς εύρω παικής κουλτούρας. Ε ίν ’ άλήθεια, πώς τά έπιπ λά μας ήτα ν ά μ π ογιάτισ τα, τρώ γαμε μέ ξύλινα κ ουτάλια καί τά έσ ώ ρουχά μας ή τα ν όλο μπαλώματα, ά λ λ ’ αύτό γινό τα ν γ ια τί τό μεγαλύτερο μέρος ά π ’ τά έσοδά μας, τό ξοδεύαμε σ τή ν άγορά διάφ ορω ν πραγμάτω ν, έργαλείω ν, καί γενικ ά πή γα ινα ν σ τό άποθεματικό μας κεφάλαιο. Δέν είχαμ ε ουτε τίς έξι χ ιλ ιά δ ες ρούβλια, ούτε καί καμιά έλπίδα νά τά πάρουμε άπό πουθενά. Π ολύ σ υχνά , σ τίς γενικ ές

* Χτίριο σέ ρυθμό άμπίρ.

12


σ υνελεύσ εις, στό σ υμ βούλιο των δ ιο ικη τώ ν, σ τίς πλατιές συζη ­ τή σ εις τών πιό μεγάλω ν παιδιώ ν καί στούς λόγους τώ ν κομσομόλων, άκόμα καί σ τίς φ λυα ρίες τών μικρώ ν μπορούσε κανένας ν ' άκούσει γι ’ αύτές τίς.έξι χ ιλ ιά δ ες κι ήτανε όλοφ άνερο σ ' όλους, πώς δέ θά μπορούσαμε ποτέ νά φτάσουμε αύτό τό τερ ά σ τιο ποσό. Τ ή ν έπο χή αύτή, ό Σταθμός Γ κ ό ρ κι ύπαγόταν σ τό ' Ε πιτροπάτο τή ς Λ αϊκή ς Π αιδείας, κι ά π ' αύτό έπα ιρνε κάποιο ποσό σύμφωνα μέ τόν π ροϋπ ολογισ μό. Μ πορεί κανένας νά πάρει μιά ιδέα γΓ αύτό τό ποσό, όταν γ ιά τό ντύσιμο τού κάθε τρόφιμου έπεφ ταν ε ίκ ο σ ιο χ τώ ρούβλια τό χρ ό νο . Ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς ήτα ν όλο ά γα νά χτη σ η : — Π ο ιό ς είνα ι αύτός ό έξυπνος πού καθορίζει αύτές τίς έ π ιχ ο ρ η γ ή σ ε ις; "Η θελα πολύ νά δώ τί σ ό ι χφ ά τσ α έχει, γιατί έφτασα, κ ατά λαβες, σ τά έξήντα καί δέν έχω σ υ να ντή σ ει σ τό ν κόσμο τέτιες χφ άτσ ες, τά παράσιτα! Καί γώ δέν είχα δει τέτιους άνθρώ πους, &ν καί π ή γα ινα στό έπιτροπ άτο. Αύτό τό ποσ ό δέν τό καθόριζε κάπ ο ιο ς ύ π ά λ λη λος τού όρ γα νω τικ ού τμήματος, παρά έβγαινε σάν α ποτέλεσμ α μιας ά π λή ς δ ια ίρ εσ η ς του κύματος τών έγκαταλειμμένω ν παιδιώ ν καί τού σ υγκεκριμένου άριθμού τους. Τό κ όκκ ινο σ π ίτι, όπως λέγαμε άπλά τό «άμπίρ» τών Τ ρέπκε, τό ’χαμ ε τα χτο π ο ιη μ έν ο σά νά ήταν νά δόσουμε χορ ό, μά όλο κι άνα β α λλό τα ν αύτός ό χ ο ρ ό ς καί τά πρώ τα του ζευγάρια — οί μ αραγκοί — άκόμα δέν είχα ν π ρ ο σ κλη θεί. Ω σ τ ό σ ο , παρά τή θλιβ ερ ή αύτή κατά σ ταση , τό ή θικό τών παιδιώ ν κάθε άλλο παρά ήταν πεσμένο. ‘ Ο Κ αραμπάνοφ τό σ χέτιζε ό λο αύτό μέ τούς διαβόλους: — Νά, θά δείτε, ο ί δ ια ό λ ο ι θά κάνουν τό θαύμα τους! Είμαστε τυχερ ο ί πού γεννη θήκ αμ ε μπάσταρδοι... Νά θά δείτε, άν ό χ ι οί δια ό λο ι, κ άπ ο ιο ς έξαποδώ ς, ΐσ ω ς καμ ιά σ τρ ίγγ λ α ή κάποιος άλλος. Δέ μ πορεί ένα τέτιο σ π ίτι νά σ τέκεται μπροστά στά μάτια μας σέ τέτιο χάλι! ΓΓ αύτό καί όταν πήραμε τηλεγρ άφ ημ α, ότι σ τίς Εξι τού Ό χ τ ώ β ρ η έρχετα ι σ τό Σταθμό ή έπιθεω ρ ή τρ ια ά π ' τή ν Π α ιδικ ή Βοήθεια τή ς Ο ύκρανίας Μ πόκοβα, κν ότι θά πρέπει νά στείλουμε άλογα νά τή ν πάρουν ά π ’ τό σταθμό τού Χ άρκοβου. δόσαμε αρκετά μεγάλη π ρ ο σ ο χή σ ’ αύτή τή ν είδ η σ η , καί πολλοί έκφ ράσανε σκέψ εις πού είχ α ν σ χ έσ η μέ τήν έπισ κευή τού κόκκινου σπιτιού: — Αύτή ή γριά μπορεϊ νά δό σ ει έξι χιλιάδες... Ι.ι


— Κι άπό πού ξέρεις, πώς είναι γριά; — Σ ’ αύτές τίς « Π αιδικ ές Β οήθειες» πάντα είνα ι γριές, Ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς άμφέβαλλε: —’Α π ’ τή ν Π α ιδικ ή Βοήθεια δέν πρόκειται νά πάρεις τίποτα. Τά ξέρω γώ αύτά. Θ ά παρακαλέσει νά παραλάβουμε άλλα τρία παιδιά. Κι ύστερα δ,τι καί νά πεις, είνα ι γυναίκα: χθεω ρητικά — γυναικεία Ισοτιμία, όμως πρ α χτικά , όπως ήταν γυναίκα, έτσ ι κι έμεινε... Σ τίς πέντε τού μήνα, στό τμήμα τού Ά ν τ ό ν Μ πράτσενκο έπλεναν τό καλό τ ’ άμάξι κι έπλεκαν τίς χα ίτες τού ντορή καί τή ς Μ αίρης. Μ ουσ α φ ιρέοι ά π ’ τή ν πόλη μας έρχο ντα ν σπάνια σ τό Σταθμό, κι ό ’ Α ντόν είχ ε τή ν τάση νά τούς βλέπει μέ μεγάλη έκτίμ ησ η. Τ ό πρωί σ τίς έξι τού Ό χ τ ώ β ρ η ξεκίνησ α γιά τό σταθμό. Στή θέση τού άμαξα καθόταν ό ίδ ιο ς ό Μ πράτσενκο. Κ αθόμασταν σ τ ’ άμάξι μέ τόν Ά ν τ ό ν , σ τή ν πλατεία τού σταθμού καί κοιτούσαμε π ρ ο σ εχτικ ά ό λες τίς γριές, πού έβ γ α ι­ ναν σ τή ν πλατεία, καί γενικά όλες τίς γυναίκες πού ’ χάνε τό στύλ τών σ τελεχώ ν τή ς Λ αϊκής Π αιδείας. Ξ αφ νικά άκούσαμε κάποιον νά ρωτάει μ άλλον έμάς: —Ά π ό πού είνα ι αύτά τ ’ άλογα; Ό Ά ν τ ό ν άπάντησ ε μ έ σ ’ά π ’ τά δόντια του, κάπως απότομα: — Είναι δική μας δουλιά. Νά, έκεϊ είναι οί άμαξάδες. — Μ ήπω ς είστε ά π ’ τό Σταθμό Γκόρκι; Τ ινάζοντα ς τά ποδάρια του, ό Ά ν τ ό ν έκανε πάνω στό κάθισμα μιάν ό λ ό κ λ η ρ η στροφ ή γύρω στόν άξονά του. ’ Ε νδια­ φ έρθηκα κι έγώ. Μ προστά μας σ τεκ όταν ένα πλάσμα, ό λότελα άπίθανο: έλαφρό γκρ ίζο παλτό μέ μεγάλα καρώ, κάτω άπ* τό παλτό κοκέτικα μεταξωτά ποδαράκια. Π ροσ ω πάκι π ερ ιπ ο ιη μ ένο, κ όκ­ κινο καί λα κκουβίτσ ες στά μάγουλα άνώ τερης ποιότη τα ς, άστραφ τερά μάτια καί λεπτά φρύδια. Κάτω ά π ’ τήν ντα ντελ ένια τα ξιδιω τική έσάρπα μας κ οιτούσ αν δυό έκθαμβω τικές ξανθιές μπούκλες, κι άπό κοντά ό άχθο φ ό ρ ο ς, μ ’ ένα τιπ ο τένιο φ όρτω ­ μα: ένα κουτί κι ένα σάκο άπό καλό δέρμα. — Είστε ή σ υντρ ό φ ισ σ α Μ πόκοβα; — Βλέπετε, λοιπ ό ν, έγώ άμέσω ς μάντεψα πώς είστε τού Σταθμού Γ κόρκι. Συνήλθε έπιτέλους κι ό Ά ν τ ό ν , σ τροφ ογύρισ ε σοβαρά το κεφάλι του καί ξεδιάλεξε μέ φ ροντίδα τά χα λινά ρια . Ή Μ πόκοβα πήδηξι: μέσα σ τ ’ άμάξι. σκορπώ ντας γΰρ<:> της ένιι 1-1


έλαφρό καί δ ρ ο σ ισ τικ ό άρωμα. Τ ρ α β ή χτη κ α πιό πέρα σ τή ν άκρη του καθίσματος καί γενικ ά ήμουν πολύ ταραγμένος ά π ’ τήν ασ υνήθισ τη παρέα. Σ ’ ό λό κ λη ρ η τή διαδρομή ή σ υ ντρ ό φ ισ σ α Μ πόκοβα κελαϊδοϋσε γιά τά πιό διαφ ορετικά πράγματα. Ε ίχε άκού��ει πολλά γ ιά τό Σταθμό Γ κόρκι κι ήθελε φ οβερά νά δει «τί λο γιώ Σταθμός ε ίν ’ αύτός». —“Α χ, ξέρετε, σύντροφε Μ ακάρενκο, έχουμε τόσες δυσ κ ο­ λίες, τόσες δυσ κολίες μ ’ αύτά τά παιδιά! Τ ά λυπάμαι φοβερά, ξέρετε, καί θέλω μέ κ ατιτί νά βοηθήσω . Κι αύτός είνα ι τρόφ ιμ ός σας; Τί χαριτω μένο παιδί! Δέ σας πιάνει β αριεσ τημ άρα έδώ; Σ ’αύτά τά παιδικά σ π ίτια , ξέρετε, είνα ι πολύ π λη χτικ ά . Σέ μας λένε πολλά γιά σας. Μ όνο πού, όπως λένε, δέν μας πολυαγαπάτε. — Π οιούς; —' Εμας, τίς γυναίκες τή ς νταμκοινάγ. — Δέν καταλαβαίνω . — Λένε πώς έτσι μάς όνομάζετε: ντάμες τή ς κ οινω νικ ή ς άγω γής. —ΜΑ λλο πάλι κι αύτό! είπα. Π οτέ μου δέν ό νο μ ά τισ α έτσι κανέναν!... 'Ω σ τό σ ο ... βέβαια, καλά σάς όνόμ ασα ν έτσι. Γ έλασ α είλ ικ ρ ινά . Ή Μ πόκοβα ήταν ένθουσ ιασμ ένη μέ μιά τέτια πετυχημένη όνομασία. — Ξ έρετε, αύτό έχει μιά δόση άλήθειας: σ τή ν κ οινω νική άγω γή ύπάρχουν πολλές γυναίκες. Κι έγώ τό ΐδ ιο είμαι. Ά π ό μένα δέ θ ’άκούσετε τίπ οτε τό έπ ισ τη μ ο νικό ... Ε ίστε ευ χ α ρ ισ τη ­ μένοι; Ό Ά ν τ ό ν όλο καί γύριζε τό κεφ άλι του πίσω ά π ' τό κάθισμά του, κοιτώ ντας μέ γουρλω μένα τά μεγάλα μάτια του τόν ά σ υνή θισ το έπιβά τη. —"Ο λο σέ μένα κοιτάει! γελούσε ή Μ πόκοβα. Τί μέ κοιτάει έτσι; γΟ Ά ν τ ό ν κ οκκ ίνιζε μουρμουρίζοντας κάτι μές στά δόντια του, καί κεντρ ίζο ντας τ ’ άλογα. Στό Σταθμό μας ύπ οδέχθηκα ν γεμάτα ένδιαφ έρον τά παιδιά κι ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς. Ό Σεμιόν Κ αραμπάνοφ σκαρφ άλω σε στη θέση του, όλότελα σ α σ τισ μ ένος. Ό Ζ αντόροφ είχε μισοκλείσ ει τόνα του μάτι καί χαμογελούσε. Π αρουσ ίασ α τή Μ πόκοβα στά παιδιά κι αύτά τή ν πήραν πρόσχαρα νά τή ς δείξουν τό Σταθμό. Ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς μέ τράβηξε ά π ’ τό μανίκι καί μέ ρώτησε: 15


— Καί τί πρέπει νά τή ν ταΐσουμε; — Μά τό θεό, ούτε καί ξέρω τί τίς ταΐζουν, άπ ά ντη σ α στόν ΐδ ιο τόνο σ τόν Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς. — Ν ομίζω πώς γι ’ αύτή θά χ ρ εια σ τε ί περ ισ σ ό τερ ο γάλα. Τί λες κι έσύ, έ; —“Ο χι, Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς. Χ ρειάζεται κάτι πιό στερεό... — Καί τί νά κάνω; Νά σφάξουμε κανένα γουρούνι; Μ ά ό Έ ν το υ ά ρ ν τ Ν ικ ο λά γεβ ιτς δέ θά δόσει. Ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς π ήγε νά φ ρ ο ντίσ ει γιά τή ν τρ ο φ ο δ ο ­ σία τή ς σ πουδαίας μ ουσ αφ ίρισ σ ας, κι έγώ τράβηξα νά βρω τή Μ πόκοβα. Π ρόφ τασ ε κ ιόλα ς νά γ νω ρ ισ τεί μέ τά παιδιά καί τούς έλεγε: — Νά μέ λέτε Μ αρία Κ οντράτιεβνα. — Μ αρία Κ οντράτιεβνα; Π ερίφ ημα!... Δ έστε λ ο ιπ ό ν, Μ α­ ρία Κ οντράτιεβνα, νά ή σ έρα μας. Μ όνοι μας τή φτιάξαμε, νά, έγώ έχω άκόμα τούς ρόζους στά χ έρ ια άπ* τό σ κάψ ιμ ο, βλέ­ πετε; ' Ο Κ αραμπάνοφ έδειχνε σ τή ν Μ αρία Κ οντράτιεβνα τή χερ ούκ λα του πού ’μοιάζε μέ φτυάρι. — Ψ έματα λέει, Μ αρία Κ οντράτιεβνα. Ο ί ρόζοι αύτουνου είναι ά π ’ τά κουπιά! Ή Μ αρία Κ οντράτιεβνα σ τρ ιφ ο γύρ ιζε ζωηρά τ ’ όμορφ ο ξανθό κεφ άλι της, χω ρ ίς έσάρπα πιά, κι ένδια φ ερόταν πολύ λίγο γιά τή σέρα καί τίς άλλες έπ ιτυ χίες μας. “Εδειξαν σ τή Μ αρία Κ οντράτιεβνα καί τό κ ό κ κ ινο σ π ίτι. — Καί για τί δέν τό άποτελειώ νετε; ρώ τησε ή Μ πόκοβα. —"Ε ξι χ ιλ ιά δ ες, είπε ό Ζ αντόροφ. — Καί δέν έχετε λεφτά; Φ τω χαδάκια! — Κι έσ εΐς έχετε; έβαλε ένα μουγκρητό ό Σεμιόν. ~Ω, μά τότε πού βρίσ κετα ι τό ζήτημα; Ξ έρετε τί; Δέν καθόμαστε έδώ στό χορ τα ρ ά κ ι; ' Η Μ αρία Κ οντράτιεβνα έκατσε μέ μιά χαριτω μ ένη κ ίνη σ η στό χορ τά ρ ι πλάι σ τό κ όκκ ινο σ π ίτι. Τά παιδιά τή ς π εριέγραψ αν μέ ζω ηρά χρώ ματα πόσο σ τενόχω ρα περνάμε, καθώς καί τή μελλούμενη θαυμάσια ζωή πού θά κάνουμε, μετά τή ν έπισκευή φυσικά τοΰ κόκκινου σπιτιού. — Κ αταλαβαίνετε; Τ ώ ρα είμαστε όγδόντα παιδιά, ένώ τότε θά γίνουμε έκατόν ε’ίκοσ ι. Κ αταλαβαίνετε; ’Α π ’ τόν κήπο βγήκε ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς . Π ίσ ω ίου ή "Ο λια Βόρονοβα κουβάλαγε μιά πελώ ρια στάμνα, δυό χω ματέ­ 16


νια χω ρ ιά τικα κύπελλα καί μισ ό σ ικ α λ ίσ ιο ψωμί. Ή Μ αρία Κ οντράτιεβνα Εμεινε μέ τό στόμα άνοιχτό: — Κ ο ιτάχτε, τί ΟαΟμα, πόσο υπέροχα είναι όλα έδώ! Α ύτός είναι ό παπ ο ύλη ς σας; Ε ίναι μ ελισ σ ο κ ό μ ο ς, δέν ε ίν 1 Ετσι; —“Ο χι, δέν είμάι μ ελισ σ ο κ ό μ ο ς, Εκανε μ ’ ένα φω τεινό χα μ όγελο ό Κ αλίνα ’ Ιβάνοβ ιτς, καί ποτέ μου δέν ήμουνα μ ελισ σ οκ ό μ ο ς, μόνο πού αύτό τό γάλα είνα ι καλύτερο άπ ό κάθε μέλι. Α ύτό δέν τό 'φ τιά ξ ε κάποια γυναικούλα, μά ό ’ Ε ρ γα τικ ός Σταθμός Μ αξίμ Γ κόρκι. Τ έτιο γάλα, σ τή ζωή σας δέν Εχετε ματαπιεΐ: καί κρύο καί γλυκό. * Η Μ αρία Κ οντράτιεβνα χτύ π η σ ε παλαμάκια κι Εσκυψε πάνω ά π ’ τό κύπελλο, όπου Εριχνε τελετουργικά τό γάλα ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς . Ό Ζ αντόροφ βιάστηκε νά έκμεταλλευτεί αύτή τή σ οβαρή στιγμή: —’ Ε σείς Εχετε τίς Εξι χ ιλ ιά δ ες καί κάθονται τζάμπα στό συρτά ρι σ ας, ένώ έμεΐς δέ μπορούμε νά Επισκευάσουμε τό σ πίτι. Αύτό είναι άδικο, καταλάβατε;... — Αύτό δέν είνα ι γάλα, μά πραγματική εύτυχία!... Π οτέ στή ζωή μου... — Λ οιπόν, κι οί Εξι χιλ ιά δ ες; χαμ ογελούσ ε μέ θράσ ος ίσ ια κατά πρόσω πο ό Ζ αντόροφ. — Μ ά, τί υ λ ισ τή ς είνα ι αύτό τό παιδί, είπε μ ισ οκ λείνοντα ς τά μάτια ή Μ αρία Κ οντράτιεβνα. Σας χρ ειά ζο ντα ι Εξι χιλ ιά δες; Μά έγώ τί όφ ελος θά ’χω ά π ’ αύτό; Ό Ζ αντόροφ κοίταξε γύρω του ά ν ίσ χυ ρ ο ς κι άνοιξε τά χέρια του, Ετοιμος νά προτείνει γ Γ άντάλλαγμα σ τίς Εξι χιλ ιά δ ες όλα τά ύπάρχοντά του. Ό Κ αραμπάνοφ δέ σ κ έφ τηκε πολύ. —’ Εμείς μπορούμε νά σας προσφ έρουμε οσ η θέλετε τέτια εύτυχία. — Τ ί, τί εύτυχία; Ελαμψε μ ’ όλα τά χρώ ματα τή ς “ίρ ιδα ς ή Μ αρία Κ οντράτιεβνα. — Π αγω μένο γάλα. Ή Μ αρία Κ οντράτιεβνα Επεσε μπρούμυτα σ τό χ ο ρ τά ρ ι σκασμένη σ τά γέλια. —Ό χ ι , δέ θά μέ ξεγελάσ ετε μέ τό γάλα σας! Θ ά σας δόσω τίς Εξι χ ιλ ιά δ ες, άλλά σ είς πρέπει νά μου πάρετε σαράντα παιδιά... καλά παιδιά! Μ όνο πού τώρα αύτοί... τά ξέρετε αύτά... είναι κάπως πιό βρώ μικοι... Τά παιδιά σοβαρεύτηκαν. ‘ Η Ό λ ι α Βόρονοβα κουνούσε τή 17


στάμνα σάν έκκρεμές καί κοίταζε κατάματα τή Μ αρία Κ οντράτιεβνα. — Καί γιατί ό χ ι; είπε. Θά τά πάρουμε τά σ αράντα παιδιά. — Π άτε με νά πλυθώ, καί θέλω νά κοιμηθώ ... Τ ίς £ξι χιλ ιά δ ες θά σ άς τίς δόσω. — Στά χω ρά φ ια μας δέν έχετε πάει άκόμα. — Στά χω ρά φ ια θά πάμε αύριο. Σύμφωνοι; ' Η Μ αρία Κ οντράτιεβνα έμεινε στό Σταθμό τρεις μέρες. Τό βράδυ κιόλα ς τής πρώ της μέρας ήξερε π ο λλά άπ ’ τά παιδιά μέ τό όνομά τους καί κουβέντιαζε μαζί τους ως άργά τή νύχτα καθισμένη σ τό παγκάκι τοΰ παλιοϋ κήπου. Τά παιδιά τήν πήγαιναν βαρκάδα, σ τίς κούνιες, μόνο πού δέν πρόλαβε νά δει τά χω ράφια καί μ ό λις καί μετά βίας βρήκε καιρό νά υπογράψουμε τό συμφ ω νητικό. Κατά τό σ υμ φ ω νητικό, ή Π αιδική Βοήθεια τής Ο υκρανίας έπαιρνε τήν υποχρέω ση νά μάς μεταβιβάσει έξι χιλ ιά δ ες γιά τή ν ανοικοδόμησ η τοΰ κόκκινου σ π ιτιού, ένώ έμεΐς ύστερα ά π ’ τίς έπισκευές άναλαβαίναμε τήν υποχρέω ση νά παραλάβουμε σ αράντα έγκαταλειμμένα παιδιά. Ή Μ αρία Κ οντράτιεβνα ήταν κατενθουσιασμένη ά π ’ τό Σταθμό. — Ε ίναι παράδεισος έδώ. έλεγε. “Εχετε θαυμάσιους, πώς νά τό πώ... —’Α γγέλους; —“Ο χι αγγέλους, μά νά, άπλά άνθρώπους. Δέ συνόδεψ α τή Μ αρία Κ οντράτιεβνα. Ούτε στό κάθισμα τού άμαξά έκατσε ό Μ πράτσενκο καί τίς χα ίτες τών αλόγω ν δέν τίς έπλεξαν. Στό άμάξι άνέβηκε ύ Κ αραμπάνοφ. Δέν ξέρω γιατί ό Ά ν τ ό ν παραχώ ρη σ ε σ ’ αύτόν τή θέση του. Τά μαύρα μάτια τού Κ αραμπάνοφ λάμπανε, κι ήτα ν γεμάτος άπό δια βολεμένα χ α μ ό ­ γελα, πού τά σ κό ρ πα γε έδώ κι έκεΐ σ ’ ό λό κ λη ρ η τήν αύλή. —'Υ π ο γρ ά φ τη κ ε τό συμ φ ω νητικό, Ά ν τ ό ν Σ εμ ιόνοβιτς; μέ ρώ τησε ήσ υ χα , —' Υ πογράφτηκε. — Π ολύ καλά, λοιπόν. *Έχ, τα ξίδι πού θά κάνει ή μ ορφ ο­ νιά! Ό Ζ αντόροφ έσ φ ιγγε τό χ έρ ι τής Μ αρία Κ οντράτιεβνα: —’Ελάτε τό καλοκαίρι! “Α λλω στε, μάς τό ύποσχεθήκατ». — Θά ’ ρθω, όπω σδήποτε. Θά νοικιάσω έδώ κοντά μιά βίλα — Καί για τί βίλα; ‘Ελάτε σέ μάς... Ή Μ αρία Κ οντράτιεβνα κούναγε τό κεφάλι τη ς σ * όλες \ \ . 18


μεριές καί χάριζε σ ’ όλους άπό μιά χαϊδευτική χαρούμενη ματιά. Ό Κ αραμπάνοφ γύρισε α π ’ τό σταθμό ά νή σ υ χο ς. Ξέζεψε τ ’ άλογα έχο ντα ς δίπλα του τό Ζ αντόροφ , πού τόν άκουγε κι έκείνος μέ κάποια άνη σ υχία . Τούς πλησ ίασ α. — Σάς έλεγα πώς ή σ τρ ίγγλ α Οά μας βοηθήσ ει, έτσι κι εγινε. — Μ ά, πώς τή λες σ τρίγγλα; — Μ πά, καί μήπως νομ ίζεις πώς ή σ τρ ίγγλα πρέπει όπωσδήποτε νά *χει γυρισ τή μύτη καί μεγάλα νύχια; ’Ό χ ι. Οί άληθινές σ τρ ίγγλ ες ε ίν ’ όμορφες!

2. Ο ΟΤΣΕΝΑΣ Ή Μ πόκοβα δέ μάς γέλασε: σέ μιά βδομάδα κιόλα ς πήραμε τήν έπιτα γή γιά έξι χ ιλ ιά δ ες ρούβλια, κι ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς ά ρ χισ ε καί πάλι νά βογγάει δυνατά μέσα σ τό ν καινούργιο οικ οδομ ικ ό πυρετό. Βόγγαγε καί τό τέταρτο τμήμα τοΰ Ταρανέτς, πού τοΰ δόθηκε ή αποσ τολή νά φ τιάξει άπό χλω ρή ξυλεία καλές πόρτες καί παράθυρα. Ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς τά ’χε βάλει μέ κάποιον άγνω στο άνθρωπο καί τόν κακολογούσε α σ τα μ ά τη ­ τα: — Ποϋ νά τού χφ τιάξουν τό κιβούρι άπό χλω ρόξυλο όταν τά τινάξει, τό παράσιτο!... Μ πήκαμε σ τή ν τελευταία πράξη τοΰ τετράχρονου άγώ να μέ τά χαλά σ μα τα τού Τ ρέπκε. "Ο λους μας, ά π ’ τόν Κ αλίνα Ίβ ά ν ο β ιτ ς κι ως τόν Σούρκα Ζ εβέλι, μας έκαιγε ό πόθος νά τελειώ σουμε όσ ο μπορούμε γρη γο ρ ό τερ α τό σ π ίτι. “Επρεπε τό ταχύτερο νά πετύχουμε αύτό πού όνειρευόμα σ ταν τόσο πολύ καί τόσο έπίμονα. Ε ίχα ν ά ρ χίσ ει νά μάς χτυπούν σ τά νεύρα οί άσβεσ ταριές, οί τούφες ά π ’ τ ’ ά γ ρ ιό χο ρ τα , τά κακοφ τιαγμένα μονοπάτια σ τό πάρκο, τά σπασμένα τούβλα, καί τά σ κ ό ρ πια σ ’ όλο τόν περ ίβο λο ύπολείμματα ο ικοδομικώ ν ύλικών. Ε ίχαμε μόνο όγδόντα άνθρώπους. Τά κυριακάτικα συμ βούλια τών διοικη τώ ν, ύστερα άπό μεγάλη έπιμονή έβγαζαν ά π ’ τό Σέρε δυό - τρία μικτά τμήματα γιά τα χτο π ο ίη σ η τού περίβολου. ‘ Α ρπάζονταν τα χτικ ά μέ τόν Σέρε: — Λόγο τιμ ή ς, αύτό πάει πολύ! Μ ά, έσεΐς τά έχετε όλα τα χτοπ οιή σ ει κι όλα αστράφτουν. 19


' Ο Σέρε έβγαζε ήρεμα τό τσαλακω μένο μπλοκάκι του καί άνέφερε χω ρ ίς νά φωνάζει, πώς, άντίθετα, όλες οί δικές του δουλιές είνα ι παρατημένες, πώς υπάρχει δουλιά μέ τό καντάρι, κι άν δίνει δυό τμήματα γ ιά τή ν τα χ το π ο ίη σ η του π ερίβολου τό κάνει μόνο καί μόνο για τί άναγνω ρίζει τήν άνάγκη νά γίνει κι αύτή ή δουλιά, ά λλιώ ς ποτέ του δέ θά τά ’δινε παρά θά τά εστελνε νά ξεδιαλέξουν τό στάρι είτε νά έπισ κευάσουν τά θερμοκήπια. Οί δ ιο ικ η τές μουρμουρίζουν δυσαρεστημένα, πνίγοντας μέσα τους δυό ά ντίμ α χα σ υναισθήματα: τό θυμό ά π ' τό πείσμα του Σέρε καί τό θαυμασμό τους γιά τή σταθερή γραμμή πού άκολουθεΐ. Αύτή τή ν περίοδο ό Σέρε τελείω νε τή ν όργάνω ση τής άμειψ ισπορας. Τ ότε ό λο ι μας νιώ σαμε ξαφ νικά πόσ ο μεγάλω σε τό ά γρ οτικ ό νο ικ ο κυ ρ ιό μας. Μέσ* άπ* τά παιδιά ξεπετά χτη κ α ν άνθρω ποι πισ το ί σ ’ αύτό τό έργο πού τό ’ βλεπαν σ ά δικό τους μέλλον. ’ Ιδιαίτερα ξεχώ ριζε άνάμεσά τους ή Ό λ ι α Βόρονοβα. “Α ν ή γή τραβούσε τόν Κ αραμπάνοφ, τόν Β όλοχοφ , τόν Μ πουρούν, τό ν Ό σ ά ν τ σ ι, αύτό ήτα ν μιά έλξη αισ θη τικ ού χα ρ α χτή ρ α . ’Α γά π η σ α ν τή ν άγρ ο τικ ή δουλιά, τή ν άγάπησαν χω ρίς κάν νά σ κέφ τοντα ι γιά κ άπ οιο π ροσ ω π ικό τους όφελος, μπήκαν σ ' αύτή, δίχω ς νά κοιτού ν πίσω τους καί δίχω ς νά συνδέουν μ ’ αύτή τό μ έλλον τους ή τίς άλλες κ λ ίσ εις πού είχαν. 'Α π λ ο ύ σ τα τα ζούσ αν καί χ α ίρ ο ν τα ν τή θαυμάσια ζωή, μάθανε νά έκτιμούν τίς δύσκολες μέρες πού πέρασαν, μάθανε νά περιμένουν τήν αύριανή μέρα σά γ ιο ρ τή . “Η ταν σ ίγο υ ρ ο ι πώς όλες αύτές οί μέρες, θά τούς ό δ η γή σ ο υ ν σέ κ αινο ύρ γιες καί μεγάλες έπ ιτυ χίες, μά τί θά ’ναι αύτές οί έπιτυ χίες ουτε κάν τό σκέφ τονταν. Ε ίναι άλήθεια πώς ό λο ι τους έτοιμ άζοντα ν γ ιά τό έργατικό πα νεπ ισ τή μ ιο , όμως μ ’ αύτό δέ συνέδεαν κάποιο συγκεκριμένο όνειρ ο , άκόμα δέν ξέρανε σέ τί κλάδο ήθελα ν νά σπουδάσουν. "Η τανε κι ά λ λα παιδιά πού άγαπούσαν τίς ά γρ ο τικ ές δουλιές, όμως αύτά Εβλεπαν τό ζή τη μ α πιό πραχτικά . Π αιδιά σάν τόν Ό π ρ ίσ κ ο καί τόν Φ εντορένκο, δέν ήθελαν νά πανε σ χ ο λ ε ιό , μήτε κι είχ α ν Ιδιαίτερες ά π α ιτή σ εις άπό τή ζωή. Μέ μιά καλόκαρδη σ εμνότητα , πίστευαν πώς τό ν ’ ά π ο χτή σ ο υ ν δικό τους ά γροτικ ό νο ικ ο κυρ ιό , νά φ τιάξουν Ενα καλό χ ω ρ ια τό σ π ιτο , νά ’χουν άλ ο γο καί γυναίκα, νά δουλεύουν τό κ α λ ο κ α ίρ ι, «άπό νύχτα σέ νύχτα», νά τά μαζεύουν καί νά τά τα χτο π ο ιο ύν όλα ως 20


τό φ θινόπω ρο, καί τό χειμώ να νά τρώ νε μπουγάτσες καί μπόρς, τη γα νίτες καί λαρδί, γλεντώ ντα ς δυό φ ορές τό μήνα στά δικά τους ή τά γειτο νικ ά βαφ τίσια, στους γάμους, στά γενέθλια καί σ τ ’ άρραβω νιάσ μ ατα. αυτό είνα ι ένα θαυμάσιο μ έλλον γ ιά τόν άνθρωπο. ' Η Ό λ ι α Β όρονοβα τραβούσε άλλο δρόμο. Κ οίταγε τά δικά της καί τά γ ειτο νικ ά χω ρά φ ια μέ τό σ το χ α σ τικ ό κι ά ν ή σ υ χο μάτι τής κομσομόλας, γ Γ αυτήν σ τά χω ρά φ ια γεννιο ύντα ν ό χ ι μόνο μ πουγάτσ ες μά καί προβλήματα. Ο ί έξή ντα ντεσ ια τίνες μας, πού μέ τόση έπιμονή δούλευε ό Σέρε, ούτε τό ν ’ίδιο, ούτε τούς μαθητές του τούς έμπόδιζαν νά ό νειρ εύονται ένα πλούσ ιο νο ικ ο κ υ ρ ιό μέ τό τρ α χτέρ καί μ Έ να χ ιλ ιό μ ετρ ο τίς αύλακιές. Ό Σέρε ήξερε νά μ ιλάει στά παιδιά πάνω σ ’ αύτό τό θέμα, κι είχ ε σ χ η μ α τισ τεί γύρω του μιά όμάδα μόνιμω ν άκροατώ ν. Σ ’ αύτήν, έξω ά π ’ τά παιδιά, έπαιρναν πάντα μέρος ό Σ πυριντόν, ό γραμματέας τής Κ ομσ ομόλ τής Γ κοντσ αρόφ κα κι ό Π άβελ Γϊάβλοβιτς. Ό Π άβελ Π ά β λο β ιτς Ν ικ ο λά ενκο , άν καί είκ ο σ ιέξι χρονώ ν, δέν είχε άκόμα παντρευτεί καί σύμφωνα μέ τά μέτρα τού χω ριού θεω ρούνταν γερ ο ντο π α λίκα ρο . Ό πατέρας του, ό γερο - Ν ικολάενκο, μ εγα λο νο ικ ο κύ ρη ς, κουλάκος, μας π αρ ίσ τανε τό φτω χόπρόδρομο,ένώ σ τή ν ούσία έκμ εταλλευόταν έξυπνα τούς περιπλανώμενους π ιτσ ιρ ίκ ο υ ς έργάτες γής. "Ισω ς γ ι ’ αύτό κι ό Π άβελ Π ά β λο β ιτς δέν άγαπούσε τό π ατρικό του, καί σ τρ ιφ ο γύρ ιζε σ υνέχεια σ τό Σταθμό μέ τόν Σέρε, δουλεύοντας σ τίς πιό λεπτές δουλιές τή ς σ ποράς. Στά μάτια τών τροφίμω ν έπαιζε τό ρόλο τού όργανω τή. Ό Π άβελ Π ά β λοβ ιτς ήτα ν άνθρω πος δια βασ μ ένος κι ήξερε ν ’ άκούει μέ π ροσοχή τόν Σέρε. Κι ό Π άβελ Π ά β λο β ιτς κι ό Σ πυριντόν, ό λο κι έφερναν τήν κουβέντα γύρω ά π ' τό θέμα τής άγροτιάς. Τ ό μ εγάλο νοικ οκυ­ ριό αύτοί τό ’ βλεπαν μόνο σάν κ οινό ά γρ ο τικ ό νο ικ οκυρ ιό. Τά καστανά μάτια τής “Ο λια Β όρονοβα τούς βλέπαν έπίμονα καί Γ.λαμπαν μέ συμπάθεια, όταν ό ΙΙάβ ελ Π ά β λο β ιτς έλεγε χα μ η λ ό ­ φωνα: —Ή γώ έτσ ι νομίζω: Π ό σ ο ι άνθρω ποι γύρω μας δουλεύουν ιΊίχο>ς κανένα όφ ελος; Γιά νά φέρουν κέρδος τά κ όπια τους πρέπει νά τούς μορφώ σεις. Καί π οιός Οά τούς μορφώ σει; Μ ορφώνεται ό μουζίκος; "Ας πάει κατά διαόλοι:, αύτός δύσκολα μορφώ νεται. Νά, ό 'Γ.ντουάρντ Ν ικ ο λά γεβιτς ό λα τά υπ ολόγισ ε 21


καί μάς τά 'π ε . Ό λ α σωστά. Ετσι πρέπει νά δουλεύουμε! Μά, αυτός ό διά ολος δέν πρόκειται νά δουλέψ ει έτσι! Α ύτός θέλει τό δικό του... — Μά, τά παιδιά τοΰ Σταθμού δουλεύουν, έλεγε π ρ ο σ εχτικ ά ό Σ πυριντόν, άνθρω πος μέ βαρύ καί μυαλω μένο λόγο. — Τά παιδιά τού Σταθμού; λέει χαμογελώ ντας μ ελα γχολικ ά ό Π άβελ Π ά β λο β ιτς, ξέρεις, δέν είναι τό ίδιο πράγμα. Χ αμογελάει τό ϊδ ιο κι ή Ό λ ι α , σταυρώ νει τά χέρ ια της, σάν νά πρόκειται νά σπάσ ει καρύδι, καί ξαφνικά ρίχνει ζω ηρά τή ματιά της σ τις α ντικ ρ ινές λεύκες. Οί χρυσ ές κοτσίδες της γλισ τρού ν ά π ’ τούς ώμους καί μαζί τους γλισ τρά ει ώς κάτω χαμ ηλά κι ή π ρ ο σ εχτικ ή γκρ ίζα ματιά τού Π άβελ Π άβ λοβ ιτς. — Τά παιδιά δουλεύουν γιατί δέ σκέφ τονται καθόλου ν ’ α σ χολ η θο ύ ν μέ τή γή, ένώ οί μουζίκοι ολη τους τή ζωή βασανίζονται μ ' αύτή, οπως καί τά παιδιά τους κι όλοι τους... — Καί λο ιπ ό ν; δέν καταλαβαίνει ό Σπυριντόν. Είναι φανερό, λέει μ ’ άπ ο ρ ία ή Ό λ ια . Οί μουζίκοι πρέπει νά δουλεύουν άκόμα καλύτερα στήν κομμούνα. — Καί πώς αύτό τό πρέπει; ρωτάει χαϊδευτικά ό ΙΙάβελ Π άβλοβιτς. Ή Ο λια κοιτάει θυμωμένη στά μάτια τόν Π άβελ Π άβ λο­ βιτς πού ξεχνάει γιά μιά σ τιγμ ή τίς κοτσ ίδες της. βλέποντας μόνο αύτό τό θυμωμένο μάτι πού τώρα δέ μοιάζει σ χεδόν καθόλου κ ο ρ ιτσ ίσ τικ ο . — Π ρέπει! Κ αταλαβαίνεις τί θά πει «πρέπει»; Νά, όπως δυό καί δυό μάς κάνουν τέσσερα! Αύτή τή σ υζή τη σ η τήν άκούν ό Κ αραμπάνοφ κι ύ Μ πουρούν. ΓΓ αυτούς τό θέμα εχει άκαδη μ αϊκή σ ημ ασ ία , οπως καί ή κάθε συζή τη σ η γιά τούς χω ριάτες α π ' τούς όποιους ς έ κ ο ν α ν μιά γιά πάντα. 'Ό μ ω ς, τόν Κ αραμπάνοφ τόν τραβάει ή όξυμένη σ υζή τη σ η καί δέ μπορεί ν ' άρνηθεί τή σ υμμετοχή σέ μιά τέτια ενδιαφέρουσα ά σ κ η σ η . —Ή 'Ό λ ια μιλάει σωστά: πρέπει, θά πει, νά τούς πιά σ εις Ku i νά τούς υποχρεώ σεις. — Kui πώς Οά τούς υποχρεώ σ εις; οίοταει ό Π άβελ Π άβλοβιτς. —"Ο πως λάχει! ανάβει κι ό Ιε μ ιό ν . Πώς υποχρεώ νουν τούς ανθρώπους; Μέ τή βία. Δός μου τώρα όλους αυτούς τους χω ριάτες σου καί σέ μιά βδομάδα Οά μου δουλεύουν εμένα σάν αγγελούδια. Καί σέ δυό βδομάδες Οά μου λένε κι ευχαριστώ . 22


— Καί μέ τί δύναμη; Θά τούς σ π ας τή μούρη; λέει μ ίσ οκ λείνοντας τά μάτια ό Π άβελ Π άβλοβιτς. Ό Σεμιόν κάθεται γελώ ντας σ τό σκαμνί του ένώ ό Μ πουρούν, εξη γεί συγκραχημένα καί μέ περιφ ρόνησ η: — Νά τούς σπας τή μούρη είναι κολοκύθια! Π ραγματική δύναμη θά πει πιστόλι! ' Η 'Ό λ ια γυρίζει καί τόν δασκαλεύει: — Τ ίποτε δέν καταλαβαίνεις; <5ν οί άνθρω ποι μπορούν νά κάνουν κάτι, θά τό κάνουν καί χω ρ ίς τό δικό σου π ισ τό λι. Θ ά τό κάνουν μόνοι τους. Χ ρειάζεται μόνο νά τούς μ ιλ ή σ εις καί νά τούς έξη γή σ εις σωστά. Ό Σεμιόν κ α τά π λη χτο ς σηκώ νεται α π ’ τό σκαμ νί του, μέ γουρλωμένα τά μάτια: —"Ε χ. Ό λ γ ά κ ι μου... κατά πώς σ κέφ τεσ αι, δέ βρίσ κ εις άκρη... Ν ά τούς έξη γή σ εις... Ά κ ο ΰ ς , Μ πουρούν; 'Έ ; Καί τί θά τούς έξη γή σ εις έλόγου σου σάν αύτός θέλει νά γίνει κουλάκος; — Καί ποιός θέλει νά γίνει κουλάκος; α νο ίγει μέ ά γα νά χτη ση τά μάτια της ή ’Ό λ ια . — Τί ρωτάς, ποιός; "Ο λοι τους. 'Ό λ ο ι ως τόν ένα. Ά κ ό μ α κι ό Σ πυριντόν κι ό Π άβλο Π άβλοβιτς... Ό ΙΙάβελ Π άβ λοβ ιτς χαμ ογελάει. Ό Σ πυριντόν, ξα φ νια ­ σμένος α π ' τήν έπίθεση μπορεί μόνο νά πει: — Γιά πρόσεχε... —Έ σ ύ πρόσεχε! Α ύτός είναι κομσ ομ όλος μόνο καί μόνο γιατί είναι άχτήμονας. Δ όστου ομως μονοκοπανιάς είκοσι ντεσιατίνες καί αγελάδα καί πρόβατα κι ενα καλό άλογο καί τότε Οά δεις! Π άνω σ τό σ βέρκο του θά κάτσει τήν ’Ό λ γ α καί δρόμο! Ό Μ πουρούν γελάει ξεκ α ρ δισ τικά καί βεβαιώ νει έπίσημα: — Θά κάτσει! Κι ό Π άβλο Οά κάτσει! — Στό διάολο, λέρες! λέει π ρ οσ βλημένος στό τέλος κι ό Σ πυριντόν, κ ατα κόκ κ ινος καί σ φ ίγγο ντα ς τίς γροθιές του. Ό Σ εμιόν φέρνει βόλτα γύρω ά π ’ τό παγκάκι, σ ηκώ νοντα ς πόη. τόνα καί πότε τ ' άλλο του πόδι, συνεπαρμένος ά π ’ τό μεγάλο ενθουσιασμό πού τόν £πιασε. Ε ίναι δύσ κολο νά καταλά­ βει^ αν μιλάει σοβαρά ή πειράζει τούς χω ριάτες. Α ν τ ίκ ρ υ σ τό παγκάκι κάθεται χάμου σ τό χο ρ τά ρ ι ό Σ ιλά ντι i.» μΐονοβιτς Ό τ σ ε ν ά ς . Εχει ενα κεφάλι «μπυροκάζανο», μουιρο κόκκινο, άχρω μο ψ αλιδισ μένο μουστάκι και σ τή ν καράφλα mi ι>ί·τε μιά τρίχα. Τ έτιους άνθρώπους συναντάς σ ήμ ερα πολύ 23


σπάνια. ’ Ενώ τόν π α λιό καιρό, περιφ έρονταν π ο λλοί τέτιοι φ ιλ όσ οφ ο ι σ ’ δ λ η τή Ρωσία, πού δέ φ ιλοσ οφ ούσ αν μόνο γύρω ά π ’ τήν άλήθεια, μά καί ή ξεραν τί πάει νά πει καλό κρασί. —Ό Σ εμ ιόν σω στά μάς τά λέει έδώ πέρα. Ό μ ουζίκος δέν καταλαβαίνει άπό παρέα, γ ιά νά λέμε τήν άλήθεια. "Αμα τούτος δώ £χει Ενα ά λ ο γο , θά γυρέψ ει μετά καί μουλαράκι γιά νά 'χ ε ι δυό άλογα, καί μετά βάλτου ρίγανη. Ν ά, αύτή είνα ι ή ισ τορία. Ό Ό τ σ ε ν ά ς χειρ ο νο μ ά ει, κουνώ ντας τή γροθιά του μέ τό μεγάλο σ τραβ ό δάχτυλο τεντω μένο καί μ ισ ο κ λείνει πονηρ ά τά ξεθω ριασμένα ματάκια του. — Δ η λα δή , τί θέλεις νά πεις, ότι τ* άλογα κουμαντάρουν τόν άνθρωπο; ρωτάει πειραγμένος ό Σπυριντόν. —’ Εδώ πέρα, αύτό είνα ι τό σω στό: Τά άλογα κουμαντάρουν, αύτή είνα ι ή ισ τορία. Τά άλογα κι οί άγελάδες. Κι &ν μείνει κανείς όρφ ανός άπό τέτια, τότε είναι μόνο γιά νά φ υλάει τά μποστάνια. Αύτή είνα ι ή ίσ το ρ ία , δηλα δή. Τ όν Σ ιλά ντι τόν άγαποΰσαν δ λ ο ι σ τό Σταθμό. Μ εγάλη συμπάθεια του ’τρεφε κι ή “Ο λια Β όρονοβα. Καί τώρα στέκεται πλάι του, σκύβει μέ συμπάθεια πάνω του, έ ν ώ ό ίδ ιο ς γυρίζει σάν σ τόν ή λ ιο τό φαρδύ γελούμενο πρόσω πό του. — Τ ό λοιπ ό ν, όμορφούλα μου; —’ Εσύ Σ ιλά ντι, πας άκόμα μέ τό παλιό. Μέ τό παλιό. ’ Ενώ γύρω σου ξεπηδάει παντού τό κ αινούργιο. Ό Σ ιλά ντι Σ εμ ιό νο βιτς Ό τ σ ε ν ά ς , μάς ήρθε ουρανοκα τέβα­ τος, ούτε κάν ξέραμε άπό πού Επεσε. Δέν είχε τίπ οτα μαζί του, π έρ ' άπό μιά πάνινη πουκαμίσα κι Ενα κουρέλι γιά παντελόνι στά ξυπόλητα ποδάρια του. Α ύτό ήτα ν όλο. Ούτε ραβδί δέν κράταγε στά χέρ ια του. Γιά κάτι ίδια ίτερ ο άρεσε στά παιδιά αύτός ό λεύτερος άνθρω πος, γ Γ αύτό κι ένθουσιασμένα μοΰ τόν κουβάλησαν σ τό γραφείο. —Ά ν τ ό ν Σ εμ ιόνοβιτς. κοιτάξτε τί άνθρω πος μάς ήρθε! ' Ο Σ ιλά ντι μέ κοιτούσε μ ’ ένδιαφέρον, καί χα μ ο γελούσ ε στά παιδιά σά νά ’ταν π α λ ιο ί του γνώ ριμοι. — Κι αύτός τί είναι, νά πούμε, διευθυντής σας; Καί σέ μένα άρεσε μέ τό πρώτο. —"Η ρθατε γιά καμιά δουλιά; ' Ο Σ ιλά ντι διόρθω σε κάτι σ τή φ υσ ιογνω μία του κι αύτή πήρε αμέσως μιά ντόμπρα έκφραση πού σέ γέμιζε έμπισ τοσύνη. — Β λέπεις, έτσι έχει τό πράμα. ’ Εγώ είμ αι άνθρω πος τή ν δουλιάς, έλόγου σου έχεις δουλιά, δέ χρειάζετα ι τίποτ* άλλο λοιπόν... 24


— Καί τί ξέρετε νά κάνετε; — Π ώς νά τό ποΰμε δηλαδή: μιά πού δέν υπ ά ρ χει δώ πέρα μεγάλο κ απ ιτάλι, σάν άνθρω πος, όλα μπορώ νά τά κάνω, πού λέει ό λόγος... Ξ άψνου, γέλασε ά νοιχτόκαρδα. Γ έλασαν καί τά παιδιά, γέλασα καί γώ. ΤΗ ταν όλοφ άνερο: τό πράμα άκριβώ ς ήταν γιά γέλια. — Κι δλα μπορεΐτε νά τά κάνετε; —~Ας ποΰμε δηλαδή... Ετσι Εχει ή υπόθεση, λέει κουμπωμέ­ να τούτη τή φορά ό Σ ιλάντι. — Καί τί ξέρετε, π α ρ ’ ό λ ’ αύτά; Ό Σ ιλά ντι ά ρ χισ ε νά μετράει στά δάχτυλα: — Καί νά όργώ νω ξέρω. Καί νά σβαρνίζω . Καί μέ τ ’ άλογα νά πάω καί μ ’ δ λα τ ’ άλλα νά ποΰμε, τά ζω ντανά. Καί σ τό νοικ ο κ υρ ιό δηλαδή δέν πάω πίσω: μ αραγκοδουλιές, σ ιδεράδικο καί σόμπες. Καί μ πογια τζής καί τσ α γκ ά ρ η ς μέχρι καί παπού­ τσια. Κι άν τύχει καί σ π ίτι νά ποΰμε, καί χρ εια σ τεί νά χτίσ ουμ ε, μπορώ. Κ αί τό γουρούνι ξέρω νά τό σφάξω. Μ όνο πού δέν ξέρω νά βαφτίζω παιδιά, για τί δέ μοΰ ’ τυχε, δηλα δή... Γέλασε ξάφνου καί πάλι δυνατά, τόσο, πού τοΰ 'ρ θ α ν δάκρυα στά μάτια. — Δέ σου ’τυχε; Π ώς Ετσι; — Δέ μέ κάλεσαν ούτε μιά φορά, Ετσι έχει ή υπόθεση, δηλαδή. Τά παιδιά κυλιόντουσ α ν κάτω ά π ’ τά γέλια κι ό Τ όσκα Σ ολοβιόφ τσ ίρ ιζε σ ηκω μένος στά νύ χια πάνω σ τό ν Σ ιλάντι: — Γ ια τί δέ σέ κάλεσαν, για τί δέ σέ κάλεσαν; Ό Σ ιλά ντι σ οβ αρεύτηκε, καί σάν καλός δάσ κ αλος ά ρ χισ ε νά τοΰ έξηγεΐ: —Έ δ ώ πέρα, κατα λαβαίνεις, Ετσι Εχει τό πράμα άδερφέ μου: μ όλις Ερχεται ή ώρα νά βαφ τίσουν κάποιον, σκέφ τομαι, δπου νά ’ναι θά καλέσουν μένα. Μά, βλέπεις, υπάρχουν καί π αλιότεροι άπό μένα, καί, Ετσι Εχει τό πράμα, δηλα δή... —Έ χ ε ι ς κανένα ντοκουμέντο; ρώ τησα τόν Σ ιλά ντι. — Ε ίχα Ενα ντοκουμέντο, μέχρι τελευταία τ ό 'χ α , έδώ τό ’χα τό ντοκουμέντο. Β λέπεις, τί ισ τορία: τσέπες δέν Εχω, χά θ η ­ κε, κατάλαβες. Καί τί τό θές τό ντοκουμέντο, δτα ν ό ίδιος είμαι μ προστά σου αυτοπροσώ πω ς, δέ βλέπεις δηλαδή πώς στέκομαι μπροστά σου σά ζω ντανός; — Καί ποΰ δουλεύατε προηγούμενα; 25


— Αμ* που ντέ; Στούς ανθρώ πους, βλέπεις, δούλευα. Σέ λογής - λο γής. Καί σέ καλούς καί σέ παλιανθρώ πους, σέ διάφορους, βλέπεις τί ισ το ρ ία δηλα δή . Π ασ τρικά καί ντόμπρα, τί νά τό κρύψω: σέ διάφορους ανθρώπους. — Π έστε τή ν αλήθεια: κλέβατε καθόλου; — Θά στό πώ ισ ια καί παστρικά έδώ: δέ μου 'τ υ χ ε, κατάλαβες, νά κλέψω. Λέ μου τυχε. έδώ. νά έτσι είνα ι, δέ μου ’τυχε. Βλέπεις, τί ιστορία, δηλαδή. Ό Σ ιλά ντι μέ κοίταζε σ ασ τισ μ ένο ς. Φ αίνεται θά σκεφ τόταν πώς γιά μένα, μιά δια φ ορετική απ ά ντη σ η θά ’ τανε πιό ευχά ρ ι­ στη. Ό Σ ιλάντι έμεινε νά δουλέψει σ τό Σταθμό μας. Δ οκιμάσαμε νά τόν διορίσ ουμε βοηθό του Σέρε γιά τήν κ τηνο τρ οφ ία, μά δέ βγήκε τίποτα. Ό Σ ιλάντι δέν αναγνώ ριζε κανένα π εριορισμ ό σ τή ν ανθρώ πινη δρ α σ τη ρ ιό τη τα : γιατί ό ένας μπορεί νά τό κάνει αυτό κι ό άλλο ς ό χ ι; ΓΓ αυτό κι έκανε ολα όσα θεωρούσε αυτός πώς ήταν απαρα ίτη τα νά γίνουν, κι οταν αυτός νόμιζε πώς επρεπε νά γίνουν. ’Έ β λ επ ε χα μ ο γελα σ τό ς όλους τούς υπεύθυ­ νους, κι οί έντολές τους ά π ' τόνα αυτί έμπαιναν κι έβγαιναν ά π ’ τ ’ άλλο. Σάν νά τοΰ μιλούσαν σέ ξένη γλώ σσα. Γύριζε όλη μέρα σά σβούρα, πρόφ ταινε νά δουλέψει καί στό σταΰλο καί στά χ<οράφια καί σ τό γουρουνάόικο καί σ τή ν αύλή καί σ τό σ ιδ ερ ά δ ι­ κο καί νά πάρει μέρος καί σ τό παιδαγω γικό συμβούλιο τών διοικητώ ν. Ε ίχε τό έξαίρετο ταλέντο νά δια ισ θά νεται πού είναι τό πιό καίριο πρόβλημα σ τό Σταθμό, κι άμέσως νά φανερώνεται σ ’ αύτό σάν υπεύθυνο πρόσωπο. Δέν Αναγνώριζε τό θεσμό τών έντολώ ν. έτοιμος πάντα νά πάρει τήν ευθύνη γιά τή δουλιά του, καί πάντα μ πορούσες νά τόν κ ατσ α διάσ εις γιά τά λάθη καί τίς ά ποτυχίες του. Σ ' αύτές τίς περιπτώ σεις, έξυνε τήν καράφλα του κι άνοιγε τά χέρια: —Έ δ ώ , οπως λέμε. πραγματικά τά μπερδέψαμε, βλέπεις τί ιστορία, δηλαδή. Ά π ’ τήν πρώτη κιόλας μέρα ό Σ ιλάντι Σ εμ ιό νο βιτς Ό τ σ ε ­ νάς, ρ ίχτη κ ε μέ τά μούτρα στά κομσ ομ όλικα πλάνα, καί μιλούσε μόνιμα σ ’ όλες τίς γενικές συνελεύσ εις τής Κ ομσομόλ καί στίς συνεδριάσ εις τοΰ Γραφείου. 'Ό μ ω ς, τύχαινε νά γίνει κι έτσι: νά έρχεται στό γραφ είο μου εξαγριω μένος καί κουνώ ντας τό δάχτυλό του νά λέει μ ’ άγανάχτησ η: — Πάω. πού λέτε, κοντά τους... — Κ ο ν τά σι. ποιους;...


— Νά, σ ’ αυτούς τούς κ ομσ ομ όλους, βλέπεις, δέ μ ’ άφήνουν νά μπω. Κ λεισ τή , βλέπεις, σ υνεδρίασ η , μοΰ λένε. Ί'ούς λές μέ τό καλό: Βρέ σ εϊς, βυζανιάρικα, άμα κρύβεστε άπό μένα, έτσι καί Οά ψ οφ ήσετε, άγόυρα παιδαρέλια. Βλάκες ή σ ασ ταν, έτσι καί θά σας παραχώ σουν, σ ίγουρο πράμα, δηλαδή... — Καί τί μ ‘ αύτό; — Νά, βλέπεις τί ιστορία; Μ πάς καί δέν καταλαβαίνω δηλα δή, ή μπάς κι όλοι τους είναι μεθυσμένοι, άλλά καί γιά μεθυσμένοι δέ δείχνουν! Τούς έξηγάω: Ά π ό ποιόν τό λ οιπ όν πρέπει νά κρύβεστε; Ά π ’ τόν Λουκί, ά π ’ αύτόν τόν Σαφρόν, ά π ' τόν Μ ούσι, ά π ' αυτούς τό λοιπόν. Έ μ έ ν α ν ε , όμως, γιατί δέ μ ' αφ ήνεις νά μπω; Μ πάς καί όέ μέ γνώ ρισ ες, νά ποΰμε, ή μπάς καί σου ’στρίψ ε; Βλέπεις, τό λοιπ ό ν, τί ίσ τορία. Οϋτε κάν μ ' άκούει πού τού λέω. χα χα νίζει, νά ποΰμε, σά μικρό παι­ δί. Έσι» τούς μιλάς σοβαρά κι αύτοί κοροϊδεύουν καί νά, δ η ­ λαδή. Ό Σ ιλά ντι έπαιρνε, μέρος μαζί μέ τήν Κ ομσομόλ καί στίς υποθέσεις τοΰ σ χολειού. ' Η ρεγουλαρισμένη κ ο μσ ομ όλικη ζωή, έκανε νά όρθοποδήσει π ρ ώ τ' ά π ' όλα τό σ χ ο λ ειό μας. "Ως τότε φυτοζωούσε, μή μπορώ ντας νά ξεπεράσει τήν άποσ τροφ ή γιά τή μόρφω ση πού νιώθανε πολλά παιδιά. Κι αύτό εύκολα μπορούσε νά έξη γη θεϊ. Οί πρώτες μέρες σ τό Σταθμό Γκόρκι ήταν μέρες άνάπαυσ ης ά π ’τίς βαριές δοκ ιμ α ­ σ ίες τή ς ά λ ή τικ η ς ζωής. Κ είνες τίς μέρες δένανε τά όνειρα τών παιδιώ ν κάτω ά π ' τή σκιά τή ς ά κ α θ ό ρισ τη ς καί φ τη νή ς καριέρας τοΰ τσ α γκάρη ή τοΰ μαραγκού. Ή θριαμβική πορεία τοΰ Σταθμού μας καί τά νικ ηφ όρα σαλπίσμα τα σ τίς όχθες τοΰ Κ ιιλομάκ. άνέβασαν πολύ τήν εικόνα πού είχα ν τά παιδιά γιά τόν έαυτό τους. Σ χεδόν χω ρ ίς δυσκολία καταφέραμε νά βάλουμε μπροστά μας, στή θέση τών περιορισμένω ν τσ αγκαράδικω ν ιδανικώ ν, τά σ υ γκ λ ο νισ τικ ά κι όμορφα γράμματα:

ΕΡΓΑ Τ1Κ Ο IIΑ ΝΕΠΙΣΤ11Μ10 Τ ήν έπο χή έκκίνη οί λέξεις «έργατικό πανεπιστήμιο» πήμ αιναν άλλο πράμα, ά π ’ αύτό πού ξέρουμε σήμερα. Αύτό σήμερα δέν είναι τίπ ο τ' άλλο παρά τ ' όνομα ένός σοβαρού 27


έκπαιδευτικοΰ Ιδρύματος. Κ είνο τόν κ αιρό ήταν ή σ η μ α ία τή ς Α πελευθέρωσης τή ς νεο λα ίας ά π ’ τό σ κ ο τά δι καί τή ν άμάθεια. Τ ότε ήτα ν μιά έκθαμβω τική διακήρυξη τοΟ δικαιώ μ ατος γιά μόρφω ση, πράγμα Α συνήθιστο γ ιά όλους μας καί τή ν έποχή έκείνη, λ ό γο τιμ ή ς, βλέπαμε τό έργατικ ό πανεπ ισ τήμ ιο άκόμα καί μέ κάποια σ υγκ ίνη σ η . Γιά μας, δ λ ’ αύτά ε ίχ α ν μιά έντελώ ς π ρ α χτικ ή πλευρά: τό φθινόπω ρο του 1923 όλα τά παιδιά τά 'χ ε συνεπάρει ή έπιδίω ξη νά μπουν σ τό έργα τικ ό πα νεπ ισ τή μ ιο . Ή έπιδίω ξη αύτή είχε τρυπώ σει σ τό Σταθμό Α παρατήρητα άκόμα ά π ’ τό 1921, όταν οί γυναίκες παιδαγω γοί μας είχα ν πείσ ει τήν άτυχη τή Ραίσα νά πάει στό έργα τικ ό π ανεπισ τή μιο. Σ τό Σταθμό μας έρχοντα ν π ολλοί φ ο ιτη τές τοΰ έργατικοΰ π ανεπισ τη μίου ά π ’ τή νεολα ία τοΰ έργο σ τα σ ίο υ τοΰ σ ιδη ρ ο δρ ο μ ικ ο ύ σταθμού. Οί τρόφ ιμ οι τούς άκουγαν μέ ζή λεια νά διη γο ύ ντα ι γ ιά τίς ήρω ικές μέρες τών πρώτων έργατικώ ν σ χο λείω ν, κι αύτή ή ζήλεια βοηθούσε σ τό νά πιάνει καλύτερα ή διαφώ τιση πού κάναμε γ Γ αύτό τό ζήτημα. Κάναμε έπίσ ημ ες έκ κ λή σ εις στούς τρόφιμους νά πάνε σ τό σ χ ο λ ειό καί νά πλουτίζουν τίς γνώ σ εις τους. Τούς μιλούσαμε γιά τό έργατικό π α νεπ ισ τή μ ιο μέ τέτια λόγια, πού 'δ ε ιχ ν α ν πώς αύ­ τός ήτα ν ό πιό σ ω σ τός δρόμος γ ιά τόν κάθε άνθρωπο. 'Ω σ τ ό σ ο , μαζί μ ’ αύτά, πρέπει νά ποΰμε, πώς ο ί εισ αγω γικές έξετά σ εις στό έργατικό π α νεπ ισ τή μ ιο , φ άνταζαν στά μάτια τών π αιδιώ ν σάν ένα φ οβερά δύσ κολο κατόρθω μα, κι ά π ’ δ,τι λέγαν οί αύτόπτες μάρτυρες, π ετύχαιναν μόνο άνθρω ποι - μεγαλοφυΐες. Δ υσκο­ λευόμασταν πολύ νά πείσουμε τούς τροφ ίμους δ τι, φ οιτώ ντας καί σ τό δικό μας τό σ χ ο λ ειό , μπορούσε κανένας νά π ροετοιμ α­ σ τεί γιά μιά τέτια φ οβερή δοκιμασία. Π ολλά ά π ’ τά παιδιά ήταν κιόλα ς Ετοιμα νά μπουν σ τό έργατικ ό π α νεπ ισ τή μ ιο, δμως όλότελα Α συνείδητα, τούς είχ ε πιάσ ει μιά τέτια τρομάρα, πού άποφ άσισ αν νά μείνουν άκόμα ?να χρ ό νο σ τό Σταθμό, γιά νά έτοιμαστοΰν καλύτερα. “Ετσι έγινε μέ τόν Μ πουρούν, τόν Κ αραμπάνοφ, τόν Βέρσνιεφ, τό ν Ζ αντόροφ . Μ άς άφ ηνε ιδ ια ίτε­ ρα κατά π λη χτο υ ς τό πάθος γιά μόρφω ση τού Μ πουρούν. ' Η ταν λίγες οί περιπτώ σ εις πού χρ εια ζό τα ν νά τό ν παρακινού­ με. Μέ μιά σ ιω π η λή έπιμονή τά ’ βγάζε πέρα δ χ ι μόνο μέ τίς σ ο φ ί­ ες τή ς ά ρ ιθμ η τικ ή ς καί τής γρα μμ ατική ς, μά καί μέ τίς ίδιες τίς δικές του τίς μικρές σ χετικ ά ικανότητες. Τό πιό άπλό καί τιποτένιο ζήτημ α, ενα γρα μμ ατικό κανόνα, εναν τύπο άριθμητικοΰ προβλήμα τος, τά μάθαινε μέ μεγάλη προσπάθεια, φ ούσκω ­ 28


νε, λα χά νιαζε, Ιδρω νε καί ξεΐδρω νε, μά ποτέ του δέ θύμωνε καί δέν άμφέβαλλε γιά τήν έπιτυχία . Ή τ α ν ευτύχημα πού είχ ε τή ν πλάνη νά πισ τεύει βαθιά, 6τι ή έπισ τή μ η σ τή ν πραγματικότητα είνα ι ένα τόσ ο δύσκολο καί πολύπ λοκ ο πράγμα, πού χω ρ ίς νά καταβάλει κανένας τεράσ τιες προσ πάθειες δέ μ πορεϊ σέ καμιά περίπτω σ η νά τή ν κ α τα χτή σ ει. Μέ τόν π ιό θαυμάσιο τρόπο άρ νιότα ν νά π αραδεχτεί πώς γ ιά μερικούς, αύτές οί ίδ ιε ς οί σοφ ίες είνα ι π α ιχνιδ ά κ ι δ τι ό Ζ αντόροφ δέ δίνει γ ιά τή μόρφω ση ούτε ένα π α ρ α π α νίσ ιο λεπτό Εξω ά π ’ τίς σ υνηθισμ ένες ώρες του σ χ ο λ ειο ύ , ότι ό Κ αραμπάνοφ άκόμα καί σ τίς ώρες τοΰ μαθήματος ξ ε χ νιέτα ι, σκέφ τετα ι άλλα ά σ χετα πράματα, είτε φέρνει σ τό μυαλό του καμιά ά π ’ τίς μ ικ ρ ο ϊσ το ρ ίες τής ζω ής τοΰ Σταθμού καί δέν πρ ο σ έχει τά προβλήμα τα καί τίς ά σ κ ή σ εις. Καί τέλος, ήρθε ό κ α ιρ ό ς πού ό Μ πουρούν ξεπέρασ ε τούς σ υ ντρ ό ­ φους του, δ τα ν ο ί σ πίθες τών γνώ σεω ν πού άρπαξαν αύτοί μέ τόσο ταλέντο φ ά νη κα ν έξα ιρετικά π ερ ιο ρ ισ μ ένες μ προσ τά σ τή ν πολυμάθεια τοΰ Μ πουρούν. Τ ό άκρο άντίθετο τοΰ Μ πουρούν ήτα ν ή Μ αρούσια Λ έφτσενκο. Μ άς έφερε σ τό Σταθμό έναν άνυπόφορο κι άνάποδο χα ρ α κ τή ρ α , έναν κραυγαλέο υστερισμ ό, τήν υποψ ία καί τή ν κλάψ α. Β ασανιστήκαμε μέ δαύτη. Μέ τήν ξέφρενη ά π ερ ισ κ εψ ία της, τή ν άρ ρ ω σ τιά ρικη νο ο τρ οπία , ήταν ίκανή μέσα σ ’ ένα λεφτό, νά κάνει κομμάτια τά πιό πολύτιμα πράγματα: τή φ ιλ ία , τή ν έπιτυ χία , μιά καλή μέρα, ένα ήσ υχο καί γα λ ή ν ιο βράδυ τά καλύτερα ό νειρα καί τίς πιό φ ω τεινές έλπίδες. Σέ πολλές π εριπτώ σ εις, γινό τα ν πιά όλοφ άνερο, πώς δέν άπόμενε παρά μ ονάχα ένα μέσο νά συνεφ έρεις αύτό τό ά π οκ ρ ουσ τικό πλάσμα, πού τό φ λό γιζε διαρκώ ς μιά άνόητη κι άσυνάρτητη φωτιά: νά πάρεις τούς κουβάδες καί νά τή λούσ εις μέ παγωμένο νερό. *Η έπ ίμ ο νη , καί κάθε άλλο παρά τρυφερή κι άκόμα πολλές φορές σ κ λ η ρ ή άντίσ τα σ η τή ς κ ο λ εχτίβ α ς, έκαναν τή Μ αρούσια νά σ υγκρ α τιέτα ι, μά τότε ά ρ χ ιζε μέ τ ό ΐδ ιο άρ ρ ω σ τιά ρικ ο πείσμα νά κάμει τόν καμ πόσ ο καί νά κοροϊδεύει τόν έαυτό της. ' Η Μ αρούσια είχ ε γερή μ νήμ η, ήτα ν έξυπνη κι έξαιρετικά όμ ορφ η. Τό μ ελα χρινό πρόσω πό τη ς είχ ε ένα βαθύ κ όκκ ινο χρώ μα, τά μεγάλα μαύρα της μάτια βγάζανε πάντα άσ τραπές καί φλόγες. Πάνω α π ’ αύτά έβλεπες άναπάντεχα ένα ήρεμο, καθαρό κι έξυπνο μέτωπο. 'Ω σ τ ό σ ο , ή Μ αρούσια πίστευε πώς είναι ά σ χ η μ η , πώς μοιάζει μέ «άραπίνα», πώς τίποτε δέν κ αταλαβαίνει καί ποτέ δέ θά καταλάβει. Στό καθένα, καί σ τό παραμ ικρότερο 29


άκόμα ζή τη μ α ρ ιχν ό τα ν μέ μιά κακία πού τήν είχε ά π ’ τά πριν μαζέψει: —Ό , τ ι καί νά κάνετε, δέ βγαίνει τίποτα! Μέ ζορίζουν νά μάθω γράμματα. “Ας μάθουν οί δικοί σας οί Μ πουρούν! Θά πάω υπηρέτρια. Καί για τί νά βασανίζομαι, άφοΰ δέν είμαι άξια γιά τίποτα; Ή Ν ατάλια Μ άρκοβνα Ό σ ιπ ο β α , ένας άνθρω πος σ υναι­ σ θημ ατικός, μέ ά γγελικά μάτια καί μ ’ ένα χα ρ α κ τή ρ α τό ίδ ιο άνυπόφορα ά γγελικ ό , έκλαιγε πραγματικά υστέρα α π ’ τό μάθη­ μα μέ τή Μ αρούσια. — Τ ή ν άγαπώ καί θέλω νά τή μάθω γράμματα, ένώ αύτή μέ σ τέλνει σ τό διά βο λο καί λέει πώς τή ς φ ορτώ νομαι μέ πάρα πολλή άναίδεια. Τί νά κάνω, κι έγώ δέν ξέρω! Μ ετάθεσα τή Μ αρούσια στή γκρούπα τή ς Α ίκατερίνα Γ κ ρηγκόριεβνα καί πολύ φοβόμουνα τίς συνέπειες ένός τέτιου μέτρου. Ή Α ίκατερίνα Γ κ ρ η γκ ό ρ ιεβ να π λη σίαζε τόν άνθρω πο μέ μιάν άπλή καί ειλ ικ ρ ινή άπ α ιτη τικ ό τη τα . Τρκΐς μέρες μετά τήν έναρξη τών μαθημάτων, ή Α ίκατερίνα Γ κρ η γκ όρ ιεβνα μοΰ ’φερε τή Μ αρούσια στό γρα φ είο, έκλεισε τήν πόρτα, έβαλε νά κάτσει τή μαθήτριά της πού έτρεμε ά π ’ τό θυμό καί είπε: — Ά ν τ ό ν Σ εμιόνοβιτς! Νά ή Μ αρούσια. Ά π ο φ α σ ίσ τ ε τώρα άμέσως τίς Οά γίνει μ ’ αύτήν. ' Ο μυλωνάς, ακριβώ ς τώρα, ζητάει υπηρέτρια. ' Η Μ αρούσια νομ ίζει πώς μπορεί νά γίνει μόνο υπηρέτρια. Ά ς τή στείλουμε, λ ο ιπ ό ν, στό μυλωνά. Υ π ά ρ χ ε ι, βέβαια, καί ή άλλη διέξοδος: άναλαμβάνω νά τήν έτοιμ άσω καί τό έρχόμ ενο φ θινόπω ρο νά μπει σ τό έργατικό π α νεπ ισ τή μ ιο, γιατί έχει μεγάλες ικανότητες. — Καί βέβαια, στό έργατικ ό π ανεπισ τήμιο, είπα. ' Η Μ αρούσια καθόταν στό κάθισμα καί μ ’ ενα βλέμμα γεμάτο μ ίσ ο ς, κοίταζε τό ήρεμο πρόσω πο τής Α ίκατερίνα Γ κρηγκόριεβνα. —'Ό μ ω ς, δέ θά έπιτρέψω νά μέ προσβάλετε στή διά ρκεια τοΰ μαθήματος. Κι έγώ είμαι έργαζόμενος άνθρω πος, καί δέ μπορεί νά μέ π ροσ βά λει κανένας. “Αν, έστω καί γιά μιά άκόμα φορά, πει τή λέξη «διάολος», είτε μέ πεϊ ηλίθια , δέν πρόκειται νά ξανακάνω μάθημα μαζί της. Κ αταλαβαίνω καλά πού χτυπάει ή Α ίκατερίνα Γ κ ρ η γκ ό ρ ιεβ ­ να. "Ομως, θλες τίς μέθοδες, σ χ ετικ ά μέ τή Μ αρούσια. tu είχαμε δοκιμά σ ει καί τήν π αιδαγω γική μου δ η μ ιο υ ρ γικότη τα δέν 30


τήν έκαιγε πιά κανένας ένθουσιασμός. Κ οίταξα κουρασμένα τή Μ αρούσια κι είπα χω ρίς ίχ ν ο ς π ρ ο σ π ο ίη σ η ς: — Τ ίπ ο τα δέ θά βγει. Κι ό διά ο λο ς θά έξακολουθεΐ νά υπάρχει, καί τό ανό η τη καί τό ήλίθια. 'Η Μ αρούσια δέ σέβεται τούς άνθρώ πους, κι αύτή ή άρρώ σ τια δέ γιατρεύεται τόσο γρήγορα... — Σέβομαι τούς άνθρώ πους, μ ’ άντίκοψ ε ή Μ αρούσια. —“Ο χ ι, έσύ δέ σ έβεσαι κανέναν. Μά καί τί νά κάνουμε; Είναι τρόφ ιμος τοΰ Στάθμου μας. “Εχω τήν έξή ς γνώ μη, Α ίκατερίνα Γ κρηγκόριεβνα: έσ εΐς είσ τε ένα ή λικ ιω μ ένος, έξυ­ πνος κι έμπειρος άνθρω πος, ένώ ή Μ αρούσια ένα κ οριτσ ά κι μ ’ άνάποδο χαρακτή ρα . "Ας μήν τά βάζουμε ώ σ τόσο μαζί της. “Ας τής δόσουμε τό δικαίωμα νά σ άς βρίζει ή λ ίθ ια άκόμα καί χολέρ α — κι αύτό έγινε — κι έσεΐς νά μήν πειράζεστε. Α ύτό θά περάσει. Σύμφωνοι; Ή Α ίκατερίνα Γ κ ρ η γκ ό ρ ιεβνα κοίταξε χαμογελο>ντας τή Μ αρούσια κι είπε άπλά: — Καλά. Α ύτό είναι σω στό. Συμφωνώ. Τά μαϋρα μάτια τή ς Μ αρούσιας μέ κοίταξαν δ ια περ ασ τικ ά κι ελαμψαν άπό δάκρυα ντροπή ς. Σκέπασε ξάφνου τό πρόσω πό της μέ τό τσεμπέρι καί βγήκε τρέχοντα ς μέ κλάματα ά π ’ τό δωμάτιο. Σέ μιά βδομάδα ρώτησα τήν Α ίκατερίνα Γ κ ρ η γκ όρ ιεβνα : — Πώς πάει ή Μ αρούσια; , —“Ετσι κι έτσι. Σω παίνει κι είναι πολύ θυμωμένη μαζί σας. Τ ή ν έπόμενη ήρθε άργά σ τό γραφ είο μου ό Σ ιλά ντι μέ τή Μ αρούσια κι ε.ϊπε: — Μέ τό ζόρι τήν τράβηξα έδώ, δηλαδή. Ή Μ αρούσια, βλέπεις είναι πολύ θυμωμένη μαζί σου, ’Α ντόν Σ εμ ιόνοβιτς. Μ ίλησέ της, είπε καί τρ α β ή χτη κε δ ια κρ ιτικ ά σ τή ν άκρη. ' Η Μ αρούσια κατέβασε τά μούτρα. — Δέν έχω νά πώ τίποτε. “Α ν μέ περνάνε γ ιά τρελή, τί μ ’ αύτό; “Ας μέ περνάνε. — Γιατί είσ α ι θυμωμένη μαζί μου; — Μή μέ παίρνετε γιά τρελή. — Κ αθόλου δέ σέ παίρνω γιά τρελή. — Καί για τί τ ό ’ πατε αύτό σ τή ν Α ίκατερίνα Γ κ ρ η γκ ό ρ ι­ εβνα; — Μά έκανα λάθος. Ν όμιζα πώς θά τή β ρίζεις μέ τά χειρότερα λόγια. 31


Ή Μ αρούσ ια χαμογέλασε. — Μά έγώ δέν τή ν βρίζω. —'Ώ σ τ ε δέν τή βρίζεις; Νά, λο ιπ ό ν πού έκανα έγώ λάθος. Μου είχε φ ανεί, δέν ξέρω γιατί. Τ ό ώ ραϊο π ρόσ ω π ο τή ς Μ αρούσ ιας φ ω τίσ τη κε άπό μιά π ρ ο σ εχτικ ή , δύσ πισ τη ματιά. —Έ τ σ ι κάνετε πάντα. Χ τυπάτε τόν άνθρωπο... Ό Σ ιλά ντι βγήκε μ προσ τά κι ά ρ χισ ε νά χειρ ο νομ ά ει μέ τό σκούφ ο στό χέρι: — Μά, τί τοΰ ρ ίχνεσ α ι τ ’ άνθρώπου; Έ σ ε ΐς , νά ποΰμε, είστε πό σ ο ι, ένώ αύτός είναι ένας! Έ κ α ν ε ένα μ ικρό λάθος κι έσύ... ένώ δέν πρέπει νά πειράζεσ αι, δηλαδή... ' Η Μ αρούσια χαρούμενα καί γρή γ ο ρ α κοίταξε κατάφατσα τόν Σ ιλά ντι κι είπε κουδουνιστά: — Έ σ ύ , Σ ιλά ντι, είσαι ένας βλάκας καί μισός κι &ς είσ α ι καί γέρος. Κι έφυγε τρέχοντα ς ά π ’ τό γραφ είο. Ό Σ ιλά ντι σήκω σε α μ ή χα να τό σκοϋφ ο του ψ ηλά: — Β λέπεις δη λα δή , περί τίνο ς ή ισ το ρ ία , δηλα δή ... Καί ξα φ νικά, χτύ π η σ ε τό σκοϋφο του σ τό γόνα το -καί χα χά νισ ε; —Έ χ , ισ το ρ ία κι αύτή, αναθεματισμένη!...

3. ΟΙ ΚΛΙΣΕΙΣ Δέν πρόφ τασ α ν οΐ μαραγκοί νά τελειώ σουν τά παράθυρα τοΰ κόκκινου σ π ιτιο ύ κι ό χειμώ νας έφτασε. Ό χειμ ώ να ς αύτή τή χρ ο νιά ή τα ν σ υμπαθητικός: πουπουλένιος καί μέ καλό χα ρ α κ τή ρ α δίχω ς στεκούμενα λασπω μένα νερά ά π ’ τό λιώ σ ιμ ο τών πάγω ν κι άγρ ιες παγω νιές. Τ ρεΐς μέρες ό Κ ουντλάτι ά σ χο λ ο ΰ ντα ν μέ τή διανομή χειμ ω νιά τικω ν ρούχω ν στούς τροφίμους. Στούς Ιπποκόμους καί τούς γουρουνάδες έδοσε τσ ό χινες μπότες, σ τ ’ άλλα παιδιά άρβυλάκια πού δέ λάμπανε γ ιά τό νεω τερισμό καί τή φόρμα τους, μά π ο ύ ’χα νε κάποια & λλα πλεονεχτήμ ατα: καλό ύλικό, όμ ορφ α μπαλώματα καί μιά ζη λευ­ τή άνεση πού καί δυό ζευγάρια ποδόπανα βρίσκανε θέση μέσα τους. Τ ό τε άκόμα δέν ξέραμε τί θά πεϊ παλτό κ α ί φορούσαμε άντί γιά παλτά, κάτι μ ισ ο γίλ εκ α — μ ισ οσ ακ άκ ια , π αραγεμ ισμ έ­ να μέ βάτα άκόμα καί τά μ ανίκια τους, ήταν κ λ η ρ ο νο μ ιά τοΰ 32


ιμ περ ια λισ τικ ο ύ πολέμου, πού ή φ ανταρία τοΰ Ν ικολάου πολύ πετυχημένα τ ά ’ βγάλε «πατατοϋκες». Σέ μερικά κεφ άλια έμφανίσ τη κ α ν σ κούφ οι πού μ ύριζα ν έ π ίσ η ς τσ α ρικ ή έπιμ ελη τεία , μά ή π λειοψ η φ ία τώ ν παιδιώ ν, άναγκά στηκε καί τό χειμ ώ να νά φορέσει φ τηνή τραγιάσκα. Νά ζεστάνουμε πιό πολύ τούς τροφίμους τοΰ Σταθμού τή ν έπο χή έκείνη, δέν τό μπορέσαμε. Π αντελόνια καί πουκάμισα έμειναν καί γ ιά τό χειμώ να τ ά ΐδ ια τά μπαμπακερά πού φ όραγαν τό κ αλο κ αίρ ι. Γ Γ αύτό καί οί κ ιν ή σ εις τώ ν π αιδιώ ν ήτα ν κάπως άνάλαφρες, καί τούς έπέτρεπαν, άκόμα καί σ τίς πιό δυνατές παγω νιές νά μετα κινούνται ά π ' τόνα μέρος σ τ ’ άλλο μέ μετεω ρική ταχύτητα. Τά χ ειμ ω νιά τικ α βράδια είνα ι όμ ορφ α στό Σταθμό. Στίς πέντε ή ώρα οί δουλιές τελειώ νουν κι ώς τό βραδινό μένουν άκόμα τρ εις ώρες. Ποϋ καί πού Εχουν άνάψ ει τίς γκα ζόλα μπες, δέν είνα ι όμως αύτές πού δίνουν τή ζω ντάνια καί τή ν άνεση. Στούς θαλάμους καί σ τίς τάξεις άρ χίζο υν ν ’ άνάβουν τίς σόμπες. Π λάι σέ κάθε σόμπα δυό στίβες: τά ξύλα καί τά παιδιά. Καί τούτα καί κείνα μ αζεύτηκαν έδώ ό χ ι τό σ ο γιά τό ζέσταμα, όσο γιά τό φ ιλ ικ ό βραδινό κουβεντολόι. Τ ά ξύλα άρ χίζο υν πρώτα, καθώς τά σ βέλτα χ έρ ια τού π ιτσ ιρ ίκ ο υ τά χώ νο υν στή σόμπα. 'Α φ η γο ύ ντα ι τή ν π ερίπλοκη ισ το ρ ία τους γεμάτη ένδιαφέροντα έπεισ όδια, γέλια , πυροβολισ μ ούς καί κυνηγητά, άπό παιδική ζω ηράδα καί νικ η φ ό ρες ιαχές. Τ ά π αιδιά δύσκολα κατα λαβαί­ νουν τή φ λυαρία τους, κι οί άφ ηγητές δια κό π το υ ν ό ένας τόν άλλο θα ρρείς κι ό λο ι τους βιάζονται γ ιά κάτι, ώ σ τόσ ο, τό νόημα τή ς δ ιή γ η σ η ς είνα ι κατα νοητό καί συναρπάζει: είνα ι ένδιαφέρον κι εύχάρ ισ το νά ζεϊ κανείς σ τό ν κόσμο. Κι όταν τό τρ ιζοβ όλη μ α τής φωτιάς σ ω πα ίνει, ο{ ά φ η γη τές ξαπλώ νουν πυρω μένοι γ ιά νά ξα ποστάσ ουν, σ ιγανομουρμ ουρίζοντα ς άγνω στα λό για κουρα­ σμένα, καί τότε άρ χίζο υν τίς δικές τους ισ το ρ ίες τά παιδιά. Σέ μ ιά άπό τίς γκροΰπες είναι ό Β ετκόφ σκι. Ε ίναι παλιός παραμυθάς σ τό Σταθμό, καί πάντα σ υγκεντρώ νει γύρω του άκροατές. —Υ π ά ρ χ ε ι π ο λλή όμορφ ιά σ τό ν κόσ μο, πού λέτε. Κ αθόμα­ στε δώ χάμου καί δέ βλέπουμε τίποτε, όμως σ τό ν κόσμο υπάρχουν τέτια παιδιά πού τίποτε όέν τούς ξεφεύγει. Δ έν είναι πολύς καιρός π ’ άντάμω σα έναν α π ’ αύτούς. Καί σ τή ν Κ ασπία Θ άλασσα ή τα ν καί σ τό ν Κ αύκασο. Έ κ ε ϊ έχει ένα φ αράγγι μ ’ ένα βρά χο — έτσ ι καί λέγεται «Β οήθα κύριε νά περάσω»! Γιατί ά λ λ ο δρόμο δέν έχει, ένας είναι, κατάλαβες, ό δρόμος δίπ λα άπ ’ 33


αύτό τό βράχο. Ό ένας περνάει, μά ό άλλος δέν τά καταφέρνει όλη τή ν ώρα κατρακυλάνε οί πέτρες. Καλά <5ν δέ στή φέρει κατακούτελα. Σέ πέτυχε όμως; “Ισ ια σ τό γκρεμό καί μήν τόν είδατε! Ό Ζ αντόροφ στέκεται δίπλα κι ακούει μέ π ρ ο σ ο χή . Μέ τήν ϊό ια π ρ οσ ο χή κοιτάζει καί σ τά γαλάζια μάτια τοΰ Β ετκόφσκι. —Έ , σύ Κ όστια, καί δέν πάς νά δοκ ιμ ά σ εις, μπάς κι ό «κύριος» σέ περάσει; Τά παιδιά γυρίζουν σ τό Ζαντόροφ τά κεφ άλια τους φ ω τι­ σμένα α π ' τή ν άνταύγεια τής σόμπας. Ό Κ όσ τια αναστενάζει δυσαρεστημένα: — Έ σ ύ , Σούρκα, δέν κ ατα λαβαίνεις γιά τί πρόκειται. Είναι ένδιαφ έρον νά τά δει κανείς 6λα. Νά, έκεϊ ήταν Ενας πιτσ ιρ ίκ ος.. Ό Ζ αντόροφ σκάει τό σ υνηθισ μ ένο του χα μ ό γελο γεμάτο κοροϊδία καί πείραγμα καί λέει τοΰ Κ όστια: —Ά ν ήμουνα έγώ, γ ι ' άλλο πράμα θά ρώταγα αυτόν τόν πιτσ ιρίκ ο... Π αιδιά, μοΰ φ αίνεται πώς είναι ώρα νά κλείσουμ ε τό φουγάρο. — Γιά τί πράγμα θά τόν ρώταγες; λέει σ κεφ τικός ό Βετκόφσκι. Ό Ζ αντόροφ παρακολουθεί Εναν ζω ηρό π ιτσ ιρ ίκ ο πού σ κ α ρ ­ φάλω σε ψ ηλά καί βροντάει τά πορτάκια, προσπαθώ ντας νά κ λείσει τό φουγάρο. — Θά τόν ρώταγα νά μ ’ άπαντή σει τί πά νά πει π ο λλα π λα ­ σ ιασμός. γιατί τό στουρνάρι αλητεύει χαραμ οφ άης σ τό ν κόσμο καί μένει αγράμματος! Σ ίγουρα ούτε κι άνάγνω ση θά ξέρει. "Ο σ ο γιά τό «Β όηθα κύριε νά περάσω»., τέτια ζω ντόβολα άξίζουνε πραγματικά νά τούς κοπανάς κατακούτελα. Ε ιδικά γι ’ αύτούς μπήκε κει πέρα αύτός ό βράχος! Τά παιδιά γελούν καί κ άπ ο ιο ς συμβουλεύει τόν Κ όστια: —“Ο χι Κ όστια, έσύ πιά ζεΐς μαζί μας. Δέ σ ο ΰ ’ πε κανένας πώς είσαι σύ τό στουρνάρι! Στήν άλλη σόμπα κάθεται χάμου στό πάτωμα μ ’ άπλωμένα τά ποδάρια καί τή γυαλισ τερή του φ αλάκρα ό Σ ιλάντι. Δ ιηγιέται μιά μακρόσυρτη ιστορία: — Λ έγαμε,πού λέτε, κι έμεΐς κατά πώς λένε, πώς όλα πάνε καλά. Έ ν ώ αύτός ό παλιάνθρω πος εκλαιγε καί μάς άγκάλιαζε ό άτιμος, καί μόλις γύρισε στό γρα φ είο του, μάς τήν κάρφωσε, κατάλαβες; Π ήρε, πού λες. κι Εστειλε σ τή ν πύλη τό δοΰλο τοι Βλέπεις τί μ υσ τή ρια πράματα. Το πρωί πού λές. κοιτάμε καί :ι 34


νά δυϋμε: χω ροφ υλάκοι καβάλα σ τ ’ άλογα! Μ άς λένε λο ιπ ό ν οί άνθρωποι: έχουμε διαταγή νά σάς βουρδουλιάσουμε. Μ ά γώ μέ τόν άδελψό μου, οπως λένε, δέν αγαπούσαμε, πού λές, νά μάς κατεβάζουν τά βρακιά, καί νά μάς τίς βρέχουν, όλα κι όλα, δηλαδή. Λ υπόμουνα, βέβαια, καί τό κ ο ρ ίτσ ι μου. Βέβαια, σκέφ τομαι, πού λές, τό κο ρ ίτσ ι δέν θά τό πειράξουν... Π ίσω ά π ’ τόν Σ ιλά ντι στέκονται οί τσ ό χ ινες μπότες τού Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς , ψ ηλότερα τους καπνίζει τό τσ ιμπούκι του. κι ό καπνός του, μέ μιά φ ιδ ίσ ια στροφ ή κατεβαίνει στή σόμπα, κ ουλυυριάζεται σ τ ’ αυτιά ένός καρπουζοκέφ αλου π ιτσ ιρ ίκ ο υ , γιά νά τόν ρουφήξει τέλος λαίμαργα τό ζεστό ρεύμα τής σόμπας. Ο Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς τού μ ισ ο κ λείνει τό μάτι κι αντικόβ ει τόν Σ ιλάντι: — Χέ. χέ, χέ! "Ε σύ, Σ ιλά ντι, πές μας καθαρά, σέ χαΐδεψ αν αύτά τά παράσ ιτα στό Ιδ ιο αύτό μέρος α π ’ όπου φυτρώ νουν τά πόδια, ή δέ σέ χάιδεψ αν; Ό Σ ιλά ντι σηκώ νει τό κεφάλι καί σ χεδό ν πέφτει τ ' άνάσκελα γελώ ντας ξεκαρδισ τικά: — Πού λές, μέ χάιδεψ αν, Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς , καλά τό ’ πες... κι όλα αύτά γιά τό κ ο ρ ίτσ ι,π ο ύ νά πάει σ τ ’ ανάθεμα! Καί σ τίς άλλες σόμπες, τά ίδ ια κελαρυστά ποταμάκια τών άφηγήσεω ν, καθώς καί σ τίς τάξεις καί σ τίς κατοικίες. Ό Βέρσνιεφ κι ό Κ αραμπάνοφ βρίσ κ ο ντα ι σ ίγουρα σ τή ς Λ ίντοτσκα κι αύτή τούς κερνάει τσάι καί γλυκό. Τ ό τσάι δέν εμποδίζει τό Β έρσνιεφ νά χώ νεται τοΰ Σεμιόν: — Κ -κ-καλά, χτές κ-κορόιδευες, σ ήμερα κ-κοροϊδεύεις, ππρέπει έπι-πι-τέλους νά σ κεφ τεΐς καί κα-κάποτε, λ ίγο σο-σοβαρά... — Καί τί νά σκεφ τεΐς; Μ ήπω ς έχεις γυναίκα, βουβάλια ή μπάς τό σ π ίτι σου είναι γεμάτο; Τι έχεις νά σκεφ τεΐς; Ζ εΐς έτσι γιά νά ζεΐς! — Π ρέπει νά σκέφ τεσαι γιά τή ζωή, πα-παράξενε άνάνθρωπε. — Χαζός είσ αι Κ όλια!... Χαζός! ’ Εσύ νομ ίζεις πώς σ κ έφ το ­ μαι. θά πει νά κάθεσαι σ τήν πολυθρόνα, νά γουρλώ νεις τά μάτια που γιά νά σοϋ ’ ρθει τό... ά γιο πνεύμα! "Ο π οιος έχει κεφάλι, αύτός καί σκέφτεται. Μά ό π ο ιο ς έχει τό δικό σου κεφάλι, Λπωσδήποτε πρέπει νά βρεϊ ένα κεφάλι πού νά σκέφ τεται!... — Μά. γιατί τόν πειράζετε τόν Ν ικολάι; λέει ή Λ ίντοτσκα. ’ Λπι. τόν άνθρωπο νά σ κέφ τετα ι, στό τέλος κάπου θά κατα λήξει. 35


— Π οιός; Ό Κ όλια νά σ κεφ τεΐ; Π οτέ του! Ξέρετε τί μοΰτρο είναι; Χ ρ ισ τια νό ς όρθόδοξος, πού ψ άχνει νά βρει τή ν άλήθεια! Είδατε ά λ λο ν τέτιο χαζό; Τοΰ χρ ειά ζετα ι ή άλήθεια! Μέ τήν αλήθεια θά λο υ σ τρ ίζει τά γουρνοτσ ά ρουχα !... ’Α π ' τής Λ ίντοτσ κα ό Σ εμ ιόν κι ό Κ όλια βγαίνουν όπως καί π ρ ίν φ ίλ ο ι, μόνο πού ό Σ εμ ιόν τραγουδάει κ ά π ο ιο τραγούδι άναστατώ νοντας τό Σταθμό, ένώ ό Ν ικολά ι τό ν εχει άγκ α λιά σ ει τρυφερά καί προσ παθεί νά τόν πείσει: — Μ ιά κι έγινε ή έ-έ-έπανάσταση, κατάλαβες, π-πρέπει δδλα νά γίνο ντα ι σω-σωστά. Καί στό δω μάτιό μου μέ τή ν άπλή έπίπ λω σ η , έ π ίσ η ς εχω μουσαφιρέους. Ζώ τώρα μέ τή μητέρα μου, πού ’χει παραγεράσει, καί περνάει ή σ υχα τίς μέρες τη ς γεμάτες γα λ ή ν η κι άταραξία. "Ο λα τά παιδιά φωνάζουν τή μητέρα μου γιαγιά. Κοντά τη ς τώρα βρίσ κετα ι ό Σ ούρκα Ζ εβέλι, ό μικρότερος αδελφός τοΰ Μ ίτκα Ζ εβέλι, πού κι αύτός είναι ά π ’ τά μ ικρότερα παιδιά τοΰ Σταθμοΰ. Ό Σ ιούρκα Εχει μιά μύτη φ οβερά σουβλερή. “Εχει πολύ καιρό πού ζεΐ σ τό Σταθμό, δύσκολα μεγαλώ νει καί γίνετα ι όλοένα καί π ερ ισ σ ό τερ ο σ ουβλερός πρός όρισμ ένες κατευθύνσεις: μύτη σ ουβλερή , αυτιά σουβλερά, σ ουβ λερό π η ­ γούνι, καί τό βλέμμα του, τό ίδ ιο σ ουβλερό, δια περασ τικό. Ό Σούρκα καταγίνεται πάντα μέ κάποια ιδια ίτερ η δουλιά. Κάπου, σέ κάποιο κρυφό σ κ ίνο τοΰ κήπου, εχει χώ σ ει ένα κασονάκι καί τρέφει £να ζευγάρι κουνέλια, ένώ σ τό υπ όγειο τοΰ κ αρβουνιάρικου έχει μιά μ ικ ρή κουρούνα. Στή γενικ ή συνέλευ­ ση, οί κο μ σ ο μ ό λο ι πότε-πότε κ α τη γο ρ ο ΰν τόν Σούρκα, πώς σέ ό λό κ λ η ρ ο τό νο ικ ο κυρ ιό του προορίζετα ι τά χα γιά μαύρη άγορά, καί γενικ ά εχει άτομικό χα ρ α κ τή ρ α , μά ό Σούρκα υπερασπίζεται ζωηρά τόν έαυτό του κι άπαιτεΐ μ ’ εναν τραχύ τόνο: —’Α π ό δειχτο , λοιπ ό ν, τί καί σέ π ο ιό ν πούλησα; Μέ είδες σάμπως έσύ νά πουλάω; — Καί τά λεφτά άπό ποΰ τά ’χεις; — Π οιά λεφτά; — Νά, αύτά πού άγόρασ ες χτές καραμέλες; — Κ οίτα τον, πού αύτά τά λέει λεφτά! Μά ή γ ια γ ιά μου έδοσε δέκα καπίκια. Στή γενικ ή συνέλευση δέν τά βάζουν μέ τή γιαγιά. Γύρω της κλω θογυρίζουν πάντα κάμ ποσ οι π ιτσ ιρ ίκ ο ι. ’ Α ριά καί ποΰ τής κάνουν θελήματα στή Γ κοντσ αρόφ κα , μά φ ρο ντίζου ν νά μήν 36


τούς βλέπω. 'Ό τ α ν μαθαίνουν πώς Εχω κά π ο ια δουλιά καί θ ’άργήσω νά πάω σ π ίτι, σ τό τραπέζι γύρω στή για γιά κάθονται δυό - τρ εις π ιτσ ιρ ίκ ο ι καί πίνουν τό τσάι τους ή καθαρίζουν κ άποια κομ π όσ τα πού 'το ίμ α ζε πάντα γιά μένα ή για γιά καί πού δέν άξιώ θηκα νά τήν πιω ά π ’ τή βία μου. Μέ τή ν άδύνατη γ ερ οντικ ή μνήμη τη ς ή για γιά , ούτε κάν ήξερε τά όνόμ ατα όλω ν τών φ ίλω ν τη ς, όμως τόν Σούρκα τόν ξεχώ ριζε ά π ’ τούς άλλους, για τί ήτα ν π α λιό ς κάτο ικο ς τοΰ Σταθμού, κι άκόμα ό πιό δρ α σ τή ρ ιο ς κι ό μ ιλη τικ ό ς. Σήμερα ό Σούρκα ήρθε στή γ ια γ ιά άπό κάποια ιδια ίτερ η καί σοβαρή άφορμή. — Γειά σας. — Γ ειά σου, Σούρκα. Τ ί δέ μάς φ άνηκες τόσες μέρες; Μ ήν άρρώ στησ ες; Ό Σούρκα κάθεται σ τό σκαμ νί καί χτυπά ει σ τό γόνα το τό κασκέτο του, πού ήτα ν ά σ προ μιά φορά κι εναν καιρό. Στό κεφάλι του ξεπ ετάγο ντα ι σουβλερές οί άσ πρόξα νθες άκούρευτες τρ ίχες. Ό Σ ούρκα σηκώ νει ψ ηλά τή σ ουβλερή του μύτη καί κοιτάει τό χ α μ η λ ό ταβάνι. —Ό χ ι , δέν ήμουν άρρω στος. Μ οϋ ά ρρώ σ τησ ε ό κούνελος. ' Η γ ια γ ιά κάθεται στό κρεβάτι καί σ κ α λίζει τά υπάρχοντά της. ενα ξύλ ινο κουτί μέ κουρέλια, κλω στές καί κουβαράκια, πού ’χει μαζεμένα άπό παλιά. —Ά ρ ρ ώ σ τ η σ ε ό κούνελος; Ό καημενούλης! Καί πώς έγινε αύτό; — Τί νά γ ίνει; λέει σοβαρά ό Σούρκα, μόλις π νίγοντα ς τή σ υγκίνη σ η πού τόν κάτεχε. — Κι άν τόν γιατρέψ εις; κι ή γιαγιά κοιτά ει τόν Σούρκα. — Καί μέ τί νά τόν γιατρέψ ω ; ψ ιθυρίζει ό Σούρκα. — Τ ί γ ια τρ ικ ά χρ ειάζετα ι; — Νά βρίσ καμε λ ίγ ο κ εχρ ί... μισό ποτήρι κ εχρ ί φτάνει... — Τ σ άι θέλεις; ρωτάει ή για γιά . Νά, έκεΐ στή σ όμ πα είναι τό τσαγερό. Π άρε τά π ο τή ρ ια καί βάλε μου κι έμένα. Ό Σούρκα άφ ήνει τό κασκέτο στό σ καμ νάκι, παιδεύεται άδέξια γύρω σ τή ν ψ ηλή σόμπα, ένώ ή για γιά ση κώ νεται μέ δυσκολία στά νύ χια καί κατεβάζει ά π ’ τό ράφι ενα ρόζ σακουλάκι, όπου φυλάει τό κ εχρί. Ή πιό κεφ άτη καί φω νακλάδικη παρέα, μαζεύεται στήν άπ οθηκούλα. όπου φ τιά χνει τούς τροχούς ό Κ οζίρ. Έ δ ώ μέσα καί κοιμάται. Στή γω νιά τή ς άποθηκούλας είναι μιά χαμ ηλή 37


π ρ ό χειρ η σόμπα. Π άνω βράζει τό τσαγερό. Σ τήν άλλη γω νιά ενα κρεβάτι έκσ τρα τεία ς, σκεπα σμένο μέ μιά παρδαλή κουβέρτα. Ό ίδ ιο ς ό Κ οζίρ κάθεται στό κρεβάτι, ένώ οί μ ουσ αφ ιρέοι πάνω στά κούτσουρα καί σέ σω ρούς άπό χάμουρα. 'Ό λ ο ι τους π α σ χίζου ν νά ξεριζώ σ ουν ά π ’ τή ν ψυχή τοΰ Κ οζίρ τό άφθονο άπόθεμα τοΰ θρησ κευτικού άφ ιονιού, πού πότισε τή ζωή του. Ό Κ οζίρ χα μ ο γελά ει θλιμμένα: — Δέν είνα ι καλά πράματα αύτά, παιδιά μου, σ χώ ρ να με θέ μου. Ό κύριος θά οργισ τεί... Μά ώ σ ότου νά ό ρ γισ τεΐ ό κύριος, ο ρ γίσ τη κ ε νω ρίτερα ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς . Β γαίνει ά π ’ τό σ κ ο τεινό κούφωμα τής πόρτας στό φως καί κουνάει τό τσιμπούκι του: — Τ ίν ’ αύτά τά πράματα πού σκαρώνετε τού γεροντάκου; Καί τί δουλιά εχεις έσύ μέ τό ν Ί η σ ο ΰ Χ ριστό, πές μου σέ παρακαλώ; Ά ν σέ βουτήξω ά π ’τό γιακά, ό χ ι μόνο τό Χ ριστό, μά καί τό ν "Α ι-Ν ικόλα θ ’ά ρ χ ίσ εις νά προσκυνάς! Κι άν ή σ ο β ιετικ ή έξουσ ία σας απάλλαξε ά π ’ τούς θεούς, νά χ α ί­ ρεστε σω πα ίνο ντα ς, κι ό χι νά ’ ρχεσ τε δω καί νά κ ο ρ ο ϊ­ δεύετε. —Ό Χ ρ ισ τό ς νά σ ’ έχει καλά, Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς , μήν αφήνετε νά κοροϊδεύουν ένα γεροντάκο... —Ά ν λά χει τίποτα, έλα σέ μένα. Μ ’ αύτούς τούς ξυ π ό λ η ­ τους χω ρ ίς έμενα δέ θά τά βγάλεις πέρα καί σ τό Χ ρισ τό σου νά μήν πολυελπίζεις. Τά παιδιά καμώθηκαν πώς φ ο βή θη κ α ν τόν Κ αλίνα ’ Ιβάνοβιτς κι άδειασ α ν σ τά γρήγο ρ α τήν άποθηκούλα, τραβώ ντας γιά τ ” άλλα στέκια τοΰ Σταθμού. Τώρα δέν είχαμε πιά τούς παλιούς μεγάλους θαλάμους καί τά παιδιά είχα ν βολευτεί σέ μικρά δωμάτια άπό έφτά - όχτώ σ τό καθένα. Σ ’ αύτά τά υπνοδω μάτια, τά τμήματα τών τροφίμω ν συσ π ειρ ώ θηκα ν πιό πολύ κι ά ρ χ ισ α ν πιό καθαρά νά ξεχω ρ ίζο υν τά χ α ρ α κ τη ρ ισ τικ ά τή ς καθεμιάς όμάδας. Ή δουλιά μ ’ αύτές τίς όμάόες είχε τώρα πιότερο ένδιαφέρον. ‘ Ε μφ ανίσ τηκε τό ένδέκατο τμήμα, τό τμήμα τών μικρούληδω ν, πού σ υγκροτήθη κε μέ τή ν έπίμονη ά π α ίτη σ η τού Γ κεορ γκίεφ σ κ ι, πού τούς φ ρόντιζε μέ τήν ίδ ια πρωτινή έπιμονή: τους π ερ ιπ ο ιό τα ν, τούς έλουζε, έπαιζε καί μάλωνε μαζί τους, καί τούς χάιδευε σά μάνα, προκαλώ ντας τό θαυμασμό στούς τρ ο φ ί­ μους γιά τήν ένερ γη τικ ό τη τα καί τή ν υπομονή του. Καί μόνο αύτή ή θαυμάσια δουλιά τού Γ κ εο ρ γκίεφ σ κ ι, μετρίαζε κάπως τίς ά σ χη μ ες έντυπώ σεις, πού ”χ α ν γεννη θεί ά π ' τήν κ ο ινή π εποίθη ­ 38


ση πώς ό Γ κεο ρ γκίεφ σ κ ι είνα ι γιό ς κάποιου κυβερνήτη τοΰ Ί ρ κ ο ύ τσ κ . Ή ρ θ α ν σ τό Σταθμό κι ά λ λο ι παιδαγω γοί. "Ε ψ α χνα Επίμονα νά ’ βρω πραγματικούς άνθρώπους, κι ό λ ο καί κάτι ψάρευα ά π ’ τίς λιγοσ τές καί φ τω χικ ές έφεδρεΐες τών παιδαγω γικώ ν σ τελε­ χών. Σ τόν κ ήπο τοΰ σ υνδικάτου τώ ν δασκάλω ν, κάπου κοντά σ τή ν π όλη, άνακάλυψ α τόν ΙΙάβ ελ Ί β ά ν ο β ιτ ς Ζ ουρμπίν, πού έκανε τό φύλακα. Ή τ α ν άνθρω πος μορφω μένος, άγαθούλης, υπομονετικός κι ά λη θινό ς ιπ π ό τη ς. Μ ’ άρεσε γ ιά ένα ιδια ίτερ ο χά ρ ισ μ α πού ’ χε: άγαποΰσε βαθιά τό ν άνθρωπο. “Η ξερε νά μιλάει μέ πάθος συλλέκτη γιά τίς ίδ ιο μ ο ρ φ ίες τοΰ άνθρώ πινου χ α ρ α ­ κτήρα, γιά τίς άνεπαίσ θητες πτυχές τής π ρ ο σ ω π ικότη τα ς, γιά τήν όμ ορφ ιά τοΰ άνθρώ πινου ήρω ισμοϋ καί γιά τά σκοτεινά μυστικά τή ς άνθρώ πινης παλιανθρω πιάς. Π άνω σ ’ ό λα αύτά σ κεφ τόταν έπίμονα καί προσπαθοΰσε νά 'β ρ ε ι σ τό άνθρώ πινο πλήθος κάποιες γενικές νομοτέλειες. Τό ’ βλεπα πώς θά πελάγω ­ νε μέσα σ ’ αύτή τή ν καθαρά έρ α σ ιτεχνικ ή π ροσ πάθειά του, όμως πολύ μοΰ άρεσε ό άγνός χα ρ α κ τή ρ α ς αύτοΰ τοΰ άνθρώπου, γι* αύτό καί τοΰ συχώ ραγα τίς έπω μίδες τοΰ λοχα γοΰ του έπιτελείου στό 35ο σύνταγμα πεζικοΰ τοΰ Μ πριάνσκ, πού άλλω στε τίς είχ ε ξηλώ σει π ρ ίν τόν Ό χ τ ώ β ρ η , χω ρ ίς νά λερώ σει τή βιογραφ ία του, μέ κάπ ο ιο λευκ οφ ρου ρίτικο κατόρθω μα. ΓΓ αύτό καί πήρε τό βαθμό δ ιο ικ η τή ένός έφεδρικοΰ λόχου στόν Κ όκκινο Στρατό. "Ενας ά λλο ς ήτα ν ό Ζ ηνόβι Ί β ά ν ο β ιτ ς Μ πουτσάι. Ή τ α ν μ όλις είκ ο σ ιεφ τά χρονώ ν. Ε ίχε τελειώ σει π ρ ίν λ ίγο τή σ χ ο λ ή ζω γρα φ ικής καί μάς τόν σ τείλανε σά ζωγράφο. Έ ν α ς τέτιος άνθρω πος μας χρ εια ζό τα ν καί γιά τό σ χ ο λ ειό καί γιά τό θέατρο, καί γενικά γ ιά όλη τή ν κ ο μσ ομ όλικη δουλιά. Ό Ζ ηνό β ι Ί β ά ν ο β ιτ ς Μ πουτσάι μάς άφηνε κ α τά πλη χτους μέ μιά σ ειρά διάφορες ίδ ιό τη τες πού *χε. Ή τ α ν έξαιρετικά άδύνατος, έξαιρετικά μ ελα χρινό ς καί μίλαγε μέ μιά τό σ ο έξαιρετικά βαθιά μ πάσα φωνή, πού σου ήτα ν δύσ κολο νά σ υ ζη τή σ εις μαζί του: έβγαζε πάνω - κάτω κάτι ήχο υ ς κ οντραμπάσου. Ξ εχώ ρ ι­ ζε άκόμα ό Ζ η νό β ι Ί β ά ν ο β ιτ ς , μέ τήν όλύμπια ά ταραξία καί νη φ α λιό τη τά του. Ή ρ θ ε στά τέλη Ν οέμβρη καί περιμέναμε όλοι μας τίς ζω γραφ ιές πού θά σ τό λ ιζα ν τό Σταθμό μας. "Ο μως, ό Ζ ηνόβ ι Ί β ά ν ο β ιτ ς , χω ρίς ουτε μιά φορά κάν νά πιάσει στό χέρ ι του πινέλο, μας άφηνε κατά π λη χτο υ ς μέ κ ά π οιες άλλες Ιδιότητες τή ς κ α λ λ ιτε χ ν ικ ή ς του φύσης. 39


Δέν ε ίχ α ν περάσει παρά λίγες μέρες ά π ’ τόν έρχο μ ό του, καί τά παιδιά μου άνέφ εραν πώς βγαίνει γυμνός άπ ’ τό δω μάτιο, μέ τό παλτό ρ ιγμ ένο σ τή ν πλάτη του καί κάνει μ πά νιο στόν Κ αλομάκ. Στά τέλη τοΰ Ν οέμβρη ό Κ αλομάκ ά ρ χ ιζε κ ιόλα ς νά παγώ νει καί πολύ γρή γ ο ρ α Εγινε ή πίσ τα του π ατινά ζ τοΰ Στάθμου μας. * 0 Ζ η νό β ι Ί β ά ν ο β ιτ ς άνοιξε μέ τή βοήθεια τοΰ Ό τ σ ε ν ά ς μιά είδικ ή τρύπα σ τό ν πάγο, καί κάθε πρωί σ υνέχιζε νά παίρνει τό φ οβερό του μπάνιο. Δ έν πέρασε λ ίγο ς καιρός κι Επεσε στό κρεβάτι άπό πλευρίτη γ ιά δυό βδομάδες. Έ γ ι ν ε καλά καί ξα νά ρ χισ ε καί πάλι τά μπάνια. Τ ό Δ εκέμβρη τόν Επιασε β ρ ογχίτιδα καί κάποια άκόμα άρρώ στια. Ό Μ πουτσάι Εχανε μαθήματα καί παραβίαζε έτσ ι τά πλάνα τοΰ σ χο λειο ύ μας. “Έ χ α σ α στό τέλος τήν υπομονή μου καί τόν π αρακάλεσα νά πάψει πιά αύτές τίς ά νοησ ίες. Ό Ζ η νό β ι Ί β ά ν ο β ιτ ς μ ’ άπάντησε βραχνά: —Έ χ ω τό δικαίω μα νά κολυμπάω όταν αύτό τό θεωρώ α παραίτητο. Ό κώ δικας τή ς έρ γα τικ ή ς νομ οθεσ ίας δέν τό απαγορεύει. Καί ν ’ άρρω σ τήσ ω , έπ ίσ η ς, Εχω κι αύτό τό δικαίω ­ μα, κι Ετσι δέ μπορεΐτε νά μέ κατη γο ρ ή σ ετε έπίσ η μ α γιά τίποτε. —’Α γαπητέ μου, Ζ ηνόβι Ί β ά ν ο β ιτ ς , μά έγώ σ τά λέω αύτά άνεπίσημα. Γ ια τί βασ ανίζεις τόν έαυτό σου; Π ρ α γμ α τικ ά σέ λυπάται ή ψ υχή μου. —"Α ν είνα ι έτσ ι, τότε νά τί Εχω νά σάς πώ: ή ύγειά μου είναι άδύνατη, κι ό ο ργα νισ μός μου ψ ευτοφτιαγμένος. Μ ’ Ενα τέτιο όργα νισ μό, καταλαβαίνετε κι ό ίδιο ς, είνα ι φ οβερό νά ζεϊ κανείς. Καί τ ’ άπ ο φ άσ ισ α όρ ισ τικ ά : ή νά τόν σ κ λη ρ α γω γή σ ω Ετσι πού νά μπορώ νά ζώ ήσ υχα, εϊτε άς πάει κατά δια όλου, άς χαθεί. Τό χρ ό νο πού μάς πέρασε, πλευριτώ θηκα τέσ σ ερις φορές, ένώ φέτος, είνα ι κ ιόλα ς Δ εκέμβρης, μ όνο μιά φορά. Φ αίνεται πώς θά σταθώ σ τίς δυό. Κι έδώ ήρθα ξεπ ίτη δες, μιά καί τό ποταμάκι είναι δίπλα σας. Κ άλεσα κ αί τόν Σ ιλά ντι καί τοΰ ’ βαλα τίς φωνές: — Τί χ ά λ ια ε ίν ’ αύτά; Τ ’ άνθρώπου τού 'σ τ ρ ίψ ε κι έσύ τού ά νοίγεις τρύπες σ τό ν πάγο! Ό Σ ιλά ντι άνοιξε άμ ή χα να τά χέρια: — Μή μέ μαλώ νεις, Ά ν τ ό ν Σ εμ ιόνοβιτς, δέ γινότανε ά λλιώ τικα , κατάλαβες; Ή ξ ε ρ α κάποτε Εναν... θέλη σ ε, τό λ ο ι­ πόν, νά πάει σ τό ν άλλο κόσμο. Τοϋ ’ ρθε, νά ποΰμε, νά πνιγεί. "Ω σπου νά σ τρ ίψ εις τό κεφάλι σου, αύτός είνα ι κ ιόλα ς στό ποτάμι, ό ά λ ιτή ρ ιο ς. Ε ίχα ψ οφ ήσ ει, όπως λένε, νά τό ν βγάζω 40


