Skip to main content

Κουαρτέτο Ébène

Page 1

ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ 23–24 Μ Ε

Τ Η Ν

Υ Π Ο Σ Τ Η Ρ Ι Ξ Η

Τ Ο Υ

Υ Π Ο Υ Ρ Γ Ε Ι Ο Υ

Π Ο Λ Ι Τ Ι Σ Μ Ο Υ

ΚΟΥΑΡΤΈΤΟ ÉBÈNE


Στο εξώφυλλο, το Κουαρτέτο Ébène: Pierre Colombet (βιολί), Raphaël Merlin (τσέλο – στην αποψινή συναυλία τον αντικαθιστά ο Yuya Okamoto), Marie Chilemme (βιόλα), Gabriel Le Magadure (βιολί).


ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΣ ΑΙΘΟΥΣΑ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

16.11.2023

ΚΟΥΑΡΤΈΤΟ ÉBÈNE JOSEPH HAYDN ( 1732-1809 ) Κουαρτέτο για έγχορδα αρ. 3 σε σολ ελάσσονα, έργο 20 Allegro con spirito Minuet . Allegretto – Trio Poco adagio Allegro molto

BÉLA BARTÓK ( 1881-1945 ) Κουαρτέτο για έγχορδα αρ. 3, Sz. 85 Moderato Allegro Ricapitolazione della prima parte: Moderato Coda: Allegro molto ΔΙΑ ΛΕΙΜΜΑ

FRANZ SCHUBERT ( 1797-1828 ) Κουαρτέτο για έγχορδα αρ. 15 σε σολ μείζονα, D. 887 (έργο 161) Allegro molto moderato Andante un poco moto Scherzo . Allegro vivace – Trio . Allegretto Allegro assai

Quatuor Ébène ΒΙΟΛΙΑ

Pierre Colombet, Gabriel Le Magadure ΒΙΟΛΑ

Marie Chilemme ΒΙΟΛΟΝΤΣΕΛΟ

Yuya Okamoto


Τρία κουαρτέτα για έγχορδα, τρεις συνθέτες, τρεις εποχές Η διαδρομή της αποψινής συναυλίας περνάει από τον Χάυντν, θεμελιωτή του κλασικισμού, στις ριζοσπαστικές λύσεις του μοντερνιστή Μπάρτοκ, και πίσω στον πρώιμο ρομαντισμό του Σούμπερτ – μια περιήγηση στο είδος του κουαρτέτου για έγχορδα όπως αυτό διαμορφώθηκε τους τελευταίους αιώνες.

