τ ην
υ π οσ τ ηρι ξ η
τ ου
υ π ουργειου
π ο λ ι τ ισμου
SEONG-JIN CHO
© Christopher Koestlin
με
ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 23–24
ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης
25.10.2023 SEONG-JIN CHO JOSEPH HAYDN (1732-1809) Σονάτα για πιάνο αρ. 34 σε μι ελάσσονα, Hob. XVI: 34 Presto Adagio Vivace molto MAURICE RAVEL (1875-1937) • Μενουέτο πάνω στο όνομα του Χάυντν • Miroirs (Καθρέφτες) Noctuelles (Πεταλουδίτσες της νύχτας) Oiseaux tristes (Θλιμμένα πουλιά) Une barque sur l’océan (Μια βάρκα στον ωκεανό) Alborada del gracioso (Πρωινό τραγούδι του γελωτοποιού) La vallée des cloches (Η κοιλάδα με τις καμπάνες) Δ ιά λ ειμμα
WOLFGANG AMADEUS MOZART (1756-1791) Adagio σε σι ελάσσονα, K. 540 FRANZ LISZT (1811-1886) Από τα Χρόνια προσκυνήματος (Δεύτερος χρόνος: Ιταλία): • Τρία σονέτα του Πετράρχη, S. 158 Σονέτο αρ. 47 Σονέτο αρ. 104 Σονέτο αρ. 123 • Αprès une lecture du Dante (Μετά από μια ανάγνωση του Δάντη): Fantasia quasi Sonata
ΠΙΑΝΟ
Seong-Jin Cho
Στα έργα του Γόζεφ Χάυντν που γράφτηκαν κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1760 και την επόμενη δεκαετία βρίσκουμε πολλά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με το καλλιτεχνικό κίνημα Sturm und Drang (Θύελλα και Ορμή), το οποίο ξεκίνησε μεν από το πεδίο της λογοτεχνίας, αλλά επηρέασε και τις άλλες τέχνες. Το κίνημα-πρόδρομος του Ρομαντισμού στρεφόταν ευθέως προς τη συναισθηματική ένταση και το εκφραστικό πάθος, στοιχεία που μουσικά «μεταφράζονταν» σε χρήση ελάσσονων τονικοτήτων, δραματικές εναλλαγές δυναμικής, πρωτότυπες αρμονικές ακολουθίες και μελωδίες κινούμενες σε μεγαλύτερη έκταση από το συνηθισμένο. Όλα αυτά τα στοιχεία συναντά ο ακροατής και στη Σονάτα για πιάνο σε μι ελάσσονα, γραμμένη κατά πάσα πιθανότητα προς το τέλος της δεκαετίας του 1770. Το ενδιαφέρον και ασυνήθιστο στοιχείο του πρώτου της μέρους –πέραν της σχεδόν εμμονικής προσκόλλησης του συνθέτη στα κύρια μοτίβα (άλλο παρουσιάζεται στο αριστερό χέρι και άλλο στο δεξί)– είναι οι συχνές και μεγάλες παύσεις που χωρίζουν τις φράσεις μεταξύ τους, δίνοντας μιαν αίσθηση αποσπασματικότητας και επιβάλλοντας τη σιωπή ως αιφνίδια αιώρηση στο χρόνο και ιδιότυπο σύνδεσμο των επιμέρους μουσικών προτάσεων. Το αργό δεύτερο μέρος ξετυλίγει μια μελωδική γραμμή με πολλά διανθίσματα: εύστοχα, το μέρος αυτό έχει παρομοιαστεί με κάποιον που φλυαρεί από νευρικότητα ή αγωνία. Στο τέλος του, μια εντελώς απροσδόκητη μετατροπία εισάγει σε μια σύντομη μεταβατική ενότητα που οδηγεί στο φινάλε χωρίς διακοπή (τεχνική που αξιοποίησε αργότερα ο Μπετόβεν). Το τρίτο μέρος είναι ένα χαριτωμένο ροντό, ανάλαφρο και χορευτικό παρά την ελάσσονα τονικότητά του, από την οποία πάντως απομακρύνεται σε επεισόδια ανάμεσα στις επανεμφανίσεις του κυρίου θέματος. Το σύντομο Μενουέτο πάνω στο όνομα του Χάυντν γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 1909, οπότε και συμπληρώθηκε ένας αιώνας από το θάνατο του μεγάλου κλασικού. Με αφορμή αυτή την επέτειο, το γαλλικό μηνιαίο περιοδικό Μουσική επιθεώρηση της Διεθνούς Μουσικής Εταιρείας παρήγγειλε σε έξι επιφανείς γάλλους συνθέτες της εποχής (Κλωντ Ντεμπυσσύ, Πωλ Ντυκά, Βενσάν ντ’ Εντύ, Ρεϋνάλντο Αν, Σαρλ-Μαρί Bιντόρ και Μωρίς Ραβέλ) να γράψουν ένα κομμάτι πάνω στο όνομα του Χάυντν. Στη μουσική δεν ήταν πρωτοφανές το να αποτυπώνονται ονόματα ή τμήματα ονομάτων ή αρχικά φράσεων με νότες – κάθε άλλο! Ο Μπαχ, π.χ., είχε χρησιμοποιήσει το μοτίβο σι ύφεση – λα – ντο – σι φυσικό ως μουσική έκφραση του ονόματός του (με βάση τη γερμανική μουσική ορολογία, βέβαια), ενώ ο Μπραμς είχε συμπεριλάβει στην Τρίτη του συμφωνία το μοτίβο φα – λα ύφεση – φα, παραπέμποντας στα αρχικά των λέξεων της φράσης Frei aber froh (Ελεύθερος αλλά ευτυχισμένος). Οι νότες που αντιστοιχούν στα γράμματα του ονόματος HAYDN (για το y και το Ν οι έξι συνθέτες επινόησαν ένα δικό τους σύστημα υπολογισμού) είναι κατά σειρά σι – λα – ρε – ρε – σολ. Με βάση το μοτίβο που προκύπτει, ο Ραβέλ συνέθεσε ένα μικρό μενουέτο, επιστρέφοντας έτσι σε μια παλιά φόρμα που ο τιμώμενος συνθέτης είχε υπηρετήσει μοναδικά και που ταίριαζε στις αναζητήσεις του Ραβέλ: το Μενουέτο συνταιριάζει την κλασική διαύγεια και λιτότητα με έναν αρμονικό πλούτο, που φέρνει τη σαφή σφραγίδα της μουσικής γλώσσας του συνθέτη του.
2
Λίγα χρόνια πριν, το 1905, ο Ραβέλ ολοκλήρωνε τον πιανιστικό κύκλο Miroirs (Καθρέφτες), που αποτέλεσε την πρώτη μεγαλεπήβολη και σημαίνουσα κατάθεσή του στο ρεπερτόριο του πιάνου. Το έργο αποτελείται από
πέντε κομμάτια, καθένα από τα οποία αφιερώθηκε σε έναν καλλιτέχνη που ανήκε –όπως και ο ίδιος ο Ραβέλ– σε μια ιδιότυπη ομάδα πρωτοπόρων δημιουργών (μουσικών, ποιητών, εικαστικών). Οι καλλιτέχνες αυτοί, γνωστοί ως Απάχηδες (Les Apaches), δραστηριοποιούνταν έντονα εκείνη την εποχή στο Παρίσι. Το «απρόβλεπτο» πέταγμα των πεταλούδων της νύχτας αναπαρίσταται ηχητικά από νευρώδη περάσματα ανόμοιας έκτασης στο πρώτο κομμάτι των Miroirs («Noctuelles»), αφιερωμένο στον ποιητή Λεόν Πωλ Φαργκ [Léon-Paul Fargue]. Ο Ραβέλ δεν έκρυβε την προτίμησή του στο κομμάτι «Oiseaux tristes», που το περιέγραφε ως «πουλιά παραδομένα στη ραστώνη ενός πολύ σκοτεινού δάσους, τις πιο ζεστές ώρες του καλοκαιριού». Το είχε αφιερώσει στον ισπανό πιανίστα Ρικάρντο Βίνιες, που παρουσίασε σε πρώτη εκτέλεση πολλά έργα των Ντεμπυσσύ και Ραβέλ. Το τρίτο κομμάτι, με τίτλο «Une barque sur l’océan» (Μια βάρκα στον ωκεανό), αφιερώθηκε στον ζωγράφο Πωλ Σορντ [Paul Sordes], στο σπίτι του οποίου συχνά συγκεντρώνονταν οι Απάχηδες. Αποδίδει, κατά τα ιμπρεσιονιστικά πρότυπα, το ταξίδι μιας (ακυβέρνητης;) βάρκας πάνω στα κύματα, τις ριπές του θαλάσσιου ανέμου και το παιχνίδισμα του φωτός στο νερό. Ακολουθεί η «Alborada del gracioso», εξαρχής το δημοφιλέστερο κομμάτι του κύκλου, αφιερωμένο στον ελληνικής καταγωγής γάλλο μουσικολόγο και μουσικοκριτικό Μισέλ-Ντιμιτρί Καλβοκορεσσί [Michel-Dimitri Calvocoressi]. «Alborada» σημαίνει «πρωινό τραγούδι» και παραπέμπει σε παραδοσιακό ισπανικό είδος τραγουδιού, αντίστοιχο της γαλλικής aubade. Ήδη από τον Μεσαίωνα τραγουδιόταν στην αυγή ημερών που συνδέονταν με κάποιο σημαντικό γεγονός, όπως μεγάλες θρησκευτικές γιορτές ή γάμοι. Ο Ραβέλ πρόσθεσε το «del gracioso», «του γελωτοποιού», για να δηλώσει τη χιουμοριστική και κάπως γκροτέσκα διάσταση της μουσικής του, όπου η υπερβολή φτάνει στα όρια της παρωδίας. Πολύ εύστοχα, ο μουσικολόγος και ηθικός φιλόσοφος Βλαντιμίρ Γιανκέλεβιτς αποκαλεί τον γελωτοποιό του έργου «ανδαλουσιανό Πετρούσκα». Ήχοι από καμπάνες (ο συνθέτης έλεγε πως είχε στο μυαλό του, μεταξύ άλλων, τις καμπάνες της Βασιλικής της Μονμάρτρης) δεσπόζουν στο τελευταίο κομμάτι, που αφιερώθηκε στον συνθέτη Μωρίς Ντελάζ [Maurice Delage]. Το Adagio σε σι ελάσσονα του Μότσαρτ έχει ενδιαφέρουσες ιδιαιτερότητες, αρχής γενομένης από την ίδια του την τονικότητα – εξαιρετικά ασυνήθιστη στο σύνολο του μοτσάρτειου έργου. Γραμμένο τον Μάρτιο του 1788, πιθανολογείται πως είναι μια μάλλον καθυστερημένη μουσική έκφραση πένθους για το θάνατο του Λέοπολντ Μότσαρτ (περίπου ένα χρόνο πριν). Παρόλο που οι μελωδίες του συνθέτη έχουν γενικά μια οπερετική διάσταση και διακρίνονται για το μακρόπνοο ξετύλιγμά τους –ιδίως σε αργά μέρη–, στο συγκεκριμένο Adagio η μουσική στρέφεται κυρίως σε σύντομες χειρονομίες, μικρά μοτίβα και δραματικές παύσεις ρητορικής σημασίας. Ήδη από το πρώτο μέτρο, μια ελαττωμένη συγχορδία ανακόπτει την αναμενόμενη πορεία της μελωδικής φράσης και προδιαθέτει τον ακροατή για την εμφάνιση και άλλων, ουκ ολίγων, ελαττωμένων συγχορδιών που επιτυγχάνουν πάντα να μεγεθύνουν την εκφραστική ένταση. Αξίζει επιπλέον να υπογραμμιστεί η ακριβής και λεπτομερής καταγραφή των οδηγιών για τις δυναμικές διαφοροποιήσεις – κάτι διόλου σύνηθες σε άλλα έργα του. Στη δεκαετία του 1830, ο νέος τότε «σούπερ σταρ» του πιάνου, Φραντς Λιστ, ταξίδεψε για μεγάλα διαστήματα σε Ελβετία και Ιταλία συνοδευόμενος από την ερωμένη του, κόμισσα Μαρί ντ’ Αγκού. Εμπειρίες και εικόνες
3
των ταξιδιών του αυτών στάθηκαν πηγή έμπνευσης για μια συλλογή πιανιστικών κομματιών υπό τον γενικό τίτλο Années de pèlerinage (Χρόνια προσκυνήματος). Ο δεύτερος από τους τρεις τόμους της συλλογής επιγράφεται «Ιταλία» και περιέχει έργα εμπνευσμένα από τα ταξίδια (φυσικά, αλλά και πνευματικά) του συνθέτη στη χώρα μεταξύ 1837 και 1839. Τα επτά κομμάτια της «Ιταλίας» γράφτηκαν την περίοδο 1837-1849, αλλά εκδόθηκαν το 1858. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονται τα Τρία σονέτα του Πετράρχη· αρχικά, τραγούδια για τενόρο και πιάνο (1838-1839), μεταγράφτηκαν για πιάνο το 1845. Δέκα χρόνια μετά, ο Λιστ τα αναθεώρησε δίνοντάς τους τη μορφή με την οποία εντάχθηκαν στα Χρόνια προσκυνήματος, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1860 έγραψε μια νέα εκδοχή για χαμηλή φωνή και πιάνο. Σε όλα τα σονέτα του μεγάλου ιταλού ποιητή του 14ου αιώνα κυριαρχεί το ερωτικό στοιχείο (για τη μούσα του, Λάουρα) και ανάλογα φορτισμένη συναισθηματικά είναι και η γραφή του Λιστ. Στο Σονέτο αρ. 47 («Ευλογημένη να ’ναι η μέρα»), ο ποιητής θεωρεί ευλογημένη κάθε στιγμή του έρωτά του, στο Σονέτο αρ. 104 («Δεν βρίσκω ειρήνη») ο ποιητής βιώνει τα πιο ακραία και αντικρουόμενα συναισθήματα που μπορεί να γεννήσει η απύθμενη αγάπη του, ενώ το Σονέτο αρ. 123 («Είδα στη γη αγγελική χάρη») υμνεί την άφταστη ομορφιά της Λάουρας, που γεννά έρωτα, σοφία αλλά και πόνο. «Lasciate ogni speranza voi ch’intrate…» (Εγκαταλείψτε κάθε ελπίδα όσοι εισέρχεσθε): Ο περιβόητος στίχος από την «Κόλαση» του Δάντη αποτυπώνει περιεκτικά τη φρίκη της αιώνιας τιμωρίας. Λάτρης της λογοτεχνίας, και συγκεκριμένα του μεγάλου ιταλού ποιητή, ο πιστός καθολικός Λιστ εμπνεύστηκε από την αριστουργηματική Θεία κωμωδία ένα από τα συγκλονιστικότερα πιανιστικά έργα του, το Après une lecture du Dante (Μετά από μια ανάγνωση του Δάντη), που πανθομολογούμενα αποτελεί την κορωνίδα των Χρόνων προσκυνήματος, ως το πιο δραματικό, δεξιοτεχνικά απαιτητικό, μεγάλο σε έκταση, φιλόδοξο και μεγαλειώδες από όλα τα κομμάτια. Το έργο ανοίγει εντυπωσιακά με το διάστημα της τέταρτης αυξημένης (σε ηχηρές οκτάβες), το οποίο είχε θεωρηθεί ήδη από τον Μεσαίωνα ως «ο διάβολος στη μουσική». Αυτό είναι το πρώτο σημαντικό μοτιβικό στοιχείο του έργου, ακολουθούμενο από ένα ζοφερό θέμα που κινείται χρωματικά άλλοτε προς τα πάνω και άλλοτε προς τα κάτω, αποτυπώνοντας την αγωνία των ψυχών στην Κόλαση και στο Καθαρτήριο. Δεν είναι τυχαία η επιλογή της τονικότητας της ρε ελάσσονος στο θέμα· συνδέεται συχνά με σκηνές του Κάτω Κόσμου (ο Μότσαρτ έχει επιλέξει τη ρε ελάσσονα για την κάθοδο του Ντον Τζοβάννι στην Κόλαση, αλλά και ο Χορός των νεκρών για πιάνο και ορχήστρα ή η Συμφωνία «Ντάντε» του Λιστ είναι γραμμένα σε αυτή την τονικότητα). Σε εντελώς διαφορετική ατμόσφαιρα, ένα λυρικό χορικό σε φα δίεση μείζονα έρχεται να ηρεμήσει τη δραματική ατμόσφαιρα ως μια αυθεντική αχτίδα φωτός και μεταφυσικής ελπίδας. Η φράση «Fantasia quasi Sonata», που συμπληρώνει τον τίτλο του έργου, σχετίζεται ουσιαστικά με την τεχνική της «θεματικής μεταμόρφωσης», που εν προκειμένω ο συνθέτης αξιοποιεί στο έπακρο: Τα κύρια θέματα του έργου υφίστανται δραστικές μεταμορφώσεις ως προς το χαρακτήρα τους, παραμένοντας ωστόσο αναλλοίωτα στα δομικά χαρακτηριστικά τους. Έτσι, ο Λιστ επιτυγχάνει να συνδέσει οργανικά τις πιο διαφορετικές συναισθηματικές διακυμάνσεις της Φαντασίας του σε ένα ενιαίο, σφιχτό σύνολο – που θυμίζει σονάτα, χωρίς τυπικά να είναι. 4
ΤΙΤΟΣ ΓΟΥΒΕΛΗΣ
Seong-Jin Cho Με έμφυτη μουσικότητα και ταλέντο, ο Σεόνγκ-Τζιν Τσο θεωρείται διεθνώς από τους κορυφαίους πιανίστες της γενιάς του και από τους πιο ιδιαίτερους καλλιτέχνες του σύγχρονου μουσικού χώρου. Το στοχαστικό και ποιητικό, γεμάτο εντάσεις και αποχρώσεις, παίξιμό του συνδυάζει τη διαύγεια και την άνεση με μια εκπληκτική αίσθηση φυσικότητας και ισορροπίας. Το όνομά του έγινε γνωστό το 2015, όταν νίκησε στο Διαγωνισμό Σοπέν στη Βαρσοβία. Την επόμενη χρονιά υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο με την Deutsche Grammophon. Έκτοτε έχει συνεργαστεί με τα πιο διάσημα ορχηστρικά σύνολα στον κόσμο: Φιλαρμονική του Βερολίνου, Φιλαρμονική της Βιέννης, Συμφωνική του Λονδίνου, Ορχήστρα του Παρισιού, Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας κ.ά. υπό τη διεύθυνση αρχιμουσικών όπως: Μιον-Γουν Τσον, Γκουστάβο Ντουνταμέλ, Άντρις Νέλσονς, Γιαννίκ Νεζέ-Σεγκέν, Τζαναντρέα Νοσέντα, Σερ Σάιμον Ρατλ, Σάντου-Ματτίας Ρόοβαλι, Έσα-Πέκκα Σαλόνεν και Λαχάβ Σανί.
© Christopher Koestlin
Αυτή την καλλιτεχνική περίοδο ο Σεόνγκ-Τζιν Τσο κάνει το ντεμπούτο του στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ με την Ορχήστρα του Μοτσαρτέουμ και τον Άιβορ Μπόλτον, και επιστρέφει στα BBC Proms του Λονδίνου με την Ορχήστρα Philharmonia υπό τον Σάντου-Ματτίας Ρόοβαλι. Συνεργάζεται
με την Ορχήστρα της Κονσέρτχεμπαου, τη Φιλαρμονική του Λος Άντζελες και τη Συμφωνική της Βοστόνης σε συναυλίες στη Βοστόνη και στο Κάρνεγκι Χολ, ενώ κάνει το ντεμπούτο του με την Ορχήστρα του Κλήβελαντ, τη Συμφωνική του Σαν Φρανσίσκο και τη Συμφωνική του Σικάγου. Περιζήτητος σολίστ, ο Τσο έχει προσκληθεί να συμμετάσχει στις διεθνείς περιοδείες ορχηστρικών συνόλων, όπως στην Κορέα με τη Φιλαρμονική του Βερολίνου υπό τον Κίριλ Πετρένκο, στην Κορέα και την Ιαπωνία με την Γκεβάντχαους της Λειψίας υπό τον Άντρις Νέλσονς, ενώ τη φετινή άνοιξη περιοδεύει στην Ευρώπη με την Εθνική Συμφωνική της Ουάσινγκτον υπό τον Τζαναντρέα Νοσέντα. Δραστήριος σολίστ, εμφανίζεται σε μεγάλες αίθουσες μουσικής: Κάρνεγκι Χολ, Κονσέρτχεμπαου του Άμστερνταμ, Αίθουσα της Φιλαρμονικής του Βερολίνου, Μουζίκφεραϊν και Κοντσέρτχαους της Βιέννης, Όπερα του Μονάχου [Prinzregententheater], Μπάρμπικαν του Λονδίνου, Σαντόρι στο Τόκιο, Ουόλτ Ντίσνεϋ στο Λος Άντζελες, και στα φεστιβάλ της Ροκ ντ’ Αντερόν και Βερμπιέ. Αυτή τη σεζόν δίνει ρεσιτάλ στην Άλτε Όπερ της Φραγκφούρτης, στο Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων, στο Πολιτιστικό και Συνεδριακό Κέντρο (KKL) της Λουκέρνης, στην Αίθουσα της Αγίας Καικιλίας και στο Κάρνεγκι Χολ. Η παρουσία του στη δισκογραφία είναι εξίσου έντονη: τον Αύγουστο του 2021 κυκλοφόρησε η ηχογράφησή του στο Δεύτερο κοντσέρτο για πιάνο και στα Σκέρτσα του Σοπέν με τη Συμφωνική του Λονδίνου υπό τον Νοσέντα. Με το ίδιο σύνολο υπό τον ίδιο μαέστρο ηχογράφησε, το 2016, το Πρώτο κοντσέρτο για πιάνο και τις Τέσσερις μπαλάντες του Σοπέν. Το 2018 ηχογράφησε έργα Μότσαρτ με την Ορχήστρα Δωματίου της Ευρώπης υπό τον Γιαννίκ Νεζέ-Σεγκέν. Στις σόλο ηχογραφήσεις του ξεχωρίζουν το άλμπουμ The Handel Project (Φεβρουάριος 2023), ένα ρεσιτάλ με έργα Ντεμπυσσύ (2017) και ο δίσκος Wanderer (2020), που περιλαμβάνει τη Φαντασία του Οδοιπόρου του Σούμπερτ, τη Σονάτα για πιάνο, έργο 1 του Μπεργκ και τη Σονάτα για πιάνο σε σι ελάσσονα του Λιστ. Όλα τα άλμπουμ κυκλοφορούν με την ετικέτα Yellow Label και έχουν αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές. Ο Σεόνγκ-Τζιν Τσο γεννήθηκε το 1994 στη Σεούλ. Άρχισε να μαθαίνει πιάνο σε ηλικία έξι ετών και έντεκα ετών έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ. Το 2009 έγινε ο νεότερος νικητής του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου στο Χαμαμάτσου της Ιαπωνίας. Δεκαεπτά ετών κέρδισε το τρίτο βραβείο στον Διεθνή Διαγωνισμό «Τσαϊκόφσκι» 2011 στη Μόσχα. Το διάστημα 2012-2015 μαθήτευσε δίπλα στον Μισέλ Μπερόφ στο Ωδείο του Παρισιού. Ζει στο Βερολίνο.
6
ΕΚΔΟΣΗ ΟΜΜΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΒΟΛΗΣ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΕΛΕΝΗ ∆Ι∆ΑΣΚΑΛΟΥ | ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΗΤΩ ΤΣΕΚΟΥΡΑ | ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΝΤΥΠΟΥ ∆ΕΣΠΟΙΝΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ | Creative Director k2design | ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ ΜΑΡΙΑ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗ | ΕΚΤΥΠΩΣΗ PRINTFAIR
γινετε ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΡΟΥ
• Δωρεάν είσοδος στο πάρκινγκ του Μεγάρου τις βραδιές των εκδηλώσεων • Προτεραιότητα στην αγορά εισιτηρίων στη Διακεκριμένη, Α και Β ζώνη • Δωρεάν το πρόγραμμα της εκδήλωσης για την οποία έχετε αγοράσει εισιτήρια • Έκπτωση στα είδη του Μ Shop και στο εστιατόριο FUGA • Ειδικές εκπτώσεις και δωρεάν εισιτήρια ανάλογα με το είδος της συνδρομής • Νέα προνόμια για φίλους κάτω των 30 ετών Μουσική, χορός, όπερα, θέατρο, εκθέσεις, παραστάσεις για νέους και παιδιά: απολαύστε τα όλα με μοναδικά προνόμια και εκπτώσεις. Μοιραστείτε μαζί μας έναν κόσμο έμπνευσης και δημιουργίας. Η υποστήριξή σας είναι πολύτιμη.
m shop
Κάθε αγορά σας στηρίζει το έργο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. themshop@megaron.gr
Σ χεδιασμός, με λέτη και επιμέ λεια κατασκευής
210 7282591 | 210 7282766 | 210 7282521
Xορηγία TAF / The Architectural Firm
ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ
YΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ
ΧΟΡΗΓΟI ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