Skip to main content

Piano Masters: Mitsuko Uchida

Page 1

© Hyou Vielz


Μεγάλοι ερμηνευτές

24.5.2022

Αίθ ο υ σα Χ ρ ήστ ο ς Λαμ π ρ ά κης

Piano Masters

MITSUKO UCHIDA ΄ (γεν. 1926) GYÖRGY KURTΑG Play with Infinity (Παιχνίδι με το άπειρο), J΄atékok (Παιχνίδια), τόμ. 3 WOLFGANG AMADEUS MOZART (1756-1791) Φαντασία για πιάνο σε ντο ελάσσονα, K. 475 ΄ GYÖRGY KURTΑG Hommage à Schubert (Αφιέρωμα στον Σούμπερτ), J΄atékok, τόμ. 3 Antiphony in F-sharp (Αντιφωνία σε φα δίεση), J΄atékok, τόμ. 2 Capriccioso-luminoso, J΄atékok, τόμ. 5 Dirge 2 (Mοιρολόι), J΄atékok, τόμ. 3 Fugitive thoughts about the Alberti bass (Φευγαλέες σκέψεις για τα βάσιμα του Αλμπέρτι), J΄atékok, τόμ. 7 WOLFGANG AMADEUS MOZART Σονάτα για πιάνο σε σι ύφεση μείζονα, K. 570

Allegro | Adagio | Allegretto ΄ GYÖRGY KURTΑG ...couple égyptien en route vers l’inconnu... (...ζευγάρι Αιγυπτίων στο δρόμο για το άγνωστο...), αρ. 1 «Στον Μεναχέμ Πρέσλερ» Διάλειμμα

ROBERT SCHUMANN (1810-1856) Davidsbündlertänze (Χοροί των οπαδών του Δαβίδ), έργο 6

Lebhaft | Innig | Mit Humor | Ungeduldig | Einfach | Sehr rasch | Nicht schnell Frisch | Lebhaft | Balladenmässig. Sehr rasch | Einfach | Mit Humor | Wild und lustig Zart und singend | Frisch | Mit gutem Humor | Wie aus der Ferne | Nicht schnell


GYÖRGY ΄ KURTαG

Παιχνίδια ...Ζευγάρι Αιγυπτίων στο δρόμο για το άγνωστο...

© Geoffroy Schied

Ο ούγγρος συνθέτης Γκιέργκυ Κούρταγκ σπούδασε στην Ακαδημία Λιστ της Βουδαπέστης και στο Παρίσι κοντά στους Νταριούς Μιγιώ και Ολιβιέ Μεσσιάν. Στο Παρίσι είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και να μελετήσει σε βάθος το έργο του Άντον Βέμπερν και του Μπέλα Μπάρτοκ, δύο συνθετών που τον επηρέασαν σημαντικά. Καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας του, ο Κούρταγκ υπήρξε επικριτικός απέναντι στις παραδοσιακές μεθόδους εκμάθησης πιάνου, θεωρώντας (όχι άδικα) πως δεν ενθαρρύνουν τον πειραματισμό και δεν διεγείρουν τη φαντασία και την καλώς εννοούμενη περιέργεια των παιδιών. Έτσι, όταν το 1973 μια παιδαγωγός του πιάνου ζήτησε από τον Κούρταγκ να συνθέσει μια σειρά παιδικά κομμάτια, εκείνος ανταποκρίθηκε με θέρμη, θέλοντας να καταδείξει έναν νέο τρόπο προσέγγισης του πιάνου και της μουσικής από τους αρχάριους μαθητές. Βγαίνοντας από μια πεντάχρονη περίοδο δημιουργικού αδιεξόδου, ο Κούρταγκ άρχισε να συνθέτει τη συλλογή Jάtékok (Παιχνίδια). Οι πρώτοι τέσσερις τόμοι εκδόθηκαν το 1979, ο πέμπτος και ο έκτος τόμος το 1997, ο έβδομος το 2003 και ο όγδοος το 2010. Από αυτούς, οι τόμοι αρ. 1, 2, 3, 5, 6 και 7 αποτελούνται από κομμάτια για σόλο πιάνο, ενώ ο τέταρτος και ο όγδοος από κομμάτια είτε για τέσσερα χέρια είτε για δύο πιάνα. Τα κομμάτια των Παιχνιδιών είναι γραμμένα έτσι ώστε να βοηθούν το παιδί να αξιοποιήσει τη φαντασία του και να αναπτύξει μια προσωπική σχέση με το πιάνο, να το αντιμετωπίζει, δηλαδή, σαν μεγάλο «παιχνίδι». Σκοπός τους είναι να κάνουν το παιδί να παίξει με το πιάνο και όχι να μάθει να παίζει πιάνο. Πρόκειται για σύντομα κομμάτια, στα οποία ο συνθέτης αποστασιοποιείται συνειδητά από κάθε αισθητικό σύστημα οργάνωσης του ήχου. Η μουσική ανακαλύπτεται ως παιχνίδι από την αρχή· επικεντρώνεται σε αφοπλιστικά απλές ιδέες, στην πιο πρωτογενή τους μορφή, ενώ ο ρυθμός συχνά απομακρύνεται από την παραδοσιακή μετρική. Όπως είναι αναμενόμενο, τα κομμάτια αυτά, γραμμένα σε ένα χρονικό διάστημα περίπου σαράντα ετών, παρακολουθούν την εξέλιξη του ίδιου του συνθέτη τους, αποτελώντας ένα «αυτοβιογραφικό μουσικό ταξίδι», όπως ο ίδιος επισημαίνει. Το άκουσμά τους δίνει μια αίσθηση αποσπασματικότητας, σαν κάθε κομμάτι να