4

Το Κουαρτέτο για έγχορδα αρ. 3 σε σολ ελάσσονα, έργο 20, ανήκει στον κύκλο των περίφημων Έξι κουαρτέτων, που έγραψε ο Γιόζεφ Χάυντν το 1772, σε ηλικία σαράντα χρονών, ως αυλικός συνθέτης του κόμη Εστερχάζυ. Την περίοδο εκείνη, ο συνθέτης είχε επηρεαστεί έντονα από τις φιλοσοφικές και πολιτικές ιδέες του κινήματος Sturm und Drang [Θύελλα και Ορμή], που με πρωτοστάτη τον Γκαίτε είχαν διαδοθεί σε όλη την Ευρώπη: έκφραση των συναισθημάτων, αναζήτηση της πρωτοτυπίας, απόρριψη παλαιότερων αυλικών στιλ σαν το ροκοκό και το γκαλάντ. Στα Έξι κουαρτέτα, έργο 20, που έπονται των κουαρτέτων του Έργου 9 και του Έργου 17, η μουσική ωριμότητα του Χάυντν ξεδιπλώνεται σε όλο το εύρος της. Σαν άλλος Σωκράτης που διαλεκτικά εκμαιεύει την αλήθεια, ο Χάυντν χρησιμοποιεί, με μεγάλη μαεστρία στο συγκεκριμένο έργο, τη διαλεκτική μέθοδο για να αναδείξει την αλήθεια των συναισθημάτων του. Τα Κουαρτέτα «του Ήλιου», όπως μετέπειτα ονομάστηκαν, δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1774, στο Παρίσι, ενώ ακολούθησαν πολλές εκδόσεις τους: ο τίτλος παραπέμπει πιθανότατα στον ήλιο που κοσμούσε το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης, μπορεί ωστόσο να αποτελεί και σχόλιο στη μουσική ιδιοφυΐα του συνθέτη τους. Με το Έργο 20, ο Χάυντν διαμορφώνει τα βασικά χαρακτηριστικά του είδους του κουαρτέτου για έγχορδα, που θα ακολουθήσουν λίγο πολύ και οι επόμενες γενιές δημιουργών, ανάμεσά τους ο Μπετόβεν και ο Μπραμς. Πιθανότατα, μάλιστα, αυτά τα έξι κουαρτέτα να αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τα πρώτα έξι έργα του νεαρού τότε Μότσαρτ, ο οποίος ήταν φίλος με τον Χάυντν και τον σεβόταν βαθιά. Στο εναρκτήριο Allegro con spirito, ο περίτεχνος διάλογος των εγχόρδων συνθέτει ένα σπιρτόζικα ζωηρό και ταυτόχρονα θυελλώδες θέμα. Η ταραχή δείχνει κατά στιγμές να καταλαγιάζει, αλλά σύντομα εκδηλώνεται σφοδρή. Προς το τέλος δε, το θυελλώδες συναίσθημα κορυφώνεται, ενώ φράσεις πιο αργές πλάθουν μια ατμόσφαιρα θλίψης, που κυριαρχεί σε όλη τη δεύτερη κίνηση του Μενουέτου, και που με τον ιδιότυπο λυρισμό της λειτουργεί αντιστικτικά ως προς τη θυελλώδη διάθεση της αρχής. Στο μέρος του Τρίο, η μελαγχολία υποχωρεί και ο σολ ελάσσων τρόπος δίνει τη θέση του στη ζωηρή και ανάλαφρη σολ μείζονα∙ σύντομα, ωστόσο, θα επιστρέψει στην ελάσσονα τονικότητα και στο πένθιμο μελαγχολικό θέμα του Μενουέτου. Το Poco adagio, αργό και μεγαλοπρεπές σαν ύμνος, παρατείνει για λίγο τη μελαγχολική διάθεση, αλλά χάρη στη σολ μείζονα την εκφράζει πιο τρυφερά και ζεστά. Το Τρίτο κουαρτέτο ολοκληρώνεται με ένα Allegro molto, όπου οι πολλές παύσεις, άλλοτε δραματικές και άλλοτε παιχνιδιάρικες, προκαλούν στον ακροατή ανάμεικτα συναισθήματα, η ένταση των οποίων αυξάνει, καθώς πλησιάζουμε στο τέλος, και κορυφώνεται στη σολ μείζονα, σαν καρδιά έτοιμη να σπάσει.


