ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 21-22
EVGENY KISSIN KHATIA BUNIATISHVILI IVO POGORELICH PIANO MASTERS
Στα ρεσιτάλ πιάνου της 24ης, 26ης και 30ής Σεπτεμβρίου 2021 δεν θα υπάρξει διάλειμμα. Για την προστασία του κοινού και των καλλιτεχνών το Μέγαρο έχει λάβει όλα τα προβλεπόμενα μέτρα υγειονομικής προστασίας. Περισσότερες πληροφορίες: https://www.megaron.gr/metra-prolipsis-kata-tou-covid-19-sto-megaro-mousikis-athinon/
24.9.2021
Α ί θ ο υ σ Α Χ ρ ή σ τ ο σ Λ Α μ π ρ Ακήσ
PIANO MASTERS EVGENY KISSIN
Johann SebaStian bach / Karl tauSig (1841-1871)
Τοκάτα και Φούγκα σε ρε ελάσσονα, BWV 565 ludwig van beethoven (1770 -1827)
Σονάτα για πιάνο αρ. 31 σε λα ύφεση μείζονα, έργο 110
Moderato cantabile molto espressivo Allegro molto Adagio ma non troppo - Arioso dolente - Fuga. Allegro ma non troppo Frédéric chopin (1810-1849)
Μαζούρκα, έργο 7, αρ. 1 σε σι ύφεση μείζονα Μαζούρκες, έργο 24: Αρ. 1 σε σολ ελάσσονα & Αρ. 2 σε ντο μείζονα Μαζούρκες, έργο 30: Αρ. 1 σε ντο ελάσσονα & Αρ. 2 σε σι ελάσσονα Μαζούρκες, έργο 33: Αρ. 3 σε ντο μείζονα & Αρ. 4 σε σι ελάσσονα Αντάντε σπιανάτο και Μεγάλη Πολωνέζα Μπριλάντε
O καλλιτέχνης αφιερώνει το ρεσιτάλ στη μνήμη της δασκάλας του, Άννας Πάβλοβνα Κάντορ [Anna Pavlovna Kantor], που πέθανε, 98 ετών, τον φετινό Ιούλιο στην Πράγα.
26.9.2021
Α ί θ ο υ σ α Χ ρ ή σ τ ο ς Λ α μ π ρ άκης
PIANO MASTERS Khatia Buniatishvili Éric Satie (1866-1925)
Γυμνοπαιδία αρ. 1 Frédéric Chopin (1810-1849)
Πρελούδιο αρ. 4 σε μι ελάσσονα, έργο 28 Σκέρτσο αρ. 3 σε ντο δίεση ελάσσονα, έργο 39 Johann Sebastian Bach (1685-1750)
«Άρια στη σολ χορδή» από την Ορχηστρική σουίτα αρ. 3 σε ρε μείζονα, BWV 1068 Franz Schubert (1797-1828)
Impromptu αρ. 3 σε σολ ύφεση μείζονα, έργο 90 (D. 899) Franz Schubert / Franz Liszt (1811-1886)
«Σερενάτα» (Ständchen) από το Κύκνειο άσμα, D. 957 Frédéric Chopin
Πολωνέζα σε λα ύφεση μείζονα, έργο 53, «Ηρωική» Μαζούρκα αρ. 4 σε λα ελάσσονα, έργο 17 FranCois Couperin (1668-1733)
Τα μυστηριώδη οδοφράγματα (Les barricades mystérieuses) Johann Sebastian Bach / Franz Liszt
Πρελούδιο και φούγκα σε λα ελάσσονα, BWV 543 Franz Liszt
«Παρηγοριά» (Consolation) αρ. 3 σε ρε ύφεση μείζονα (S.172) Ουγγρική ραψωδία αρ. 2 σε ντο δίεση ελάσσονα
30.9.2021
Α ί θ ο υ σ α Χ ρ ή σ τ ο ς Λ α μ π ρ άκης
PIANO MASTERS Ivo Pogorelich Frédéric Chopin (1810-1849)
Σονάτα για πιάνο αρ. 3 σε σι ελάσσονα, έργο 58 Allegro maestoso Scherzo: Molto vivace Largo Finale: Presto non tanto
Φαντασία σε φα ελάσσονα, έργο 49 Πολωνέζα-Φαντασία σε λα ύφεση μείζονα, έργο 61 Βαρκαρόλα σε φα δίεση μείζονα, έργο 60
Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΠΙΑΝΟΥ Στη Φλωρεντία των αρχών του 18ου αιώνα, ο Μπαρτολομέο Κριστοφόρι αναζητούσε τρόπους να δώσει στο τσέμπαλο –το κυρίαρχο πληκτροφόρο της εποχής– νέες εκφραστικές δυνατότητες. Αποτέλεσμα των πειραματισμών του ήταν η κατασκευή ενός νέου πληκτροφόρου, το οποίο ονόμασε gravicembalo col piano e forte, δηλαδή τσέμπαλο με σιγανό και δυνατό ήχο. Το όργανο αυτό, που για πρώτη φορά αξιοποιούσε έναν περίτεχνο μηχανισμό σφυριών για την παραγωγή του ήχου, θεωρείται ο πρόγονος του σημερινού πιάνου. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, το πιάνο εξελισσόταν και σταδιακά εκτόπισε το τσέμπαλο από το μουσικό προσκήνιο. Φυσικά, για πάρα πολλά χρόνια τα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά των πιάνων διέφεραν σημαντικά από χώρα σε χώρα, αν όχι και από πόλη σε πόλη. Έως τα μέσα του 19ου αιώνα συναντάμε, επομένως, μια τεράστια ποικιλία οργάνων, καθένα με τις δικές του αρετές. Αν και το πιάνο ήταν ευρωπαϊκή επινόηση, η μεγάλη επανάσταση όσον αφορά την κατασκευή του συνέβη στην Αμερική, στις δεκαετίες 1860 και 1870, όταν η γνωστή εταιρία Steinway πρότεινε μια σειρά σημαντικών καινοτομιών, ανάμεσα στις οποίες ξεχώριζε το βαρύ μεταλλικό πλαίσιο στο εσωτερικό του οργάνου και η διασταύρωση των χορδών, στοιχεία που ενίσχυαν δραστικά τον όγκο και τη λάμψη του ήχου, διευκόλυναν την επίτευξη έντονων αντιθέσεων δυναμικής και διατηρούσαν πολύ πιο σταθερό το χόρδισμα, ακόμα και στις μεγαλύτερες εντάσεις παιξίματος. Όπως καθετί νέο, έτσι