Skip to main content

Julia Fischer Yulianna Avdeeva

Page 1

ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 23–24 Μ Ε

Τ Η Ν

Υ Π Ο Σ Τ Η Ρ Ι Ξ Η

Τ Ο Υ

Υ Π Ο Υ Ρ Γ Ε Ι Ο Υ

Π Ο Λ Ι Τ Ι Σ Μ Ο Υ

JULIA FISCHER YULIANNA AVDEEVA


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ © UWE ARENS, © MAXIM ABROSSIMOW


ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ ΑΙΘΟΥΣΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

4.12.2023

JULIA FISCHER YULIANNA AVDEEVA LUDWIG VAN BEETHOVEN (1770-1827) Σονάτα για βιολί και πιάνο αρ. 1 σε ρε μείζονα, έργο 12 αρ. 1 Allegro con brio Θέμα και παραλλαγές. Andante con moto Rondo. Allegro

ΑΡΑΜ ΧΑΤΣΑΤΟΥΡΙΑΝ (1903-1978) Σονάτα για βιολί και πιάνο Lento rubato ed espressivo Allegro ma non troppo ΔΙΑ ΛΕΙΜΜΑ

EUGÈNE YSAŸE (1858-1931) Andante, op. posth. CÉSAR FRANCK (1822-1890) Σονάτα για βιολί και πιάνο σε λα μείζονα Allegretto moderato Allegro Recitativo – Fantasia Allegretto poco mosso

ΒΙΟΛΙ

Julia Fischer ΠΙΑΝΟ

Yulianna Avdeeva


LUDWIG VAN BEETHOVEN Σονάτα για βιολί και πιάνο αρ. 1 σε ρε μείζονα, έργο 12 αρ. 1 Οι τρεις πρώτες Σονάτες για βιολί του Μπετόβεν εκδόθηκαν το 1798, ενώ οι επόμενες έξι γράφτηκαν ως το 1903, όταν ο συνθέτης ήταν μόλις 33 ετών (μόνο η τελευταία ανήκει στην περίοδο της ωριμότητάς του, γραμμένη το 1812). Αν και ο Μπετόβεν ήταν γνωστός ως βιρτουόζος πιανίστας, είχε στενή σχέση και με το βιολί, έχοντας πάρει μαθήματα εκτέλεσης του οργάνου στα νεανικά του χρόνια στη Βόννη και αργότερα στη Βιέννη, με τον διακεκριμένο βιολονίστα της εποχής Ιγκνάτς Σουππάντσικ (Ignaz Schuppanzigh). Δεν ήταν, ωστόσο, η γνώση του οργάνου ο μόνος λόγος που το βιολί τράβηξε το συνθετικό του ενδιαφέρον: εκείνη την εποχή, σημαντικές κατασκευαστικές εξελίξεις (όπως μεγαλύτερη ταστιέρα ή ψηλότερος καβαλάρης) προσέδιδαν στο βιολί σαφώς μεγαλύτερες εκφραστικές δυνατότητες και λαμπρότερο ήχο – στοιχεία θελκτικά για έναν παθιασμένο δημιουργό. Επιπλέον ο νεαρός συνθέτης θαύμαζε τον Μότσαρτ –ο οποίος είχε εμπλουτίσει το ρεπερτόριο του βιολιού με πολλές εξαίσιες σονάτες– και επιθυμούσε να αναμετρηθεί ευθέως με αυτή την τόσο βαριά μουσική παρακαταθήκη, ως άξιος κληρονόμος της. Οι τρεις Σονάτες έργο 12 αφιερώθηκαν στον Aντόνιο Σαλιέρι, συνθέτη που συνέχιζε να χαίρει μεγάλης εκτίμησης στη Βιέννη της εποχής. Και παρόλο που ο Μπετόβεν τις ονόμασε «Σονάτες για πιάνο και βιολί» (όπως ήταν ο συνήθης χαρακτηρισμός τότε), έκανε εξαρχής σαφείς τις προθέσεις του να μην υποτάξει το βιολί στην κυριαρχία του πιάνου, αλλά, αντίθετα, να αναδείξει και τα δύο όργανα ως ισότιμους συνομιλητές που μοιράζονται το βάρος της έκφρασης, αξιοποιώντας βεβαίως αριστοτεχνικά τις ιδιαίτερες αρετές κάθε οργάνου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αρχή του εναρκτήριου Allegro της Πρώτης Σονάτας: μετά από μια κοινή εισαγωγική χειρονομία των δύο οργάνων, το βιολί αναλαμβάνει να παρουσιάσει το πρώτο θέμα, και το πιάνο να το πλαισιώσει με δυναμισμό, κάτι που σε αρκετές περιπτώσεις αντιστρέφεται κατά τη διάρκεια του μέρους. Η διάθεση του συνθέτη να καινοτομήσει διαφαίνεται στις απρόσμενες μετατροπίες, που σίγουρα σόκαραν εκείνη την εποχή και ξάφνιαζαν τους συντηρητικούς ακροατές. Το αργό, δεύτερο μέρος είναι μια σειρά τεσσάρων παραλλαγών πάνω σε ένα λυρικό θέμα και δείχνουν την πιο βαθυστόχαστη πλευρά του συνθέτη, ακμαία ήδη από τη νεαρή του ηλικία. Στο φινάλε, η ενεργητικότητα του πρώτου μέρους επιστρέφει ακόμα πιο έντονη και εξωστρεφής, μέσα από πληθώρα δεξιοτεχνικών περασμάτων και για τα δύο όργανα. Η νευρώδης γραφή παραπέμπει σαφώς στο πνεύμα του Χάυντν, ανεκτίμητου δασκάλου του Μπετόβεν. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα από την πρώτη τους έκδοση, οι Σονάτες έργο 12 εκδόθηκαν από οκτώ διαφορετικούς οίκους σε έξι ευρωπαϊκές πόλεις, γεγονός ενδεικτικό της τεράστιας απήχησής τους, που παραμένει μέχρι σήμερα δικαιολογημένα αμείωτη.