|5|


είναι τμήμα μιας ευρύτερης αφήγησης ή δραματουργίας. Ο τρόπος γραφής τους οδηγεί τον ακροατή στην ασυνείδητη επιθυμία (ή ανάγκη) να «συμπληρώσει» με τη σκέψη του το μουσικό περιεχόμενο, στη σιωπή που ακολουθεί μετά το τέλος του κάθε κομματιού. Ανάλογου ύφους και αισθητικής είναι και το έργο ...ζευγάρι Αιγυπτίων στο δρόμο για το άγνωστο..., που γράφτηκε τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2013. Πηγή έμπνευσης του Κούρταγκ υπήρξε ένα άγαλμα της αιγυπτιακής συλλογής του Μουσείου του Λούβρου, το οποίο απεικονίζει ένα ζευγάρι να περπατά πιασμένο χέρι χέρι, και ανάγεται στην περίοδο της Έκτης Δυναστείας (περίπου 2350-2200 π.Χ.). Δεν είναι γνωστό ποιοι είναι οι εικονιζόμενοι, από πού έρχονται ή προς τα πού βαδίζουν. Η μουσική παρακολουθεί τα βήματα του ζευγαριού, αλλά κυρίως στοχάζεται πάνω στους ψυχικούς δεσμούς που το κρατούν ενωμένο σε αυτή την πορεία.

WOLFGANG AMADEUS MOZART

Φαντασία για πιάνο σε ντο ελάσσονα Σονάτα για πιάνο σε σι ύφεση μείζονα

|6|

Η ευρεία σημερινή αναγνώριση του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ ως ενός από τους μεγαλύτερους συνθέτες όλων των εποχών σκιάζει αναπόφευκτα τις πολύτιμες μουσικές συνεισφορές ορισμένων γιων του που επέλεξαν να ακολούθησαν τα χνάρια του πατέρα τους. Ανάμεσά τους δεσπόζει η μορφή του Καρλ Φίλιπ Εμμάνουελ Μπαχ, δεύτερου γιου του Γιόχαν Σεμπάστιαν, ο οποίος με την καινοτόμο αισθητική του άνοιξε από πολλές απόψεις το δρόμο για τη δημιουργία των κλασικών αριστουργημάτων του Χάυντν και του Μότσαρτ. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν είναι διόλου τυχαία η δήλωση του Μότσαρτ για τον Κ.Φ.Ε. Μπαχ: «Αυτός είναι ο πατέρας και εμείς, τα παιδιά του». Η έντονη επιρροή του γίνεται ξεκάθαρα αντιληπτή στη Φαντασία για πιάνο σε ντο ελάσσονα, που ο Μότσαρτ συνέθεσε στη Βιέννη τον Μάιο του 1785. [Το έργο εκδόθηκε μαζί με τη Σονάτα σε ντο ελάσσονα (Κ. 457) και πολύ συχνά οι πιανίστες παρου-