και οι καινοτομίες της Steinway συνάντησαν αρχικά κάποια αντίσταση. Αλλά, μέσα σε ελάχιστα χρόνια, όλοι οι κατασκευαστές ανά τον κόσμο υιοθέτησαν τα τεχνικά αυτά χαρακτηριστικά: το σύγχρονο πιάνο ήταν πια πραγματικότητα – και η παλιότερη ποικιλία έμελλε να χαθεί ανεπιστρεπτί. Στη μακρά και πολυποίκιλη εξέλιξη του πιάνου, άλλα χαρακτηριστικά του ενισχύθηκαν, άλλα προστέθηκαν και άλλα χάθηκαν. Ο ήχος του σημερινού πιάνου, για παράδειγμα, έχει πολύ πιο αργή ανάπτυξη και άρα μεγαλύτερη διάρκεια από των πιάνων του 18ου ή των αρχών του 19ου αιώνα. Από την άλλη, οι ηχοχρωματικές δυνατότητες που προκύπτουν από τη χρήση του αριστερού πεντάλ περιορίστηκαν. Το αριστερό πεντάλ παλιότερα μετακινούσε το κλαβιέ, ώστε τα σφυριά να κρούουν είτε δύο είτε μία χορδή (αντί για τρεις), ενώ σήμερα, παρόλο που κατ’ ευφημισμό συνεχίζουμε να το αποκαλούμε una corda, προσφέρει τη δυνατότητα κρούσης μόνο δύο χορδών.
|6|
Παράλληλα με την εξέλιξη του πιάνου, διαμορφωνόταν, βέβαια, και το ρεπερτόριό του. Η σχέση οργάνων και συνθετών υπήρξε πάντα αμφίδρομη: το πιάνο διαρ-
κώς προσαρμοζόταν, ώστε να ικανοποιεί τις ασυμβίβαστες εμπνεύσεις μεγάλων συνθετών, αλλά και νέα όργανα τροφοδοτούσαν μοναδικά τις μουσικές ιδέες των δημιουργών. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, το πιάνο δεν ήταν μόνο το επικρατέστερο πληκτροφόρο αλλά και το όργανο στο οποίο οι περισσότεροι μεγάλοι συνθέτες εμπιστεύονταν τις πιο βαθιές και γοητευτικές τους ιδέες. Και βέβαια, αυτός ο μεγάλος όγκος συνθέσεων έπρεπε με κάποιον τρόπο να φτάνει στον φυσικό του αποδέκτη, το κοινό. Έτσι προέκυψε μια συναυλιακή διαδικασία: το ρεσιτάλ.
ΤΟ ΡΕΣΙΤΑΛ. «LE CONCERT C’EST MOI!» Κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, εκτελέσεις πιανιστικών έργων λάμβαναν χώρα κυρίως στα διαλείμματα παραστάσεων όπερας, μπαλέτου ή θεάτρου. Οι εκτελεστές εξασφάλιζαν έτσι ένα μεγάλο ακροατήριο, μόνο που η μουσική τους σπάνια τύγχανε προσεκτικής ακρόασης. Τα σαλόνια των ευγενών ήταν ένας ακόμα συνηθισμένος χώρος πιανιστικής εκτέλεσης και ακρόασης, όπως επίσης και κατάλληλα διαμορφωμένες αίθουσες σε κατασκευαστικούς ή εκδοτικούς οίκους. Συχνά, βέβαια, η μουσική λειτουργούσε ως «διακοσμητικό στοιχείο», καθώς δεν ήταν επιθυμητό να διαταράσσει τις συζητήσεις των παρισταμένων. Σπάνια οι καλλιτέχνες αμείβονταν για το παίξιμό τους – ήλπιζαν απλά να αποσπάσουν την εύνοια και τη στήριξη των ευγενών σε περίπτωση μιας μελλοντικής δημόσιας εμφάνισής τους. Αλλά και όταν εντέλει εμφανίζονταν δημόσια, έπρεπε να μεριμνούν οι ίδιοι για όλα τα πρακτικά ζητήματα της συναυλίας (εξασφάλιση χώρου, έκδοση και πώληση εισιτηρίων κ.ά.). Εντελώς αδιανόητο για την εποχή ήταν το να μονοπωλεί ένας πιανίστας το συναυλιακό πρόγραμμα. Θεωρείτο αυτονόητο να ζητά τη συνδρομή τραγουδιστών, συνόλων μουσικής δωματίου ή ορχηστρών, προσφέροντας ένα ποικίλο πρόγραμμα όπου τα σολιστικά έργα καταλάμβαναν μόνο ένα μικρό κομμάτι. Ο πρώτος πιανίστας που αποτόλμησε να δώσει μια συναυλία μόνος του ήταν ο Φραντς Λιστ, το 1839, στη Ρώμη. Ο ίδιος χαρακτήρισε τη συναυλία του αυτή «πιανιστικό μονόλογο». Το αξιοσημείωτο είναι πως την απόφαση να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια δεν την έλαβε για καλλιτεχνικούς λόγους αλλά «για να αποφύγει ταλαιπωρίες», όπως εξομολογήθηκε σε επιστολή του. Το πρόγραμμα περιλάμβανε μόνο δι-
|7|
κά του έργα (κυρίως μεταγραφές) και, κατά τη συνήθη πρακτική της εποχής, έκλεινε με αυτοσχεδιασμούς. Αυτή ήταν η διστακτική αρχή του ρεσιτάλ πιάνου. Το περιεχόμενό του ο Λιστ το συνόψισε σε μία, ιστορική, φράση: «Le concert, c’est moi!» (Η συναυλία είμαι εγώ!). Ο όρος «ρεσιτάλ» έκανε την εμφάνισή του την επόμενη χρονιά (1840), όταν ο Λιστ εμφανίστηκε στο Λονδίνο (9 Ιουνίου). Για την ακρίβεια, ο όρος «ρεσιτάλ» στον ενικό (recital) αναφερόταν τότε στην εκτέλεση ενός μεμονωμένου έργου, συνεπώς η συναυλία αποτελούνταν από πολλά ρεσιτάλ (recitals). Πάντως, δεν πρέπει κανείς να λησμονεί πως, παρόλο που ο Λιστ αναγνωρίζεται (και δικαίως) ως ο πατέρας του θεσμού του ρεσιτάλ, δεν περιορίστηκε σε αμιγώς σολιστικές εμφανίσεις αλλά συνέχισε να συμπράττει με άλλους καλλιτέχνες.
