Skip to main content

Elena Stikhina – Δημήτρης Πλατανιάς Gala όπερας - αφιέρωμα στη Μαρία Κάλλας

Page 1

μ ε

τ η ν

υ π οσ τ η ρ ι ξ η

ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 23–24

τ ου

υ π ου ρ γ ε ι ου

π ο λ ι τ ι σ μ ου

Γκαλά όπερας Αφιέρωμα στη Μαρία Κάλλας


ΕΤΟΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΛΛΑΣ / ΟΠΕΡΑ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης

24.09.2023 Elena Stikhina Δημήτρης Πλατανιάς GIUSEPPE VERDI (1813-1901) Sinfonia από την όπερα Ο σικελικός εσπερινός RUGGERO LEONCAVALLO (1857-1919) Πρόλογος από την όπερα Οι παλιάτσοι GIUSEPPE VERDI «Tacea la notte placida» από την όπερα Τροβατόρε UMBERTO GIORDANO (1867-1948) «Nemico della patria» από την όπερα Αντρέα Σενιέ UMBERTO GIORDANO Ιντερλούδιο από τη Β΄ Πράξη της όπερας Φεντόρα GIUSEPPE VERDI «Favella il Doge» από την όπερα Σιμόνε Μποκκανέγκρα Διάλειμμα

GIUSEPPE VERDI «Ritorna vincitor!» από την όπερα Αΐντα GIUSEPPE VERDI «Cortigiani, vil razza dannata» από την όπερα Ριγκολέττο GIACOMO PUCCINI (1858-1924) «Vissi d’arte» από την όπερα Τόσκα FRANCESCO CILEA (1866-1950) Ιντερμέτζο από τη Β΄ Πράξη της όπερας Αντριάνα Λεκουβρέρ GIUSEPPE VERDI «Ciel mio padre» από την όπερα Αΐντα

Elena Stikhina

Κρατική Ορχήστρα Αθηνών / Ορχήστρα in Residence του ΜΜΑ

β α ρ ύ τ ονο ς

Μουσ ι κ ή δ ι ε ύθυνσ η

Δημήτρης Πλατανιάς

Λουκάς Καρυτινός

υ ψ ί φ ω νο ς


Από την περιφέρεια του οπερατικού γίγνεσθαι στην κορυφή του κόσμου Sophie Cecelia Kalos Maria Anna Sophie Cecelia Kalos Maria Anna Sophie Cecelia Callas Μαρία Καλογεροπούλου Maria Callas Maria Meneghini Callas Maria Callas (ξανά) La Divina (η θεϊκή) Primadonna assoluta (απόλυτη πρώτη κυρία) Ονόματα, προσωνύμια και χαρακτηρισμοί στα οποία αποτυπώνεται η ταραχώδης ζωή της, το μοναδικό της ταλέντο και η αξεπέραστη φήμη της. Νέα Υόρκη 1923: Γεννιέται ως δεύτερη κόρη ελλήνων μεταναστών. Διχογνωμία γονέων φέρνει την ύστερη προσθήκη τού Maria Anna. Ο πατέρας αλλάζει το Kalos σε Callas αναζητώντας ένα πιο εύηχο, εξαμερικανισμένο επίθετο. Χωρισμός γονέων, επιστροφή μητέρας με τις δύο κόρες στην Ελλάδα και επανελληνοποίηση ονοματεπώνυμου. Λήξη του πολέμου. Ξανά Αμερική, Ιταλία, γάμος, παγκόσμια καριέρα, διαζύγιο, κατάκτηση της κορυφής στο οπερατικό πάνθεο. Δεν θα είχε, ωστόσο, νόημα να αναφερθούμε λεπτομερώς στη ζωή της, μια και, έστω και μέσα από το μύθο, μας είναι λίγο πολύ γνωστή. Εξάλλου, καμία άλλη λυρική τραγουδίστρια δεν απέκτησε φήμη που να ξεπερνά τα όρια του μουσικού είδους που υπηρέτησε. Το όνομά της εξακολουθεί να βρίσκεται στα χείλη ακόμα κι όσων δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να εξοικειωθούν με το λυρικό θέατρο. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει τη φράση: «Δεν μου αρέσει η όπερα, αλλά μου αρέσει η Μαρία Κάλλας»; Ούτε άλλη λυρική τραγουδίστρια κέρδισε το στοίχημα του χρόνου ώστε, σχεδόν μισόν αιώνα από το θάνατό της και έναν αιώνα από τη γέννησή της, να συζητάμε ακόμη γι’ αυτήν. Αξίζει, εντούτοις, να αναφερθούν δύο εξωμουσικοί παράγοντες που θεωρείται ότι συγκαθόρισαν την καριέρα της: το φύλο της και η τεχνολογική εξέλιξη. Με βάση παλαιότερα στερεότυπα για τον «εύθραυστο» γυναικείο ψυχισμό, πολλοί συνέδεσαν την πρώιμη κατάρρευση των φωνητικών της ικανοτήτων με την ατελέσφορη σχέση της με τον Αριστοτέλη Ωνάση. Παρέβλεψαν έτσι τα καθοριστικά στοιχεία του χαρακτήρα της, την αυτοπειθαρχία, την επιμονή και την αποφασιστικότητά της, χωρίς τα οποία δεν θα μπορούσε ούτε να έχει καλλιεργήσει σε τέτοιο βαθμό το μουσικό όργανο της φωνής ούτε να κατακτήσει ένα τόσο ευρύ και πολυποίκιλο ρεπερτόριο. Σύμφωνα με μια άλλη οπτική, στην καθιέρωσή της και, εντέλει, στην υστεροφημία της συνέβαλε η τεχνολογική εξέλιξη: Η ανάδυση της Κάλλας στον κόσμο της όπερας, στα τέλη της δεκαετίας του 1940, συμπίπτει χρονικά με την επινόηση του δίσκου βινυλίου 33 στροφών, του λεγόμενου LP (Long Play), όπου μπορούσε να καταγραφτούν τουλάχιστον 20 λεπτά μουσικής στην κάθε πλευρά. Αυτό επέτρεψε τη μαζική ηχογράφηση –και πώληση–