καί νά τό ν βγάζω ά π ’ τό ποτάμι. Κι αύτός, ό άχρ είο ς, Επιασε καί κρεμάστηκε. Ούτε πού μού πέρασε ά π ’ τό μυαλό. Β λέπεις, τί μ υστήρια πράματα. Μά αύτόν δέν τόν μποδάω, τελειω μένα πράματα, δηλα δή. · ‘ Ο Ζ η νό β ι Ί β ά ν ο β ιτ ς χω νό τα ν σ τόν πάγο ώς τό Μ άη. Τά παιδιά σ τή ν άρ χή χα χ ά ν ιζα ν μ ' αύτό τό ψ οφ ίμι, μετά τόν συμπάθησαν, καί τόν π εριποιούνταν στά τα χτικ ά του πλευριτώ ματα, σ τίς β ρ �� γχίτιδ ες, άκόμα καί σ τ ’ άπλά του κ ρυολογήματα. "Ομως ή τα ν κι ό λό κ λη ρ ες βδομάδες, πού ή σ κ λη ρ α γω γία τού όργανισ μού τού Ζ ηνό β ι Ί β ά ν ο β ιτ ς δέ συνοδευόταν άπό πυρετό, καί τότε Ελαμπε ή άληθινά κ α λ λ ιτεχνικ ή του φύση. Γύρω στό Ζ ηνόβ ι Ί β ά ν ο β ιτ ς , δη μ ιο υρ γή θ η κ ε σύντομα Ενας κύκλος ζω­ γρα φ ικ ή ς. Τό σ υμ βούλιο τώ ν δ ιο ικ η τώ ν τούς Εδοσε Ενα δωματιάκι στό πατάρι, κι έκεΐ φ τιάξανε τό ατελιέ τους. Τά χειμ ω νιά τικα βραδινά βράζει ή δουλιά σ τό άτελιέ τού Μ πουτσάι, κι οί το ίχ ο ι σ τό πατάρι τρέμουν ά π ’ τό χ α χ α ν η τό τών ζω γράφω ν καί τών φ ιλ ό τεχνω ν μουσαφιρέων. Κάτω άπό μιά μεγάλη γκαζόλαμπα δουλεύουν τα υτόχρονα κ άμποσοι άνθρω ποι σ ’ Ενα πελώ ριο χα ρ τό νι. Ξ ύνοντας μέ τήν άνάποδη τού πινέλου τό μυτερό μαΰρο κεφάλι του, ό Ζ ηνόβι Ί β ά ν ο β ιτ ς μ πουμπουνίζει σά μεθυσμένος διάκος: — Βάλε κι άλλο μελάνι σ τόν Φ εντορένκο. Α ύτός είναι χω ρ ιά τη ς καί σύ τόν Εκανες γυναίκα Εμπορα. Έ σ ύ , Βάνια, παντού βάζεις μαύρο, πάει δέν πάει. Ό κ ο κ κ ιν ο τρ ίχη ς Βάνια Λ άποτ, στραβομ ύτης καί μέ φακιδιασμένο π ρόσ ω πο, πάει νά μίμηθεΐ τόν Ζ η νό β ι Ί β ά ν ο β ιτ ς κι άπαντάει κι αύτός μέ ιδια μπάσα φωνή: — Τ ό μελάνι τό ξόδεψ α ό λ ο γιά τό ν Λ έσι. Στό γρα φ είο μου γίνετα ι κι έκ εϊ φ ασαρία. Τ ίς π ρ οά λλ ες μάς ήρθαν ά π ’ τό Χ άρκοβο δυό φ ο ιτή τρ ιες, μ ’ αύτό τό χα ρ τί: «Τό παιδαγω γικό ινσ τιτο ύτο τού Χ άρκοβου σ τέλνει τίς σ. Ξ. Β άρσκαγια καί Ρ. Λ άντσμπεργκ, μέ άποστολή νά γνω ρ ισ το ύ ν π ρ α χτικ ά μέ τή ν π αιδαγω γική δουλιά σ τό Σταθμό Μ. Γκόρκι». Μέ μ εγάλο ένδια φ έρον υ π οδέχτη κα τίς έκπροσ ώ πους αύτές τής κ αινο ύρ γιας π αιδα γω γική ς γενιάς. Κι ή Ξ. Β άρσκαγια κι ή Ρ. Λ άντσμπεργκ, ήταν έξαιρετικά νεαρές, δέν ή τα ν πάνω άπό τά είκοσ ι ή καθεμιά. ' Η Ξ. Β άρσ καγια ήταν όμορφ ούλα, παχουλή , ξανθιά, κοντούλα κι εύκίνητη. Ε ίχε ενα λεπτό ρόδινο χρ ώ μ α σάν άκουαρέλα. Κ ουνώ ντας ό λοένα τά λεπτά της φ ρυδάκια καί 41


προσπαθώ ντας νά διώ ξει ά π ’ τό πρόσω πό τη ς ένα χα μ ό γελο πού δλο καί ξαναγύριζε, μου ’ κανε μιά ό λό κ λη ρ η άνάκριση: —“Ε χετε παιδαγω γικό γραφ είο; — Δέν έχουμε παιδαγω γικό γραφείο. — Καί πώς μελετάτε τήν προσ ω πικότητα; — Τ ή ν π ροσ ω πικότη τα του παιδιού; ρώ τησα δσ ο γ ινό τα ν πιό σοβαρά. — Μά, ναί. Τ ή ν π ροσ ω πικότητα του κάθε τροφίμου. — Καί για τί νά τή ν μελετήσουμε; — Π ώς «γιατί»; Καί πώς δουλεύετε; Π ώς δουλεύετε πάνω σ ’ αύτό πού δέν ξέρετε; Ή Ξ. Β άρσκαγια, τιτίβ ιζε άσ ταμάτητα καί μέ έκφ ρασ τικότητα, γυρίζοντας άδιάκοπα πρός τή φ ίλη της. Ή Ρ. Λ άντσμπεργκ, μ ελ α χρ ινή , μέ ύπέροχες μαύρες κ ο τσ ί­ δες χαμ ήλω νε τά μάτια, σ υγκροτώ ντας μ* έπιείκεια κι υπομονή τήν πηγαία ά γα νά χτη σ η πού τή ν κατείχε. — Καί ποιές κ λίσ εις υ π ερισ χύουν στούς τροφ ίμ ους σας; ρωτούσε αυσ τηρά κι έπίμονα ή Ξ. Βάρσκαγια. — Μ ιά καί σ τό Σταθμό δέ μελετούν τήν π ροσ ω πικότητα, είνα ι περιττό καί νά ρωτάει κανείς γ ιά τίς κ λ ίσ εις πού υ π ερ ισ χύ ­ ουν, είπε ήσ υχα ή Ρ. Λ άντσμπεργκ. — Μά, για τί; είπα σοβαρά. Γιά τίς κ λίσ εις μπορώ νά σάς πώ. Νά, υπ ερισ χύουν αύτές οί ίδ ιε ς μέ τίς δικές σας κ λίσ εις... — Καί ποΰ μας ξέρετε έσεΐς; εΐπε έχθρικ ά ή Ξ. Βάρσκαγια. — Νά, έσ εΐς τώρα κάθεστε άπέναντί μου καί συζητάτε. — Καί, μ* αύτό τί; — Μά έγώ σάς βλέπω σά νά ’στε γυάλινες, βλέπω δλα δσα συμβαίνουν μέσα σας. Ή Ξ. Β άρσκαγια κ ο κκ ίνισ ε, μά τήν ίδ ια σ τιγμ ή μπήκαν ξαφνικά σ τό γραφ είο ό Κ αραμπάνοφ, ό Β έρσνιεφ, ό Ζ αντόροφ καί μερικά άκόμα παιδιά. — Μ πορούμε νά μπούμε ή έχετε μυστικά; — Καί βέβαια, μπορεΐτε! είπα. Γ νω ριστείτε! Μ άς ήρθαν μ ουσ αφ ίρισ σ ες, φ ο ιτή τρ ιες ά π ’ τό Χ άρκοβο. — Μ ουσ α φ ίρισ σ ες; Τ ί ώραΐα! Καί πώς σάς λένε; — Ξ ένια Ρομάνοβνα Β άρσκαγια. — Ρ αχή λ Σ εμιόνοβνα Λ άντσμπεργκ. Ό Σεμιόν Κ αραμπάνοφ έβαλε τό χ έρ ι του σ τό μάγουλό του κι άπόρεσε: —‘Ή , τί μακρινάρι! Δ ηλαδή Ό ξ ά ν α ! 42


— Τό ίδ ιο κάνει, συμφώ νησε ή Ξ. Β άρσκαγια. — Καί σύ ή Ρ α χή λ , έτσι; —Ά ς είναι κι έτσ ι, ψ ιθύρισε ή Ρ. Λ άντσμπεργκ. — Κ αλά, λοιπ ό ν. Τώρα μπορούμε νά σάς δύσουμε νά δειπνήσετε. Φ ο ιτή τρ ιες είστε; — Ναί. — Μ ιλάτε λο ιπ ό ν, γιατί θά πεινάτε σ ίγουρα, πώς νά τό πώ, νά σάν... ’Ά ν ήταν ό Β έρσνιεφ μέ τόν Ζ αντόροφ , θά 'λ ε γ α σάν σκύλοι. 'Ό μ ω ς, τώρα... άς πούμε σά γατάκια!... — Καί πραγματικά πεινάμε, γέλασε ή Ό ξ ά ν α . Έ δ ώ μπο­ ρούμε νά πλυθούμε; — Π άμε. Θά σ άς παραδόσουμε σ τίς κοπέλες: έκεΐ κάντε δ,τι θέλετε... Αύτή ή τα ν ή πρώτη γνω ρίμίά μας. Κάθε βράδυ έρχόντουσ α ν στό γραφ είο μου, μά γ ιά λίγες μόνο στιγμές. "Ο πω ς καί νά ’χει τό πράγμα, ή σ υζή τη σ η γιά τή μελέτη τή ς πρ ο σ ω π ικότη τα ς δέν ξανάγινε. ' Η Ό ξ ά ν α κι ή Ρ αχήλ δέν είχα ν καιρό. Τά παιδιά τίς τράβ ηξα ν σ τό ν άπέραντο ώκεανό τής δουλιάς του Στάθμου, σ τίς δια σκεδάσ εις του καί στούς καυγάδες του, τίς γνώ ρισ αν μ ’ £να σω ρό άπύ πραγματικά καταραμένα ζητήματα. Τ ίς δίνες καί τούς μικρούς κατα ρρά χτες, πού όλο καί ξέσ παγαν σ τή ν κ ο λεχτίβ α κι ήταν δύσκολο νά τ ’ άποφ ύγει ζω ντανός άνθρωπος. Δέν πρόφ ταινες νά κ α λο κ ο ιτά ξεις γύρω σου, καί σ ’ άρπαζαν γιά νά σέ πετάξουν κάπου. Κ άποτε, γινό τα ν κι αύτό, σέ κουβάλαγαν κατευθείαν σ τό γραφ είο μου, κι άπό κεΐ σέ πέταγαν σ τή ν ό χθη . Κ άποτε τό ρέμα κουβά λησ ε μιά περίεργη όμάδα: τήν Ό ξ ά ν α , τή Ρ α χή λ , τό ν Σ ιλά ντι καί τόν Μ πράτσενκο: Ή Ό ξ ά ν α κράταγε τόν Σ ιλά ντι ά π ’ τό μανίκι καί χα χά νιζε: — Μ πάτε, μπάτε, τί άντιστέκεστε; Ό Σ ιλά ντι πραγματικά άντισ τεκότα ν. —Α κ ο λ ο υ θ ε ί δια λυτική γραμμή στό Σταθμό κι έσεΐς ουτε κάν τό βλέπετε! — Τί τρ έχει, Σιλάντι! Ό Σ ιλά ντι άπελευθέρω σε δυσαρεστημένα τό μ α νίκι πού του κράταγαν καί χάιδεψ ε τή φαλάκρα του: — Νά, βλέπεις, τί γίνετα ι; "Α φ ησ αν έδώ σ τή ν αύλή κάποιο Ελκηθρο. Ό Σ εμ ιόν κι αύτοί έδώ, τί σ ο φ ίσ τη κ α ν, νομ ίζεις; Νά γλισ τρά νε ά π ’ τό ύψωματάκι. Νά, ό Ά ν τ ό ν είνα ι δώ, άς πεΐ ό ίδιος. Ό Ά ν τ ό ν πήρε τό λόγο: 43


— Δέ μ ’ άφ ηναν νά ήσυχάσ ω : Θ έλουμε παγοδρομίες! Κ οπάνησα χω ρ ίς πολλές κουβέντες μέ τή σ έλα τόν Σ εμ ιόν καί τό έβαλε στά πόδια. Α υτές όμως τό δικ ό τους! Τ ραβάνε τό έλκηθρο! Τί νά κάνω δηλαδή μέ δαΰτες; Νά τούς κοπανήσω μέ τή σέλα, θά βάλουν τά κλάματα. Τ ούς τό ’πε ό Σ ιλά ντι. — Νά, νά! ά γα νά χτη σ ε ή Ό ξ ά ν α . Ά ς έπα ναλάβει ό ίδ ιο ς ό Σ ιλά ντι αύτά πού ’πε! — Καί τί τό σ πουδαίο είπα; Βέβαια, νά ποΰμε, τό ’πα, π αστρικά πράματα, δηλαδή. Τ ή ς λέω λο ιπ ό ν, έσύ λ ο ιπ ό ν θέλεις παντρειά, καί κάθεσαι λ ο ιπ ό ν καί μοΰ παίζεις μέ τό έλκηθρο! Μ υστήρια πράματα, δηλαδή!... Β λέπεις τί ίσ τορία; — Δ έν τά λές όλα, δέν τά λές όλα!... — Τ ί άλλο άπόμεινε νά πώ; Π α σ τρικ ά πράματα, δηλαδή. — Είπε σ τό ν Ά ν τ ό ν : Ζέψε τη ν σ τό Ελκηθρο καί πάνε την μιά βόλτα ως τή ν Γ κοντσ αρόφ κα , κι άμέσως θά ή σ υχάσ ει! Τό είπες; — Κ ι έδώ μπορώ νά τό πώ: κατάγερες κοπέλες, δέν Εχουν τί νά κάνουν δη λα δή , κι έμάς τ ’ άλογα δέ μάς φτάνουν! Βλέπεις... μυστήρια πράματα, δηλαδή;... —Ά χ ! φώναξε ή Ό ξ ά ν α . Φ ύγετε άπό δώ πέρα! ’ Εμπρός, μάρς! Ό Σ ιλά ντι Εβαλε τά γέλια κι Εφυγε μέ τό ν Ά ν τ ό ν άπ* τό γραφ είο, ή Ό ξ ά ν α Επεσε σ τό ντιβ ά νι, πού άπό ώρα λα γο κ ο ιμ ό ­ ταν ή Ραχήλ. —Ό Σ ιλά ντι, είνα ι μιά ένδιαφέρουσα π ροσ ω πικότητα, είπα. Θά μπορούσατε νά τό ν μελετήσετε. Ή Ό ξ ά ν α χύμ ηξε Εξω ά π ’ τό γραφ είο, μά σ τή ν πόρτα στα μάτησε, καί σ ά ν κ ά π ο ιο ν νά μιμείται: — Σέ βλέπω πέρα γ ιά πέρα! είπε. Γυάλινος! Κι Εφυγε τρ έχο ντα ς, πέφ τοντας, μ ό λις βγήκε ά π ’ τό γρα­ φείο πάνω σέ μιά όμάδα παιδιώ ν. Ά κ ο υ σ α μόνο τή ν κουδουνισ τή φωνή τη ς, πού τή ν πήρε άμέσω ς ό άνεμος. — Ρ α χή λ , πη γαίνετε νά κοιμ ηθείτε. — Τί; Μ ά, σάμπως θέλω νά κοιμηθώ ; Κ αί σεϊς; —Έ γ ώ θά βγω. —Ά α , μά... βέβαια... Σ κούπισε, σάν παιδί, μέ τή γρ ο θ ίτσ α της τ ’ ά ρ ισ τερ ό μάτι, μοΰ ’σ φ ίξε τό χ έρ ι καί βγήκε ά π ’ τό γραφ είο παίρνοντας σβάρνα μέ τό ν ώμο τη ς τό πορτόφ υλλο. 44


4. ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ 'Ό σ α άφ η γηθή κ αμ ε σ τό προηγούμ ενο κεφ άλαιο, είνα ι ενα πολύ μ ικρό μ έρος μ ονάχα άπ* τίς ά σ χ ο λ ίες μας, τά χειμ ω νιά τικα βράδια. Σ ήμερα είνα ι κάπως ντρ ο πή νά τ* άναγνω ρίσω , μά σ χεδό ν όλο τό ν έλεύθερο χρ ό νο μας τό ν θυσιάζαμε σ τό θέατρο. Στό δεύτερο Σταθμό φτιάξαμε Ενα πραγματικό θέατρο. Ε ίναι δύσκολο καί νά περιγράψ ει κανείς τό ν ένθουσ ιασ μ ό πού μάς Επιασε ότα ν πήραμε στή διά θεσ ή μας τή ν άποθή κη του μύλου. Στό θέατρό μας χώ ρ α γα ν ώς Ε ξακόσιοι άνθρω ποι, δηλα δή , θεατές άπό κάμποσα χω ριά. Ο ί ά π α ιτή σ εις άπ* τό θέατρό μας μεγάλω ναν μαζί μέ τή σ η μ α σ ία πού άπ ό χτη σ ε. Γιά νά ποΰμε τή ν ά λ ή θεια , τό θέατρό μας είχε καί κάμποσες άτέλειες. Ό Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς θεωρούσε αύτές τίς ατέλειες τόσο σοβαρές, πού Εφτασε σ τό ση μ είο νά πρ ο τείνει τή μ ετατρο­ πή του σέ γκα ρά ζ γιά τά κάρα μας. —Ά ν βάλεις έκεΐ τ ’ άμάξι, δέν Εχει νά πάθει τίποτε ά π ’ τό κρύο. Έ ν ώ γ ιά τούς θεατές χρ ειά ζο ντα ι σόμπες. — Θά βάλουμε, λο ιπ ό ν, σόμπες. — Θά β ο η θή σ ο υν όσ ο κι ή χειρ α ψ ία τό φ τω χό. Μά τό ξέρεις, έκεϊ δέν Εχει ταβάνι, ή σ τέγη είνα ι άπό τσ ίγκ ο , χω ρ ίς τίποτε άπό κάτω. Νά καις έκεΐ σ όμ πα, είνα ι σάν νά ζεσ τα ίν εις τό β ασίλειο τών ούρανώ ν, τά χερ ο υβ είμ καί τά σ ερα χφ είμ κι ό χ ι τούς θεατές! Καί τί σ όμ πες θά βάλεις; Έ δ ώ θά χρ εια σ τού ν, το υλ ά χισ το σ ιδ ερ ένιες, καί π οιός θά σ ’ άφ ή σ ει έσένα νά τό κάνεις αύτό; Τ ί θέλεις, νά πάρει άμέσω ς χφ ω τιά; « Α ρ χ ίζ ο υ μ ε τήν παράσταση!» κι άμέσως: «τρεχάτε νά κουβα λήσ ετε νερό»! Π α ρ ' δ λ ’ αύτά δέ συμφ ώ νησα μέ τό ν Κ αλίνα Ί β ά ν ο β ιτ ς , πολύ π ερ ισ σ ό τερ ο πού είχα μέ τό μέρος μου καί τόν Σ ιλάντι: — Ε ίδες μυστήρια πράματα: καί παράσταση δη λα δή χω ρ ίς λεφτά, καί πυρκαγιά δηλα δή άπό πάνου τζάμπα. Κ ανένας δηλα δή, δέν πρόκειται νά *χει παράπονο... Βάλαμε σό μ πες άπό μαντέμι καί τίς καίγαμε μόνο τή ν ώρα τής παράσ τασ ης. Οί σ όμ πες αύτές δέν ή τα ν σέ θέση μέ κανένα τρόπο νά ζεσ τά νουν τό θέατρο, όλη τους ή ζέστη άνέβαινε γρήγορα ψ ηλά στή σ ιδ ερ ένια σ κεπή κι άπό κεΐ χανόταν. ΓΓ «ύτό, μόλο πού τίς πυρώναμε μ έχρι νά κ ο κκ ινίσ ο υ ν, οί θεατές προτιμούσαν τίς γούνες τους καί τά παλτά τους, κι είχα νε τό νου ιούς μ ονάχα μήν τσ ουρουφ λισ τού νε ά π ' τ ’ άναμμένο σίδερο. Μ όνο μιά φ ορά πήρε φω τιά τό θέατρό μας, κι ό χ ι άπό 45


σόμπα, μά άπό μιά λάμπα πού Επεσε σ τή σ κ η νή . Ί 'γ ι ν ε πανικός, ιδια ίτερ η ς φύσης: τό κοινό σ τή θέση του, οί τρόφ ιμ οι χύθηκαν όλοι στή σ κ η νή μ ’ ά λ η θινό ένθουσ ιασ μ ό. Ό Κ αραμπάνοφ τούς Εμπηξε τίς φωνές: — Μ ά τί, βλάκες είσ ασ τε μωρέ; Δεν ξανάδατε φω τιά στά μάτια σας; Φ τιάξαμε μιά πραγματική σ κ η νή : φαρδιά καί ψ η λή , μ ' ενα πολύπλοκο σύσ τημα άπό κουίντες καί μέ ύποβολειο. Π ίσω ά π ’ τή σ κ η νή Εμενε άρκετός χώ ρος πού δέ μπορούσαμε νά τόν χρ η σ ιμ ο π ο ιή σ ο υ μ ε. Γιά νά πετύχουμε κάποιαν υποφ ερτή ζε­ σ τα σ ιά γιά τούς ή θοποιούς, χω ρίσ αμε ά π ’ αύτό τό χώ ρο ένα δω ματιάκι, βάλαμε μέσα μιά σ ο μ πίτσ α καί κεΐ μ ακ ιγιάρονταν καί ντύνονταν οπως - όπως μέ τή σ ειρά, πρώτα τ* άγόρια καί μετά οί κοπέλες. Στόν υπ ό λο ιπ ο χώ ρο. στά πα ρ α σ κ ή νια καθώς καί στή σ κ η νή , Εκανε τήν ίδ ια παγωνιά, οπως καί σ τό ύπαιθρο. Σ τήν αίθουσα είχαμε κάμποσες δεκάδες σ ειρές ξύλινα καθίσματα, μιά άπέραντη έκταση άπό θέσ εις γιά τό κοινό, ένα πρω τόφαντο π ο λ ιτισ τικ ό πεδίο, πού δέν άπόμενε παρά νά σ π είρ εις καί νά θερίσ εις. Ή θεατρική δ ρ α σ τη ρ ιό τη τα μας άναπτύχθη κε σ τό δεύτε­ ρο Σταθμό πολύ γρήγορα. Μ έσα σέ τρεΐς χειμώ νες, χω ρ ίς νά λιγοσ τεύ ο υν ουτε λεφτό οί ρυθμοί, πήρε τόσ ο τεράσ τιες δια­ σ τά σ εις, πού κι ό ϊδ ιο ς μ όλις πού τό πιστεύω τώρα γράφον:άς τα. Στή χ ειμ ερ ιν ή περίοδο άνεβάζαμε περίπου σ αράντα έργα, χω ρίς νά προτιμάμε τά εύκολα, παρά μόνο εργα μέ τέσ σ ερις πέντε πράξεις, έπα ναλαβ αίνοντα ς συνήθω ς τό ρ επερτόριο τών θεάτρω ν τή ς πρωτεύουσας. Μ εγάλο θράσος φ υσικά, μά λόγο τιμής, ήτανε παρασ τάσ εις φ ρ οντισ μένες κι ό χι τσ α πατσούλικα πράγματα. Ά π ’ τήν τρίτη κ ιόλα ς παράσ τασ η, ή θεατρική μας δόξα απλώ θηκε κι Εξω α π ' τά σύνορα τής Γ κοντααρόφ κα. ’Έ ρ χ ο ν τα ν χω ρ ικοί ά π ' τήν Π ιρόγκοφ κα, τή ν Γ κραμπίλοφ κα, τή ν Μ παμπίτσεφκα, ά π ’ τό Γ κ ο ντσ ί. τό Βάτσι, τό Σ ταροζεβόι, ά π ’ τ ’ ά γρ οχτή μ α τα τοΰ Β όλοβο, τοΰ Τ σουμάτσκ, τοΰ Ό ζ ιό φ σ κ , έρ χο ντα ν έργάτες ά π ' τά προάσ τια, σ ιδ η ρ ο δ ρ ο μ ικ ο ί ά π ’ τό σταθμό καί τό μ η χα νο σ τά σ ιο . Γ ρήγορα ά ρ χισ α ν νά μάς έ ρ χο ν­ ται κι ά π ’ τήν πόλη: δάσ καλοι καί γενικά έργαζόμενοι στή Λ αϊκή Π αιδεία, σ τρ α τιω τικ ο ί κι εργαζόμενοι τών σ ο β ιέτ, συνε­ τα ιρ ισ τές καί έργαζόμενοι σ τό ν έφοδιασμό, άγόρια καί κ ο ρ ί­ 46


τσια, γνω στά τών παιδιώ ν του Σταθμού καί γνω σ τοί τών γνωστών. Στά τέλη του πρώτου χειμώ να, κάθε Σ άββατο, άκόμα ά π ’ τό μεσημέρι κατασ κήνω ναν δίπλα στό θεατρικό μας οίκημ α, οί πιό μ ακρινοί ξένοι. Μ ουστακαλήδες μέ κοντο γούνια καί γούνες ξέζευαν τ ’ άλογα, τά σ κέπαζαν μέ ΰποσ άγματα καί χτύπα γαν τούς κουβάδες τους στή σ τέρνα μέ τό μ αγγάνι, ένώ τή ν ίδ ια ώρα, οί σ υντα ξιδιώ τισ σ ές τους μέ τά κεφ αλομά ντηλα δεμένα ως τά μάτια, χο ρ ο π η δ ο ύσ α ν γύρω σ τά Ελκηθρα γιά νά ζεστα ίνουν τά πόδια τους, πού ’χ α ν παγώ σει σ τό δρόμο, κι υστέρα τρέχανε σ τό θάλαμο τών κ ο ρ ιτσ ιώ ν σ εινά μενες καί κουνάμενες μέ τά ψ ηλά τους τακούνια, γιά νά ζεσταθούν καί νά σ υνεχίσ ο υ ν τή γνω ριμιά πού έπιασ αν τελευταία μέ τίς κοπέλες του Σταθμού. Π ο λλ ές τους ξετρύπω ναν κάτω ά π ’ τ ’ άχυρα τά πορτοφ όλια καί τά μ πογαλάκια τους. Ξ εκινώ ντας γ ιά τό μακρινό θεατρικό τα ξίδι, παίρναν μαζί τους προσφάι: τη γα νίτες, μπου­ γάτσες, τετράγω να κομμάτια λα ρδί χαρακω μένα σταυρω τά καί μεγάλα κομμάτια σαλάμι. "Ενα μεγάλο μέρος άπ* τίς π ρ ομ ή θ ει­ ες τό προ ό ρ ιζα ν γιά νά κεράσ ουν τά παιδιά, κι ή τα ν μέρες πού γινότα ν τέτιο γλέντι, πού τό γρα φ είο τής Κ ομσομόλ άπαγόρεψ ε κ α τη γορ η μ α τικά νά παίρνουν ά π ’ τούς ξένους πού έρχοντα ν κάθε είδους δώρα. Τά Σάββατα οί σόμ πες τού θεάτρου άναβαν άκόμα ά π ’ τίς δυό ή ώρα γιά νά δοθεί ή δυνατότητα στούς ξένους νά ζεσταθούν. "Ομως, δσ ο προχω ρούσ αν οί γνω ρ ιμ ίες, τόσο οί ξένοι μας έμπαιναν σ τά χ τίρ ια τού Σταθμού. Ά κ ό μ α καί στό μαγειρείο μ πορούσες νά δεΐς όμάδες άπό ξένους, τούς π ιό άγαπητούς, κι άς πούμε τούς κοινούς ξένους, πού οί τρ όφ ιμ οι τής υπη ρ εσ ίας τό έβλεπ αν σω στό νά τούς καλέσουν στό τραπέζι. Γιά τό ταμείο τού Σταθμού οί παρασ τάσ εις ή τα ν ένα σοβαρό βάρος. Τά κοστούμια, οί περούκες, τά διάφορα άλλα είδη του θεάτρου μάς σ το ίχ ιζα ν σ αράντα - πενήντα ρούβλια. Σ χεδόν κάθε μήνα γύρω στά διακόσ ια ρούβλια. Α ύτό ή τα ν ένα μεγάλο έξοδο, ω σ τόσο, ούτε μιά φ ορά δέ χάσαμε τή ν περηφ ά νεια μας καί δέ βάλαμε ποτέ ούτε μιας δεκάρας είσ ιτή ρ ιο . 'Υ π ο λ ο γίζα μ ε πώς θά *ρΟει πρώτ ’ άπ ’ όλα ή νεολαία τών χω ρ ιώ ν, κι ύστερα οί κοπέλες πού ποτέ τους δέν είχ α ν χα ρ τζιλ ίκ ι. Σ τήν άρ χή ή είσ οδος ήταν έλεύθερη, μά γρή γο ρ α ήρθε ό καιρός, πού ή αίθουσα τού θεάτρου δέ γινόταν νά χω ρ έσ ει δλους όσους θέλανε, καί τότε καθιερώ σαμε τά εισ ιτή ρ ια πού μ οιράζον­ 47


ταν ά π ’ τά π ρ ίν στούς πυρήνες τής Κ ομσ ομόλ, στά τοπικά σοβ ιέτ καί σέ άλλους έκπρόσω πούς μας στά χω ριά. ’Ε ντελώ ς άναπάντεχα βρεθήκαμε μπροστά σέ μιά παθιασμέ­ νη δίψα τών άνθρώ πω ν του χω ρίου γ ιά θέατρο. Γ ιά τά εισ ιτή ρ ια είχαμ ε σ υνέχεια καυγάδες καί π α ρ εξη γή σ εις άνάμεσα στά χω ριά. “Ε ρ χο ντα ν στό Σταθμό οί γρα μμ ατικοί τους, όλο φούρ­ κα, κι Εβαζαν τό ζήτημ α μέ μεγάλη έπιμονή: — Καί γ ια τί δηλαδή μάς σ τείλατε γιά αύριο μ ονάχα τριάντα είσ ιτή ρ ια ; Ό υπεύθυνος γ ιά τά είσ ιτή ρ ια τοΰ θεάτρου, Ζ όρκα Βόλκοφ κουνάει π ρ ο κ λ η τικ ά τό κεφάλι του μ προσ τά στά μούτρα τού γραμματέα: — Καί π ολλά είναι γιά σάς. — Ιίο λ λ ά ; Κ αθόσαστε δώ πέρα, γρα φ ειοκράτες, καί λέτε πώς είναι πολλά; — Κ αθόμαστε δώ καί βλέπουμε, πώς μέ τά ε ίσ ιτή ρ ιά μας έρχοντα ι στό θέατρο τά παπαδόσογα. — Π απαδόσ ογα; Π οιά παπαδόσογα; — Νά, τά δικά σας. Αύτά τά μούτρα μέ τίς ξανθές γενειά ­ δες. Κ αταλαβαίνει πώς πρόκειται γιά τούς παπάδες τού χω ριού του ό γραμματέας, χαμ ηλώ νει τή φωνή του, μά δέν τό βάζει κάτω: —“Ας ποΰμε πώς ήρθαν καί δυό τέτιοι... Ά μ για τί τά κατεβάσατε τά είκ ο σ ι; Π ρώ τα παίρναμε πενήντα, ένώ τώρα σ τείλατε μόνο τριάντα. — Χ άσαμε τήν έμ πισ τοσ ύνη, άπαντάει μέ κακία ό Ζόρκα. Δυό παπάδες καί πόσες παπαδιές καί μ πα κά λισ σ ες καί τσ ιφ λικοΰδες, δέν τίς βάζουμε καθόλου σ τό λογαριασμό! ’ Ε σείς έκεΐ πέρα έχετε σ α π ίσ ει καί ζητάς καί ρέστα. — Καί ποιός, σκύλας γιό ς, σ άς είπε τέτια πράματα; Π ερίεργο! — Καί τά... σκυλόπαιδα δέν τά ύπολογίζουμε. Τ ριά ντα καί πολλά είναι! Ό γρα μμ ατικός ζεμ ατισ μένος φεύγει πίσω νά πάει νά ψ άξει πού βρίσ κετα ι τό σάπισμα, μά σ τή θέση του φ τάνει άλλος διαμαρτυρόμενος: — Τ ί είνα ι αύτά πού κάνετε, σ ύντροφ οι; “Εχουμε πενήντα κομσομόλους κι έσεΐς μάς σ τείλατε μόνο δεκαπέντε κομμάτια. — Σύμφωνα μέ τά σ το ιχ εία τοΰ £κτου «Π» μικτού τμήματος, 4«


τήν περασμένη φ ορά ήρθαν άπό σ άς μόνο δεκαπέντε ξεμέθυστοι κ ομσ ομ όλοι, κι ά π ’ τούς άλλους, οί τέσ σ ερ ις γρ ιές, κι οί υπ ό λο ιπ ο ι σ το υ π ί στό μεθύσι. — Κάθε άλλο. Σάς είπ αν ψέματα πώς ήταν μεθυσμένοι. Οί δικ οί μας δουλεύουν σ τό έργο σ τά σ ιο πού βγάζει τό σ π ίρ το , καί φ αίνεται πώς γ Γ αύτό μ ύριζαν Ετσι... — Τό έξακριβώ σαμε: μύριζαν ά π ’ τό στόμα καί δ έ.θ ά τά φορτώ σετε τώρα σ τό έργοσ τά σ ιο... — Νά σ άς τούς φέρω, γιά νά δείτε καί μόνοι σας, πώς αΰτοί Ετσι μυρίζουν πάντοτε κι έσ εΐς ψ άχνετε γιά καυγά καί όλο τέτια φ ανταζόσαστε! —" Α σ τ ’ αύτά! Οί δ ικ ο ί μας ξέρουν πολύ καλά που πέφτει τό έ ργοσ τά σ ιο καί που οί μεθύστακες! — Δός μας λοιπ ό ν, έστω καί πέντε ε ίσ ιτή ρ ια άκόμα, πώς δέν ντρέπεσ τε; Τά μοιράζετε σ τίς διά φ ορες δ εσ π οινίδες καί γνω στούς σ τή ν π όλη, ένώ τούς κομσ ομ όλους τούς Εχετε σέ τελευταία μοίρα... Ε ίδαμε ξάφνου πώς τό θέατρό μας, δέν είνα ι καμιά δια σ κέ­ δαση, μά ύποχρέω σ ή μας, κ άπ ο ιο ς υπ ο χρ εω τικό ς κ οινω νικός φ όρος, πού δέν μπορούσαμε ν ’ άρνηθοΰμε νά τό ν πληρώ σουμε. Τ ό γρα φ είο τής Κ ομσ ομόλ μ ελέτησ ε σ οβαρά τό ζήτημα. *0 θεα τρ ικός ό μ ιλο ς δέν ήτα ν πιά σέ θέση νά σ η κώ σ ει ενα τέτιο βάρος. Ουτε νά σ κέφ τεται κ ανείς, πώς μπορούσε νά περάσει Σάββατο χω ρ ίς παράσ τασ η, καί μάλιστα κάθε Σάββατο Επρεπε νά ’χουμε πρεμιέρα. Νά έπαναλάβουμε τήν π ροηγούμ ενη παρά­ σ τα σ η , ή τα ν σά νά ΰποστέλαμε τή σ ημ αία καί νά χαλούσαμε τή βραδιά τώ ν κ ο ντινό τερ ω ν γειτό νω ν μας πού ή τα ν καί οί κα­ λύτεροι φ ίλ ο ι μας. Σ τόν ό μ ιλο ά ρ χ ισ α ν οί ίσ το ρ ίες καί τά τραβήγματα. Ά κ ό μ α κι ό Κ αραμπάνοφ άνοιξε τό στόμα του: — Καί τί Εγινα έγώ; Ν ο ικ ιά σ τη κ α δηλα δή; Τ ή ν παράλλη βδομάδα Επαιζα τόν παπά, τή ν περασμένη τό σ τρ α τη γό, τώρα μοΰ λέτε νά παίξω παρτιζάνος. Π ου νά βρω τόση ά ν το χ ή ; Κάθε βράδυ πρόβα ώς τίς δυό ή ώρα. Καί τό Σάββατο, άντε νά κουβα λή σ εις καί τά τραπέζια, καί νά καρφ ώ σεις τά σ κ η νικά ... * 0 Κ όβαλ σ τη ρ ίζετα ι μέ τά χέρ ια σ τό τραπέζι: — Νά σοΰ βάλουμε καί κανένα ντιβ ά νι κάτω ά π ’ τίς ά χ λ α δ ιές νά ξα πλώ νεις κι άπό λ ιγά κι; ΕΙν* άνάγκη. —" Αμα ε ίν ’ άνάγκη, όργάνω σέ το Ετσι, πού νά δουλεύουν όλοι. 49


— Καί Οά τό οργανώ σουμε. — Νά τό όργανώ σεις! — Μ άζεψε τό συμβούλιο τών διοικητώ ν. Στό συμβούλιο διο ικη τώ ν τό γραφ είο πρότεινε: Νά μήν υπάρχει κανένας εθελο ντικ ό ς θεατρικός όμ ιλος καί νά δουλεύ­ ουν στό θέατρο όλοι. Τό σ υμ βούλιο είχε μανία μέ τίς διαταγές. Τή συντάξανε έτσι: 5. «Μέ βάση τήν άπόφ αση του συμβουλίου διοικη τώ ν, νά θεω ρηθεί τό θέατρο δουλιά υ π ο χρ εω τι­ κή γιά τόν κάθε τρόφ ιμ ο, γ ι' αύτό καί γιά τό άνέβασμα του έργου “ Οί περιπέτειες τής φ υλής τών Ν ιτσ εβ όκω ν” * όρίζεται νά πάρουν μέρος έ π ίσ η ς τά μικτά τμήματα...» ’ Α κολουθούσε ή άπαρίΟμηση τών μικτώ ν τμημάτω ν, σά νά είχ α ν νά κάνουν ό χι μέ τή ν ύψ η λή τέχνη , μά μέ τό ξεβοτάνισμα κοκκ ινογο υ λιώ ν ή μέ τό παράχω μα τής πατάτας. ' Η βεβήλω ση τής τέχνη ς ά ρ χ ισ ε μέ τήν άντικατάσ τα σ η τοΰ θεατρικού ομίλου, άπό τό £κτο «Α» μικτό, πού άποτελοΰ ντα ν άπό 28 άτομα ύπό τή διοίκη σ η τοΰ Βέρσνιεφ. Καί μ ικτό τμήμα σήμαινε; α κ ρ ιβ ής κα τά λο γος, καμιά καθυστέρησ η, βραδινή άναφ ορά, όπου σ ημ ειώ νοντα ν ό σ ο ι άρ­ γη σ α ν καί τά λοιπ ά, διαταγή τοΰ δ ιο ικ η τή , άπάντηση μέ τό συνηθισμ ένο «μάλιστα» μαζί μέ χα ιρ ετισ μ ό , καί σ ’ όρισμ ένες περιπ τώ σ εις νά πληρώ νεις τή νύφη στό συμβούλιο τών δ ιο ικ η ­ τών, ή στή γενική σ υνέλευσ η, γιά τήν παραβίασ η τή ς π ειθ α ρ χί­ ας του Σταθμού. Σ τήν καλύτερη περίπτω σ η , είχες σ υζή τη σ η μαζί μου, καί κάμποσες π αραπα νίσ ιες βάρδιες, είτε π ερ ιο ρ ισ μ ό κ α τ ’ ο ίκ ο ν τή μέρα έξόδου. Αύτό ήτα ν μιά πραγματική μεταρρύθμιση. Γ ια τί ό θεα τρ ι­ κός όμ ιλο ς ή τα ν μιά όργάνω σ η έθελο ντικ ή, όπου έπικρατοΰσε κάποια παρ απ α νίσ ια δημοκρατία καί μιά ρευστότητα στή σύνθε­ σή του. Ό θεατρικός ό μ ιλο ς, π άσ χει πάντα άπό μιά πάλη γούστω ν καί άξιώ σεω ν, κι αύτό φ αίνεται όταν γ ίνετα ι ή έπιλογή

* Ν ιτσ εβ ό κ οι/Α π " τή ρούσικη λέξη νιτσεβό, πού σημαίνει τίποτε. Έ δώ : ή φυ­ λή αί·τών πού δέν κάνουν τίποτα (σημ. μετ.}.

50


του Εργου κι ή διανομή τών ρόλων. Μά σ τό δικ ό μας δμ ίλο που καί που ά ρ χιζα ν νά χτυπάνε σ τό μάτι τά προσω πικά. Τ ήν άπόφ αση τοΰ γραφείου καί τοΰ σ υμ βουλίου τών διοικη τώ ν, τά παιδιά-τή ν είδαν σ ά ν μιά υπόθεση φ υσ ική πού δέ σήκω νε ά ντίρ ρ η σ η . Τό θέατρο σ τό Σταθμό, ήταν Ενα Εργο τό ιδιο σοβαρό όπως κι ή άγρ ο τικ ή δουλιά, ή έπισκευή τοΰ ά γρ οχτή μ α το ς, ή κ αθα ριότητα κι ή τάξη στούς θαλάμους. ’Α π ’ τήν άποψ η τών συμφ ερόντω ν τοΰ Σταθμοΰ, ήτα ν άδιάφ ορο τί ρόλο Επαιζε ό καθένας γιά τό άνέβασμα του Εργου. Ό καθένας τους επρεπε νά κάνει ό,τι τοΰ γύρευαν. Στό κ υριακάτικο συμβούλιο τώ ν διο ικη τώ ν, συνήθω ς άνέφερα τό Εργο πού θ* άνέβει τό άλλο Σάββατο, καί ποιά παιδιά χρ ειά ζοντα ν γιά τούς ρόλους. Ό λ ’ αύτά τά παιδιά Εμπαιναν άμέσω ς στό Εκτο «Α» μικτό τμήμα κι ά π ’ αυτούς Εβγαινε ό δ ιοικη τή ς. "Ο λοι οί ά λλοι τρόφ ιμ οι, χω ρίζονταν σέ θεατρικά μικτά τμήματα, πού ’χα ν πάντα τό νούμερο Εξι καί λειτουρ γού­ σαν ως τό τέλος τή ς δοσ μένης παράστασης. 'Υ π ή ρ χ α ν τέτιου είδους μικτά τμήματα: "Ε κτο "Εκτο "Εκτο "Εκτο "Εκτο "Ε κτο "Ε κτο "Εκτο "Εκτο 'Έ κ το

«Η» — ήθοποιοί. «Θ» — θεατές. «Ε» — ένδυμασία. θερμό — θέρμανση. <«Σ» — σκηνικά. «Ξ» — έξο π λισ μ ό ς «Φ» — φ ω τισμός καί φ ω τισ τικά έφέ. — καθαριότητα. «Χ·> — ή χ ο ι. «Α>* — αύλαία.

“Αν πάρουμε ύπόψη πώς ύπ ή ρ χε περίοδος πού δ λ ο κι δλο είχαμε όγδόντα τρόφ ιμους, τότε θά καταλάβει ό καθένας, πώς δέν Εμενε οΰτε Ενας τους έλεύθερος, κι άν τύχα ινε τό Εργο νά Εχει πολλά πρόσω πα, τότε οί δυνάμεις μας οϋτε πού μάς Εφταναν. Σ υγκροτώ ντας τά μικτά τμήματα, τό συμβούλιο τών διοικη τώ ν, προσπαθούσε, βέβαια, νά π αίρνει ύπόψη του τήν προσω πική έπιθυμία καί τήν κ λ ίσ η τοΰ κάθε παιδιού, ά λ λ ’ αύτό δέν τό πετύχαινε πάντα. Σ υχνά ό τρόφ ιμος δήλωνε: — Γιατί μέ βάλατε σ τό Εκτο «Η»; Έ γ ώ δέν Εχω ξαναπαίξει! Τ* άπαντοΰσαν: 51


— Τ ί σ ό ι κουβέντες είν* αύτές; Σ τόν καθένα συμβαίνει κάποτε νά παίξει γ ιά πρώ τη φορά! 'Ο λ ό κ λ η ρ η τή βδομάδα, δ λ ’ αύτά τά μ ικτά τμ ήμα τα κι Ιδιαίτερα ο ί δ ιο ικ η τές τους, τίς έλεύθερες ώρες τίς πέρναγαν σ τό Σταθμό, άκόμα καί σ τή ν πόλη γυροφ έρναν σά σβούρες. Δέν τό είχαμ ε στή μόδα νά παίρνουμε ύπόψη μας τίς δ ιά φ ορες α ίτιες πού π ρ οβά λλο ντα ν γ ιά δ ικ α ιο λ ο γία , γι ’ αύτό κι οί ό μ α δά ρ χες σ τριμώ χνονταν άσ χημ α. Ε ίχαμε, βέβαια, σ τή ν πόλη γνω ρ ιμ ιές, κι ήτα ν π ο λ λ ο ί αύτοί πού Εβλεπαν μέ συμπάθεια τή δουλιά μας. Γ ι ’ αύτό καί βρίσκαμε π.χ. π ο λλά κοσ τούμ ια γ ιά ό π ο ιο δ ή π ο τε Εργο, μά κι άν άκόμα δέ βρίσκαμε, τά Εκτα «Ε» μικτά, ή ξερ α ν νά τά φ τιά χνουν Ετσι, πού νά τα ιρ ιά ζο υν γ ιά ό π ο ια δή π ο τε έποχή καί σ ’ όπ οια δή π ο τε π ο σ ό τη τα άπό διάφορα ύλικά πού ύ π ή ρ χα ν σ τό Σταθμό. Στό μεταξύ θεω ρούνταν πώς ό χ ι μόνο τά πράγματα τοΰ Στάθμου, μά κ αί τά πράγματα τοΰ προσω πικού β ρ ίσ κ ο ντα ι σ τή ν άπόλυτη διά θεσ η τών θεατρικώ ν μικτών μας τμημάτω ν. "Ο σο άναπ τυσ σ όταν ή δουλιά μας δη μ ιο υ ρ γή θ η κ α ν κι όρισμένες έφεδρεΐες. Έ ρ γ α πού ε ϊχ α ν τουφ εκιές καί γ εν ικ ά πο­ λ ιτικ ά Εργα, άνεβάζαμε τα χτικ ά , γι* αύτό καί είχα μ ε στή διάθεσή μας Ενα ό λ ό κ λ η ρ ο ό π λ ο σ τά σ ιο καθώς καί σ υλλ ογή άπό στρατιω τικ ές σ το λές, έπω μίδες καί παράσημα. Λ ίγο - λίγο ά ρ χισ α ν νά ξεχω ρ ίζο υ ν άνάμεσα ά π ’ τά παιδιά τοΰ Σταθμού είδ ικ ο ί κι ό χ ι μόνο σ τή ν ή θο π ο ιία , μά καί σ τ ’ ά λ λα είδη. Ε ίχαμε Εξαιρετικούς π ολυβ ολητές πού μέ τή βοήθεια διάφ ορω ν μ η χ α ν η ­ μάτων, μ πορούσ αν νά σοΰ φ τιάξουν μιά ό λ ό κ λ η ρ η μάχη μέ πυρά πολυβόλω ν. Ε ίχαμε άκόμη καί π υρ ο βο λη τές καί τούς δικούς μας Δ ίες πού Ε φτιαχναν μιά χα ρ ά άσ τραπές καί κεραυ­ νούς. Γιά νά μαθευτεί τό Εργο, δίναμε μιά βδομάδα. Σ τήν άρχή φ ροντίζαμε νά τά κάνουμε ό λα όπω ς γίνετα ι συνήθω ς. ’ Α ντιγρ ά­ φαμε τούς ρόλους, καί προσπαθούσαμε νά τούς μάθουμε άπέξω, μά ϋστερα παρατήσαμε αύτή τή ν τα χτικ ή . Δέν είχα μ ε καιρό ούτε ν ’ άντιγράψ ουμε, ούτε καί νά μαθαίνουμε άπέξω τούς ρόλους, γ ια τί έκτός άπ* τό θέατρο, είχαμε άκόμα τή ν καθημ ερι­ νή δουλιά τοΰ Σταθμού καί τό σ χ ο λ ειό . "Ο σ ο καί νά ’ναι στήν πρώτη γραμμή Εμπαινε νά διαβάζουν τά παιδιά τά μαθήματα. ’Α φ ήνοντας σ τή ν πάντα δλο υ ς τούς θεατρικούς τύπους, άρχίσα με νά χρ η σ ιμ ο π ο ιο ύ μ ε υποβολέα, καί κάναμε καλά. Τά παιδιά ά π ό χ τη σ α ν τήν έξα ιρετική ίκ α νό τη τα ν* άρπάζουν τά λόγια τοΰ ύποβολέα, έπιτρέπαμε άκόμα σ τό ν έαυτό μας τήν 52


π ολυτέλεια νά παλεύουμε ένά ντια σ τό ν α ΰ το σ χεδια σ μ ό καί τήν έλευ θερ ιό τη τα στή σ κ η νή . Ω σ τ ό σ ο , γ ιά νά πάει καλά ή παράστασ η, υποχρεώ θηκα, δ ίπ λ α σ τίς ύπ ο χρ εώ σ εις μου σά σ κ η νο θ έτη , νά κ ά ν ω κ α ί τή δουλιά του υποβολέα, μιά κι ά π ’ τόν υποβολέα θέλαμε ό χ ι μόνο νά λέει τό κείμενο, μά καί νά διευθύνει τή ν π αράσ τασ η: νά διορθώ νει τή σ τά σ η σ τή σ κ η νή , νά υ π οδείχνει τά λάθη, νά διευθύνει τά πυρά, τά φ ιλ ή μ α τα καί τούς θανάτους. 1Α πό ήθο π ο ιο ύς δέν είχαμ ε έλλειψ η . Β ρέθηκαν άρκετά παιδιά μέ Ικανότητες. Ο ί κυριότερες φ ιγούρες τή ς σ κ η ν ή ς ήταν ό Π ιότρ Ί β ά ν ο β ιτ ς Γ κ ο ρ ο βίτς, ό Κ αραμπάνοφ, ό Β ετκόφ σκι, ό Μ πουτσά ι, ό Β έρσ νιεφ , ό Ζ αντόροφ , ή Μ αρούσια Λ έφ τσενκο, ό Κ ουντλάτι, ό Κ όβαλ, ό Γ κ λέιζερ, ό Λάποτ. Φ ροντίζαμ ε καί διαλέγαμε έργα μέ π ολλά δρώ ντα πρόσω πα, μιά καί πολλά π αιδιά ήθελα ν νά παίξουν κι είχαμ ε σ υμφ έρον νά μεγαλώ νουμε τό ν άριθμό τώ ν παιδιώ ν πού μ πορούσα ν νά σ τα ­ θούν στή σ κ η νή . "Ε δινα μεγάλη σ ημ α σ ία σ τό θέατρο γιατί, χάρ η σ ’ αύτό, καλυτέρευε ή γλώ σ σ α τών παιδιώ ν, καί γενικά, πλάταινε πολύ ό ό ρ ίζο ντά ς τους. ' Ω σ τόσ ο, που καί ποΰ, δέ μας έφταναν οί ή θ ο π ο ιο ί καί παίρναμε ά π ’ τό π ροσ ω πικό. Ά κ ό μ α καί τόν Σ ιλά ντι τόν βγάλαμε μιά φ ορά σ τή σ κ η νή . Σ τίς πρόβες έδειχνε ή θο π ο ιό ς μέ πολύ λ ίγο ταλέντο, μά μ ιάς κι έπρεπε νά πεΐ μόνο μιά φ ράση: «Τό τρ α ίνο έχει καθυσ τέρησ η τρ εις ώρες», δέ διακινδυνεύαμε καί π ο λλά πράματα. Ή πρα γμ α τικ ότη τα ξεπέρασε κάθε π ροσ δοκία. ' Ο Σ ιλά ντι βγήκε σ τή ν ώ ρα του κι όπως έπρεπε, όμως είπε τή φ ράση έτσι: — Τό τρ αίνο , νά ποΰμε, έχει καθυστέρηση τρ εις ώρες, β λέπεις, δη λα δή , τί μ υ σ τή ρ ια πράματα. * Η ρ έπ λ ικ α έκανε τερ ά σ τια έντύπω ση σ τό κ οινό, μά λ ίγο τό κακό. Μ εγαλύτερη έντύπω ση έκανε στά παιδιά πού έπα ιζαν τούς πρόσφυγες καί περίμεναν τό τρ α ίνο σ τό σταθμό. Ο ί πρόσφ υγες ά ρ χισ α ν νά στρ ιφ ο γυ ρ ίζο υν ξεκ αρδισ μ ένοι στή σ κ η νή χω ρ ίς νά δίνουν πιά καμιά π ρ ο σ ο χή σ τίς ύπ ο δείξεις μου ά π ’ τό υποβο­ λείο, πολύ π ερ ισ σ ό τερ ο , πού κι ό ίδ ιο ς τά είχα κάπως χά σ ει ά π ' ό σ α γίνο ντα ν στή σ κ η νή . Ό Σ ιλά ντι γ ιά ένα λεφ τό κοίταξε όλη αυτή τή ν άνακατω σούρα κι Οστερα θύμωσε: — Σ ’ έσ άς λέω, βλάκες! Τ ό τραίνο, νά πούμε, καθυστερεί τρεις ώρες... τί χαίρεσ τε: 01 πρόσφ υγες άκουγαν μ ’ ένθουσ ιασ μ ό τά λόγια τοΰ 53


Σ ιλά ντι κι ύστερα ρ ίχ τη κ α ν π α νικ ό βλ η το ι έξω ά π ’ τή σκηνή. Συνήλθα καί ψιθύρισα: — Ξ εκουμπίσου, στοϋ διαβόλου τή μάνα! Σ ιλά ντι, σύρε στό διάβολο! Ό Σ ιλά ντι έσκυψε πάνω μου: — Β λέπεις, τί μυστήρια πράματα... δηλαδή. “Εγειρα τό β ιβ λίο σ τό πλευρό, σημάδι νά κ λείσει ή αυ­ λαία. Μάς ήταν δύσ κολο νά βρούμε γυναίκες ήθοποιούς. ’ Α π ’ τίς κοπέλες μπορούσαν κάπως νά παίξουν ή Λ έφτσενκο καί ή Νάσ τια Ν οτσεβνάγια, ά π ' τό π ροσ ω π ικό μόνο ή Λ ίντοτσκα. 'Ό λ ε ς αύτές οί γυναίκες δέν ήταν γεννη μ ένες γιά τή σ κ η νή , ντρ έπ ο ν­ ταν, ά ρνιόνταν κ α τη γο ρ η μ α τικά ν ' άγκαλιάζονται καί νά φ ιλ ι­ ούνται. άκόμα κι όταν αύτό τό απαιτούσ ε όπω σ δήποτε τό έργο. Μά νά τά βγάλουμε πέρα χω ρίς έρω τικούς ρόλους, δέν ήταν δυνατό. Ψ ά χνο ντα ς γιά γυναίκες ήθοποιούς, δοκιμάσαμε όλες ��ίς γυναίκες, τίς αδελφές, τίς θειές καί τίς άλλες σ υ γγένισ σ ες καί τού προσω πικού μας καί τών μυλωνάδων, ψ άχναμε γιά γνω στούς σ τή ν πόλη καί μ ό λις τά φ έρναμε βόλτα. Ή Ό ξ ά ν α μέ τή Ραχήλ άπό τήν άλλη κ ιόλα ς μέρα πού ’ ρθαν στό Σταθμό, έπα ιρνα ν μέρος σ τίς πρόβες. Τ ίς θαυμάζαμε γιά τή μεγάλη τους ικ α νό τη ­ τα νά φ ιλιούνται χω ρίς καθόλου νά ντρέπονται. Κ άποτε καταφέραμε νά πείσουμε κάποια γνω στή τών μυλω­ νάδων πού ήτα ν σ τή ν α’ίθουσα κι είχ ε έρθει τυχαία ά π ' τή ν πόλη μουσαφ ίρισ σά τους. ’ Α π οδείχτη κε ά λ η θινό μ αργαριτάρι: όμορ­ φη. φωνή βελουδένια, μάτι, περπατησ ιά , είχ ε όλα τά σ το ιχεία γιά νά παίξει τή διεφθαρμένη μεγαλοκυρά σέ κάποιο επα νασ τα­ τικό έργο. Σ τίς πρόβες πεθαίναμε ά π ' τήν ευ χ α ρ ίσ τη σ η , περιμένοντας τήν κ α τα π λη χτικ ή πρεμιέρα. ’ Η παράσταση ά ρ χ ισ ε μέ μεγάλη έξα ρ σ η , όμως σ τό πρώτο διάλειμμα ήρθε σ τά π α ρ α σ κ ή ­ νια ό άνδρας τού μαργαριταριού, ένας τη λεγρ α φ η τή ς τών σιδηροδρόμω ν καί μ προσ τά σ ' ό λο τό σ υγκρότημα είπε τής γυναίκας του: — Λέ σοΰ έπιτρέπω νά παίξεις σ ’ αύτό τό έργο. Π άμε σπίτι! Τ ό μ α ργαριτάρι τρόμαξε καί ψιθύρισε: — Καί πώς νά φύγω; Καί τό έργο: — Λέν έχο> καμιά δοι λιά έγώ μέ τό έργο. Πάμε! Δέ μπορώ νά τό επιτρέψω νά σ ’ αγκαλιάζει ό καθένας καί νά σέ σέρνει στή σ κηνή. — Μά... πώς μπορεί νά γίνει αύτό; 54


— Δέκα φορές σέ φ ιλ ή σ α νε μόνο σέ μ ιά πράξη. Τ ί πράγμα­ τα ε ίν ’ αύτά; Σ τή ν άρ χή μείναμε άναυδοι. Μ ετά προσ παθήσ α με νά πείσουμε τό ζη λιά ρη . — Μ ά, σύντροφε, τό φ ιλί στή σ κ η νή δέν έχει σ η μ α σ ία , δλεγε ό Κ αραμπάνοφ. — Βλέπω έγώ άν έχει ή δέν έχει σημ ασ ία. Τ ί, σ τρ αβ ός είμαι; Κ αθόμουνα σ τή ν πρώτη σειρά... Είπα τοΰ Λάποτ: —’ Εσύ ’σ αι καπάτσος, προσπάθησε κάπως νά τόν πείσεις. Ό Λ άποτ κατα πιάστηκε ζω ντανά μέ τή ν υπόθεση. Έ π ια σ ε τό ζη λ ιά ρ η ά π ’ τό κουμπί, τόν κάθησε σ ’ ενα σκαμ νί καί τόν ά ρ χισ ε όλο γαλιφιά: — Μά τί αφ ελής πού είστε, τέτιο ω φέλιμο καί π ολιτισ μ ένο έργο! Καί νά φ ιλη θεί άκόμα ή γυναίκα σας όπως είναι γραμμένο στό έργο, ά π ’ αύτό μόνο όφ ελος Οά βγει! — Κ άποιος Οά ’ χει όφ ελος, μά ό χι έγώ, έπέμενε ό τη λ εγρ α ­ φητής. —"Ο λοι θά ’χο υ ν όφελος. — Δ ηλαδή, κατά πώς λές, πρέπει νά φιλάνε ό λο ι τή γυναίκα μου: —Α φ ε λ ή ς πού είστε! Λύτό είνα ι καλύτερο, παρά νά βρεθεί ένας μόνο παλιάνθρω πος νά τή φιλάει! — Π ο ιό ς παλιάνθρω πος; —'Υ π ά ρ χ ο υ ν τέτιοι... Καί μετά δέστε: αύτό γίνετα ι έδώ, μπροστά σ ’ όλους, τό βλέπετε καί σ εΐς. Βέβαια, πολύ χ ειρ ό τερ ο θά ’ ναι άν γίνετα ι ένα τέτιο πίσω ά π ’ τό φ ράχτη καί σ είς ουτε κάν θά ξέρετε τίποτα. — Τ ίποτα τέτιο δέ θά γίνει. — Π ώς δέ θά γίνει; ' Η γυναίκα σας ξέρει τόσο καλά νά φ ιλιέται. Καί τί νομίζετε, τέτιο τα λέντο θά τ ’ άφ ήσ ει νά χαθεΐ; Κ αλύτερα λ ο ιπ ό ν είναι στή σ κ η νή ... Ό σύζυγος συμφώ νησε μέ δυσ κολία στά έπ ιχειρ ή μ α τα τοΰ Λάποτ, καί τρίζοντας τά δόντια του, άφ ησ ε τή γυναίκα του νά τελειώ σει τήν παράσταση μ ’ έναν όρο, τά φ ιλιά νά μήν είναι «άληθινά». "Εφυγε ά π ’ τά πα ρ α σ κ ή νια πειραγμένος. Τό μαργα­ ριτάρι σ τενο χω ρ ήθη κ ε. Φ οβηθήκαμε πώς ή παράσταση θά χα λά σ ει. Ό σύζυγος καθόταν σ τή ν πρώτη σ ειρά καί τούς υπνώ τιζε όλους σ ά βόας. ' Η δεύτερη πράξη πέρασε σάν κηδεία, όμως γιά μεγάλη χαρά όλονώ ν, ό σύζυγος σ τή ν τρίτη πράξη 55


έξαφ ανίσ τηκε ά π ’ τή ν πρώτη σειρά. Δέ μπορούσα νά μαντέψω ποΰ πήγε. Καί μόνο μετά τή ν π αράσ τασ η τό ζήτημ α ξεκ α θα ρ ί­ στηκε. Ό Κ αραμπάνοφ είπε σεμνόπρεπα: — Τ όν συμβούλεψ α νά φύγει. Σ τή ν άρ χή δέν ήθελε, μά υστέρα μ ’ δκουσε. — Καί πώς τά κατάφερες; Τ ά μάτια του Κ αραμπάνοφ άστραψ αν, πήρε μιά δ ια βολεμ έ­ νη όψη καί τσ ίριξε: —Ά κ ο ΰ σ τ ε , τοΰ είπα. Ά ς μιλήσουμε καλύτερα τίμια. Σήμερα ό λα θά πάνε καλά, όμως άν άλλη φ ορά δέ φύγετε άπό δώ, λόγο τιμής, θά σ ας κερατώσουμε. "Εχουμε τέτια π αιδιά έμεΐς έδώ, πού ή γυναίκα σας δέ θά τή γλιτώ σει. — Καί τί έγινε μετά; ρώ τησαν οί ή θ ο π ο ιο ί μ* ένδιαφ έρον. — Τ ίποτα. Μ όνο πού εϊπε: «Κ οιτάξτε καλά. Δ όσατε τό λόγο σας», καί πέρασε σ τή ν τελευταία σειρά. Π ρόβες κάναμε κάθε μέρα ό λό κ λ η ρ ο τό Εργο. Γενικά κοιμόμασταν πολύ λίγο. Π ρέπει νά σημειω θεί, πώς π ο λλο ί ή θοποιοί μας ουτε πώς νά σταθούν σ τή ν σ κ η νή δέν ξέρανε, γ Γ α ύ τό κι έπρεπε νά θυμόμαστε ά π ’ έξω ό λό κ λη ρ ες σκηνές, άρ χίζοντα ς άπό κάποια ξεχω ρ ισ τή κ ίνη σ η τοΰ χερ ιο ΰ ή τοΰ ποδιοΰ, ά π ’ τό πώς πρέπει νά κρατάνε τό κεφ άλι, πώς νά κοιτάνε, πώς νά γυρίζουν πίσω . "Ο λη τή ν π ρ ο σ ο χή τήν Εριχνα σ ’ αύτό, έλπ ίζο ντα ς πώς τό κείμενο θά τό έξα σ φ α λ ίσ ει όπω σδήποτε ό υποβολέας. Τ ό Σάββατο τό βράδι τό έργο θεω ροΰνταν έτοιμο. Π ρέπ ει στό μεταξύ νά ποΰμε, πώς δέν παίζαμε κ αί τόσο άσχημα. Π ο λλ ο ί θεατές πού έρχο ντα ν ά π ’ τή ν π ό λη , ήταν Ικανοποιημένοι ά π ’ τίς παρασ τάσ εις μας. Π ροσπαθούσαμε νά παίζουμε π ο λιτισ μ ένα , δέν τό παρακάναμε, δέ γινό μ α σ τα ν ούρά στά γοΰστα τοΰ κοινοΰ, δέν κυνηγούσαμε τή ν εύκολη έπιτυχία. Α ν ε β ά ζα μ ε έργα ουκρανικά καί ρούσικα. Τό Σ άββατο τό θέατρο ζωντάνευε άκόμα ά π ’ τίς δυό ή ώρα τό μεσημέρι. "Ο ταν τά πρόσω πα ήταν πολλά ό Μ πουτσάι ά ρ χιζε τό μ ακ ιγιάρ ισ μ α άμέσω ς μετά τό γεΰμα. Τ όν βοήθαγε κι ό Π ιότρ Ί β ά ν ο β ιτ ς. Α π ’ τίς δυό ώς τίς ό χτώ μπορούσαν νά έτοιμ άσουν γιά τήν παράσταση μ έχρι έξή ντα άνθρώπους κι υ σ τε ρ ’ ά π ’ όλα αύτά μ ακ ιγιά ρ ο ντα ν κι οί ίδ ιο ι. Γιά τίς σ κ η νο γρ α φ ίες τή ς παράστασης τά π αιδιά ήταν θηρία. “Α ν χρ εια ζό τα ν νά υπ ά ρ χει στή σ κ η νή λάμπα μέ γαλανό άμπαζούρ θά ψ άχνανε ό χ ι μόνο στά δωμάτια τοΰ προσω πικού, 56


μά καί στούς γνω στούς σ τή ν π ό λη , όμως λάμπα μέ γαλανό άμπαζούρ θά βρίσκανε όπω σδήποτε. "Ο ταν στή σ κ η νή χ ρ εια ζό ­ ταν νά δοθεί δείπνο δειπνούσ α ν πραγματικά, χω ρ ίς καμιά άπάτη. Α ύτό τό άπαιτοΰσ ε ό χ ι μόνο ή εύσ υνειδησ ία τού £κτου «Ξ»,μά καί ή παράδοση. Ν ά δειπ νή σ ο υν σ τή σ κ η νή μέ ψεύτικα φ αγιά οί ή θ ο π ο ιο ί μας τό θεω ρούσαν άνάρμοστο γ ιά τό Σταθμό μας. Γ ι ’ αύτό καί κάπου - κάπου τό μ αγειρειό μας, έβρ ισ κ ε τό μπελά του. “Ε φ τιαχνε μεζέδες, γ ια χν ιά , Εψηνε τη γανίτες καί π ιρ ο σ κ ί. ’ Α ντί γιά κ ρασ ί βρίσ καμε λεμονάδα. "Ετρεμα πάντα στό υποβολείο όταν γινό τα ν τό δείπνο. Σέ τέτιες σ τιγμ ές οί ή θ ο π ο ιο ί ά πορροφ οΰνταν σ τό π α ίξιμ ο καί ξεχνούσ α ν τό ν υποβολέα, τραβώ ντας τή σ κ η νή μ έχρ ι νά μή μείνει τίποτε σ τό τραπέζι. Συνήθως έπιτά χυ να τό ρυθμό μέ τέτιου είδους π αρατη ρήσ εις: — Μ ά φ τάνει πιά... άκούτε; Τ ελειώ νετε μέ τό φ αΐ, πού νά σάς πάρει ό διάβολος! Ο ί ή θ ο π ο ιο ί μέ κοίτα ζα ν μέ ά μ ηχανία καί μοΰ δ είχνα ν μέ τή ματιά τή χ ή ν α πού άκόμα δέν είχ ε ξεκ ο κ α λισ τεί, καί τελειώ ναν τό δείπνο, μόνο όταν πιά Εβγαινα ά π 1 τά ροΰχα μου: — Κ αραμπάνοφ, φύγε ά π ’ τό τραπέζι! Σεμιόν, μίλα Επιτέ­ λους, παλιάνθρω πε: «Φεύγω»». Ό Κ αραμπάνοφ κατα πίνει στά γρήγο ρ α άμάσητη τή χή να καί λέει: — Φεύγω. Στό διά λειμ μ α σ τά πα ρ α σ κ ή νια μοΰ χώ νεται: —Ά ν τ ό ν Σ εμ ιόνοβιτς, μά πώς δέ ντρέπεστε! Μ ιά πού Επρεπε νά φαμε τή χ ή να δέ χρ εια ζό τα ν νά μας βιάζετε... Μά συνήθω ς, οί ή θ ο π ο ιο ί προσ παθούσ α ν νά μήν καθυστε­ ρούν στή σ κ η νή για τί έκεϊ Εκανε τόσ ο κρύο ό σ ο καί στό δρόμο. Στό Εργο « Ή ά ντα ρ σ ία τών μηχανώ ν», ό Κ αραμπάνοφ Επρεπε νά σ τέκεται σ τή σ κ η νή ό λ ό κ λ η ρ η ώρα όλόγυμνος, μέ σ τενή μόνο ζώνη στή μέση. Τ ό Εργο άνέβαινε τό Φ λεβ άρη, καί γιά τή ν τύχη μας ή παγω νιά είχ ε φ τάσ ει ως τά τριάντα κάτω ά π 1 τό μηδέν. ' Η Α ίκατερίνα Γ κ ρ η γκ ό ρ ιεβ να ζητούσ ε νά ματαιωθεί ή παράστασ η, καί προσ παθούσ ε νά μας πείσ ει πώς ό Σ εμ ιόν Οά ξεπ α γιά σ ει όπω σδήποτε. ' Η υπόθεση τελείω σε, χω ρ ίς μεγάλες άπώ λειες: πάγω σαν μόνο τά δάχτυλα στά πόδια τοΰ Σεμιόν, κι ή Α ίκατερίνα Γ κ ρ η γκ ό ρ ιεβ να μετά τή ν παράσ τασ η, τοΰ ’κανε έντρ ιβές μέ ειδική άλοιφ ή. 57


"Ο σο καί νά ’ναι τό κρύο έ μ πόδιζε νά 'χο υ μ ε μεγάλες κ α λλ ιτεχνικ ές έπιτυχίες. ’Α νεβάζαμε τό έργο « Ό σύντροφ ος Σ εμιζβόντνι». ' Η σ κ η νή παριστάνει κήπο τσ ιφ λικά καί χρ εια ζό ­ ταν κι ένα άγαλμα. Τό έκτο «Ξ ” δέ βρήκε άγαλμα πουθενά, άν κι έψαξε σ ’ όλα τά νεκροταφ εία σ τή ν πόλη. 'Α π ο φ α σ ίσ α μ ε νά παίξουμε χω ρ ίς άγαλμα. Μ ά μ ό λις ανοίξαμε τήν αυλαία, είδα μέ κατά πληξη καί τό άγαλμα: ό Σ ελαπούτιν πασαλειμμένος παντού μέ κιμω λία καί τυλιγμένος σ ’ ένα σ εντόνι σ τεκ όταν σ ' ενα ψεύτικο βάθρο καί μέ κρυφ οκοίταζε πονηρά. ‘Έ κ λ εισ α τήν αυλαία κι έδιωξα τό άγαλμα ά π ’ τή σ κ η νή πρός μεγάλη δυσαρέσκεια τοΰ έκτου «Ξ». ’ Ιδιαίτερα ευσυνείδητα κι έφευρετικά ήτα ν τά έκτα «Χ·*. 'Α νεβάζαμ ε τό έργο « Ά ζ ε φ » . Ό Σαζόνοφ πετάει μιά μπόμπα σ τόν ΙΙλέβε. Ή μπόμπα πρέπει νά σ κάσει. Ό δ ιο ικ η τή ς τοΰ έκτου «X» Ό σ ά ν τ σ ι λέει: — Αύτή τήν έκρ η ξη θά τήν φτιάξουμε αληθινή. Μ ιά κι έπαιζα έγώ τόν Π λέβε μ ’ ένδιέφ ερε περ ισ σ ότερ ο ά π ’ όλους τό ζήτημα. — Τί έννοεΐτε μ ' αύτό τό «αληθινή;» — Μά νά. ότι καί τό θέατρο άκόμα μπορεί νά τινα χτεί στόν άέρα. — Αυτό πιά είνα ι περιττό, είπα προ σ εχτικ ά. — Μ ήν α νη σ υ χείτε, μέ καθη σύ χα ζε ό Ό σ ά ν τ σ ι, ό λα θά πάνε καλά. Π ρ ίν ά π ’ τή σ κ η νή τής έκ ρ η ξη ς ό Ό σ ά ν τ σ ι μοΰ ’δείξε τίς Ιτοιμ α σ ίες. Π ίσω άπ* τά παρασκή νια είχ α ν βάλει κάμποσα άδεια βαρέλια. Δ ίπλα στό καθένα τους στέκεται κι ένα παιδί μέ δίκανο, μέ γέμισμα περίπου σά νά πρόκειται νά σκοτώ σει μαμούθ. 'Α π ’ τήν ά λ λη μεριά τής σ κ η νή ς στό πάτωμα έχουν βάλει κομμάτια γυαλιά καί πάνω α π ' τό κάθε γυαλί είναι κι ένα παιδί μ ' ένα τούβλο. Ά π ’ τή ν τρίτη πλευρά μπροστά ά π ’ τίς έξόδους στή σ κ η νή κάθονται πέντε παιδιά, μ προσ τά τους καίνε κάτι λαμπάδες καί σ τό χέρ ι κρατάνε άπονα μπουκάλι μέ κάποιο υγρό. — Τί κηδεία είν* αύτή; — Αύτό είνα ι τό πιό βασικό: κρατάνε πετρέλαιο. 'Ό τ α ν Hci χρ εια σ τεί Οά γεμίσουν τό στόμα τους μέ πετρέλα ιο καί τό φ υπή ξουν σ τίς λαμπάδες. Τ ' άποτέλεσμα θά ’ναι θαυμιϊπιο.

Iltiu . οΐι* ιΜΐίβπ/.ο. Μ πορεί καί νά πάρουμε φωτιά!


— Μή φοβάστε. Κ οιταχτε μόνο μήν κάψετε τά μ ά τια σας. Κι όσο γιά τή ν πυρκαγιά θά τή σβύσουμε. Μοΰ ’δείξε άκόμα μιά σ ειρ ά άπό παιδιά πού ’χ α ν μπροστά στά πόδια τους κουβάδες γεμάτους μέ νερό. Τ ρ ιγυ ρ ισ μ ένο ς ά π ’ τίς τρ εϊς μεριές ά π ’ αύτές τίς π ρ ο ετο ι­ μασίες, ά ρ χ ισ α σ τ ’ άλη θινά νά νιώθω τό άναπόφ ευκτο τέλος τοΰ άτυχου ύπουργοΰ, καί σ κεφ τόμουνα σ οβαρά ότι μιάς κι ό ίδιος προσω πικά δέν πρέπει νά ευθύνομαι γ ιά όλα τά έγκ λή μ α τα τοΰ Π λέβε, σ ’ έσ χα τη άνάγκη, έχω κάθε δικαίω μα νά τό σ κ άσ ω ά π ’ τήν αίθουσα. Π ρ ο σ π ά θη σ α γ ι ’ άλλη μιά φ ορά νά λιγοστέψ ω κάπως τή φόρα τοΰ Ό σ ά ν τ σ ι: — Καί μήπως τό πετρέλαιο σ β ή νει μέ νερό; Ό Ό σ ά ν τ σ ι ή τα ν άτρω τος, ήξερε αύτή τή δουλιά μέ τό νί καί μέ τό σίγμα. — Τό πετρέλαιο όταν τό φυσάνε στή λαμπάδα μ ετατρέπεται σέ άέριο καί γ ι ’ αύτό δέ χρ ειά ζετα ι κανένα σ β ήσ ιμ ο. “Ισως χρ εια σ τεί νά σβήσουμε άλλα πράγματα... — Γιά παράδειγμα, έμένα; —’ Εσάς. φ υσικά, θά σάς σ βήσ ουμε πρώτον. 'Υ π ο τά χθ η κ α στό μοιραίο: άν δέν καώ, όπως καί νά ’χει τό ζήτημα, θά μέ περιχύσ ουν μέ κρύο νερό, κι αύτό σέ παγωνιά είκοσ ι βαθμών! Μ ά πώς μπορούσα νά δείξω λιπ ο ψ υχιά μπροστά σ τό έκτο «X» μικτό, πού ξόδεψε τόση δουλιά κι έφ ευρετικότητα γιά νά ’τοιμά σ ει τή ν έκρηξη! Ό τ α ν ό Σαζόνοφ έριξε τή μπόμπα είχα μιά άκόμα φ ορά τήν ευκαιρία νά μπώ ο τό πετσί τοΰ Π λέβε καί καθόλου δέν τόν ζήλευα: τά κυνηγετικά τουφέκια έριξαν στά βαρέλια πού βρόντηξαν σ πάζοντα ς τά στεφ άνια, καθώς καί τά τύμπανα ά π ’ τ ’ αυτιά μου, τά τοϋβλα έπεσαν πάνω σ τά γυαλιά, πέντε στόματα φ ύσηξαν μ ’ όλη τή δύναμη πού ’χα ν τά νεανικά τους πνευμόνια τό πετρέλα ιο πάνω σ τίς λαμπάδες κι ό λό κ λη ρ η ή σ κ η νή τυ λ ίχτη κ ε μονομιάς σέ μιά θύελλα καπνοΰ καί φωτιάς. "Εχασα κάθε δυνατότητα νά παίξω άσ χη μ α τό θάνατό μου καί σ ω ρ ιά σ τη ­ κα σχεδό ν άνα ίσ θ η το ς σ τό πάτωμα, κάτω ά π ’ τά ξεκουφ αντικά χειρ ο κ ρ ο τή μ α τα καί τίς κραυγές ένθουσιασμοΰ τοΰ έκτου «Φ» μικτού. Πάνω μου έπεφτε μαύρη σ τά χτη ά π ’ τό καμένο πετρέ­ λαιο. “Επεσε ή αύλαία. Ό Ό σ ά ν τ σ ι μ ’ έπιασε ά π ' τίς μ ασχάλες καί μέ σήκω σ ε, ρωτώντας μέ φροντίδα: — Δέν καίγεσ τε πουθενά; 59


” Εκαιγε μ όνο μέσα σ τό κεφ άλι μου, όμως γ ι ’ αύτό τό πράγμα σώ παινα: π ο ιό ς τό ξέρ ει τί είχε έτοιμ άσ ει τό έκτο «X» μικτό γιά μιά τέτια περίπτω ση; Μέ τό ν ίδ ιο τρόπο άνατινάξαμε κι ένα καράβι όταν ε ίχ ε τήν άτυχή έμπνευση νά φ τάσει ώς τίς άκτές τή ς έπα να σ τα τη μ ένη ς Σ ο β ιετικ ή ς "Ε νω σης. ‘ Η τεχνική σ τή ν περίπτω σ η αύτή ήταν δύσκολη. Δέν έπρεπε μόνο νά βγουν φω τιές άπό κάθε φ ιν ισ τρ ίν ι τοΰ καραβιού μά καί νά φανεί πώς τό καράβι τινάζεται πρ α γμ α τι­ κά σ τόν άέρα. Γ Γ αύτό τό σ κ ο π ό κάθονταν πίσω ά π ’ τό καράβι κάμποσα παιδιά, καί πετοΰσαν ψ ηλά σ ανίδες, καθίσματα, σκα­ μνάκια. Ε ίχα ν πάρει ά π ’ τά π ρ ίν μέτρα γιά νά σώ ζουν τό κεφάλι τους ά π ’ δ λ ’ αύτά τά πράγματα, κι έκεΐνο ς πού τήν πλήρω σε ήτα ν μόνο ό καπετάνιος τοΰ καραβιού ό Π ιό τρ Ί β ά ν ο β ιτ ς Γ κοροβίτς: Π ή ρ α ν φ ω τιά τά χ ά ρ τιν α σ ιρ ίτια σ τά μ α νίκια του καί μω λω πίσ τηκε γιά τά καλά ά π ’ τά έπ ιπ λ α πού πέφταν άπό ψηλά. Στό μεταξύ ό χι μόνο δέν πα ρ α π ο νιό τα ν γιά ό λ 1 αύτά, μά χρ ειά σ τη κ ε νά περιμένουμε μισή ώρα, ώσπου νά σ τα μ ατήσ ει νά γελά ει, γιά νά μάθουμε σ τά σ ίγο υ ρ α δ τι όλα τά μέλη τοΰ καπετάνιου ήτα ν έντάξει. Μ ερικούς ρόλους δυσ κολευόμασ ταν πραγματικά νά τούς παίξουμε. Τά παιδιά λχ. δέν άναγνώ ριζαν καθόλου τουφ εκισμό στά π αρασ κήνια. “Α ν θά ’ πρεπε νά σ άς σ κοτώ σ ουν έπρεπε νά έτοιμ αστεϊτε νά περάσετε άλη θινή δοκιμασ ία. Γιά τή ν έκ τέ λ ε σ ή σας έπα ιρνα ν ένα σ υνη θισ μ ένο περ ίσ τρ ο φ ο , έβγαζαν ά π 1 τόν κάλυκα τή σ φ α ίρ α κι δ λ ο τό άδειο μέρος τό γέμ ιζαν μέ σ το υπ ιά ή μέ βαμβάκι. Σ τήν κ α τά λλη λη σ τιγμ ή σοΰ ρ ίχνα ν κατευθείαν, καί μιά κι αύτός πού πυροβολοΰσε πάντα σ υ ν ε π α ίρ ν ο ν τ α ν ά π ’ τό ρόλο, σημάδευε ό πω σ δήποτε ίσ ια σ τά μάτια. Κι άν πάλι έπρεπε ά π ’ τό έργο νά σάς πυρ ο βο λή σ ο υ ν κάμποσες φ ορές γέμ ιζαν τό περίστροφ ο μ ’ όσες σ φ αίρες γινόταν. Ό π ω ς καί νά ’χ ει, τό κο ινό περνούσε καλύτερα άπό μάς: κάθονταν μέ τίς ζεσ τές γοΰνες, ποΰ καί ποΰ οί σόμ πες καίγανε, μόνο πού άπαγορευόταν νά μασάνε λιό σ π ο ρο υ ς καί νά ’ ρ χοντα ι στό θέατρο πιω μένοι. Τ αυτόχρονα, πρέπει νά ποΰμε πώς, σύμφω­ να μέ τή ν παλιά παράδοση, πιω μένος θεω ρούνταν ό κάθε π ο λ ίτη ς πού στή λεπτομ ερειακή έρευνα πού γινό τα ν μύριζε, έστω καί λίγο . σ π ίρ το . Τ όν άνθρω πο μέ μιά τέτια ή μέ περίπου τέτια μυρωδιά, τά παιδιά ήξεραν νά τόν ξεχω ρίζουν άνάμεσα σ ’ έκατοντάδες θεατές, κι άκόμα πιό καλά, ήξεραν νά τόν τραβούν έξω ά π ’ τά καθίσματα, νά τόν κάνουν νά ντρέπεται καί νά τόν 60


βγάζουν έξω ά π ’ τήν αίθουσα, άκούγοντας βερεσέ δλες τίς δικαιολογίες του: — Λόγο τιμής, μόνο τό πρωί ήπια ένα ποτήρι μπύρα. Σάν σκηνοθέτης πού ήμουν είχα παραπανίσιες σκοτούρες καί στήν παράσταση καί πρίν ά π ’ αύτή. Τοϋ Κουντλάτι, γιά παράδειγμα, δέ μπορούσα σέ καμιά περίπτωση νά τοΰ μάθω μιά τέτια φράση: «Παίρνανε φόρο καί χαράτσι Γιά όλα τά πρωτινά χρόνια». Δέν ξέρω γιατί, ό Κουντλάτι άναγνώριζε μόνο μιά τέτια παραλλαγή: «Παίρνανε φόρο καί σαράκι Γιά όλα τά πρωτερινά χρονάκια». "Ετσι τό ’πε καί στήν παράσταση. "Οταν άνεβάσαμε τόν « ’Επιθεωρητή», τά παιδιά έπαιξαν καλά, όμως πρός τό τέλος τής παράστασης μ ' έφεραν στό σημείο νά βγω ά π ’ τά ροΰχα μου, γιατί τά γερά νεΰρα μου δέ μπόρεσαν ν ’ άντέξουν τέτιες ϊσχυρές δονήσεις: Ά μ ω ς Φ ι ό ν τ ο ρ ο β ι τ ς : Ν ά πιστέψουμε δ,τι άκοΰμε, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς; Σάς ήρθε σπάνια εύτυχία; Ά ρ τ έ μ ι Φ ι λ ί π π ο β ι τ ς : "Εχω τήν τιμή νά συγχαρώ τόν Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς γιά τή σπάνια εύτυχία. Χάρηκα μ ' όλη μου τήν ψυχή, όταν τ ’ άκουσα. "Αννα Ά ντρέγεβνα , Μ αρία Ά ντόνοβνα ! Ρ α σ τ α κ ό φ σ κ ι : Τά συγχαρητήριά μου, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς. ' Ο θεός νά μακραίνει τή ζωή σας, καθώς καί στό νέο άντρόγυνο καί νά σάς δόσει άπογόνους πολλούς, έγγόνους καί δισεγγόνους! "Αννα Ά ντρέγεβνα , Μαρία ’ Αντόνοβνα! Κ α ρ ό μ π κ ι ν : "Εχω τήν τιμή νά σάς συγχαρώ, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς. Τό χειρότερο ά π ’ όλα ήταν πώς στή σκηνή, μέ τό κοστούμι τοΰ έπάρχου, δέ μπορούσα μέ κανένα τρόπο νά κάνω ότιδήποτε μ ’ αύτά τά τέρατα. Καί μόνο υστέρα ά π ’ τή βουβή σκηνή, άφησα στά παρασκήνια τήν όργή μου νά ξεσπάσει: 61


— Τί πράματα ε ίν ’ αύτά, πού νά σάς πάρει ό διάβολος; ’Επίτηδες τό κάνατε; Μέ κοιτούσαν μ ' άπορημένες φάτσες κι ύ έπόπτης τών ταχυδρομείων Ζαντόροφ ρωτάει: — Μά τί τρέχει; Τί έγινε; 'Ό λ α πήγαν καλά! — Γιατί μέ φωνάζατε όλοι σας Ά ν τό ν Σεμιόνοβιτς; — Καί πώς άλλιώς; Ά χ ... ναι... "Ω, διάβολε!... Μά £πρεπε Ά ν τό ν Ά ν τό νο β ιτς, μιά καί παίζατε τόν έπαρχο. — Μά στίς πρόβες μέ φωνάζατε σωστά! —"Ενας όιάολος ξέρει... Ά λ λ ο στίς πρόβες κι άλλο έδώ. Έ δώ τά χάνουμε.

5. ΤΣΙΦΛΙΚΑΔΙΚΗ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ Στίς είκοσιέξι τοΰ Μάρτη γιορτάσαμε τήν έπέτειο ά π ’ τή γέννηση τοΰ Α.Μ. Γκόρκι. Είχαμε κι άλλες γιορτές, ΐσως κάποτε νά διηγηθώ γ ι ’ αύτές περισσότερα. Φροντίζαμε στίς γιορτές καί κόσμο νά Εχουμε, καί τά τραπέζια νά ’ναι γεμάτα, καί τά παιδιά, γιά νά ποΰμε τήν άλήθεια, άγαποΰσαν τίς γιορτές κι ιδιαίτερα τίς προετοιμασίες γιά τίς γιορτές. "Ομως, ή γιορτή τοΰ Γκόρκι είχε γιά μάς μιά ξεχωριστή γοητεία. Τή μέρα αύτή καλωσορίζαμε τήν άνοιξη. Τύχαινε νά στρώνουν τά παιδιά, στό ύπαιθρο βέβαια, γιά νά μπορούν νά κάτσουν όλοι μαζί στό γιορτινό τραπέζι, καί ξάφνου ά π ’ τήν άνατολή φύσαγε δυνατός άγέρας: πάνω μας πέφταν τσουχτερές βαριές οί στάλες τής βροχής, χοροπηδούσαν στίς λακκούβες τής αυλής καί στή στιγμή μούσκευαν τά τύμπανα, πού είχαν παραταχτεί στήν αύλή, νά χαιρετήσουν τή σημαία μας μέ τήν ευκαιρία τής γιορτής. Καί, π α ρ ’ό λ ’αύτά θά κοιτάξει ό τρόφιμος κατά τήν άνατολή μισοκλείνοντας τά μάτια καί θά πει: — Μ οσκοβολάει άνοιξη πιά! ’ Η γιορτή τοΰ Γκόρκι είχε άκόμα κάτι πού οί ίδιοι τό ’χαμε καθιερώσει, μάς άρεσε έξαιρετικά καί τό τηρούσαμε πάντα. Ά π ό καιρό άκόμα τά παιδιά είχαν άποφασίσει νά γιορτάζουμε αύτή τή γιορτή μέ κάθε λαμπρότητα χωρίς νά προσκαλούμε μουσαφίρέους. Ά ν κανένας τό μάντευε νά *ρθει. ήταν εύπρόσδεκτος φιλοξενούμενος μας, κι άκριβώς γιατί τό μάντεψε ό ίδιος, μά γενικά αύτή ήταν μιά δική μας οικογενειακή γιορτή κι οί ξένοι δέν είχαν σ* αύτή θέση. Καί σ τ ’ άλήθεια, ή γιορτή 62


περνούσε άπλά καί μέ κάθε άνεση, ένωνε τούς τροφίμους μέ οικογενειακούς δεσμούς άκόμα πιό πολύ, άν κι έδώ πού τά λέμε, ό τρόπος πού γιορτάζαμε, δέν είχε τίποτε τό στενά οικογενειακό. Α ρ χίζα μ ε μέ παράταξη, βγάζαμε πανηγυρικά τή σημαία, βγάζα­ με λόγους, περνούσαμε σέ παρέλαση μπροστά ά π ’ τό πορτραΐτο τού Γκόρκι. ’Ύ στερα στρωνόμασταν στό τραπέζι καί δέν τό κρύβουμε, στήν ύγεία τού Γκόρκι... δέν πίναμε, μά τρώγαμε... ένας διάβολος ξέρει τί καταβροχθίζαμε! "Οταν ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς σηκωνόταν ά π ’ τό τραπέζι έλεγε: — Νομίζω, πώς τούς μπουρζουάδες δέν πρέπει νά τούς κατηγορούμε, τά παράσιτα. ’Ύ σ τ ε ρ ’ άπόνα τέτιο τραπέζι, κατάλαβες, ποιό ζωντόβολο μπορεί νά δουλέψει; Καί πολύ περισσότερο ό άνθρωπος... Τό γεύμα είχε μπόρς, όχι ένα κοινό μπόρς, μά κάτι ξεχωριστό, τέτιο μπόρς πού φτιάχνουν οί νοικοκυράδες όταν ό νοικοκύρης έχει τά γενέθλιά του. Μετά, κρεατόπιτες, πιροσκί μέ λάχανο, μέ ρύζι, μέ μυτζήθρα, μέ πατάτα, πού δέν χωρούσαν ούτε στίς τσέπες τών παιδιών! Μετά τά πιροσκί, ψητό χοιρινό, κι όχι ά π ’ τό παζάρι, μά δικής μας παραγωγής, άπό γουρούνι πού τό έθρεψε τό δέκατο τμήμα, άκόμα ά π ’ τό φθινόπωρο καί τό ’θρεψε ειδικά γιά τή γιορτή τοΰ Γκόρκι. Τά παιδιά ήξεραν νά πε­ ριποιούνται τά γουρούνια. Μά μέ κανένα τρόπο δέ θέλαν νά τά σφάξουν. Ά κ ό μ α κι ό Στουπίτσιν, ό διοικητής τοΰ δέκατου, δέ δεχόταν: — Δέ μπορώ νά σφάξω, λυπάμαι. Ή τ α ν καλή γουρούνα ή Κλεοπάτρα! Φυσικά τήν Κλεοπάτρα τήν έσφαξε ό Σιλάντι Ό τσ εν ά ς, σχολιάζοντας τήν ένέργειά του αύτή μέ τά παρακάτω λόγια: —“Αν ήταν κανένα ψωρογούρουνο, νά πούμε, άς τό ’σφάζε κανένας κατσικοκλέφτης, μάς μεϊς έδώ πέρα σφάζουμε ένα κατάγερο γουρούνι. Βλέπεις, τό λοιπόν, τί ίστορία... Μετά τήν Κλεοπάτρα, μπορούσαμε καί νά ξεκουραστούμε, μά στό τραπέζι έφταναν πιάτα καί πιατάκια μ ’ άνθόγαλα καί δίπλα τους όλόκληρες στίβες οί τηγανίτες. Οΰτ* ενα παιδί δέ βιαζόταν νά σηκωθεί ά π ’ τό τραπέζι, μά άντίθετα, τιμούσαν μέ κάθε τρόπο καί τ ’ άνθόγαλα καί τίς τηγανίτες. Μετά έφτανε τό ζελέ. Κι όχι όπως - όπως στό πιατάκι, μά σέ βαθιές σουπιέρες. Δέ μού ’τυχε ποτέ μου νά δώ νά τρώνε τά παιδιά ζελέ χωρίς ψωμί, ε“ιτε χωρίς τηγανίτα. Καί μόνο υστέρα ά π ’ δ λ ’ αύτά, θεωρούνταν πώς τό γεΰμα ε{χε τελειώσει κι ό καθένας πού σηκωνόταν ά π ’ τό 63


τραπέζι, Επαιρνε μιά σακουλίτσα σοκολατάκια καί κουραμπιέ­ δες. Σωστά τό Ελεγε ό Καλίνα Ίβάνοβιτς: —Έ χ , καί νά γεννιούνταν πιό συχνά ό Γκόρκιδες, τί καλά πού θά ’ταν! Μετά τό φαΐ, τά παιδιά δέν πήγαιναν νά ξεκουραστοΰν, μά τραβούσαν κατευθείαν γιά τά Εκτα μικτά, νά Ετοιμάσουν τήν παράσταση «Στό βυθό»·*, πού ήταν καί τό τελευταίο τής θεατρικής περιόδου. Ό Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς ένδιαφερόταν πολύ γΓ αύτή τήν παράσταση: — Θά τό δώ, θά τό δώ, τί Εργο είναι. Πολλά Εχω άκούσει γΓ αύτόν τόν Ίδιο τό βυθό, μά δέν τόν είδα. Καί νά τόν διαβάσω δέ μου ’τυχε. Είναι άλήθεια, πώς κάπως παραφούσκωνε ό Καλίνα Ί β ά ν ο ­ βιτς τήν άτυχία του, γιατί μόλις καί μετά βίας ήταν μπασμένος στά μυστικά τής άνάγνωσης. "Ομως, ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς Εχει σήμερα θαυμάσια διάθεση καί δέ σηκώνει νά τοΰ κολλάμε. Τή γιορτή τούτη τή χρονιά τή γιορτάσαμε μ ’ Ενα ξεχωριστό τρόπο: μέ πρόταση τής Κομσομόλ καθιερώσαμε τόν τίτλο τοΰ κολονίστα. Τή μεταρρύθμιση αύτή τή συζητούσαμε γιά πολύ κι οί παιδαγωγοί καί τά παιδιά, μά στό τέλος κατέληξαν πώς είναι σωστή. Τόν τίτλο τοΰ κολονίστα τόν έπαιρναν μόνο όσοι πραγματικά νοιάζονταν γιά τό Σταθμό καί πάλευαν γιά νά καλυτερεύει. ’ Ενώ όποιος κουτσομπόλευε πίσω μας, μουρμούρι­ ζε, γκρίνιαζε, όποιος «σέρνονταν» καί μόνο πίσω ά π ’ τό Σταθμό, αύτός άπόμενε Ενας άπλός τρόφιμος. Γιά νά ποΰμε τήν άλήθεια, τέτιοι βρέθηκαν λίγοι, ώς είκοσι όλοι κι όλοι. Τόν τίτλο τοΰ κολονίστα τόν πήραν κι οί πιό παλιοί ά π ’ τό προσωπικό. Μαζί μ ’ αύτό άποφασίστηκε: άν στή διάρκεια Ενός χρόνου δουλιάς, κάποιος άπ* τούς συνεργάτες δέν πάρει αύτό τόν τίτλο, πρέπει νά φύγει ά π ’ τό Σταθμό. Στόν κάθε κολονίστα δόθηκε κι Ενα νικελένιο σήμα πού τό Εκαναν είδικά γιά μάς παραγγελία στό Χάρκοβο. Τό σήμα είχε ζωγραφισμένο Ενα σωσίβιο, καί πάνω του τά γράμματα ΜΓ κι Ενα κόκκινο άστεράκι. Σήμερα στήν παρέλαση πήρε τό σήμα κι ό Καλίνα Ί β ά ν ο ­ βιτς. Πολύ χάρηκε γ ι ’ αύτό καί δέν τό *κρυβε: —"Οσο κι άν υπηρέτησα σ ’ αύτόν τόν Νικολάι Ά λ εξ ά ν-

* «Στό βυθό»: "Ενα ά π ' τά περίφημα θεατρικά εργα τοΰ Α. Μ. Γκόρκι (σημ. μεταψρ.).

64


τροβιτς, περισσότερο άπό ουσάρος δέν κατάφερα νά γίνω, ένώ τώρα οί ξυπόλητοι μέχρι παράσημο μου ’δοσαν, τά παράσιτα! Καί δέν Εχει νά πεις τίποτα, παρά σου ’ρχεται καί κάπως καλούτσικα! Πού θά πεϊ, πώς κρατάνε στά χέρια τους τήν κρατική έξουσίά! Ό ίδ ιος πάει ξεβράκωτος, μά παράσημα δίνει! *Η χαρά του Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς δέν κράτησε πολύ. Κόπηκε ά π ’ τόν ξαφνικό έρχομό τής Μαρία Κοντράτιεβνα Μπόκοβα. Πρίν ενα μήνα εϊχε διοριστεί στό τμήμα κοινωνικής άγωγής του κυβερνείου μας, καί παρόλο πού δέν ήταν άμεσα προϊσταμένη μας, ώς ένα σημείο είχε τήν έπίβλεψή μας. Κατεβαίνοντας ά π ’τ ’άμάξι, άπόρησε πολύ βλέποντας τό γιορτινό μας τραπέζι, όπου άποτέλειωναν τό φαΐ τους τά παιδιά τής υπηρεσίας. ‘Ο Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς έκμεταλλεύτηκε τήν άπορία της καί βιάστηκε νά κρυφτεί άπαρατήρητα, άφήνοντας έμενα νά λογοδοτήσω καί γιά τά δικά του έγκλήματα. — Τί γιορτή έχετε σήμερα; ρώτησε ή Μαρία Κοντράτιεβνα. — Γιορτάζουμε τήν έπέτειο ά π ’ τή γέννηση τοΰ Γκόρκι. — Καί γιατί δέ μέ καλέσατε; — Τή μέρα αύτή δέν προσκαλοΰμε ξένους. Τό ’χουμε συνήθειο. —“Ας είναι κι έτσι. Κάντε μου τό τραπέζι. — Μά, βέβαια! Ποΰ πήγε αύτός ό Καλίνα Ίβ ά νοβ ιτς; —“Αχ, αύτός ό άπαίσιος ό γεροντάκος; Ό μελισσοκόμος; Αύτός πού μοΰ τό ’σκάσε πρίν λίγο; Καί σεις πήρατε μέρος σ ’ αύτή τήν παλιανθρωπιά; Στό τμήμα Λαϊκής Παιδείας μοΰ γίνανε στενός κορσές. ' Ο διαχειριστής λέει πώς θά μοΰ κρατοΰν ά π ’ τό μισθό μου δυό χρόνια. Ποΰ πήγε αύτός ό Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς, γιά φέρτε τον έδώ! Ή Μαρία Κοντράτιεβνα έδειχνε θυμωμένη, μά κατάλαβα πώς γιά τόν Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς δέν ύπήρχε μεγάλος κίνδυνος: ή Μαρία Κοντράτιεβνα είχε καλές διαθέσεις. “Εστειλα ένα παιδί νά τόν φωνάξει. Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς έφτασε καί ύποκλίθηκε άπό μακριά. — Μ ήν τολμήσετε νά πλησιάσετε! γελοΰσε ή Μαρία Κον­ τράτιεβνα. Πώς δέν ντρέπεστε; Τί πράματα ε ϊν ’ αύτά; Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς κάθησε στό παγκάκι: — Κάναμε ένα καλό. “Ημουνα μάρτυρας γιά τό έγκλημα τού Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς πρίν μιά βδομάδα. Είχαμε πάει στό τμήμα Λαϊκής Παιδείας, καί περάσαμε ά π ’ τό γραφείο τής Μαρία Κοντράτιεβνα. γιά κάποια 65


μικροδουλιά. Τό γραφείο της ήταν τεράστιο, μέ πάρα πολλά έπιπλα, καμωμένα άπό κάποιο είδικόξύλο. Στή μέση, τό τραπέζι τής Μαρία Κοντράτιεβνα, τριγυρισμένο όπως πάντα, άπό ενα πλήθος έκπαιδευτικών, μέ τόν ένα συζητάει, άνακατεύεται κι άλλος στή συζήτηση, ένας τρίτος άκούει, άλλος μιλάει στό τηλέφωνο, κάποιος στήν άκρη του τραπέζιου γράφει, ένας άλλος διαβάζει, κι ένα χέρι τής βάζει κάτω ά π ’ τή μύτη κάτι χαρτιά γιά υπογραφή. Ε κ τ ό ς ά π ’ τό πλήθος αύτό τών υπαλλήλων, πολύς κόσμος στέκεται καί συζητάει. Φασαρία, τσιγαρίλα καί παντού σκουπίδια. Καθόμαστε μέ τόν Καλίνα στό ντιβανάκι καί συζητάμε κάτι δικό μας. Ξάφνου μπαίνει μέ φούρια στό γραφείο θυμωμένη μιά άδύνατη γυναίκα, στέκεται μπροστά μας κι άρχίζει τό κατεβατό. Μέ δυσκολία καταλάβαμε πώς γίνεται λόγος γιά ενα παιδικό σπίτι, όπου υπάρχουν παιδιά, υπάρχει σωστή μέθοδος, μά δέν υπάρχει ο ύ τ’ ένα έπιπλο. Καθώς φαίνεται, δέν ήταν ή πρώτη φορά πού έρχόταν έδώ αύτή ή γυναίκα, γιατί έβαζε τό ζήτημα πολύ έντονα καί χωρίς νά δείχνει κανένα σεβασμό πρός τό 'ίδρυμα. — Πού νά τούς πάρει ό διάολος, γέμισαν τήν πόλη μέ παιδικά σπίτια, μά έπιπλα δέ δίνουν. Καί σάς ρωτάω: ποΰ θά κάτσουν τά παιδιά; Μάς είπαν νά ’ρθουμε σήμερα νά πάρουμε έπιπλα. Κουβάλησα καί τά παιδιά άπό τρία βέρστια μακριά, έφερα κάρα, δέ βρίσκω κανένα. Ουτε τά παράπονά σου δέν έχεις ποΰ νά κάνεις. Τί κατάσταση ε ϊν ’ αύτή; 'Έ να όλόκληρο μήνα τρέχω. Έ ν ώ ή ίδια βλέπετε τί έπιπλα έχει; Καί τί τά θέλει τόσα πολλά έπιπλα; Ά ν κι ή γυναίκα μιλούσε μεγαλόφωνα, κανένας ά π ’ όλους πού περιτριγύριζαν τό τραπέζι τής Μαρία Κοντράτιεβνα δέν τής έδοσε προσοχή, ουτε κάν τήν άκουσαν μέσα στή γενική φασαρία. Ό Καλίνα Ίβ ά νοβ ιτς γυρόφερε τή ματιά του, χτύπη­ σε μέ τήν παλάμη τό ντιβανάκι κι είπε: —Α π ’ δ,τι καταλαβαίνω, συντρόφισσα, αύτά τά έπιπλα σάς κάνουν; — Αύτά τά έπιπλα; χάρηκε ή γυναίκα. Μά, αύτά είναι θαυμάσια, γιά κοίτα έπιπλα!... — Τότε λοιπόν, είπε ό Καλίνα Ίβάνοβιτς. Μιά καί σάς κάνουν, κι έδώ μέσα στέκονται άχρηστα, πάρτε τα γιά τά παιδιά σας. Τά μάτια τής γυναίκας πού ώς τώρα κοίταζαν τίς γκριμάτσες 66


του Καλίνα Ίβ άνο β ιτς, ξάφνου γούρλωσαν, άναποδογυρίστηκαν. "Υστερα πάλι ξανακοίταξαν τόν Καλίνα Ίβ ά νοβ ιτς. — Καί πώς θά γίνει; —'Απλούστατα: σηκώστε τα άπό δώ καί φορτώστε τα στά κάρα σας. — Κύριε έλέησον. Μά πώς νά τό κάνουμε αύτό; —“Αν μιλάτε γιά τά ντοκουμέντα, μη δίνετε καμιά προσοχή: θά βρεθούν παράσιτα νά σας γράψουν τόσα χαρτιά, πού θά τό μετανιώσετε, θά πνιγείτε σ ’ αύτά. Πάρτε τα. —“Ετσι καί μέ ρωτήσουν, τί θά τούς πώ; Ποιός έδοσε τήν άδεια; —“Ετσι καί νά τούς πείτε, ότι έγώ σάς εδοσα τήν άδεια. — Δηλαδή, έσεΐς μάς δίνετε τήν άδεια; — Ναί, έγώ. — Θεέ μου! άναστέναξε χαρούμενη ή γυναίκα, κι άνάλαφρα σάν τήν πεταλούδα βγήκε πετώντας. Δέν πέρασε λεπτό καί ξαναγύρισε, αύτή τή φορά μέ καμιά εικοσαριά παιδιά. Ρίχτηκαν χαρούμενα στά καθίσματα, στίς πολυθρονίτσες, στίς πολυθρόνες καί στά ντιβανάκια κι άρχισαν μέ κάποια δυσκολία νά τά σέρνουν πρός τήν πόρτα. “Ετριζε ολόκληρο τό γραφείο. Αύτός ό θόρυβος τράβηξε τήν προσοχή τής Μαρία Κοντράτιεβνα. Σηκώθηκε ά π ’ τό τραπέζι καί ρώτη­ σε: — Τί κάνετε κεΐ πέρα; — Μά νά, κουβαλάμε, άπάντησε ένα μελαχρινό πιτσιρικάκι πού κουβάλαγε μ* ένα σύντροφό του μιά πολυθρόνα. — Καί δέ γίνεται χωρίς μεγάλη φασαρία; είπε ή Μαρία Κοντράτιεβνα κι έκατσε πάλι νά συνεχίσει τή δουλιά της. Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς μέ κοίταξε άπορημένος: — Γιά δές; Μά πώς γίνεται αύτό; Αύτά τά παράσιτα, τά πιτσιρίκια δέ θ* άφήσουν τίποτε! Κοίταζα πολλή ώρα μ ’ ένθουσιασμό τό ξεγύμνωμα τού γραφείου τής Μαρία Κοντράτιεβνα κι ούτε ένιωθα καμιά άγανάχτη σ η ' Δυό παιδάκια έπιασαν καί τό δικό μας ντιβανάκι. Τούς δόσαμε κάθε δυνατότητα νά τό πάρουν κι αύτό. ' Η πολυάσχολη γυναίκα άφοΰ έκανε κάμποσα τελευταία όχτάρια γύρω ά π ’ τά παιδιά, έτρεξε στόν Καλίνα Ίβ άνοβ ιτς, τού άδραξε τό χέρι καί τό ταρακούνησε δυνατά, κοιτώντας μέ χαρά καί συστολή μαζί στό πρόσωπο τό μεγαλόψυχο αύτόν άνθρωπο. 67


— Καί πώς σας λένε; Πρέπει νά τό ξέρουμε. Μας σώσατε κυριολεκτικά! — Καί τί σας χρειάζεται νά ξέρετε τ ’ όνομά μου; Τώρα, καθώς ξέρετε, δέ φχαριστάνε τούς ζωντανούς, κι ή δική μου ή σειρά γιά τόν άλλο κόσμο άργεΐ λιγουλάκι. —"Οχι, όχι. Πέστε μας, πέστε μας... — Ξέρετε, δέν άγαπώ νά μου λένε φχαριστώ... — Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς Σερντιούκ, νά πώς λένε αύτόν τόν καλό άνθρωπο, είπα μέ στόμφο. — Σας ευχαριστώ, σύντροφε Σερντιούκ, σας εύχαριστώ! — Παρακαλώ, παρακαλώ. Μόνο πού πρέπει νά τά πάρετε γρήγορα, μήν έρθει κανένας άλλος κι άλλάξει τήν άπόφαση. ‘ Η γυναίκα πέταξε μέ τά φτερά τού ένθουσιασμού καί τής εύχαρίστησης. ‘Ο Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς διόρθωσε τή ζώνη σ τ ’άδιάβροχό του, έβηξε κι άναψε τό τσιμπούκι του. — Καί γιατί τής τό ’ πες; Ξέρεις, δέν άγαπώ νά μέ πολυευχαριστοΰν... Είμαι περίεργος νά μάθω, θά φτάσουν, άραγε, στόν προορισμό τους ή δέ θά φτάσουν; Πολύ γρήγορα ό κύκλος πού τριγύριζε τή Μαρία Κοντρά­ τιεβνα σκόρπισε στά διάφορα γραφεία του τμήματος τής Λαϊκής Παιδείας. Ή ρ θ ε ή σειρά μας. Ή Μαρία Κοντράτιεβνα τέλειωσε στά γρήγορα μαζί μας καί κοίταξε άφηρημένα γύρω της: — Που πήγαν τά έπιπλα; Περίεργο! Μου ξεγύμνωσαν τό γραφείο! — Τά πήραν γιά κάποιο παιδικό σπίτι, είπε σοβαρά ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς, πού είχε σωριαστεί σ ’ ένα κάθισμα. Μόνο μετά άπό δυό μέρες έγίνε γνωστό, σάν άπό κάποιο θαύμα, πώς τά έπιπλα τά πήραν μέ άδεια του Καλίνα ’ Ιβάνοβιτς. Μάς προσκάλεσαν στό τμήμα Λαϊκής Παιδείας, μά μεϊς δέν πήγαμε. *0 Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς είπε: —Ά μ βέβαια καί δέ θά πάω τώρα έκεΐ γιά κάτι καρέκλες, κατάλαβες; Μοΰ φτάνει ή δική μου φαγούρα! Γιά δλες λοιπόν αύτές τίς αίτιες ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς ένιωθε τώρα κάπως μουδιασμένα. — Κάναμε ένα καλό. Τί τό σπουδαίο βρίσκετε σ ’ αύτό; — Πώς δέ ντρέπεστε; Τί δικαίωμα είχατε νά δύσετε τέτια άδεια; *0 Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς στριφογύρισε καλοσυνάτα στό κάθι­ σμά του: —"Εχω τό δικαίωμα νά τά έπιτρέπω όλα, δπως τό ’χει κι ό 68


καθένας. Νά, σας δίνω τήν άδεια ν ’ άγοράσετε τώρα δά τ ’άγρόχτημα, σας έπιτρέπω καί τελείωσε. Α γο ρ ά σ τε το. Κι άν χθέλετε, μπορεΐτε νά τό πάρετε καί τζάμπα, σας έπιτρέπω. — Μά τότε κι έγώ έχω τό δικαίωμα νά δίνω άδειες, κοίταξε γύρω της ή Μαρία Κοντράτιεβνα, άς πούμε νά πάρουν όλα αύτά τά σκαμνιά καί τά τραπέζια. — Τό ’χετε. —Έ , λοιπόν; έπέμενε σαστισμένα ή Μαρία Κοντράτιεβνα. — Τί λοιπόν; — Καί πώς θά γίνει; Θά τά πάρουν καί θά φύγουν; — Π οιός θά τά πάρει; —"Ας πούμε, κάποιος. — Χά, χά, χά, άς τά πάρει! Θά ’ναι ένδιαφέρον νά δοϋμε τι λογιώ θά φύγει ό ίδιος άπό δώ. — Δέ θά φύγει ό Ιδιος, μά θά τόν πάνε, είπε χαμογελώντας ό Ζαντόροφ, πού άπό ώρα στεκόταν πίσω άπ* τίς πλάτες τής Μαρία Κοντράτιεβνα. ' Η Μαρία Κοντράτιεβνα άναψοκοκκίνησε, κοίταξε άπό πάνω ώς κάτω τόν Ζαντόροφ καί ρώτησε μέ άμηχανία: —"Ετσι νομίζετε; Ό Ζαντόροφ έδειξε όλα του τά δόντια: — Ναί, έτσι νομίζω. — Τσιφλικάδικη νοοτροπία, εϊπε ή Μαρία Κοντράτιεβνα. Έ τ σ ι διαπαιδαγωγεΐτε τούς τροφίμους σας; στράφηκε αύστηρά σέ μένα. —Έ τ σ ι περίπου... — Μά τί άγωγή είν* αύτή; Μοΰ άδειάσατε τό γραφείο άπ* τά έπιπλα, πώς λέγεται αύτό; Τί άγωγή τούς δίνετε; Δηλαδή, άν κάτι δέν είναι καλά φυλαγμένο, μπορούν νά τό σουφρώσουν; Ά κ ο υ γ ε τή συζήτησή μας ένα πλήθος παιδιά, κι ήταν φανερό πώς τούς προξενούσε τεράστιο ένδιαφ έρον.'Η Μαρία Κοντράτιεβνα άναβε δλο καί πιό πολύ, στόν τόνο τής φωνής της άρχισα νά διακρίνω δλο καί πιό μεγάλη δυσαρέσκεια. Δέν ήθελα νά τραβήξω παραπέρα τή συζήτηση σ ’ αύτό τό θέμα. Είπα συμβιβαστικά: —*Άς άφήσουμε τή συζήτηση γι* άλλη φορά, μιά καί τό ζήτημα είναι τόσο πολύπλοκο καί θέλει βαθιά άνάλυση. Ω σ τό σ ο , ή Μαρία Κοντράτιεβνα δέν έλεγε νά υποχωρήσει. Ό Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς κατάλαβε ότι ή Μαρία Κοντράτιεβνα θύμωσε στά σοβαρά κι έκατσε πιό κοντά της. 69


— Μή θυμώνετε μέ μένα τό γεροντάκι. Μόνο πού δέν πρέπει νά λέτε έτσι: τσιφλικάδικη. Ή νοοτροπία μας είναι σοβιετική. Βέβαια, ήθελα νά κάνω ένα άστεΐο. Λέω: έδώ τώρα κάθεται ή νοικοκυρά, θά βάλει τά γέλια καί τέλειωσε τό ζήτημα. Κι ισως πάλι νά δόσει προσοχή, πώς τά παιδάκια ζουνε χωρίς καρέκλες. Μά δέν ήταν καλή ή νοικοκυρά: κάτω ά π ’ τή μύτη της άφησε καί τής φύγανε τά έπιπλα, καί τώρα τά βάζει μέ τούς φταίχτες: τσιφλικάδικη νοοτροπία... — Δηλαδή κι οί δικοί σας τρόφιμοι, έτσι θά κάνουν; πιό αδύνατα τώρα άρχισε ν ’ άμύνεται ή Μαρία Κοντράτιεβνα. —"Ας τό κάνουν... — Καί γιατί; — Γιά νά βάζουν μυαλό οί κακοί νοικοκυραϊοι. ’Α π' τό πλήθος τών παιδιών βγήγε ό Καραμπάνοφ, προτείνοντας στή Μαρία Κοντράτιεβνα μιά βέργα πού ’χε δέσει στήν κορφή της ένα κάτασπρο μαντηλάκι, ά π ’ αύτά πού είχαμε μοιράσει στά παιδιά σήμερα μέ τήν εύκαιρία τής γιορτής. — Σηκώστε λευκή σημαία, Μαρία Κοντράτιεβνα, παραδοθεΐτε. πιά. Ξαφνικά ή Μαρία Κοντράτιεβνα έβαλε τά γέλια, τά μάτια της έλαμψαν: — Παραδίνομαι, παραδίνομαι, δέν έχετε τσιφλικάδικη νοο­ τροπία καί κανείς δέ μ ’ έξαπάτησε, παραδίνομαι! Ή νταμκοινάγ παραδίνεται! ’Ό τα ν τή νύχτα, ντυμένος μ ’ ένα ξένο κοντογούνι έβγαινα ά π' τό υποβολείο, στήν άδεια αίθουσα καθόταν ή Μαρία Κοντράτιεβνα καί παρακολουθούσε μέ προσοχή τίς τελευταίες κινήσεις τών παιδιών. Πίσω ά π ’ τή σκηνή άκουγόταν ή ψιλή φωνή τοΰ Τόσκα Σολοβιόφ: — Σεμιόν. έ Σεμιόν, τό παράδοσες τό κοστούμι; Δόσε τό κοστούμι καί μετά φύγε. Τ ’ άπαντοΰσε ή φωνή τοΰ Καραμπάνοφ: — Τόσκα, όμορφόπαιδο, πού νά σκάσεις. Μά έγώ έπαιζα τόν Σάτιν. —Ά α , ναι τόν Σάτιν! Τότε κράτησέ το γιά ένθύμιο. Στήν άκρη τής σκηνής στέκεται ό Βόλοχοφ καί φωνάζει στό σκοτάδι: — Γκαλατένκο. έτσι δέ γίνεται, πρέπει νά σβύσεις τή σόμπα! 70