ΤΟ ΡΕΠΕΡΤΟΡΙΟ ΤΩΝ ΡΕΣΙΤΑΛ Τα προγράμματα της εποχής όφειλαν να υπηρετούν πρωτίστως την τέρψη των ακροατών. Αν εξαιρέσει κανείς τις ιδιωτικές συγκεντρώσεις «ειδημόνων», στις δημόσιες συναυλίες το πρόγραμμα έπρεπε να είναι απόλυτα συμβατό με τις απαιτήσεις του κοινού. Τα μεγάλα και δύσληπτα έργα ήταν a priori εξοβελισμένα· παρουσιάζονταν μεμονωμένα μέρη τους, και αυτά υπό προϋποθέσεις. Τη δεκαετία του 1830, η μεγάλη πιανίστα Κλάρα Βηκ, γνωστή και ως σύζυγος του Ρόμπερτ Σούμαν, άρχισε να παρουσιάζει μόνο το φινάλε της Σονάτας Appassionata του Μπετόβεν. Λαμβάνοντας θετικά σχόλια για την ερμηνεία της αποτόλμησε να προσθέσει και το δεύτερο μέρος στις παρουσιάσεις του έργου. Και μόλις το 1837 αποφάσισε να ερμηνεύσει δημόσια όλη τη Σονάτα, στο Βερολίνο, τονίζοντας όμως ότι το έκανε κατόπιν «απαίτησης του κοινού». Όταν έπραξε το ίδιο στη Βιέννη, οι κριτικοί αμφισβήτησαν την ορθότητα της απόφασής της! Θεμιτό, επίσης, θεωρείτο το να αναμειγνύει κανείς μέρη από διαφορετικά έργα. Ακόμα και πολλά χρόνια αργότερα, το 1890, o θρυλικός Λέοπολντ Γκοντόφσκι δεν δίστασε να αντικαταστήσει σε συναυλία του το πρώτο μέρος της Appassionata με τις 32 Παραλλαγές σε ντο ελάσσονα του Μπετόβεν!
|8|
Ωστόσο, μέσα σε λίγες μόλις δεκαετίες το τοπίο άλλαξε ριζικά. Μετά το 1860, σημαίνουσες φυσιογνωμίες της πιανιστικής τέχνης, όπως ο Χανς φον Μπύλοφ, ο Φερρούτσιο Μπουζόνι, ο Αντόν Ρουμπινστάιν ή o Καρλ Τάουζιχ έδιναν πλέον τακτικά ρεσιτάλ. Τα μεγάλα έργα, όπως οι Σονάτες του Μπετόβεν ή τα πιανιστικά έργα του Σοπέν και του Λιστ, αποτελούσαν την κύρια δεξαμενή του ρεπερτο-
ρίου τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έπαιζαν και δικές τους συνθέσεις. Η διάρκεια των ρεσιτάλ τους είχε γιγαντωθεί. Το πρόγραμμα που ο Αντόν Ρουμπινστάιν παρουσίασε σε μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα κατά την καλλιτεχνική περίοδο 1885-86 ήταν αφιερωμένο στον Μπετόβεν και περιλάμβανε τις Σονάτες «Υπό το σεληνόφως», «Καταιγίδα», Waldstein, Appassionata, καθώς και τις Σονάτες Έργο 90, 101, 109 και 111 – δηλαδή, είχε διάρκεια περίπου τριών ωρών! Έως και τη δεκαετία του 1920, ο Μπουζόνι και ο Παντερέφσκι έδιναν κολοσσιαία ρεσιτάλ, αν και πλέον αποτελούσαν μάλλον εξαίρεση, αφού σταδιακά η διάρκεια των περισσότερων ρεσιτάλ είχε μειωθεί πλησιάζοντας τα χρονικά πλαίσια που ισχύουν και σήμερα.