Ο ουγγρικής καταγωγής Μπέλα Μπάρτοκ έγραψε το πρώτο του κουαρτέτο για έγχορδα όταν ήταν δεκαοκτώ ετών, και σε όλη τη δημιουργική πορεία του τελειοποιούσε την τέχνη αυτού του μουσικού είδους. Έγραψε το Τρίτο κουαρτέτο για έγχορδα, Sz. 85 το 1927, στα σαράντα έξι του χρόνια. Πρόκειται για το συντομότερο από τα έξι κουαρτέτα του και το πιο ριζοσπαστικό. Ο Μπάρτοκ, στα ταραγμένα χρόνια μεταξύ των δύο Πολέμων, είχε επηρεαστεί από τα κινήματα του εξπρεσιονισμού και του νεοκλασικισμού (κυρίως δε από την Ιεροτελεστία της άνοιξης του Στραβίνσκι). Την ίδια εποχή, είχε αναγνωριστεί διεθνώς και ως εθνομουσικολόγος: με τον Ζόλταν Κόνταλυ συνέλεξαν και ανθολόγησαν παραδοσιακές μελωδίες της Ανατολικής Ευρώπης, τις οποίες ο Μπάρτοκ ενσωμάτωνε συστηματικά στα έργα του χτίζοντας ένα «μουσικό σταυροδρόμι» Ανατολής και Δύσης. Ενώ για άλλους συνθέτες το φολκλορικό στοιχείο έχει διακοσμητικό χαρακτήρα, στον Μπάρτοκ βρίσκεται στον ίδιο τον πυρήνα της σύνθεσης, πράγμα φανερό στο Allegro του Τρίτου κουαρτέτου, Sz. 85. Το έργο βραβεύτηκε στον διεθνή διαγωνισμό της Musical Society Fund of Philadelphia, το 1928. Στις 19 Φεβρουαρίου 1929 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από το Κουαρτέτο Waldbauer στο Ουίγκμορ Χολ του Λονδίνου και την ίδια χρονιά εκδόθηκε από τη Universal Edition. Εδώ ο Μπάρτοκ πειραματίζεται με μια σειρά τεχνικές όπως το sul ponticello (παίξιμο με το δοξάρι όσο πιο κοντά στη γέφυρα), το col legno (παίξιμο με το ξύλινο μέρος του δοξαριού) και το glissando (γλίστρημα του δοξαριού από τη μια νότα στην άλλη). Η σύνθεση, σε μια ενιαία κίνηση χωρίς διαλείμματα, αποτελείται από τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος, Moderato, είναι αργό, οδυνηρό, με σύντομα ρυθμικά μοτίβα ζοφερής διάθεσης από το πρώτο βιολί∙ τα υπόλοιπα έγχορδα συνοδεύουν ostinato «σιωπηλά», αλλά προς το τέλος του μέρους ξεσπούν και εκρήγνυνται. Στο δεύτερο μέρος, Allegro, ο Μπάρτοκ επεξεργάζεται τη μελωδία ενός ουγγρικού λαϊκού χορού. Εδώ ο ρυθμός είναι πιο γρήγορος, γεμάτος ζωντάνια, ενώ έντονοι, δραματικοί τόνοι εκφράζουν ένα αίσθημα ταραχής. Το τρίτο μέρος, Ricapitolazione della prima parte: Moderato, αποτελεί επεξεργασμένη εκδοχή του πρώτου μέρους –«Δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνω μια μουσική ιδέα χωρίς αλλαγή» επισημαίνει κάπου ο Μπάρτοκ–, με τρόπο ωστόσο πιο λιτό. Το τελευταίο μέρος, Coda: Allegro molto, είναι μια σταδιακή και με παραλλαγές «αναζωπύρωση» του μανιασμένου δεύτερου μέρους, που με διαρκώς αυξανόμενη ένταση οδηγείται στο εκρηκτικό τέλος. Για τον κοινωνιολόγο και μουσικολόγο Τέοντορ Αντόρνο, το Τρίτο κουαρτέτο του Μπάρτοκ είναι «αναμφισβήτητα το καλύτερο έργο του ούγγρου συνθέτη». Το Κουαρτέτο για έγχορδα αρ. 15 σε σολ μείζονα, D. 887 υπήρξε το τελευταίο ολοκληρωμένο κουαρτέτο του Φραντς Σούμπερτ. Το συνέθεσε το 1826, σε ένα σύντομο διάστημα δέκα ημερών και παρά τη σύφιλη που τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Γνωστός για τις μουσικές του «Σουμπερτιάδες» και τα περίφημα λιντ, ο Σούμπερτ υπήρξε εξίσου ιδιοφυής στη σύνθεση μουσικής δωματίου. Μαθητής ακόμα, επηρεάστηκε έντονα από τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν και τον Χάυντν. Η αξιοσημείωτη άνεσή του στο χειρισμό της αρμονίας, αλλά και η ικανότητά του να παντρεύει αρμονικά το κλασικό με το ρομαντικό, καθιστούν τις συνθέσεις του μοναδικές. Ένα ακόμα γνώρισμά τους –χαρακτηριστικό και του Κουαρτέτου που ακούμε απόψε– είναι η συγκρουσιακή συνύπαρξη αγάπης και πόνου. Στο δοκίμιο με τίτλο «Το όνειρό μου», ο συνθέτης αναφέρει: «Με την καρδιά μου γεμάτη αγάπη για όσους την περιφρονούσαν περιπλανιόμουν και τραγουδούσα. […] Τραγουδούσα την αγάπη, κι εκείνη μετατρεπόταν σε πόνο.