— Καί μόνη της θά σβύσει, άπαντάει νυσταγμένα καί βραχνά ό Γκαλατένκο. — Κι έγώ σου λέω νά τή σβύσεις. Ά κ ο υ σ ες τή διαταγή; Νά μήν άφήνουμε τίς σόμπες άναμμένες. — Διαταγή, διαταγή, γκρινιάζει ό Γκαλατένκο. Καλά, θά τή σβύσω!... Στή σκηνή μιά όμάδα παιδιά χαλάνε τά πατάρια, καί κάποιος μουρμουρίζει: « Ό ήλιος βγαίνει καί βασιλεύει». — Αύτά τά σανίδια νά τά πάτε αύριο στό ξυλουργείο, ξαναθυμίζει ό Μ ίτια Ζεβέλι καί ξάφνου βάζει μιά φωνή: Ά ντό ν! Έ ε , Ά ντό ν! Ό Μ πράτσενκο άπαντάει ά π ’ τά παρασκήνια: —Ά χ ά ! Τί γκαρίζεις σά γάιδαρος; — Θά δόσεις κάρο αύριο; — Θά σάς δόσω. — Κι άλογο μαζί; — Μόνοι σας δέν μπορεϊτε νά τό σύρετε; — Δέ μάς φτάνουν οί δυνάμεις. — Σάμπως λίγη βρώμη σοϋ δίνουν; — Λίγη. — Νά ’ρθεις, νά σού δόσω. Πλησιάζω τή Μαρία Κοντράτιεβνα. — Ποΰ θά κοιμηθείτε; — Μά, περιμένω τή Λίντοτσκα. Περιμένω νά ξεμακιγιαριστεΐ, γιά νά πάμε στό δωμάτιό της. Πέστε μου, Ά ν τ ό ν Σεμιό­ νοβιτς, έχετε τόσο καλά παιδιά, μά δέν τούς είναι πολύ βαριά αύτή ή δουλιά; Νά, τώρα είναι τόσο άργά κι άκόμα δουλεύουν! Φαντάζομαι πόσο θά ’χουν κουραστεί! Δέ θά μπορούσατε νά τούς δόσετε τίποτε νά φάνε; Τουλάχιστο σ ’αύτούς πού δούλε­ ψαν. —’Ό λ ο ι δουλέψανε, καί νά δόσουμε σέ όλους δέν τό μπορούμε. — Κι έσεΐς οί Ιδιοι; ’ Εσεΐς, οί παιδαγωγοί σας, σήμερα παίξανε κιόλας, βέβαια ό λ ’ αύτά έχουν ένδιαφέρον, μά γιατί δέ θά μπορούσατε νά μαζευτείτε κάπου, νά κάτσετε, νά κουβεντιά­ σετε, νά... τσιμπήσετε καί τίποτε! Γιατί; — Στίς £ξι πρέπει νά ξυπνήσουμε, Μαρία Κοντράτιεβνα. — Καί μόνο γΓ αύτό; — Βλέπετε... τό ζήτημα είναι, είπα σ ’ αύτή τήν άγαπητή καί καλόκαρδη γυναίκα, ότι ή ζωή μας είναι πολύ πιό δύσκολη 71


άπ

ό,τι φαίνεται μέ τήν πρώτη ματιά. ’Αρκετά πιό δύσκολη. Η Μαρία Κοντράτιεβνα έπεσε σέ συλλογή: ’Α π ’ τή σκηνή πήδησε ή Λίντοτσκα: —Ή παράσταση σήμερα πήγε καλά. Ψέματα;

6. ΤΑ ΒΕΛΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ Μέ τή γιορτή τού Γκόρκι μπήκαμε στήν άνοιξη. Έ δ ώ καί κάμποσο καιρό είχαμε άρχίσει νά νιώθουμε τόν έρχομό τής άνοιξης καί σέ κάποιον άλλο είδικό τομέα. Ή θεατρική δραστηριότητα έφερε πολύ κοντά τούς τροφί­ μους του Σταθμού μέ τή νεολαία τού χωριού, καί σ ’ όρισμένα σημεία αύτής τής προσέγγισης, άρχισαν νά παρουσιάζονται αισθήματα καί σχέδια πού δέν προβλέπονταν ά π ’ τή θεωρία τής κοινωνικής άγωγής. ’Ιδιαίτερα ύπέφεραν τά παιδιά πού μέ τήν άπόφαση τού συμβουλίου διοικητών είχαν τοποθετηθεί στά πιό επικίνδυνα σημεία, στό έκτο «Θ» μικτό τμήμα, στό τμήμα δηλαδή πού είχε νά κάνει μέ τούς θεατές. Ε κ ε ίν α τά παιδιά πού έπαιζαν στή σκηνή, στό Εκτο «Η>* μικτό, ήταν όλοκληρωτικά παρασυρμένα στή δίνη τού θεατρι­ κού πάθους. Πολύ συχνά στή σκηνή τά παιδιά αύτά Ενιωθαν ρομαντικές έξάρσεις, ειτε τή σκηνική αγάπη, μά γΓ αύτό άκριβώς ήταν προφυλαγμένα ά π ’ τόν καημό τού πρώτου αισθή­ ματος. Τό ίδ ιο προφυλαγμένα ήταν καί τά παιδιά τών άλλων έκτων μικτών. Τά παιδιά τοΰ έκτου «X» είχαν πάντα νά κάνουν μέ τίς έκρηχτικές ύλες, κι ό Ταρανέτς σπάνια έβγαζε τόν έπίδεσμο άπ* τό κεφάλι του, πού όλο καί κάτι θά πάθαινε στίς πολυάριθμες πυροτεχνικές έπιχειρήσεις. Καί σ ’ αύτό τό μικτό, ή άγάπη κάπως δέν πέρναγε: οί έκκωφαντικές έκ ρή ξα ς τών καραβιών, τών όχυρών καί τών υπουργικών άμαξιών, άπασχολούσαν τά παιδιά ώς τά βάθια τής καρδιάς τους καί δέν άφηναν θέση γιά ν ’ άνάψει σ ’ αύτή ή φωτιά τού πάθους. Τέτια φωτιά δέ μπορούσε ν* άνάψει ούτε στίς καρδιές τών παιδιών, πού μετακινούσαν τά έπιπλα καί τά σκηνικά. Ά κ ό μ α καί τά θερμά μικτά τμήματα πού άνέπτυσσαν τή δράση τους μές στή μάζα τού πλήθους τών θεατών, ήταν προφυλαγμ��να ά π ’ τά βέλη τού ’Έ ρωτα, μιά κι ό πιό έπιπόλαιος άκόμα Έ ρ ω τα ς, δέ θά σκεφτόταν ποτέ νά σημαδέψει τίς σιλουέτες, πού ήταν κατάμαυρες άπ* τήν καρβουνόσκονη καί τόν καπνό. 72


' Ο τρόφιμος τοΰ έκτου «Θ» μικτοΰ τμήματος βρισκόταν στή θέση τοΰ σίγουρα καταδικασμένου άνθρώπου. ’Έ μπαινε στήν αίθουσα μέ τό καλύτερό του κοστούμι, καί γιά τήν παραμικρή άκαταστασία στήν έμφάνισή του, τού έψελνε πάντα τόν άναβαλλόμενο. Α π ’ τό τσεπάκι τοΰ σακακιοΰ του ξεμύτιζε πάν­ τα ή γωνίτσα τοΰ κάτασπρου μαντηλιού. ' Η χτενισ ιά του ήταν πάντα υπόδειγμα κομψότητας. Ή τ α ν ύποχρεωμένος νά είναι εύγενικός σά διπλωμάτης καί προσεχτικός σάν όδοντοτεχνίτης. Ε ξο π λισ μ ένο ς μέ τέτια χαρίσματα, έπεφτε πάντα θύμα έκείνης τής γοητείας πού παρασκευαζόταν καί στήν Γκοντσαρόφκα καί στήν Πιρόγκοφκα καί σ τ ’ άγροχτήματα τού Βόλοβο, μέ τήν ’ίδια περίπου συνταγή τών παρισινών σαλονιών. ' Η πρώτη συνάντηση στόν κόσμο τοΰ θεάτρου μας, τήν ώρα τοΰ έλέγχου τών εισιτηρίω ν καί τής άναζήτησης έλεύθερης θέσης, φαίνεται πώς δέν παρουσίαζε κανένα μεγάλο κίνδυνο: γιά τίς κοπέλες, ό νοικοκύρης καί όργανωτής τών περίφημων αύτών θεαμάτων, μέ τά τόσο συγκινητικά λόγια καί τή θαυμάσια τεχνική, φαινόταν ακόμα σάν κάποιο άντικείμενο έλκυστικό μά κι απρόσιτο στήν αγάπη, τόσο πολύ άπρόσιτο, πού κι οί καβαλιέροι άκόμα ά π ’ τά χωριά, πού είχαν κι αύιοί τήν Ιδια γνώμη κι αισθάνονταν τόν Ίδιο θαυμασμό, δέ νιώθανε καμιά ζήλεια. 'Ω σ τόσ ο, περνοΰσε'ή δεύτερη, τρίτη, πέμπτη παράστα­ ση, κι έπαναλαβαίνονταν ή παλιά, όσο κι ό κόσμος Ιστορία. ' Η Παράσκα άπό τήν Πιρόγκοφκα, είτε ή Μαρούσια ά π ’τ ’άγρόχτημα τοΰ Βόλοβο, άρχισαν νά θυμίζουν πώς τά κόκκινα μάγουλα, τά μαΰρα φρύδια πού, βέβαια, δέν ήταν μόνο μαύρα — καί τά λαμπερά μάτια, τά τσίτινα φουστανάκια, όλοκαίνουργια καί ραμμένα μέ τήν τελευταία λέξη τής μόδας πού τύλιγαν μυριάδες άναμφίβολές άξίες, ή μουσική τοΰ ίταλο-οΰκρανέζικου «λ» πού ξέρουν νά τό προφέρουν όπως πρέπει μόνο οί κοπέλες, ό λ ’ αύτά, είναι μιά δύναμη πού άφήνει πολύ πίσω όχι μόνο τίς σκηνικές πονηριές τών παιδιών τοΰ Σταθμού Γκόρκι, μά κι όποιαδήποτε άλλη, τήν πιό άμερικανική τεχνική. Κι όταν πιά όλες αύτές οί δυνάμεις έμπαιναν σέ ένέργεια, δέν Εμενε πιά τίποτε πού νά κάνει τόν τρόφιμο άπρόσιτο. Ε ρ χ ό τ α ν ή στιγμή, πού ό τρόφιμος μέ πλησίαζε μετά τήν παράσταση καί μ ’άράδιαζε άσυνείδητα ένα σωρό ψευτιές: —Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, δόστε μου τήν άδεια νά συνοδέψω τίς κοπέλες ά π ’ τήν Πιρόγκοφκα, γιατί ξέρετε, φοβούνται νά πάνε μόνες τους... 73


Σ ’ αύτή τή φράση ήταν μαζεμένη μιά σπάνια συλλογή άπό ψευτιές, γιατί ήταν καί σ ’ αύτόν καί σέ μένα γνωστό, πώς κανένας κανένα δέ φοβάται, κι ετσι δέ χρειάζεται καμιά συνο­ δεία, κι ό πληθυντικός άριθμός <*κοπέλες» είναι υπερβολή, καί καμιά άδεια δέ χρειάζεται: στό κάτω - κάτω ή συνοδεία κάποιας φοβιτσιάρας, μπορούσε νά όργανωθεΐ χωρίς νά ζητηθεί καμιά άδεια. ΓΓ αυτό κι έδινα τήν άδεια, πνίγοντας στά κατάβαθα τής παιδαγωγικής μου ψυχής, δυό άντικρουόμενα αισθήματα. Είναι γνωστό, πώς ή παιδαγωγική άρνιέται κατηγορηματικά τήν άγάπη, θεωρώντας πώς αύτή ή «κατάσταση» μπορεί νά παρου­ σιαστεί μόνο τότε, όταν πιά είναι φανερή ή άποτυχία τής παιδαγωγικής έπίδρασης. Σ ’ όλες τίς έποχές καί σ ' όλους τούς λαούς, οί παιδαγωγοί μίσησαν τήν άγάπη. Κι ό ”ιδιος ένιωθα ζηλότυπη δυσαρέσκεια σάν εβλεπα πώς έκεΐνος ή ό άλλος τρόφιμος, άφήνοντας τούτη ή έκείνη τή συνέλευση, χτυπούσε μέ περιφρόνηση κάτω τό βιβλίο κι άδιαφορώντας γιά όλες τίς άρετές πού πρέπει νά διακρίνουν ενα δραστήριο καί συνειδητό μέλος τής κολεχτίβας, άρχιζε ν ’ αναγνωρίζει πεισματικά μόνο τό κύρος τής Μαρούσια ή τής Νατάσα, πλάσματα πού στέκονταν πολύ πιό κάτω άπό μένα άπό παιδαγωγική, πολιτική καί ήθική πλευρά. Ω σ τό σ ο , είχα πάντοτε μιά τάση νά σκέφτομαι βαθιά τά ζητήματα καί δέ βιαζόμουν νά δόσω κάποια δικαιώματα στή ζηλοτυπία μου. Οί σύντροφοί μου στό Σταθμό κι ιδιαίτερα οί υπάλληλοι τού τμήματος Λαϊκής Παιδείας, ήταν πιό άποφασιστικοί, καί πολύ νεύριαζαν ά π ’ τήν άνάμιξη τοΰ “Ερωτα, πού δέν προβλεπόταν ά π ’ τό πλάνο: — Πρέπει νά παλέψουμε άποφασιστικά ένάντια σ ’ αύτό. Οί συζητήσεις αύτές έδιναν πάντα ενα όφελος, γιατί ξεκα­ θάριζαν ώς τό τέλος τό ζήτημα: πρέπει νά στηριχτούμε στή λογική μας καί στή λογική τής ζωής. Τότε άκόμα τέτια λογική ύπήρχε πολύ λίγη στή ζωή, κι ή ζωή ήταν άκόμα πολύ φτωχή. Νά τί όνειρευόμουν κείνη τήν έποχή: άν ήμασταν πλούσιοι θά πάντρευα όλους τούς τρόφιμους καί θά γέμιζα τά σπίτια τής περιοχής μας, μέ παντρεμένους κομσομόλους. Τί τό άσχημο υπάρχει σ ’ αύτό; Ή μ α σ τα ν, ώστόσο,πολύ μακριά άπ* αύτό. Δέν πειράζει. Καί μέ τή φτωχή μας ζωή, κάτι θά σοφιστούμε. Δέν άρχισα νά κυνηγώ τούς έρωτευμένους μέ παιδαγωγικές έπεμβάσεις, πολύ περισσότερο πού αύτοί δέ βγαίναν άπ* τά πλαίσια τής ευπρέπειας. Σέ κάποια στιγμή έξομολόγησης. ό ‘Ο πρίσκο 74


μου έδειξε κάποια φωτογραφία τής Μαρούσια, φανερή άπόδειξη πώς όσο καιρό έμεϊς σκεφτόμασταν τό ζήτημα, ή ζωή τραβούσε τό δρόμο της. Ή ΐδια ή φωτογραφία δέν έλεγε καί πολλά πράγματα. Ά π ’ αύτή μέ κοίταζε ένα πλατύ πλατσομύτικο πρόσωπο πού δέν πρόσθετε τίποτα στό μέσο τύπο τής Μαρούσια. Α π ' τήν άλλη όμως μεριά, ήταν γραμμένα μ ’ ένα έκφραστικό σ χολικ ό χαρα­ κτήρα τούτα δώ: «Στόν άγαπητό Ντμίτρι ά π ’ τή Μαρούσια Λουκασένκο. Α γά π α καί μήν ξεχνάς». Ό Ντμίτρι Ό π ρ ίσ κ ο καθόταν στήν καρέκλα κι έδειχνε μ* όλη του τή στάση πώς είναι πιά άνθρωπος χαμένος. Α π ’ τή λεβεντιά του είχαν άπομείνει μόνο κάτι θλιβερά ύπολείμματα, άκόμα καί τό μερακλίδικο κατσαρό τσουλούφι του, είχε έξαφανιστεϊ ά π ’ τό κεφάλι του, καί στή θέση του, έμφανίστηκε μιά σεμνή καί καλοβαλμένη χτενισιά, Τά καστανά μάτια του πού πρώτα δστραφταν τόσο εϋκολα σέ κάθε έξυπνο άστείο, κι ήταν πάντα έτοιμα νά γελάσουν καί νά χοροπηδήξουν, έκφράζανε τώρα ήσυχα - ήρεμα μιά σπιτική φροντίδα κι ύποταγή στήν τύχη πού τού χαμογελούσε. — Καί τί σκέφτεσαι νά κάνεις; Ό Ό π ρ ίσ κ ο χαμογέλασε: — Χωρίς τή δίκιά σας βοήθεια θά ’ναι δύσκολο. Τού μπαμπά της δέν του ’παμε άκόμα τίποτα κι ή Μαρούσια φοβάται. Ό μ ω ς γενικά, ό πατέρας της μέ βλέπει μέ καλό μάτι. — Καλά, λοιπόν. "Ας περιμένουμε λιγάκι. Ό Ό π ρ ίσ κ ο έφυγε ευχαριστημένος, κρύβοντας στόν κόρφο του μέ φροντίδα τή φωτογραφία τής άγαπημένης του. Πολύ χειρότερα ήταν τά πράγματα μέ τόνΤ σόμποτ. Ή τ α ν άνθρωπος κατσούφης καί γεμάτος πάθος, άλλες άρετές δέν είχε. Κάποτε είχε άρχίσει τή ζωή του στό Σταθμό μέ μιά μεγάλη φασαρία, όπου είχαν τραβηχτεί καί μαχαίρια, άπό τότε πειθάρ­ χησε, μά κρατιόταν πάντα μακριά ά π ’ τούς τόπους όπους έσφυζε ή ζωή. Είχε ένα άνέκφραστο κι άχρωμο πρόσωπο πού άκόμα καί στίς στιγμές τού θυμού φανέρωνε κάποια ήλιθιότητα. Στό σχολειό πήγαινε μέ τό ζόρι καί μόλις έμαθε νά διαβάζει. Μ ’άρεσε ό τρόπος πού έκφραζόταν, στά μετρημένα λόγια του ένιωθες πάντα μιά μεγάλη κι άπλή άλήθεια. Τόν πήραν στήν Κομσομόλ ά π ’ τούς πρώτους. Ό Κόβαλ είχε γ ι ’ αύτόν ξεκάθα­ ρη γνώμη: 75


— Διάλεξη δέ θά σου κάνει καί δέν άξίζει γιά διαφωτιστής, μά &ν τοΰ δόσεις τό πολυβόλο, θά πεθάνει άλλά δέ θά τ ’ άφήσει ά π ’ τό χέρι του. 'Ο λόκλη ρος ό Σταθμός τό ήξερε πώς ό Τσόμποτ ήταν φλογερά έρωτευμένος μέ τη Νατάσα Πετρένκο. ' Η Νατάσα ζοΰσε στό σπίτι τοΰ Μούσι Κάρποβιτς καί θεωρούνταν άνιψιά του, μά στήν πραγματικότητα τήν είχαν δουλεύτρα στό άγρόχτημα. Π α ρ' ό λ ’ αύτά ό Μούσι Κάρποβιτς τήν άφηνε νά έρχεται στό θέατρο, μά ντυνόταν πολύ φτωχικά: μιά κακοραμμέ­ νη φούστα πού κάποιος άλλος τήν είχε φορέσει ώς νά παλιώσει, στραβωμένα, αταίριαστα στό πόδι της παπούτσια καί μιά σκούρα μπλούζα παλιάς έποχής, μέ πιέτες. Ποτέ μας δέν τήν είδαμε μέ άλλο φόρεμα. Τό ντύσιμο έδειχνε τή Νατάσα σάν ένα θλιβερό σκιάχτρο, ίσω ς όμως γ ι ’ αύτό, τό πρόσωπό της έδειχνε μέσα σ ’ αύτά τά κουρέλια πιό έλκυστικό. Κάτω ά π ’ τό γκρίζο φωτοστέφανο τού μαδημένου, λεκιασμένου, γεροντίστικου κε­ φαλομάντηλου, σέ κοιτάει όχι πρόσωπο, μά κάποια άνώτερη έκφραση άγνότητας καί παιδικής χαρούμενης εύπιστίας. Ή Νατάσα δέν έκανε ποτέ γκριμάτσες, δέν έδειχνε κακία, άγανάχτηση, ύποψία, θλίψη. "Ηξερε ή ν ’ ακούει σοβαρά, καί τότε μόλις καί τρεμόπαιζαν οί πυκνές μαύρες βλεφαρίδες της, ή νά χαμογελάει διακριτικά, δείχνοντας τά όμορφα μικρά δοντάκια της πού ένα ά π ’ τά μπροστινά ήτανε κάπως λοξό. ΡΗ Νατάσα έρχόταν στό Σταθμό πάντα μαζί μ ’ ένα όλόκληρο σμάρι κοπέλες καί μέσα ά π ’ αύτό τό βουερό περίγυρο ξεχώριζε μέ τήν άπλή παιδική ήρεμία καί τήν καλή της διά­ θεση. Ό Τσόμποτ τή συναντούσε όπωσδήποτε καί καθόταν κατσούφικα μαζί της σέ κάποιο παγκάκι, δίχως νά τής κάνει έντύπωση τό κατσούφιασμά του, καί δίχως ν* άγγίζει τόν έσωτερικό της κόσμο: άμφέβαλλα άν αύτό τό παιδί μπορεΐ ν ’ άγαπήσει τόν Τσόμποτ, μά τά παιδιά έκφράσανε άντίρρηση μ ’ ένα στόμα. — Ποιός; ' Η Νατάσα; Καί στή φωτιά καί στό νερό άκόμα μπορεί νά πέσει γιά τόν Τσόμποτ, χωρίς δισταγμό! Γιά νά ποΰμε τήν άλήθεια, αύτή τήν έποχή δέν ε’ίχαμε καθόλου καιρό ν ’ άσχολούμαστε μέ ρομάντσα, "Ηταν οί μέρες πού τό έβγα τού ήλιου, θεωρούνταν σά σινιάλο γενικής έπίθεσης γιά δουλιά πού κράταγε δεκαοχτώ ώρες τό είκοσιτετράωρο. Ό Σέρε μάς φόρτωνε μέ τόση πολλή δουλιά, πού τό μόνο πού μάς 76


άπόμενε ήταν νά κοντανασαίνουμε. Τότε θυμόμαστε, κι όχι χωρίς πίκρα, πώς άκόμα ά π ’ τό φθινόπωρο είχαμε Εγκρίνει μ ’ Ενθουσιασμό στή γενική συνέλευση τό πλάνο σποράς πού είχε προτείνει ό Σέρε. ’Επίσημα, τό σύστημα τού Σέρε θεωρούνταν Εξάχρονη άμειψισπορά, μά στήν πραγματικότητα ήταν πολύ πιό περίπλοκο. Ό Σέρε σχεδόν δέν Εσπερνε σιτηρά. Στό μαυρό­ χωμα Εσπερνε κάπου Εφτά έχτάρια μέ πρώιμο στάρι, σέ κάποια άκρη ένα χωραφάκι μέ βρώμη καί κριθάρι, κι άκόμα πειραματι­ κά σ ’ ενα κομμάτι γης, Εσπερνε κάποια άγνωστη ποικιλία σίκαλης, βεβαιώνοντάς μας, πώς κανένας ά π ’ τούς χωριάτες δέ θά μάντευε ποτέ ότι τούτο δώ είναι άληθινή σίκαλη. Πρός τό παρόν μαντεύαν όχι οί χωριάτες, μά μεϊς οί Ίδιοι. Πατάτα, κοκκινογούλια, μποστάνι, λάχανα, όλόκληρη φυτεία ρεβύθι, κι 0 λ ’ αύτά σέ διάφορες ποικιλίες, πού δέν μπορούσες νά βρεις άκρη. Τά παιδιά λέγανε πώς ό Σέρε Εχει φυτέψει στά χωράφια μιά όλόκληρη άντεπανάσταση. —’Εδώ έχει βασιλιά, πιό κεΐ τσάρο, παραπέρα βασίλισσα. Καί πραγματικά, χωρίζοντας όλα τά χωράφια μέ θαυμάσιες όλόισιες αύλακιές καί φράχτες, ό Σέρε Εβαλε παντού ταμπέλες άπό κοντραπλακέ, στηριγμένες σέ καδρονάκια, καί στήν καθε­ μιά τους Εγραψε τί καί πόσο σπάρθηκε. Τά παιδιά, Ίσως αύτά πού φύλαγαν τά σπαρτά ά π ’ τίς κουρούνες, κάποιο πρωί Εβαλαν πλάι δικές τους Επιγραφές, προσβάλλοντας μ ’ αύτό τόν τρόπο τόν Σέρε πού Εξαγριώθηκε. Ζήτησε νά συνελθεί Εκτακτα τό συμβούλιο τών διοικητών καί, πράγμα άσυνήθιστο γιά μάς, Εβαλε τίς φωνές. — Τί σόι άστεΐα ε ίν ' αύτά, τί βλακείες; ’Ονομάζω τίς ποικιλίες Ετσι όπως τίς όνομάζουν όλοι. "Αν καθιερώθηκε νά λέγεται αύτή ή ποικιλία «βασιλιάς τής ’Ανδαλουσίας*», Ετσι τή λένε σ ’ όλο τόν κόσμο, καί δέν μπορώ έγώ νά σοφίζομαι δικές μου όνομασίες! Αύτό όμως είναι άλήτικο πράγμα! Καί γιατί Εβαλαν στρατηγός Κοκκινόγουλος, συνταγματάρχης Ροβίθης; Κι αύτά τί είναι; Λοχαγοί Πεπονήδες κι ύπολοχαγοί Ντοματούληδες; Οί διοικητές χαμογελούσαν μήν ξέροντας τί νά κάνουν μ ’ όλη αύτή τήν καμαρίλα. Ρωτούσαν σοβαρά: — Ποιός άραγε νά *κανε μιά τέτια γαϊδουριά; Ή τα ν ε πρώτα βασιλιάδες καί τώρα γίνανε λοχαγοί, ενας διάολος ξέρει τί γίνεται... Τά παιδιά δέ μπορούσαν νά κρύψουν τά χαμόγελα, άν καί 77


φοβούνταν τόν Σέρε. Ό Σιλάντι καταλάβαινε τή σοβαρότητα τοΰ ζητήματος καί προσπαθούσε νά καλμάρει τά πράγματα. — Βλέπεις τί μυστήρια πράματα, δηλαδή: ένας τέτιος βασιλιάς, πού μπορεί, νά πούμε, νά τόν φάνε οί γελάδες, δέν είναι φοβερός, άς μείνει τό λοιπόν βασιλιάς! Ό Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς έπαιρνε έπισης τό μέρος τού Σέρε: — Τί ε ίν ’ αύτό πού ξεσήκωσε τή χφασαρία; Τί θέλετε δηλαδή νά δείξετε; "Οτι δηλαδή ε'ίσαστε τόσο έπαναστάτες, πού πολεμάτε μέ βασιλιάδες καί τούς κόβετε τά κεφάλια, τά παράσι­ τα; Τί άνησυχεΐτε λοιπόν τόσο; Τότε νά σάς δόσουμε κι άπό ένα μαχαίρι, γιά νά κόβετε άράδα. Τόσο πού νά πνιγείτε στόν ίδρωτα, παράσιτα! Τά παιδιά ήξεραν καλά τί θά πει θέρισμα, γΓ αύτό καί δέχτηκαν τή δήλωση τού Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς μέ βαθιά ικανοποί­ ηση. Έ τ σ ι, τό ζήτημα τής άντεπανάστασης στά χωράφια μας, τέλειωσε. Κι όταν ό Σέρε μεταφύτεψε ά π' τή σέρα άπέναντι σ τ ’ άσπρο σπίτι, διακόσιες ρίζες τριανταφυλλιές κι έβαλε τήν έπιγραφή «Χιονάτη βασίλισσα»· ούτ' ένας τρόφιμος δέ διαμαρτυρήθηκε. Μόνο ό Καραμπάνοφ είπε: — Βασίλισσα, άς είναι καί βασίλισσα, μόνο νά μυρίζει. Π ερισσότερο ά π ’ όλα βρήκαμε τό μπελά μας μέ τά κοκκινο­ γούλια. Νά πούμε τήν άλήθεια, τά κοκκινογούλια είναι μιά άπαίσια καλλιέργεια. Ηύκολα τά σπέρνεις, όμως μετά άρχίζει μιά αληθινή ύστερία. Δέν προφταίνει νά φυτρώσει ά π ’ τό χώμα, καί φυτρώνει άργά καί μαραμένα, χρειάζεται κιόλας σκάλισμα. Τό πρώτο σκάλισμα είναι δράμα. Γιά τόν πρωτόβγαλτο, τά φύτρα τού κοκκινογουλιού δέν ξεχωρίζουν καθόλου ά π ’ τά ζιζάνια, κι ό Σέρε ζητούσε γ ι' αύτό τό σκάλισμα, νά τού δίνουν μεγάλα παιδιά. Αύτά πάλι λέγανε: — Τί νά πεΐ κανείς, πάλι κοκκινογούλια θά σκαλίσουμε; Μά μήπως δέ σκαλίσαμε κιόλας τό μερτικό μας: Τελείωσε τό πρώτο σκάλισμα. τό δεύτερο, όλοι θέλουν νά πάνε στά λάχανα, στά ρεβύθια. κοντά είναι κιόλας τό θέρι­ σμα τού σανού, νά κι έρχεται ό Σέρε μέ τήν κυριακάτικη α ί­ τησή του: «Σαράντα παιδιά γιά τό σκάψιμο τού κοκκινογουλιού». Ό Βέρσνιεφ, ό γραμματέας τού συμβουλίου, διαβάζει άπό μέσα του αύτή τή θρασύτατη φράση καί χτυπάει τή γροθιά του στό τραπέζι: — Μά τί πράματα είν* αύτά; Πάλι τό κοκκινογούλι; Πότε 78


θά τελειώσει έπιτέλους ό διάολος του κέρατα; Μήπως μου δόσατε κατά λάθος καμιά παλιά αίτηση; —' Η αίτηση είναι καινούργια, λέει ήρεμα ό Σέρε. Σαράντα παιδιά, καί παρακαλώ, ά π ’ τά μεγαλύτερα. Στό συμβούλιο παραβρίσκεται ή Μαρία Κοντράτιεβνα πού νοίκιασε μιά γειτονική κάμαρα, κι οί λακκουβίτσες στά μάγου­ λά της κοιτάνε παιχνιδιάρικα τούς θυμωμένους τροφίμους. — Τί τεμπελάκηδες πού είστε! Τά κοκκινογούλια όμως στό μπόρς τ ’ άγαπάτε, έτσι; *0 Σεμιόν σκύβει τό κεφάλι κι άπαγγέλλει στομφώδικα: — Πρώτα, τό κοκκινογούλι είναι γιά ζωοτροφή, πού νά τό φάει ή κατάρα. Δεύτερο, έλάτε μαζί μας νά σκάψουμε. Ά ν μάς κάνετε αύτή τή χάρη καί δουλέψετε μαζί μας, έστω καί μιά μέρα, θά κάνω 6,τι πρέπει: μαζεύω ένα μικτό τμήμα καί δου­ λεύω στό κοκκινογούλι, μέχρι καί τό διάολο άκόμα νά παραχώ­ σουμε! Ή Μαρία Κοντράτιεβνα, μου χαμογελάει καί δείχνοντας τά παιδιά λέει: — Τί λογιώ! Τί λογιώ! Ή Μαρία Κοντράτιεβνα έχει άδεια, γΓ αύτό καί μπορεί νά τή συναντήσει κανείς καί τή μέρα στό Σταθμό. ' Ωστόσο τή μέρα έδώ είναι βαριά, τά παιδιά έρχονται μόνο γιά τό φαΐ, κατάμαυρα, σκονισμένα, ήλιοκαμένα. Πετώντας τίς τσάπες στή γωνιά τού Κουντλάτι, πετάνε καλπάζοντας σάν τό ιππικό τού Μ πουντιόνι άπ" τήν άπότομη όχθη, λύνοντας σέ κίνηση τίς βρακοζώνες τους, κι ό Καλομάκ άρχίζει νά βράζει ά π ’ τά κορμιά, τίς φωνές, τά παιχνίδια κι ό,τι άλλο τούς έρθει στό κεφάλι. Οί κοπέλες τσιρίζουν χωμένες στούς θάμνους στήν όχθη: — Φτάνει, λοιπόν, φύγετε πιά! Παιδιά, ε παιδιά, φύγετε πιά, είναι ή σειρά μας. Ό ύπεύθυνος τής ύπηρεσίας κατεβαίνει αύστηρός στήν όχθη καί τά παιδιά άρχίζουν νά φορούν στό υγρό σώμα τους τά σωβρακάκια πού είναι άκόμα καυτερά, κι ένώ οί άστέγνωτες σταγόνες τοΰ νερού άστράφτουν άκόμα στίς πλάτες τους, μαζεύονται στό τραπέζι, πλάι στό συντριβάνι στόν παλιό κήπο. Ά π ό ώρα τούς περιμένει έδώ ή Μαρία Κοντράτιεβνα, τό μόνο πλάσμα στό Σταθμό πού διατήρησε άσπρη, άνθρώπινη τήν έπιδερμίδα της καί άτσουρούφλιστα τά μαλλιά. ΓΓ αύτό καί ξεχωρίζει άνάμεσά μας, Kt άκόμα καί ό Καλίνα ’ Ιβάνοβιτς, δέ μπορεί νά μή σημειώσει αύτό τό γεγονός: 79


— Χφιγουράτη γυναίκα, ξέρεις, κι έτσι χάνεται έδώ τζάμπα. Μ ήν τή βλέπεις, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, χθεωρητικά. Αύτή σέ κοιτάει σάν άνθρωπος, κι έσύ σά χωριάτης, ουτε τής δίνεις σημασία. — Τί ντροπής πράματα ε ϊν ’ αύτά; είπα τού Καλίνα Ί β ά ν ο ­ βιτς. Αύτό έλειπε ν ’ άρχίσω κι έγώ ν ’ άσχολοΰμαι στό Σταθμό μέ ρομάντσα. —Έ χ , τί άνθρωπος είσαι, τσίριξε γεροντίστικα ό Καλίνα Ίβ άνο β ιτς. ρουφώντας τό τσιμπούκι του. Στό ράφι θά μείνεις καί νά μοΰ τό θυμάσαι! Δέν είχα καιρό ν ’άναλύσω θεωρητικά καί πραχτικά τίς άρετές τής Μαρία Κοντράτιεβνα. κι ίσως γΓ αύτό καί νά μέ προσκαλούσε πάντα γιά τσάι, καί πάντα πειραζόταν όταν τής έλεγα μ ’ εύγένεια: — Λόγο τιμής, τό τσάι δέ μ ’ άρέσει. Κάποτε, μετά τό φαΐ, όταν τά παιδιά σκόρπισαν στίς δουλιές είχαμε μείνει μόνοι μέ τή Μαρία Κοντράτιεβνα στό τραπέζι. Μοΰ είπε άπλά καί μέ φιλικό τόνο: —Ά κ ο ύ σ τε, «Διογένη» Σεμιόνοβιτς! Ά ν σήμερα τό βράδυ δέν έρθετε, θά θεωρήσω άπλά πώς είστε άγενής. — Καί τί έχετε; Τσάι; ρώτησα. —"Εχω παγωτό, καταλάβατε, όχι τσάι, μά παγωτό... Τό φτιάχνω ειδικά γιά σάς. — Καλά, τής είπα μέ δυσκολία, τί ώρα ν ά ’ρθω γιά παγωτό; — Στίς όχτώ. — Μά στίς όχτώμισι πρέπει νά πάρω άναφορά ά π ’ τούς διοικητές. — Νά κι άλλο θύμα τής παιδαγωγικής... ’ Ελάτε λοιπόν στίς έννιά. Μά, στίς έννιά ή ώρα, άμέσως μετά τήν άναφορά, τήν ώρα πού συλλογιόμουνα τό βάσανο πού μέ περιμένει μ ’ αύτή τήν έπίσκεψη γιά τό παγωτό, άξύριστος άκόμα. νάσου καί μοΰ έρχεται τρέχοντας ό Μίτια Ζεβέλι: —Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, γρήγορα, γρήγορα! — Τί τρέχει; — Τά παιδιά φέρανε τόν Τσόμποτ καί τή Νατάσα. Αύτός ό ίδιος ό γέρος... ά, ναί, ό Μούσι Κάρποβιτς. — Ποΰ είναι; — Νά έκεΐ στόν κήπο... Έ τρ εξα στόν κήπο. Στήν άλλέα μέ τίς πασχαλιές, στό 80


παγκάκι, καθόταν ή Νατάσα τρομαγμένη, καί γύρω της πλήθος οί κοπέλες καί οί γυναίκες του Σταθμού μας. Τά παιδιά γκρούπες - γκρούπες στέκονταν καί κουτσομπόλευαν. Τό λόγο είχε ό Καραμπάνοφ: — Καί σωστά Εκανε. Λυπάμαι πού δέν τό σκότωσε, τό παλιοτόμαρο... *0 Ζαντόροφ καθησύχαζε τόν Τσόμποτ πού έτρεμε κι έκλαιγε: — Τίποτα τό φοβερό δέν έγινε. Νά, θά ’ρθει τώρα ό ’ Αντόν καί θά τά κανονίσει όλα. Διακόπτοντας ό ένας τόν άλλο, μού άφηγήθηκαν τά παρα­ κάτω: ’ Επειδή ή Νατάσα δέν έβαλε νά στεγνώσουν κάτι πανικά, μπορεί καί νά ξέχασε, ό Μ ούσι Κάρποβιτς, σκέφτηκε νά τής βάλει μυαλό καί πρόφτασε νά τήν κοπανήσει δυό φορές μέ τά χάμουρα. Αύτή τή στιγμή μπήκε στό σπίτι ό Τσόμποτ. Τί ένέργειες έκανε ό Τσόμποτ είναι δύσκολο νά τό μάθουμε — ό ίδιος σώπαινε — όμως στίς άπελπισμένες κραυγές του Μούσι Κάρποβιτς πρόστρεξαν οί χωριάτες κι ένα μέρος άπ* τά παιδιά τού Σταθμού καί βρήκαν τό νοικοκύρη σέ μισοκαταστραμμένη κατάσταση, καταματωμένο καί κουλουριασμένο ά π ’ τήν τρομά­ ρα του στή γωνιά. Στά ίδια κακά χάλια βρέθηκε κι ένας ά π ’ τούς γιούς τού Μούσι Κάρποβιτς. Ό ίδ ιος ό Τσόμποτ στεκόταν στή μέση τής κάμαρης « κι άλυχτούσε σά σκύλος», σύμφωνα μέ τήν έκφραση τοΰ Καραμπάνοφ. Τή Νατάσα τή βρήκαν μετά σέ κάποιο γείτονα. Ά π ’ άφορμή τά έπεισόδια, έγιναν διαπραγματεύσεις άνάμεσα στούς χωρικούς καί στά παιδιά. Ά π ’ όρισμένα σημάδια φαινόταν πώς στή διάρκεια τών διαπραγματεύσεων χρησιμοποιήθηκαν γροθιές κι άλλα μέσα άμυνας, μά τά παιδιά δέ λέγανε τίποτε γΓ αύτό, παρά διηγούνταν σ ’ έπικό τόνο: — Μά τίποτα δέν έχουμε κάνει, δόσαμε μόνο... νά, τίς πρώτες βοήθειες πού δίνονται σ τ ’ άτυχήματα κι ό Καραμπάνοφ είπε τής Νατάσα: «Πάμε, Νατάσα, στό Σταθμό, τίποτε μή φοβάσαι, θά βρεθούν, ξέρεις, έκεΐ καλοί άνθρωποι πού όλα θά τά κανονίσουν». Κάλεσα τά πρόσωπα πού έδρασαν, στό γραφείο. ' Η Νατάσα κοίταγε σοβαρά μέ τά μεγάλα της μάτια τό καινούργιο γΓ αύτήν περιβάλλον, καί μόνο στίς άνεπαίσθητες κινήσεις τών χειλιώ ν της, μπορούσε κανείς νά διακρίνει κάποια 81


άπομεινάρια τρόμου, ένώ στό μάγουλό της χωρίς νά βιάζεται στέγνωνε κάποιο δάκρυ. — Τί νά κάνουμε; είπε ό Καραμπάνοφ μέ πάθος. Πρέπει νά τελειώνουμε μ ' αύτό τό ζήτημα. —’Ά ς τό τελειώσουμε, λοιπόν, τό ζήτημα, συμφώνησα. — Νά τούς παντρέψουμε, πρότεινε ό Μπουρούν. — Νά τούς παντρέψουμε προφταίνουμε, είπα, δέν είναι αύτό γιά σήμερα. Έ χο υ μ ε δλο τό δικαίωμα νά πάρουμε στό Σταθμό τή Νατάσα. Έ χ ε ι κανείς άντίρρηση;... "Ησυχα λοιπόν, τί γκαρίζετε έτσι; Μέρος νά τή βάλουμε υπάρχει. Κόλια. γράψτην στήν αυριανή διαταγή στό πέμπτο τμήμα. — Μάλιστα! έβαλε κραυγή ό Κόλια. Ξάφνου ή Νατάσα πέταξε τή φοβερή μαντήλα καί τά μάτια της τρεμόπαιξαν σάν τή φωτιά στόν άνεμο. Έ τρ εξε κοντά μου καί γέλασε χαρούμενα, όπως γΓ.λάνε μόνο τά παιδιά. — Μά μπορεί νά γίνει αύτό; Στό Σταθμό; “Ωω, σάς ευχαρι­ στώ θεϊεί Τά παιδιά μ ’ένα γέλιο έκρυψαν τή συγκίνηση. Ό Καραμ­ πάνοφ χτύπησε τό πόδι του στό πάτωμα: — Πολύ άπλά τέλειωσε. Τόσο άπλά, πού... ό διάολος τό ξέρει, πόσο! Καί βέβαια, στό Σταθμό. Κι άν θέλουν άς δοκιμά­ σουν νά πειράξουν μιά τρόφιμη. Οί κοπέλες χαρούμενες πήραν τή Νατάσα στό θάλαμο. Τά παιδιά φλυαρούσαν άκόμα γιά πολύ. Ό Τσόμποτ καθόταν άντίκρυ καί μ ’ εύχαριστούσε: — Τέτιο πράμα ποτέ δέν τό περίμενα... Σάς εύχαριστώ πού δόσατε σ ’ ένα άδύνατο πλάσμα προστασία... "Οσο γιά τήν παντρειά, αύτό είναι ένα δεύτερο ζήτημα... "Ως άργά τή νύχτα συζητούσαμε γιά τό έπεισόδιο. Τά παιδιά διηγήθηκαν κάμποσες παρόμοιες περιπτώσεις, ό Σιλάντι έλεγε τή γνώμη του, φέρανε τή Νατάσα νά μοΰ τή δείξουν μέ τή στολή τοΰ Σταθμού, κι ή Νατάσα δέν Εδειχνε καθόλου σά νύφη, μά σά μιά μικρή λεπτοκαμωμένη παιδούλα. 'Ύ σ τερ ’ ά π ’ ό λ ’ αύτά ήρθε ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς κι Εκανε άνακεφαλαίωση τής βραδιάς: — Φτάνει νά παραφουσκώνουμε τό πράγμα. Ά φ ό σ ο ν δέν τοΰ σπάσανε τ ’ άνθρώπου τό κεφάλι, παναπεϊ ζεϊ ό άνθρωπος, δηλαδή όλα ε ίν ’ έντάξει. Πάμε νά περπατήσουμε στό λιβάδι... νά δεις πώς αύτά τά παράσιτα μάζεψαν τίς χθημωνιές, πού νά τούς μαζέψουν έτσι στήν κάσα όταν τά τινάξουν! Ή τα ν περασμένα μεσάνυχτα όταν βγήκαμε μέ τόν Καλίνα 82


Ίβ ά νο β ιτς στό λιβάδι. Ή ήσυχη ζεστή νύχτα άκουγε μέ προσοχή τί Ελεγε ό Καλίνα Ίβ άνοβ ιτς. Οί λεύκες, μέ τήν αριστοκρατική άγωγή τους καί τήν άγάπη τους νά στέκονται ψηλόκορμες, στοιχημένες, φυλάγανε τριγύρω τό Σταθμό μας καί σιγανομιλουσαν μεταξύ τους. “Ισως καί ν ’ άποροΰσαν γιά όλες αύτές τίς άλλαγές πού Εγιναν γύρω τους. Είχαν φυτευτεί γιά νά φυλάνε τό Τρέπκε, καί τώρα ήταν υποχρεωμένες νά φυλάνε τό Σταθμό Γκόρκι. Σέ μιά συστάδα άπό λεύκες βρισκόταν τό σπιτάκι πού Εμενε ή Μαρία Κοντράτιεβνα καί μάς κοίταζε μέ τά σκοτεινά του παράθυρα. "Ενα ά π ’ τά παράθυρα άνοιξε ξάφνου, κι ήσυχα πήδηξε ά π ' αύτό κάποιος. Ξεκίνησε πρός τό μέρος μας, σταμά­ τησε μιά στιγμή καί χύμηξε στό δάσος. Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς διέκοψε τή διήγηση γιά τήν έκκένωση τοΰ Μ ίργκοροντ τό 1918 κι είπε ήσυχα: — Τό παράσιτο αύτό ήταν ό Καραμπάνοφ. Βλέπεις, αύτός κοιτάζει τά πράματα όχι χθεωρητικά, μά πραχτικά. ’Ενώ έσύ έμεινες στό ράφι κι άς είσαι καί γραμματιζούμενος άνθρωπος...

7. ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ Στό Σταθμό ήρθε ό Μ ούσι Κάρποβιτς. Νομίζαμε πώς θ ’ άρχιζε δικαστήριο μέ άφορμή τήν κακομεταχείριση τοΰ κεφαλιού του ά π ’ τόν άγαναχτισμένο Τσόμποτ. Κι άληθίνά. Τό κεφάλι τού Μούσι Κάρποβιτς, ήταν έπιδειχτικά δεμένο καί μίλαγε μέ τέτια φωνή, σά νά μήν ήταν ό Μούσι Κάρποβιτς, μά τό κύκνειον άσμα του. Ω στόσο» γιά τό ζήτημα πού μάς άνησυχοΰσε, Εμεινε ειρηνικός καί πράος σά χριστιανός: — Λέν ήρθα γιά τό ζήτημα τής κοπελίτσας. ΓΓ άλλη υπόθεση ήρθα. Θεός φυλάξει νά μαλώσω μαζί σας. "Ας γίνει κι Ετσι... Ή ρ θ α σέ σάς γιά τό μύλο. Ή ρ θ α άπό μέρους τοΰ σοβιέτ τοΰ χωριού γιά σπουδαία υπόθεση. Ό Κόβαλ κοίταξε στό κούτελο τόν Μούσι Κάρποβιτς: — Γιά τό μύλο; — Καί βέβαια γιά τό μύλο! — Ναί, ναί! ’Εσείς ένδιαφέρεστε γιά τό μύλο, γιά τό νοίκι δηλαδή. Μά καί τό σοβιέτ τοΰ χωριοΰ Εκανε αίτηση. Σκεφτόμα­ στε τό λοιπόν, όπως είστε σείς σοβιετική έξουσία. Ετσι καί τό 83


σοβιέτ τοΰ χωριοΟ είναι σοβιετική έξουσία, δέ μπορεΐ δηλαδή νά λέμε, άλλο μεϊς κι άλλο σείς... —Ά χ ά , είπε ό Κόβαλ κάπως είρωνικά. ■Έτσι άρχισε στό Σταθμό μας μιά μικρή διπλωματική περίοδος. "Επεισα τόν Κόβαλ καί τά παιδιά νά φορέσουν τά διπλωματικά φράκα καί τίς άσπρες γραβάτες, κι ό Λουκά Σεμιόνοβιτς μέ τό Μούσι Κάρποβιτς, γιά Ενα διάστημα είχαν τή δυνατότητα νά Ερχονται στήν περιοχή τοΰ Στάθμου χωρίς νά κινδυνεύει ή ζωή τους. Τήν έποχή αύτή άπασχολοΰσε πολύ τό Σταθμό ή άγορά άλογων. Τά περίφημα άλογά μας γερνούσαν μπροστά στά μάτια μας, άκόμα κι ό ντορής άρχισε νά βγάζει μιά γέρικη γενειάδα, ένώ τό Μ ικρούλη τό συμβούλιο τών διοικητών τόν πέρασε στήν κατάσταση τών άναπήρων καί τοΰ Εκοψε σύνταξη. Ό Μ ικρού­ λης πήρε μιά μόνιμη θέση στό σταΰλο καί μερίδα βρώμη, καί τόν ζεύανε πιά, μόνο υστέρα άπό προσωπική δική μου άδεια. Ό Σέρε Εβλεπε πάντα μέ περιφρόνηση τή Μπαντίτκα, τή Μαίρη καί τό Γεράκι. Έ λ εγε: — Καλό νοικοκυριό, είν* αύτό πού ’χει καλά άλογα. “Αν τ ' άλογα είναι ψοφίμια, τότε καί τό νοικοκυριό είναι ψοφίμι. Ό Ά ν τ ό ν Μ πράτσενκο, πού είχε άγαπήσει όλα τ ’ άλογά μας μέ τή σειρά, κι ά π ’ όλα προτιμούσε τό ντορή, άκόμα κι αύτός τώρα, κάτω άπό τήν Επίδραση τοΰ Σέρε άρχιζε ν ’ άγαπάει κάποιο άλλο, μελλοντικό άλογο, πού όπου καί νά ’ναι θά φανεΐ στό βασίλειό του. Κι έγώ κι ό Σέρε κι ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς, κι ό Μπράτσενκο, δέν άφήναμε οΟτε μιά ζωοπανήγυρη, είχαμε δει χιλιάδες άλογα, μά δέν άγοράσαμε οΟτε Ενα. "Η τ ’ άλογα δέν ήταν καλά σάν τά δικά μας ή θά γύρευαν πολλά είτε ό Σέρε θ ’ άνακάλυπτε σ ’ αύτά κάποια άρρώστια ή κάνα κουσούρι. Καί. γιά νά ποΰμε τήν άλήθεια, στά πανηγύρια δέ βγάζανε καλά άλογα. *0 πόλεμος κι ή Επανάσταση Εξαφάνισαν τ ’ άλογα ράτσας, καί δέν είχαν άναπτυχθει άκόμα τά καινούργια Ιπποφορ­ βεία. Ό Ά ν τ ό ν έρχόταν ά π ’ τήν κάθε ζωοπανήγυρη σέ θλιβερή κατάσταση: — Μά πώς γίνεται αύτό; Ά λ ο γ α δέν Εχει. Κι άφοΰ μάς χρειάζεται Ενα καλό άλογο, Ενα πραγματικό άλογο, τί νά κάνουμε; Νά παρακαλέσουμε τούς μπουρζουάδες λοιπόν νά μάς δόσουν; 84


Τού Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς μέ τίς παλιές άναμνησεις ά π ’ τόν καιρό τών ουσάρων, τοϋ άρεσε ν ’άνακατεύεται στό ζήτημα τών άλογων. Ά κ ό μ α κι ό Σέρε είχε έμπιστοσύνη στίς γνώσεις του, πνίγοντας σ ’ αύτό τό ζήτημα τή ζήλεια πού τόν κάτεχε πάντα. Κάποτε, σ ’ Ενα κύκλο άνθρώπων πού καταλάβαιναν ά π ’ αύτά τά πράγματα, ό Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς είχε πει: — Λένε αύτά τά παράσιτα, ό Λουκά κι ό Μ ούσι, αύτός ό ίδιος, πώς τάχα σ τ ’ άγροχτήματα, οί νοικοκυραΐοι Εχουν καλά άλογα, μά δέ θέλουν νά τά βγάλουν στά πανηγύρια, φοβούνται. — Δέν ε ίν ’ άλήθεια, είπε ό Σέρε, δέν Εχουν καλά άλογα. “Εχουν τέτια σάν κι αύτά πού βλέπουμε. Καλά άλογα θά βρούμε σέ λίγο στά Ιπποφορβεία μά άκόμα είναι νωρίς. — Κι έγώ σάς λέω υπάρχουν, έπέμενε ό Καλίνα ’ Ιβάνοβιτς. Ό Λουκά ξέρει... Αύτό τό βρωμόπαιδο ξέρει όλόκληρη τήν περιοχή, όπως ξέρει τή χούφτα του. Κι υστέρα σκεφτεΐτε, πού μπορεΐ νά βρει κανείς Ενα καλό άλογο άν όχι στόν καλό νοικοκύρη; Καί οί νοικοκυραΐοι ζοΰνε σ τ ’ άγροχτήματα. Αύτά τά παράσιτα κάνουν τήν πάπια, καί στά κρυφά ταΐζουν τά βαρβάτα τους, γιατί φοβούνται, τά παράσιτα, νά μήν τούς τά πάρουν. Ά ν πηγαίναμε κατακεΐ, θ ’ άγοράζαμε... Συμφώνησα κι έγώ σ ’ αύτό, χω ρίς νά πολυανακατέψω ίδεολογικά ζητήματα. — Πάμε τήν άλλη Κυριακή νά δούμε. Kt ίσω ς καί ν ’ άγοράσουμε κάτι. *0 Σέρε συμφώνησε: — Καί γιατί νά μήν πάμε; Βέβαια, άλογα δέ θ ’ άγοράσου­ με, μά θά κάνουμε Εναν καλό περίπατο. Θά δώ καί τί λογής σπαρτά Εχουν αύτοί οί «νοικοκυραΐοι». Τ ήν Κυριακή ζέψαμε τό άμάξι καί πήραμε τό χωραφόδρομο γιά τά χωριά. Περάσαμε τή Γκοντσαρόφκα, κόψαμε τή δημοσιά τού Χάρκοβου, γλιστρήσαμε μές στό άμμουδερό δασάκι μέ τά πεύκα, καί βγήκαμε τέλος σέ κάποιο βασίλειο, όπου δέν είχαμε ποτέ ξανάρθει. Ά π ό ν α ψηλό άπότομο λόφο ξανοίχτηκε μπροστά στά μάτια μας Ενα άρκετά ευχάριστο τοπίο. ’ Αντίκρυ μας κι ώς τό βάθος τού όρίζοντα, χανόταν μιά άπέραντη πεδιάδα, όλότελα έπίπεδη, φτιαγμένη λές μέ τό 85


αλφάδι. Δέν είχε τήν παραμικρή ανωμαλία, κι ίσως σ ’ αύτό ακριβώς νά ήταν κι ή όμορφιά της. Ή πεδιάδα ήταν πυκνοσπαρμένη μέ σιτηρά. Χρυσαφένια, χρυσοπράσινα, χρυσοκίτρι­ να κυμάτιζαν τά σπαρτά, καί μόνο no ν καί ποΟ σάν υπογράμμιση διακρίνονταν άνοιχτοπράσινες κηλίδες μέ τό κεχρί καί τό μαυ­ ραγάνι. Καί σ ’αύτό τό χρυσαφένιο φόντο, μέ αφάνταστη ακρί­ βεια ήταν χτισμένα όμάδες - όμάδες τά κάτασπρα χωριατόσπιτα, τριγυρισμένα άπό μεγάλους, άκανόνιστους κήπους. Σέ κάθε όμάδα. ενα - δυό δέντρα: ιτιές, άγριόλευκες καί πολύ σπάνια, λεύκες καί μποστάνια μέ τίς σκουρόχρωμες καλύβες τους. Κι ό λ ’ αύτά καλοβαλμένα σέ τέτιο βαθμό, πού κι ό πιό άπαιτητικός άκόμα ζωγράφος δέ θά μπορούσε νά βρεϊ μιά λαθεμένη πινελιά. Ή εικόνα άρεσε καί στόν Καλίνα Ίβάνοβιτς: — Νά, βλέπετε πώς ζούνε οί νοικοκυραΐοι; Ή δώ ζούν πολιτισμένοι άνθρωποι. — Ναί. σημείωσε άνόρεχτα κι ό Σέρε. —"Ας στρίψουμε άπό δώ, πρότεινε ό Καλίνα Ίβάνοβιτς. Ό ‘Αντόν έστριψε σ ’ ενα χορταριασμένο δρομάκο, καί βγήκαμε μπροστά σέ μιά πρωτόγονη αύλόπορτα. φτιαγμένη μέ τρεις λεπτούς κορμούς ιτιάς δεμένους μέ φλούδα. Έ να γκρίζο, ξεγδαρμένο σκυλί άνακλαδίστηκε, βγήκε κ ά τω ά π ' τό κάρο καί γάβγισε βραχνά καί τεμπέλικα. 'Α π ' τό σπίτι πρόβαλε ό νοικοκύρης καί τινάζοντας κάτι άπ* τήν άχτένιστη γενειάδα του, κοίταζε μ ’ απορία καί κάποιο φόβο τό μισοστρατιωτικό μου κοστούμι. — Γειά σου αφεντικό! είπε χαρούμενα ό Καλίνα Ί β ά ν ο ­ βιτς. ’ Α π' τήν εκκλησία γύρισες; — Στήν εκκλησία σπάνια πατάω, άπάντησε ό νοικοκύρης τοί· σπιτιού μέ τήν Ιδια βραχνή φωνή. οπως κι ό φρουρός τής περιουσίας του. Ή γυναίκα πού καί πού πάει... Κι άπό πού είστε; —“Ηρθαμε γιά μιά καλή δουλιά: Λένε πώς μπορεΐ κανείς ν ' αγοράσει άπό σάς καλά άλογα, έ: Ό νοικοκύρης έριξε τά μάτια του σ τ ’ άμάξι μας. Καθώς φαίνεται, τό παράταιρο ζευγάρι τού ντορή καί τής Μ αίρης, τόν καθηούχασε. — Πώ,; νά σάς πώ; Ιΐοΰ νά βρεθούν τά καλά άλογα: Ό ­ 86


μως έχω ένα άλογάκι στόν τρίτο χρόνο που μπορεί νά σάς κάνει. Πήγε στό σταΰλο κι έβγαλε ά π ’ τή γωνιά στό βάθος μιά τρίχρονη φοραδίτσα, χαρούμενη καί καλοθρεμμένη. — Δέν τήν έζεψες; ρώτησε ό Σέρε. — Γιά νά τή ζέψω, δέν τήν έζεψα, παρά μόνο τήν καβάλησα. Μπορεί κανείς νά πάει καβάλα. Τρέχει καλά, δέν έχω παράπονο. —'Ό χ ι, είπε ό Σέρε. Είναι μικρή γιά μάς. ’ Εμείς τή θέλουμε γιά δουλιά. — Μ ικρή, μικρή, συμφώνησε ό νοικοκύρης. Μά σέ καλά χέρια μπορεί νά μεγαλώσει. “Ετσι ε ίν ’ αύτή ή δουλιά. Τρία χρόνια τήν κανάκευα. Καί τήν περιποιόμουνα καλά, τό βλέπετε. Ή φοράδα ήταν πραγματικά περιποιημένη. "Αστράψτε τό καθαρό μαλλί της, ή χαίτη της χτενισμένη, άπό κάθε άποψη πιό καθαρή ά π ’ τόν παιδαγωγό καί νοικοκύρη της. — Καί πόσο, πάνω - κάτω, γΓ αύτή τή χφοραδίτσα. έ; ρώτησε ό Καλίνα ’ Ιβάνοβιτς. — Βλέπω πώς τ ’ άφεντικά θέλουν ν ’ άγοράσουν. 'Ε ξήντα κομμάτια. Ό Ά ν τ ό ν κάρφωσε τή ματιά του στήν κορφή τής άντικρινής ίτιάς καί τελικά, μπαίνοντας στό νόημα έβγαλε ένα «άχ!*>. — Πόσα; ' Εξακόσια ρούβλια; — Ναί. έξακόσια, έκανε ήσυχα ό νοικοκύρης. —'Ε ξακόσια ρούβλια γ ι ’ αύτό τό σκ...; φώναξε ό Ά ν τό ν . μήν μπορώντας νά συγκροτήσει τό θυμό του. — Σκ... είσαι σύ, πολύ πού σου κόβει! Πρώτα δοκίμασέ το κι υστέρα νά πεΐς. Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς είπε συμβιβαστικά: — Δέ μπορεί κανείς νά πει. πώς είναι σκ..., τ ’ άλογο είναι καλό. μόνο γιά μάς δέν κάνει. Ό Σέρε χαμογέλασε σωπαίνοντας. Κάτσαμε σ τ ' άμάξι καί τραβήξαμε παραπέρα. Τό σκυλί μάς άποχαιρέτησε μέ τό συνηθι­ σμένο του άλύχτισμα, ένώ ό νοικοκύρης, σοαλώντας τήν αυλόπορτα, ουτε καί κοίταξε πίσω μας. Πήγαμε σέ καμιά δεκαριά άγροχτήματα. Σ ' όλα σχεδόν υπήρχαν άλογα, μά τίποτε δέν άγοράσαμε. Γυρίσαμε σπίτι σούρουπο πιά. Ό Σέρε δέν κοίταζε πιά τά χωράφια, μά κάτι σκεφτόταν έπίμονα. ' Ο ' Αντόν τά είχε μέ ιό ντορή, κι όλο καί τόν τσίγκλαγε μέ τό καμτσίκι, λέγοντας: 87


— Τό ’χάσες, λοιπόν; Δέν Εχεις ξαναδεϊ άγριοβότανα μήπως; *0 Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς κοιτούσε μέ κακία τίς άψιθιές πού ή­ ταν δίπλα στό δρόμο καί γκρίνιαζε άσταμάτητα: — Τί παλιόκοσμος, κατάλαβες, τά παράσιτα; ‘Έ ρ χοντα ι οί άνθρωποι, πούλησες δέν πούλησες, νά ’σαι νοικοκύρης, παλιάν­ θρωπε. Βλέπεις, παράσιτο, πώς ά π ’ τό πρωί οί άνθρωποι είναι στούς δρόμους, δός τους, λοιπόν, κάτι νά φάνε, μιά κι Εχεις καί μπόρς, ή τουλάχιστο μιά πατάτα!... Εϊδες ποτέ σου δηλαδή τέτιο ν, πού νά μήν Εχε ι ξυστρίσει άπό γεννησιμιού του τά γένεια του; ’ Ενώ γιά τό ψωράλογό του, τόν είδες; ' Εξακόσια ρούβλια, σοΰ λέει! Βλέπεις «αύτός τό κανάκευε». Καί νομίζεις αύτός τό περιποιόταν; Είδες πόσους άνθρώπους εχει καί τοΰ δου­ λεύουν; Είχα δει αύτούς τούς άμίλητους σκλάβους πού είχαν κοκαλώσει άσάλευτοι πλάι στά Ελκηθρα καί τούς σταύλους, παρακολουθώντας μέ προσοχή τό πρωτάκουστο γεγονός; τόν έρχομό άνθρώπων τή ς πόλης. Τούς είχε άφήσει σύξυλους ό τερατώδικος συνδυασμός τόσων άξιοσέβαστων προσω πικοτή­ των σέ μιάν αύλή. Ποΰ καί που, αύτά τά βουβά πρόσωπα Εβγαζαν τ ’ άλογα ά π ’ τούς σταύλους καί Εδιναν ντροπαλά τά χαλινάρια στό νοικοκύρη, κάποτε μάλιστα χτυπούσαν τ ’ άλογα στά καπού­ λια, ίσω ς γιά νά έκφράσουν Ετσι τό χάδι τους σ ’ Ενα ζωντανό πλάσμα πού τό Εχουν συνηθίσει. Τέλος, ό Καλίνα ’ Ιβάνοβιτς σώπασε κι άρχισε νά ρουφάει μέ μανία τό τσιμπούκι του. Μόνο όταν φτάσαμε στήν αυλόπορτα τοΰ Σταθμοΰ, είπε εϋθυμα: — Μάς ψοφήσανε στήν πείνα, τά παράσιτα τοΰ κέρατά!.., Στό Σταθμό βρήκαμε τόν Λουκά Σεμιόνοβιτς καί τόν Μούσι Κάρποβιτς. Ό Λουκά άπόρεσε πολύ μέ τήν άποτυχία τής άποστολής καί διαμαρτυρόταν: — Δέ μπορεί νά ’γινε Ετσι τό πράμα! Μιά κι είπα τοΰ Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς καί τοΰ Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς, αύτό θά γίνει. Έ σ ε ΐς Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς μή στενοχωριέστε, γιατί δέν υπάρχει χειρότερο νά χαλάνε τά νεΰρα τοΰ άνθρώπου. Τήν άλλη βδομάδα θά πάμε μαζί, μόνο πού ό Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς δέν πρέπει νά Ερθει, γιατί Εχει τέτια θωριά, χέ, χέ. χέ, μπολσεβίκικη, πού ό κόσμος φοβάται. Τ ήν άλλη Κυριακή ό Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς τράβηξε γιά τ ’ άγροχτήματα, μέ τόν Λουκά Σεμιόνοβιτς καί τά δικά του άλογα. 88


Ό Μ πράτσενκο είδε αύτό τό ζήτημα σά μιά μάταια δουλιά καί τούς άστειεύθηκε χαιρέκακα όταν ξεκινούσαν: — Πάρτε τουλάχιστο ψωμί γιά τό δρόμο, γιατί θά ψοφήσε­ τε τής πείνας. Ό Λουκά Σεμιόνοβιτς χάιδεψε τήν ξανθή, όμορφούλικη γενειάδα του πού Επεφτε πάνω στή γιορτινή κεντητή πουκαμίσα του καί χαμογέλασε όρεξάτα μέ τά ρόδινα χείλη του: — Τ ίν ’ αύτά πού λέτε, σύντροφε Μ πράτσενκο; Σ ’ άνθρώ­ πους νοικοκύρηδες πάμε, πώς μπορεί ποτέ νά πάρουμε δικό μας ψωμί! Θά 'χουμ ε σήμερα καί μπόρς πραγματικό κι άρνάκι κι Ισω ς καί κανένας νά βάλει στή μέση καί τό παγούρι. Μ ισόκλεισε πονηρά τό μάτι στόν ένδιαφερόμενο Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς καί πήρε στά χέρια του τά μπιχλιμπίδικα βυσσινιά χαλινάρια. Τό φαρδυκάπουλο καλοθρεμμένο άλογο άναπεταρίστηκε στό ζυγό κι έσυρε ξωπίσω του τό στέρεο καλοφτιαγμένο άμάξι. Τό βράδυ όλοι οί τρόφιμοι τοΰ Σταθμού, σά νά είχε δοθεί σινιάλο πυρκαγιάς, έτρεξαν νά δοΰν τό ξαφνικό: ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς γύρισε νικητής. Πίσω ά π ’ τ ’ άμάξι ήταν δεμένο τό βαρβάτο άλογο τού Λουκά Σεμιόνοβιτς, ένώ στό ζυγό βρισκόταν μιά όμορφη γκρίζα μέ βοΰλες, μεγαλόκορμη φοράδα. Κι ό Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς κι ό Λουκά Σεμιόνοβιτς είχαν σημάδια γιά τήν καλή ύποδοχή πού τούς έγινε ά π ’ τούς νοικοκύρηδες τών άλογων. Ό Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς βγήκε μέ δυσκολία ά π ’ τ ’ άμάξι καί πάσχιζε μ ’ όλα του τά δυνατά νά κρατηθεί, έτσι πού τά παιδιά νά μήν προσέξουν αύτά τά σημάδια, Ό Καραμπάνοφ βοήθησε τόν Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς νά πεζέψει: — Δηλαδή, είχαμε τραταρίσματα; —Ά μ πώς νόμισες! Βλέπεις τί ζωντανό κουβαλήσαμε; ' 0 Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς χτυπούσε χαϊδευτικά τή φοράδα στά φαρδιά της καπούλια. Κι άληθινά ή φοράδα ήταν καλή. Μ αλλια­ ρό γερό ποδάρι, άνάστημα, λεβέντικο στήθος, καλοφτιαγμένο μεγαλόσωμο σκαρί. Ά κ ό μ α tct ό Σέρε δέ μπόρεσε νά τής βρει κουσούρι, παρόλο πού γιά πολύ ώρα χωνόταν κάτω ά π ’ τήν κοιλιά της κι όλο καί παρακαλοΰσε χαϊδευτικά καί χαρούμενα: — Ποδαράκι, δός μου τό ποδαράκι.,. Τά παιδιά έγκρίνανε τήν άγορά. Ό Μπουρούν μισοκλείνοντας σοβαρά τά μάτια του έφερε ένα γύρο στή φοράδα κι έβγαλε τήν άπόφασή του: —Ε π ιτέλ ο υ ς στό Σταθμό πήραμε κι ένα άλογο τής προκο­ πής. 89


' Η φοράδα άρεσε καί τοΰ Καραμπάνοφ: — Ναί. είναι άλογο νοικοκύρη. 'Έ να τέτιο κοστίζει πεντα­ κόσια ρούβλια. Ά ν έχουμε καμιά δεκαριά τέτια άλογα, μπορού­ με νά τρώμε ολο μπουγάτσες. Ό Μπράτσενκο παρέλαβε τή φοράδα μ ’ άγάπη καί φροντί­ δα. Γύριζε γύρω της, χτυπούσε τή γλώσσα του άπό εύχαρίστηση. έκπλησσόταν μέ μιά χαρούμενη άπορία γιά τή μεγάλη δύναμή της, γιά τόν ήσυχο καί εύπιστο χαρακτήρα της. Ά ν ο ιξ α ν οί προοπτικές τού Ά ν τό ν , τώρα κιόλας κόλλησε έπίμονα τού Σέρε: — Πρέπει νά βρούμε ένα καλό βαρβάτο. Θά φτιάξουμε δικό μας Ιπποφορβείο, καταλαβαίνετε: 'Ο Σέρε καταλάβαινε, κοίταγε σοβαρά κι έπιδοκιμάζοντας τήν Αύγούλα (έτσι λέγανε τή φοράδα) κι έλεγε άνάμεσα στά δόντια: — Θά ψάξω γιά βαρβάτο. Τό 'χ ω σταμπάρει σέ κάποιο μέρος. Μ όλις μαζέψουμε τό στάρι. 6ά πάοι. Αύτή τήν περίοδο στό Σταθμό, ά π ' τά χαράματα ώς άργάτό βράδυ δέ σταματούσε ή δουλιά, ρεγουλαρισμένη ά π ’ τόν Σέρε μέ άκρίβεια καί ρυθμό. Τά μικτά τμήματα τών παιδιών, πότε μεγάλα, πότε μικρά, πότε άπό ενήλικους, πότε πάλι έπίτηδες άπό πιτσιρίκους, έξοπλισμένα άλλοτε μέ τσάπες, άλλοτε μέ κόσες, μέ τσουγκράνες ή καί μέ τίς παλάμες άκόμα, πηγαινοέρχονταν στά χωράφια, μέ τήν άκρίβεια πού κινούνται τά τραίνα, λάμποντας άπό γέλια κι άστεΐα, άπό ζωηράδα κι έμπιστοσύνη στόν έαυτό τους, ξέροντας καλά τί πρέπει νά κάνουν καί πώς θά τό κάνουν. Κάποτε ή "Ολια Βόρονοβα, βοηθός τού γεωπόνου μας, ερχόταν ά π ’ τό χωράφι, κι άνάμεσα σέ δυό γουλιές νερό ά π ’ τό κύπελλο στό γραφείο, έλεγε στόν υπεύθυνο τής υπηρεσίας: — Στείλε βοήθεια στό πέμπτο μικτό. — Τί συμβαίνει; — Καθυστερούν στό δέσιμο... ζέστη πολλή. — Πόσους; — Πέντε άνθρώπους. Κοπέλες έχεις; — Είναι μιά έδώ. ' Η "Ολια σφουγγίζει μέ τό μανίκι τά χείλια της καί φεύγει γιά κάπου. Ό υπεύθυνος μέ τό τεφτέρι στό χέρι τραβάει γιά τήν άχλαδιά, όπου. άκόμα ά π ' τό πρωί επιασε θέσεις τό έπιτελεΐο τού έφεδρικού μικτού τμή��ατος. Πίσω ά π ’ τό διοικητή υπηρε­ σίας πάει μ ' ένα κωμικό κοφτό βάδισμα ό σαλπιγκτής ύπηρε90


σίας. Σ ’ένα λεφτό κάτω ά π ’ τήν άχλαδιά άκούγεται τό κοφτό «στακάτο» νά συγκεντρωθεί ή έφεδρεία. Πίσω ά π ’ τά σκίνα, ά π ’ τό ποτάμι, ά π ’ τούς θαλάμους βγαίνουν σάν άστραπή οί πιτσιρίκοι, μαζεύονται σέ κύκλο κάτω ά π ’ τήν άχλαδιά. Δέν περνάει ούτε ένα λεφτό καί μιά πεντάδα παιδιά μέ γοργό βήμα τραβούν γιά τό σταροχώραφο. Είχαμε κιόλας πάρει ένισχύσεις άπό σαράντα πιτσιρίκους. Ό λ ό κ λ η ρ η τήν Κυριακή άσχολοϋνταν μ ' αυτούς τά παιδιά, τούς έκαναν μπάνιο, τούς έντυσαν, τούς χώρισαν σέ τμήματα. Δέν αυξήσαμε τόν άριθμό τών τμημάτων, παρά μεταφέραμε τά έντεκα πού υπήρχαν στό κόκκινο σπίτι, άφήνοντας στό καθένα κι άπό κάμποσες άδειες θέσεις. ΓΓ αύτό καί οί καινούργιοι δέθηκαν γερά μέ τά παλιά στελέχη καί ένιωθαν περηφάνεια, πώς είναι τρόφιμοι τού Σταθμού Γκόρκι μόνο ποΰ δέν ήξεραν άκόμα νά βαδίσουν καθώς πρέπει, «σέρνονταν», όπως έλεγε ό Καρα­ μπάνοφ. ' Ο κόσμος πού μας ήρθε εϊναι όλοι τους νεολαίοι, δεκατριών - δεκατεσσάρων χρόνων. Α νά μ εσ α τους μπορεϊς νά δεις θαυμά­ σια μουτράκια, ιδιαίτερα συμπαθητικά, 'Ό τα ν ό πιτσιρίκος ροδοκοκκινίσει στό μπάνιο, λάμπουν πάνω του τά καινούργια τσίτινα παντελονάκια, κι άν τό κεφάλι είναι άσχημα κουρεμένο, ό Μ πελούχιν μάς καθησυχάζει: — Σήμερα κουρεύτηκαν μονάχοι τους, καί βλέπετε., δέν είναι καί τόσο καλά. Το βράδυ σά θά ’ρθει ό κουρέας, θά τούς όμορφήνουμε. ' Η ένίσχυση δυό μέρες πάει κι έρχεται στό Σταθμό, ρουφών­ τας τίς καινούργιες έντυπώσεις. Μπαίνει στό χοιροστάσιο καί κοιτάει μ ’ άπορία τή δουλιά τού σοβαρού Στουπίτσιν. Ό Ά ν τό ν τό ’χει σάν άρχή νά μή μιλάει μέ τίς ένισχύσεις: — Τί μοΰ κουβαληθήκατε δώ χάμω ;'Η θέση σας είναι άκόμα στήν τραπεζαρία. — Γιατί στήν τραπεζαρία; — Καί τί ξέρεις έσύ νά κάνεις; Τό μόνο πού ξέρεις είναι νά πελεκάς τά καρβέλια; - Ο χ ι . θά δουλέψω. — Ξέρουμε, ξέρουμε πώς δουλεύετε. Πίσω σου πρέπει νά τρέχουν δυό επιστάτες. Ψέματα, —Ό διοικητής τό ' πε: άπό μεθαύριο στή δουλιά, νά, θά δεις. — Τώρα μέ φώτισες, «θά δεΐς». Καί σάμπως δέν έχω δει; ·<ΟΓφ, ζέστη! "Ωω, πώς διψώ! Μπαμπάκα, μαμάκα!...» 91


Οί πιτσιρίκοι χαμογελούν ντροπαλά. — Μά, τί μαμάκα τσαμπουνάτε;Τέτιο πράμα δέ θά δεις άπό μας. Π α ρ ’ δ λ ’ αύτά τό βραδάκι τής πρώτης κιόλας μέρας, ό Ά ν τ ό ν πιάνει συμπάθειες. Μέ τρόπο, πού μόνο αύτός κατέχει, διαλέγει τούς μερακλήδες σ τ ’ δλογα. Κοιτάς τό δρομάκο γιά τό χωράφι, κυλάει κιόλας τό βαρέλι μέ τό νερό καί στό βαρέλι κάθεται ό καινούργιος τρόφιμος του Σταθμού Γκόρκι, ό Πέτια Ζαντορόζνι καί διευθύνει τό Γεράκι, ένώ ά π ’ τίς πόρτες του σταύλου τόν καθοδηγούν: — Μή βιάζεις τ ’ δλογο, μήν τό βιάζεις, τό βαρέλι δέν είναι τής πυροσβεστικής. Τήν άλλη μέρα, οί καινούργιοι μπαίνουν στά μικτά τμήμα­ τα, σκοντάφτουν καί βογγούν άσυνήθιστοι ά π ’ τή δουλιά, μά νά έκεΐ μιά σειρά άπό παιδιά σκάβουν έπίμονα στό πατατοχώραφο, χω ρίς νά χαλάσουν τούς ζυγούς, κι ό καινούργιος νιώθει σά νά γίνεται ίν α κι αύτός μέ τούς άλλους. Καί μόνο μετά μιά ώρα καταλαβαίνει πώς δόσανε μόνο μιά αύλακιά σέ δυό καινούργι­ ους, ένώ οί παλιοί πήραν άπό μιά ό καθένας. Λουσμένος στόν ίδρωτα, ρωτάει τό γείτονά του: — Γρήγορα θά τελειώσουμε; Μάσαμε τό στάρι καί σ τ ’ άλώνι καταπιαστήκαμε μέ τήν άλωνιστική μηχανή. *0 Σέρε καταϊδρωμένος καί λερός, όπως κι όλοι, δοκιμάζει τά γρανάζια καί κοιτάει τή θημωνιά πού έτοιμάστηκε γιά τό άλώνισμα. — Μεθαύριο θ* άλωνίσουμε. Αύριο θά πάμε γιά τ ’ δλογο. — Θά πάω γώ, λέει προσεχτικά ό Σεμιόν, λοξοκοιτώντας τό Μπράτσενκο. — Καί δέν πας; λέει ό Ά ν τό ν . Τό βαρβάτο τί λέει, καλό είναι; — Καλούτσικο, άπαντάει ό Σέρε. — Στό Ιπποφορβείο τ* άγοράσανε; — Στό Ιπποφορβείο. — Καί πόσο στοίχισε; — Τρακόσια. — Φτηνά. — Ναί! — Δηλαδή σοβιετικό; λέει κι ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς, κοιτών­ τας τή μηχανή. Καί γιατί αύτό τό σιλό τό σκαρφαλώσατε τόσο ψηλά; 92


— Σοβιετικό, τ* άπαντάει ό Σέρε. Δέν πειράζει πού ’ναι ψηλά, τό δχυρο είναι έλαφρύ. Τήν Κυριακή ξεκουραζόμασταν, κάναμε μπάνιο, βαρκάδα, γυροφέρναμε μέ τούς καινούργιους καί τό βράδυ όλη ή άριστοκρατία, δπως πάντα, μαζεύεται στό κατώφλι του «λευκοδ οίκου·*, ρουφάει τή μυρουδιά πού άφήνουν οί «χιονάτες βασ ίλισσ ες-, καί διηγοΟνται διάφορες Ιστορίες, κάνοντας νά άποροΰν οί καινούργιοι. Ξάφνου ά π ’ τή γωνιά τοΰ μύλου, σηκώνοντας σύννεφο τή σκόνη, καί διαγράφοντας ήμικύκλιο γιά ν ’ άποφύγει ένα παλιοκάζανο πού ήταν πεταμένο στό δρόμο, φάνηκε καλπάζον­ τας ένας καβαλάρης. Ό Σεμιόν, καβάλα σ ’ δνα χρυσαφένιο δλογο πετοΰσε Ίσια καταπάνω μας καί μεΐς ξάφνου σωπάσαμε κρατώντας τήν άνάσα μας: τέτια πράγματα πρίν βλέπαμε μόνο στούς πίνακες, στίς εΙκόνες γιά βιβλία μέ παραμύθια καί στή «φοβερή έκδίκηση». Τό δλογο κουβαλοΟσε τόν Σεμιόν μ ’ ένα λεύτερο, έλαφρύ καί ταυτόχρονα όρμητικό καλπασμό, άνεμίζοντας στόν άέρα τή φουντωτή ούρά καί τήν τουφωτή, γεμάτη χρυσό φώς χαίτη. Στίς κινήσεις του μόλις καί προφταίναμε ν ‘άνακαλύπτουμε γεμάτοι άπορία, δλο καί καινούργια καταπληχτικά χαρίσματα: τόν κυρτό, γεμάτο περηφάνεια καί παιχνιδίσματα λαιμό καί τά λεπτά πόδια. ' Ο Σεμιόν σταμάτησε άπέναντί μας κι έφερε στό στήθος του τό μικρό όμορφο κεφάλι τοΰ άλόγου. Τά μαΰρα, ματωμένα στίς γωνιές, νεαρά καί καυτερά μάτια του, κοίταξαν ξάφνου ΐσ ια στήν καρδιά τοΰ Ά ν τ ό ν Μ πράτσενκο. Ό Ά ν τ ό ν έπιασε τ ’ αύτιά του, έβγαλε Ινα «δχ» κι δρχισ ε νά τρεμουλιάζει: — Τί, δικό μας; Τό δλογο; Δικό μας; — Καί βέβαια δικό μας, εϊπε περήφανα ό Σεμιόν. — Κατέβα στοΰ διαόλου τή μάνα ά π ’ τό δλογο! οΟρλιαξε ξαφνικά ό ’ Αντόν τοΰ Καραμπάνοφ. Τι μοΰ στρογγυλοκάθησες έκεΐ πάνου; Δέ σοΰ ’ φτασε; Τί τό πέρασες, γιά κουλάκικο δλογο; 'Ο Ά ν τ ό ν έπιασε τά χαλινάρια, έπαναλαβαίνοντας μέ τή ματιά του τή διαταγή. Ό Σεμιόν κατέβηκε ά π ’ τή σέλα. — Καταλαβαίνω, άδερφέ μου, καταλαβαίνω. Τ έτιο δλογο δ ν υπήρχε καμιά φορά στόν κόσμο, θά τό *χε μόνο ό Ναπολέων! Ό Ά ν τ ό ν σάν δνεμος βρέθηκε στή σέλα καί χάιδεψε τό δλογο στό λαιμό. Ά να σηκώ θη κε ντροπαλά καί σφούγγισε μέ τό μανίκι τά μάτια του. 93


Τά παιδιά γέλασαν, ό Καλίνα ’ Ιβάνοβιτς χαμογέλασε, έβγαλε μιά κραυγή καί πάλι χαμογέλασε. — Πραγματικά, τέτιο άλογο, νά σοΰ πώ... Μ άλιστα θά στό πώ έτσι: δέν άξίζει γιά τά μούτρα μας. Ναί... Σέ μάς θά χαλάσει. — Π οιός θά τό χαλάσει; έσκυψε φγρια πάνω του ό Ά ν ­ τόν. Μετά. γυρίζοντας στά παιδιά, έβαλε μιά μανιασμένη φω­ νή: Θά τόν σκοτώσω! "Οποιος τό πειράξει θά τόν σκοτώσω! Μέ τό παλούκι! Μέ τό σιδερένιο παλούκι στό κεφάλι! Γύρισε άπότομα τό άλογο, κι αύτό κίνησε ύποταχτικά γιά τό σταϋλο μ ’ ενα χαριτωμένο καλπασμό, σά νά είχε χαρεΐ πού έπιτέλους έκατσε στή σέλα ό πραγματικός τοΰ νοικοκύρης. Τό άλογο τό βαφτίσαμε «Λεβέντη».

8. ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΑΙ ΔΕΚΑΤΟ ΤΜΗΜΑ Στίς άρχές τού ’Ιούλη νοικιάσαμε τό μύλο γιά τρία χρόνια, μέ τρεις χιλιάδες ρούβλια τό χρόνο. Πέρασε όλοκληρωτικά στή διάθεσή μας κι άρνηθήκαμε νά πάρουμε όποιοδήποτε συνεταίρο. Οί διπλωματικές σχέσεις μέ τό σοβιέτ τοΰ χωριού διακόπη­ καν καί πάλι, άλλωστε κι οί μέρες ζωής τοΰ σοβιέτ ήταν πιά μετρημένες. ' Η κατάχτηση τοΰ μύλου ήταν μιά νίκη τής Κομσομόλ τής δικής μας, στό δεύτερο τμήμα τοΰ μετώπου. * Αναπάντεχα, ό Σταθμός άρχισε γιά καλά νά πλουταίνει καί νά παίρνει τή μορφή ένός γερού, ταχτοποιημένου καί πολιτισμέ­ νου νοικοκυριού. "Αν λίγο πρίν, δύσκολα μαζεύαμε τ ' άπαραίτητα μέσα γιά ν* αγοράσουμε δυό άλογα, στά μέσα τού καλοκαιριού μπορούσαμε χωρίς δυσκολία νά διαθέσουμε ενα άρκετά μεγάλο ποσό γιά ν 1 άγοράσουμε καλές άγελάδες, ένα κοπάδι πρόβατα, καινούργια έπιπλα. Σχεδόν χω ρίς νά έπιβαρύνει τόν προϋπολογισμό, ό Σέρε καταπιάστηκε νά χτίσει καινούργιο βουστάσιο, καί δέν προλά­ βαμε νά κοιτάξουμε γύρω μας όταν στήν άκρη τής αύλής στεκόταν κιόλας τό καινούργιο χτίριο, καλοφτιαγμένο καί γερό. Ό Σέρε φύτεψε μπροστά του λουλούδια, κάνοντας θρύψαλα τήν παλιά ρούσικη προκατάληψη, ότι τάχα τό βουστάσιο ε ίν ’ένας τόπος γεμάτος κοπριά καί βρώμα. Στό καινούργιο βουστάσιο είχαμε κιόλας πέντε άγελάδες ράτσας κι ά π ’ τά μοσχαράκια ξεπετάχτηκε ένας ταύρος — ό Καίσαρας — πού κατέπληξε κι 94


έμάς καί τόν ίδ ιο τόν Σέρε μέ τήν πρωτόφαντη διάπλασή του. Ή τ α ν πολύ δύσκολο στόν Σέρε νά πάρει ταυτότητα γιά τόν Καίσαρα, όμως ήταν τόσο χτυπητή ή διάπλασή του. πού στό τέλος άναγκάστηκαν νά μάς δόσουν τήν ταυτότητα. "Ομοια, είχε δελτίο ταυτότητας καί ό Λεβέντης, μέ ταυτότητα ζοΰσε κι ό Βασίλι ’ Ιβάνοβιτς, ένας γούρουνος καθαρόαιμος έγγλέζος, ώς δεκάξι πούτια*, πού τόν είχαμε άπό καιρό προμηθευτεί ά π ’ τόν πειραματικό σταθμό, καί πού βαφτίστηκε Βασίλι Ίβ ά νο β ιτς πρός τιμή τοΰ γέρο Τρέπκε. Γύρω ά π ' αυτούς τούς έπιφανεΐς ξένους — γερμανό, βέλγο κι έγγλέζο — ήταν ευκολότερο νά στήσουμε ενα πραγματικό νοικοκυριό μέ ζώα ράτσας. Τό βασίλειο τοΰ δέκατου τμήματος του Στουπίτσιν. τό χοιροστάσιο, μετατράπηκε κιόλας σ ’ ένα σοβαρό 'ίδρυμα, πού θεωροΰνταν μέ τήν Ισχύ πού ’χε καί τήν καθαρότητα τής ράτσας, πρώτο στήν περιοχή μας μετά τόν πειραματικό σταθμό. Τό δέκατο τμήμα, μέ δεκατέσσερα παιδιά, δούλευε πάντα ύποδειγματικά. Τό χοιροστάσιο ήταν τό μέρος έκεϊνο στό Σταθμό, όπου ποτέ καί σέ κανέναν δέ γεννιούνταν άμφίβολίες. Τό οίκημα πού στεγαζόταν καί πού ήταν ενα θαυμάσιο χτίριο τών Τρέπκε άπό κούφιο μπετό, στεκόταν στή μέση τής αύλής, ήταν άς ποΰμε, τό γεωμετρικό μας κέντρο. Εϊχε τέτια στιλπνάδα κι έπιβλήθηκε τόσο πολύ σ ’ όλους μας, ώστε ουτε κι έρχόταν στό μυαλό κανενός νά βάλει ζήτημα ότι προσβάλλει τό Σταθ­ μό Γκόρκι. Σπάνια έπιτρεπόταν στόν τρόφιμο νά μπει στό χοιροστά­ σιο. Πολλά ά π ’ τά καινούργια παιδιά πήγαιναν σ ' αύτό μόνο έκδρομή, όργανωμένη είδικά, γιά ν* άνέβει τό μορφωτικό τους έπίπεδο. Γενικά, γιά νά μπει κανείς έκεΐ μέσα, έπρεπε νά ‘χει άδεια εισόδου, ύπογραμμένη άπό μένα ή άπ* τόν Σέρε. ΓΓ αύτό καί ή δουλιά τοΰ δέκατου τμήματος, στά μάτια τών παιδιών καί τών χωρικών, έμοιαζε νά κρύβει πολλά μυστικά καί γιά νά μπει κανείς σ* αύτά θεωρούνταν μεγάλη του τιμή. Σχετικά εΰκολα μέ άδεια τοΰ διοικητή τοΰ δέκατου τμήμα­ τος Στουπίτσιν. μποροΰσε κανείς νά μπει στή λεγάμενη «αίθου­ σα υποδοχής». Σ* αυτό τό χτίριο είχαμε τά γουρουνόπουλα πού ήταν γιά πούλημα, έδώ ζευγαρώνονταν καί οί γουρούνες, πού μάς φέρνανε γΓ αύτή τή δουλιά οί χωριάτες. * Πούτι: 16.38 κιλά (σημ. μεταφρ.).

95


Στήν αίθουσα ύποδοχής οί πελάτες πλήρωναν τά λεφτά, άπό τρία ρούβλια γιά κάθε έπίσκεψη. Ό βοηθός του Στουπίτσιν καί ταμίας, ό Ό β τσ ια ρ ένκ ο, Εδινε τίς άποδείξεις. ’ Εδώ πουλιοΰνταν καί τά γουρουνόπουλα μέ σταθερές τιμές άνά κιλό, δν καί οΐ χωριάτες προσπαθοΟσαν ν ’ άποδείξουν, πώς είναι γελοίο νά πουλιοΰνται τά γουρουνόπουλα μέ τό ζύγι, καί τέτιο πράμα πουθενά δέ γίνεται. Πολλούς μουσαφιρέους είχαμε στήν αίθουσα ύποδοχής όταν γεννούσαν οί γουροΰνες. ' Ο Σέρε κρατούσε άπό κάθε γέννα p 0 v j έφτά γουρουνόπουλα, τά πιό μεγάλα, τά πρωτότοκα, όλα τ* άλλα τά Εδινε σ ’ όσους θέλανε, τζάμπα. ’ Επιτόπου ό Στουπίτσιν Εδινε όδηγίες στούς πελάτες, πώς πρέπει νά περιποιούνται τά γουρουνόπουλα πού τά κόβουν άπ * τό βυζί τής μάνας τους, πώς νά φτιάχνουν τό γάλα, πώς νά τά κάνουν μπάνιο, πότε πρέπει νά τά περάσουν σ ’ άλλη τροφή. Τά γουρουνόπουλα τού γάλακτος δίνονταν μόνο μέ βεβαιώσεις τής έπιτροπής άκτημόνων καί μιά κι ό Σέρε ήξερε ά π ’ τά πρίν πότε θά γεννήσουν οί γουρούνες, στίς πύλες τού χοιροστασίου κρεμόταν πάντα τό πρόγραμμα όπου άναγραφόταν, πότε νά ’ ρθει γιά τά γουρουνόπουλα, αύτός ή ό άλλος πολίτης. Μ ’ αύτή τή διανομή γουρουνόπουλων, γίναμε ξακουστοί σ ’ όλη τήν περιοχή καί πιάσαμε πολλούς φίλους άνάμεσα στούς χωρικούς. Σ ’ όλα τά γύρω χωριά σκορπίζαμε καλά άγγλικά γουρούνια, πού ίσω ς νά μήν ήταν κατάλληλα γιά ράτσα, μά παχαίνανε τόσο πού τίποτε περισσότερο δέ χρειαζόταν. Ά λ λ ο τμήμα τοΰ χοιροστασίου, ήταν αύτό πού τρέφαμε τά δικά μας γουρουνόπουλα. Ή τ α ν Ενα πραγματικό έργαστήρι, όπου γίνονταν λεπτομερειακές παρατηρήσεις τού καθενός ά π ’ αύτά πρίν άκόμα καθοριστεί ή τύχη του. Ό Σέρε μάζευε κάμποσες κατοσταριές γουρουνόπουλα, Ιδιαίτερα τήν άνοιξη. Πολλούς «πιτσιρίκους» μέ ταλέντο, τά παιδιά τούς ήξεραν προσωπικά, καί παρακολουθούσαν τήν άνάπτυξή τους μέ προ­ σοχή καί μεγάλη φροντίδα. Οί πιό έπιφανεϊς προσωπικότητες ήταν γνωστές καί σέ μένα καί στόν Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς καί στό συμβούλιο τών διοικητών καί σέ πολλά παιδιά. Ά π* τήν πρώτη μέρα τής γέννησής του, γιά παράδειγμα, κίνησε τή γενική προσοχή ό γιός τοΰ Βασίλι Ίβ ά νο β ιτς καί τής Μ ατθίλδης. Γεννήθηκε λεβεντόκορμος, Εδειξε άπ* τήν άρχή τίς μεγάλες του άρετές καί γΓ αύτό προοριζόταν νά κληρονομήσει τόν πατέρα του. Δέν ξεγέλασε τίς προσδοκίες μας, καί πολύ γρήγορα πήρε 96


θέση σ τ ’ Αρχοντικό πλάι στόν πατέρα του, μέ τ 1 όνομα Πιότρ Βασίλιεβιτς, πρός τιμή του Τρέπκε του νεώτερου. Ά κ ό μ α πιό πέρα ήταν τό τμήμα, όπου τρέφαμε τά δικά μας γουρούνια. Κυριαρχούσαν έδώ πέρα οί συνταγές, τά στοιχεία τοΰ βάρους πού ’χαν φτάσει ώς τήν τελειότητα τής μικροαστι­ κής ευτυχίας καί τής γαλήνης. Ά ν ώς τίς άρχές τοΰ ταΐσματος, μερικά ξεχωριστά γουρούνια δείχνανε σημάδια φιλοσόφου, καί μάλιστα όταν άρκετά φωναχτά διαλαλούσαν κάποιες φόρμουλες κοσμοθεωρίας καί κοσμοαντίληψης, δέν περνούσε μήνας καί θά τά ’ βλεπες νά ’ ναι ξαπλωμένα στ ’ άχυρο καί νά χωνεύουν ύποταχτικά τή μερίδα τους. Τελειών αν τή βιογραφία τους μέ ύποχρεωτικό τάισμα, κι έφτανε μετά ή στιγμή πού παραδίνονταν στή δικαιοδοσία τοΰ Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς, καί ό Σιλάντι στόνάμμόλοφο, πλάι στόν παλιό κήπο, χωρίς κανένα φιλοσοφικό σπασμό μετέτρεπε τήν προσωπικότητα σέ προϊόν, ένώ μπροστά στήν πόρτα τής άποθήκης ό Ά λ ιό σ α Βόλκοφ έτοίμαζε τά βαρέ­ λια γιά τό λίπος. Τελευταίο τμήμα ήταν τό λεχωναριό, μά έδώ μπορούσαν νά μπουν μόνο οί άρχιερεΐς, άκόμα κι έγώ δέν ήξερα όλα τά μυστικά αύτοΰ τοΰ ίεροΰ. Τό χοιροστάσιο μας έδινε μεγάλο κέρδος. Ουτε καί υπολο­ γίζαμε ποτέ, πώς θά φτάναμε τόσο γρήγορα νά γίνουμε ένα νοικοκυριό πού θά βγάζει καί κέρδος. Τό τελειοποιημένο άγροτικό νοικοκυριό τοΰ Σέρε, μας έδινε τεράστιες ποσότητες ζωοτροφών, κοκκινογούλια, κολοκύθες, καλαμπόκι, πατάτα. Μέ μεγάλη δυσκολία τά καταφέρναμε τό φθινόπωρο καί τ ’ Αποθη­ κεύαμε ό λ ’ αύτά. Ό μύλος πού πήραμε ξάνοιγε μπροστά μας μεγάλες προο­ πτικές. Δέ μας έδινε μόνο τό κέρδος ά π ' τό άλεσμα, πού ήταν τέσσερα φούντια σέ κάθε πούτι γέννημα, μά μάς άφηνε άκόμα καί πίτουρα, μιά πολύτιμη ζωοτροφή γιά τά ζωντανά μας. Ό μύλος είχε μεγάλη σημασία κι άπό μιά άλλη πλευρά: μάς έκανε νά 'χουμ ε καινούργιες σχέσεις μ* όλους τούς χωρικούς τής περιοχής, κι αύτές οί σχέσεις, μάς έδιναν τή δυνατότητα ν ' Αναπτύσσουμε σοβαρή πολιτική δουλιά. Ό μύλος ήταν τό έπιτροπάτο έξωτερικών τοΰ Σταθμού. Δέ μπορούσες νά κάνεις οΰτ* ένα βήμα χωρίς νά μπεις στίς περίπλοκες άλληλοσχέσεις τοΰ χωριοΰ τής περιόδου έκείνης. Σέ κάθε χωριό υπήρχαν οί έπιτροπές άκτημόνων, στό μεγαλύτερο μέρος τους δραστήριες καί πειθαρχημένες. υπήρχαν οί μεσαίοι άγρότες, στρογγυλοί καί 97


σκληροί σάν τό ρεβύθι καί σκορπισμένοι σάν τό ρεβύϋι σέ ξεχωριστές δυνάμεις πού Αντιμάχονταν ή μιά τήν άλλη, υπήρ­ χαν κι οί «νοικοκυραΐοι» — κουλάκοι πού καθόντουσαν κα­ τσουφιασμένοι στά όχυρά τών άγροχτημάτων κι είχαν αγριέψει ά π ’ τή μαζεμένη κακία τους καί τίς δυσάρεστες Αναμνήσεις. Οταν πήραμε στή δικαιοδοσία μας τό μύλο, Ανακοινώσαμε Αμέσως, πώς θέλουμε νΑ ’χουμε σχέσεις μ ’ ολόκληρες όμΑδες καί σ ’ αυτές τίς όμΑδες ΘΑ δίνουμε προτεραιότητα. Παρακαλέσαμε νΑ έγγραφοΰν αύτές οί όμΑδες άπό πρίν. Οί Αδύνατοι οίκονομικΑ, εύκολα μπαίναν σ ’ αύτές τίς όμΑδες, άρχονταν στήν ώρα τους, ύποτΑσσονταν αυστηρά στούς έκπροσώπους τους, έκαναν τούς λογαριασμούς άπλά καί γρήγορα καί ή δουλιά τού μύλου κυλούσε ρολόι. Οί «νοικοκυραΐοι» έφτιαξαν μικρές όμάδες δεμένες γερά μέ τίς αμοιβαίες συμπάθειες καί τούς οικογενειακούς δεσμούς. Δροΰσαν σοβαρά, σιοιπηλά καί πολύ συχνά ήταν δύσκολο καί νά ξεκαθαρίσεις ποιόν έχουν έπικεφαλής. "Οταν όμως έρχόταν στό μύλο ή συντροψιά τών μεσαίων άγροτών, ή δουλιά τών παιδιών μετατρεπόταν σέ κάτεργο. Ποτέ τους δέν έρχονταν όλοι μαζί, μά πιάνανε όλόκληρη τή μέρα. Είχαν κι αύτοί έναν έπικεφαλής, μά κείνος έδινε τό γέννημα, βέβαια, πρώτος κι έφευγε χωρίς Αργοπορία σπίτι του, παρατών­ τας στό έλεος τοΰ ύψίστου τό πλήθος πού Αναταρασσόταν Από διΑφορες υποψίες κι αδικίες. Παίρνοντας τό πρωινό τους. πίνοντας μέ τήν ευκαιρία τοΰ ταξιδιού καί τό τσίπουρό τους, οί πελΑτες μας Αποχτοΰσαν μιΑ έντονη τΑση νά λύνουν Αμεσα πολλές άπό τίς οικογενειακές τους διαφορές, κι ύστερα άπό τίς εξηγήσεις καί χ' άρπΑγματα α π ' τούς σβέρκους, άπό πελΑτες τοΰ μύλου μετατρέπονταν κατΑ τό μεσημέρι σέ πελΑτες τού σταθμού πρώτων βοηθειών τής Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα, κΑνοντας μ ’ αύτό τούς τροφίμους νά λυσσάνε. Ό διοικητής τοΰ ένατου τμήματος πού δούλευε στό μύλο, ό Ό σ ά ν τσ ι, έρχόταν έπίτηδες στό «ΐατρεϊο*> γιά νά τσακωθεί μέ τήν Αίκατερίνα Γ κρηγκόριεβνα: — Γιατί τόν επιδέσατε: Μπορεί τάχα κανείς νά τούς θερα­ πεύει αύτουνούς; Αύτοί είναι χωριάτες. δέν τούς ξέρετε σείς! “Αν αρχίσετε νά τούς γιατρεύετε όλοι τους θά κατασφαχτούν. ’Αφήστε τους καλύτερα σέ μας νά τούς θεραπεύσουμε γιά τά καλά. Καλύτερα θά ήταν νά βλέπατε τί γίνεται στό μύλο! Καί τό ένατο τμήμα κι ό διευθυντής τού μύλου, ό Ντενίς 98


Κουντλάτι γιά νά λέμε τήν άλήθεια, ήξεραν νά γιατρεύουν τούς νταήδες καί νά τούς έπαναφέρουν στήν τάξη, άποχτώντας μέ το πέρασμα τοΰ χρόνου μεγάλη δόξα κι ακλόνητο κύρος σ ’ όλη τήν περιοχή. Μέχρι τό μεσημέρι τά παιδιά στέκονται άκόμα ήσυχα μπροστά στίς μηχανές, μέσα σέ μιά φουρτουνιασμένη θάλασσα άπό... έπιγράμματα γιά τή μάνα... άναθυμιάσεις τσίπουρου, άνασηκωμένα χέρια, τσουβάλια πού τ ’ άρπάζει ό ένας ά π ’ τόν άλλο καί άτέλειωτο ξεκαθάρισμα λογαριασμών γιά τό ποιός έχει σειρά, άνακατεμένους μέ κάποιους άλλους παλιότερους λογα­ ριασμούς κι αναμνήσεις. Στό τέλος τά παιδιά δέν αντέχουν. Ό Ό σ ά ν τσ ι κλειδώνει τό μύλο κι άρχίζει νά παίρνει μέτρα. Τρεις - τέσσερις τούς πιό μεθυσμένους καί βρωμόστομους, τά μέλη τοΰ ένατου τμήματος, τούς άρπάζουν γιά μιά στιγμή στήν άγκαλιά τους, τούς πιάνουν παραμάσχαλα καί τούς κατεβάζουν στήν όχθη τοΰ Καλομάκ. Μέ τό πιό σοβαρό ύψος, μιλώντας ήρεμα καί μέ πειθώ, τούς καθίζουν στήν όχθη καί μέ τή μεγαλύτερη ευσυνειδησία τούς ρίχνουν δέκα κουβάδες νερό. Τό θύμα στήν άρχή δέ μπορεί νά καταλάβει τήν ούσία τών γεγονότων κι έπίμονα ξαναγυρίζει στά θέματα πού θίχτηκαν στό μύλο. Ό Ό σ ά ν τσ ι μ ' άνοιχτά τά μαυρισμένα ά π ’ τόν ήλιο πόδια του καί τά χέρια χωμένα στίς τσέπες τοΰ κοντοΰ παντελονιού του, άκούει προσεχτικά τό μουρμουρητό του άσθενή καί μέ κρύα γκρίζα μάτια παρακολουθεί κάθε κίνησή του. — Αύτός μνημόνευσε άκόμα τρεις φορές «τή μάνα»». Δόστου άκόμα τρεις κουβάδες. ' Ο Λάποτ γεμάτος φροντίδα πετάει ά π * τήν όχθη στά γρήγορα τήν ποσότητα που χρειάζεται καί μετά ά π ’ αύτό κάνοντας τό σοβαρό, σά γιατρός, μελετάει τή φάτσα τοΰ άσθενή: Ό άσθενής άρχίζει τελικά νά καταλαβαίνει κάτι, τρίβει τά μάτια του, κουνάει τό κεφάλι καί μάλιστα διαμαρτύρεται. —“Έ χετε τέτια δικαιώματα; Ά χ , τί κάνετε... Ό Ό σ ά ν τσ ι ήρεμα διατάζει: —’Ακόμα μιά μερίδα. — Μ άλιστα, μιά μερίδα, άκόμα καί δύο, λέει καθαρά καί μαλακά ό Λάποτ, καί σάν τήν τελευταία πολύτιμη δόση τοΰ φαρμάκου, χύνει προσεχτικά τόν κουβά στό κεφάλι τοΰ άρρώστου. Σκύβοντας πάνω στό πολυβασανισμένο καί μουσκεμένο στήθος τοΰ «πελάτη» μαλακά κι έπίμονα άπαιτεϊ: 99


— Μήν άναπνέετε... Ά να πνεϋσ τε πιό δυνατά... ΆναπνεΟστε άκόμα... Μ ήν άναπνέετε... Μέσα στό γενικό θαυμασμό, ό καταταλαιπωρη μένος πελά­ της έκτελεΐ υπάκουα τίς έντολές τοΰ Λάποτ: άλλοτε κοκαλώνει κι άλλοτε άρχίζει νά φουσκώνει τήν κοιλιά του καί νά ξεροβή­ χει. Ό Λάποτ μέ πρόσωπο πού λάμπει άνασηκώνεται. —Ή κατάσταση είναι ικανοποιητική: σφυγμός 370, πυρε­ τός 15. Ό Λάποτ σ ’ αύτές τίς περιπτώσεις τά καταφέρνει νά μη γελάει κι όλη ή διαδικασία γίνεται σέ υψηλή έπιστημονική άτμόσφαιρα. Μ όνο τά παιδιά στό ποτάμι χαχανίζουν, κρατώντας στά χέρια τούς άδειους κουβάδες, καί τό πλήθος τών χωρικών στέκεται στό ύψωμα καί μέ συμπάθεια χαμογελάει. Ό Λάποτ πλησιάζει σ ’ αύτό τό πλήθος καί σοβαρά ρωτάει μέ εύγένεια: — Π οιός είναι ό έπόμενος; Ποιός εχει σειρά γιά τό Ιατρείο υδροθεραπείας; Οί χω ρικοί μ ” άνοιχτό τό στόμα, δέχονται κάθε λέξη τοΰ Λάποτ σά νέκταρ κι άρχίζουν νά γελούν μισό λεπτό πρίν προφέρει αύτή τή λέξη. — Σύντροφε καθηγητά, λέει ό Λάποτ στόν Ό σ ά ν τσ ι, άλλοι άσθενεΐς δέν ύπάρχουν. — Στεγνώστε αύτούς πού είναι στό στάδιο τής άνάρρωσης, διατάζει ό Ό σ ά ν τσ ι. Τό δέκατο τμήμα πρόθυμα άρχίζει νά ξαπλώνει πάνω στό χορτάρι καί νά γυρίζει πρός τόν ήλιο τούς άσθενεϊς πού σ τ ’ άλήθεια άρχίζουν νά συνέρχονται. "Ενας άπ* αύτούς μέ ξεμέθυ­ στη πιά φωνή παρακαλάει χαμογελώντας: — Δέ χρειάζεται... ‘Εγώ μονάχος μου... Είμαι κιόλας καλά... Μόνο τώρα ό Λάποτ άρχίζει νά γελάει άνοιχτόκαρδα καί άναφέρει: — Αύτός είναι υγιής, μπορεΐ νά πάρει έξιτήριο. ΟΙ άλλοι άκόμα φουσκώνουν και προσπαθούν μάλιστα νά διατηρήσουν τούς προηγούμενους τύπους: «Πού νά σάς πά­ ρει...», άλλά μιά σύντομη ύπενθύμιση πού τούς κάνει ό Ό σ ά ν τσι γιά τόν κουβά, τούς έπαναφέρει σέ κατάσταση πλήρους νηφαλιότητας καί άρχίζουν νά παρακαλάνε: — Δέ χρειάζεται, λόγο τιμής, μοΰ ξέφυγε, άπό συνήθεια, ξέρετε... Ό Λάποτ κάτι τέτιους τούς έξετάζει πολύ λεπτομερειακά. 100


σάν τίς πιό βαριές περιπτώσεις καί κείνη τήν ώρα τά χαχανητά τών παιδιών του Στάθμου καί τών χωρικών φτάνουν στό άποκορύφωμα καί διακόπτονται μόνο γιά νά μη χάσουν τά καινούργια μαργαριτάρια τοΰ διαλόγου: — Λέτε συνήθεια; Ά π ό καιρό σάς συμβαίνει; — Τί λέτε τώρα, ό θεός νά φυλάει, κοκκινίζει καί τά χάνει ό άσθενής, άλλά φοβάται νά διαμαρτυρηθεΐ πιό Εντονα, γιατί στό ποτάμι τό £νατο τμήμα δέν άφησε τούς κουβάδες άπ ’ τά χέρια. — Δηλαδή, πρόσφατα; Οί γονείς σας έβριζαν; — Αύτό έννοεΐται. χαμογελάει άβολα ό άσθενής. — Κι ό παπούς; — Κι ό παπούς...

—' Ο θειος; — — — μπορεί

Ναί, βέβαια... Κι ή γιαγιά; Φυσικά... μά τί λέτε. δέν έχετε τό θεό σας! Ή γιαγιά καί νά μήν έβριζε...

Μαζί μ ’ όλους χαίρεται κι ό Λάποτ πού ή γιαγιά ήταν έντελώς υγιής. Α γκ α λ ιά ζει τόν βρεγμένο άσθενή: — Θά περάσει, σου λέω, θά περάσει. Νά μάς έρχεσθε πιό συχνά. Δε παίρνουμε τίποτα γιά τή θεραπεία. Καί ό άσθενής κι οί φίλοι του κι οί έχθροί πεθαίνουν άπ ’ τά γέλια. Ό Λάποτ συνεχίζει σοβαρά προχωρώντας κατά τό μύλο. όπου ό Ό σ ά ν τσ ι ξεκλειδώνει: —“Αν θέλετε μπορούμε νά έρχόμαστε καί στό σπίτι. ’ Επί­ σης δωρεάν, άλλά πρέπει νά τό δηλώσετε δυό βδομάδες πρίν, νά στείλετε άλογα γιά τόν καθηγητή κι έκτός ά π ’ αύτό οί κουβάδες καί τό νερό δικά σας. ’ Αν θέλετε γιατρεύουμε καί τόν πατέρα σας. Μπορούμε καί τή μάνα σας. —*Η μάνα του δέν πάσχει άπ* αύτή τήν άρρώστια, φωνάζει κάποιος μ έσ ’ά π ’ τά χαχανητά. — Συγνώμη, έγώ σάς ρώτησα γιά τούς γονείς κι έσεΐς είπατε: αύτό έννοεΐται... — Σώπα! μένει έκπληκτος ό άσθενής. 01 χω ρικοί δέν άντέχουν άλλο: —”Α χά, χά, χά, χά... Κοίτα νά δεις... Τί είπε γιά τή μάνα πού τόν γέννησε. — Ποιός; — Νά... Τούτος έδώ... ό άρρωστος, ό άρρωστος. ”Ωχ, δέν 101


μπορώ, πάει πεθαίνω, λόγο τιμής, πεθαίνω! Ά λ λ ά καί τοΰτο τό παλικάρι, ούτε χαμογελάει... Καλός γιατρός... Τόν Λάποτ τόν φέρνουν στό μύλο σχεδόν θριαμβευτικά καί στό μηχανοστάσιο δίνεται διαταγή νά ξαναβάλει μπρός. Τώρα ή άτμόσφαιρα τής δουλιας είναι διαμετρικά αντίθετη: οί πελάτες μέ υπερβολική μάλιστα προθυμία έκτελοΰν τίς έντολές του Κουντλάτι. ακολουθούν χωρίς νά βγάζουν τσιμουδιά τή σειρά τους κι άφουγκράζονται κάθε λέξη τοΰ Λάποτ, πού είναι πραγματικά αστείρευτος σέ λόγια καί χειρονομίες. Πρός τό βράδυ τό άλεσμα τελειώνει, οί χωρικοί σφίγγουν τά χέρια τών παιδιών τού Στάθμου καί καθώς κάθονται στά κάρα άναθυμούνται μέ πάθος. — Κι ή γιαγιά, βέβαια... Μπράβο στό παλικάρι. "Αν είχαμε έστω κι έναν τέτιο σέ κάθε χωριό κανένας δέ θά σκεφτόταν νά πάει στήν έκκλησία. —Έ ι , Καρπό, τί έγινε στέγνωσες; Ά ; Καί τό κεφάλι; 'Ό λ α έντάξει: Κι ή γιαγιά; Χά, χά, χά... Ό Καρπό χαμογελάει άβολα μέσ' α π' τά γένεια του, διορθώνοντας τά τσουβάλια στό κάρο καί γυρίζει τό κεφάλι του: — Δέ σκεφτόμουν τίποτα. Κι επεσα στό νοσοκομείο. — Γιά βρίσε, ή ξέχασες; —Ά , οχι τώρα, μόνο σάν περάσουμε τό Στορόζεβο, τότε μπορεί νά βρίσει τ ’ άλογο... — Χά. χά, χά. Ή δόξα γιά τό υδροθεραπευτήριο τού ένατου τμήματος γρήγορα έγινε ξακουστή γύρω κι οί άνθρωποι ποΰ έρχονταν γιά άλεσμα θυμόνταν κάθε τόσο αύτό τό υπέροχο 'ίδρυμα κι ήθελαν όπωσδήποτε νά γνωρίσουν τόν Λάποτ. Ό Λάποτ σοβαρά καί φιλικά τούς έδινε τό χέρι. —Έ γ ώ είμαι μόνο ό πρώτος βοηθός. Νά ό μεγάλος καθη­ γητής: ό σύντροφος Ό σ ά ντσ ι. Ό Ό σ ά ν τσ ι κοιτάζει ψυχρά τούς χωρικούς. Οί χωρικοί χτυπάνε προσεχτικά τόν Λάποτ στή γυμνή πλάτη. — Βοηθός; Σέ μάς στό χωριό τώρα. άν κανένας άρχίζει νά βρίζει του λένε: νά σού φέρω τό γιατρό μέ τό νερό ά π ’ τό Σταθμό; Γιατί λένε ότι μπορεΐτε νά κάνετε καί ίατρικές επισκέ­ ψεις κ α τ’ οίκον... Πολύ γρήγορα βάλαμε τή δική μας σειρά στό μύλο. Ολα έδώ ζωντάνεψαν, έγιναν χαρούμενα, ζωηρά, ή πειθαρχία είχε 102


άρχίσει νά μπαίνει παντοΰ, έπιανε προσεχτικά «μέ τό γάντι» τόν κάθε τυχαίο παραβάτη καί τόν έβαζε στή θέση του. Τόν Ιο ύ λ η κάναμε έπανεκλογή τοΰ σοβιέτ τοΟ χωριοΟ. Ό Λουκά Σεμιόνοβιτς κι οί φίλοι του παράδοσαν τίς θέσεις τους άμαχητί. Πρόεδρος έγινε ό Πάβλο Πάβλοβιτς Νικολάενκο. Ά π ’ τό Σταθμό βγήκε στό σοβιέτ τοΟ χωριού ό Ντενίς Κουντλάτι.

9. ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΙΚΤΟ ΤΜΗΜΑ Στά τέλη τοΰ 'Ιούλη, άρχισε νά δουλεύει τό τέταρτο μικτό τμήμα άπό πενήντα άτομα μέ διοικητή τόν Μπουρούν. Ί ο ν Μπουρούν τόν άναγνώριζαν όλοι σά διοικητή τοΟ τέταρτου τμήματος, καί κανένας ά π ’ τούς τροφίμους τοΰ Στάθμου δέ όιεκδικοϋσε τό δύσκολο μά τιμητικό τοΰ το ρόλο. Τό τέταρτο μικτό τμήμα δουλεύει «άπό αυγή σέ αυγή». Τά παιδιά λέγανε συχνά ότι δουλεύει «χωρίς σύνθημα», γιατί γιά τό τέταρτο τμήμα δέ δινόταν ούτε σύνθημα γιά ν ' άρχίσουν, ουτε σύνθημα γιά νά τελεκόσουν τή δουλιά. Τό τέταρτο τμήμα τοΰ Μπουρούν δουλεύει τώρα στήν άλωνιστική μηχανή. Στίς τέσσερις ή ώρα τό πρωί, μετά τό έγερτήριο καί τό πρωινό, τό τέταρτο τμήμα παρατάσσεται κατά μήκος τοΰ άνθώνα άπέναντι στήν κύρια είσοδο τοΰ «λευκού οίκου». Στή δεξιά πτέ­ ρυγα τής φάλαγγας, πλάι στούς τροφίμους παρατάσσονται οί παιδαγωγοί. “Εδώ πού τά λέμε, δέν είναι όλοι τους υποχρεωμέ­ νοι νά παίρνουν μέρος στή δουλιά τοΰ τέταρτου τμήματος, εκτός άπό δυό πού καθορίζονται σά βάρδια υπηρεσίας. ' Η δουλιά στό τέταρτο τμήμα, θεωρούνταν άπό καιρό σά μιά θαυμάσια νότα στή ζωή του Στάθμου μας. γι ’ αύτό κι ουτε ένας άνθρωπος πού σεβόταν τόν έαυτό του δέν άρνήθηκε ποτέ νά πάρει μέρος στή δουλιά τοΰ τέταρτου τμήματος. Στή δεξιά πτέρυγα τοποθετήθηκαν κι ό Σέρε κι ό Καλίνα Ίβ ά νοβ ιτς κι ό Σιλάντι Ό τσ ενά ς κι ή Ό ξ ά ν α κι ή Ραχήλ κι οί δυό πλύστρες κι ό Σπυριντόν, ό γραμματέας κι ό υπεύθυνος έλασματοποιός πού βρισκόταν τότε σέ άδεια κι ό άρχιμάστορας γιά τίς ρόδες Κοζίρ κι ό κοκκινοτρί­ χης καί μουτρωμένος κηπουρός μας Μ ιζιάκμέ τή γυναίκα του, ή όμορφη Νάντενκα κι ή γυναίκα τοΰ Ζουρμπίν καί μερικοί άλλοι, πού ουτε κι έγώ τούς ξέρω. Καί στή φάλαγγα τών τροφίμων υπάρχουν πολλοί έθελον103


τές: έλεύθερα μέλη του ένατου καί δέκατου τμήματος, τοϋ δεύτερου τμήματος τών ιπποκόμων, τοΟ τρίτου τμήματος του βουστάσιου — όλοι βρίσκονται δώ. Μ όνο ή Μαρία Κοντράτιεβνα Μπόκοβα, άν καί τά κατάφερε νά σηκωθεί νωρίς καί μάς ήρθε μ ’ ένα παλιό τσίτινο καλοκαιριάτικο φουστάνι δέ στέκεται στή γραμμή, άλλά κάθε­ ται στό κεφαλόσκαλο καί μιλάει μέ τόν Μπουρούν. Ή Μαρία Κοντράτιεβνα άπό καιρό τώρα δέ μέ προσκαλεϊ ουτε γιά τσάι ούτε γιά παγωτό, ώστόσο φέρνεται άπέναντί μου τό ίδιο όπως καί στούς άλλους κι έγώ δέν είμαι καθόλου δυσαρεστημένος μαζί της. Μ άλιστα μ ’ άρέσει περισσότερο άπό πρίν; τά μάτια της έγιναν τώρα σοβαρότερα καί αυστηρότερα καί τ ' άστεϊα της πιό άνοιχτόκαρδα. Αύτόν τόν καιρό ή Μαρία Κοντράτιεβνα γνωρίστηκε μέ τούς πιτσιρίκους καί τίς κοπελίτσες, έπιασε φιλίες μέ τόν Σιλάντι, καί δοκίμασαν τή δύναμή της μερικοί δύσκολοι χαρακτήρες. ’Αγαπητός καί θαυμάσιος άνθρωπος ή Μαρία Κοντράτιεβνα, μά όμως, δέ μπορώ παρά νά τής πώ σιγανά: — Μ αρία Κοντράτιεβνα, μπείτε στή γραμμή. "Ολ��ι θά χαρούν όταν σάς δοϋν στήν έργατική φάλαγγα. ' Η Μαρία Κοντράτιεβνα χαμογελάει στό γλυκοχάραμα, διορθώνει μέ τά ρόζ δαχτυλάκια της τήν καπριτσόζα ρόζ έπίσης μπούκλα της, καί κάπως βραχνά, σάν ά π ’ τά καταβάθά της, άπαντάει: — Εύχαριστώ. Καί τί θά κάνω σήμερα; Θ ’ άλέθω, ε; — Δέν θ ’ άλέθετε, μά θ ’ άλωνίζετε... πετάγεται ό Μπου­ ρούν. Θά γράφετε πόσο καθαρό γέννημα βγάλαμε... — Καί μπορώ νά τήν κάνω έγώ αύτή τή δουλιά; — Θά σάς δείξω έγώ πώς γίνεται. — Μήπως όμως είναι... παραεύκολη ή δουλιά πού μου δίνετε; Ό Μπουρούν χαμογελάει: —'Ό λ η ή δουλιά έδώ σ ’ έμάς είναι ίδια. Νά, τό βραδάκι, όταν τό τέταρτο τμήμα θά μαζευτεί γιά τό βραδινό συσσίτιο, θά μάς διηγηθεϊτε γιά τή δουλιά σας... — Θέ μου, τί όμορφα! Βραδινό φαγητό, μετά τή δουλιά... Βλέπω πόσο είναι συγκινημένη ή Μαρία Κοντράτιεβνα καί χαμογελώντας πάω πιό πέρα. ' Η Μαρία Κοντράτιεβνα £χει μπει κιόλας στή γραμμή στή δεξιά πτέρυγα καί γελάει δυνατά γιά κάτι πού σκέφτεται, ένώ ό Καλίνα Ίβ άνοβ ιτς, γελώντας κι 104


αύτός, τής σφίγγει μέ γλυκερή ευγένεια τό χέρι, σάν γαλαντόμος φαύνος. Βγήκαν τρέχοντας καί μέ δυνατές τυμπανοκρουσίες όχτώ τυμπανιστές, παρατάχτηκαν δεξιά. Κυματίζοντας τή λυγερή μέ­ ση τους πετάχτηκαν έξω κι έτοιμάστηκαν τέσσερις σαλπιγκτές. Οί τρόφιμοι μπήκαν στή γραμμή, στοιχήθηκαν καί τά πρόσωπά τους σοβαρεύτηκαν. — Χαιρετισμός στή σημαία. Π ροσοχή! Ά π ό τή φάλαγγα ξεπετάχτηκαν γυμνά χέρια: χαιρετίζουν. ' Η Νάστια Νοτσεβνάγια, υπεύθυνη τής υπηρεσίας τοΰ Σταθμού, ντυμένη με τό καλύτερο φόρεμά της, μέ κόκκινο περιβραχιόνιο) στό χέρι καί μέ δυό συνοδούς μέ έ φ ’όπλου λόγχη πλάι της, έφε­ ρε τή μεταξωτή σημαία τού Σταθμού Γκόρκι στή δεξιά πτέρυγα —’Επί δεξιά, κατά τετράδες, έμπρός μάρς! Κάποιος σά νά τ ά ’ χασε στίς γραμμές τών μεγάλων. Ξάφνου, ή Μαρία Κοντράτιεβνα μού ρίχνει μιάν άτολμη καί φοβισμένη ματιά, μά τό μάρς τών τυμπανιστών διορθώνει τό βήμα όλων. Τό τέταρτο τμήμα βγήκε στή δουλιά, Ό Μπουρούν φτάνει τρέχοντας στό τμήμα, μπαίνει μπροστά καί σιάζοντας τό βήμα του, τό όδηγεϊ πρός τό μέρος όπου άπό καιρό τώρα είναι όμορφα άραδιασμένες οί θημωνιές τού στα­ ριού, ή δουλιά τού Σιλάντι. Υ π ή ρ χ α ν κι άλλες θημωνιές, λιγότερο καλοφτιαγμένες, άπό σίκαλη, βρώμη καί κριθάρι κι άκόμα ά π ’αύτή τήν υπέροχη σίκαλη ποΰ κι οί χωρικοί δέ μπορούσαν νά τήν ξεχωρίσουν καί τή μπέρδευαν μέ τό κριθάρι. Οί θημωνιές αύτές ήταν δουλιά τού Καραμπάνοφ, τού Τσόμποτ, τού Φεντορένκο καί πρέπει ν ’άναγνωρίσουμε πώς όσο κι άν ίδρωσαν τά παιδιά, όσο κι άν £καναν τόν καμπόσο, δέν κατάφεραν νά ξεπεράσουν τόν Σιλάντι. Κοντά στήν άτμοκίνητη έγκατάσταση, πού τή νοικιάσαμε ά π ’τό διπλανό χωριό, περιμένουν τό τέταρτο τμήμα - οί μηχανοδηγοί, γεμάτοι λάδια καί μέ σοβαρά τά πρόσωπά τους. ‘ Η άλωνιστική μηχανή είναι βέβαια δίκιά μας, ίδιοχτησία μας, πού μόλις τήν άνοιξη τήν άγοράσαμε μέ δόσεις κι είναι καινούργια όπως όλάκερη ή ζωή μας. Ό Μπουρούν ταχτοποιεί γρήγορα τίς μπριγάδες του. Α π ’ τό βράδυ κιόλας τά*χει όλα λογαριάσει. Δέν πήγε τζάμπα ό καιρός πού είναι διοικητής τού τέταρτου τμήματος. Πάνω ά π ’τίς θημωνιές τής βρώμης πού θ ’άλωνιστούν τελευταίες, κυματίζει ή σημαία μας. 105


ΓΙρός τό μεσημέρι έχουν τελει<ϋσει κιόλας μέ τίς θημωνιές τοΰ σταριού. Στό πάνω μέρος τής άλωνιστικής μηχανής, κυριαρχεΐ ή πολυκοσμία καί τό γέλιο. 'Εδώ λάμπουν τά μάτια τών κοριτσιών σκεπασμένα ά π ’τή γκριζόχρυση σκόνη τοΰ σταριού. ’ Α π 'τ 'ά γ ό ρ ια έδώ είναι μόνο ό Λάποτ. Δοι·λεύει ακούραστα καί δέν ξεδιπλώνει ουτε τό κορμί του. μά ουτε καί τή γλώσσα του. Στό κύριο καί πιό υπεύθυνο σημείο, ή φαλάκρα τού Σιλάντι καί τό ποτισμένο ά π ’τήν ’ίδια σκόνη άποτυχημένο μουστάκι του. Ό Λάποτ τά βάζει τώρα μέ τήν Ό ξά να . — Οί τρόφιμοι σας κοροΐδεψαν πώς είναι στάρι αύτό. Μά στάρι ε ίν ’αύτό; Μπιζέλι! Ή Ό ξ ά ν α . παίρνει ενα άλυτο άκόμα δεμάτι σταριού καί τό φοράει στό κεφάλι τοΰ Λάποτ. ά λλ'α ύ τό δέ λιγοστεύει τή γενική ικανοποίηση ά π τ ά λόγια τοΰ Λάποτ. Μ ’αρέσει τό άλώνισμα. ' Ιδιαίτερα όμορφο είναι τό δειλινό. Ό μονότονος χτύπος τών μηχανών αρχίζει πιά ν ’άκούγεται σά μουσική, τ ’αύτί συνήθισε σέ μιά ιδιόμορφη μελωδία, που κάθε λεφτό άπειρες φορές αλλάζει, μά πού π α ρ ’ό λ'α ύτά , μοιάζει μέ τήν προηγούμενη, Κι αύτή ή μουσική, είναι ένα τόσο χαρούμενο φόντο σ ’αύτή τή σύνθετη, πού άρχισε νά γίνεται κουραστική, μά διαρκώς άσύχαστη δουλιά: όλάκερες σειρές άπό δεμάτια, σάν παραμυθένια ξόανα, σηκώνονται πάνω ά π ’τήν αποκεφαλισμένη θημωνιά, κι άφοΰ, τραβώντας γιά τό θάνατό τους, άκουμπήσουν γιά λίγο στά χέρια τών παιδιών τού Σταθμού, ρίχνονται μέ δύναμη στή διψασμένη κι άχόρταγη μηχανή, άφήνοντας πίσω τους ένα συννεφάκι σκόνης κι άχερου καί τούς στεναγμούς τού καρπού, πού λές πετάγεται, ξεκόβεται άπόνα ζωντανό σώμα. Καί μέσα σ τ ’άχυρα πού στροβιλίζονται, μέσα στό θόρυβο τής μηχανής, μέσα στήν άνακατωσούρα τών δεματιών πού τραβάνε γιά τόν άφανισμό τους. βλέπεις τούς τροφίμους τού Σταθμού, νά παραπατάνε ά π ’τήν κούραση καί τήν υπερένταση, μά ώστόσο, νά κοροϊδεύουν αύτή τήν κούραση. Σκύβουν, τρέχουν, λυγάνε κάτω ά π ’τό βαρύ φορτίο, μά δέν άφήνουν τά χάχανα καί τά πειράγματα, βουτηγμένοι στά άχερα καί στή σταρίσια σκόνη καί δροσισμένοι κάπως ά π ’τήν αΰρα τού ήσυχου καλοκαιριάτι­ κου βραδινού. Καί προσθέτουν έτσι μέσα στήν γενική μουσική συμφωνία, δίπλα στά μονότονα χτυπήματα τής μηχανής, δίπλα στή γεμάτη σπαραγμό κακοφωνία τού πάνω μέρους τής μηχα­ νής. τή νικηφόρα καί κεφάτη μουσική τής χαρούμενης άνθρώπινης κούρασης. Είναι πιά δύσκολο νά ξεχωρίσεις έδώ λεπτομέ­ 106


ρειες. είναι δύσκολο ν'α ποσπά σεις τά μάτια σου ά π 'τό συναρ­ παστικό αύτό φαινόμενο. Είναι αδύνατο νά γνωρίσεις τούς τροφίμους, πού μέ τίς χρυσόγκ ρίζες φιγούρες τους μοιάζουνε μέ φωτογραφική πλάκα! Κι οί ξανθοκόκκινοι κι οί μαύροι κι οί ξανθοί τώρα μοιάζουν μεταξύ τους. Είναι δύσκολο νά παραδε­ χτεί κανείς πώς ή ακαθόριστη αύτή φιγούρα, πού στέκεται ά π 'τό πρωί μέ τό τεφτέρι στό χέρι, μέσα στά πιό πυκνά σύννεφα τής σκόνης καί τού άχυρου, είναι ή Μαρία Κοντράτιεβνα. Είναι δύσκολο ν'άναγνω ρίσεις δίπλα της, άπό τήν άτσαλη, άστεία καί σκεβρωμένη σκιά του. τόν ’Εντουάρντ Νικολάγεβιτς. Καί μόνο ά π ’τή φωνή του τόν καταλαβαίνω, όταν λέει, όπως πάντα, μέ συγκροτημένη εύγένεια: — Συντρόφισσα Μπόκοβα, πόσο κριθάρι μαζέψαμε ώς τώρα; Ή Μαρία Κοντράτιεβνα ξεφυλλίζει τό σημειωματάριο: — Τετρακόσια πούτια κιόλας, άπαντάει μέ μιά σπασμένη, κουρασμένη φωνούλα, έτσι πού άρχίζω πραγματικά νά τή λυπάμαι. Ό Λάποτ νιώθει περίφημα καί στήν πιό μεγάλη του κούρα­ ση δέν άφήνει τά πειράγματα, — Γκαλατένκο! άκούγεται ή φωνή του σ 'ό λ ο τ'άλώ νι. Γ καλατένκοί Ό Γκαλατένκο κουβαλάει πάνω ά π 'τό κεφάλι του στό δικράνι όλάκερο φορτίο άχερα καί τρικλίζοντας γυρίζει γιά ν'άπαντήσει: — Μά τί σ ο ύ ’ρθε τώρα; —’Έ λα δώ μιά στιγμή, χρειάζεσαι... Γ0 Γκαλατένκο έχει τυφλή έμπιστοσύνη στόν Λάποτ. Τόν άγαπάει καί γιά τήν έξυπνάδα του καί γιά τήν καλοσύνη του καί γιά τήν άγάπη του μά καί γιατί άκόμα μονάχα ό Λάποτ έχτιμάει τόν Γκαλατένκο καί λέει σ ’όλο τόν κόσμο πώς ποτέ του ό Γκαλατένκο δέν ήταν τεμπέλης. Ό Γκαλατένκο ρίχνει κάτω τ ’άχερο καί τρέχει πρός τήν άλωνιστική μηχανή. Ά κουμπάει στό δικράνι του, νιώθοντας μέσα του ικανοποίηση γιατί θά ξεκουραστεί λιγουλάκι μέσα στή γενική φασαρία, κι άρχίζει τήν κουβέντα: — Γιατί μέ φώναξες; —Ά κ ο υ σ ε , φίλε μου. σκύβει άπό πάνω ό Λάποτ καί όλοι τριγύρω τεντώνουν τ ’αύτί, βέβαιοι πώς ή κουβέντα θ ά ’χει έν­ διαφέρον. 107


— Λοιπόν, άκούω... — ΙΙετάξου στό θάλαμο... — Τί νά κάνω; — Ξέρεις, κάτω ά π ’τό μαξιλάρι μου... — Τί; — Νά, κάτω ά π ’τό μαξιλάρι μου, λάη... —"Ε, λοιπόν, τί; — Νά, κάτω ά π ’τό μαξιλάρι μου θά βρας... — Καλά, κατάλαβα, κάτω ά π ’τό μαξιλάρι. . — Βρίσκονται δυό έφεδρικά χέρια. — Τό λοιπόν, τί θά φτιάξεις μέ όαΰτα; ρωτάει ό Γκαλατένκο. — Φέρτα γρήγορα δώ, γιατί τούτα δώ, είναι πιά άχρηστα, κι ό Λάποτ δείχνει τά χέρια του κάτω ά π 'τά χαχανίσματα όλων. —”Α, έτσι; λέει ό Γκαλατένκο. Καταλαβαίνει πώς όλοι γελάνε μέ τά λόγια τού Λάποτ κι Ισως καί μ ’αύτόνε. "Εβαλε όλα του τά δυνατά νά μήν πεΐ καμιά κουταμάρα καί πραγματικά σά νά μήν είπε τίποτα τέτιο, σά νά μιλούσε μονάχα ό Λάποτ. 'Ό λ ο ι όμως γελάνε όλο καί πιό δυνατά, ή ά λω νισπκή μηχανή χτυπάει στό βρόντο καί άρχίζει πιά «νά μπαίνει στό χορό» κι ό Μπουρούν. — Τί συμβαίνει έδώ; Γιατί σταματήσατε; 'Ό λ α σύ τά κάνεις, βλέπω, Γκαλατένκο. —Έ γ ώ τίποτα δέν έκανα... 'Ό λ ο ι σταματάνε. Ό Λάποτ μέ τήν πιό σοβαρή καί βαριά φωνή του, παρασταίνοντας περίφημα τόν παρακουρασμένο, γυρνάει όλος φροντίδα καί συντροφική έμπιστοσύνη στόν Μπουρούν: — Καταλαβαίνεις, αύτά πιά τά χέρια είναι γιά πέταμα. Γ ι’αύτό δόσε άδεια στόν Γκαλατένκο νά πάει νά φέρει τά έφεδρικά μου. Ό Μπουρούν μπαίνει άμέσως στό νόημα: — Μά, βέβαια, πήγαινε νά τά φέρεις. Τί, τόσο δύσκολο είναι γιά σένα; Πολύ τεμπέλης είσαι, βλέπω, Γκαλατένκο! Πάει περίπατο ή συμφωνία τοΰ άλωνίσματος. Τώρα τά πάντα τά κυρίεψε ή δυνατή κακοφωνία τού χαχανίσματος καί τού ξεκαρδιστικού γέλιου. ‘Ακόμα κι ό Σέρε γελάει. Οί μηχανο­ δηγοί παράτησαν τή μηχανή καί κρατάνε τήν κοιλιά τους ά π ’τά γέλια. Ό Γκαλατένκο ξεκινάει γιά τό θάλαμο. Ό Σιλάντι κολλάει προσεχτικά τό βλέμμα στήν πλάτη τού Γκαλατένκο. 108


— Κοίταξε, άδερφέ μου, ίστορία νά σου πετύχει... Ό Γκαλατένκο σταματάει καί σάν κάτι νά σκαρφίζεται. ' Ο Καραμπάνοφ ��ου φωνάζει πάνω άπονα σωρό άχερα: —“Ε, γιατί σταμάτησες; Τράβα λοιπόν! Μά ό Γκαλατένκο άνοίγει ώς τ ’αύτιά τό στόμα του. Κατάλαβε τί γίνεται. Χωρίς νά βιάζεται γυρίζει πρός τό φορτίο του καί χαμογελάει. Τά παιδιά άρχίζουν καί τόν ρωτάνε: — Ποΰ ήσουνα τόση ώρα! — Νά ό Λάποτ σοφίστηκε, καταλαβαίνεις, νά πάω νά τοΟ φέρω έφεδρικά χέρια. — Καί τί έγινε; — Ψέματα λέει! ΠοΟ νά τά βρει τέτια χέρια; Ό Μπουρούν δίνει έντολή: —’Αφήστε τά έφεδρικά χέρια. Νά συνεχιστεί ή δουλιά! — Τί νά κάνουμε, τ ’άφήνουμε, λέει ό Λάποτ. Θά τά καταφέρουμε κάπως καί μέ τούτα τά χέρια. Στίς έννιά ή ώρα, ό Σέρε σταματάει τή μηχανή καί πλησιάζει τόν Μπουρούν: — Τά παιδιά θά γονατίσουν. Κι έχουμε άκόμα μισή ώρα. — Δέν είναι τίποτα, λέει ό Μπουρούν. Θά τελειώσουμε. Ό Λάποτ όρύεται άπό ψηλά: — Σύντροφοι! “Εχουμε άκόμα μισή ώρα! Φοβάμαι πώς σέ μίσή ώρα θά τά τινάξουμε ά π ’τήν κούραση! Δέ συμφωνάω! —Καί τί θές, λοιπόν; έκανε άνήσυχα ό Μπουρούν. — Διαμαρτύρομαι! Σέ μισή ώρα θά λιώσουμε στά πόδια μας! "Ετσι δέν είναι Γκαλατένκο; — ΟΟτε συζήτηση, έτσι είναι. Μισή ώρα είναι πολύ... Ό Λάποτ σηκώνει τή γροθιά του. —Ό χ ι σέ μισή ώρα! Πρέπει νά τελειώνουμε μέσα σ ’ένα τέταρτο! Κάτω ή μισή ώρα! — Σωστά, ξεφωνίζει κι ό Γκαλατένκο. Σωστά τά λέει!... Ξεσπάνε καινούργια χάχανα, κι ό Σέρε βάζει μπρός τή μηχανή. Μέσα σέ είκοσι λεφτά όλα τελειώνουν. Κι άμέσως όλοι τους θέλουν νά κυλιστούν πάνω σ τ ’άχερα καί νά τούς πάρει έκεΐ δά ό ύπνος. Μά ό Μπουρούν δίνει τό πρόσταγμα: — Συνταχθεΐτε! Στήν πρώτη γραμμή τρέχουν οί σαλπιγκτές κι οί τυμπανι­ στές. πού άπό καιρό περίμεναν αύτή τήν ώρα. Τό τέταρτο τμήμα μεταφέρει τή σημαία στή θέση της, στό σπίτι. ’Εγώ μένω άκόμα στό άλώνι. ’Από τό «λευκό οίκο» φτάνουν οί ήχοι τού 109


χαιρετισμού τής σημαίας. Μες στό σκοτάδι διακρίνω μιά φιγού­ ρα μ ένα μακρύ ραβδί στό χέρι. — Ποιός ε ίν ’έκεϊ; —Ή γώ, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς. Νά, ήρθα γιά τήν άλωνιστική μηχανή, δηλαδή ά π ’τό διπλανό χωριό, καί τό... έπώνυμό μου είναι Βολοβίκ... — Καλά, πάμε σπίτι... Τραβήξαμε κι έμεΐς πρός τό «λευκό οίκο». Ό Βολοβίκ, γέρος όπως φαίνεται, όλο καί μουρμουρίζει στό σκοτάδι. — Καλά τά φτιάνετε σείς. όπως τά φτιάναν καί παλιά οί άνθρωποι... — Τί πάει νά πει αύτό; — Νά, βλέπετε, μέ λιτανείες καί ξαπτέρυγα κάνετε τ ’άλώνισμα, καθώς πρέπει. — Μά πού τίς βλέπεις τίς λιτανείες καί τά ξαπτέρυγα; ' Η σημαία είναι. ’Εμείς ούτε καί παπά δέν έχουμε! Ό Βολοβίκ πού πάει μπροστά, παίζει λίγο μέ τό ραβδί του στόν άέρα: — Δέν είναι άν υπάρχει παπάς ή όχι. Ά λ λ ά νά, ότι οί άνθρωποι γιορτάζουν σά ν ά ’ναι γιορτή. Βλέπεις, όταν μαζεύει τόν καρπό ό άνθρωπος, τό νιώθει γιά μεγάλη γιορτή, όμως πολλοί τό ξέχασαν αύτό τό πράγμα. Πολλή φασαρία στό «λευκό οίκο*». 'Ό σ ο καί ν ά ’ταν κουρασμένα τά παιδιά, μόλις έπεσαν στό ποταμάκι, τό μπάνιο τούς πήρε τήν κούραση. Γύρω ά π ’τά τραπέζια στόν κήπο όλοι είναι χαρούμενοι κι όμιλητικοί. Καί τής Μαρίας Κοντράτιεβνα σά νά τής έρχεται νά κλάψει. Πολλές είναι οί αιτίες: ή κούραση, ή άγάπη της στά παιδιά, τό οτι ό σωστός άνθρώπινος νόμος μπήκε καί στή ζωή της καί δοκίμασε κι αύτή τή γοητεία τής έλεύθερης έργαζόμενης κολεχτίβας. —Ή τ α ν εύκολη ή δουλιά σας; τή ρωτάει ό Μπουρούν. — Δέν ξέρω. λέει ή Μαρία Κοντράτιεβνα. Α σ φ α λώ ς ήταν δύσκολη. Μά δέν πρόκειται γΓαύτό. Ή δουλιά αύτή, όπως καί ν ά 'χ ε ι τό πράγμα, σοϋ δίνει εύτυχία. Στό τραπέζι ήρθε καί στάθηκε κοντά μου ό Σιλάντι καί μοΰ σφύριξε σ τ ’αύτί: — Νά, δέν ξέρω άν σάς τό'πα νε, νά, δηλαδή, θέλω νά πώ πώς τήν Κυριακή δηλαδή, θ ά ’ρθουν επισκέπτες γιά τήν ‘Ό λγα . Νά, βλέπεις λοιπόν, μυστήρια πράματα. — Είναι άπό τόν Νικολάενκο; 110


— Ναί, δηλαδή, άπό τόν Πάβελ Ίβ άνοβ ιτς, τό γέρο. Έ τ σ ι πού, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, οπως λένε δηλαδή, βάλε τά δυνατά σου: πετσέτες, μεζέδες κι ό,τι άλλο πρεπούμενο δηλαδή... —' Αγαπητέ μου Σιλάντι, όργάνωσέ τα όλα έσύ. —Έ δώ αύτό τό όργανώνω, μά, όπως λένε δηλαδή, νά, βλέπεις, χρειάζεται, άδερφέ, μέ τήν εύκαιρία νά κοπανίσεις καί κανένα ποτηράκι βότκα! — Βότκα άπαγορεύεται, Σιλάντι, όμως κρασάκι γλυκό, άγόρασε δυό μποτίλιες.

10. Ο ΓΑΜΟΣ Τήν Κυριακή ήρθαν άπεσταλμένοι άπό τόν Πάβελ Ί β ά ν ο ­ βιτς Νικολάενκο. Ή τ α ν γνωστοί: ό Κουζμά Π ετρόβιτς Μογκάριτς κι ό Ό σ ιπ Ίβ άνοβ ιτς- Στομούχα. "Ολοι στό Σταθμό ήξεραν καλά τόν Κουζμά Πετρόβιτς, γιατί έμενε κοντά μας, πέρα ά π ’ τό ποτάμι. Ή τ α ν πολύ όμιλητικός άνθρωπος, μά όχι τόσο σοβαρός. Είχε ενα άμμουδερό χωράφι γιομάτο άγριόχορτα, πού ποτέ του σχεδόν δέν πήγαινε νά τό δεϊ, γ ι ’ αύτό καί φύτρωνε άπό μόνη της κάθε λογής σαβούρα. Τό χωράφι ήταν πατημένο καί τό σκίζανε £να σωρό δρομάκια, γιατί βρισκόταν πάνω στό δρόμο όλων. Τό πρόσωπο τού Κουζμά Πετρόβιτς, έμοιαζε μέ τό χωράφι του, τίποτα τής προκοπής δέν φύτρωνε πάνω σ ’ αύτό καί μάλιστα κάθε τούφα ά π ’ τό μαυρολασπόχρωμο γενάκι του, λές καί φυτρώνει μονάχη της, χωρίς νά λογαριά­ ζει άν αύτό αρέσει ή όχι σ τ ’ άφεντικό της. Κι έδώ, στό πρόσωπό του, ήταν χαραγμένα ένα σωρό μονοπατάκια κι αύλακιές. Τό μόνο πού ξεχώριζε τόν Κουζμά Π ετρόβιτς άπό τό χωράφι του, ήταν ότι δέν φύτρωνε πουθενά στό χωράφι του μιά τόσο λεπτή καί μακρουλή μύτη. Α ντίθετα , ό "Οσιπ Ίβ ά νοβ ιτς Στομούχα διακρινόταν γιά τήν όμορφιά του. Σ ’ όλη τήν Γκοντσαρόφκα δέν υπήρχε άλλος τόσο καλοφτιαγμένος κι όμορφος άντρας, σάν τόν ’Ό σ ιπ Ίβ άνο β ιτς. Είχε ένα μεγάλο ξανθό μουστάκι καί λαξευτά όμορ­ φα μάτια, λίγο αύθάδικα, ε ϊν ' άλήθεια. Φορούσε ένα κοστούμι, μίσοπολιτικό - μισοστρατιωτικό, καί τά κατάφερνε νά φαίνεται πάντα λεπτός καί περιποιημένος. Είχε πολλούς συγγενείς, άγρότες όλους, όμως ό 'ίδιος, ποιός ξέρει γιατί, δέν είχε γη καί III


πάχαινε άπό τό κυνήγι. Ζοΰσε στήν άντίπερα όχθη του ποταμού, σ ’ £να μοναχικό, ξεμακρισμένο α π' τό χωριό σπίτι. "Αν καί περιμέναμε μουσαφίρηδες, όταν ήρθαν, δέν ήμασταν οπως επρεπε προετοιμασμένοι. Μά καί ποιός ήξερε πώς θά επρεπε νά προετοιμαστούμε γιά μιά τέτια άσυνήθιστη υπόθεση; Πάντως, όταν μπήκαν στό γραφείο μου τό περιβάλλον ήταν σοβαρό, ήρεμο καί έπιβλητικό. Βρήκαν μονάχα έμένα καί τόν Καλίνα Ίβ άνο β ιτς. Οί έπισκέπτες μπήκαν στό γραφείο, μάς Εσφιξαν τό χέρι καί κάθησαν στό ντιβάνι. Έ γ ώ δέν ήξερα πώς ν ’ άρχίσω. Κι άμέσως χάρηκα όταν ό "Οσιπ Ίβ ά νο β ιτς άρχισε νά λέει άπλά; — ΓΤαλιότερα, σέ κάτι τέτιες δουλιές, άρχιζαν νά λένε ιστορίες του κυνηγιοϋ: πήγαμε γιά κυνήγι, πήραμε άπό πίσω μιάν άλεπού, όμορφη, θηλυκιά, κι ή άλεπού αύτή, ήταν πραγμα­ τικά όμορφη... Μά νομίζω πώς αύτά τώρα δέ χρειάζονται, άν κι είμαι καί κυνηγός. — Σωστά, άπάντησα. Ό Κουζμά Πετρόβιτς, καθισμένος στό ντιβάνι, έβαλε τό ένα πόδι πάνω σ τ ’ άλλο καί χάιδεψε τά γένεια του: — Βλακείες είναι ό λ ’ αύτά καί τίπ ο τ’ άλλο. — Δέν είναι δά καί βλακείες, μά δέν ταιριάζουν τώρα κάτι τέτια, διόρθωσε ό Στομούχα. Δέν είναι ό καιρός τους. —Υ π ά ρ χο υ ν καιροί καί καιροί, άρχισε μ ’ ένα τόνο διδαχτικό ό Καλίνα Ίβ άνο β ιτς. "Οταν ό κόσμος είναι άγράμματος, κι άπό πάνου τοΰ φουσκώνουν τό ξερό μέ λογής - λογής κουταμά­ ρες, τότες λοιπόν γίνεται ένας βλάκας καί μισός, πού φοβάται καί τόν Ισκιο του. Τρέμει ά π ’ τίς βροντές, ά π ’ τό χφεγγάρι, ά π ' τίς γάτες! Τώρα όμως έχουμε σοβιετική έξουσία, τώρα, χέ - χέ, μόνο τ ’ άποσπάσματα μπορεί νά φοβάται κανείς, κι αύτά δέν τά φοβούνται όλοι... Ό Στομούχα έκοψε τόν Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς, πού σίγουρα θά ξέχασε πώς δέ μαζεύτηκαν έδώ γιά νά κάνουν έπιστημονικές συνομιλίες: — Νά, κοντολογίς, τί θέλουμε νά ποΰμε: μάς Εστειλε ό γνωστός σας Πάβελ Ίβ ά νο β ιτς κι ή γυναίκα του Έ β δοκ ία Στεπάνοβνα. Έ σ ε ΐς έδώ, ε’ίσαστε, νά, σάν πατέρας όλων τών παιδιών καί τών κοριτσιών. Δέ Οά θέλατε νά δόσετε, πώς νά τό πώ, νά, τό κορίτσι σας, τήν "Ολια Βόρονοβα, σχεδόν σάν κόρη σας είναι, στό γιό τους Πάβελ Πάβλοβιτς; Τώρα είναι πρόεδρος τοΰ σοβιέτ τοΰ χωριοΰ. 112


— Σας παρακαλοϋμε, νά μας δόσετε μιάν άπάντηση, άρχισε νά μουρμουρίζει κι ό Κουζμά Πετρόβιτς. "Αν συμφωνήσετε, όπως πολύ τό θέλουν καί τά γονικά του παλικαριού, δόστε μας τήν πετσέτα τοΰ άρραβώνα καί τό ψωμί. Ά ν πάλι δέ θά ’χουμε τό ναί σας, τότε σχωρέστε μας γιά τήν ένόχληση. — Χά, χά, χά, καλό καί τοΰτο. Ά κ ο ΰ ς σχωρέστε μας γιά τήν ένόχληση! είπε ό Καλίνα Ίβ άνοβ ιτς. Σύμφωνα μέ τόν ήλίθιο νόμο σας πρέπει νά κουβαλήσετε στό σπίτι σας καί μιά κολοκύθα! — Κολοκύθα δέ μπορούμε, χαμογέλασε ό Ό σ ιπ Ίβ ά νο β ιτς. Μά κι άκόμα δέν είναι ό καιρός της. — Αύτό ε ίν ’ άλήθεια, συμφώνησε ό Καλίνα Ίβ ά νοβ ιτς. Π αλιότερα ή κοπέλα, περήφανη κι ίσω ς άπό κουταμάρα, έπίτηδες κρατοΟσε όλόκληρη τσουβάλα κολοκύθες. Κι άν δέν έρχονταν οί άρραβωνιαστικοί, τό παράσιτο, έκανε κουρκούτι, ώραΐο κουρκούτι ίδίως μέ κεχρί... — Λοιπόν, ποιά είναι ή πατρική άπάντησή σας; μέ ρώτησε ό Ό σ ιπ Ίβ άνοβ ιτς. — Σάς εύχαριστώ καί σάς καί τόν Πάβελ Ίβ ά ν ο β ιτς μέ τήν Έ β δοκ ία Στεπάνοβνα γιά τήν τιμή πού μάς κάνετε, άπάντησα. "Ομως έγώ δέν είμαι πατέρας καί δέ μπορώ νά ’χω πατρική έξουσία. ’Εννοείται, πρέπει νά ρωτήσετε τήν “Ό λ ια , κι Οστερα γιά δλες τίς άλλες λεπτομέρειες, πρέπει νά ζητηθεί καί ή γνώμη τών διοικητών. — Μά έμεϊς δέν ήρθαμε έδώ γιά συμβουλάτορες. Σείς κάνετε δ,τι πρέπει σύμφωνα μέ τίς καινούργιες συνήθειες, συμφώνησε ήσυχα ό Ό σ ιπ Ίβ άνοβ ιτς. Βγήκα άπ* τό γραφείο. Στό διπλανό δωμάτιο βρήκα τόν υπεύθυνο υπηρεσίας τοΰ Στάθμου, καί τόν παρακάλεσα νά σαλ­ πίσει συγκέντρωση τών διοικητών. Σ ’ όλους ένιωθες μιά άσυνήθιστη φούρια κι άνησυχία. “Ερχεται τρέχοντας ή Νάστια καί μέ ρωτάει γελών��ας: — Ποΰ νά κρατήσουμε τίς πετσέτες; Δέν κάνει νά τίς φέρουμε έκεΐ; κι έδειξε τό γραφείο. — Μή βιάζεσαι μέ τίς πετσέτες. Ά κ ό μ α δέ συμφωνήσαμε. Ό μ ω ς, νά ’σαστε κάπου έδώ κοντά. Θά σάς φωνάξω. — Καί ποιός θά τίς δέσει; — Τί θά δέσει; — Νά, νά τίς φορέσει σ ’ αύτούς... τούς προξενητάδες. Πώς θά γίνει; 113


Δίπλα μου στεκόταν ό Τόσκα Σολοβιόφ, καί κρατούσε παραμάσχαλα Ενα μεγάλο σταρένιο ψωμί κ α ί στά χέρια του μιάν άλατιέρα, ’Ανασκάλευε τήν άλατιέρα καί κοιτούσε πώς πηδάνε οί κόκκοι τ ’ άλατιοϋ. Τρέχει ό Σιλάντι. — Τί κάνεις έδώ. μωρέ, άνακατώνεις τό ψωμί μέ τ ’ άλάτι;... Αύτό πρέπει νά μπεϊ σέ πιάτο!... "Εσκυψε λίγο. κρύβοντας ενα γέλιο ποΰ τοΰ ’ρθε στά χείλη. — Τί κακό καί μ ’ αύτούς τούς πιτσιρίκους!... Καί μέ τούς μεζέδες τί θά γίνει; Μπαίνει ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα. Χάρηκα. — Βοηθήστε μας σ ’ αύτή τή δουλιά. — Μά κι έγώ τούς ψάχνω! ’Α π ’ τό πρωί τριγυρίζουν μ ’ αύτό τό ψωμί σ ’ όλο τό Σταθμό. Παιδιά, έλατε μαζί μου. Καί σείς μήν άνησυχείτε. Θά ’μαστέ στίς κοπέλες, καί φωνάξτε μας όίν χρειαστεί. Στό γραφείο ήρθαν τρέχοντας καί ξυπόλητοι οί διοικητές. "Εχω φυλάξει τόν κατάλογο τών διοικητών τής ευτυχισμένης αύτής έποχής. Είναι οί παρακάτω: Διοικητής τού πρώτου τμήματος τών τσαγκάρηδων: Γκούντ. Διοικητής τοΰ δεύτερου τμήματος τών σταυλιτών: Μπρά­ τσενκο. Διοικητής τοΰ τρίτου τμήματος τών βουστάσιων: Ό π ρ ίσ κ ο . Διοικητής τοΰ τέταρτου τμήματος τών μαραγκών: Ταρανέτς. Διοικητής τοΰ πέμπτου τμήματος τών κοριτσιών: Νοτσεβνάγια. Διοικητής τοΰ έκτου τμήματος τών σιδεράδων: Μπελούχιν. Δ ιοικητής τοΰ έβδομου τμήματος: Βετκόφσκι. Διοικητής τοΰ όγδοου τμήματος: Καραμπάνοφ. Δ ιοικητής τοΰ ένατου τμήματος τών μυλωνάδων: Ό σ ά ντσ ι. Δ ιοικητής τοΰ δέκατου τμήματος διατροφής τών γουρουνι­ ών: Στουπίτσιν. Διοικητής τοΰ ένδέκατου τμήματος τών μικρών παιδιών: Γ κεοργκίεφσκι. Γραμματέας τοΰ συμβουλίου τών διοικητών: Κόλκα Βέρ­ σνιεφ. Διευθυντής τοΰ μύλου: Κουντλάτι. ’ Αποθηκάριος: ’Αλιόσα Βόλκοφ. Βοηθός γεωπόνου: "Ολια Βόρονοβα. Ουσιαστικά, στό συμβούλιο τών διοικητών συγκεντρώνον­ ταν πολύ περισσότερος κόσμος: μέ όλα τά δικαιώματα πού δέν 114


τ* άμφισβητοϋσε κανείς, έρχονταν τά μέλη τής Κομσομόλ Ζαντόροφ, Ζόρκα Βόλκοφ, Βόλοχοφ. Μπουρούν. οί «άσπρομάλλήδες» πιά γέροι - Π ρηχόντκο. Σορόκα, Γκόλος. Τσόμποτ, Ό β τσ ιαρ ένκ ο , Φ ενιορένκο, Κορίτο, ένώ κάτω στό πάτωμα κάθονταν οί έθελοντές πιτσιρίκοι, κι άνάμεσά τους ό Μίτκα, ό Βίτκα, ό Τόσκα κι όπωσδήποτε ό Βάνκα Σελαπούτιν. Στό συμβούλιο έρχονταν πάντα οί παιδαγωγοί, ό Καλίνα Ίβ ά νοβ ιτς καί ό Σιλάντι Σεμιόνο βιτς. ΓΓ αύτό σάν είχαμε συμβούλιο, ποτέ δέν έφταναν οί καρέκλες. Κι έτσι έβλεπες νά κάθονται στά παράθυρα, στό πάτωμα ή βιγλίζαν ά π ’ έξω άπό τά παράθυρα. Ό Κόλκα Βέρσνιεφ άνοιξε τή συνέλευση. Οί προξενητές χάσανε τήν έπισημότητά τους, στριμωγμένοι πάνω στό ντιβάνι μέ καμιά δεκαριά παιδιά, άνακατεμένοι μέ τά γυμνά χέρια καί πόδια τους. Ά φ η γή θ η κ α στούς διοικητές γιά τόν έρχομό τών προξενητών. Τό πράγμα δέν ήταν κάτι τό καινούργιο γιά τό συμβούλιο τών διοικητών. ' Από καιρό όλοι ξέρανε γιά τή φιλία τοΰ ΓΙάβελ Πάβλοβιτς μέ τήν "Ολγα. Ό Βέρσνιεφ. έτσι μόνο γιά τούς τύπους, ρώτησε τήν Ό λ γ α : — Συμφωνείς νά παντρευτείς τόν Πάβελ; Ή Ό λ γ α κοκκίνησε λιγάκι κι είπε: — Μά, βέβαια. Ό Λάποτ σούφρωσε τά χείλια του; —"Ετσι δέν κάνει κανένας. ’Έ πρεπε νά κάνεις πώς δέ δέχεσαι, κι έμείς νά σέ καταφέρουμε νά συμφωνήσεις. Έ τ σ ι είναι βαρετό τό πράμα. Ε πεμ βα ίνει ό Καλίνα Ίβάνοβιτς; — Βαρετό ή όχι, τώρα πρέπει νά μιλήσουμε πραχτικά γιά τήν υπόθεση. Γιά πέστε μας καθαρά καί μέ τή σειρά; τί Οά γίνει μέ τό ζήτημα του νοικοκυριοΰ καί τά υπόλοιπα; Ό Ό σ ι π Ίβ ά νο β ιτς χάιδεψε λίγο τό μουστάκι του; — Δηλαδή, νά, 0ν συμφωνήσετε τελικά, θά κάνουμε τά στεφανώματα, κι υστέρα οί νιόπαντροι θά πάνε στούς γέρους, δηλαδή, μαζί θά ζήσουνε καί μαζί θά ’χουνε καί τό νοικοκυριό. — Καί γιά ποιόν χτίστηκε τό καινούργιο σπίτι; ρώτησε ό Καραμπάνοφ. — Τό σπίτι αύτό είναι γιά τόν Μ ιχαήλ. — Μά ό Πάβελ είναι μεγαλύτερος. — Βέβαια, είναι μεγαλύτερος μά ό ίδιος έτσι άποφάσισε. Γυναίκα, βλέπεις, παίρνει ά π ’ τό Σταθμό. 115


— Καί τί μ ’ αύτό, πού παίρνει ά π ’ τό Σταθμό; μουρμούρισε θυμωμένα ό Κόβαλ. ' Ο "Οσιπ Ίβ ά νο β ιτς δέ βρήκε άμέσως τί ν ’ άπαντήσει. Μέ μιά ψιλή φωνούλα άρχισε νά μιλάει μπερδεμένα ό Κουζμά Πετρόβιτς: —Έ τ σ ι γίνεται. Ό Πάβελ Ίβ ά ν ο β ιτς λέει: στό νοικοκύρη χρειάζεται νοικοκυριό, όμως νά, ή νοικοκυρά Εχει καί γονικά, πεθερό καί νά, βγαίνει δηλαδή, πώς νά πώ, ό Μ ιχάηλο παίρνει ά π ’ τόν Σεργκέι Γκρετσιάνι. Κι ή δική σας πάει νύφη στοΰ Πάβελ Πάβλοβιτς. Κι ό Πάβελ Πάβλοβιτς συμφώνησε. *Ο Καραμπάνοφ κούνησε τό χέρι του: — Μέ τέτιες κουβέντες μπορούμε νά κατρακυλήσουμε ώς τίς κολοκύθες. Τί μας νοιάζει έμας άν συμφώνησε ό Πάβελ Πάβλο­ βιτς! Έ τ σ ι βγαίνει δηλαδή, πώς είναι χαλβάς, μά τήν εύχή. Τό συμβούλιο τών διοικητών δέν μπορεϊ νά δόσει Ετσι τήν ’Ό λ ια . "Οπως μιλάτε, είναι σά νά ’χετε νά κάνετε μέ καμιά παραδου­ λεύτρα τοΰ παλιού καιρού, ό διάολος νά... — Σεμιόν... πέταξε θυμωμένα ό Κόλκα. — Καλά, λοιπόν, καλά. Παίρνω πίσω τό... διάολος. Αύτό είναι τό πρώτο. Μά υστέρα, γιά ποιό στεφάνωμα είπατε; — Μά νά, γΓ αύτό πού γίνεται όπως πρέπει. Τέτια δουλιά, δηλαδή παντρειά χωρίς παπά δέ γίνεται. Στό χωριό μας ποτέ δέν Εγινε τέτιο πράμα. — Κι όμως Ετσι θά γίνει, είπε ό Κόβαλ. *0 Κουζμά Π ετρόβιτς Εξυσε τή γενειάδα του: —“Ετσι θά γίνει ή άλλιώς θά γίνει, ποιός ξέρει. Σέ μας τό κρίνουν άσχημα: νά, δηλαδή, βγαίνει πιά πώς θά ζεΐς άστεφάνωτος. ’Ακολούθησε σιωπή. "Ολοι σκέφτονταν τό ιδ ιο πράμα: γάμος Ετσι δέ μπορεί νά γίνει. Κι έγώ ό ίδ ιος φοβήθηκα, πώς άν Εχουμε άποτυχία, τά παιδιά θά διώχνανε τούς προξενητές χωρίς μεγάλες ευγένειες. —“Ολγα, έσύ τί λές, θά πας στούς παπάδες; ρώτησε ό Κόλκα. — Τί Επαθες; Ν ηστικός είσαι ά π ’ τό πρωί, καί σου φεύγουνε; Ξέχασες ότι έγώ είμαι κομσομόλα; — Μέ τούς παπάδες ή δουλιά βαλτώνει, είπα στούς προξενη­ τές. Σκεφτεΐτε κάτι άλλο, μιά καί ξέρατε ποΰ ήρθατε. Πώς σάς πέρασε άπ* τό κεφάλι ότι θά συμφωνούσαμε γιά έκκλησία; Ό Σιλάντι σηκώθηκε ά π ’ τή θέση του καί σήκωσε τό χέρι του γιά νά μιλήσει. 116


— Σιλάντι, θά μιλήσεις; ρώτησε ό Κόλκα. — Νά, έδώ τό λοιπόν, θά ’θελα νά ρωτήσω. — Ρώτα, λοιπόν. —Έ δ ώ τό λοιπόν, ό Κουζμά, βλέπεις, είναι ένας τέτιος άνθρωπος, νά, όπως λένε, δλο φαντασίες. Μά άς μιλήσει όμως ό “Ο σιπ Ίβ ά νο β ιτς: τί διάολο χρειάζονται έδώ οί παπάδες; Καλύτερα θ ά ’ταν τό λοιπόν, ν ά ’τρεφες κανένα γουρούνι. — Μωρέ δέν πάνε νά κουρεύονται! γέλασε ό Στομούχα. ' Εγώ κυνήγι πάω κι άμα δώ κανέναν άπό δαύτους, γυρίζω πίσω! — Τό λοιπόν, σά νά λέμε, στόν Κουζμά χρειάζονται οί μακρυμάλληδες. Ό Κουζμά Π ετρόβιτς χαμογέλασε: — Χί, χί, χί. Δέν πρόκειται γιά τό άν χρειάζονται ή άν φέρνουνε κανένα όφελος. Αύτά τά ξέρω. Μά βλέπεις, νά, οί παποΰδες κι οί προπάποι μας, έτσι κάνανε. Κι άκόμα ό Πάβλο Ίβ άνο β ιτς, λέει: παίρνουμε μιά φτώχιά κοπέλα, χω ρίς τέτια, καταλαβαινόμαστε, πώς νά τό πώ δηλαδή, νά, χω ρίς προίκα καί τά υπόλοιπα... Ό Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς χτύπησε τή γροθιά του στό τραπέζι: — Τί κουβέντες ε ίν ’ αύτές; Π οιός σου ’δοσε τό δικαίωμα έσένα νά τσαμπούνας τέτια πράματα; Μωρέ, γιά δές έναν πλούσιο πού μάς ήρθε δώ νά μάς κάνει τόν καμπόσοϊ Ξέχασες πώς έσύ, μαζί μέ τόν Πάβλο σου Ίβ άνοβ ιτς, πασαλείβατε μέ λάσπη τό σπίτι σας καί τώρα μοΰ φουσκώνετε τά χείλια σας; Αύτό τό παράσιτο μ ’ ένα τραπέζι, δυό πάγκους, καί μιά γούνα χωμένη στό σεντούκι, νάτος κιόλας έκατομμυριοΰχος! Ό Κουζμά Πετρόβιτς φοβήθηκε καί ξεστόμισε σιγανά: — Μά ποιός ήρθε δώ νά κάνει τόν καμπόσο; Έ μ εΐς, νά, κάναμε μονάχα κουβέντα γιά τήν προίκα... — Ξέρεις ποΰ ήρθατε ή όχι; Έ δ ώ έχουμε σοβιετική έξουσία ή μπάς καί δέν τό ξέρεις; *Η σοβιετική έξουσία μπορεΐ νά δόσει τέτια προίκα, πού οί σκουληκιασμένοι παποΰδες σου νά στριφο­ γυρίσουν τρεϊς φορές μές στόν τάφο τους, τά παράσιτα! — Μά έμεΐς..., προσπάθησε ν ’ άντικόψει ό Κουζμά Πετρόβιτς. Τά παιδιά έβαλαν τά γέλια κι άρχισαν νά χειροκροτούν τόν Καλίνα Ίβ άνοβ ιτς. Μά ό Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς είχε άνάψει στά γερά: —”Ας έξετάσει τό συμβούλιο τών διοικητών καλά τό ζήτημα. "Ενα είναι γεγονός: Μάς ήρθαν τοϋτοι δώ γιά προξενιό. Μεΐς Ι! 7


πρέπει νά σκεφτοϋμε καλά, άξίζει νά δόσουμε τό κορίτσι μας, τήν “Ολγα μας, σ ’ ένα λιμασμένο σάν τόν Νικολάενκο, νά ποΰμε, πού τή βγάζει μέ πατάτες καί κρεμμύδι, τό παράσιτο, κι άντίς γιά σίκαλη στά χωράφια του φυτρώνουν μπουρμπουλιές; ' Εμείς έχουμε, μωρέ, πλούσιο βιός καί πρέπει σοβαρά νά σκεφτοϋμε τό πράμα!... Ό γενικός ένθουσιασμός τοΰ συμβουλίου τών διοικητών κι όλωνών γύρω, έδειχνε πώς δέν υπάρχει πιά ζήτημα. Οί προξενητές βγήκαν έξω γιά λίγο καί τό συμβούλιο τών διοικητών άρχισε νά συζητάει τί πρέπει νά δόσουν στήν "Ολγα γιά προίκα. Τά παιδιά ήταν ξαναμμένα ά π ’ τίς προηγούμενες συζητήσεις κι όρισαν γιά τήν ’Ό λ γα . προίκα πού ξεπερνοΰσε κάθε προηγού­ μενο. Φώναξαν καί τόν Σέρε, φοβούνταν πώς θ ’ άντιδρουσε στίς μεγάλες αΰτές παροχές, μά ό Σέρε ούτε μιά στιγμή δέ δίστασε κι είπε σ ’ αύστηρό τόνο: — Σωστά κάνατε. ’ Ακόμα κι άν δυσκολευτούμε λιγάκι, στή Βόρονοβα όμως πρέπει νά δόσουμε πλούσια προικιά, τά πλου­ σιότερα σ ’ όλη τήν περιοχή. Πρέπει νά τούς δόσουμε νά καταλάβουν αύτούς τούς κουλάκους. “Ετσι δέν άκουγες άλλη άντίρρηση γιά τήν προίκα, παρά κάτι τέτιες: — Τί τσαμπουνάς: άλογάκι! Τί άλογάκι, άλογο, μέ τά όλα του πρέπει νά δόσουμε! Πέρασε μιά ώρα. Στό συμβούλιο φώναξαν τούς προξενητές, πού έπαιρναν τόν άέρα τους στήν αύλή. Ό Κόλκα Βέρσνιεφ σηκώθηκε καί κομπάζοντας λίγο έκφώνησε τόν παρακάτω έμπνευσμένο λόγο: — Τό συμβούλιο τών διοικητών άποφάσισε: Νά δόσει τήν “Ολγα στόν Πάβελ. Ό Πάβελ νά περάσει σέ ξεχωριστό σπίτι καί τά γονικά του νά τοΰ δόσουν ότι μπορέσουν άπό νοικοκυριό. Καμιά συζήτηση γιά παπάδες, καί νά δηλώσουν τό γάμο στό ληξιαρχείο. Ή πρώτη μέρα τοΰ γάμου, θά γιορταστεί έδώ, σ ’ έμάς. ’Εσείς έκεΐ κάντε όπως νομίζετε. Στήν Ό λ γ α δίνουμε τά παρακάτω: Μιά άγελάδα μέ τό μοσχαράκι της, έλβετικής ράτσας. Μιά φοράδα μέ τό πουλαράκι της. Πέντε πρόβατα. Έ ν α γουρούνι έγγλέζικης ράτσας... Ό Κόλκα όταν έφτασε στό τέλος τοΰ μακρόσυρτου καταλό­ γου τής προίκας, είχε πιά βραχνιάσει, καί τί δέν είχε μέσα: 118


γεωργικά έργαλεΐα, σπόρους, κτηνοτροφές, ρούχα, έσώρουχα, έπιπλα, άκόμα καί ραφτική μηχανή. Ό Κόλκα τέλειωσε έτσι: — Τήν "Ολγα έμεΐς, άν χρειαστεί, θά τή βοηθάμε πάντα, κι αύτοί έχουν υποχρέωση, όταν είναι άνάγκη, νά βοηθάνε τό Σταθμό χωρίς καμιά άντίρρηση. Στόν Πάβελ θά δόσουμε τόν τίτλο τοΰ τροφίμου του Στάθμου. Οί προξενητές άνοιγόκλειναν σαστισμένα τά μάτια τους, σά νά μεταλαβαίναν πρίν τό θάνατό τους. Οί κοπέλες δλο γέλιο, καί χωρίς νά νοιάζονται άν κάνουν καλά ή όχι, έτρεξαν καί τύλιξαν τούς προξενητές μέ τίς πετσέτες, ένώ οί πιτσιρίκοι μ ’ έπικεφαλής τόν Τόσκα, τούς έφεραν μέσα σ ’ ένα πιάτο ψωμί κι άλάτι. Οί σαστισμένοι κι άργοκίνητοι προξενητές πήραν ά π ’ τό πιάτο τό ψωμί καί δέν ήξεραν τί νά τό κάνουν. ' Ο Τόσκα τράβηξε ά π ’ τή μασχάλη τοΰ Κουζμά Πετρόβιτς τό πιάτο κι είπε εύθυμα: —"Ε! Αύτό δόστε το πίσω, γιατί άλλιώς θά μου τίς βρέξει ό μυλωνάς. Είναι δικό του τό πιάτο, καί τί πιάτο! Οί κοπέλες έστρωσαν στό τραπέζι μου ενα τραπεζομάντηλο κι έβαλαν πάνω τρεις μποτίλιες κρασί καί δεκαπέντε ποτήρια. Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς γέμισε όλα τά ποτήρια καί σηκώνοντας τό ποτήρι του είπε: —"Αντε λοιπόν, νά στεριώσει καλά καί ν ’ άκούει. — Καί ποιόν ν ’ άκούει; ρώτησε ό "Οσιπ Ίβ ά νοβ ιτς. — Είναι καθαρό ποιόν: τό συμβούλιο τών διοικητών καί τή σοβιετική έξουσία. Τσουγκρίσαμε όλοι τά ποτήρια μας, ήπιαμε τό κρασί καί φάγαμε τά ψωμάκια μέ τό σαλάμι. Ό Κουζμά Πετρόβιτς σηκώθηκε καί κάνοντας μιάν υπόκλιση λέει: — Σας ευχαριστούμε όλους σας πού έτσι τόσο καλά πήγαν τά πράματα. Θά παμε, πώς νά πώ, νά, νά δόσουμε τά συχαρίκια στόν Πάβελ Ίβ ά ν ο β ιτς καί στήν ’ Εβδοκία Στεπάνοβνα. —"Αντε, πάντε, δόστε τους τά συχαρίκια, είπε ό Καλίνα Ίβάνοβιτς. Ό "Οσιπ Ίβ ά νο β ιτς μάς έσφιξε δυνατά τό χέρι: — Μά σεις εΐσαστε λεβέντες, μπράβο. Ποΰ μπορεΐ κανείς νά τά βάλει μαζί σας! Οί προξενητές ήσυχοι καί σεμνοί σά μαθήτριες παρθεναγω­ γείου, βγήκαν ά π ’ τό γραφείο κι έφυγαν γιά τό χωριό. "Ολοι μας τούς παρακολουθήσαμε μέ τό βλέμμα μας. Ό Καλίνα Ίβ άνο119


βιτς ξαφνικά μισό κλείσε τά μάτια του εύθυμα καί φώναξε τάχα πειραγμένος: —Ά , όχι! Δέν πάει Ετσι. Τί σηκώθηκαν κι Εφυγαν σάν κουτορνίθια; Πρόφτασέ τους, Πέτρο, πέστους νά ’ρθουν στό σπίτι μου κι έσύ Ά ν τό ν , ζέψε τ ' άμάξι καί σέ μιά ώρα Ετοιμάσου γιά δρόμο. Μέσα σέ μιά ώρα τά παιδιά μέ γέλια φόρτωσαν στ* άμάξι τούς προξενητές, πού άκόμα ήταν τυλιγμένοι μέ τίς πετσέτες, πού είχαν όμως χάσει όλα τά διακριτικά τών Επίσημων προξενητών, μαζί καί τή μιλιά τους. Ε ίν ’ άλήθεια, ό Κουζμά Πετρόβιτς, δέν ξέχασε τό ψωμί, πού τό Εσφιγγε δλο άγάπη στό στήθος του. Τ ’ άλογάκι Εσυρε σάν πούπουλο τό βαρύ άμάξι στόν άμμουδερό δρόμο. Ό Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς Εφτυσε: — Αύτός έπίτηδες Εστειλε τέτιους κακομοίρηδες, τό παρά­ σιτο. — Ποιός; — Αύτός ντέ, ό Νικολάενκο. Δηλαδή, ήθελε νά μάς πει: νά τέτια ή νύφη, τέτιοι κι ot προξενητάδες. —Έ δώ δέν ε ίν ’ Ετσι τό πράμα, είπε ό Σιλάντι. Νά τί κρύβεται δώ πέρα: άλλος προξενητής δέ θά δεχόταν νά ’ ρθει χωρίς παπάδες. Κι έδώ τούς παπάδες ούτε νά τούς δούνε θέλουν. Ά λ λ ο ι άνθρωποι τούτοι! Κι ό γεροξούρας είπε στούς προξενη­ τάδες: νά ζητήστε νά γίνει ό γάμος μέ παπάδες κι άν δέ δεχτούν &ς πάν στό διάολο... οί παπάδες... Βλέπεις λοιπόν, τί μυστήρια πράματα... Ό γάμος όρίστηκε γιά τά μέσα Αύγουστου. Ά ρ χ ισ α ν νά δουλεύουν Επιτροπές, νά Ετοιμάζουν θεατρική παράσταση. Οί σκοτούρες μεγάλωναν, μά πιό πολύ μεγάλωναν τά Εξοδα. Ά κ ό μ α κι ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς κατέβασε τά μούτρα: — Μ ’ άν παντρέψουμε δλες τίς κοπέλες μας μ ' αύτό τόν τρόπο, καήκαμε. Πάρε τότε, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, τά παιδιά κι έμένα τόν παλιόγερο καί στείλε μας νά ζητιανεύουμε... Μά δέ μπορεί νά γίνει κι άλλιώς. Τή μέρα τοΰ γάμου ό Σταθμός ήταν άπ* τό πρωί περικυκλωμένος άπό φρουρούς. Α να γκά σ τηκ αν νά όρίσουν δυό τμήματα γιά τή φρουρά. Μόνο γιά νά μοιραστούν οί Εντυπες προσκλή­ σεις χρειάστηκε νά άσχοληθούν Εβδομήντα άτομα. Οί προσκλή­ σεις γράφανε: 120


«Τό συμβούλιο τών διοικητών τοΰ έργατικοϋ Σταθμοϋ Μ αζί μ Γκόρκι, Σάς παρακαλεΐ νά δεχθείτε νά πάρετε μέρος στό γεϋμα καί νά παρακολουθήσετε θεατρική παράσταση μέ τήν ευκαιρία τής άποφ οίτησης ά π ’τό Σταθμό τής "Ολγα Βόρονοβα καί τοΰ γάμου της μέ τόν σ. Π.Π . Νικολάενκο. . Τό Συμβούλιο τών διοικητώ ν-.

Στίς δυό τό μεσημέρι στό Σταθμό ήταν όλα Ετοιμα. Στήν αυλή γύρω ά π ’ τό συντριβάνι ήταν στρωμένα τά γιορτινά τραπέζια. 'Ο στολισμός αύτοϋ τοΟ μέρους ήταν δώρο τής όμάδας τοΟ Ζηνόβι Ίβ ά νοβ ιτς: πάνω ά π ’ τήν υπαίθρια αύτή τραπεζαρία, ώσπου Εφτανε τό χέρι τών μαθητών κι όπου Επεφτε τώρα εύχάριστο τό μάτι τών Επισκεπτών, ήταν κρεμασμένες σέ λεπτές καλαμένιες βεργίτσες όμορφες πράσινες γιρλάντες άπό μικρούλικα βλασταράκια σημύδας. Στά τραπέζια ήταν μέσα σέ καλαθάκια μπουκέτα άπό ώραΐα φρέσκα λουλούδια. Τή μέρα αύτή μπορούσε κανείς μέ σιγουριά καί χαρά νά δεϊ πόσο άναπτύχθηκε κι όμόρφηνε ό Σταθμός. Στό πάρκο, τά πλατιά δρομάκια στρωμένα μέ άμμο, δίνουν πιότερο χρώμα στήν πλούσια βλάστηση τών τριών λιακωτών, όπου κάθε δέντρο, κάθε θάμνος, κάθε σειρά τοΰ άνθόκηπου στοίχισ ε όλάκερα ξενύχτια σκέψης καί σχέδια κι ήτανε ποτισμένα μέ τόν έργατικό ίδρώτα τών μικτών τμημάτων καί φάνταζαν σάν πολύτιμα πετραδάκια άγκαλιασμένα ά π ’ τή φροντίδα καί τήν άγάπη τής κολεχτίβας. Τ ’ άψηλώματα κι οί κατηφοριές τοΟ ποταμίσιου δχτου, είχαν πειθαρχήσει σέ μιάν αύστηρή κι όμορφη τάξη: κάπου Εβλεπες όμορφα ξύλινα σκαλοπατάκια, άλλου Ενα μικρό κιγκλίδωμα, παραπέρα Ενα τετράγωνο χαλάκι άπό λουλούδια, άνάμεσά τους σγουρά δρομάκια, πιό κάτω μιά μικρή προβλήτα σκεπασμένη μέ άμμο. Κι δλ * αύτά, δεΐχναν άκόμα μιά φορά, πόσο ξυπνότερος κι άνώτερος ά π ’ τή φύση είναι ό άνθρωπος, κι αύτός άκόμα ό ξυπόλητος. Καί στίς εύρύχωρες αυλές τοΰ ξυπόλητου αύτοϋ νοικοκύρη, στή θέση τών βαθιών πληγών, κληρονομιά τής παλιάς του ζωής, αύτός, βλαστάρι τής αίώνιας άνθρωπότητας, Επλαθε τά πάντα γύρω του μέ τό χέρι τοΰ καλλιτέχνη. Διακόσιες ρίζες τριανταφυλλιές φύτεψαν έδώ οί μαθητές ά π ’ τήν άνοιξη ά­ κόμα, καί πόσες άκόμα μαργαρίτες, γαρίφαλα, κρίνα, κατακόκκινα γεράνια, γαλαζόχρωμα γιούλια, καί τόσα άλλα άγνωστα κι άνώνυμα λουλούδια, πού ουτε τά μέτρησαν ποτέ τους τά παιδιά. 'Ο λόκλη ρες λεωφόροι άπλώνονταν ώς τίς άκρες τοΰ περίβολου τοΰ Σταθμοϋ, πού Ενωναν τίς πλατειοΰλες τών ξεχωριστών σπιτιών. Τά τετράγωνα καί τρίγωνα άπό διακοσμητικά φυτά, Εδει­ 121


χναν τά έλεύθερα περάσματα καί κάπου - κάπου υψώνονταν ό­ μορφα τά όπωροφόρα δέντρα. Στό Σταθμό ένιωθες πώς κυριαρχούσε ή όμορφιά, ή άνεση, ή σύνεση, καί βλέποντας τα αίσθάνθηκα περηφάνεια, καί γιά τό δικό μου μόχτο, γιά τό δικό μου μερτικό νά στολιστεί αύτό τό κομμάτι τής αιώνιας γής μας. Είχα όμως όρισμένα αίσθητικά καπρίτσια. Ούτε τά λουλούδια, ούτε τά δρομάκια, ούτε οί σκιερές γωνιές δέ μπορούν νά σκεπάσουν, δέν κρύβουν ούτε στιγμή ά π ’ τά μάτια μου, νά, αύτά τά παιδάκια μέ τά μπλέ παντελονάκια καί τ ’ άσπρα πουκάμισα, πού, ν ά ’τα κιόλας τρέχουν, σεργιανούν ήσυχα άνάμεσα στούς μουσαφιρέους, φρον­ τίζουν τά τραπέζια, άλλα εϊναι τής ύπηρεσίας καί δέν άφήνουν νά μπούν οί περίεργοι πού μαζεύτηκαν κατοσταριές γιά νά δουν τόν προπόφαντο αύτό γάμο - νά, αύτά είναι τά παιδιά τού Σταθμού Γκόρκι. Λεβέντες καί γεροδεμένοι. Λεπτή κι εύλύγιστη μέση. Μυώδη καί γερά σώματα, πού δέ γνώρισαν, πού δέν ξέρουν τί θά πεΐ γιατρός, μέ φρέσκα καί ροδοκόκκινα πρόσωπα. Τέτια πρόσωπα πλάθονται στό Σταθμό μας. Παιδιά πεταμένα στούς δρόμους, άλλάζουν, γίνονται όλότελα διαφορετικά. Τό καθένα τους έχει τό δικό του δρόμο, κι αύτός ό δρόμος, ξεκινάει ά π ’ τό Σταθμό Γκόρκι. Νιώθω πώς στά χέρια μου κρατάω πολλές άφετηρίες τέτιων δρόμων, μά πόσο δύσκολο είναι νά δεις στή θαμπή άκόμα εικόνα τών μελλούμενων χρόνων τήν κατεύθυνσή τους, τή συνέχειά τους, τό τέλος τους. Σ ’ αύτή τή θολούρα προβάλλει καί ξεσπάει τό αυθόρμητο, πού δέ νικήθηκε άκόμη άπ ’ τόν άνθρωπο, καί πού δέν τό ' βαλαν άκόμα κάτω τό πλάνο καί τά μαθηματικά. Καί στήν πορεία μας, άνάμε­ σα σ ' αύτά τ ’ αυθόρμητα φαινόμενα, υπάρχει ή δική μας αισθη­ τική. ’ Η αισθητική τών λουλουδιών καί τών κήπων δέ μέ συγκινεΐ πιά. Καί δέ μέ συγκινεΐ άκόμα γιατί μέ πλησιάζει ή Μαρία Κοντράτιεβνα καί μέ ρωτάει: — Τί πάθατε καί κάθεστε, έτσι λυπημένος στή μοναξιά, πατερούλη; — Πώς νά μήν είμαι λυπημένος, άφού όλοι μ* άφήσατε, άκόμα καί σείς; — Μετά χαρας νά σάς παρηγορήσω, μάλιστα γ ;' αύτό σας έψαχνα, δέν ήθελα νά δώ τήν προίκα χωρίς έσάς. Πάμε. "Ολο τό νοικοκυριό τής "Ολγας, είχε συγκεντρωθεί σέ δυο τάξεις. Οί μουσαφίρηδες στριμώχνονταν νά τό δούν. Θυμωμένες 122


καί γεμάτες ζήλεια οί γυναίκες σφίγγαν τά χείλια τους καί μου ρίχνανε άγριες, δλο κακία ματιές. Τή νύφη μας, ουτε τήν Οπολόγιζαν κάν, καί θά πάντρευαν τά παιδιά τους μέ τίς κοπέλες του χωρίου, μά νά πού φάνηκε πώς οί πολύφερνες νύφες βρίσκονταν κάτω ά π ' τή μύτη τους. Α ναγνω ρίζω πώς Εχουν δίκιο νά μου φέρνονται μέ τόση κακία. ' Η Μ πόκοβα λέει: — Καί τί θά κάνετε, άν άρχίσουν καί σάς Ερχονται σωρό οί προξενητάδες; — Είμαι έξασφαλισμένος ά π ’ αύτό, άπαντάω, οί νύφες μας διαλέγουν. "Αξαφνα τρέχει ενας πιτσιρίκος καί ψιθυρίζει καταφοβισμένος: —"Ερχονται! Ιτ ή ν αύλή σαλπίζουν κιόλας τό σύνθημα τής γενικής συγκέντρωσης. Στήν είσοδο παραστάθηκαν όλοι οί μαθητές μέ τίς σημαίες τους καί μέ τό τμήμα τών τυμπανιστών όπως προβλέπεται. Πίσω ά π ’ τό μύλο φάνηκε τό ζευγάρι: τά άλογα στολισμένα μέ κόκκινες κορδελίτσες, στό μπροστινό κάθισμα ό Μ πράτσενκο, στολισμένος κι αύτός μ ’ Ενα όμορφο φιόγκο. Δίνουμε τό χαιρετισμό στούς νέους. Ό Ά ν τ ό ν σφίγγει τά χαλινάρια κι ή "Ολγα ρίχνεται δλο χαρά στό λαιμό μου. Είναι γεμάτη συγκίνηση, κλαίει μαζί καί γελάει καί μοΰ λέει: — Προσέξτε, νά μή μ ’ άφήσετε, γιατί θά ’ναι γιά μένα φοβερό! ’ Αρχίζουμε τή μικρή συγκέντρωση. ' Η Μαρία Κοντράτιεβνα άπροσδόκητα μέ κάνει νά συγκινηθώ πολύ: άπό μέρους τοΰ τμήματος στοιχειώδους έκπαίδευσης, προσφέρει δώρο στούς νιόπαντρους μιά βιβλιοθήκη. Πίσω της Ερχονται δυό μαθητές κουβαλώντας όλόκληρο σωρό άπό βιβλία πάνω σ ’ Ενα λουλουδοστολισμένο καροτσάκι. 'Ύ στερα ά π ’ τή συγκέντρωση, βάζουμε τούς νιόπαντρους πίσω ά π ’ τή σημαία, καί όλη ή παράταξη, τούς συνοδεύει τιμητικά ώς τά τραπέζια. "Εχει προετοιμαστεί γ ι ’ αύτούς τιμητική θέση. Πίσω τους στέκει ή όμάδα τών σημαιοφόρων. Ό υπεύθυνος υπηρεσίας, φροντίζει μέ προσοχή γιά τήν άλλαγή τής φρουράς τής σημαίας. Είκοσι μαθητές μέ κάτασπρες μπλού­ ζες. άρχίζουν νά σερβίρουν τά φαγητά. Τό είδικό τμήμα τοΰ Ταρανέτς κοιτάει μέ προσοχή τίς τσέπες τών μουσαφιρέων καί αθόρυβα πετάει στόν Καλομάκ μερικές μποτίλιες σπιτίσιο 123


τσίπουρο, πού κατάσχονται μέ σβελτάδα ταχυδακτυλουργών καί μέ τήν εύγενική παραχώρηση τών Ιδιοκτητών τους. Κάθομαι δίπλα στούς νιόνυφους. ’Α π ’ τήν άλλη πλευρά κάθεται ό Π άβελ Ίβ ά νο β ιτς κι ή Έ β δο κ ία Στεπάνοβνα. Ό Πάβελ Ίβ ά νο β ιτς, άνθρωπος σοβαρός καί μέ γενειάδα σάν τ 'Ά ι-Ν ικ ό λ α τοΟ θαυματουργοΟ, άνασαίνει βαριά: είτε λυπάται γιατί θά τοΰ φύγει ό γιός του είτε τοΰ έρχεται άνιαρό νά βλέπει στή μποτίλια τή μπύρα, είτε γιατί ό Ταρανέτς, μόλις καί τοΰ βούτηξε ά π ’ τήν τσέπη τό τσίπουρο. Οί μαθητές σήμερα είναι περίφημοι. Τούς καμαρώνω συνέ­ χεια. "Ολο ζωντάνια, άγαθότητα, σήμερα είναι άνοιχτόκαρδοι, καί σά νά διακρίνεις στά πρόσωπά τους κάποια λεπτή είρωνεία. ’ Ακόμα καί τό ένδέκατο τμήμα πού κάθεται στήν άλλη άκρη τοΰ τραπεζιοΰ, άνοιξε πλατιά καυγατζίδικη συζήτηση μέ μιά πεντά­ δα μουσαφιρέους. ’Ανησυχώ κάπως, μήπως τά παραποΰνε όξω ά π ’ τά δόντια. Πλησιάζω. Ό Σελαπούτιν πού ώς τώρα διατηρεί τήν ψιλή φωνούλα του, βάζει μπύρα στόν Κοζίρ καί λέει: — Μά έσάς σας στεφανώσανε παπάδες κι δτσι, βλέπεις, πήγανε άσχημα τά πράματα. —"Αντε νά σάς ξαναστεφανώσουμε, προτείνει ό Τόσκα. Ό Κοζίρ χαμογελάει: — Ε ίν ’ άργά πιά τώρα, παιδιά μου, γιά νά ξαναστεφανωθοΰμε. Ό Κοζίρ κάνει τό σταυρό του καί πίνει τή μπύρα. Ό Τόσκα σκάει στά γέλια: — Τώρα είναι πού θά σας πονέσει ή κοιλιά... — Γιά τό θεό, άπό τί; — Μά γιατί κάνατε τό σταυρό σας. Δίπλα κάθεται δνας χωριάτης μέ μιάν άχτένιστη ξανθόασπρη γενειάδα. Ή τ α ν καλεσμένος ά π ' τόν Πάβελ Ίβ ά νοβ ιτς. Πρώτη φορά έρχόταν στό Σταθμό κι δλα τοΰ κάνουν έντύπωση: — Παιδιά, ε ίν ’ άλήθεια, πώς έσεΐς έδώ εΐσαστε τ ’ άφεντικά; —Ά μ έ ποιός άλλος, άπάντησε ό Σούρικ. — Καί τί σάς χρειάζεται £να τέτιο νοικοκυριό; Ό Τόσκα Σολοβιόφ γυρίζει όλόκληρος: —’Αλήθεια, έσεΐς δέν ξέρετε τί μάς χρειάζεται; Χωρίς αύτό θά ’μασταν φτωχοί μεροκαματιάρηδες, τώρα όμως δέν είμαστε. — Καί γιά πές μου, άς ποΰμε δηλαδή, έσύ τί θά γίνεις; — Γιά δές τον! λέει ό Τόσκα καί σηκώνει τήν πίτα ψηλά. Θά γίνω μηχανικός, όπως λέει κι ό Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς. Κι ό 124


Σελαπούτιν θά γίνει άεροπόρος. Καί ρίχνει Ενα κοροϊδευτικό βλέμμα στόν Σελαπούτιν. Κι αύτό γιατί κανένας στό Σταθμό δέν είχε πειστεί άκόμα, ότι ό Σελαπούτιν θά πάει γΓ άεροπόρος. "Ομως ό Σελαπούτιν έπιμένει καί πετάγεται: —Ά λ λ ά τί νομίζετε; Θά γίνω άεροπόρος! — Καλά, καί γιά τίς άγροτικές δουλιές άνθρώπους Εχετε; — Πώς δέν Εχουμε. Μόνο πού οί δικοί μας δέ θά μοιάζουν μέ τούς άγρότες που ξέρετε, κι ό Τόσκα ρίχνει μιά γρήγορη ματιά στό συνομιλητή του. —Ά , ώστε Ετσι! Δηλαδή, τί θά πει δέ θά μοιάζουν; — Θά πεΐ, δέ θά μοιάζουν. Θά δουλεύουν τραχτέρια. Είδατε έσεΐς τραχτέρια; —‘Ό χ ι, δέν Ετυχε. —Έ μ εΐς όμως είδαμε. Κουβαλήσαμε κάτι γουρούνια σ ’ Ενα σοβχόζ κι έκεΐ στεκόταν νά, Ενα μεγαααάλο τραχτέρ, καί βούιζε σά σκαθάρι... ' Η μακριά άράδα τών μουσαφιρέων μας Εχει άνακατευτεΐ γιά καλά μέ τά τμήματά μας. Ξεχωρίζω καθαρά τά σύνορα τών διάφορων τμημάτων κι άκούω τόν εύθυμο θόρυβο γύρω ά π ’ τίς παρεοΰλες τους. Μεγαλύτερο κέφι έπικρατεϊ στό Ενατο τμήμα, γιατί έκεΐ βρίσκεται ό Λάποτ, καί γύρω του κρατάνε τίς κοιλιές τους ά π ’ τά γέλια, τρόφιμοι καί μουσαφιρέοι. Σήμερα ό Λάποτ τά συμφώνησε μέ τό φίλο του τόν Ταρανέτς καί σκαρώσανε μιά μεγάλη μηχανή στήν παρέα τών ύπεύθυνων τοΰ μύλου πού καθόταν στό τραπέζι τοΰ Ενατου τμήματος, καί είχαν έντολή νά τήν προσέχουν. Ή παρέα άποτελοΰνταν ά π ’ τό χοντρομπαλά μυλωνά, άπ* τόν ξερακιανό λογιστή κι ά π ’ τό χειριστή τοΰ μύλου, Εναν ήσυχο άνθρωπάκο. Κάποτε ό Ταρανέτς ήταν πορτοφολάς, καί γι* αύτόν ήτανε παιχνιδάκι νά σουφρώσει ά π ’ τήν τσέπη τοΰ μυλωνά τή μποτίλια μέ τή βότκα καί νά τήν άλλάξει μέ μιάν άλλη πού τήν είχε γεμίσει μέ καθαρό νεράκι ά π ’ τό ποτάμι. Ό μυλωνάς μέ τό λογιστή, στριφογύριζαν στά σκαμνιά τους, κι δλο Εριχναν δισταχτικά ματιές στά παιδιά του τμήματος τοΰ Ταρανέτς. Μά ό Λάποτ τούς καθησύχαζε συνέχεια καί τούς Εκλεινε τό μάτι: —"Ολοι έδώ είναι δικοί μας. Θά τήν όργανώσω τή δουλιά. Σκύβει καί κάτι ψιθυρίζει στόν Ταρανέτς πού περνούσε δίπλα του. Ό Ταρανέτς κουνάει καταφατικά τό κεφάλι. Ό Λάποτ έμπιστευτικά δίνει σιγανά τή συμβουλή: 125


— Γεμίστε τά ποτήρια κάτω ά π ' τό τραπέζι καί νά ’χουνε καί λίγο άφρό μέσα γιά νά φαίνονται σάν άπό μπύρα. Μιά χαρά, λοιπόν. "Υστερα άπό πολλές άκροβατικές άσκήσεις, κάτω ά π ’ τά τραπέζια, μπροστά στούς άνυπόμονους μουσαφιρέους φίγουράρουν τά ποτήρια γεμάτα άπό ϋποπτη ξεθωριασμένη μπύρα, ένώ οί εύτυχισμένοι κάτοχοί τους έτοιμάζουν στά γρήγορα τό μεζεδάκι, κάτω ά π ’ τό προσεχτικό βλέμμα όλόκληρου τοΰ ένατου τμήματος πού παραμονεύει νά ξεσπάσει. Τέλος, όλα είναι έτοιμα, καί ό μυλωνάς κλείνει πονηρά τό μάτι στόν Λάποτ καί χουφτιάζει τό ποτήρι έτοιμος νά τό κατεβάσει. Ό λογιστής κι ό χειριστής κοιτάνε άνήσυχα δεξιά κι άριστερά, βλέπουν όμως, πώς όλα κυλάνε ήσυχα. 'Ο Ταρανέτς περιμένει κάτω ά π ’ τή λεύκα. Τά μάτια τοΰ Λάποτ άρχίζουν νά βγάζουν σπίθες πού τίς κρύβουν τά ματόφυλλά του. Ό μυλωνάς λέει σιγανά: —“Αντε λοιπόν, στήν ύγειά σας. "Ολο τό ένατο τμήμα έχει σκύψει τά κεφάλια καί παρακολου­ θεί μέ προσοχή νά δεΐ τί αίσθηση θά κάνει στούς μουσαφιρέους τό περιεχόμενο τών ποτηριών. Στίς τελευταίες κιόλας γουλιές γίνεται αισθητή μιά κάποια άπορία. Ο μυλωνάς άφήνει τό άδειο ποτήρι στό τραπέζι καί ρίχνει μιά φοβισμένη ματιά στόν Λάποτ, μά τούτος έδώ κάτι μασάει άδιάφορα καί δείχνει πώς σκέφτεται έντελώς άλλα καί μακρινά πράματα. Ό λογιστής κι ό χειριστής προσπαθούν όσο μπορούν νά δείξουν πώς δέ συμβαίνει τίποτα τό ιδιαίτερο, μάλιστα μπήγουν καί τά πηρούνια τους στό μεζέ. 'Ο έμπειρος μυλωνάς σκύβει κάτω ά π ’ τό τραπέζι καί κοιτάζει προσεχτικά τή μποτίλια, όμως έκείνη τή στιγμή, κάποιος τόν πιάνει ευγενικά ά π ’ τό χέρι. Σηκώνει τό κεφάλι: πάνω του βλέπει τήν κατεργάρικη, φακιδωμένη φάτσα τοΰ Ταρανέτς. — Ντροπή σας! λέει ό Ταρανέτς καί κοκκίνησε σά νά τόν έπνιγε τό δίκιο. ’Αφου ειπώθηκε πώς έδώ πέρα, ή βότκα άπαγορεύεται. 'Ο ρίστε... είναι καί δικός μας άνθρωπος!... Καί γιά δές, τήν ήπιανε κιόλας! Π οιός ήπιε μαζί σας; —Ό διάολος ξέρει, τά ’χασε ό μυλωνάς, τί ήπιαμε. Ουτε κατάλαβα τί ποτό κατέβασα. — Τί θά πεϊ δέν κατάλαβες; Γιά άνοΐξτε τό στόμα... Πούφ! Κοίτα, κοίτα, δέν κατάλαβε, λέει! Μά τό στόμα σας βγάζει μυρουδιά βοτκοβάρελου! Ντροπή σας, νά ’ρθεϊτε στό Σταθμό, κουβαλώντας τέτια πράματα μαζί σας... 126


— Τί συμβαίνει; ένδιαφέρθηκε άπό μακριά ό Καλίνα Ίβ ά νοβιτς. — Βότκα, λέει ό Ταρανέτς, δείχνοντας τή μποτίλια. Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς ρίχνει μιάν άπειλητική ματιά στό μυλωνά. Τό ένατο τμήμα βρίσκεται άπό πολύ ώρα κιόλας σέ μεγάλο κέφι, γιατί σίγουρα ό Λάποτ διηγιέται κάποιο άστεϊο γιά τόν Γκαλατένκο. Τά παιδιά έχουν άκουμπήσει τά κεφάλια στό τραπέζι κι έχουν σκάσει ά π ’ τά γέλια. Έ δώ τό κέφι φτάνει καί περισσεύει γιατί ό Λάποτ, άπό καιρό σέ καιρό ρωτάει τό μυλωνά: — Λίγη, έ; Οϋτε στό λαρύγγι δέν έφτασε. "Αλλη δέν Εχει; Φτού νά πάρ ’ ή εύχή!... ΤΗταν καλή, έ; Μόνο πού ό Φ ιόντορ σάς μπαίνει στή μύτη. Μά τί σ ’ έπιασε κι έσένα, Φ ιόντορ, καί τούς κόλλησες έτσι; Δικοί μας άνθρωποι είναι!... — Δέν κάνει, λέει σοβαρά ό Ταρανέτς. Δέν τούς βλέπεις; Μέ δυσκολία κάθονται στά σκαμνιά τους. Μά ό Λάποτ είχε μεγάλο πρόγραμμα στό μυαλό του. Π λησιά­ ζει τό μυλωνά, τόν σηκώνει προσεχτικά ά π ’ τό τραπέζι καί του ψιθυρίζει: —"Αντε νά σάς πάμε σ��όν κήπο. Έ δώ είμαστε κάτω ά π ’ τά μάτια όλονών. Τό όγδοο τμήμα τοΰ Καραμπάνοφ είναι σήμερα τής ύπηρεσίας, κι έτσι βρίσκει τήν ευκαιρία νά κάνει τήν έμφάνιση του σ ’ όλα τά τραπέζια. Τώρα παρακολουθεί ένα τραπέζι όπου τό ’χουν ρίξει στή φιλοσοφία ά π ’ άφορμή τόν άσυνήθιστο αύτό γάμο. Έ δ ώ βρίσκεται ό Κόβαλ, ό Σπυριντόν, ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς, ό Ζαντόροφ, ό Βέρσνιεφ, ό Βόλοχοφ κι ό πρόεδρος τής Κομμού­ νας «Λουνατσάρσκι», ό έξυπνος Νεστερένκο μέ τό κοκκινότριχο τραγίσιο γενάκι του. Ή Κομμούνα πού βρίσκεται π έρ ’ άπ* τό ποτάμι δέν τά πάει καί τόσο καλά. Δέν τά βγάζει πέρα μέ τά όργώματα, δέν τά καταφέρνει νά βρει άκρη καί νά βάλει μιά τάξη στίς ύποχρεώσεις καί τά δικαιώματα, δέ μπορεί νά κάνει τίποτα μέ τούς καυγατζίδικους χαρακτήρες πού άρπάζονται μέ τό παραμικρό, καί δέν είναι σέ θέση νά έμπνεύσει τήν υπομονή μπροστά στίς σημερινές δυσκολίες καί τήν πίστη γιά τό μέλλον. Ό Νεστε­ ρένκο συνοψίζει φανερά στενοχωρημένος: — Χρειάζεται νά βρεθούν καινούργιοι, νέοι άνθρωποι... Πού νά τούς βρεις όμως; Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς άπαντάει μ ’ έξαψη: 127


— Δέν τά λές σωστά, σύντροφε Νεστερένκο, δέν ε ίν ’ έτσι... Αύτοί οί νέοι, τά παράσιτα, είναι άνίκανοι νά κάνουν κάτι τής προκοπής. Τ ’ άντίχθετο, γερόντους πρέπει νά βρείτε... Γύρω ά π ’ τά τραπέζια φουντώνει ή φασαρία. Φέρνουν μήλα κι άχλάδια ά π ’ τόν κήπο μας, ένώ στόν όρίζοντα Εμφανίζεται Ενα καζανάκι μέ παγωτό, καμάρι τής σημερινής βάρδιας τής ύπηρεσίας. Πίσω ά π ' τό σπίτι άκούγεται βραχνά Ενα άκορντεόν, πού συνοδεύει Ενα φάλτσο τσιριχτό γυναικείο τραγούδι. Πέντε ήλικιωμένες γυναίκες Εχουν κυκλώσει τό μεθυσμένο καί θολω­ μένο άκορντεονίστα καί χτυπούν τά πόδια τους στό ρυθμό του τραγουδιού. Σιγά - σιγά μδς πλησιάζουν, —ΤΗρθαν γιά τήν προίκα, λέει ό Ταρανέτς. Μιά κοκκινόμουρη κοκαλιάρα γυναίκα άρχίζει νά χορεύει, όπως φαίνεται είδικά γιά μένα, βάζοντας τά χέρια στή μέση της καί σούρνοντας άγαρμπα τίς παπουτσάρες της πάνω στήν άμμο. — Πατερούλη άγαπημένε, πατερούλη καλέ, πιές γιά τή νυφούλα, στόλισε τή νύφη. Στά χέρια της βρέθηκαν, ποιός ξέρει πώς, μιά μπουκάλα μέ βότκα κι Ενα κρασοπότηρο, πού δέν ξέρω γιατί είχε Ενα καφετί χρώμα. Μέ μιά μεθυσμένη χειρονομία Εβαλε γιά μένα βότκα στό ποτήρι, Εβρεξε τό φουστάνι της καί πότισε τό χώμα. ’ Ανάμεσα μας μπήκε ό Ταρανέτς: —"Ε! Φτάνει! Τής πήρε εύκολα ά π ’ τά χέρια τό κέρασμα, όμως αύτή μέ είχε κιόλας ξεχάσει, καί ρίχτηκε άκράτητη στήν "Ολγα, φωνάζοντας μεθυσμένα: —Ό μορφ ούλα μου έσύ, "Ολγα Πετρόβνα! "Ω χ,καί τίς κοτσίδες της Ελυσε! Δέν σού πάνε Ετσι, δέν σου πάνε! ΑΟριο θά σού φορέσουμε Ενα όμορφο καπελάκι! Μέ καπέλο πιά θά βγαίνεις άπό δώ καί πέρα!... — Δέ θά τό φορέσω, είπε άναπάντεχα καί μ ’ αύστηρό τόνο ή Ό λγα. — Πώς; "Ετσι μέ τίς κοτσίδες θά ’σαι; — Ναί, μέ τίς κοτσίδες. Οί γυναίκες βάλθηκαν νά τσιρίζουν, νά φωνάζουν καί ρίχνονταν δλες πάνω της. Ό Βόλοχοφ νευριασμένος άρχισε νά τίς σπρώχνει. Γιά μιά στιγμή κοιτάζει έπίμονα μιά πού φώναζε περισσότερο. —”Ε! Κι άν δέν τό φορέσει, τί θά γίνει; 128


—"Ας μήν τό φορέσει! Τί λές! ’ Εσείς τά ξέρετε καλύτερα! Κι υστερις, δέ στεφανώθηκαν! Π λησίασαν οί μεγαλύτεροι καί διπλωματικά τράβηξαν μακρύτερα τίς γυναίκες που περιλουσμένες άπό βότκα έξακολουθουσαν τά χαχανητά. Πήραμε τήν "Ολγα καί βγήκαμε ά π ’ τό πάρκο. — Δέν τούς φοβάμαι, είπε ή "Ολγα. Μ όνο πού θά δυσκολευ­ τώ πολύ. Δίπλα μας τά παιδιά κουβαλάνε διάφορα έπιπλα καί κοστού­ μια. Σήμερα θά παίξουν τά «Παντρολογ.ήματα» του Γκόγκολ. Καί πρίν τήν παράσταση Οά Εχουμε καί διάλεξη ά π ’ τόν Ζουρμπίν, «Τά ήθη κι Εθιμα τοΰ γάμου στούς διάφορους λαούς». Καί τό τέλος τής γιορτής είναι άκόμα πολύ μακριά.

II. ΛΥΡΙΣΜΟΣ Δέν πέρασε πολύς καιρός ά π ’ τό γάμο τής Ό λ γ α ς , καί μάς ήρθε καινούργιο γεγονός, πού τό περιμέναμε, βέβαια, άπό καιρό: Επρεπε νά ξεπροβοδίσουμε τούς ύποψήφιους μαθητές τής έργατικής σχολής. Καί παρόλο, πού γιά τήν έργατική σχολή μιλούσαμε άκόμα ά π ’ τίς πρώτες μέρες καί γιά τή δουλιά αύτή έτοιμάζονταν καθημερινά οί μαθητές, άν καί γιά τίποτε άλλο δέν πλάθαμε μέ τέτια δίψα όνειρα, όσο γιά τούς δικούς μας μαθητές πού θά πήγαιναν στή σχολή καί παρόλο ότι αύτή ή υπόθεση μάς γέμιζε μέ χαρά καί μ ’ αίσθήματα νίκης κι έπιτυχίας, όμως, όταν ήρθε ή μέρα τοΰ χωρισμοΰ, μας φάνηκε φοβερή. 'Ό λους μάς Εσφιξε Ενας πόνος καί σέ πολλούς φάνηκαν δάκρυα στά μάτια. Νά, υπήρχε Ενας ζωντανός Σταθμός, πάλευε, δούλευε, γελοΰσε καί τώρα,., μας φεύγουν! Μας ήρθε σάν άναπάντεχο κι άπρόσμενο. Κι ό ίδ ιο ς σηκώθηκα κείνο τό πρωινό γεμάτος στενοχώρια. Μ ’ είχε κυριέψει τό συναίσθημα πώς μοΰ Εφευγε κάτι καί δέ μποροΰσα νά σταθώ σ ’ Ενα μέρος ήσυχος. "Υστερ* ά π ’ τό πρωινό, Εβαλαν όλοι τά καθαρά τους ροΰχα, κι Ετοίμασαν στόν κήπο γιορταστικά τραπέζια. Στό γραφείο μου ή όμάδα τών σημαιοφόρων Εβγαλε τό κάλυμμα ά π ’ τή σημαία κι οί τυμπανιστές στερέωναν στή μέση τους τά τύμπανα. Κι όμως ή γιορταστική αύτή άτμόσφαιρα, δέ μπορούσε νά σβήσει τά αίσθήματα θλίψης πού μάς γέμιζαν. Τά γαλανά μάτια τής Λίντοτσκα ήταν κλαμένα ά π ’ τό πρωί κιόλας. Τά κορίτσια 129


έκλαιγαν φανερά μέ λυγμούς, ξαπλωμένα στά κρεβάτια τους, ένώ ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα προσπαθούσε νά τίς καθησυχά­ σει, μά του κάκου, γιατί κι ή Ιδιά μόλις πού έκρυβε τή συγκίνησή της. Τά παιδιά ήταν $λα σοβαρά κι άμίλητα. Ό Λάποτ είχε ένα φοβερά βαρετό υφος, τά πιτσιρίκια είχαν βολευτεί σέ κάτι άσυνήθιστες Ίσιες γραμμές, σάν τά σπουργίτια στά σύρματα, καί ποτέ δέν είχαν τέτιο συνάχι όσο σήμερα. Κάθονται σοβαρά στά σκαμνιά καί στά κάγκελα, έχουν τά χέρια τους άνάμεσα στά γόνατα καί κοιτάνε πολύ ψηλότερα ά π ' τό συνηθισμένο όπτικό τους πεδίο: τίς στέγες, τίς κορφές τών δέντρων, τόν ούρανό. Καταλαβαίνω καλά τή μεγάλη παιδική άπορία τους καί νιώ­ θω τή θλίψη τους, τή θλίψη άνθρώπων πού είναι βαθιά χαραγμέ­ νο μέσα τους τό αίσθημα τής δικαιοσύνης. Είμαι σύμφωνος μέ τόν Τόσκα Σολοβιόφ: Γιά ποιό λόγο αύριο νά μήν είναι πιά στό Σταθμό ό Ματβέι Μ πελούχιν; Μά δέν είναι δυνατό νά όργανωθεΐ ή ζωή πάνω σέ πιό λογική βάση, έτσι πού νά μήν έφευγε πουθενά ό Ματβέι, καί νά μήν κυρίευε τόν Τόσκα μιά τέτια μεγάλη, άγιάτρευτη καί άδικη πίκρα; Καί μήπως ό Ματβέι έχει ένα μόνο βλα­ στάρι, τόν Τόσκα; Καί μήπως φεύγει μονάχα ό Ματβέι; Φεύγει κι ό Μπουρούν κι ό Καραμπάνοφ κι ό Ζαντόροφ κι ό Κράινικ κι ό Βέρσνιεφ κι ό Γκόλος κι ή Νάστια Νοτσεβνάγια. Κι ό καθένας τους έχει ντουζίνες όλόκληρες «βλαστάρια». Κι άνάμεσά τους ό Ματβέι, ό Σεμιόν κι ό Μπουρούν, είναι άνθρωποι μέ όλη τή σ η ­ μασία τής λέξης, πού νά μπορεί κανείς ήσυχος ν ’ άκολουθήσει τό παράδειγμά τους, καί πού χωρίς αύτούς πρέπει νά ξαναρχί­ σεις πάλι ά π ’ τήν άρχή. Τό Σταθμό μας δέν τόν βασάνιζαν μόνο αύτά τά αίσθήματα. Καί γιά μένα τόν ιδιο, καί γιά όλους τούς τρόφιμους, ήταν όλοκάθαρο ότι τό Σταθμό τόν είχαν άνεβάσει στό ίκρίωμα καί πάνω του κρεμόταν ένα βαρύ τσεκούρι γιά νά τοΰ πάρει τό κεφάλι. Οί ύποψήφιοι μαθητές γιά τήν έργατική σχολή, είχαν ένα υφος σά νά τούς προετοίμαζαν γιά θυσία «σέ άμέτρητους θεούς τής άνάγκης καί τής μοίρας». Ό Καραμπάνοφ δέν ξεκολλάει άπό κοντά μου καί μοΰ λέει χαμογελώντας: —"Ετσι είναι καμωμένη ή ζωή, πού νά νιώθεις άβολα. Τό νά πδς στήν έργατική σχολή, είναι μεγάλο λαχείο πού ουτε στό ό­ νειρό μας τό βλέπαμε. Κι ε ίν ’ άλήθεια, έτσι; Μήπως ή χαρά μας 130


τελειώνει σήμερα κιόλας; Πώς ν ’ άφήσεις τό Σταθμό; Καίγεται ή καρδιά σου. Μου ’ρχεται νά κλάψω, νά βάλω τίς φωνές, ίσω ς κι άλάφρωνα λίγο. Δέν υπάρχει δικαιοσύνη στόν κόσμο. ’ Απ ’ τή γωνιά τόΰ γραφείου μάς κοιτάει ξυνισμένος ό Βέρσνιεφ: — Μιά είναι ή άλήθεια κι ή δικαιοσύνη: οί άνθρωποι. — Μωρέ μπράβο! γελάει ό Καραμπάνοφ. Μήπως έψαχνες νά βρεις τή δικαιοσύνη καί στίς γάτες; — Δέν πρόκειται γΓ αύτό. ’Αλλά νά, οί άνθρωποι πρέπει νά είναι καλοί, άλλιώς πάει στό διάολο κι ή κάθε άλήθεια κι ή κάθε δικαιοσύνη. Ό παλιάνθρωπος θά μας στέκει έμπόδιο καί στό σοσιαλισμό. Αύτό έγώ σήμερα τό κατάλαβα. Γύρισα καί κοίταξα προσεχτικά τόν Νικολάι: — Γιατί σήμερα; — Νά, πώς νά τό πώ δηλαδή, σήμερα οί άνθρωποι είναι σά σέ καθρέφτη. Δέν ξέρω, μπορεΐ ή καθημερινή δουλιά, οί σκοτούρες... Μά σήμερα τό βλέπεις φώς φανάρι. Ό Γκόρκι έγραψε άλήθειες. Πρωτύτερα δέν τό καταλάβαινα, δηλαδή τό καταλάβαινα, μά δέν έδινα σημασία στή λέξη άνθρωπος. Έ , άνθρωπος δέν είναι κάθε παλιοτόμαρο! Καί σωστά: υπάρχουν άνθρωποι, μά υπάρχουν καί άνθρωπάκια. Μ ' αύτές τίς κουβέντες οί μαθητές τής έργατικής σχολής έκρυβαν τόν πόνο τους φεύγοντας ά π ’ τό Σταθμό. "Ομως υπέφεραν λιγότερο άπό μας, γιατί μπροστά τους έλαμπε λουσμέ­ νη στό φώς ή έργατική σχολή. Τήν παραμονή τό βράδυ, μαζεύτηκαν στό δωμάτιό μου οί παιδαγωγοί. ’Ά λ λ ο ι κάθονται, άλλοι στέκονται όρθιοι στριμωγμένοι ό ένας κοντά στόν άλλο καί βυθισμένοι στίς σκέψεις τους. Στό Σταθμό όλοι κοιμουνταν. Ή τ α ν μιά βραδιά ήσυχη, ζεστή, ξάστερη. Ό κόσμος γύρω μοΰ φαινόταν σάν ένα θαυμάσιο σιρόπι πού τό 'φτιαξαν μ ’ ένα φοβερά πολύπλοκο τρόπο. "Ενα σιρόπι γλυκό, όμορφο, όρεξάτο πού δέν καταλαβαί­ νεις όμως άπό τί έγινε, τί βρωμιές έχουν άνακατευθεϊ καί λιώσει έκεΐ μέσα. Σέ τέτιες στιγμές ζώνει τόν άνθρωπο ή άνάγκη νά φιλοσοφήσει, καί θέλει όσο γίνεται πιό γρήγορα νά έξηγήσει όλα τ ’ άγνωστα κι όλα τά δυσνόητα προβλήματα. Κι έφόσον αΰριο πρόκειται νά μάς φύγουν «γιά πάντα» οί φίλοι μας οί κοντινοί, πού μέ όχι λίγη δουλιά τούς βγάλαμε ά π ’ τήν κοινωνική άνυπαρξία, σέ τούτη τήν περίπτωση, ό άνθρωπος ρίχνει έπίσης τό βλέμμα του στόν ήσυχο ουρανό καί σωπαίνει. 131


Καί γιά μιά στιγμή τοΰ φαίνεται πώς οί κοντινές λεύκες, οί ιτιές κι οί φλαμουριές του ψιθυρίζουν άπαλά τίς σωστές λύσεις τοΰ προβλήματος που τόν βασανίζει. “Ετσι κι έμεΐς καθόμασταν άνήμποροι, ό καθένας θλιμμένος, μονάχος στίς σκέψεις του, μά κι όλοι μέ μιά κοινή σκέψη, σωπαίναμε, σκεφτόμασταν κι άκούγαμε τό ψιθύρισμα τών δέν­ τρων, βλέπαμε τ ’ άστρα, ψάχνοντας νά μαντέψουμε σ ’ αύτά τόν παραπέρα δρόμο μας. “Ετσι κάνουν κι οί άγριοι, μετά τήν άποτυχία τοΟ κυνηγιου. "Οπως κι όλοι οί άλλοι, ήμουν κι έγώ βυθισμένος στίς σκέ­ ψεις μου. Τή νύχτα τούτη, νύχτα τής πρώτης πραγματικής Απο­ φ οίτησης παιδιών ά π ’ τόΧδρυμά μας, μοΰ ’ρχοντανδιαρκώ ς στό κεφάλι Ενα σωρό κουταμάρες. Τότε δέν τίς εΐπα σέ κανένα. Οί συνάδελφοί μου μάλιστα νόμιζαν πώς μονάχα αύτοί είχαν δείξει άδυναμία, πώς έγώ στέκομαι όπως καί πρίν σάν δρύς άκλόνητος, άκατανίκητος καί γεμάτος δύναμη. “Ισως καί νά ντρέπονταν νά δείξουν τήν άδυναμία τους μπροστά μου. Σκεφτόμουνα πώς ή ζωή μου ήταν ζωή κάτεργου καί άδικημένη. Πώς θυσίασα τό καλύτερο κομμάτι τής ζωής μου γιά νά μπορέσουν πέντε £ξι «παραβάτες τοΰ νόμου» νά μπουν στήν έργατική σχολή. "Οτι στήν έργατική σχολή καί μέσα σέ μιά μεγάλη πόλη, αύτοί θά βρεθούν πάλι κάτω άπό καινούργιες έπιδράσεις, πού έγώ δέ θά ’μαι σέ θέση νά τίς κατευθύνω καί ποιός ξέρει τί τέλος θά ’χουν ό λ ’ αύτά. Μήπως όλη αύτή ή δουλιά μου, όλη ή ξοδεμένη ένέργειά μου κι οί θυσίες μου, βγουν όλότελα άχρηστες; Οί σκέψεις μου πετουσαν μετά άλλου: γιατί αύτή ή άδικία; Ά φ ο ΰ έγώ δκανα ένα ώφέλιμο έργο, χίλιες φορές πιό δύσκολο καί πιό άξιο άπ* δ,τι είναι τό διάβασμα ρομάντσων σέ μιά καλλιτεχνική βραδιά ή τό παίξιμο ένός ρόλου σ ’ Ενα καλό 2ργο, άκόμα καί στό ’Ακαδημαϊκό Θέατρο τής Μ όσχας... Καί γιατί έκεΐ τούς ήθοποιούς όλοι τούς χειροκροτούν, γιατί οί ήθοποιοί πηγαίνουν σπίτι τους νά κοιμηθούν, νιώθοντας νά τούς περιβάλ­ λει ή προσοχή κι ή εύγνωμοσύνη τών άνθρώπων, καί γιατί έγώ κάθομαι συντροφιά μέ τή θλίψη μου, αύτή τή σκοτεινή νύχτα μέσα στόν χαμένο στά χωράφια Σταθμό; Γιατί έμένα δέ μέ χει­ ροκροτούν, εστω κι οί κάτοικοι τής Γκοντσαρόφκα; Κι άκόμα χειρότερα: όλο καί στριφογυρίζει στό μυαλό μου ή σκέψη, πώς γιά νά δόσουμε στούς μαθητές τής έργατικής σ χολής «προίκα», ξόδεψα χίλια ρούβλια, ότι τέτια έξοδα δέν προβλέπονται πουθε132


νά στόν προϋπολογισμό, ότι ό έλεγκτής τοΟ οικονομικού τμήματος, όταν άπευθύνθηκα σ ’ αύτόν γιά νά μου έγκρίνει τό ποσό μέ κοίταξε ξερά κι έπιτιμητικά, λέγοντας: —Ά ν θέλετε, μπορεΐτε νά ξοδέψετε αύτό τό ποσό, όμως νά έχετε ύπόψη σας ότι πρέπει νά καλυφθεί ά π ’ τό μισθό σας... Χαμογέλασα όταν μου ήρθε στό νοϋ αύτή ή σκηνή. Στό μυαλό μου σχηματίστηκε άμέσως ή είκόνα ένός όλόκληρου ίδρύματος: στό ένα γραφείο κάποιος θερμόαιμος έτοίμαζε ένα καταπέλτη φιλιππικό ένάντια στόν έλεγκτή, στό διπλανό γρα­ φείο κάποιος πού δέν έδινε δεκάρα γιά τίποτα φώναζε «τσιμέντο νά γίνει», παραδίπλα ένας έγκεφαλικός, καί πάντα έξυπηρετικός τύπος, λογάριαζε πόσους μήνες θά επρεπε νά πληρώνω γιά νά ξοφλήσω αύτά τά χίλια ρούβλια. Τό 'ίδρυμα αύτό δούλευε εύσυνείδητα, παρόλο πού μέσα στό μυαλό μου δούλευαν κι άλλα ίδρύματα. Στό διπλανό χτίρ ιο γινόταν πανηγυρική συνεδρίαση: στή σκηνή κάθονταν οί παιδαγωγοί του Στάθμου μας, οί μαθητές τής έργατικής σχολής. Μιά όρχήστρα άπό έκατό όργανα έπαιζε τή Διεθνή, κι ένας έπιστήμονας παιδαγωγός έβγαζε λόγο. Πάλι μου ήρθε νά χομογελάσω; Τί καλό μπορούσε νά πεϊ ό έπιστήμονας αύτός παιδαγωγός; Μήπως είδε τόν Καραμπάνοφ μέ τό πιστόλι στό χέρι νά «φυλάει καρτέρι» στό μεγάλο δρόμο, ή τόν Μπουρούν πάνω σέ ξένα παράθυρα, τόν «σαλταδόρο» Μπουρούν, πού όλη ή λωποδύτικη παρέα του είχε τουφεκιστεΐ; Δέν είδε κανέναν ά π ’ αύτούς. — Τί σκεφτόσαστε τόση ώρα; μέ ρωτάει ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα. "Ολο σκεφτόσαστε καί χαμογελάτε! — Βρίσκομαι σέ πανηγυρική συνεδρίαση, τής λέω. — Αύτό είναι φανερό. 'Ό μω ς, γιά πέστε μας, πώς θά κάνουμε τώρα πού μάς φεύγει ό βασικός πυρήνας τής δουλιάς μας; —"Ω, νά κι άκόμα ένα τμήμα τής μελλοντικής παιδαγωγικής έπιστήμης: τό τμήμα πυρήνων. — Γιά ποιό τμήμα μιλάτε; — Νά, γιά τόν πυρήνα λέω. ’Ά ν υπάρχει κολεχτίβα, θά ύπάρξει καί πυρήνας. — Τί σόι όμως πυρήνας θά ’ναι; — Τέτιος πού μάς χρειάζεται. Πρέπει νά ’χουμε καλύτερη γνώμη γιά τήν κολεχτίβα μας, Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα. ’ Εμείς έδώ έκφράζουμε άνησυχίες γιά τόν πυρήνα, όμως ή κολε­ χτίβα έχει κιόλας ξεχωρίσει αύτόν τόν πυρήνα, άλλά έσεΐς ουτε κάν τόν πήρατε είδηση. Ό καλός πυρήνας πολλαπλασιάζεται 133


μέ διαίρεση, γράφτε το αύτό στό σημειωματάριο γιά τή μελλον­ τική έπιστήμη τής διαπαιδαγώγησης. — Καλά, τό γράφω, συμφωνάει διαλλακτικά ή Αίκατερίνα Γκρηγκόριεβνα. Τήν άλλη μέρα τά πρόσωπα όλων τών παιδαγωγών ήταν άνέκφραστα κι έπαιρναν μέρος στίς πανηγυρικές έκδηλώσεις έντελώς έπίσημα. Δέν ήθελα νά έπηρεάσω πρός τό χειρότερο τίς διαθέσεις αύτές, κι έπαιζα σάν ήθοποιός τό ρόλο τοΰ χαρούμε­ νου άνθρώπου πού γιορτάζει τήν πραγματοποίηση τών μεγαλύ­ τερων πόθων κι έπιθυμιών του. Τό μεσημέρι καθήσαμε καί φάγαμε στά γιορτινά τραπέζια κι Αναπάντεχα άπλώθηκε πολύ τό γέλιο. Ό Λάποτ άρχισε νά λέει τί θά γίνει μέ τούς μαθητές τής έργατικής σχολής ϋστερα άπό έφτά - όχτώ χρόνια. Μέ μεγάλη παραστατικότητα παρουσίαζε τό μηχανικό Ζαντόροφ νά πεθαίνει άπό φυματίωση. Πάνω ά π ’ τό κρεβάτι του, οί γιατροί του Μπουρούν καί Βέρσνιεφ, νά μοιράζουν τήν άμοιβή πού πήρανε. Μπαίνει ό μουσικάντης Κράινικ καί ζητάει νά τόν πληρώσουν άμέσως γιά νά παίξει στήν κηδεία άλλιώς δέν πάει πουθενά. "Ομως στό γέλιο μας καί σ τ ’ άστεϊα του Λάποτ διέκρινες όχι τήν αύθόρμητη, ζωντανή χαρά, άλλά μιά προσπάθεια νά φανούμε χαρούμενοι. Στίς τρεις ή ώρα παραταχθήκαμε κι Εφεραν τή σημαία. Οί μαθητές τής έργατικής σχολής στάθηκαν στό δεξιό μέρος τής φάλαγγας. ’Α π ’ τό σταΰλο βγήκε ό Ά ν τ ό ν μέ τό Λεβέντη κι οί πιτσιρίκοι άρχισαν νά φορτώνουν τά πράγματα αύτών πού Εφευ­ γαν. Δόθηκε τό παράγγελμα, άρχισαν νά χτυπουν τά τύμπανα κι ή φάλαγγα ξεκίνησε γιά τό σιδηροδρομικό σταθμό. Μετά μισή ώρα βγήκαμε άπ* τήν ξερή άμμο του Καλομάκ καί ξαλαφρωμένοι μπήκαμε στόν πλατύ χορταριασμένο δρόμο, όπου παλιά περνούσαν άπό δώ οί τάταροι καί οί ζαποροζιανοί. Οί τυμπανι­ στές όρθωσαν τό κορμί τους, τά τυμπανόξυλά τους άρχισαν νά παίζουν πιό χαρούμενα καί πιό όμορφα. — Στοιχειθεΐτε καλύτερα. Ψ ηλότερα τό κεφάλι, φώναξα αύστηρά. Ό Καραμπάνοφ, χωρίς νά χάσει τό βήμα του γύρισε σέ μένα κι Εδειξε πάλι τά σπάνια χαρίσματά του: στό άπλό του χαμόγελο, μου φανέρωνε τήν περηφάνεια του καί τή χαρά του καί τήν άγάπη του καί τήν πίστη του γιά τήν υπέροχη μελλοντική του ζωή. ’ Ο Ζαντόροφ πού βάδιζε πλάι του κατάλα­ βε άμέσως τήν κίνηση τοΰ φίλου του, κι όπως πάντα, βιάστηκε 134


νά κρύψει τή δική του συγκίνηση, κάρφωσε μόνο τά Εξυπνα μάτια του στόν όρίζοντα καί σήκωσε ψηλά τό κεφάλι πρός τήν κορφή τής σημαίας. ' Ο Καραμπάνοφ ξαφνικά άρχισε δυνατά νά τραγουδάει: Γέμισαν χορταράκι οί πλαγιές Νά ’ρθονν οί κοζάκοι νά ξαπλώσουν. Οί σειρές τών παιδιών, ή μιά μετά τήν άλλη, άρπαξαν χαρούμενα τό σκοπό. Έ ν ιω σ α σάν νά ήμουνα στήν πλατεία τήν Πρωτομαγιά. Καταλάβαινα καθαρά ότι κι οί ίδιοι καί τά παιδιά είχαμε τήν ίδ ια διάθεση: σά νά νιώσαμε όλοι πώς τό πιό σοβαρό, τό πιό κύριο σήμερα είναι τοϋτο: ό Σταθμός Γκόρκι ξεπροβοδί­ ζει τούς πρώτους Απόφοιτους. Πρός τιμή τους κυματίζει ή μεταξωτή σημαία, χτυπούν τά τύμπανα κι όλη ή φάλαγγα βαδίζει ρυθμικά καί περήφανα, ένώ ό ήλιος μ ’ δνα ρόδινο ά π ’ τή χαρά του χρώμα, τραβάει άργά πρός τή δύση καί σά νά τραγουδάει κι αύτός μαζί μας τό όμορφο, έξυπνο τραγούδι πού μιλάει τάχα γιά τόν έρωτοχτυπημένο κοζάκο, μά στήν ούσία λέει γιά τό τμήμα πού πάει στήν έργατική σχολή, στό Χάρκοβο, μέ βάση τή χτεσινή διαταγή του συμβουλίου τών διοικητών, «τό έβδομο μικτό τμήμα ύπό τή διοίκηση του Ά λ εξ ά ν τρ Ζαντόροφ». Τά παιδιά τραγουδούσαν μ ’ ευχαρίστηση καί που καί ποΰ μέ λοξο­ κοίταζαν. Έ νιω θα ν ίκανοποίηση πού χαιρόμουνα κι έγώ μαζί τους. Πίσω μας φάνηκε £να σύννεφο σκόνης καί σύντομα γνω ρί­ σαμε καί τόν καβαλάρη. Ή τ α ν ή “Ολια Βόρονοβα. Πήδηξε ά π ’ τ ’ δλογο καί μοΰ ’πε: —’Ανεβείτε. “Έ χ ε ι καλή σέλα, κοζάκικη. Μ όλις καί σάς πρόφτασα. — Καί τί ‘μαι γώ, στρατάρχης; τής είπα. ’ Ας άνεβεΐ ό Λά­ ποτ, αύτός είναι τώρα γραμματέας τοΰ συμβουλίου τών διοικη­ τών. — Σωστά, είπε ό Λάποτ, καί καβαλώντας μέ δυσκολία τ ’ άλογο, τράβηξε μπροστά ά π ’ τή φάλαγγα βάζοντας τ ό ’να χέρι στή μέση του καί στρίβοντας μέ τ ’ άλλο τό άνυπαρχτο μουστάκι του. ’Α ναγκάστηκα νά δόσω τό παράγγελμα «άνάπαυση» γιατί κι ή “Ολγα έπρεπε νά μάς μιλήσει κι ό Λάποτ μέ τά σκέρτσα του έκανε όλα τά παιδιά νά γελάνε. 135


Στό σιδηροδρομικό σταθμό, παρά τό πανηγυρικό περιβάλ­ λον, νιώθαμε στενόχωρα κι ή χαρά μας ήτανε πνιχτή, χωρίς ζωντάνια. Οί σπουδαστές άνέβηκαν στό βαγόνι καί κοίταζαν περήφανα τή φάλαγγα μας καί τόν κόσμο πού είχε μαζευτεί καί μάς κοίταζε συγκινημένος. "Οταν χτύπησε καί τό δεύτερο κουδούνι, ό Λάποτ Εβγαλε Ενα σύντομο λόγο: — Κοιτάχτε, παιδιά, νά μήν τά κάνετε μούσκεμα! Σούρκα, νά τούς κρατάς καλά τό χαλινάρι. Καί νά μήν ξεχάσετε νά βάλετε αύτό τό βαγόνι στό μουσείο. Καί νά γράψετε πάνω σ ’ αύτό: μέ τούτο τό βαγόνι πήγε γιά τήν έργατική σχολή ό Σεμιόν Καραμπάν. Στό γυρισμό πήγαμε μ έσ ’ ά π ’ τά λιβάδια, περνώντας άπό μικρά μονοπάτια, ξύλινα περάσματα, ρυάκια καί χαντάκια, πού Επρεπε νά τά πηδήξεις. Ό λόγος αύτός μδς άνάγκασε νά χωριστούμε σέ μικρές φιλικές παρέες. “Α ρχισε νά σουρουπώνει, κι αύτό βοήθαγε νά ξεπηδάνε οί κρυφές σκέψεις τών παιδιών πού τίς Εκμυστηρεύονταν τ ό ’να σ τ ’ άλλο, Ό Γκούντ είπε: —Έ γ ώ δέ θά πάω σέ καμιά έργατική σχολή. Θά γίνω τσαγκάρης, καί θά φτιάχνω όμορφα παπούτσια. Τί δηλαδή, χειρότερο είναι; Δέν είναι χειρότερο καθόλου. Κρίμα όμως, πού Εφυγαν τά παιδιά. Κρίμα, δέν ε ίν ’ άλήθεια; ' Ο βλογιοκομμένος καί στραβοκάνης Κουντλάτι κοίταξε αυστηρά τόν Γκούντ: — Σκιτζής θά βγει άπό σένα, ό χι τσαγκάρης. Τήν περασμένη Τετάρτη μου ’ βαλές Ενα μπάλωμα στό παπούτσι καί τό ιδιο βράδυ μοϋ ξεκόλλησε. Τέτιος παπουτσής, έδώ πού τά λέμε, είναι χειρότερος κι άπό γιατρό. "Ενας καλός παπουτσής όμως μπορεΐ νά ’ναι καί καλύτερος άπό γιατρό. Τό βράδυ στό Σταθμό άπλώθηκε μιά βαριά βουβαμάρα. Μόνο όταν χτύπησε «σιωπητήριο» ήρθε ό διοικητής υπηρεσίας, ό Ό σ ά ν τσ ι, καί μοϋ Εφερε τόν Γκούντ μεθυσμένο, Τό μεθύσι του Εβγαινε σέ λόγια όλο τρυφεράδα καί λυρισμό. Ό Γκούντ μή δίνοντας καθόλου σημασία στή γενική άγανάχτηση πού προκαλοϋσε ή Εμφάνισή του, στεκόταν μπροστά μου καί μιλούσε σιγά μέ καρφωμένα τά μάτια στό καλαμάρι μου: —"Ηπια, γιατί Ετσι Επρεπε. Είμαι τσαγκάρης, όμως ψυχή Ε­ χω; Έ χ ω . Ά φ ο ΰ τόσα παιδιά φύγανε κάπου, άς είναι καί, στό διάολο καί μαζί τους κι ό Ζαντόροφ, μπορώ αύτό έγώ Ετσι νά τό 136


υποφέρω; Πήγα κι ήπια μέ τά δικά μου λεφτά που ’ βγαλα ά π ’ τή δουλιά μου. Έ β α λ α σόλες στό μυλωνά; “Εβαλα. ’Α π' τά λεφτά πού πήρα, ήπια. Μ αχαίρωσα κανένα; Πρόσβαλα; Πείραξα καμιά κοπέλα; Δέν πείραξα. Αύτός όμως φωνάζει: πάμε στόν Ά ντό ν ! Καί τί μ ’ αύτό; Πάμε. Καί τί είναι ό Ά ν τό ν... δηλαδή έσεΐς Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς; Τί είναι; Θεριό; Δέν είναι θεριό. Είναι άνθρωπος, ίσω ς σαματατζής. “Ο χι δέν είναι σαματατζής. “Ε, καί τί μ ’ αύτό; Νά ήρθα. 'Ο ρίστε! Μ προστά σας είναι ό κακός τσαγκάρης Γκούντ. — Μ πορεΐς ν ’ άκούσεις τί θά σού πώ; — Μπορώ. Θ ’ άκούσω ό,τι μού πείτε. # —Ά κ ο υ , λοιπόν. Νά ράβεις παπούτσια, είναι δουλιά χρ ή σ ι­ μη, καλή δουλιά. Θά είσαι καλός τσαγκάρης καί θά γίνεις καί διευθυντής φάμπρικας παπουτσιών, μόνο άν δέν πίνεις. — Ναί, μά όταν φεύγουν τόσοι άνθρωποι; — Τό ίδ ιο κάνει. — Δηλαδή, κατά σάς δέν έκανα καλά πού ήπια; —Ά σ χ η μ α έκανες. — Δέ μπορεί πιά νά διορθωθεί τό πράμα; κι ό Γκούντ χαμήλωσε τό κεφάλι. Δηλαδή θά μέ τιμωρήσετε; — Πήγαινε νά κοιμηθείς. Αύτή τή φορά δέ θά σέ τιμωρήσω. —Έ γ ώ τό ’λεγα! είπε ό Γκούντ, κοιτάζοντας περιφρονητικά τούς γύρω του καί χαιρετώντας σύμφωνα μέ τόν κανονισμό τοΰ Στάθμου. — Μάλιστα. Πηγαίνω νά κοιμηθώ. Ό Λάποτ τόν πήρε προσεχτικά ά π ’ τό χέρι καί τόν όδήγησε στό θάλαμο, σάν ό Γκούντ νά ήταν ή έκδήλωση τής όμαδικής θλίψης τών παιδιών, γιά τό φευγιό τών άγαπημένων τους φίλων. 'Ύ στερα άπό μισή ώρα στό γραφείο μου ό Κουντλάτι, άρχισε νά μοιράζει τά παπούτσια γιά τό φθινόπωρο. “Εβγαζε μέ χαρά ά π ’ τά κουτιά τά καινούργια παπούτσια καί τά έδινε κατά τμήματα, σύμφωνα μέ τόν κατάλογο πού είχε. Στήν πόρτα άκούγονταν συχνά φωνές: — Καί πότε θά μοΰ τ ’ άλλάξεις; Αύτά πού μοΰ ’δοσες είναι στενά. Ό Κουντλάτι άπαντοΰσε συνέχεια σ ’ όλους, ώσπου βαρέθη­ κε κι άρχισε νά θυμώνει: — Μά σάς τό ’πα σαράντα φορές: σήμερα δέν πρόκειται νά σάς τ ’ άλλάξω. Αΰριο, μάλιστα. Βρέ τούς ξεροκέφαλους! 137


Στό γραφείο μου κάθεται μέ μισόκλειστα μάτια άπό τή νύστα ό Λάποτ καί λέει στόν Κουντλάτι: — Σύντροφοι, νά ’σαστε πιό ευγενικοί πρός τούς πελάτες!

12. ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ Ό χειμώνας χτυπούσε ξανά τίς πόρτες μας. Τόν Ό χ τώ β ρ η σκεπάσαμε μιά σειρά άπό λάκκους μέ κοκκινογούλια, γιά νά τά προφυλάξουμε ά π ' τό χιόνι κι ό Λάποτ στό συμβούλιο τών διοικητών έκανε τήν παρακάτω πρόταση: — ’Αποφασίζουμε: ν ’ άνασάνουμε μ ’ άνακούφιση. Οί λάκκοι εϊναι μακρεΐς καί βαθιοί Ίσαμε είκοσι μέτρα μάκρος ό καθένας. Ό Σέρε έτοίμασε γιά τούτο τό χειμώνα, πάνω άπό δέκα τέτιους λάκκους, καί μάλιστα έπέμενε πώς είναι λίγοι, καί πώς πρέπει καθώς έλεγε νά κάνουμε οίκονομία στά κοκκινο­ γούλια. Τά παρτέρια γεμάτα άχυρο γύρω - γύρω, έπρεπε νά τά ταχτοποιήσουμε μέ τέτια προσοχή, λές κι ήτανε όπτικές συ­ σκευές. Ό Σέρε ά π ' τό πρωί ώς τό βράδυ στεκόταν πάνω ά π ’ τά κεφάλια τοΰ μικτού συνεργείου καί συνεχώς νιαούριζε: — Σάς παρακαλώ, σύντροφοι, μήν τά πετάτε έτσι, πολύ σάς παρακαλώ. ’Έ χετε ύπόψη σας; "Αν έστω κι ένα κοκκινογούλι τό χτυπήσετε δυνατά, τό μέρος αύτό θά νεκρωθεί, θ ’ άρχίσει νά σαπίζει καί τό σάπισμα θά μεταδοθεί σ ’ όλο τό λάκκο. Σάς παρακαλώ, σύντροφοι, πιό προσεχτικά. Τά παιδιά, κουρασμένα ά π ’ τή μονότονη αύτή «κοκκινογουλοδουλιά», δέν άφηναν εύκαιρία νά μήν έκμεταλλευτοΰν τό θέμα πού μ*αύτό συνέχεια τούς πιπιλούσε τ ’αύτιά ό Σέρε. Ή τ α ν ο,τι χρειαζόταν γιά νά σπάσουν κέφι καί νά ξεκουραστούν. Διαλέ­ γουν ένα όμορφο στρογγυλό κοκινογούλι. Γύρω του μαζεύεται όλο τό τμήμα κι ό διοικητής του, άς ποΰμε σάν τόν Μ ίτκα ή τόν Βίτκα, σηκώνει τά χέρια μ* άνοιγμένα τά δάχτυλα καί φωνάζει δυνατά: — Τράβα μακριά, μήν ανασαίνεις! Ποιανού τά χέρια είναι καθαρά; Κάνει τήν έμφάνισή του ένα πρόχειρο φορείο. Τά τρυφερά χέρια τών παιδιών παίρνουν τό κοκκινογούλι ά π ’ τό σωρό, μά κείνη τή στιγμή άκούγεται μιά τρομαγμένη φωνή: — Τί κάνεις έκεΐ! Τί κάνεις έκεϊ! 138


"Ολοι σταματάνε φοβισμένοι, κουνώντας τά κεφάλια τους, μά ή φωνή ξανακούγεται: — Μά είπαμε, μέ προσοχή! Τό πρώτο ροΰχο πού πέφτει στά χέρια τους, μετατρέπεται σ* ένα μαλακό μαξιλαράκι πού τό βάζουν στό φορείο. Πάνω στό μαξιλαράκι ξαπλώνουν τ ’ όμορφο, στρογγυλό, ψωμωμένο κοκ­ κινογούλι, πού άρχίζει πραγματικά νά σου προκαλεΐ συγκίνηση. Γιά νά κρύψει τό χαμόγελό του ό Σέρε δαγκώνει κάποιο χόρτο. Σηκώνουν τό φορείο κι ό Μ ίτκα ψιθυρίζει: — Σιγά-σιγά, σύντροφοι. "Εχετε ύπόψη σας: άρχίζει ή νέκρωση, πολύ σάς παρακαλώ. Στή φωνή τοΰ Μίτκα καταλαβαίνεις μιά κάποια μακρινή όμοιότητα μέ τή φωνή του Σέρε, γΓ αύτό κι ό Έ ντουάρντ Νικολάγεβιτς δέ σταματάει νά μασουλάει τό χόρτο. Τελείωσε καί τό φθινοπωριάτικο όργωμα. Μιά φορά κι έναν καιρό μόνο στή φαντασία μας πλάθαμε όνειρα γιά τραχτέρ, καί μ* ένα ζευγάρι παλιάλογα, παραπάνω άπό μισό έχτάρι τή μέρα δέ μπορούσαμε νά όργώσουμε. ΓΓ αύτό κι ό Σέρε παρακολου­ θούσε ανήσυχος τή δουλιά τού πρώτου καί τού δεύτερου τμήματος. Στά τμήματα αύτά δούλευαν άνθρωποι παλιού τύπου, κι είχαν έπικεφαλής τους γεροδεμένους καί μεγαλόσωμους διοικητές σάν τόν Φεντορένκο, τόν Κορίτο, τόν Τσόμποτ. Είχαν μιά δύναμη πού δέν πήγαινε πίσω ά π ’ τή δύναμη δυό ζεμένων άλογων κι ήξεραν όλα τά μυστικά τοΰ όργώματος. "Ομως οί σύντροφοι αύτοί, δυστυχώς, Εκαναν τό λάθος νά μεταφέρουν τίς μέθοδες τού όργώματός τους καί σ ’ όλες τίς άλλες έκδηλώσεις τής ζωής τους. Καί στήν κολεχτιβίστικη καί στή φιλική καί στήν άτομική τους ζωή, άγαπούσαν τίς μονοκόμματες βαθιές αύλακιές καί τούς γυαλιστερούς μεγάλους σβώλους. Κι ή σκέψη τους δέν έβγαινε άπ* τή δουλιά τοΰ μυαλού τους, ά λ λ ’ άπό κάπου άλλου: ά π ’ τά ψωμωμένα καί γερά σά σίδερο χέρια τους, άπό τά πλατιά στήθια τους, ά π ’ τά δυνατά κι άγαλματένια πόδια τους. Στό Σταθμό έκδήλωναν τήν άντίθεσή τους σ ’ όλους τούς πειρασμούς τών έργατικών σχολών, καί μέ φανερή περιφρόνηση άπόφευγαν κάθε συζήτηση πάνω σ ’ έπιστημονικά θέματα. Είχαν μιά κάποια ξεχω ριστή, δική τους σιγουριά, καί σέ κανέναν ά π' τούς μαθητές δέν έβλεπες τέτιες καλοσυνάτες μά καί περήφανες κινήσεις τοΰ κεφαλιού, καί τέτιες σίγουρες καί λακωνικές κουβέντες. Ή τ α ν άπ* τούς πιό δραστήριους τρόφιμους τοΰ πρώτου καί 139


του δεύτερου τμήματος κι είχαν τήν έκτίμηση όλων τών παιδιών, μά οί κακόγλωσσοι μας, δλο καί μέ κάτι θά έβρισκαν πάντα νά τούς τσιμπήσουν. Αύτό τό φθινόπωρο, τό πρώτο καί τό δεύτερο μικτό τμήμα, μπήκαν σέ άμιλλα. Κείνο τόν καιρό, ή άμιλλα, δέν είχε γίνει άκόμα τό κοινό χαρακτηριστικό τής σοβιετικής δουλιάς. ’Ανα­ γκάστηκα μάλιστα νά βασανιστώ πολύ μέσα στούς τοίχους τοΰ τμήματος τοΟ Λαϊκής Παιδείας γιά τό πρόβλημα τής άμιλλας. Τό μόνο πού μπορώ νά πώ, είναι πώς ή άμιλλα, σέ μάς άρχισε όλότελα Αναπάντεχα κι όχι μέ δική μου πρωτοβουλία. Τό πρώτο μικτό τμήμα δούλευε ά π ’ τίς έξι τό πρωί ώς τίς δώδεκα τό μεσημέρι, καί τό δεύτερο τμήμα, ά π ’ τίς δώδεκα ώς τίς έξι τό βράδυ. Τά μικτά τμήματα τά συγκροτούσαμε γιά μιά βδομάδα. Κάθε βδομάδα ή σύνθεση τών μικτών τμημάτων άλλαζε λίγο, παρά τό γεγονός ότι στό διάστημα τής βδομάδας είχε δημιουργηθεΐ άνάμεσα στά παιδιά μιά κάποια είδίκευση. Κάθε μέρα πρίν τελειώσει ή δουλιά του ένός τμήματος, πήγαινε στό χωράφι ό βοηθός τοΰ γεωπόνου μας Ά λ ιό σ κ α Βόλκοφ, μέ μιά ξύλινη διχάλα δυό μέτρα καί μέτραγε πόσα τετραγωνικά μέτρα δούλεψε τό μικτό τμήμα. Τά μικτά τμήματα στό όργωμα δούλευαν καλά, είχαμε όμως μερικές φορές όρισμένα πισωδρομίσματα, πού έξαρτιόνταν ά π ' τό έδαφος, ά π ’ τ* άλογα, ά π ’ τίς άνωμαλίες του έδάφους, ά π ’ τόν καιρό κι άπό άλλες αίτιες, δλες βασικά άντικειμενικές. Ό ’Α λιόσκα Βόλκοφ, έπαιρνε τήν κιμωλία κι έγραφε πάνω σ ’ ένα πίνακα άπό κοντραπλακέ πού ήταν γιά τίς άνακοινώσεις: «19 τού Ό χ τώ β ρ η , Ιο μικτό τοΰ Κορίτο - 2.350 τετραγ. μέτρα. 19 του Ό χ τώ β ρ η , Ιο μικτό τμήμα του Βετκόφσκι - 2.300 τετραγ. μέτρα. 19 τοΰ Ό χ τώ β ρ η , 2ο μικτό τμήμα τοΰ Φ εντορένκο - 2.410 τετραγ. μέτρα. 19 τοΰ Ό χ τώ β ρ η , 2ο μικτό τμήμα τοΰ Ν ετσιτάιλο - 2.270 τετραγ. μέτρα. “Ετσι άπό μόνη της ήρθε ή διάθεση στά παιδιά νά συγκρίνουν τ ’ άποτελέσματα τής δουλιάς τους, καί κάθε μικτό τμήμα, προσπαθούσε νά ξεπεράσει τ ’ άλλα. ’Αποδείχτηκε πώς οί καλύτεροι διοικητές, πού ’χαν τίς περισσότερες πιθανότητες νά βγούνε νικητές, ήταν ό Φεντορένκο κι ό Κορίτο. Ή τ α ν ε φίλοι άπό παλιά, ά λ λ ’ αύτό δέν έμπόδιζε νά βλέπει μέ ζήλεια ό ένας 140


τίς έπιτυχίες του άλλου, νά βρίσκουν λάθη κι Αδυναμίες στή δουλιά τών τμημάτων. Παραπέρα δμως, συνέβη κάτι μέ τόν Φεντορένκο, πού Εδειξε πώς κι αύτός είχε νεύρα. "Ενα διάστημα ό Φεντορένκο προπορευόταν άπό τ ’ άλλα τμήματα, καί κάθε μέρα, στόν πίνακα του ’ Α λιόσκα Βόλκοφ έπαναλαβαίνονταν οί άριθμοί 2.500-2.600. Τό μικτό τμήμα του Κορίτο 'ίδρωνε γιά νά φτάσει τό νούμερο αύτό, μά πάντα δέν τού Εφταναν σαράνταπενήντα τετραγωνικά μέτρα κι ό Φεντορένκο άρχιζε τήν κα­ ζούρα: —Ά σ τ α κουμπάρε, είναι φώς φανάρι πώς είσαι ζευγάς άγουρος άκόμα! Στά τέλη τού Ό χ τώ β ρ η άρρώστησε ή Ζόρκα κι ό Σέρε Εστειλε στό χωράφι μόνο ένα ζευγάρι, καί γιά νά μεγαλώσει ή άπόδοση τής δουλιάς, ζήτησε ά π ’ τό συμβούλιο τών διοικητών νά στείλουν τόν Φ εντορένκο στό μικτό τμήμα τοΰ Κορίτο. Ό Φεντορένκο στήν άρχή δέν κατάλαβε όλη τήν έχταση τής δραματικής αύτής κατάστασης, γιατί καί ή άρρώστια τής Ζόρκα κι ή άνάγκη νά βιαστεί νά τελειώσει τό όργωμα μόνο μ ’ Ενα ζευγάρι ζώα, τόν είχανε πολύ πικράνει. Ρίχτηκε μέ πείσμα στή δουλιά καί δέ συνήλθε παρά μόνο όταν ό ’Α λιόσκα Βόλκοφ Εγραψε στόν πίνακα του: «24 τοΰ Ό χ τώ β ρ η , 2ο μικτό τμήμα τοΰ Κορίτο - 2.730 τετραγ. μέτρα». ' Ο Κορίτο γιόρταζε θριαμβευτικά τή νίκη, ένώ ό Λάποτ γύριζε σ ’ όλο τό σταθμό καί κορόιδευε: — Πού νά τά βγάλει πέρα ό Φεντορένκο μέ τόν Κορίτο! Ό Κορίτο είναι γεωπόνος μέ τά όλα του, πού νά πιάσει φράγκο ό Φεντορένκο μπροστά τουί Τά παιδιά σηκώναν στά χέρια τόν Κορίτο καί τά «ζήτω» Επαιρναν κι Εδιναν, ένώ ό Φεντορένκο μέ τά χέρια στίς τσέπες είχε χάσει τό χρώμα του καί φώναζε: — Τί; Ό Κορίτο γεωπόνος; Τέτιον ουτε ξαναεΐδα στά μάτια μου! Τόν Φ εντορένκο δέν τόν άφηναν ήσυχο, μέ άθώες τάχα έρωτήσεις: — Παραδέχεσαι ότι νίκησε ό Κορίτο; Ό Φεντορένκο τό πολυσκεφτόταν τό πράμα. Στό συμβούλιο τών διοικητών είπε: — Τί κορδώνεται ό Κορίτο; Τούτη τή βδομάδα, πάλι Ενα ζευγάρι θά ’χουμε. Δόστε μου στό πρώτο μικτό τμήμα τόν 141


Κορίτο, καί Οά δείτε γιά πότε φτάνω τά τρεις χιλιάδες τή μέρα! Τό συμβούλιο τών διοικητών ένθουσιάστηκε μέ τήν έξυπνη πρόταση του Φεντορένκο κι Ικανοποίησε τήν παράκλησή του. Ό Κορίτο κούνησε τό κεφάλι του: —Έ χ , πονηράκο μου Φεντορένκο! — Κοίτα καλά, του είπε ό Φεντορένκο. "Οταν ήρθα σέ σένα δούλεψα μ ’ όλη τήν ψυχή μου. Δοκίμασε μονάχα νά μου τή σκάσεις!... Ό Κορίτο πρίν ν ’ άρχίσει τή δουλιά κατάλαβε τή δύσκολη θέση του: — Τί πρέπει νά γίνει; Ό Φεντορένκο είναι Φεντορένκο. Έ δώ όμως πρόκειται νά όργώσω χωράφια. Κι άν τά παιδιά ποΰνε πώς δέ δούλεψα καλά, πώς τόν χαντάκωσα τόν Φεντορέν­ κο τότε τήν έχω άσχημα... Κι ό Φ εντορένκο κι ό Κορίτο, τράβηξαν μέ γέλια τό πρωί γιά τά χωράφια. *0 Φεντορένκο έστησε πάνω σ τ ’ άλέτρι ενα τεράστιο παλούκι καί τό έδειξε στό φίλο του: — Τό βλέπεις τούτο τό παλούκι; “Έ χε τό νοΰ σου. Στό χωράφι δέν πρόκειται νά χαρίσω κάστανα σέ κανένα... Ό Κορίτο κοκκίνισε στήν άρχή ά π ’ τή σοβαρότητα τής κατάστασης κι υστέρα ά π ’ τά γέλια. "Οταν ό ’Αλιόσκα μέ τή διχάλα του γύριζε ά π ’ τά χωράφια κι έψαχνε κιόλας τίς τσέπες του νά βρεΐ τήν κιμωλία, όλος ό σταθμός έτρεξε νά τόν προϋπαντήσει καί τά παιδιά τόν ρωτού­ σαν μέ άνυπομονησία: — Λοιπόν, τί νέα; Ό ’Αλιόσκα άργά καί χωρίς κουβέντες έγραψε στόν πίνακα: «26 τοΰ Ό χ τώ β ρ η , Ιο μικτό τμήμα τοΰ Φεντορένκο... 3.010 τ.μ.» — Μωρέ μπράβο, γιά δές, ό Φεντορένκο! Τρεις χιλιάδες! ’Α π ’ τό χωράφι γύρισε κι ό Φεντορένκο μέ τόν Κορίτο. Τά παιδιά ύποδέχτηκαν τόν Φεντορένκο σά θριαμβευτή, ένώ ό Λάποτ έλεγε: —Έ γώ πάντα τό ’λεγα. Ποΰ πιάνει μπάζα ό Κορίτο μπροστά στόν Φεντορένκο! Ό Φεντορένκο είναι πραγματικός γεωπόνος! Ό Φεντορένκο κοίταγε μέ δυσπιστία τόν Λάποτ, μά φοβόταν νά πει τίποτα γιά τήν καιροσκοπική πολιτική του, γιατί δέ βρισκόταν στό χωράφι, μά στήν αυλή τοΰ σταθμοϋ καί δέν κρατούσε στά χέρια του τ ’ άλέτρι πού έτριζε κι έσφαζε μέ δυσκολία τή σκληρή γής. 142


— Πώς καί παραδόθηκες έτσι εύκολα, Κορίτο; ρώτησε ό Λάποτ. — Νά, γιατί δέν έγινε ή δουλιά σύμφωνα μέ τόν κανονισμό σύντροφοι. Θά σάς· τό πώ: ό Φεντορένκο βγήκε στό χωράφι, παίρνοντας μαζί του κι ένα παλούκι. Αύτό ήτανε. — Ναί, μέ παλούκι, βεβαιώνει ό Φεντορένκο. Πρέπει δά νά καθαρίζουμε καί τ ’ άλέτρι. — Καί μοΰ ’πε, έπέμενε ό Κορίτο, πώς δέν πρόκειται νά μοΰ χαρίσει κάστανα... — Καί γιατί νά σοΰ χαρίσω κάστανα; Καί τώρα τό λέω: καί τί μοΰ ’κάνες νά σέ χαϊδολογήσω; Σάμπως είσαι καμιά κοπελού­ δα; — Καί πόσες φορές σήκωσε τό παλούκι; ένδιαφέρθηκαν τά παιδιά. —’ Εγώ τ ’ άχρήστεψα αύτό τό παλούκι, γιατί δούλεψα φιλότιμα, κι έτσι οΰτε μιά φορά δέν τό σήκωσε πάνω μου. 'Ό μω ς ούτε καί τ ’ άλέτρι τό καθάρισες μ ’ αύτό τό παλούκι, Φεντο­ ρένκο. — Είχα κι άλλο ρεζέρβα. Βρήκα στό χωράφι μιά πολύ βολική μαγκούρα. — Μιά καί δέ σήκωσε οϋτε μιά φορά τό παλούκι, τίποτα δέ γίνεται, ξεκαθάρισε ό Λάποτ. Ά λ λ ά κι ή πολιτική σου Κορίτο, ήταν λαθεμένη. “Επρεπε νά μή βιάζεσαι, καί μάλιστα νά τοΰ έμπαινες καί στό ρουθούνι τοΰ διοικητή σου. Τότε θά σήκωνε καί τό παλούκι, καί τότε θά ’ταν άλλιώτικο τό πράμα: συμβού­ λιο διοικητών, γραφείο, γενική συνέλευση, ό-χό-χό! — Δέ μοΰ πέρασε ά π ’ τό μυαλό, εϊπε ό Κορίτο. ’Έ τσ ι, ή νίκη έμεινε στόν Φεντορένκο, χάρη στή σταθερότη­ τα καί τήν έξυπνάδα του... Τό φθινόπωρο τέλειωνε μέ άφθονία, καλά προετοιμασμένο, έλπιδοφόρο. Εϊναι άλήθεια, πώς άρκετά στενοχωρεθήκαμε καί νοσταλγήσαμε τά παιδιά πού μάς είχαν φύγει, μά κι ή καθημερι­ νή δουλιά κι οί ζωντανοί άνθρωποι, έφερναν κάθε βράδυ άρκετό γέλιο καί κέφι, πού έκανε άκόμα καί τήν Αίκατερίνα Γκρηγκό­ ριεβνα νά παραδεχτεί: — Νά σάς πώ τήν άλήθεια; Μπράβο στήν κολεχτίβα μας. Σά νά μή συνέβηκε τίποτα! Κι έγώ βέβαια, άκόμα καλύτερα κατάλαβα τώρα, πώς τίποτα δέ συνέβηκε καί δέν έπρεπε νά συμβεΐ. Ή έπιτυχία τών παιδιών τοΰ σταθμοϋ μας στίς έξετάσεις γιά τήν έργατική σχολή στό 143


Χάρκοβο, ή διαρκής αίσθηση πώς ζοΰν σ ’ άλλη πόλη καί σπουδάζουν, κι όμως παραμένουν μέλη τοΰ Εβδομου μικτού τμήματός μας, φούντωνε τίς έλπίδες όλων τών παιδιών. *0 διοικητής τοΰ έβδομου μικτοΰ τμήματος Ζαντόροφ μάς Εστελνε κανονικά βδομαδιάτικες έκθέσεις, πού τίς διαβάζαμε σέ συνε­ λεύσεις μέσα σ ’ Ενα ευχάριστο βουητό έπιδοκιμασίας. Ό Ζαντόροφ έγραφε λεπτομερειακές έκθέσεις, γιά τό ποιός τά βρίσκει σκοΰρα καί σέ ποιό μάθημα, κι άνάμεσα στά υπηρεσια­ κά Εβαζε καί μερικές άνεπίσημες παρατηρήσεις: « Ό Σεμιόν Ετοιμάζεται νά τά μπλέξει μέ μιά κοπέλα ά π ’ τό Τσερνίγκοφ. Γράψτε του νά παρατήσει αύτές τίς δουλιές. Ό Βέρσνιεφ τό ’χει ρίξει στό χασομέρι. Λέει πώς στήν έργατική σχολή δέν ύπάρχει μάθημα γιατρικής κι ότι βαρέ­ θηκε πιά τή γραμματική. Γράψτε του νά τ ’ άφήσει αύτά!». Σ ’ άλλο του γράμμα ό Ζαντόροφ Εγραφε: «Συχνά μάς έπισκέπτονται ή Ό ξ ά ν α μέ τή Ραχήλ. Τούς δίνουμε λίγο λαρδί κι αύτές μάς βοηθάνε, γιατί πότε ό Κόλκα δυσκολεύεται στή γραμματική, καί πότε ό Γκόλος τά μπερ­ δεύει στήν άριθμητική. ΓΓ αύτό παρακαλοΰμε τό συμβούλιο τών διοικητώ ν' νά τίς γράψει στό Εβδομο μικτό τμήμα, μιά πού κι οί δυό είναι πειθαρχικές>► , Ό Σούρκα Εγραφε άκόμα; « Ή Ό ξ ά ν α κι ή Ραχήλ δέν Εχουν παπούτσια, καί λεφτά δέν ύπάρχουν ν ’ άγοράσουμε. Τά δικά μας παπούτσια τά διορθώσαμε, γιατί κάνουμε κάμποσο δρόμο κι δλο σέ χαλίκι. Ά π ό τά λεφτά πού μάς Εστειλε ό Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, δέν Εμεινε τίποτα, γιατί άγοράσαμε βιβλία καί μιά θήκη γιά τά Εργαλεία τοΰ σχεδίου. Πρέπει νά πάρουμε παπούτσια γιά τήν Ό ξ ά ν α καί τή Ραχήλ. Κοστίζουν άπό Εφτά ρούβλια τό ζευγάρι άν τά πάρουμε ά π ’ τήν άποθήκη. Τρεφόμαστε καλούτσικα, τό μόνο κακό είναι πώς τρώμε μιά φορά τή μέρα καί τό λαρδί τό φάγαμε κιόλας. ‘ Ο Σεμιόν τρώει πολύ λαρδί. "Αν τυχόν μάς στείλετε άλλο λαρδί, γράψτε του νά τρώει λιγότερο». Τά παιδιά μέ μεγάλη χαρά άποφάσισαν στή γενική τους συνέλευση: νά στείλουν λεφτά, νά στείλουν περισσότερο λαρδί, νά γράψουν τήν Ό ξ ά ν α καί τή Ραχήλ στό Εβδομο μικτό τμήμα, νά στείλουν σ ’ όλους τά σήματα τών τροφίμων τοΰ σταθμοϋ. Στόν Σεμιόν δέ χρειάζεται νά γράψουν γιά τό λαρδί, ύπάρχει αύτοΰ διοικητής κι άς μοιράζει τό λαρδί, πού ’ναι καί καθήκον 144


του. Νά γράψουν στόν Βέρσνιεφ ότι πρέπει ν ’άφήσει στήν πάντα τά νευρικά του ξεσπάσματα, καί στόν Σεμιόν ν ά ’ναι προσεχτικός μέ τήν τσερνιγκοπούλα καί νά μή γεμίζει τό κεφάλι του μέ διάφορες τσερνιγκοπούλες. Κι άν χρειαστεί, τότε άς γράψει ή ίδ ια ή τσερνιγκοπούλα στό συμβούλιο τών διοικητών. *Ο Λάποτ ήξερε νά κάνει τίς γενικές συνελεύσεις πραχτικές, γρήγορες κι εύχάριστες, κι Εκανε περίφημες προτάσεις γιά τήν Αλληλογραφία μέ τούς σπουδαστές τής έργατικής σχολής. Ή σκέψη ότι ή τσερνιγκοπούλα πρέπει νά γράψει στό συμβούλιο τών διοικητών, τούς ευχαρίστησε πολύ όλους κι άργότερα πήρε μιά κάποια άνάπτυξη. Ή ζωή καί ή δράση τοΟ Εβδομου μικτού τμήματος στήν έργατική σχολή του Χάρκοβου άλλαξε ριζικά τόν τόνο καί τό ρυθμό του Στάθμου μας. Τώρα όλοι είχαν πειστεί, πώς ή έργατική σχολή είναι κάτι τό χειροπιαστό, ότι όποιος Εχει θέληση μπορεΐ νά πάει στή σχολή. ΓΓαύτό κι Εβλεπες τώρα μιά σοβαρή ένταση τής προσπάθειας στά μαθήματα του σχολείου. Πολύ σύντο��α στήν έργατική σχολή πήγαν ό Μ πράτσενκο, ό Γκεοργκίεφσκι, ό Ό σ ά ν τσ ι, ό Σνάιντερ, ό Γκλέιζερ, ή Μαρού­ σια Λέφτσενκο. *Η Μ αρούσια, παράτησε όριστικά τούς ύστερισμούς της καί σ ’αύτό τό διάστημα άγάπησε πολύ τήν Α ίκατερίνα Γκρηγκό­ ριεβνα, τήν άκολουθοΰσε παντοΰ, τή βοηθούσε όταν ήταν βάρδια καί πάντα τήν Εβλεπε μέ άγάπη κι άφοσίωση. Εύχαριστήθηκα πολύ πού ή Μαρούσια άρχισε νά ντύνεται κομψά καί καθαρά, κι Εμαθε νά φοράει καλοσιδερωμένα γιακαδάκια καί μπλουζίτσες ραμμένες μέ πολύ γοΰστο. ' Η Μαρούσια μπροστά στά μάτια μας γινόταν Ενα πραγματικά όμορφο κορίτσι. Καί στίς γκρούπες τών μικρότερων παιδιών άρχισε νά φτάνει τό μοσκοβόλημα τής πολύ μακρινής άκόμα έργατικής σχολής, κι οί πιτσιρίκοι, άρχισαν νά ρωτάνε συχνά σέ ποιά έργατική σχολή, θ ά 'ν α ι καλύτερα νά πάνε. Μέ ιδιαίτερη όρεξη ρίχτηκε στά μαθήματα ή Νατάσα Πετρένκο. Ή τ α ν περίπου 16 χρονών, μά δέν ήξερε καθόλου γράμματα. ’Α π ’τίς πρώτες κιόλας μέρες του σχολειού Εδειξε έξαιρετικές Ικανότητες καί τής Εβαλα καθήκον μέσα στό χειμώνα νά περάσει τήν πρώτη καί τή δεύτερη τάξη. ’ Η Νατάσα Εκλεισε τά ματόκλαδά της σά νά μου Ελεγε ευχαριστώ, κι είπε λακωνικά: — Καί γιατί όχι; 145


Δέ μ ’έλεγε τώρα «μπαρμπούλη» κι είχε φανερά άφομοιωθεΐ μέ τήν κολεχτίβα. Τήν άγαποΰσαν όλοι γιά τό θαυμάσιο χαρακτήρα της, γιά τό φωτεινό χαμόγελό της πού πάντα άνθιζε μ ’άφέλεια στά χείλη της, γιά τό μικρό λοξό δοντάκι της, γιά τίς χαριτωμένες κινήσεις της. ’ Εξακολουθούσε νά έχει φιλικές σχέσεις μέ τόν Τσόμποτ, κι αύτός συνέχιζε σιωπηλά καί κατσουφιασμένα νά φυλάει προσεχτικά τόν πολύτιμο αύτό θησαυρό ά π ’τούς έχθρούς. 'Η θέση όμως του Τσόμποτ άπό μέρα σέ μέρα γινόταν όλο καί πιό δύσκολη, γιατί γύρω στή Νατάσα δέν ύπήρχε κανένας έχθρός, ά λ λ ’άντίθετα λίγο-λίγο άπόχτησε ένα σωρό φίλους κι άνάμεσα στά κορίτσια κι άνάμεσα στά παιδιά. Ά κ ό μ α καί ό Λάποτ άπέναντί της φερνόταν μέ όλότελα άλλο τρόπο: δέν τήν κοροΐδευε, δέν τήν πείραζε κι ήταν προσεχτικός καί περιποιητικός μαζί της. ΓΓαύτό κι ό Τσόμποτ άναγκαζόταν νά περιμένει, ώσπου νά μείνει μόνη της, γιά νά κουβεντιάσει, ή πιό σωστά, νά μήν ποΰν λέξη γιά πράγματα αύστηρά Απαγορευμένα. “Α ρχισα νά διακρίνω στόν Τσόμποτ ΐή ν άπαρχή μιάς κάποιας άνησυχίας καί δέ μοΰ φάνηκε παράξενο όταν ήρθε ένα βράδυ στό γραφείο μου καί μοΰ είπε: —Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, έπιτρέψτε μου νά πάω στόν άδερφό μου. —“Εχεις άδερφό; — Πώς δέν έχω. "Εχει τό νοικοκυριό του δίπλα στό Μπογκοντοΰχοφ. Νά, πήρα καί γράμμα. Ό Τσόμποτ μοΰ έδοσε ένα φάκελο. Τό γράμμα έγραφε: «Τί κάθεσαι καί μοΰ γράφεις γιά τήν κατάστασή σου. “Ελα έδώ, άγαπητέ άδελφέ Νικόλα Φιόντοροβιτς, καί μείνε κοντά μας. Σπίτι έχει μεγάλο καί τό καλύτερο έδώ γύρω νοικοκυριό, Μά κι ή χαρά μου θ ά ’ναι μεγάλη, πού βρέθηκε ό άδελφός μου, κι άν άγάπησες καμιά κοπέλα, φέρτην έδώ μέ όλο τό θάρρος». — Νά, θ ά ’θελα νά πάω νά ρίξω μιά ματιά. — Μέ τή Νατάσα μίλησες; — Μ ίλησα. — Καί τί σ ο ΰ ’πε; —' Η Νατάσα δέν καταλαβαίνει άπ ’αύτά τά πράματα. Πρέπει νά πάω νά τούς δώ, γιατί άπό τότε πού'φυγα ά π ’τό σπίτι, δέν ξανάδα τόν άδελφό μου. 146


— Καλά, άντε πήγαινε καί κοίτα. Θά ’ναι τσιφλικάς, φαίνεται, ό άδερφός σου. —"Οχι, δέν είναι άπό δαύτους. Παλιότερα είχε ένα άλογο, τώρα όμως δέν ξέρω άν τό ’χει. Ό Τσόμποτ έφυγε στίς άρχές τού Δεκέμβρη κι άργοΰσε πολύ νά γυρίσει. Ή Νατάσα φαινόταν σά νά μήν πρόσεξε τό φευγιό του, έξακολουθοϋσε νά είναι χαρούμενη καί συγκρατημένη καί συνέχιζε τό διάβασμα μ ’ έπιμονή. Είδα πώς μέσα στό χειμώνα Οά μπορούσε νά περάσει όχι δυό, μά τρεις τάξεις. ' Η καινούργια πολιτική τών μαθητών στό σχολειό, άλλαξε κυριολεκτικά τό πρόσωπο του Σταθμοϋ. Ό Σταθμός άπόχτησε πιό πολιτισμένη όψη κι άρχισε νά μοιάζει μέ κανονικό σχολειό. Κανένας πιά τρόφιμος δέν είχε τήν παραμικρή ά μφ ιβολίαγιά τή σπουδαιότητα καί τήν άνάγκη τής μόρφωσης. Κι αύτή ή καινούργια διάθεση μεγάλωνε, όσο περισσότερο οί σκέψεις κι οί συζητήσεις μας στρέφονταν γύρω ά π ’ τόν Μαξίμ Γκόρκι. Σ ’ ένα ά π ’ τά γράμματά του στούς τροφίμους του Σταθμοϋ μας, ό Ά λ ε ξ έ ι Μ αξίμοβιτς έγραφε: •«Θά ’θελα πολύ, τά χινοπωριάτικα βράδια μετά τή δουλιά, νά διάβαζαν οί τρόφιμοι τά «Παιδικά χρόνια». ’Εκεί θά δοϋν πώς κι έγώ είμαι ένας άνθρωπος άκριβώς όπως κι αύτοί, μόνο πού ά π ’τά νεανικά μου χρόνια έδειχνα άκλόνητη έπιμονή στή μάθηση καί δέ μέ φόβισε ποτέ καμιά δουλιά. Πίστευα πραγματικά πώς ή μάθηση καί ή δουλιά θά τσακίσουν όλες τίς δυσκολίες». Οί τρόφιμοι άπό καιρό τώρα είχαν άλληλογραφία μέ τόν Γκόρκι. Τό πρώτο μας γράμμα πού στείλαμε μέ τή λακωνική διεύθυνση: «Μαξίμ Γκόρκι, Σορέντο», πρός μεγάλη μας έκπλη­ ξη τό πήρε, κι ό Ά λ ε ξ έ ι Μ αξίμοβιτς μάς άπάντησε άμέσως μέ ένα γράμμα γεμάτο άγάπη καί φροντίδα πού τό διαβάζαμε μιά βδομάδα συνέχεια ώς τήν τελευταία γραμμούλα. Ά π ό τότε είχαμε ταχτική άλληλογραφία μαζί του. Τά παιδιά μαζεύονταν κατά τμήμα κι έγραφαν στόν Γκόρκι, μοϋ έφερναν τό γράμμα νά τό διορθώσω, έγώ όμως είχα τή γνώμη ότι δέν χρειαζόταν καμιά διόρθωση, γιατί όσο πιό πηγαία καί φυσικά ήταν τά γράμματα τόσο πιό ευχάριστα θά τά διάβαζε ό Μαξίμ Γκόρκι. ΓΓ αύτό καί οί διορθώσεις μου περιορίζονταν σέ κάτι τέτιες παρατηρήσεις: — Πολύ άσχημο χαρτί διαλέξατε γιά νά γράψετε. 147


— Καί που ’ναι οί ύπογραφές; "Οταν έρχόταν γράμμα ά π ’ τήν ’Ιταλία, πρίν φτάσει στά χέ­ ρια μου, έπρεπε νά τό ψηλαφίσουν όλα τά παιδιά πού άνοιγαν μέ θαυμασμό τά μάτια τους, βλέποντας τή διεύθυνση τοΟ γράμματος γραμμένη ά π ’ τόν ίδ ιο τόν Γκόρκι, καί ρίχνοντας Ενα βλέμμα άποδοκιμασίας στήν είκόνα τοΰ βασιλιά πάνω στό γραμματόση­ μο. — Πώς μωρέ αύτοί οί Ίτα λ ιά ν ο ι κάνουν τόσο καιρό υπομο­ νή; Βασιλιάς σοΰ λέει ό άλλος!... Τί χρειάζεται; Τό γράμμα μόνο έγώ μπορούσα νά τό άνοίξω καί τό διάβαζα φωναχτά μιά καί δυό φορές. "Υστερα, τό έπαιρνε ό γραμματέας τοΰ συμβουλίου τών διοικητών καί διαβαζόταν ά π ’ όλους όσο νά τό χορτάσουν πιά, μέ ένα καί μοναδικό όμως όρο πού τούς έβαζε ό Λάποτ: — Νά μή χώνετε τά δάχτυλά σας στό γράμμα. Μάτια έχετε; Διαβάστε μέ τά μάτια. Τί δουλιά έχουν έδώ τά δάχτυλα; Τά παιδιά ήξεραν νά βρίσκουν στήν κάθε γραμμή τοΰ Γκόρκι όλόκληρη φιλοσοφία, όλόκληρες άλήθειες τής ζωής, πού ή βαρύτητά τους μεγάλωνε, γιατί τά γραφόμενα τοΰ Γκόρκι δέν έπιδέχονταν καμιά άμφιβολία. “Α λλο πράγμα τό βιβλίο. Έ δώ χωράει συζήτηση, διαφωνία, μπορεϊς άκόμα νά έκφράσεις τήν άποδοκιμασία σου, όταν τό βιβλίο δέ γράφει σωστά πράματα. Αύτό όμως δέν είναι βιβλίο, άλλά τό ζωντανό γράμμα τοΰ ίδιου τοΰ Μαξίμ Γκόρκι. Τόν πρώτο καιρό, ε ίν ’ άλήθεια, άπέναντι στόν Γκόρκι τά παιδιά δείχνανε μιά κάποια θρησκευτική εύλάβεια, τόν θεωρού­ σαν σάν πλάσμα άνώτερο ά π ’ όλους τούς άλλους άνθρώπους, καί τό θεωρούσαν σχεδόν Ιεροσυλία καί νά σκεφθοΰν κάν ότι μπορούσαν ν ’ άκολουθήσουν τό παράδειγμά του. Δέν πίστευαν ότι στά «Παιδικά χρόνια» περιγράφονται γεγονότα ά π ’ τ ή ν ’ίδια τή ζωή του: — Γερή πένα! Σάμπως λίγα είδε στή ζωή του; "Οσα είδε έκατσε καί τά ’γράψε. Κι ό ίδιος θά ’ζησε σίγουρα σάν πιτσιρίκος, άλλά δέν ήταν σάν τούς άλλους. Χρειάστηκε νά δουλέψω πολύ, γιά νά τούς πείσω ότι ό Γκόρκι γράφει τήν άλήθεια στά γράμματά του, ότι καί σ ’ ένα προικισμένο άκόμα άνθρωπο είναι άπαραίτητη ή μάθηση κι ή δουλιά. Τά άδρά καί ζωντανά χαρακτηριστικά τοΰ ήρωα τοΰ βιβλίου, τοΰ Ά λ ιό σ α , πού ή ζωή του έμοιαζε τόσο μέ τή ζωή πολλών ά π ’ τά παιδιά τοΰ Σταθμοϋ μας, γίνονταν πολύ άγαπητά 148


καί κατανοητά σ ’όλους μας, χω ρίς καμιά Ιδιαίτερη γΓ αύτό προσπάθεια. Καί τότε φούντωνε ή έπιθυμία τών παιδιών νά δουν άπό κοντά τόν Ά λ ε ξ έ ι Μ αξίμοβιτς, τότε άρχιζαν νά πλάθουν όνειρα γύρω ά π ’τόν έρχομό του στό Σταθμό, μένοντας όμως μέ τήν άμφιβολία άν τελικά θά μπορούσε νά πραγματοποιηθεί τό όνειρό τους αύτό. — Δέ μπορεί ν ά ’ρθει σέ μάς! Τί νομίζεις; Εϊσαι καλύτερος έσύ ά π ’όλους τούς άλλους γιά νά ’ ρθει νά σέ δεϊ; *Ο Γκόρκι έχει χιλιάδες σάν καί σένα, τί λέω, δεκάδες χιλιάδες... — Ναί, άλλά δέ γράφει σ ’όλους αύτούς... — Καί νομίζεις πώς δέ γράφει; Γράφει τό λιγότερο είκοσι γράμματα τή μέρα. Λογάριασε. Πόσο κάνουν τό μήνα; Ε ξ α κ ό ­ σια. Βλέπεις, λοιπόν; Πάνω στό ζήτημα αύτό τά παιδιά έκαναν όλόκληρες συζη­ τήσεις κι ύπολογισμούς κι έρχονταν είδικά σέ μένα γιά νά τούς πώ πόσα γράμματα τή μέρα γράφει ό Γκόρκι. Τούς άπαντοΰσα: — Νομίζω, ό χι παραπάνω άπό ένα-δυό γράμματα τή μέρα. Κι αύτό όχι κάθε μέρα. — Τί λέτε; Δέ μπορεϊ! Παραπάνω γράφει. —Ούτε μισό παραπάνω. Γράφει βιβλία πού θέλουνε χρόνο πολύ. Βάλε κι αύτούς πού πηγαίνουν νά τόν δούνε, πρέπει καί νά ξεκουραστεί ή όχι; — Δηλαδή, σά νά λέτε πώς μάς γράφει, γιατί, νά, πώς νά πώ, δηλαδή γιατί είμαστε γνωστοί του; —“Ο χι γνωστοί του, λέω, άλλά παιδιά τού Σταθμού Γκόρκι. Είναι ό προστάτης τοΰ Σταθμοϋ μας. Πιό συχνά θά τοΰ γράφουμε κι όπωσδήποτε θά τόν συναντήσουμε, θά γίνουμε φίλοι. Τό ζωντάνεμα τής μορφής τοΰ Γκόρκι μέσα στήν κολεχτίβα τοΰ Σταθμοϋ μας έφτασε τελικά στά κανονικά του πλαίσια καί μόνο τότε άρχισα νά διαπιστώνω στά παιδιά ό χι πιά τήν εύλάβεια μπροστά στό μεγάλο άνθρωπο, όχι τή λατρεία στό μεγάλο συγγραφέα, άλλά μιά άληθινή, ζωντανή άγάπη πρός τόν Ά λ ε ξ έ ι Μ αξίμοβιτς καί μιά πραγματική εύγνωμοσύνη σ ’αύτόν τό μακρινό, λίγο παράξενο κι άσυνήθιστο, όμως πραγματικό, ζωντανό άνθρωπο. Ή τ α ν πολύ δύσκολο στούς μαθητές νά δείξουν αύτή τους τήν άγάπη. Δέν ήτανε σέ θέση νά έκφράσουν τήν άγάπη τους τούτη μέσα στά γράμματά τους καί μάλιστα ντρέπονταν νά γράψουν, 149


γΓ αύτή. γιατί ή ’ίδια ή σκληρή ζωή. τους συνήθισε νά μήν έκφράζουν τά αίσθήματά τους. Μόνο ό Γκούντ μέ ιό τμήμα του βρήκε διέξοδο. Στό γράμμα τους πού έστειλαν στόν Ά λ ε ξ έ ι Μαξίμοβιτς τόν παρακαλουσαν νά τούς στείλει τά μέτρα γιά νά τοΰ φτιάξουν μπότες. Τό πρώτο τμήμα είναι σίγουρο πώς ό Γκόρκι θά εκπληρώσει όπωσδήποτε τήν επιθυμία τους, μιά καί οί μπότες είχαν άσφαλώς μεγάλη άξια. Τό τσαγκαράδικό μας έπαιρνε παραγγελίες γιά μπότες άραιά καί ποΰ, κι ή δουλιά αύτή ήταν πολύ μπελαλίδικη: τρεχάματα στά παζάρια γιά κόλλα, υλικά, νά βρεις σόλες. δέρμα κι ένα σωρό άλλα πράματα. Ό τσαγκάρης έπρεπε νά βάλει όλη τήν τέχνη του γιά νά είναι οί μπότες όμορφες καί νά μή σφίγγουνε τό πόδι. Στό Γκόρκι σίγουρα θά είναι χρήσιμες οί μπότες και μάλιστα θά τοΰ είναι εύχάριστο νά ξέρει πα>ς τίς έφτιαξαν τά παιδιά τοΰ Σταθμοϋ κι όχι κανένας ϊταλιάνος παπουτσής. "Ενας γνωστός τσαγκάρης ά π ’ τήν πόλη, πού θεωρούνταν μεγάλος τεχνίτης στή δουλιά του, όταν ήρθε στό Σταθμό γιά ν ’ άλέσει ένα τσουβάλι άλεύρι συμφώνησε μέ τή γνώμη τών παιδιών κι είπε: — Οί ’Ιταλοί κι οί Γάλλοι δέ φοράνε τέτιες μπότες κι ούτε καί ξέρουνε νά φτιάξουν. Ό μ ω ς, τί μπότες θά φτιάξετε τοΰ Γκόρκι; Πρέπει νά μάθετε τί σχέδιο τοΰ άρέσει, τί τακούνι θέλει, τί δέρμα. Καλό είναι τό μαλακό δέρμα, μά είναι άνθρωποι πού θέλουν σκληρό δέρμα. Τά υλικά θέλουν μεγάλη προσοχή. Καλύτερο θά ’ναι νά ράψετε μπότες άπό σεβρό καί τό πάνω μέρος άπό σκληρό καλό δέρμα. Μά καί τό ϋψος τής μπότας θέλει κι αύτό ξεκαθάρισμα: ποιό θά ’ναι; Ό Γκούντ έμεινε μ ’ άνοιχτό τό στόμα, όταν είδε πόσο δύσκολο καί μπερδεμένο ήταν τό ζήτημα κι ήρθε νά μέ συμβουλευτεί: — Θά ’ναι όμορφο άν φτιάξουμε τίποτα παλιομπότες γιά πέταμα; "Ασχημο θά ’ναι. Ά λ λ ά τί μπότες νά φτιάξουμε; Σεβρό ή λουστρίνι; Καί ποιός θά μάς βρει λουστρίνι δέρμα; Έ γ ώ άπό ποΰ θά τό βρώ; Μήπως θά μπορέσει ό Καλίνα ’ίβάνοβιτς; Αύτός όμως λέει: τί σάς ήρθε, βρέ παράσιτα, νά φτιάξετε μπότες τοΰ Γκόρκι; Αύτός τά παπούτσια του τά ράβει στόν τσαγκάρη τοΰ βασιλιά, στήν ’Ιταλία! Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς μπήκε στή συζήτηση: — Μήπως σωστά δέ σοΰ ’ πα; Δέν έχουμε άκόμα έδώ χφίρμα: Γκούντ καί Σία... Ούτε μπορεΐτε σεις νά φτιάξετε μπότες 150


χφάμπρικας. Ή μπότα πρέπει νά φτιάχνεται έτσι, πού νά μπαίνει πάνω ά π ’ τήν κάλτσα καί νά μήν κάνει κάλους. Μά έσεΐς όμως, πώς συνηθίσατε; Τρία ποδόπανα φοράς καί πάλι σέ πατάει, παράσιτα! Τί λές, θά 'ν α ι όμορφο νά φτιάξετε στόν Γκόρκι κάλους, έ; Τό Γκούντ τόν έτρωγε ή στενοχώρια καί μάλιστα άδυνάτισε ά π ’ όλες αύτές τίς σπαζοκεφαλιές. Ή άπάντηση ήρθε ύστερα άπό ένα μήνα. Ό Γκόρκι έγραφε: «Μπότες δέ μου χρειάζονται. Έ γ ώ δά ζώ σέ χωριό κι έδώ μπορεΐς νά βγεις καί χωρίς μπότες». Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς ρούφηξε τήν πίπα του καί σήκωσε σοβαρά τό κεφάλι: — Αύτός είναι έξυπνος άνθρωπος καί καταλαβαίνει: καλύτε­ ρα νά περπατάει ξυπόλητος, παρά νά φοράει τίς μπότες σου, γιατί άκόμα κι ό Σιλάντι καταριέται τήν ώρα καί τή στιγμή πού γεννήθηκε, χφορώντας τά παπούτσια σου, καί δέν είναι καί κανένας παράξενος.,. Ό Γκούντ άνοιγόκλεινε τά μάτια του κι έλεγε: — Βέβαια, πώς μπορεί κανένας νά φτιάξει καλές μπότες, όταν ό τσαγκάρης ε ίν ' έδώ κι αύτός πού κάνει τήν παραγγελία, βρίσκεται στήν ’Ιταλία; Δέν πειράζει, Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς, έχουμε καιρό μπροστά μας. Ό τα ν θά ’ρθει έδώ σέ μάς, τότε θά δείτε τί μπότες θά τοΰ φτιάξουμε... Τό φθινόπωρο κυλούσε ήσυχα. Τό μόνο γεγονός πού είχαμε ήταν ό έρχομός τής έπιθεωρήτριας τοΰ Λαϊκού Έ πιτροπάτου Παιδείας, Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα Ντζουρίνσκαγια... Ή ρ θ ε ά π ’ τό Χάρκοβο είδικά γιά νά δεϊ τό Σταθμό μας, κι έγώ τή δέχτηκα όπως δεχόμουνα συνήθως τούς έπιθεωρητές, παίρνοντας όλα τά μέτρα προφύλαξης, σάν τό λύκο πού έχει συνηθίσει νά τού στήνουν καρτέρι. Στό Σταθμό τήν εφερε ροδοκόκκινη καί χαρούμενη ή Μ αρία Κοντράτιεβνα. — Νά, γνωριστείτε μέ τούτο τό άγρίμι, έκανε ή Μαρία Κοντράτιεβνα. Πίστευα πώς θά 'τα ν άνθρωπος πού σού τρα­ βούσε τό ένδιαφέρον, αύτός όμως είναι ένας πραγματικός καλόγερος. Φοβερό νά 'σ α ι μαζί του: άρχίζει νά σέ δέρνει ή συνείδηση. ' Η Ντζουρίνσκαγια έπιασε τήν Μ πόκοβα άπ* τούς ώμους καί τής είπε: —"Αντε, πήγαινε τώρα. Θά τά βολέψουμε καί χωρίς τήν έλαφρομυαλιά σου. 151


— ΙΙαρακαλώ, παρακαλώ, συμφώνησε χαϊδευτικά ή Μαρία Κοντράτιεβνα, ένώ στό μάγουλό της σχηματιζόταν τό όμορφο γνωστό λακκάκι της, όσο γιά τήν έλαφρομυαλιά μου, θά βρεθούνε άνθρωποι πού ξέρουν νά έχτιμάνε. Πού είναι τώρα τά πιτσιρίκια μου; Στό ποτάμι πήγανε; — Μαρία Κοντράτιεβνα! άκούστηκε κιόλας ά π ’ τό ποταμά­ κι ή ψιλή φωνούλα τού Σελαπούτιν. Μαρία Κοντράτιεβνα! Τρέξτε νά δεΐτε τί τσουλήθρα βρήκαμε! — Καί θά μάς χωρέσει καί τούς δυό; άπάντησε ή Μαρία Κοντράτιεβνα κατηφορίζοντας πρός τό ποταμάκι. — Θά μάς χωρέσει, άκόμα κι ό Κόλκα μπορεί νά ’ ρθει μαζί. Μ όνο πού σεΐς φοράτε φούστα καί στό πέσιμο θά ’ναι κάπως... — Μή φοβάσαι, ξέρω νά πέφτω! καί ή Μαρία Κοντράτιεβνα γύρισε τά μάτια της στή Ντζουρίνσκαγια. Έ φ υ γε τρέχοντας πρός τόν παγωμένο κατήφορο πού Εβγαζε στό ποταμάκι Καλομάκ, ένώ ή Ντζουρίνσκαγια, τήν παρακο­ λουθούσε μέ άγάπη: — Τί παράξενος άνθρωπος. Φέρνεται σέ σάς έδώ σά στό σπίτι της! — Καί μάλιστα χειρότερα, άπάντησα. Πολύ σύντομα θ ’ άρχίσω νά τήν τιμωρώ βγάζοντάς την υπηρεσία γιά τήν άσχημη διαγωγή της. —Ά , μου θυμίσατε τίς άμεσες υποχρεώσεις μου. Ή ρ θ α άκριβώς γιά νά μιλήσουμε μαζί σχετικά μέ τό σύστημα πειθαρ­ χίας πού Εχετε. Έ σ ε ΐς δηλαδή δένάρνιέστε ότι βάζετε τιμωρίες; Νά αύτή ή υπηρεσία πού ’πατε..., μετά λένε πώς, έσεΐς έδώ έφαρμόζετε κι άλλα πράματα: περιορισμό, φυλάκιση... καί μάλιστα δσους φυλακίζετε τούς δίνετε μονάχα ψωμί καί νερό! Ή Ντζουρίνσκαγια ήταν μιά γυναίκα μεγαλόσωμη μέ καθαρό πρόσωπο καί νεανικά ζωηρά μάτια. Δέν ξέρω γιατί μού ήρθε νά τά κουβεντιάσω όλα μαζί της χωρίς καμιά διπλωματία: — Δέν κλείνω κανέναν σέ περιορισμό μόνο μέ ψωμί καί νερό. "Ομως καμιά φορά δέν τούς δίνω φαγητό. Καί υπηρεσία βγάζω. Καί μπορώ νά κλείσω κανέναν, ό χι δμως στό μπουντρού­ μι, άλλά στό γραφείο μου. Σωστές είναι οί πληροφορίες σας. — Μά αύτά Απαγορεύονται! —Ό νόμος δέν τό άπαγορεύει. "Ο σο γιά τά γραφόμενα τών διάφορων καλαμαράδων, έγώ δέν τά διαβάζω. — Δέ διαβάζετε βιβλία παιδαγωγικής; Σοβαρά μιλάτε; — Σοβαρά. Τ ρία χρόνια δέν άνοιξα κανένα τέτιο βιβλίο. 152


— Καί δέν ντρεπόσαστε γ ι ’ αύτό; Καλά, γενικά διαβάζετε τίποτα; — Γενικά, διαβάζω. Καί σάς τό λέω νά τό ξέρετε, καθόλου δέ ντρέπομαι. Καί πολύ λυπάμαι αύτούς πού διαβάζουν αύτά τά βιβλία παιδαγωγικής. — Λόγο τιμής, θά χρειαστεί πολύ νά κουραστώ γιά νά σάς μεταπείσω. Μά έμεΐς πρέπει νά έφαρμόσουμε τή σοβιετική παιδαγωγική. Α π ο φ ά σ ισ α νά δόσω τέλος στή συζήτηση κι είπα στή Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα: — Ξέρετε κάτι. Δέν πρόκειται νά λογομαχήσω μαζί σας. Έ χ ω τήν άτράνταχτη πεποίθηση ότι έδώ στό Σταθμό έφαρμόζεται ή πιό σωστή σοβιετική παιδαγωγική. ΓΓ αύτό μπορεΐ νά σάς πείσει είτε ή προσωπική πείρα, είτε μιά σοβαρή Ερευνα πού τ ’ άποτελέσματά της νά γράφουν σέ βιβλίο. Ή συζήτησή μας όμως αύτή έτσι στά πεταχτά, δέν πρόκειται νά λύσει τέτια προβλήματα. Θά μείνετε πολύ έδώ; — Δυό μέρες. — Πολύ χαίρομαι γΓ αύτό. Στή διάθεσή σας έχετε πολλούς τρόπους γιά νά κάνετε τή δουλιά σας. Μ ελετήστε όλ ’ αύτά πού θά δείτε γύρω σας, μιλήστε μέ τούς μαθητές, μπορεΐτε νά φάτε, νά δουλέψετε, νά ξεκουραστείτε μαζί τους. Βγάλετε όποια συμπεράσματα θέλετε, μπορεϊτε καί νά μ ’ Απολύσετε, άν τό νομίσετε Απαραίτητο. Μ πορεϊτε νά γράψετε λεπτομερειακά δ,τι συμπεράσματα θέλετε καί νά μοϋ υποδείξετε τή μέθοδο πού σάς Αρέσει περισσότερο. Είναι δικαίωμά σας. Κι έγώ θά κάνω αύτό πού νομίζω σωστό, κι αύτό πού έγώ μπορώ νά κάνω. . Χωρίς τιμωρίες δέν ξέρω νά διαπαιδαγωγώ, καί μάλιστα καί σ ’ αύτή τήν τέχνη τής διαπαιδαγώγησης έχω πολλά άκόμα νά διδαχτώ. Ή Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα έμεινε σ ’ έμάς οχι δυό μέρες, άλλά τέσσερις καί σ ’ δλο αύτό τό διάστημα σχεδόν δέν τήν είδα. Τά παιδιά έλεγαν γ ι ’ αύτή: —"Ω, ώ, τί αύστηρή γυναίκα, δέ χωρατεύει. "Ολα τά καταλαβαίνει. Τίς μέρες πού ή Ν τζουρίνσκαγια βρισκόταν στό Σταθμό παρουσιάστηκε στό γραφείο μου ό Βετκόφσκι: — Φεύγω ά π ’ τό Σταθμό, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς... — Γιά ποΰ; — Κάπου θά βρεθεί νά πάω. Έ δώ άρχισε νά μή μέ τρα­ βάει τίποτα. Στήν έργατική σχολή δέ θά πάω, ούτε μαραγ­ 153


κός θέλω νά γίνω. Θά φύγω νά πάω νά δώ λίγο κόσμο. — Κι έπειτα τί θά κάνεις; — Μετά, βλέποντας καί κάνοντας. Δόστε μου μόνο τό άπολυτήριο. — Καλά. Τό βράδυ θά συνεδριάσει τό συμβούλιο τών διοι­ κητών. Ά ς σού δόσει τήν άδεια τό συμβούλιο τών διοικητών. Στό συμβούλιο τών διοικητών ό Βετκόφσκι κρατούσε μιά έχθρική κάπως στάση καί προσπαθούσε νά δίνει μόνο τυπικές άπαντήσεις: — Δέ μ ’ άρέσει δώ πέρα. Καί ποιός μπορεί νά μέ υποχρεώσει νά μείνω; "Οπου θέλω θά πάω. Τό τί θά κάνω είναι δίκιά μου δουλιά... Μ πορεί καί νά κλέψω, τί σάς νοιάζει; Ό Κουντλάτι φουρτούνιασε: — Τί θά πει μωρέ τί μάς νοιάζει; Θά τό ρίξεις στήν κλεψιά καί δέ θά μάς νοιάξει; Κι άν σηκωθώ τώρα καί γιά τίς κουβέντες τούτες σού κοπανήσω καμιά στή μούρη, θά πιστέψεις πώς μάς νοιάζει; ' Η Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα έχασε τό χρώμα της, κάτι ήθελε νά πει μά δέν πρόφτασε. Τά παιδιά είχαν άγριέψει μέ τόν Βετκόφσκι. Ό Βόλοχοφ σκεκόταν κιόλας μπροστά στόν Κόστια: — Στό νοσοκομείο πρέπει νά σέ πάμε! Τ ίπ ο τ’ άλλο δέ σού χρειάζεται. Ά κ ο ϋ ς έκεΐ, θέλει κι άπολυτήριο!... Πές τήν άλήθεια. Μήπως βρήκες καμιά δουλιά; Πιό πολύ ά π ’ όλους είχε θυμώσει ό Γκούντ: — Μήπως έχουμε φράχτες; Δέν έχουμε. Ά φ ο ύ είσαι τέτιος λωποδύταρος, τράβα στά τσακίδια. Μήπως φαντάστηκες πώς θά σου δόσουμε κι άλογο νά φύγεις ή θά σέ παρακαλάμε; Κανένας δέ θά σέ παρακαλέσει, ούτε θά τρέξει πίσω σου. Τράβα όπου θέλεις. Γιατί ήρθες έδώ; Ό Λάποτ σταμάτησε τή συζήτηση: — Φτάνει, είπατε τή γνώμη σας. Ή υπόθεση τού Κόστια είναι όλοκάθαρη: άπολυτήριο δέ θά τού δόσουμε. ’ Ο Κόστια έσκυψε τό κεφάλι καί μουρμούρισε: — Μή μου δίνετε άπολυτήριο. Δέ μοΰ χρειάζεται. Έ τ σ ι κι άλλιώς θά φύγω. Δόστε μου γιά τό δρόμο ένα δεκάρικο. — Νά τοΰ δόσουμε; ρώτησε ό Λάποτ. Α π λώ θ η κε σιωπή. Ή Ντζουρίνσκαγια τέντωσε τ ’ αΰτί της, μάλιστα έκλεινε καί τά μάτια, γέρνοντας τό κεφάλι της στήν πλάτη τοΰ ντιβανιού. Ό Κόβαλ είπε: —Ό Κόστια έβαλε καί στήν Κομσομόλ τό Ίδιο ζήτημα. 154


Έ μ εΐς τόν διαγράψαμε ά π ’ τήν Κομσομόλ. "Ομως νομίζω πώς μπορούμε νά τού δόσουμε τό δεκάρικο. — Σωστά, άκούστηκε νά λέει κάποιος. Τί, ένα δεκάρικο θά λυπηθούμε τώρα; Έ β γ α λ α ά π ’ τήν τσέπη τό πορτοφόλι: — Θά του δόσω είκοσι ρούβλια. Νά, κάνε μιάν άπόδειξη. Κάτω ά π ’ τή γενική σιωπή ό Κόστια έγραψε τήν άπόδειξη, έχωσε τά λεφτά στήν τσέπη καί φόρεσε τό καπέλο του: — Γειά χαρά, σύντροφοι! Κανένας δέν τοΰ άπάντησε. Μόνο ό Λάποτ πετάχτηκε σάν έλατήριο κι άρχισε νά του φωνάζει ά π ’ τήν πόρτα: —'Ά ντε μωρέ θεοσκοτωμένε! Ά μ α φάς τό κοσάρι, μή ντρέπεσαι νά ’ρθεις πίσω στό Σταθμό! Θά τό ξαναβγάλεις! Οί διοικητές έφυγαν συννεφιασμένοι. Ή Λιουμπόβ Σαβέ­ λιεβνα συνήρθε κι είπε: — Ηίναι φοβερό! Μά πρέπει νά μιλήσετε μέ τό παιδί... "Υστερα σκέφθηκε καί συνέχισε: — Μά τί τρομερή δύναμη είναι αύτό τό συμβούλιό σας τών διοικητών; Τί άνθρωποι είναι τούτοι; Τήν άλλη μέρα τό πρωί έφυγε. Ό Ά ν τ ό ν έτοίμασε τό έλκηθρο. Ή τ α ν γεμάτο βρώμικο άχυρο καί παλιόχαρτα. Ή Σαβέλιεβνα κάθησε στό έλκηθρο κι έγώ ρώτησα τόν Ά ν τό ν : — Γιατί είναι έτσι βρώμικο τό έλκηθρο; — Δέν πρόφτασα. μουρμούρισε ό Ά ν τ ό ν κοκκινίζοντας. — Θά 'σ α ι ύπό κράτηση ώσπου νά γυρίσω ά π ’ τήν πόλη. — Μάλιστα, είπε ό Ά ν τ ό ν καί παραμέρισε. — Στό γραφείο; ρώτησε. — Ναί. Ο Ά ν τό ν χώθηκε μουτρωμένος στό γραφείο κι εμείς βγήκα­ με σιωπηλοί ά π ’ τό Σταθμό. Μονάχα όταν φτάσαμε στό σιδηροδρομικό σταθμό ή Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα* μέ πήρε ά π ’ τό χέρι καί μοΰ ’πε: — Φτάνει πιά αύτή ή σκληράδα. Μά έσεΐς έχετε περίφημη κολεχτίβα. Σά νά 'γίνε κανένα θαύμα! ’Έ μεινα μ ’ ανοιχτό τό στόμα... Μά πέστε μου. ε'ίσαστε βέβαιος πώς αύτός, ό πώς τόν λένε. ό Ά ν τό ν . κάθεται τώρα κρατούμενος; Κοίταξα έκπληκτος τήν Ντζουρίνσκαγια: —Ό Ά ν τ ό ν είναι άνθρωπος μέ πολλά προτερήματα. Ά σψαλώζ κάθεται τώρα στό γραφείο, κρατούμενος. "Ομως. γενι­ κά... είναι πραγματικά άγρίμια. 155


— Μά δέν κάνει έτσι. Κι ό λ ’ αύτά γΓ αύτόν τόν Κόστια; Είμαι βέβαιη πώς θά ξαναγυρίσει. Μά είναι υπέροχο! Στό Σταθμό σας έχουν δημιουργηθεϊ θαυμάσιες σχέσεις κι αύτός ό Κόστια είναι καλύτερος ά π ’ δλους. Ά νά σ α να μ ’ άνακούφιση καί δέν άπάντησα τίποτα.

13. ΓΚΡΙΜΑΤΣΕΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Ή ρ θ ε τό 1925. Κι άρχισε πολύ άνάποδα. Στό συμβούλιο τών διοικητών ό Ό π ρ ίσ κ ο δήλωσε δτι θέλει νά παντρευτεί κι ότι ό γερο-Λουκασένκο δέν πρόκειται νά τού δόσει τή Μ αρούσια, άν ό Σταθμός δέ δόσει στόν Ό π ρ ίσ κ ο τήν ■ίδια προίκα πού πήρε κι ή “Ολια Βόρονοβα. Μ ’ Ενα τέτιο νοικοκυριό, ό Λουκασένκο θά δεχτεί τόν Ό π ρ ίσ κ ο σπίτι του καί θά είναι κι οί δυό νοικοκυραΐοι σ ’ όλο τό βιός. Ό Ό π ρ ίσ κ ο στό συμβούλιο τών διοικητών φερνόταν μ ’ Εναν πολύ άσχημο τρόπο, σάν κληρονόμος κιόλας τοΟ Λουκασένκο καί σάν άνθρωπος άνεξάρτητος οίκονομικά. Οί διοικητές σώπαιναν, μήν ξέροντας τί έξήγηση νά δόσουν σ ’ όλη τούτη τήν ίστορία. Τελικά ό Λάποτ κοιτάζοντας τόν Ό π ρ ίσ κ ο , ρώτησε σιγανά: — Καλά, Ντμΐτρο, πώς τό σκέφτεσαι τό ζήτημα; Καλά, θά γίνεις νοικοκύρης μαζί μέ τόν Λουκασένκο, λές. Δηλαδή θά γίνεις, χωρικός. Ό Ό π ρ ίσ κ ο Εριξε μιά στραβή ματιά στό Λάποτ, ένώ στά χείλια του φάνηκε Ενα χαμόγελο γεμάτο σαρκασμό: —"Ας είναι κι Ετσι όπως τό λές: χωρικός. —Έ σ ύ πώς τό βλέπεις αύτό; — Βλέποντας καί κάνοντας. —"Ετσι λοιπόν, είπε ό Λάποτ. Λοιπόν, ποιός θά μιλήσει; Πήρε τό λόγο ό Βόλοχοφ, ό διοικητής τοΰ Εκτου τμήματος: —"Οτι τά παιδιά πρέπει νά σκέφτονται γιά τό μέλλον τους, είναι σωστό. Δέν πρόκειται νά μείνει κανείς ώς τά γεράματά του στό Σταθμό. Καί ποιά είδίκευση παίρνουμε δώ; "Οποιος είναι στό Εχτο ή στό τέταρτο ή καί στό Ενατο τμήμα, κάτι γίνεται, μπορεΐ νά γίνει σιδεράς, μαραγκός ή νά δουλέψει σέ μύλο. Μά σ τ ’ άγροτικά τμήματα, δέν παίρνουμε καμιά είδικότητα. "Ετσι, μιά πού θέλει νά γίνει άγρότης, άς πάει. Μόνο, πού γιά τόν 156


Ό π ρ ίσ κ ο κάπως ύποπτα μοΰ φαίνονται τά πράματα. Μά έσύ δέν είσαι κομσομόλος; —Έ , καί τί π ο ύ ’μαι κομσομόλος; —Έ γ ώ νομίζω, συνέχισε ό Βόλοχοφ, πώς δέ θά ’ταν άσχημο νά συζητούσαμε πρώτα τό ζήτημα στήν Κομσομόλ. Τό συμβού­ λιο τών διοικητώ ν πρέπει νά ξέρει πώς βλέπει τό ζήτημα ή Κομσομόλ. — Τό γραφείο τής Κομσομόλ γιά τήν υπόθεση αύτή έχει κιόλας γνώμη, εϊπε ό Κόβαλ. Ό Σταθμός Γκόρκι δέν Εγινε γιά νά βγάζει κουλάκους. Ό Λουκασένκο είναι κουλάκος. — Τί κουλάκος κάθεσαι καί λές, άντιλόγησε ό Ό π ρ ίσ κ ο . Ε π ε ιδ ή έχει ένα σπίτι μέ σκεπή; Αύτό τίποτα δέ λέει. — Κι άλογα πόσα; Δυό; — Δυό. —Ε ρ γ ά τε ς έχει; —Ό χ ι . — Κι ό Σεριόγκα; — Τόν Σεριόγκα τοΰ τόν έδοσαν Απ’τόν παιδικό σταθμό αύτοί ά π ’τό τμήμα Λαϊκής Παιδείας γιά νά τόν κηδεμονέψει, πού λένε. — Τό ίδιο κάνει, είτε τοΰ τόν έδοσε τό τμήμα ή όποιος άλλος. "Οπως καί ν ά 'χ ε ι τό πράμα, έργάτης είναι. — Μά άφοΰ τόν δόσανε... — Τόν δόσανε... Νά μήν τόν πάρεις άν είσαι έντάξει άνθρωπος. Ό Ό π ρ ίσ κ ο δέν περίμενε τέτια έξέλιξη κι είπε σά χαμένος: — Καί γιατί σέ μένα Ετσι; 'Α φοΰ στήν Ό λ γ α δόσατε! Ό Κόβαλ άπάντησε: — Πρώτο, μέ τήν “Ο λγα εϊναι άλλιώς τό ζήτημα. ' Η "Ολγα παντρεύτηκε μέ δικό μας άνθρωπο. Τώρα αύτοί πάνε στήν Κομμούνα, όλα όσα δόσαμε θά πάνε σέ καλή μεριά. Δεύτερο, ή Ό λ γ α δέν ήταν σάν κι έσένα. Καί τρίτο, δέν έχουμε καμιά όρεξη νά βγάζουμε κουλάκους... — Καί τί θά κάνω έγώ τώρα; — Κάνε ό,τι θέλεις. —"Ο χι, δέν είναι σωστό. Είπε ό Στουπίτσιν. Ά ν άγαπιοΰνται άς παντρευτούν. Μπορούμε νά δόσουμε καί προίκα στόν Ντμίτρο, όμως νά πάει στήν Κομμούνα κι όχι στόν Λουκασένκο. Έ κ ε ΐ τώρα ή “Ολγα θ ά ’χει άνοίξει δουλιές μέ τό τσουβάλι. —Ό πατέρας τής Μαρούσια δέ θ ’άφήσει. 157


—Ά ς τόν μουντζώσει ή Μαρούσια. — Δέ μπορεί νά τό κάνει αΰτο. — Δηλαδή, δέ σ ’ άγαπάει, αυτό είναι. Καί γενικά... κουλάκικο σόι. τί τά θές; — Καί τί σέ νοιάζει έσένα άν μ* άγαπάει ή όχι; — Νά, βλέπεις, λοιπόν; Τί μέ νοιάζει; Σϊίναι καθαρό πώς σέ παίρνει άπό ύπολογισμό. Ά ν σ ' άγιιποϋσε... — Μ πορεί καί νά μ ’ άγαπάει. όμως άκούει τόν πατέρα της. Καί στήν Κομμούνα δέ μπορεί νά πάει. — Δέ μπορεί, δέ μπορεί... Τότε τί σκοτίζεις τά κεφάλια μας έδώ στό συμβούλιο τών διοικητών·; πετάχτηκε άπότομα ό Κουντλάτι. Έ σ ύ θέλεις νά βολευτείς κοντά στήν κορούλα τοΰ κουλάκου, καί τοΰ Λουκασένκο τοΰ χρειάζεται γιά τό σπίτι γαμπρός μέ γεμάτη τσέπη. Κι έμεΐς τί δουλιά Εχουμε σ ’ αυτή τήν ύπόθεση; Κλείστε τή συνεδρίαση... 'Έ να πλατύ χαμόγελο χαράχτηκε στό πρόσωπο του Λάποτ: — Κλείνω τή συνεδρίαση έξαιτίας τής λειψής αγάπης τής Μαρούσια. Τό χτύπημα γιά τόν ‘Ο πρίσκο ήταν μεγάλο. Γύριζε σ ’όλο τό Σταθμό συννεφιασμένος, πείραζε τούς πιτσιρίκους, τήν άλλη μέρα μέθυσε καί σήκωσε όλόκληρη φασαρία στό θάλαμο. Τό συμβούλιο τών διοικητών μαζεύτηκε γιά νά έξετάσει τήν ύπόθεση τοΰ μεθυσιού τοΰ Ό π ρ ίσ κ ο . 'Ό λ ο ι κάθονταν σκυθρωποί. Στόν τοίχο στεκόταν μέ κατεβασμένα τά μούτρα κι ό Ό π ρ ίσ κ ο . Ό Λάποτ πήρε τό λόγο: —Ά ν καί είσαι διοικητής, όμως τώρα πληρώνεις τή νύφη γιά προσωπικό σου ζήτημα, γ ι ' αύτό πρέπει νά σταθείς στή μέση. Είχαμε μιά συνήθεια; ό φ ταίχτης επρεπε νά στέκεται στή μέση τοΰ δωματίου. Ό Ό π ρ ίσ κ ο Εριξε μιά σκοτεινή ματιά στό πρόσωπο τοΰ προέδρου καί μουρμούρισε: —Έ γ ώ δέν Εκλεψα τίποτε καί δέ θά σταθώ στή μέση. — Θά σταθείς, είπε ήσυχα ό Λάποτ. Ό Ό π ρ ίσ κ ο κοίταξε γύρω του τό συμβούλιο καί κατάλαβε πώς θέλει δέ θέλει θά τόν στήσουν στή μέση. Ξεκόλλησε άπό τόν τοίχο καί βγήκε στή μέση. — Καλά, λοιπόν. — Στάσου προσοχή, είπε Εντονα ό Λάποτ. 158


Ό Ό π ρ ίσ κ ο σήκωσε τούς ώμους, πικροχαμογέλασε, δμως άφησε τά χέρια κι ίσιωσε τό κορμί του. — Καί τώρα πές μας: πώς τόλμησες νά γίνεις στουπί στό μεθύσι καί νά σηκώσεις όλο τόν κόσμο στό ποδάρι, έσύ, κομσομόλος, διοικητής καί τρόφιμος τού Σταθμοϋ; Λέγε. Ό Ό π ρ ίσ κ ο ήταν πάντα άνθρωπος μέ δυό τρόπους στή συμπεριφορά του: όταν τό σήκωνε ή περίσταση έκανε τόν ψευτοπαλικαρά, ήταν έπιθετικός κι όλους «τούς έγραφε στά παλιά του τά παπούτσια». "Ομως στήν ούσία ήταν πολύ προσεχτικός καί πονηρός διπλωμάτης. Οί τρόφιμοι τόν ήξεραν καλά, γΓ αύτό τούτη ή υπάκουα στάση τοϋ Ό π ρ ίσ κ ο κανέναν δέν παραξένεψε. Ό Ζόρκα Βόλκοφ, ό διοικητής τοΰ έβδομου τμήματος, πού πρίν λίγο καιρό είχε μπεΐ στή θέση τοΰ Βετκόφσκι, κούνησε τό χέρι του στόν Ό π ρ ίσ κ ο καί τοΰ 'πε: — Νά ’τος, τώρα. Μάς κάνει τή σιγανό παπαδιά. Κι αύριο πάλι θά μάς κάνει τόν παλικαρά. —Α φ ή σ τε τον νά μιλήσει, μουρμούρισε ό Ό σ ά ν τσ ι. — Σάμπως τί έχω νά πώ; Είμαι φταίχτης καί τίπ ο τ’ άλλο. —Ό χ ι , νά μάς πεις πώς τόλμησες... Ό Ό π ρ ίσ κ ο πήρε υφος κακομοίρικο, έριξε μιά καλόβολη ματιά στό συμβούλιο καί σήκωσε τά χέρια: — Μά σάμπως χρειαζόταν έδώ νά ’ναι κανένας τολμηρός; Νά, ήπια γιά νά πάνε τά φαρμάκια κάτω. Κι ό πικραμένος δέ μπορεϊ νά ’ ναι φ ταίχτης γιά ό,τι φτιάχνει πάνω στό μεθύσι του. — Κουταμάρες, είπε ό Ά ν τό ν . "Εχεις καί παραέχεις εύθύνη. Κάνεις λάθος νά νομίζεις πώς δέν έχεις εύθύνη. Νά τόν διώξουμε ά π ’ τό Σταθμό. Αύτό καί τίποτ* άλλο. Κι όποιος πίνει θά παίρνει ποδάρι άπό δώ! Χωρίς λύπηση! — Μά θά πάει χαμένος, άνοιξε τά μάτια του ό Γκεοργκίεφσκι. Θά τόν φάει ό δρόμος!... —Ά ς τόν φάει! — Μά ά π ’ τήν πίκρα του ήπιε, ό άνθρωπος. Τί τού κολλήσα­ τε έτσι σ τ ’ άλήθεια; Τόν άνθρωπο τόν πνίγει ό πόνος κι έσεΐς τοϋ μπήκατε όλοι έδώ μέσα, είπε μ* άπροκάλυπτη είρωνία, ό Ό σ ά ν τσ ι, κοιτάζοντας τήν κακομοίρικη φυσιογνωμία τού Ό ­ πρίσκο. — Κι ό Λουκασένκο δέν τόν θέλει χωρίς τήν κουρελαρία του, είπε ό Ταρανέτς. — Καί τί μάς νοιάζει έμάς; φώναξε ό Ά ν τό ν . “Αν δέν τόν θέλει ό Λουκασένκο, τότε άς βρει άλλον κουλάκο νά πάει... 159


— Γιατί νά τόν διώξουμε; άρχισε δειλά ό Γκεοργκίεφσκι. Είναι παλιός τρόφιμος του Σταθμοϋ μας. Έ , καλά, Εκανε λάθος. Θά τό διορθώσει. Καί μήν ξεχνάμε πώς άγαπιοϋνται μέ τή Μαρούσια. Μπάς καί πρέπει νά τούς βοηθήσουμε; — Καί τί, μήπως είναι κανένας άλήτης; γύρισε παραξενεμένος ό Λάποτ. Τί θά πεϊ θά διορθωθεί; Αύτός είναι τρόφιμος του Σταθμοϋ. Πήρε τό λόγο ό Σνάιντερ, ό νέος διοικητής τοΰ όγδοου τμήματος, πού μπήκε στή θέση τοΰ Καραμπάνοφ νά διοικήσει τό ήρωικό αύτό τμήμα. Τό όγδοο τμήμα είχε κάτι λεβέντες σάν τόν Φεντορένκο καί τόν Κορίτο. Μ ’ έπικεφαλής τόν Καραμπά­ νοφ ο{ δύσκολοι χαρακτήρες τους είχαν θαυμάσια ταιριάξει κι ό Καραμπάνοφ βγάζοντας όλα τά ζιζάνια ά π ’ τή μέση, ήξερε νά τούς βάζει νά κάνουν καί τήν πιό δύσκολη δουλιά, κι αύτούς τούς διάκρινε τό ταλέντο νά έκπληρώνουν όποιαδήποτε δουλιά μέ τό γέλιο καί πάντα κρατώντας ψηλά τήν τιμή τοϋ Σταθμοϋ. "Οταν πρωτοπήγε στό τμήμα, πολλοί νόμισαν πώς βρέθηκε σ ’ αύτό κατά λάθος. Ή τ α ν μιά σταλιά μπόμπιρας, άδύνατος, σάν μαυροτσούκαλο καί μέ άραιό κατσαρό μαλλί. "Υστερα ά π ’ τήν παλιά Ιστορία μέ τόν ’ Οσάντσι, ό Αντισημιτισμός δέν ξανασήκωσε κεφάλι στό σταθμό, όμως ή στάση τών παιδιών άπέναντι στόν Σνάιντερ, ήταν γεμάτη είρωνία. Πραγματικά ό Σνάιντερ πολλές φορές μπέρδευε πολύ άστεϊα τά ρούσικά του, κι άμα τόν Εβλεπες πώς δούλευε στό χωράφι σ ’ Επιαναν τά γέλια μέ τή βραδυκινησία καί τήν Ανεμελιά του. Ό καιρός όμως περνούσε καί σιγά-σιγά στό όγδοο τμήμα δημιουργήθηκε καινούργια κα­ τάσταση: ό Σνάιντερ Εγινε ό Αγαπημένος του τμήματος, πού γΓ αύτόν αίσθάνονταν περηφάνεια όλοι οί Ιππότες τοΰ Καραμπά­ νοφ. Ό Σνάιντερ ήταν πολύ ξύπνιο παιδί κι ήξερε νά όργανώνει τίς δουλιές του προσεχτικά, μέ λεπτότητα καί μυαλωμένα. Ή ξ ε ρ ε ν ’ Αντιμετωπίζει μέ ήρεμη ματιά πού ’βγαίνε ά π ’ τά μεγάλα μαϋρα μάτια του, καί τήν πιό δύσκολη κατάσταση στό τμήμα του. “Ηξερε τί νά πει καί πότε νά τό πει. Καί παρόλο πού σχεδόν δέν ψήλωσε καθόλου όσο καιρό Εμενε στό Σταθμό, όμως δυνάμωσε γιά καλά, τά μούσκουλά του σκλήρυναν Ετσι πού δέν ντρεπόταν πιά τό καλοκαίρι νά φοράει φανέλα χω ρίς μανίκια, καί κανένας πιά δέν κοίταγε εΙρωνικά τόν Σνάιντερ όταν τοϋ Εδιναν γιά δουλιά τό σκληρό τ ’ άλέτρι. Τό όγδοο τμήμα τόν πρότεινε όμόφωνα γιά διοικητή κι έμεΐς μέ τόν Κοβαλιόφ καταλάβαμε Ετσι τό ζήτημα: 160


— Τό τμήμα θά τό κρατάμε έμείς οί Ίδιοι, κι ό Σνάιντερ θά είναι τό στολίδι του. Μά ό Σνάιντερ τήν άλλη κιόλας μ έρϋ .ά π’ τό διορισμό του, έδειξε πώς δέν πήγε τζάμπα τό πέρασμά του ά π ’ τό σχολειό τοΰ Καραμπάνοφ. Κι έκδήλωσε άνοιχτά τή θέλησ ή του ν<* ΜΠν είναι μόνο τό στολίδι του τμήματός του, άλλά κι ό καθοδηγητής του. Ό Φεντορένκο πού είχε συνηθίσει στίς βροντές καί τίς άστραπές τοΰ Καραμπάνοφ, εύκολα πάλι άρχισε νά συνηθίζει τίς ήρεμες καί φιλικές παρατηρήσεις πού τοΰ έκανε ποΰ καί ποΰ ό καινούργιος διοικητής. Ό Σνάιντερ είπε: —"Αν ό Ό π ρ ίσ κ ο ήταν κανένας καινούργιος, θά μπορούσα­ με νά τοΰ τά συχωρέσουμε. Τώρα όμως σέ καμιά περίπτωση δέ χωράει συχώρεση. Ό Ό π ρ ίσ κ ο έδειξε πώς γράφει στά παλιά του τά παπούτσια όλάκερη τήν κολεχτίβα. Καί νομίζετε πώς αύτό δέ θά τό ξανακάνει; "Ολοι σας τό ξέρετε πώς θά τό ξανακάνει. Έ γ ώ δέ θέλω νά παιδεύεται. "Ας πάει νά ζήσει έξω ά π ’ τήν κολεχτίβα μας καί τότε θά καταλάβει. Καί πρέπει σ ’ όλους νά δείξουμε ότι τέτια κουλάκικα καμώματα δέν έχουν έδώ πέραση. Τό όγδοο τμήμα ζητάει νά φύγει ό Ό π ρ ίσ κ ο ά π ’ τό Σταθμό. Ή άπαίτηση τοΰ όγδοου τμήματος έπαιζε άποφασιστικό ρόλο: στό τμήμα δέν υπήρχε σχεδόν κανένας καινούργιος. Οί διοικητές Εριξαν τά βλέμματά τους σέ μένα κι ό Λάποτ μοϋ έδοσε τό λόγο: — Τό ζήτημα είναι ξεκάθαρο, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, πέστε μας, ποιά είναι ή γνώμη σας: — Νά τόν διώξουμε, είπα σύντομα. Ό Ό π ρ ίσ κ ο κατάλαβε πώς δέν ύπήρχε σωτηρία κι άφησε τό διπλωματικό συγκροτημένο ύφος του: — Πώς θά μέ διώξετε; Καί ποΰ θά πάω; Θά πάω νά κλέψω; Τό σκεφτήκατε; Νομίζετε πώς δέ θά τό πληρώσετε αύτό; "Ως τό Χάρκοβο θά φτάσω... "Ολοι έβαλαν τά γέλια. —' Ωραΐα, λοιπόν. Θά πας στό Χάρκοβο. θά σοΰ δόσουν ένα σημειωματάκι καί θά μάς ξαναγυρίσεις στό Σταθμό νά ζήσεις πάλι έδώ μ ’ όλα σου τά δικαιώματα. Μιά χαρά θά σου ’ ρθει, μπράβο! Ό Ό π ρ ίσ κ ο κατάλαβε πιά ότι έλεγε μεγάλες βλακείες καί σώπασε. — Δηλαδή, μόνο ό Γκεοργκίεφσκι είναι κατά, είπε ό Λάποτ 161


ρίχνοντας μιά ματιά στά μέλη τοΰ συμβουλίου. Δ ιοικητής τής υπηρεσίας! — Παρών! στάθηκε προσοχή ό Γκεοργκίεφσκι. — Νά διωχτεί ό Ό π ρ ίσ κ ο άπ* τό σταθμό. — Μ άλιστα. Νά διωχτεί! άπάντησε χαιρετώντας κανονικά ό Γκεοργίεφσκι, κι εκανε νόημα στόν Ό π ρ ίσ κ ο νά βγει Εξω. Τήν άλλη μέρα μάθαμε πώς ό Ό π ρ ίσ κ ο ζεΐ στοΰ Λουκασέν­ κο. Κάτω άπό ποιους όρους συμφώνησαν οί δυό τους δέ μάθαμε, όμως τά παιδιά έπέμεναν ότι όλα τά κανόνισε ή Μαρούσια. Ό χειμώνας εβγαινε. Τό Μάρτη τά πιτσιρίκια γλιστρούσαν στόν Καλομάκ πάνω σέ μεγάλα κομμάτια πάγου. ' Η διασκέδαση αύτή συνοδευόταν άπό τσαλαβουτήματα πού, όσο κι άν ήταν άναπόφευκτα αύτή τήν έποχή του χρόνου, τούς ξάφνιαζαν πάντα καθώς οί δυνάμεις τής φύσης τούς άναποδογύριζαν, όπως ήταν μέ τά ρούχα τους, άπό τίς πρόχειρες σχεδίες τους, τά κομμάτια τού πάγου, ή κι ά π ’ τά κλαδιά τών δέντρων πού κρέ­ μονταν πάνω άπ* τό ποτάμι. Φυσικά, άκολουθούσε ό συνηθισμέ­ νος άριθμός γριπιασμένων. Πέρασε όμως καί ή γρίππη, άρχισαν οί όμίχλες, καί πολύ γρήγορα ό Κουντλάτι άρχισε νά βρίσκει πατατοΰκες πεταμένες στή μέση τής αύλής καί ξεσήκωνε μιά συνηθισμένη άνοιξιάτικη φασαρία, άπειλώντας νά ντύσει τούς πιτσιρίκους μέ βρακάκια καί φανελίτσες δυό βδομάδες νωρίτερα ά π ’ ό,τι πρόβλεπε τό ήμερολόγιο.

14. «ΟΧΙ ΓΚΡΙΝΙΕΣ!» Στά μέσα τοΟ ’Απρίλη μάς ήρθαν οί πρώτοι σπουδαστές τής έργατικής σχολής γιά διακοπές. Είχαν άδυνατίσει καί μαυρίσει, γι* αύτό κι ό Λάποτ Εδοσε έντολή νά μπούνε στό δέκατο τμήμα μέ αυξημένο σισσίτιο. ' Η στάση τους ήταν καλή, δέν κορδώνονταν μπροστά στά παιδιά τοΰ Σταθμού γιά τή σπουδαστική τους ίδιότητα. Μ άλιστα ό Καραμπάνοφ, πρίν προφτάσει καλά-καλά νά τούς χαιρετίσει όλους, ετρεξε παντού νά δεϊ τί γίνεται στό νοικοκυριό καί στά έργαστήρια. Ό Μ πελούχιν κυκλωμένος ά π ’ τά πιτσιρίκια, πού είχαν κρεμαστεί πάνω του, διηγιόταν γιά τό Χάρκοβο καί γιά τή ζωή τους στή σχολή. Τό βράδυ κάτσαμε όλοι κάτω ά π ’ τόν ά νοιξιά π κ ο ούρανό, 162


καί φρεσκάραμε τίς παλιές άναμνήσεις γύρω ά π ’ τά γεγονότα του Σταθμού. Στόν Καραμπάνοφ δέν άρεσαν καθόλου τά τελευ­ ταία περιστατικά: — Δέ γίνεται λόγος άν κάνατε σωστά, λέει. Μιά πού ό Κόστια εϊπε πώς δέν τού άρέσει έδώ, καλά κάνατε καί τόν στείλατε στό διάολο. "Ας πάει νά ψάξει νά βρεϊ άλλού καλύτε­ ρα. Καί ό Ό π ρ ίσ κ ο , σάν κουλάκος, πήγε κεΐ πού τού 'πρεπε: στούς κουλάκους. "Αμα όμως τό σκεφτεΐς καλύτερα, δέν ξέρω, σάν κάτι νά μήν ε ίν ’ έντάξει. Πρέπει νά κάτσουμε νά τό δούμε καλύτερα τό πράμα... Νά, έμεΐς στό Χάρκοβο, είδαμε μιά διαφορετική ζωή. Έ κ ε ΐ ε ίν ’ άλλιώτικη ή ζωή κι άλλιώτικοι οί άνθρωποι. — Τί, σ ' έμάς στό Σταθμό είναι κακοί άνθρωποι; — Καλοί άνθρωποι είναι στό Σταθμό, είπε ό Καραμπάνοφ, πολύ καλοί μάλιστα. Μά γιά δές γύρω τί γίνεται, κάθε μέρα κι οί κουλάκοι γίνονται πιότεροι. Μπορεί νά δεϊ προκοπή ό Σταθμός έδώ; Έ δ ώ πέρα ή θά τσακώνεσαι καί θά βρίζεσαι ή θά τό κόβεις λάσπη. — Δέν ε ίν ’ αύτό, είπε σκεφτικός ό Μπουρούν, μέ τούς κουλάκους πρέπει όλοι νά παλέψουμε. Είναι δουλιά πού ’χει ιδιαίτερη σημασία. Μά δέν ε ίν ’ αύτή ή ούσία. Έ δώ , στό Σταθμό δέν εχει κανένας τί νά κάνει. Νά τό κουμπί. Είναι 120 άτομα, δύναμη οχι άστεΐα, καί τί δουλιά κάνουν σέ παρακαλώ; Σπέρνουν, θερίζουν, σπέρνουν καί ξαναθερίζουν. *Ιδρώτας όχι λίγος, μά ποιό τ ’ όφελος; Τό νοικοκυριό είναι μικρό, "Ενας χρόνος άκόμα, κι ή ζωή θά γίνει πιό βαρετή στό Σταθμό, καί τά παιδιά 0 ” άρχίσουν νά ζητάνε μιά καλύτερη τύχη... — Σωστά μιλάει ό Γκρίσκα, πρόσθεσε ό Μ πελούχιν καί πλησίασε κοντά μου. Ό κόσμος ό δικός μας, τά παιδιά τού δρόμου όπως τά λένε. είναι προλεταριακός κόσμος, δόστου δουλιά πού θά βγάζει παραγωγή. Στό χωράφι ε ίν ’ άλήθεια, δουλεύει κανένας ευχάριστα καί χαρούμενα, μά τί θά πάρει ά π ’ τό χωράφι; Νά, θά πάει στό χωριό, θά γίνει μικροαστάκος καί θά ντρέπεται πού δέ θά ’χει τίποτα στά χέρια του. Πρέπει νά ξέρει νά δουλεύει τά έργαλεΐα παραγωγής, τού χρειάζεται καί σπίτι, κι άλογο, κι άλέτρι. Κι όχι βέβαια νά πάει σώγαμπρος, σάν τόν Ό π ρ ίσ κ ο , αύτό είναι ρεζιλίκι. Πού θά πάει όμως; "Ενα έργοστάσιο μόνο ύπάρχει, τό μηχανοστάσιο. Μά οί ίδ ιο ι οί έργάτες του δέν ξέρουν τί νά κάνουν τά παιδιά το��ς. "Ολοι οί σπουδαστές τής έργατικής σχολής ρίχτηκαν μέ 163


μεγάλη όρεξη στίς άγροτικές δουλιές, καί τό συμβούλιο τών διοικητών μέ περίσσια λεπτότητα τούς διόρισε διοικητές τών μι­ κτών τμημάτων. Ό Καραμπάνοφ γύρισε ά π ’ τό χωράφι ένθουσιασμένος: —“Ωχ καί πώς μ ’άρέσει ή δουλιά στό χωράφι. Καί πώς μοΰ κακοφαίνεται νά μή βγαίνει κανένα κέρδος άπό δαύτη! Είναι νά λυπάσαι. Τί νά πεις. “Ε, καί τί καλά πού θά ’ταν νά δουλεύεις στό χωράφι, νά κοσίζεις τά σπαρτά, κι υστέρα νά ξεφυτρώνει δίπλα μιά μανουφακτούρα, νά μεγαλώνουν oi άνθρωποι, νά περνάνε τρίζοντας οί μηχανές καί τά τραχτέρια!... Κι άκορντεόν, καί ρολόγια καί γυαλιά καί τσιγάρα, εχ μεγαλείο! Γιατί δέ μέ ρώτησαν όταν φτιάξανε τόν κόσμο!... Γιατί!... Οί σπουδαστές τής έργατικής σχολής θά έκαναν μαζί μας καί Πρωτομαγιά. Αύτό εδινε περισσότερη όμορφιά στή γιορτή πού πάντα τήν προϋπαντούσαμε μέ μεγάλη χαρά. Ό Σταθμός ξύπνησε όπως συνήθως μέ τό έγερτήριο, κι όλα τά παιδιά έτρεξαν κατά τμήματα στό χωράφι χωρίς νά κοιτάζουν πίσω τους καί χωρίς νά σπαταλοΰν δυνάμεις καί καιρό σέ ψιλο­ κουβέντες γιά τή ζωή μας. Ά κ ό μ α κι οί παλιές «ούρές» μας, οί πάντα καθυστερημένοι Έ βγκένιεφ , Ναζάρενκο, Περεπελιάτσενκο, έπαψαν νά μάς βασανίζουν. Π λησίαζε τό καλοκαίρι τοΰ 1925, κι ό Σταθμός έτοιμαζόταν νά τό προϋπαντήσει σά μιά πολύ σφιχτοδεμένη καί ζωντανή κολεχτίβα. “Ετσι τουλάχιστο φαινόταν άπέξω. Μονάχα ό Τσό­ μποτ στύλωσε τά πόδια καί δέν τραβούσε μπροστά μαζί μας κι έγώ π αρ’δλες τίς προσπάθειες δέ μπόρεσα νά τόν διορθώσω. "Οταν ό Τσόμποτ τό Μάρτη γύρισε ά π ’τόν άδερφό του, άρχισε νά διηγιέται πώς ό άδερφός του ζεΐ καλά, όμως δέν ?.χει έργάτες, είναι ένας μεσαίος άγρότης. Δέ ζήτησε καμιά βοήθεια ά π ’τό Σταθμό, μίλησε όμως γιά τή Νατάσα. Τοΰ είπα: — Τί μοΰ τά λές έμ έν’αύτά; “Ας άποφασίσει μόνη της ή Νατάσα... Δέν πέρασε μιά βδομάδα καί μοΰ ξανάρθε πάλι, τώρα όμως πολύ άνήσυχος καί ταραγμένος: — Δέ μπορώ νά ζήσω χωρίς τή Νατάσα. Μ ιλήστε της, πείτε της ν ά ’ρθει μαζί μου. —“Ακου, Τσόμποτ. Πολύ παράξενος άνθρωπος είσαι. Έ σ ύ πρέπει νά μιλήσεις μαζί της κι ό χι έγώ. —“Αν τής μιλήσετε έσεΐς θά ’ρθει. Έ γ ώ τής μιλάω συνέ­ χεια, μά δέ μπορώ νά τά καταφέρω, δέν κυλάει ή γλώσσα. 164


— Καί τί λέει ή Νατάσα; — Τίποτα δέ λέει. — Τί θά πει αύτό τό τίποτα; — Νά, δέ λέει τίποτα. Μονάχα κλαίει. Ό Τσόμποτ μοΰ έριξε ένα βλέμμα έντονο μά κι όλο προφύ­ λαξη. Πολύ τόν ένδιέφερε νά δει τί έντύπωση μου έκαναν τά λόγια του. Δέν Εκρυψα ότι όσα μοϋ’πε μοΰ προξένησαν βαθιά έντύπωση. Πολύ άσχημα τά πράματα... Καλά, θά τής μιλήσω. Μέ ξανακοίταξε μέ μάτια πού έκαιγαν, καί μ*ένα βλέμμα σφαχτερό πού έφτασε ώς τά μέσα τής ψυχής μου, μού ’ πε βραχνά: — Μ ιλήστε της. Μ όνο νά ξέρετε: άν δέν έρθει ή Νατάσα, θ ’αύτοχτονήσω. — Τί βλακείες ε ϊν ’αύτές! έβαλα τίς φωνές. “Ανθρωπος είσαι σύ ή χαμένο κορμί; Ντροπή σου! Μά ό Τσόμποτ δέ μ 'ά φ η σ ε νά τελειώσω. Σωριάστηκε σ ’ένα σκαμνί κι άρχισε νά κλαίει μ ‘ένα πικρό κλάμα γεμάτο άπελπισία. Τόν κοίταζα χω ρίς νά μιλάω κι άκούμπησα τό χέρι μου στό κεφάλι του πού τό έτρωγε ή φλόγα τής χαμένης έλπίδας. Ξάφνου πετάχτηκε μ 'έπ ια σ ε ά π ’τούς άγκώνες καί κολλώντας τό πρόσω­ πό του στό δικό μου, άρχισε νά ψελλίζει μέ κοφτά καί γρήγορα λόγια: — Μέ συγχωρεΐτε... Ξέρω, ξέρω σάς έγινα φόρτωμα... μά δέ, δέ μπορώ πιά τίποτα νά κάνω.,. Βλέπετε πώς κατάντησα;... Έ σ ε ΐς όλα τά βλέπετε κι όλα τά ξέρετε. Νά, καί στά γόνατα θά πέσω.., χωρίς τή Νατάσα δέν ύπάρχει ζωή γιά μένα... Μιλούσα μαζί του όλη τή νύχτα κι όλο αύτό τό διάστημα ένιωθα δλο καί πιό πολύ τήν άνημποριά καί τήν άδυναμία μου. Τού μίλαγα γιά φωτεινό μέλλον, γιά τήν όμορφη ζωή, ότι πολλά πράματα μπορούν νά σέ κάνουν νά εύτυχήσεις στή ζωή σου. "Οτι χρειάζεται μεγάλη προσοχή στή ζωή, στά σχέδιά σου γΓ αύτήν. 'Ό τ ι ή Νατάσα πρέπει νά σπουδάσει, γιατί έχει έξαιρετικές ικανότητες, ότι μετά θά τόν βοηθήσει κι αύτόν, ότι δέν πρέπει νά τή μαντρώσει σ *ένα ξέμακρο χωριό, όπου σίγουρα θά πεθάνει άπό πλήξη. Μά δ λ ’αύτά δέν έκαναν καμιά έντύπωση στόν Τσόμποτ. Ά κ ο υ γ ε συννεφιασμένος τά λόγια μου καί ψιθύριζε: — Θά γίνω χίλια κομμάτια, δέν ξέρω κι έγώ τί θά κάνω, άν δέν έρθει μαζί μου... Τόν άφησα νά φύγει όπως είχε έρθει: άνα σ τ ατωμέ νο, άνθρω165


πο άνήμπορο νά κουμαντάρει πιά τόν έαυτό του. Τό άλλο κιόλας βράδυ, κάλεσα στό γραφείο τή Νατάσα. Ά κ ο υ σ ε τή σύντομή μου έρώτηση κι ένώ τά ματόφρυδά της τρεμόπαιζαν, σήκωσε τά μάτια της πάνω μου κι είπε μέ μιά κρυσταλλένια ντροπαλή φωνή: —*0 Τσόμποτ μ οΰ’σωσε τή ζωή μου... τώρα όμως έγώ θέλω νά σπουδάσω. — Δηλαδή δέ θέλεις νά παντρευτείς καί νά πάς μαζί του; — Θέλω νά σπουδάσω... Ά ν όμως μου πείτε νά φύγω μαζί του, θά πάω. Ξανακοίταξα πάλι αύτά τά φωτεινά καί γεμάτα ειλικρίνεια μάτια καί θέλησα νά τή ρωτήσω άν ξέρει τίποτα ά π ’αύτά πού έχει βάλει στό μυαλό του ό Τσόμποτ. Μά δέν ξέρω γιατί, μπόρεσα μόνο τούτο νά πώ: — Πήγαινε ήσυχα νά κοιμηθείς. — Δηλαδή δέ θά πάω; μέ ρώτησε μ*ένα παιδικό υφος, γέρνοντας λίγο τό κεφάλι της λοξά. —“Οχι, δέ θά πάς, θά σπουδάσεις, τής άπάντησα κατσου­ φιασμένος, κι έπεσα σέ βαθιά συλλογή. Ά πορροφ ή θηκα τόσο, πού ούτε κάν κατάλαβα, πώς είχε βγεΐ ή Νατάσα σιγά-σιγά άπ* τό γραφείο. Τόν Τσόμποτ τόν είδα τήν άλλη μέρα τό πρωί. Στεκόταν στήν κύρια είσοδο τοΰ χτιρίου καί φαινόταν καθαρά πώς μέ περίμενε. Τοΰ Εκανα νόημα ν ά ’ρθει στό γραφείο μου. Κι ένώ προσπαθούσα νά βρώ τά κλειδιά ν ’άνοίξω τό συρτάρι μου, ό Τσόμποτ πού ώς τότε καθόταν σιωπηλός μέ ρωτάει ξαφνικά: — Δηλαδή, δέ θ ά ’ρθει ή Νατάσα; Τού έριξα μιά ματιά καί κατάλαβα πώς τίποτε άλλο δέν τόν ένδιαφέρει αύτή τήν ώρα, παρά μόνο ό κίνδυνος νά χάσει τή Νατάσα. Ό Τσόμποτ, άκουμπώντας μέ τόν ένα ώμο του στήν πόρτα κοίταγε τήν έπάνω γωνιά τού παράθυρου καί κάτι ψιθύριζε. Τού φώναξα: — Τσόμποτ! Φαίνεται πώς ό Τσόμποτ δέ μ ’άκουσε. Ξεκόλλησε άπαρατήρητα ά π ’τήν πόρτα καί, χωρίς νά μέ κοιτάξει, βγήκε ά π ’τό γραφείο άθόρυβα κι έλαφρά σά φάντασμα. Προσπάθησα νά μήν τόν χάσω ά π ’τά μάτια μου. Μετά τό μεσημεριανό φαγητό φώναξα τό διοικητή του, τόν Σνάιντερ: — Πώς πάει ό Τσόμποτ; — Σωπαίνει. 166


— Πώς δούλεψε; —'Ο ύπεύθυνος τής Κομσομόλ τού τμήματος, ό Ν ετσιτάιλο λέει πώς δούλεψε καλά. — Νά μή σού φύγει ούτε στιγμή ά π ’τά μάτια. "Αν παρατη­ ρήσεις τίποτα, Ελα άμέσως καί πέστο μου. — Ξέρουμε, ξέρουμε,... είπε ό Σνάιντερ. Κάμποσες μέρες ό Τσόμποτ δέν Εβγαζε μιλιά, στή δουλιά όμως πήγαινε κανονικά κι έμφανιζόταν καί στήνέστία. Μ ’έμένα άπόφευγε συστηματικά νά συναντηθεί. Τήν παραμονή τής γιορτής τού άνέθεσα μέ διαταγή νά κρεμάσει τά συνθήματα σ ’όλα τά χτίρια. Ε το ίμ α σ ε μ ’έπιμέλεια τή σκάλα κι ήρθε σέ μένα νά τού δόσω διαταχτική γιά καρφιά: — Πόσα; Σήκωσε τά μάτια στό ταβάνι, κάτι ψιθύρισε κι άπάντησε: — Νομίζω Ενα κιλό θά φτάσει... Παρακολούθησα τή δουλιά του. Δούλεψε συνειδητά, τοπο­ θετούσε Ίσια τά συνθήματα καί μέ ήσυχο τόνο μίλαγε στό σύντροφό του πού δούλευε στήν άλλη σκάλα: — Πιό ψηλά... ’Ακόμα ψηλότερα... Έ κ εΐ... Κάρφωσε τώρα. Πολύ άρεσαν στά παιδιά όλες αύτές οί Ετοιμασίες γιά τίς γιορτές, καί πιό πολύ άγαπούσαν τή γιορτή τής Πρωτομαγιάς, γιατί ήταν καί γιορτή τής άνοιξης. "Ομως τούτο τό χρόνο ή Πρωτομαγιά πλησίαζε μέ πολύ κακές διαθέσεις. Τήν παραμονή ά π ’τό πρωί άρχισε ψιλή βροχούλα. Σταματάει γιά μισή ώρα καί μετά πάλι άρχίζει τό ψιχάλισμα. Μοιάζει μέ φθινοπωριάτικη βροχή ψιλή, άσκοπη πού σού δίνει στά νεύρα. Γ Γ αύτό όμως πρός τό σούρουπο άρχισαν νά λάμπουν τ ’άστέρια στόν ουρανό, καί μονάχα πέρα κατά τή Δύση φάνταζε Ενα βαθυγάλανο ματωμένο σύννεφο, πού Εριχνε τό σκοτεινό κι έχθρικόΊσκιο του πάνω στό Σταθμό μας. "Ολος ό Σταθμός ήταν στό πόδι. Τά παιδιά ήθελαν νά τελειώσουν όλες τίς δουλιές πρίν τή συνέλευ­ ση: νά Ετοιμάσουν τά κοστούμια τους, νά κουρευτούν, νά κάνουν μπάνιο καί ν ’άλλάξουν. Στή στεγνή βεράντα τού άσπρου χτιρίου οί τυμπανιστές καθάριζαν μέ κιμωλία τά μπακιρένια σύνεργά τους. Θά ήταν οί ήρωες τής αύριανής μέρας. 01 δικοί μας τυμπανιστές είχαν κάτι τό ξεχωριστό. Δέν ήταν τίποτα κακομοίρηδες, πού δέν είχαν Ιδέα άπό τύμπανο καί πού βαροϋσαν όπως λάχει τά τύμπανά τους κι άς Εβγαινε όποιος ήχος ήθελε. Οί τυμπανιστές τού Σταθμού Γκόρκι, δέν πήγαιναν 167


άδικα μισό χρόνο στούς τυμπανιστές τού κοντινού συντάγματος, γιά νά τούς μάθουν τήν τέχνη τους. Καί μόνο ό ’ Ιβάν Ίβ ά νο β ιτς είχε τότε άντιρρήσεις: — Ξέρετε, αύτοί Εχουν μιά φοβερή μέθοδο. Κι ό Ί β ά ν Ίβ ά νο β ιτς, μ ’όρθάνοιχτα ά π ’τή φρίκη μάτια μού διηγήθηκε αύτή τή μέθοδο π ο ύ ’ναι μιά θαυμάσια παρήχηση μελωδική, όπου γινόταν λόγος γιά τή γυναίκα, γιά τόν καπνό, γιά τό τυρί, γιά τήν πίσσα καί μόνο μιά λέξη δέν ήταν δυνατό έδώ ν ’άναφερθεΐ, μά κι αύτή ή λέξη έξυπηρετοΰσε τίμια τό Εργο τής τυμπανοκρουσίας. 'Ω σ τόσ ο ή φοβερή αύτή μέθοδος Εκανε πολύ καλά τή διαπαιδαγωγική της δουλιά καί τά μάρς πού έπαιζαν οί τυμπανιστές μας διακρίνονταν γιά τήν όμορφιά καί τήν έκφραστικότητά τους. "Επαιζαν πολλά: έμβατήρια, έγερτήρια, γιά τή σημαία, τής παρέλασης, τής έξόρμησης, καί στό καθένα ά π'αύτά άκουγες πότε παιχνιδιάρικες τρίλιες, πότε τό ξερό, κανονικό στακάτο, πότε Ενα πνιχτό έλαφρό βουητό, πότε άναπάντεχα ξεσπάσματα κι άλλοτε χαριτωμένα χορευτικά παιχνιδίσματα. Οί τυμπανιστές μας είχαν τόσο καλά μάθει τή δουλιά τους πού άκόμα καί πολλοί έπιθεωρητές όταν τούς άκουγαν, άναγκάζονταν έπιτέλους νά παραδεχτούν πώς δέ μπάζουν στό Εργο τής κοινωνικής διαπαιδαγώγησης καμιά ξένη ίδεολογία. Τό βράδυ στή συνέλευση τών μαθητών έλέγξαμε όλες τίς προετοιμασίες μας γιά τή γιορτή καί μόνο μιά λεπτομέρεια δέν ήμασταν σέ θέση νά ξεκαθαρίσουμε: "Αν θά βρέξει αύριο. Μερικοί τ ό ’ριξαν σ τ ’άστεϊο καί πρότειναν νά βγει διαταγή πού νά λέει: τό τμήμα τής ύπηρεσίας νά έξασφαλίσει καλό καιρό. Έ γ ώ ύποστήριζα πώς θ ά ’χουμε όπωσδήποτε βροχή, τήν Ίδια γνώμη είχε κι ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς, ό Σιλάντι κι άλλοι σύντροφοι πού καταλάβαιναν άπό βροχή. Τά παιδιά όμως διαμαρτύρονταν, δέν πίστευαν στούς φόβους μας αύτούς καί φώναζαν: — Κι άμα βρέξει τί θά κάνουμε; — Θά γίνετε μούσκεμα. <— Καί τί, σάμπως είμαστε άπό ζάχαρη; "Ημουνα άναγκασμένος νά βάλω σέ ψηφοφορία τό ζήτημα: θά πάμε στήν πόλη άν τυχόν βρέξει; Κατά, υψώθηκαν μόνο τρία χέρια, μαζί καί τό δικό μου. Τά παιδιά μ*Ενα αίσθημα νίκης γελούσαν. Κάποιος άπό πέρα φώναζε: — Νικήσαμε! 168


"Υ στερ’ά π'α ύτό τούς λέω: — Καλά, κοιτάξτε όμως. Μιά πού άποφασίσαμε, θά πάμε έστω κι άν ό ούρανός ρίχνει κοτρώνια! —Ά ς ρίχνει! φώναξε ό Λάποτ. — Καλά. καλά. Μ όνο κοιτάξτε νά μήν άρχίσετε τίς γκρί­ νιες! Σήμερα μού κάνετε τό γενναίο, αύριο όμως θά μαζεύετε τή βρεμένη ούρά σας καί θ ’άρχίσετε τή μουρμούρα: ώχ, μουσκέ­ ψαμε, ώχ, παγώσαμε... — Καί πότε μεΐς γκρινιάξαμε; — Λοιπόν σύμφωνοι; “Ο χι γκρίνιες. — Μ άλιστα. “Ο χι γκρίνιες. Τό πρωινό μάς προϋπάντησε μ ’ένα γκρίζο συννεφιασμένο ούρανό καί μέ μιά ψιλή έκνευριστική βροχούλα, πού πότε δυνάμωνε καί πότιζε σά μεγάλο ποτιστήρι τή γή, καί πότε fiPXlCc ξανά τή σιγανή ένοχλητική μουρμούρα της, Καμιά έλπίδα δέν είχαμε πώς θά δούμε λίγο ήλιο. "Οταν πλησίασα στό άσπρο χτίρ ιο ήταν κιόλας έτοιμοι γιά τήν πορεία όλοι οί τρόφιμοι τού Σταθμού πού παρακολουθούσαν προσεχτικά τήν έκφραση τού προσώπου μου. Μά γώ είχα πάρει έπίτηδες ένα πέτρινο κι άνέκφραστο ύφος, κι άμέσως άρχισα νά σκορπάω γύρω μ 'έν α ν είρωνικό τόνο τήν ΰπενθύμιση: —“Οχι γκρίνιες! Γιά νά καταλάβουν, όπως φαίνεται, τί σκέφτομαι, έστειλαν γΓ άνίχνευση τό σημαιοφόρο νά με ρωτήσει: — Τή σημαία θά τήν πάρουμε; —Ά λ λ ά πώς; Χωρίς σημαία; — Νά, ή βροχή... — Μά βροχή είναι τούτη; "Ως τήν πόλη νά μήν τή βγάλετε ά π 'τ ό κάλυμμά της. — Μ άλιστα. Νά μή βγεϊ ά π ’τό κάλυμμά της, είπε ό σημαιοφόρος μαλακά. Στίς £φτά τό πρωί κάναμε γενικό προσκλητήριο. "Ολος ό Σταθμός τράβηξε γιά τήν πόλη, όπως άκριβώς έγραφε ή διαταγή. "Ως τό κέντρο τής πόλης ήταν κάπου δέκα χιλιόμετρα καί σέ κάθε χιλιόμετρο ή βροχή δυνάμωνε. Στήν κεντρική πλατεία δέ βρήκαμε κανέναν, ήταν φανερό πώς ή παρέλαση είχε άναβληθεΐ. Στό γυρισμό βαδίζαμε κάτω άπό ραγδαία βροχή, μά γιά μάς δέν είχε πιά καμιά σημασία τί σόι βροχή έπεφτε, γιατί όλοι μας είχαμε μουσκέψει ώς τό κόκαλο, κι άπό τίς μπότες μου έτρεχε τό 169


νερό σάν άπό ξεχειλισμένο κουβά. Σταμάτησα τή φάλαγγα κι είπα στά παιδιά: — Τά τύμπανα μούσκεψαν. ’Εμπρός, τραγούδι! Προσέξτε, μερικές σειρές δέν είναι στοιχισμένες, δέν πάνε μέ βήμα, Καί ψηλά τό κεφάλι! Τά παιδιά έβαλαν τά γέλια. Στά πρόσωπά τους έβλεπες νά τρέχει ποτάμι τό νερό. — Βάδην! ’Εμπρός μάρς! ' Ο Καραμπάνοφ άρχισε τό τραγούδι: « Έ χ , κοζάκε, κοζάκε σκυλίσια πού’ναι ή ζωή σου...·» Μά τά λόγια τού τραγουδιού φάνηκαν σ ’όλους τόσο ταιριαστά μέ τήν κατάστασή μας πού Εβαλαν ξανά όλοι τά γέλια. Στή δεύτερη στροφή τού τραγουδιού άρπαξαν όλοι τό σκοπό κι ό άντίλαλός του πέταξε καί γέμιζε τούς άδειους δρόμους πού τούς είχε πλημμυρίσει ή βροχή. Δίπλα μου στήν πρώτη σειρά βάδιζε ό Τσόμποτ. Δέν τραγούδαγε, ούτε εδειχνε κάν πώς τόν νοιάζει ή βροχή, έριχνε μόνο μηχανικά τό βλέμμα του κάπου μακριά, πέρα ά π ’τούς τυμπανιστές καί δέν πρόσεχε ουτε πόσο προσεχτικά παρακο­ λουθούσα καί τήν κάθε κίνησή του, "Οταν περάσαμε τό σιδηροδρομικό σταθμό Εδοσα τό παράγ­ γελμα νά πηγαίνουν χωρίς βηματισμό. Τό άσχημο ήταν πώς σέ κανενός τήν τσέπη δέν ύπήρχε άβρεχτο τσιγάρο ούτε κάν μιά πρεζίτσα καπνός, γ ι ’αύτό κι όλοι τους Επεσαν πάνω στή δερμά­ τινη ταμπακιέρα μου. Μέ κύκλωσαν καί μού Ελεγαν μέ καμάρι: — Κι όμως κανένας δέν γκρίνιαξε. — Μή βιαζόσαστε. Ά ν λίγο παραπέρα άρχίζει νά ρίχνει μέ τό τουλούμι τί θά πεΐτε; —Ά μ α ρίξει μέ τό τουλούμι θά ’ναι βέβαια χειρότερα, είπε ό Λάποτ, μά ύπάρχει κι άκόμα χειρότερο: ν ’άρχίσει νά ρίχνει ό ούρανός καρεκλοπόδαρα! Π ρίν νά μπει ή φάλαγγα στό Σταθμό συντάχθηκε ξανά, στοιχήθηκε, άρχισε πάλι τό τραγούδι, πού όμως μέ πολύ δυσκολία ξεπερνούσε τό θόρυβο πού’κανε ή φοβερή νεροποντή πού δλο καί δυνάμωνε καί τά μπουμπουνητά τών κεραυνών πού άντηχούσαν σά νά χαιρετίζουν τήν έπιστροφή μας καί πού δημιουργούσαν μέσα μας ενα παράξενο μά εύχάριστο αίσθημα, Στό Σταθμό μπήκαμε μέ περήφανο καί στητό κεφάλι καί μέ πολύ γρήγορο βήμα. 'Ό π ω ς πάντα, άποδόσαμε καί τώρα χαιρετισμό 170


στή σημαία καί μόνο υστέρα ά π ’αύτό Ετοιμάστηκαν όλοι νά τρέξουν γιά τούς θαλάμους. Τούς σταμάτησε ή φωνή μου: - Ζ ή τω ή Πρωτομαγιά! Τά παιδιά πέταξαν ψηλά τά μουσκεμένα καπέλα τους, άρχισαν τά ζήτω, καί χωρίς νά περιμένουν κανένα παράγγελμα ρίχτηκαν πάνω μου. "Α ρχισαν νά μέ πετάνε ψηλά, ένώ ά π ’τίς μπότες μου τρέχανε σάν άπό βρύση τά νερά. "Υστερα άπό μιά ώρα στή λέσχη κρεμάστηκε άκόμα ενα σύνθημα. Πάνω σ''ένα μεγάλο καί μακρύ πανί ήταν γραμμένες δυό μονάχα λέξεις: “Ο χ ι γ κ ρ ί ν ι ε ς !

15. ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ Στίς τρεις τού Μάη τή νύχτα ό Τσόμποτ κρεμάστηκε. Μέ ξύπνησε ή φρουρά, κι όταν άκουσα τό δυνατό χτύπο στό παράθυρο, άμέσως κατάλαβα τί Εχει συμβεΐ. Δίπλα στό σταύλο καί κάτω ά π ’τό φώς τών φαναριών, προσπαθούσαν νά συνεφέρουν τόν Τσόμποτ, πού μόλις το ύ 'χα νε βγάλει τή θηλιά ά π 'τ ό λαιμό. "Υστερα άπό πολλές προσπάθειες τής Αίκατερίνα Γκρη­ γκόριεβνα καί τών παιδιών άρχισε λίγο ν ’άναπνέει, όμως δέ μπόρεσε νά συνέλθει καί πρίν άκόμα βραδιάσει πέθανε. Οί γιατροί πού φωνάξαμε ά π ’τήν πόλη μάς έξήγησαν ότι ήταν άδύνατο νά σωθεί ό Τσόμποτ. Είχε κρεμαστεί ά π ’τό μπαλκόνι τού χτιρίου τού σταύλου. "Οπως φαίνεται, βγήκε στό μπαλκόνι, Εδεσε στό λαιμό του τή θηλιά, τήν Εσφιξε κι ύστερα πήδηξε ά π ’τό μπαλκόνι. Είχαν πάθει σοβαρή ζημιά οί σπόνδυλοι τού λαιμού του. Τά παιδιά άντιμετώπισαν ψύχραιμα τήν αυτοκτονία τού Τσόμποτ. ’ Ιδιαίτερη λύπη κανένας δέν Εκφρασε καί μόνο ό Φεντορένκο είπε: — Κρίμα τόν κοζάκο, θά γινόταν καλός μαχητής τού Μ πουντιόνι! Στόν Φ εντορένκο άπάντησε ό Λάποτ: —"Ηθελε πολύ ψωμί ό Τσόμποτ γιά νά γίνει τέτιος. Κουλάκος γεννήθηκε καί κουλάκος πέθανε. ’Α π 'τ ή ν τσιγγουνιά του πέθανε. *0 Κόβαλ κοίταγε γεμάτος άγανάχτηση καί περιφρόνηση πρός τή μεριά τής λέσχης, όπου βρισκόταν τό φέρετρο τού 171


Τσόμποτ. Δέ θέλησε νά μπεί στήν τιμητική φρουρά κι ουτε ήρθε γιά τήν κηδεία: — Κάτι τέτιους σάν τόν Τσόμποτ, θά τους κρέμαγα έγώ ό ίδιος. “Ηθελε νά μάς κάνει νά τόν λυπηθούμε μέ τίς βλακείες του! Μ όνο τά κορίτσια Εκλαιγαν, μά κι ή Μαρούσια Λέφτσενκο πότε πότε σκούπιζε τά μάτια της κι άρχιζε θυμωμένη: — Βρέ τό βλάκα, βρέ τό χοντροκέφαλο! Τί νά πεις! Φαντάσου τί «νοικοκυριό» θά γινόταν μαζί του! Μωρέ εύτυχία π ο ύ 'χα σ ε ή Νατάσα! Καλά πού δέν πήγε μαζί του. Είναι πολλοί σάν καί δαϋτον πού ζητάνε τά ίδια. Καλύτερα νά πάνε νά κρεμαστούν όλοι τους. Ή Νατάσα δέν εκλαιγε. "Οταν μπήκα στό θάλαμο τών κοριτσιών ήταν πολύ φοβισμένη, μέ κοίταξε μέ τά μεγάλα £κπληχτα μάτια της καί μ ού’πε σιγανά: — Καί τί θά κάνω έγώ τώρα; ’Απάντησε ή Μ αρούσια γιά μένα: — Μήπως σ ο ύ ’ρ θ εκ α ί σένα νά κρεμαστείς; Πές φχαριστώ πού αύτό τό κούτσουρο σκέφτηκε νά φύγει ά π ’τή μέση. ’Αλλιώς θά σέ τυραννοϋσε σ ’όλη σου τή ζωή. Τί θά κάνω τώρα; “Ακου κεΐ τί τήν τρώει! Θά πάς στήν έργατική σχολή καί τότε θά σού χρειαστεί νά σκέφτεσαι πολύ τί Οά κάνεις... ' Η Νατάσα σήκωσε τά μάτια της στή θυμωμένη Μαρούσια καί τήν £πιασε μαλακά ά π ’τή ζώνη: — Καλά, καλά μή θυμώνεις. - Τ ή ν παίρνω κάτω ά π ’τήν προστασία μου, μού είπε ή Μ αρούσια, κοιτάζοντάς με μ ’£να άστραφτερό καί προκλητικό βλέμμα. Τής έκανα μιά άστεία υπόκλιση: — Παρακαλώ, παρακαλώ, συντρόφισσα Λέφτσενκο. Μού έπιτρέπετε όμως κι έμενα νά γίνουμε «ζευγάρι» σ ’αύτή τή δουλιά; — Μ όνο μ ’δναν όρο: νά μήν κρεμαστείτε! Γιατί είδατε τί σόι προστάτες υπάρχουν, ά λ λ ’αύτούς άστους νά τούς φάνε τά σκυλιά. “Ο χι μόνο προστασία δέ βρίσκεις σέ δαύτους, μά μόνο άναποδιές καί μπελάδες βάζεις στό κεφάλι σου... — Μάλιστα: νά μήν κρεμαστώ! Ή Νατάσα άφησε τή ζώνη τής Μαρούσια καί χαμογέλασε στούς νέους προστάτες της, μάλιστα τό πρόσωπό της ρόδισε λιγάκι. 172


— Πάμε νά τσιμπήσουμε κάτι, φτωχό μου κοριτσάκι, είπε εύθυμα ή Μαρούσια. Τίς είδα νά φεύγουν κι ήσύχασε κάπως ή καρδιά μου. Τό βράδυ ήρθαν στό Σταθμό ένας άνακριτής μαζί μέ τή Μαρία Κοντράτιεβνα. Παρακάλεσα τόν άνακριτή νά μήν έξετάσει τή Νατάσα. Είδε τό ζήτημα μέ κατανόηση, σύνταξε ενα σύντομο πραχτικό, έφαγε λίγο κι έφυγε. ' Η Μαρία Κοντράτιεβνα έξακολουθούσε ν ά 'ν α ι λυπημένη. ’Αργά τή νύχτα, όταν όλοι πιά κοιμούνταν, ήρθε μαζί μέ τόν Καλίνα ’ Ιβάνοβιτς στό γραφείο μου καί κάθησε κουρασμένα στό ντιβάνι: — Ξεδιάντροποι είναι οί τρόφιμοί σας! "Ενας σύντροφός τους πέθανε κι αύτοί χασκογελάνε, κι όσο γι'α ύ τό ν τό δικό σας τόν Λάποτ, έξακολουθεϊ νά λέει τίς σαχλαμάρες του. Τήν άλλη μέρα ξεπροβόδισα τούς σπουδαστές τής έργατικής σχολής. Στό δρόμο γιά τό σιδηροδρομικό σταθμό ό Βέρσνιεφ άρχισε νά λέει: — Τά παιδιά δέ- δέν καταλαβαίνουνε τί έγινε. Ό άνθρωπος άποφάσισε νά-νά πε-θάνει, άρα ε ίν ’άσχημη ή ζωή. Ν-νομίζουν ότι τ ό ’κανε γιά τή Ν-Νατάσα, όμως στήν ούσία δέν τό 'κ α ν ε γιά τή Ν-Νατάσα, άλλά γιατί τ-τέ-τέτια ε ίν ’ή παλιοζωή. Ό Μ πελούχιν κούνησε τό κεφάλι του: — Τ ίπ ο τ’άπ'αύτά! Τί σόι ζωή έκανε ό Τσόμποτ; Καμιά. Δέν ήταν άνθρωπος, μά δούλος. Έ πα ψ α ν νά υπάρχουν άφεντικά κι αύτός έκανε είδωλό του τή Νατάσα. —'Α φήστε αύτές τίς έξυπνάδες βρέ παιδιά, είπε ό Σεμιόν. Δέ μ ’άρέσουν έμένα κάτι τέτια. Κρεμάστηκε ό άνθωπος, σβύστον ά π ’ τόν κατάλογο καί τέλος. Πρέπει νά σκεφτόμαστε γιά τό μέλλον. Έ γ ώ νά τί εχω νά πώ: Κόφτε λάσπη άπό δώ μαζί μέ τό Σταθμό, yiuri έτσι όπως πάνε τά πράγματα όλοι έκεΐ σέ σάς θά κρεμαστούνε. Στό γυρισμό είχα άπορροφηθεϊ ά π ’τίς σκέψεις γιά τό μέλλον τού Σταθμού μας. Μ προστά μου σ ’όλο της τό μέγεθος ορθωνόταν μιά τεράστια άπειλή πού έμοιαζε πώς θά ρίξει στό γκρεμό όλες τίς άναμφισβήτητες γιά μένα άξιες, άξίες ζωντανές, ζωογόνες, πού είχαν σάν άπό θαύμα δημιουργηθεί μέσα στά πέντε χρόνια σκληρής δουλιάς όλόκληρης τής κολεχτίβας, μιάς κολεχτίβας πού τή μεγάλη άξια της δέ μπορούσα έστω κι άπό μετριοφροσύνη νά τήν κρύψω ά π 'τό ν έαυτό μου. Σέ μιά τέτια κολεχτίβα ή άσάφεια, τό άξεκαθάριστο τού άτομικού τρόπου ζωής δέ μπορούσε νά παίζει καθοριστικό ρόλο. 173


Γιατί οί άτομικοί δρόμοι είναι πάντα μπερδεμένοι κι άκαθόριστοι. Καί τί σημαίνει ξεκάθαρος άτομικός δρόμος; Σημαίνει ξέκομμα ά π ’τήν κολεχτίβα, σημαίνει μικροαστισμό στό τετρά­ γωνο: άδιάκοπη άγωνία νά έξασφαλίσεις ενα κομμάτι ψωμί, ψροντίδα γιά ν ’άποχτήσεις αύτή τήν περιβόητη ειδίκευση. Καί ποιά ειδίκευση; Τοϋ μαραγκού, τοϋ τσαγκάρη, τοϋ μυλωνά. Ό χ ι , πιστεύω άκράδαντα πώς γιά ενα παιδί δεκάξι χρονών πού ζεΐ στή σοβιετική ζωή. ή πιό πολύτιμη ειδίκευση είναι ή ειδίκευση τοϋ άγωνιστή καί τοϋ άνθρώπου. Έ φ ερ α στό μυαλό μου τή δύναμη τής κολεχτίβας τών μαθητών τοϋ Σταθμοϋ κι άμέσως κατάλαβα. Μά δέ χρειαζόταν καί πολύ σκέψη. "Ολη ή ύπόθεση βρίσκεται στό σταμάτημα. Κανένα σταμάτημα δέν πρέπει νά έπιτραπεΐ στήν πορεία τής ζωής τής κολεχτίβας μας. "Ενιωσα νά ξεχειλίζει μέσα μου μιά παιδική χαρά. Τί θαύμα! Τί θαυμάσια, τί συναρπαστική διαλεχτική! Μιά λεύτερη κολε­ χτίβα τής δουλιάς, δέ μπορεί νά στέκεται στό Ίδιο μέρος. Ό νόμος τής γενικής άνάπτυξης μόνο τώρα άρχίζει νά δείχνει τήν πραγματική του δύναμη. Νόμος ζωής τής λεύτερης άνθρώπινης κολεχτίβας είναι ή κίνηση πρός τά μπρός. νόμος τοϋ θανάτου είναι τό σταμάτημα. Ναί, σχεδόν δυό χρόνια στεκόμαστε στό Ίδιο μέρος: τά'ίδια χωράφια, οί ίδιοι κήποι, ό Ίδιος κύκλος πού έπαναλαβαίνεται κάθε χρόνο. Τάχυνα τό βήμα μου γιά νά φτάσω μιά ώρα άρχίτερα στό Σταθμό. “Ηθελα νά κοιτάξω στά μάτια όλους τούς μαθητές καί νά δώ μέσα σ ’αύτά τήν άντανάκλαση τής μεγάλης μου άνακάλυψης. Στή βεράντα τοϋ άσπρου χτιρίου στέκονταν δυό άμάξια κι ό Λάποτ μέ προϋπάντησε λέγοντάς μου: —Ή ρ θ ε έπιτροπή ά π ’τό Χάρκοβο. «Πολύ ώραϊα, σκέφτηκα. Τώρα θά λύσουμε καί τά ζητήματα αύτά». Στό γραφείο μέ περίμεναν ή Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα Ντζουρίνσκαγια, μιά παχουλή ντάμα πού φορούσε ενα σκουροκόκκινο φουστάνι όχι καί πολύ καθαρό, περασμένης λίγο ήλικίας, μέ ζωηρά καί διαπεραστικά όμως μάτια, κι ενας κακοφτιαγμένος άνθρωπάκος μισόξανθος, πού δέν καταλάβαινες άν είχε ή όχι γένεια. "Ολο το ϋ’ πεφταν ά π ’τά μάτια τά γυαλιά, καί συνέχεια 174


τά διόρθωνε μέ τό έλεύθερο χέρι του, ένώ στό άλλο κρατούσε μιά μεγάλη τσάντα. ' Η Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα, μέ ύποχρέωσε νά χαμογελάσω καλόκαρδα όταν μέ σύστηνε στούς υπόλοιπους: — Νά ό σύντροφος Μακάρενκο. Γνωριστείτε σάς παρα­ καλώ: άπό δώ ή Βαρβάρα Βίκτοροβνα Μπρέγκελ καί ό Σεργκέι Βασίλιεβιτς Τσάικιν. Τή Βαρβάρα Βίκτοροβνα Μπρέγκελ μπορούσα βέβαια νά τή δεχτώ στό Σταθμό, ήταν ή άνώτερη προϊσταμένη μου άρχή, μά άπό πού ώς πού βρέθηκε τούτος ό Τσάικιν; Α κ ο υ σ τά είχα γΓαύτόν πώς ήταν καθηγητής τής παιδαγωγικής. Μήπως διεύθυνε κανένα παιδικό σταθμό; Ή Μ πρέγκελ είπε: —Ή ρθα μ ε είδικά γιά νά μελετήσουμε καί νά έλέγξουμε τή μέθοδό σας. — Διαμαρτύρομαι κατηγορηματικά, είπα. Δένύπάρχει καμιά δική μου μέθοδος. — Καί ποιά μέθοδο έφαρμόζετε; — Τή συνηθισμένη σοβιετική. Ή Μ πρέγκελ χαμογέλασε μέ κακία: —Ί σ ω ς ν ά ’ναι κι £τσι, τή σοβιετική, όμως, όπως καί ν ά ’χει τό πράγμα, όχι τή συνηθισμένη. Πρέπει όπωσδήποτε νά τήν έλέγξουμε. “Α ρχισε μιά φοβερά άχαρη συζήτηση, όταν όρισμένοι άνθρωποι παίζουν μέ τίς διάφορες όρολογίες, όντας άπόλυτα βέ­ βαιοι, πώς οί όρολογίες αύτές καθορίζουν καί τήν ίδια τήν πραγματικότητα. Γ ι’αύτό κι άναγκάστηκα νά τούς πώ: — Δέν πρόκειται νά συνεχίσω τή συζήτηση μ ’ αύτή τή μορφή. “Αν σάς είναι βολικό, μπορώ νά σάς κάνω μιά Εκθεση, άλλά σάς προειδοποιώ πώς θά κρατήσει τό λιγότερο τρεις ώρες. ' Η Μ πρέγκελ συμφώνησε. Κάτσαμε άμέσως όλοι στό γραφείο, κλειδωθήκαμε κι έγώ άρχισα ν ’ άσχολούμαι μ ’ £να άφάνταστα βασανιστικό £ργο: νά μεταφράσω σέ λόγια δλες τίς έντυπώσεις, τίς σκέψεις, τίς άμφιβολίες καί τά πειράματα πού ’χαν μέσα σ ' αύτά τά πέντε χρόνια συσσωρευτεί στό μυαλό μου. Μού φαινόταν πώς μιλούσα μ ’ εύφράδεια, πώς έβρισκα τίς άκριβεΐς έκφράσεις γιά όλες τίς λεπτές έννοιες, πώς άνέλυα καί άποκάλυπτα προσεχτικά καί θαρραλέα όλους τούς μυστικούς κι άγνω­ στους ώς τά τώρα τομείς, πώς χάραζα τίς μελλοντικές προοπτι­ 175


κές κι άντιμετώπιζα τίς δυσκολίες πού μπορούσαν στό μέλλον νά παρουσιαστούν. Πάντως ήμουν άπόλυτα ειλικρινής, ξετίνα­ ξα όλες τίς προκαταλήψεις καί δέν φοβήθηκα νά πώ ότι σέ όρισμένες περιπτώσεις ή «θεωρία» άποδείχτηκε άξιοθρήνητη καί ξένη. ' Η Ντζουρίνσκαγια μ ’ άκουγε προσεχτικά καί στό ξαγαμμένο πρόσωπό της έκφραζόταν μιά πραγματική χαρά. Ή Μπρέγκελ ήταν σά νά φορούσε μάσκα. Ό Τσάικιν δέ μ ’ ένδιέφερε καί πολύ. "Οταν τέλειωσα, ή Μπρέγκελ χτύπησε μέ τά παχιά δάχτυλά της τό τραπέζι κι άρχισε νά μιλάει μ ’ έναν τέτιο τόνο, πού δύ­ σκολα ξεκαθάριζες άν μιλάει είλικρινά ή ειρωνεύεται: —"Ωστε έτσι... θά σάς μιλήσω άνοιχτά: Πολύ ένδιαφέροντα πράγματα. Πάρα πολύ. 'Έ τσ ι Σεργκέι Βασίλιεβιτς; Ό Τσάικιν προσπάθησε νά διορθώσει τά γυαλιά του, χώθηκε στό σημειωματάριό του καί πολύ εύγενικά, όπως ταιριάζει σ ’ έναν έπιστήμονα, μέ μορφασμούς δλο Αβροφροσύνη καί μ ’ ένα έπίπλαστό υφος ψευτοσεβασμού άρχισε νά βγάζει ένα μακρόσυρτο λόγο: —Ό λ ’ αύτά είναι καλά βέβαια, θέλουν όμως ξεκαθάρισμα, γιατί νά, καί τώρα άκόμα, έγώ έχω πολλές άμφιβολίες γιά μερικές, άν μπορεί νά έκφραστεϊ κανείς έτσι, θεωρητικές σας θέσεις, τίς όποιες είχατε τήν εύγενή καλοσύνη νά μάς έκθέσετε έδώ, καί μάλιστα μέ τόσο ένθουσιασμό, πού φυσικά δείχνει τήν άπόλυτη βεβαιότητά σας γιά τήν όρθότητά τους. Καλά, πολύ καλά. "Ομως έμεΐς, καί πρίν κάτι ξέραμε ά π ’ δλα αύτά, παρόλο πού έσεΐς σά νά είχατε κλειστεί στή σιωπή σας. Έ δώ έσεΐς έχετε όργανώσει έναν, άς τόν πούμε συναγωνισμό άνάμεσα στούς τροφίμους τού Σταθμού: δποιον κάνει περισσότερα τόν έπαινεϊτε, όποιον καθυστερεί τόν κατακρίνετε. Νά π.χ., όταν όργώσατε τά χωράφια εΊχατε έναν τέτιο συναγωνισμό, δέν ε ίν ’ έτσι; Αύτό τό άποσιωπήσατε, Ίσως τυχαία. Θά ήθελα δμως νά ξέρω: δέν έχετε άραγε ύπόψη σας δτι έμεΐς τή μέθοδο τού συναγωνισμού τή θεωρούμε καθαρά άστική μέθοδο, γιατί άντικαθιστά τήν άμεση σχέση πρός τά πράγματα μέ τήν έμμεση σχέση; Πρώτο αύτό. Καί δεύτερο: δίνετε στούς τροφίμους χρήματα, κάθε γιορτή βέβαια, καί δέ δίνετε σ ’ όλους τά Ίδια, άλλ ’ άνάλογα μέ τίς υπηρεσίες πού πρόσφερε ό καθένας. Δέ σάς φαίνεται ότι άντικαθιστάτε τό έσωτερικό κίνητρο μέ κίνητρα έξωτερικά καί μάλιστα μέ καθαρά ύλικά κίνητρα; Πάμε παρακά­ 176


τω: μιλάτε γιά τιμωρίες. Θά πρέπει νά σάς είναι γνωστό, ότι ή τιμωρία διαπαιδαγωγει δούλους κι έμεΐς πρέπει ν ’ άναπτύσσουμε τήν έλεύθερη προσωπικότητα πού καθορίζει τίς πράξεις της ό χι κάτω ά π ’ τήν άκειλή τοϋ βούρδουλα ή άλλου παρόμοιου μέτρου, ά λ λ ’ άπό τά έσωτερικά κίνητρα καί τήν πολιτική αυτοσυνείδηση... ’Εξακολουθούσε νά μιλάει γιά πολύ άκόμα τούτος ό Τσάικιν. Τόν άκουγα καί στό μυαλό μου ήρθε άθελα ένα διήγημα τοϋ Τσέχοφ, όπου περιγράφεται μιά δολοφονία πού εγινε μ ' Ενα ταμπόν. Βέβαια, σκέφτηκα πώς δέ χρειάζεται νά δολοφονηθεί ό Τσάικιν, όμως τοϋ πρέπει Ενα γερό ξύλο όχι μέ βίτσα ή μέ κανένα κνούτο πού χρησιμοποιούσαν έπί τσάρου, άλλά μ ’ Ενα συνηθισμένο λουρί ά π ’ αύτό πού οί έργάτες Εδεναν τά παντελό­ νια τους. Αύτό θά ήταν άπό Ιδεολογική άποψη πιό συνεπές. *Η Μ πρέγκελ, διακόπτοντας τόν Τ σάικιν μέ ρώτησε: — Γιατί χαμογελάτε; Μήπως είναι γιά γέλια αύτά πού λέει ό σύντροφος Τσάικιν; —Ώ , όχι, άπάντησα, δέν είναι γιά γέλια... — Σάς στενοχωρούν, Ε; Χαμογέλασε έπιτέλους κι ή Μπρέγκελ. — Μπά, γιατί νά μέ στενοχωρούν; Συνηθισμένα πράγματα. Ή Μ πρέγκελ μου Εριξε ενα διαπεραστικό βλέμμα, άναστέναξε καί τ ό ’ριξε στό άστεϊο: — Σέ δύσκολη θέση βρεθήκατε μέ τή συζήτησή μας, δέν ε ίν ’ Ετσι; — Μπά, είμαι συνηθισμένος στίς δυσκολίες. Έ χ ω περάσει πολύ δυσκολότερες στιγμές. Ή Μ πρέγκελ έβαλε άπότομα τά γέλια. —"Ολο στό άστεϊο τό ρίχνετε, σύντροφε Μ ακάρενκο, είπε ήσυχάζοντας. Παρ* όλα αύτά θ ’ άπαντήσετε κάτι στόν Σεργκέι Βασίλιεβιτς. ’Έ ρ ιξα Ενα άπαλό καί Ικετευτικό βλέμμα στή Μπρέγκελ: — Νομίζω πώς καλύτερα θά ’ναι ν ’ άσχοληθεϊ μ ’ αύτά τά ζητήματα ή Επιστημονική παιδαγωγική Επιτροπή. Γιατί έκεΐ όλα τά κάνουν όπως χρειάζεται. Καλύτερα νά πάμε γιά φαγητό. — Καλά, καλά, μούτρωσε λίγο ή Μπρέγκελ. Γιά πέστε μας όμως τί σόι ίστορία είναι τούτη; Αλήθεια διώξατε ά π ’ τό Σταθμό τόν Ό π ρ ίσ κ ο ; — Ναί, γιατί μέθυσε. — Καί πού ’να�� τώρα; Σίγουρα θ ’ άλητεύει, ε; —“Ο χι, ζεΐ έδώ κοντά, σ ’ Εναν κουλάκο. 177


— Δηλαδή, τί σημαίνει αύτό, τόν δόσατε σέ κηδεμόνα; — Κάτι τέτιο, είπα χαμογελώντας. — Καί ζεΐ έκεΐ; Τό ξέρετε καλά; — Ναί, τό ξέρω πολύ καλά. Ζεΐ στόν Λουκασένκο, έναν κουλάκο τής περιοχής μας. Ό καλός αύτός άνθρωπος έχει κιόλας δυό άτομα ύπό «κηδεμονία». — Καλά, θά τό έλέγξουμε. — Παρακαλώ. Α Πήγαμε γιά φαγητό. Ό τα ν σηκωθήκαμε ά π ’ τό τραπέζι ή Μ πρέγκελ κι ό Τσάικιν άποφάσισαν νά πειστούν γιά μερικά πράγματα μέ τά ίδια τους τά μάτια. Βρήκα ευκαιρία, έβγαλα τό καπέλο καί ύποκλίθηκα μπροστά στή Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα: — Καλή, άγαπητή, χρυσή μας έπιθεωρήτρια! Έ δώ πιά νιώθουμε στενόχωρα. Τίποτα παραπάνω δέν έχουμε νά κάνουμε. Μέσα σέ μισό χρόνο όλοι θά 'μαστέ γιά τό τρελοκομείο. Δόστε μας μιά δουλιά μεγαλόπνοη, μέ προοπτική, πού νά ζαλίζεται τό κεφάλι ά π ’ τήν προσπάθεια. Πολλά πράματα έχετε στή διάθεσή σας! Δέν άσχολεΐστε μονάχα μέ τίς παιδαγωγικές αρχές! ' Η Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα γέλασε πλατιά: — Σάς καταλαβαίνω, πολύ καλά μάλιστα. Αύτό πού λέτε, μπορεί νά γίνει. Πάμε νά μιλήσουμε πιό λεπτομερειακά. Μά γιά σταθείτε, έσεΐς δλο γιά τό μέλλον μιλάτε. Σάς πειράζει πολύ ό έλεγχος αύτός; — Μπά, καθόλου. ’Αλλιώς δέ γίνεται. — Καλά, καί τά συμπεράσματα τοϋ Τσάικιν δέ σάς Ανησυ­ χούν; — Γιατί νά μ ’ άνησυχοϋν; ’Αφού μ ’ αύτά θά άσχοληθεϊ ή έπιστημονική παιδαγωγική έπιτροπή. Αύτόν μπορεί ν ’ άνησυ­ χοϋν, έμένα όχι. Τό βράδυ ή Μπρέγκελ, πηγαίνοντας γιά ύπνο, μού είπε τίς έντυπώσεις της: —Έ χ ε τ ε θαυμάσια κολεχτίβα. Αύτό όμως τίποτα δέ σημαί­ νει. Οί μέθοδές σας είναι φριχτές. Έ νιω σ α άφάνταστη χαρά: ευτυχώς πού δέν έμαθε τίποτα γιά τήν έκπαίδευση τών τυμπανιστών μας. — Καληνύχτα, μοϋ είπε ή Μπρέγκελ. Ά , ναί, ν ά ’χετε ύπόψη σας πώς δέν πρόκειται κανείς νά σάς κατηγορήσει γιά τό θάνατο τοϋ Τσόμποτ... Τή χαιρέτησα μέ μιάν υπόκλιση πού έκφραζε τή βαθιά μου εύγνωμοσύνη. 178


16. ΖΑΠΟΡΟΖΙΕ Μάς ξανάρθε τό καλοκαίρι. Ξανά τά μιχτά τμήματα μόλις έσκαγε ό ήλιος άρχιζαν τή δουλιά στά χωράφια, ξανά ξεθεωνό­ ταν στή δουλιά τό τέταρτο τμήμα μ ’ έπικεφαλής πάντα τόν Μπουρούν. Οί σπουδαστές τής έργατικής σχολής ήρθαν στό Σταθμό στά μέσα τού Ί ο ύ ν η κι έφεραν μαζί τους, έκτός ά π ’ τόν ένθουσιασμό τους πού πέρασαν στό δεύτερο χρόνο, καί δυό νέα μέλη: τήν Ό ξ ά ν α καί τή Ραχήλ πού σάν τρόφιμοι τοΰ Σταθμοϋ μας δέν τούς έμενε παρά νά ’ρθοΰν κι αύτές στό Σταθμό. Μαζί τους ήρθε έπίσης καί ή τσερνιγκοπούλα, μιά ύπαρξη μέ πολύ μαύρα φρύδια καί σκούρα μάτια. Τήν έλεγαν Γκάλια Ποντγκόρναγια. Ό Σεμιόν τήν έφερε στή γενική συνέλευση τών τροφίμων τού Σταθμού, τήν έδειξε σ ’ όλους κι είπε: —' Ο Σούρικ σάς έγραψε πώς τάχα έγώ ήθελα νά τά φτιάξω μέ τούτη τήν τσερνιγκοπούλα. Στήν κομσομόλικη τιμή μου, τίποτα δέν είχαμε μαζί. Τό σοβαρό είναι τοΰτο: ή Γκάλια Ποντγκόρναγια δέν έχει κανέναν γιά νά πάει στίς διακοπές. Κρίνετέ το καί μόνοι σας, σύντροφοι, ποιός έχει δίκιο καί ποιός μπορεΐ νά ’ναι φταίχτης. ' Ο Σεμιόν κάθησε κάτω στό χώμα. ' Η συνέλευση γινόταν στό πάρκο. ' Η τσερνιγκοπούλα κοίταγε μ ’ έκπληξη τόν κόσμο γύρω της, έβλεπε πολλούς γυμνοπόδαρους, άλλους χωρίς μανίκια κι άρκετούς μέ γυμνές τίς κοιλιές τους. Ό Λάποτ έσφιξε τά χείλια του, μισόκλεισε τά μάτια, άνοιγόκλεισε τά μεγάλα άτριχα ματόφυλ­ λά του κι είπε βραχνά: — Γιά πέστε μας, παρακαλώ, συντρόφισσα τσερνιγκοπούλα, πώς τό λένε έκεΐνο... Ή κοπέλα κοίταγε άνήσυχη γύρω, ένώ ή συνέλευση τέντωνε τ' αύτιά της. — ... νά, ξέρετε τό «ΙΊάτερ ήμών»; Ή κοπέλα χαμογέλασε άμήχανα, τά ’χασε, κοκκίνησε κι άπάντησε δειλά: — Δέν τό ξέρω... —Ά , δέν τό ξέρετε, ό Λάποτ έσφιξε περισσότερο τά χείλια του κι άνοιγόκλεισε πάλι τά ματόφυλλά του. Καί τό «Πιστεύω», τό ξέρετε; —“Ο χι, δέν τό ξέρω... 179


—Ά , έτσι. Καί τό Δνείπερο μπορεϊτε νά τόν περάσετε κολυμπώντας; Ή τσερνιγκοπούλα κοίταξε σαστισμένα γύρω της: — Νά, τί νά σάς πώ: Κολυμπάω καλά, σίγουρα μπορώ νά τόν περάσω... ' Ο Λάποτ στράφηκε πρός τή συνέλευση μέ μιά τέτια έκφραση στό πρόσωπό του σάν έκείνους τούς βλάκες πού στίβουν τό κεφάλι τους γιά νά ποϋν κάτι: είχε φουσκώσει, άνοιγόκλεινε τά μάτια, σήκωνε τό δάχτυλο, έξυνε τή μύτη του κι δ λ ’ αύτά χωρίς καθόλου νά χαμογελάει. — Δηλαδή μπορούμε νά πούμε: Τό ·<Πάτερ ήμών» δέν τό ξέρει, τό «Πιστεύω» δέν τό ’ πιασε στό στόμα της, τό Δνείπερο μπορεϊ νά τόν περάσει. "Αμα όμως δέ μπορεϊ; — Μ πορεϊ, μπορεϊ, φωνάζει ή συνέλευση. — Καλά, καλά. Ά ν δέ μπορέσει νά περάσει τό Δνείπερο, θά μπορέσει νά περάσει τόν Καλομάκ. — Θά μπορέσει, θά μπορέσει, φωνάζουν τά παιδιά σκασμένα στά γέλια. — Βγαίνει δηλαδή ότι ή κοπέλα κάνει γιά τό Σταθμό μας τών ιπποτών τού Ζαπορόζιε, 2; — Κάνει, κάνει. — Καί σέ ποιό τμήμα νά πάει; — Στό πέμπτο. — Τότε νά ρίξετε λίγη άμμο στό κεφάλι της καί νά τήν πάτε στό πέμπτο τμήμα. — Τί κάνεις έκεΐ μωρέ; φωνάζει ό Καραμπάνοφ. “Αμμο ρίχνουν μόνο σ* όσους είναι ά π ’ τό Ζαπορόζιε. — Γιά πές μου όμως, κοζάκε, ρωτάει τόν Σεμιόν ό Λάποτ. *Η ζωή τραβάει μπροστά ή δχι; — Τραβάει μπροστά. Έ , λοιπόν; — Νά, πρώτα ραίναμε τά κεφάλια τών έκλεχτών τού Ζαπορό­ ζιε, τώρα ραίνουμε τά κεφάλια όλωνών. —Ά , έτσι; λέει ό Καραμπάνοφ. Τότε σωστά. ' Η σκέψη νά μεταφερθούμε στήν περιοχή τού Ζαπορόζιε, μάς γεννήθηκε μετά άπό ένα γράμμα τής Ντζουρίνσκαγια, δπου μάς έγραφε δτι κυκλοφορούν άνεξακρίβωτες φήμες πώς ύπάρχει σχέδιο νά όργανωθεΐ στό νησί Χόρτιτσε μεγάλος παιδικός Σταθμός. Μ άλιστα τό γράμμα πρόσθετε πώς τό Λαϊκό Έ π ιτρ ο πάτο Παιδείας, θά χαιρόταν πολύ άν άναλάβαινε τήν όλη όργάνωση τού καινούργιου τούτου Σταθμού ό Σταθμός Γκόρκι. 180


Λεπτομερειακή Επεξεργασία αύτοϋ τοϋ σχεδίου δέν είχε κάν άρχίσει. Στά έρωτήματά μου, ή Ντζουρίνσκαγια άπαντοϋσε δτι θά *ρχόταν γρήγορα ή τελική άπόφαση γΓ αύτό τό ζήτημα, κι ότι όλα συνδέονται μέ τά μεγάλα Εργα τοϋ Δνείπερου. Τ ί γινόταν στό Χάρκοβο έμεΐς δέν τό ξέραμε, όμως στό Σταθμό γίνονταν πολλά πράματα. ’ Ηταν δύσκολο νά περιγράψει κανείς τά όνειρα τών παιδιών: οί σκέψεις τους πετούσαν στό Δνείπερο, στό νησί, στά άπέραντα χωράφια, σέ κάποια μεγάλη φάμπρικα. Πολλοί Ενθουσιάζονταν μέ τή σκέψη ότι θά έχουμε ίσως καί δικό μας βαπόρι. Ό Λάποτ κούρντιζε τίς κοπέλες, λέγοντας ότι στό νησί Χόρτιτσε, σύμφωνα μέ κάτι παλιές παραδόσεις, δέν Επιτρέπεται νά πάνε κορίτσια, καί γΓ αύτό τό λόγο θά πρέπει νά βολευτούν κάπου έκεΐ, στίς όχθες τού Δνείπερου. — Δέν πειράζει όμως, τίς παρηγορούσε ό Λάποτ. Έ μ εΐς θά σάς έπισκεφτόμαστε συχνά, όμως θ ’ αύτοχτονούμε στό νησί. Έ τ σ ι θά ’στε καί πιό ήσυχες. Οί σπουδαστές τής έργατικής σχολής έπαιρναν μέρος σ τ ' άστεϊα αύτά όνειροπολήματα τών παιδιών ν ’ άποχτήσουν τό νησί τοϋ Ζαπορόζιε κι έχτιμοϋσαν πολύ τήν προσπάθεια τών παιδιών νά κάνουν παιχνίδι τά όνειρά τους, ενα παιχνίδι πού δέν Εννοούσε νά σβύσει. Ό λ ό κ λ η ρ ε ς βραδιές όλος ό Σταθμός Εσκαγε στά γέλια, βλέποντας στήν αύλή τήν άναπαράσταση τής ζωής στό Ζαπορόζιε, καί γ ι ’ αύτό ή πλειοψηφία μάθαινε καλά τόν «Ταράς Μπούλμπα**·. Σέ κάτι τέτιες άναπαραστάσεις τά παιδιά είχαν άνεξάντλητες Εμπνεύσεις. Πότε Εμφανιζόταν στήν αύλή ό Καραμπάνοφ, μέ κάτι βράκες φτιαγμένες άπό τήν αύλαία τοϋ θεάτρου κι Εκανε διάλεξη πώς νά ράψεις τέτιες βράκες πού χρειάζονται τουλάχιστο Εκατόν είκοσι πήχεις ύφασμα. Πότε γινόταν στήν αύλή άναπαράσταση μιάς φοβερής Εχτέλεσης Ενός κάτοικου τοϋ Ζαπορόζιε πού κατηγοροϋνταν γιά μεγάλη κλεψιά. Παράλληλα τά παιδιά Εκαναν Ιδιαίτερη προσπάθεια νά μή θίξουν καθόλου τήν παρακάτω θρυλική λεπτομέρεια: ή Εχτέλεση γίνεται μέ μιά μεγάλη μαγγούρα, δικαίωμα όμως νά χτυπήσει μ ’ αύτή Εχει μονάχα Εκείνος πού πρίν άπό τή δουλιά αύτή είχε πιει Ενα «κανάτι βότκα». Κι Επειδή βότκα δέν υπήρχε, όποιος Εκανε τήν έχτέλεση έπρεπε νά πιει μιά τεράστια γαβάθα νερό, πού κι οί πιό μεγάλες κρασοκανάτες πού κατεβάζουν όκάδες δέ * Νουβέλα τοΰ Γκόγκολ γιά τή ζωή τών κοζάκων τοΰ Ζαπορόζιε.

181


ϋά μπορούσαν νά τό πιουν. "Αλλοτε πάλι τό τέταρτο μικτό τμήμα, πηγαίνοντας γιά τή δουλιά, προσφέρει στόν Μπουρούν ένα κοζάκικο σκήπτρο κι ένα «μπουντσιούκ», άπό φλούδες δέντρου. Τό σκήπτρο είναι φτιαγμένο άπό κολοκύθα καί ή ούρά τού «μπουντσιούκ» άπό παλιόφλουδες, ό Μπουρούν όμως είναι ύποχρεωμένος νά δεχτεί όλα αύτά τά «δώρα» μέ πολύ σεβασμό καί νά ύποκλιθεΐ πρός όλες τίς κατευθύνσεις. Περνούσε τό καλοκαίρι καί τά σχέδια γιά τό Ζαπορόζιε έμεναν στά χαρτιά, μέχρι πού καί τά παιδιά βαρέθηκαν νά παίζουν μαζί του. Τόν Αύγουστο έφυγαν καί οί σπουδαστές τής έργατικής σ χολής καί πήραν μαζί τους άλλη μιά φουρνιά καινούργιων παιδιών. Πέντε όλόκληροι διοικητές βγήκαν έκτός μάχης κι ή πιό μεγάλη πληγή ήταν τό κενό πού έμεινε στή θέση τού διοικητή τού δεύτερου τμήματος. Έ φ υ γε γιά τήν έργατική σχολή κι ό ’ Αντόν Μ πράτσενκο, ό πιό καλός μου φίλος κι άπό τούς ιδρυτές τού Σταθμού Γκόρκι. “Εφυγε κι ό Ό σ ά ν τσ ι πού γΓ αύτόν ξόδεψα ένα μεγάλο κομμάτι τής ζωής μου. Ή ρ θ ε στό Σταθμό σά ληστοσυμμορίτης κι έφυγε γιά τό τεχνολογικό ινστιτούτο τού Χάρκοβου λεβεντόκορμος, ώραϊος, ψηλός, δυνα­ τός, συγκροτημένος καί γεμάτος άπό κάποια ξεχωριστή δύναμη καί παλικαριά. Ό Κόβαλ έλεγε γΓ αύτόν: — Πραγματικός κομσομόλος ό Ό σ ά ν τσ ι. Κρίμα νά μάς φεύγει ένας τέτιος άνθρωπος! Καί πολύ σωστά: ό Ό σ ά ντσ ι σήκωνε στίς πλάτες του δυό όλόκληρα χρόνια τό δύσκολο φορτίο τού διοικητή τού τμήμα­ τος τού μύλου. Κι αύτό σήμαινε άφάνταστους μπελάδες κι άτέλειωτους λογαρι��σμούς μέ τά χωριά καί τίς έπιτροπές τώ νάκτημόνων. Μαζί τους έφυγε κι ό Γκεοργκίεφσκι, γιός κυβερνήτη τού Ίρκούτσ κ πού δέ μπόρεσε νά βγάλει άπό πάνω του αύτή τήν κηλίδα, άν καί στό έπίσημο βιογραφικό του σημείωμα ήταν γραμμένο: «τούς γονείς του δέν τούς θυμάται». Έ φ υ γε κι ό Σνάιντερ. διοικητής τού περίφημου έβδομου τμήματος, έφυγε κι ή έπικεφαλής τού πέμπτου τμήματος, Μα­ ρούσια Λέφτσενκο. 'Ό τα ν ξεπροβοδίζαμε τούς σπουδαστές τής έργατικής σχολής άμέσως καταλάβαμε πόσο ξανάνιωσε ό κόσμος τού Σταθμού μας. ’ Ακόμα καί στό συμβούλιο τών διοικητών έπαιρναν τώρα μέρος τά χτεσινά πιτσιρίκια: ό Βίτκα Μ πογκογιάβλενσκι τού δεύτε­ ρου τμήματος, ό Κόστια Σαρόφσκι πού άντικατέστησε τόν 182


Ό π ρ ίσ κ ο στό τρίτο τμήμα, ή Νατάσα Πετρένκο τοϋ πέμπτου τμήματος, ό Μ ίτια Ζεβέλι τοϋ ένατου κι ό τεράστιος Φ εντορέν­ κο, πού έπιτέλους κατάφερε νά πάρει τό πόστο τού διοικητή στό όγδοο τμήμα. Τό τμήμα τών μικρών παιδιών τό παράδοσε στόν Τόσκα Σολοβιόφ ό Γκεοργκίεφσκι πού τρία χρόνια ήταν διοικ η­ τής του. ■Άρχισε ξανά ή άποθήκευση τού κοκκινογουλιού καί τής πατάτας, τό σκέπασμα τού σταύλου μέ άχυρα, τό καθάρισμα κι ή φύλαξη τού σπόρου γιά τήν άνοιξη. Τά παιδιά τού πρώτου καί τού δεύτερου μιχτού τμήματος ρίχτηκαν ξανά στή δουλιά γιά τό φθινοπωρινό όργωμα, τώρα πιά δίχως συναγωνισμό. Καί μονάχα τότε πήραμε ά π ’ τό Χάρκοβο έπίσημη πρόταση τού Λαϊκού Έ πιτροπάτου Παιδείας νά πάμε νά δούμε τό χτήμα Ποπόφ στήν περιοχή Ζαπορόζιε. ' Η γενική συνέλευση τών μαθητών τού Σταθμού, άφού άκουσε προσεχτικά τήν άνακοίνωσή μου καί διάβασε τό χαρτί τού Λαϊκού Έ πιτροπάτου Παιδείας πού πέρασε άπό χέρι σέ χέρι, ένιωσε άμέσως ότι ή ύπόθεση πιά ήταν πολύ σοβαρή. Γιατί μαζί μ ’ αύτό πήραμε στά χέρια μας κι ενα άλλο χαρτί πού μ ’ αύτό τό Λαϊκό Έ πιτροπά το Παιδείας ζητούσε άπό τήν έκτελεστική έπιτροπή τού σοβιέτ περιοχής Ζαπορόζιε νά δοθεϊ τό χτήμα Ποπόφ στό Σταθμό. Τούτη τή στιγμή τά χαρτιά αύτά μού φάνηκαν ότι δίνουν τελεσίδικη λύση στό ζήτημα. Δέν έμενε παρά ν ’ άνασάνουμε μέ άνακούφιση, νά ξεχάσουμε τίς άτέλειωτες συζητήσεις γιά τά διάφορα έγκαταλειμμένα χτήματα, τούς άποτυχημένους Σταθ­ μούς, τά διάφορα μοναστήρια πού δέν είχαν άκόμα άπονεκρωθεΐ, τίς κουλάκικες φωλιές πού κρυφοκοιμούνταν άκόμα, νά σβύσουμε ά π ’ τά μυαλά μας τό παραμύθι γιά τό νησί Χόρτιτσε. Δέν έμενε τίποτ* άλλο παρά νά τά μαζέψουμε καί νά φύγουμε, Γιά τήν έξέταση καί τήν παραλαβή τού χτήματος Ποπόφ πήγα έγώ μαζί μέ τόν Μίτκα Ζεβέλι πού τόν είχε έκλέξει γΓ αύτή τή δουλιά ή γενική συνέλευση. Ό Μίτκα ήταν δεκαπέντε χρονών. Ά π ό καιρό πιά μέσα στή γραμμή τών πιτσιρίκων ξεχώριζε ένα όλόκληρο κεφάλι ά π ’ τούς άλλους, δοκιμάστηκε στή δύσκολη δουλιά τού ύπεύθυνου τής Κομσομόλ στό τμήμα του, πάνω άπό ένα χρόνο είναι κομσομόλος καί τελευταία είχε έπάξια πάρει τό ύπεύθυνο πόστο τού διοικητή τού ένατου τμήματος. Ό Μίτκα ήταν άντιπρόσωπος τής νεώτερης γενιάς τών παιδιών τοϋ Σταθμού μας: στά δεκαπέντε του χρόνια εϊχε 183


άποχτήσει μεγάλη πείρα νοικοκυριού, είχε ένα σώμα σάν έλατήριο, ήξερε νά όργανώνει μ* έπιτυχία τή δουλιά του κι εϊχε μπολιαστεί ταυτόχρονα μέ τή μεγάλη πείρα τής παλιάς μαχητι­ κής γενιάς του Σταθμοϋ. Ό Μ ίτκα άπό τήν πρώτη μέρα ήταν «βλαστάρι»» τοϋ Καραμπάνοφ κι ά π ' αύτόν είχε κληρονομήσει τ ’ άστραφτερό βλέμμα καί τήν όμορφη εύκινησίατου. 'Υ πή ρ χε όμως καί διαφορά μεταξύ τους, έστω κι άν παρθεϊ ύπόψη μονάχα τό γεγονός ότι ό Μίτκα στά δεκαπέντε του χρόνια ήταν στήν πέμπτη τάξη. Ξεκινήσαμε μέ τόν Μίτκα μιάν ήλιόλουστη μέρα τοϋ Νο­ έμβρη. Έ κ α ν ε παγωνιά, μά ήταν στεγνός ό καιρός. Μέσα σ ’ Ι-να είκοσιτετράωρο φτάσαμε στό Ζαπορόζιε. Σάν παιδιά είχαμε κιόλας σχηματίσει τήν έντύπωση πώς ή καινούργια ευτυχισμένη ζωή τοϋ Σταθμοϋ Γκόρκι παρουσιαζόταν περίπου έτσι: ό πρόε­ δρος τής έχτελεστικής έπιτροπής περιοχής, άνθρωπος μ ’ Ενα εύχάριστο πρόσωπο πραγματικού έπαναστάτη, θά μάς προϋπαν­ τήσει γεμάτος χαρά καί θά μάς πεΐ καλοσυνάτα: — Τό χτήμα Ποπόφ; Γιά τό Σταθμό Γκόρκι; Μά πώς, ξέρω, ξέρω! 'Ο ρίσ τε, όρίστε! Νά, πάρτε τήν έντολή καί πηγαίνετε νά τό παραλάβετε. Δέ μένει παρά νά μάθουμε τό δρόμο γιά τό χτήμα καί νά πεταχτοϋμε μετά στό Σταθμό άνεμίζοντας τήν έντολή: — Γρήγορα, μαζεϋτε τα γιά τόν καινούργιο Σταθμό... Πώς θά μάς άρεσε όπωσδήποτε τό χτήμα Ποπόφ, γΓ αύτό δέν είχαμε καμιά άμφιβολία. Ά κ ό μ α κι ή Μ πρέγκελ, γυναίκα μετρημένη, μάς εϊπε όταν πήγαμε μέ τό Μίτκα στό Λαϊκό Έ πιτρ ο π ά το Παιδείας στό Χάρκοβο: — Τό χτήμα Ποπόφ; Είναι δ,τι χρειάζεται γιά τόν Μακάρενκο! Αύτός ό Ποπόφ ήταν πολύ παράξενος τύπος... Καί σκάρωσε τόσα πράματα έκεΐ... Θά τά δείτε καί μόνοι σας. Είναι πολύ καλό χτήμα, θά σάς άρέσει. *Η Ντζουρίνσκαγια Ελεγε τά Ίδια: — Είναι πολύ καλά έκεΐ, καί πλούσιο καί όμορφο χτήμα. Τό μέρος αύτό είναι σά νά φτιάχτηκε είδικά γιά παιδικό Σταθμό. Κι ή Μαρία Κοντράτιεβνα είπε: — Τό χτήμα αύτό είναι θαύμα! Τό ότι τό χτήμα αύτό τό ήξεραν όλοι, αύτό σήμαινε πολλά, γι* αύτό κι έγώ κι ό Μίτκα κυριευτήκαμε άπό μιά αίσιόδοξη διάθεση: ή τύχη είχε έτοιμάσει είδικά γιά μάς, γιά τό Σταθμό Γκόρκι, τό χτήμα αύτό. 184


Ό μ ω ς ά π ’ ό λ ’ αύτά πού περιμέναμε Ενα μονάχα βγήκε σωστό: τό πρόσωπο τοϋ προέδρου τής έχτελεστικής έπιτροπής ήταν πραγματικά Ενα συμπαθητικό πρόσωπο Επαναστάτη. "Ολα τ ’ άλλα δέν ήταν Ετσι καί, πρίν ά π ’ όλα, τά λόγια του δέν ήταν αύτά πού περιμέναμε. Ά φ ο ϋ διάβασε τό χαρτί τοϋ Έ πιτροπάτου Λαϊκής Παιδείας, ό πρόεδρος μάς είπε: — Μά άφοϋ έκεϊ είναι άγροτική κομμούνα! Τί είναι πάλι τοϋτος ό Σταθμός Γκόρκι; Μάς έριξε Ενα βλέμμα γεμάτο ειλικρίνεια, κι όπως φαίνεται, τού έκανε καλύτερη έντύπωση ό Μίτκα παρά έγώ, γιατί άπάντησε μ ’ Ενα χαμόγελο στήν έπιφυλακτικότητα τοϋ Μίτκα λέ­ γοντας: — Κι αύτά τά παιδάκια θά ’ναι έκεΐ νοικοκύρηδες; Ό Μ ίτκα Εγινε κατακόκκινος κι άρχισε νά βγάζει γλώσσα: — Καί τί νομίζετε πώς μόνο παιδάκια καί καπετάν φασαρίες είμαστε στό Σταθμό; Σίγουρα θά τά καταφέρουμε καλύτερα ά π ’ τούς δικούς σας τούς χωριάτες! "Υστερα ά π ’ τά λόγια του αύτά, ό Μίτκα κοκκίνισε άκόμα περισσότερο, ένώ ό πρόεδρος χαμογέλασε πάλι καί μάς είπε μέ όλη τήν είλικρίνειά του: — Τούς άγρότες λοιπόν Ετσι τούς λέτε; Χωριάτες; Π ραγματι­ κά, άσχημα τά καταφέρνουν. Μά ξέρετε πώς έκεΐ Εχουν νά κάνουν μέ χίλια πεντακόσια έχτάρια; Τό ζήτημα αύτό είναι Εξω ά π ’ τή δικαιοδοσία τής έχτελεστικής έπιτροπής καί θά χρεια­ στεί νά πιέσετε στό Λαϊκό Έ π ιτρ οπ ά το Γεωργίας. Ό Μ ίτκα Εριξε Ενα δύσπιστο βλέμμα στόν πρόεδρο: — Είπατε πώς τό ζήτημα είναι Εξω... άπό τή... δικαιοδοσία, Ε; πώς τό ’πατε αύτό; Δηλαδή τί θά πεϊ; —Έ γ ώ τή γλώσσα σας τήν καταλαβαίνω καλύτερα ά π ’ ό,τι έσεΐς τή δική μου... Λοιπόν, καλά, ό διευθυντής τών γραφείων θά σάς έξηγήσει τί θά πει δικαιοδοσία. Τί μπορώ νά σάς κάνω τώρα έγώ; Νά, θά σάς δόσω αύτοκίνητο, τραβάτε καί δεϊτε άπό κοντά τά πράγματα. Μ ιλήστε καί μέ τούς άνθρώπους τής κομμούνας. Μ πορεΐ καί νά συμφωνήσετε. "Ομως τό ζήτημα θά λυθεί μόνο στό Χάρκοβο, στό Λαϊκό Έ π ιτρ οπ ά το Γεωργίας. Ό πρόεδρος χαμογελώντας Εσφιξε τό χέρι τοϋ Μίτκα: —Ά ν στό Σταθμό σας είναι όλοι, τέτιοι «πιτσιρίκοι» σάν Kt έσένα, τότε νά εΐσαστε βέβαιοι πώς θά *χετε τήν υποστήριξή μου. 185


Πήγαμε μέ τό Μίτκα στό χτήμα Ποπόφ κι αιχμαλωτιστήκα­ με άπό τήν όμορφιά του. Στήν άκρη τοϋ περίφημου Μεγάλου Λιβαδιού, μοΰ φαίνεται στό μέρος πού βρισκόταν τό σπίτι τοϋ Ταράς Μπούλμπα, άνάμεσα στό Δνείπερο καί στόν Καρά - Τσεκράκ, ξεπρόβαλλε μέσα στή στέπα μιά μακριά άράδα άπό λοφίσκους. Ά νά μ εσ ά τους ό Καρά - Τσεκράκ σάν άληθινή γλώσσα σέρνεται πρός τό Δνείπερο. Καί μάλιστα δέ μοιάζει μέ ποτάμι, άλλά μέ κανάλι πού στίς ψηλές όχθες του ύψωνόταν ένα θαύμα: ψηλοί τοίχοι, μ έ σ ’ ά π ' τούς τοίχους παλάτια μέ μυτερές είτε στρογγυλές στέγες πού όλες μαζί, έτσι όπως είναι σκόρπιες φτιάχνουν μιά παραμυθένια άρμονία. Σέ μερικούς πύργους στριφογύριζαν άκόμα οί άνεμοδεϊχτες, όμως τά παράθυρα κοίταγαν νεκρά μέ τίς μαύρες τρύπες τους, δημιουργώντας μιά βαριά άντίθεση στό ζωντανό περιβάλ­ λον πού έμοιαζε σάν όμορφο όνειρο μαυριτάνικης ή αραβικής φαντασίας. Περνώντας τήν πόρτα ένός στρογγυλού διώροφου πύργου μπήκαμε σέ μιά τεράστια αύλή στρωμένη μέ μεγάλες τετράγωνες πλάκες πού άνάμεσά τους φύτρωναν μέ θράσος κάτι ξερά καί ξεπαγιασμένα άγριόχορτα, κι όπου οί γελάδες, τά γουρούνια κι οί κατσίκες άφηναν τά βρώμικα δείγματα ά π ’ τό πέρασμά τους. Μπήκαμε στό πρώτο παλατάκι. Δέν υπήρχε τίποτα μέσα. Μόνο σέ φύσαγαν τά ρεύματα πού μύριζαν άσβέστη. Στήν είσοδο, πάνω σ ’ ενα σωρό άπό σκουπίδια κυλιόταν τό γύψινο άγαλμα τής ‘Αφροδίτης τής Μήλου, πού δεν τής ελειπαν μόνο τά χέρια, μά καί τά πόδια. Σ τ” άλλα παλάτια, τό ίδιο ψηλά καί μεγαλοπρε­ πή, ένιθ)θες έντονα τό πέρασμα τής έπανάστασης. Μέ τήν πείρα πού μού ’χαν δόσει οί τόσες έπισκευές, άρχισα νά λογαριάζω πόσο θά κοστίσει αύτή ή δουλιά έδώ. Γιά νά τά πούμε καθαρά, τίποτα τό φοβερό δέν έβλεπα. Χρειάζονταν νά μπουν πόρτες, παράθυρα, νά διορθωθεί τό παρκέ καί νά γίνει γενικό σοβάντισ μ α .'Η Α φ ρ ο δ ίτη όέν ήταν κι άπαραίτητο νά έπισκευαστεϊ. Οί σκάλες, τά ταβάνια, οί σόμπες ήταν άπείραχτα. Ό Μίτκα ήταν λιγότερο πεζός άπό μένα. Καμιά καταστροφή ά π ' αύτές πού εβλεπε γύρω του δέ μπορούσε νά τού σβύσει τόν ενθουσιασμό του. Τριγύριζε σ ’ όλα τά σπίτια, στους πύργους, στά δρομάκια καί στίς αύλές, καί κάθε τόσο φώναζε ά π' τόν Ενθουσιασμό του: —“Ωχ. νά πάρ' ή εύχή! Γιά κοίτα! Σού φεύγει τό καφάσι, λόγο τιμής! “Ιΐχ. τί μέρο^ είναι τούτο, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς! Τά 186


παιδιά θά πετάξουν ά π ' τή χαρά τους! Θαϋμα, λόγο τιμής, θαϋμα! Καί πόσα παιδιά μπορούν νά χωρέσουν έδώ; Μ πορεϊ καί χίλια, έ; Σύμφωνα μέ τούς υπολογισμούς μας, έδώ μπορούσαν νά στεγαστούν όχτακόσια παιδιά. — Καί θά τά βγάλουμε πέρα; Ό χ τα κ ό σ ια καί μάλιστα τοϋ δρόμου... Κι όλοι οί διοικητές μας βρίσκονται στήν έργατική σχολή. Γιά τό άν θά τά καταφέρναμε ή όχι δέν είχαμε τόν καιρό νά σκεφτούμε, έπρεπε νά γυρίσουμε καί νά τά δούμε όλα. Ν οικοκύ­ ρης έδώ ήταν ή κομμούνα, μά σ ’ έπιανε άνατριχίλα σάν έβλεπες πώς διαχειριζόταν τούτο τόν πλούτο. Ό τεράστιος σταϋλος ήταν γεμάτος κοπριές καί πάνω σ ’ αύτές, πού ποιός ξέρει πόσο καιρό είχαν νά τίς καθαρίσουν, καί χω ρίς Ίχνος άχυρόστρωμα στέκονταν πού καί πού κάτι κοκαλιάρικα ψωράλογα. Τά καπούλια τους ήταν γεμάτα βρώμα καί σέ πολλά τούς είχε πέσει ή τρίχα. Τό μεγάλο χοιροστάσιο ήταν γεμάτο τρύπες, μέσα είχε λίγα γουρούνια κι αύτά είχαν τά χάλια τους. Πάνω στούς παγωμένους χωματένιους σβώλους ήταν πεταμένα κάρα. σπαρτικές μηχανές, ρόδες, διάφορα έργαλεϊα, κι ο λ ’ αύτά τά σκέπαζε μιά άγρια άποχαυνωτική έρημιά. Μ ονάχα στό χοιροστάσιο πρόβαλε τή βρώμικη γενειάδα του ένας σκεβρωμέ­ νος παπούς καί μάς είπε: —"Αν ζητάτε τό γραφείο τής κομμούνας, νά, πάτε σ ’ αύτό τό σπιτάκι. — Καί πού 'ναι τά γουρούνια σας; ρώτησε ό Μίτκα. — Τί είπατε; Ά . τά γουρούνια; ’ Ο παπούς στριφογύρισε άμήχανα στή θέση του. χάιδεψε λίγο τά μουστάκια του μέ κάτι δάχτυλα πού φέγγανε κι έριξε μιά ματιά στά ξύλινα χωρίσματα. *Η ερώτηση τοϋ Μ ίτκα δέν τού άφηνε φαίνεται περιθώρια διπλωματικής άπάντησης. Ω σ τό σ ο , πήρε τό θάρρος κι είπε κουνώντας τό χέρι του: — Κοίτα, οί παλιανθρώποι. τί σόι περιποίηση κάνανε στά γουρούνια!... — Π οιοι δηλαδή: — Τί πυιοί: Νά ή κομμούνα... ή Ίδια... — Καί σύ παπού στή\, κομμούνα είσαι; — Χέ. χέ, στήν κομμούνα, περιστεράκι μου. είμαι κι έγώ, σάν τό μοσχάρι στό κοπάδι. Τώρα όποιος σηκώνει τό χέρι καί ψηφίζει κι έχει βουλωμένο τό στόμα πιάνει τά πόστα. Στόν 187


παπού όμως δέ δόσανε τά γουρούνια... Μέ σχωρνάτε, τί ήρθατε νά κάνετε έδώ; — Γιά δουλιές. —"Α, γιά δουλιές... Μιά πού ’ρθατε γ ι ’ αύτό, νά, πηγαίνετε έκεΐ άπέναντι... Συνεδριάζουν... ’Α π ’ τό πρωί ώς τό βράδυ αύτή τή δουλιά κάνουν... Συνεδριάζουν, ένώ έδώ... Ό παπούς είχε πάρει φόρα κι ήθελε, φαίνεται, νά μάς κάνει κι άλλες άποκαλύψεις, μά δέν είχαμε καιρό γιά τέτιες δουλιές. Μ πήκαμε στό στενό γραφείο τής κομμούνας. Πάνω σέ κάτι σκοροφαγωμένες καρέκλες, πού μύριζαν παλιό άρχοντικό, κά­ θονταν τά μέλη τής διοίκησης καί πραγματικά συνεδρίαζαν. Μ έσ’ ά π ’ τά σύννεφα καπνού τών τσιγάρων τους, ήταν δύσκολο νά ξεχω ρίσεις πόσοι έπαιρναν μέρος, όμως ά π ’ τή φασαρία πού κάνανε, έβγαζες τό συμπέρασμα πώς θά ’ταν τουλάχιστο είκοσι άτομα. Δυστυχώς δέ μπορέσαμε νά μάθουμε τήν ήμερήσια διάταξη τής συνεορίασης, γιατί, μόλις μπήκαμε, ένας κατσαρο­ μάλλης μέ μιά σκούρα γενειάδα καί κάτι λεπτά καί στρογγυλά μάτια, πού έμοιαζαν κοριτσίστικα, μάς ρώτησε: —’ Ελόγου σας, τί παριστάνετε; "Α ρχισε μιά συζήτηση, στήν άρχή ψυχρή κι έπίσημη, ύστερα έχθρική κι δλο νεύρα καί μόνο σάν πέρασαν δυό ώρες μπήκα στήν ούσία τής υπόθεσης. ’Αποδείχθηκε πώς εϊχα κάνει λάθος, Ή κομμούνα ήταν βαριά άρρωστη, όμως δέν εϊχε σκοπό νά πεθάνει, καί μόλις είδε πώς ήρθαμε σάν άκάλεστοι νεκροθάφτες γιά νά τήν παραχώσου­ με, άγανάχτησε καί συγκεντρώνοντας τίς τελευταίες δυνάμεις της, έδειξε τή δίψα της νά ζήσει. Έ ν α ήταν καθαρό: πώς γιά τήν κομμούνα χίλια πεντακόσια έχτάρια ήταν πάρα πολλά. Αύτός ό ύπερβολικός πλούτος ήταν κι ή αϊτία τής φτώχειας της. Συμφωνήσαμε χωρίς δυσκολία, ότι μπορούμε νά μοιράσουμε τή γή. Ά κ ό μ α πιό εύκολα ή κομμούνα συμφώνησε νά μάς δόσει τά παλατάκια μέ τούς πύργους, μαζί μέ τήν Α φ ρ ο δ ίτη τής Μήλου. "Οταν δμως έφτασε ή σειρά νά συζητήσουμε γιά τό κύριο συγκρότημα τού νοικοκυριού, τότε καί οί κομμουνάροι κι έμεΐς άνάψαμε. Μ άλιστα ό Μ ίτκα δέ μπόρεσε νά κρατηθεί στά πλαίσια τής γενικής συζήτησης καί πέρασε στά προσωπικά: — Καί γιατί ώς τά τώρα τά κοκκινογούλια σας είναι πεταμένα στό χώμα; *0 πρόεδρος άπάντησε: 188


— Είσαι μικρός άκόμα γιά νά μέ ρωτάς. Μόνο άργά τό βράδυ καταφέραμε νά έρθουμε σέ συμφωνία. Ό Μ ίτκα είπε: — Μά καλά, γιατί τρωγόμαστε σάν τά γαϊδούρια; Δέ μπορού­ με νά χωρίσουμε καί τό κυρίως νοικοκυριό μ ’ έναν τοΐχο; Πάνω σ ’ αύτή τή βάση κλείσαμε τελικά τή συμφωνία. Πώς φτάσαμε ώς τό Σταθμό Γκόρκι, δέ θυμάμαι, όμως, μού φαίνεται πώς μάλλον είχαμε βγάλει φτερά. “Οταν διηγηθήκαμε στή γενική συνέλευση όλα τά καθέκαστα έγινε πανζουρλισμός. Μάς σήκωσαν, έμένα καί τό Μ ίτκα, στά χέρια, παρά λίγο νά μού σπάσουν καί τά γυαλιά μου, τοΰ Μίτκα πάντως κάτι τοϋ ’σπασαν — ή τή μύτη του ή τό κούτελό του. Στό Σταθμό άρχισε πραγματικά μιά καινούργια εύτυχισμένη έποχή. Τρεις μήνες οί τρόφιμοι έκαναν σχέδια. "Οταν ήρθε μιά μέρα ή Μ πρέγκελ στό Σταθμό, άρχισε τούς υπαινιγμούς: — Μ ακάρενκο, τί διαπαιδαγωγεΐτε; ‘Ονειροπόλους; “Εστω κι όνειροπόλους. Βέβαια, δέν τρέφω καί μεγάλο ένθουσιασμό στήν Ίδια τή λέξη «όνειροπόλημα». ’ Α π ’ αύτή πραγμα­ τικά βγαίνει κάτι τό άρχοντίστικο κι ίσω ς καί χειρότερο. Μά ύπάρχουν διάφορα όνειροπολήματα: άλλο είναι νά όνειροπολεΐς τόν Ιππότη μέ τ ’άσπρο άλογο, κι άλλο γιά όχτακόσια παιδιά στόν παιδικό Σταθμό. 'Ό τα ν ζούσαμε στριμωγμένοι στούς στρα­ τώνες, μήπως δέν όνειροπολούσαμε γιά τά μεγάλα φωτεινά δω­ μάτια; "Οταν τυλίγαμε τά πόδια μας μέ κουρελόπανα, όνειροπολούσαμε γιά ένα ζευγάρι άνθρώπινα παπούτσια. ’Ονειροπολού­ σαμε γιά τήν έργατική σχολή, γιά τήν Κομσομόλ, κάναμε άκό­ μα όνειρα γιά τ ’άλογάκι μας τό Λεβέντη καί γιά ένα κοπάδι έλβετικές άγελάδες. "Οταν έφερα μέσα σ ’ένα τσουβάλι δυό γουρουνάκια, ένας τέτιος όνειροπόλος, ό κουρεμένος σύρριζα πι­ τσιρίκος Βάνκα Σελαπούτιν, καθόταν σ ’ένα ψηλό σκαμνί, είχε σταυρώσει τά χέρια, κουνούσε τά πόδια καί κοίταγε τό ταβάνι: — Τώρα είναι δυό γουρουνάκια. "Υστερα θά γίνουν άλλα τόσα. Κι αύτά θά γεννήσουν πάλι άλλα τόσα. Καί μέσα... σέ πέν­ τε χρόνια θά ’χουμε έκατό γουρούνια! “Ω, ώ! Ά κ ο ϋ ς, Τόσκα; Εκατό γουρούνια! Καί τοΰτος ό όνειροπόλος κι ό Τόσκα χαχάνιζαν καί τό άσυνήθιστο γέλιο τους σκέπαζε τίς συζητήσεις μας μέσα στό γραφείο μου γιά τά διάφορα τρέχοντα ζητήματα. Καί τώρα ό Σταθμός μας έχει πάνω άπό τρακόσια γουρούνια καί κανένας δέ θυμάται τά όνειροπολήματα τοϋ Σελαπούτιν. 189


Ίσ ω ς. ή βασική διαφορά του δικού μας δια παιδαγωγικού συστήματος ά π ’ τό άστικό, βρίσκεται άκριβώς στό δτι σ ' έμάς. ή παιδική κολεχτίβα πρέπει όπωσδήποτε ν* άναπτΰσσεται καί νά πλουταίνει έσωτερικά, πρέπει νά όραματίζεται τό καλύτερο μέλλον καί νά έπιδιώκει νά τό καταχτήσει μέ τό δηνάμωμα τής κοινής προσπάθειας, μένοντας πάντα ένας χαρούμενος όνειροπόλος. Καί ’ίσως έδώ νά βρίσκεται ή άληθινή παιδαγωγική διαλεχτική. ΓΓ αΰτό, ποτέ μου όέν έβαλα φρένο στά όνειροπολήματα των παιδιών καί μάλιστα πέταγα μαζί τους μέ τά φτερά τής φ αντα σίας,’ίσως καί πολύ μακρύτερα. Ω σ τό σ ο , αύτό ήταν ά π ’ τις πιό ευτυχισμένες στιγμές του ΣταθμοΓ μας καί τώρα όλοι οί φίλοι μου·τίς θυμούνται μ ' ένα αίσθημα χαράς. Μαζί μας έπλαθε όνειρα κι ό ’ Αλεξέι Μ αξίμοβιτς, πού πάντα τού γράφαμε γιά τίς δουλιές μας μ ’ όλες τίς λεπτομέρειες. Στό Σταθμό δεν ένιο>θαν χαρά κι ούτε έπλαθαν όνειρα ορισμένοι άνθρωποι, κι άνάμεσά τους ό Καλίνα Ίβ ά νοβ ι τς· Είχε νεανική καρδιά μά άποδείχτηκε πώς γιά νά όνειροπολήσει κανείς, δε φτάνει μονάχα ή καρδιά.’Ακόμα κι ό ίδιος ό Καλίνα Ίβ άνοβ ι τς έλεγε: — Εχεις δεΐ ένα καλό άλογο πώς χφοβάται τό αυτοκίνητο; Είναι γιατί θέλει, τό παράσιτο, νά ζήσει. 'Έ να ψοχφάλογσόμως, ο υ τ’ αυτοκίνητο ούτε τό διάολο χφοβάται. ’ Αφού θά τά τινάξει καί θά τά τινάξει, τί νά χφοβηθεΐ; Προσπάθησα νά καταφέρω τόν Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς νά ’ρθει μαζί μας. τά παιδιά πέσανε καί τόν παρακαλούσανε, μά αυτός ήταν άμετάπειστος; — Τώρα κι έγώ τίποτα δέ χφοβάμαι. Κι έξάλλου τί τά θέλετε κάτι παράσιτα σάν κι έμενα; ‘Αρκετό καιρό έκανα μαζί σας! Τώρα πιά σύνταξη. Τέλειωσε, Στή σοβιετική έξουσία είναι καλά γιά τούς χαραμοχφάηδες — γιά τούς γέρους ξεροβηχάκηδες. Κι οί “Οσιποφ μοϋ δήλωσαν πώς δέν πρόκειται ν ’ άκολουθήσουν τό Σταθμό κι ότι άρκετά τράβηξαν ώς τά τώρα. — Εμάς δέ μάς αρέσουν τά μεγαλοπιάσματα, έλεγε ή Νατάλια Μάρκοβνα. Καί δεν καταλαβαίνουμε τί σάς χρειάζονται οί όχτακόσιες ψυχές. Λόγο τιμής, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, θά σπάσετε τά μοϋτρα σας μ ’ αύτό πού θά κάνετε. Σ ’ άπάντηση στή δήλωση αυτή ά ρ χ ισ α ν ’ άπαγγέλω: «<Στήν τρέλα των γενναίων, τούτο τό τραγούδι λέμε». Τά παιδιά άρχισαν τά χειροκροτήματα καί τά γέλια, όμως 190


τούς Ό σ ιπ ο φ μ ’ αύτό τόν τρόπο δέ μπορούσες νά τούς μπερδέψεις. ’Εξάλλου ό Σιλάντι μέ παρακαλούσε: —“Αστούς, άς μείνουν έδώ. ‘Εσύ, δηλαδή, Ά ν τ ό ν Σεμιό­ νοβιτς, άγαπάς, όπως λένε, όλους νά τούς έχεις πάντα ζεμένους γιά δρόμο. Ή γελάδα δέν κάνει γιά τέτια δουλιά κι έλόγου σου έπιμένεις. Βλέπεις, λοιπόν, τί γίνεται. — Κι έσύ, Σιλάντι Σεμιόνοβιτς, μπορεΐς; Είσαι έτοιμος; — Γιά πού; — Νά, γιά δρόμο. —Έ γώ ; "Οπου θέλεις πάω. Ά κ ό μ α καί καβαλάρης τού Μπουντιόνι. Μήν κοιτάς πού έδώ μέ άνάγκασαν νά κουβαλάω νερό. Δέν προσέξανε, οί λέρες, τί λεβεντιά κρύβει μέσα του ό Σιλάντι. Έ ξ υ σ ε τό κεφάλι του καί πρόστεσε λίγο καθυστερημένα: — Βλέπεις, λοιπ��ν, τί γίνεται... Τό γεγονός ότι όλοι οί παιδαγωγοί, κι ό Σιλάντι, ό Κοζίρ, ό Έ λ ίσ ο φ , ό σιδεράς ό Γκαλάνοβιτς, όλες οΐ πλύστρες, οί μαγείρισσες κι άκόμα κι οί μυλωνάδες άποφάσισαν νά ’ρθουν μαζί μας. έδινε σέ τούτη τή μετακόμιση έναν ιδιαίτερο τόνο άνεσης καί σιγουριάς. Στό μεταξύ όμως τά πράγματα στό Χάρκοβο δέν πήγαιναν καθόλου καλά. Χρειάστηκε νά πάω έκεΐ πολλές φορές. Ό Λαϊκός Ε π ίτρ ο π ο ς Παιδείας μάς ύποστήριζε. Ά κ ό μ α κι ή Μπρέγκελ μολύνθηκε ά π ’ τά όνειροπολήματά μας, παρόλο πού τότε μέ όνόμαζε Δόν Κιχώτη τοϋ Ζαπορόζιε. 'Ό σ ο γιά τό Λαϊκό Ε π ίτρ ο π ο Γεωργίας, αύτός παρόλο πού φούσκωνε καί ξεφούσκωνε τά χείλια του καί μάς όνόμαζε λαθε­ μένα πότε Σταθμό Γκόρκι, πότε Σταθμό Κορολένκο καί πότε πάλι Σταθμό Σεφτσένκο, π αρ’ό λ ’ αύτά κι αύτός στό τέλος ύποχώρησε: Πάρτε τίς όχτακόσιες ντεσιατίνες καί τό χτήμα Ιΐοπόφ καί ξεφορτωθείτε μας. “Ετσι οί έχθροί μας βρέθηκαν όχι σέ παράταξη μάχης άλλά σέ ένέδρα. Ρίχτηκα πάνω τους, όντας βέβαιος πώς αύτό θά ’ ταν τό τελευταίο χτύπημα, καί πώς μετά ά π ’ αύτό, δέν έμενε παρά μόνο τό σάλπισμα τής τελικής νίκης. Νά όμως, πού στήν έπίθεσή μου, βγήκε πίσω ά π ’ τούς θάμνους έξαφνα μπροστά μου ένα μικρό άνθρωπάκι μ ’ ένα κολοβό σακάκι. “Εφτασε νά πεϊ λίγες μόνο λέξεις γιά νά βρεθώ συντριμμένος κατά κράτος καί νά τραπώ σέ φυγή, πετώντας τά όπλα καί τίς σημαίες καί τσαλακώνοντας τίς γραμμές τής φάλαγγας τών μαθητών τοϋ 191


Σταθμού πού είχε ξεκινήσει μέ τά φτερά τοϋ όνείρου γιά καινούργιες καταχτήσεις. — Τό οίκονομικό τμήμα τοϋ Λαϊκού Έ πιτροπάτου, δέ μπορεϊ νά δόσει τή συγκατάθεσή του σέ τέτιους τυχοδιωχτισμούς, νά σάς δόσει δηλαδή τριάντα χιλιάδες γιά νά έπισκευάσετε Ενα μέγαρο πού σέ κανέναν δέ χρειάζεται. Καί στό μεταξύ οί παιδικοί σας Σταθμοί Εχουν γίνει έρείπια. —"Ομως αύτά δέ θά πάνε μονάχα γιά έπισκευές. Έ δ ώ μέσα είναι καί τό ποσό γιά τά έργαλεΐα καί τήν κατασκευή τοϋ δρόμου. — Ξέρουμε, ξέρουμε έμείς: όχτακόσιες ντεσιατίνες, όχτακό­ σια έγκαταλειμμένα παιδιά, κι όχτακόσιες γελάδες. Πέρασε πιά ό καιρός γιά τέτιους τυχοδιωκτισμούς. Πόσα έκατομμύρια δόσαμε στό Λαϊκό Έ πιτρ οπά το Παιδείας καί τίποτα δέν γίνεται: θά τά κατακλέψουν όλα, θά τά σπάσουν καί θά τό κό­ ψουν λάσπη. Καί ό άνθρωπάκος αύτός πάτησε μέ δύναμη στό λαιμό τό γκρεμισμένο τόσο άναπάντεχα όμορφο όνειρό μας. Κι όσο κι άν τ ’ όνειρο τούτο στέναζε κι Εκλαιγε κάτω ά π ’ τό πόδι του, όσο κι άν άπόδειχνε πώς είναι καί τοΰ ίδιου τοϋ Γκόρκι όνειρο, τίποτε δέ βοηθούσε. Καί πέθανε. Καί νά ’ μαι τώρα, πού μέ βαριά βήματα καί μιάν άσήκωτη πέτρα στήν καρδιά, γυρίζω στό Σταθμό. ’ Ανεβαίνει τό α\μα στό κεφάλι μου άκόμα περισσότερο όταν θυμάμαι πώς στά μαθήμα­ τα τού σχολειού μας γίνεται λεπτομερειακή Επεξεργασία τοΰ θέματος: «' Η όργάνωση τοΰ νοικοκυριού μας στό Ζαπορόζιε». ’ Ο Σέρε είχε πάει δυό φορές στό χτήμα Ποπόφ. “Εφτιαξε ένα περίφημο οίκονομικό σχέδιο πού τό είχε τόσο όμορφα λαμπροστολίσει, ώστε μπροστά στά Εκπληκτα μάτια τών παιδιών πού τόν άκουγαν Ελαμπαν λουσμένα στό φώς τά τραχτέρια, Επαιζαν στά λιβάδια κατοσταριές γελάδες, χιλιάδες πρόβατα, δεκάδες χιλιάδες κότες, Εφευγαν γιά έξαγωγή στήν ’Αγγλία φορτία όλόκληρα βούτυρο κι αύγά, άστραφταν οί έκκολαπτικές μηχα­ νές κι οί μηχανές βουτύρου, άνθιζαν πλούσιοι οί κήποι. Κι όλα αύτά όταν δέν είχε περάσει άκόμα μιά βδομάδα άπό τότε πού γύριζα Ετσι πάλι ά π ’ τό Χάρκοβο καί τά παιδιά μέ είχαν προϋπαντήσει μ ’ Ενα παραλήρημα Ενθουσιασμού, μέ σήκωναν στά χέρια καί φώναζαν: —Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς! Ή Ζόρκα Εχει πουλαράκι! Νά, κοιτάχτε, κοιτάχτε! “Ο χι, τώρα κοιτάχτε!... 192


Μέ τράβηξαν στό σταΰλο καί κύκλωσαν τό βρεγμένο χρυσό άλογάκι πού έτρεμε άκόμα. "Ολοι σώπαιναν, μά στά χείλια τους έλαμπε ένα χαρούμενο χαμόγελο καί μονάχα ένας είπε τούτα τά λόγια πού έβγαιναν μ έσ ’ ά π ’ τήν καρδιά του: — Τόν βγάλαμε Ζαποροζιανός... "Εχ, παιδιά μου άγαπημένα! Δέ σας έμελλε νά όργώσετε στό Μεγάλο Λιβάδι, ούτε νά ζήσετε στό παραμυθένιο παλάτι, κι οί σαλπιγκτές μας δέν ήταν τυχερό νά σαλπίζουν ά π ’ τίς κορυφές των μαυριτάνικων πύργων. Καί τ ’ όμορφο χρυσό άλογάκι άδικα τό βγάλατε Ζαποροζιανός.

17. ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΤΡΑΣ Σκληρό ήταν τό χτύπημα πού μάς έδοσε ό άνθρωπος ά π ’ τό οίκονομικό τμήμα του Λαϊκού ’Επιτροπάτου Παιδείας. Σφίχτη­ κε ή καρδιά των παιδιών, άρχισαν οί είρωνίες καί τά χάχανα των έχθρών κι έμένα είχε σταματήσει νά δουλεύει τό μυαλό μου. Μά άπό κανενός τό κεφάλι δέν πέρασε, ότι μπορούσαμε νά μείνουμε στόν Καλομάκ. Καί στό Λαϊκό ’Επιτροπάτο Παιδείας ένιωθαν τήν έπιμονή μας αύτή καί δέν έφερναν άντιρρήσεις, όμως τό ζήτημα γΓ αυτούς έμπαινε μονάχα έτσι: πού νά πάμε; Γ ι’ αύτό ό Φλεβάρης κι ό Μάρτης τού 1926 ήταν γιά μάς πολύ μπερδεμένοι μήνες. Ή άποτυχία τού Ζαπορόζιε έσβησε καί τίς τελευταίες άναλαμπές τής όμορφης χαρούμενης έλπίδας μας, μά στή θέση της έμεινε μιά πεισματική πίστη όλης τής κολεχτίβας. Δέν πέρναγε βδομάδα πού νά μή συζητιόταν στή γενική συνέλευση κάποια πρόταση. Στίς άπέραντες στέπες τής Ουκρανίας υπήρχαν πολλά άκόμα μέρη πού δέν είχαν νοικοκύ­ ρη. ή πού οί νοικοκυραϊοι τους ήταν γιά τά πανηγύρια. Είχαμε πολλές προτάσεις ά π ’ τό Λαϊκό ‘Επιτροπάτο Παιδείας, ά π ’ τίς κομσομόλικες όργανώσεις, άπό παλιούς κατοίκους των γειτονι­ κών περιοχών κι άπό μακρινούς γνώριμούς μας. Κι έγώ κι ό Σέρε καί τά παιδιά δέν άφήσαμε τότε δρόμο γιά δρόμο, μονοπάτι γιά μονοπάτι πού νά μήν τό διασχίσουμε εϊτε μέ τό σιδηρόδρομο, ε’ίτε μ* αυτοκίνητο, είτε μέ τό Λεβέντη μας, είτε άκόμα μέ διάφορα άλογα καί ψοφίμια τής τοπικής συγκοινωνία ς· Ό λ ο ι αυτοί όμως οί άνιχνευτές στήν έπιστροφή τους δέν έφερναν τίποτε άλλο μαζί τους παρά μόνο τή μεγάλη τους 193


κούραση. Τά παιδιά στή γενική συνέλευση τούς άκουγαν μέ κρύα καρδιά καί τραβούσαν γιά τίς δουλιές τους, πετώντας σ ’ αύτόν πού μίλαγε τήν πρώτη δύσκολη έρώτηση πού τούς έρχόταν στό μυαλό: — Πόσους χωράει έκεϊ; ' Εκατόν είκοσι άτομα; Κολοκύθια! — Ποιά πόλη είπες, Π ιριάτιν; Σαχλαμάρες. Μά κι οϊ ίδιοι οί όμιλητές ένιωθαν χαρά άμα τελείωνε έτσι ή συζήτηση, γιατί βαθιά μέσα τους πιό πολύ άπ* όλα φοβούνταν μήπως ή συνέλευση παρασυρθεΐ καί συμφωνήσει. Κι έτσι μ ’ αύτό τόν τρόπο πέρασαν μπροστά ά π ’ τά μάτια μας τό χτήμα Σταρίτσκι στά Βάλκι, τό μοναστήρι τού Π ιριάτιν, τό μοναστήρι στά Λούμπνι, τό παλάτι τού πρίγκιπα Κοτσουμπέι στή Ντικάνκα καί μερικές άλλες άκόμα σαβούρες. Ά κ ό μ α περισσότερα ήταν τά μέρη πού μάς πρότειναν, μά πού τ ’ άπορρίπταμε προκαταβολικά, γιατί δέν άξιζαν ουτε τήν άνίχνευση. Ά νά μ εσ α σ ’ αύτά ήταν καί τό Κουριάζ, ένας παιδικός Σταθμός έξω ά π ’ τό Χάρκοβο μέ τετρακόσια παιδιά, πού σύμφωνα μέ διάφορες διαδόσεις, είχαν όλότελα χαλάσει. Ή άντίληψη πού είχαμε γιά τό ξεχαρβαλωμένο 'ίδρυμα, ήταν τόσο άπαίσια, πού στό μυαλό μας τό Κουριάζ έμοιαζε μέ μικρές χτικιάρικες φουσκάλες πού έσπαγαν μόλις έκαναν τήν έμφάνισή τους. Κάποτε, όταν πήγαινα γιά τίς συνηθισμένες δουλιές μου στό Χάρκοβο έπεσα σέ μιά συνεδρίαση τής έπιτροπής παιδικών ιδρυμάτων. Συζητιόταν τό ζήτημα τού παιδικού Σταθμού τού Κουριάζ πού ύπαγόταν στήν έπιτροπή αύτή. Ό έπιθεωρητής τοϋ τμήματος Λαϊκής Παιδείας Γιούριεφ άνέφερε ξερά καί γεμάτος όργή γιά τήν κατάσταση πού έπικρατούσε στό Σταθμό, συμπύκνωνε κι έκοβε έτσι τίς έκφράσεις του πού τά πράματα έκεΐ παρουσιάζονταν άκόμα πιό άσχημα κι έξοργιστικά. Σαράν­ τα παιδαγωγοί καί τετρακόσιοι τρόφιμοι ήταν άκροατές τών πιό προβληματικών γιά τόν άνθρωπο άνεκδότων, τών έπινοήσεων κάποιου έκφυλισμένου παλιάνθρωπου καί βρωμερού μισάνθρω­ που. “Ημουνα έτοιμος νά χτυπήσω μέ τή γροθιά μου στό τραπέζι καί νά φωνάξω: — Δέν είναι δυνατό! Συκοφαντίες! Ό Γιούριεφ όμως ήταν θετικός άνθρωπος καί μ έσ ’ά π ’ τήν εύγενική σοβαρότητα τού ομιλητή διαφαινόταν καθαρά ή βαθιά θλίψη γιά τίς διαπιστώσεις του αύτές, θλίψη πού άπό καιρό φαίνεται τόν βασάνιζε καί πού δέν είχα κανένα λόγο ν ’ 194


άμφιβάλλω γι ’ αύτή. ' Ο Γιούριεφ όταν μέ είδε, σά νά ντράπηκε, καί πότε - πότε μέ κοίταζε μέ μιά τέτια έκφραση, που λές κι είχε πάθει κάποια άβαρία τό κουστούμι του. "Υστερα ά π ’ τή συνεδρίαση μέ πλησίασε καί μοϋ είπε άνοιχτά: — Λόγο τιμής, νιώθω ντροπή νά μιλάω μπροστά σας γιά όλες αύτές τίς βρωμιές. Γιατί λένε πώς εκεί σέ σας, άν ό τρόφιμος άργήσει πέντε λεφτά στό τραπέζι τόν βάζετε άμέσως περιορισμό μέ ξερό ψωμί καί νερό έπί είκοσιτέσσερις ώρες κι αυτός χαμογελάει, λέγοντας: «Μάλιστα». — Βέβαια, δέν είναι άκριβώς έτσι. ”Αν έφάρμοζα μιά τέτια μέθοδο, τότε θά χρειαζόταν νά μιλήσετε καί γιά τό Σταθμό Γκόρκι περίπου στό πνεύμα τής σημερινής σας όμιλίας. ’Εξακολουθήσαμε μέ τό Γιούριεφ τή συζήτηση καί τίς διαφωνίες μας. Μέ κάλεσε γιά φαγητό καί στό τραπέζι μού είπε: — Ξέρετε κάτι; Γιατί νά μήν πάρετε έσεΐς τό Κουριάζ; — Μά, τί καλό έχει; ’Εξάλλου έκεΐ δέν έχει θέση. — Τί θά πεΐ δέν έχει θέση. Θ ’ άδειάσουμε έκατόν είκοσι θέσεις γιά τούς δικούς σας. — Δέ θέλω. Βρώμικη δουλιά. “Ασε πού δέ θά μάς άφήσετε νά δουλέψουμε... — Θά σάς άφήσουμε! Μά γιατί μάς φοβόσαστε τόσο; Θά σάς δόσουμε απόλυτη έλευθερία: κάντε ότι θέλετε. Αύτό τό Κουριάζ είναι φρίκη! Σκεφτεΐτε, κάτω ά π ’ τή μύτη τής πρωτεύουσας, νά έχουμε μιά τέτια φωλιά συμμοριτών! Τ ’ άκούσατε. Ληστεύουν καί τούς διαβάτες άκόμα. Μόνο μέσα σέ τέσσερις μήνες κατακλέψανε σ τό ν ίδ ιο τό Σταθμό δεκαοχτώ χιλιάδες ρούβλια... — Δηλαδή, έκεΐ πρέπει νά πάρει πόδι όλο τό προσωπικό. —Ό χ ι , γιατί όλο τό προσωπικό; Έ κ ε ΐ υπάρχουν περίφημα στελέχη. — Σ ’ αύτές τίς περιπτώσεις είμαι όπαδός τής ολοκληρω τι­ κής άπολύμανσης. — Καλά, καλά. Διώχτε τους, διώχτε τους όλους!... —‘Ό χ ι. Στό Κουριάζ δέν παμε. — Μά έσεΐς δέν τό είδατε άκόμα. — Ναί, δέν τό είδα. — Ξέρετε κάτι; Μείνετε έδώ κι αύριο παίρνουμε μαζί καί τόν Χαλαμπούντα καί παμε έπιτόπου νά δούμε. Συμφώνησα. Τήν άλλη μέρα πήγαμε κι οί τρεϊς στό Κουριάζ. Πήγα έκεΐ χω ρίς νά προαισθάνομαι ότι πηγαίνω νά διαλέξω τάφο γιά τό Σταθμό μου. 195


Μαζί μας ήταν ό Χαλαμπούντα Σιντόρ Κάρποβιτς, πρόεδρος τής έπιτροπής παιδικών ιδρυμάτων.“Εκανε τίμια τή δουλιά του σ ’ αύτή τήν υπηρεσία πού είχε στή δικαιοδοσία της ξεχαρβαλω­ μένα καί σαραβαλιασμένα παιδικά ιδρύματα καί σταθμούς, μπακάλικα, κινηματογράφους, μαγαζιά πλεχτών έπίπλων, κέν­ τρα διασκέδασης, ρουλέτες καί λογιστήρια. Τόν Σιντόρ Κάρπο­ βιτς τόν είχαν κυκλώσει ένα σωρό παράσιτα: Εμποροι, μεσίτες, κρουπιέρηδες, τσαρλατάνοι, λωποδύτες, χαρτοκλέφτες καί κα­ ταχραστές κι ήθελα ά π ’ τήν καρδιά μου νά τού δωρίσω μιά μεγάλη μποτίλια δυναμωτικό λικέρ. Ά π ό καιρό τόν είχανε ζαλίσει μέ πολλές καί διάφορες προτάσεις: οικονομικές, παιδα­ γωγικές, ψυχολογικές καί γΓ αύτό άπό πολύ καιρό είχε χάσει πιά κάθε έλπίδα νά καταλάβει γιατί στούς σταθμούς του ύπάρχει φτώχεια, γιατί όλοι τό σκάνε, όλοι κλέβουν, γιατί βασιλεύει ή άλητεία κι ή παλιανθρωπιά. Εϊχε υποταχτεί στήν πραγματικότη­ τα καί πίστευε βαθιά πώς παιδί τού δρόμου θά πεΐ όλα μαζί τ ’ άνθρώπινα άμαρτήματα κι ά π ’ όλη τήν προηγούμενη καλοψυχία του δέν τού ’χε μείνει τίπ ο τ’ άλλο άπό τήν πίστη σ ’ ενα πιό φωτεινό μέλλον καί σέ μιά καλύτερη ζωή. Καί πρώ τ’ά π ’όλα νά Εχει ό κόσμος ψωμί γιά νά ζήσει. Τό τελευταίο γνώρισμα τού χαρακτήρα του τό ξεκαθάρισα άργότερα, τώρα όμως, καθισμένος μ έ ς σ τ ’ αύτοκίνητο καί χωρίς ίχνο ς τέτιας ύποψίας τόν άκουγα νά μού λέει: — Πρέπει οί άνθρωποι νά ’χουν ψωμάκι νά τρώνε. "Αμα τό έχουν έξασφαλίσει, όλες τίς δυσκολίες μπορούν νά τίς ξεπεράσουν. Τί θά καταλάβει άπό τόν Γκόγκολ πού τού σερβίρεις, όταν ή κοιλιά του παίζει ταμπουρά; ’ Εξασφάλισε του ψωμί κι ύστερα δόστου καί βιβλίο... Νά, τούτοι οί συμμορίτες δέν ξέρουν ούτε στάρι νά σπείρουν, στό κλέψιμο όμως είναι μάνες. — Π αλιόκοσμος, Ε; — Αύτοί; “Εχ, καί τίς κόσμος είναι νά ’ξερες! “Ερχονται σέ μένα: δόσμου, Σιντόρ Κάρποβιτς, Ενα τάληρο γιά τσιγάρα. Τούς δίνω, βέβαια, κι ϋστερ’ άπό μιά βδομάδα νά ’τους πάλι: Σιντόρ Κάρποβιτς, δόσμου πέντε ρούβλια. Μά καλά, λέω, δέ σού ’δοσα; Ναί, άπαντάει, Εδοσες γιά τσιγάρα, μά τώρα δόσε γιά βότκα... Περάσαμε γρήγορα Εναν άμμουδερό καί μονότονο δρόμο κάπου έξι χιλιόμετρα, σκαρφαλώσαμε σ ’ Ενα λοφίσκο καί μπήκαμε άπό μιά ξεθωριασμένη αύλόπορτα σ ’ Ενα μοναστήρι. Στή μέση τής στρογγυλής αύλής ύψωνόταν Ενας τεράστιος άσουλούπωτος παλιός ναός. πίσω του κάποιο τριώροφο χτίριο 1%


καί γύρω ήταν σκορπισμένα πολλά Ισόγεια χαμηλά καί μακρό­ στενα χτίσματα, πού ’χαν μπροστά τους κάτι σκεβρωμένα κεφαλόσκαλά. Λίγο πρός τήν άκρη, βρισκόταν ενας διώροφος ξενώνας, πού τόν έπισκεύαζαν. Σέ κάθε γωνιά, σέ κάθε στενό, Εκρυβαν τά χάλια τους κάτι, ό διάβολος ξέρει τί κατασκευής, σπιτάκια, άποθηκοϋλες, κουζίνες, κάθε λογής σκουπιδαριό πού είχε μαζευτεί στά τρακόσια χρόνια προσευχών. Ε μ ένα , π ρ ίν ά π ’ όλα μου Εκανε καταπληχτική έντύπωση ή μυρωδιά πού βασίλευε στό Σταθμό. ’ Ηταν ενα μίγμα μυρωδιάς άποχωρητήριου, βρα­ σμένης σούπας, κοπριάς καί... λιβανιού. Μ έσ’ ά π ’ τήν έκκλησία άκούγονταν ψαλμωδίες, στά σκαλοπάτια κάθονταν κάτι ξερακιανές καί ζαρωμένες γριές, πού σίγουρα θά άναπολούσαν τά ευτυχισμένα έκεΐνα χρόνια πού μπορούσαν νά ζητή­ σουν άπό κάποιον έλεημοσύνη. Πουθενά όμως δέν φαίνονταν τρόφιμοι τού Σταθμού. Ό διευθυντής τού Σταθμού, ενας άνθρωπος μέ κίτρινο καί μαραμένο πρόσωπο, κοίταγε μελαγχολικά τό αυτοκίνητό μας, χτυπούσε τό χέρι του πάνω στό φτερό καί τελικά μάς πήρε νά μας δείξει τό Σταθμό. Ή τ α ν φανερό πώς είχε πιά συνηθίσει νά τό δείχνει όχι γιά έπαινο, άλλά γιά κατσάδιασμα, κι οί δρόμοι τών μαρτυρίων του ήταν γνωστοί σ ’ αυτόν: — Νά. έδώ είναι ό κοιτώνας τής πρώτης κολεχτίβας, είπε περνώντας άπό ένα άνοιγμα πού πρίν ήταν βέβαια πόρτα, τώρα δμως δέν είχαν μείνει ούτε τά κουφώματα. Κατά τόν ίδ ιο τρόπο περάσαμε άνεμπόδιστα καί σέ δεύτερο κοιτώνα καί βγήκαμε στό διάδρομο. Τότε μόνο κατάλαβα πώς ό άέρας τού διαδρόμου δέ διέφερε σέ τίποτα ά π ’ τόν άέρα τής αύλής. Κι αύτό τό άπόδειχναν μερικές τούφες χιόνι στούς τοίχους πού ’χαν κιόλας σκεπαστεί άπό σκόνη. — Μά πώς είναι δυνατό χωρίς πόρτες; ρώτησα. Ό διευθυντής κάτι πήγε νά πεΐ καί μέ δυσκολία μάς Εδοσε νά καταλάβουμε πώς κάποτε ήξερε νά χαμογελάει. Προχωρήσαμε. *Ο Γιούριεφ είπε δυνατά: — Οί πόρτες Εχουν άπό καιρό μπει στή φωτιά. Νά ’ταν μονάχα οί πόρτες! Ά κ ό μ α καί τά πατώματα τά βγάζουν καί τά καϊνε, κάψανε καί τά ξύλινα υπόστεγα, ως καί μερικά κάρα τά Εφαγε ή φωτιά! — Καλά, καί τί γίνεται μέ τά ξύλα; —Ό διάολος ξέρει γιατί δέν Εχουν ξύλα. Λεφτά πήραν γιά ξύλα. 197


Ό Χαλαμπούντα φύσηξε τή μύτη του καί είπε: — Ξύλα σίγουρα καί τώρα έχουν. Μά δέ θέλουν νά τά κόψουν καί νά τά πριονίσουν. Δέν τούς βάζεις σέ δουλιά μέ κανέναν τρόπο. “Εχουνε ξύλα οί παλιανθρώποι... Ά λ λ ά σού είπα... συμμορίτες! ’ Επιτέλους φτάσαμε καί σ ’ έναν κοιτώνα μέ κλειστή πραγμα­ τικά πόρτα. 'Ο Χαλαμπούντα τή χτύπησε λίγο μέ τό πόδι καί τούτη άμέσως κρεμάστηκε στόν ένα ρεζέ, έτοιμη νά πέσει στά κεφάλια μας. Ό Χαλαμπούντα τήν κράτησε μέ τό χέρι κι έβαλε τά γέλια: —Έ , όχι, στρίγγλα τού διάολου! Σέ ξέρω δά καλά... Μπήκαμε στόν κοιτώνα. Πάνω σέ κάτι σπασμένα καί βρώμι­ κα κρεβάτια όλο κουρέλια κάθονταν τά παιδιά, πραγματικά άλητόπαιδα, μ ’ όλη τή μεγαλοπρέπειά τους καί πολεμούσαν νά ζεσταθούν, κουκουλωμένα έπίσης μέ κουρέλια. Πάνω στήν ξεφλουδισμένη σόμπα δυό ά π ’ αύτούς έσπαζαν μ ’ ένα τσεκούρι ένα σανίδι κίτρινο φρεσκοβαμμένο. Οί γωνιές μά καί τά περά­ σματα ήταν γεμάτα βρώμες. Έ δώ ένιωθες τίς ίδιες μυρωδιές όπως καί στήν αύλή. “Ελειπε μόνο τό λιβάνι. Μάς παρακολουθούσαν μέ τό βλέμμα, όμως κανένας δέ γύρισε τό κεφάλι σέ μάς. Πρόσεξα πώς όλοι τους ήταν παιδιά πάνω άπό δεκάξι χρονών. — Θά είναι οί πιό μεγάλοι μάλλον; ρώτησα. — Ναί, είναι ή πρώτη κολεχτίβα, μεγαλύτερης ήλικίας, έξήγησε εύγενικά ό διευθυντής. Κάπου ά π ’ τήν πέρα γωνιά άκούστηκε μιά μπάσα φωνή: — Μήν πιστεύετε τί σάς λένε. "Ολο ψέματα λένε! Ά π ό τήν άλλη άκρη μιλούσαν άνοιχτά, έλεύθερα, χωρίς καθόλου νά τονίζουν αύτό πού ’λεγαν: — Δείχνουν... Μά τί μπορούν νά δείξουν έδώ; Καλύτερα νά δείχνανε τί κλέψανε... Δέ δύσαμε προσοχή στίς φωνές αύτές, μόνο ό Γιούριεφ κοκκίνισε καί μού έριξε μιά κρυφή ματιά. Βγήκαμε στό διάδρομο. — Στό χτίριο αύτό ύπάρχουν έξι κοιτώνες, είπε ό διευθυν­ τής. Θέλετε νά σάς τούς δείξουμε; — Δείξτε μας τά έργαστήρια, παρακάλεσα. 'Ο Χαλαμπούντα ζωήρεψε κι άρχισε νά μού λέει μιά μακρόσυρτη ιστορία, γιά τό πώς πέτυχε ν ’ άγοράσει μηχανήματα γιά τά έργαστήρια. 198


Βγήκαμε ξανά στήν αύλή. Είδα νά ’ρχεται πρός τά μάς ένας πιτσιρίκος τυλιγμένος στά κουρέλια του, πηδώντας άπό ξέρα σέ ξέρα γιά νά μήν πατήσει μέ τά γυμνά μαϋρα πόδια του τό χιόνι. Τόν σταμάτησα, μένοντας πίσω ά π ’ τούς άλλους: — Ποΰ τρέχεις, πιτσιρίκο; Σταμάτησε καί σήκωσε τό κεφάλι του. — Πήγα νά μάθω άν θά φύγουμε άπό δώ. — Γιά πού; — Λένε πώς κάπου θά μάς πάνε. — Γιατί; “Α σχημα ε ίν ’ έδώ; —’Εδώ δέν μπορεΐς νά ζήσεις πιά, είπε ήσυχα κι δλο στενοχώρια ό πιτσιρίκος, ξύνοντας τ ’ αύτί του μέ τήν άκρη τών κουρελιών του. Έ δώ μπορεΐ καί νά παγώσεις... Καί δέρνουν κιόλας... — Ποιός δέρνει; — Νά, όλοι τους. Ό πιτσιρίκος ήταν ά π ’ τά παιδιά πού τούς κόβει, καί μοϋ φάνηκε σά νά μήν είχε πείρα τής ζωής τού δρόμου. Είχε μεγάλα γαλανά μάτια πού δέν τά ’χαν άκόμα άσχημήνει οί άλήτικο» μορφασμοί. “Αν τόν έπλενες θά ’χες μπροστά σου Ενα χαριτωμένο παιδάκι. — Καί γιατί δέρνουν; — Νά, έτσι. Ά ν δέν τούς δόσεις κάτι. Σου παίρνουν καί τό φαΐ. Νά, έμεΐς οί μικροί, πόσο καιρό έχουμε νά κάτσουμε στό τραπέζι; Ά κ ό μ α καί τό ψωμί μας παίρνουν πολλές φορές. “Η άν δέν κλέψεις... άν σού πούνε νά κλέψεις καί σύ δέν κλέψεις..· Έ σ ε ΐς ξέρετε δν θά μάς πάρουν άπό δώ; — Δέν ξέρω, παιδί μου. — Λένε πώς γρήγορα θά ’χουμε καλοκαίρι. — Καί τί σέ νοιάζει έσένα τό καλοκαίρι; — Θά φύγω. Μέ φώναξαν στά έργαστήρια. Μού φάνηκε πώς δέ μπορούσα νά φύγω ά π ’ τόν πιτσιρίκο χωρίς νά τού δόσω καμιά βοήθεια, αύτός δμως είχε φτάσει πηδώντας στόν κοιτώνα κι όπως καί νά είναι έκεΐ θά ήταν πιό ζεστά άπ* τήν αύλή. Δέν καταφέραμε νά δούμε τά έργαστήρια. Κάποιος μέ μυστηριώδη τρόπο είχε πάρει τά κλειδιά κι δσο καί ν ά ’ψαξε ύ διευθυντής δέν μπόρεσε νά λύσει τό μυστήριο. Περιοριστήκαμε μόνο νά κοιτάξουμε άπ* τά παράθυρα. Είδαμε κάπου δώδεκα μηχανές κι άνάμεσά τους δυό τόρνους, δυό μηχανικές σφύρεζ 199


καί δυό ξυλουργικές μηχανές. Σέ ξεχωριστά χτίρια υπήρχε Ενα τσαγκαράδικο κι Ενα ραφείο, στήριγμα στή βάση τής παιδαγωγι­ κής. — Μά τί, σήμερα Εχετε γιορτή; Ό διευθυντής δέν άπάντησε. Ό Γιούριεφ πήρε πάλι άπάνω του τό φοβερό βάρος τής άπάντησης: — Elvr»i ν ’ άπορεΐ κανείς μέ σάς, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς. Μά πρέπει πιά νά τ ά ’χετε καταλάβει όλα έδώ. Κανένας δέ δουλεύει, είναι γενικός νόμος. Κι έχτός ά π ’ αύτό, όλα τά έργαλεΐα τά Εκλεψαν, ύλικά δέν υπάρχουν, ήλεκτρική ένέργεια δέν ύπάρχει, καμιά παραγγελία δέ δόθηκε. Δηλαδή, τίποτα δέν υπάρχει. Μά καί κανένας δέν ξέρει νά δουλέψει. 'Ο Ιδιόχτητος ήλεκτροσταθμός, πού γ ι ’ αύτόν ό Χαλαμπούν­ τα μού διηγήθηκε πάλι όλόκληρη ιστορία, δέ δούλευε. Κάτι είχε σπάσει. — Καλά, καί τό σχολειό; — Σχολειό ύπάρχει, είπε ό διευθυντής, μόνο πού δέν είμαστε γιά σχολειό... ' Ο Χαλαμπούντα έπέμενε νά πάμε στά χωράφια. Βγήκαμε άπό τή στρογγυλή αύλή μέ τούς χοντρούς ψηλούς τοίχους, καί μπροστά στά μάτια μας άπλώθηκε μιά λεκάνη μιάς παλιάς φαίνεται λίμνης καί πίσω ά π Τ τή λεκάνη, ώς πέρα στό δάσος, έκτείνονταν τά χωράφια, σκεπασμένα μ* Ενα λεπτό στρώμα χιονιού. *Ο Χαλαμπούντα άπλωσε τό χέρι σάν τόν Ναπολέοντα κι είπε μ ’ έπισημότητα: —‘ Εκατόν είκοσι ντεσιατίνες! Πλούτος! — Κι ή άνοιξιάτικη σπορά Εγινε; ρώτησα δειλά. —Ά λ λ ά ; φώναξε ένθουσιασμένος ό Χαλαμπούντα. Τριάντα ντεσιατίνες δημητριακά, λογαριάστε άπό έκατό πούτια, μάς κάνουν τρεϊς χιλιάδες πούτια μόνο δημητριακά. Δέ θά μείνουν χωρίς ψωμί. Καί τί ψωμί! Ά ν οί άνθρωποι σπέρνουν σίκαλη εΐτε κριθάρι τά βγάζουν πέρα μιά χαρά. Τί είναι τό στάρι; Τό σικαλίσιο ψωμί πού δέν μπορούν νά τό φάνε οί Γερμανοί, ούτε οί Γάλλοι, εϊναι θαύμα... Είχαμε γυρίσει κιόλας στ* αυτοκίνητο κι ό Χαλαμπούντα μιλούσε άκόμα γιά τό σικαλίσιο ψωμί. Στήν άρχή αύτό μάς Εδινε στά νεύρα, ύστερα όμως άρχισε νά μάς τραβάει τό ένδιαφέρον: γιά νά δούμε, τί Εχει νά πει άκόμα γιά τό σικαλίσιο ψωμί; Μ πήκαμε στ* αύτοκίνητο καί φύγαμε. Ό μοναδικός πού μάς 200


ξεπροβόδισε ήταν ό πληχτικός τούτος διευθυντής. Μ έχρι τό βουνό Ψ υχρό δέ μιλούσαμε."Οταν περνούσαμε μ έσ ’ ά π ’ τό παζά­ ρι ό Γιούριεφ μου έδειξε μιά όμάδα αλητόπαιδα καί μου είπε: — Είναι τρόφιμοι του Κουριάζ... Τί λέτε, άναλαβαίνετε; —"°ΧΙ· — Μά τί φοβόσαστε! Ά φ ο ΰ κι ό Σταθμός Γκόρκι παίρνει κακοποιούς. "Ο,τι καί νά κάνετε, ή Πανουκρανική έπιτροπή σάς στέλνει συνέχεια ο,τι σαβούρα βρεθεί. Έ μ εΐς όμως έδώ σας δίνουμε κανονικά παιδιά. Ά κ ό μ α κι ό Χαλαμπούντα έβαλε τά γέλια: — Κανονικά! Μωρέ πού τό βρήκε!... Ό Γιούριεφ έπέμενε στό δικό του: — Πάμε τώρα στή Ντζουρίνσκαγια νά μιλήσουμε. Ή έπι­ τροπή παιδικών ιδρυμάτων θά δόσει τό Σταθμό στό Λαϊκό ’Επιτροπάτο Παιδείας. Τό Χάρκοβο είναι δύσκολα νά στέλνει σέ σάς κακοποιούς καί δικό του Σταθμό δέν έχει. Κι έδώ θ ' άποχτήσει δικό του καί μάλιστα τί Σταθμό: γιά τετρακόσια άτομα! Θαυμάσιο π^αγμα! Καί τά έργαστήρια δέν είναι άσχημα. Σιντόρ Κάρποβιτς θά τόν δόσετε τό Σταθμό; 'Ο Χαλαμπούντα σκέφτηκε: — Τριάντα ντεσιατίνες σίκαλη σημαίνει διακόσια σαράντα πούτια σπόρο. Καί τή δουλιά πού θά χρειαστεί θά τήν πληρώσε­ τε; "Οσο γιά τό Σταθμό, γιατί νά μήν τόν δόσουμε; Θά τόν δόσουμε. — Πάμε στήν Ντζουρίνσκαγια, έπέμενε ό Γιούριεφ. Ε κ α ­ τόν είκοσι παιδιά, τά πιό μικρά κάπου θά βρούμε νά τά στείλουμε, καί διακόσια όγδόντα θά σάς τ ’ άφήσουμε. Αύτά άν καί δέν είναι τυπικά κακοποιά στοιχεία, υστέρα όμως ά π ’ τή διαπαιδαγώγηση πού πήρανε στό Κουριάζ. έγιναν χειρότερα... — Μά γιατί νά χωθώ σ* αύτό τό λάκκο; είπα στό Γιούριεφ. Κι έκτός ά π ’ αύτό, γιά νά βάλεις μιά στοιχειώδη τάξη θά χρειαστούν τουλάχιστον είκοσι χιλιάδες ρούβλια. —Ό Σιντόρ Κάρποβιτς θά σάς τά δόσει. Ό Χαλαμπούντα ξύπνησε: — Τί είναι αύτές οί είκοσι χιλιάδες; —*Η τιμή τοΰ α'ίματος, είπε ό Γιούριεφ, ή τιμή τού έγκλήματ° ς· — Καί γιατί είκοσι χιλιάδες; άπόρεσε ξανά ό Χαλαμπούντα. —’Επισκευές, πόρτες, έργαλεΐα, στρώματα, ρούχα, τά πάντα. Γ0 Χαλαμπούντα φούσκωσε: 201


— Είκοσι χιλιάδες! Μέ είκοσι χιλιάδες καί μόνοι μας τά φτιάχνουμε ό λ ' αύτά. Ό Γιούριεφ έξακολούθησε τήν προπαγάνδα καί στή Ντζουρίνσκαγια. ' Η Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα τόν άκουγε, χαμογελούσε κι όλο περιέργεια έριχνε τό βλέμμα της σέ μένα. — Τό πείραμα αύτό 0ά μάς κοστίσει πολύ άκριβά. Δέ μπορούμε νά κάνουμε κουτουράδα μέ τό Σταθμό Γκόρκι. 'Α ­ πλούστατα πρέπει νά κλείσουμε τό Κουριάζ καί τά παιδιά νά τά μοιράσουμε στούς άλλους Σταθμούς. ’Ά λλω στε κι ό σύντροφος Μ ακάρενκο δέν πηγαίνει στό Κουριάζ. - Ο χ ι . δέν πηγαίνω, είπα. — Είναι όριστική ή άπάντηση; ρώτησε ό Γιούριεφ. — Θά μιλήσω μέ τά παιδιά τού Σταθμού, όμως μάλλον θ ’ άρνηθούν. "Ο Χαλαμπούντα γούρλωσε τά μάτια. — Τί; Ποιός θ ’ άρνηθεϊ; — Τά παιδιά τοϋ Σταθμοϋ. — Οί τρόφιμοί σας δηλαδή; — Ναί. — Καί τί καταλαβαίνουν αύτοί άπό δαύτα; ' Η Ντζουρίνσκαγια άκούμπησε άπαλά τό χέρι της στά χέρια τοϋ Χαλαμπούντα: —Α γ α π η τέ μου Σιντόρ! Τά παιδιά αύτά καταλαβαίνουν πολύ καλύτερα άπό μάς. Πόσο θά ’θελα ν ά ’βλεπα τά πρόσωπά τους όταν θά δούνε τό Κουριάζ σας. Ό Χαλαμπούντα νεύριασε: — Τί μού κολλάτε συνέχεια: «Τό Κουριάζ καί τό Κουριάζ σας!» Γιατί είναι δικό μου; Σάς Εδοσα πενήντα χιλιάδες ρούβλια. Καί κινητήρα. Καί δώδεκα μηχανές. Έ σ ε ΐς δόσατε τούς παιδαγωγούς... Καί τί φταίω γώ πού δουλεύουν ετσι άσχημα; "Αφησα τούς υπεύθυνους γιά τήν κοινωνική άγωγή νά λογα­ ριαστούν μεταξύ τους καί τράβηξα γρήγορα γιά νά προφτάσω τό τραίνο. Στό σιδηροδρομικό σταθμό μέ ξεπροβόδισε ό Καρα­ μπάνοφ μέ τό Ζαντόροφ. Ό τα ν άκουσαν όσα τούς είπα γιά τό Κουριάζ κόλλησαν τό βλέμμα τους στή ρόδα τοϋ τραίνου καί βυθίστηκαν στίς σκέψεις ΐους. Τελικά ό Καραμπάνοφ είπε: — Νά καθαρίσεις άπόπατους... δέν είναι καί μεγάλη τιμή γιά τά παιδιά τοϋ Σταθμού Γκόρκι. Νά πάρει ό διάολος όμως, χρειάζεται σκέψη τό πράμα... 202


— Ναί, αλλά μήν ξεχνάς πώς Οά’μαστέ κι έμεΐς κοντά καί Οά βοηθήσουμε, είπε ό Ζαντόροφ. Ξέρεις κάτι, Σεμιόν... 0ά κάμε αύριο στό Κουριάζ νά δοϋμε... Στή γενική συνέλευση τών παιδιών τοΰ Στάθμου μας όλοι άκουσαν τήν έκθεσή μου συγκρατημένα καί σκεφτικά. Αύτό άλλωστε συνέβαινε σέ όλες τίς συνελεύσεις τόν τελευταίο καιρό, 'Ό τα ν μιλούσα δέν παρακολουθούσα μονάχα τίς άντιδράσεις τής συνέλευσης, άλλά καί τήν ίδια τή δική μου ψυχολογία. Μ ού'ρθε ξαφνικά στό στόμα ενα πικρό χαμόγελο. Μά τί πραγματικά συμβαίνει; Μήπως δέν ήμουν έγώ, πού πρίν τέσ­ σερις μήνες φώναζα σάν παιδάκι άπό ένθουσιασμό καί μαζί μέ τ ’ άλλα τταιδιά χτίζαμε στό μυαλό μας τά παλάτια τοϋ Ζαπορόζιε; Τί Επαθα; Μήπως μεγάλωσα τόσο μέσα σ ’ αύτούς τούς τέσ­ σερις μήνες, ή άπλώς φτώχυνε τόσο τό μυαλό κι ή γλώσσα μου; Στά λόγια μου, στόν τόνο τής φωνής, στίς κινήσεις τού προ­ σώπου μου ένιωθα καθαρά μιά δυσάρεστη άβεβαιότητα. 'Ο λ ό ­ κληρο χρόνο μάς είχαν συνεπάρει τά μεγάλα καί φωτεινά σχέδιά μας. Μά είναι δυνατό σ τ ' άλήθεια, ο λ ’ αύτά τά όνειρα καί τά σχέδια νά καταλήξουν σ ’ ενα θλιβερό καί βρώμικο Κουριάζ; Πώς έγινε, έγώ ό ίδιος, μέ τή δική μου θέληση, νά μιλάω στά παιδιά γιά ενα τέτιο άνυπόφορο καί θλιβερό μέλλον; Τί μπορούσε νά μάς τραβήξει στό Κουριάζ; Σ τ ’ όνομα ποιών άνώτερων σκο­ πών έπρεπε ν ' άφήσουμε τήν όμορφη ζωή μας, πού τήν όμόρφαιναν άκόμα περισσότερο τά γύρω λουλούδια καί τό ποταμάκι μας, ν ' άφήσουμε τά σάν άπό παρκέ χωράφια μας, τό άνασυγκροτημένο νοικοκυριό μας; Ταυτόχρονα όμως στίς μετρημένες καί σωστές αύτές σκέψεις μου, πού δέν μπορούσες νά προσθέσεις ουτε μιά φαεινή κι έλπιδοφόρα λέξη, Ενιωθα μιάν άναπάντεχη γιά μένα, μιά μεγάλη κι αύστηρή έκκληση, πού πίσωθέ της κρυβόταν κάπου έκεΐ μακριά, μιά δειλή καί ντροπαλή χαρά. Τά παιδιά κάπου-κάπου έκοβαν τήν Εκθεσή μου μέ τά γέλια τους κι ακριβώς σ 'έκ εΐν α τά σημεία πού υπολόγιζα νά τούς προκαλέσω άναστάτωση. Σταματούσαν τά γέλια καί μού έβαζαν έρωτήματα, κι ύστερα άπό τίς άπαντήσεις μου. έσκαγαν περισ­ σότερο στά γέλια. Αύτό δέν ήταν γέλιο έλπίδας ε'ίτε ευτυχίας, ήταν κοροϊδία. — Καί τί κάνουν έκεΐ οί σαράντα παιδαγωγοί; — Δέν ξέρω. Χάχανα.