Η ΑΠΟ ΜΝΗΜΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗ Ένα στοιχείο που έκανε την εμφάνισή του στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα ήταν η από μνήμης εκτέλεση. Στο παρελθόν, οι πιανίστες κατά κανόνα την απέφευγαν, κι έπαιζαν τα έργα με την παρτιτούρα στο αναλόγιό τους. (Ο Σοπέν είχε εξοργιστεί με έναν μαθητή του που θέλησε να του παίξει από μνήμης κάποιο Νυχτερινό και τον είχε επιπλήξει!) Με αυτόν τον τρόπο, άλλωστε, οι πιανίστες σηματοδοτούσαν καλύτερα τη διαφορά ενός ολοκληρωμένου, αποκρυσταλλωμένου έργου από τον αυθόρμητο αυτοσχεδιασμό της στιγμής. Καθώς όμως ο αυτοσχεδιασμός περιοριζόταν σε έκταση (ήδη ο Μέντελσον δυσανασχετούσε και ο γηραιός Λιστ θεωρούσε πως αυτοσχεδιάζοντας έρεπε –ακόμα κι αυτός!– σε κοινότοπες μουσικές διατυπώσεις), η απομνημόνευση κέρδιζε έδαφος και σταδιακά έγινε ο κανόνας στα ρεσιτάλ. Παράλληλα, η ανάλαφρη ατμόσφαιρα του παρελθόντος έδινε σταδιακά τη σκυτάλη σε ένα πιο αυστηρό πρωτόκολλο. Στα νεανικά του χρόνια, ο Λιστ αντιλαμβανόταν το ρεσιτάλ και ως κοινωνικό γεγονός. Όχι μόνο μιλούσε στους ακροατές του για τα έργα που ερμήνευε, αλλά δεν δίσταζε να συνδιαλέγεται μαζί τους πριν και μετά από κάθε έργο που έπαιζε, ενώ η Κλάρα Σούμαν έκανε παρέα στις κυρίες που την άκουγαν πλέκοντας μαζί τους στα διαλείμματα των εκτελέσεών της. Αυτή η χαλαρή ατμόσφαιρα μετατρεπόταν πλέον σε επίσημη τελετουργία, στην οποία ο καλλιτέχνης ενδυόταν το κύρος ιερωμένου που κηρύττει από τον άμβωνα. Παρ’ όλα αυτά, το κοινό του 19ου αιώνα εξακολουθούσε να εκφράζει πολύ πιο ελεύθερα την επιδοκιμασία και το θαυμασμό του στους πιανίστες από όσο στον 20ό αιώνα. Το χειροκρότημα μπορούσε σαφώς να ξεσπάσει όχι μόνο ανάμεσα
|9|
στα μέρη μιας σονάτας, αλλά και μετά από μια δεξιοτεχνική παραλλαγή ή και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης, μετά από ένα ιδιαίτερα δεξιοτεχνικό πέρασμα. Γι’ αυτό και μεγάλοι πιανίστες που γαλουχήθηκαν στον 19ο αιώνα αλλά έζησαν και αρκετά μέσα στον 20ό δυσκολεύονταν να συνθηκολογήσουν με την αποστειρωμένη ατμόσφαιρα που επικράτησε, από ένα σημείο και μετά, στα ρεσιτάλ. Στα 1940, ο μέγας Μόριτς Ρόζενταλ παραπονιόταν για την «ακαταδεξία της αίθουσας συναυλιών» θεωρώντας ότι η έλλειψη χειροκροτήματος ανάμεσα στα μέρη ενός έργου δημιουργεί στον καλλιτέχνη την εσφαλμένη αίσθηση πως το κοινό αδιαφορεί για την ερμηνεία του και, εντέλει, τον αποθαρρύνει.
ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ 20ού ΑΙΩΝΑ Κάπως έτσι ο θεσμός του ρεσιτάλ έφτασε ως τις μέρες μας, δείχνοντας εντυπωσιακά μεγάλη αντοχή στον χρόνο. Η τεχνολογία της ηχογράφησης, όπως ήταν λογικό, άλλαξε πολλά στο περιεχόμενο και στην ουσία των ρεσιτάλ. Σίγουρα συνέβαλε στον περιορισμό της διάρκειάς τους, αφού το κοινό είχε πια και άλλους τρόπους πρόσληψης της μουσικής. Επιπλέον, δημιούργησε την ανάγκη της μέγιστης δυνατής τελειότητας των εκτελέσεων, ώστε αυτές να μπορούν να σταθούν επάξια πλάι στις ηχογραφημένες εκδοχές, και γενικά εκπαίδευσε το κοινό σε μια πιο κριτική ακρόαση των έργων. Αυτό που δεν άλλαξε όμως ποτέ είναι η σημασία του ρεσιτάλ για τους ίδιους τους πιανίστες, για τους οποίους παραμένει η κύρια και κορυφαία έκφραση του ταλέντου και της τέχνης τους. Ούτε και σβήστηκε η δίψα του κοινού για ερμηνείες εμπνευσμένες, για μεγάλες προσωπικότητες που μπορούν να διεισδύουν στον πυρήνα των έργων και να τα αναδημιουργούν συγκλονίζοντας το ακροατήριο. Ο Ρόζενταλ, όταν μιλούσε για τον «μεγαλειώδη τρόπο» των παλιών πιανιστών, ουσιαστικά περιέγραφε αυτό που διαχρονικά καθιστά έναν ερμηνευτή μεγάλο: «Ο μεγαλειώδης τρόπος είναι ένας τρόπος παιξίματος που χτίζεται πάνω σε μεγαλειώδεις συλλήψεις, καθιστά αυτές τις συλλήψεις προσωπικές μέσα από μεγαλειώδη ενθουσιασμό και ζωγραφίζει πιανιστικές εικόνες με τολμηρές, λαμπερές και μεγαλειώδεις πινελιές». Όσο θα υπάρχουν πιανίστες με τέτοιες ικανότητες –και υπάρχουν ευτυχώς πάντα–, τα ρεσιτάλ τους θα είναι εμπειρίες ανεπανάληπτης ομορφιάς και αξίας.
| 10 |
ΤΙΤΟΣ ΓΟΥΒΕΛΗΣ
© DANIIL BARYSHNIKOV
ΓΕΒΓΚΕΝΙ ΚΙΣΙΝ
O ρώσος πιανίστας και συνθέτης Γεβγκένι Κίσιν γεννήθηκε το 1971 στη Μόσχα. Έχοντας κατακτήσει ένα ευρύ πιανιστικό ρεπερτόριο, δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση στην ερμηνεία έργων του Ρομαντισμού, ιδιαίτερα Σούμπερτ, Σοπέν, Σούμαν, Λιστ, Μπραμς, Ραχμάνινοφ και Μπετόβεν. Γνήσιος εκπρόσωπος της μεγάλης πιανιστικής ρωσικής σχολής, ερμηνεύει με φανερό πάθος, λυρισμό και ποιητικότητα. Σπούδασε από πολύ μικρός πιάνο στην Κρατική Μουσική Ακαδημία Γκνέσιν, με την Άννα Κάντορ, που παρέμεινε δασκάλα του έως το τέλος των σπουδών του. Δέκα ετών έκανε το ντεμπούτο του με τη Συμφωνική του Ουλιάνοφσκ ερμηνεύοντας το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 20 σε ρε ελάσσονα, του Μότσαρτ, και έντεκα ετών έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ στη Μόσχα. Το 1984, στην Αίθουσα του Ωδείου της Μόσχας, ερμήνευσε μαζί με τη Φιλαρμονική της πόλης τα δύο Κοντσέρτα για πιάνο του Σοπέν. Η συναυλία αυτή ηχογραφήθηκε και
κυκλοφόρησε διεθνώς, στρέφοντας την προσοχή του φιλόμουσου κοινού στον τότε δωδεκαετή Κίσιν. Το 1985 εμφανίστηκε στην Ανατολική Ευρώπη, το 1986 περιόδευσε στην Ιαπωνία και το 1987 έκανε το ντεμπούτο του στη Δυτική Ευρώπη (Φεστιβάλ του Βερολίνου) και στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο Φεστιβάλ του Λίχφηλντ, υπό τον Βαλέρι Γκέργκεφ, μαζί με τους βιολονίστες Μαξίμ Βενγκέροφ και Βαντίμ Ρέπιν. Το 1988 περιόδευσε την Ευρώπη με τους Βιρτουόζους της Μόσχας και τον Βλαντίμιρ Σπιβακόφ και έκανε το λονδρέζικο ντεμπούτο του με τη Συμφωνική του Λονδίνου υπό τον Γκέργκεφ. Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου ερμήνευσε το Πρώτο κοντσέρτο για πιάνο του Τσαϊκόφσκι με τον Χέρμπερτ φον Κάραγιαν και τη Φιλαρμονική του Βερολίνου στην παγκόσμια αναμετάδοση της παραδοσιακής πρωτοχρονιάτικης συναυλίας του συνόλου, η οποία επαναλήφθηκε την επόμενη χρονιά στο Πασχαλινό Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ.