4


© UWE ARENS

ΑΡΑΜ ΧΑΤΣΑΤΟΥΡΙΑΝ Σονάτα για βιολί και πιάνο Ο Αράμ Χατσατουριάν κατόρθωσε με το έργο του να αποτελέσει τον κύριο εκφραστή της αρμενικής Εθνικής Μουσικής Σχολής στον 20ό αιώνα και παράλληλα να κατακτήσει περίοπτη θέση στην «πρώτη γραμμή» των σοβιετικών συνθετών, πλάι στον Σεργκέι Προκόφιεφ και τον Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Η πλέον διάσημη συνεισφορά του στο ρεπερτόριο του βιολιού είναι αναμφισβήτητα το Κοντσέρτο του 1940, που ευτύχησε να γνωρίσει διεθνή προβολή, χάρη στον θρυλικό βιολιστή Νταβίντ Όιστραχ –γράφτηκε άλλωστε για τον ίδιο– ο οποίος χάρισε συγκλονιστικές ερμηνείες και ηχογραφήσεις του. Ωστόσο, σπάνια γεννιέται στη μουσική ένα αριστούργημα, όπως το Κοντσέρτο για βιολί του Χατσατουριάν, χωρίς ο δημιουργός του να έχει προηγουμένως δοκιμάσει τις δυνάμεις του σε έργα μικρότερης ενδεχομένως εμβέλειας, αλλά ανάλογου περιεχομένου. Ένα τέτοιο έργο είναι και η Σονάτα για βιολί και πιάνο του αρμένιου συνθέτη, γραμμένη το 1932, όταν ακόμα ο Χατσατουριάν σπούδαζε σύνθεση στο Ωδείο της Μόσχας με τον Νικολάι Μιασκόφσκι. Το πρώτο μέρος είναι αργό και ξεκάθαρα ραψωδικό, με διαφορετικού ύφους επεισόδια που καταλήγουν σε μια κεντρική, βαθιά λυρική ενότητα. Εδώ, οι επιδράσεις του νεαρού σύνθετη από την παραδοσιακή μουσική της ιδιαίτερης πατρίδας του είναι ανάγλυφες. Το επόμενο, πιο συμπυκνωμένο δομικά μέρος είναι λιγότερο λαϊκότροπο, εστιάζοντας περισσότερο στη δυναμική και εκλεπτυσμένη ανάπτυξη των δύο κύριων θεμάτων του.