3


ολόκληρων οπερών, καθιστώντας την Κάλλας το πρώτο μεγάλο αστέρι του είδους της στο νέο μέσο, ακριβώς όπως ο ιταλός τενόρος Ενρίκο Καρούζο είχε διαπρέψει, μισόν αιώνα νωρίτερα, στους δίσκους γραμμοφώνου – που όμως περιείχαν μόλις ένα τραγούδι ανά πλευρά. Άραγε η Κάλλας στάθηκε απλώς τυχερή; Όχι, βέβαια! Μπορεί το άστρο της να έλαμψε σε μια ευνοϊκή για τη δισκογραφία στιγμή, αλλά δεν ήταν η μόνη σοπράνο στον κόσμο. Ως ανερχόμενη κατόρθωσε να μπει στη δισκογραφία δίπλα στην καθιερωμένη Ρενάτα Τεμπάλντι. Η Κάλλας ηχογραφούσε για την EMI/Angel και η Τεμπάλντι για την Decca/London∙ συνεχιζόταν έτσι το καλλιτεχνικό δίπολο που είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους, καθώς η μία εμφανιζόταν κυρίως στη Σκάλα του Μιλάνου και η άλλη στη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης. Η φωνή της Κάλλας απείχε πολύ από το ιδεώδες της εποχής. Η ιταλίδα σπίντο σοπράνο Ρενάτα Τεμπάλντι ήταν αυτή που είχε τη «σωστή» φωνή· γεμάτη έως στομφώδης, ζεστή, καθαρή και ομοιόμορφη σε όλη της την έκταση, η φωνή της Τεμπάλντι την καθιστούσε άξια συνεχίστρια της βεριστικής παράδοσης. Αντιθέτως, η φωνή της Κάλλας είχε χαρακτηριστεί ασυνήθιστη έως και παράξενη, καθώς το ηχόχρωμά της εμφάνιζε σημαντικές διαφορές μεταξύ των ψηλών, μεσαίων και χαμηλών τόνων, καθιστώντας αισθητή τη μετάβαση μεταξύ των ρετζίστρων. Όμως η ελληνίδα καλλιτέχνιδα διέθετε τρομερή δεξιοτεχνία και απαράμιλλη θεατρικότητα, όχι μόνο ως προς τη σκηνική της παρουσία αλλά και ως προς τη φωνητική της έκφραση. Κι αν αρχικά θεωρήθηκε μετζοσοπράνο, με πολλή εξάσκηση κατέκτησε τις ψηλότερες νότες, γι’ αυτό και μπορούσε να στηρίζει πιο ψηλές νότες με τη στηθική της φωνή, για τις οποίες συνήθως χρησιμοποιείται η κεφαλική. Σε συνδυασμό, μάλιστα, με την ευέλικτη φωνή της, έγινε ο ορισμός της δραματικής κολορατούρας σοπράνο. Το όνομά της έχει συνδεθεί άρρηκτα με την αναβίωση του μπελκάντο και την αναρρίπιση του ενδιαφέροντος για όπερες των αρχών του 19ου αιώνα, όπως αυτές των Ροσσίνι, Μπελλίνι και Ντονιτσέττι, που βασίζονταν σε αυτό. «Το μπελκάντο δεν σημαίνει απλώς όμορφο τραγούδι, αλλά είναι μάλλον μια τεχνική που απαιτούσαν οι συνθέτες αυτού του στιλ, επεσήμαινε η Κάλλας, [πρόκειται για την] ίδια τεχνική που απαιτείται και από τα [άλλα] μουσικά όργανα [πέραν της φωνής]. Δεν υπάρχει δικαιολογία να μην τραγουδήσεις μια τρίλια, να μην κάνεις ένα ποίκιλμα ή να μην έχεις καλές σκάλες. Κοίτα τις νότες σου […]. Όταν ερμηνεύεις ένα ρόλο, υπάρχουν χιλιάδες αποχρώσεις για να αποδώσουν την ευτυχία, τη χαρά, τη λύπη, το φόβο. Πώς θα τα εκφράσεις όλα αυτά απλώς με μια ωραία φωνή;» (Robert Levine, Maria Callas: A Musical Biography, Black Dog & Leventhal Publishers 2003, σ. 130). Χάρη στην αυτοπειθαρχία, τη συστηματική μελέτη, τη γνώση, τη βαθιά αντίληψη της μουσικής και τη θεατρικότητά της, μια κόρη μεταναστών –μετανάστρια, εντέλει, και η ίδια– από μια χώρα στην περιφέρεια του οπερατικού γίγνεσθαι, κατάφερε να γίνει primadonna assoluta, επαναπροσδιορίζοντας τα πρότυπα ερμηνείας του λυρικού τραγουδιού.