| 11 |
| 12 |
Τον Σεπτέμβριο του 1990 έκανε το ντεμπούτο του στη Βόρεια Αμερική παίζοντας τα δύο Κοντσέρτα του Σοπέν για πιάνο, με τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης υπό τον Ζούμπιν Μέτα, κι έδωσε το πρώτο του ρεσιτάλ στο Κάρνεγκι Χολ για τα εκατόχρονα της λειτουργίας του οργανισμού. Το 1997 πρωτοεμφανίστηκε στα Proms του Λονδίνου. Εμφανίζεται τακτικά στην Ευρώπη, την Αμερική και την Ασία συμπράττοντας συχνά με τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου, υπό τη διεύθυνση γνωστών αρχιμουσικών: Κλάουντιο Αμπάντο, Βλαντίμιρ Ασκενάζι, Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ, Μιουνγκ-Βουν Τσουνγκ, Σερ Κόλιν Ντέιβις, Βλαντίμιρ Φεντοσέγεφ, Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, Ντμίτρι Κιταγένκο, Τζέιμς Λήβαϊν, Κάρλο Μαρία Τζουλίνι, Μάρις Γιάνσον, Σερ Άντριου Ντέιβις, Σερ Αντόνιο Παππάνο, Σερ Σάιμον Ρατλ, Ζούμπιν Μέτα, Βλαντίμιρ Σπιβακόφ, Γεβγκένι Σβετλάνοφ, Γιούρι Τεμιρκάνοφ, Λόριν Μάαζελ, Tζαν Λέιθαμ-Καίνικ, Ρικκάρντο Μούτι, Σέιτζι Οζάουα κ.ά. Έχει συνεργαστεί σε συναυλίες μουσικής δωματίου με τη Μάρτα Άργκεριχ, τον Μιχαήλ Πλετνιόφ, τον Γκίντον Κρέμερ, τον Τζέιμς Λήβαϊν, τον Μίσα Μάισκυ, τον Άιζακ Στερν, τον Iτζάκ Πέρλμαν, την Καρίτα Μάττιλα, τον Ντμίτρι Χβοροστόφσκι, τον Τζόσουα Μπελ, τον Λεωνίδα Καβάκο, τη Νατάλια Γκούτμαν, τον Γιούρι Μπασμέτ, τον Βλαντίμιρ Σπιβακόφ, το αμερικάνικο Κουαρτέτο Έμερσον και άλλους. Ο Κίσιν λατρεύει την ποίηση και συχνά απαγγέλλει ρωσική και γίντις ποίηση. Τα ρεσιτάλ του στα οποία παίζει πιάνο και απαγγέλλει γίντις ποιήματα κυκλοφορούν σε τρία CD από τη Forward Association. Το 2018 εκδόθηκε η αυτο-
βιογραφία του, Memoirs and Reflections, ενώ το 2019 κυκλοφόρησε το βιβλίο A Yiddisher Sheygets, με δικά του διηγήματα και ποιήματα στα γίντις, αλλά και ποίηση άλλων μεταφρασμένη από τον ίδιο, πάντα στα γίντις. Συνθέσεις του κυκλοφορούν από τον οίκο Henle Verlag. Το έργο του Κουαρτέτο για έγχορδα (2016) ηχογραφήθηκε από το Κουαρτέτο Κόπελμαν (Kopelman Quartet) για τη Nimbus Records και πρωτοπαρουσιάστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 26 Φεβρουαρίου 2019 από το Κουαρτέτο Εντέλλιον (Endellion Quartet). Πολυβραβευμένος από καλλιτεχνικούς θεσμούς παγκοσμίως, έλαβε το 1987 το ιαπωνικό Crystal Prize για την καλύτερη εμφάνιση της χρονιάς, ενώ το 1991, στη Σιέννα, βραβεύτηκε ως Μουσικός της Χρονιάς από τη Μουσική Ακαδημία Κιτζάνα. Υπήρξε επίτιμος προσκεκλημένος στην απονομή των Γκράμμυ 1992, τελετή που αναμεταδόθηκε σε περίπου ένα δισεκατομμύριο κοινό, ενώ το 1995 ανακηρύχθηκε από την περιοδική έκδοση Musical America Ερμηνευτής της Χρονιάς, ο νεότερος, τότε, καλλιτέχνης που έλαβε τον τίτλο αυτόν. Το 1997 πήρε το βραβείο Triumph για τη συνεισφορά του στον ρωσικό πολιτισμό, κι έγινε ο νεότερος ηλικιακά ερμηνευτής που τιμήθηκε με αυτή τη διάκριση, από τις υψηλότερες στη Ρωσία. Υπήρξε ο πρώτος πιανίστας που προσκλήθηκε να δώσει ρεσιτάλ στα BBC Proms (1997), και το 2000 υπήρξε ο πρώτος σολίστ (κοντσέρτου) που προσκλήθηκε ως ερμηνευτής στην εναρκτήρια συναυλία των Proms. Το 2001 ο Κίσιν έγινε επίτιμος διδάκτορας της Μουσικής Σχολής του Μανχάτταν και το 2003 έλαβε το σημα-
ντικό ρωσικό Βραβείο Σοστακόβιτς. Τον Ιούνιο του 2005 έλαβε το Βραβείο Φον Κάραγιαν και έγινε επίτιμο μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας του Λονδίνου. Είναι επίτιμος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ, στην Εθνική Ακαδημία Μουσικής της Βουλγαρίας, στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ
και στο Πανεπιστήμιο Μπεν Γκουριόν στην Μπέερ Σεβά. Εξίσου πολυβραβευμένες και οι πολλές ηχογραφήσεις του, μεταξύ άλλων, με τα βραβεία Edison Klassiek των Κάτω Χωρών, Γκράμμυ και Diapason d’Or, καθώς και με το Μεγάλο Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας Δίσκου.