5


© MAXIM ABROSSIMOW

EUGÈNE YSAŸE Andante, op. posth.

6

Για τον κόσμο του βιολιού, η μορφή του βέλγου βιολιστή και συνθέτη Εζέν Υζαΰ είναι τουλάχιστον θρυλική. Στην εποχή του, ο Υζαΰ θεωρήθηκε όχι απλά ο μεγαλύτερος βιολιστής του κόσμου, αλλά ο καλλιτέχνης που πέτυχε να εκμαιεύσει έναν πρωτόγνωρα όμορφο και πλούσιο ήχο από το βιολί, με κύρια «όπλα» του μια εκπληκτική, «ατσάλινη» τεχνική, ένα ευαίσθητο και ευπροσάρμοστο στις εκάστοτε μουσικές επιταγές βιμπράτο, καθώς και αξιοζήλευτη ορθοτονία. Οι ερμηνείες του σε ένα ευρύ φάσμα ρεπερτορίου αποτέλεσαν ισχυρή παρακαταθήκη για τους μαθητές του και για τους μεταγενέστερους βιολιστές· αν και ταύτισε το όνομά του με τις ερμηνείες σημαντικών ρομαντικών έργων συνθετών, όπως ο Mαξ Μπρουχ, ο Καμίγ ΣαινΣανς ή ο Σεζάρ Φρανκ, κινείτο με ανάλογη άνεση και στο κλασικό ρεπερτόριο. Πέραν της αδιάλειπτης και ακάματης συναυλιακής του δραστηριότητας σε διεθνές επίπεδο, ο Υζαΰ εμπλούτισε το ρεπερτόριο του οργάνου του με σπουδαία έργα υψηλών δεξιοτεχνικών και εκφραστικών απαιτήσεων, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν οι συγκλονιστικές Έξι Σονάτες για σόλο βιολί, έργο 27. Το 1988 ο βιολιστής Tζέρρολντ Ρούμπινσταϊν (Jerrold Rubenstein), εξάρχων της Ορχήστρας της Όπερας Λα Μονναί και της Εθνικής Ορχήστρας του Βελγίου, ανακάλυψε ένα ως τότε άγνωστο κομμάτι του Υζαΰ για βιολί και ορχήστρα, το οποίο ερμήνευσε για πρώτη φορά και στην πρωτότυπη εκδοχή με ορχήστρα, αλλά και σε εκδοχή με συνοδεία πιάνου, που επεξεργάστηκε ο ίδιος. Το Andante αυτό, γραμμένο από τον συνθέτη το 1885, είναι ένα σύντομο έργο, αμιγώς ρομαντικό και λυρικό καθ’ όλη τη διάρκειά του. Προφανώς γραμμένο για προσωπική χρήση από τον συνθέτη, αναδεικνύει την ιδιαίτερη μελωδικότητα του βιολιού, κρατώντας το μέρος της συνοδείας (ορχηστρικής ή πιανιστικής) σε επίπεδο διακριτικής αρμονικής υποστήριξης της πρωταγωνιστικής (και εξόχως αισθαντικής) μελωδίας, που ανατίθεται αποκλειστικά στο σολιστικό όργανο.


CÉSAR FRANCK Σονάτα για βιολί και πιάνο σε λα μείζονα Ο βελγικής καταγωγής συνθέτης και οργανίστας Σεζάρ Φρανκ συνέθεσε μερικά από τα αριστουργηματικότερα έργα του –όπως η Συμφωνία σε ρε ελάσσονα, οι Συμφωνικές Παραλλαγές για πιάνο και ορχήστρα και το Πρελούδιο, Χορικό και Φούγκα για σόλο πιάνο– κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του. Σε αυτήν τη γόνιμη γι’ αυτόν εποχή ανήκει και η μεγαλειώδης Σονάτα για βιολί και πιάνο του 1886. Η Σονάτα αποτέλεσε γαμήλιο δώρο του Φρανκ στον συμπατριώτη του, συνθέτη και βιρτουόζο βιολονίστα Εζέν Υζαΰ, ο οποίος και έκανε την πρώτη της επίσημη εκτέλεση τον Δεκέμβριο του 1886 στις Βρυξέλλες, συνοδευόμενος από τη γαλλίδα πιανίστα Λεοντίν ΜπορντΠεν (Léontine Bordes-Pène). H έντονη επίδραση της γερμανικής μουσικής στον Φρανκ αποτέλεσε πολλές φορές ανασχετικό παράγοντα στην υποδοχή του έργου του στη Γαλλία – αυτό συνέβη και στην περίπτωση της Σονάτας. Ωστόσο, με το πέρασμα του χρόνου η τεράστια μουσική της αξία, ο συγκλονιστικός τρόπος που εξισορροπεί πάθος και εγκεφαλικότητα, λυρισμό και δεξιοτεχνία αναγνωρίστηκαν όχι μόνο στη Γαλλία αλλά και διεθνώς, με αποτέλεσμα η Σονάτα να καθιερωθεί ως έργο αναφοράς στο ρεπερτόριο της μουσικής δωματίου. Κεντρικό χαρακτηριστικό της Σονάτας είναι η χρήση της «κυκλικής αρχής» (principe cyclique), κατά την οποία μοτίβα ή θέματα από ένα μέρος επανέρχονται και σε επόμενα, είτε αυτούσια είτε μεταμορφωμένα, λειτουργώντας συνεκτικά για το μουσικό οικοδόμημα στο σύνολό του. Η τεχνική αυτή, ιδιαίτερα προσφιλής στον συνθέτη, είναι συναφής με τη μέθοδο της «θεματικής μεταμόρφωσης» που ανέπτυξε ο Λιστ σε πολλά έργα του. Το πρώτο μέρος θα μπορούσε, από δομικής άποψης, να χαρακτηριστεί σονάτα χωρίς ανάπτυξη. Πρακτικά λειτουργεί ως υποβλητική εισαγωγή για το θυελλώδες δεύτερο μέρος, εμπεριέχοντας ευφυώς στα πρώτα του μέτρα τον θεματικό και αρμονικό πυρήνα όλων των κύριων θεμάτων της σονάτας (εξαρχής στη μελωδία εμφανίζεται το διάστημα της τρίτης, που δεσπόζει γενικά στη Σονάτα). Το δεύτερο μέρος είναι το πιο καταιγιστικό και παθιασμένο μέρος όλου του έργου, βασιζόμενο σε δύο θέματα εφάμιλλης έντασης και εκφραστικότητας. Στη συνέχεια, ο Φρανκ αφήνεται ελεύθερος από δομικούς περιορισμούς και πλάθει το αργό μέρος της Σονάτας ως ονειρική φαντασία, που ανοίγει με έναν στοχαστικό διάλογο των δύο οργάνων. Δεν λείπουν φυσικά και εδώ οι αναγωγές σε προηγούμενα θέματα, που γίνονται αντικείμενο σύνθετης αρμονικής επεξεργασίας, κατά το πρότυπο των αισθησιακών αρμονιών του δράματος Τριστάνος και Ιζόλδη του Βάγκνερ. Το κύριο θέμα του τέταρτου και τελευταίου μέρους εκτίθεται σε αυστηρό κανόνα μεταξύ πιάνου και βιολιού σε οκτάβα, γεγονός όμως που δεν μειώνει στο ελάχιστο την έκδηλη διάθεση λυρισμού – απεναντίας την υπογραμμίζει εμφατικά. Προοδευτικά, η μουσική αποκτά απρόσμενη ενέργεια και δύναμη, οδηγούμενη σε αποθεωτική κορύφωση. ΤΙΤΟΣ ΓΟΥΒΕΛΗΣ

7


© UWE ARENS

8


JULIA FISCHER Η κορυφαία βιολονίστα Γιούλια Φίσερ είναι μια πολύπλευρη μουσικός, γνωστή επίσης για τις εξαιρετικές ικανότητές της στο πιάνο, στη μουσική δωματίου και στη διδασκαλία του βιολιού. Άρχισε βιολί σε ηλικία 3 ετών. Σημαντική στιγμή για την καριέρα της υπήρξε η απονομή του πρώτου βραβείου στον Διεθνή Διαγωνισμό Γεχούντι Μενουχίν το 1995. Έκτοτε η Φίσερ έχει εμφανιστεί στις σημαντικότερες συμφωνικές αίθουσες ανά τον κόσμο, συμπράττοντας με φημισμένους μαέστρους, όπως οι Χέρμπερτ Μπλόμστεντ, Κρίστιαν Τήλεμαν, Άλαν Γκίλμπερτ, Γιάκουμπ Χρούσα, Βλαντιμίρ Γιουρόφσκι, Γουάνχο Μένα, Ρικκάρντο Μούτι, Βασίλι Πετρένκο, Tόμας Σόντεργκαρντ, Γιούρι Τεμιρκάνοφ και Mάικλ Τίλσον-Τόμας. Αυτή την περίοδο, συνεργάζεται με τη Στάατσκαπελλε της Δρέσδης ως Καλλιτέχνις in Residence, πραγματοποιώντας περιοδεία με το διάσημο γερμανικό σύνολο και εμφανίσεις τόσο ως σολίστ όσο και ως μέλος σχημάτων μουσικής δωματίου, ενώ ανανεώνει τη συνεργασία της με τη Συμφωνική του Σικάγου και τον Ρικκάρντο Μούτι. Επίσης, γιορτάζει την εικοσαετή συνεργασία της με τον τσελίστα Ντάνιελ Μύλλερ-Σκοτ, ερμηνεύοντας το Διπλό κοντσέρτο του Μπραμς με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βαμβέργης, πριν εμφανιστεί εκ νέου με την Εθνική Συμφωνική της Δανίας, την Ορχήστρα της Ιταλόφωνης Ελβετίας και τη Φιλαρμονική της Βαρσοβίας. Η Γιούλια Φίσερ τρέφει ιδιαίτερη αγάπη για τη μουσική δωματίου. Το 2010 ίδρυσε το δικό της κουαρτέτο, με το οποίο πραγματοποιεί τακτικά περιοδείες. Στις δραστηριότητές της ιδιαίτερη θέση κατέχει η διδασκαλία, καθώς συνεχίζει να αναδεικνύει νεαρά ταλέντα δίνοντας συχνά συναυλίες με τους μαθητές της. Το 2019 ίδρυσε την παιδική συμφωνική ορχήστρα Kindersinfoniker, στη γενέτειρά της, το Μόναχο. Έχει εκδώσει πολλούς δίσκους, αρχικά με την Pentatone και κατόπιν με την Decca, oι οποίοι έχουν αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές και αξιόλογα βραβεία. To 2017 δημιούργησε τη δική της μουσική πλατφόρμα, JF CLUB, που παρέχει αποκλειστικό ηχητικό υλικό και βίντεο, προεπισκόπηση των νέων ηχογραφήσεών της και άλλα θέματα σχετικά με τη μουσική και το έργο της. Η Julia Fischer έχει τιμηθεί με πολυάριθμες διακρίσεις, όπως με τον Ομοσπονδιακό Σταυρό της Αξίας, το βραβείο Gramophone και το βραβείο Γερμανικού Πολιτισμού. Παίζει με βιολί Τζοβάννι Μπαττίστα Γκουαντανίνι (1742) καθώς και με βιολί που κατασκευάστηκε από τον Φιλίπ Ωγκυστέν (2018).