4

Στην αποψινή συναυλία θα ακούσουμε άριες από έργα του Βέρντι, ο οποίος σηματοδοτεί τη μετάβαση από το μπελκάντο προς τη δραματική όπερα, και των μεταγενέστερών του: Λεονκαβάλλο, Τζορντάνο, Πουτσίνι και Τσιλέα, οι οποίοι εκπροσωπούν τον «ωμό ρεαλισμό», το βερισμό.


GIUSEPPE VERDI Sinfonia από τον Σικελικό εσπερινό «Σικελικός εσπερινός» ονομάστηκε το ιστορικό γεγονός που έλαβε χώρα το 1282 μ.Χ., όταν, με την υποστήριξη του Στέμματος της Αραγονίας και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Σικελοί επαναστάτησαν εναντίον του γάλλου βασιλιά της Σικελίας, Καρόλου του Ανδεγαυού. Η ομώνυμη όπερα του Βέρντι γράφτηκε το 1855 για να παιχτεί στη μεγαλοπρεπή Όπερα του Παρισιού, οπότε, προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις της περίστασης, έχει πέντε πράξεις αντί για τέσσερις. Αντιστοίχως και η Εισαγωγή διαρκεί περισσότερο απ’ όλες τις άλλες Εισαγωγές του συνθέτη. Έχει την τυπική δομή του πρώτου μέρους μιας συμφωνίας: αργή εισαγωγή και στη συνέχεια μορφή σονάτας με δύο θέματα. Το δυναμικό πρώτο θέμα παραπέμπει στις μάχες, ενώ στο λυρικό δεύτερο θέμα κυριαρχεί η μελωδία του βιολοντσέλου, η οποία βασίζεται στο ντουέτο της Γ΄ Πράξης, εκεί όπου αποκαλύπτεται ότι ο Μοντφόρε, κυβερνήτης της Σικελίας, είναι ο πατέρας του Αρίγκο, του νεαρού ηγέτη των επαναστατών.

«Tacea la notte placida» Η όπερα Τροβατόρε (1853) γράφτηκε στον απόηχο της επιτυχίας του Ριγκολέττου (1851) και πραγματεύεται το πολύ συνηθισμένο, λόγω κοινωνικών συμβάσεων και δομών, ζήτημα του ανεκπλήρωτου έρωτα. Διανθίζεται με άλλα, εξίσου συνηθισμένα, μελοδραματικά μοτίβα όπως η αυτοκτονία, η εκδίκηση και η εν αγνοία αδερφοκτονία. Εδώ, η Λεονόρα, που προοριζόταν παρά τη θέλησή της για σύζυγος του κόμη Λούνα, αριστοκράτη της Αραγονίας, τραγουδά για τη νύχτα που ερωτεύτηκε τον τροβαδούρο Μανρίκο (αργότερα θα αποκαλυφθεί ότι οι δύο αντίζηλοι είναι αδέρφια, χωρίς να το γνωρίζουν). Πρόκειται για μια μπραβούρα καβατίνα, δηλαδή μια δεξιοτεχνική σύντομη άρια, χωρίς επανάληψη, που συνήθως μπαίνει στην αρχή του οπερατικού έργου για ν’ αναδείξει το κεντρικό πρόσωπο.