© ESTER HAASE
ΚΑΤΙΑ ΜΠΟΥΝΙΑΤΙΣΒΙΛΙ
Η πιανίστρια Κάτια Μπουνιατισβίλι γεννήθηκε το 1987 στη Γεωργία. Ασχολήθηκε με το πιάνο από τα τρία της χρόνια, ενώ έξι ετών έδωσε το πρώτο της
κοντσέρτο με την Ορχήστρα Δωματίου της Τυφλίδας, και στα δέκα της χρόνια εμφανίστηκε στη διεθνή σκηνή. Σπούδασε στην Τιφλίδα με τον Τενγκίζ Αμι-
| 13 |
| 14 |
ρεγίμπι και στη Βιέννη με τον Όλεγκ Μάιζενμπεργκ. Έκανε το ντεμπούτο της στις ΗΠΑ το 2008, στο Κάρνεγκι Χολ. Έκτοτε έχει εμφανιστεί στο Hollywood Bowl, στα φεστιβάλ iTunes, BBC Proms, Ζάλτσμπουργκ, Βερμπιέ, «Μενουχίν» στο Γκστάαντ, La Roque d’Anthéron, της κοιλάδας του Ρουρ, «Μάρτα Άργκεριχ πρότζεκτ», και σε μεγάλες αίθουσες συναυλιών: Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης, «Ουόλτ Ντίσνεϋ» στο Λος Άντζελες, Ρόγιαλ Φέστιβαλ Χολ στο Λονδίνο, Μουζίκφεραϊν και Κοντσέρτχαους της Βιέννης, Κοντσέρτχεμπαου του Άμστερνταμ, Αίθουσα Φιλαρμονικής του Βερολίνου, Αίθουσα Φιλαρμονικής και Θέατρο Ηλυσίων Πεδίων στο Παρίσι, Λα Σκάλα στο Μιλάνο, Λα Φενίτσε στη Βενετία, Παλάτι της Καταλανικής Μουσικής στη Βαρκελόνη, Αίθουσα Βικτόρια στη Γενεύη, Τόνχαλλε της Ζυρίχης, Ρουντολφίνουμ της Πράγας, Μεγάλο Θέατρο της Σαγκάης, Εθνικό Κέντρο Παραστατικών Τεχνών του Πεκίνου, Εθνικό Κέντρο Παραστατικών Τεχνών της Βομβάης, Αίθουσα Σαντόρι του Τόκιο, Εσπλανάδα της Σιγκαπούρης κ.ά. Έχει συνεργαστεί με διάσημους διευθυντές ορχηστρών, μεταξύ άλλων, Ζούμπιν Μέτα, Πλάθιντο Ντομίνγκο, Κεντ Νάγκανο, Νέεμε Γιάρβι, Πάαβο Γιάρβι, Μιχαήλ Πλέτνιεφ, Βλαντίμιρ Ασκενάζι, Σεμιόν Μπίτσκοφ, Γιαπ φαν Σβέντεν, Γκουστάβο Ντουνταμέλ, Γιανίκ Νεζέ-Σεγκέν, Μιουνγκ-Βουν Τσουνγκ, Φιλίπ Ζορντάν κ.ά., και με τα σύνολα: Φιλαρμονικές του Ισραήλ, του Λος Άντζελες, της Σκάλας του Μιλάνου, του Ρόττερνταμ και του Μονάχου, Συμφωνικές του Σαν Φρανσίσκο, του Σηάτλ,
της Φιλαδέλφειας, του Τορόντο, του Σάο Πάολο, του Τόκιο, του Λονδίνου, του BBC, της Βιέννης, Ορχήστρα του Παρισιού, Εθνική Ορχήστρα της Γαλλίας κ.ά. Τις τελευταίες καλλιτεχνικές περιόδους η Κάτια Μπουνιατισβίλι έχει πάρει μέρος σε πολλά πρότζεκτ: 70ή επέτειος των Ηνωμένων Εθνών – φιλανθρωπική συναυλία για τους σύρους πρόσφυγες, φιλανθρωπική συναυλία στο Κίεβο για τους τραυματίες της Ζώνης Αντιτρομοκρατικών Επιχειρήσεων (Anti-Terrorist Operation Zone – ATO), συναυλία «To Russia with Love» κατά της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Ρωσία, συμμετοχή στο συνέδριο DLDWomen. Συνεργάστηκε με το ροκ συγκρότημα Coldplay στο άλμπουμ τους A Head Full Of Dreams. Η δισκογραφία της για τη SONY Classi cal περιλαμβάνει άλμπουμ με έργα Λιστ (2011), έργα Σοπέν (2012), Motherland (2014), Kaleidoscope (2016), τα Κον τσέρτα για πιάνο αρ. 2 και 3 του Ραχμάνινοφ με τη Φιλαρμονική της Τσεχίας υπό τον Πάαβο Γιάρβι (2017) και έργα Σούμπερτ (2019)· για την ECM το άλμπουμ Piano Trios με τον Γκίντον Κρέμερ και την τσελίστα Γκιντρέ Ντιρβαναουσκάιτε (2011)· για την Erato ένα άλμπουμ με σονάτες για βιολί και πιάνο, με τον Ρενώ Καπυσόν (2014). Έχει τιμηθεί δύο φορές με το ECHO Klassik, το 2012 και το 2016, για το άλμπουμ της με έργα Λιστ και το Κaleidoscope, αντίστοιχα. Τον Οκτώβριο του 2020 κυκλοφόρησε το άλμπουμ της Labyrinth (Sony Classical), με έργα Σοπέν, Μπαχ, Μπραμς, Ραχμάνινοφ, Λιστ, Σατί, Βίλλα Λόμπος, Κέιτζ και Παιρτ.