5


6

Κουαρτέτο Ébène: Raphaël Merlin (τσέλο – στην αποψινή συναυλία τον αντικαθιστά ο Yuya Okamoto), Marie Chilemme (βιόλα), Gabriel Le Magadure και Pierre Colombet (βιολιά)


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ © JULIEN MIGNOT

7


Τραγουδούσα τον πόνο, κι εκείνος γινόταν αγάπη. Έτσι, ένιωθα μέσα μου να διχάζομαι ανάμεσα στην αγάπη και τον πόνο». Το έργο αποτελείται από τέσσερις κινήσεις. Το αρχικό Αllegro molto moderato δομείται σε δύο λυρικές ιδέες, εκ των οποίων η πρώτη ανοίγει με πολύ ιδιαίτερο τρόπο: Από τα πρώτα κιόλας μέτρα, η αναπάντεχη μετατροπή της σχετικά ήρεμης σολ μείζονος σε δυναμική σολ ελάσσονα φέρνει στο φως την εσωτερική σύγκρουση του Σούμπερτ, την πάλη ανάμεσα στα ψυχικά του σκοτάδια και στη γαλήνη. Το εισαγωγικό αυτό μέρος το ακολουθεί ένα τρέμολο των βιολιών, που εμπνέει ανησυχία έως και φόβο, ενώ στην τρίτη ενότητα το θέμα γίνεται απότομα άγριο αποδίδοντας την ταραγμένη διάθεση του συνθέτη. Η δεύτερη λυρική ιδέα ξεκινά πιο απαλά, με τα βιολιά να χορεύουν αρμονικά∙ σύντομα όμως η ηρεμία αρχίζει να εναλλάσσεται με την ταραχή της πρώτης ιδέας, σε παραλλαγή. Στα τελευταία μέτρα της coda, η μάχη που μαίνεται στην ψυχή του Σούμπερτ καταλήγει στη φωτεινή και παρήγορη σολ μείζονα. Η δεύτερη κίνηση, Andante, έχει χαρακτήρα πένθιμο και ανοίγει αργά και δραματικά στη σχετική μι ελάσσονα. Ακολουθούν σημεία γαλήνης, που ανακουφίζουν προς στιγμήν, δειλά, τον πονεμένο αρχικό τόνο, σύντομα, όμως, μια καταιγίδα από μανιασμένα τρέμολα και διακεκομμένους νευρικούς ρυθμούς επαναφέρει τη σκοτεινή διάθεση. Οι δύο εξίσου δραματικές ιδέες της κίνησης αυτής εναλλάσσονται κάθε φορά με διαφορετικές μικροπαραλλαγές-αποχρώσεις στα όργανα, στην υφή και την τροπικότητα. Η κίνηση τελειώνει εύθυμα στην ομώνυμη μι μείζονα. Το ενεργητικό και ζωηρό μέρος του Scherzo – Allegro vivace που ακολουθεί, με τον χορευτικό διάλογο ανάμεσα στα βιολιά και στο τσέλο, είναι για τον Σούμπερτ η ασπίδα και το σπαθί του, καθώς έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους του. Για μια στιγμή, η ανάλαφρη και γαλήνια μουσική του Trio – Allegrettο αγκαλιάζει τη ψυχή του και σκύβει με νοιάξιμο πάνω από τις πληγές της. Αλλά αμέσως μετά, ο συνθέτης πρέπει να ανασκουμπωθεί και να αντιμετωπίσει με μεγαλύτερο τώρα θάρρος τους φόβους του, στην επανάληψη του Scherzo. Tο τελευταίο μέρος χαρακτηρίζεται από αλλεπάλληλες εναλλαγές διάθεσης: οι δραματικοί τόνοι μαλακώνουν, γίνονται πιο εύθυμοι, ενίοτε χιουμοριστικοί και ειρωνικοί. Το έργο καταλήγει στη σολ μείζονα, υποβάλλοντας το αίσθημα της αποδοχής, της ελπίδας και της αισιοδοξίας. ΣΙΛΙΑ ΠΑΠΑΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