—' Αντόν Σεμιόνοβιτς, δέ σπάσατε κανενός τά μούτρα έκεΐ; ’Εγώ αν ήμουνα δέ Οά κρατιόμουνα, λόγο τιμής! Χάχανα. —Ε σ τια τό ρ ιο Εχει έκεΐ; —Υ π ά ρ χ ε ι έστιατόριο, μά τά παιδιά είναι ξυπόλητα κι ετσι φέρνουν τά καζάνια στους κοιτώνες κι έκεΐ τρώνε... Χάχανα. — Καί ποιός κουβαλάει τά καζάνια. — Δέν είδα. Σίγουρα τά παιδιά... — Μέ τή σειρά; —’Ασφαλώς μέ τή σειρά. — Δηλαδή όργανιομένα. Χάχανα. — Καλά, Κομσομόλ υπάρχει; Έ δ ώ πιά, χο)ρίς νά περιμένουν τήν άπάντησή μου ξεσπανε σέ μεγαλύτερα γέλια. — Καί ποιά είναι ή γνώμη σας; φώναξε κάποιος. —Ή δική μου; Νά, όπως κι ή δική σας... ' Ο Λάποτ μου εριξε μιά ματιά πού Εδειχνε πώς δέν ίκανοποιήΟηκε καθόλου ά π ’τήν άπάντησή μου. — Πέστε, λοιπόν τή γνώμη σας.., Γιατί σωπαίνετε; Είμαι περίεργος νά δώ μέχρι πότε θά σωπαίνετε... Σήκωσε τό χέρι ό Ντενίς Κουντλάτι. —“Αντε, Ντενίς. Γιά νά δοΰμε τί Οά μας πεις;.., Ο Ντενίς άπό γνωστή τοπική συνήθεια, Εβαλε τό χέρι στό σβέρκο του. άμέσως όμως θυμήθηκε ότι τήν άδυναμία του αυτή πάντα τήν παρατηρούν τά παιδιά καί κατέβασε τό χέρι του. Τά παιδιά όμως, π α ρ 'ό λ ’αϋτά, είδαν όλη τή σκηνή κι έβαλαν τά γέλια. —’Εγώ δέν Εχω νά πώ καί πολλά πράματα. Ούτε συζήτηση πώς έκεΐ είναι κοντά τό Χάρκοβο, σωστά... Μά νά καταπιαστού­ με μέ μιά τέτια δουλιά... Καί ποιός Εμεινε γιά νά τήν κάνει; "Ολοι στήν εργατική σχολή πήγανε... "Α ρχισε νά στριφογυρνάει τό κεφάλι του σά νά τόν τσίμπη­ σε μύγα. — Γιά νά ποϋμε τήν άλήθεια, δέν άξίζει τόν κόπο νά κουβεντιάζουμε γιά τό Κουριάζ. Γιατί νά παμε νά σιγοβράσουμε στό ζουμί μας έκεΐ; Κι υστέρα γιά λογαριάστε: αυτοί είναι διακόσιοι ογδόντα, έμεϊς έκατόν είκοσι. Κι Εχουμε Ενα σωρό καινούργιους, ά π ’τούς παλιούς τί Εμεινε; Νά, ό Τόσκα διοι204


κητιής, ή Νατασούλα διοικητής, άν πεις καί γιά τόν Περεπελιάτσενκο, τόν Γκουστοϊβάν, τόν Γκαλατένκο... — Τί έχεις μέ τόν Γκαλατένκο; άκούστηκε μιά νυσταλέα καί θυμωμένη φωνή.. "Οπως όλοι κι αύτός... — Σώπαινε σύ, τόν έκοψε ό Λάποτ. — Καί γιατί νά σωπάσω; Νά, ό Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς μάς είπε τί σόι άνθρωποι είναι κεϊ. Έ γ ώ τί δηλαδή, δέ δουλεύω; — Καλά, καλά, είπε ό Ντενίς, ζητάω συγνώμη, όμως έκεϊ θά μάς σπάσουν όλωνών τά μούτρα, νά, τέτιες δουλιές θ ά ’χουμε. — Κόφτο λίγο, σήκωσε τό κεφάλι ό Μίτκα Ζεβέλι. — Καί σύ τί θά κάνεις; — Νά μείνεις ήσυχος γιά μένανε,.. Ό Κουντλάτι κάθησε. Πήρε τό λόγο ό Ί β ά ν Ίβ ά νοβ ιτς: — Σύντροφοι μαθητές, έγώ, όπως καί νά γίνει δέν πρόκειται νά πάω πουθενά. Έ τ σ ι λοιπόν, τά βλέπω καλύτερα τά πράματα σάν άνθρωπος πού άμεσα δέν ένδιαφέρεται. Γιατί νά πάτε στό Κουριάζ; Θ ά ’χετε νά κάνετε μέ τρακόσια παιδιά άπό τά πιό χαλασμένα καί μάλιστα ά π ’τό Χάρκοβο... — Κι έδώ δέ στέλνουν παιδιά ά π ’τό Χάρκοβο; ρώτησε ό Λάποτ. — Στέλνουν. Κοιτάξτε λοιπόν καί κρίνετε: τρακόσια! Κι ό Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς λέει πώς είναι όλα μεγάλα παιδιά. Καί πάρτε άκόμα τούτο ύπόψη σας: έσεΐς θά πάτε σ ’αύτούς, ένώ αύτοί θά νιώθουν σά στό σπίτι τους. Ά φ ο ϋ κλέψανε κάπου δεκαοχτώ χιλιάδες ρούβλια μόνο άπό ρούχα, καταλαβαίνετε τί θά σάς κάνουν... — Κιμά! — Τόν κιμά άκόμα μπορεΐς καί νά τόν ψήσεις, ζωντανούς θά μάς φάνε. — Ναί, καί πολλούς δικούς μας θά τούς μάθουν νά κλέ­ βουν, συνέχισε ό Ί β ά ν Ίβ άνοβ ιτς. Σάμπως δέν έχουμε καί τέτιους; —"Οσους θέλετε, άπάντησε ό Κουντλάτι. Έ χο υ μ ε καμιά σαρανταριά λωποδύτες, μόνο πού φοβούνται νά κλέψουν. — Νά, δέ σάς τά 'π α έγώ; χάρηκε ό Ί β ά ν Ίβ άνοβ ιτς. Λογαριάστε: ’ Εσεΐς θ ά ' σαστε όγδόντα κι αύτοί τρακόσιοι είκοσι. Βγάλτε μάλιστα τίς κοπέλες καί τά πιτσιρίκια. Καί γιατί ό λ ’αύτά; Γιατί νά καταστραφεΐ ό Σταθμός Γκόρκι; Τραβάτε γιά τό χαμό, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς. Ό Ί β ά ν Ίβ ά ν ο β ιτς κάθησ*. στή θέση του ρίχνοντας γύρω 205


του ένα νικηφόρο βλέμμα. Τά παιδιά άρχισαν νά θορυβουν μισοσυμφωνώντας μέ τά λεγάμενα του Ί β ά ν Ίβ ά νο β ιτς, δμως στή φασαρία αύτή δέν ένιωσα καμιά όριστική τους άπόφαση. Μέ τή γενική έπιδοκιμασία δλων, βγήκε νά μιλήσει ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς. Φορούσε τό παλιωμένο άδιάβροχό του. κι ήταν όπως πάντα ξυρισμένος καί καθαρός. Ό Καλίνα Ί β ά ν ο ­ βιτς στενοχωριόταν πολύ βλέποντας τήν ανάγκη νά άποχωριστει τό Σταθμό, καί τώρα μέσα στά γαλανά του μάτια, πού'βγαζαν ένα τρεμάμενο γεροντίστικο κι άβέβαιο φώς, έβλεπα τή μεγάλη, τή βαθιά του θλίψη. — Νά πώς ήρθαν λοιπόν τά πράματα, άρχισε ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς άργά. Κι έγώ έπίσης δέ θά 'ρθω μαζί σας. Καί τί, μήπως τούτο σημαίνει πώς δέν πρέπει νά νοιαστώ γιά σας; Νοιάζομαι καί πολύ μάλιστα. Τό που θά πάτε καί τό πού θά σάς πάει ή ζωή, είναι δυό πράματα πού’χουνε μεγάλη διαχφορά. Τόν περασμένο μήνα σχεδιάζατε καί λέγατε: Οά φτιάχνουμε βούτυρο καί θά τό πουλάμε στούς ’Εγγλέζους. Μά πέστε μου, μέ τό συμπάχθειο, πώς είναι δυνατό νά έπιτρέψουμε ένα τέτιο πράμα: νά δουλεύουμε γΓαύτά τά παράσιτα, τούς Ε γγλέζους; Καί πηδάγατε δλοι σας: θά πάμε, θά παμε! Ώ ρ α ΐα . θά πηγαίνατε στό Ζαπορόζιε, κι υστέρα; Χθεωρητικά δλα φαίνονται ώραΐα, πραχτικά δμως; Θά βοσκοΰσες ά π ’τό πρωί ώς τό βράδυ γελάδες κι αύτό ε ίν ’δλο. Ώ σ ό το υ νά φτάσει τό βούτυρό σου στούς ’Εγγλέζους, λογάριασες πόσο ιδρώτα χρειάζεται νά χύσεις; Καί τίς γελάδες πρέπει νά τίς βοσκήσεις καί τίς σβουνιές νά κουβαλήσεις καί τά πισινά τους νά πλύνεις. Κι δν αύτός ό Ε γγλ έζο ς, τό παράσιτο, δέν τό θέλει τό βούτυρό σου; Ό λ ’αύτά δέν τά σκέφτηκες, κουτορνίθι, κι δμως: Οά πάω, έλεγες, όπωσδήποτε θά πάω. Καί καλά πού'ρθαν έτσι τά πράματα, καί δέν πήγες, κι έτσι ό ’Εγγλέζος τρώει ξερό τό ψωμί του. Καί τώρα μπροστά σου βγαίνει τό Κουριάζ. Καί κάθεσαι καί τ ό ’χεις ρίξει στίς βαθιές σκέψεις. Μά τί χρειάζεται έδώ ή πολλή σκέψη; ’ Εσύ είσαι άνθρωπος πρωτοπόρος, δες πού τριακόσια άδέρφια σου χάνονται, άνθρωποι σάν κι έσάς, παιδιά τοΰ Μαξίμ Γκόρκι. Έ δ ώ μας μιλούσε ό Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς κι έσεΐς χαχανίζατε. Καί πού βρίσκετε τ ’άστεΐο; Πώς είναι δυνατό νά έπιτρέψει ή σοβιετική έξουσία δίπλα στήν ίδια τήν πρωτεύουσα στό Χάρκοβο, δίπλα στόν ίδ ιο τόν άρχηγό τής Ούκρανικής κυβέρνησης, νά μεγαλώνουν τετρακόσιοι συμμορίτες; Καί νά ή σοβιετική έξου­ σία σας λέει: τραβάτε λοιπόν, άνασκουμπωθείτε, δουλέψτε γιά

2Oh


νά βγουν ά π ’αύτούς καλοί άνθρωποι. Είναι τρακόσιες ψυχές, όχι άστεΐα! Τό σκεφτήκατε αύτό; Καί θά παρακολουθάνε τή δουλιά σας όχι κανένας κλεφταράς, κανένας Λουκά Σεμιόνοβιτς, άλλά όλάκερο τό προλεταριάτο τοϋ Χάρκοβου! Κι έσεΐς τό δικό σας: όχι! Καλύτερα νά μπουκώσουμε μέ βούτυρο τούς ‘Εγ­ γλέζους καί νά πνιγούνε! Καί πιάνετ’ή καρδιά μας: πώς ν ’άφή­ σουμε τίς ώραΐες τριανταφυλλιές μας. Καί κόβονται τά γόνατά μας: έμεΐς είμαστε έκατό, ένώ αύτοί, τά παράσιτα, τρακόσιοι. Ξέ­ ρετε όμως πώς έμεΐς οί δυό μονάχα, έγώ μέ τόν ’ Αντόν Σεμιό­ νοβιτς, άρχίσαμε τή δουλιά σέ τούτο τό Σταθμό; Μπάς καί νομί­ ζετε πώς κάναμε συνελεύσεις καί βγάζαμε λόγους; Νά έδώ είναι ό Βόλοχοφ, ό Ταρανέτς, ό Γκούντ, άς πούνε άν τούς πιπιλίσαμε έμεΐς τά μυαλά τους. Καί τούτη ή δουλιά είναι κρατική, χρειαζούμενη στή σοβιετική έξουσία. ’Εγώ μονάχα τούτο έχω νά σάς πώ: πηγαίνετε καί τίπ ο τ’άλλο κι ό Μαξίμ Γκόρκι θά πει: πραγματικοί λεβέντες αύτά τά παιδιά. Πήγανε, τά παράσιτα, μονάχοι τους, χωρίς νά φοβηθούν! "Οσο περισσότερο μιλούσε ό Καλίνα Ίβ ά ν ο β ιτς τόσο πιό πολύ κοκκίνιζαν τά μάγουλά του καί τόσο περισσότερες φωτιές πετούσαν τά μάτια τών παιδιών. Π ολλοί πού κάθονταν στό πάτωμα ήρθαν πιό κοντά μας καί μερικοί άκούμπησαν τό μάγουλό τους στόν ώμο τοΰ διπλανού τους, είχαν στυλώσει έπίμονα τά μάτια τους όχι στόν Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς μά κάπου άλλοϋ, μακριά σά νά συγκέντρωναν κιόλας τίς σκέψεις τους στά μελλοντικά τους κατορθώματα. Κι όταν ό Καλίνα Ίβ ά νοβ ιτς άνέφερε γιά τό Μαξίμ Γκόρκι, τά μάτια τών παιδιών έβγαλαν φλόγες, ξέσπασαν σέ ξεφωνητά, βγήκαν μπροστά τά πιτσιρίκια, κι όλοι ήταν έτοιμοι γιά χειροκροτήματα μά δέν πρόφτασαν. Ό Μ ίτκα Ζεβέλι στάθηκε στή μέση αύτών πού κάθονταν στό πάτωμα καί φώναζε στίς πίσω σειρές, γιατί φαίνεται άπό κεΐ περίμενε άντίστάση: — Θά πάμε, παράσιτα, λόγο τιμής θά πάμε! Μά ταυτόχρονα οί πίσω σειρές άρχισαν νά κοροϊδεύουν τό Μ ίτκα μέ διάφορες γκριμάτσες καί τότε ό Μίτκα ρίχτηκε στόν Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς, πού τόν είχαν περικυκλώσει σά σφήκες όλα τά πιτσιρίκια καί τώρα ή μόνη ικανότητα πού δείχναν ήταν νά τσιρίζουν όλα μαζί: — Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς, άφοϋ ε ίν ‘έτσι, έλάτε κι έσεΐς μαζί μας! Στό πρόσωπο τοΰ Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς έσκασε ένα πικρό 207


χαμόγελο. Χωρίς νά πει τίποτα, γέμισε ώς πάνω τήν πίπα του. Ό Λάποτ σηκώθηκε σοβαρός: — Γ;ά κοιτάχτε τί γράφει τό σύνθημα! Διαβάστε το! 'Ό λ ο ι άρχισαν νά φωνάζουν: —"Οχι γκρίνιες! — Διαβάστε το άλλη μιά φορά! Ό Λάποτ κατέβασε τό χέρι του σφιγμένο σέ γροθιά κι όλοι μαζί έπανάλαβαν μ ’άπαιτητικότητα πιά: —Ό χ ι γκρίνιες! — Κι όμως έμεΐς γκρινιάζουμε. Μωρέ όλοι μαθηματικοί μοϋ γίνανε. Λογαριάζουν: όγδόντα καί τρακόσιοι είκοσι. Μά έτσι λογαριάζουν; Έ μ εΐς δεχτήκαμε σαράντα ά π ’τό Χάρκοβο, ποιός τότε Εκανε τέτιους λογαριασμούς; Πού είναι τους; —Έ δώ είμαστε, έδώ, φώναξαν οί πιτσιρίκοι. —’Έ , λοιπόν; — Μιά χαρά είμαστε! — Γιά ποιό διάβολο λοιπόν, νά λογαριάσουμε έτσι; Ά ν ήμουνα στή θέση τού Ίβ ά ν Ίβ ά νο β ιτς έγώ, τοΰτο τό λογαρια­ σμό θ ά ’ κανα: έμεΐς δέν έχουμε ψείρες, ένώ αύτοί έχουν χιλιάδες, καθήστε, λοιπόν, στή θέση σας. Μέσα στό γενικό χαχανητό, τά μάτια όλων τών παιδιών έπεσαν πάνω στόν Ί β ά ν Ίβ ά νο β ιτς, πού’χε γίνει κόκκινος σάν παντζάρι άπό τή ντροπή του. —’ Εμείς πρέπει νά κάνουμε έναν άπλό λογαριασμό, συνέχι­ σε ό Λάποτ, έχουμε στό πλευρό μας τό Σταθμό Γκόρκι, ένώ αύτοί ποιόν έχουνε; Κανένα. Ό Λάποτ τέλειωσε. Τά παιδιά φώναζαν: — Σωστά. Θά πάμε, τέλειωσε. “Ας γράψει ό Ά ν τ ό ν Σεμιό­ νοβιτς στό Λαϊκό Έ πιτροπάτο! 'Ο Κουντλάτι είπε: — Καλά! Νά πάμε. Ά λ λ ά πρέπει νά τήν κάνουμε αύτή τή δουλιά μυαλωμένα. Αύριο μπαίνει κιόλας ό Μάρτης, καί δέν πρέπει ούτε μιά μέρα νά χάσουμε. Δέ χρειάζεται γράμμα, μά τηλεγράφημα, γιατί άλλιώς θά μείνουμε χωρίς περιβόλι. Κι άκόμα χωρίς λεφτά δέ μπορούμε νά ξεκινήσουμε. Είκοσι χιλιάδες μπορεί ν ά 'ν α ι πολλά, όμως όπωσδήποτε χρειάζονται λεφτά. — Νά περάσουμε στήν ψηφοφορία; ζήτησε ό Λάποτ τή συμβουλή μου. —Ά ς πεΐ ό Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς τή γνώμη του φώναξαν ά π 'τό πλήθος. 20Χ


— Καλά, έσύ δέν Εχεις μάτια νά δεις; Ό μ ω ς γιά τή ν τάξη δίνω τό λόγο στόν Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς. Σηκώθηκα κι είπα στή συνέλυση σύντομα: — Ζήτω ό Σταθμός Γκόρκι!... "Υστερα άπό μισή ώρα ό καινούργιος ύπεύθυνος του σταύλου καί διοικητής του δεύτερου τμήματος Βίτκα Μ πογκογιάβλενσκι £φευγε καβάλα σ ’£να άλογο γιά τήν πόλη, τραγου­ δώντας:

Γιατί φυλάει τό σκούφο του; Στό καπέλο του καβαλάρη ήταν χωμένο τό σημείωμα: «Χάρκοβο, Έ πιθεω ρήτρια Ντζουρίνσκαγια. Παρακαλοΰμε θερμά νά μάς παραδόσετε τό Κουριάζ δσο γίνεται γρηγορότερα γιά έξασφάλιση σποράς. Π ροϋπολο­ γισμός συμπληρωματικά. Γενική συνέλευση τροφίμων Στάθμου Μακάρενκο»

18. ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ Ή Ν τζουρίνσκαγια μέ κάλεσε τηλεγραφικά τήν άλλη κιόλας μέρα. Τά παιδιά καλόπιστα Εδοσαν μεγάλη σημασία στό τηλεγράφημα αύτό. — Είδατε, Πώ, πώ, πώ! Τηλεγράφημα, τηλεγράφημα!... Στήν ούσία δμως, δλη αύτή ή ίστορία ξετυλιγόταν δ χι καί πολύ σβέλτα. Παρόλο πού δλοι παραδέχονταν πώς ήταν άνυπόφορη ή κατάσταση στό Κουριάζ, παρόλο πού δλα τά γύρω σπίτια καί χωριά, έπίμονα ζητούσαν νά διαλυθεί αύτή ή «φωλιά κακοποιών», βρέθηκαν έντούτοις καί ύπερασπιστές του Κου­ ριάζ. ’ Εδώ πού τά λέμε, μόνο ή Ντζουρίνσκαγια κι ό Γιούριεφ, ζητούσαν νά πάρουμε έμεϊς τό Κουριάζ χωρίς κανέναν δρο καί καμιά έπιφύλαξη. Ταυτόχρονα ό Γιούριεφ δέν είχε τήν παραμι­ κρή άμφιβολία γιά τήν όρθότητα δλης αύτής τής δουλιας, ή Ντζουρίνσκαγια δμως, τόν άκολουθούσε 'κυρίως μόνο γιατί πίστευε σέ μένα καί σέ μιά στιγμή μάλιστα είλικρίνειας μού έξομολογήθηκε: — Φοβάμαι, π α ρ 'δ λ 'α ύ τά , Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς. Τίποτα δέν μπορώ νά κάνω. Φοβάμαι... 209


Ή Μ πρέγκελ υποστήριζε τήν ύπόθεση, μά πρότεινε τέτια πράματα πού έγώ δέν μπορούσα καθόλου νά συμφωνήσω: μιά είδική τριμελής έπιτροπή θά έπρεπε νά όργανώσει όλη αύτή τή δουλιά, οί μορφές δουλιάς τοϋ Σταθμού Γκόρκι θά έπρεπε νά έφαρμοστούν βαθμιαία στήν καινούργια κολεχτίβα καί γιά ένα μήνα θά έπρεπε νά κινητοποιηθούν πενήντα κομσομόλοι ά π ’τό Χάρκοβο γιά νά μάς βοηθήσουν. Τόν Χαλαμπούντα τόν φούσκωνε τό κατεργάρικο περιβάλ­ λον του καί δέν ήθελε ούτε ν ’άκούσει γιά τήν έπιχορήγηση τών είκοσι χιλιάδω ν ρουβλιών, έπαναλαβαίνοντας διαρκώς τό ίδιο μοτίβο: — Μέ είκοσι χιλιάδες καί μόνοι μας τή φτιάχνουμε αύτή τή δουλιά. Μάς ρίχτηκαν κι άπρόσμενοι έχθροί ά π ’τά συνδικάτα. Τή μεγαλύτερη φασαρία τήν ξεσήκωνε ό Κλιάμερ, ένας παθιασμέ­ νος μαυρομάλλης καί φίλος τοΰ λαοϋ. Ά κ ό μ α καί τώρα δέν μπορώ νά καταλάβω γιατί έβγαινε ά π ’ τά ρούχα του, όταν άκουγε γιά τό Σταθμό Γκόρκι. "Οταν μιλούσε γ ι ’αύτόν, μιλούσε πάντα μέ τό πρόσωπο μαύρο άπό κακία, έφτυνε θυμωμένα καί χτυπούσε τίς γροθιές στό τραπέζι: — Στό κάθε σου βήμα, νάσου αύτοί οί ρεψορμάτορες! Π οιός ε ίν ’αύτός ό Μακάρενκο; Γιατί πρέπει γιά κάποιον Μ ακάρενκο νά παραβιάσουμε τούς νόμους καί τά συμφέροντα τών έργαζομένων; Καί ποιός ξέρει τό Σταθμό Γκόρκι; Ποιός τόν είδε; Ή Ντζουρίνσκαγια τόν είδε, έτσι; Μά ή Ντζουρίνσκαγια όλα τά καταλαβαίνει; Ό Κλιάμερ φουρκιζόταν μέ κάτι τέτιες άπαιτήσεις πού πρόβαλλα: 1. Ν ’ άπολυθεϊ όλο τό προσωπικό τού Κουριάζ χωρίς καμιά άπολύτως ίδιαίτερη συζήτηση τού ζητήματος. 2. Νά ύπάρχουν στό Σταθμό Γ'κόρκι δεκαπέντε παιδαγωγοί (σύμφωνα μέ τούς κανονισμούς έπρεπε νά είναι σαράντα). 3. Οί παιδαγωγοί νά πληρώνονται όχι σαράντα άλλά όγδόντα ρούβλια τό μήνα. 4. Τό παιδαγωγικό προσωπικό θά τό διάλεγα έγώ. Τά συνδικάτα θ ά ’χουν μόνο τό δικαίωμα άπόρριψης κάποιας ύποψηφίότητας. Οί λογικές αύτές άπαιτήσεις έκαναν τόν Κλιάμερ νά βράζει ά π ’τά νεύρα του. — Θ ά 'θελα νά δώ ποιός θά τολμήσει καί νά συζητήσει 210


έστω αύτό τό θρασύτατο τελεσίγραφο! Έ δώ σέ κάθε λέξη χλευάζεται τό σοβιετικό δίκαιο. Αύτουνοΰ του χρειάζονται δεκαπέντε μόνο παιδαγωγοί. Κι οί άλλοι είκοσιπέντε, θά πεταχτοϋν στό δρόμο; Θέλει νά φορτώσει τούς παιδαγωγούς μέ δουλιά κάτεργου καί φαίνεται φοβάται ν ά ’χει σαράντα παιδα­ γωγούς. Δέ θέλησα νά τά βάλω μέ τόν Κλιάμερ γιατί δέ μπορούσα νά μαντέψω ποιές ήταν οί πραγματικές αίτιες τής στάσης του αύτής. Γενικά προσπάθησα νά μήν άνακατευτώ στίς συζητήσεις καί στίς λογομαχίες αύτές, γιατί, γιά νά μιλήσω είλικρινά, δέ μπορούσα νά έγγυηθώ γιά τήν έπιτυχία αύτής τής δουλιας καί δέν ήθελα νά πάρει κανένας τήν εύθύνη πάνω του, μιά εύθύνη πού νά μή δικαιώνεται ά π ’τή ν ίδ ια τή λογική του. Έ γώ , έδώ πού τά λέμε, είχα μονάχα ένα έπιχείρημα: τό Σταθμό Γκόρκι. Πολύ λίγοι δμως τόν είχανε δεΐ καί δέ μ οΰ’ρχόταν βολικό ν ’άρχίσω νά διηγιέμαι γιά τή ζωή καί τή δράση του. Γύρω ά π 'τό ζήτημα τής μεταβίβασης τού Κουριάζ μπλέ­ χτηκαν τόσα πρόσωπα, τόσα πάθη καί τόσες άντιπάθειες, πού γρήγορα έχασα τελείως τόν προσανατολισμό μου, όταν μάλιστα παρθεΐ ύπόψη δτι στό Χάρκοβο δέν πήγαινα παρά μόνο γιά μιά μέρα, καί έτσι δέν έπεφτα σέ καμιά ά π ’τίς γνωστές συνεδριά­ σεις. Γ ι’αύτό καί δέν πίστευα στήν είλικρίνεια τών έχθρών μου καί υποπτευόμουν δτι πίσω ά π ’τά έπιχειρήματα πού έφερναν κρύβονται κάποιοι άλλοι σκοποί. Μόνο σ 'έ ν α μέρος στό Λαϊκό Ε π ιτρ ο π ά το Παιδείας, έπεσα πάνω σ ’έναν άνθρωπο μ ’ένα τέτιο πάθος πού σού τραβούσε πραγματικά τήν προσοχή. Μόνο ά π ’τά ρούχα της φαινόταν πώς είναι γυναίκα, δμως, πιθανόν, δέν άνήκε σέ κανένα φύλο: κοντή, μέ άλογίσιο πρόσωπο, μέ στήθος σανίδι καί μέ τεράστια άγαρμπα πόδια. Πάντα κουνούσε τά ξανθοκόκκινα χέρια της, είτε χειρονομώντας διαρκώς. είτε διορθώνοντας τ ’άχτένιστα ςανθαχυρένια μαλλιά της. Τή φώναζαν συντρόφισσα Ζώγια. Στό γραφείο τής Μ πρέγκελ είχε κάποια έπιρροή. Ή συντρόφισσα Ζώγια δέ μέ χώνεψε άμέσως μέ τήν πρώτη της ματιά κι αύτό δέν τ ό ’κρύβε καταφεύγοντας μάλιστα καί στίς πιό βαριές έκφράσεις. —Έ σ ε ΐς Μ ακάρενκο, εισαστε στρατιώτης κι δχι παιδαγω­ γός. Λένε δτι εισαστε πρώην συνταγματάρχής κι αύτό φαίνεται ν ά ’ναι άλήθεια. Δέν καταλαβαίνω γιατί έδώ κάθονται κι άσχο211


λοΰνται μέ σας. ’ Εγώ δέ θά σάς άφηνα ουτε νά πλησιάσετε στά παιδιά. Μου άρεσε αύτή ή καθαρή σάν τό κρύσταλλο είλικρίνεια καί τό πάθος αύτής τής συντρόφισσας Ζώγια, πού άλλωστε δέν τ ό ’κρύβε. Καί τής τ ό ’λεγα άνοιχτά στήν κάθε συνηθισμένη άπάντησή μου: — Εϊναι νά σάς θαυμάζει κανείς, συντρόφισσα Ζώγια, μόνο πού ποτέ μου δέν ήμουνα συνταγματάρχης. Τή μεταβίβαση τοϋ Κουριάζ τήν έβλεπε σά σίγουρη κατα­ στροφή, χτυπούσε τά χέρια της στό τραπέζι τής Μ πρέγκελ καί τσίριζε: — Μά τί, τυφλωθήκατε; Μέ τίς σάς άποχαύνωσε τούτος έδώ..., καί κοίταγε μένα... — ό συνταγματάρχης... ψιθύριζα στά σοβαρά έγώ. — Ναί, ό συνταγματάρχης. ’Εγώ θά σάς πώ, πώς θά τελειώσει όλη αύτή ή Ιστορία: μέ μακελειό! Θά φέρει τούς δικούς του τούς έκατόν είκοσι καί θ ’άρχίσει τό μακελειό! Τί λέτε γΓ αύτό, σύντροφε Μακάρενκο; — Είμαι άφάνταστα ένθούσιασμένος μ ’αύτές τίς σκέψεις σας, μά μέ τρώει μιά άπορία: ποιός ποιόν θά σφάξει; Ή Μπρέγκελ έμπαινε στή μέση κι έσβυνε αύτούς τούς καυγάδες. — Ζώγια! Μά δέ ντρέπεσαι; Ά κ ο ΰ ς μακελειό! Κι έσεΐς, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, όλο σ τ ’άστεΐα τό ρίχνετε... Τό κουβάρι αύτό τών λογομαχιών καί τών διαφωνιών, έφτασε μέχρι καί τίς άνώτερες κομματικές σφαίρες κι αύτό μέ ήσύχασε κάπως. "Ομως μέ ήσύχαζε καί κάτι άλλο: τό Κουριάζ έβγαζε όλο καί έντονότερη βρωμιά, όλο καί μεγάλωνε ή άποσύνθεσή του κι αύτό άπαιτούσε άποφασιστικά κι έπείγοντα μέτρα. Τό ίδ ιο τό Κουριάζ Εσπρωχνε στή λύση τοϋ ζητήματος, παρά τό γεγονός ότι οί παιδαγωγοί του διαμαρτύρονταν. — Τό Σταθμό τόν διαλύουν περισσότερο οί συζητήσεις γιά νά περάσει στό Σταθμό Γκόρκι. Οί ίδ ιο ι οί παιδαγωγοί, άνακοίνωναν στά κρυφά, ότι στό Κουριάζ έτοιμάζονται νά σφάξουν τά παιδιά τοΰ Σταθμού Γκόρκι. ' Η συντρόφισσα Ζώγια μού πέταξε κατά πρόσωπο: — Βλέπετε; βλέπετε; — Ναί, τής άπάντησα, δηλαδή ξεκαθαρίστηκε πώς αύτοί πρόκειται νά σφάξουν έμάς κι όχι έμεΐς αύτους. — Ναί, ναί... ξεκαθαρίστηκε... Βαρβάρα, νά ξέρεις, γιά ό,τι


συμβεΐ, έσύ θά φέρνεις τήν ευθύνη! Πού άκούστηκε καλέ! Νά βάζουν δυό όμάδες άλητόπαιδα νά φαγωθούν μεταξύ τους! Τελικά μέ φώναξαν στά γραφεία τής άνώτερης όργάνωσης. "Ενας καλοξυρισμένος άνθρωπος σήκωσε τά μάτια ά π ’τά χαρ­ τιά του κι είπε: — Καθήστε, σύντροφε Μ ακάρενκο. Στό γραφείο ήταν ή Ντζουρίνσκαγια κι ό Κλιάμερ. Κάθησα. Ό ξυρισμένος ρώτησε σιγανά: — Εισαστε βέβαιος πώς μέ τούς τρόφιμούς σας, θά μπορέ­ σετε νά ξεπεράσετε τήν άποσύνθεση πού έπικρατεί στό Κουριάζ; Σίγουρα θά κιτρίνισα, γιατί ήμουν άναγκασμένος νά πώ ψέματα δταν πρόσωπο μέ πρόσωπο μπήκε τό έρώτημα τούτο καθαρά καί τίμια; — Είμαι βέβαιος. ' Ο ξυρισμένος μέ κοίταξε διαπεραστικά καί συνέχισε: — Τώρα άκόμα Ενα τεχνικό ζήτημα, ν ά ’χετε ύπόψη σας, σύντροφε Κλιάμερ, τεχνικό κι όχι ζήτημα άρχών, πέστε μας, σύντομα μόνο, γιατί σάς χρειάζονται μόνο δεκαπέντε παιδαγω­ γοί κι δ χι σαράντα, καί γιατί εισαστε άντίθετος στό μισθό τών σαράντα ρουβλιών; "Υστερα άπό λίγη σκέψη απάντησα: — Ξέρετε, γιά νά μήν τά πολυλογώ: σαράντα παιδαγωγοί μέ σαράντα ρούβλια τό μήνα μπορούν νά διαλύσουν τελείως δχι μόνο μιά κολεχτίβα πρώην άλητόπαιδων, άλλά κι όποιαδήποτε άλλη κολεχτίβα. ‘Ο ξυρισμένος Εγειρε στή ράχη τής καρέκλας του, σκασμέ­ νος στά γέλια καί δείχνοντας μέ τό δάχτυλο τόν Κλιάμερ ρώτησε: — Καί μιά κολεχτίβα άκόμα κι άπό τέτιους σάν τόν Κλιάμερ; —' Οπωσδήποτε, άπάντησα σοβαρά. ’ Α π ’τό πρόσωπο τού ξυρισμένου Εξαφανίστηκε σάν άέρας ή έπιφυλαχτική έπισημότητά του. "Απλωσε τό χέρι του στή Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα: — Δέ σάς τ ό ’λεγα πώς τό πολύ είναι καί φτηνό; Ξαφνικά κούνησε κουρασμένα τό κεφάλι του καί, δίνοντας πάλι στή συζήτηση έπίσημο υπηρεσιακό τόνο, είπε στή Ντζουρίνσκαγια: —“Ας πάνε στό Κουριάζ! Κι όσο γίνεται πιό γρήγορα! 213


— Είκοσι χιλιάδες, είπα έγώ καί σηκώθηκα. — Θά τίς έχετε. Δέν είναι πολλά; — Λίγα είναι. — Καλά. ’Αντίο. Πηγαίνετε καί κοιτάξτε καλά: πρέπει ν ά ’χετε πλήρη έπιτυχία. Στό Σταθμό Γκόρκι όλο τοϋτο τόν καιρό, οι πρώτες φλογερές καί γεμάτες ένθουσιασμό άποφάσεις, δίνανε τή θέση τους στίς ήσυχες, άκριβεις κι όλόπλευρες προετοιμασίες. Ου­ σιαστικά τό Σταθμό τόν διοικούσε ό Λάποτ, τόν βοηθούσε κι ό Κόβαλ όταν δυσκόλευαν τά πράγματα, όμως ή διοίκηση τοΰ Σταθμοϋ δέν συναντούσε πολλές δυσκολίες. Ποτέ δέν υπήρξε στό Σταθμό μιά τέτια φιλική άτμόσφαιρα, Ενα τέτιο βαθύ αίσθημα τοϋ καθήκοντος καί τής άλληλεγγύης. Ά κ ό μ α καί τά παραμικρότέρα παραπτώματα δημιουργούσαν τήν πιό μεγάλη κατάπληξη καί μιά σύντομη έκφραστική διαμαρτυρία: — Καί θέλεις νά πάς καί στό Κουριάζ! Δέν ύπήρχε ούτε ένας άνθρωπος στό Σταθμό πού νά τοϋ’χε μείνει ή παραμικρή άμφιβολία γιά τήν ούσία τοϋ καθήκοντος πού έμπαινε μπροστά μας. Τά παιδιά μάλιστα, ό χι μόνο τό καταλάβαιναν, άλλά ένιωθαν βαθιά τήν άπόλυτη, τήν έπιταχτική άνάγκη νά ύποταχτοϋν όλα στήν κολεχτίβα κι αύτό δέν τό θεωρούσαν θυσία. Ή τ α ν γ ι ’αύτούς μιά βαθιά εύχαρίστηση, ή πιό γλυκιά ίσω ς εύχαρίστηση στόν κόσμο, όταν ένιωθαν τό σφιχτό δέσιμό τους, τήν άντοχή καί τήν εύελιξία, τήν έλαστικότητα στίς σχέσεις τους, πού στηριζόταν στή μεγάλη δύναμη τής κολεχτίβας. Κι δ λ ’αύτά τά ’βλεπες στά μάτια τους, στίς κινήσεις τους, στήν περπατησιά τους, στίς χειρονομίες καί στή δουλιά τους. Τά μάτια όλωνών ήταν στραμμένα έκεΐ, πρός τό Βορρά, όπου πίσω ά π ’τούς ψηλούς χοντρούς τοίχους, καθόταν καί γρύλιζε πρός τό μέρος μας μιά σκοτεινή όρδή πού τήν ένωνε ή φτώχεια, ή αύθαιρεσία, ό έτσιθελισμός, ή κουταμάρα καί τό πείσμα. Παρατήρησα ότι στά παιδιά δέν ύπήρχε κανένας άπολύτως κομπασμός. Μπορεί κρυφά ό καθένας, ν ά ’χε κάποιο φόβο ή δυσπιστία, πράγμα έξάλλου πολύ φυσικό, όμως σέ κανενός τά μάτια δέν είδα άρνηση. Τήν κάθε έπιστροφή μου τήν περίμεναν μ ’άνυπομονησία, διψασμένοι γιά νέα. “Εβαζαν ύπηρεσία στούς δρόμους καί στά δέντρα, άνέβαιναν καί στίς στέγες άκόμα γιά νά δοϋν άπό μακριά άν έρχομαι. Μ όλις τ ’άμάξι μου έμπαινε στήν αύλή, ό 214


σαλπιγκτής έπαιρνε τή σάλπιγγα καί σάλπιζε γενική συγκέν­ τρωση, χωρίς νά ζητήσει τήν έγκρισή μου. Πήγαινα χωρίς άντιρρήσεις στή συνέλευση. Είχε γίνει πιά συνήθεια νά με υποδέχονται σά λαϊκό καλλιτέχνη, μέ χειροκροτήματα. Βέβαια, αϋτά δέν άφοροΟσαν τόσο έμενα, δσο τό γενικό, τό κοινό καθήκον δλων μας. ’Επιτέλους, τίς πρώτες μέρες του Μάη ήρθα σέ μιά τέτια συνέλευση μ ’έτοιμο τό συμφωνητικό. Σύμφωνα μ ’αύτό καί μέ διαταγή τοϋ Λαϊκοϋ ’Επιτροπάτου Παιδείας ό Σταθμός Μαξίμ Γκόρκι περνούσε μέ δλους τούς παιδαγωγούς καί τό προσωπικό του, μέ δλη τήν κινητή κι άκίνητη περιουσία του, μέ δλα τά ζώα του, στό Κουριάζ. Ό Σταθμός τοϋ Κουριάζ διαλυόταν, κι οί διακόσιοι όγδόντα τρόφιμοί του κι δλη ή περιουσία του έμπαινε στή διάθεση καί κάτω ά π ’τή διοίκηση του Στάθμου Γκόρκι. 'Ό λ ο τό προσωπικό τοϋ Κουριάζ θ ’άπολυόταν μόλις ό Σταθμός έμπαινε στή διάθεση τοϋ διευθυντή τοϋ Σταθμοϋ Γκόρκι. ’Εξαιρούνταν μόνο μερικοί ειδικοί άπό τό τεχνικό προσωπικό. Τήν παραλαβή τού Κουριάζ έπρεπε νά τήν κάνω στίς πέντε τοϋ Μάη. "Ως τίς δεκαπέντε τοϋ Μάη έπρεπε νά τελειώσει ή μεταφορά τοϋ Σταθμοϋ Γκόρκι. "Οταν άκουσαν τό περιεχόμενο τού συμφωνητικού, τά παιδιά δέ φώναξαν ούτε «ούρά>», ούτε σήκωσαν στά χέρια κανέναν. Μονάχα ό Λάποτ μέσα στή γενική σιωπή είπε: — Θά γράψουμε γΓαύτό στόν Γκόρκι. Καί τό πιό σπου­ δαίο, παιδιά: Ό χ ι γκρίνιες! — Μ άλιστα, δχι γκρίνιες! μουρμούρισε κάποιος π ιτσ ιρί­ κος. Κι ό Καλίνα ’ Ιβάνοβιτς κούνησε τό χέρι του καί πρόσθεσε: — Γκρεμίστε! Μή φοβόσαστε νά γκρεμίσετε τό παλιό, παιδιά!


ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ


1. ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ Αύριο πρέπει ν ’άρχίσω νά παραλαβαίνω τό Σταθμό Κου­ ριάζ. Καί σήμερα στό συμβούλιο τών διοικητών πρέπει όπωσδή­ ποτε κάτι νά κάνω, κάτι νά πώ, έτσι πού τά παιδιά νά μπορέσουν χωρίς έμένα νά όργανώσουν τή φοβερά δύσκολη τούτη έπιχείρηση: νά σηκώσουν όλο τό νοικοκυριό μας καί νά τό μεταφέ­ ρουν στό Κουριάζ. Στό Σταθμό βλέπει κανείς καί φόβους, κι έλπίδες, καί νευρικότητα, καί μάτια πού λάμπουν, καί άλογα, καί άμάξια, καί φοβερά κύματα άπό λεπτομέρειες, ξεχασμένες «σημειώσεις» καί χαμένα σκοινιά, ό λ ’αύτά τυλιγμένα σ ’ενα τόσο μπερδεμένο κουβάρι πού δέ μπορούσα νά πιστέψω ότι τά παιδιά θά κατάφερναν νά τό ξεμπερδέψουν. Ά π ό τότε πού πήρα στά χέρια τό συμφωνητικό γιά τό Κουριάζ, είχε περάσει όλο κι όλο μιά νύχτα κι ό Σταθμός είχε κιόλας μεταβληθει σ ’έκστρατευτικό σώμα: αύτό τ ό ’δειχναν καί οί διαθέσεις καί τό πάθος καί οί ρυθμοί τής δουλιάς. Τά παιδιά δέ φοβούνταν τό Κουριάζ, ϊσω ς γιατί δέν τ ό ’χανε δεΐ σ ’όλη του τή μεγαλοπρέπεια. 'Ό μω ς γιά μένα, τό Κουριάζ στεκόταν διαρκώς μπροστά μου σάν ενας φοβερός μυθικός νεκρός, ικανός νά μ ’άρπάξει ά π ’τό λαιμό, παρόλο πού ό θάνατός του είχε έπίσημα διαπιστωθεί άπό καιρό. Τό συμβούλιο διοικητών άποφάσισε: μαζί μέ μένα νά πάνε στό Κουριάζ μονάχα έννιά παιδιά κι £νας παιδαγωγός. Ζήτησα περισσότερους. Είπα πώς μέ μιά τέτια μικρή δύναμη τίποτα δέ θά μπορέσουμε νά κάνουμε, μόνο θά χαντακώσουμε τό κύρος τοΰ Σταθμού Γκόρκι. 'Ό τ ι στό Κουριάζ άπολύθηκε όλο τό προσω­ πικό, ότι πολλοί έκεϊ είναι έξαγριωμένοι ένάντιά μας. 219


Μου άπάντησε ό Κουντλάτι μ Έ να έλαφρό είρωνικό χαμό­ γελο: —Έ δ ώ πού τά λέμε, είτε δέκα πάρετε μαζί σας είτε είκοσι, τό Ιδιο κάνει. Τίποτα δέ θά κάνετε. Ό τ α ν παμε δλοι έκεΐ, τότε άλλάζει τό πράγμα, θά πέσουμε μέ τά μούτρα στή δουλιά. ’ Εσείς μόνο θά τούς παραλάβετε: τριακόσια άτομα. ’ Εδώ χρειάζεται νά προετοιμαστούμε καλά. Ό μ ω ς γιά κοιτάξτε τί γίνεται: δέν ξέρω τί είπανε στό Χάρκοβο, ισως νά τό κάνουν κι έπίτηδες: κάθε μέρα μας στέλνουν καί καινούργιους. Πολύ μέ στενοχωρούσαν τούτοι οί καινούργιοι. Χαλούσαν τή συνοχή τής κολεχτίβας μας κι έμπόδιζαν τό Σταθμό Γκόρκι νά διατηρήσει δλη τήν καθαρότητα καί τή δύναμή του. Κι ή μικρή αύτή δύναμη Επρεπε νά χτυπήσει ένα πλήθος άπό τρακόσια άτομα. Κάνοντας δλες τίς έτοιμασίες γιά τήν πάλη με τό Κουριάζ λογάριαζα πολύ στό κεραυνοβόλο χτύπημα, τό Κουριάζ Επρεπε νά πέσει μέ τήν πρώτη. Κάθε άναβολή, κάθε τραινάρισμα, κάθε έλπίδα γιά έξέλιξη πρός τό καλύτερο, κάθε προσανατολισμός στή «βαθμιαία διείσδυση», θά μετέτρεπε δλη αύτή τή σοβαρή μας έπιχείρηση σέ μιά πολύ άμφίβολη ύπόθεση. "Ηξερα πολύ καλά δτι δέ θά «διείσδυαν βαθμιαία» μόνο oi δικές μας μορφές παράδοσης, οί τρόποι δουλιδς, άλλά καί οΐ παραδόσεις τής κουριάζικης άναρχίας. Οί σοφ ολογιότατοι του Χάρκοβου, έπιμέναν στή μέθοδο τής «βαθμιαίας διείσδυσης», κι έδώ πού τά λέμε, δέν Εκαναν τίπ ο τ'ά λ λ ο άπό τό ν ’άναμασοΰν τίς παλιές Ερασιτεχνικές μεθόδους δουλιας: τά καλά παιδιά θά έπιδροΰν ώφέλιμα στά κακά παιδιά. ’ Εγώ δμως είχα κιόλας τήν προηγούμένη πείρα δτι καί τά πιό καλά παιδιά μέσα σέ μιά χαλαρή καί πλαδαρή κολεχτίβα πολύ εύκολα μετατρέπονται σέ άγρια θηρία. Μέ τούς «σοφολογιότατους» δέν άνοιξα καυγά, υπολογίζοντας μέ μαθηματική άκρίβεια, πώς τό άποφασιστικό χτύπημα θά τελειώσει νωρίτερα, πρίν άκόμα προλάβουν ν ’άρχίσουν οί διάφορες φασαρίες. Σ 'αύτό δμως πολύ μάς έμπόδιζαν οί και­ νούργιοι. Ό Εξυπνος Κουντλάτι καταλάβαινε καλά πώς καί τούτοι Επρεπε νά προετοιμαστούν γιά τό Κουριάζ μέ τήν Τδια προσοχή καί φροντίδα πού δίναμε γιά δλους. Γ ι’αύτό, φεύγοντας γιά τό Κουριάζ, έπικεφαλής τού «πρω­ τοπόρου μιχτοϋ τμήματος», δέ μπορούσα νά μή ρίξω πίσω μιά ματιά γεμάτη άνησυχία. Ό Καλίνα Ίβ ά νο β ιτς, παρόλο πού ύποσχέθηκε νά καθοδηγεί δλο τό νοικοκυριό ώς τήν τελευταία 220


στιγμή, ήταν τόσο συντριμμένος, πού τόσο γρήγορα θ ’άποχωριζόταν τό Σταθμό, ώστε δέν ήταν Ικανός νά κάνει τίποτε άλλο ά π ’τό νά στριφογυρίζει άνάμεσα στά παιδιά, νά θυμάται μέ δυσκολία μερικές λεπτομέρειες τοΰ νοικοκυριού, πού τίς ξέχνα­ γε άμέσως όταν τόν Επνιγε ό πικρός γεροντίστικος πόνος του. Οί μαθητές άκουγαν μέ προσοχή κι άγάπη τίς έντολές τοΰ Καλίνα Ίβ άνο β ιτς, άπαντούσαν άμέσως, χαιρετώντας καί μέ τή λέξη «μάλιστα», σέ κάθε ύπόδειξή του, όμως στούς τόπους δουλιάς άπόδιωχναν γρήγορα άπό πάνω τους τό δυσάρεστο αίσθημα λύπης πρός τό γέροντα κι άρχιζαν νά ταχτοποιούν μονάχοι τους τίς διάφορες δουλιές. Στό Σταθμό άφησα έπικεφαλής τόν Κόβαλ πού έκεϊνο πού φοβόταν περισσότερο ήταν πώς θά τόν «ξεγελάσει» ή Κομμούνα Λουνατσάρσκι πού θά παραλάβαινε άπό μάς τό χτήμα, τά σπαρμένα χωράφια καί τό μύλο. Οί άντιπρόσωποι τής Κομμού­ νας δέν Επαιρναν κιόλας τά μάτια τους ά π ’τή μηχανή τού Σταθμοϋ κι ό κοκκινογένης πρόεδρος Νεστερένκο κοίταγε μέ δυσπιστία τόν Κόβαλ. ' Η “Ολια Βόρονοβα δέν άγαποϋσε τίς διπλωματικές μονομαχίες αύτών τών δυό άνθρώπων καί προσπα­ θούσε νά πείσει τόν Νεστερένκο: — Νεστερένκο, πήγαινε σπίτι. Τί φοβάσαι; Έ δώ δέν ύπάρχουν άπατεώνες. Πήγαινε σπίτι σοϋ λέω! Ό Νεστερένκο χαμογελάει πονηρά κλείνοντας τό Ενα του μάτι καί δείχνει τόν Κόβαλ π ο ύ ’χει κοκκινίσει ά π ’τό θυμό του: — Ξέρεις, Ό λ ε τσ κ α , αύτόν τόν άνθρωπο; Είναι κουλάκος. Ά π ό γεννησιμιού του κουλάκος... Ό Κόβαλ νευριάζει περισσότερο, τά μάτια του βγάζουν φλόγες, μά δέν τά χάνει κι έπιμένει: — Καί τί νόμισες; Τόση δουλιά ρίξανε έδώ τά παιδιά, κι έσύ θέλεις νά στό δόσουμε τσάμπα; Γιατί; Ε π ε ιδ ή είσαι ά π ’τό Σταθμό Λουνατσάρσκι; Χόρτασαν οί κοιλιές σας καί μοϋ παριστάνετε τούς άχτήμονες!... Πληρώστε!... — Μά τό σκέφτηκες; Μέ τί θά σέ πληρώσω; — Καί τί μέ νοιάζει νά σκέφτομαι γ ι ’αύτό; "Οταν σέ ρώταγα: νά σπείρουμε, δέ σκέφτηκες, Ε; Τότε μ οϋ’κάνες τό άφεντικό: νά σπείρετε! Νά λοιπόν, πλήρωνε τώρα! Καί γιά τό στάρι, καί γιά τή σίκαλη καί γιά τά κοκκινογούλια... Ό Νεστερένκο γέρνει πλάγια τό κεφάλι του, λύνει τήν καπνοσακούλα του, ψάχνει προσεχτικά κάτι νά βρεϊ στό βάθος της καί χαμογελάε'ι:


— Σωστά, Εχεις δίκιο... Γιά τούς σπόρους βέβαια... Μά γιατί ζητάς καί γιά τή δουλιά; Δηλαδή, δέν κάνει νά δουλέψουν τά παιδιά γιά τήν κοινωνία;... 'Ο Κόβαλ πετάγεται άγριος ά π ’τήν καρέκλα καί βγαίνοντας πιά, γυρίζει κι Εξω φρένων φωνάζει: — Πού τό βρήκατε, χαραμοφάηδες τού διαόλου; ’Ά ρ ρ ω ­ στοι είστε; Λέγεστε καί κομμουνάροι, μά τή δουλιά τών παιδιών άνοίξατε τά στόματά σας έτοιμοι νά τή φάτε... Δέν πληρώνετε; Θά τά δόσω στούς χωριάτες! Ή "Ολια Βόρονοβα διώχνει τό Νεστερένκο σπίτι κι ύστερα άπόνα τέταρτο, σιγοκουβεντιάζει μέ τόν Κόβαλ στόν κήπο καί μ ’Ενα γνήσιο γυναικείο ταλέντο συμβιβάζει μέσα της τίς άντιθέσεις τού Σταθμού καί τής Κομμούνας. ' Ο Σταθμός γιά τήν “Ολια είναι ή μάνα της, στήν Κομμούνα πάλι είναι στά μέσα καί στά έξω, βάζοντας κάτω τούς άντρες μέ τίς γεωπονικές της γνώσεις, πού τίς κληρονόμησε ά π ’τόν Σέρε, τραβώντας καί τίς γυναίκες γύρω της μ ’Ενα Επίμονο κήρυγμα χειραφέτησής τους. "Οσο γιά τίς δύσκολες πάλι περιστάσεις καί περιπτώσεις, όργάνωνε όμάδες κρούσης άπό καμιά είκοσαριά άγόρια καί κορίτσια πού τήν άκολουθούσαν σά νά ήταν ή Ζάν ν τ ’ Ά ρ κ . "Οταν τήν Εβλεπες Ενιωθες πώς είναι μιά ζωντανή, πολιτισμένη, δραστήρια καί καλόκαρδη κοπέλα κι ό Κόβαλ, ρίχνοντάς της μιά ματιά, Ελεγε μέ περηφάνεια: — Δικό μας Εργο! ‘ Η ’Ό λ ια Ενιωθε περηφάνεια μέ τό πλούσιο δώρο πού άφηνε ό Σταθμός Γκόρκι στήν Κομμούνα: Ενα έξαιρετικό χτήμα μέ θαυμάσια χωράφια. Γιά μάς όμως τό δώρο αύτό σήμαινε οίκο νομική καταστροφή. Πουθενά άλλού δέ γίνεται τόσο χειρο­ πιαστή ή μεγάλη σημασία τής δουλιάς πού Εχει ξοδευτεί στό παρελθόν, όσο στήν άγροτική οικονομία. Ξέραμε πολύ καλά τί θά πεΐ νά ξεριζώνεις τ ’άγριόχορτα, νά όργανώνεις καλά τή σπορά, νά προσέχεις καί νά Ετοιμάζεις τήν κάθε λεπτομέρεια, νά φυλάς καί νά διατηρείς σέ άπόλυτη τάξη κι Ετοιμότητα κάθε, καί τό πιό μικρό στοιχείο αύτής τής άργής, άπαρατήρητης, μακρό­ χρονης δουλιάς. Ό πραγματικός θησαυρός μας βρισκόταν κάπου έκεΐ βαθιά, στίς μπερδεμένες ρίζες τών φυτών, στά συνηθισμένα κι Επιστημονικά δουλεμένα παχνιά, μέσα στήν καρδιά αύτών τών άπλών τροχών, τών τιμονιών άπ ’ τά κάρα, τών πιό άπλών Εργαλείων κι Εξαρτημάτων. Καί τώρα πού πολλά ά π ’αύτά πρέπει νά τ ’άφήσεις, κι άλλα νά τ ’άποσπάσεις ά π ’τή 222


γενική αύτή άρμονία καί νά τά στριμώξεις μέσα στά άποπνιχτικά έμπορικά βαγόνια, τώρα καταλαβαίνεις γιατί ό Σέρε έγινε πράσινος ά π ’τή θλίψη, γιατί στίς κινήσεις του φάνηκε κάτι πού σου θυμίζει άνθρωπο πού άρπαξε τό σπίτι του φωτιά! 'Ω σ τόσ ο, τό γενικό κλίμα τής θλίψης αύτής δέν έμπόδισε τόν Έ ντουάρντ Νικολάγεβιτς νά έτοιμάσει ήσυχα καί μεθοδικά δλα τά πολύτιμα πράγματά του γιά μεταφορά, κι έγώ, φεύγοντας γιά τό Χάρκοβο μέ τό πρωτοπόρο τμήμα, προσπέρασα καθη­ συχασμένος ά π ’τή σκυμμένη φιγούρα του. Γύρω μας, σάν άερικό στριφογύριζε πολυάσχολο καί χαρούμενο τό πλήθος των παιδιών... "Εφευγαν στό παρελθόν οί πιό ευτυχισμένες ώρες τή ς ζωής μου. Τώρα, πολλές φορές νιώθω βαθιά λύπη γιατί τότε δέ στάθηκα νά δόσω μιά Ιδιαίτερη, ευλαβική προσοχή σ ’δλα αύτά, γιατί δέν άνάγκασα τόν έαυτό μου νά κοιτάξει μ ’δλη τή δύναμη τής ψυχής τήν υπέροχη τούτη ζωή, γιατί δέν τυπώθηκαν γιά πάντα στή μνήμη μου οί άναλαμπές, οί γραμμές, οί άποχρώσεις τής κάθε στιγμής, τή ς κάθε κίνησης, τής κάθε λέξης. Τότε μού φαινόταν πώς οί έκατόν είκοσι τρόφιμοι, δέν ήταν άπλώς έκατόν είκοσι πρώην άλητόπαιδα πού βρήκαν στέγη καί δουλιά. Ό χ ι . Ή τ α ν μιά έκατοντάδα ήθικών προσπαθειών, μιά έκατοντάδα έναρμονισμένων δραστηριοτήτων, μ^ά έκατοντάδα ευλογημένων βροχών, πού ή ΐδια ή φύση, ή περήφανη καί δεσποτική αύτή γυναίκα, τίς περίμενε μέ άφάνταστη άνυπομονησία καί χαρά. Τούτες τίς μέρες ήταν δύσκολο νά δεις £στω κι £ναν τρόφιμο νά βαδίζει ήσυχα. "Ολοι είχαν άποχτήσει τή συνήθεια νά τρέχουν ά π ’τόνα μέρος στ*άλλο, νά φτερουγίζουν σάν χελιδονάκια, καί νά τιτιβίζουν συνέχεια γιά τίς δουλιές τους, μέ τήν ίδια καθαρή κι ευτυχισμένη πειθαρχία κι όμορφιά σέ δλες τίς κινήσεις τους. Ή τ α ν στιγμές πού κι έγώ ό ΐδιος έκανα τό άμάρτημα νά σκεφτώ: γιά ν ά 'ν α ι ευτυχισμένοι οί άνθρωποι, δέ χρειάζεται καμιά έξουσία, πρέπει νά τήν άντικαθιστάει κανείς, νά, μέ τούτο τό χαρούμενο, τό καινούργιο, τό άνθρώπινο ένστίχτο, οπου_ό_κάθε άνθρωπος ξέρει άκριβώς τί πρέπει νά κάνει, πώς πρέπει νά τό κάνει καί γιά ποιό σκοπό πρέπει νά τό κάνει. Ή τ α ν κάτι τέτιες στιγμές... Μά γρήγορα μέ προσγείωναν πάντα οί άγριοφωνάρες κάποιου Ά λ ιό σ κ α Βόλκοφ πού στό 223


φακιδιάρικο μούτρο του έβλεπες τήν άνησυχία καί τή δυσαρέ­ σκεια: — Τί κάνεις βρέ χοντροκέφαλε; Μέ τί καρφιά καρφώνεις αύτό τό κιβώτιο; Μήπως σού πέρασε ά π ’τό νοϋ πώς τέτια χοντρά καρφιά βρίσκονται πεταμένα στό δρόμο; *0 ζωηρός πιτσιρίκος κοκκινίζει κι άφήνει άδύναμα νά πέσει τό σφυρί. Τ ά ’χει σαστίσει καί ξύνει μέ τό σφυρί τή γυμνή φτέρνα του. — Καλά, καί μέ τί καρφιά νά καρφώσω; — Νά πάρεις παλιά καρφιά γΓ αύτή τή δουλιά, καταλαβαί­ νεις; Χρησιμοποιημένα. Γιά στάσου, πού τά βρήκες τούτα τά χοντρά καρφιά; Κι άρχίζει ή Ιστορία! *0 Βόλκοφ κάθεται πάνω στήν ψυχή τοϋ πιτσιρίκου καί τόν περνάει γενιές δεκατέσσερις, γιατί δέν £χει Ιδέα τί θά πει καινούργια χοντρά καρφιά! Ναί! ' Υπάρχουν λοιπόν άκόμα τραγωδίες στόν κόσμο! Λίγοι ξέρουν τί σημαίνει καρφί παλιάς χρήσης! Πρέπει μέ τή βοήθεια διάφορων Εξυπνων μεθόδων νά τά ξεκαρφώσεις άπό παλιά σανίδια, άπό σπασμένα νεκρά πιά πράματα. Καί βγαίνουν τούτα τά κακόμοιρα τά καρφιά σκεβρω­ μένα. στραβά καί ρευματικά, σκουριασμένα, μέ τά κεφάλια τους πατημένα, χω ρίς μύτη. πολλές φορές διπλωμένα δυό καί τρεις φορές σάν κόμπος πού κι ό καλύτερος έφαρμοστής δέ θά μπορούσε νά τόν φτιάξει κι άς έβαζε άκόμα κι όλη του τήν τέχνη. "Επειτα όλα τούτα θέλουν ίσιω μα πάνω σ ’ένα κομμάτι σίδερο. Τά παιδιά κάθονται γΓ αύτή τή δουλιά άνακούρκουδα καί πολύ συχνά τό σφυρί δέν πέφτει στό καρφί μά στά δάχτυλα. Κι όταν έπιτέλους άρχίζουν νά καρφώνουν μέ τά παλιά καρφιά, τούτα τά κακομοίρα στραβώνουν άμέσως, σπάζουν καί χώνον­ ται όχι έκεϊ πού χρειάζεται. “Ισως γ ι ’αύτό, τά πιτσιρίκια τού Σταθμοϋ δέ χωνεύουν τά παλιά καρφιά καί φτιάχνουν πολλές ύποπτες κομπίνες μέ τά καινούργια καρφιά, δημιουργώντας Ετσι συνεχώς ζητήματα καί σπιλώνοντας τό μεγάλο, τό χαρούμενο έργο τής έκστρατείας πρός τό Κουριάζ. Μά μήπως είναι μονάχα τά καρφιά; 'Ό λ α τούτα τ ’άβαφα τραπέζια, οί πάγκοι, ό σωρός τά σκαμνιά, οί παλιές ρόδες, τά καλαπόδια τοϋ τσαγκαράδικου, τά χαλασμένα ροκάνια, τά σκισμένα βιβλία, όλο τό κατακάθι τής σπαγγοραμένης ζωής μας καί τοϋ νοικοκυρίστικου ματιού πρόσβαλε τήν ήρωική μας έκστρατεία... Μά καί νά τά πετάξεις δέν πήγαινε ή καρδιά σου.


Ά μ κι αυτοί οί καινούργιοι; “Α ρχισαν νά πονάνε τά μάτια μου όταν τούς Εβλεπα μπροστά μου κακοντυμένους, νά στέκον­ ται σάν ξένοι. Μήπως θ ά ’ταν καλύτερο νά τούς άφήσουμε δώ ή νά τούς στείλουμε &ί κανένα άλλο φτωχοπαιδικό σταθμό, δίνοντας, γιά νά τούς πάρουν, ένα-δυό γουρουνάκια ή καμιά δεκαριά κιλά πατάτες; Κι δλο τούς ξαναμελετούσα έναν-έναν, τούς χώριζα σέ μικρές όμάδες καί τούς ταξινομούσα άνάλογα μέ τήν αξία τους σά μέλη τής κοινωνίας καί σάν άνθρώπους. Τήν έποχή έκείνη είχε άρκετά έκπαιδευτεΐ τό μάτι μου καί μπορούσα μέ τήν πρώτη ματιά, ά π ’τά έξωτερικά γνωρίσματα, άπ*τούς παραμικρότερους μορφασμούς τού προσώπου, άπό τή φωνή, ά π ’τό βάδισμα, άκόμα κι ά π ’τίς πιό άμελητέες έκδηλώσεις τής προσωπικότητας, ίσω ς άκόμα κι ά π ’τή μυρωδιά, νά προκαθορί­ σω μέ σχετική άκρίβεια τί προϊόν θ ά ’βγαίνε στήν κάθε περί­ πτωση ά π ’αύτήν τήν πρώτη υλη. “Ας πάρουμε γιά παράδειγμα τόν Ό λ έ γ κ Ό γκ ν ιό φ . Νά τόν πάρουμε μαζί μας στό Κουριάζ, ή δέν άξίζει τόν κόπο; “Ο χι, δέν πρέπει νά τόν παρατήσουμε. Είναι μιά σπάνια κι ένδιαφέρουσα μάρκα. Ό Ό λ έ γ κ Ό γ κ ν ιό φ είναι τυχοδιώκτης, δέ μένει ποτέ σ ’ένα μέρος, κι είναι θρασύς. "Ισως καί ν ά ’ναι άπόγονος των παλιών Νορμανδών, πού έξάλλου τούς μοιάζει, έτσι δπως είναι ψηλός, ξερακιανός, ξασπρόξανθος. “Ισως άνάμεσα σ ’αύτόν καί στούς βαριάγκους πρόγονούς του, νά μεσολάβησαν κάμποσες γενιές ά π ’τήν καλή ρούσικη διανόηση, γιατί ό Ό λ έ γ κ είχε ένα μεγάλο καθαρό μέτωπο κι ένα έξυπνο στόμα, πού δταν τ ’άνοιγε έφτανε ώς τ ’αύτιά του, μά πού μαζί μέ τά σβέλτα καί καλοσυνά­ τα μάτια του άποτελούσαν ένα άρμονικό σύνολο. Τόν Ό λ έ γ κ τόν έπιασαν γιά κάποιο ξάφρισμα στά ταχυδρομεία, γ ι ’αύτό καί τόν έφεραν στό Σταθμό μέ τή συνοδεία δυό πολιτοφυλάκων. Ό Ό λ έ γ κ Ό γ κ ν ιό φ περπατούσε πρόσχαρα καί καλόκαρδα άνάμεσά τους, κοιτάζοντας περίεργα δ λ ’αύτά γύρω του πού συνδέ­ ονταν μέ τό άγνωστο γ ι ’αύτόν μέλλον του. “Οταν τέλος έφυγαν οί πολιτοφύλακες, ό Ό λ έ γ κ άκουσε εύγενικά καί μέ προσοχή τίς πρώτες νουθεσίες μου, γνωρίστηκε έγκάρδια μέ τούς παλιούς τρόφιμους τού Σταθμού, έριξε ένα έκπληκτο καί χαρούμενο βλέμμα στούς πιτσιρίκους καί σταματώντας στή μέση τής αυλής, έστησε τά λιγνοπόδαρά του κι έβαλε τά γέλια: —"Ωστε τούτος είναι ό Σταθμός Μαξίμ Γκόρκι! Γιά κοίτα! Δηλαδή πρέπει νά δοκιμάσουμε... 225


Τόν έβαλαν στό όγδοο τμήμα. Ό Φεντορένκο τόν κοίταξε μ 'έν α μάτι φιλύποπτο: — Χέ, έδώ έχει καί δουλιά καί δέν είναι όπως ήξερες... Κατάλαβες; Καί τό σακάκι πού φοράς δέ σού πολυπάει, φίλε!... Ό Ό λ έ γ κ κοίταξε χαμογελαστός τό λιμοκοντόρικο σακάκι του κι έριξε μιά εύθυμη ματιά στό διοικητή του: — Λεν πειράζει, σύντροφε διοικητή. Τό σακάκι δέν εμποδί­ ζει σέ τίποτα. Κι άμα τό θέλεις, πάρτο, στό χαρίζω. Ό Φεντορένκο έσκασε ά π ’τά γέλια καί τό γέλιο διαδόθηκε σέ όλα τά παιδιά τού όγδοου τμήματος: — Γιά δόστο λοιπόν, νά δούμε πώς μ οΰ’ρχεται... Μ έχρι τό βράδυ ό Φεντορένκο γύριζε χωμένος στό κοντό σακάκι τού Ό λ έ γ κ , καί τά παιδιά έσπαζαν πλάκα γιά τήν πρωτόφαντη στό Σταθμό αύτή πολυτέλεια. Ό μ ω ς τό βράδυ γύρισε τό σακάκι στόν κάτοχό του καί τοϋ’πε αύστηρά: — Γούτο τό κολοκύθι χώστο όπου θές, καί νά φοράς αύτή τή φόρμα. Αύριο θά βολτάρεις μέ τή σπαρτική μηχανή. Ό Ό λ έ γ κ κοίταξε μ 'έκ π λη ξη τό διοικητή κι έριξε μιά πονηρή ματιά στό σακάκι: — Ληλαδή τούτη ή χλαμύδα δέν ταιριάζει έδώ στήν αύλή σας; Πρωί-πρωί φορούσε τή φόρμα καί μουρμούριζε ειρωνικά μόνος του: — Προλετάριος! Πρέπει νά βολτάρω μέ τή σπαρτική μηχανή... Δηλαδή, καινούργιες δουλιές άνοίγουμε! Στίς καινούργιες αύτές δουλιές ό Ό λ έ γ κ δέν τά κατάφερνε πάντα. ΓΗ σπαρτική μηχανή σά νά μήν ήταν στά μέτρα του καί περπατούσε πίσω της μουτρωμένος, σκουντουφλώντας στούς χωματένιους σβώλους κι ολο πηδούσε ά π ’τόνα πόδι σ τ ’άλλο μέ μιάν άδέξια προσπάθεια νά βγάλει τίς άγκίδες πού τού μπαίνανε. Δέ μπορούσε νά διορθώσει τό ύνί καί κάθε τρία λεφτά φώναζε στόν μπροστινό: — Σινιόρ, κρατήστε λίγο τά ζώα σας, έδώ έχουμε μιά μικρή καραμπόλα!... Ό Φεντορένκο άλάφρωσε τόν Ό λ έ γ κ ά π 'τή δύσκολη δουλιά καί τού άνάθεσε νά όδηγήσει τό δεύτερο ζευγάρι μέ τή σβάρνα, μά ύστερα άπό μισή ώρα ό ' Ολέγκ έφτασε τρέχοντας τό Φεντορένκο καί μέ ύφος πού‘στάζε εύγένεια τού λέει: — Ξέρετε, σύντροφε διοικητή; Τό δικό μου κάθησε! — Ποιός κάθησε; 226


— Νά, τ ’δλογό μου κάθησε! Δόστε προσοχή: κάθησε, ξέρετε κι εξακολουθεί νά κάθεται! Πέστε του κάνα-δυό κουβέν­ τες σάς παρακαλώ! Ό Φεντορένκο τρέχει στή Μαίρη πού τ ό ’χει στρώσει γιά καλά στήν ξάπλα καί φωνάζει δλο άγανάχτηση: — Νά πάρει ό διάολος! Τί σού ’ρθε μωρέ; Τ ά ’ κάνες μούσκε­ μα! Τί θέλει μωρέ τούτο τό παλούκι έδώ; Ό Ό λ έ γ κ προσπαθεί τίμια νά καλμάρει τή συγκίνηση τοΰ διοικητή: — Καταλαβαίνεις, οί μύγες φαίνεται τό πειράζουν! Κάθεται άκριβώς τήν ώρα πού πρέπει νά δουλέψει, κατάλαβες; Ή Μ αίρη, πού τή χτυπάει ή λαιμαριά σ τ ’αύτί, άγριοκοιτάζει τόν Ό λ έγ κ . Θυμώνει κι ό Φεντορένκο: — Κάθεται... Μ πορεΐ μωρέ νά κάτσει ή φοράδα; Τσίγκλα τη λίγο! Ό Ό λ έ γ κ άρπάζει τά χαλινάρια καί ξεφωνίζει στή Μαίρη: — Ντέ έ έ έ έ! Ό Φεντορένκο σκάει στά γέλια: — Τί φωνάζεις «ντέ»! Μπάς κι είσαι άμαξας; — Νά, βλέπεις, σύντροφε διοικητή!... — Τί μοΰ κοπανάς ολο: σύντροφε διοικητή καί σύντροφε διοικητή... —’Αλλά πώς; — Τί πώς; ’Αφοΰ εχω όνομα. — Χμ, βλέπεις, σύντροφε Φεντορένκο, έγώ δέν είμαι, φυ­ σικά. άμαξάς, όμως νά μέ πιστέψετε: στή ζωή μου πρώτη φορά έρχομαι σέ άμεση έιταφή μέ τοΰτες σάν τή Μαίρη. Είχα γνωστές μου, π ο ύ 'χ α ν κι αύτές τ ’όνομα τής Μ αίρης... όμοις, νά, μ ’αύτές βέβαια, κάπως αλλιώς ήταν τά πράματα... Έ δώ αύτά τά «παλού­ κια», τά «χαλινάρια»... ' Ο Φ εντορένκο κοιτάζει άγρια μέ τά διαπεραστικά μάτια του τή λεπτεπίλεπτη καί μαραμένη φυσιογνωμία τοϋ Ό λ έ γ κ καί φτύνει. —"Ασε τίς πολλές κουβέντες, καί πρόσεχε τά χάμουρα! Τό βράδυ ό Φεντορένκο κουνάει άμήχανα τά χέρια καί χωρίς νά βιάζεται βγάζει τήν καταδικαστική άπόφαση: — Μά αύτός δέν κάνει ουτε γιά τό διάολο πεσκέσι! Πάστες ξέρει νά κατεβάζει καί νά τρέχει πίσω ά π ’τίς κοπέλες... Νομίζω πώς δέ μας κάνει καί δέ χρειάζεται νά τόν κουβαλάμε μαζί μας στό Κουριάζ. 227


Ό διοικητής τοΰ όγδοου τμήματος, μέ κοιτάζει σοβαρά καί μέ κάποια άνησυχία, περιμένοντας τήν έγκριση τής άπόφασής του. Καταλαβαίνω ότι στήν άπόφαση είναι σύμφωνο όλόκληρο τό όγδοο τμήμα, πού όπως είναι γνωστό ξεχωρίζει πάντα μέ τή μαζική άπαιτητικότητά του. Π α ρ ’δ λ ’αύτά, άπάντησα στό Φεν­ τορένκο: — Τόν Ό γ κ ν ιό φ Οά τόν πάρουμε στό Κουριάζ. Έ ξ ή γ η σ έ τους στό τμήμα ότι ά π ’τόν Ό γ κ ν ιό φ πρέπει νά βγει ένας άνθρωπος τής δουλιάς. Κι άν αύτό δέν τό φτιάξετε σείς, κανένας άλλος δέ θά μπορέσει νά τό φτιάξει. Καί θά βγει ά π ’τόν Ό γ κ ν ιό φ ένας έχθρός τής σοβιετικής έξουσίας, ένας άλήτης. Κατάλαβες; — Κατάλαβα, λέει ό Φεντορένκο. — Κουβέντιασε λοιπόν τό ζήτημα στό τμήμα... — Τί νά γίνει, θά τό κουβεντιάσουμε, συμφωνάει πρόθυμα ό Φεντορένκο, όμως μέ τ ή ν ’ίδια προθυμία τό χέρι του σηκώνεται στό ίερό έκεΐνο μέρος όπου στούς σλάβους είναι καταχωνια­ σμένα τά πιό καταραμένα ζητήματα. “Ετσι, λοιπόν, ό Ό λ έ γ κ Ό γ κ ν ιό φ θά πάει στό Κουριάζ. Ό Ούζικοφ όμως; ’Απαντώ κατηγορηματικά καί θυμωμένα: ό ’Αρκάντι Ούζικοφ δέν πρέπει νά πάει καί γενικά καλύτερα νά πάει στό διάβολο! Σέ κάθε άλλη περίπτωση, δταν στήν παραγωγή σού χώσουν ένα τέτιο άχρηστο υλικό, θά ζητήσεις νά γίνουν ένα σωρό έπιτροπές, θά γράψεις δεκάδες πρωτόκολλα, θά φωνάξεις νά έρ­ θουν νά κάνουν έλεγχο κι άπό τό Λαϊκό Έ πιτρ οπά το Ε σ ω τ ε ρ ι­ κών, θ ’άπαιτήσεις νά γίνει έλεγχος ά π ’όλες τίς ύπηρεσίες έλέγχου πού ύπάρχουν, στό κάτω-κάτω θά γράψεις καί στήν «Πράβντα» κι έτσι, δπως καί ν ά ’χει τό ζήτημα ό φ ταίχτης θά βρεθεί. Κανένας δέ μπορεϊ νά σ ’ άναγκάσει νά φτιάξεις άτμομηχανή άπό παλιοτενεκέδες, ούτε κονσέρβες άπό πατατόφλουδες. Κι έγώ πρέπει νά φτιάξω όχι άτμομηχανή καί κονσέρβες, άλλά έναν πραγματικό σοβιετικό άνθρωπο. Κι άπό τί; ’Α π ’τόν ’Αρκάντι Ούζικοφ; ’Από μικρός άκόμα ό ’Αρκάντι Ούζικοφ γυρνάει στούς πέντε δρόμους καί τό καρότσι τής ιστορίας καί τής γεωγραφίας του ταξίδευε πάντα πάνουσέ σιδεροτροχιές. Πολύ νωρίς έγκατέλειψε τήν οίκογένεια ό πατέρας. Τό γονικό σπίτι τού ’Αρκάντι, τό στόλισε καινούργιος πατέρας, πού κάποια δουλιά έκανε στόν πλανόδιο θίασο τής κυβέρνησης τοϋ Ντενίκιν. Μαζί μέ τούτη 228


τήν κυβέρνηση, ό καινούργιος μπαμπάς του Ουζικοφ μέ δλη τήν οικογένεια άποφάσισε νά φύγουν ά π ’τή χο')ρα καί νά έγκατασταθοϋν στό έξωτερικό. ' Η παράξενη τύχη δέν ξέρω γιατί τούς πρόσφερε ένα πολύ άβολο μέρος: τήν ’Ιερουσαλήμ. Σ ’αύτή τήν πόλη ό Ά ρ κ ά ν τι Ουζικοφ έχασε δλα τά πολυποίκιλα γονικά του πού πέθαναν όχι τόσο ά π ’τίς άρρώστιες, δσο ά π ’τήν ανθρώπινη άχαριστία κι έμεινε σ ’ένα πολύ άσυνήθιστο περιβάλλον άπό “Αραβες κι άλλες έθνικές μειονότητες. Ό καιρός περνούσε κι ό πραγματικός πατέρας τοϋ Ουζικοφ πού τ ά ’χε καταφέρει νά μπεΐ στά μυστικά τής Νέας Ο ικονομικής Π ολιτικής καί νά χωθεΐ σέ κάποιο κομπινάτ, άποφάσισε ξαφνικά ν ’άλλάξει τή στάση του άπέναντι στόν απόγονό του. "Α ρχισε νά ψάχνει γιά νά βρει τό δυστυχισμένο γιό του, καί τά κατάφερε μέ τέτια έπιτυχία νά έκμεταλλευτεΐ τή διεθνή κατάσταση, πού τόν Ά ρ κ ά ν τι τόν φόρτωσαν άμέσως σέ πλοΐο, το ϋ ’δοσαν άκόμα καί συνοδό καί τόν έφεραν ώς τό λιμάνι τής ’Ο δησσού όπου βρέθηκε στήν άγκαλιά τοϋ γονιού του. "Ομως, υστέρα άπό δυό μήνες, ό πατέρας είδε μέ φρίκη τίς πρώτες έκδηλώσεις τής διαπαιδαγώ­ γησης τού παιδιού του στό έξωτερικό. Στόν Ά ρ κ ά ν τι συνδυά­ ζονταν πετυχημένα ή ρούσικη όρμή μέ τήν αραβική φαντασία, μέ μιά κουβέντα ό γερο-Οϋζικοφ βρέθηκε ένα ώραΐο πρωί μαδημένος κυριολεχτικά. *0 Ά ρ κ ά ντι δέν ξεπούλησε στό παζάρι μονάχα τά οικογενειακά κειμήλια: ρολόγια, ασημένια κουτάλια καί δισκοπότηρα, κοστούμια, έσώρουχα κι έπιπλα, μά ιδιαιτέρα έξυπνα χρησιμοποίησε τό υπηρεσιακό βιβλιάριο καταθέσεων’ τοΰ πατέρα του, ανακαλύπτοντας δτι ή νεανική τζίφρα του, είχε μεγάλη συγγενική όμοιότητα μέ τήν μπερδεμέ­ νη υπογραφή τού πατέρα του. Τ ά ΐδ ια έκεΐνα ισχυρά χέρια πού’χαν βγάλει τόν Ά ρ κ ά ν τι ά π ’τήν πόλη τοΰ τάφου τοϋ Χριστοϋ, μπήκαν καί πάλι σέ κίνηση. 'Ό τα ν στό Σταθμό είχαν ριχτεί όλοι στή μάχη τής προετοιμασίας, ό πατέρας Ουζικοφ, σοβαρός καί μ ’εύρωπαϊκή έμφάνιση, άρκετά καλοδιατηρημένος, κάθησε σ ’ένα κάθισμα άπέναντί μου καί μοϋ διηγήθηκε λεπτομερειακά τή βιογραφία τοϋ Ά ρ κ ά ν τι, τελειώνοντας μέ τρεμάμενη φωνή: — Μονάχα έσεΐς, μπορεΐτε νά μοϋ ξαναδόσετε τό γιό μου! “Εριξα μιά ματιά στόν γιό Ουζικοφ πού καθόταν στό ντιβάνι καί μοϋ έκανε τόσο άσχημη έντύπωση, πού μ οϋ’ρθε νά τόν έπιστρέψω άμέσως στόν άπαρηγόρητο πατέρα του. Ό πατέρας όμως μ οϋ’χε φέρει μαζί μέ τό παιδί καί κάτι χαρτιά κι έγώ δέν 229


μπορούσα νά τ ’άγνοήσω ή νά τ ’άμφισβητήσω. Ό ’Αρκάντι εμεινε στό Σταθμό. Ή τ α ν ψηλός, άδύνατος κι άσουλούπωτος. Ά π ’τά πλάγια τοΰ άσπρόξανθου κεφαλιού του ξεπηδούν δυό τεράστια διαφανή κόκκινα αύτιά, τ ’άφρυδο πρόσωπό του πού’ναι γεμάτο φακίδες δλο κοιτάει χαμηλά, ένώ ή μεγάλη καί πρησμένη μύτη του, νιώθεις πώς βαραίνει πολύ σέ σχέση μέ τ'ά λ λ α μέρη τοϋ προσώπου. Ό Α ρ κ ά ν τι σέ κοιτάει πάντα δύσπιστα, έχθρικά. Τά θολά μάτια του, σκεπασμένα συνεχώς μ ’ενα κίτρινο χρώμα, σού προξενούν άμέσως μιά φοβερή άποστροφή. Προσθέστε σ 'α ύ τά καί τό σαλιάρικο πάντα άνοιχτό στόμα του μαζί μέ τό αιώνια κατσουφιασμένο ύφος του κι έχετε μπροστά σας όλοκληρωμένη τήν εικόνα του. "Ηξερα πώς τά παιδιά τοϋ Σταθμού θά τόν στριμώχνουν στίς σκοτεινές γωνιές καί θά τόν χειροτονούν, θ ’άποφεύγουν τήν παρέα του, δέ θά θέλουν νά κοιμηθούν στόν ίδιο θάλαμο μαζί του, νά φάνε στό 'ίδιο τραπέζι, ότι θά τόν μισήσουν μέ τ ' άληθινό καί δυνατό έκεΐνο άνθρώπινο μίσος πού κι έγώ ό ίδιος τ ό ’πνιγα μέσα μου μονάχα όταν έβαζα όλες τίς παιδαγωγικές μου δυνάμεις. Ό Ούζικοφ άπό τήν πρώτη κιόλας μέρα άρχισε νά κλέβει τούς συντρόφους του, νά τρώει καί νά τά φτιάχνει όλα στό κρεβάτι του. Ή ρ θ ε ό Μίτκα Ζεβέλι στό γραφείο καί μέ ρώτησε σοβαρά, σουφρώνοντας τά μαύρα φρύδια του. —Ά ν τό ν Σεμιόνοβιτς, πέστε μου τήν άλήθεια, τί τό θέλου­ με μαζί μας τέτιο μούτρο; Κοιτάξτε: ά π ’τήν 'Ιερουσαλήμ στήν 'Ο δησσό, ά π ’τήν 'Ο δησ σ ό στό Χάρκοβο, ά π 'τό Χάρκοβο έδώ, κι ύστερα στό Κουριάζ! Γιατί νά τόν κουβαλάμε; Δέν έχουμε άλλα πράματα νά κουβαλήσουμε; “Ο χι, πέστε μου άλήθεια... Σωπαίνω. Ό Μίτκα περιμένει υπομονετικά τήν άπάντησή μου καί ρίχνοντας τό βλέμμα του στόν Λάποτ πού χαμογελάει δίπλα ζαρώνει τά φρύδια του. "Υστερα άρχίζει ξανά: — Ποτέ μου δέν είδαν τά μάτια μου τέτιους άνθρώπους. Αύτουνού πρέπει νά τού δόσουμε στρυχνίνη ή νά κάνουμε μπαλάκια μέ ψωμί, νά τά παραγεμίσουμε μέ καρφίτσες καί νά το�� ρίξουμε! — Δέ θά τά πάρει! βάζει τά γέλια ό Λάποτ. — Ποιός; Ό Ούζικοφ δέ θά τά πάρει; “Αντε. τό φτιάχνουμε ετσι σ τ'ά σ τεϊα νά δεις γιά πότε θά τά κατεβάσει;... Ξέρεις τί 230


πεινάλας είναι; Έ χ καί νά τόν δεϊς πώς τρώει! Μ όλις τό σκέφτομαι... ' Ο Μίτκα κάνει μιά κίνηση βαθιάς σιχαμάρας. ' Ο Λάποτ τοϋ ρίχνει μιά συμπονετική ματιά. ’ Εγώ μέσα μου συμφωνάω μαζί τους καί σκέφτομαι: «Τί νά κάνω λοιπόν;... Ό Ούζικοφ μάς ήρθε μέ τέτια χαρτιά...» Τά παιδιά κάθονται στό ξύλινο ντιβάνι βυθισμένα στίς σκέψεις τους. Στήν πόρτα τοϋ γραφείου προβάλλει τό καθαρό, χαμογελαστό μουτράκι τοϋ Βάσκα Ά λεξέγεφ καί τό πρόσωπο τοϋ Μίτκα φωτίζεται άμέσως άπό χαρά: — Νά, τέτιους δόστε μας καί κατοσταριές άκόμα!... Βάσκα, έλα δώ! Τά μάγουλα τοϋ Βάσκα κοκκινίζουν, πλησιάζει προσεχτι­ κά τόν Μίτκα μ ’ένα ντροπαλό χαμόγελο, καί μέ τά μάτια κολλημένα μ ’άγάπη πάνω του, κάθεται κοντά στά γόνατά του καί δείχνει τά αίσθήματα πού τόν πλημμυρίζουν μ ’ένα τρόπο πού είναι άδύνατο νά τόν περιγράψεις μέ λόγια: μ ‘ένα μίσοστεναγμό, μισοχαμόγελο, μισόγελο. — Χμ... Ό Βάσκα Ά λ εξέγεφ ήρθε στό Σταθμό μονάχος του. Δέν άντεξε τήν άλήτικη ζωή κι ήρθε σέ μάς κλαίγοντας. "Επεσε κατευθείαν στή συνεδρίαση τοϋ συμβουλίου τών διοικητώ ν μιά μέρα πού’κανε κατακλυσμό. Οί μετεωρολογικές συνθήκες, κάθε άλλο παρά εύνοϊκές, ήταν παρ’δ λ ’αύτά αίτία νά πετύχει ό Βάσκα τό σκοπό του, γιατί μέ καλό καιρό δέ θά τόν άφηνανΐσω ς ούτε στήν πόρτα νά πατήσει τό πόδι του. Τώρα όμως ό διοικητής τής ύπηρεσίας φρούρησης τόν έφερε στό γραφείο καί ρώτησε: — Τί νά τόν κάνουμε τούτον έδώ; Στέκεται κάτω ά π ’τά δέντρα καί κλαίει. Κι όξω ρίχνει μέ τό τουλούμι... Οί διοικητές σταμάτησαν τή συζήτηση γιά τά τρέχοντα ζητήματα καί κάρφωσαν τά μάτια τους στό νιοφερμένο. Ό Βάσκα μ ’δλα τά μέσα πού’χε στή διάθεσή του — μανίκια, δάχτυλα, γροθιές, σκοϋφο — έδειξε πώς τοϋ φεύγει σιγά-σιγά ή πίκρα του καί κάρφωσε τά κλαμένα άκόμα μάτια του στόν Λάποτ, πού κατάλαβε κιόλας πώς ήταν ό πρόεδρος. Είχε ένα όμορφο ροδαλό πρόσωπο, φορούσε καθαρά χωριάτικα ρούχα, μόνο πού τό τριμμένο καί στενό σακάκι του δέν ταίριαζε μέ τή γενικά καλή έμφάνισή του. Ή τ α ν δλο κι όλο δεκατριών χρονών. — Τί θέλεις; τόν ρώτησε αύστηρά ό Λάποτ. 231


— Νά μέ πάρετε στό Σταθμό, άπάντησε σοβαρά ό πιτσιρί­ κος. — Γιατί; —Ό πατέρας μάς άφησε κι έφυγε κι ή μάνα λέει: τράβα δπου θέλεις... — ΙΙώς γ ίν ε τ ’αύτό; Μιά μάνα δέ μιλάει ποτές έτσι. — Δέν είναι μάνα μου πραγματική... Ό Λάποτ σταματάει γιά μιά στιγμή. Τό καινούργιο τοΟτο γεγονός τόν βάζει σέ σκέψη, μά άμέσως συνεχίζει: — Γιά στάσου... Τί θά πει τούτο πάλι; Καλά, δέν είναι πραγματική μάνα. Ό πατέρας δμως πρέπει νά σέ πάρει. Είναι υποχρεωμένος, καταλαβαίνεις; Τά μάτια τοϋ πιτσιρίκου γέμισαν πάλι πικρά δάκρυα κι άρχισε ξανά τή δύσκολη δουλιά νά τά καταπίνει, γιατί Επρεπε νά έτοιμαστεΐ ν ’άπαντήσει. Τά διαπεραστικά μάτια των διοικητών άρχισαν νά χαμογελούν, βλέποντας τόν πρωτότυπο τρόπο συμπεριφοράς του πιτσιρίκου. Τέλος ό Βάσκα μουρμούρισε μ Έ ναν άθελο άναστεναγμό: — Νά, κι ό πατέρας δέν είναι πραγματικός... Γιά μιά στιγμή στό συμβούλιο βασίλεψε ήσυχία καί ξάφνου ξέσπασαν άκράτητα γέλια. Ά κ ό μ α κι ό Λάποτ σκούπιζε τά δάκρυα ά π ’τά γέλια: —Ά σ χ η μ ο μπλέξιμο είχες, άδερφούλη... Πώς τά κατάφερες έτσι; Ό πιτσιρίκος χωρίς νά ξεκολλάει τό βλέμμα ά π ’τό εύθυμο πρόσωπο τού Λάποτ, άρχισε άπλά καί μέ άφέλεια νά λέει πώς τ ’όνομά του είναι Βάσκα καί τό έπώνυμό του Ά λεξέγεφ . Ό πατέρας δούλευε άμαξας, παράτησε τήν οικογένεια «κι εγινε λαγός >►κι ή μάνα παντρεύτηκε μ 'έν α ράφτη. ’Ύ στερα ή μάνα άρχισε νά βήχει καί τόν περασμένο χρόνο πέθανε. Ό ράφτης τ ά ’φτιάξε μέ μιάν άλλη καί τήν παντρεύτηκε. Καί τώρα έφυγε σ ’άλλη πόλη κι έγραψε πώς δέ θά ξαναγυρίσει. «Ζήστε δπως θέλετε», γράφει. — Θά πρέπει νά τόν πάρουμε, είπε ό Κουντλάτι. Μόνο μή τυχόν, έδώ πού τά λέμε, μάς άραδιάζεις ψέματα; "Ε; Ποιός σ ’όρμήνεψε; — Τί νά μ ’όρμηνέψει; Νά, βρέθηκε ένας άνθρωπος καί μού λέει: έκεΐ ζούν παιδιά καί σπέρνουν καί στάρι. “Ετσι, πήραμε τό Βάσκα Ά λεξέγεφ στό Σταθμό. Γρήγορα έγινε τ'άγαπημ ένο παιδί δλων μας καί σ ’δλες τίς παρασκήνια-


κές συζητήσεις, κανένας δέν έβαλε ποτέ ζήτημα ότι μπορούμε νά πάμε στό Κουριάζ χωρίς τό Βάσκα. Καί δέ μπορούσε νά μπει τέτιο ζήτημα γιά τόν πρόσθετο λόγο ότι ό Βάσκα μπήκε στό Σταθμό μέ άπόφαση τοϋ συμβουλίου τών διοικητών, συνεπώς είχε όλο τό δικαίωμα νά θεωρεί τόν έαυτό του «πρίγκιπα έξ αίματος». Ά νά μ εσ α στούς καινούργιους ήταν ό Μάρκ Σέινγκαουζ κι ή Βέρα Μ περεζόφσκαγια. Τόν Μάρκ Σέινγκαουζ μάς τόν έστειλε ή έπιτροπή προστα­ σίας άνηλίκων τής ’Οδησσού, γιά κλοπή, όπως άνέφερε τό συνοδευτικό χαρτί. Ή ρ θ ε μαζί μ ’έναν πολιτοφύλακα, μέ τήν πρώτη όμως ματιά πού τού’ριξα, κατάλαβα πώς ή έπιτροπή λάθεψε: άνθρωπος μέ τέτια μάτια δέν μπορεί νά κλέψει. Νά περιγράψω τά μάτια τοϋ Μάρκ δέ θά μπορέσω. Στή ζωή σπάνια τά συναντάς, καί μπορεϊς νά τά βρεις μονάχα στούς πίνακες μεγάλων ζωγράφων σάν τόν Νέστεροφ, τόν Κάουλμπαχ, τόν Ραφαήλ. Γενικά, τέτια μάτια μπορεΐς νά δεις μόνο στίς είκόνες τών άγίων καί ιδίως τής Παναγίας. Πώς ξέπεσαν στή φυσιογνω­ μία ένός φτωχού ’ Εβραίου τής ’Οδησσού, ήταν σχεδόν άδύνατο νά τό συλλάβει κανείς. Κι όλα τά σημάδια έδειχναν πώς ό Μάρκ Σέινγκαουζ ήταν φτωχός: τό άδύνατο δεκαεφτάχρονο σώμα του, μόλις καί τό σκέπαζαν κάτι κουρέλια, ά π ’τά γεμάτα τρύπες παπούτσια του έβγαιναν ξεδιάντροπα τά δάχτυλά του, τό πρό­ σωπο όμως τού Μάρκ ήταν καθαρό, πλυμένο καί τό κατσαρόμαλλο κεφάλι του χτενισμένο. Είχε τόσο πυκνά, τόσο χνουδάτα ματοτσίνορα πού όταν τ ’άνοιγόκλεινε νόμιζες πώς κάνουν άέρα. Τόν ρώτησα: —’Εδώ γράφει πώς έκλεψες. Μά ε ίν ’άλήθεια; —Α λ ή θ εια είναι... έγώ... ναί... έκλεψα... —Ή πείνα σ ’έσπρωξε; - Ο χ ι , δέ μπορώ νά πώ ότι πεινούσα κι έκλεψα. Δέν έκλεψα γιατί πεινούσα. ' Ο Μάρκ έξακολουθοϋσε νά μέ κοιτάζει μ ’ένα ύφος σοβαρό, πικραμένο κι ήσυχο. "Α ρχισα νά νιώθω ντροπή: γιατί σ τ ’άλήθεια βασανίζω ένα κουρασμένο καί στενοχωρημένο παιδί; Προσπάθησα νά χαμο­ γελάσω λίγο τρυφερά καί το ύ ’πα: — Βέβαια, δέν πρέπει νά σού θυμίζω αύτά τά πράματα. “Ο,τι έγινε, έγινε. Κάθε άνθρωπος συναντάει χίλιες άναποδιές στή ζωή του. Πρέπει νά τίς ξεχνάει. Πήγες σέ κανένα σχολειό; 233


— Ναί, πήγα. Τέλειωσα τήν πέμπτη τάξη καί θέλω νά συνεχίσω. — Περίφημα! Μπράβο... Θά πας στό τέταρτο τμήμα τοΰ Ταρανέτς. Νά, πάρε τό σημείωμα καί πήγαινε νά βρεις τό διοικητή του τέταρτου τμήματος Ταρανέτς. Αύτός θά τά κανονί­ σει δλα. Ό Μάρκ πήρε τό χαρτί, άντί δμως νά τραβήξει γιά τήν πόρτα, καρφώθηκε σαστισμένος δίπλα στό τραπέζι: — Σύντροφε διευθυντή, θ ά ’θελα νά σάς πώ κάτι, πρέπει νά σάς πώ γιατί ήρθα έδώ... Πολύ τό σκέφτηκα... Πώς νά σάς τό πώ... Τώρα όμως δέ μπορώ πιά νά σας τό κρύψω... Ό Μάρκ πικροχαμογέλασε καί μέ κοίταξε στά μάτια μ ’Ενα παρακλητικό βλέμμα. — Τί συμβαίνει; 'Ο ρίσ τε, μίλα... —Έ γ ώ έκανα παλιότερα σέ παιδικό σταθμό καί δέ μπορώ νά πώ πώς ήτανε άσχημα έκεΐ. Έ νιω θα δμως πώς ό χαρακτήρας μου δέ γινόταν αύτός πού’ πρεπε. Τόν πατέρα μου τόν σκότωσαν οί συμμορίτες τού Ντενίκιν, έγώ είμαι κομσομόλος, μά ό χαρα­ κτήρας μου είναι πολύ μαλακός. Αύτό είναι πολύ άσχημο, τό καταλαβαίνω. Πρέπει νά φτιάξω μπολσεβίκικο χαρακτήρα. Κι αύτό άρχισε πολύ νά μέ βασανίζει. Πέστε μου δέ θά μέ διώξετε στήν 'Ο δησ σό άμα σάς πώ δλη τήν άλήθεια; ' Ο Μάρκ μέ κοίταξε δύσπιστα κατά πρόσωπο μέ τά θαυμάσια μεγάλα μάτια του. —'Ό ,τι καί νά μοϋ πεις, δέ θά σέ διώξω ά π ’τό Σταθμό. — Σάς εύχαριστώ, σύντροφε διευθυντή, πολύ σάς εύχαριστώ. Ή ξ ε ρ α πώς αύτό θά μοϋ πεΐτε, γ ι ’αύτό κι άποφάσισα νά σάς μιλήσω. Καί σκέφτηκα Ετσι, γιατί διάβασα στήν έφημερίδα «Βίστι» Ενα άρθρο «Τό σφυρηλάτημα τοϋ καινούργιου άνθρώπου», έγραφε γιά τό δικό σας Σταθμό. Τότε είδα ποιός ήταν ό δρόμος μου κι άρχισα νά τρέχω, νά παρακαλάω. "Οσους κι άν παρακάλεσα τίποτα δέν εγινε. Μοϋ λέγανε: ό Σταθμός αύτός είναι γιά τούς παραβάτες τοϋ νόμου, τί δουλιά έχεις έσύ έκεΐ; Τ ό ’σκασα λοιπόν κι έγώ άπό τόν άλλο Σταθμό κι άνέβηκα σ ’Ενα τράμ. "Ολα Εγιναν τόσο γρήγορα πού ούτε νά τό φανταστείτε δέ μπορεΐτε: μόλις Εχωσα τό χέρι μου σέ μιά ξένη τσέπη άμέσως μ ’άρπάξανε καί ήθελαν νά μοϋ τίς βρέξουν. "Υστερα μέ πήγανε στήν έπιτροπή. — Κι ή έπιτροπή πίστεψε πώς Εκλεψες; — Καί πώς μπορούσε νά μήν πιστέψει; Είναι δίκαιοι 234


άνθρωποι, παρουσιάστηκαν καί μάρτυρες, γράφτηκε πραχτικό, κι δλα εγιναν όπως χρειάζονταν. Τούς είπα πώς κι άλλες φορές Εβαλα χέρι σέ ξένες τσέπες. Έ β α λ α τά γέλια.. Έ νιω θα εύχαρίστηση γιατί ή δυσπιστία μου στήν άπόφαση τής έπιτροπής άποδείχτηκε σωστή. ' Ο Μάρκ ήρεμος πιά κι εύχαριστημένος τράβηξε νά ταχτοποιηθεί στό τέταρτο τμήμα. Ή Βέρα Μ περεζόφσκαγια, όμως, είχε ένα έντελώς άλλιώτικο χαρακτήρα. 1Ηταν χειμώνας. Πήγα στό σιδηροδρομικό σταθμό γιά νά ξεπροβοδίσω τή Μαρία Κοντράτιεβνα Μ πόκοβα καί νά τής δόσω έναν έπείγοντα φάκελο γιά τό Χάρκοβο. Τή Μαρία Κοντράτιεβνα τή βρήκα στήν άποβάθρα τοϋ σταθμοϋ ν ά ’χει άνοίξει γερό καυγά μ ’ενα σκοπό τής σιδηροδρομικής φρουράς. Ό σκοπός κρατούσε ά π ’τό χέρι μιά κοπέλα ώς δεκάξι χρονών μέ κάτι γαλότσες στά γυμνά της πόδια. Ιτο ύ ς ώμους της ήταν ριγμένη μιά κοντή μπέρτα παλιάς μόδας, δώρο ίσω ς κάποιου καλού άνθρωπάκου παλιάς έποχής. Τό ξέσκεπο κεφάλι τής κοπέλας είχε φριχτή όψη. Τ ’άχτένιστα ξανθά μαλλιά της είχαν χάσει άπό καιρό τό ξανθό τους χρώμα, στά πλάγια ήταν πεταμένα πίσω ά π ’τ ’αύτί κολλητά, ένώ κάτι σκούρες βρώμικες τούφες Επεφταν στό μέτωπο καί στά μάγουλα. Προσπαθούσε νά ξεφύγει ά π ’τά χέρια τού σιδηροδρομικού, όμως ά π ’τό πρόσωπό της δέν Εφευγε ενα πλατύ χαμόγελο πού Εκανε πιό χτυπητή τήν όμορφιά της. Μά στά γελαστά καί ζωηρά μάτια της πρόφτασα νά δώ μερικές θαμπές σπιθίτσες άνίσχυρης άπελπισίας ένός άδύναμου μικρού θηρίου. Τό χαμόγελό της ήταν τό μοναδικό μέσο ύπεράσπισής της, ήταν ή μικρή διπλωματία της. Ό σιδηροδρομικός Ελεγε στή Μαρία Κοντράτιεβνα: — Εύκολο είναι, συντρόφισσα, νά μάς βάζετε τίς φωνές, ρωτήστε όμως τί τραβάμε μέ τούτα δώ τά φρούτα!... καί γυρίζοντας στήν κοπέλα άγρια: ’Ή σουνα τήν περασμένη βδομά­ δα στό τραίνο... μεθυσμένη, ναί ή όχι; — Πότε ήμουνα έγώ μεθυσμένη; Ό λ ’ά π ’τό μυαλό του τά βγάζει, άφησε νά φανεί Ενα καθαρά πιά γοητευτικό χαμόγελο ή κοπέλα καί ξεκόλλησε τό χέρι της ά π 'τ ό σιδηροδρομικό, χουφτιάζοντας τά χείλη της σάμπως τάχα νά πόναγε φοβερά. 'Ύ στερα είπε άπαλά καί φιλάρεσκα: Νά πού σού ξέφυγα! Ό σιδηροδρομικός Εκανε νά τήν ξαναπιάσει, αύτή όμως 235


πήδησε άμέσως πρός τά πίσω κι έβαλε τά γέλια χωρίς νά δίνει καμιά σημασία στόν κόσμο π ο ύ 'χ ε μαζευτεί. Ή Μ αρία Κοντράτιεβνα έριξε μιά σαστισμένη ματιά γύρω της καί μόλις μέ είδε φώναξε: —’Αγαπητέ μου Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, καλά πού ήρθατε!... Μέ τράβηξε στήν άκρη καί μοϋ ψιθύρισε άναστατωμένη: —Ά κ ο ϋ σ τε, είναι φρίκη! Μά πώς είναι δυνατό νά φέρνον­ ται έτσι σέ μιά γυναίκα, σέ μιά θαυμάσια γυναίκα... "Οχι γιατί είναι όμορφη, άλλά γιατί δέν έπιτρέπεται στό κάτω-κάτω! Ντροπή! — Μ αρία Κοντράτιεβνα, λοιπόν, τί θέλετε; — Τί θέλω; Μ ήν καμώνεστε πώς δέν καταλαβαίνετε, σάς παρακαλώ, θηρίο άγριο! — Γιά κοίτα καλά!... — Ναί, ναί, θηρίο άγριο καί πονηρό! "Ολο τά καλά καί συμφέροντα; Έ ; Αύτό δέ σάς συμφέρει, έ; Κι έτσι άς άφήσουμε τούς σιδηροδρομικούς ν ’άσχολοϋνται μέ τήν κοπέλα, έ; — Μά άκοϋστε κι έμενα... Ά φ ο ϋ είναι πόρνη... Γίνεται νά τή βάλουμε μέσα σέ κολεχτίβα άγοριών; — Βάλτε κατά μέρος αύτές τίς κρίσεις σας, άτυχε... παιδα­ γωγέ! "Εχασα τό χρώμα μου ά π ’τήν προσβολή κι είπα μέ άγριο τόνο: —' Ωραία λοιπόν, θά τήν πάρω τώρα άμέσως γιά τό Σταθμό. Ή Μαρία Κοντράτιεβνα μ 'έπ ια σ ε ά π ’τόν ώμο: —Α γ α π η τέ μου Μακάρενκο, ευγενική ψυχή, εύχαριστώ, εύχαριστώ!... Έ τρ εξε στήν κοπέλα, τήν επιασε ά π ’τούς ώμους καί τής ψιθύρισε κάτι σ τ ’αύτί. Ό σιδηροδρομικός φώναξε θυμωμένα στόν κόσμο: — Τί χάσκετε όλοι σας έδώ; Θέατρο τό περάσατε; Τραβάτε στίς δουλιές σας!... "Εριξε μιά ματιά γύρω, έφτυσε μέ άηδία κι έφυγε. Ή Μαρία Κοντράτιεβνα μέ πλησίασε μαζί μέ τήν κοπέλα πού άκόμα δέν είχε σβύσει τό χαμόγελο στό στόμα της: — Σάς τή συστήνω: Βέρα Μ περεζόφσκαγια. Συμφωνάει ν ά ’ρθει στό Σταθμό... Βέρα, είναι ό διευθυντής μας, κοιτάξτε, είναι πολύ καλός άνθρωπος καί θά περάσετε καλά. Ή Βέρα χάρισε καί σέ μένα τό χαμόγελό της: — Θά έρθω... Γιατί όχι... 236


’ Αποχαιρετηθήκαμε με τή Μαρία Κοντράτιεβνα καί καθήσαμε στό έλκηθρο. — Θά ξεπαγιάσεις έτσι, τής είπα. "Εβγαλα κάτω ά π ’τό κάθισμα ένα ύπόσαγμα καί τής τ ό ’δοσα. Ή Βέρα κουκουλώθηκε μ ’αύτό καί ρώτησε εύθυμα: — Καί τί θά κάνω έγώ έκεΐ στό Σταθμό; — Θά μάθεις γράμματα καί θά δουλεύεις. ' 11 Βέρα σώπασε γι ’ άρκετή ώρα, ύστερα γυρίζει καί μοϋ λέει μέ μιά καπριτσόζικη δλο θηλυκότητα φωνή: —Ώ , θεέ μου!... Δέν πρόκειται νά μάθω γράμματα καί μή βάζετε τέτια πράματα στό μυαλό σας... Ζύγωνε μιά συννεφιασμένη, σκοτεινή νύχτα πού τίποτα τό καλό δέν προμηνούσε. Πηγαίναμε μ έσ’ά π ’τά χωράφια πού ή μεγάλη άπλωσιά τους έκανε πιό δυνατές τίς άστραπές καί τίς βροντές. Γύρισα κι είπα σιγά στή Βέρα γιά νά μήν άκούσει ό Σορόκα πού καθόταν μπροστά: — Σέ μας έκεΐ δλα τ ’άγόρια καί τά κορίτσια πάνε στό σχολειό. Καί σύ θά πας. Καί θά δεις τί καλά πού θά μάθεις τά γράμματα. Καί θά ξημερώσουν καί γιά σένα καλύτερες μέρες. Στριμώχτηκε κοντά μου κι είπε δυνατά: — Καλύτερες μέρες... Ώ , τί σκοτάδι! Σέ πιάνει τρομάρα!... Πού μέ πατε; — Σώπαινε τώρα. Σώπασε. Μπήκαμε στό δάσος. Ό Σορόκα κάτι ψιθύριζε μονάχος του, φαίνεται θά βλαστημούσε αύτόν π ο ύ ’φτιάξε τή νύχτα καί τό στενό δρομάκι τοϋ δάσους. Ή Βέρα άρχισε νά λέει σιγά: — Θά σάς πώ κάτι. Ξέρετε τί; — Λέγε. — Ξέρετε τί; Είμαι έγκυος!... "Υστερα άπό λίγα λεφτά τή ρώτησα: — Πώς τό σκαρφίστηκες πάλι τοϋτο; — Τίποτα δέ σκαρφίστηκα. Καί γιά ποιό λόγο; Λόγο τιμής σάς είπα όλη τήν αλήθεια. ‘Από μακριά φάνηκαν τά φώτα τοΰ Σταθμοϋ. ’Αρχίσαμε πάλι τήν ψιθυριστή κουβέντα μας. Είπα στή Βέρα: — Θά κάνουμε έκτρωση. Πόσων μηνών είσαι; — Δυό. — Θά τήν κάνουμε. — Θά γίνω περίγελο. 2} 7


— Ποιανού; — Νά, όλων τών παιδιών σας έκεΐ... — Δέ θά μάθει κανένας τίποτα. — Θά μάθουνε. —"Οχι. Μ ονάχα έγώ κι έσύ θά τό ξέρουμε. Καί κανένας άλλος. Ή Βέρα ξέσπασε σ ’ένα αύθάδικο γέλιο. — Ναί, ναί... Πέστε κι άλλα! Σώπασα. Φτάνοντας στό ύψωμα τού Σταθμοϋ κατεβήκαμε νά πάμε μέ τά πόδια. Ό Σορόκα κατέβηκε ά π ’τό έλκηθρο, καί πήγαινε δίπλα στή μούρη τ ’άλόγου, σφυρίζοντας ενα σκοπό. ' Η Βέρα ξαφνικά έπεσε στά γόνατά μου κι άρχισε νά κλαίει μέ λυγμούς. — Τί έπαθε τούτη δώ; ρώτησε ό Σορόκα. — Τήν τρώει μεγάλος πόνος, άπάντησα. — Σίγουρα θ ά ’χει συγγενείς, Εκανε σκεφτικά ό Σορόκα. Δέν ύπάρχει χειρότερο πράμα. Σκαρφάλωσε στό κάθισμα τοϋ άμαξά κι άνέμισε τό καμτσί­ κι: — Δρόμο τώρα, συντρόφισσα Μαίρη, δρόμο! “Ετσι μπρά­ βο! Μπήκαμε στήν αύλή τού ΣταθμοΓ. "Υστερα άπό τρεις μέρες γύρισε ά π ’τό Χάρκοβο ή Μαρία Κοντράτιεβνα. Δέν τής είπα τίποτα γιά τήν τραγωδία τής Βέρας. Πέρασαν λίγες μέρες κι ανακοινώσαμε στό Σταθμό πώς ή Βέρα πρέπει νά πάει οτό νοσοκομείο γιατί τά νεφρά της δέν πάνε καθόλου καλά. Γύρισε ά π ’τό νοσοκομείο μ ’ενα ύφος θλιμμένο κι ύποταχτικό καί μέ ρώτησε σιγανά: — Καί τί θά κάνω τώρα; Σκέφτηκα γιά λίγο καί τής άπάντησα άπλά: — Τώρα θά κοιτάξουμε καί λιγάκι τή ζωή. Ά π ό τό σαστισμένο καί φευγαλέο βλέμμα της, κατάλαβα πώς ή ζωή γι ’αύτήν ήταν τό πιό δύσκολο κι άκατανόητο πράμα. Φυσικά, ή Βέρα θ ά ’ ρθει μαζί μας στό Κουριάζ. Κι όπως πάνε τά πράματα, θ ά ’ρθουνε όλοι, θ ά ’ρθουν κι οί εϊκοσι καινούργιοι πού μάς τούς πάσαρε τό Λαϊκό ’ Επιτροπάτο Π αι­ δείας τίς τελευταίες μέρες, χωρίς ούτε κάν νά δόσει σημασία στά στρατηγικά μου σχέδια. Τί καλά θά ήταν ν ά ’ρχονταν μαζί μου μόνο τά παλιά δοκιμασμένα εντεκα τμήματα. Τούτα τά τμήματα είχαν περάσει τήν εξάχρονη ιστορία μας δίνοντας συνέχεια


μάχες. Τά παιδιά των τμημάτων αύτών είχαν στενά συνδεθεί μέ τίς κοινές σκέψεις, τίς παραδόσεις, τήν πείρα, τά ίδανικά, τίς συνήθειες. Μ ’αυτούς μπορούσες κάπως νά μή φοβάσαι. Τί καλά θά ήταν νά μήν είχαμε τούτους τούς καινούργιους πού δν καί άφομοιώθηκαν κάπως μέσα στά τμήματα, δμως μπερδεύονται σέ κάθε βήμα στά πόδια μου καί μου δίνουν στά νεΰρα: καί τό περπάτημα κι ή ομιλία καί τό βλέμμα τους δέν είναι αύτό πού πρέπει, έχουν άκόμα άσχημα πρόσωπα, «τρίτης ποιότητας». Δέν πειράζει, τά έντεκα τμήματά μου είναι άτσαλωμένα. Ά λ λ ’άν τά έντεκα τούτα μιχτά τμήματα χαντακωθούν στό Κουριάζ; Τί καταστροφή θ ά ’ναι τούτη! Τήν παραμονή τής άναχώρησης τοϋ πρωτοπόρου κοινού τμήματος, ένιωθα μιά φοβερή βαρυθυμιά κι άμηχανία. Μέ τό βραδινό τραίνο ήρθε ή Ντζουρίνσκαγια, κλείστηκε μαζί μου στό γραφείο κι είπε: —Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, φοβάμαι. Δέν είναι άκόμα αργά, μπορεϊ καί νά μή δεχτείς. — Τί συνέβηκε, Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα; — Χτές ήμουνα στό Κουριάζ. Φρίκη! Α να τρ ιχιά ζω σάν σκέφτομαι αύτά πού είδα. “Εκανα φυλακή, ήμουνα στό μέτωπο, μά ποτέ μου δέν Οπέφερα δσο τώρα. — Μά γιατί, τί πάθατε; — Δέν ξέρω, ’ίσως νά μήν μπορώ νά τά πώ δλα μέ τή σειρά τους. Μά καταλαβαίνετε; Τριακόσια άποκτηνωμένα, διεφθαρμέ­ να, έξαγρκομένα άγόρια... νά, πώς νά τό πώ, σάν ένα βιολογικό, ζωο')δικο κατάλοιπο... Ούτε άναρχία μπορεΐς νά τήν πεις... Κι αυτή ή φτώχεια, ή βρώμα, οί ψείρες! Φοβερό! Δέν πρέπει νά πάτε, κάναμε βλακεία πού τό σκεφτήκαμε καί τ ’άποφασίσαμε αύτό. — Μέ συγχωρεΐτε! Ά ν τό Κουριάζ σάς έκανε τόσο τρομε­ ρή έντύπωση πού σάς άνάγκασε νά τά διπλώσετε κιόλας, έγώ νομίζω πώς ισα-ΐσα είναι άνάγκη κάτι νά γίνει γιά νά διορθωθεί ή κατάσταση. Ή Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα έβγαλε ένα βαθύ στεναγμό: —Ά χ , θά χρειαστεί πολύ ώρα νά μιλήσω. Φυσικά, κάτι πρέπει νά κάνουμε, είναι υποχρέωσή μας, δχι δμως καί νά θυσιάσουμε τήν κολεχτίβα σας. Δέν ξέρετε τήν άξία της, ’ Αντόν Σεμιόνοβιτς. Τούτη ή κολεχτίβα πρέπει νά διαφυλαχτεΐ, ν ’άναπτυχθεΐ, νά καλλιεργηθεί, δέν πρέπει νά σπαταληθεΐ άδικα στό πρώτο τυχαίο καπρίτσιο. — Ποιανού καπρίτσιο; 239


— Δέν ξέρω ποιανού, είπε κουρασμένα ή Λιουμπόβ Σαβέ­ λιεβνα, δέ λέω γώ γιά σάς: έσεΐς άντιμετωπίζετε τελείως άλλιώτικα τό ζήτημα. Νά όμως τί θέλω νά σάς πώ: έχετε πολύ περισσότερους έχθρούς ά π 'ό ,τ ι νομίζετε. —Έ , καί λοιπόν; —'Υ πάρχουν άνθρωποι πού θά τρίβουν τά χέρια τους άπό ίκανοποίηση, άν έσεΐς ρεζιλευτείτε στό Κουριάζ. — Τό ξέρω. —"Ας ένεργήσουμε, λοιπόν, άμέσως καί μέ όλη τή σοβαρό­ τητα. Τό καλύτερο είναι ν ’άρνηθοϋμε. Αύτό δέν είναι άκόμα δύσκολο νά γίνει. Τό μόνο πού μπορούσα νά κάνω ήταν νά χαμογελάσω μέ τήν πρόταση τής Ντζουρίνσκαγια: — Είστε φίλος μας. Ή προσοχή κι ή άγάπη σας γιά μάς άξίζει περισσότερο κι ά π ’τό χρυσάφι. ’Ό μω ς... νά μέ συγχωρεΐτε: τώρα στεκόσαστε μέσα στά παλιά παιδαγωγικά καλούπια. — Δέν καταλαβαίνω. —' Η πάλη μέ τό Κουριάζ δέ χρειάζεται μονάχα γιά τούς Κουριαζινούς. άλλά καί γιά τούς έχθρούς μου, χρειάζεται καί γιά μάς. γιά κάθε τρόφιμο τοϋ Σταθμοϋ μας. Ή πάλη αύτή έχε�� μεγάλη σημασία. ’Ανακατευτείτε έδώ μέ τά παιδιά καί θά δείτε πώς δέ χωράει πιά υποχώρηση. Τό άλλο πρωί τό πρωτοπόρο μιχτό τμήμα έφυγε γιά τό Χάρκοβο. Στό ίδ ιο βαγόνι μαζί μας ήταν καί ή Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα.

2. ΤΟ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟ ΜΙΧΤΟ ΤΜΗΜΑ ’Επικεφαλής τοϋ πρωτοπόρου μιχτοϋ τμήματος μπήκε ό Βόλοχοφ. *0 Βόλοχοφ είναι πολύ τσιγγούνης στά λόγια, στίς χειρονομίες, στούς μορφασμούς, ξέρει όμως πολύ καλά νά έκφράζει καί νά καθορίζει τή στάση του άπέναντι στά γεγονότα καί στούς άνθρώπους κι ή στάση του αύτή είναι πάντα γεμάτη μέ κάποια κρυφή είρωνία καί μέ μιά ήρεμη έμπιστοσύνη στόν έαυτό του. Οί ιδιότητες αύτές σέ πρωτόγονη μορφή υπάρχουν σέ κάθε έξυπνο μόρτη, όμως, όταν λαξεύονται ά π ’τήν κολεχτίβα προσδίνουν στήν προσωπικότητα μιά άκτινοβολία συγκροτημέ­ νης εύγένειας καί ήρεμης, άκατανίκητης δύναμης. Στήν πάλη είναι άπαραίτητοι τέτιοι διοικητές, γιατί συνδυάζουν τή μεγάλη 240


τόλμη μέ τήν ικανότητα νά βρίσκονται έγκαιρα έκεΐ πού χρειάζεται. Έ μ ενα , αύτό πού μέ καθησύχαζε πιό πολύ ά π ’όλα ήταν τό γεγονός δτι τό Βόλοχοφ δέν τόν απασχολούσε καθόλου ούτε τό Κουριάζ, ούτε οί Κουριαζινοί. Κι δταν τόν προκαλοϋσαν οί ατέλειωτες φλυαρίες των παιδιών πέταγε άκεφα τήν κουβέντα του: — Πάψτε πιά μ ’αυτούς τούς Κουριάζινούς. Θά δείτε: ε ίν ’ ά π ' τήν ίδια πάστα δπως όλοι. Αύτό, ωστόσο, δέν έμπόδιζε τόν Βόλοχοφ νά δείχνει έξιιιρετική προσοχή δταν γινόταν· ή διαλογή γιά τό πρωτοπόρο τμήμα. Καθόταν σιωπηλός, πέρναγε προσεχτικά κάθε υποψή­ φιο άπό ψιλή κρισάρα κι έβγαζε τή λιγόλογη άπόφαση: — Δέ μάς κάνει!... Ε λα φ ρ ώ ν βαρών! Τό πρωτοπόρο τμήμα συγκροτήθηκε πολύ έξυπνα. Ή τ α ν όλόκληρο κομσομόλικο, ταυτόχρονα όμως περιλάβαινε έκπροσώκους δλων τών βασικών κατευθύνσεων, ιδεών, συνηθειών τοϋ Σταθμοϋ μας. Στό πρωτοπόρο μιχτό τμήμα μπήκαν: I / O Βίτκα Μ πογκογιάβλενσκι πού τό συμβούλιο τών διοικητών τοΰ άλλαξε τό έπίθετο μ ’ένα καινούργιο, έντελώς άθώο: Γκόρκοφσκι. ' Ο Γκόρκοφσκι ήταν άδύνατος, άσχημος κι έξυπνος σάν φόξ-τεριέ. Ή τα ν ε πολύ πειθαρχικός, πάντα Ετοι­ μος γιά δουλιά καί γιά δλα είχε τή δική του γνώμη. "Οσο γιά τούς άνθρώπους. τούς ζύγιαζε γρήγορα, ξεκάθαρα καί σίγουρα. Ό Γκόρκοφσκι είχε τοϋτο τό άνεπανάληπτο ταλέντο: μέ τήν πρώτη ματιά νά εντοπίζει άλάθητα τί πραγματικά έκρυβε μέσα του τό κάθε παιδί. Παράλληλα, ό Βίτκα ποτέ δέ σκόρπιζε τίς δυνάμεις καί τίς ικανότητες του, καί τόν κάθε άνθρωπο τόν τοποθετούσε άμέσως, άνάλογα μέ τή στάση του, τίς ιδέες του, τίς διαφορές του καί τά τυπικά φαινόμενά του, στά πλαίσια τών άναγκών τής κολεχτίβας. 2 .'Ο Μίτκα Ζεβέλι, παλιός γνώριμός μας, ό πιό σωστός κι ώραΐος έκφραστής τοϋ άληθινοΰ πνεύματος τοϋ Σταθμοϋ Γκόρκι. Ό Μίτκα μεγάλωσε κι έγινε ένα θαυμάσιο γεροδεμένο παλικάρι μ ’ένα δμορφο άρμονικό κεφάλι. Είχε ένα βλέμμα ζωηρό πού σπίθιζε όταν έβγαινε ά π ’τά λίγο λοξά μάτια του. Στό Σταθμό είχαμε πολλούς πιτσιρίκους πού θέλανε νά μιμηθούν τό Μ ίτκα καί στόν ζωηρό τρόπο πού μιλοϋσε κάνοντας μιάν άναπάντεχη μικρή χειρονομία, καί στήν καθαριότητα τοϋ πάντα καλοσιδερωμένου κοστουμιού του, κι άκόμα στό σίγουρο, εύθυμο καί καλόκαρδο πατριωτισμό τοΰ τροφίμου τοϋ Σταθμοϋ 241


Γκόρκι. Τόν πηγαιμό μας στό Κουριάζ, ό Μίτκα τόν είδε σάν πολύ σοβαρή ύπόθεση μεγάλης πολιτικής σημασίας. Ή τ α ν βέβαιος πώς έμεΐς είχαμε βρει σωστές μορφές «όργάνωσης τών πιτσιρίκων» καί γιά τό καλό τής προλεταριακής δημοκρατίας Επρεπε νά διαδόσουμε τήν πείρα καί τίς μεθόδους μας. 3 .'Ο Μ ιχάηλο Ό β τσ ιαρ ένκ ο, λιγάκι άγαθός ε ίν ’άλήθεια, όμως περίφημος δουλευτής, καί μ ’έπεχτατικές τάσεις σ ’ό,τι άφορά τό Σταθμό μας καί τά συμφέροντά του. Ό Μ ίσα είχε μιά πολύ μπερδεμένη βιογραφία πού κι αύτός ό ίδιος δύσκολα τά κατάφερνε νά τήν ξεκαθαρίσει. Είχε περάσει ά π ’όλες σχεδόν τίς πόλεις τής Σοβιετικής "Ενωσης, μά ά π ’αύτές δέν είχε πάρει τίποτα: ούτε μόρφωση, ούτε καμιά άνάπτυξη. ’ Α π ’τήν πρώτη μέρα άγάπησε τό Σταθμό καί σχεδόν ποτέ δέν κατηγορήθηκε γιά παραπτώματα. Καταπιανόταν μέ πολλές δουλιές, όμως δέν κατάφερνε νά είδικευθεΐ πουθενά, γιατί δέ χώνευε νά μένει κολλημένος σ ’ενα μέρος, σέ μιά μηχανή, σέ μιά δουλιά. “Ομως, σ ’άντιστάθμισμα είχε άναμφισβήτητο ταλέντο νοικοκύρη, ήτανε ικανός νά ταχτοποιήσει άμέσως κάθε δουλιά τοϋ τμήματος, νά όργανώνει κάθε είδους μεταφορές γρήγορα καί πετυχημένα, συνοδεύοντας τή δουλιά μέ μιά νοικοκυρίστικη γκρίνια καί μέ ήθικοδιδασκαλίες, πού δέν κούραζαν όμως, γιατί μύριζαν καλο­ προαίρετη άγαθότητα κι άνεξάντλητη καλοσύνη. *0 Μίσα Ό β τσ ια ρ ένκ ο τούς ξεπερνοϋσε όλους στή δύναμη, άκόμα καί τό Σιλάντι Ό τσ εν ά ς κι όπως φαίνεται, ό Βόλοχοφ διάλεξε τόν Μ ίσα γιά τό τμήμα, έχοντας, κυρίως, ύπόψη του τήν ίδιότητά του αύτή. 4 . Ό Ντενίς Κουντλάτι, ή πιό δυνατή φυσιογνωμία τού Σταθμοϋ τήν έποχή τής έπίθεσης στό Κουριάζ. Πολλά παιδιά τά Επιανε κρύος ιδρώτας όταν ό Ντενίς Επαιρνε τό λόγο στή γενική συνέλευση κι άνάφερε τά όνόματά τους. “Ηξερε μεστωμένα καί θεμελιωμένα νά κατακεραυνώνει όποιονδήποτε καί μέ τόν πιό πειστικό τρόπο νά ζητάει τό διώξιμό του ά π ’τό Σταθμό. Τό πιό σοβαρό ήταν πώς ό Ντενίς ήταν πραγματικά Εξυπνος καί τά έπιχειρήματά του πολλές φορές Επεφταν σάν καταπέλτης. Ή στάση του άπέναντι στό Σταθμό, καθοριζόταν ά π ’τή βεβαιότητά του πώς ό Σταθμός χρειάζεται νά είναι γερά όργανωμένος καί συσπειρωμένος.“Ισως ν ά ’βλεπε τό Σταθμό σάν Ενα καλά λαδω­ μένο κι έπισκευασμένο άμάξι πού μπορεϊς μ ’αύτό νά διασχίσεις ήσυχα καί χωρίς βιασύνη χίλια όλόκληρα βέρστια, ύστερα γιά μισή ώρα νά στριφογυρίσεις γύρω του μ ’ενα σφυρί κι Εναν 242


κουβά μέ γράσο καί μετά νά ταξιδέψεις άλλα χίλ ια βέρστια. Τό έξωτερικό του Κουντλάτι σοΰ θύμιζε κλασικό τύπο κουλάκου καί στό θέατρό μας έπαιζε πάντα κουλάκικους ρόλους. Κι όμως αύτός ήταν ό πρώτος όργανωτής τής Κομσομόλ καί τό πιό δραστήριο στέλεχος της. Σύμφωνα μέ τήν παράδοση τοϋ Σταθ­ μοϋ μας δέν ήταν πολυλογάς, τούς ρήτορες τούς άνεχόταν μέ μιά σιωπηλή άποδοκίμασία, κι όσο γιά τούς μακρόσυρτους λόγους ένιωθε φ ριχτό μαρτύριο σάν τούς άκουγε. 5. Τόν ’ Εβγκένιεφ ό διοικητής τόν διάλεξε γιά νά τόν χρησιμοποιήσει σά δόλωμα. Ή τα ν ε καλός κομσομόλος κι εύθυμος, γερός σύντροφος, στή γλώσσα του όμως καί στή συμπεριφορά του ζοϋσαν άκόμα οί άναμνήσεις τής θυελλώδικης έποχής τής άλητείας καί, μιά πού ήταν καί καλός ήθοποιός, δέν τοϋ κόστιζε καί τίποτα νά μιλάει, όταν χρειαζόταν, στήν άνάλογη γλώσσα. 6 . 'Ο Ζόρκα Βόλκοφ, τό δεξί κομσομόλικο χέρι τοϋ Κόβαλ εϊχε μπει στό πρωτοπόρο τμήμα σάν είδος πολιτικού έπίτροπου, καί ύπερασπιστή τών άρχών τοϋ καινούργιου συντάγματος. Ό Ζόρκα λές κι είχε γεννηθεί γιά πολιτικός: όλο πάθος, φανατικός, Επίμονος. "Οταν ό Κόβαλ τόν έστελνε γιά τό Κουριάζ έλεγε: —Ό Ζόρκα θά ταρακουνήσει έκεΐ τά πολιτικά νεύρα τών παλιανθρώπων, γιατί νομίζουν, πού νά τούς πάρει ό διάολος, πώς βρίσκονται άκόμα στήν έποχή τοϋ ιμπεριαλισμού! Κι άν τά πράματα φτάσουν ώς τις γροθιές, ό Ζόρκα πάλι δέ θά μείνει πίσω. 7 καί 8 / 0 Τόσκα Σολοβιόφ κι ό Βάνια Σελαπούτιν, έκπρόσωποι τής νεώτερης γενιάς είχαν καί οί δυό όμορφα κατσαρά μαλλιά, μόνο πού ό Τόσκα ήταν ξανθός ένώ ό Βάνκα καστανός. Ό Τόσκα είχε ένα όμορφούτσικο παιδικό φρέσκο μουτράκι, ένώ ό Βάνκα ήταν λίγο πλατσομύτης καί τό πρόσωπό του είχε πάντα μιά πονηρή καί ζωηρή έκφραση. Τέλος, ένατος ήταν ό τρόφιμος Κόστια Βετκόφσκι. Ή έπιστροφή του στό Σταθμό έγινε μ ’ένα γρήγορο, πεζό καί πραχτικό τρόπο. Τρεις μέρες πρίν νά ξεκινήσουμε γιά τό Κουριάζ ό Κόστια ήρθε στό Σταθμό, άδύνατος καί σκεβρωμένος. Τό πρόσωπό του είχε πάρει ένα μπλε χρώμα καί σά νά τά ’χε χαμένα. Τόν δέχτηκαν ήρεμα καί συγκροτημένα καί μονάχα ό Λάποτ είπε: — Λοιπόν, πώς τά πέρασες; Βρήκες τήν παλιοπαρέα; Ό Κόστια χαμογέλασε μ'άξιοπρέπεια: 243


— Δέν πήγα έκεΐ, νά τούς πάρει ό διάολος! — Κρίμα, είπε ό Λάποτ, τσάμπα περιμένει ή άναθεματισμένη. Ό Βόλοχοφ μισόκλεισε φιλικά στόν Κόστια τό μάτι: — Δηλαδή, κατέβασες πολλά ώραΐα πράματα μέχρι σκα­ σμού, ε; Ό Κόστια άπάντησε χωρίς νά κοκκινίσει: — Κατέβασα. — Καί δέ σ ο ύ ’ μείνε καμιά λιχουδιά; Ό Κόστια έσκασε στά γέλια: — Νά, βλέπεις, περιμένω τό συμβούλιο τών διοικητών. Αύτοί είναι μαστόροι καί στά γλυκά καί στά πικρά... —Έ μ εΐς τώρα δέν έχουμε καιρό ν ’άσχολούμαστε μέ τό μενού τό δικό σου, έκανε αυστηρά ό Βόλοχοφ. "Ομως, νά τί εχω νά σου πώ: ό Ά λ ιό σ κ α Βόλκοφ έγδαρε τό ποδάρι του, στή θέση του θά πας έσύ. Λάποτ, τί λές έσύ; — Λέω ότι κάνει. — Καί τό συμβούλιο; ρώτησε ό Κόστια. — Τώρα βρισκόμαστε σέ κατάσταση πολέμου, γίνεται καί χωρίς τό συμβούλιο. Έ τ σ ι άναπάντεχα καί γ ι ’αύτόν καί γιά μάς, χωρίς διαδικα­ σίες καί ψυχολογικούς πειραματισμούς, ό Κόστια έπεσε στό πρωτοπόρο μιχτό τμήμα. Τήν άλλη κιόλας μέρα γυρνοϋσε, φορώντας τό κοστούμι του τρόφιμου. Μαζί μας ήρθε άκόμα κι ό Ί β ά ν Ντενίσοβιτς Κιργκίζοφ, ένας καινούργιος παιδαγωγός πού τόν ξελόγιασα καί τόν τράβηξα κι αυτόν στά παιδαγωγικά κατορθώματα στή θέση τοϋ ’ Ιβάν ’ Ιβάνοβιτς πού έφυγε. Σ 'έν α ν Αμύητο παρατηρητή ό ’ Ιβάν Ν τενίσοβιτς φαινόταν ένας άπλός δάσκαλος τοϋ χωριού, όμως ούσιαστικά ό Ί β ά ν Ντενίσοβιτς ήταν ό θετικός αύτός ήρωας πού τόσο καιρό καί τόσο έπίμονα καί προσεχτικά ψάχνει νά βρει ή ρούσικη λογοτεχνία. Ή τ α ν ε τριάντα χρονών, καλο­ συνάτος, έξυπνος, ήρεμος καί κυρίως δουλευτής καί γιά τήν τελευταία τούτη ιδιότητα δέ μπορούν νά καυχιώνται οί ήρωες τής ρούσικης λογ��τεχνίας, ούτε οί θετικοί ούτε ο{ άρνητικοί. Ό Ί β ά ν Ντενίσοβιτς δλα ξέρει νά τά κάνει καί πάντοτε κάτι φτιάχνει τό χέρι του, όμως άπό μακριά δίνει τήν έντύπωση πώς μπορεϊς καί κάτι άλλο νά τοϋ άναθέσεις άκόμα. Π λησιάζεις δμως κοντύτερα κι άρχίζεις νά ξεκαθαρίζεις πώς είναι άδύνατο νά τού άναθέσεις τίποτ ’ άλλο, ή γλώσσα σου πού ’ χει πιά 244


συνηθίσει σ ’έναν όρισμένο τρόπο όμιλίας, δέν τά καταφέρνει έτσι γρήγορα ν ’άλλάξει ρυθμό, κι ένώ κοκκινίζεις άρχίζεις νά λές μπερδεύοντας τά λόγια σου: —Ί β ά ν Ντενίσοβιτς... πρέπει... νά... έκεΐ... ν ’άμπαλάρουμε τό έργαστήριο φυσικής... Ό Ί β ά ν Ντενίσοβιτς σηκώνεται άπό κάποιο κασόνι είτε άπό κάνα τετράδιο πού θά ’ τανε σκυμμένος καί γελάει; — Τό έργαστήριο; Ναί, ναί... Πολύ καλά! Θά πάρω μερικά παιδιά καί θά τ ’άμπαλάρουμε... 'Απομακρύνεσαι μ ’ένα α’ίσθημα ντροπής, ένώ ό Ί β ά ν Ντενίσοβιτς ξέχασε κιόλας τήν άπανθρωπιά σου καί λέει χαϊδευτικά σέ κάποιον: — Πετάξου, περιστεράκι μου, καί φώναξε μου μερικά παι­ διά... Στό Χάρκοβο φτάσαμε πρωί. Στό σιδηροδρομικό σταθμό μάς προϋπάντησε ό έπιθεωρητής Γιούριεφ, πού έλαμπε όλόκληρος καί τό παρουσιαστικό του ταίριαζε μέ τό μαγιάτικο τούτο πρωινό καί τό μαχητικό μας πνεύμα. Μάς χτυποϋσε όλους στόν ώμο κι όλο μουρμούριζε: — Νά τί θά πει παιδιά τού Σταθμοϋ Γκόρκι! Μπράβο σας, μπράβο!... Είναι κι ή Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα έδώ; Μπράβο! Ξέρετε κάτι; Έ χ ω αύτοκίνητο, πάμε νά πάρουμε τόν Χαλαμ­ πούντα καί δρόμο γιά τό Κουριάζ. Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα, θ ά ’ρθετε κι έσεΐς; Ώ ρ α ϊα , μπράβο! Τά παιδιά άς πάρουν τό τραίνο ώς τό Ρίζοφ. Κι ά π ’τό Ρίζοφ είναι κοντά δυό χιλιόμετρα όλο κι όλο... μόλις περάσουν τό λιβαδάκι, φτάσανε. Μόνο πού πρέπει νά φάτε. Θ ά 'σ α σ τε νηστικοί, έ; “Η καλύτερα νά φάτε στό Κουριάζ, τί λέτε; Τά παιδιά μέ κοίταζαν προσεχτικά καί περίμεναν, ένώ ρίχνανε έρευνητικές ματιές στόν Γιούριεφ. Οί μαχητικές τους κεραίες είχαν φτάσει στόν άνώτατο βαθμό εύαισθησίας καί ψηλάφιζαν δικασμένα τό πρώτο άντικείμενο τού Χάρκοβου, τόν Γ ιούρικφ. “Εσπασα τή σιωπή: — Βλέπετε, τό πρωτοπόρο τμήμα μας είναι τό πρώτο κλιμάκιο τοϋ Σταθμοϋ Γκόρκι. Μιά πού πάμε έμεΐς, άς έρθουν μαζί μας. Μοϋ φαίνεται μπορούμε νά βροΰμε δυό αύτοκίνητα. Ό Γιούριεφ άναπήδησε κι είπε μέ θαυμασμό: — Μπράβο σας, λόγο τιμής! Πώς τά καταφέρνετε... Πάντα τό δικό σας γίνεται... Θαϋμα! Καί ξέρετε κάτι; Θά νοίκιάσω 245


τ ’αύτοκίνητα γιά λογαριασμό τοΰ τμήματος Λαϊκής Παιδείας. Καί ξέρετε καί κάτι άλλο; Θά πάω μαζί τους... μέ τά παιδιά! — Πάμε, εδειξε τά δόντια ό Βόλοχοφ. — Περίφημα, περίφημα!... "Ωστε πάμε... πάμε νά βρούμε αυτοκίνητα! Ό Βόλοχοφ έδοσε διαταγή: — Τρέχα, Τόσκα. ' Ο Τόσκα χαιρέτησε, φώναξε «μάλιστα», ένώ ό Γιούριεφ δέν ξεκολλούσε τό γεμάτο ένθουσιασμό βλέμμα του ά π 'τό ν Τόσκα, έτριβε τά χέρια του καί χοροπηδούσε: — Τί νά πεις! Τί νά πεις! Θαύμα!... Έ τρ εξε στήν πλατεία τού σταθμού, μήν αφήνοντας ά π 'τά μάτια του τόν Τόσκα, πού δέ μπορούσε φυσικά νά ξεχάσει ότι σά μέλος τοΰ πρωτοπόρου τμήματος επρεπε ν ά ’ναι σοβαρός καί νά μήν άρχίσει τά χοροπηδήματα μπροστά στόν κόσμο. Τά παιδιά άλληλοκοιτάζονται μ ’άπορία. 'Ο Γκόρκοφσκι ρώτησε σιγανά; — Ποιός είναι τούτος πάλι ό παράξενος; ’Ύ στερα άπό τρεις ώρες τ ’αυτοκίνητά μας είχαν περάσει κιόλας τό ύψωμα τού Κουριάζ καί σταμάτησαν δίπλα στόν ξεφλουδισμένο τοΐχο τής έκκλησίας. Μερικές άκούρευτες καί βρώμικες φιγούρες πλησίασαν τεμπέλικα πρός τ ’αύτοκίνητο σβαρνίζοντας στό χώμα τά κουρελιάρικα παντελόνια τους καί χωρίς νά δείχνουν καμιά ιδιαίτερη περιέργεια, άρχισαν νά κοιτάνε τά παιδιά τοΰ Σταθμού Γκόρκι πού στέκονταν στητοί σά μαθητές στρατιωτικής σχολής κι αύστηροί σάν άνακριτές. Δειλά-δειλά μάς πλησίασαν καί δυό παιδαγωγοί. Μ όλις καί μετά βίας έκρυβαν τήν άντιπάθειά τους κι άλλαζαν μεταξύ τους ματιές. — Ποΰ θά βάλουμε τά παιδιά; Γιά σάς μπορούμε νά βάλουμε ενα κρεβάτι στήν αίθουσα τών δασκάλων. Τά παιδιά εύκολα θά ταχτοποιηθούν στούς θαλάμους. — Μήν ανησυχείτε. Κάπου θά ταχτοποιηθούμε. Ποΰ είναι ό διευθυντής; Ό διευθυντής ήταν στήν πόλη. Βρέθηκε δμως κάποιος μέ κάτι άνοιχτόγκριζα παντελόνια, στολισμένα μ*£να σωρό στρογ­ γυλούς λεκέδες ριγμένους άταχτα έδώ κι έκεΐ, μάς άνακοίνωσε πώς είναι τής υπηρεσίας καί συμφώνησε νά μάς δείξει τό Σταθμό. ’ Εγώ δέν είχα καί τίποτα νά κοιτάξω, ό Γ ιούριεφ έπίσης δέν ένδιαφερόταν καί πολύ, ή Ντζουρίνσκαγια ήταν βυθισμέ­ 246


νη στίς μελαγχολικές σκέψεις της καί τά παιδιά, χω ρίς νά περιμένουν τόν έπίσημο συνοδό, σκόρπισαν μόνα τους γιά νά οοϋν άπό κοντά τόν πλούτο του Σταθμοϋ. Πίσω τους έσερνε άργά τά πόδια του κι ό ’Ιβάν Ντενίσοβιτς. Ό Χαλαμπούντα σήκωνε τή μαγγούρα του πρός τά διάφορα μέρη τού ορίζοντα, άρχισε νά διηγιέται διάφορες λεπτομέρειες τής όργανωτικής του δράσης κι έκανε λογαριασμούς γιά τήν άκίνητη περιουσία τοϋ Κουριάζ κι όλα τά έξαρτοϋσε άπόνα παράγοντα: τή σίκαλη. Τά παιδιά γύρισαν πίσω τρέχοντας μέ κάτι πρόσωπα άλλαγμένα φοβερά ά π ’τήν έκπληξη. Ό Κουντλά­ τι γυρίζει σέ μένα μέ μιά τέτια έκφραση σά νά θέλει νά μού πει: «Πώς μπορέσατε έσεΐς, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, νά τυλιχτείτε σέ τούτη τήν ήλίθια ίστορία πού τραβάει σίγουρα στήν άποτυχία;» Τά μάτια τοϋ Μίτκα Ζεβέλι πετάνε σπίθες ά π 'τό κακό του, στέκει μέ τά χέρια στίς τσέπες καί κοιτάζει γύρω του μ ’ένα τόσο περιφρονητικό τρόπο πού άμέσως τό καταλαβαίνει ή Ντζουρίνσκαγια: — Τί συμβαίνει παιδιά; “Α σχημα ε ίν ’έδώ; Ό Μίτκα δέ λέει τίποτα. Ό Βόλοχοφ σκάει έξαφνα στά γέλια: —Έ γώ λέω πώς χωρίς κατραπακιές έδώ δέ μπορεΐ νά γίνει τίποτα. — Τί ε ίν ’αύτά πού λές; χάνει τό χρώμα της ή Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα. — Θά χρειαστεί νά τούς άρπάξεις ά π ’τό λαιμό όλους τούτους έδώ, έξήγησε ό Βόλοχοφ καί ξαφνικά πιάνει μέ τά δυό του δάχτυλα ά π ’τό μανίκι καί φέρνει στήν Ντζουρίνσκαγια ένα μαυριδερό, άδύνατο καί κακομοίρικο πλάσμα, ξυπόλητο, ξε­ σκούφωτο πού φορούσε ένα τρυπιοσάκακο: — Κοιτάξτε τ ’αύτιά του. 'Ο πιτσιρίκος γυρίζει ύποταχτικά. Τ ’αύτιά του πραγματικά άξίζουν τήν προσοχή. Ό χ ι γιατί είναι μαύρα, όχι γιατί ή βρώμα πρόφτασε νά σκεπάσει καί νά ίσιώσει δλες τίς αύλακιές, άλλά γιατί τοΰτα τ ’αύτιά είναι στολισμένα μ ’ένα σωρό ματωμένες πληγίτσες καί σπυριά καινούργια καί παλιά. — Γιατί τ ’αύτιά σου έχουν τέτια χάλια; ρωτάει ή Ντζουρίνσκαγια. Ό κουρελής χαμογελάει ντροπαλά καί ξύνει τό πόδι του μέ 247


τ ’άλλο πόδι. Τά πόδια του δέν βρίσκονταν σέ καλύτερη κατάσταση. —Ά π ’τό ξύσιμο είναι, λέει ό πιτσιρίκος βραχνά. — Πόσες μέρες σού μείνανε μέχρι νά πεθάνεις; ρώτησε ό Τόσκα. — Ποιός θά πεθάνει! Χί, χί, σάν κι έμένα όσους θές έχει έδώ, μά κανένας δέν πέθανε! Π οιός ξέρει γιατί γύρω δέν βλέπεις κανέναν ά π ’τούς τρόφιμους τοΰ Κουριάζ. Μ ονάχα στήν άσκούπιστη καί βρώμικη λέσχη, στίς σκάλες πού’ναι γεμάτες φτύματα καί στά δρομάκια, πού παίζουν φαίνεται τό ρόλο άποχωρητηρίων, τριγυρίζουν μερικές θλιβερές φυσιογνωμίες. Στούς θαλάμους, όπου 6λα είναι άνω-κάτω καί σέ πιάνει άπό μακριά ή βρώμα, καί πού άκόμα κι ό ήλιος δέ μπορεΐ νά περάσει ά π ’τά καταλερωμένα ά π ’τίς μύγες παράθυρα, δέν υπάρχει έπίσης κανένας. — Μά ποΰ είναι οί τρόφιμοί σας; ρωτάω τό συνοδό μας τής υπηρεσίας. Γυρίζει περήφανα καί μοΰ λέει μ έσ ’ά π ’τά δόντια: — Τούτη ή έρώτηση είναι περιττή. Δίπλα μας έρχεται, προσπαθώντας νά μή μείνει πίσω κι ένα στρογγυλοπρόσωπο αγόρι δεκαπέντε πάνω-κάτω χρόνων. Τό ρωτάω: — Λοιπόν, πώς τά περνάτε, παιδιά; Σηκώνει τό έξυπνο μουτράκι του, άπλυτο κι αύτό. όπως είναι άπλυτα κι όλα τά μουτράκια στό Κουριάζ. — Πώς ζοΰμε; Μά ζωή λέγεται τούτη: Λένε πώς γρήγορα θά καλυτερέψει, άλήθεια; — Π οιός τά λέει αύτά; — Τά παιδιά λένε πώς γρήγορα θ'άλλάξουν τά πράματα, μόνο πού θά μάς δέρνουν, λένε, μέ κληματόβεργα! — Νά σάς δέρνουν; Γιατί; — Τούς κλέφτες νά δέρνουν. Έ δώ έχει πολλούς κλέφτες. — Γιά πές μας, γιατί δέν πλένεσαι; — Μέ τί νά πλυθώ; Ά φ ο ΰ νερό δέν έχει. Ό ήλεκτροσταθμός χάλασε καί δέν άνεβάζει τό νερό. Καί πετσέτες δέν έχουμε, ούτε σαπούνι... — Μά καλά, δέν σάς δίνουν; — Παλιότερα δίνανε... μά τά κλέψανε όλα. Έ δ ώ δέν άφήνουν τίποτα. Τώρα ούτε στήν άποθήκη δέν έμεινε τίποτα. — Γιατί; 24Χ


- Τ ή νύχτα τή σηκώσαν όλη τήν αποθήκη. Σπάσαν τίς κλειδαριές καί τά πήρανε όλα. ' Ο διευθυντής ήθελε νά τούς ρίξει μέ τ'ό π λ ο . — Καί λοιπόν; ■ — Μπά, δέν τούς έριξε. Φώναζε: θά σάς ρίξω! Καί τά παιδιά λέγανε: Ρίξε! Μά δέν τούς έριξε, μονάχα έστειλε νά φωνάξουν τήν πολιτοφυλακή. — Καί τί έκανε ή πολιτοφυλακή; — Δέν ξέρω. —’Εσύ πήρες τίποτα ά π ’τήν άποθήκη; —Ο χι, δέν πήρα. Ή θ ε λ α νά πάρω ένα παντελόνι, όμως έκεΐ είχε μόνο μεγάλα κι όταν πήγα πήρα μονάχα δυό κλειδιά πού ήταν πεταμένα στό πάτωμα. — Elvat πολύς καιρός πού έγινε αύτό; — Τό χειμώνα. —’Ώ σ τε έτσι... Πώς σέ λένε; — Μ άλικοφ Πιότρ. Τραβήξαμε γιά τό σχολειό. Ό Γιούριεφ άκούει σιωπηλός τήν κουβέντα μας. Πιό πίσω μας έρχεται ό Χαλαμπούντα πού τόν έχουν κιόλας περικυκλώσα τά παιδιά του Σταθμού Γκόρκι. Πώς μυρίζονται τούς διασκεδαστικούς άνθρώπους. Ό Χαλαμπούντα ξύνει τό πρόσωπό του, χαϊδεύει τά γένεια του καί διηγιέται στά παιδιά γιά τό πώς βγαίνει ή καλή σοδιά. Πίσω του σέρνεται καί τσουγκρανίζει τή γή ή χοντρή ροζιάρικη μαγγούρα του. Τελικά μπαίνουμε στό σχολειό. Είναι ό παλιός ξενώνας τού μοναστηριού πού τόν μεταρρύθμισε γιά σχολειό ή υπηρεσία παιδικών ιδρυμάτων. Είναι τό μοναδικό χτίριο στό Σταθμό, πού δέν έχει κοιτώνες: έχει ένα μακρύ διάδρομο πού στά πλάγια άπό δώ κι άπό κεϊ είναι οί στενόμακρες τάξεις. Γιατί νά γίνει έδώ τό σχολειό; Τά δωμάτια αύτά κάνουν μόνο γιά κοιτώνες. "Ενα ά π ’τά δωμάτια πού στούς τοίχους είναι κολλημένα διάφορα πλακάτ καί πολλές άσχημοφτιαγμένες παιδικές ζωγρα­ φιές, μάς τό παρουσιάζουν γιά πιονιέρικη γωνιά. "Οπως φαίνε­ ται τ ό ' χουν είδικά γιά τίς έπιτροπές έλέγχου καί γιά νά δείχνουν τήν πολιτική τους εύπρέπεια. Χρειάστηκε νά περιμένουμε πάνω άπό μισή ώρα ώσπου νά βρεθεί τό κλειδί καί ν ’άνοίξουν τήν πιονέρικη γωνιά. Καθήσαμε σ ’ένα θρανίο νά ξεκουραστούμε. Τά παιδιά μας 249


δέ μίλαγαν. Μόνο ό Βίτκα προσεχτικά πίσω ά π ’τόν ώμο μοΰ ψιθυρίζει: —Ά ν τό ν Σεμιόνοβιτς, σέ τούτο τό δωμάτιο νά κοιμηθούμε. Ό λ ο ι μαζί. Μ ονάχα κρεβάπα μήν πάρετε. Βράζει ή ψείρα, μανούλα μου! Σκύβει πάνω ά π ’τά γόνατα τού Μίτκα καί μού λέει: —’Έ χει καί καλά παιδιά έδώ. Μόνο οί παιδαγωγοί τους... δέν τούς άγαπάνε καθόλου! "Οσο γιά δουλιά, έτσι δέν πρόκειται νά δουλέψουν... —Ά λ λ ά πώς; — Χωρίς φασαρία καί καυγά δέ θά δουλέψουν... Α ρ χ ίζ ε ι ή συζήτηση γιά τόν τρόπο παράδοσης καί παραλα­ βής. Ή ρ θ ε μέ τ ’άμάξι κι ό διευθυντής. Κοιτάζω τό άνόητο κι άχρωμο πρόσωπό του καί σκέφτομαι: έδώ πού τά λέμε ούτε στό δικαστήριο δέν πρέπει νά τόν στείλει κανείς. Ποιός έβαλε σ ’αύτή τήν ιερή θέση τού διευθυντή τούτο τό θλιβερό υποκείμενο; Ό διευθυντής παίρνει ένα μαχητικό ύφος καί προσπαθεί ν'ά π ο δείςει δτι πρέπει νά παραδόσει τό γρηγορότερο τό Σταθμό κι ότι αύτός γενικά δέν εύθύνεται γιά τίποτα. Ό Γιούριεφ ρωτάει: — Τί θά πεΐ δέν εύθύνεστε γιά τίποτα; — Νά, οί τρόφιμοι έχουν πολύ κακές διαθέσεις. Μπορεΐ νά συμβούν τίποτε άκρότητες. Α φ ο ύ έχουν πάνω τους καί δπλα. — Καί γιατί έχουν τόσο κακές διαθέσεις; Μήπως έσεΐς τούς προδιαθέσατε άσχημα; — Δέ χρειαζόταν ένα τέτιο πράμα. Αύτοί καί μονάχοι τους καταλαβαίνουν τί μυρίζει τούτη ή υπόθεση. Νομίζετε πώς δέν ξέρουν; "Ολα τά ξέρουν. — Τί άκριβώς ξέρουν; — Ξέρουν τί τούς περιμένει, λέει μέ σημασία ό διευθυντής καί γυρίζει πρός τό παράθυρο, θέλοντας πιό έντονα νά δείξει πώς άκόμα καί τό παρουσιαστικό μας τίποτε τό καλό δέν υπόσχεται στούς τροφίμους τού Κουριάζ. Ό Βίτκα μου ψιθυρίζει σ τ ’αύτί: — Βρέ τό κάθαρμα, βρέ τόν παλιάνθρωπο!... — Σώπασε έσύ, Βίτκα. τού λέω. "Ο,τι άκρότητες κι άν γίνουν έδώ. τήν εύθύνη όπωσδήποτε θά τήν έχετε έσεΐς, ανεξάρ­ τητα άν θά συμβούν πρίν ή μετά τήν παράδοση. ’ Εξάλλου κι έγώ έπίσης παρακαλώ νά τελειώνουμε μέ δλα τά τυπικά ζητήματα τής παράδοσης μιά ώρα γρηγορότερα. 250


’Αποφασίσαμε νά γίνει ή παράδοση τήν άλλη μέρα στίς δυό ή ώρα τό μεσημέρι. "Ολο τό προσωπικό — μόνο οί παιδαγωγοί ήταν σαράντα — άπολύεται καί σέ τρεις μέρες πρέπει ν ’άδειάσει τά δωμάτια. Γιά τήν· παραλαβή όλης τής κινητής περιουσίας όρίζεται πρόσθετος χρόνος πέντε ήμερών. — Καί πότε θ ά 'ρ θει ό οίκονομικός υπεύθυνός σας; — Δέν Εχουμε οίκονομικό υπεύθυνο. Θά όρίσουμε γιά τήν παραλαβή Εναν τρόφιμο τοϋ Σταθμού μας. — Δέν πρόκειται νά παραδόσω τίποτα σέ τρόφιμο, άρχίζει νά φουσκώνει ό διευθυντής. Ά ρ χ ίζο υ ν νά μοϋ δίνουν στά νεύρα όλες τούτες οί κουταμά­ ρες μέ περικεφαλαία. Έ δώ πού τά λέμε, τί Εχει σ τ ’ άλήθεια τούτος νά παραδόσει; 4 — Ξέρετε κάτι; τοϋ λέω. Τό ίδ ιο μού κάνει άν θά γίνει ή παραλαβή μέ πρωτόκολλο ή δίχως πρωτόκολλο. Τό μόνο πού Εχει γιά μένα σημασία είναι μέσα σέ τρεις μέρες νά μήν Εχει μείνει έδώ ουτε Ενας άπό σάς. —Ά χ ά , δηλαδή, γιά νά μή σάς έμποδίζουμε; —Α κ ρ ιβ ώ ς γ ι’ αύτό. Ό διευθυντής τινάζεται ά π ’ τήν προσβολή καί συννεφιασμέ­ νος τραβάει γρήγορα πρός τήν πόρτα. Πίσο) του τρέχει ό άνθρωπος πού μάς είπε πώς ήταν τής υπηρεσίας. Ό διευθυντής μόλις φτάνει στήν πόρτα, γυρίζει καί ξεστομίζει: —’ Εμεΐς δέ θά σάς έμποδίσουμε, όμως άλλοι θά σάς Εμποδί­ σουν! Τά παιδιά χαχανίζουν, ή Ντζουρίνσκαγια βαριαναστενάζει, ό Γιούριεφ κάτι κοιτάζει σαστισμένος στό περβάζι τοϋ παράθυ­ ρου καί μονάχα ό Χαλαμπούντα άτάραχος έξετάζει προσεχτικά τά πλακάτ στόν τοϊχο. — Λοιπόν, τί λέτε, νά πηγαίνουμε; λέει ό Γιούριεφ. Αύριο Ερχόμαστε ξανά, Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα, Ε; Ή Ντζουρίνσκαγια μού ρίχνει Ενα θλιβερό βλέμμα. — Δέν είναι άνάγκη νά ’ρθεΐτε, λέω. — Μά πώς; — Γιατί ν ά ’ρθεΐτε; Σέ τίποτα δέ θά μπορούσατε νά μέ βοηθήσετε, μονάχα πού θά τρώμε τίς ώρες μας στό κουβεντολόι. Ό Γιούριεφ χαιρετάει λίγο προσβλημένος. Ή Λιουμπόβ Σαβέλιεβνα σφίγγει δυνατά τό χέρι τό δικό μου καί τών παιδιών καί ρωτάει: — Δέ φοβόσαστε; Ε; 25!


Φεύγουν γιά τήν πόλη. Μπαίνουμε στήν αύλή. 'Ό πω ς φαίνεται, μοιράζουν τό μεσημεριανό φαγητό, γιατί ά π ’ τήν κουζίνα κουβαλάνε στούς κοιτώνες τίς κατσαρόλες μέ τή σούπα. Ό Κόστια Βετκόφσκι μέ τραβάει ά π ’ τό μανίκι καί γελάει. Ό Μ ίτκα κι ό Βίτκα σταματούν δυό παιδιά πού κουβαλούν τίς κατσαρόλες. — Μά κάνει νά φερνόσαστε έτσι; τά μαλώνει ό Μίτκα. Τί άνθρωποι είναι τούτοι! Μά δέν καταλαβαίνεις πώς έτσι μοιάζεις μέ άνθρωποφάγο; Δέν κατάλαβα άμέσως τίς συνέβαίνε. ’ Ο Κόστια σηκώνει μέ τά δυό δάχτυλα τό μανίκι τοϋ ένός παιδιού. Στό άλλο του χέρι ό πιτσιρίκος κρατάει ένα ψωμί πού τή μίσή κόρα του τήν έχει κιόλας γδάρει. Ό Κόστια τινάζει τό μανίκι τοΰ παιδιοΰ, πού τά έχει χαμένα: δλο τό μανίκι είναι βουτηγμένο στή λαχανόσουπα, στάζει άπό παντού καί μέχρι πάνω στόν ώμο είναι γεμάτο λάχανα. — Ν ά ’τος λοιπόν! σκάει στά γέλια ό Κόστια, άλλά κι έμεΐς δέ μπορούμε νά κρατηθούμε: στή γροθιά τού πιτσιρίκου είναι ζουληγμένο ένα κομμάτι κρέας. — Κι ό άλλος; — Τό ίδιο! λέει ό Μίτκα χαχανίζοντας. Βουτάνε τό κρέας ά π ’τή σούπα ώσπου νά τό κουβαλήσουν... Δέ ντρέπεσαι, κου­ τορνίθι; Δέ μάζευες τουλάχιστο τό μανίκι σου; —Ώ χ , μαύρα τά βλέπω τά πράματα έδώ, Ά ν τ ό ν Σεμιόνο­ βιτς! είπε ό Κόστια. Τά παιδιά τοϋ τμήματός μου σκόρπισαν κάπου έκεΐ γύρω. ' Η άπαλή μαγιάτικη μέρα χάιδεψε τό ύψωμα τού μοναστηριού, μά τό ύψωμα τούτο δέ δίνει ούτε ένα ζεστό χαμόγελο σάν άπάντηση. Στό μυαλό μου, ό κόσμος χωρίζεται μ ’ ένα οριζόντιο διαφανές επίπεδο σέ δυό μέρη: στό πάνω βρίσκεται ό ποτισμέ­ νος μέ γαλανό φως ούρανός, ό ζωογόνος άέρας, ό ήλιος, τά πουλιά πού πετάνε, τ ’ άπαλά άσπρα συννεφάκια. Στίς άκρες τ ’ ούρανού πού κατεβαίνουν πρός τή γή κρέμονται μακριές σειρές σπιτιών. όμορφα δασάκια κι ένα χαρούμενο φιδωτό ποταμάκι πού τρέχει γιά τή θάλασσα. Τά μαύρα, πράσινα καί ξανθά χαμηλώματα κείτονται δμορφα στή σειρά κάτω ά π ’ τόν ήλιο, σά νά έτοιμάζονται γιά γιορτή. Είναι δλα τούτα καλά ή άσχημα, δέν ξέρω, δμως είναι ευχάριστο νά τά κοιτάς, σού φαίνονται τόσο άπλά καί φιλικά, πού θέλεις νά γίνεις κι έσύ ένα μέ τούτη τήν άπαλή κι όμορφη μαγιάτικη μέρα.


Τριγυρίζω στό Σταθμό, μά κανένας δέ μέ πλησιάζει, άν κι οί τρόφιμοι βλέπω πώς πληθαίνουν. Μέ παρακολουθούν άπό μακριά. Μπαίνω σ ’ ένα θάλαμο. 'Υ πάρχουν Ενα σωρό θάλαμοι, κι είναι άδύνατο νά ξεκαθαρίσω ποΰ δέν Εχει θάλαμο, άφοϋ δεκάδες σπίτια, σπιτάκια καί γωνιές Εχουν γίνει κοιτώνες. Στούς θαλάμους βρίσκεις τώρα πολλούς τρόψιμους. Κάθονται πάνω σέ βρώμικα κουρέλια ή στίς γυμνές σανίδες ή στά σίδερα τών κρεβατιών. Κάθονται μέ τά χέρια πάνω στά κομματιασμένα γόνατά τους καί χωνεύουν τό φαί. Κάποιος σκοτώνει ψείρες, στίς γωνιές όμάδες - όμάδες τ ό ’χουν ρίξει στό χαρτί, άλλοϋ μερικοί τρώνε ά π ’ τίς μαυρισμένες κατσαρόλες τή σούπα πού περίσσεψε. Κανένας δέ μού δίνει σημασία, σά νά μήν ύπάρχω. Σ ’ Ενα θάλαμο ρωτάω μιά όμάδα παιδιών πού. γιά μεγάλη μου έκπληξη, κοιτάνε κάτι ζωγραφιές σ ’ Ενα παλιό βιβλίο: — Γιά έξηγήστε μου, σάς παρακαλώ παιδιά, πού έξαφανίστηκαν τά μαξιλάρια σας; Γυρίζουν όλοι καί μέ κοιτάνε. "Ενα άγόρι μέ σουβλερή μύτη διασταυρώνει έλεύθερα τό είρωνικό του βλέμμα μέ τό δικό μου: — Μ αξιλάρια; Είσαστε ό σύντροφος Μακάρενκο; "Ε; Ό Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς; — Ναί. — Γυρίζετε έδώ, τά έξετάζετε όλα; — Ναί, γυρίζω, τά έξετάζω. — Αύριο, υστέρα ά π ’ τίς δυό ή ώρα... — Ναί. ϋστερ’ ά π ’ τίς δυό ή ώρα, τόν κόβω, όμως δέ μοϋ άπάντησες στό έρώτημά μου: τί γίνανε τά μαξιλάρια σας; —“Ά ν τε νά σάς τό πούμε, σύμφωνοι; Μού γνέφει εύγενικά κι άπελευθερώνει λίγο χώρο στό μπαλωμένο καί βρώμικο στρώμα του. Κάθομαι κι έγώ. — Πώς σέ λένε; ρωτάω. — Βάνια Ζάιτσενκο. — Ξέρεις γράμματα; — Πέρσι ήμουνα στήν τέταρτη τάξη... Μά τούτο τό χειμώ­ να... σίγουρα θά ξέρετε... μαθήματα δέν κάναμε... — Καλά, καλά... Τά μαξιλάρια όμως καί τά σεντόνια πού είναι; Τά γκρίζα μάτια τού Βάνια γελάνε, ρίχνει μιά γρήγορη ματιά στούς συντρόφους του κι άνεβαίνει νά κάτσει στό τραπέζι. Τό κουρελιασμένο παπούτσι του στηρίζεται στό γόνατό μου. Τά


παιδιά στριμώχνονται στό κρεβάτι. Ά νά μ εσ ά τους βλέπω άξαφνα καί τόν στρογγυλοπρόσωπο Μάλικοφ. — Κι έσύ έδώ; —’Αλλά; ΗΙν’ ή παρέα μου. Νά, αύτός είναι ό Τίμκα Ό ντα ρ ιο ύκ , τούτος είναι ό Ή λ ιά ... Ή λ ιά Φοναρένκο! *0 Τίμκα είναι ξανθός, φακιδιάρης, τά μάτια του είναι χωρίς ματοτσίνορα καί τό χαμόγελό του χωρίς προκατάληψη. Ό Ή λ ιά έχει μοϋτρο χοντρό, κίτρινο, δλο σπυριά, τά μάτια του δμως λάμπουν: είναι καστανά καί πολύ ταιριασμένα στό πρόσω­ πό του. *0 Βάνια Ζάιτσενκο κοιτάζει πάνω ά π ’ τά κεφάλια τών άλλων τόν άδειο σχεδόν θάλαμο κι άρχίζει μέ μιά πνιχτή συνωμοτική φωνή: — Ρωτάτε ποΰ είναι τά μαξιλάρια. έ; Θά σάς τό πώ άνοιχτά: Δέν υπάρχουν μαξιλάρια, τίπ ο τ’ άλλο! Βάζει ξαφνικά τά γέλια καί σηκώνει τά χέρια μ ’ άνοιγμένα τά δάχτυλα. Βάζουν τά γέλια κι οί ύπόλοιποι, —Έ δώ τό γλεντάμε καλά, λέει ό Ζάιτσενκο, γιατί δλα έδώ είναι πολύ άστεΐα! Μ αξιλάρια δέν εχει... Είχαμε στήν άρχή, μά υστέρα... φφφού... καί πανε! Πάλι χαχανίζει. —Ό ξανθός £πεσε νά κοιμηθεί μέ μαξιλάρι καί ξύπνησε χωρίς μαξιλάρι... φφφού... καί πάει... Ό Ζάιτσενκο κοιτάζει μέ τά πονηρά μισόκλειστα μάτια του τόν Ό ντα ριούκ . Πάνω στό γέλιο του τινάζεται πίσω καί μέ τό πόδι του μου δίνει μιά γερή κλωτσιά στό γόνατο. —Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, γιά πέστε μας: γιά νά Εχουμε μαξιλά­ ρια έπρεπε νά ’ναι δλα κάπου γραμμένα, £τσι; Πρέπει νά τά μετρήσεις καί νά τά γράψεις, ετσι; Κάποτε δόσανε σέ κάποιον μαξιλάρια κι αύτό ήταν δλο. Σ ’ έμας δμως δχι μαξιλάρια δέ γράφουνε μά οϋτε τούς άνθρώπους δέν ένδιαφέρεται κανένας νά τούς γράψει... Κανένας! Κι οϋτε τούς μετράνε!... Κανένας! — Μά πώς γίνεται αύτό; — Πώς γίνεται; Πολύ άπλά! Μπάς καί νομίζετε πώς Εγραψε κανένας δτι ζεΐ έδώ ό Ή λ ιά Φοναρένκο; Κανένας! Καί κανένας δέν τόν ξέρει! Ο ύ τ’ έμένα μέ ξέρει κανένας! Ώ , ποΟ νά ξέρετε, ποϋ νά ξέρετε! “Εχουμε πολλούς τέτιους: σήμερα ζεϊ έδώ, ϋστερα φεύγει πάει κάπου άλλοϋ νά τήν περάσει, μετά Ερχεται ξανά έδώ καί πάει λέγοντας. Νά, κοιτάξτε: μπάς καί νομίζετε δτι τόν Τίμκα τόν φώναξε κανένας έδώ; Κανένας! Μ ονάχος του ήρθε καί ζεϊ έδώ. 254


— Δηλαδή, τοϋ άρέσει έδώ; — Μπά. "Εχει δυό βδομάδες πού ήρθε. Τ ό ’σκάσε ά π ’ τό Σταθμό Μ πογκοντοϋχοψ. Ξ έρετε;Ή θελε νά πάει στό Σταθμό Γκόρκι. — Καί στό Μπογκοντοϋχοψ ξέρανε τό Σταθμό Γκόρκι; —Ά χ ά ! "Ολοι τόν ξέρουνε! Πώς νά μήν τόν ξέρουνε! — Καί γιατί ένας μονάχα ήρθε έδώ; — Χμ, νά, όπως τοϋ άρέσει τοϋ καθένα. Σέ πολλά παιδιά δέν άρέσει ή αύστηρότητα. Καί σέ σάς, λένε, πώς είναι πολύ στριμωγμένα τά πράματα: προσοχή, χαιρετοϋρες. Χτυπάει ή σάλπιγγα, τρεχάλα, έγερτήριο στά γρήγορα! Βλέπετε; Κι ύστερα νά δουλεύεις κιόλας. Κι έδώ τά παιδιά δέν τά θέλουνε κάτι τέτια... — Θά τό σκάσουν όλοι, είπε ό Μάλικοφ. — Π οιοί; Τά παιδιά τοϋ Κουριάζ; — Ναί, θά γίνουν λαγοί όλοι τους. Ξέρετε τί λένε; «Ξέρετε τί θά πει Μακάρενκο; Νά, θέλει νά παίρνει παράσημα μέ τή δουλιά τή δίκιά μας!». Θά τό σκάσουν όλοι. — Καί πού θά πάνε; — Σάμπως λίγα μέρη υπάρχουν; Σ ’ όποιο Σταθμό θέλεις, πάς. — Κι έσεϊς; —“Α, έμεΐς Εχουμε τήν παρέα μας, βιάστηκε ν ’ άπαντήσει ό Ζάιτσενκο. Είμαστε τέσσερις. Ξέρετε κάτι; Έ μ εΐς δέν κλέβου­ με. Δέν τήν άγαπάμε αύτή τή δουλιά. "Ο,τι πει ή παρέα... τί λές Τίμκα; Ό Τίμκα κοκκινίζει καί μέ κοιτάζει ντροπαλά μ έσ ’ ά π ’ τά μισόκλειστα ματόφυλλά του... — Λοιπόν, παρέα γειά σας, τούς λέω. Φαίνεται πώς έδώ μαζί θά τήν πε ράσου με, Ε; ’Ό λ ο ι άπαντάνε μ ’ Ενα «γειά σας*» καί στά χείλια τους σκάει τό χαμόγελο. Προχωράω παραπέρα. Έ τ σ ι λοιπόν, Εχουμε γιά τήν ώρα τέσσερις στό πλευρό μας. Μά Ελα πού άν βγάλεις αύτούς τούς τέσσερις μένουν άλλοι διακόσιοι Εβδομήντα Εξι ή καί περισσό­ τεροι. *0 Ζάιτσενκο Εχει σίγουρα δίκιο: έδώ τούς άνθρώπους κανένας δέν τούς μετράει, ούτε τούς γράφει. Νιώθω ξαφνικά τρόμο μπροστά σ ’ αύτόν τό φοβερό κι άμέτρητο άριθμό. ’Αλή­ θεια, πώς μπόρεσα μέ τόση Ελαφρότητα νά μπλεχτώ σέ μιά τέτια όλέθρια ύπόθεση; Πώς μπόρεσα νά παίξω κορώνα - γράμματα 255


δχι μονάχα αύτό πού πέτυχα ώς τά τώρα, μά καί τή ζωή όλόκληρης τής κολεχτίβας; "Οσο ό άριθμός «280» άντιπροσώπευε γιά μένα μονάχα τρία ψηφία γραμμένα στό χαρτί, Εμενα μέ τήν έντύπωση πώς είχα τή δύναμη νά τά βγάλω εύκολα πέρα. Σήμερα δμως, πού αύτοί οί διακόσιοι όγδόντα τριγυρνούσαν μέσα σέ τούτο τό βρώμικο στρατόπεδο, γύρω άπ* τό μηδαμινό τμήμα μας, άρχισε νά μέ πιάνει σύγκρυο, καί στά πόδια μου νιώθω μιά δυσάρεστη άνησυχητική τρεμούλα. Στή μέση τής αύλής μέ πλησίασαν τρεις. Δέ θά ήταν παραπάνω άπό δεκαεφτά χρονών, τά κεφάλια τους ήταν κουρε­ μένα καί φορούσαν άρκετά καλούτσικα πα π ο ύτσ ια /Ο πρώτος είχε ένα σχετικά καινούργιο σακάκι, άπό κάτω δμως τό πουκά­ μισό του ήταν λεκιασμένο άπό σάλτσες. Ό άλλος φορούσε Ενα πέτσινο σακάκι κι ό τρίτος ένα καθαρό άσπρο πουκάμισο. Ό κάτοχος τοΰ καλοΰ σακακιού έβαλε τά χέρια στίς τσέπες τοΰ παντελονιού του, έσκυψε τό κεφάλι σέ μένα, κι άρχισε άξαφνα νά μοϋ σφυράει κατά πρόσωπο ένα γνωστό μόρτικο μοτίβο τής ’Οδησσού, δείχνοντας τά δμορφα άσπρα δόντια του. Παρατή­ ρησα πώς έχει μεγάλα θολά μάτια καί ξανθά φουντωτά φρύδια. Οί άλλοι δυό στέκονταν δίπλα άγκαλιασμένοι α π ’ τόν ώμο καί κάπνιζαν τσιγάρο πού τό πήγαιναν ά π ’ τή μιά μεριά τοϋ στόματος στήν άλλη. Κοντά μας ήρθαν καί μερικές άλλες φυσιογνωμίες τοΰ Κουριάζ. Ό ξανθός μισόκλεισε τό ένα μάτι κι είπε δυνατά: — Δηλαδή, έσεΐς εισαστε ό Μ ακάρενκο, έ; Στάθηκα μπροστά του κι άπάντησα ήρεμα, βάζοντας δλα μου τά δυνατά νά μή φανεΐ στό πρόσωπό μου τίποτα ά π ’ αύτό πού μ ’ έτρωγε μέσα μου: — Ναι, αύτό είναι τ ’ όνομά μου. Κι έσένα πώς σέ λένε; Ό ξανθός, χωρίς ν ' απαντήσει, ξανάρχισε τό σφύριγμα κοιτώντας με διαπεραστικά μέ τό μισόκλειστο μάτι καί κουνών­ τας πέρα δώθε τόνα του πόδι. “Αξαφνα γύρισε απότομα τήν πλάτη, σήκωσε τούς ώμους κι έξακολουθώντας τό σφύριγμα άπομακρύνθηκε μέ μεγάλα βήματα, σκάβοντας άκόμα βαθύτερα τίς τσέπες μέ τά χέρια του. Οί φίλοι του τόν άκολούθησαν άπό πίσω, δπως καί πρωτύτερα άγκαλιασμένοι καί ξεφωνίζοντας φάλτσα: «Γλέντα, ντουνιά μου, γλέντησε δπως έγώ γλεντάω...» 25b


Οί φυσιογνωμίες πού μάς είχαν περιτρυγιρίσει έξακολουθούσαν νά μέ κοιτούν. Ή μιά είπε σιγά στήν άλλη: — Είναι ό νέος διευθυντής... —'Ό λ ο ι τους οί ίδιοι διάολοι είναι, άπάντησε τό ΐδ ιο σιγά ή άλλη. — Σκεφτόσαστε πώς ν ’ άρχίσετε, σύντροφε Μακάρενκο; Κοιτάζω; μπροστά μου στέκει μιά μαυρομάτα νεαρή γυναίκα πού χαμογελάει. Πολύ παράξενο μού ’ ρθε πού είδα έδώ μιά τόσο κάτασπρη μπλουζίτσα μέ μιά σοβαρή μαύρη γραβάτα. —Έ γ ώ είμαι ή Γκουλιάγεβα. Τήν έχω ύπόψη μου; είναι ή καθοδηγήτρια τοϋ ραφείου, τό μοναδικό μέλος τού Κόμματος στό Κουριάζ. "Εχει πολύ εύχάριστο παρουσιαστικό. ’Α ρχίζει βέβαια νά παχαίνει, όμως έχει λε­ πτή μέση, θαυμάσιες μαύρες μποϋκλες καί νιώθεις πώς έχει άκό­ μα πολλά άποθέματα ψυχικής δύναμης. Τής άπαντάω εύθυμα: — Ε μ π ρ ό ς, ν ’ άρχίσουμε μαζί. —Ά , όχι, άσχημο βοηθό διαλέξατε. Δέν τά καταφέρνω. — Θά σάς μάθω. — Καλά, καλά... Ή ρ θ α νά σάς προσκαλέσω νά πάμε στίς κοπέλες, δέν τίς είδατε άκόμη. Σάς περιμένουν... Καί μέ άνυπομονησία μάλιστα... Μπορώ λιγάκι νά περηφανευτώ: οί κο­ πέλες έδώ ήταν κάτω ά π ’ τήν έπίδράσή μου, μάλιστα άνάμεσά τους είναι καί τρεις κομσομόλες. Πάμε. Τραβήξαμε γιά τό κεντρικό δίπατο κτίριο. — Κάνατε πολύ καλά, λέει ή Γκουλιάγεβα, πού ζητήσατε νά φύγει όλο τό προσωπικό. Διώξτε τους όλους, μήν άφήνετε κανέναν... Καί μένα διώξτε,,. —Ό χ ι , όσο γιά σάς έχουμε συμφωνήσει νά μείνετε. Μ άλι­ στα πολύ ύπολογίζω στή βοήθειά σας, — Κοιτάξτε όμως νά μήν τό μετανιώσετε άργότερα. Ό κοιτώνας τών κοριτσιών είναι πολύ μεγάλος, έχει κάπου έξήντα κρεβάτια. “Ετριψα τά μάτια μου: σέ κάθε κρεβάτι κουβέρτα, παλιά, ε ίν ’ άλήθεια, καί τριμμένη. Κάτω ά π ’ τίς κουβέρτες σεντόνια, Ά κ ό μ α καί μαξιλάρια ύπάρχουν. Πραγματικά τά κορίτσια μάς περίμεναν. Ή τ α ν ντυμένα μέ παλιά καί μπαλωμένα τσίτινα φορεματάκια. Τό πιό μεγάλο θ ά ’ταν δεκαπέντε χρονών. — Γειά σας, κορίτσια, τούς λέω. — Νά πού σάς έφερα τόν Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς. Δέ θέλατε νά τόν δείτε; είπε ή Γκουλιάγεβα. 257


Οί κοπέλες άφήνουν Ενα ψιθυριστό χαιρετισμό καί σιγάσιγά μας πλησιάζουν, διορθώνοντας στό δρόμο τους τά κρεβά­ τια. Δέν ξέρω γιατί νιώθω μιάν άφάνταστη λύπη γΓ αυτές τίς κοπελίτσες καί πολύ θέλω νά κάνω κάτι πού νά τίς εύχαριστήσει. Κάθονται στά κρεβάτια γύρω μας καί μού ρίχνουν δειλές ματιές. Δέ μπορώ νά καταλάβω τί μού’ρθε καί νιώθω τόσο λύπη γ ι ’ αύτές. "Ισως γιατί είναι κίτρινες, ή γιατί τά χείλια τους είναι άσπρα, ή άκόμα γιατί τά φορεματάκια τους είναι μπαλωμένα. Γιά μιά στιγμή σκέφτομαι: δέν πρέπει νά δίνουν στίς κοπέλες νά φοράνε τέτια κουρέλια, αύτό μπορεϊ νά τούς πληγώσει τήν ψυχή γιά δλη τους τή ζωή. — Γιά πέστε μου, κορίτσια, πώς ζεϊτε, τά ρωτάω. Οί κοπέλες σωπαίνουν, μέ κοιτούν ένώ στά χείλια τους μόλις καί σκάει Ενα χαμόγελο. Ξάφνου βλέπω καθαρά: μόνο τά χείλια τους ξέρουν νά χαμογελούν. Στήν πραγματικότητα δέν έχουν ιδέα τί θά πεΐ άληθινό, ζωντανό χαμόγελο. Κοιτάζω μέ προσοχή δλα τά πρόσωπα, ή ματιά μου περνάει καί στή Γκουλιάγεβα καί τή ρωτάω: — Ξέρετε, είμαι άνθρωπος μέ κάποια πείρα, δμως έδώ συμβαίνει κάτι πού δέ μπορεΐ νά τό πιάσει τό μυαλό μου. — Σάν τί; Ξαφνικά μιά κοπέλα πού καθόταν άκριβώς άπέναντί μου, μελαχρινούλα μέ μιά πολύ κοντή ρόζ φούστα πού άφηνε πάντα νά φαίνονται τά γόνατά της, λέει γιά μιά στιγμή κοιτάζοντας με μέ σταθερό βλέμμα: — Ν ά ’ρθετε έδώ μαζί μέ τά παιδιά σας δσο μπορείτε πιό γρήγορα, γιατί έδώ είναι πολύ έπικίνδυνο νά ζεΐς. Κι άμέσως κατάλαβα τί τρέχει: στό πρόσωπο τής μελαχρινούλας, στό παράξενο βλέμμα της, στό τρεμούλιασμα τού στό­ ματός της ζεΐ ό φόβος. Ενας πραγματικός ένστιχτώδικος φόβος. — Είναι φοβισμένα τά κορίτσια, λέω στή Γκουλιάγεβα. — Πολύ βαριά ε ίν ' ή ζωή τους, Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, πάρα πολύ βαριά. Ή Γκουλιάγεβα σηκώνεται, τά μάτια της είναι κόκκινα καί φεύγει γρήγορα πρός τό παράθυρο. Ρωτάω έπίμονα τίς κοπέλες: — Τί φοβάστε; Γιά πέστε μου! Δειλά - δειλά στήν άρχή. σπρώχνοντας καί διακόπτοντας ήμιά τήν άλλη, υστέρα μέ δλη τήν ειλικρίνεια καί μέ φοβερές λεπτομέρειες οί κοπέλες μου διηγούνται τή ζωή τους. 258


Ό ψόβος τίς άφήνει κάπως μονάχα όταν βρίσκονται στό θάλαμό τους. Φοβούνται νά βγουν στήν αύλή, γιατί τά παιδιά τίς κυνηγούν καί τίς τσιμπάνε, λένε άσχημες κουβέντες, κρυφοκοιτάν στό άποχω ρητήριο καί άνοίγουν τίς πόρτες. ΟΙ κοπέλες συχνά μένουν νηστικές, γιατί δέν τίς άφή��ουν φαγητό στό έστιατόριο πού τ ’ άρπάζουν τ ’ άγόρια καί τό κουβαλούν στούς θαλάμους. Δέν έπιτρέπεται τό φαγητό στούς θαλάμους, τό προσωπικό τών μαγειρείων δέν άφήνει, μά τ ’ άγόρια δέν άκοϋν κανένα, κουβαλούν τίς κατσαρόλες καί τό ψωμί, ένώ οί κοπέλες τέτιο πράμα δέν μπορούν νά τό κάνουν. Πάνε στό έστιατόριο καί περιμένουν κι ύστερα τίς λένε πώς τ ’ άγόρια άρπάξαν όλο τό φαγητό καί δέν έμεινε γΓ αύτές τίποτα, καί πού καί πού τίς δίνουν λίγο ψωμί. Μά καί στό έστιατόριο είναι έπικίνδυνο νά μείνουν γιατί έκεΐ μέσα πάνε τ ’ άγόρια κι άνοίγουν καυγά, τίς φωνάζουν πουτανίτσες κι άλλα χειρότερα λόγια καί θέλουν να τίς μάθουν αίσχρόλογα. Τ ’ άγόρια ζητούν άκόμα ά π ’ αύτές διάφορα πράγματα γιά νά τά πουλήσουν, μά οί κοπέλες δέν τούς δίνουν. Τότε αύτοί τρέχουν στό θάλαμο, άρπάζουν κουβέρτες, μαξιλάρια κι ό,τι άλλο βρούν καί δρόμο γιά τό παζάρι τής πόλης. Τά ρούχα τους οί κοπέλες τά πλένουν μόνο νύχτα, τώρα όμως καί τή νύχτα ύπάρχει κίνδυνος: τ ’άγόρια παραφυλάνε στό πλυντήριο καί κάνουν τέτια πράματα, πού μέ λόγια δέ λέγονται. "Η Βάλια Γοροντκόβα κι ή Μ άνια Βασιλένκο πήγαν ένα βράδυ νά πλύνουν τά ρούχα τους κι όταν ήρθαν στό θάλαμο κλαΐγαν όλη τή νύχτα. Τό πρωί τά μάζεψαν καί φύγανε ά π ’ τό Σταθμό ποιός ξέρει γιά πού. Κάποτε μιά κοπέλα πήγε καί παραπονέθηκε στό διευθυντή. Τήν άλλη μέρα, όταν βγήκε στό άποχωρητήριο, τήν άρπαξαν καί τής πασάλειψαν τό πρόσωπο μέ βρωμιές ά π ’ τόν άπόπατο. Τώρα όλοι λένε πώς θ ’ άλλάξουν τά πράματα, άλλοι όμως έπιμένουν πώς δέ θά γίνει τίποτα, γιατί τά παιδιά τοϋ Σταθμού Γκόρκι είναι πολύ λίγα κι όπωσδήποτε θά τά σκορπί­ σουν καί θά τά διαλύσουν. ' Η Γκουλιάγεβα άκουγε τίς κοπέλες καί δέν ξεκόλλαγε τό μάτι της ά π ’ τό πρόσωπό μου. Χαμογέλασα όχι τόσο σ ’ αύτή, όσο στά δάκρυά της πού μόλις είχαν πάλι πλημμυρίσει τά μάτια της. Οί κοπέλες τελείωσαν τή θλιβερή τους διήγηση καί μιά ά π ’ αύτές πού τή λέγανε Σμένα μέ ρώτησε σοβαρά: — Πέστε μου, έπιτρέπεται νά γίνονται τέτια πράματα στή σοβιετική έξουσία; 259


’ Απάντησα: —Ό λ ’ αύτά μού μού'πατε, είναι αίσχος μεγάλο, καί στή σοβιετική έξουσία τέτια αίσχη δέν πρέπει νά ύπάρχουν. Κάντε ύπομονή λίγες μέρες κι όλα αύτά θά περάσουν. Ή ζωή σας θ ’ άλλάξει, θά γίνει χαρούμενη, κανένας δέ θάσάς προσβάλλει καί τούτα τά φορέματα θά πεταχτοϋνε. — Μέσα σέ λίγες μέρες; ρώτησε μιά άνοιχτόξανθη κοπελί­ τσα πού καθόταν σκεφτική στό παράθυρο. —’Ακριβώς ύστερα άπό δέκα μέρες, άπάντησα. Τριγύριζα στό Σταθμό ώσπου νά σκοτεινιάσει, ένώ στό μυαλό μου στριφογύριζαν £να σωρό βαριές σκέψεις. Σ ’ αύτόν τόν άρχαΐο κυκλικό χώρο, κλεισμένο γύρω-γύρω μέ κάτι τριακοσάχρονους ψηλούς τοίχους, μέ τό ξεθωριασμένο κι άσουλούπωτο ναό στή μέση, στό κάθε τετραγωνικό μέτρο τής βρώμικης καί σκουπιδιασμένης τούτης γής, γεννιούνται σωρό τά παιδαγωγικά προβλήματα σάν τ ’ άγριόχορτα πού τίποτα δέ σταματάει τό μεγάλωμά τους. Στό σαραβαλιασμένο παλιό σταΰλο, πού δέ μπορούσες νά μπεις ά π ’ τή βρώμα καί τίς κοπριές, στό βουστάσιο πού’μοιάζε μέ γηροκομείο γιά τίς δέκα παλιογε­ λάδες, σ ’ όλο τό νοικοκυριό, στόν καταστραμμένο άπό παλιά κήπο μέ τό σπασμένο φράχτη του, σ ’ όλο τό γύρω χώρο πού μέ τριγύριζε πρόβαλλαν τά μαραμένα βλαστάρια τής κοινωνικής άγωγής. Καί στούς θαλάμους τών τροφίμων κι άκόμα κοντύτερα, στά άδεια δωμάτια τού προσωπικού, στίς λεγόμενες λέσχες, στό μαγειρείο, στό έστιατόριο, πάνω σ ’ αύτά τά μαραμένα βλαστά­ ρια κουνιούνται κάτι σαρκωμένοι, φαρμακεροί καρποί πού ήμουν ύποχρεωμένος νά τούς καταπιώ καί πολύ γρήγορα μάλιστα. Μαζί μ ’ αύτές τίς σκέψεις άρχισε ν ’ άναδεύεται μέσα μου £να αίσθημα κακίας. “Ενιωσα τήν άγανάχτηση τοϋ χίλια έννιακόσια είκοσι. Ξαφνικά φανερώθηκε μέσα μου ό ξελογιαστής δαίμονας ένός άμείλιχτου μίσους. “Ηθελα τώρα άμέσως, χωρίς νά κουνηθώ ά π ’ τή θέση μου, ν ’ άρπάξω όποιον πετύχω ά π ’ τό γιακά, νά τοϋ χώσω τή μύτη μέσα στούς σωρούς τής βρώμας καί στά λασπόνερα καί νά ζητήσω τά πιό στοιχειώδη πράματα... όχι, όχι παιδαγωγικές θεωρίες καί άρχές τής κοινωνι­ κής άγωγής, οχι έκτέλεση τού έπαναστατικού χρέους, όχι κομμουνιστικό πάθος, όχι, όχι, μά λίγο μυαλό μόνο, κοινό μυαλό, μιά κοινή εστω καί περιφρονημένη μικροαστική τιμιό­ τητα. Τό μίσος μ ο ϋ ’σβυσε τό φόβο τής άποτυχίας. Τά ξεσπά­ 260


σματα τής αβεβαιότητας πού κυριαρχούσαν γιά μιά στιγμή Εκμηδενίζονταν άδυσώπητα άπό τήν υπόσχεση έκείνη πού είχα δόσει στίς κοπέλες. Τούτες οί λίγες δεκάδες τών φοβισμένων, ήσυχων, κίτρινων κοριτσιών, πού τόσο άπερίσκεπτα τούς εϊχα έγγυηθεϊ πώς σέ δέκα μέρες ή ζωή τους θ ’ άλλάξει καί θά γίνει άνθρο'ιπινη, μέσα μου i-γιναν ξαφνικά άντιπρόσωποι τής ΐδιας τής δικής μου συνείδησης. "Επαιρνε νά σκοτεινιάζει. Φωτισμό ό Σταθμός δέν είχε. ’Α π' τούς ψηλούς τοίχους τοϋ μοναστηριού Επεφταν πάνω στήν έκκλησιά οί μαύρες σκιές τοϋ σούρουπου. Σ ’ όλες τίς γωνιές, στίς άκρες, στά περάσματα στριφογύριζαν όλα τούτα τ ’ άπροστάτευτα παιδιά, μερικοί είχαν προφτάσει ν* αρπάξουν τό βραδινό φαγητό καί τραβούσαν γιά τό θάλαμο. Οϋτε γέλιο, οϋτε τραγούδι, οϋτε χαρούμενη φωνή. Πού καί ποϋ άκουγόταν άπό μακριά μιά υπόκωφη γκρίνια κι ό συνηθισμένος καυγάς ανάμεσα σέ τεμπέληδες. Στό κεφαλόσκαλο ένός θαλάμου πού τοϋ λείπανε τά σκαλοπάτια, σκαρφάλωναν δυό μεθυσμένοι καί βρίζαν σιγα­ νά. Μ έσ’ά π ’τό σκοτάδι πού’ ρίχνε τό σούρουπο τούς κοίταζαν μέ σιω πηλή περιφρόνηση ό Κόστια Βετκόφσκι κι ό Βόλοχοφ.

3. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΖΩΗΣ Τήν δλλη μέρα στίς δυό ή ώρα ό διευθυντής τού Κουριάζ υπόγραψε κορδωμένος τό πρωτόκολλο παράδοσης τής έξουσίας καί τήν άπόλυση όλου τοϋ προσωπικού, άνέβηκε σ τ ’ άμάξι κι έφυγε. Παρακολούθησα μέ τό βλέμμα μου τό χοντρόλαιμο σουλούπι του πού δλο κι απομακρυνόταν καί γιά μιά στιγμή ζήλεψα τή μεγάλη τύχη αύτοϋ τοϋ ανθρώπου: τώρα ήταν λεύτερος σά σπουργίτης καί κανένας δέ θά τόν πάρει άπό πίσω νά τοϋ πετάξει έστω καί μιά πέτρα. Έ γ ώ δέν έχω τέτια φτερά. γΓ αύτό καί τριγυρίζω μέ βαριά καρδιά άνάμεσα στά γήινα όντα τού Κουριάζ, νιώθοντας έναν πόνο στό στήθος. Ό Βάνκα Σελαπούτιν είναι όλόκληρος λουσμένος στίς άχτίδες τοϋ μαγιάτικου ήλιου. ’Αστράφτει σάν μπριλάντι μέ τ ’ όμορφο κι αύθόρμητο χαμόγελό του. Μαζί μ ’ αΰτόν θέλει νά αστράψει κι ή χάλκινη καμπάνα πού κρέμεται ά π ’ τό ψηλό καμπαναριό. Μά ή καμπάνα είναι παλιά καί λερωμένη καί τό μόνο πού μπορεΐ νά κάνει είναι νά μορφάζει θολά κάτω ά π ’ τόν 261


ήλιο. Μά, έκτός ά π'αύτό, είναι καί σπασμένη κι όσο κι άν θέλει ό Βάνκα δέν πρόκειται νά γίνει καμιά προκοπή μέ τούτη τήν καμπάνα. Καί τού χρειάζεται γιά νά δίνει τά σινιάλα γιά τή γενική συνέλευση. ' Η συναίσθηση τής εύθύνης πού διεισδύει δυσάρεστη καί βαριά παντού, ά π ’ τή ν ιδ ια τ η ς τή φύση είναι παράλογη. Γίνεται τσιμπούρι γιά τά πιό άσήμαντα ζητηματάκια, καταφέρνει νά χωθεί στίς πιό μικρές χαραμάδες, θρονιάζεται έκεΐ καί τρέμει ά π ” τήν κακία καί τήν άνησυχία. "Οσο χτυπάει τήν καμπάνα ό Σελαπούτιν, ή συναίσθηση τούτη τής εύθύνης γίνεται φόρτω­ μα στήν καμπάνα: μά έπιτρέπεται τέτιοι άπίθανοι, φάλτσοι καί ξετσίπωτοι ήχοι νά γεμίζουν τό Σταθμό; Δίπλα μου στέκει ό Βίτκα Γκόρκοφσκι καί μελετάει προσε­ χτικά τό πρόσωπό μου. 'Ύ στερα ρίχνει μιά ματιά στό καμπανα­ ριό πάνω ά π ’ τήν πύλη τοϋ μοναστηριού, τά μάτια του γιά μιά στιγμή σκοτεινιάζουν καί μετά άνοίγουν πλατιά. ’Απέναντι μιά ντουζίνα διαβολάκια κοιτάνε προσεχτικά. Ό Βίτκα γελάει σιγανά, ξύνοντας τό κεφάλι του, τό πρόσωπό του ροδίζει λίγο καί λέει βραχνά: — Τώρα θά τήν όργανώσουμε τή δουλιά, λόγο τιμής! Τρέχει πρός τό καμπαναριό, καί στό δρόμο κάνει μιά πεταχτή σύσκεψη μέ τόν Βόλοχοφ. Στό μεταξύ ό Βάνια γιά δεύτερη κιόλας φορά άναγκάζει τήν καμπάνα νά ξεροβήξει καί γελάει: — Μά δέν καταλαβαίνουν τούτοι δώ, χτυπάω, χτυπάω καί κανένας δέν παίρνει χαμπάρι! ' Η λέσχη βρίσκεται στήν παλιά ζεστή έκκλησία. Ψηλά παράθυρα μέ σιδερένια κάγκελα, σκόνη καί δυό σκεβρωμένες σόμπες. Στό μισοστρόγγυλο ίερό πάνω σέ μιά χιλιοτρύπητη έξέδρα βρίσκεται ένα άναιμικό τραπεζάκι. Ή κινέζικη σοφία πού ύποστηρίζει ότι «καλύτερα είναι νά κάθεσαι παρά νά στέκεις όρθιος*» φαίνεται πώς έδώ στό Κουριάζ δέν έχει καί μεγάλη έχτίμηση: στή λέσχη δέν ύπάρχει ούτε ένα κάθισμα. Μά οί Κουριαζινοί ούτε κι έχουν σκοπό νά κάθονται έκεΐ. Πού καί πού ρίχνει ά π ’ τήν πόρτα μιά ματιά ένα πονηρό κεφάλι κι άμέσως χάνεται. Στήν αύλή στριφογυρίζουν μπουλούκια μπουλούκια άπό τρία - τέσσερα παιδιά, περιμένοντας μέ άνυπομονησία τό φαγητό, πού ποιός ξέρει γιατί σήμερα θ ’ άργήσει. "Ομως όλοι τούτοι είναι ή πλεμπάγια. Οί πραγματικοί άρχιτέκτονες τού κουριαζινού πολιτισμού κάπου έχουν κρυφτεί. 262


Παιδαγωγοί δέ φαίνονται πουθενά. Τώρα βέβαια ξέρω τί συμβαίνει. Τή νύχτα δέν κοιμηθήκαμε καί τόσο γλυκά πάνω στά σκληρά τραπέζια τής πιονέρικης γωνιάς καί τά παιδιά μου διηγήθηκαν συναρπαστικές ιστορίες ά π ’ τή ζωή του Κουριάζ. Σαράντα παιδαγωγοί είχανε στό Σταθμό σαράντα δωμάτια. Έ νά μ ισ η χρόνο πρίν, είχαν γεμίσει θριαμβευτικά τά δωμάτιά τους μ ’ Ενα σωρό άντικείμενα πολιτισμού, μέ πλεχτά τραπεζομάντηλα καί τούρκικα ντιβάνια. Είχαν κι άλλα πολύτιμα πράγ­ ματα πιό εύκολομετακόμιστα πού μπορούσαν εύκολότερα νά περάσουν ά π ’ τόν ενα κάτοχο στόν άλλο. Αύτά άκριβώς τά πράγματα άρχισαν νά περνάνε στήν κατοχή τών τροφίμων τοϋ Κουριάζ μέ τόν πιό άπλό τρόπο, τόν γνωστό ά π ’ τήν έποχή άκόμη τής Ρώμης πού όνομάζεται: διάρρηξη. ' Η κλασική αύτή μορφή διαδόθηκε τόσο πολύ στό Κουριάζ ώστε οί παιδαγωγοί, ό Ενας μετά τόν άλλον, Ετρεχαν νά κουβαλήσουν στήν πόλη τά τελευταία άντικείμενα πολιτισμού. “Ετσι στά δωμάτιά τους άπόμεινε μιά πολύ σεμνή έπίπλωση, άν μπορεΐ κανείς νά λογαριάσει έπίπλωση κάνα - δυό έφημερίδες « ’ Ιζβέστια» άπλωμένες στό πάτωμα, πού έπαιζαν τό ρόλο κρεβατιού, δταν οί παιδαγωγοί ήταν τής υπηρεσίας. Μιά κι οί παιδαγωγοί τοϋ Κουριάζ συνήθισαν νά τρέμουν δ χι μονάχα γιά τήν περιουσία τους, άλλά καί γιά τή ζωή τους καί γενικά γιά τήν άρημέλειά τους, γιά Ενα όρισμένο διάστημα τά σαράντα δωμάτιά τους εϊχαν πάρει τό χαρακτήρα πολεμικών φρουρίων, πού πίσω ά π ’ τούς τοίχους τό παιδαγωγικό προσωπι­ κό περνούσε Εντιμα τίς καθορισμένες ώρες υπηρεσίας. Σέ δλη μου τή ζωή, καί πρίν καί μετά τό Κουριάζ, δέν είχα συναντήσει τέτιες φοβερές άμυντικές Εγκαταστάσεις, σάν κι αύτές πού ε’ίχανε βάλει στά παράθυρα, στίς πόρτες καί σ ’ δλες τίς τρύπες τών δωματίων τους οί παιδαγωγοί τοΰ Κουριάζ. Τεράστιοι γάντζοι, χοντρά σιδερένια δοκάρια, μεγάλα ούκρανέζικα κοφτή­ ρια, φοβερά ρούσικα λουκέτα κρέμονταν στίς πόρτες καί στά περβάζια. ’Απ* τή μέρα πού ήρθα μαζί μέ τό μιχτό τμήμα, δέν είδα κανέναν άπό τούς παιδαγωγούς. Γι* αύτό καί ή άπόλυσή τους είχε τό χαρακτήρα μιας καθαρά συμβολικής πράξης. Ά κ ό μ α καί τά δωμάτιά τους τά δέχτηκα σάν Ενα συμβολικό τους άπομεινάρι, γιατί τό μόνο πού θύμιζε πώς Εμεναν έκεΐ μέσα άνθρωποι, ήτανε οί μπουκάλες τής βότκας καί οί κοριοί. Πέρασε δίπλα μου στά πεταχτά κάποιος Λόσκιν, άνθρωπος 263


άκαθόριστης ήλικίας καί περίεργου παρουσιαστικοϋ. Έ κ α ν ε μιά προσπάθεια νά μου δείξει τήν παιδαγωγική του δύναμη καί πρότεινε νά μείνει στό Σταθμό Γκόρκι «έτσι πού κάτω ά π ’ τήν καθοδήγησή σας νά όδηγήσουμε παραπέρα τή νεολαία πρός τήν πρόοδο». Πάνω άπό μισή ώρα μέ τριγύριζε φλυαρώντας γιά πολλές καί διάφορες παιδαγωγικές λεπτομέρειες. —Έ δ ώ είναι σκορποχώρι! Διαλυμένα τά πάντα! Νά, έσεΐς χτυπάτε τήν καμπάνα καί κανένας δέ βγαίνει. Πολύ σωστά λένε: πρέπει νά έπιβληθεΐ τάξη, μά πώς είναι δυνατόν νά έπιβληθεΐ όταν, μέ συγχωρεϊτε, κλέβουν καί κανένας δέν τούς έμποδίζει; Έ γ ώ τούς φέρνομαι μέ Ιδιαίτερο τρόπο καί πάντα μέ συμβου­ λεύονται καί μέ σέβονται, όμως, τί τά θέλετε... όταν πήγα γιά δυό μέρες στή θειά μου πού είχε άρρωστήσει, βγάλανε τά τζάμια καί δέ μ ' άφησαν τίποτα. ’Έ μεινα όπως μέ γέννησε ή μάνα μου, μέ μιά μακριά πουκαμίσα. Γεννιέται τό έρώτημα, γιατί τά κάνουν αύτά; Μά πάρε άπ* αύτόν πού σού φέρνεται άσχημα, όχι όμως κι ά π ' αύτόν πού σού φέρνεται καλά! ’Επιμένω: χρειάζεται παιδα­ γωγικός τρόπος άντιμετώπισης. Θά μαζέψω τά παιδιά, θά τούς μιλήσω μιά, δυό, τρεις, καταλαβαίνετε; Θά τούς κεντρίσω τό ένδιαφέρον. Θά τούς βάλω κι ένα προβληματάκι. Στή μιά τσέπη είναι έφτά καπίκια περισσότερα ά π ’ τήν άλλη, μαζί καί στίς δυό τσέπες είναι είκοσι τρία καπίκια, πόσα καπίκια είναι σέ κάθε τσέπη; Π ονηρό πρόβλημα, ε; Ό Λόσκιν μέ κοιτάζει μ ’ ενα κατεργάρικο βλέμμα καί μισοκλείνει τό μάτι. —Έ , καί λοιπόν; τόν ρωτάω άπό εύγένεια. —“Οχι, μά πέστε μου έσεΐς: Πόσα; — Τί πόσα; — Νά, πόσα καπίκια είναι σέ κάθε τσέπη; έπιμένει ό Λόσκιν. — Δηλαδή... θέλετε έγώ νά σάς τό πώ; — Ναί, ναί. Πέστε μου πόσα καπίκια βρίσκονται σέ κάθε τσέπη; —’ Ακουστέ, σύντροφε Λόσκιν. τοϋ λέω νευριασμένος, πήγα­ τε σέ κανένα σχολειό; — Πώς δέν πήγα. "Ομως περισσότερο άσχολήθηκα μέ τήν αύτομόρφωση. "Ολη ή ζωή μου είναι αύτομόρφωση, καί φυσικά δέ μπόρεσα νά πάω ούτε σέ μεσαία ούτε σέ άνώτερη παιδαγωγι­ κή σχολή. Ξέρετε όμως κάτι; Είχαμε δώ καί κάτι τέτιους πού τελείωσαν άνώτερη έκπαίδευση, ένας μάλιστα τέλειωσε σχολή στενογραφίας, κι ένας άλλος τή νομική σχολή, δόστους όμως 264


ένα τέτιο πρόβλημα... Ή τοΰτο: δυό άδέρφια πήρανε κληρονο­ μιά... — Κι αυτός π ο ύ ’γράψε αύτά έκεΐ στόν τοίχο, ό στενογρά­ φος ήτανε; — Ναί. ναι αυτός... "Ηθελε νά όργανώσει Εναν κύκλο στενογραφίας, μά μόλις τόν κλέψαν είπε: δέ θέλω νά δουλέψω μέσα σ ’Ενα τέτιο άπολίτιστο περιβάλλον, καί σταμάτησε τόν κύκλο στενογραφίας. "Εκανε μονάχα παιδαγωγική δουλιά... Στή λέσχη δίπλα ά π ’τή σόμπα κρεμόταν Ενα κομμάτι χαρτόνι μέ τό σύνθημα: Η ΣΤΕΝΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ Ό Λόσκιν Εξακολουθούσε τή φλυαρία του, ύστερα, έντελώς άπαρατήρητα. Εξαφανίστηκε καί τό μόνο πού θυμάμαι είναι πώς ό Βόλοχοφ τοΰ πέταξε μ έσ ’ά π 'τά δόντια του σάν τελευταίο χαιρετισμό: — Τί φαφλατάς! Στή λέσχη μάς περίμενε μιά δυσάρεστη άπογοήτευση: οί Κουριαζινοί δέν ήρθαν στή γενική συνέλευση. Τά μάτια τοΰ Βόλοχοφ κοίταζαν μέ θλίψη τούς ψηλούς, άθλιους τοίχους τής λέσχης. Ό Κουντλάτι, πράσινος άπό τό κακό του. Εσφιγγε τά δόντια καί κάτι ψιθύριζε, ό Μίτκα χαμογελούσε περιφρονητικά καί μονάχα ό Μίσα Ό βτσ ιαρ ένκ ο ήταν ήρεμος καί συνέχιζε μιά συζήτηση θαρρείς καί τήν είχε άρχίσει άπό καιρό: — Τό πιό βασικό είναι τό όργωμα... Κι ή σπορά. Μά πώς γίνεται, γιά σκεφτεΐτε το: Μάης μπήκε, τ ’άλογα στέκονται, όλα έδώ στέκονται!... — Ούτε στούς θαλάμους δέ βρίσκεις κανέναν, όλοι πήγανε στή πόλη, είπε ό Βόλοχοφ κι άρχισε νά βρίζει χωρίς νά τόν Εμποδίζει ή παρουσία μου. — Μ έχρι νά μαζευτούν, νά μήν τούς δόσουν φαγητό, πρότεινε ό Κουντλάτι. —“Ο χι, είπα. — Πώς όχι; φώναξε ό Κουντλάτι. Έ δώ πού τά λέμε γιατί καθόμαστε δώ; Τά χωράφια τά*πνιξαν τ ’άγριόχορτα, οϋτε τά πλησίασε κανένας γιά όργωμα! Τί είναι τοΰτο δώ! Καί μόνο νά 265


περιδρομιάζουν ξέρουνε; Δηλαδή, βασίλειο τών χαραμοφάη­ δων, έ; Ό Βόλοχοφ έγλυψε τά ξεραμένα ά π ’ τό θυμό χείλια του, κούνησε τούς ώμους σά ν ά ’νιώθε κρυάδες κι είπε: —Ά ν τ ό ν Σεμιόνοβιτς, πάμε νά μιλήσουμε. — Καί τό φαγητό; —"Ας περιμένουν, πού νά τούς πάρει ό διάολος. ’Εξάλλου όλοι τους είναι στήν πόλη. Στήν πιονέρικη γωνιά, άφοϋ κάτσαμε όλοι στά σκαμνιά, σηκώθηκε ό Βόλοχοφ κι έβγαλε τόν παρακάτω λόγο: — Πρέπει νά όργώσουμε; Πρέπει νά σπείρουμε; Μά πώς διάολο νά σπείρεις όταν τούτοι δώ δέν έχουν τίποτα, ούτε καί πατάτες άκόμα; Ά ς πάνε στό διάολο, έμεΐς καί μόνοι μας θά σπέρναμε, μά δέν ύπάρχει τίποτα. Κι ύστερα όλη τούτη ή βρω­ μιά κι ή μπόχα! Σάν έρθουν οί δικοί μας θ ά ’ναι ντροπή, ένας καθαρός άνθρωπος δέν μπορεϊ πουθενά ν* άκουμπήσει. Ά μ οί θάλαμοι, τά στρώματα, τά κρεβάτια, τά μαξιλάρια; Τί νά πεΐς καί γιά τά ρούχα; 'Ό λ ο ι γυρίζουν ξυπόλητοι καί τά έσώρουχα έχουν έξαφανιστεΐ. Ούτε πιάτα, ούτε κουτάλια, ούτε τίποτα! Ά π ό πού ν ’άρχινήσει κανένας; Πρέπει άπό κάπου ν ’άρχινήσουμε, έ; Τά παιδιά κάρφωσαν τά βλέμματά τους σέ μένα καί περίμεναν μέ άγωνία. Μά μήπως ήξερα κι έγώ άπό ποϋ ν ’ άρχίσουμε; ’Εμένα δέ μ ’ άνησυχοϋσε τόσο τό ζήτημα τών παιδιών τοϋ Κουριάζ, όσο τούτες οί άμέτρητες λεπτομέρειες καθαρά ύλικοϋ χαρακτήρα, πού δημιούργησαν ένα τέτιο φοβερό μπέρδεμα καί πού μέσα σ ’ αύτό μπορούσαν νά χαθούν καί τά τριακόσια παιδιά τοϋ Κουριάζ. Μέ τόν ύπεύθυνο τών παιδικών ιδρυμάτων είχαμε συμφωνή­ σει νά μάς χορηγηθούν είκοσι χιλιάδες ρούβλια γιά νά βάλουμε τό Κουριάζ σέ κάποια τάξη, τώρα όμως φαινόταν καθαρά πώς τό ποσό αύτό ήτανε σταγόνα στόν ώκεανό, σέ σύγκριση μέ τίς τεράστιες άνάγκες τοϋ καινούργιου Σταθμοϋ. Τά παιδιά τά δικά μας πολύ σωστά συντάξανε τόν κατάλογο τών έλλείψεων. *Η φοβερή φτώχεια τοϋ Κουριάζ διαπιστώθηκε όλοκληρωτικά όταν ό Κουντλάτι άρχισε τήν παραλαβή τών περιουσιακών στοιχεί­ ων. Ό διευθυντής άδικα άνησυχοϋσε έπειδή τό πρωτόκολλο παράδοσης καί παραλαβής δέ θά είχε άξιόπιστες υπογραφές. ' Ο διευθυντής ήταν άπλούστατα ξεδιάντροπος. Τό πρωτόκολλο ήταν πολύ σύντομο. Στά έργαστήρια βρέθηκαν κάτι παλιομηχανές, στό σταϋλο ήταν μερικά σκεβρωμένα ξυλοκρέβατα καί 266


τίπ ο τ’ άλλο. Ούτε έργαλεϊα, οΟτε ύλικά, οΟτε γεωργικά σύνεργα. Στό Ελεεινό καί τρισάθλιο χοιροστάσιο, γεμάτο άπό χωνεμένη κοπριά, τσίριζαν μισή ντουζίνα γουρούνια. Τά παιδιά, δταν τά είδαν δέ μπόρεσαν νά κρατήσουν τά γέλια τόσο λίγο θύμιζαν τούς δικούς μας «Εγγλέζους» τούτα τά σβέλτα καί πονηρά ζώα, πού τό μεγάλο κεφάλι τους κρεμόταν πάνω στά ψιλούτσικα ποδαράκια τους. Σέ μιά γωνιά τής αυλής, ό Κουντλάτι, ξέθαψε Ενα άλέτρι κι άρχισε νά χοροπηδάει ά π ’ τή χαρά του. Προηγού­ μενα σ ’ Ενα παλιό σωρό άπό τούβλα είχε βρεθεί μιά σβάρνα. Στό σχολειό βρέθηκαν μονάχα μερικά πόδια άπό τραπέζια καί καρέκλες καί κάτι κατάλοιπα άπό μαυροπίνακες - φαινόμενο έντελώς φυσικό, γιατί κάθε χειμώνας κάποτε τελειώνει καί στόν κάθε νοικοκύρη μένουν πάντοτε γιά τήν άνοιξη λίγες έφεδρεϊες καύσιμης Ολης. "Ολα Επρεπε ν ’ άγοραστοϋν, νά φτιαχτούν, νά διορθωθούν, νά Επισκευαστούν. Καί πρίν ά π ’ δλα, πρίν άπό κάθε άλλη δουλιά επρεπε τό δίχως άλλο νά γίνουν άποχωρητήρια. Στίς παιδαγωγι­ κές μεθόδους καί στά βιβλία δέν άναφέρεται τίποτα γιά τ ’άποχωρητήρια, γ ι ’αύτό φαίνεται άπουσίαζε μέ τέτια Ελαφρότητα ά π ’ τό Κουριάζ τούτος ό τόσο χρήσιμος γιά τόν άνθρωπο θεσμός. Τό μοναστήρι τού Κουριάζ, ήτανε χτισμένο πάνω σέ ύψωμα καί γύρω του ά π ’ δλες τίς πλευρές ήταν περιτριγυρισμέ­ νο μέ άπότομους γκρεμούς. Μόνο ή νότια πλευρά δέν είχε τοίχο κι έδώ μέσα άπ* τά βαλτονέρια τής μικρής λίμνης τού μοναστη­ ριού, ξανοιγόταν ή θέα άπό τίς άχυρένιες σκεπές τοϋ χωριού Ποντβόρκα. ' Η θέα ήταν άπό κάθε άποψη καλή, μιά θέα γεμάτη ούκρανέζικη κομψότητα, πού θά συγκινούσε όποιαδήποτε ποι­ ητική ψυχή, μεγαλωμένη στό ρυθμό καί τίς όμοιοκαταληξίες: μανούδια, σπιτούδια, κοπελούδια, γαρνιρισμένες καί μέ λίγη δόση πάθια μ έσ ’ά π ’τά γ��υκά βάθια. Οί Κουριαζινοί, Ενώ χαίρονταν τούτη τήν δμορφη θέα, πλήρωναν τούς κάτοικους τής Ποντβόρκα μέ μιά μαύρη άχαριστία, Εκθέτοντας στά βλέμ­ ματά τους όλόκληρες σειρές μισοκαθισμένων πάνω ά π ’τό γκρεμό άνθρώπων, άπασχολημένων μέ τή μετατροπή τών Εκα­ τομμυρίων πού χορηγούσε ό προϋπολογισμός τής κοινωνικής άγωγής, σ ’Ενα προϊόν ά π ’τό όποϊο τίποτα πιά χρήσιμο δέ μπορούσε νά βγει. Τά παιδιά πολύ τά βασάνιζε τό πρόβλημα αύτό. *0 Μίσα Ό β τσ ια ρ ένκ ο Επιστρατεύοντας δλη τή σοβαρότητά του καί τήν Επιχειρηματολογία του άρχισε τά παράπονα: 267


— Μά τ ί ’ναι σ τ ’ άλήθεια τοϋτο πάλι; Τί θά κάνουμε; Θά πηγαίνουμε δηλαδή στό Χάρκοβο, γι ’ αύτή τή δουλιά; Καί μέ τί θά πάμε; Βρισκόταν πιά στό τέλος ή σύσκεψή μας, όταν στήν πόρτα τής πιονέρικης γωνιάς στέκονταν δυό ξένοι μαραγκοί κι ό μεγαλύτερος μέ στρατιωτικό παράστημα καί μ ’ενα χακί κασκέ­ το ύποστήριζε πρόθυμα τά σχέδιά μου: — Ούτε συζήτηση. Πού άκούστηκε αύτό! ’ Εφόσον ό άνθρω­ πος τρώει, δέν μπορεΐ νά γίνεται ετσι... 'Ό σ ο γιά σανίδια έδώ στό Ρίζοφ έχει άποθήκη. Μή ντρεπόσαστε, έμενα μέ ξέρουν όλοι έδώ, δόστε τό ποσό π ο ύ ’χει καθοριστεί γ ι ’ αύτή τή δουλιά καί θά τό φτιάξουμε. Ούτε κι οί καλόγεροι δένε’ίχανε τέτιο. ‘Ά ν βέβαια θέλετε νά κοστίσει φτηνά, θά τό φτιάξουμε άπό ξεφλούδια είτε άπό κλαδιά, άν όμως τό θέλετε καλό, σάς συμβουλεύω νά πάρετε χοντρές σανίδες. Θά γίνει πολύ πιό βολικό καί γιά τήν ύγεία καλύτερο: δέ θά σέ φυσάει ό άέρας, τό χειμώνα δέ θά παγώνεις καί τό καλοκαίρι δέ θά σέ ψήνει ή ζέστη. Μού φάνηκε πώς πρώτη φορά στή ζωή μου ένιωσα τέτια τρυφερότητα, κοιτάζοντας τούτον τόν θαυμάσιο άνθρωπο, τόν οικοδόμο κι όργανωτή έργων γιά χειμώνα καί καλοκαίρι, γιά τούς άέρηδες καί τίς παγωνιές. Καί τό έπώνυμό του ήτανε εύχάριστο - Μ ποροβόι. Τ οϋ’δοσα μιά χούφτα χρήματα κι ένιωσα γ ι ’ άλλη μιά φορά χαρά, άκούγοντάς τον νά λέει ζωηρά καί μ ’ έπιβλητικό τόνο στό βοηθό του τόν παχουλούτσικο καί κοκκινομάγουλο Βάνια: —Έ γώ , Βάνια, πηγαίνω γιά τά σανίδια. Έ σ ύ μπορεις ν ’ άρχίσεις. Τρέχα καί πάρε τό δικό μου τό φτυάρι, καί κάτι άπό δώ, κάτι άπό κεί, όλο καί κάτι θά χτίσουμε γιά τούς άνθρώπους... Ό Κιργκίζοφ κι ό Κουντλάτι χαμογελώντας πήγαν γιά νά δείξουν τό μέρος, ένώ ό Μ ποροβόι φάσκιωσε τά λεφτά μ ’ Ενα κουρελόπανο καί γιά μιάν άκόμα φορά υπογράμμισε τήν ήθική του ύποστήριξη σέ μένα: — Θά τό φτιάξουμε, σύντροφε διευθυντή, μή χάνετε τίς έλπίδες!,.. Δέν έχασα τίς έλπίδες. Κάπως ξαλάφρωσε ή καρδιά, τινάξα­ με άπό πάνω μας ενα φοβερά άργοκίνητο καί πληχτικό προκαταρτικό στάδιο κι άρχίσαμε τήν παιδαγωγική δουλιά στό Κουριάζ. Τό δεύτερο ζήτημα πού τό λύσαμε κάπως ικανοποιητικά έκεϊνο τό βράδυ ήταν £να πρόβλημα πού άφορούσε κι αύτό τίς 268


συνθήκες ζωής: τά πιάτα καί τά κουτάλια. Στή θολωτή τραπεζα­ ρία, πού στούς τοίχους της καί κάτω ά π ’ τό σοβά κοίταζαν τά μαύρα σοβαρά μάτια τών άγιων καί τής Παναγίας καί πού καί πού διακρίνονταν τά· δάχτυλά τους πού εύλογοϋσαν, υπήρχαν τραπέζια καί σκαμνιά, δμως οί Κουριαζινοί ούτε πιάτο, οΟτε κουτάλι βλέπανε.' Ο Βόλοχοφ, υστερ ’ άπό πολλά τρεχάματα καί διπλωματικές ένέργειες, Εβαλε τόν Έ β γκ ένιεφ πάνω σ ’ Ενα παλιό άμάξι καί τόν Εστειλε στήν πόλη ν ’ άγοράσει τετρακόσια πιά