© MALCOLM CROWTHERS
ΙΒΟ ΠΟΓΚΟΡΕΛΙΤΣ
O Ίβο Πογκορέλιτς γεννήθηκε το 1958 στο Βελιγράδι, από πατέρα μουσικό. Επτά ετών άρχισε σπουδές πιάνου και δέκα ετών έκανε την πρώτη του σόλο εμφάνιση. Σπούδασε αρχικά στο Βελιγράδι και από το 1970 στη Μόσχα, στο Ωδείο Τσαϊκόφσκι και στο Ωδείο της πόλης (1975-1980). Τομή στην καλλιτεχνική του εξέλιξη θεωρεί τη συνάντησή του με τη γεωργιανή πιανίστρια και παιδαγωγό Αλίζα Κιζιράντζε, με την οποία συνεργάστηκε στενά από το 1976. Χάρη στην καθοδήγησή της όσον αφορά τη δυτική παράδοση της ρωσικής πιανιστικής σχολής (η οποία θεμελιώθηκε στο τέλος του 19ου αιώνα από τον Αλεξάντρ Ζιλότι, τελευταίο μαθητή του Λιστ, και συνεχίστηκε στον 20ό αιώνα από τη Νίνα Πλεσέεβα και την Κιζιράντζε) ο Πογκορέλιτς αναθεώρησε την τεχνική του και βρήκε το στίγμα του στο διεθνές πιανιστικό στερέωμα. Το 1975 βραβεύτηκε στον κρατικό διαγωνισμό του Ζάγκρεμπ κι αμέσως μετά
ηχογράφησε το πρώτο του άλμπουμ για τη Jugoton. Το 1978 περιόδευσε στις ΗΠΑ με την Ορχήστρα του Φεστιβάλ του Ντρουμπρόβνικ, κέρδισε τον Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου «Α. Καζαγκράντε» στο Τέρνι, και έδωσε ρεσιτάλ σε Νάπολη, Μιλάνο, Σπολέτο κ.α. Το 1980 βραβεύτηκε στον 14ο Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου στο Μόντρεαλ ερμηνεύοντας μοναδικά το Τρίτο κοντσέρτο για πιάνο του Προκόφιεφ. Την ίδια χρονιά συμμετείχε στον 10ο Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου Σοπέν στη Βαρσοβία, αλλά αποκλείστηκε πριν από την τελική φάση. Η αμφιλεγόμενη απόφαση της κριτικής επιτροπής δυσαρέστησε ακόμα και μέλη της, που παραιτήθηκαν διαμαρτυρόμενα, και η πιανίστρια Μάρτα Άργκεριχ δικαιολογώντας την απόφασή της να απέσχει από την επιτροπή δήλωσε πως ο Πογκορέλιτς είναι ιδιοφυΐα. Έτσι, ο Ίβο Πογκορέλιτς κέρδισε την προσοχή του διεθνούς κοινού, όχι μόνο λόγω των συμβάντων στο Διαγωνισμό Σοπέν, αλλά και λόγω
| 15 |
| 16 |
των ανορθόδοξων ερμηνειών του, της εκπληκτικής τεχνικής και του καινοτόμου τρόπου που προσεγγίζει τη μουσική φιλολογία. Εμφανίζεται τακτικά στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική (έκανε το ντεμπούτο του στο Κάρνεγκι Χολ το 1981), την Αυστραλία και την Ιαπωνία, συμπράττοντας συχνά με μεγάλα ορχηστρικά σύνολα: Φιλαρμονικές της Βιέννης και του Βερολίνου, της Νέας Υόρκης και του Λος Άντζελες, Συμφωνικές του Λονδίνου, της Βοστόνης και του Σικάγου, ορχήστρες Τόνχαλλε και Κοντσέρτχεμπαου κ.ά. Από τις πρώτες του ηχογραφήσεις, το Chopin Recital (1981) για την Deutsche Grammophon έγινε μπεστ σέλερ αμέσως μετά την κυκλοφορία του, και ένα χρόνο μετά ο Πογκορέλιτς έγινε αποκλειστικός καλλιτέχνης της DG. Η πλούσια δισκογραφία του –δεκαπέντε άλμπουμ και τρία βίντεο με έργα από το μπαρόκ έως τον 20ό αιώνα– είναι πολύ δημοφιλής στο φιλόμουσο κοινό· οι δίσκοι του γνωρίζουν πολλές επανεκδόσεις, ακόμα και για δεκαετίες μετά την πρώτη κυκλοφορία τους. Το 2006 κυκλοφόρησε από την Deutsche Grammophon το διπλό CD The Genius of Pogorelich και το 2015, ένα box set με όλα τα άλμπουμ της περιόδου 1981-1998, το οποίο βραβεύτηκε με Diapason d’Or λίγο μετά την κυκλοφορία του. Το 2016, ο Πογκορέλιτς ηχογράφησε εκ νέου έργα Μπετόβεν, σε συνεργασία με την ηλεκτρονική streaming πλατφόρμα Idagio, κι έγινε ο πρώτος κλασικός ερμηνευτής που επικεντρώθηκε στην υψηλής τεχνολογίας παραγωγή και διάθεση ηχογραφημένης μουσικής.