9


© MAXIM ABROSSIMOW

10


YULIANNA AVDEEVA Η Γιουλιάννα Αβντήεβα σταδιοδρομεί διεθνώς ως σολίστ του πιάνου, μετά τις επιτυχίες της στον Ευρωπαϊκό Διαγωνισμό Πιάνου της Βρέμης, το Διαγωνισμό της Γενεύης και τον περίφημο Διαγωνισμό Σοπέν της Βαρσοβίας (2010). Το πρόγραμμά της για την καλλιτεχνική περίοδο 2023-2024 περιλαμβάνει συνεργασίες και εμφανίσεις με ονομαστές ορχήστρες και διακεκριμένους μαέστρους· ανάμεσά τους, η Γιοάνα Μάλβιτς και η Ορχήστρα Κοντσέρτχαους του Βερολίνου, ο Tούγκαν Σόχιεφ και η Γκεβάντχαους της Λιψίας, η Φιλαρμονική της Βαρσοβίας, η Συμφωνική του Πίτσμπεργκ υπό τον Πετρ Ποπέλκα και η Συμφωνική της Βαλτιμόρης υπό τον Τζέιμς Κόλον. Επίσης, περιοδεύει με την Ορχήστρα του 18ου Αιώνα στην Ιαπωνία και εμφανίζεται εκ νέου με την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της RAI υπό τον Ρόμπερτ Τρεβίνο. Επιπλέον, έχει προγραμματίσει συναυλίες με τη φημισμένη Συμφωνική του Σικάγου υπό τη διεύθυνση του Tούγκαν Σόχιεφ. Έχει συνεργαστεί με σημαντικές ορχήστρες της Ευρώπης (Συμφωνική της Ραδιοφωνίας του Βερολίνου, Βασιλική Φιλαρμονική της Στοκχόλμης, Φιλαρμονική του Λονδίνου κ.ά.), των ΗΠΑ και του Καναδά. Έχει πραγματοποιήσει συναυλίες υπό τη διεύθυνση περιζήτητων μαέστρων: Mάνφρεντ Χόνεκ, Σερ Μαρκ Έλντερ, Γουστάβο Ντυνταμέλ, Mαρίν Άλσοπ, Κεντ Ναγκάνο, Mάρεκ Γιανόφσκι, Βασίλι Πετρένκο, Βλαντίμιρ Γιουρόφσκι και Ρόμπερτ Τρεβίνο. Η Αβντήεβα άρχισε να μελετά πιάνο σε ηλικία 5 ετών στη Μουσική Σχολή Γκνεσσίν Προικισμένων Παιδιών στη Μόσχα, με την Eλένα Ιβάνοβα. Στη συνέχεια, μελέτησε με τους Βλαντίμιρ Τροπ και Koνσταντίν Σερμπάκοφ, ενώ έλαβε πολύτιμη μουσική καθοδήγηση από τους Νμίτρι Μπασκίροφ, Oυίλλιαμ Γκραντ Ναμπόρε και Φου Τσ’ονγκ στην περίφημη Διεθνή Ακαδημία Πιάνου της Λίμνης Κόμο.

ΕΚΔΟΣΗ ΟΜΜΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΒΟΛΗΣ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΕΛΕΝΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ | ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΗΤΩ ΤΣΕΚΟΥΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΙΤΟΣ ΓΟΥΒΕ ΛΗΣ | ΕΠΙΜΕ ΛΕΙΑ ΕΝΤ ΥΠΟΥ Ε Λ ΛΗ ΠΕΤΡΑΝΤΗ | CRE ATIVE DIRECTOR K2DESIGN | ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΝΤ ΥΠΟΥ ΠΑΝΟΣ Κ ΑΣΙΑΡΗΣ | ΕΚΤ ΥΠΩΣΗ PRINTFAIR

11


ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ

ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook
Julia Fischer Yulianna Avdeeva by megaron.gr - Issuu