σιάζουν τα δύο έργα μαζί.] Η καινοτομία του Κ.Φ.Ε. Μπαχ ήταν η διαμόρφωση του λεγόμενου «ευαίσθητου ύφους» (empfindsamer Stil), που προσέφερε στον δημιουργό την ελευθερία να εξερευνήσει πλήθος συναισθηματικών αποχρώσεων και διακυμάνσεων μέσα στο ίδιο μουσικό έργο. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στη Φαντασία, όπου ο Μότσαρτ παρατάσσει και συμπλέκει με τόλμη μια μεγάλη ποικιλία εντελώς διαφορετικών μουσικών ιδεών, επί τη βάσει ωστόσο μιας δομικής λογικής που υπηρετεί την αίσθηση συνοχής του έργου. Οι διαθέσεις και οι δυναμικές εναλλάσσονται διαρκώς, σε συνάφεια με το αρμονικό περιβάλλον, που κι αυτό μεταβάλλεται κατ’ αναλογία συχνά. Όπως και σε τόσα άλλα οργανικά έργα του Μότσαρτ, η δραματική αίσθηση των χειρονομιών έλκει την καταγωγή της από τον δραματικό κόσμο της όπερας, που ο συνθέτης τόσο μεγαλοφυώς υπηρέτησε. Αξίζει να σημειωθεί ότι ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα υπήρχαν τουλάχιστον τρεις μεταγραφές της Φαντασίας για συμφωνική ορχήστρα, γεγονός που καταδεικνύει αφενός τον πλούτο της πιανιστικής γραφής και των ηχοχρωμάτων που ήθελε να εκμαιεύσει από το πιάνο ο Μότσαρτ και αφετέρου την απήχηση που είχε η Φαντασία από τα πρώτα κιόλας χρόνια της παρουσίασής της. Η Σονάτα σε σι ύφεση μείζονα γράφτηκε τον Φεβρουάριο του 1789 και είναι η προτελευταία σονάτα για πιάνο του Μότσαρτ. Περιέργως, ενώ ο ίδιος ο συνθέτης την κατέγραψε στον κατάλογο των έργων του ως σονάτα για πιάνο, αυτή εκδόθηκε, μετά το θάνατό του, ως σονάτα για βιολί και πιάνο. Είναι πολύ πιθανό να την έγραψε για κάποιον μαθητή του, όπως και τη Σονάτα σε ντο μείζονα, Κ. 545, εάν αναλογιστεί κανείς την απλότητα της γραφής. Ωστόσο, σε σχέση με την Κ. 545, η Σονάτα σε σι ύφεση μείζονα, Κ. 570 αποδεικνύεται πιο περιπετειώδης, πιο εκλεπτυσμένη και εν τέλει πιο απαιτητική στην εκτέλεσή της. Το αρχικό θέμα του πρώτου μέρους κινείται ανοδικά και μετά καθοδικά πάνω στις νότες της συγχορδίας της σι ύφεση μείζονος, ενώ στην πορεία, αυτή ακριβώς η κίνηση μεταφέρεται στο μπάσο και λειτουργεί ως συνοδεία του χαριτωμένου δεύτερου θέματος. Η ενότητα της επεξεργασίας ανοίγει απρόσμενα και θεαματικά με μια μετατροπία στη ρε ύφεση μείζονα, και δίνει αργότερα τη θέση της σε μια αναμενόμενη επανέκθεση του θεματικού υλικού. Το αργό, δεύτερο μέρος, σε μι ύφεση μείζονα, είναι ένα αισθαντικό ροντό. Ανάμεσα στις επανεμφανίσεις του λυρικού κύριου θέματος παρεμβάλλονται δύο αντιθετικού χαρακτήρα επεισόδια: ένα ελαφρώς δραματικότερο σε ντο ελάσσονα και ένα πιο νηφάλιο σε λα ύφεση μείζονα. Στην coda ο συνθέτης επαναφέρει μοτίβα και από τα δύο επεισόδια που προηγήθηκαν. Και το φινάλε βασίζεται στη φόρμα του ροντό, μόνο που εδώ το πρώτο επεισόδιο ακολουθείται από το δεύτερο χωρίς την παρεμβολή του βασικού θέματος. Η ατμόσφαιρα είναι εξαρχής πιο χορευτική και παιγνιώδης. Προς στιγμή (στο δεύτερο επεισόδιο) ο Μότσαρτ ερωτοτροπεί με μια δίφωνη αντιστικτική γραφή, ενώ και πάλι επιλέγει να κλείσει το μέρος επαναφέροντας στοιχεία των επεισοδίων του, ως μια τελευταία υπόμνηση.

|7|


ROBERT SCHUMANN

Χοροί των οπαδών του Δαβίδ Αναλύοντας το βίο του μεγάλου γερμανού ρομαντικού Ρόμπερτ Σούμαν, οι ειδικοί ερίζουν ως προς το ποια ακριβώς ήταν η ψυχική του πάθηση: άλλοι, βασιζόμενοι στα επεισόδια μανίας και τις τάσεις αυτοκτονίας που είχε, θεωρούν πως έπασχε από διπολική διαταραχή (κοινώς, μανιοκατάθλιψη), ενώ άλλοι, από σχιζοφρένεια, που εξηγεί τη συναισθηματική του αστάθεια και τις παραισθήσεις του. Ενδεικτική της ψυχικής νόσου του συνθέτη, όποια κι αν ήταν αυτή, υπήρξε η εμφάνιση –ήδη από τα 21 του χρόνια– δύο «ετερωνύμων» στα κείμενα και στη μουσική του: ο Φλορεστάν και ο Ευσέβιος, δύο φανταστικά alter ego του συνθέτη, παρουσιάζονταν ως υπαρκτά πρόσωπα και καλοί του φίλοι. Ο πρώτος εκπροσωπούσε την πιο εξωστρεφή και παθιασμένη πλευρά του Σούμαν, ενώ ο δεύτερος την ποιητική, ονειροπόλα και εσωστρεφή πτυχή του. Αυτά τα δύο φανταστικά πρόσωπα συνέπλευσαν (αναπόφευκτα!) με τον ίδιο τον Σούμαν στην ίδρυση ενός (άτυπου, προφανώς) συλλόγου «Οπαδών του Δαβίδ» (Davidsbündler). Η προσωπικότητα του βιβλικού βασιλιά του Ισραήλ, που εκτός από εξαιρετικός μουσικός είχε συνδέσει το όνομά του με τη νίκη επί του Φιλισταίου Γολιάθ και τη γενικότερη ευημερία του βασιλείου του, ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία στον Σούμαν. Στη σκέψη του, οι οπαδοί του Δαβίδ αποστρέφονταν τον μουσικό συντηρητισμό –τον οποίον ο ίδιος ταύτιζε με τους Φιλισταίους– και ενστερνίζονταν τις απόψεις του για την ανανέωση και εξέλιξη της μουσικής. Το 1834, ο Σούμαν εγκαινίασε το μουσικό περιοδικό Neue Zeitschrift für Musik (Νέο Περιοδικό για τη Μουσική), στο οποίο οι οπαδοί του Δαβίδ μπορούσαν να εκφράζουν τις απόψεις τους για μια μουσική που θα σεβόταν μεν τις παλιές φόρμες αλλά θα τους έδινε νέο περιεχόμενο, θα έθετε τη δεξιοτεχνία στην υπηρεσία υψηλών συνθετικών οραμάτων και θα εξέφραζε πρωτίστως τις εμπειρίες και τα συναισθήματα των συνθετών.

|8|

Οι οπαδοί του Δαβίδ κάνουν μια πρώτη μουσική εμφάνιση στο περίφημο Καρναβάλι του Σούμαν (1835) για πιάνο, το φινάλε του οποίου επιγράφεται «Εμβατήριο των οπαδών του Δαβίδ εναντίον των Φιλισταίων». To 1837 ο Σούμαν συνέθεσε έναν κύκλο δεκαοκτώ σύντομων πιανιστικών κομματιών, τους Χορούς των οπαδών του Δαβίδ. Κάθε κομμάτι υπογραφόταν είτε από τον Ευσέβιο είτε από τον Φλορεστάν, είτε και από τους δύο μαζί. Κομβικής σημασίας πρόσωπο στη σύλληψη του έργου (πέραν των δύο ετερωνύμων του συνθέτη) ήταν η νεαρή πιανίστρια Κλάρα Βηκ, αντικείμενο παράφορου έρωτα του Σούμαν και μετέπειτα σύζυγός του. Το ερωτικό πάθος για την Κλάρα, συνδυασμένο με το πάθος για μια «νέα» μουσική γλώσσα,


σφράγισε ανεξίτηλα τη μουσική του έργου, όπως συνέβη και σε τόσα άλλα πρώιμα πιανιστικά αριστουργήματα του Σούμαν. Οι Χοροί των οπαδών του Δαβίδ, έργο 6 διατρέχουν ένα τεράστιο εύρος χορών (βαλς, μαζούρκα, ταραντέλα, πόλκα, λέντλερ κ.ά.) αλλά και διαθέσεων, από την καταιγιστική χαρά ως τη βαρύθυμη μελαγχολία και από τη νηφάλια στοχαστικότητα ως την κατακλυσμιαία ενεργητικότητα. Η προμετωπίδα της πρώτης έκδοσης του έργου προδιαθέτει εύστοχα για το περιεχόμενο της μουσικής: «Πάντοτε, κάθε στιγμή / χαρά και θλίψη προχωρούν μαζί. / Σε καιρούς χαράς, έχε πίστη / και πάλεψε τον πόνο με κουράγιο». Κυρίαρχα τονικά κέντρα στο έργο είναι η σολ μείζονα και η σχετική σι ελάσσονα, αλλά ο ένατος και ο δέκατος όγδοος χορός (δηλαδή, οι καταληκτικοί χοροί των δύο τόμων στους οποίους διαιρείται το έργο) είναι γραμμένοι σε ντο μείζονα. Η επιλογή δεν είναι τυχαία, αφού το ντο στα γερμανικά αποδίδεται με το λατινικό γράμμα C – το αρχικό γράμμα του ονόματος της Κλάρας (Clara). Άλλωστε, και η αρχική χειρονομία του έργου είναι δάνειο από τα αντίστοιχα δύο αρχικά μέτρα της Μαζούρκας, έργο 6, αρ. 5 της Κλάρας Σούμαν. Στον αντίποδα της εκρηκτικής αρχής του έργου, ο Ευσέβιος είναι αυτός που έχει την τελευταία λέξη, με ένα τρυφερό βαλς που, σύμφωνα με την αρχική επιγραφή του, «έκανε τα μάτια του να λάμψουν από χαρά».

© Decca Justin Pumfrey

ΤΙΤΟΣ ΓΟΥΒΕΛΗΣ

|9|


© Decca Justin Pumfrey

MITSUKO UCHIDA

| 10 |

Η ντέιμ Μιτσούκο Ουτσίντα είναι διεθνώς γνωστή για την απαράμιλλη ερμηνεία της στα έργα των κλασικών Μότσαρτ, Σούμπερτ, Σούμαν και Μπετόβεν, αλλά και για τον τρόπο που παρουσιάζει τις σύγχρονες πιανιστικές δημιουργίες των Άλμπαν Μπεργκ, Άρνολντ Σαίνμπεργκ, Άντον Βέμπερν και Γκιέργκυ Κούρταγκ. Πολυετής είναι η συνεργασία της με τις πιο διάσημες ορχήστρες του κόσμου: Φιλαρμονική του Βερολίνου, Βασιλική Ορχήστρα Κονσέρτχεμπαου, Συμφωνική της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, Συμφωνική του Λονδίνου, Φιλαρμονική του Λονδίνου, Συμφωνική του Σικάγου και Ορχήστρα του Κλήβελαντ – με την οποία το 2019, στο Σέβερανς Χολ, γιόρτασαν την εκατοστή κοινή εμφάνισή τους. Η Ουτσίντα έχει συνεργαστεί με τους αρχιμουσικούς Μπέρναρντ Χάιτινκ, Σερ Σάιμον Ρατλ, Ρικκάρντο Μούτι, Έσα-Πέκκα Σάλονεν, Βλαντίμιρ Γιουρόφσκι, Άντρις Νέλσονς, Γκουστάβο Ντουνταμέλ και Μάρις Γιάνσονς. Από το 2016 είναι καλλιτεχνική συ-

νεργάτιδα της Ορχήστρας Δωματίου Μάλερ και συμπράττει με το σύνολο σε περιοδείες στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Επίσης, δίνει τακτικά ρεσιτάλ στη Βιέννη, στο Βερολίνο, το Παρίσι, το Άμστερνταμ, το Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη και στο Τόκιο, ενώ συχνά προσκαλείται στην Εβδομάδα Μότσαρτ του Ζάλτσμπουργκ και στο Φεστιβάλ της πόλης. Η Μιτσούκο Ουτσίντα ηχογραφεί αποκλειστικά για την Decca, και η πολυβραβευμένη δισκογραφία της περιλαμβάνει όλες τις πιανιστικές σονάτες του Μότσαρτ και του Σούμπερτ. Έχει τιμηθεί με δύο Γκράμμυ: για την ηχογράφηση των Κοντσέρτων του Μότσαρτ με την Ορχήστρα του Κλήβελαντ και για ένα άλμπουμ με λιντ με τη γερμανίδα σοπράνο Ντοροτέα Ραίσμαν. Η ηχογράφηση του Κοντσέρτου για πιάνο του Σαίνμπεργκ με την Ορχήστρα του Κλήβελαντ υπό τον Πιερ Μπουλέζ τιμήθηκε με το Gramophone Καλύτερου Κοντσέρτου. Ιδρυτικό μέλος του Ιδρύματος Μπορλέττι-Μπουιτόνι και διευθύντρια της Μουσικής Σχολής και του Φεστιβάλ του Μάρλμπορο, η Ουτσίντα έχει λάβει το χρυσό μετάλλιο «Μότσαρτ» από το Μοτσαρτέουμ του Ζάλτσμπουργκ, το σημαντικό βραβείο Praemium Imperiale από την Εταιρεία Τεχνών της Ιαπωνίας και χρυσό μετάλλιο από τη Βασιλική Φιλαρμονική Εταιρεία του Λονδίνου. Είναι επίτιμη διδάκτωρ στα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Κέμπριτζ. Το 2009 της απονεμήθηκε ο βρετανικός τίτλος ευγενείας Dame Commander. Η καλλιτέχνις εκπροσωπείται από την Εnticott Music Management (Kathryn Enticott) σε σύμπραξη με την IMG Artists (Alex Monsey).


ΕΚΔΟΣΗ ΟΜΜΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΒΟΛΗΣ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΕΛΕΝΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ | ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΗΤΩ ΤΣΕΚΟΥΡΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΝΤΥΠΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ εσωτερικών σελιδων ΜΑΡΙΑ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗ | ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΜΠΥΛΗ ΑΕ


ΧΟΡΗΓΟΣ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ

ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ

YΠΟΣΤΗΡΙΚΤEΣ

ΧΟΡΗΓΟI ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Για την προστασία του κοινού και των καλλιτεχνών το Μέγαρο έχει λάβει όλα τα προβλεπόμενα μέτρα υγειονομικής προστασίας.


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Piano Masters: Mitsuko Uchida by megaron.gr - Issuu