«Favella il Doge ad Amelia Grimaldi?» Ο Σιμόνε Μποκκανέγκρα (1301-1363) ως ιστορικό πρόσωπο υπήρξε ο πρώτος Δόγης της Γένοβας. Ως όπερα του Βέρντι, στην πρώτη εκδοχή ανέβηκε στη Βενετία σημειώνοντας παταγώδη αποτυχία (1857) και στη δεύτερη, 24 έτη αργότερα, ανέβηκε στο Μιλάνο με μεγάλη επιτυχία (1881). Η δεύτερη εκδοχή είναι αυτή που παίζεται συχνότερα σήμερα. Η πλοκή είναι διανθισμένη με τα μοτίβα τού χωρίς ανταπόκριση έρωτα και της προδοσίας. Το ντουέτο που ακούμε απόψε από την όπερα Σιμόνε Μποκκανέγκρα είναι για βαρύτονο και υψίφωνο, στοιχείο που μας προϊδεάζει για τη διαφορετική ηλικία των πρωταγωνιστών, αφού οι ρόλοι ηλικιωμένων και, γενικότερα, προσώπων μεγάλης ηλικίας γράφονται για χαμηλότερες φωνές, ενώ των νεότερων προσώπων γράφονται για υψηλότερες. Βρισκόμαστε στην Α΄ Πράξη. Ο Δόγης (βαρύτονος) έχει μόλις πληροφορηθεί ότι η Αμέλια (υψίφωνος) δεν θέλει να παντρευτεί τον αυλικό του, Πάολο· η επιθυμία της γίνεται σεβαστή. Στο ντουέτο ακούμε την Αμέλια να εκμυστηρεύεται

5


στον Δόγη ότι δεν κατάγεται από την αριστοκρατική οικογένεια Γκριμάλντι. Χάρη σ’ ένα μενταγιόν με την εικόνα της μητέρας της, ανακαλύπτουν ότι είναι η χαμένη κόρη του Δόγη!

«Ritorna vincitor!» H όπερα Αΐντα προοριζόταν να παρασταθεί στα εγκαίνια της Όπερας του Καΐρου, το 1869. Ωστόσο ο Βέρντι δεν κατάφερε να την ολοκληρώσει εγκαίρως, οπότε η παγκόσμια πρώτη της έλαβε χώρα δύο χρόνια αργότερα, το 1871. Καθώς το θέμα της τοποθετείται στην Αρχαία Αίγυπτο, στην όπερα ενυπάρχουν στοιχεία εξωτισμού ή, ενδεχομένως, οριενταλισμού, σύμφωνα με νεότερες κριτικές προσεγγίσεις. Η Αΐντα, κόρη του βασιλιά της Αιθιοπίας, βρίσκεται σκλαβωμένη στην Αίγυπτο, χωρίς να έχει αποκαλυφθεί η ταυτότητά της. Εντωμεταξύ έχει ερωτευτεί τον νεαρό στρατηγό Ρανταμές, ο οποίος ετοιμάζεται να εκστρατεύσει εναντίον του πατέρα της. Στη μακριά και φωνητικά απαιτητική άρια, η Αΐντα αναλογίζεται την τραγικότητα της κατάστασής της, καθώς η ενδεχόμενη νίκη του αγαπημένου της θα σημάνει την καταστροφή του πατέρα της, και αντιστρόφως. Με την παράκλησή της προς τους θεούς να τη σπλαχνιστούν κλείνει η πρώτη σκηνή της Α΄ Πράξης.

«Cortigiani, vil razza dannata» Ο Ριγκολέττο βασίζεται στο θεατρικό έργο του Βίκτωρος Ουγκό Ο βασιλιάς διασκεδάζει, το οποίο λογοκρίθηκε καθώς ασκούσε κριτική στην αυθαιρεσία της απολυταρχίας. Το θέμα συγκίνησε τον Βέρντι, ο οποίος όμως αναγκάστηκε να το αναπροσαρμόσει, προκειμένου να το ανεχτεί η επιτροπή λογοκρισίας και να καταφέρει να το παρουσιάσει στην, υπό αυστριακή κυριαρχία, Βενετία, το 1851. Στην Α΄ Πράξη ο Ριγκολέττο (βαρύτονος), ως γελωτοποιός της Αυλής, ειρωνευόταν τους αυλικούς επειδή ο Δούκας εποφθαλμιούσε τις γυναίκες τους. Τώρα, στην Γ΄ Πράξη, αναζητά την κόρη του, χωρίς να γνωρίζει ότι ο Δούκας την έχει απαγάγει, ενώ οι αυλικοί όχι μόνο δεν τον βοηθούν αλλά και τον περιπαίζουν. Η περίτεχνη άρια αναδεικνύει μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων και ψυχικών μεταπτώσεων: καχυποψία, σκωπτική ειρωνεία, ατυχώς συγκαλυμμένη περιφρόνηση, έκδηλη οργή, ταπείνωση και ικεσία.