8


QUATUOR ÉBÈNE Με το μότο «Έχουμε ανάγκη το κοινό, αυτό είναι η έμπνευσή μας», το Κουαρτέτο Ébène, από τον Μάιο του 2019 έως και τον Ιανουάριο του 2020, υλοποίησε το πρότζεκτ Beethoven Around the World, παρουσιάζοντας και ηχογραφώντας τον πλήρη κύκλο των κουαρτέτων για έγχορδα του Μπετόβεν. Με αυτό το πολύ πετυχημένο πρότζεκτ, το Κουαρτέτο επέλεξε να γιορτάσει την εικοσάχρονη παρουσία του στη διεθνή μουσική σκηνή∙ το πλαισίωσε, δε, με παρουσιάσεις του σε σημαντικές ευρωπαϊκές αίθουσες, όπως της Φιλαρμονικής του Παρισιού, την Άλτε Όπερ της Φραγκφούρτης κ.ά. Επιπλέον, προσκλήθηκε να δώσει συναυλίες στο Κάρνεγκι Χολ, το Φεστιβάλ Βερμπιέ και το Κοντσέρτχαους της Βιέννης. Τα μέλη του Κουαρτέτου Ébène έχουν μελετήσει δίπλα στο περίφημο Quatuor Ysaÿe στο Παρίσι, καθώς και με τους Gábor Takács, Eberhard Feltz και György Kurtág. Μετά τη νίκη τους στον μουσικό διαγωνισμό ARD 2004, άρχισαν να γίνονται γνωστοί στη διεθνή σκηνή, και κέρδισαν βραβεία και διακρίσεις και σε άλλους διαγωνισμούς: βραβείο «Μπελμόντε» του Ιδρύματος Forberg-Schneider (2005), βραβείο του Ιδρύματος Borletti-Buitoni (2007) και Μουσικό Βραβείο της πόλης της Φραγκφούρτης (2019, πρώτο τιμώμενο σύνολο). Εκτός από το κλασικό ρεπερτόριο, ερμηνεύουν εξίσου καλά πολλά μουσικά είδη («Να, λοιπόν, ένα κουαρτέτο εγχόρδων που εύκολα μπορεί να μεταμορφωθεί σε τζαζ μπάντα», New York Times, 2009). Αυτή η «χαμαιλεοντική» ικανότητα αποτελεί το σήμα κατατεθέν του Κουαρτέτου Ébène, και αποτυπώνεται δισκογραφικά σε τρία άλμπουμ: Fiction (2010), Brazil (2014) και Eternal Stories (2017). Η ελευθερία με την οποία προσεγγίζουν τα μουσικά στιλ τούς οδηγεί σε ερμηνείες γεμάτες ένταση και δυναμική πολυπλοκότητα, που ενθουσιάζουν το κοινό και την κριτική. Οι ηχογραφήσεις τους σε έργα Μπάρτοκ, Μπετόβεν, Ντεμπυσσύ, Χάυντν, Φωρέ και Μέντελσον έχουν λάβει πολυάριθμα βραβεία, μεταξύ άλλων από τα περιοδικά Gramophone και BBC Music Magazine, καθώς και το MIDEM Classic Award. Το 2015 και το 2016 επικεντρώθηκαν στο λιντ, συμμετείχαν στο άλμπουμ Green με τον Φιλίπ Ζαρουσκύ, ενώ συνεργάστηκαν με τον Ματτίας Γκαίρνε και τον Γκωτιέ Καπυσόν ηχογραφώντας το Κουιντέτο για έγχορδα, έργο 163, καθώς και λιντ του Σούμπερτ (διασκευές για κουαρτέτο εγχόρδων, βαρύτονο και κοντραμπάσο από τον Raphaël Merlin). Με τον Αντουάν Ταμεστί έχουν ηχογραφήσει τα Κουιντέτα για έγχορδα KV 515 και KV 516 του Μότσαρτ. Χαρισματικές ερμηνείες, ανανεωτική ματιά στο κλασικό ρεπερτόριο και προσήλωση στη σύγχρονη δημιουργία – τα μέλη του Κουαρτέτου κερδίζουν ολοένα και περισσότερο το νεανικό κοινό και παράλληλα μεταδίδουν τις γνώσεις τους σε μάστερκλας στο Ωδείο του Παρισιού και αλλού. Τον Ιανουάριο του 2021, ύστερα από πρόσκληση του Πανεπιστημίου Μουσικής και Παραστατικών Τεχνών του Μονάχου, ίδρυσαν την Ακαδημία Quatuor Ébène, την τάξη κουαρτέτου εγχόρδων του Πανεπιστημίου. Από το φθινόπωρο του 2020, ο Raphaël Merlin διδάσκει μουσική δωματίου στο Μόναχο. Την περασμένη καλλιτεχνική περίοδο, το Κουαρτέτο έγινε σύνολο in-residence της Radio France (Quatuor en residence à Radio France)

9


και με τρεις συναυλίες ανά εποχή τα μέλη του ξεδίπλωσαν όλο το φάσμα της δεξιοτεχνίας τους∙ με το Κουαρτέτο Belcea, με το οποίο συνδέονται φιλικά, παρουσίασαν κοινό πρόγραμμα (έργα για οκτέτο) στο Κοντσέρτ-χαους της Βιέννης∙ το φθινόπωρο του 2022, ως σχήμα in-residence του Φεστιβάλ Μπετόβεν της Βόννης, έδωσαν τέσσερις συναυλίες. Τέλος, παρουσίασαν τριμερή κύκλο συναυλιών στο Konzertdirektion Hörtnagel του Μονάχου.

Yuya Okamoto, τσέλο (© Shigeto Imura)

Άλλες σημαντικές εμφανίσεις τους: Τόνχαλλε της Ζυρίχης, Αίθουσα της Φιλαρμονικής του Έλβα [Elbphilharmonie] στο Αμβούργο, Αίθουσες της Φιλαρμονικής του Βερολίνου και της Φιλαρμονικής του Λουξεμβούργου, Ουίγκμορ Χολ, Μπιενάλε Κουαρτέτων Εγχόρδων στη Βαρκελώνη.

Όσον αφορά τα όργανα των μελών του Ébène, ο Pierre Colombet παίζει με βιολί Antonio Stradivari του 1717 («Piatti»), ευγενική χορηγία ιδιώτη μέσω της Beares International Violin Society, και με Matteo Goffriller του 1736, ευγενική παραχώρηση της Gabriele Forberg-Schneider, μαζί με δοξάρι Charles Tourte (Παρίσι, 19ος αιώνας). Ο Gabriel Le Magadure παίζει με βιολί Guarnerius del Gesù, ευγενική παραχώρηση της Beares International Violin Society, και με Guarneri του 1740 περίπου, δάνειο της Gabriele Forberg-Schneider, μαζί με δοξάρι Dominique Pecatte (περ. 1845). Η Marie Chilemme παίζει με βιόλα Stradivari του 1734 («Gibson»), που της παραχωρήθηκε γενναιόδωρα από το Ίδρυμα Stradivari Habisreutinger, και με Marcellus Hollmayr, Füssen (1625), ευγενική παραχώρηση της Gabriele Forberg-Schneider. Τέλος, ο Raphaël Merlin, τον οποίον αντικαθιστά στην αποψινή συναυλία ο Yuya Okamoto, παίζει με τσέλο Carlo Tononi, Βενετία (περ. 1720), δάνειο της Beares International Violin Society, και με Andrea Guarneri (1666-1680) από την Κρεμόνα, επίσης δάνειο της Garbiele Forberg-Schneider.

ΕΚΔΟΣΗ ΟΜΜΑ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΡΟΒΟΛΗΣ & ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΕΛΕΝΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ | ΤΜΗΜΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΛΗΤΩ ΤΣΕΚΟΥΡΑ Ε Π Ι Μ Ε Λ Ε Ι Α Ε Ν Τ Υ Π ΟΥ Δ Ε Σ Π Ο Ι Ν Α Π Α Π Α Γ Ι Α Ν Ν Ο Π ΟΥΛ ΟΥ | C R E AT I V E D I R EC T O R K 2 D E S I G N ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΝΤΥΠΟΥ ΠΑΝΟΣ Κ ΑΣΙΑΡΗΣ | ΕΚΤΥΠΩΣΗ PRINTFAIR

10


ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΧΟΡΗΓΟΣ ΑΕΡΟΜΕΤΑΦΟΡΩΝ

ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΗΣ

ΧΟΡΗΓΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ


Turn static files into dynamic content formats.

Create a flipbook