Στη σαραντάχρονη καριέρα του, ο Ίβο Πογκορέλιτς έχει αναπτύξει πλούσια κοινωνική δράση, με το ανθρωπιστικό του έργο αλλά και με τη στήριξη που παρέχει σε νέους καλλιτέχνες. Το 1986 δημιούργησε το Κληροδότημα για Νέους Μουσικούς στο Ζάγκρεμπ. Το 1989 ίδρυσε το Διεθνές Μουσικό Φεστιβάλ «Ίβο Πογκορέλιτς» στο Μπαντ Βαίρισχοφεν της Γερμανίας, το οποίο, στα εννέα χρόνια λειτουργίας του, βοήθησε πολλούς νέους μουσικούς, σύνολα και ορχήστρες. Για τη συμβολή του στην προώθηση του πολιτισμού, της τέχνης και της εκπαίδευσης διεθνώς, ο Πογκορέλιτς υπήρξε ο πρώτος κλασικός μουσικός που έγινε Πρεσβευτής Καλής Θέλησης της Ουνέσκο (1988). Το 1993 οργάνωσε στην Πασαντίνα των ΗΠΑ τον Διεθνή Διαγωνισμό Σόλο Πιάνου «Ίβο Πογκορέλιτς» αποσκοπώντας να θέσει, μέσω αυτού του θεσμού, ψηλότερα τον πήχη του επαγγελματισμού και των αξιών στον χώρο της πιανιστικής τέχνης. Με το ίδιο σκεπτικό οργάνωσε το 2016 τον Διεθνή Μουσικό Διαγωνισμό του Μανχάτταν, στο Κάρνεγκι Χολ, του οποίου ανακηρύχθηκε επίτιμος πρόεδρος, το δε πρώτο βραβείο φέρει το όνομά του. Το εντυπωσιακό σε έκταση ρεπερτόριο του Ίβο Πογκορέλιτς, το οποίο σταθερά εμπλουτίζεται, εστιάζει τα τελευταία χρόνια σε κύκλους πιανιστικών έργων Σούμαν, Μπραμς, Ντεμπυσσύ, Ραβέλ, Ραχμάνινοφ, Στραβίνσκι και Σοπέν. Την περίοδο 2018-19, με αφορμή τα 60 χρόνια από τη γέννησή του και τα 40 χρόνια της μουσικής του καριέρας, η κρατική ραδιοτηλεόραση της Ιαπωνίας (NHK) γύρισε ένα μεγάλου μήκους
ντοκιμαντέρ για την προσωπικότητα και το έργο του. Τον Αύγουστο του 2019, ο Πογκορέλιτς μπήκε ξανά, ύστερα από μια εικοσαετία, σε στούντιο για να ηχογραφήσει για τη Sony Classical. Ο δίσκος περιλαμβάνει δύο σονάτες του Μπετόβεν (Έργο 54, αρ. 22 και Έργο 78, αρ. 24) και τη ∆εύτερη σονάτα για πιάνο, έργο 36 του Ραχμάνινοφ – ένα εγχείρημα
που αναδεικνύει τη βαθιά επίδραση των επαναστατικών τεχνικών σύνθεσης του Μπετόβεν σε μια μεταγενέστερη γενιά συνθετών. Tην καλλιτεχνική περίοδο 2020-2021 έκανε σόλο περιοδεία στην Άπω Ανατολή (Ιαπωνία, Κίνα και Ταϊβάν) και εμφανίστηκε σε συναυλίες και πρότζεκτ στις ευρωπαϊκές σκηνές με προγράμματα αφιερωμένα στη μουσική του Σοπέν.
ΕΚΔΟΣΗ ΟΜΜΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΒΟΛΗΣ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΕΛΕΝΗ ∆Ι∆ΑΣΚΑΛΟΥ | ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΗΤΩ ΤΣΕΚΟΥΡΑ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΝΤΥΠΟΥ ∆ΕΣΠΟΙΝΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ | ΕΞΩΦΥΛΛΟ poSt-Spectacular oFFice ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ ΜΑΡΙΑ ΖΑΧΑΡΙΟΥ∆ΑΚΗ | ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΜΠΥΛΗ ΑΕΒΕ
| 17 |
1991-2021
© Yannis Bournias
με πυξίδα τον άνθρωπο και ορίζοντα τον κόσμο Στα τριάντα χρόνια λειτουργίας του, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών έχει καθιερωθεί ως φορέας πολιτισμού με διεθνή ακτινοβολία. Η δημιουργία του άλλαξε το αστικό τοπίο και διαμόρφωσε μια νέα συνθήκη πρόσληψης της καλλιτεχνικής και πνευματικής ζωής. Το Μέγαρο, μια πραγματική πολιτεία των τεχνών, υπηρετεί τις κλασικές αξίες και ενθαρρύνει την πρωτοποριακή σκέψη. Η κλασική μουσική σε όλο το φάσμα της, οι συμφωνικές ορχήστρες, η όπερα και το ρεσιτάλ τραγουδιού, η λόγια δημιουργία και η δημοτική παράδοση, η ελληνική μουσική και οι ήχοι του κόσμου, οι ιστορικοί και οι σύγχρονοι συνθέτες, οι νέοι σολίστ και οι διεθνώς καταξιωμένοι ερμηνευτές αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχής του Μεγάρου, το οποίο διαρκώς διευρύνει τη σχέση του με το σύνολο των παραστατικών και εικαστικών τεχνών: το μπαλέτο, ο σύγχρονος χορός, οι θεατρικές παραστάσεις, οι προβολές και οι εκθέσεις αναδεικνύονται μέσα από ένα δυναμικό πρόγραμμα που στοχεύει να ψυχαγωγήσει αλλά και να εκπαιδεύσει. Η έρευνα, οι διαλέξεις και οι εκπαιδευτικές δράσεις για παιδιά και νέους κρατούν ανοιχτό προς όλους το διάλογο, μέσα στο πλαίσιο μιας πλουραλιστικής κοινωνίας των ιδεών. Πίσω από όλα αυτά, το όραμα που σχεδόν εκατό χρόνια πριν ενέπνευσε τη δημιουργία του και η ενέργεια των ανθρώπων που πιστεύουν και στηρίζουν τους σκοπούς του. Τριάντα χρόνια μετά, το Μέγαρο ανταποκρίνεται στις προκλήσεις μιας νέας πραγματικότητας, με πυξίδα τον άνθρωπο και ορίζοντα τον κόσμο.
ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ
YΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ
ΧΟΡΗΓΟI ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