«Ciel mio padre» Επανερχόμαστε στην όπερα Αΐντα. Βρισκόμαστε πλέον στην Γ΄ Πράξη, που εκτυλίσσεται στο ναό της Ίσιδας, στις όχθες του Νείλου. Ακούμε το ντούετο της υψιφώνου Αΐντας και του βαρυτόνου πατέρα της, του Αμονάσρο. Ο Αμονάσρο έχει γίνει πλέον κι αυτός σκλάβος των Αιγυπτίων. Ζητά από την κόρη του να προδώσει τον αγαπημένο της, Ρανταμές, ώστε να μάθουν τα μυστικά σχέδια της νέας επίθεσης σε βάρος της Αιθιοπίας. Για άλλη μια φορά, η Αΐντα βρίσκεται σε δίλημμα: να προδώσει τον έρωτά της ή τον πατέρα της και τη χώρα της; 6


RUGGERO LEONCAVALLO Πρόλογος από τους Παλιάτσους Εκτός από τις όπερες του Βέρντι, τα υπόλοιπα έργα της αποψινής βραδιάς ανήκουν στο βερισμό: συγγενικός του νατουραλισμού, μας χάρισε μελοδράματα που πραγματεύονται τις σκληρές όψεις της καθημερινότητας απλών ανθρώπων, χωρίς ωραιοποιήσεις και εξιδανικεύσεις. Ταυτοχρόνως, οι όπερες παίρνουν πιο «ανθρώπινες» διαστάσεις: από τις μεγαλειώδεις τετράπρακτες και πεντάπρακτες δημιουργίες περνάμε σε λυρικά έργα μικρότερης κλίμακας, χωρίς να αποκλείονται ακόμα και τα μονόπρακτα μελοδράματα. Η μονόπρακτη Καβαλερία ρουστικάνα (Αγροτική ιπποσύνη, 1890) του Πιέτρο Μασκάνι και η δίπρακτη όπερα Οι παλιάτσοι (1892) του Λεονκαβάλλο θεωρούνται οι κυριότεροι εκπρόσωποι των απαρχών του είδους. Θα ακούσουμε τον Πρόλογο, όπου ο παλιάτσος Τόνιο (βαρύτονος) προϊδεάζει το κοινό για τους λυγμούς, τη θλίψη και τα βάσανα των πρωταγωνιστών επί σκηνής, μιας και το έργο είναι βγαλμένο από τη ζωή και οι καλλιτέχνες οφείλουν να εξιστορούν τα πάθη της.

UMBERTO GIORDANO «Nemico della patria» Ως ιστορικό πρόσωπο, ο Αντρέας Σενιέ (1762-1794) υπήρξε ποιητής που αρχικά είχε υποστηρίξει τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά στη συνέχεια τάχθηκε υπέρ της συνταγματικής μοναρχίας, και εκτελέστηκε κατά την περίοδο της Τρομοκρατίας του Ροβεσπιέρου. Η ομώνυμη όπερα (1896) του Ουμπέρτο Τζορντάνο έχει διανθιστεί με μια ιστορία ερωτικής αντιζηλίας. Στα μελοδράματα η σοπράνο είναι συνήθως ζευγάρι με τον τενόρο. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε εξαρχής πως ο βαρύτονος πρωταγωνιστής στον Αντρέα Σενιέ θα υποδύεται τον ηττημένο αντίζηλο. Πράγματι, ο Κάρλο Ζεράρ (βαρύτονος), τυφλωμένος από ερωτικό πάθος και αισθήματα εκδίκησης, γράφει το κατηγορητήριο σε βάρος του Σενιέ. Αρχικά τον κατηγορεί χαιρέκακα ως «εχθρό της πατρίδας». Στη συνέχεια μεταπίπτει ψυχολογικά, και απορεί με τον εαυτό του που κατάντησε να προδώσει τα ουμανιστικά επαναστατικά του ιδανικά. Τέλος, αποδέχεται ότι για την αγάπη μιας γυναίκας πρόδωσε την αγάπη του για τις πανανθρώπινες αξίες. Τώρα πια μόνο το τυφλό του πάθος τον οδηγεί.

Ιντερλούδιο από τη Φεντόρα Η Φεντόρα βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό του Βικτοριέν Σαρντού, που ως θεατρικός συγγραφέας είναι γνωστός στην Ελλάδα για το έργο Η κυρία «δεν με μέλλει». Επί χρόνια ο Σαρντού αρνιόταν να παραχωρήσει τα δικαιώματα για τη Φεντόρα στον τότε άσημο συνθέτη Τζορντάνο, ώσπου ο Αντρέα Σενιέ άνοιξε το δρόμο για τη συνεργασία των δύο δημιουργών. Η παγκόσμια πρεμιέρα έγινε το 1898 στο Λυρικό Θέατρο του Μιλάνου, με τενόρο τον μετέπειτα διάσημο Ενρίκο Καρούζο. Από τη Φεντόρα θα ακούσουμε ορχηστρική μουσική, το γοητευτικό ιντερλούδιο της Β΄ Πράξης.

7


GIACOMO PUCCINI «Vissi d’arte» Η Τόσκα (1900) βασίζεται και αυτή σε θεατρικό του Σαρντού. Ο Πουτσίνι είχε δει το έργο τουλάχιστον δύο φορές, με πρωταγωνίστρια τη Σάρα Μπερνάρ. Αμέσως διέκρινε σε αυτό τις δυνατότητες μιας σπουδαίας βεριστικής όπερας, χωρίς υπερβολικές διαστάσεις και διακοσμητικές φιοριτούρες. Η ιστορία διαδραματίζεται στην Ιταλία του 1800. Οι ηχογραφήσεις της άριας «Vissi d’arte», μαζί με της «Casta Diva» από τη Νόρμα του Μπελλίνι, θεωρούνται αντιπροσωπευτικές της δεξιοτεχνίας και της εκφραστικότητας της Κάλλας. Μάλιστα, είχε τραγουδήσει και τις δύο αυτές άριες το 1945, υπό τον Λεωνίδα Ζώρα, κατά την πρώτη της εμφάνιση με το επίθετο Callas, κι ενώ προετοιμαζόταν να φύγει για την Αμερική. Η Τόσκα τραγουδά την περίφημη αυτή άρια σε δραματική ψυχικά κατάσταση. Ο μοχθηρός βαρόνος Σκάρπια, επικεφαλής της παπικής αστυνομίας, την εκβιάζει να του δοθεί ερωτικά, προκειμένου να μην εκτελέσει τον αγαπημένο της Μάριο, που είναι βοναπαρτιστής. Λίγο πριν του δοθεί (εντέλει, τον μαχαιρώνει) η Τόσκα θρηνεί τη μοίρα της: «Έζησα για την τέχνη, έζησα για την αγάπη…».

FRANCESCO CILEA Ιντερμέτζο από την Αντριάνα Λεκουβρέρ Η Αντριάνα Λεκουβρέρ (1692-1730) υπήρξε σπουδαία ηθοποιός της Κομεντί Φρανσέζ, και ο μυστηριώδης θάνατός της –πιθανή δολοφονία με δηλητήριο– αποτέλεσε θέμα ποιημάτων, θεατρικών έργων και μελοδραμάτων. Η οπερατική εκδοχή της ιστορίας της από τον Τσίλεα είναι η πλέον καθιερωμένη, αν και στην Ελλάδα έχει παιχτεί σπάνια∙ η τελευταία φορά που παρουσιάστηκε ήταν το 1998. Η παγκόσμια πρεμιέρα της όπερας είχε γίνει το 1902 στο Λυρικό Θέατρο του Μιλάνου. Απόψε ακούμε το γοητευτικό και ονειρικό Ιντερμέτζο της Β΄ Πράξης.

ΠΑΡΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

8


© Daniil Rabovsky

Elena Stikhina Γεννημένη στο Λεσνόι του Σβερντλόφσκ, η σοπράνο Έλενα Στίχινα αποφοίτησε από το Ωδείο της Μόσχας (τάξη Λαρίσας Ρουντακόβα). Πήρε μαθήματα λυρικού τραγουδιού στο Κέντρο Οπερατικού Τραγουδιού «Γκαλίνα Βισνέφσκαγια», με τη Μακβάλα Κασρασβίλι. Από το 2014 είναι σολίστ στο Κρατικό Λυρικό Θέατρο Όπερας και Μπαλέτου Πριμόρσκ (Θέατρο Μαριίνσκι). Έκανε το ντεμπούτο της στη σκηνή του Μαριίνσκι τον Φεβρουάριο του 2017, ως Σαλώμη, σε νέα παραγωγή της όπερας, κι αμέσως μετά έγινε μέλος του θιάσου Μαριίνσκι. Για το ρόλο της Σαλώμης τιμήθηκε με το οπερατικό βραβείο «Ονιέγκιν» και το κορυφαίο θεατρικό βραβείο της Αγίας Πετρούπολης, το Golden Sofit. Το 2016 πήρε μέρος στο διαγωνισμό Operalia, γεγονός που συνέβαλε στην καθιέρωσή της ως περιζήτητης προσκεκλημένης ερμηνεύτριας σε λυρικά θέατρα της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Έκανε το ντεμπούτο της στην Εθνική Όπερα της Φινλανδίας και του Παρισιού ως Τατιάνα (Ευγένιος Ονιέγκιν), στην Όπερα της Βοστόνης ως Τόσκα, την Κρατική Όπερα Ούντερ ντεν Λίντεν του Βερολίνου ως Μιμί (Λα Μποέμ), τη Γερμανική Όπερα του Βερολίνου ως Λεονόρα (Τροβατόρε), την Κρατική Βαυαρική Όπερα ως Ζέντα (Ιπτάμενος Ολλανδός) και στη ΜΕΤ ως Αδελφή Αγγελική. Το καλοκαίρι του 2019 έκανε το ντεμπούτο της στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ ως Μήδεια στην επώνυμη όπερα του Κερουμπίνι. Πρόσφατες εμφανίσεις της: Semperoper της Δρέσδης (Λεονόρα στη Δύναμη του πεπρωμένου), De Nationale Opera των Κάτω Χωρών (Τσο Τσο Σαν στη Μαντάμα Μπαττερφλάυ), Εθνική Όπερα του Παρισιού (Η δύναμη του πεπρωμένου και Πρίγκιπας Ίγκορ) και Μεγάλο Θέατρο της Γενεύης (Αΐ-

9


ντα). Έκανε το ντεμπούτο της στη Σκάλα του Μιλάνου και στην Όπερα της Ζυρίχης ως Σαλώμη, στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου και στη ΜΕΤ ως Τόσκα, στο Φέστσπηλχαους του Μπάντεν Μπάντεν ως Λίζα (Ντάμα πίκα), στην Κρατική Όπερα της Βιέννης ως Τόσκα, στο Θέατρο του Σαν Κάρλο ως Τατιάνα (Ευγένιος Ονιέγκιν), στο Φέστσπηλε του Ζάλτσμπουργκ ως Αΐντα και στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου ως Σαλώμη.

Δημήτρης Πλατανιάς Έλαβε πτυχίο κιθάρας (τάξη Γιώργου Μαυρέα) και δίπλωμα μονωδίας (τάξη Μαρίας Μαρκέτου) στο Δημοτικό Ωδείο Καλαμάτας. Συνέχισε σπουδές όπερας στην Ιταλία με τη Μασάκο Τανάκα Πρόττι (υποτροφία «Αλεξάνδρα Τριάντη», 2000). Από το 2004 μελετάει με τον Άρη Χριστοφέλλη. Έχει συνεργαστεί με πολυάριθμες ελληνικές και ξένες ορχήστρες. Πρωτοεμφανίστηκε στην Εθνική Λυρική Σκηνή ως Άλφιο (Καβαλερία ρουστικάνα, 2004), και έκτοτε έχει ερμηνεύσει πλήθος ρόλους: Μαρτσέλλο (Λα Μποέμ), Φίγκαρο και Κόμης (Οι γάμοι του Φίγκαρο), Άρχοντας (Ο Πρωτομάστορας), Ρενάτο (Ο χορός των μεταμφιεσμένων), Ριγκολέττο, Αμονάσρο (Αΐντα), Ζερμόν (Τραβιάτα), Σκάρπια (Τόσκα), Ντι Λούνα (Τροβατόρε), Τέλραμουντ (Λόενγκριν), Ιάγος (Οθέλλος), Στάνκαρ (Στιφέλιο), Μονφόρτε (Ο σικελικός εσπερινός), Ζεράρ (Αντρέα Σενιέ). Έχει εμφανιστεί σε μεγάλα θέατρα και φεστιβάλ παγκοσμίως: «Λα Φενίτσε» Βενετίας, Θέατρο Σάο Κάρλος Λισαβόνας, Κρατική Όπερα Μονάχου, Όπερα Φραγκφούρτης, Λα


Μονναί Βρυξελλών, Κόβεν Γκάρντεν του Λονδίνου, Κρατική Όπερα Βαυαρίας, Όπερα Φλωρεντίας, Μέγαρο Τεχνών «Βασίλισσα Σοφία» (Βαλένθια), Όπερα Στουτ­γάρδης, Ρεάλ (Μαδρίτη), Όπερα του Σαν Φρανσίσκο, και στα Φεστιβάλ Μπρέγκεντς και Ζάλτσμπουργκ.

Κρατική Ορχήστρα Αθηνών Το αρχαιότερο ορχηστρικό μουσικό σύνολο στην Ελλάδα. Δημιουργήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα ως Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών και έκτοτε πέρασε από διάφορα στάδια, τόσο ως προς την ονομασία όσο και ως προς τον τρόπο λειτουργίας της. Η πρώτη συναυλία της ως Κρατική Ορχήστρα Αθηνών δόθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1943. Από την ίδρυσή της έως σήμερα, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών προσφέρει στους Έλληνες τη δυνατότητα επικοινωνίας με τα αριστουργήματα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, ενώ ταυτόχρονα είναι ο κορυφαίος εκφραστής της εγχώριας συνθετικής παραγωγής. Έχει σταθερή παρουσία στα πολιτιστικά δρώμενα πραγματοποιώντας πάνω από πενήντα συναυλίες ετησίως. Εκτός από την Αθήνα, εμφανίζεται τακτικά σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, και σε σημαντικές αίθουσες και φεστιβάλ του εξωτερικού. Σημαντικότατο είναι το εκπαιδευτικό και κοινωνικό έργο που επιτελεί εντός Αθηνών, και σε πόλεις της ελληνικής περιφέρειας. Εξέχοντες αρχιμουσικοί, ανάμεσά τους οι Ρίχαρντ Στράους, Βάινγκαρτνερ, Κνάπερτσμπους, Βάλτερ, Μητρόπουλος, Γιόχουμ, Μαρκέβιτς, Μάαζελ, Κράους, Τεμιρκάνοφ, Πλασσόν, Ασκενάζι,


Φεντοσέγεφ και κορυφαίοι σολίστ, μεταξύ άλλων, Ρούμπινσταϊν, Κεμπφ, Κορτώ, Κράισλερ, Τιμπώ, Καζάλς, Ρέπιν, Κρέμερ, Ροστροπόβιτς, Μπρέντελ, Μπάρενμποϊμ, Άργκεριχ, Λεόνσκαγια και Καβάκος έχουν συμπράξει με την Ορχήστρα κατά την πολύχρονη ιστορία της. Διευθυντές της Ορχήστρας έχουν διατελέσει κατά το παρελθόν οι Φιλοκτήτης Οικονομίδης, Θεόδωρος Βαβαγιάννης, Ανδρέας Παρίδης, Μάνος Χατζιδάκις, Γιάννης Ιωαννίδης, Αλέξανδρος Συμεωνίδης, Άρης Γαρουφαλής, Βύρων Φιδετζής, Βασίλης Χριστόπουλος και Στέφανος Τσιαλής. Από τον Οκτώβριο του 2020, διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών είναι ο Λουκάς Καρυτινός.

Λουκάς Καρυτινός

12

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε μουσική και νομικά στο Ωδείο Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αντίστοιχα. Από το 1976 έως το 1981 συνέχισε σπουδές, με ειδίκευση στη διεύθυνση ορχήστρας, στο Πανεπιστήμιο των Τεχνών του Βερολίνου. Παράλληλα, παρακολούθησε σεμινάρια διεύθυνσης ορχήστρας στο Μοτσαρτέουμ του Ζάλτσμπουργκ. Από το 1981 έως το 1985 εργάστηκε στη Γερμανία (Κόμπλεντς, Κολωνία, Βερολίνο). Tο 1985 έλαβε θέση τακτικού αρχιμουσικού στην Εθνική Λυρική Σκηνή, στην οποία έγινε μουσικός διευθυντής το 1992. Από το 1999 έως το 2005 υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής της. Έχει επανειλημμένα διευθύνει όλες τις σημαντικές ελληνικές ορχήστρες κι έχει εμφανιστεί στα Φεστιβάλ Αθηνών, Επιδαύρου, Αρένας της Βερόνας, Καρακάλλα Ρώμης, Πουτσίνι «Τόρε ντελ Λάγκο», Βίττεν της Γερμανίας, Λας Πάλμας, Αβάνς, Αντίμπ κ.ά. Ως αρχιμουσικός έχει συμπράξει με τα ορχηστρικά σύνολα: Φιλαρμόνια του Λονδίνου, Συμφωνικές της Ραδιοφωνίας του Βερολίνου RSO, της Ρωμανικής Ελβετίας, της Ραδιοφωνίας της Κολωνίας WDR, Ορχήστρα Μπρούκνερ του Λιντς, Φιλομούζικα της Οξφόρδης, Φιλαρμονική της Νίκαιας, Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας της Βουδαπέστης κ.ά., καθώς και με τα λυρικά θέατρα: Γερμανική Όπερα του Βερολίνου, Λισέου της Βαρκελώνης, της Κολωνίας, του Μπιλμπάο, του Μόντε Κάρλο, του Ντητρόιτ, της Ρώμης, της Κατάνιας, του Κάλιαρι, της Μόντενας, του Λιβόρνου, της Πίζας, της Βέρνης, του Ζάλτσμπουργκ κ.ά. Έχει διευθύνει στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, στην Κορέα, στις ΗΠΑ, στην Αυστραλία, την Τουρκία, την Αίγυπτο, την Τυνησία κ.α. Θεωρείται από τους καλύτερους ερμηνευτές της ιταλικής όπερας, και έχει ηχογραφήσει για τις εταιρείες BMG, WEA, CBS, Eterna, Dynamic. Για τις «εξαιρετικές υπηρεσίες» του στη μουσική τιμήθηκε το 1989 με το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής του Δήμου Αθηναίων. Για την προβολή του έργου του Πιέτρο Μασκάνι, και γενικότερα της ιταλικής όπερας, τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας με το διάσημο του Διοικητή του Τάγματος του Αστέρα της Ιταλικής Αλληλεγγύης (Commendatore dell’ordine della stella della solidarietà italiana). Το 2008, η Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών τού απένειμε το Μεγάλο Βραβείο Μουσικής. To 2016, η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε το Βραβείο Σπύρου Μοτσενίγου (μουσικής). Ο Λουκάς Καρυτινός είναι διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών.


© MARIA GRAMMATIKOU

ΕΚΔΟΣΗ ΟΜΜΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΒΟΛΗΣ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΕΛΕΝΗ ∆Ι∆ΑΣΚΑΛΟΥ | ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΗΤΩ ΤΣΕΚΟΥΡΑ | ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΝΤΥΠΟΥ ∆ΕΣΠΟΙΝΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ | Creative Director k2design | ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ ΜΑΡΙΑ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗ | ΕΚΤΥΠΩΣΗ PRINTFAIR


Χορηγός φιλοξενίας

ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ

YΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ

ΧΟΡΗΓΟI ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook